ένας γάμος στο
Λο-Τζιανγκ
σκηνογραφημένο διήγημα 2026
τεχνητή Πεζογραφία
Στην επαρχία του Σετσουάν, στα χρόνια της πρώιμης δυναστείας των
Δυναστεία Τσινγκ, όταν ο αυτοκράτορας Σουντζί ακόμη εδραίωνε την εξουσία του,
το χωριό Λο-Τζιανγκ ζούσε με τους δικούς του, πιο σιωπηλούς νόμους.
Εκεί μεγάλωσαν μαζί ο Λι Γουέν και η Λι Μεϊ-Λιαν. Τα σπίτια τους
μοιράζονταν την ίδια αυλή, χωρισμένη από έναν χαμηλό τοίχο με γιασεμιά. Οι
γέροντες έλεγαν πως οι δύο οικογένειες Λι ήταν «από το ίδιο αίμα», συγγενείς
από παλιά, από έναν κοινό προπάππο που είχε εγκατασταθεί στην κοιλάδα γενιές
πριν. Δεν ήταν πρώτα ξαδέλφια· οι δεσμοί είχαν αραιώσει με τα χρόνια. Όμως το
επίθετο ήταν το ίδιο, το πατρογονικό βωμό τον φρόντιζαν από κοινού, και οι
ψίθυροι περί ενδογαμίας αιωρούνταν σαν ομίχλη πάνω από τα ρυζοχώραφα.
Όταν ο Γουέν έγινε είκοσι και η Λιάν δεκαοχτώ, οι οικογένειες άρχισαν να
συζητούν τον γάμο τους. «Το αίμα πρέπει να μένει καθαρό», έλεγε ο θείος του
Γουέν. «Η γη δεν πρέπει να διασπαστεί». Η ένωση θα κρατούσε τα χωράφια, το
σπίτι και τον ναό των προγόνων υπό ένα όνομα.
Η Λιάν, όμως, τα βράδια κοιτούσε τον ουρανό και ένιωθε μια σκιά να βαραίνει την καρδιά της. Από παιδί είχε ακούσει μια άλλη ιστορία, ψιθυρισμένη από τη γιαγιά της όταν η βροχή χτυπούσε τα κεραμίδια: ότι η μητέρα της δεν είχε γεννηθεί Λι, αλλά είχε έρθει στο χωριό μες στη φωτιά και το αίμα του πολέμου, όταν οι στρατιώτες των Μαντσού κατέβαιναν νότια. Το μυστικό δεν είχε ειπωθεί ποτέ ανοιχτά.
Λίγες μέρες πριν τον επίσημο αρραβώνα, έφτασε στο χωριό ένας γέρος
μοναχός από ένα απομονωμένο μοναστήρι στα βουνά του Εμέι, στα νοτιοδυτικά. Στα
χέρια του κρατούσε ένα παλιό ξύλινο κουτί. Ζήτησε να δει τη μητέρα της Μεϊ-Λιάν.
Όλο το χωριό μαζεύτηκε όταν άνοιξαν το κουτί. Μέσα υπήρχε ένα μεταξωτό
μαντίλι κεντημένο με το επίθετο Τσεν και ένα γράμμα ξεθωριασμένο. Το γράμμα
μιλούσε για ένα βρέφος που σώθηκε από μια σφαγή και δόθηκε σε μια άτεκνη
οικογένεια Λι για να το μεγαλώσει ως δικό της. Το βρέφος ήταν η μητέρα της Μεϊ-Λιαν.
Η αυλή πάγωσε. Η μητέρα της Μεϊ-Λιάν έπεσε στα γόνατα. «Δεν ήθελα να χαλάσω την τιμή του οίκου», ψιθύρισε. «Με αγάπησαν σαν παιδί τους. Μα το αίμα μου δεν είναι Λι».
Ο θείος του Γουέν κοκκίνισε. Κάποιοι γέροντες διαμαρτυρήθηκαν· άλλοι
έπεσαν γονυπετείς μπροστά στον βωμό των προγόνων. Αν η μητέρα της Μεϊ-Λιάν
ήταν Τσεν, τότε η Λιάν δεν ανήκε στη γενιά των Λι. Ο επικείμενος γάμος δεν ήταν
ένωση ίδιου αίματος, αλλά ένωση δύο διαφορετικών γενεών, δύο ιστοριών που είχαν
συναντηθεί από ανάγκη.
Η φήμη απλώθηκε γρήγορα στα γύρω χωριά. Εκεί όπου πριν υπήρχε ψίθυρος περί
ενδογαμίας, τώρα γεννήθηκε μια άλλη συζήτηση: μήπως ο ουρανός είχε θελήσει να
διορθώσει μια παλιά αδικία; Μήπως η ένωση Λι και Τσεν θα έφερνε νέα τύχη;
Ο Γουέν στάθηκε μπροστά στη Μεϊ-Λιάν, χαϊδευτικά την αποκαλούσε απλά Λιάν, κάτω από τα γιασεμιά. «Δεν σε αγαπώ για το όνομα που γράφεται στο γενεαλογικό βιβλίο», της είπε. «Σε αγαπώ για τη φωνή σου όταν τραγουδάς και για τα χέρια σου που φυτεύουν ρύζι δίπλα στα δικά μου». Η Λιάν χαμογέλασε μέσα από τα δάκρυα. Το μυστικό που αιωρούνταν για χρόνια είχε γίνει τώρα γέφυρα ανάμεσά τους αντί για τείχος.
Στην αυλή των Λι, λίγες μέρες μετά την αποκάλυψη του μυστικού, η άνοιξη δεν έφερνε μόνο άρωμα γιασεμιού, αλλά και ανησυχία. Επρόκειτο για μια στενή οικογενειακή συγκέντρωση του κλάδου των Λι. Ο πρώτος που ύψωσε φωνή ήταν ο Λι Τζονγκ, πρωτότοκος του μεγαλύτερου κλάδου της οικογένειας. Ήταν άνδρας που μετρούσε τα πάντα με βάση τα χωράφια: πόσες σειρές ρυζιού, πόσα στρέμματα γης, πόσα νομίσματα στο ξύλινο κιβώτιο κάτω από το κρεβάτι. Στάθηκε μπροστά στον βωμό των προγόνων της οικογένειας, κάτω από τα πορτρέτα τους. «Δεν είναι θέμα αγάπης», είπε, με φωνή που έτρεμε από συγκρατημένο θυμό. «Είναι θέμα γης». Οι γέροντες τον κοίταξαν σιωπηλοί.
«Αν η Μεϊ-Λιάν δεν είναι Λι, αν το αίμα της είναι Τσεν, τότε ο γάμος
αυτός δεν κρατά την περιουσία μέσα στο γένος. Τα παιδιά τους θα φέρουν αίμα
ξένο. Κι όταν έρθει η ώρα της κληρονομιάς; Τα χωράφια μας θα περάσουν σε
ανθρώπους που δεν ανήκουν στο πατρογονικό μας βιβλίο».
Η λέξη «ξένοι» έπεσε βαριά. Ο Λι Τζονγκ δεν μιλούσε μόνο για τιμή· μιλούσε για εξουσία. Στην επαρχία της Σετσουάν, στα πρώτα χρόνια της Δυναστεία Τσινγκ, η γη ήταν ασφάλεια σε εποχές αβεβαιότητας. Οι αλλαγές που είχαν φέρει οι κατακτήσεις του βορρά είχαν ήδη ταράξει πολλές οικογένειες. Κανείς δεν ήθελε άλλη αστάθεια. «Σήμερα είναι η Μεϊ-Λιάν», συνέχισε ο Λι Τζονγκ. «Αύριο; Θα παντρεύουμε τα παιδιά μας με κάθε περιπλανώμενο; Θα διαλυθεί το όνομα Λι.»
Ο Γουέν ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο πρόσωπό του. «Τα παιδιά μας θα
είναι Λι», του απάντησε σταθερά και δυνατά. «Το όνομα περνά από τον πατέρα».
«Το όνομα, ίσως», ανταπάντησε ο Λι Τζονγκ. «Μα η περιουσία; Αν η μητέρα της
Μεϊ-Λιάν έχει συγγενείς Τσεν, αν εμφανιστούν μια μέρα και ζητήσουν μερίδιο; Αν η
καρδιά της την τραβά προς το αίμα της; Ποιος μας εγγυάται ότι δεν θα ευνοήσει
εκείνους;»
Η υποψία ήταν το πιο ύπουλο δηλητήριο. Η μητέρα της Μεϊ-Λιάν σηκώθηκε αργά. «Δεν έχω άλλους», είπε. «Το χωριό αυτό είναι το μόνο μου σπίτι. Όποιοι Τσεν ζούσαν κάποτε, χάθηκαν στον πόλεμο».
Μα ο Λι Τζονγκ δεν πείστηκε. Στο μυαλό του, η εξωγαμία δεν ήταν ευλογία·
ήταν ρίσκο. Η ενδογαμία, όσο κι αν ψιθυριζόταν, κρατούσε τα σύνορα καθαρά και τα
κιβώτια κλειστά.
Τότε μίλησε ο γηραιότερος του χωριού, που είχε ζήσει την πτώση των Μινγκ και την άνοδο των νέων κυριάρχων. «Όταν άλλαξε ο ουρανός», είπε ήρεμα, «πολλοί από εμάς δεχτήκαμε ξένους για να επιβιώσουμε. Αν δεν το είχαμε κάνει, δεν θα υπήρχε σήμερα γένος Λι για να προστατεύεις». Σιώπησε και κοίταξε τον Λι Τζονγκ. «Η γη δεν μένει σε όποιον τη φοβάται, αλλά σε όποιον τη δουλεύει. Αν ο Γουέν και η Μεϊ-Λιάν καλλιεργήσουν αυτά τα χωράφια, τότε τους ανήκουν, όχι στο φάντασμα κάποιου υποτιθέμενου ξένου».
Η σύγκρουση δεν έσβησε αμέσως. Ο Λι Τζονγκ απείλησε να αποσύρει τη
στήριξή του από τον γάμο, να απαιτήσει νομική καταγραφή της περιουσίας, να
περιορίσει το μερίδιο του Γουέν.
Όμως το μυστικό είχε ήδη αλλάξει την ισορροπία. Εκεί που κάποτε ο γάμος θεωρούνταν «επικίνδυνος» λόγω συγγένειας, τώρα πολεμιόταν επειδή έσπαγε τα σύνορα του αίματος. Η αντίδραση του Λι Τζονγκ ήταν δυνατή· όμως δεν ήταν η πιο επικίνδυνη.
Λίγες μέρες πριν από την τελετή, εμφανίστηκε στην αυλή ο σεβάσμιος Λι Σιουάν — ο γηραιότερος του γενεαλογικού κλάδου, θεματοφύλακας των αρχείων και των θυσιών στον βωμό. Άνδρας που η φωνή του, χαμηλή και σταθερή, αρκούσε για να λυγίσει διαφωνίες δεκαετιών. Πριν δέκα χρόνια είχε μείνει χήρος. Και πριν στεγνώσουν τα δάκρυα, είχε παντρευτεί τη νεαρή ανιψιά της εκλιπούσας συζύγου του — κορίτσι που ήταν ταυτόχρονα και δική του μακρινή ανιψιά, από τον ίδιο ευρύτερο κλάδο των Λι. Κανείς δεν μίλησε τότε. Τέτοιοι γάμοι ήταν συνηθισμένοι στο Λο-Τζιανγκ. Οι περισσότεροι δεσμοί είχαν χτιστεί πάνω σε εξαδέλφες, σε ανιψιές, σε συγγένειες που κρατούσαν τη γη και τα ονόματα δεμένα σφιχτά. Τώρα όμως, ο Σιουάν στεκόταν μπροστά στον βωμό με πρόσωπο αυστηρό. «Δεν είναι μόνο θέμα περιουσίας», είπε. «Είναι θέμα ισορροπίας».
Η αυλή σώπασε. Ο σεβάσμος Σιουάν με σταθερό και ήπιο τόνο συνέχισε κοιτάζοντας έναν έναν στα μάτια τους συγκεντρωμένους άνδρες της γενηάς των Λι. «Για γενιές, οι οικογένειές μας παντρεύονταν εντός του κύκλου. Όχι από αδυναμία, αλλά από φρόνηση. Η γη έμενε ακέραιη. Οι πρόγονοι τιμούνταν χωρίς αμφιβολία. Όλοι γνώριζαν τη θέση τους».
Ο Σιουάν τότε σήκωσε το βλέμμα του προς τη Μεϊ-Λιάν. «Αν τώρα δηλώσουμε ότι η ενδογαμία είναι ντροπή, ότι πρέπει να στραφούμε έξω για να καθαρθούμε, τι θα σημαίνει αυτό για εμάς; Θα πούμε πως οι γάμοι των πατέρων μας ήταν λάθος; Πως τα παιδιά μας γεννήθηκαν από αμαρτία;»
Τα λόγια του έπεσαν σαν πέτρα σε ήρεμη λίμνη. Δεν μιλούσε για το μέλλον — μιλούσε για το παρελθόν. Για μια συλλογική ενοχή που κανείς δεν ήθελε να ονομάσει. Αν ο γάμος του Γουέν και της Μεϊ-Λιάν παρουσιαζόταν ως «λύτρωση» από την υπερβολική συγγένεια, τότε όλο το χωριό θα έπρεπε να κοιτάξει κατάματα τις ίδιες του τις πρακτικές.
Ο Γουέν κατάλαβε. Βρήκε το σθένος να τοποθετηθεί μπροστά σε όλους, και κυρίως απέναντι στον σεβάσμιο Σιουάν. «Κανείς δεν κατηγορεί τους προγόνους», είπε ήρεμα. «Έπραξαν όπως απαιτούσαν οι καιροί».
Ο Σιουάν τον διέκοψε. «Οι καιροί δεν άλλαξαν τόσο, νεαρέ. Ακόμη ζούμε
στην ίδια γη, κάτω από τον ίδιο ουρανό».
Μα δεν ήταν αλήθεια. Στην επαρχία της Σετσουάν, μετά τις αναταραχές που
ακολούθησαν την πτώση των Μινγκ και την εδραίωση της Δυναστείας των Τσινγκ, πολλά
χωριά είχαν ερημώσει και επανακατοικηθεί. Νέοι άνθρωποι έρχονταν από άλλες
περιοχές. Τα σύνορα, που κάποτε ήταν αδιαπέραστα, είχαν γίνει πορώδη.
Η νεαρή σύζυγος του Σιουάν στεκόταν πίσω του, με μάτια χαμηλωμένα. Αν το
χωριό άρχιζε να ψιθυρίζει για «υπερβολική συγγένεια», ο δικός τους γάμος θα
γινόταν αντικείμενο κρίσης. Όχι μόνο η περιουσία, αλλά και η τιμή του θα
απειλούνταν.
Η μέχρι τότε σιωπηλή Μεϊ-Λιάν έκανε ένα βήμα μπροστά από τον Γουέν που καθόταν όρθιος δίπλα της. «Δεν ζητώ να καταδικάσουμε ό,τι έγινε», είπε. «Μόνο να μην φοβηθούμε αυτό που είμαστε. Το αίμα μου δεν είναι Λι — κι όμως μεγάλωσα ως Λι. Αν παντρευτώ τον Γουέν, δεν αφαιρώ τίποτα από κανέναν. Προσθέτω έναν δεσμό που δεν υπήρχε».
Ο Σιουάν την κοίταξε προσεκτικά. Για μια στιγμή, φάνηκε κουρασμένος — όχι θυμωμένος. «Οι κοινωνίες δεν αλλάζουν χωρίς κόστος», ψιθύρισε. Και πράγματι, το κόστος δεν ήταν μόνο χωράφια ή νομίσματα. Ήταν η σιωπή που θα έσπαζε. Αν το χωριό αποδεχόταν πως η εξωγαμία δεν ήταν απειλή αλλά επιλογή, τότε θα έπρεπε να παραδεχθεί πως οι προηγούμενες γενιές είχαν πράξει από ανάγκη, ίσως και από φόβο — όχι από απόλυτη αρετή. Στο τέλος, ο σεβάσμιος Σιουάν δεν απαγόρευσε τον γάμο. Μα ούτε τον ευλόγησε ανοιχτά.
Στον δεύτερο μήνα της άνοιξης, όταν τα νερά των ρυακιών κατέβαιναν ακόμη
κρύα από τα υψώματα του Όρος Εμέι, οι γέροντες του χωριού συγκεντρώθηκαν στην
αίθουσα των προγόνων. Η ένωση του Γουέν με τη Μέϊ-Λιάν είχε ήδη συζητηθεί μεταξύ
των οικογενειών· πριν όμως σταλούν τα δώρα των αρραβώνων, έπρεπε να ελεγχθεί αν
ο Ουρανός και οι πρόγονοι συμφωνούσαν.
Η ένωση του Γουέν και της Μέϊ-Λιάν δεν ήταν μια συνηθισμένη υπόθεση. Ο
Γουέν ανήκε σε παλιό σόι του χωριού· η Μέϊ-Λιάν, αν και κόρη σεβαστής οικογένειας,
καταγόταν από γειτονικό οικισμό. Αν ο γάμος προχωρούσε, θα ήταν ο πρώτος που
έσπαγε το άγραφο έθιμο των εσωτερικών συνοικεσίων. Θα εισήγαγε, χωρίς να το
ομολογεί φωναχτά κανείς, τον νόμο της εξωγαμίας.
Πάνω στο χαμηλό τραπέζι άπλωσαν δύο φύλλα κόκκινου χαρτιού. Επάνω τους ήταν γραμμένα τα «οκτώ γράμματα» του καθενός — το έτος, ο μήνας, η ημέρα και η ώρα της γέννησης, σύμφωνα με τον κύκλο των στελεχών και των κλάδων. Ο γραμματικός του χωριού τα διάβασε μεγαλόφωνα· ένας ηλικιωμένος, που γνώριζε από υπολογισμούς και αστρολογικά ημερολόγια, τα σύγκρινε προσεκτικά. «Το ξύλο γεννά τη φωτιά», μουρμούρισε, χαράζοντας αόρατες σχέσεις με το δάχτυλο στον αέρα. «Μα εδώ η φωτιά είναι δυνατή.»
Η μητέρα της Μέϊ-Λιάν κατέβασε το βλέμμα. Αν τα στοιχεία συγκρούονταν
—αν, λόγου χάρη, το ζώδιο του ενός “έπληττε” εκείνο του άλλου ή αν τα Πέντε
Στοιχεία έδειχναν ανισορροπία, τότε η ένωση θα μπορούσε να θεωρηθεί επικίνδυνη, ρίσκο για
τη γονιμότητα, για την υγεία, ακόμη και για την τύχη του οίκου. Δεν ήταν μικρό
πράγμα να δηλωθεί πως δύο γεννήσεις «δεν συνάδουν».
Ο εξηγητής των οιωνών σώπασε για λίγο περισσότερο απ’ όσο άντεχαν οι συγγενείς. «Υπάρχει σκιά», είπε τελικά. «Η ώρα του Γουέν φέρει μέταλλο ισχυρό· της κόρης, ξύλο νεαρό. Το μέταλλο κόβει το ξύλο.»
Ψίθυροι απλώθηκαν στο δωμάτιο. Ένα τέτοιο εύρημα δεν σήμαινε αναγκαστικά
ματαίωση, αλλά απαιτούσε περίσκεψη και προσοχή, ίσως αλλαγή της επιλεγμένης ημέρας, ίσως
τελετουργική εξισορρόπηση, ίσως προσφορές για να κατευναστούν οι επιρροές.
Γι’ αυτό και προχώρησαν στο επόμενο στάδιο. Μπροστά στις πινακίδες των
προγόνων άναψαν θυμίαμα. Ο πατέρας του Γουέν γονάτισε πρώτος και ανακοίνωσε με
καθαρή φωνή τα ονόματα των δύο νέων, ζητώντας σημάδι αποδοχής. Το κέλυφος της
χελώνας θερμάνθηκε ελαφρά για μαντική ρωγμή· τα ραβδιά της μαντείας έπεσαν στο
ψάθινο χαλί.
Η πρώτη ένδειξη ήταν αμφίβολη. Ο ένας γέροντας τη διάβασε ως
προειδοποίηση· ο άλλος ως δοκιμασία, όχι ως άρνηση. Αποφασίστηκε να επαναληφθεί
η επίκληση σε ευνοϊκότερη ημέρα, πριν ληφθεί οριστική απόφαση.
Έτσι, η μοίρα του Γουέν και της Μέϊ-Λιάν κρεμόταν από μια λεπτή ισορροπία:
ανάμεσα σε στοιχεία που συγκρούονταν, σε οιωνούς που μπορούσαν να ερμηνευθούν
διττά, και στη βούληση των γερόντων που είχαν τον τελευταίο λόγο. Και σε
τέτοιες περιπτώσεις, ένα πρόβλημα δεν σήμαινε πάντοτε τέλος — αλλά σήμαινε
διαπραγμάτευση με τον Ουρανό.
Τότε μίλησε ο γέρο-Λι, ο δάσκαλος που είχε ζήσει χρόνια έξω από το
χωριό, κοντά σε μοναστήρι του Εμέι. Δεν είχε γιους να παντρέψει ούτε γη να
προστατεύσει. Είχε όμως μνήμη από επιδημίες και από χρόνια που οι οικογένειες
του χωριού, δεμένες όλες μεταξύ τους, είχαν θρηνήσει μαζί.
«Ρωτήσατε αν η ένωση είναι ευνοϊκή», είπε ήρεμα. «Δεν ρωτήσατε αν είναι
αναγκαία.»
Οι γέροντες αντάλλαξαν βλέμματα.
«Όταν το νερό λιμνάζει, θολώνει», συνέχισε. «Όταν ρέει, καθαρίζει. Αν οι
οίκοι μας μένουν κλειστοί, το αίμα βαραίνει. Αν ενωθούν με άλλους, δυναμώνει.
Ρωτήστε σωστά.» Ο γέρο Λι, δεν αντέκρουσε τη μαντεία· μετατόπισε το ερώτημα.
Έσβησαν το θυμίαμα και περίμεναν ως την επόμενη ημέρα που το ημερολόγιο
έδειχνε “Επιτυχία”. Αυτή τη φορά ο γέρο-Λι διατύπωσε ο ίδιος την ερώτηση
μπροστά στις πινακίδες των προγόνων: «Αν η ένωση του Γουέν και της Μέϊ-Λιάν
φέρει ανανέωση στους οίκους και υγεία στους απογόνους, ευαρεστείστε;»
Τα ραβδιά έπεσαν ξανά. Το εξάγραμμο που σχηματίστηκε δεν ήταν πια εκείνο της “Σκιάς”, αλλά της “Σταδιακής Προόδου”. Ο Τσεν το διάβασε μεγαλόφωνα: «Μικρά βήματα, μεγάλη ωφέλεια. Η επιμονή φέρνει τύχη.»
Κανείς δεν μίλησε για ακύρωση του πρώτου οιωνού. Ο γέρο-Λι χαμογέλασε
αχνά. «Το μέταλλο κόβει το ξύλο», είπε, «μα και το διαμορφώνει. Χωρίς το
μέταλλο, το ξύλο μένει ακατέργαστο. Χωρίς το ξύλο, το μέταλλο δεν έχει έργο.»
Τη στιγμή εκείνη ο καπνός του θυμιάματος ανέβηκε ευθύς, χωρίς να σπάσει.
Ήταν μικρό πράγμα — αλλά αρκετό. Η απόφαση ελήφθη.
Επισήμως, η μαντική είχε μιλήσει θετικά. Ανεπισήμως, το χωριό είχε
αποφασίσει να αλλάξει. Ο γέρο-Λι με τη μεσολάβησή του δεν είχε βοηθήσει το ζευγάρι από ρομαντισμό, αλλά
από πρόνοια. Ήξερε πως η εξωγαμία θα έφερνε νέες συμμαχίες, νέο αίμα, λιγότερες
κρυφές συγγένειες. Λιγότερα πρόσωπα που έμοιαζαν το ένα με το άλλο, ώστε κάποιος που δεν διέθετε μεγάλη εμπειρία να μην μπορεί να τα ξεχωρίσει. Ήταν μεταρρύθμιση ντυμένη με τη γλώσσα των προγόνων.
Και έτσι, πριν ακόμη σταλούν τα δώρα των αρραβώνων, ο νόμος του χωριού
είχε μετακινηθεί — όχι με διαταγή, αλλά με έναν σωστά διατυπωμένο χρησμό.
Κι έτσι, ο γάμος του Γουέν και της Μεϊ-Λιάν δεν θα γινόταν μόνο ένωση
δύο νέων. Θα γινόταν καθρέφτης, όπου το χωριό έβλεπε για πρώτη φορά καθαρά το
πρόσωπο της ίδιας του της ιστορίας — με τις επιλογές, τους συμβιβασμούς και τις
σιωπές της.
Η ερώτηση δεν ειπώθηκε από κανέναν ξεκάθαρα και δυνατά στην αρχή. Γεννήθηκε σαν ψίθυρος, ανάμεσα
σε βλέμματα που απέφευγαν να συναντηθούν, σαν ποτάμι που φουσκώνει και μετά πνίγει απότομα τις καλλιέργειες του ρυζιού. Στο χωριό, οι περισσότεροι γάμοι ήταν
ενδοομαδικοί. Οι οικογένειες ένωναν τα παιδιά τους για να κρατήσουν τα χωράφια,
τα ζώα, τα ονόματα. Ήταν ασφαλές, γνωστό, δοκιμασμένο. Ποιος θα έστελνε την
κόρη του σε ξένο σόι; Ποιος θα έφερνε νύφη από άλλη γενιά, με άγνωστους
προγόνους και αβέβαιες υποχρεώσεις;
Το ίδιο βράδυ, οι αυλές γέμισαν ψιθύρους.
«Κι εμείς;» ρώτησε η μητέρα του Λι
Τσανγκ, που είχε ήδη δώσει τον λόγο της για τον γάμο του γιου της με την ανιψιά
του ξαδέλφου της. «Θα πουν πως ο γάμος τους είναι ενάντια στους προγόνους;»
«Αν η μαντεία απαιτεί εξωγαμία,» απάντησε ο γερο-Χου, «τότε μήπως όλοι
μας ζούμε τόσα χρόνια σε πλάνη;»
Η ανησυχία απλώθηκε σαν υγρασία στους τοίχους. Οι μανάδες κοίταζαν τις
κόρες τους με νέο βλέμμα, οι πατέρες μετρούσαν ξανά τα γενεαλογικά τους δέντρα.
Μερικοί έσπευσαν να επισκεφθούν τον μάντη, ελπίζοντας σε διευκρινίσεις· άλλοι
τον κατηγόρησαν πως παρερμήνευσε τα σημάδια.
Ο ίδιος ο Γουέιν δεν καταλάβαινε τον θόρυβο που είχε σηκωθεί. Για
εκείνον, η Λιάν ήταν απλώς η κοπέλα που γελούσε με τα μάτια πριν γελάσει με τα
χείλη. Δεν τον ένοιαζε αν το σόι της ήταν μακρινό ή κοντινό· μονάχα που όταν
περπατούσαν δίπλα στο ποτάμι, ένιωθε πως ο κόσμος έβρισκε τον σωστό του ρυθμό.
Η Μέϊ-Λιάν, όμως, ένιωθε τα βλέμματα. Στην αγορά, οι γυναίκες
σταματούσαν τις κουβέντες τους όταν περνούσε. Κάποιες τη συμπονούσαν, άλλες τη
ζήλευαν, κι άλλες τη φοβούνταν — σαν να ήταν άθελά της φορέας μιας αλλαγής που
απειλούσε την τάξη.
Το συμβούλιο των γερόντων συγκλήθηκε κάτω από την παλιά μουριά. Οι πιο
ηλικιωμένοι ξετύλιξαν μνήμες δεκαετιών. Θυμήθηκαν εποχές λιμού, όταν οι γάμοι
με μακρινά χωριά έφεραν ρύζι και βοήθεια. Θυμήθηκαν και διαμάχες για χωράφια
που ξέσπασαν επειδή τα σόγια μπλέχτηκαν υπερβολικά μεταξύ τους.
«Ίσως,» είπε τελικά ο πιο γηραιός, «η μαντεία να μη μιλά μόνο για τον
Γουέιν και τη Λιάν. Ίσως να μας θυμίζει πως το αίμα που δεν ανανεώνεται,
λιμνάζει.»
Η φράση έμεινε να αιωρείται. Δεν ακυρώθηκαν οι ήδη κανονισμένοι γάμοι.
Μα για πρώτη φορά, οι οικογένειες άρχισαν να κοιτούν πέρα από τον κύκλο τους.
Έστειλαν προξενητάδες σε γειτονικά χωριά, ρώτησαν για γενιές και ρίζες που δεν
γνώριζαν. Ο φόβος δεν χάθηκε, μα μεταμορφώθηκε σε επιφυλακτική περιέργεια.
Ο άνεμος κατέβηκε ξανά από τα βουνά της Σετσουάν, μα αυτή τη φορά δεν
σήκωσε σκόνη. Μονάχα κουβάλησε μαζί του την αίσθηση πως το χωριό είχε κάνει ένα
μικρό βήμα έξω από τον εαυτό του — κι όμως παρέμενε το ίδιο.
Το επόμενο βράδυ οι άνδρες του χωριού συγκεντρώθηκαν στην αποθήκη του
ρυζιού. Το φως των λυχναριών έριχνε σκιές που έμοιαζαν να μεγαλώνουν όσο
προχωρούσε η συζήτηση.
Ο νεότερος γραμματέας του χωριού, που είχε διαβάσει τα παλιά νομικά
κείμενα, τόλμησε να μιλήσει. «Αν λέμε πως ο γάμος του Γουέν και της Μεϊ-Λιάν είναι σωστός επειδή δεν έχουν κοινό αίμα, τότε
τι λέμε για όσα έχουν ήδη γίνει;»
Η σιωπή έγινε βαριά. Όλοι γνώριζαν. Χρόνια πριν, σε καιρό λιμού, ένας
άνδρας είχε παντρευτεί τη χήρα αδελφή του για να μη διαλυθεί το σπίτι τους και
να μη μείνουν τα παιδιά της απροστάτευτα. Έκαναν κι άλλα παιδιά μαζί. Κανείς
δεν μίλησε τότε, η επιβίωση είχε μεγαλύτερο βάρος από τους κανόνες.
Στο χωριό κανείς δεν μιλούσε ανοιχτά — μα όλοι θυμούνταν. Ο άνδρας
λεγόταν Λι Γκουο-Ρεν. Ήταν από τον κλάδο των Λι που κρατούσε τα περισσότερα
χωράφια στο νότιο άκρο της κοιλάδας· το όνομά του είχε βαρύτητα, και η φωνή του
ακουγόταν στις συνελεύσεις σαν τελεσίδικη απόφαση. Από μικρός ξεχώριζε για την
οξύτητα του νου και για μια σκληρή, σχεδόν άγρυπνη προσήλωση σε ό,τι θεωρούσε
«δικό του». Και η αδελφή του, η Λι Λαν-Χουά, ήταν το πιο «δικό του» πράγμα στον
κόσμο.
Λέγανε πως όταν ήταν παιδιά, δεν την άφηνε να παίξει μόνη της. Όταν
μεγάλωσαν, δεν επέτρεπε σε κανέναν νέο να της μιλήσει χωρίς την παρουσία του.
Στα πανηγύρια στεκόταν πίσω της, όχι δίπλα της — πίσω, σαν σκιά που δεν
αποχωρίζεται το σώμα.
Ήταν, έλεγαν ψιθυριστά, τρελά ερωτευμένος μαζί της. Κανείς δεν το
διατύπωνε έτσι φανερά. Μα όλοι το έβλεπαν. Το βλέμμα του όταν εκείνη γελούσε με
άλλον. Η ένταση στο σαγόνι του. Ο τρόπος που η παλάμη του σφιγγόταν.
Η Λαν-Χουά τελικά παντρεύτηκε έναν άνδρα από γειτονικό χωριό, τον Τσάο
Γιν. Ο γάμος θεωρήθηκε «κανονικός», ασφαλής. Ο Τσάο δεν είχε μεγάλη περιουσία,
αλλά ήταν εργατικός. Για λίγο, φάνηκε πως τα πράγματα πήραν τον φυσικό τους
δρόμο.
Ο Γκουο-Ρεν όμως δεν απομακρύνθηκε ποτέ πραγματικά. Επισκεπτόταν συχνά
το σπίτι τους. Έδινε συμβουλές. Παρενέβαινε. Κανείς δεν μπορούσε να ξεχωρίσει
πού τελείωνε η αδελφική φροντίδα και πού άρχιζε η εμμονή.
Έπειτα ήρθαν οι ταραχές. Στην επαρχία της Σετσουάν, τα χρόνια μετά την
πτώση των Μινγκ και την εγκαθίδρυση της Δυναστεία Τσινγκ, οι επιδρομές, οι
πείνες και οι ένοπλες ομάδες άφηναν πίσω τους νεκρούς χωρίς πολλές ερωτήσεις.
Ο Τσάο Γιν βρέθηκε νεκρός σε ένα μονοπάτι έξω από το χωριό. Είπαν πως
τον λήστεψαν. Πως ήταν θύμα των ταραχών. Πως έτυχε να βρεθεί στο λάθος σημείο.
Μα υπήρχε ένα ψίθυρος που ποτέ δεν έσβησε. Κάποιοι θυμούνταν ότι λίγες
μέρες πριν τον θάνατό του, είχε ακουστεί καβγάς στο σπίτι. Κάποιοι είχαν δει
τον Γκουο-Ρεν να φεύγει με πρόσωπο σκοτεινό. Άλλοι είπαν πως ο Τσάο Γιν είχε
εκφράσει την πρόθεση να μετακομίσει μακριά, να πάρει τη Λαν-Χουά και το παιδί
τους σε άλλη περιοχή.
Κανείς δεν είχε αποδείξεις. Κανείς δεν κατηγόρησε επίσημα τον Γκουο-Ρεν.
Το όνομά του και το κύρος του ήταν ασπίδα. Λίγους μήνες μετά, ο Γκουο-Ρεν
παντρεύτηκε τη χήρα αδελφή του.
Το χωριό δεν αντέδρασε ανοιχτά. Οι καιροί ήταν χαοτικοί· η ανάγκη για
προστασία μιας χήρας και ενός παιδιού μπορούσε να παρουσιαστεί ως πράξη
ευθύνης. Έκαναν κι άλλα παιδιά μαζί. Το σπίτι τους έγινε πάλι «ολοκληρωμένο».
Μα η Λαν-Χουά; Εκείνη χαμογελούσε όταν έπρεπε. Υποδεχόταν τους
επισκέπτες. Κρατούσε το κεφάλι χαμηλά στις συνελεύσεις. Δεν ύψωσε ποτέ φωνή. Κάποιοι
έλεγαν πως απλώς υπέμενε. Άλλοι πως είχε μάθει να δείχνει ότι υπομένει — πως η
σιωπή της ήταν τρόπος επιβίωσης. Ήταν αδύνατο να διακρίνει κανείς αν υπήρχε
μέσα της συγκατάθεση, παραίτηση ή ένας φόβος τόσο βαθύς που δεν άφηνε ίχνος στο
πρόσωπο.
Όταν τώρα το χωριό συζητούσε για τα όρια της ενδογαμίας, για το τι είναι
ανάγκη και τι επιλογή, το όνομα του Γκουο-Ρεν αιωρούνταν αόρατο πάνω από τη
συζήτηση.
Αν ο γάμος του είχε γίνει από αγάπη — ή από ιδιοκτησία. Αν ο θάνατος του
Τσάο Γιν ήταν πράγματι έργο ληστών — ή αν η ιστορία είχε κλείσει βιαστικά,
επειδή κανείς δεν ήθελε να ταράξει έναν άνδρα με τόση ισχύ. Η αλήθεια δεν
αποδείχθηκε ποτέ. Μα το ερώτημα έμενε: Όταν η αγάπη γίνεται εμμονή, και η τιμή
γίνεται κάλυψη, πού τελειώνει η ανάγκη — και πού αρχίζει το έγκλημα;
Και ίσως αυτό το ερώτημα, περισσότερο από κάθε γενεαλογικό βαθμό
συγγένειας, ήταν το πραγματικό όριο που το χωριό φοβόταν να κοιτάξει.
Άλλος, νεότερος, είχε παντρευτεί την αδελφή του πατέρα του — γυναίκα
πέντε χρόνια μεγαλύτερή του, που είχε ήδη ένα παιδί από τον πρώτο της σύζυγο,
νεκρό στις ταραχές που ακολούθησαν την πτώση των Μινγκ. Στην επαρχία της Σετσουάν,
εκείνα τα χρόνια μετάβασης προς τη Δυναστεία Τσινγκ, οι απώλειες ήταν τόσες που
οι οικογένειες ένωναν ό,τι είχε απομείνει, χωρίς να μετρούν βαθμούς συγγένειας.
Ο ανιψιός λεγόταν Λι Γιουν-Τσεν. Ήταν είκοσι δύο ετών, γεροδεμένος και
λιγομίλητος, ο τρίτος γιος του Λι Σιουάν. Η θεία του, η Λι Τσιν-Ρονγκ, ήταν
είκοσι επτά — μόλις πέντε χρόνια μεγαλύτερή του. Από παιδιά δεν έπαιζαν μαζί·
εκείνη είχε φύγει νωρίς από το πατρικό για να παντρευτεί σε γειτονικό χωριό.
Επέστρεψε όμως χήρα, με ένα μικρό αγόρι στην αγκαλιά, όταν ο άνδρας της
σκοτώθηκε στις ταραχές που μάστιζαν τη Σετσουάν στα πρώτα χρόνια της Δυναστεία
Τσινγκ.
Η ιστορία τους άρχισε στο νεκροταφείο του λόφου. Ήταν η έβδομη μέρα από
τον θάνατο του συζύγου της. Η Τσιν-Ρονγκ ανέβηκε μόνη, ντυμένη στα λευκά του
πένθους, για να κάψει χαρτονομίσματα-προσφορές και να ψιθυρίσει λόγια που δεν
μπορούσε να πει μπροστά σε άλλους. Ο άνεμος λύγιζε τα κυπαρίσσια και ο ουρανός
είχε το θαμπό χρώμα της στάχτης.
Ο Γιουν-Τσεν βρέθηκε εκεί σχεδόν τυχαία — είχε σταλεί να ελέγξει τις
παγίδες στα μονοπάτια. Άκουσε πρώτα τις φωνές, τραχιές, ξένες. Τρεις άνδρες
είχαν πλησιάσει τη χήρα, βλέποντας στο πένθος της ευκαιρία. Της άρπαξαν το
καλάθι, γέλασαν, την έσπρωξαν στο χώμα.
Ο Γιουν-Τσέν δεν σκέφτηκε. Κατέβηκε τρέχοντας με το κοντάρι στο χέρι.
Χτύπησε τον έναν στον ώμο, έσπρωξε τον άλλον στο χώμα. Ο τρίτος τράπηκε σε
φυγή. Οι άλλοι δύο, αιφνιδιασμένοι από την ορμή του, οπισθοχώρησαν βρίζοντας.
Δεν ήταν ήρωας· ήταν απλώς αρκετά αποφασισμένος για να τους φοβίσει.
Για μια στιγμή, μόνο μία, η Τσιν-Ρονγκ ένιωσε ασφαλής. Καθώς τη σήκωνε
από το έδαφος, τα βλέμματά τους συναντήθηκαν αλλιώς απ’ ό,τι στο παρελθόν. Όχι
ως θεία και ανιψιός, αλλά ως δύο άνθρωποι που είχαν σταθεί στο ίδιο όριο
κινδύνου.
Εκείνη δεν έκλαψε. Μόνο έσφιξε το μανίκι του. «Δεν ήθελα να με δει
κανείς έτσι», ψιθύρισε.
Το περιστατικό στο νεκροταφείο δεν τελείωσε μόνο με τη φυγή των ληστών. Καθώς
ο Γιουν-Τσεν έσπρωχνε τον έναν μακριά, το ύφασμα του πένθιμου μανδύα της
Τσιν-Ρονγκ πιάστηκε σε ένα κλαδί. Με έναν ξερό ήχο σκίστηκε. Το λευκό ύφασμα
άνοιξε στο στήθος της, αποκαλύπτοντας για μια στιγμή τη ζεστασιά και τη
ζωντάνια ενός σώματος που η κοινωνία είχε ήδη καταδικάσει στη σκιά της χηρείας.
Ο Γιουν-Τσεν γύρισε απότομα το βλέμμα αλλού — μα η εικόνα είχε ήδη
χαραχτεί μέσα του. Όχι σαν χυδαία επιθυμία, αλλά σαν αποκάλυψη. Για πρώτη φορά
δεν την είδε ως «θεία», ούτε ως πενθούσα φιγούρα· την είδε ως γυναίκα. Ζωντανή.
Ευάλωτη. Παρούσα.
Η Τσιν-Ρονγκ κατάλαβε το βλέμμα του, ακόμη κι αν εκείνος το απέφυγε.
Τράβηξε το σκισμένο ύφασμα επάνω της, με μάγουλα αναμμένα — όχι μόνο από
ντροπή, αλλά από μια παράξενη συνείδηση πως κάτι είχε μετατοπιστεί.
Από εκείνη τη μέρα, ο Γιουν-Τσεν ανέβαινε συχνά στον λόφο «για να
ελέγχει». Το χωριό άρχισε να παρατηρεί. Η διαφορά των πέντε ετών δεν φαινόταν
πια μεγάλη. Εκείνη, με το πρόσωπο χλωμό από το πένθος, έδειχνε σχεδόν
συνομήλική του. Το παιδί της τον ακολουθούσε, κρατώντας το μανίκι του όπως είχε
κάνει εκείνη στο νεκροταφείο.
Οι ψίθυροι ήρθαν γρήγορα. Μερικοί έλεγαν πως ήταν πράξη ευθύνης: ένας
νεαρός άνδρας που αναλαμβάνει να προστατεύσει τη θεία και το ορφανό παιδί.
Τις επόμενες εβδομάδες, η σιωπή τους έγινε πυκνή. Ύστερα ήρθε η νύχτα
της πανσελήνου. Οι περισσότεροι από το σπίτι είχαν κατέβει στο χωριό για να
τιμήσουν μια τοπική θεότητα του βουνού — μια γιορτή με τύμπανα και θυμιάματα
που κρατούσε ως αργά. Το σπίτι έμεινε σχεδόν άδειο. Μόνο το παιδί της
Τσιν-Ρονγκ κοιμόταν στο πίσω δωμάτιο.
Το φως της σελήνης έλουζε την αυλή με ασημένια ησυχία. Η Τσιν-Ρονγκ
στεκόταν κάτω από το υπόστεγο, χωρίς το βαρύ πένθιμο πέπλο. Ο Γιουν-Τσεν βγήκε
έξω να πάρει αέρα. Για λίγο έμειναν απέναντι, χωρίς λέξεις.
«Δεν σε ευχαρίστησα ποτέ όπως έπρεπε»,
του είπε εκείνη χαμηλά.
«Δεν χρειάζεται», της απάντησε ο
Γιουν-Τσεν, μα η φωνή του δεν ήταν σταθερή. Ήταν η μνήμη εκείνης της στιγμής
στο νεκροταφείο. Η αίσθηση ότι, μέσα στον κίνδυνο, είχαν δει ο ένας τον άλλον
χωρίς ρόλους.
Η Τσιν-Ρονγκ έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. Ήταν ελαφρώς μεγαλύτερή
του, μα εκείνη τη νύχτα δεν φαινόταν να υπάρχει ηλικία — μόνο δύο μοναξιές που
συναντήθηκαν.
Το χέρι της άγγιξε το δικό του. Δεν το τράβηξε. Όταν τελικά πλησίασαν,
δεν υπήρχε βιασύνη. Ήταν σαν να είχαν φτάσει σε ένα σημείο που φοβόντουσαν και
οι δύο, μα δεν ήθελαν πια να αρνηθούν. Η αγκαλιά τους ήταν πρώτα διστακτική,
έπειτα αποφασιστική.
Η Τσιν-Ρονγκ δεν έδειχνε να εξαναγκάζεται· αντίθετα, έμοιαζε να αφήνει
πίσω της ένα βάρος χρόνων — τον ρόλο της χήρας, της υπάκουης κόρης, της
σιωπηλής φιγούρας. Εκείνη τη νύχτα δεν υποκρινόταν υπομονή. Επέλεγε.
Η Τσιν-Ρονγκ όταν ήταν μόλις δεκαέξι, ο πατέρας της συμφώνησε την ένωση
με τον Τσάο Γιν. Ήταν άνθρωπος από «καλό σπίτι», έλεγαν· είχε χωράφια, είχε
όνομα. Κανείς δεν ρώτησε τη γνώμη της. Την έντυσαν στα κόκκινα, της έβαλαν στο
κεφάλι το πέπλο και την έστειλαν σε ξένη αυλή.
Ο Τσάο δεν ήταν βίαιος — μα δεν ήταν και τρυφερός. Έπινε συχνά. Όχι κάθε
μέρα, μα αρκετά ώστε το πρόσωπό του να κοκκινίζει και η φωνή του να βαραίνει.
Τις νύχτες που γύριζε μυρίζοντας ρύζι-κρασί, μιλούσε δυνατά, γελούσε μόνος του,
και άλλοτε βυθιζόταν σε μια σκυθρωπή σιωπή που πάγωνε το δωμάτιο.
Η Τσιν-Ρονγκ έμαθε να είναι ήσυχη. Να κινείται χωρίς θόρυβο. Να κρατά το
βλέμμα χαμηλό. Δεν τον αγάπησε ποτέ. Δεν τον μίσησε κιόλας — μα η καρδιά της
δεν άνοιξε ποτέ. Το παιδί που απέκτησαν έγινε το μοναδικό της καταφύγιο· όλη η
στοργή που δεν μπόρεσε να δώσει στον σύζυγο, τη διοχέτευσε εκεί.
Όταν ήρθαν οι ταραχές και ο Τσάο βρέθηκε νεκρός στο μονοπάτι, η
Τσιν-Ρονγκ θρήνησε όπως όφειλε. Έβγαλε το χρώμα από τη ζωή της, φόρεσε το λευκό,
έσκυψε μπροστά στο φέρετρο. Μα βαθιά μέσα της, σε ένα σημείο που δεν τολμούσε
να κοιτάξει κατάματα, υπήρχε κάτι άλλο. Όχι χαρά. Όχι ανακούφιση με κραυγή. Μια
μικρή, ένοχη ανάσα.
Η επιστροφή στην πατρική γη της, στην αυλή όπου είχε μεγαλώσει, ήταν σαν
να ξανάβρισκε το σώμα της. Τα δέντρα ήταν γνώριμα. Το χώμα είχε τη μυρωδιά της
παιδικής της ηλικίας. Δεν ήταν πια «η γυναίκα του Τσάο», αλλά ξανά «η
Τσιν-Ρονγκ των Λι».
Αυτή η αίσθηση ελευθερίας την τρόμαζε. Τι είδους γυναίκα νιώθει
ελαφρύτερη όταν ο άνδρας της πεθαίνει; Γι’ αυτό και στο πρόσωπό της φρόντιζε να
υπάρχει η σωστή σκιά λύπης. Έσκυβε το κεφάλι στις επισκέψεις. Μιλούσε για τον
«αείμνηστο σύζυγο» με σεβασμό. Κανείς δεν μπορούσε να την κατηγορήσει για
ασέβεια.
Μα όταν ανέβηκε μόνη στο νεκροταφείο εκείνη την ημέρα, τη μέρα που της
επιτέθηκαν οι ληστές, τα λόγια που
ψιθύρισε στον τάφο δεν ήταν μόνο θρήνος. «Συγχώρεσέ με», είπε χαμηλά. «Δεν ξέρω
αν κλαίω για σένα ή για τα χρόνια που δεν έζησα».
Η συνάντησή της με τον Γιουν-Τσεν ήρθε σε αυτή τη ρωγμή. Εκείνος δεν την
είχε γνωρίσει ως τη σύζυγο κάποιου ξένου. Την έβλεπε ως γυναίκα που στεκόταν
πάλι στη γη της. Η επιθυμία που γεννήθηκε ανάμεσά τους δεν είχε τη γεύση της
προδοσίας — είχε τη γεύση μιας δεύτερης αρχής. Ίσως γι’ αυτό, τη νύχτα της πανσελήνου,
όταν επέλεξε να τον πλησιάσει, δεν ένιωσε πως παραβίαζε τη μνήμη του πρώτου της
άνδρα. Ένιωσε πως για πρώτη φορά η ζωή της δεν είχε αποφασιστεί από άλλους.
Κι αν υπήρχε μέσα της μια σκιά ενοχής, συνυπήρχε με μια αλήθεια πιο
δυνατή: Ότι η επιστροφή στο πατρικό χώμα δεν ήταν μόνο επιστροφή στον τόπο —
ήταν επιστροφή στον εαυτό της.
Κι ο Γιουν-Τσεν, στιβαρός αλλά άπειρος, κατάλαβε πως η προστασία που της
είχε προσφέρει στον λόφο είχε μετατραπεί σε κάτι πολύ πιο περίπλοκο. Όταν οι
ήχοι της γιορτής έφτασαν από μακριά, σαν από άλλον κόσμο, εκείνοι είχαν ήδη
περάσει ένα αόρατο όριο.
Το επόμενο πρωί, τίποτα δεν φαινόταν διαφορετικό στο σπίτι. Όμως ανάμεσά
τους είχε γεννηθεί μια συμφωνία σιωπηλή και βαριά. Δεν ήταν μόνο επιθυμία. Ήταν
δέσμευση — και ρίσκο. Λίγους μήνες αργότερα, όταν ζήτησαν να επισημοποιήσουν
τον γάμο τους, κανείς δεν γνώριζε για τη νύχτα της πανσελήνου. Μα ίσως εκεί,
κάτω από το ψυχρό φως της σελήνης, είχε ήδη γραφτεί το αληθινό τους συμβόλαιο.
Όταν ο Γιουν-Τσεν ζήτησε επίσημα να την παντρευτεί, η αυλή πάγωσε. Ο
ίδιος στάθηκε όρθιος, χωρίς να χαμηλώσει το βλέμμα. «Δεν την παίρνω από οίκτο»,
είπε. «Ούτε για τη γη. Την παίρνω γιατί, όταν την είδα στο χώμα, κατάλαβα πως
δεν θέλω να τη δω ξανά μόνη».
Η Τσιν-Ρονγκ δεν μίλησε πολύ. Μόνο έγνεψε. Κανείς δεν ήξερε αν το νεύμα
της έκρυβε αγάπη, ευγνωμοσύνη ή μια συμφιλίωση με το αναπόφευκτο.
Άλλοι θυμήθηκαν πως τέτοιοι γάμοι δεν ήταν σπάνιοι σε χρόνια αναστάτωσης
— κρατούσαν την περιουσία και τα παιδιά μέσα στο γένος.
Ο γάμος έγινε λιτά. Το παιδί από τον πρώτο της γάμο στάθηκε ανάμεσά τους
στην τελετή, κρατώντας από ένα χέρι τον καθένα. Αργότερα απέκτησαν κι άλλα
παιδιά, πέντε συνολικά τον αριθμό, μεγαλωμένα κάτω από την ίδια στέγη.
Κάποιοι στο χωριό είδαν σε αυτό τον γάμο μια ακόμη απόδειξη πως τα όρια
της ενδογαμίας είχαν γίνει θολά. Άλλοι είδαν κάτι διαφορετικό: πως σε καιρούς
όπου ο θάνατος ερχόταν από το μονοπάτι χωρίς προειδοποίηση, οι δεσμοί δεν ήταν
πάντα ζήτημα κανόνα, αλλά καταφυγίου.
Και κάθε χρόνο, την έβδομη μέρα του ίδιου μήνα, η Τσιν-Ρονγκ και ο
Γιουν-Τσεν ανέβαιναν μαζί στο νεκροταφείο. Όχι πια ως θύμα και σωτήρας — αλλά
ως σύζυγοι που γνώριζαν πως η ζωή τους είχε αρχίσει σε ένα σημείο όπου ο φόβος
και η ανάγκη είχαν διασταυρωθεί με κάτι που έμοιαζε, επικίνδυνα, με επιλογή.
Τα παιδιά που γεννήθηκαν από αυτούς τους γάμους έπαιζαν τώρα στην αυλή.
Είχαν πρόσωπα οικεία. Ήταν «δικά τους».
Στην αποθήκη του ρυζιού τη βραδυά που ο ουρανός είχε το χρώμα της
στάχτης, εκεί όπου οι άντρες του χωριού συνήθιζαν να ζυγίζουν τις τύχες των
άλλων σαν να ήταν σακιά ρυζιού, ο γερο-Χου καθάρισε τον λαιμό του.
«Υπάρχει κι άλλη υπόθεση», είπε. «Ο Λι Τζενγκγιού και η Λι Σουλάν»,
συνέχισε ο γερο-Χου. «Παιδιά δύο αδελφών. Ξαδέλφια πρώτα.»
Ο γηραιότερος του συμβουλίου, ο Λι Γκουορέν —κι ο ίδιος από το ίδιο
γένος— χαμήλωσε το βλέμμα. «Δεν είναι αδέλφια», είπε αργά. «Μα το αίμα είναι
κοντινό.»
Η ιστορία τους ήταν γνωστή, μα κανείς δεν την είχε αφηγηθεί ως ζήτημα. Ο
Τζενγκγιού είχε μεγαλώσει στο ανατολικό άκρο του χωριού, σε σπίτι με κεραμίδια
ραγισμένα από τις βροχές. Ο πατέρας του, ο Λι Ντασάν, ήταν ο μικρότερος από τα
τρία αδέλφια· άνθρωπος πράος, που δούλευε σιωπηλά τα χωράφια και δεν ζητούσε
τίποτα πέρα από μια καλή σοδειά.
Η Σουλάν ήταν κόρη του μεσαίου αδελφού, του Λι Γουεντσάι, που είχε λίγη
περισσότερη γη και λίγο περισσότερη φιλοδοξία. Από μικροί, τα δυο παιδιά
έπαιζαν μαζί στις όχθες του ποταμού, έπλεκαν στεφάνια από καλάμια και έτρεχαν
ανάμεσα στα αναχώματα. Κανείς δεν έβλεπε τότε σκιά σε αυτό· ήταν παιδιά του
ίδιου γένους, προστατευμένα κάτω από την ίδια στέγη προγόνων. Όταν μεγάλωσαν,
οι δρόμοι τους δεν χώρισαν.
Ο Τζενγκγιού έγινε γεωργός με γερά χέρια και ήσυχη επιμονή. Η Σουλάν
έμαθε να υφαίνει μετάξι λεπτό σαν ανάσα. Στις γιορτές στέκονταν δίπλα δίπλα
χωρίς να το επιδιώκουν· στις κηδείες αντάλλασσαν βλέμματα που κρατούσαν
περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.
Ήταν η γιαγιά της Σουλάν που πρώτη κατάλαβε. «Το βλέπω», είπε μια νύχτα,
«όπως βλέπει κανείς τη βροχή πριν πέσει.»
Οι πατέρες αντέδρασαν διαφορετικά. Ο Ντασάν σιώπησε, σαν να ήξερε πως
ό,τι κι αν πει θα είναι μάταιο. Ο Γουεντσάι θύμωσε. «Θα μας κατηγορήσουν πως
κλείνουμε το αίμα μας σε κύκλο», φώναξε. «Πως φοβόμαστε τον κόσμο έξω από το
γένος Λι.»
«Ξέρουμε τι λέγεται», είπε ο Τζενγκγιού. «Μα αν αγαπηθήκαμε
αυτό δεν έγινε για να προκαλέσουμε κανέναν. Αν μας χωρίσετε, θα το δεχθούμε. Μα
να ξέρετε πως η καρδιά δεν υπακούει στα γενεαλογικά δέντρα.» Η Σουλάν δεν
μίλησε· μόνο σήκωσε το βλέμμα της, σταθερό σαν νερό χωρίς κύμα.
Κι
όμως, ο γάμος είχε σχεδόν συμφωνηθεί. Ήταν πρακτικός· η γη δεν θα
διασκορπιζόταν, τα ζώα θα έμεναν στην ίδια αυλή, τα παιδιά θα μεγάλωναν
γνωρίζοντας κάθε πρόσωπο γύρω τους.
Τότε
μίλησε ο Λι Γκουορέν. «Θα διαλύσουμε δύο σπίτια για έναν φόβο; Δεν είναι
αδέλφια. Σε ολλά χωριά τέτοιοι γάμοι γίνονται.»
Άλλος ένας παράξενος γάμος είχε γίνει πριν δυο χρόνια. Ο γιός είχε
παντρευθεί την χήρα του νεκρού πατέρα του. Την μητριά του. Ο νεκρός πατέρας
λεγόταν Λι Τσενγκ-Γου. Ήταν άνδρας με κύρος στο Λο-Τζιανγκ, ιδιοκτήτης γης και
διαχειριστής των πατρογονικών αρχείων για ένα διάστημα. Όταν πέθανε από πυρετό,
άφησε πίσω του δύο παιδιά: τον πρωτότοκο Λι Ζιχάο από την πρώτη του γυναίκα,
που τότε σπούδαζε κλασικά κείμενα στην πρωτεύουσα της επαρχίας, και τη μικρή
του κόρη, Λι Σουγιέν, από το δεύτερο γάμο του, με την μικρότερη αδελφή της
πρώτης του γυναίκας. Η Λι Σουγιέν ήταν τότε μόλις οκτώ ετών.
Η τρίτη σύζυγός του —και μητριά των παιδιών— ήταν η νεαρή Γουάνγκ
Μινγκγιουέ. Είχε παντρευτεί τον Τσενγκ-Γου σε ηλικία δεκαεννέα ετών. Όταν
έμεινε χήρα, δεν είχε ακόμη κλείσει καλά καλά τα είκοσι δύο.
Ο Λι Τσενγκ-Γου ήταν από τους πιο εύπορους άντρες του χωριού στην
επαρχία Sichuan. Τα χωράφια του απλώνονταν σε τρεις κατευθύνσεις, οι αποθήκες
του ήταν γεμάτες ρύζι και σόργο, και στο σπίτι του υπήρχε εσωτερική αυλή με
πέτρινη λεκάνη για τα ψάρια — πολυτέλεια που λίγοι διέθεταν. Ήταν άντρας
μετρημένος, όχι ιδιαίτερα ομιλητικός, μα με βλέμμα που ήξερε να υπολογίζει.
Όταν έφτασε σε ηλικία γάμου, δεν άφησε τα πράγματα στην τύχη. Έστειλε
προξενήτρα στο σπίτι του Ζάο Γουενλίν, ενός σεβαστού καλλιεργητή μεταξοσκώληκα.
Ο Ζάο είχε δύο κόρες — και το χωριό συχνά έλεγε πως η μία ξεπερνούσε την άλλη
σε ομορφιά, σαν άνθη που ανοίγουν διαδοχικά την άνοιξη.
Η πρωτότοκη λεγόταν Ζάο Σουγιάν. Ήταν δεκαοκτώ ετών, με πρόσωπο ήρεμο
και μάτια που δεν χαμήλωναν εύκολα. Δύο χρόνια μικρότερη ήταν η Ζάο Λιανχούα,
πιο ζωηρή, με γέλιο που ακουγόταν μέχρι τον δρόμο. και ήδη ψιθυριζόταν πως θα
γινόταν η ομορφότερη από όλες τις κοπέλλες του χωριού.
Ο Τσενγκ-Γου ζήτησε την πρωτότοκη, όπως όριζε το έθος και η τιμή. Ο Ζάο Γουενλίν δεν άργησε να δεχτεί. Ο Λι
Τσενγκ-Γου πρόσφερε γενναιόδωρα δώρα: μετάξι καλής ποιότητας, δύο γερά βόδια
και σακιά ρυζιού αρκετά για να περάσει η οικογένεια τον χειμώνα χωρίς έγνοια.
Μα πιο σημαντικό από τα δώρα ήταν το όνομα. Το γένος Λι είχε ρίζες βαθιές.
Ο γάμος τελέστηκε με κάθε επισημότητα. Τύμπανα αντήχησαν, κόκκινα
υφάσματα στόλισαν την πύλη, και η Σουγιάν πέρασε το κατώφλι του νέου της
σπιτιού με βήματα μικρά και σταθερά. Η Σουγιάν στάθηκε αντάξια της θέσης της.
Ήταν επιδέξια στη διαχείριση του σπιτιού, σεβαστική προς τους πρεσβύτερους και
λιγομίλητη μπροστά στους ξένους. Ο Τσενγκ-Γου, που δεν ήταν άνθρωπος των
μεγάλων εκδηλώσεων, έδειχνε την ικανοποίησή του με πράξεις. Της εμπιστεύτηκε τα
κλειδιά της αποθήκης, της παραχώρησε λόγο στις αγορές.
Δεν πέρασε πολύς καιρός. Μέσα στον πρώτο χρόνο του γάμου τους, η Σουγιάν
έμεινε έγκυος. Το χωριό παρακολουθούσε με προσοχή· η πρώτη γέννα καθόριζε
πολλά. Όταν ήρθε η ώρα, οι μαμές μπήκαν στο δωμάτιο με ζεστό νερό και
ψιθυριστές προσευχές στους προγόνους.
Το κλάμα του παιδιού ακούστηκε πριν ακόμη χαράξει. Ήταν αγόρι. Ονομάστηκε
Λι Ζιχάο. Το όνομα διαλέχθηκε προσεκτικά: «Ζι» για τη συνέχιση της γενιάς,
«Χάο» για τη λαμπρότητα και την καλοτυχία. Ο Τσενγκ-Γου στάθηκε μπροστά στο
ιερό των προγόνων κρατώντας τον νεογέννητο και έσκυψε βαθιά. Η γενιά του είχε
εξασφαλιστεί.
Στο σπίτι των Ζάο, η δευτερότοκη κόρη,
κοιτούσε τον δρόμο που οδηγούσε στο αρχοντικό των Λι με ανάμικτα
συναισθήματα. Η Λιανχούα αναρωτιόταν αν η τύχη της θα ήταν εξίσου καλή με
εκείνη της μεγαλύτερης αδελφής της.
Εκείνη τη στιγμή, με τον μικρό Λι Ζιχάο να κοιμάται τυλιγμένος σε
κόκκινο ύφασμα, όλα έμοιαζαν ακλόνητα. Η τάξη είχε τηρηθεί. Ο πλούτος είχε
ενωθεί με την ομορφιά. Και το μέλλον, τουλάχιστον φαινομενικά, ήταν ασφαλές.
Λίγους μόλις μήνες μετά τη γέννηση του Λι Ζιχάο, όταν ακόμη το σπίτι
ευωδίαζε από τα βότανα της λοχείας και το κόκκινο ύφασμα κρεμόταν προστατευτικά
στην πύλη, η Ζάο Σουγιάν άρχισε να μαραίνεται.
Στην αρχή ήταν μια απλή αδυναμία. Έπειτα ήρθαν οι πυρετοί. Το πρόσωπό
της, άλλοτε καθαρό και φωτεινό, έχασε τη λάμψη του· τα χέρια της έτρεμαν όταν
κρατούσε το παιδί. Οι μαμές μιλούσαν για «κρύο που μπήκε στο αίμα» μετά τη
γέννα. Ο Λι Τσενγκ-Γου κάλεσε γιατρούς από γειτονικά χωριά, πλήρωσε για ρίζες
και αποξηραμένα μανιτάρια, για αφεψήματα πικρά σαν τύψεις. Μα η δύναμη της
Σουγιάν δεν επέστρεφε.
Τότε ήταν που προσφέρθηκε η δεύτερη κόρη του Ζάο Γουενλίν, η Ζάο
Λιανχούα. Ήταν δύο χρόνια μικρότερη από τη Σουγιάν, μα η ζωντάνια της έμοιαζε
διπλάσια. «Θα πάω εγώ», είπε. «Μέχρι να σταθεί ξανά στα πόδια της η αδελφή
μου.»
Και έτσι έγινε. Η Λιανχούα πέρασε το κατώφλι του σπιτιού των Λι όχι ως
νύφη, αλλά ως βοήθεια — κι όμως η παρουσία της γέμισε την αυλή σαν άνοιξη που
εισβάλλει απρόσκλητη.
Η Σουγιάν έμενε πια κυρίως στο εσωτερικό δωμάτιο, κοντά στο λίκνο του
Ζιχάο. Τα βήματά της ήταν αργά, η ανάσα της κοφτή. Κρατούσε το παιδί και
κοιτούσε τον ήλιο που περνούσε από τα χάρτινα παράθυρα, σαν να μετρούσε τις
ώρες.
Η Λιανχούα, αντίθετα, ανέλαβε τον εξωτερικό ρόλο. Σηκωνόταν πριν
χαράξει, έδινε εντολές στους εργάτες, επιθεωρούσε τα χωράφια ρυζιού. Στεκόταν
όρθια πάνω στο ανάχωμα, με τα μανίκια σηκωμένα, και ο άνεμος σήκωνε τα μαλλιά
της καθώς μιλούσε για τις αρδεύσεις και τις αποθήκες. Οι χωρικοί, που είχαν
συνηθίσει τη σιωπηλή παρουσία της Σουγιάν, κοιτούσαν τώρα με περιέργεια τη
ζωηρή νεαρή γυναίκα που διέθετε τόση αυτοπεποίθηση.
Ο Λι Τσενγκ-Γου στην αρχή την έβλεπε μόνο ως αναγκαία βοήθεια. Μα η
Λιανχούα δεν ήταν σκιά της αδελφής της. Όπου η Σουγιάν ήταν ήρεμη, εκείνη ήταν
φλόγα. Όπου η Σουγιάν μιλούσε χαμηλά, εκείνη γελούσε ανοιχτά. Και στα μάτια της
υπήρχε κάτι που δεν ήταν ούτε αφέλεια ούτε απλή φιλοδοξία — ήταν επίγνωση.
Τον συνόδευε στα χωράφια, στεκόταν δίπλα του όταν υπολόγιζαν τη σοδειά,
του έδινε γνώμη χωρίς να της ζητηθεί. Μια μέρα, καθώς περπατούσαν μόνοι ανάμεσα
στα νεαρά φυτά, εκείνη σκόνταψε — ή έτσι φάνηκε — και το χέρι της πιάστηκε από
το δικό του για μια στιγμή παραπάνω απ’ όσο επέτρεπε η συγγένεια.
«Γαμπρέ», του είπε χαμηλόφωνα, «πρέπει να προσέχεις. Τώρα που η αδελφή
μου δεν έχει δύναμη, όλο το βάρος πέφτει πάνω σου.» Η φωνή της δεν είχε μόνο
φροντίδα· είχε υπόσχεση.
Ο Τσενγκ-Γου άρχισε να τη σκέφτεται τις ώρες που καθόταν μόνος. Το σπίτι
του, άλλοτε ήσυχο, τώρα έσφυζε από μια διπλή παρουσία: την αδύναμη σύζυγο στο
εσωτερικό και τη ζωντανή αδελφή της στον έξω κόσμο.
Η Λιανχούα φρόντιζε να περνά από το δωμάτιό του με δικαιολογίες — για
λογαριασμούς, για προμήθειες, για το παιδί. Τα δάχτυλά της άγγιζαν τα
αντικείμενα με τρόπο αργό. Τα βλέμματά τους συναντιούνταν όλο και συχνότερα.
Κάποτε, ένα δειλινό, όταν η βροχή τους κράτησε στο υπόστεγο των
εργαλείων, εκείνη στάθηκε πολύ κοντά. «Η αδελφή μου είναι καλή», είπε, «μα ο
ουρανός καμιά φορά παίρνει πίσω ό,τι έδωσε.»
Δεν χρειαζόταν να πει περισσότερα. Στο εσωτερικό δωμάτιο, η Σουγιάν
κρατούσε τον μικρό Λι Ζιχάο και άκουγε τα βήματα στην αυλή. Ήξερε πως η αδελφή
της κρατούσε όρθιο το σπίτι. Ήξερε, επίσης, πως ο άνεμος που είχε μπει δεν ήταν
μόνο άνεμος φροντίδας. Το γένος Λι, τόσο προσεκτικό με το αίμα και τα ονόματα,
άρχιζε να δοκιμάζεται όχι από τους κανόνες των γερόντων — αλλά από τις σιωπές
μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
Οι μέρες είχαν βαφτεί με το χρώμα του νερού. Τα χωράφια ρυζιού
καθρέφτιζαν τον ουρανό, και οι νεαροί βλαστοί έσπαγαν την επιφάνεια σαν μυστικά
που μόλις γεννιούνται. Η Ζάο Λιανχούα στεκόταν στους οριζώνες, ακλόνητη φύλακας
και δουλεύτρα, ο ιδρώτας γυάλιζε στον λαιμό της, όχι άκομψα, αλλά σαν κόσμημα
που δεν χρειαζόταν χρυσό. Ο Λι Τσενγκ-Γου την παρακολουθούσε να δίνει οδηγίες
στους εργάτες — με φωνή σταθερή, με βλέμμα που δεν δίσταζε.
Όταν οι άλλοι απομακρύνθηκαν για το μεσημεριανό, έμειναν μόνοι. Ο αέρας ήταν
βαρύς, φορτωμένος με υγρασία και κάτι ακόμη, λιγότερο ορατό. Η Λιανχούα στάθηκε
δίπλα του μέσα στο ρηχό νερό. Τα ρούχα της άγγιξαν τα δικά του· το ύφασμα
κόλλησε από τη λάσπη.
«Δουλεύεις αδιάκοπα», του είπε. «Το σπίτι, τα χωράφια… κι όμως μέσα σου υπάρχει
σιωπή.» Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. Στο βλέμμα του υπήρχε εκείνη η σκέψη που
γεννιέται όταν κάποιος σου μιλά όπως δεν τόλμησε άλλος.
Η Λιανχούα έσκυψε να ισιώσει έναν βλαστό ρυζιού, μα το χέρι της
γλίστρησε και ακούμπησε το δικό του. Δεν αποτραβήχτηκε.
Ο ήλιος πέρασε πίσω από ένα σύννεφο.
«Η αδελφή μου σε σέβεται», συνέχισε
χαμηλά. «Εγώ… σε βλέπω.»
Η διαφορά ήταν μικρή — και τεράστια. Το βλέμμα της δεν ήταν ικετευτικό·
ήταν βέβαιο. Σαν να ήξερε ήδη την απάντηση που εκείνος δεν είχε ακόμη παραδεχτεί.
Το χέρι της ανέβηκε από το νερό και στάθηκε για μια στιγμή στον καρπό του, εκεί
όπου ο σφυγμός χτυπούσε πιο γρήγορα απ’ όσο έπρεπε. Η γη γύρω τους ήταν
βρεγμένη, μα η ατμόσφαιρα ξηρή σαν πριν από καταιγίδα.
Ο Τσενγκ-Γου έκανε ένα βήμα πίσω — όχι αρκετό για να απομακρυνθεί, μόνο
για να μετρήσει την απόσταση. Εκείνη το έκλεισε χωρίς βιασύνη. Το άρωμα του
ιδρώτα και του ρυζιού έγινε ένα.
«Δεν είναι αμαρτία να θέλεις να
ζήσεις», του ψιθύρισε.
Το πρώτο άγγιγμα δεν ήταν ορμητικό. Ήταν διστακτικό, σχεδόν ερευνητικό,
σαν να δοκίμαζαν τα όρια ενός νέου εδάφους. Μα όταν τα δάχτυλά τους πλέχτηκαν,
η διστακτικότητα έσπασε.
Στο υπόστεγο των εργαλείων, εκεί όπου φυλάσσονταν τα δρεπάνια και τα
σχοινιά, η σκιά τους ενώθηκε πριν ενωθούν οι ίδιοι. Δεν υπήρξαν όρκοι ούτε
λόγια μεγάλα — μόνο ανάσες που βάραιναν και σιωπές που έπαψαν να είναι αθώες.
Έξω, το νερό των χωραφιών έμενε
ακίνητο, σαν να κρατούσε κι αυτό το μυστικό.
Όταν βγήκαν, ο ουρανός είχε καθαρίσει. Η Λιανχούα ίσιωσε τα ρούχα της
και σήκωσε το πηγούνι, ίδια όπως πάντα — μόνο που στα μάτια της υπήρχε τώρα μια
βαθύτερη σκιά, όχι φόβου αλλά κατάκτησης.
Ο Λι Τσενγκ-Γου έμεινε για μια στιγμή πίσω. Κοίταξε τα χωράφια του, τη
γη που νόμιζε πως ελέγχει. Μα εκείνη την ημέρα κατάλαβε πως υπήρχαν εδάφη που
δεν χαρτογραφούνται με σύνορα και ιδιοκτησίες — μόνο με επιθυμία.
Η Ζάο Σουγιάν είχε κάπως ανακάμψει. Ο πυρετός είχε υποχωρήσει· μπορούσε
να σταθεί λίγη ώρα όρθια χωρίς να σκοτεινιάζουν τα μάτια της. Όμως κάτι άλλο
είχε ριζώσει μέσα της — μια σκιά που δεν είχε όνομα.
Ο Λι Τσενγκ-Γου ερχόταν αργότερα στο δωμάτιό της. Τα λόγια του ήταν
σύντομα, το βλέμμα του συχνά αλλού. Δεν ήταν σκληρός· ήταν απόμακρος. Κι αυτή η
απόσταση πονούσε περισσότερο από κάθε κακουχία.
«Είναι οι έγνοιες», έλεγε στον εαυτό της. «Τα χωράφια, η σοδειά, οι
λογαριασμοί.»
Η Λιανχούα μπαινόβγαινε στο δωμάτιο με το γνώριμο χαμόγελο. Έφερνε
ζωμούς, τακτοποιούσε το λίκνο του μικρού Λι Ζιχάο, χάιδευε το μέτωπο της
αδελφής της με φροντίδα που έμοιαζε ειλικρινής. Κι όμως, όταν νόμιζε πως δεν
την κοιτούν, το βλέμμα της άλλαζε — σαν να μετρούσε κάτι που δεν φαινόταν.
Μια μέρα, καθώς ο ήλιος έγερνε νωρίς πίσω από τα σύννεφα, η Σουγιάν
ένιωσε μια απροσδόκητη δύναμη. Το παιδί κοιμόταν. Το σπίτι ήταν ήσυχο. Σηκώθηκε
αργά, κρατώντας τον τοίχο για στήριγμα. Ήθελε να δει την αυλή. Να νιώσει τον
αέρα. Καθώς περνούσε από τον διάδρομο, άκουσε έναν χαμηλό ήχο — όχι φωνή
καθαρή, μα ανάσα που δεν ταίριαζε με τη σιωπή του σπιτιού. Προχώρησε προς το
πίσω μέρος, εκεί όπου ένα χαμηλό υπόγειο χρησίμευε για αποθήκη σιτηρών και
εργαλείων. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Δεν χρειάστηκε να μπει ολόκληρη. Στο
ημίφως, τους είδε.
Ο Λι Τσενγκ-Γου κρατούσε τη Λιανχούα σφιχτά, σαν να φοβόταν πως θα του
φύγει. Το πρόσωπό της ήταν στραμμένο προς τα πάνω, τα μάτια της κλειστά, τα
χέρια της τυλιγμένα γύρω του με οικειότητα που δεν άφηνε περιθώριο αμφιβολίας.
Δεν ήταν παρεξήγηση. Δεν ήταν στιγμή
αθώα. Ήταν προδοσία.
Η Σουγιάν δεν έκανε θόρυβο. Δεν φώναξε. Δεν έτρεξε. Το σώμα της έμεινε
ακίνητο, μα μέσα της κάτι κατέρρευσε με ήχο που μόνο εκείνη άκουσε. Γύρισε στο
δωμάτιό της με βήματα αργά, σχεδόν ήρεμα. Κάθισε δίπλα στο λίκνο και κοίταξε
τον μικρό Ζιχάο. Τα χαρακτηριστικά του έμοιαζαν με του πατέρα του.
«Δεν θα αντέξω να βλέπω», σκέφτηκε. Ήξερε την αδυναμία της. Ήξερε πως το
σώμα της δεν είχε ακόμη επανέλθει· πως ακόμη κι αν ζούσε, θα ζούσε με σκιά. Και
ήξερε επίσης τι σημαίνει για μια πρωτότοκη κόρη, μία πρώτη και επίσημη σύζυγο
να χάνει τη θέση της, όχι από ξένη γυναίκα, αλλά από την ίδια της την αδελφή.
Στο σεντούκι με τα φάρμακα υπήρχε ένα μικρό σακουλάκι. Το είχε φέρει
παλιότερα ένας θεραπευτής· ήταν για ποντίκια στις αποθήκες, μα όλοι γνώριζαν
πως η δόση μπορούσε να γίνει και για άνθρωπο. Το κράτησε για λίγη ώρα στα χέρια
της. Δεν άφησε γράμμα. Δεν κατηγόρησε κανέναν με λόγια. Μόνο χάιδεψε για
τελευταία φορά το κεφάλι του παιδιού της και ψιθύρισε το όνομά του.
Όταν η Λιανχούα επέστρεψε στο δωμάτιο, τη βρήκε ξαπλωμένη ήσυχα, με τα
μάτια μισόκλειστα και μια παράξενη γαλήνη στο πρόσωπο. Οι φωνές που ακολούθησαν
γέμισαν το σπίτι. Ο Λι Τσενγκ-Γου έμεινε ακίνητος, κοιτάζοντας το άψυχο σώμα
της γυναίκας που του είχε χαρίσει γιο και νομιμότητα.
Στο χωριό, ο θάνατος ανακοινώθηκε ως επιπλοκή της ασθένειας. Κανείς δεν
μίλησε ανοιχτά για δηλητήριο. Κανείς δεν τόλμησε να συνδέσει τη χρονική
σύμπτωση. Μα κάτω από τη σιωπή, η ιστορία άρχισε να κυκλοφορεί σαν υπόγειο
ρεύμα. Και το γένος Λι, που τόσο πρόσεχε την καθαρότητα του αίματος, είχε πλέον
μέσα του ένα μυστικό που δεν θα μπορούσε ποτέ να καθαρθεί.
Μετά την κηδεία, το σπίτι των Λι βυθίστηκε σε μια σιωπή βαριά, σχεδόν
τελετουργική. Τα λευκά πένθιμα υφάσματα κρέμονταν ακόμη στην πύλη όταν η Ζάο
Λιανχούα άρχισε, χωρίς να της το ζητήσει κανείς, να κινείται σαν κυρά του
σπιτιού. Σηκωνόταν πριν από όλους. Άνοιγε τις αποθήκες, μετρούσε το ρύζι, έδινε
οδηγίες στους εργάτες με τόνο σταθερό. Στο εσωτερικό, κρατούσε τον μικρό Λι
Ζιχάο στην αγκαλιά της με τρόπο που δεν άφηνε περιθώριο αμφιβολίας: το παιδί
αυτό θα μεγάλωνε κάτω από τη δική της σκιά.
«Μικρέ μου», του ψιθύριζε, «η μητέρα σου σε βλέπει από τους προγόνους.
Εγώ θα σε κρατώ στη γη.»
Οι γειτόνισσες σχολίαζαν πως η δεύτερη κόρη των Ζάο στάθηκε αντάξια της
μοίρας. Πόσο αφοσιωμένη! Πόσο πρόθυμη να σηκώσει βάρος που δεν της ανήκε!
Μόνο όταν έμενε μόνη με τον Λι Τσενγκ-Γου, το πρόσωπό της άλλαζε. Ένα
βράδυ, καθώς το παιδί κοιμόταν και η αυλή είχε αδειάσει από βήματα, στάθηκε
μπροστά του με το βλέμμα καθαρό.
«Από εδώ και πέρα», είπε χαμηλόφωνα,
«πρέπει να είμαστε προσεκτικοί.»
Εκείνος δεν απάντησε αμέσως.
«Το χωριό συγχωρεί τον θάνατο»,
συνέχισε, «μα δεν συγχωρεί το σκάνδαλο. Αν μιλήσουν, θα μιλήσουν πρώτα για
εμένα — και ύστερα για εσένα. Και το γένος Λι δεν αντέχει άλλες σκιές.»
Πλησίασε ένα βήμα.
«Ό,τι υπάρχει ανάμεσά μας θα μένει
σιωπηλό. Χωρίς αποδείξεις. Χωρίς μάρτυρες.»
Η φωνή της δεν είχε ικεσία· είχε στρατηγική. Ο Λι Τσενγκ-Γου ένιωσε πως
δεν ήταν πια εκείνος που καθοδηγούσε τα πράγματα. Η Λιανχούα δεν ήταν απλώς
γυναίκα· ήταν νους που σχεδίαζε.
Και το πρώτο που σχεδίασε ήταν η απομάκρυνση της παλιάς μαγείρισσας, της
γριάς Τσεν, που υπηρετούσε το σπίτι από τα χρόνια του πατέρα του. Η γριά είχε
μάτια που έβλεπαν πολλά και στόμα που, έστω και κλειστό, ήξερε να διαδίδει με
βλέμματα.
Η Λιανχούα δεν την έδιωξε με φωνές. Της μίλησε για κόπωση, για ηλικία, για
την ανάγκη να ξεκουραστεί στο σπίτι του ανιψιού της στο διπλανό χωριό. Της
έδωσε ένα μικρό πουγκί με νομίσματα και δύο ρολά υφάσματος «για τις κρύες
μέρες».
«Υπηρέτησες πιστά», της είπε με
γλυκύτητα. «Τώρα άφησέ με να αναλάβω εγώ.»
Η γριά Τσεν την κοίταξε για μια στιγμή παραπάνω απ’ όσο ήταν πρέπον. Σαν
να ήθελε να μιλήσει. Μα τα νομίσματα ζύγιζαν βαριά στην παλάμη της — και τα
χρόνια ακόμη βαρύτερα. Έφυγε χωρίς σκηνή.
Από εκείνη την ημέρα, η κουζίνα ανήκε αποκλειστικά στη Λιανχούα. Μαγείρευε
η ίδια. Δοκίμαζε η ίδια. Σέρβιρε η ίδια. Ο μικρός Ζιχάο την έβλεπε πρώτη κάθε
πρωί και τελευταία κάθε βράδυ. Άρχισε να τεντώνει τα χέρια του προς εκείνη, να
ησυχάζει στο άγγιγμά της. Σιγά σιγά, η μυρωδιά της έγινε για το παιδί συνώνυμη
της ασφάλειας.
Στην αυλή, οι εργάτες συνήθισαν να τη φωνάζουν «κυρά».
Κι έτσι, χωρίς επίσημο γάμο ακόμη,
χωρίς τελετή και τύμπανα, η Ζάο Λιανχούα ρίζωσε στο σπίτι των Λι βαθύτερα απ’
όσο είχε ριζώσει ποτέ η αδελφή της.
Μόνο τα βράδια, όταν το σπίτι βυθιζόταν στη σιωπή, υπήρχε πάντα εκείνη η
λεπτή γραμμή κινδύνου — η γνώση πως ό,τι χτίστηκε πάνω στη σιωπή μπορούσε, αν
ράγιζε, να καταρρεύσει με έναν μόνο ψίθυρο.
Όταν ο μικρός Λι Ζιχάο αποκοιμιόταν, το σπίτι άλλαζε πρόσωπο. Η αυλή
άδειαζε από βήματα, τα κάρβουνα στην κουζίνα έσβηναν αργά, και μόνο το
τρεμόπαιγμα μιας λυχνίας έμενε να φωτίζει τους διαδρόμους. Η Ζάο Λιανχούα
στεκόταν για λίγο πάνω από το λίκνο, βεβαιωνόταν πως η αναπνοή του παιδιού ήταν
βαθιά και σταθερή. Ύστερα τραβούσε απαλά το παραβάν.
Η σιωπή δεν ήταν απλώς απουσία ήχου — ήταν κανόνας. Οι σανίδες του
πατώματος ήξεραν πού να μη βογκήξουν· τα συρόμενα πάνελ έκλειναν χωρίς τριγμό.
Η Λιανχούα είχε μάθει κάθε γωνιά του σπιτιού, κάθε σημείο που πρόδιδε
απροσεξία. Όλα έπρεπε να μένουν ερμητικά, σκοτεινά, αδιάβροχα από ψίθυρους.
Στο εσωτερικό δωμάτιο, ο Λι Τσενγκ-Γου την περίμενε χωρίς λόγια. Δεν
υπήρχε η ορμή των πρώτων ημερών· υπήρχε κάτι πιο βαθύ και πιο επικίνδυνο —
συνεννόηση. Ένα βλέμμα αρκούσε. Ένα άγγιγμα στον καρπό, μια ανάσα που πλησίαζε
υπερβολικά κοντά.
Η Λιανχούα, που την ημέρα ήταν η αυστηρή διαχειρίστρια του οίκου, τη
νύχτα άφηνε την πειθαρχία να λυθεί. Όχι με θόρυβο, όχι με απερισκεψία — αλλά με
ένταση συγκρατημένη, σαν τόξο τεντωμένο που δεν πρέπει να ακουστεί. Τα χέρια
τους συναντιούνταν στο σκοτάδι. Οι κινήσεις τους ήταν μετρημένες, σχεδόν
τελετουργικές. Κάθε ανάσα ελεγχόταν· κάθε ήχος πνιγόταν πριν γεννηθεί. Το παιδί
κοιμόταν λίγα βήματα μακριά — και αυτή η εγγύτητα έκανε το μυστικό βαρύτερο,
πιο πυκνό.
Η νύχτα τους δεν είχε μάρτυρες. Ούτε φεγγάρι δεν έμπαινε από τα
παράθυρα· η Λιανχούα φρόντιζε να κλείνει τα παντζούρια καλά. Σαν να πίστευε πως
ακόμη και το φως μπορούσε να καταδώσει.
Κι όμως, μέσα σε εκείνο το πνιγηρό σκοτάδι, ένιωθε πιο ζωντανή από ποτέ.
Δεν ήταν πια η δεύτερη κόρη. Δεν ήταν απλώς αντικαταστάτρια. Ήταν η γυναίκα που
κρατούσε το σπίτι, το παιδί, τον άντρα — και το μυστικό.
Όταν όλα τελείωναν, απομακρυνόταν πρώτη. Ίσιωνε τα ρούχα της,
τακτοποιούσε το στρώμα, έλεγχε τη λυχνία. Πριν επιστρέψει στο πλευρό του
λίκνου, στεκόταν για μια στιγμή στο κατώφλι και άκουγε. Αν η αναπνοή του Ζιχάο
ήταν ήρεμη, χαμογελούσε ανεπαίσθητα.
Το σπίτι παρέμενε σιωπηλό. Ο κόσμος απ’ έξω ανυποψίαστος. Μα κάθε νύχτα
που περνούσε, το σκοτάδι δεν σκέπαζε μόνο το πάθος τους — σκέπαζε και το βάρος
μιας αλήθειας που, αν ποτέ έβγαινε στο φως, δεν θα άφηνε τίποτα αλώβητο.
Πέντε χρόνια πέρασαν από τον θάνατο της Ζάο Σουγιάν. Ο μικρός Λι Ζιχάο
είχε μάθει να φωνάζει «μητέρα» τη Ζάο Λιανχούα χωρίς δισταγμό. Στα μάτια του
δεν υπήρχε σύγκριση· υπήρχε μόνο η γυναίκα που τον ξυπνούσε, που του έδενε τη
ζώνη, που τον κρατούσε όταν φοβόταν τη νύχτα.
Στο χωριό, η κατάσταση είχε παγιωθεί. Η Λιανχούα κινούνταν σαν κυρά του
οίκου· κανείς δεν αμφισβητούσε την εξουσία της. Κι όμως, στα χαρτιά και στους
προγόνους, ο Λι Τσενγκ-Γου παρέμενε χήρος. Καθώς πλησίαζε τα σαράντα, άρχισε να
ακούει ψιθύρους. Ένας άντρας με τόση περιουσία δεν έπρεπε να μείνει χωρίς
επίσημη σύζυγο. Το γένος Λι χρειαζόταν σταθερότητα, διαδοχή χωρίς σκιά.
Η Λιανχούα παρατηρούσε τη ροή των επιστολών και των προτάσεων που
έφταναν στον Λι Τσενγκ-Γου από διάφορες προξενήτρες και προξενητές. Κάθε
επιστολή ήταν ένα χαρτί φορτωμένο με ονόματα κοριτσιών από μεγάλες οικογένειες,
από γειτονικά χωριά ή και από μακρινές επαρχίες, με υποσχέσεις προίκα, ευγένεια
και κοινωνική άνοδο.
Καθώς ο πατέρας του Ζιχάο τις διάβαζε, η Λιανχούα στεκόταν στο πίσω
δωμάτιο, προσποιούμενη ότι ασχολείται με τα ρούχα ή το λίκνο του παιδιού. Μα τα
μάτια της παρακολουθούσαν κάθε του κίνηση, κάθε ελάχιστο νεύμα, κάθε σκέψη που
η φωνή του δεν πρόδιδε.
Με κάθε πρόταση προξενιού, το σώμα της ένιωθε ξανά την ένταση εκείνη της
πρώτης επαφής τους. Η ζωντάνια της έφτανε μέχρι τα άκρα της· τα δάχτυλα
τεντώνονταν αργά πάνω στο τραπέζι, οι αναπνοές γινόντουσαν πιο βαθιές. Και όταν
ο Λι Τσενγκ-Γου σχολίαζε κάποια κοπέλα, τις προτάσεις, ή την προίκα που
συνόδευε το όνομα, το βλέμμα της γυάλιζε σαν νερό σε ήρεμη λίμνη που ξαφνικά
χτυπάει από πέτρα.
Δεν ήταν μόνο ζήλια. Ήταν κάτι βαθύτερο, αρχαίο και έντονο: η Λιανχούα
αντιλαμβανόταν πως, όσο οι προτάσεις ερχόντουσαν, τόσο ξαναζωντάνευε η σχέση
τους. Η παρουσία της γινόταν αναγκαία, το σώμα της απαραίτητο, και το μυαλό του
Λι Τσενγκ-Γου γινόταν όλο και πιο εξαρτημένο από εκείνη.
Κάθε πρόταση ήταν μια πρόκληση: την έσπρωχνε να πλησιάσει, να τον
κοιτάξει με το βλέμμα που μόνο εκείνη ήξερε πώς να κρατήσει, να μιλήσει με φωνή
χαμηλή, αργή, φορτισμένη. Και όσο η Λιανχούα έδινε αυτά τα αδιόρατα σημάδια, ο
Λι Τσενγκ-Γου έπαιρνε αποφάσεις που δεν τολμούσε να ομολογήσει ούτε στον ίδιο
τον εαυτό του.
Κάπως έτσι, ανάμεσα στις σιωπές και τα χαρτιά των προξενειών, η Λιανχούα
μεταμόρφωνε κάθε επιστολή σε κρυφό πάθος — και κάθε πάθος σε ανομολόγητη
εξάρτηση. Η εξωτερική τάξη του σπιτιού και η επιφάνεια νομιμότητας παρέμεναν
ανέπαφες, μα κάτω από αυτήν, το πάθος τους και η ανάγκη της παρουσίας της
ξαναζωντάνευαν με κάθε νέα πρόταση που έφτανε.
Ήταν ένας κύκλος που κανένα χαρτί, καμία επιστολή, κανένας λόγος από
προξενήτρες και προξενητές δεν μπορούσε να σπάσει. Στο σκοτεινό σπίτι, ανάμεσα
στα εργαλεία, τα χωράφια και τα κλειστά δωμάτια, η Λιανχούα και ο Λι Τσενγκ-Γου
ζούσαν ένα μυστικό παιχνίδι, όπου κάθε εξωτερικό κίνδυνο τον μετέτρεπε σε
ευκαιρία για να ανανεωθεί η ένταση που κρατούσε κλειστή τόσα χρόνια.
Η Λιανχούα γνώριζε καλά τα όρια που είχε βάλει ο κόσμος γύρω της, ακόμα
κι αν τα έσπαγε μέσα στο σπίτι των Λι. Κάθε βράδυ που έμενε μόνη, σκέφτονταν τα
επόμενα βήματα, και το πιο επικίνδυνο απ’ όλα ήταν η πιθανή εγκυμοσύνη.
Ήξερε πως αν έμενε έγκυος, ο μυστικός κόσμος που είχε χτίσει με τον Λι
Τσενγκ-Γου θα κατέρρεε. Η κοινωνία δεν συγχωρούσε. Ο κόσμος θα έβλεπε μια
γυναίκα παντρεμένη μόνο στα χαρτιά, αλλά μητέρα χωρίς επίσημο γάμο — και ίσως
θα αναρωτιούνταν τι είχε συμβεί στη Σουγιάν. Ο θάνατος της πρώτης συζύγου ήταν
ακόμη νωπός στις μνήμες των γειτόνων. Ο κόσμος μπορεί να υποψιαζόταν πως η νέα
γυναίκα είχε κάποια ευθύνη, έστω και ακούσια, για τον παράξενο θάνατο, μολονότι
η ίδια ήξερε πως δεν είχε καμία συμμετοχή.
Μα το πιο απροσδόκητο ήταν πως η Σουγιάν είχε δει, πριν φύγει από τον
κόσμο, όσα γίνονταν στο υπόγειο. Ήξερε τα πάντα, ακόμα και αν δεν μιλούσε — και
αυτή η σιωπή είχε μετατραπεί σε σκιά πάνω από κάθε κίνηση της Λιανχούα.
Έτσι, με κάθε επιστολή προξενιού, με κάθε νέα συζήτηση για γάμο που
έφτανε στα αυτιά του πατέρα του Ζιχάο, εκείνη φρόντιζε να στρέφει τη σκέψη του
και προς το μέλλον: όχι μόνο για το παιδί, αλλά για τον ίδιο, για το σπίτι και
για το γένος Λι. Ήξερε πως η παρουσία της ήταν απαραίτητη — μα ήξερε επίσης ότι
δεν θα μπορούσε να επιβληθεί.
Ήταν έτοιμη να δεχθεί κάθε απόφασή του. Αν ο Λι Τσενγκ-Γου αποφάσιζε να
παντρευτεί άλλη γυναίκα, αν θεωρούσε πως έπρεπε να προχωρήσει για την κοινωνία
ή για τη γραμμή του γένους, η Λιανχούα θα υπάκουε. Θα έπαιρνε τα λίγα πράγματα
που της ανήκαν και θα επέστρεφε στο σπιτικό της — εκεί που η παρουσία της ήταν
νόμιμη, αλλά η καρδιά της ελεύθερη να ανασάνει μακριά από μυστικά, πάθη και
σκιές.
Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, η Λιανχούα έμεινε ακίνητη για λίγο,
κοιτάζοντας το λίκνο του Ζιχάο, γνωρίζοντας πως η επόμενη κίνηση δεν θα
καθοριζόταν από εκείνη, αλλά από τον άντρα που είχε ήδη κατακτήσει χωρίς λόγια,
χωρίς φωνή, χωρίς επίσημο όρκο. Ο χρόνος και η μοίρα ήταν στα χέρια του, και
εκείνη περίμενε.
Έτσι, ένα πρωινό, ο Λι Τσενγκ-Γου φόρεσε το σκούρο επίσημο ένδυμά του
και πήγε στο σπίτι του Ζάο Γουενλίν. Δεν πήγε με δισταγμό. Πήγε με πρόθεση. Κάθισαν
αντικριστά. Το τσάι σερβιρίστηκε αργά.
«Περνούν τα χρόνια», είπε ο Λι
Τσενγκ-Γου. «Ο Ζιχάο μεγαλώνει. Χρειάζεται μητέρα — όχι μόνο στη σκιά, αλλά και
στο όνομα.»
Ο Ζάο Γουενλίν δεν απάντησε αμέσως. Ήξερε τι σήμαινε αυτή η επίσκεψη. Το
ήξερε εδώ και καιρό. «Η Λιανχούα στάθηκε στο σπίτι σου σαν κόρη μας», είπε
τελικά. «Αντικατέστησε τη μακαρίτισσα αδελφή της. Μα ο κόσμος… ο κόσμος μιλά.»
Ο Τσενγκ-Γου έσκυψε ελαφρά το κεφάλι. «Δεν αρνούμαι το παρελθόν», είπε
προσεκτικά. «Μα τώρα μιλώ για το μέλλον. Θέλω να την πάρω ως σύζυγο, με σεβασμό
και τιμή.»
Τα δώρα που έφερε δεν άφηναν περιθώριο παρερμηνείας. Μετάξια καλύτερης
ποιότητας από εκείνα του πρώτου γάμου. Ασημένια νομίσματα σε ποσότητα που θα
εξασφάλιζε άνεση για χρόνια. Ένα μικρό κομμάτι γης στα σύνορα των χωραφιών των
Ζάο — προσφορά που σήμαινε επέκταση και δύναμη.
Ο Ζάο Γουενλίν δίστασε. Ήξερε πως κάποιοι θα ψιθύριζαν: πρώτα η μία
κόρη, ύστερα η άλλη. Μα ήξερε επίσης κάτι πιο απλό και πιο σκληρό. Η περιουσία
του Λι Τσενγκ-Γου ήταν μεγάλη. Αν δεν περνούσε μέσω της Λιανχούα, θα πήγαινε
αλλού — σε ξένη γυναίκα, σε ξένο γένος. Και τότε ο δεσμός ανάμεσα στις δύο
οικογένειες θα χαλάρωνε.
«Η κόρη μου έχει ήδη δώσει τα χρόνια της στο σπίτι σου», είπε τελικά.
«Αν γίνει αυτό, θα γίνει με ησυχία.»
Έτσι αποφασίστηκε. Δεν υπήρξαν τύμπανα. Δεν στολίστηκε η πύλη με λαμπερά
κόκκινα υφάσματα όπως την πρώτη φορά. Το χωριό ενημερώθηκε σχεδόν εκ των
υστέρων. Η τελετή έγινε λιτά, μπροστά στο ιερό των προγόνων του γένους Λι.
Η Λιανχούα δεν φόρεσε κατακόκκινο νυφικό. Επέλεξε ένδυμα σεμνό, βαθύ
κόκκινο που έγερνε προς το καστανό, χωρίς υπερβολικά κεντήματα. Τα μαλλιά της
ήταν δεμένα απλά, το βλέμμα της χαμηλωμένο — όχι από συστολή, αλλά από
επίγνωση.
Όταν γονάτισε μπροστά στις πινακίδες των προγόνων, η στάση της ήταν
σταθερή. Δεν έμπαινε σε άγνωστο σπίτι. Δεν ξεκινούσε νέα ζωή.
Επισημοποιούσε εκείνη που ήδη ζούσε. Ο
Λι Ζιχάο στεκόταν δίπλα, ντυμένος καθαρά, και την κοίταζε με εμπιστοσύνη. Για
εκείνον, τίποτα δεν άλλαζε.
Και πράγματι, στο σπίτι των Λι δεν άλλαξε σχεδόν τίποτα. Η ίδια γυναίκα
άνοιξε το επόμενο πρωί τις αποθήκες. Η ίδια έδωσε οδηγίες στα χωράφια. Η ίδια
ετοίμασε το φαγητό. Μόνο που τώρα, στο γενεαλογικό δέντρο, το όνομά της
χαράχτηκε δίπλα σε εκείνο του Λι Τσενγκ-Γου — όχι ως σκιά, αλλά ως νόμιμη
σύζυγος. Και το μυστικό, που για χρόνια ζούσε στο σκοτάδι, ντύθηκε με τη μορφή
της νομιμότητας.
Στο χωριό, κάποιοι κουνούσαν το κεφάλι. Άλλοι έλεγαν πως έτσι έπρεπε να
γίνει από την αρχή. Μα κάτω από την επιφάνεια, όλοι καταλάβαιναν κάτι, η
Λιανχούα δεν είχε απλώς παντρευτεί. Είχε κερδίσει.
Μετά από χρόνια προσεκτικών κινήσεων και σιωπηλών παθών, η Λιανχούα
έμεινε έγκυος. Η χαρά και η προσμονή γέμισαν το σπίτι των Λι. Όταν γεννήθηκε η
Λι Σουγιέν, το παιδί που έφερε φως στα μάτια του Λι Τσενγκ-Γου και της
Λιανχούα, η οικογένεια φαινόταν πλήρης. Το σπίτι ξαναβρήκε έναν νέο ρυθμό·
γέλια, βήματα παιδικά, φωνές που έσκιζαν τη σιωπή, και ο κόσμος έβλεπε πλέον
μια κανονική οικογένεια, χωρίς μυστικά να κρέμονται πάνω τους.
Η Λιανχούα ήταν γεμάτη ζωή. Η αγάπη της για τον Λι Τσενγκ-Γου και το
παιδί ήταν ολοκληρωτική. Μα η μοίρα δεν είχε ξεχάσει τη σκιά που η αδελφή της,
η Σουγιάν, είχε αφήσει πίσω.
Επτά χρόνια αργότερα, μια καλοκαιρινή μέρα, καθώς κατέβαινε στο υπόγειο
για να ελέγξει τις αποθήκες, η μοίρα χτύπησε ξανά. Τα πόδια της γλίστρησαν πάνω
σε μια υγρή πέτρα. Το σώμα της έπεσε, γκρεμοτσακίστηκε στις σκάλες, με τον ήχο
της πρόσκρουσης να σβήνει μέσα στην ησυχία. Ήταν το ίδιο υπόγειο όπου κάποτε
είχε βρεθεί επ’ αυτοφώρω με τον Λι Τσενγκ-Γου· εκεί που το μυστικό τους είχε
αρχίσει να ζει και να καίει. Τώρα, μόνη της, η Λιανχούα γνώριζε την καταστροφή
με τη σκληρότητα της μοίρας.
Το πρόσωπό της καταστράφηκε από την πτώση. Η ομορφιά που είχε
χρησιμοποιήσει τόσα χρόνια για να κρατήσει τον κόσμο σε σιωπή είχε χαθεί. Το
σώμα της υπέφερε, και η εσωτερική αιμορραγία άρχισε να την εξαντλεί. Οι μέρες
που ακολούθησαν ήταν γεμάτες πόνο και σιωπή. Κανείς δεν μπορούσε να την
ανακουφίσει· η ίδια ήξερε ότι η μοίρα είχε σφραγίσει τον κύκλο της.
Λίγες ημέρες μετά την πτώση, η Λιανχούα άφησε τη ζωή. Η σιωπή του
σπιτιού των Λι ήταν ξανά βαριά, μα τώρα δεν ήταν μόνο μυστικό· ήταν απώλεια. Ο
Λι Τσενγκ-Γου έμεινε να κοιτά το κενό που άφησε πίσω της, κατανοώντας πως η
κατάρα της πρώτης γυναίκας του, της αδελφής της Λιανχούα, η σκιά του
παρελθόντος, είχε πιαστεί και είχε ολοκληρώσει τον κύκλο της.
Η οικογένεια παρέμεινε, αλλά η γη του υπόγειου, οι σιωπές και τα
μυστικά, είχαν πλέον σφραγιστεί για πάντα. Η Λιανχούα είχε φύγει, αφήνοντας
πίσω της μια ιστορία πάθους, προδοσίας, και μοίρας που κανείς δεν θα μπορούσε
ποτέ να ξεχάσει.
Όταν ήρθε η ώρα για τον Λι Ζιχάο να φύγει για σπουδές στην πρωτεύουσα
της επαρχίας, το σπίτι των Λι φαινόταν παράξενα άδειο. Ο νεαρός προοριζόταν για
ανώτατος κρατικός υπάλληλος, ίσως και μελλοντικός δικαστής· τα βήματά του θα
τον οδηγούσαν σε δρόμους εξουσίας και γνώσης μακριά από την ήσυχη αυλή και τα
χωράφια της επαρχίας.
Στο σπίτι είχαν μείνει μόνο ο Λι Τσενγκ-Γου και η μικρή Λι Σουγιέν. Η
κόρη ήταν χαριτωμένη και ομιλητική· γεμάτη ζωή που γέμιζε τα δωμάτια με φωνές
και γέλια. Μα τα χέρια ενός ανθρώπου δεν φτάνουν να διαχειριστούν μόνο τα
παιδιά· υπήρχαν τα φαγητά, οι αποθήκες, τα χωράφια, και η τάξη που η Λιανχούα
διατηρούσε με ακρίβεια.
Ο Λι Τσενγκ-Γου αναγκάστηκε να πάρει μια απόφαση. Κάλεσε πίσω την παλιά
μαγείρισσα, τη γριά Τσεν. Η γυναίκα είχε γεράσει, τα χέρια της έτρεμαν, η πλάτη
της είχε λυγίσει, και το πρόσωπό της έφερε τις ρυτίδες των χρόνων. Μα όταν
άκουσε την πρόσκληση, δεν δίστασε. Η αφοσίωση που είχε για τον Λι Τσενγκ-Γου
ήταν βαθύτερη από κάθε πικρία ή θυμό.
«Δεν έχω κανένα παράπονο από εσένα, αφεντικό», του είπε την πρώτη μέρα
που ξαναμπήκε στην κουζίνα. Η γριά Τσεν γνώριζε καλύτερα απ’ όλους ότι όλα όσα
είχαν γίνει ήταν επιλογές της Λιανχούα. Η έμπιστη μαγείρισσα κατανοούσε από την
αρχή την αντιζηλία που έτρεφε η Λιανχούα για την μεγαλύτερη αδελφή της, έβλεπε
από τα πλάγια και από τα σιωπηλά τον τρόπο που η Λιανχούα συμπεριφερόταν.
Σίγουρα είχε ακούσει τους ήχους στο υπόγειο, και σίγουρα είχε δει την
μακαρίτισσα την πρώτη γυναίκα του Λι Τσενγκ-Γου να ανεβαίνει καταπτοημένη από
τις σκάλες, και αυτό η κατάσταση δεν ήταν μόνο από την ασθένεια αλλά από αυτό
που είχε δει. Μετά αναγνώρισε τα βήματα πρώτα της Λιανχούα που ανέβαιναν τις
σκάλες και αρκετά αργότερα τα βαριά βήματα του Λι Τσενγκ-Γου.
Ο Λι Τσενγκ-Γου ένοιωσε ένα βάρος να φεύγει από πάνω του. Τώρα, με τη
μαγείρισσα πίσω, η ζωή στο σπίτι μπορούσε να συνεχιστεί ομαλά. Η γριά Τσεν, με
την εμπειρία και την γνώση των χρόνων, ανέλαβε τα φαγητά, τη φροντίδα του
νοικοκυριού και τη μικρή Σουγιέν. Η κουζίνα μύριζε ξανά ζεστασιά και σιγανή
τάξη.
Το σπίτι των Λι είχε πια μπει σε έναν νέο κύκλο: ο πατέρας φρόντιζε για
τα χωράφια, η κόρη γέμιζε τα δωμάτια με φωνές, και η μαγείρισσα έφερνε ξανά τη
σταθερότητα που η Λιανχούα κάποτε είχε επιβάλει, αλλά τώρα χάρη στη δική της
επιστροφή μπορούσε να υπάρξει χωρίς κρυφές σκιές.
Με τον Λι Ζιχάο να λείπει για σπουδές στην πρωτεύουσα και τη μικρή Λι
Σουγιέν να μεγαλώνει και να κάνει σκανδαλιές γεμάτες ζωντάνια, ο Λι Τσενγκ-Γου
είχε καταφέρει να βάλει κάποια τάξη στη ζωή του. Η γριά Τσεν φρόντιζε την
κουζίνα, τα χωράφια ήταν σε σειρά, και τα βράδια ο άρχοντας μπορούσε να κάθεται
στο δωμάτιό του χωρίς ακατάστατα έγγραφα ή φωνές να τον διακόπτουν.
Μα τότε του έφτασε μια άκρως εμπιστευτική πρόταση. Ήταν μια κοπέλλα από
τα μέρη της επαρχίας Φουτζιέν, εκεί όπου η γη συναντά τη Θάλασσα της Νότιας
Κίνας, με αλμυρό αέρα και κύματα που τράβαγαν τα βλέμματα των ναυτικών και των
εμπόρων. Η κοπέλλα ήταν πανέμορφη — και για να γίνει σύζυγος του Λι Τσενγκ-Γου,
θα έπρεπε να δοθούν πλουσιοπάροχα δώρα. Τα μισά από αυτά θα κατέληγαν στα χέρια
των μεσαζόντων, που εξασφάλιζαν την επικοινωνία και το ταξίδι της, και τα
υπόλοιπα στην οικογένειά της, για να ευχαριστηθούν τη δική τους σύζευξη με τον
άρχοντα της επαρχίας Σετσουάν.
Ο Λι Τσενγκ-Γου κοίταξε το πρόσωπό της, σκιτσαρισμένο σε λεπτό ριζόχαρτο
με σινική μελάνη. Τα μάτια της είχαν βάθος, η στάση της σιωπηλή αλλά σίγουρη,
και η ομορφιά της έκανε κάθε σκέψη για κόσμια προσφορά να μοιάζει μικρή μπροστά
στην επιθυμία που ξύπνησε μέσα του.
Ήξερε πως ήταν καιρός για επιθυμία. Χωρίς δισταγμό, κάλυψε όλες τις
απαιτήσεις των μεσαζόντων, στέλνοντας τα πλούσια δώρα με συνοδεία αγγελιοφόρων
και φορτίων που ταξίδεψαν μέρες ολόκληρες για να φτάσουν στην παραθαλάσσια
οικογένεια.
Μερικές εβδομάδες αργότερα, η κοπέλλα έφτασε με συνοδεία, φέρνοντας μαζί
της την αύρα της θάλασσας και την υπόσχεση μιας νέας ζωής στο σπίτι των Λι. Η
άφιξή της ήταν λιτή, χωρίς τύμπανα ή κραυγές, αλλά η παρουσία της γέμισε τον
αέρα με μια ένταση που κανένας δεν μπορούσε να αγνοήσει.
Με την έλευση της δεκαεννιάχρονης Γουάνγκ Μινγκ, η διάθεση για έρωτα
επανήλθε στον Λι Τσενγκ-Γου. Ίσως τώρα περισσότερο από ποτέ. Η νεαρή σύζυγος,
με την ομορφιά της που φαινόταν αθώα αλλά κρυφά δυναμική, τον έκανε να
αισθανθεί ξανά ζωντανός — να θυμηθεί την ένταση και τις απολαύσεις που η ζωή
του είχε ήδη γευτεί, αλλά που είχε μάθει να συγκρατεί.
Ήξερε πως ο χρόνος του ήταν περιορισμένος· οι δεκαετίες που είχαν
περάσει τον είχαν διδάξει την ευθραυστότητα του σώματος, και η τρίτη σύζυγός
του, η ωραιότερη ίσως από όλες, ήταν εκεί για να τον υπηρετήσει και να γεμίσει
τα κενά που άφηναν οι απουσίες, οι θλίψεις και οι μνήμες των προηγούμενων
χρόνων.
Αυτή η αναζωπύρωση της επιθυμίας τον έκανε να παραμελήσει ελαφρώς τη
μικρή Λι Σουγιέν. Η χαριτωμένη, ζωντανή κόρη του ήταν πια επτά χρονών, γεμάτη
ζωή, σκανδαλιάρα και περίεργη. Μα η προσοχή του άρχοντα στρεφόταν περισσότερο
στα δωμάτια όπου η νεαρή Γουάνγκ Μινγκ έδινε ζωή με την παρουσία της, παρά στα
παιχνίδια της μικρής που ζητούσαν γέλια και αγκαλιές.
Ο Λι Ζιχάο δεν είχε έρθει στον γάμο· ούτε επισκεπτόταν τακτικά το σπίτι.
Οι σπουδές στην πρωτεύουσα της επαρχίας τον είχαν απορροφήσει — έτσι
τουλάχιστον δήλωνε στις επιστολές που έστελνε. Ο πατέρας του ήξερε ότι η
απουσία του ήταν απαραίτητη για την καριέρα και την κοινωνική του ανέλιξη, αλλά
δεν μπορούσε να μην παρατηρήσει πως η μικρή Σουγιέν μεγάλωνε χωρίς την
καθημερινή παρουσία του αδελφού της και, παράλληλα, με ένα πατέρα που είχε ξανά
βυθιστεί στα πάθη και τις απολαύσεις της νιότης του.
Το σπίτι είχε ξανά τον ρυθμό των απολαύσεων και των μυστικών, με τη νέα
σύζυγο να φέρνει ζωντάνια, την κόρη να γεμίζει τα δωμάτια με φωνές, και τον
άρχοντα να ισορροπεί ανάμεσα στην εξουσία, την επιθυμία και την οικογενειακή
ευθύνη — μια λεπτή γραμμή που θα καθόριζε τις επόμενες λίγες δεκαετίες της ζωής
του, όπως τότε εκείνος υπολόγιζε.
Η Γουάνγκ Μινγκγιουέ είχε μάθει καλά τον κόσμο που την είχε διαμορφώσει.
Στα μέρη της, δεν ήταν ούτε αθώα ούτε αγνή· είχε υπάρξει παλλακίδα ενός
άρχοντα, γνώριζε καλά την τέχνη της γοητείας και τη δύναμη που μπορούσε να ασκήσει
με το σώμα και τη συμπεριφορά της. Όταν ο άρχοντας εκείνος πέθανε, κάποιοι
γυρολόγοι και μεσάζοντες την πήραν στα χέρια τους και την οδήγησαν στις μαμές,
φροντίζοντας να σβήσουν κάθε ίχνος του παρελθόντος της. Έτσι, όταν έφτασε στη
Σετσουάν, παρουσίαζε τον εαυτό της ως αγνή, αμόλυντη και αθώα γυναίκα, έτοιμη
να υπηρετήσει τον νέο της κύριο.
Στην αρχή προσποιούνταν ότι αγνοούσε την ερωτική τέχνη, αλλά η
πραγματικότητα ήταν διαφορετική: ήταν ιδιαίτερα ευμαθής, παρατηρητική και
απόλυτα υπηρετική. Κάθε κίνηση, κάθε βλέμμα και κάθε λέξη ήταν μελετημένα.
Ήξερε πώς να γλυκαίνει τις στιγμές, να ξυπνάει την επιθυμία, να κρατά τον Λι
Τσενγκ-Γου καθηλωμένο χωρίς να αφήνει κανένα ίχνος αποκαλυπτικό για τους
άλλους.
Σιγά σιγά, ο άρχοντας του χωριού παραδόθηκε στην τέχνη της. Δεν ήταν
μόνο η φρεσκάδα και η νεότητα της νέας του συζύγου, αλλά η ικανότητά της να τον
τυλίγει σε έναν κύκλο φροντίδας και επιθυμίας που δεν άφηνε χώρο για σκέψεις. Η
ζωή του περιοριζόταν όλο και περισσότερο σε αυτή τη γοητεία· η ψυχή του, οι
σκέψεις του, ακόμη και οι δυνάμεις του σωματικές, άρχισαν να εξαντλούνται.
Η Γουάνγκ Μινγκγιουέ είχε παίξει το ρόλο της τέλεια. Με την προσεκτική
της υπηρέτηση, η καρδιά και το σώμα του Λι Τσενγκ-Γου έγιναν όλο και πιο
εξαρτημένα από αυτήν, μέχρι που η δύναμή του, σιγά σιγά, άρχισε να εξασθενεί
πλήρως.
Η μικρή Σουγιέν παρέμενε στο σπίτι, παρατηρώντας, παίζοντας και
μεγαλώνοντας μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η εξουσία, η επιθυμία και η μυστική
τέχνη της γυναίκας είχαν πλέον γίνει κυρίαρχα στοιχεία της καθημερινής ζωής.
Η
νύχτα εκείνη ξεκίνησε όπως τόσες άλλες, αλλά υπήρχε κάτι στο αργό φως του
φεγγαριού που έπεφτε στα δάση και στο σπίτι των Λι, κάτι που προμήνυε την
ολοκλήρωση ενός κύκλου. Η Γουάνγκ Μινγκγιουέ, με τη φρεσκάδα της νεότητας και
την ακρίβεια της εμπειρίας της, είχε ξυπνήσει ξανά την παλιά φλόγα του Λι
Τσενγκ-Γου.
Κάθισαν στο κρεβάτι του δωματίου, τα χέρια τους συναντήθηκαν, τα βλέμματα
μίλησαν αθόρυβα. Η κούραση των χρόνων, η εξάντληση των παλαιών παθών, είχαν
σβήσει σχεδόν εντελώς από τον άρχοντα. Μα η Γουάνγκ Μινγκγιουέ ήξερε πώς να του
ξυπνήσει κάθε επιθυμία, κάθε αισθησιακή ένταση που είχε αφήσει καιρό αναμονής.
Η ολονύκτια συνεύρεση ήταν μια τελετουργία θανάτου και ζωής ταυτόχρονα.
Ο Λι Τσενγκ-Γου παραδόθηκε πλήρως — όχι μόνο στην επιθυμία, αλλά και στην
απόλυτη αδυναμία του σώματός του. Η δύναμη που είχε συγκεντρώσει όλα αυτά τα
χρόνια, οι αντοχές, η πειθαρχία, όλα άρχισαν να τον εγκαταλείπουν.
Και όταν το πρώτο φως της αυγής άγγιξε τα δωμάτια, τον βρήκε ξαπλωμένο,
ακίνητο, με το σώμα του να έχει παραδώσει πλήρως τα πνεύματα του. Η Γουάνγκ
Μινγκγιουέ καθόταν δίπλα του, το βλέμμα της ήρεμο και βαθύ, γνωρίζοντας πως η
επιτυχία της — η τέλεια στρατηγική της — είχε ολοκληρωθεί.
Ο θάνατος του Λι Τσενγκ-Γου ήταν ήσυχος, σχεδόν ειρηνικός, μα για όλους
όσους τον γνώριζαν ήταν το τέλος μιας εποχής. Η μικρή Σουγιέν θα μεγάλωνε πια
χωρίς τον πατέρα της, και η Γουάνγκ Μινγκγιουέ κρατούσε πλέον στα χέρια της την
πλήρη εξουσία στο σπίτι, με τον κύκλο της επιθυμίας και της δύναμης να έχει
ολοκληρωθεί με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά, αλλά το σπίτι είχε πια τη νέα του
τάξη. Η νεότητα και η εμπειρία είχαν νικήσει, και η εξουσία είχε αλλάξει χέρια.
Επτά χρόνια είχαν περάσει από την ημέρα που ο Λι Ζιχάο είχε αναχωρήσει
για την πρωτεύουσα της επαρχίας, προορισμένος για σπουδές που θα τον έφερναν
πιθανώς σε θέση ανώτατου κρατικού υπαλλήλου ή δικαστή. Τώρα, καλούνταν να
επιστρέψει για την κηδεία του πατέρα του. Η μικρή Λι Σουγιέν είχε πάρει για
λίγες μέρες προσωρινά τη φροντίδα των γονιών της μητέρας της για να μην
παραστεί στην τελετή. Ένα μικρό παιδί ήταν αμφίβολο αν μπορούσε να αντέξει
τέτοιο θέαμα. Έδειχναν άλλωστε και με αυτό τον τρόπο την ενόχλησή τους για την
νέα γυναικεία παρουσία στο σπίτι του άρχοντα, στο σπίτι που κάποτε ήταν δικό
τους, είτε μέσω της πρώτης τους κόρης της Σουγιέν είτε πολύ περισσότερο μέσω
της δεύτερης κόρης τους της Λιαχνούα.
Η κηδεία ήταν σοβαρή και
αξιοπρεπής, με όλο το τυπικό που αναλογούσε σε έναν εύπορο άρχοντα της
περιοχής. Οι φωνές των ιερέων, οι σιγανές προσευχές, τα κόκκινα και χρυσά
αντικείμενα που στόλιζαν την αίθουσα, και οι άνδρες και γυναίκες ντυμένοι με
κατάμαυρα ενδύματα, όλα μαρτυρούσαν την κοινωνική θέση του θανόντα.
Η νεαρή χήρα του πατέρα του, η Γουάνγκ Μινγκγιουέ, στάθηκε στο πλάι του
φέρετρου με αξιοπρέπεια που δεν προσποιούνταν. Κάθε της κίνηση, η αργή,
μετρημένη θλίψη στο βλέμμα της, η απαλότητα της στάσης της, μαρτυρούσαν πως
ήξερε πώς να γεφυρώνει την απώλεια με τον ρόλο που της είχε ανατεθεί. Ήταν
θρηνούσα και ταυτόχρονα ακτινοβόλα, μια παρουσία που τραβούσε τα βλέμματα χωρίς
να προσπαθεί.
Από τη στιγμή που ο Ζιχάο την είδε, κάτι μέσα του άλλαξε. Κατάλαβε πως
αυτή η γυναίκα δεν ήταν απλώς η νεαρή χήρα του πατέρα του, αλλά μια
προσωπικότητα που εξέπεμπε δύναμη και γοητεία ταυτόχρονα. Ο τρόπος που
στεκόταν, η σιγουριά στην κίνηση και το βλέμμα της, όλα έδειχναν μια γυναίκα
που μπορούσε να κρατήσει στα χέρια της όχι μόνο τον σεβασμό αλλά και την καρδιά
των ανθρώπων γύρω της.
Η πρώτη ουσιαστική γνωριμία του Ζιχάο με την νεαρή χήρα ήταν ταυτόχρονα
σοβαρή και μαγνητική. Ένιωσε ένα είδος θαυμασμού και ταυτόχρονα μια αθέατη
ένταση· κάτι που δεν είχε νιώσει ποτέ πριν για καμία γυναίκα. Ήταν φανερό πως η
Γουάνγκ Μινγκγιουέ δεν ήταν απλώς η σύζυγος του πατέρα του, αλλά μια παρουσία
που θα άφηνε ανεξίτηλο σημάδι στην οικογένεια και στη ζωή του Ζιχάο.
Ο Ζιχάο μετά την κηδεία του πατέρα του και την ολοκλήρωση όλων των
τελετουργικών διαδικασιών επέστρεψε στην πρωτεύουσα της Σετσουάν. Τώρα όμως
εύρισκε περισσότερες προφάσεις για να επιστρέφει πίσω στο χωριό του από την
πρωτεύουσα.
Η Μινγκγιουέ είχε αναλάβει τη διαχείριση του σπιτιού. Ήταν ευφυής,
μετρημένη, και ήξερε να στέκεται μπροστά στους γεροντότερους με σεμνότητα που
δεν φαινόταν προσποιητή.
Οι φήμες άρχισαν αργά. Κάποιοι
έλεγαν πως η Μινγκγιουέ δεν επιθυμούσε να αποσυρθεί σε μόνιμη χηρεία. Άλλοι πως
ο Ζιχάο, νέος, φιλόδοξος και συχνά μόνος στα δωμάτια με τα βιβλία του, δεχόταν
τη συντροφιά της περισσότερο απ’ όσο ταίριαζε. Τίποτα δεν αποδείχθηκε. Μα σε
κλειστά σπίτια, οι σκιές μιλούν.
Η μικρή Σουγιέν μεγάλωνε βλέποντας τη μητριά με καχυποψία. Δεν την
συγχώρεσε ποτέ για το ότι πήρε τη θέση της μητέρας της. Κάθε χαμόγελο της
Μινγκγιουέ της φαινόταν υπολογισμένο. Κάθε απόφαση της —εισβολή.
Όταν ο Ζιχάο ανακοίνωσε, ύστερα από τρία χρόνια χηρείας της Μινγκγιουέ,
ότι σκόπευε να την πάρει ως σύζυγο για να «προστατεύσει την τιμή και την
περιουσία του οίκου», το χωριό σείστηκε.
Δεν επρόκειτο για απλό κουτσομπολιό. Ήταν ρήγμα. Οι υποστηρικτές του
είπαν πως, αν η Μινγκγιουέ έφευγε από το σπίτι για να ξαναπαντρευτεί αλλού,
μέρος της περιουσίας θα μπορούσε να διασκορπιστεί. Με την παραμονή της εντός
του οίκου, όλα θα έμεναν ενωμένα. Ήταν —υποτίθεται— πράξη πρακτική.
Οι αντίπαλοι ψιθύριζαν κάτι άλλο: πως η σχέση δεν γεννήθηκε από ανάγκη,
αλλά από μακρόχρονη εγγύτητα που ποτέ δεν έπρεπε να καλλιεργηθεί.
Η Σουγιέν αντέδρασε ανοιχτά. «Δεν θα τη λέω μητέρα», είπε μπροστά στους
γέροντες. «Και δεν θα τη λέω αδελφή».
Το πρόσωπό της είχε σκληρύνει πριν την ώρα του. Για εκείνη, ο γάμος δεν
ήταν πράξη διατήρησης — ήταν προδοσία της μνήμης του πατέρα της, του Λι
Τσενγκ-Γου.
Την ημέρα που ανακοινώθηκε επίσημα η ένωση του Ζιχάο με την χήρα Μινγκγιουέ,
η Σουγιέν μάζεψε τα λιγοστά της υπάρχοντα και έφυγε για το σπίτι ενός μακρινού
θείου. Κανείς δεν τη σταμάτησε. Ίσως γιατί κανείς δεν ήξερε πώς να την κοιτάξει
στα μάτια.
Ο Ζιχάο κράτησε το πρόσωπό του ανέκφραστο. Η Μινγκγιουέ στάθηκε δίπλα
του ήρεμη, σχεδόν αγέρωχη. Δεν χαμογελούσε· ούτε έδειχνε ταραχή. Ήξερε πως η
θέση της στο χωριό δεν θα ήταν ποτέ πια ουδέτερη.
Σε μια περίοδο όπου το Λο-Τζιανγκ ήδη ταλαντευόταν ανάμεσα στην
ενδογαμία και την εξωγαμία, η πράξη αυτή δεν χωρούσε σε κανένα από τα δύο
πλαίσια. Δεν ήταν απλώς στενή συγγένεια. Ήταν ανατροπή ρόλων.
Και έτσι, ο γάμος του Ζιχάο και της Μινγκγιουέ δεν έφερε μόνο ψιθύρους. Έφερε
ρωγμές. Γιατί μερικές ενώσεις δεν αλλάζουν απλώς τη γενεαλογία. Αλλάζουν τη
μνήμη. Και όταν αλλάζει η μνήμη, κανένα σπίτι δεν μένει ακριβώς το ίδιο.
Η ζωή του νέου σπιτιού μετά τον γάμο δεν ήταν ήρεμη. Ο Ζιχάο και η
Μινγκγιουέ ζούσαν κάτω από την ίδια στέγη, μα η νέα οικογένεια δεν είχε παιδί.
Κάθε μήνας που περνούσε, η σιωπή στο δωμάτιο της νύφης γινόταν βαρύτερη από ένα
άδειο λίκνο.
Η Μινγκγιουέ άρχισε να στρέφει το βλέμμα αλλού. Δεν το παραδεχόταν
δυνατά — μα η υποψία είχε βρει στόχο: τη Σουγιέν, τη μικρή αδελφή του Ζιχάο.
Την κατηγόρησε σιωπηλά, ψιθυριστά σε φίλες και υπηρέτριες, πως με μάγια ή
ξόρκια απέτρεπε τη γονιμότητά της. Κάθε ξαφνικό πιάσιμο κεφαλαλγίας, κάθε
άσχημο όνειρο, κάθε νύχτα αϋπνίας γινόταν απόδειξη για την Μινγκγιουέ πως η
Σουγιέν «δεν ήθελε το καλό της».
Η Σουγιέν, που είχε ήδη φύγει από το σπίτι και ζούσε με τον θείο της,
άκουγε τους ψιθύρους και ένιωθε τον θυμό της να φτάνει στα αυτιά της σαν καυτός
άνεμος. Δεν υπήρχε πλέον οικογενειακή ασπίδα, ούτε ο Ζιχάο να μεσολαβήσει· η
απόσταση είχε γίνει προφύλαξη και τιμωρία μαζί.
Το χωριό άρχισε να μιλά. Οι φήμες για μάγια, κατάρες ή ανικανοποίητη
γονιμότητα μεταφέρονταν από αυλή σε αυλή. Κανείς δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει
κάτι· μα η ιστορία που έδινε η ίδια η Μινγκγιουέ έμοιαζε αρκετά δυνατή για να
πιστευτεί.
Η ζωή στο σπίτι άλλαξε. Κάθε κίνηση, κάθε βλέμμα, κάθε αμηχανία έγινε
υπενθύμιση για το ποιος φαινόταν να κατέχει τη δύναμη — και για το ποιος
θεωρούνταν «υποψήφιος εχθρός».
Η απουσία παιδιού δεν ήταν πια απλώς φυσικό γεγονός· έγινε πεδίο μάχης
ανάμεσα στη Μινγκγιουέ και τη Σουγιέν, ανάμεσα στη σκιά της χηρείας, τη σιωπή
του Ζιχάο και τους ψιθύρους ενός χωριού
που αγαπά τα μυστήρια περισσότερο από την αλήθεια.
Η Μινγκγιουέ άρχισε να βλέπει σκιές εκεί όπου παλιά υπήρχε μόνο η ησυχία
του σπιτιού. Η Σουγιέν, η μικρή αδελφή του Ζιχάο, είχε φύγει από το σπίτι μετά
τον γάμο· μα η Μινγκγιουέ δεν μπορούσε να πιστέψει πως η φυγή της ήταν απλώς
θυμός ή υπερηφάνεια.
Η Σουγιέν, που είχε φύγει από το σπίτι του Λι Τσενγκ-Γου, του πατέρα
της, κουβαλούσε μαζί της θυμό και υπερηφάνεια. Δεν μπορούσε να συγχωρήσει τη
Μινγκγιουέ, τη χήρα του πατέρα της και πλέον σύζυγο του αδελφού της του Ζιχάο
Στο μυαλό της Σουγιέν, η έλευση της μητριάς δεν ήταν απλώς προσωπικό πρόβλημα·
ήταν προσβολή στο γένος.
«Ούτε με τον πατέρα μου έκανε παιδι, ούτε με τον Ζιχάο κάνει παιδιά»,
ψιθύριζε σε φίλες και συγγενείς, «και δεν θα την αφήσω να μολύνει το αίμα της
οικογένειας». Κάθε φορά που το έλεγε, το πρόσωπό της γινόταν κόκκινο από θυμό
και αποφασιστικότητα. Για τη Σουγιέν, η συνέχιση της γενιάς ήταν ιερό καθήκον·
και η Μινγκγιουέ, αυτή η άγνωστη από τα μέρη της θάλασσας, με την απουσία
παιδιών, έμοιαζε να αμφισβητεί τη φυσική τάξη και το μέλλον της οικογένειας.
Οι ψίθυροι ταξίδευαν γρήγορα στο χωριό. Οι γείτονες μιλούσαν για «σπίτι
που δεν θα έχει συνέχεια», για «γυναίκα που δεν μπορεί να προσφέρει
κληρονομιά», και για τον Ζιχάο που, παρά την ευγενική του φύση, δεν μπορούσε να
αλλάξει τη μοίρα του οίκου.
Η Μινγκγιουέ, όταν άκουγε τα λόγια αυτά, ένιωθε το στήθος της να
σφίγγεται. Δεν ήταν μόνο η αίσθηση αποτυχίας· ήταν η καχυποψία που είχε
φυτευτεί στην καρδιά της για τη Σουγιέν. Κάθε επίσκεψη συγγενών, κάθε επιστολή
που έφτανε στο σπίτι έφερνε μαζί της μνήμες και κατηγορίες.
Η Σουγιέν είχε πάρει την απόφασή της. Στο μυαλό της, η Μινγκγιουέ ήταν
ακατάλληλη να κρατήσει τη θέση της στην οικογένεια — στείρα, αδύναμη,
επικίνδυνη για το καθαρό αίμα του οίκου. Η φήμη που άρχισε να κυκλοφορεί δεν
ήταν απλώς κουτσομπολιό· ήταν όπλο. Και όσο η Μινγκγιουέ παρέμενε στο σπίτι
δίπλα στον Ζιχάο, τόσο περισσότερο η ένταση μεγάλωνε, σαν ένα σκοτεινό νέφος
που δεν έλεγε να διαλυθεί.
Η σύγκρουση δεν ήταν πλέον λόγος για απόσταση· ήταν η ίδια η καρδιά της
οικογένειας που δέχονταν επίθεση από τη ζήλια, τον θυμό και την ανάγκη της
Σουγιέν να προστατεύσει το αίμα και την τιμή του οίκου.
Στο μυαλό της Μινγκγιουέ η αλήθεια είχε ένα άλλο πρόσωπο. Η Σουγιέν ήταν
ερωτευμένη με τον Ζιχάο. Κι αν η μικρή αδελφή είχε νιώσει έλξη για τον αδελφό
της, τότε είχε δραπετεύσει όχι για να γλυτώσει από τη μητριά, αλλά για να μην
ενοχληθεί ο πόθος της. Κάθε φορά που σκεφτόταν τη φυγή της, η Μινγκγιουέ ένιωθε
έναν κρυφό θυμό, ένα αναπάντεχο σφίξιμο στο στήθος.
Ταυτόχρονα, η ίδια ζήλευε τον Ζιχάο που πηγαινοερχόταν στην πρωτεύουσα
της Σετσουάν. Δεν ήταν μόνο η ανησυχία ότι θα συναντούσε γυναίκες των
γραφειοκρατών, παλλακίδες ή σαγηνεύτριες της νύχτας· ήταν και ο φόβος ότι εκεί,
μακριά, ίσως να υπήρχε μυστική επαφή με τη Σουγιέν.
Η Μινγκγιουέ παρακολουθούσε κάθε επιστολή, κάθε απόπειρα επικοινωνίας
που φτάνει στο σπίτι, κάθε στιγμή που ο Ζιχάο έμενε περισσότερο στην πρωτεύουσα
απ’ ό,τι έπρεπε. Κι όσο τα χρόνια περνούσαν, η φαντασία της γέμιζε εικόνες που
ποτέ δεν επιβεβαιώθηκαν — κρυφές συναντήσεις, ψίθυρους στο φως των κεριών,
βλέμματα που δεν της απευθύνονταν αλλά που εκείνη τα ένιωσε σαν απειλή.
Ο γάμος τους, που θεωρητικά θα έπρεπε να φέρει γαλήνη και ασφάλεια, είχε
γίνει πεδίο υποψίας και ζήλιας. Η Μινγκγιουέ δεν είχε παιδί στο σπίτι· μα κάθε σκιά της αδελφής του άντρα
της στο μυαλό της ήταν αρκετή για να φουντώσει την καχυποψία της, να
τροφοδοτήσει την αίσθηση ότι δεν είχε τον έλεγχο — και ότι ο Ζιχάο ίσως να μην
της ανήκε πλήρως, ούτε καν στο βλέμμα του.
Έτσι η ζωή στο σπίτι, ήσυχη εξωτερικά, μέσα της ήταν γεμάτη φαντάσματα:
η μικρή Σουγιέν που έφυγε, οι φήμες, οι σκέψεις για την πρωτεύουσα, και η ζήλια
που ανακατευόταν με την ανάγκη της Μινγκγιουέ να κρατήσει τον Ζιχάο κοντά της.
Κάθε επιστροφή του από την πρωτεύουσα γινόταν τελετουργία υποψίας, και κάθε
αναχώρησή του πηγή αβεβαιότητας.
Η καρδιά της Μινγκγιουέ είχε γίνει πεδίο μάχης ανάμεσα σε φόβο, ζήλια
και επιθυμία να διατηρήσει τη θέση της στο σπίτι· κι όσο προσπαθούσε να ελέγξει
την εικόνα του Ζιχάο, τόσο πιο έντονα αναδύονταν οι σκέψεις για τη Σουγιέν, την
κόρη της παραδουλεύτρας όπως την χαρακτήριζε, σαν ένα φάντασμα που ποτέ δεν
μπορούσε να εξαφανιστεί.
Η Σουγιέν είχε θέσει έναν ξεκάθαρο στόχο, και κάθε κίνηση στη ζωή της
στην πρωτεύουσα υπηρετούσε αυτόν: εκδίκηση και αποκατάσταση της οικογενειακής
της τιμής. Η Μινγκγιουέ, η μητριά που είχε παντρευτεί τον Ζιχάο, είχε κατ’
εκείνην καταπατήσει την τάξη της οικογένειας· η παρουσία της δίπλα στον Ζιχάο,
όλα αυτά έπρεπε να αντιμετωπιστούν.
Τα χρήματα δεν ήταν πρόβλημα για τη Σουγιέν. Ο ηλικιωμένος θείος της από
την πλευρά της μητέρας της, ο Λι Τσιουέν, ήταν άκληρος και παντρεμένος μόνο με
την εργασία του ως έμπορος. Είχε φέρει πλούτο από τη διακίνηση μεταξιού, ρυζιού
και τσαγιού, και διατηρούσε επαφές σε όλη την πρωτεύουσα και τα γειτονικά
λιμάνια. Η περιουσία του —σπίτια, αποθήκες, καράβια, μετοχές και χρυσά— αφού δεν
είχε άλλους κληρονόμους θα μπορούσε να καταλήξει στη Σουγιέν, αν εκείνη γνώριζε
πώς να κινηθεί.
Στην καρδιά της, η Σουγιέν δεν ήθελε απλώς τα χρήματα. Ήθελε δικαίωση:
να δείξει ότι η Μινγκγιουέ δεν είχε κανένα δικαίωμα να υπερέχει, να
διαχειρίζεται την περιουσία πρώτα του πατέρα της και τώρα σε δεύτερο λόγο του
αδελφού της, ή να αμφισβητεί την καθαρότητα του αίματος της οικογένειας. Κάθε
σχέδιο, κάθε φιγούρα, κάθε ψίθυρος στην πρωτεύουσα ήταν κομμάτι ενός παιχνιδιού
στρατηγικής.
Η Σουγιέν άρχισε να κινείται με ακρίβεια. Συναντούσε εμπόρους και γνωστούς
του Λι Τσιουέν, συμμετείχε σε κοινωνικές εκδηλώσεις, έστελνε επιστολές με την
κατάλληλη διατύπωση, ώστε να μιλήσουν για την ευφυΐα και την επιρροή της.
Κανείς δεν υποψιαζόταν πως κάτω από την κομψότητα και τη γοητεία της νύχτας
κρυβόταν ένας άνθρωπος με σχέδιο εκδίκησης και υπολογισμένη υπομονή.
Στο μυαλό της, κάθε επιστροφή του Ζιχάο στην πρωτεύουσα, κάθε επαφή με
παλλακίδες ή συναναστροφές με αξιωματούχους, ήταν κομμάτι του παιχνιδιού. Θα
τον παρακολουθούσε, θα κρατούσε τη Μινγκγιουέ υπό ψυχολογική πίεση και, όταν η
στιγμή ήταν σωστή, θα είχε όλα τα εφόδια για να πάρει πίσω ό,τι θεωρούσε ότι
της ανήκε: την τιμή, τη δύναμη, την περιουσία και την υπεροχή στην οικογενειακή
ιεραρχία.
Η Σουγιέν δεν ήταν πλέον απλή κόρη που είχε φύγει θυμωμένη από το σπίτι·
ήταν γυναίκα που ήξερε πώς να μετατρέπει τη γνώση, τη γοητεία και την κοινωνική
επιρροή σε όπλο εκδίκησης. Κι η Μινγκγιουέ, όσο άτρωτη κι αν φαινόταν, θα
ένιωθε σύντομα την πίεση να τεντώνεται γύρω της σαν αόρατο σχοινί.
Η Σουγιέν στην πρωτεύουσα της Σετσουάν. Εκεί, μακριά από τα μάτια του
χωριού και από τη σκιά της Μινγκγιουέ, ένιωσε την πρώτη πραγματική ελευθερία
της ζωής της. Μέσα στα στενά σοκάκια και τα φωτισμένα από φαναράκια σπίτια της
νύχτας, υιοθέτησε μια νέα ταυτότητα: εκείνη της γόησσας της πρωτεύουσας, μια
γυναίκα που δεν ήταν πια η θυμωμένη μικρή αδελφή αλλά μια παρουσία που οι
άντρες προσέγγιζαν με δέος και περιέργεια. Κανείς δεν ήξερε το παρελθόν της·
κανείς δεν ήξερε το όνομά της.
Ένας νεαρός άνδρας, άγνωστος, άρχισε να την παρακολουθεί από μακριά. Ίσως
και εκείνη φρόντιζε με τον τρόπο της να την βρίσκει εύκολα ή να εμφανίζεται
τυχαία μπροστά του. Κάθε φορά που επέστρεφε στην πρωτεύουσα για υποθέσεις ή
σπουδές, έψαχνε τα ίδια σοκάκια, τα ίδια φανάρια, και την αναγνώριζε αμέσως.
Για εκείνον, η συνάντηση με τη Σουγιέν έγινε εμμονή· η παρουσία της έμοιαζε να κινεί
τον χρόνο γύρω του σαν τρελός, σαν μαγνήτης που δεν μπορούσε να αγνοήσει.
Η Σουγιέν, από τη μεριά της, αντιλαμβανόταν το ενδιαφέρον του αλλά
διατήρησε την ψυχραιμία της. Κάθε συνάντηση ήταν μια δοκιμή· κάθε βλέμμα, ένας
διάλογος χωρίς λέξεις. Δεν ήθελε προσκόλληση, δεν ήθελε ενοχή. Ήθελε μόνο την
αίσθηση ότι μπορούσε να διαχειρίζεται τη ζωή της όπως εκείνη ήθελε — να
διαλέγει ποιον θα αφήσει να τη δει και ποιον όχι.
Και έτσι, οι επισκέψεις του άγνωστου έγιναν ρυθμός. Κάθε φορά που ο
άγνωστος επέστρεφε στην πρωτεύουσα, η συνάντηση ήταν σαν να ανοίγει ξανά ένα
παράθυρο που δεν είχε κλείσει ποτέ: η ένταση της νύχτας, η σαγήνη της παρουσίας
της και η επικίνδυνη αίσθηση ελέγχου πάνω στη μοίρα της ίδιας.
Σιγά σιγά, η πρωτεύουσα έγινε γι’ αυτήν τόπος όπου η ζωή της, η επιθυμία της και ο κρυφός
θαυμαστής της συνυπήρχαν σαν μυστικό που μόνο η νύχτα γνώριζε. Η Σουγιέν είχε
υιοθετήσει μια ψεύτικη ταυτότητα για να μην αναγνωριστεί από τον μόνιμο
θαυμαστή της στην πρωτεύουσα. Του είχε πει πως ονομαζόταν Λιου Τζινγκχουά και
πως καταγόταν από μια μακρινή επαρχία, όπου οι ανάγκες της την είχαν αναγκάσει
να παρέχει νυχτερινή παρέα σε ταξιδιώτες για να επιβιώσει. Ήταν ψέματα —
ακριβώς όπως ήθελε να φαίνεται: εύθραυστη, ανεξάρτητη, αλλά εκτεθειμένη στις συγκυρίες
της ζωής.
Ο άνδρας δεν φαινόταν να την έχει αναγνωρίσει. Του έδειχνε μόνο τη
γοητεία της και μια αινιγματική διάθεση, και αυτό ήταν αρκετό για να τον
τραβήξει κοντά της. Σιγά σιγά άρχισε να της εκμυστηρεύεται τα δικά του βάσανα.
«Ο γάμος μου ήταν ατυχής», της είπε μια νύχτα, καθώς περπατούσαν σε ένα
φωτισμένο σοκάκι. «Η Μινγκγιουέ… ήταν όμορφη, δεν το αμφισβητώ, μα δεν είχε
καλό χαρακτήρα. Και δεν μπόρεσε τέ να κάνει παιδί. Ό,τι κι αν προσπάθησα, όλα
έμοιαζαν να χάνονται».
Η Σουγιέν τον άκουγε με ενδιαφέρον, κρατώντας την αλήθεια για τον Ζιχάο
καλά φυλαγμένη. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, όχι από συμπάθεια, αλλά από την
αίσθηση ελέγχου που της έδινε αυτή η σχέση. Μπορούσε να παρακολουθεί τις ενοχές
και τις απογοητεύσεις του άνδρα, να ακούει τα μυστικά του, να συλλέγει
πληροφορίες για την οικογένειά του και την ευάλωτη θέση του — όλα χρήσιμα
εργαλεία στην προσπάθειά της να εκδικηθεί τη Μινγκγιουέ και να αποκαταστήσει
την τιμή και την περιουσία της.
Κάθε φορά που εκείνος μιλούσε για την ομορφιά αλλά και τη σκληρότητα της
Μινγκγιουέ, η Σουγιέν ένιωθε μια αόρατη ικανοποίηση. Η αλήθεια που έκρυβε για
τον Ζιχάο και τη δική της θέση έμενε ασφαλής, ενώ ο θαυμαστής της συνέχιζε να
τη βλέπει σαν άγνωστη Λιου Τζινγκχουά — εύθραυστη, μυστηριώδη, δεμένη με τις
νύχτες της πρωτεύουσας και όχι με την πατρική οικογένεια που τον απειλούσε.
Η Σουγιέν είχε έναν ακριβή και ψυχρό
σχεδιασμό που ξεκινούσε από τη νύχτα και την ψευδή ταυτότητα της Λιου
Τζινγκχουά. Ήξερε ότι ο μόνιμος θαυμαστής της, ο άνδρας που επισκεπτόταν την
πρωτεύουσα τακτικά, ήταν ευάλωτος στις γοητείες της, και ήρθε η στιγμή να
μετατρέψει αυτή την αδυναμία σε εργαλείο.
Η πρώτη φάση ήταν ήδη σε εξέλιξη. Η Σουγιέν
τον είχε τυλίξει με μυστήριο, του είχε δώσει την εντύπωση μιας γυναίκας που έπασχε
από τα δικά της βάσανα, και τον είχε βάλει να μιλά για τον ατυχή γάμο του με τη
Μινγκγιουέ, για την ομορφιά αλλά και την ψυχρή της φύση. Εκείνος, καθηλωμένος
από τη γοητεία και την ευφυΐα της, δεν υποψιαζόταν ότι η «Λιου Τζινγκχουά» ήταν
η ίδια η Σουγιέν — και ότι κάθε λέξη, κάθε βλέμμα, κάθε χαμόγελο ήταν μέρος
ενός σχεδίου εκδίκησης.
Στόχος της Σουγιέν ήταν σαφής: να τον κάνει
να την ερωτευτεί τρελά. Να γεμίσει το μυαλό και την καρδιά του μόνο με εκείνη.
Έπειτα, όταν η εξάρτησή του από την παρουσία της θα ήταν απόλυτη, θα μπορούσε
να τον στρέψει ενάντια στη Μινγκγιουέ — να τον απομακρύνει από τη μητριά της
οικογένειας και να ανοίξει δρόμο για την εκδίκηση και την αποκατάσταση της
τιμής της.
Κάθε συνάντηση ήταν προσεκτικά σχεδιασμένη
από την πλευρά της. Η Σουγιέν φρόντιζε
να εμφανίζεται την κατάλληλη στιγμή, να γεμίζει τα αυτιά του με λόγια που
ξυπνούσαν εμπιστοσύνη, να δείχνει εύθραυστη αλλά και ανεξάρτητη. Δεν ήταν
έρωτας, τουλάχιστον όχι ακόμα· ήταν στρατηγική, παιχνίδι εξουσίας και
χειραγώγησης.
Η Σουγιέν ήξερε ότι η δύναμη της έγκειται
στη μυστική της ταυτότητα και στην αδυναμία του άνδρα. Όσο εκείνος δεν ήξερε
ποια ήταν πραγματικά, η Σουγιέν μπορούσε να ελέγχει την κατάσταση. Κι όσο ο
έρωτας του άνδρα αυξανόταν, τόσο πιο εύκολα θα μπορούσε να τον αποσπάσει από τη
Μινγκγιουέ, να σπρώξει τη μητριά σε μια θέση αδυναμίας και να πάρει πίσω ό,τι
θεωρούσε ότι της ανήκε: την τιμή της οικογένειας και τον έλεγχο της περιουσίας.
Για τη Σουγιέν, όλα ήταν θέμα υπομονής,
ψυχραιμίας και ακριβείας· η καρδιά της δεν χτυπούσε για τον άνδρα, αλλά για το
σχέδιο της εκδίκησης που είχε ήδη αρχίσει να κινείται σαν αόρατη σιδερένια
κλωστή γύρω από όλους όσοι είχαν την τύχη να βρίσκονται στον δρόμο της.
Η ανησυχία είχε αρχίσει να τρυπώνει στην
καρδιά της Σουγιέν. Ο άνδρας επισκέπτης, που συνήθιζε να εμφανίζεται στην
πρωτεύουσα με σταθερή συχνότητα, είχε μέρες να φανεί, κι αυτή νιώθοντας την
απουσία του σαν κενό αέρα, περνούσε τις ώρες της ανυπόμονη. Η νύχτα και η ημέρα
συγχέονταν στις σκοτεινές γωνιές της πόλης· κάθε ήχος στους δρόμους της
πρωτεύουσας, κάθε βήμα πάνω στα βρεγμένα πλακόστρωτα, φούντωνε την προσδοκία
της.
Ταυτόχρονα, η Σουγιέν αρνιόταν επίμονα τα
προξενειά που της έφερνε ο θείος της, Λι Τσιουέν. Κάθε νέος υποψήφιος γαμπρός,
όσο πλούσιος ή με κύρος κι αν ήταν, έπεφτε στο κενό. Δεν την ενδιέφεραν τα
χρήματα ή η κοινωνική θέση· το μυαλό και η καρδιά της ήταν δεμένα σε έναν μόνο
στόχο: την επικείμενη συνάντηση με τον άγνωστο επισκέπτη που είχε καταφέρει να
την γοητεύσει με τον δικό του τρόπο, χωρίς να γνωρίζει ποια ήταν πραγματικά.
Και τότε ήρθε η μέρα που η βροχή δεν
σταματούσε από το πρωί. Τα νερά κατέκλυζαν τους δρόμους της πρωτεύουσας· οι
φωνές των περαστικών και τα φώτα των φαναριών καθρεφτίζονταν στις λιμνούλες που
σχηματίζονταν στα σοκάκια. Η Σουγιέν καθόταν κοντά στο παράθυρο, τα δάχτυλα να
τρέμουν από ανυπομονησία και κρύο, ακούγοντας το ρυθμικό χτύπημα της βροχής
στις κεραμιδοσκεπές.
Ξαφνικά, ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα την
έκανε να αναπηδήσει. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά, ο φόβος και η χαρά ανακατεύτηκαν.
Άνοιξε την πόρτα και εκείνος στεκόταν μπροστά της, μουσκεμένος μέχρι το
κόκκαλο, τα ρούχα του βαριά από τη βροχή, αλλά με το βλέμμα του να φωτίζει ό,τι
η βροχή και η νύχτα προσπαθούσαν να κρύψουν.
«Λιου Τζινγκχουά…;» της ψιθύρισε, σχεδόν
ακούγοντας τον ήχο της φωνής του μέσα στην καταιγίδα. «Ναι…» απάντησε εκείνη, η
φωνή της τρεμούλιαζε, όχι από το κρύο, αλλά από την ίδια ένταση που ένιωθε κι
αυτή. «Δεν μπορούσα να περιμένω άλλο» της είπε.
Η Σουγιέν ένιωσε το στήθος της να γεμίζει
αδημονία και ικανοποίηση. Η στιγμή που περίμενε είχε φτάσει: η συνάντηση που θα
άνοιγε την επόμενη φάση του σχεδίου της — να τον κάνει να ερωτευτεί, να τον
φέρει κοντά της, και να αρχίσει η διαδικασία της εκδίκησης ενάντια στη
Μινγκγιουέ.
Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα, οι δρόμοι ήταν
άδειοι, και η πρωτεύουσα φαινόταν να έχει παγώσει για λίγο, σαν να αναγνώριζε
ότι εκείνη τη στιγμή δύο μοίρες ενώνονταν στο ίδιο σπίτι, κάτω από τα νερά της
καταιγίδας.
Η Σουγιέν, τώρα μόνιμα ως Λιου Τζινγκχουά
στα μάτια του επισκέπτη, ένιωσε την ένταση της στιγμής να τη διαπερνά ολόκληρη.
Η βροχή χτυπούσε δυνατά στα παράθυρα, οι δρόμοι ήταν έρημοι, κι ο χρόνος μέσα
στο δωμάτιο φαινόταν να έχει παγώσει.
Όταν εκείνος βρέθηκε κοντά της, η ψυχική της
προετοιμασία συνάντησε την αίσθηση της σάρκας. Το κορμί της σπαρταρούσε,
τρέμοντας από την ένταση και την προσμονή. Ήξερε ότι αυτό που συνέβαινε δεν
ήταν απλώς παιχνίδι· ήταν η πρώτη πραγματική ένωση με τον άνδρα που είχε
επιλέξει να γίνει μέσο και στόχος της.
Η Σουγιέν ένιωθε πως είχε πλέον κάτι δικό
του μέσα της — και ταυτόχρονα, ότι κάτι εκείνος είχε κερδίσει από εκείνην,
χωρίς να γνωρίζει την αλήθεια για την ταυτότητά της. Η στιγμή ήταν γλυκόπικρη·
η σωματική ένωση γινόταν ταυτόχρονα εργαλείο και προέκταση του σχεδίου της.
Με κάθε δόνηση της καρδιάς της, με κάθε
ανάσα που συγχρονιζόταν με τη δική του, η Σουγιέν ήξερε πως είχε δημιουργήσει
ένα αόρατο δεσμό, έναν σύνδεσμο που θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην εκδίκησή
της. Το σώμα της σπαρταρούσε, ναι, αλλά η ψυχή της ήταν απόλυτα συγκεντρωμένη.
Τώρα είχε μέσα της τον άνδρα που θα γινόταν μέσο για να αποκαταστήσει την τιμή
και τη δύναμη που της ανήκαν.
Η νύχτα έξω συνέχιζε την καταρρακτώδη βροχή,
μα μέσα στο δωμάτιο, η Σουγιέν ένιωσε πως το παιχνίδι είχε αλλάξει. Δεν ήταν
πια απλώς η θυμωμένη μικρή κόρη που είχε φύγει από το σπίτι· ήταν γυναίκα με
στρατηγική, που κρατούσε στην παλάμη της μια δύναμη που θα της επέτρεπε να
στρέψει τις μοίρες των άλλων εκεί που ήθελε.
Μέσα στην ατέλειωτη καταιγίδα, η βροχή που
χτυπούσε με μανία τα παράθυρα και τα σοκάκια της πρωτεύουσας έσβησε κάθε
αίσθηση χρόνου. Η νύχτα είχε εξαφανιστεί, όπως κι η ενοχή που άλλοτε βάραινε
την καρδιά της Σουγιέν. Δεν υπήρχαν πια όρια, κανόνες ή παρελθόν· υπήρχε μόνο η
στιγμή, η ένταση, η σωματική και ψυχική ένωση που τη διαπέρασε ολόκληρη.
Τώρα, το σχέδιο και η εκδίκηση υποχώρησαν
σε δεύτερο πλάνο. Η Σουγιέν ένιωθε κάτι πολύ περισσότερο· ένιωθε ότι ήταν
ερωτευμένη. Κάτι άγνωστο και ακαταμάχητο είχε φωλιάσει μέσα της: η αίσθηση ότι
ανήκε σε εκείνον, όπως κι εκείνος ανήκε σε εκείνη. Κάτι μέσα της είχε αλλάξει
για πάντα· η σύνδεση που είχαν δημιουργήσει δεν ήταν πλέον προσωρινή ούτε μέσο
για κάποιο σκοπό. Ήταν μια αναγνώριση της καρδιάς, μια μόνιμη αίσθηση
αφοσίωσης, που έμοιαζε να χαράζεται βαθιά στην ψυχή της.
Και τότε ήρθε η επίγνωση του ανεξιχνίαστου,
σχεδόν μυστηριακού· κάτι είχε κατατεθεί μέσα της μόνιμα. Το ίχνος ενός παιδιού,
όχι απλώς ως φαντασία ή σχέδιο, αλλά ως απόδειξη της νέας ζωής που είχαν
δημιουργήσει μαζί. Η Σουγιέν ένιωσε πως εκεί, μέσα της, υπήρχε κάτι δικό τους,
που θα συνέδεε τις ζωές τους πέρα από την εκδίκηση, πέρα από τον χρόνο, πέρα
από κάθε σκέψη για το μέλλον.
Η βροχή συνέχιζε να πέφτει ασταμάτητα, μα
μέσα στο δωμάτιο, μέσα στην καρδιά της, η Σουγιέν ένιωσε την αιωνιότητα να
ξεκινά εκείνη τη νύχτα· μια αιωνιότητα που ανήκε σε εκείνη και σε εκείνον, και
σε κάτι που μόλις είχε αρχίσει να υπάρχει ανάμεσά τους.
Τρεις ημέρες πέρασαν σαν μια ατελείωτη νύχτα
φωτός μέσα στο δωμάτιο. Η Σουγιέν και ο άγνωστος επισκέπτης είχαν ζήσει κάθε
στιγμή σε ένταση και πληρότητα· η παρουσία του είχε γίνει αναπόσπαστο κομμάτι
της, το μυαλό της είχε αφεθεί στον παλμό της καρδιάς του και κάθε ανάσα τους
συγχρονιζόταν σαν να υπήρχε μόνο εκείνος και εκείνη στον κόσμο.
Μα όπως όλες οι στιγμές, ήρθε η ώρα που
εκείνος έπρεπε να φύγει. Η Σουγιέν τον συνόδευσε στην πόρτα, με δάκρυα να
κυλούν στα μάγουλά της, αλλά και με ένα χαμόγελο που έκρυβε όλη την προσμονή
και τη δύναμη της καρδιάς της. Στο βλέμμα της, εκείνος φάνηκε σαν φωτεινός
ήλιος, σαν κάποιος που θα συνέχιζε να φωτίζει τις μέρες της, ακόμα κι αν η
σωματική του παρουσία απουσίαζε.
Ήξερε ότι θα επέστρεφε σύντομα· η καρδιά της
δεν είχε αμφιβολία. Κι εκείνη, όμως, είχε πάρει μια απόφαση: δεν θα του έλεγε
τίποτα από τα μυστικά της. Θα περίμενε τη γέννηση του παιδιού που τώρα κρυφά
υπήρχε μέσα της. Κάθε κίνηση, κάθε σκέψη, κάθε μέρα ήταν προετοιμασία για την
ώρα που θα έδειχνε στον κόσμο — και σε εκείνον — την απόδειξη της δύναμής της,
της ικανότητάς της να φέρει δίκαιο το αίμα και να δημιουργήσει καρπό που θα
ανήκε σε εκείνον και μόνο.
Το παιδί θα ήταν η απόλυτη σιωπηλή μαρτυρία:
δεμένο με τη ζωή και την καρδιά της Σουγιέν, αλλά και με τον μυστικό δεσμό που
είχαν δημιουργήσει εκείνες τις νύχτες· η απόδειξη ότι η γυναίκα που είχε φύγει
μικρή από το σπίτι είχε γίνει πηγή ζωής, δύναμης και εκδίκησης, έτοιμη να
ξαναγράψει τη μοίρα της οικογένειας με δικό της χέρι.
Ο άγνωστος επισκέπτης επέστρεψε στην
πρωτεύουσα με την ίδια συχνότητα που είχε κρατήσει στο μυαλό του η Σουγιέν· μα
αυτή τη φορά η καρδιά του δεν ήταν άδεια ούτε μόνο γεμάτη θαυμασμό. Μέσα του,
ήταν χαραγμένες οι απειλές και οι κατηγορίες της γυναίκας του, της Μινγκγιουέ,
που τον είχε προειδοποιήσει για την αδελφή του, για τη Σουγιέν. Το μυαλό του
τριγύριζε στους φόβους που του είχε εμφυσήσει η Μινγκγιουέ και σκεφτόταν και
αυτός μήπως είχε δίκηο η Μινγκγιουέ που του έλεγε πως η αδελφή του τον είχε
ερωτευτεί, φέρνοντάς του σαν απόδειξη ότι εκείνη δεν ήθελε ακόμη να παντρευτεί.
Η Μινγκγιουέ ήξερε για τον πλούσιο θείο της Σουγιέν, τον Λι Τσιουέν, που είχε
κάνει τα πάντα για να την παντρέψει με κάποιον ισχυρό σύζυγο. Κι όμως, εκείνη
αρνιόταν κάθε πρόταση. Άρα γε πώς να ήταν η Σουγιέν. Είχε να την δει λίγο πριν
από την ημέρα του γάμου του. Τότε ήταν δωδεκάχρονη κοπέλλα.
Καθώς βρέθηκαν ξανά στο κρεβάτι, η Σουγιέν,
με το βλέμμα της σκοτεινό και μυστηριώδες, τον πλησίασε. Και τότε, θολές
εικόνες άρχισαν να εμφανίζονται στο μυαλό του. Μνήμες από τη μητέρα του, λέξεις
και φράσεις που είχε ακούσει όταν ήταν παιδί, ξαναήρθαν με ένταση· μα αυτή τη
φορά, οι φράσεις με τον ίδια τονισμό και τρόπο, επαναλήφθηκαν από τη γόησσα της
νύχτας.
Ένιωσε ένα ρίγος να τον διαπερνά. Ήταν σαν
να βλέπει τη ζωή του να συνδέεται με την παρελθόν, σαν να του υπενθύμιζαν ότι η Σουγιέν ήταν πολύ
περισσότερα από μια γυναίκα της νύχτας — ήταν αινιγματική, επικίνδυνη, και
συνδεδεμένη με τα πιο βαθιά κομμάτια της δικής του ιστορίας. Κι ενώ η σάρκα
τους έσμιγε, το μυαλό του προσπαθούσε να ξεχωρίσει την πραγματικότητα από τη
σκιά του παρελθόντος, αναρωτώμενος πού τελειώνει ο έρωτας για τη γυναίκα του,
την τέως μητριά του, και και πού αρχίζει
η δύναμη που εκείνη η γόησσα της νύχτας είχε αποκτήσει πάνω του.
Η ένωση τους, σωματική και συναισθηματική,
έγινε ταυτόχρονα πηγή ηδονής και σύγκρουσης· η καρδιά του άρχισε να παίζει
ανάμεσα σε έλξη και αμφιβολία, ενώ η Σουγιέν κρατούσε τον έλεγχο, χαμογελώντας
μυστικά για το παιχνίδι που είχε ξεκινήσει πριν από καιρό, ξέροντας πως η μοίρα
της και εκείνου ήταν πλέον δεμένα με έναν τρόπο που κανένας δεν μπορούσε να
διαλύσει.
Καθώς οι κορμοί τους ήταν αγκαλιασμένοι, η
βροχή να χτυπάει ακόμα στα παράθυρα και ο κόσμος έξω να φαίνεται μακρινός και
αδιάφορος, εκείνος σφίγγει απαλά τη Σουγιέν και της ψιθυρίζει: «Μου ασκείς μια
παράξενη έλξη… μια δύναμη που δεν μπορώ να καταλάβω… και ταυτόχρονα μια θαλπωρή
που ποτέ δεν είχα νιώσει. Είναι σαν να μου λείπει κάτι και εσύ το γεμίζεις».
Η Σουγιέν χαμογέλασε, σφίγγοντας κι εκείνη
τη φιγούρα του, και του απάντησε με ήρεμη βεβαιότητα: «Για να σου προσφέρω αυτά
που νιώθεις… σημαίνει ότι σου δίνω αυτά που σου λείπουν και ότι καμμιά γυναίκα
δεν στα έδωσε μέχρι τώρα.»
Τα λόγια της ήταν σαν νόημα που υπερέβαινε
τα λόγια: όχι απλώς υπόσχεση ή εξομολόγηση, αλλά μια δήλωση δύναμης και
συναισθήματος μαζί. Η Σουγιέν ήξερε ότι μέσα σε εκείνη την αγκαλιά είχε χαράξει
μια παρουσία που θα μείνει για πάντα, μια ένωση σωματική, ψυχική και μυστική —
και ήξερε επίσης ότι είχε δώσει στον άνδρα αυτόν κάτι που δεν μπορούσε να βρει
αλλού, κάτι που θα τον έκανε να επιστρέφει πάντα, μαγνητισμένος από την ίδια τη
δύναμη της ύπαρξής της.
Ήταν μια στιγμή όπου η επιθυμία, η εξουσία
και η θαλπωρή ενώθηκαν· η Σουγιέν ένιωσε ότι είχε καταφέρει να δώσει στον άνδρα
κάτι μοναδικό, αλλά και να κρατήσει το μυστικό της. Η δύναμη που του έλειπε,
τώρα ανήκε σε εκείνη — και μαζί, μέσα στην αγκαλιά τους, η νύχτα, η βροχή και ο
κόσμος έξω είχαν χαθεί για πάντα.
Η Σουγιέν παρέμεινε η γόησσα της νύχτας στην
πρωτεύουσα, μυστική και ανεξάρτητη, κρατώντας για τον εαυτό της το παιχνίδι της
δύναμης και της γοητείας. Εκείνη γέννησε το παιδί του Ζιχάο, καρπό της ένωσης
τους, κρυφό ακόμα από τα μάτια της οικογένειας και του χωριού.
Ο Ζιχάο συνέχιζε να πηγαινοέρχεται ανάμεσα
στο χωριό και στην πρωτεύουσα της επαρχίας, ένας άνδρας βέβηλος στα μάτια των
χωριανών, ακόμη πιο βέβηλος, αλλά άγνωστος, στο σπίτι της πόλης. Οι πόλεις, η
νύχτα και η πολυκοσμία σκεπάζουν πάντα τους βέβηλους. Η πραγματικότητα που
πλέον αντιλαμβανόταν ήταν αμείλικτη. Το παιδί που είχε γεννήσει η γόησσα της
νύχτας ήταν καρπός της σχέσης του με την αδελφή του, τη Σουγιέν.
Δεν
ήθελε να το παραδεχθεί ούτε στον εαυτό του, ούτε στους άλλους. Ποτέ δεν την
αποκάλεσε ως Σουγιέν, αν και αποπειράθηκε μια φορά, αλλά στο τέλος το
ανακάλεσε. Πάνοτε την αποκαλούσε με το όνομα που του είχε εκείνη συστηθεί, Λιου
Τζινγκχουά. Το μυαλό του προσπαθούσε να χωρέσει την αλήθεια χωρίς να διαταράξει
την εικόνα που είχε για τον εαυτό του. Κι όμως, μέσα του ένιωθε μια σιωπηλή
ικανοποίηση: επιτέλους είχε έναν γιο,
απόδειξη ότι η συνέχεια του οίκου δεν είχε χαθεί, ότι το αίμα και η
γενιά θα συνεχίζονταν, έστω και μέσα από μυστικά, πάθη και νύχτες που μόνο η
πρωτεύουσα και η Σουγιέν γνώριζαν.
Η Σουγιέν, από την πλευρά της, κρατούσε το
μυστικό με υπομονή και δύναμη. Ήξερε ότι το παιδί ήταν η απόλυτη απόδειξη της
ικανότητάς της να ελέγχει μοίρες και καρδιές· και όσο ο Ζιχάο προσπαθούσε να
εξισορροπήσει το χωριό και την πρωτεύουσα, εκείνη είχε στην παλάμη της όχι μόνο
το γιο του, αλλά και το μέλλον της εκδίκησης, της δύναμης και της οικογενειακής
τιμής.
Η νύχτα στην πρωτεύουσα και τα σοκάκια της
ήταν πλέον σκηνικό μιας αόρατης εξουσίας· η Σουγιέν κρατούσε τα κλειδιά και τα
μυστικά, κι ο Ζιχάο, χωρίς να το παραδεχθεί, είχε γίνει μέρος αυτού του
παιχνιδιού για πάντα.
Σιωπή. Ένα πράγμα ήταν φανερό: το χωριό δεν φοβόταν πια μόνο την αλλαγή
που ερχόταν απ’ έξω. Φοβόταν και εκείνη που γεννιόταν μέσα στο ίδιο του το
αίμα.
Και το γένος Λι, που κάποτε ήταν η βεβαιότητα της συνέχειας, είχε γίνει
τώρα το πεδίο όπου δοκιμαζόταν το μέλλον.
Ο Λι Σιουάν μίλησε τελικά, με φωνή κουρασμένη. «Στα κλασικά κείμενα
υπάρχουν όρια», είπε. «Μα τα κείμενα γράφτηκαν για καιρούς σταθερούς. Εμείς
ζήσαμε καιρούς διάλυσης». Κοίταξε γύρω του. «Η ενδογαμία δεν ήταν επιθυμία.
Ήταν λύση ανάγκης. Όταν δεν υπήρχαν αρκετοί άνδρες. Όταν οι οικογένειες
κινδύνευαν να χαθούν. Όταν η γη έπρεπε να μείνει καλλιεργημένη».
Ο νεαρός γραμματέας επέμεινε: «Και τώρα; Ποιο είναι το όριο τώρα; Αν δεν
το ορίσουμε, θα το ορίσουν άλλοι για εμάς».
Όλοι κατάλαβαν τι εννοούσε. Οι νέες διοικητικές αρχές κατέγραφαν
πληθυσμούς, φορολογούσαν γη, ζητούσαν σαφή γενεαλογικά αρχεία. Ό,τι κάποτε
έμενε μέσα στο χωριό, τώρα μπορούσε να γίνει αντικείμενο εξωτερικού ελέγχου.
Ο Γουέν μίλησε ήρεμα: «Το όριο δεν είναι μόνο στο αίμα. Είναι και στη
συναίνεση, στην προστασία, στη φροντίδα. Κάποιοι γάμοι έγιναν για να σωθούν
παιδιά. Άλλοι για να μη χαθούν περιουσίες. Δεν μπορούμε να τους κρίνουμε όλους
με τον ίδιο ζυγό».
«Μα αν δεν βάλουμε γραμμή», αντέτεινε κάποιος, «θα πουν πως δεν έχουμε
ηθική». Τα βλέμματα στράφηκαν πάνω του.
Ο γέρο-Λι τότε παρενέβηκε: «Αν ξέρουμε πως κάποτε πράξαμε από ανάγκη,
δεν χρειάζεται να το ονομάσουμε αρετή. Μπορούμε απλώς να πούμε: έτσι
επιβιώσαμε. Τώρα όμως, αν υπάρχουν άλλες επιλογές, γιατί να μην τις πάρουμε;» Δεν
ήταν κατηγορία. Ήταν πρόσκληση.
Η συζήτηση κράτησε ως αργά. Δεν αποφάσισαν έναν αριθμό βαθμών
συγγένειας. Δεν χάραξαν επίσημο κανόνα. Μα συμφώνησαν σιωπηλά σε κάτι πιο λεπτό.
Οι γάμοι ανάγκης δεν θα γίνονταν πια πρότυπο. Ότι, εκεί όπου υπήρχε δυνατότητα
να στραφούν έξω από τον στενό κύκλο, θα το έκαναν. Όχι για να καταδικάσουν το
παρελθόν, αλλά για να ελαφρύνουν το μέλλον.
Και έτσι, το όριο της ενδογαμίας δεν χαράχτηκε με μελάνι σε γενεαλογικό
βιβλίο. Χαράχτηκε στη συνείδηση του χωριού — ως μνήμη των δύσκολων καιρών και
ως υπόσχεση πως, αν ο ουρανός τους έδινε επιλογές, δεν θα επέστρεφαν εύκολα στη
σιωπή που κάποτε τους έσωσε.
Η απόφαση για τον γάμο του Γουέν και της Μεϊ-Λιάν, την πρώτη καθαρά
εξωγαμική ένωση που αναγνωριζόταν ανοιχτά στο Λο-Τζιανγκ, λειτούργησε σαν πέτρα που έπεσε σε στάσιμα
νερά. Οι κυματισμοί δεν άργησαν.
Μέσα σε λίγες εβδομάδες, τρεις οικογένειες ανακοίνωσαν αρραβώνες. Ένας
νεαρός παντρευόταν την πρώτη του εξαδέλφη. Άλλος έσπευδε να νομιμοποιήσει τη
σχέση του με μακρινή ανιψιά. Κάποιος τρίτος, που χρόνια συζούσε σιωπηρά με
συγγενή του από τον ίδιο κλάδο, απαίτησε επίσημη τελετή «για να μη μείνει
τίποτα μετέωρο».
Οι γάμοι ορίστηκαν ο ένας μετά τον άλλον, σχεδόν τελετουργικά, πριν από
την ημερομηνία της ένωσης του Γουέν και της Μεϊ. Δεν το έλεγαν ανοιχτά — μα
όλοι καταλάβαιναν. Ήταν σαν να ήθελαν να σφραγίσουν τον κύκλο πριν ανοίξει
ρωγμή.
Στην επαρχία της Σετσουάν, όπου οι πληθυσμοί είχαν ανακατευτεί βίαια στα
πρώτα χρόνια της Δυναστείας Τσινγκ, τα χωριά που είχαν επιβιώσει κρατιούνταν
από τη συνοχή τους. Και η συνοχή είχε όνομα: αίμα, γη, κοινό βωμό.
Οι τελετές έγιναν σχεδόν ομαδικά. Την πρώτη εβδομάδα παντρεύτηκαν δύο
ζευγάρια στον ίδιο προαύλιο χώρο, με κοινό γλέντι. Τη δεύτερη, άλλο ένα ζευγάρι
ενώθηκε μπροστά στον ίδιο προγονικό βωμό. Οι κόκκινες κορδέλες κρεμάστηκαν
διαδοχικά, σαν να ήθελαν να δείξουν πως το γένος παραμένει αυτάρκες. Κάποιοι
μιλούσαν για «ευνοϊκό μήνα». Άλλοι για «καλή συγκυρία». Μα η αλήθεια ήταν πιο
σύνθετη.
Υπήρχε φόβος. Αν ο γάμος του Γουέν και της Μεϊ-Λιάν καθιερωνόταν ως
πρότυπο, αν η εξωγαμία αποκτούσε ηθικό κύρος, τότε οι στενοί συγγενικοί δεσμοί
των προηγούμενων ετών θα έμπαιναν στο φως. Κι όταν κάτι βγαίνει στο φως,
αρχίζει να κρίνεται.
Έτσι, πριν αλλάξει το μέτρο, έσπευσαν να κατοχυρώσουν το παλιό.
Ο Λι Σιουάν παρακολουθούσε σιωπηλός. Ήξερε τι συνέβαινε. Δεν ήταν μόνο
θέμα περιουσίας — ήταν αγώνας για αφήγηση. Αν οι περισσότεροι γάμοι που
προηγούνταν ήταν ενδογαμικοί, τότε η παράδοση θα φαινόταν αδιάσπαστη. Ο γάμος
της Μεϊ-Λιάν θα έμοιαζε εξαίρεση, όχι αρχή.
Στις αυλές υπήρχε χαρά, μουσική, ρύζι και κρασί. Μα κάτω από το γέλιο
υπήρχε ένταση. Ορισμένες νύφες χαμογελούσαν αμήχανα. Ορισμένοι γαμπροί έδειχναν
περισσότερο βιαστικοί παρά ευτυχισμένοι. Δεν ήταν όλοι ερωτευμένοι· πολλοί ήταν
απλώς αποφασισμένοι.
Η Τσιν-Ρονγκ, παρατηρώντας από τη σκιά, ένιωσε κάτι σαν ειρωνεία. Το
χωριό που συζητούσε όρια και ηθική τώρα έσπευδε να πολλαπλασιάσει τους στενούς
δεσμούς πριν χαραχτεί νέα γραμμή. «Φοβούνται πως αν ανοίξει η πόρτα», είπε
χαμηλά στον Γιουν-Τσεν, «δεν θα μπορούν να την ξανακλείσουν».
Και πράγματι — όταν ήρθε τελικά η μέρα του γάμου του Γουέν και της Μεϊ-Λιάν,
ο βωμός ήταν ακόμη στολισμένος από τις προηγούμενες τελετές. Σαν να είχε
προηγηθεί μια σιωπηλή άμυνα.
Όμως κάτι είχε ήδη αλλάξει. Γιατί όσο κι αν έκλειναν τον κύκλο με
διαδοχικούς γάμους σε στενό κύκλο, η ίδια η ανάγκη να βιαστούν αποκάλυπτε
ανασφάλεια. Και η ανασφάλεια ήταν σημάδι πως η παλιά βεβαιότητα δεν ήταν πια
ακλόνητη.
Έτσι, οι ομαδικοί γάμοι δεν έγιναν απόδειξη δύναμης. Έγιναν ένδειξη ότι
ο χρόνος είχε αρχίσει να μετακινεί τα όρια — και πως κανένα χωριό, όσο κλειστό
κι αν ήταν, δεν μπορούσε να τα κρατήσει για πάντα αμετάβλητα.
Στο τέλος, ο γάμος του Λι Γουέν και της Λι Μεϊ-Λιάν έγινε — αλλά όχι
χωρίς ρωγμές. Ο Λι Τζονγκ δεν παρευρέθηκε στην τελετή. Από το κατώφλι του
σπιτιού του, παρακολουθούσε τα κόκκινα φανάρια να φωτίζουν την αυλή, μετρώντας
σιωπηλά όχι τα χαμόγελα, αλλά τα στρέμματα που, όπως πίστευε, κινδύνευαν να
περάσουν σε «ξένους».
Κι έτσι, στο Λο-Τζιανγκ, η εξωγαμία δεν ήταν μόνο ένωση καρδιών — ήταν
πεδίο μάχης ανάμεσα στον φόβο της απώλειας και στην τόλμη της αλλαγής.
Ο γάμος τους τελέστηκε την άνοιξη, με κόκκινα φανάρια να φωτίζουν την
αυλή. Στον βωμό των προγόνων τοποθέτησαν δύο πινακίδες: μία των Λι και μία των
Τσεν. Οι γέροντες ψιθύρισαν προσευχές για ενότητα, όχι για καθαρότητα.
Και καθώς τα χρόνια περνούσαν, τα παιδιά τους έπαιζαν στην ίδια αυλή,
χωρίς να βαραίνουν από παλιούς φόβους. Το μυστικό που κάποτε απειλούσε να τους
χωρίσει είχε μεταμορφώσει την ιστορία τους από ενδογαμία σε εξωγαμία, από σιωπή
σε αλήθεια — κι έτσι το χωριό έμαθε πως το αίμα δεν είναι μόνο δεσμός, αλλά και
δρόμος που ανοίγεται προς τους άλλους.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ
[ ανάρτηση 17 Φεβρουαρίου 2026 :
ένας γάμος στο Λο-Τζιανγκ
σκηνογραφημένο διήγημα
2026
τεχνητή Πεζογραφία ]