ο πολέμαρχος Λι Γουέν-Τσενγκ
απόσπασμα από το
«ένας γάμος στο Λο
Τζιανγκ»
σκηνογραφημένο διήγημα 2026
τεχνητή Πεζογραφία
ΜΕΡΟΣ Α
Στην ταραγμένη επαρχία της Σετσουάν, λίγο
μετά την πτώση της δυναστείας των Μινγκ και την άνοδο της δυναστείας των Τσινγκ
η περιοχή έχει ήδη αποδεκατιστεί από τις εξεγέρσεις του Ζανγκ Σιεντζόνγκ και
τις σφαγές που ακολούθησαν. Οι Τσινγκ θεωρούσαν το Σετσουάν κομβικό. Από εκεί μπορούσαν να πιέζουν τα νότια προπύργια των
πιστών στους Μινγκ.
Οι λεγόμενοι Νότιοι Μινγκ διατηρούσαν ακόμη
εστίες αντίστασης στο Γιουνάν νοτιοδυτικά από το Λο Τζιανγκ, στο Γκουιτζόου νοτιοανατολικά
από το Λο Τζιανγκ, σε τμήματα της περιφέρειας
Γκουανγκσί, της δασώδους και ορεινής αυτής περιοχής γεμάτης με στενά φαράγγια
και ποτάμια, αρκετά μακρύτερα νοτιονατολικά από το Λο Τζιανγκ.
Το
χωριό Λο Τζιανγκ βρισκόταν στο βορειοανατολικό τμήμα του Σετσουάν, κοντά στις
πεδιάδες που οδηγούσαν προς τον ποταμό Γιανγκτσέ. Από εκεί, οι Τσινγκ μπορούσαν
να ελέγχουν περάσματα και δρόμους ανεφοδιασμού προς τα νότια.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, τοπικός γαιοκτήμονας και
πολεμιστής, όταν οι Τσινγκ κατέλαβαν το Σετσουάν, εκείνος επέλεξε να ταχθεί στο
πλευρό τους. Για κάποιους ήταν προδοσία. Για τον ίδιο, ήταν ζήτημα επιβίωσης
και εξουσίας.
η αντιμετώπιση του Ζιανγκ Σιεντζόγκ
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, γιενγκ-τζιν από το Λο
Τζιανγκ, ήταν ένας άντρας που ήξερε πώς να επιβιώνει και να επικρατεί σε έναν
κόσμο γεμάτο αβεβαιότητα και αναταραχή. Με την αποφασιστικότητα ενός ανθρώπου
που είχε περάσει τη ζωή του σε μια χώρα όπου η ροή του αίματος και η πίστη στην
εξουσία ήταν αμφισβητήσιμες αξίες, ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε χτίσει τη θέση του με
τη δύναμη των ανθρώπων που τον ακολουθούσαν και της στρατιωτικής του
ικανότητας. Δεν ήταν Μαντσού, ούτε ανήκε στην εθνοτική ομάδα των κατακτητών της
δυναστείας Τσινγκ. Η καταγωγή του από την Κίνα των Χαν τον έκανε να φέρει τα χαρακτηριστικά του λαού του:
καμιά φορά σκληρός, σχεδόν αδιάφορος για τους κανόνες των μεγάλων αυλών, αλλά
πάντα πιστός σε αυτό που θεωρούσε φυσική τάξη των πραγμάτων.
Η θέση του στην κοινωνία ήταν θολή, διότι αν
και δεν ανήκε στο ανώτερο στρώμα των αυλικών, ήταν ανώτερος από τους αγρότες
και τους απλούς ανθρώπους που τον ακολουθούσαν πιστά. Ήταν ένας τοπικός
άρχοντας με στρατιωτική ισχύ, που συγκέντρωνε δύναμη και εξουσία μέσω των
στρατιωτών του και της υποστήριξης των κοινοτήτων του. Η σύνδεσή του με τους
Τσινγκ δεν ήταν φυλετική, αλλά πολιτική και στρατηγική — τον ενδιέφερε η τάξη
και η ανάκτηση της σταθερότητας. Για εκείνον, η συνεργασία με τους Μαντσού δεν
ήταν μια ένδειξη υποταγής, αλλά μια πρακτική επιλογή για την αποκατάσταση της
χαμένης κοινωνικής ισορροπίας, σε έναν κόσμο που φαινόταν έτοιμος να
καταρρεύσει.
Για τον Λι Γουέν-Τσενγκ, ο πόλεμος με τον
Ζανγκ Σιεντζόνγκ, τον ηγέτη της εξέγερσης στη Δυτική Κίνα, ήταν κάτι πολύ
περισσότερο από μια στρατηγική αναμέτρηση. Δεν μπορούσε να ανεχτεί την
ιδεολογία του Ζανγκ Σιεντζόνγκ, που κρύβονταν πίσω από την επανάσταση του. Η
ανατροπή της κοινωνικής τάξης, η αναδιανομή της γης και η τιμωρία των πλουσίων
και των ευγενών για τις αδικίες που είχαν διαπράξει κατά των φτωχών, αν και εξαιρετικά
ελκυστικά για τους καταπιεσμένους, είχαν γι’ αυτόν μια ακραία και επικίνδυνη
διάσταση. Ο Ζανγκ Σιεντζόνγκ, με τη βία του, δεν αναζητούσε απλώς δικαιοσύνη
για τους φτωχούς. Ήταν αποφασισμένος να καταστρέψει την ίδια την κοινωνία, να
ανατρέψει τους θεσμούς, να «σβήσει» τον κόσμο που είχε γνωρίσει και να χτίσει
κάτι ολοκληρωτικά νέο.
Αλλά για τον Λι Γουέν-Τσενγκ, που είχε δει
την καταστροφή του κόσμου των Μινγκ και την άνοδο των Τσινγκ, η ανατροπή της
τάξης και η καταστροφή της κοινωνίας δεν ήταν μια λύση. Αντίθετα, ήταν μια νέα
καταστροφή. Είχε βιώσει τις συνέπειες των εξεγέρσεων στο πεδίο της μάχης και
ήξερε τι σήμαινε να ζεις σε έναν κόσμο χωρίς σταθερότητα. Η έλλειψη της τάξης,
η αποδοχή της αναρχίας, οδηγούσαν μόνο σε χάος, όχι σε επανάσταση για την
ελευθερία.
"Δεν είναι αυτή η λύση",
μονολογούσε για τον Ζανγκ Σιεντζόνγκ, καθώς οι στρατιώτες του Λι Γουέν-Τσενγκ
προχωρούσαν προς τις περιοχές που είχαν καταλάβει οι δυνάμεις του εξεγερμένου
ηγέτη. «Η επανάσταση του Ζανγκ Σιεντζόνγκ είναι απλώς μια καταστροφή. Η
καταστροφή για την καταστροφή. Αν αφήσουμε τον Ζανγκ Σιεντζόνγκ να επικρατήσει, θα καταστρέψει όχι μόνο τους
πλούσιους, αλλά και το ίδιο το μέλλον της Κίνας. Η κοινωνία θα γίνει ένα χάος,
και κανείς δεν θα είναι ασφαλής.»
«Δεν μπορείς να οικοδομήσεις το μέλλον πάνω
σε συντρίμμια», σκέφτονταν ο Λι Γουέν-Τσενγκ καθώς οι στρατιώτες του
προχωρούσαν σε εδάφη που είχαν αφήσει πίσω τους οι στρατιώτες του Ζανγκ. Οι
μάχες για τις περιοχές της Σετσουάν ήταν σφοδρές και αδυσώπητες. Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ, αν και ήξερε ότι η νίκη δεν ήταν ποτέ σίγουρη, ήταν αποφασισμένος
να επιβάλλει την τάξη και να υποστηρίξει τη δυναστεία των Τσινγκ.
«Ο κόσμος μας χρειάζεται δομή, όχι χάος»,
δήλωνε με πείσμα στους αξιωματικούς του. «Δεν μπορούμε να αφήσουμε τον Ζανγκ να
καταστρέψει ό,τι απομένει από την Κίνα μας.»
Για τον Λι Γουέν-Τσενγκ, το να πολεμά στο
πλευρό των Τσινγκ τον επαναστάτη Ζανγκ Σιεντζόνγκ δεν ήταν απλώς μια στρατηγική
απόφαση. Ήταν το βάρος της ευθύνης να διαφυλάξει την ειρηνική τάξη και την
αποκατάσταση της Κίνας μετά από τόσες καταστροφές. Αν επικρατούσε το όραμα του
Ζανγκ Σιεντζόνγκ για μια νέα κοινωνία θα κατέστρεφε τα πάντα, αφήνοντας πίσω αποκαΐδια, χωρίς ελπίδα για το μέλλον.
ο γάμος του Λι Γουέν-Τσενγκ με τη Μέϊ-Λαν
Ο γάμος του Λι Γουέν-Τσενγκ με τη Μέϊ-Λαν
είχε τη γεύση μιας πολιτικής συμφωνίας, αλλά και της προσωπικής σύγκρουσης
ανάμεσα στις επιθυμίες και τις απαιτήσεις ενός κόσμου που είχε περάσει από την
καταιγίδα του πολέμου και της αναστάτωσης. Η Μέϊ-Λαν προερχόταν από μια εύπορη
οικογένεια του χωριού Τσινγκ-Φανγκ,
που βρισκόταν δυο μέρες δρόμο από το Λο Τζιανγκ, τη γενέτειρα του Λι. Η οικογένεια των Σου, όπως ήταν το
επώνυμο τους, ήταν από παλιά γνωστή για την υποστήριξή της στον αγώνα του
Ζανγκ Σιεντζόνγκ και του κινήματος του, παρ’ όλο που αυτή η υποστήριξη ποτέ δεν
είχε γίνει απόλυτα φανερή. Υπήρχαν πάντα φήμες για κρυφούς δεσμούς με τις
δυνάμεις του Ζανγκ Σεντζόνγκ, μα αυτές είχαν σβήσει με την πτώση του επαναστάτη και
την καταδίωξη των υποστηρικτών του. Η οικογένεια των Σου είχε πλούτο και
κτήματα, αλλά μετά τις συνεχείς μάχες και τις καταστροφές των τελευταίων
χρόνων, είχαν χάσει πολλά από αυτά.
Η συμφιλίωση μεταξύ των οικογενειών ήταν
ουσιαστικά αναγκαία, καθώς ο Λι Γουέν-Τσενγκ ήξερε ότι έπρεπε να ενισχύσει τις
σχέσεις του με τους πρώην υποστηρικτές του Ζανγκ Σιεντζόνγκ, αφού οι καιροί ήταν
ακόμη επικίνδυνοι. Η Μέϊ-Λαν, κόρη της οικογένειας των Σου, ήταν όμορφη, αλλά
το βλέμμα της συνήθως ταξίδευε μακριά, σα να περίμενε κάτι ή κάποιον που ποτέ
δεν ερχόταν. Αν το είχε επιλέξει η ίδια, δεν θα παντρευόταν τον Λι Γουέν-Τσενγκ.
Είχε την καρδιά της αλλού, στον Ξιάο-Γου,
τον ξάδερφό της, ο οποίος ανήκε στην πιο ηλικιωμένη γενιά του σπιτιού των Σου
και είχε πάντα μια ταραγμένη, σχεδόν θλιμμένη έκφραση. Εκείνος ήταν αφοσιωμένος
στον αγώνα του Ζανγκ Σιεντζόνγκ και είχε φύγει από την περιοχή μετά την ήττα του επαναστάτη.
Ποτέ δεν έγραψε στην Μέϊ-Λαν, και εκείνη περίμενε χωρίς ελπίδα, βαθιά
γνωρίζοντας ότι το ίδιο το ρεύμα της Ιστορίας τους είχε χωρίσει.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν ζήτησε μεγάλη προίκα.
Όταν η Μέϊ-Λαν αντίκρυσε για πρώτη φορά τον Λι Γουέν-Τσενγκ από κοντά, δεν της άρεσαν
τα χαρακτηριστικά του — ήταν πιο αυστηρός από ό,τι περίμενε, πιο απομακρυσμένος
από ό,τι η καρδιά της ήλπιζε. Ήξερε όμως ότι δεν είχε άλλη επιλογή, καθώς οι
καιροί ήταν ασταθείς και η οικογένειά της είχε πλέον χάσει πολλά από τα εδάφη
της, τα χτήματα της ευημερίας. Το βλέμμα του ήταν σφιχτό και σκοτεινό, γεμάτο
από μια αποφασιστικότητα που δεν την έκανε να αισθάνεται άνετα. Ήταν προφανές
ότι για εκείνον, ο γάμος ήταν μια στρατηγική κίνηση, όχι μια ένωση από έρωτα.
Στο χωριό της Μέι-Λαν, το Τσινγκ-Φανγκ, οι προετοιμασίες είχαν
ξεκινήσει πολλές μέρες πριν. Η οικογένεια των Σου, αν και είχε υποστεί πολλές
απώλειες από την ταραγμένη περίοδο των τελευταίων ετών, ήξερε πώς να διατηρήσει
την αξιοπρέπειά της και να τιμήσει τη μεγάλη στιγμή, ακόμα και αν το παλιό της
μεγαλείο είχε μειωθεί.
Το σπίτι των Σου, στο
κέντρο του χωριού, είχε γεμίσει με καλεσμένους και συγγενείς. Η ατμόσφαιρα ήταν
γεμάτη από την ένταση του γεγονότος: η αίγλη του γάμου τους, με τις παραδόσεις
που συνέδεαν τις οικογένειες σε μια νέα ισχύ, και η βουβή λύπη της Μέϊ-Λαν που
κρυβόταν πίσω από το χαμόγελό της.
Η νύφη φορούσε το παραδοσιακό κόκκινο φόρεμα
του γάμου, φτιαγμένο από χρυσαφένιο ύφασμα που λαμποκοπούσε στην αυγή, καθώς οι
ακτίνες του ήλιου περνούσαν μέσα από τα παράθυρα και έριχναν το φως πάνω της.
Τα μαλλιά της ήταν κομμένα σε περίτεχνο στυλ, στερεωμένα με χρυσές χάντρες και
παραδοσιακές φούντες. Στο πρόσωπό της, οι ήπιες γραμμές της έκρυβαν την
ανησυχία, καθώς η σκέψη της πάντα έτρεχε μακριά στον Ξιάο-Γου, τον εξάδελφό της, τον άνθρωπο που είχε αγαπήσει, αλλά
δεν μπορούσε ποτέ να είναι μαζί του.
Η διαδικασία ξεκίνησε με την άφιξη του Λι
Γουέν-Τσενγκ, ο οποίος ήρθε συνοδευόμενος από τους ανθρώπους του και τη
στρατιωτική του φρουρά. Η παρουσία του ήταν εντυπωσιακή, γεμάτη με την
επισημότητα και τη σοβαρότητα που τον χαρακτήριζαν πάντα. Όλοι οι
παρευρισκόμενοι ήξεραν πως η σχέση του με τη Μέϊ-Λαν δεν ήταν μια ένωση που
είχε γεννηθεί από τον έρωτα, αλλά από μια ανάγκη για συμφιλίωση και συμμαχία
μεταξύ των οικογενειών τους. Η εξουσία του Λι, η στρατηγική του θέση ως
πολέμαρχος και η σημασία του στην περιοχή έδιναν στο γάμο μια διάσταση πέρα από
την προσωπική τους ζωή.
Η τελετή ξεκίνησε με την παράδοση του προσκυνήματος μπροστά στους θεούς του γάμου, στον ναό που είχε
στήσει η οικογένεια των Σου, δίπλα στο σπίτι. Ο Λι και η Μέϊ-Λαν γονάτισαν
μπροστά στην εικόνα του Θεού του Γάμου,
δίνοντας τις υποσχέσεις τους. Οι τελετουργικοί ιερείς, ντυμένοι στα παραδοσιακά
τους ρούχα, τους καθοδήγησαν μέσα από τις απαραίτητες λέξεις, ενώ η νύφη και ο
γαμπρός αντάλλαξαν τα δώρα τους – οι χρυσές βέρες και τα υποσχετικά της
οικογενειακής τιμής.
Τα δώρα του γαμπρού ήταν εκλεπτυσμένα, μα η
οικογένεια των Σου είχε προετοιμάσει με υπερηφάνεια την προίκα της Μέϊ-Λαν.
Όμως, για τον Λι Γουέν-Τσενγκ, η τιμή της προίκας δεν ήταν τόσο σημαντική όσο η
συμφιλίωση και η πολιτική αξία της ένωσης. Παρόλο που δεν είχε ζητήσει μεγάλη
προίκα, η Μέϊ-Λαν δεν μπορούσε να κρύψει την αίσθηση του βάρους που ένιωθε.
Αυτή η ένωση ζύγιζε βαρύτερα από μια προσωπική απόφαση, ήταν το τίμημα για την
ελπίδα μιας νέας τάξης.
Οι καλεσμένοι άρχισαν να μαζεύονται γύρω από
το ζευγάρι, προσφέροντας ευχές και λουλούδια. Όλοι φαίνονταν εντυπωσιασμένοι
από την εμφάνιση του ζευγαριού, αν και κανείς δεν μπορούσε να αγνοήσει την
απουσία ενός ανθρώπου από την τελετή. Ο Ξιάο-Γου,
ο εξάδελφος της Μέϊ-Λαν, δεν ήταν εκεί. Όχι γιατί δεν είχε ειδοποιηθεί, αλλά
γιατί η καταιγίδα των γεγονότων είχε χωρίσει τις ζωές τους. Ήταν ακόμα μακριά,
ανήκοντας στον κόσμο του Ζανγκ Σιεντζόνγκ, ένα κόσμο που είχε καταρρεύσει.
Μια ελαφριά θλίψη σκέπαζε τη Μέϊ-Λαν. Ενώ
οι περισσότεροι θα πίστευαν ότι το σφιχτό της χαμόγελο ήταν το αποκορύφωμα της
ευτυχίας, εκείνη ήξερε ότι η καρδιά της ανήκε αλλού. Αλλά για τη Μέϊ-Λαν, το
καθήκον προς την οικογένεια και την παράδοση βάραιναν περισσότερο από την
προσωπική επιθυμία. Αν ο Ξιάο-Γου ήταν εκεί, ίσως τα πράγματα να ήταν
διαφορετικά. Ίσως εκείνος να την είχε ζητήσει σε γάμο, ίσως να είχαν κοινό
μέλλον. Αλλά το κίνημα του Ζανγκ Σιεντζόνγκ είχε αποτύχει, κι εκείνος είχε
εξαφανιστεί, μάλλον για πάντα. Όμως η ιστορία είχε πάρει την πορεία της, και το
μέλλον της ήταν τώρα συνδεδεμένο με τον Λι Γουέν-Τσενγκ.
Η τελετή ολοκληρώθηκε με την υπογραφή των
συμφωνιών και την επισημοποίηση της ένωσης των οικογενειών. Η Μέϊ-Λαν περπάτησε
δίπλα στον Λι Γουέν-Τσενγκ, με το κεφάλι ψηλά, αλλά με το βλέμμα της στραμμένο
προς το παρελθόν και τις απώλειες που δεν μπορούσε να αφήσει πίσω της. Όταν ο
ήλιος άρχισε να δύει, το ζευγάρι αντάλλαξε μια τελευταία ματιά, και το μόνο που
μπορούσε να κάνει η Μέϊ-Λαν ήταν να ελπίζει πως αυτός ο γάμος, αν και απόλυτα
απαραίτητος, δεν θα έκλεβε τη μοναδική της αγάπη για πάντα. Στο τέλος, ο Λι
γέλασε ήσυχα, κοιτάζοντας την, και της υποσχέθηκε ότι θα προστατεύει την
οικογένειά της όσο μπορούσε. Και εκείνη, με το κεφάλι χαμηλωμένο, ήξερε ότι το
συμφέρον τους και η σταθερότητα της περιοχής ήταν πιο σημαντικά από κάθε άλλο
συναίσθημα.
η άφιξη της νύφης Μέι-Λαν στο Λο Τζιανγκ
Η νύφη, η Μέϊ-Λαν, κατέφθασε στο Λο Τζιανγκ την πέμπτη ημέρα από την
αναχώρησή της από το Τσινγκ-Φανγκ,
και η ατμόσφαιρα στην πόλη είχε μια τελετουργική ένταση. Το ταξίδι είχε
διαρκέσει δύο μέρες, με το κόκκινο φέσι της να σηματοδοτεί την παρουσία της σε
κάθε στάδιο του δρόμου. Η πομπή της ξεκίνησε νωρίς το πρωί και τώρα, καθώς η
πόλη ανέβαινε στην κορυφή του λόφου, το φως του ήλιου έλουζε τα σπίτια και τις
αυλές του Λο Τζιανγκ με μια
θερμή χρυσή απόχρωση.
Η άμαξα της Μέϊ-Λαν, καλυμμένη με κόκκινο
υφάσμα και περίτεχνα κεντημένα σύμβολα της τύχης και της ευημερίας, κινιόταν
αργά και σταθερά μέσα από τον κεντρικό δρόμο του χωριού. Το πομπή συνοδευόταν
από στρατιώτες και υπηρέτες του Λι Γουέν-Τσενγκ, οι οποίοι με την επίσημη στολή
τους, δημιουργούσαν μια αίσθηση επισημότητας και βαρύτητας. Οι κάτοικοι του Λο Τζιανγκ, με τα βλέμματα στραμμένα
προς την πομπή, ακολουθούσαν τις κινήσεις με σεβασμό και σιωπηλή περιέργεια. Η
Μέϊ-Λαν, καθισμένη μέσα στην άμαξα, ένιωθε τον κόσμο να τη γεμίζει, αλλά το
μυαλό της ήταν αδύνατο να αποσπαστεί από τις σκέψεις της για το παρελθόν και
για εκείνον που ποτέ δεν θα ήταν εκεί, τον Ξιάο-Γου, τον εξάδελφό της.
Φθάνοντας μπροστά στο σπίτι του Λι
Γουέν-Τσενγκ, το οποίο ξεχώριζε για το μέγεθός του, τα ψηλά τείχη και τις
διακοσμημένες αυλές του, η άμαξα σταμάτησε μπροστά στην κύρια είσοδο. Οι
φρουροί του Λι Γουέν-Τσενγκ, εντυπωσιακοί και αυστηροί στην εμφάνιση, με τις
επίσημες στολές τους και τα ξίφη τους σε ηρεμία, έκαναν άμεσα χώρο και, με έναν
αυστηρό και παράλληλα υποτακτικό τρόπο, επέτρεψαν στην πομπή να προχωρήσει.
Ήταν μια στιγμή βαριά με τελετουργία.
Η Μέϊ-Λαν, μετά από μερικές στιγμές σιωπής
και αναπόφευκτης αναμονής, έβγαλε το πέπλο της και κατέβηκε από την άμαξα,
βοηθούμενη από τις υπηρέτριες που την ακολουθούσαν.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, παρακολουθώντας τη σκηνή
από την είσοδο του σπιτιού, εμφανίστηκε ήρεμος, με το βλέμμα του γεμάτο από
σταθερότητα και αυστηρότητα. Η Μέϊ-Λαν
προχώρησε αργά προς το σπίτι, το οποίο, αν και μεγαλοπρεπές, δεν είχε την φανταχτερή
αίσθηση των μεγάλων αυλών των πλουσίων. Η αρχιτεκτονική του ήταν πρακτική, μεγάλες αίθουσες και περίτεχνα διακοσμημένες
αυλές, με φυτά και άνθη που έδιναν έναν αέρα καθαρότητας και φρεσκάδας στον
χώρο. Οι υπηρέτες της οικογένειας του Λι περίμεναν στο εσωτερικό, κάνοντας
υποκλίσεις με σεβασμό.
Όταν η Μέϊ-Λαν πέρασε μέσα στην είσοδο, μια
ελαφριά συστολή την κυρίευσε. Στην αίθουσα του εσωτερικού, η παρουσία της
φαίνονταν σχεδόν αδιάφορη για όλους, πέρα από τις μερικές υπηρέτριες που την
ακολουθούσαν και μια ομάδα υπηρετών. Η οικογένεια του Λι Γουέν-Τσενγκ δεν ήταν
εκεί, αλλά η ισχυρή αίσθηση της εξουσίας που την περιέβαλλε, σε συνδυασμό με
την ετοιμότητα των φρουρών του, έκανε την ατμόσφαιρα σχεδόν υπερβολικά επίσημη.
Η οικογένεια του Λι Γουέν-Τσενγκ δεν ήταν
μεγάλη. Η μητέρα του είχε πεθάνει νωρίς,
και ο πατέρας του είχε αποχωρήσει από τη ζωή πριν από πολλά χρόνια, αφήνοντάς
τον να αναλάβει τον έλεγχο της οικογένειας από πολύ νεαρή ηλικία. Έτσι, εκτός
από τον ίδιο τον Λι, υπήρχε μόνο η αδελφή
του, η Λι Σου-Γιαν, η
οποία είχε παντρευτεί έναν τοπικό άρχοντα.
Η Λι
Σου-Γιαν ήταν μια γυναίκα ισχυρών πεποιθήσεων, γνωστή για τον αυστηρό
της χαρακτήρα και τις παραδοσιακές της αξίες. Δεν της άρεσε καθόλου η ιδέα να
προσφέρει η οικογένεια του Λι καταφύγιο σε μια γυναίκα από «άλλο τόπο», και η
απόφασή της να αποστασιοποιηθεί από το γάμο του με τη Μέϊ-Λαν είχε τις ρίζες
της σε μια βαθιά προκατάληψη κατά των οικογενειών που συνδέονταν, έστω και
έμμεσα, με τον επαναστάτη Ζανγκ
Σιεντζόνγκ. Η Λι Σου-Γιαν είχε υποψίες για το παρελθόν της οικογένειας
των Σου και για τον ρόλο τους στην εξέγερση του Ζανγκ Σιεντζόνγκ, και αργά ή γρήγορα, αυτές οι υποψίες μετατράπηκαν σε
πλήρη δυσπιστία.
Τα πράγματα
έγιναν ακόμη πιο περίπλοκα όταν άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για τη συμπάθεια της Μέϊ-Λαν προς τον εξάδελφό της,
τον Ξιάο- Γου, ο οποίος ήταν γνωστός για τις επαναστατικές του
πεποιθήσεις και την αφοσίωσή του στον Ζανγκ Σιεντζόνγκ. Η Λι Σου-Γιαν, έχοντας
ακούσει ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες ότι η Μέϊ-Λαν διατηρούσε μια κάποια
συναισθηματική σύνδεση με τον Ξιάο-Γου, θεωρούσε αυτή τη συμμαχία «ύποπτη» και
επικίνδυνη. Είχε φτάσει μάλιστα να αμφιβάλλει για τις αληθινές προθέσεις της
νύφης και ανοιχτά να εκφράσει την αντίθεσή της για την έλευση μιας γυναίκας με
τέτοιες καταγωγές και νεφελώδεις πεποιθήσεις στο σπίτι της.
Το ζήτημα δεν περιοριζόταν μόνο στην
πολιτική της στάση ή στις υποψίες της για τις σχέσεις της Μέϊ-Λαν με τον Ξιάο-Γου.
Δεν θεωρούσε ότι η ένωση με μια οικογένεια που είχε ιστορία αμφισβήτησης της
δυναστείας των Τσινγκ θα ήταν ωφέλιμη για τον Λι Γουέν-Τσενγκ. Για αυτήν, η
επιβίωση και η ισχύς της οικογένειας του Λι Γουέν-Τσενγκ βασίζονταν στην πλήρη
αποδοχή των Τσινγκ και της κοινωνικής τάξης που επιβάλλονταν από τους
κατακτητές. Κάθε ένδειξη ή αίσθηση «πολιτικής αμφιβολίας» από την πλευρά της
νύφης θεωρούταν επικίνδυνη για την οικογένεια.
Η αδελφή του Λι Γουέν-Τσενγκ δεν ήταν
παρούσα την ημέρα του γάμου. Αν και είχε προσκληθεί επισήμως, η Λι Σου-Γιαν
είχε διατυπώσει μια ξεκάθαρη αντίθεση στην ένωση αυτή. Η αποχή της από την
τελετή δεν ήταν μόνο μια προσωπική αντίδραση στις οικογενειακές διαφορές, αλλά
και μια πολιτική δήλωση. Η σύζευξη των δύο αυτών οικογενειών, για εκείνη, ήταν
απλώς ένα τακτικό παιχνίδι που έβαζε σε κίνδυνο την ίδια την ευημερία του Λο Τζιανγκ. Η αποχή της αποτελούσε μια
έμμεση καταγγελία των επιπτώσεων που αυτή η ένωση θα είχε για την οικογένεια
του Λι Γουέν-Τσενγκ, και ήταν, για τη Λι Σου-Γιαν, η μόνη διέξοδος από τη
«χαμένη τιμή» που μπορεί να έφερνε η συμμαχία αυτή με την οικογένεια των Σου.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, αν και κατανοούσε την
αντίθεση της αδελφής του, δεν είχε την πολυτέλεια να επιλέξει τις οικογενειακές
σχέσεις του πάνω από την πολιτική στρατηγική του. Η συνεργασία με την
οικογένεια των Σου, παρά τις αμφιβολίες, ήταν επιβεβλημένη από τις συνθήκες της
εποχής. Και, παρά τις υποψίες και τη σιωπηρή αποδοκιμασία από την πλευρά της
αδελφής του, η τελετή προχώρησε κανονικά, και η Μέϊ-Λαν πέρασε το κατώφλι του
μεγάλου σπιτιού του Λι, εισερχόμενη σε έναν κόσμο γεμάτο πολιτικές και
προσωπικές αντιφάσεις.
Η νύφη, έπειτα από την αργή πορεία της μέσα
από το σπίτι, βρέθηκε στην επίσημη αίθουσα, όπου το τραπέζι για τη γαμήλια
δεξίωση ήταν ήδη έτοιμο. Ήταν μια επίδειξη πλούτου και καταγωγής, αλλά και μια
στιγμή εσωτερικής ειρήνης, αφού η Μέϊ-Λαν είχε καταλάβει πως αυτός ο κόσμος,
αυτό το σπίτι και οι άνθρωποι γύρω της, αποτελούσαν το νέο της καταφύγιο. Παρά
τις συναισθηματικές αντιφάσεις που τη βάραιναν, εκείνη η στιγμή υπήρξε μία
οριστική ένδειξη ότι η ζωή της, όπως και αυτή του Λι Γουέν-Τσενγκ, είχε αλλάξει
για πάντα.
μια νύφη μέσα σε ένα μεγάλο σπίτι
Η Μέϊ-Λαν βρισκόταν τώρα σε ένα νέο,
μεγαλοπρεπές σπίτι, που ήταν πιο κοντά σε φρούριο παρά σε κατοικία. Τα τείχη
του υψώνονταν πανύψηλα γύρω από την περιουσία του Λι Γουέν-Τσενγκ, σαν να
προστάτευαν όχι μόνο τις σωματικές ανάγκες των ανθρώπων που το κατοικούσαν,
αλλά και τις βαθύτερες επιθυμίες και συγκρούσεις που κρύβονταν μέσα τους. Το
σπίτι ήταν απέραντο — μεγάλες αίθουσες με ξύλινα δάπεδα και ξυλόγλυπτα που
έλεγαν ιστορίες από το παρελθόν, φθαρμένες αλλά ακόμα γεμάτες χαρακτήρα.
Παράθυρα που άνοιγαν στον ουρανό και στους κήπους, που έμοιαζαν σαν να ανήκαν
σε άλλη εποχή, και μερικές φορές η Μέϊ-Λαν ένιωθε πως το ίδιο το σπίτι ζούσε,
αναστενάζοντας σε κάθε βήμα της.
Αυτό το σπίτι δεν ήταν γεμάτο από τους
συγγενείς του Λι, όπως συνήθως συνέβαινε με τις μεγάλες οικογένειες της Κίνας.
Δεν υπήρχαν τα φασαριόζικα βήματα των υπολοίπων μελών της οικογένειας ή οι
φωνές των υπηρετών που συνήθως κινούνταν γύρω από τις αίθουσες. Όλα ήταν βουβά, σαν μία αδιόρατη εντολή να μην ανεχόταν τους άσκοπους θορύβους ακόμη και από το υπηρετικό προσωπικό, και όλοι να υπάκουαν σε αυτή. Ήταν μόνο αυτή και ο σύζυγός της, ο Λι Γουέν-Τσενγκ. Διακριτικά οι υπηρέτριες εξαφανίζονταν από τον χώρο. Για πρώτη φορά στη ζωή
της, η Μέϊ-Λαν είχε τη δυνατότητα να είναι η κυρίαρχη του χώρου της, χωρίς την πίεση άλλων να καθορίζουν τη ζωή
της. Ο Λι, αν και συχνά απών λόγω των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, σεβόταν αυτή
την απομόνωση της γυναίκας του. Όταν επέστρεφε, ήταν πάντα με το σιωπηλό σεβασμό
που έδειχνε σε όλα τα πράγματα γύρω του, χωρίς όμως να παρεμβαίνει στην
καθημερινότητα του σπιτιού.
Η Μέϊ-Λαν βρήκε μια παράξενη ανακούφιση σε
αυτή τη μοναξιά. Δεν ήταν πια η κόρη της οικογένειας των Σου, που πάντα υπήρχε
υπό το βλέμμα των συγγενών και των κοινωνικών απαιτήσεων. Στο νέο σπίτι, είχε
την πλήρη ελευθερία να αποφασίζει για τον εαυτό της, να αναπνεύσει χωρίς να
φοβάται την κριτική και τα αναγκαία καθήκοντα που της επιβάλλονταν. Ήταν η
ίδια, σε αυτό το μεγάλο κάστρο του Λι, με τους δικούς της κανόνες, έστω και αν
αυτοί οι κανόνες ήταν ακόμα ασαφείς.
Αλλά όσο μεγάλο και αν ήταν το σπίτι, όσο
μεγάλη και αν ήταν η αίσθηση της ελευθερίας μέσα στους τοίχους του, υπήρχε κάτι
που το βάραινε, κάτι που της έφερνε πάντα αίσθηση ασφυξίας. Όσο απομονωμένη και
αν ήταν, το κάστρο της ποτέ δεν θα ήταν ελεύθερο από την κατάρα του ανθρώπινου ψυχισμού, από
το βάρος του έρωτα ή της βαριάς αρρώστειας που πλήττει όλους
τους ανθρώπους όταν είναι καταδικασμένοι να ζουν σε απομόνωση.
Το σπίτι, όσο και αν το απολάμβανε για την
ησυχία του, είχε μια παράξενη παγίδα. Η μοναξιά και η σιωπή του την έκαναν να
νιώθει πως η ίδια η ύπαρξή της ήταν ανήμπορη να γεμίσει αυτό τον τεράστιο χώρο.
Κάθε μέρα, εκείνη περνούσε ώρες μέσα στις αίθουσες, αναμετρώμενη με τη σκέψη
της. Ο χώρος ήταν γεμάτος από τις αντιφάσεις της. Η πολυτέλεια και το μεγαλείο
του σπιτιού της έδιναν αίσθηση ελευθερίας, αλλά και βαριάς απομόνωσης. Ένιωθε πως, όσο ανοιχτός και αν ήταν ο χώρος
γύρω της, η αίσθηση της ελευθερίας ήταν πάντα πεπερασμένη. Η μοναξιά σε τέτοια
μεγαλεία φέρνει μόνο την αίσθηση ότι κάτι λείπει.
Και σε αυτές τις ώρες
της σιωπής, η εικόνα του Ξιάο-Γου,
του εξάδελφού της, επέστρεφε συχνά στο μυαλό της. Το ξέσπασμα του έρωτα που
είχε καταπιεστεί από τις συνθήκες της εποχής και της κοινωνίας, η αγάπη που
είχε νιώσει και που ποτέ δεν είχε την ευκαιρία να ζήσει. Σε αυτό το νέο σπίτι,
υπήρχε άπλετος χώρος για τις μνήμες της, και το ίδιο το σπίτι με τις ανοιχτές
αυλές και τα παράθυρα στον αέρα δεν μπορούσε να προσφέρει την αληθινή ελευθερία
που εκείνη αναζητούσε. Η ελευθερία του χώρου δεν ήταν αρκετή για να σβήσει τις
συναισθηματικές της αντιφάσεις.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν παρών μόνο όταν το
καθήκον δεν το απαιτούσε, και η παρουσία του, όσο σιωπηλή και αυστηρή κι αν ήταν,
δεν ήταν αρκετή για να γεμίσει το κενό της Μέϊ-Λαν. Αυτός ο γάμος, αυτό το νέο
«κάστρο», αυτό το νέο καταφύγιο της, την προστάτευε από τον εξωτερικό κόσμο,
αλλά την εγκλώβιζε μέσα στην ίδια της την ψυχή. Όπως και το ίδιο το σπίτι, ποτέ
δεν μπορούσε να είναι πλήρως ελεύθερη — το βάρος της αλήθειας και της αποδοχής
αυτής της «τάξης» της ζωής την καθήλωνε.
η ζωή κυλά πάνω σε ρυθμισμένη κανονικότητα
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, ως σύμμαχος των Τσινγκ, συμμετείχε σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον τοπικών αρχόντων που υποστήριζαν τους Νότιους Μινγκ. Πολλοί από αυτούς σκοτώθηκαν στις συγκρούσεις στα ορεινά χωριά και στις όχθες των ποταμών. Μετά τις μάχες, οι γαίες τους δημεύτηκαν. Ένα μέρος πέρασε στη διοίκηση των Τσινγκ, ένα άλλο δόθηκε ως ανταμοιβή σε πιστούς πολεμιστές, ανάμεσά τους και στον Λι Γουέν-Τσενγκ. Έτσι, μέσα σε λίγα χρόνια ο Γουέν-Τσενγκ απέκτησε εκτεταμένους ορυζώνες στις κοιλάδες. Πήρε υπό τον έλεγχό του βοσκοτόπια και δασικές εκτάσεις στα χαμηλά βουνά. Ανέλαβε την επιτήρηση ενός μικρού φρουρίου-σταθμού στον δρόμο προς τα νότια περάσματα.
Όμως η θέση του ήταν εύθραυστη. Οι Νότιοι
Μινγκ, αν και πιεσμένοι, δεν είχαν εξαφανιστεί. Αν δυνάμεις από το Γκουιτζόου ή
το Γιουνάν κινούνταν βόρεια, τότε το Λο Τζιανγκ θα γινόταν γραμμή σύγκρουσης.
Η αμφιθυμία της κοινότητας στο Λο-Τζιανγκ
ήταν σχεδόν τελετουργική. Στις αγορές και στις δημόσιες τελετές προς τιμήν της δυναστείας
Τσινγκ, οι χωρικοί υποκλίνονταν στον Λι Γουέν-Τσενγκ. Τον αποκαλούσαν «Άρχοντα
Λι», του πρόσφεραν τσάι, ρύζι και τυπικές ευχές μακροημέρευσης. Κανείς δεν θα ήθελε
να θεωρηθεί ύποπτος για συμπάθεια προς τους υπολειπόμενους πιστούς της δυναστείας
των Μινγκ. Όμως πίσω από κλειστές πόρτες, η γλώσσα άλλαζε. Τον αποκαλούσαν «Χαν
που έσκυψε το κεφάλι στους Μαντσού», «σφετεριστή των προγονικών αγρών», ακόμη
και «προδότη του αίματος».
Ιδιαίτερα οι οικογένειες εκείνων που είχαν
σκοτωθεί πολεμώντας στο πλευρό των Νοτίων Μινγκ δεν μπορούσαν να συγχωρήσουν το
γεγονός ότι τα χωράφια τους, η γη που καλλιεργούσαν τρεις και τέσσερις γενιές, είχαν
δημευθεί και είχαν περάσει στα χέρια του ίδιου ανθρώπου που τώρα περνούσε έφιππος
με συνοδεία ενόπλων.
Οι στρατιωτικές υποχρεώσεις του Λι
Γουέν-Τσενγκ τον κρατούσαν συχνά μακριά από το σπίτι για μήνες, αφήνοντάς την Μέϊ-Λαν
να ζει με την ησυχία και την ελευθερία της. Έτσι, η Μέϊ-Λαν απολάμβανε τις ώρες
της, αν και η ελευθερία της ωστόσο δεν ήταν πλήρης, γιατί μέσα της έκρυβε έναν
διαρκή φόβο.
Η Μέϊ-Λαν ένιωθε πάντα μια αόρατη παρουσία
να πλανάται πάνω από το σπίτι της, ακόμα και όταν ο Λι Γουέν-Τσενγκ απουσίαζε.
Η Λι
Σου-Γιαν είχε φροντίσει με εξαιρετική προσοχή και διπλωματία να
εξασφαλίσει την υποστήριξη και
τη συνεργασία ορισμένων από τους
υπηρέτες του σπιτιού. Πολλοί από αυτούς με την υπόσχεση χρημάτων και δώρων,
συμφωνούσαν να της μεταφέρουν κάθε σημαντική πληροφορία για το τι συνέβαινε
μέσα στο σπίτι όταν ο Λι Γουέν-Τσενγκ απουσίαζε. Πάντα το πρόσχημα, ίσως και η αληθινή
αιτία, ήταν η προστασία του σπιτιού του Λι Γουέν-Τσενγκ από τους τόσους εχθρούς
που μπορεί να τον περικύκλωναν. Αυτοί οι άνθρωποι, οι υπηρέτες και οι φρουροί,
ήταν περισσότερο από απλοί υπάλληλοι. Ήταν τα μάτια και τα αυτιά της Λι Σου-Γιαν, που, όσο και αν φαινόταν
να μην κάνει αισθητή την παρουσία της, στην ουσία είχε τον απόλυτο έλεγχο των
πάντων.
Για τη Μέϊ-Λαν, αυτή η εποπτεία από απόσταση ήταν ίσως ο
μεγαλύτερος φόβος της. Κάθε της κίνηση, κάθε λέξη και συμπεριφορά, κάθε απόφαση
που έπαιρνε μέσα στο σπίτι, ήταν υπό
τον έλεγχο της αδελφής του Λι, έστω και αν εκείνη δεν βρισκόταν φυσικά
κοντά. Είτε πρόκειται για το φαγητό που προετοιμαζόταν για το τραπέζι είτε για
τις επισκέψεις που δεχόταν, είτε ακόμη για την παραμικρή συνάντηση με
οποιονδήποτε, η Λι Σου-Γιαν τα
μάθαινε όλα.
Η Μέϊ-Λαν, αν και ήταν σύζυγος του Λι
Γουέν-Τσενγκ, είχε πάντα την αίσθηση ότι δεν είχε πλήρη ελευθερία μέσα στο ίδιο
το σπίτι της. Τα μάτια της αδελφής του
Λι ήταν παντού, με την επιτήρησή
της να την καταδιώκει σε κάθε της βήμα. Ο φόβος μήπως κάποιο μυστικό ή κάποια καθυστέρηση αναφερθεί στην Λι Σου-Γιαν την έκανε να αισθάνεται
εγκλωβισμένη σε έναν συνεχιζόμενο έλεγχο, τον οποίο κανείς δεν μπορούσε να δει
ή να κατανοήσει πλήρως.
η πρώτη παρουσία της Λι Σου-Γιαν στο σπίτι
Η παρουσία της Λι Σου-Γιαν στο σπίτι του Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν πάντα αόρατη, μέχρι
τη στιγμή που συγγενείς της Μέϊ-Λαν,
που είχαν έρθει από την πατρίδα της, το Τσινγκ-Φανγκ,
την επισκέφθηκαν για πρώτη φορά στο σπίτι του Λι Γουέν-Τσενγκ.
Η Λι
Σου-Γιαν είχε πάντα την ικανότητα να ελιχθεί σε κάθε κατάσταση, με τη
διπλωματία της να είναι τόσο κοφτερή όσο και το βλέμμα της. Όταν αποφάσισε να
επισκεφτεί το σπίτι του αδελφού της για πρώτη φορά μετά το γάμο της Μέϊ-Λαν, η προσέγγισή της ήταν
υπολογισμένη και καλά προετοιμασμένη. Παρά την αίσθηση της αυστηρότητας που
πάντα έφερε μαζί της, ήξερε πώς να αναδείξει την ευγένεια και την καλοσύνη της,
με σκοπό να εξασφαλίσει τη θέση της στην οικογένεια, αλλά και να θέσει τις
βάσεις για το ρόλο της ως επιτηρήτρια.
Όταν χτύπησε την πόρτα του σπιτιού, η Λι Σου-Γιαν εμφανίστηκε με εκλεπτυσμένο τρόπο, ντυμένη με τα πιο
εκλεπτυσμένα ρούχα και συνοδευόμενη από πολύτιμα
δώρα, έτοιμη να τα προσφέρει στη νύφη της. Ο λόγος που έδινε για την
επίσκεψή της ήταν απλός και αδιάφορος στην επιφάνεια: ήθελε να σεβαστεί την
πρώτη περίοδο του γάμου τους, θεωρώντας τη σημαντική και κρίσιμη για τη σχέση
τους. Με έναν ήρεμο τόνο, είπε στη Μέϊ-Λαν:
«Είναι φυσικό να αφήσουμε το ζευγάρι να βρει
τους δικούς του ρυθμούς και να ζήσει τη δοκιμαστική αυτή περίοδο του γάμου του,
χωρίς την επιρροή των συγγενών. Θέλω να είμαι σίγουρη πως η σχέση σας θα σταθεί
γερά στα δικά της πόδια, χωρίς παρεμβάσεις από κανέναν. Τώρα, αφού πέρασε αυτός
ο πρώτος καιρός, θεωρώ πως ήρθε η στιγμή να σας επισκεφτώ, για να σας
υποστηρίξω και να σας φανώ χρήσιμη.»
Η γλυκιά αυτή δικαιολογία φαινόταν σχεδόν
αθώα και γεμάτη κατανόηση, αλλά πίσω από τα λόγια της κρυβόταν πάντα η
καχυποψία που είχε για τη σχέση της Μέϊ-Λαν με τον αδελφό της. Η ίδια η
παρουσία της ήταν και μια ελαφριά υπενθύμιση του ρόλου της ως κυρίαρχη της οικογένειας, κάτι που δεν
άφηνε αμφιβολίες, παρά την εμφάνιση της στοργικής αδελφής.
Η Μέϊ-Λαν, αν και ήξερε ότι η Λι Σου-Γιαν ήταν πάντα παρούσα με
κάποια σκοπιμότητα, δεν μπορούσε να αγνοήσει τα πολύτιμα δώρα που της έφερνε, τα οποία ήταν ένα μείγμα από ακριβά
μετάξια και χρυσαφικά που μόνο κάποιος που ήθελε να εξαγοράσει την καλή θέληση
θα πρόσφερε. Η διστακτικότητα που ένιωθε η Μέϊ-Λαν απέναντι σε αυτή την
επίσκεψη ήταν αναμενόμενη. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι η Λι Σου-Γιαν είχε φέρει μαζί της μια
διπλωματική στάση και όχι μόνο καλωσορίσματα.
Ακόμα
και αν το πρόσωπό της έδειχνε ευγένεια, το βλέμμα της ήταν άλλο. Εξαιρετικά παρατηρητικό, πάντα ενήμερο για
τα πάντα. Κάθε κίνηση του σώματος της Μέϊ-Λαν, κάθε λέξη που θα έβγαινε από τα
χείλη της, καταγραφόταν.
Η ίδια η επίσκεψη, ενώ φαινόταν φιλική και
γεμάτη με καλοσύνη, στην πραγματικότητα ήταν ένας τρόπος να δημιουργηθεί μια ισχυρή ψυχολογική πίεση. Να
υπενθυμίσει στη Μέϊ-Λαν τη θέση της ως νέα συζύγου και την ανάγκη να
συμμορφωθεί με τις προσδοκίες της οικογένειας του Λι, καθώς η αδελφή του είχε
πάντα τον πρώτο λόγο.
Η Λι
Σου-Γιαν είχε βρει την κατάλληλη αφορμή για να επισκεφθεί το σπίτι της Μέϊ-Λαν μόλις είχε πληροφορηθεί ότι οι
συγγενείς της νύφης της θα έφταναν στο Λο Τζιανγκ. Αυτοί οι συγγενείς ήταν
κυρίως θείοι και ξαδέλφια της Μέϊ-Λαν, προερχόμενοι από
την πιο παραδοσιακή και αγροτική πλευρά
της οικογένειας. Παρόλο που ήταν κοντινοί συγγενείς, δεν είχαν τόσο στενή σχέση
με τους γονείς της Μέι-Λαν, ούτε και με την ίδια ποτέ. Η θέση τους δεν τους
επέτρεπε να έχουν καμία επαφή με τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Ίσως υπολόγιζαν
ότι η Μέϊ-Λαν και κυρίως ο γαμβρός τους, ο ισχυρός Λι Γουέν-Τσενγκ θα μπορούσαν
να τους φανούν χρήσιμοι στο μέλλον.
Η Λι
Σου-Γιαν, γνωρίζοντας πως ο Λι Γουέν-Τσενγκ απουσίαζε για τις
στρατιωτικές του υποχρεώσεις, εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να επισκεφθεί το
σπίτι και να επιθεωρήσει την
κατάσταση. Εμφανίστηκε με το πρόσχημα ότι ήταν καθήκον της ως η μεγαλύτερη γυναίκα στην οικογένεια των
Λι, απουσία του αδελφού της, να καλωσορίσει τους συγγενείς της νύφης και να
τους προσφέρει τη δική της φιλοξενία, αφού σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να
επιτρέψει στους επισκέπτες να παραμείνουν χωρίς την επίσημη παρουσία του
οικοδεσπότη του σπιτιού, του αδελφού της Λι Γουέν-Τσενγκ..
Η πρόταση της Λι Σου-Γιάν για την παροχή φιλοξενίας
στους συγγενείς της νύφης της, της Μέϊ-Λαν, είχε όμως και μια ιδιαίτερα λεπτή,
αλλά σαφή πολιτική διάσταση. Οι συγγενείς
της Μέϊ-Λαν δεν είχαν υψηλή κοινωνική θέση και η παρουσία τους στο σπίτι
του Λι Γουέν-Τσενγκ θα μπορούσε να φέρει κάποιες ανεπιθύμητες επιρροές ή να προκαλέσει κοινωνικές αναταράξεις. Για τη Λι Σου-Γιαν, η υποδοχή τους στο δικό της σπίτι ήταν όχι μόνο
καθήκον, αλλά και μια ευκαιρία να ελέγξει τι είδους επιρροές μπορούσαν να έχουν αυτοί οι άνθρωποι πάνω στη Μέϊ-Λαν,
και ποιες μυστικές ή άβολες συζητήσεις μπορεί να έφερναν μαζί τους. Η Λι Σου-Γιαν τους κάλεσε, λοιπόν, στο αρχοντικό της, για να τους περιποιηθεί
με πολυτέλεια και να τους κρατήσει μακριά από τη Μέϊ-Λαν. Την προσφορά αυτή ήταν
δύσκολο να την αρνηθεί κανείς, ειδικά άνθρωποι από τα πιο ταπεινά χωριά που δεν
είχαν συνηθίσει σε τέτοιες πολυτέλειες.
Όταν ο Λι Γουέν-Τσενγκ επέστρεφε, Αυτός ο
μικρός αλλά πολύτιμος χρόνος
ανακούφισης ήταν σαν μια ανάσα για τη Μέϊ-Λαν, μια στιγμιαία ελευθερία
από την καταπίεση που της ασκούσε η αφανής παρουσία της Λι Σου-Γιαν.
Όταν ο Λι Γουέν-Τσενγκ επέστρεφε από τις
εκστρατείες του, η ατμόσφαιρα στο σπίτι άλλαζε άμεσα. Η Μέϊ-Λαν έπρεπε να παίξει τον ρόλο της αφοσιωμένης συζύγου
με απόλυτη ακρίβεια, να τον υποδεχθεί με σεβασμό και τρυφερότητα, έστω και επιφανειακή, έστω και
αν αυτή δεν έβγαινε από τα βάθη της καρδιάς της, να παραμείνει υποταγμένη στην
οικογενειακή εικόνα και τις κοινωνικές της υποχρεώσεις.
Όταν εκείνος επέστρεφε, το σπίτι έμοιαζε και
πάλι με το κλασικό καταφύγιο που
η κοινωνία απαιτούσε, αλλά και με θέατρο,
όπου η Μέϊ-Λαν έπρεπε να υποκριθεί τη σύζυγο που εκτιμά και σέβεται τον σύζυγό
της, ενώ εκείνη ένιωθε την αίσθηση του κενού
γύρω της. Ήταν σαν να φορούσε μάσκα,
μια μάσκα που έπρεπε να φορέσει για όσο διάστημα αυτός θα έμενε στο σπίτι.
Ωστόσο, αυτό το διάλειμμα ήταν βραχύβιο.
Όταν ο Λι Γουέν-Τσενγκ έφευγε ξανά για τις στρατιωτικές του αποστολές, η
Μέϊ-Λαν αισθανόταν και πάλι την πίεση να επιστρέφει και από την θέση της εποπτευόμενης συζύγου προσπαθούσε να αποφύγει τη δυσπιστία της Λι Σου-Γιαν.
η γέννηση της κόρης
Η γέννηση της κόρης του Λι Γουέν-Τσενγκ και της Μέϊ-Λαν ήταν μια στιγμή που η ζωή του
ζευγαριού, αλλά και η ίδια η οικογένεια, άλλαξε ριζικά. Όμως, όπως συχνά
συνέβαινε με τον Λι Γουέν-Τσενγκ,
εκείνος ήταν μακριά, σε μια
εκστρατεία εκκαθαρίσεων. Η πολεμική του
ζωή τον καλούσε συνεχώς μακριά από το σπίτι, από την οικογένεια, από τη
γυναίκα του και τώρα, από το νεογέννητο παιδί του. Για εκείνον, η γέννηση της
κόρης του θα ήταν ένα μακρινό γεγονός, που θα το μάθαινε μόλις θα επέστρεφε, μήνες
αργότερα.
Κατά τη διάρκεια αυτών των μηνών, το κενό
της παρουσίας του είχε καλυφθεί
από την αδελφή του, τη Λι Σου-Γιαν,
η οποία δεν είχε καμία πρόθεση να αφήσει τη Μέϊ-Λαν να αντιμετωπίσει τη δύσκολη
αυτή περίοδο μόνη. Η Λι Σου-Γιαν,
έχοντας την πλήρη εξουσία στο σπίτι και τις αποφάσεις της οικογένειας, δεν
έχανε στιγμή την ευκαιρία να προσφέρει την "υποστήριξή" της στη νύφη
της, υπογραμμίζοντας την πατρική
φιγούρα που εκείνη έπαιζε όσο ο Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν απών. Ταυτόχρονα η
παρουσία της με κάθε τρόπο απέτρεπε το ταξίδι των γονιών και κυρίως της μητέρας
της Μέϊ-Λαν από το χωριό τους στο Λο Τζιανγκ.
η τελετή της ονοματοδοσίας της Τιάν-Μι
Η ημέρα της τελετής ονοματοδοσίας της
Τιάν-Μι έφτασε με τη λαμπρότητα που μόνο η οικογένεια του Λι
Γουέν-Τσενγκ μπορούσε να προσφέρει. Ο πατέρας, ο Λι Γουέν-Τσενγκ,
βυθισμένος στις στρατιωτικές εκκαθαρίσεις και μακριά από το σπίτι για αρκετό
καιρό, δεν ήταν εκεί για να δώσει το όνομα στη κόρη του, όπως θα απαιτούσε η
παράδοση. Αντ’ αυτού, η Λι Σου-Γιαν,
η αδελφή του, ανέλαβε το ρόλο του εκπροσώπου του πατέρα, εξασφαλίζοντας την
ομαλή πορεία της οικογένειας και του ονόματος.
Το σπίτι ήταν στολισμένο με πλούσια
υφάσματα και αρώματα λουλουδιών. Η τελετή έγινε σε μια μεγάλη αίθουσα, γεμάτη
χρυσές λυχνίες και γλυκόπιοτα κρασιά. Η Λι
Σου-Γιαν, σύζυγος τοπικού άρχοντα και γυναίκα με εξαιρετική θέση, ήταν
ντυμένη με τα πιο πολυτελή ρούχα που μπορούσε να προσφέρει η οικογένεια. Το λουλούδι της τελετής ήταν η Τιαν-Μι, ένα μωρό που έλαμπε σαν ένα
μικρό αστέρι, έχοντας στο πρόσωπό της τη γλυκιά αθωότητα που δύσκολα θα
μπορούσε κανείς να φανταστεί να σβήσει ποτέ από την ιστορία της οικογένειας.
Η Μέι-Λαν,
η μητέρα της, παρακολουθούσε από πιο πίσω, με μια έκφραση γεμάτη υπερηφάνεια,
αλλά και ένα ίχνος αβεβαιότητας. Οι παραδόσεις
και οι αξίες της οικογένειας
επέβαλλαν την παρουσία της Λι Σου-Γιαν,
της γυναίκας που είχε τη δύναμη να ελέγξει το μέλλον της μικρής, τουλάχιστον
προς το παρόν.
Με επιβλητικότητα, η Λι Σου-Γιαν έφερε το λαμπρό
δώρο για την Τιαν-Μι. Ένα χρυσαφικό
με περίτεχνα σχέδια, λαμπερό σαν τον ήλιο, που είχε σμιλευτεί από τους πιο
έμπειρους χρυσοχόους της περιοχής. Ήταν ένα κόσμημα τόσο εκθαμβωτικό που άφησε
όλους τους παρευρισκόμενους άφωνους. Ένα σύμβολο ισχύος και ευημερίας για τη μικρή, αλλά και ένα μήνυμα
προς όλους: η οικογένεια των Λι δεν
θα την άφηνε ποτέ να αφεθεί στην τύχη της. Αυτή η λαμπερή υπόσχεση του μέλλοντος είχε καθαρά την υπογραφή της θείας.
Η τελετή κύλησε με μεγάλη πομπή και πολλούς
καλεσμένους που είχαν προσκληθεί από όλες τις γωνιές της περιοχής. Η Λι Σου-Γιαν, ως η κυρίαρχη της ημέρας,
έδινε το όνομα στην ανιψιά της, και η μικρή Τιαν-Μι κρατούσε το όνομά της γερά στο στήθος της, χωρίς να
καταλαβαίνει ακόμα τι σημαίνει όλο αυτό για το μέλλον της. Η Μέι-Λαν έβλεπε την τελετή να
εξελίσσεται μπροστά της και την Λι
Σου-Γιαν να απολαμβάνει το σεβασμό και την προσοχή, ενώ η ίδια παρέμενε
λίγο πιο απομονωμένη, σαν μια υποψιασμένη
θεατής της οικογενειακής δύναμης που έπρεπε να ελέγξει την πορεία της
κόρης της χωρίς να μπορεί να αμφισβητήσει τις αποφάσεις της θείας.
Και ενώ η τελετή συνεχίζονταν, τα άστρα ήταν εκείνα που αποφάσιζαν, με
το λαμπερό όνομα που δόθηκε στην Τιαν-Μι, την πορεία που θα ακολουθούσε, γεμάτη
δύναμη και κρυμμένα μυστικά που κανείς δεν
μπορούσε να διακρίνει, εκτός από εκείνους που γνώριζαν πώς να ερμηνεύσουν τα
σημάδια που αφήνουν πίσω τους τα άστρα.
ο Λι Γουένγκ-Τσενγκ βλέπει για πρώτη φορά την κόρη του
Όταν τελικά εκείνος γύρισε, η επιστροφή του
ήταν γεμάτη αντιφάσεις. Όπως πάντα, το πρόσωπό του ήταν σοβαρό και βαρύ από τα στρατιωτικά βάρη. Είχε τη συνήθεια να
αγνοεί τις ευαίσθητες στιγμές της οικογενειακής ζωής για να εστιάσει στις
επαγγελματικές του υποχρεώσεις, μα αυτή τη φορά υπήρχε κάτι διαφορετικό. Όταν,
μετά από λίγους μήνες, τον έφεραν κοντά στην κόρη του, ένα κενό τον γέμισε καθώς τη σήκωνε στην αγκαλιά του.
Το βλέμμα του στο μικροσκοπικό πρόσωπο της
μικρής κοπέλας είχε μια έκφραση που μαρτυρούσε την έκπληξη, τη συγκίνηση, αλλά
και την αμφιβολία. Περίμενε αγόρι,
έναν πολεμιστή που θα μπορούσε να ακολουθήσει τα βήματά του, να τον διαδεχτεί
και να τον ενδυναμώσει στις
μάχες. Αλλά αντί για αυτό, κρατούσε στην αγκαλιά του το εύθραυστο και αθώο παιδί που δεν είχε καμία σχέση με τα σπαθιά και
τις μάχες, ούτε με την πολεμική πορεία που εκείνος είχε ονειρευτεί.
Η ηθική
σύγκρουση τον γέμισε με αβεβαιότητα. Πώς μπορούσε να μεγαλώσει μια κόρη
στον κόσμο αυτό, έναν κόσμο γεμάτο πόλεμο και αναταραχές; Ενώ την κρατούσε στην
αγκαλιά του, το μυαλό του γυρνούσε πίσω στις συγκρούσεις του, στις δύσκολες στιγμές του πολέμου, και στο μέλλον του παιδιού του, το οποίο δεν
μπορούσε να φανταστεί να μεγαλώνει με τις αξίες και τις ανάγκες του δικού του
κόσμου.
Αλλά παρ’ όλα αυτά, η παρουσία της μικρής
του κόρης τον συγκλόνισε. Κάθε του κίνηση γύρω της ήταν πιο τρυφερή, πιο
προσεκτική. Δεν ήταν το αγόρι που περίμενε, αλλά ήταν το παιδί του. Και για
πρώτη φορά, ένιωσε ένα συναίσθημα
ευθύνης που δεν είχε νιώσει ποτέ πριν, μια ένταση μεταξύ του πολεμιστή και του πατέρα.
η ανάλυση του αστρολόγου
Το σκοτάδι είχε πέσει πάνω από το αρχοντικό
της Λι Σου-Γιαν. Η ατμόσφαιρα ήταν πυκνή από την αναμονή, και οι υπηρέτες είχαν αποσυρθεί για τη νύχτα, αφήνοντας την
μόνη μαζί με τον αστρολόγο που είχε καλέσει από το μακρινό Λου Σιάνγκ, έναν από
τους πιο έμπιστους και καταξιωμένους στο επαγγελματικό του πεδίο.
Ο αστρολόγος, ένας άντρας μέσης ηλικίας με
κοφτό βλέμμα και σοβαρό ύφος, είχε ήδη στρώσει μπροστά του ένα ξύλινο τραπέζι.
Επάνω του ήταν απλωμένα χαρτιά και χαρακτικά με σύμβολα των άστρων, γεμάτα
σημειώσεις και σχήματα που υποδείκνυαν τις κινήσεις του ουρανού την ώρα που
είχε γεννηθεί η Τιάν-Μι. Στη γωνία του δωματίου υπήρχε ένα εύθραυστο κερί που
έριχνε μια αμυδρή λάμψη, χαραγμένη πάνω στο πρόσωπο του αστρολόγου και στα
γεμάτα απορία μάτια της Λι Σου-Γιαν.
Η Λι Σου-Γιαν δεν μπορούσε να κρύψει την
ανησυχία της, αν και κρατούσε τη συνήθη ψυχραιμία της. Είχε καλέσει τον
αστρολόγο για να μάθει τι της επιφύλασσαν τα άστρα για το μέλλον της
οικογένειας του αδελφού της Λι Γουέν-Τσενγκ
και για τη νεογέννητη κόρη του, την Τιαν-Μι. Η ζωή του παιδιού, φαινόταν
πως δεν ήταν προορισμένη να είναι ήσυχη.
Ο αστρολόγος έσκυψε προσεκτικά, άνοιξε τα
έγγραφα του και άρχισε να μελετά τις κινήσεις των άστρων με τη βοήθεια των κινεζικών
συστημάτων. Κάθε γραμμή του προσώπου του φαινόταν να σφίγγεται καθώς
προσπαθούσε να ερμηνεύσει τα σημάδια.
Μετά από αρκετά λεπτά σιωπής, ύστερα από τα
συνεχόμενα ψιθυρίσματα, γύρισε αργά προς την Λι Σου-Γιαν και μίλησε ήρεμα, αλλά
με μια δόση ανησυχίας:
— «Αρχόντισσα, τα
άστρα του παιδιού είναι πολύ περίπλοκα, όπως και η μοίρα του. Δεν είναι τόσο
απλά όπως φαίνονται. Υπάρχει δύναμη και ευλογία, αλλά επίσης και σκιές που
αγγίζουν το μέλλον της. Η Τιαν-Μι είναι εξαιρετικά ευνοημένη από το στοιχείο
του ουρανού (Τιαν), όμως το ίδιο το πεπρωμένο της αποτυπώνεται μέσω μιας σειράς
αμφιλεγόμενων όψεων.»
Η Λι Σου-Γιαν τον κοιτούσε έντονα.
Καταλάβαινε ότι ο αστρολόγος προσπαθούσε να προετοιμάσει το έδαφος για κάτι που
δεν ήθελε να ακούσει. Πλησίασε, το βλέμμα της ψυχρό και αναμονής.
— «Συνέχισε», είπε με
σφιγμένα χείλη, «τι ακριβώς δείχνουν τα άστρα;»
Ο αστρολόγος δίστασε για μια στιγμή,
προσπαθώντας να βρει τις κατάλληλες λέξεις. Στη συνέχεια, με μια μικρή κίνηση
του κεφαλιού του και αυστηρότητα στη φωνή του, προχώρησε:
— «Το πιο ξεκάθαρο
σημάδι είναι το εξής: το παιδί γεννήθηκε την ώρα του Γιάνγκ. Έχει πολύ μεγάλη
δύναμη και θα φέρει μεγάλες προσδοκίες στην οικογένεια. Όμως, η θέση του Υιν,
το στοιχείο της σκοτεινής πλευράς, δείχνει επίσης έναν καθυστερημένο δεσμό. Αν
το αναλύσουμε περαιτέρω, προκύπτει κάτι πιο περίπλοκο. Ο Υιν, που συνδέεται με
τη σκοτεινή πλευρά της ψυχής, αποκαλύπτει πως η Τιαν-Μι μπορεί να έχει μπλέξει
σε μια καταραμένη πράξη, εν αγνοία της. Αν και φαίνεται να έχει πολύ ευνοϊκή μοίρα,
μπορεί να συνδεθεί με μια παράβαση των φυσικών νόμων.»
Η Λι Σου-Γιαν ανατρίχιασε, αλλά δεν έκανε
καμία κίνηση. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά, καθώς ήξερε ότι η λέξη που έκρυβε ο
αστρολόγος ήταν αιμομειξία. Η σκέψη της πήγε αμέσως στον ξάδερφο της Μέι-Λαν,
το ερωτικό αντικείμενο της νεαρής γυναίκας, ο οποίος είχε διαφύγει και την είχε
παρατήσει.
— «Τι εννοείς;» ρώτησε
ψυχρά η Λι Σου-Γιαν, ενώ τα μάτια της άστραφταν με καχυποψία. «Μιλάς για τη
νεαρή Τιαν-Μι ή για τη μητέρα της;»
Ο αστρολόγος τράβηξε το βλέμμα του και για
πρώτη φορά φάνηκε διστακτικός, λες και το άστρα του κόσμου τον έβαζαν σε μια
δυσάρεστη θέση. Άργησε να απαντήσει, αλλά όταν τελικά μίλησε, τα λόγια του
ήρθαν βαρύτερα από ποτέ.
— «Ο αστρολογικός χάρτης δείχνει ότι η ίδια η μητέρα της, η Μέι-Λαν, φέρει το βάρος μιας άλλης κρυφής
σχέσης. Η ερωτική σχέση της Μέι-Λαν με τον εξάδελφό της ήταν παρελθόν, αλλά τα
άστρα φαίνεται να προμήνυαν κάτι πιο επικίνδυνο. Υπάρχει κρυφή επιθυμία που
ίσως να έχει επιστρέψει, και αυτή η δύναμη μπορεί να μεταδοθεί μέσω του
παιδιού, επιφέροντας αθέλητους δεσμούς που εναντιώνονται στη φυσική τάξη.»
Η Λι Σου-Γιαν έμεινε για λίγο σιωπηλή,
επεξεργαζόμενη τα λόγια του. Η υποψία ότι τα άστρα της Τιαν-Μι έκρυβαν τέτοιον
καταραμένο δεσμό την αναστάτωσε, αλλά δεν έκανε πίσω.
— «Είναι αυτό ένα πεπρωμένο, που τίποτα δεν μπορεί να το αποτρέψει;» ρώτησε τελικά, κοιτάζοντας τον
αστρολόγο με αυστηρό βλέμμα.
Ο αστρολόγος, που φαινόταν εξαντλημένος από
την σοβαρότητα της προφητείας του, κούνησε το κεφάλι του, κοιτώντας τη θεία με
τα μάτια του γεμάτα φόβο:
— «Ούτε οι θεοί
μπορούν να σταματήσουν κάτι τέτοιο, αρχόντισσα. Τα άστρα είναι αμείλικτα και η
τύχη είναι ήδη καθορισμένη.»
Με αυτές τις λέξεις, η ατμόσφαιρα στο
δωμάτιο έγινε ακόμα πιο βαριά. Η Λι Σου-Γιαν αναγκάστηκε να αφήσει τα λόγια του
να απορροφηθούν. Η ζωή της Τιαν-Μι είχε πλέον μπει σε έναν αβέβαιο δρόμο,
γεμάτο σκιές και ανεκπλήρωτους πόθους. Το πεπρωμένο ήταν πια γραμμένο.
Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο ήταν βαρειά και
γεμάτη ένταση. Ο αστρολόγος, αφού είχε αποκαλύψει τις σκοτεινές πλευρές της
μοίρας της Τιαν-Μι, έμεινε
σιωπηλός για λίγο, τα μάτια του αχνά φωτισμένα από την φλόγα του κεριού. Ήξερε
πως τα λόγια του θα είχαν σοβαρές συνέπειες. Το βάρος του πεπρωμένου που
προειδοποιούσε για την Τιαν-Μι
ήταν μεγάλο, κι αυτός ένιωθε ότι ερχόταν στο κατώφλι μιας αλήθειας που ίσως δεν
έπρεπε να πει, αλλά που ήταν αδύνατο να αποφύγει.
Ο αστρολόγος, αφού γύρισε το βλέμμα του προς
την Λι Σου-Γιαν, την κοίταξε
βαθιά στα μάτια, προσπαθώντας να βρει τις σωστές λέξεις για να εξηγήσει την
τελευταία, πιο σκοτεινή πρόβλεψη του χάρτη της Τιαν-Μι. Ενιωθε την αναγκαιότητα
να προειδοποιήσει, γιατί η μοίρα της νεαρής δεν ήταν απλώς μια σειρά γεγονότων.
Ήταν μια καταιγίδα που πλησίαζε,
και η θεία, όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί, έπρεπε να το μάθει.
— «Αρχόντισσα...»,
είπε αργά ο αστρολόγος, το βλέμμα του βυθισμένο στην πυκνή σιωπή, «υπάρχει κάτι
ακόμα. Ο χάρτης δείχνει πως η Τιαν-Μι δεν θα ακολουθήσει την κοινή πορεία της
ζωής της. Δεν θα είναι όπως οι άλλοι. Μια σκοτεινή δύναμη έλκει την καρδιά της σε έναν άνδρα, έναν άνδρα που
δεν είναι σαν τους υπόλοιπους.»
Η Λι
Σου-Γιαν τον κοιτούσε με την ίδια άγρυπνη όψη της, περιμένοντας να
ακούσει την συνέχεια.
— «Ο άντρας αυτός θα
είναι γενναίος, ισχυρός, και ίσως πιο μεγάλος σε ηλικία από εκείνη», συνέχισε ο
αστρολόγος, με τη φωνή του να τραυλίζει την αίσθηση του σκοτεινού μυστικού.
«Είναι ένας άντρας που θα έχει πληγωθεί βαριά από την προδοσία. Η ζωή του δεν έχει υπάρξει εύκολη, κι όσους εμπιστεύτηκε
τον πρόδωσαν ή τον εγκατέλειψαν.
Όμως, αυτή η νεαρή θα είναι η
μόνη που θα τον καταλάβει και θα
του προσφέρει την πίστη και την αφοσίωση που χρειάζεται.»
Ο αστρολόγος έκανε μια παύση και έβγαλε μια
βαθιά αναστεναγμό, σα να προσπαθούσε να χωνέψει την ίδια του την πρόβλεψη. Είχε
πλέον ξεπεράσει τα όρια του επιτρεπτού, αλλά δεν υπήρχε γυρισμός.
— «Αυτός ο δεσμός, Αρχόντισσα, θα είναι μυστικός. Ένας
δεσμός που οι άλλοι δεν θα κατανοήσουν ποτέ. Όσο πιο βαθιά πάνε, τόσο πιο
δύσκολο θα είναι για την Τιαν-Μι
να βγει από αυτόν. Τα άστρα δείχνουν ότι αυτή η σχέση δεν θα σπάσει ποτέ, όσο κι αν προσπαθήσουν να την
σταματήσουν. Η Τιάν-Μι και αυτός ο άντρας θα είναι δεμένοι με έναν τρόπο που κανείς δεν θα μπορεί να λύσει.»
Η Λι
Σου-Γιαν ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται. Κάτι στο βλέμμα του αστρολόγου
την έκανε να καταλάβει ότι αυτό που άκουγε δεν ήταν απλώς μια πρόβλεψη για το
μέλλον — ήταν μια προειδοποίηση για κάτι που, αν συνέβαινε, θα είχε τεράστιες
συνέπειες για την οικογένεια και
την τιμή τους. Το γεγονός ότι η
κόρη του Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν προορισμένη
να ερωτευτεί έναν άνδρα με αυτόν τον τρόπο, και μάλιστα να το κρατήσει μυστικό,
της προκαλούσε μεγάλη ανησυχία.
— «Είναι τόσο... επικίνδυνο;» ρώτησε η Λι Σου-Γιαν, προσπαθώντας να
συγκρατήσει την αίσθηση του φόβου και του θυμού που άρχισε να φουντώνει μέσα
της.
Ο αστρολόγος, αν και είχε ήδη καταφέρει να
πει το χειρότερο, αναγκάστηκε να συμφωνήσει με την ερώτηση της Λι Σου-Γιαν. «Η πρόβλεψη δείχνει ότι
το πεπρωμένο της Τιάν-Μι δεν μπορεί να αντιστραφεί, όσο κι αν προσπαθήσουμε να
το αποτρέψουμε. Αυτός ο άντρας είναι το κλειδί για την μοίρα της. Όταν η καρδιά
της θα τον αναγνωρίσει, θα είναι αδύνατο να τον αφήσει.»
Η Λι
Σου-Γιαν κοίταξε τον αστρολόγο σιωπηλά για μερικά λεπτά, κατανοώντας την
πλήρη ένταση αυτών των λόγων. Αυτό το μυστικό, αυτό το αμαρτωλό πεπρωμένο, ήταν βαρύ για την οικογένειά της. Οι συνέπειες
του δεν θα μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητες. Όμως, η απόφαση είχε ήδη ληφθεί,
και το πρόβλημα δεν ήταν να το αποφύγει — αλλά να το διαχειριστεί και να ελέγξει την εξέλιξή του.
Η
σιωπή που ακολούθησε τα λόγια του αστρολόγου ήταν βαρύτερη από την ίδια τη
νύχτα που είχε πέσει στο αρχοντικό. Η Λι
Σου-Γιαν στεκόταν ακίνητη, το βλέμμα της καρφωμένο στον αστρολόγο, με
την αναστάτωση και την αίσθηση του κινδύνου να την κατακλύζουν. Δεν ήθελε να το
παραδεχτεί, αλλά τα λόγια του αστρολόγου ακριβώς έβαζαν τη ζωή της και της
οικογένειάς της σε μία πορεία ανατροπής.
Το μυστικό που είχε αποκαλυφθεί ήταν
τρομακτικό — μια σχέση μυστική, με έναν άνδρα ισχυρό, γενναίο, μα μεγαλύτερο
από την Τιάν-Μι, έναν άνδρα που, όπως έδειχνε το αστρολογικό διάγραμμα, θα τη
συνέδεε με αιμομειξία και προδοσία, αν και εκείνη δεν το ήξερε
ακόμα.
Η Λι Σου-Γιαν, χωρίς να δείξει την ταραχή της, κάτι που είχε μάθει αρκετά καλά να κρύβει στη δημόσια εικόνα της, έχοντας στη ζωή της μέχρι τότε αποτρέψει ή εμποδίσει τόσες καταστάσεις να εξελιχθούν, τον ρώτησε με σταθερή φωνή:
— «Και τι μπορώ να κάνω εγώ για να το αποτρέψω;
Εάν τα άστρα δείχνουν αυτή την πορεία, πώς μπορώ να το σταματήσω;»
Ο αστρολόγος πήρε μια βαθιά ανάσα,
προσπαθώντας να βρει τα σωστά λόγια, καθώς ήξερε ότι το βάρος της ευθύνης του
θα βαρύνει το μέλλον όλων τους. Ήξερε πως αυτή η κατάσταση ήταν πέρα από το
πεπρωμένο, μια κατάσταση που έπρεπε να συγκαλυφθεί,
να παραμείνει στο σκοτάδι για να μην προκύψουν καταστροφικές συνέπειες.
— «Αρχόντισσα», είπε
τελικά με τόνο σοβαρό, «το μόνο που μπορεί να γίνει είναι να συγκαλύψετε αυτή τη σχέση. Όσο κι αν
φαίνεται αδύνατο, αυτό είναι το μόνο που μπορείτε να κάνετε. Μόνο έτσι θα
μπορείτε να ελέγξετε την κατεύθυνση αυτής της σχέσης, για να μείνει κρυφή και μακριά από τα μάτια
των άλλων. Αν αυτή η σχέση γίνει γνωστή, οι συνέπειες θα είναι αλυσιδωτές και η
οικογένειά σας, καθώς και η δική σας θέση, θα βρεθούν σε άμεσο κίνδυνο.»
Ο αστρολόγος σταμάτησε για λίγο, και τα
μάτια του έπεσαν στο τραπέζι. Ένιωθε το βάρος της αποκαλυπτικής αλήθειας και
γνώριζε ότι αυτό που είχε να πει επόμενα ήταν το πιο σημαντικό.
— «Αλλά αν αγαπάτε
πραγματικά τον αδελφό σας, αν θέλετε να προστατέψετε την τιμή της οικογένειάς του
και να αποφύγετε την καταστροφή, τότε το να κρατήσετε αυτή τη σχέση μυστική θα
είναι η μόνη σας λύση. Εάν αποκαλυφθεί, όλα θα διαλυθούν.»
Η Λι
Σου-Γιαν του έριξε μια ματιά, ακριβώς όπως το ελάφι κοιτάζει το θήραμά
του πριν επιτεθεί. Είχε καταλάβει την έννοια των λόγων του.
— «Αν αυτός ο άντρας είναι εχθρός του αδελφού
μου, τί πρέπει να κάνω;» τον ρώτησε με μάτια σκοτεινά καθώς η φωνή της υψώθηκε απότομα. Η υπόγεια υποψία που την κυρίευσε την έκανε να αναρωτηθεί αν
το μυστικό της Τιάν-Μι θα
μπορούσε να κρύβει κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο... ίσως τον εξάδελφο της Μέι-Λαν, τον άνδρα που είχε προδοθεί και είχε φύγει στα βουνά, αυτόν που μπορούσε να κρύβει σχέδια εκδίκησης ή απλώς την
ανατροπή.
Ο αστρολόγος, αφού ανέσυρε το βλέμμα του από
το τραπέζι, κοίταξε στα μάτια την Λι
Σου-Γιαν και ακολούθησε μια σύντομη σιωπή.
— «Η ένταση της σχέσης αυτής είναι
μπερδεμένη, Αρχόντισσα. Το άστρο που συνδέει το παιδί με αυτόν τον άνδρα
δείχνει πως υπάρχει βαθιά εμπιστοσύνη
και παράλληλα μια αμοιβαία ανάγκη για
προστασία και στήριξη. Αν και η μοίρα της Τιάν-Μι και του άνδρα αυτού
είναι γραμμένη στα άστρα, δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα εάν αυτός ο άντρας θα
είναι ο ίδιος ο εξάδελφος της Μέι-Λαν ή κάποιος άλλος από το παρελθόν της.
Ωστόσο, τα σημάδια δείχνουν ότι η συνάντηση τους θα είναι αναπόφευκτη, και ότι
αυτός ο άντρας θα είναι ισχυρός. Το
μόνο που μπορεί να γίνει είναι να κρατηθεί μυστική. Δεν είναι
κάτι που μπορεί να αποφευχθεί με την πρόληψη, παρά μόνο με το κλείσιμο των δρόμων προς τους άλλους.»
Η Λι
Σου-Γιαν κούνησε αργά το κεφάλι της. Η εικόνα του εξάδελφου της Μέι-Λαν, η σκιώδης φιγούρα από το
παρελθόν, άρχισε να παίρνει μορφή στο μυαλό της. Ήταν εύκολο να φανταστεί ότι
αυτός ο άντρας θα μπορούσε να είναι μέρος αυτής της κρυφής σχέσης. Αν είχε κάποτε ερωτευθεί τη μάνα, γιατί στο μέλλον να μην ερωτευόταν και την κόρη της. Οι άνθρωποι τις ίδιες αρχέτυπες εικόνες ερωτεύονται
Η Λι Σου-Γιαν
πήρε μια βαθιά ανάσα και ρώτησε με μια αυστηρότητα που μόνο εκείνη μπορούσε να
δείξει:
— «Θα παντρευτεί η
Τιάν-Μι αυτόν τον άντρα; Τι λένε τα
άστρα για αυτό;»
Ο αστρολόγος, σχεδόν
υποκλινόμενος, ανασήκωσε το βλέμμα του και με προσοχή, λες και ήξερε πόσο βαρύ
ήταν το βάρος της απάντησης, είπε:
— «Όχι,
Αρχόντισσα. Αυτός ο γάμος δεν μπορεί να γίνει.»
Η Λι Σου-Γιαν έχοντας χάσει προς στιγμή την ψυχραιμία της περίμενε την εξήγηση. Η υποψία
και η καχυποψία έμπαιναν τώρα μπροστά για να αναλύσουν το μονοπάτι του μέλλοντος που φαινόταν πως η Τιάν-Μι έπρεπε να ακολουθήσει.
— «Για πολλούς λόγους», συνέχισε ο αστρολόγος, με αυστηρό τόνο. «Η Τιάν-Μι δεν μπορεί να τον παντρευτεί. Η ζωή του άντρα αυτού είναι γεμάτη κινδύνους, και δεν θα μπορεί να παραμείνει στο ίδιο μέρος
για πολύ. Θα λείπει συχνά, θα έρχεται και θα φεύγει, και υπάρχει το παρελθόν
του, το οποίο τον έχει προδώσει... Ένας τέτοιος γάμος θα έφερνε καταστροφή,
Αρχόντισσα. Δεν είναι κάτι που μπορεί να γίνει σε αυτό το στάδιο. Μόνο αν η Τιάν-Μι
τον ακολουθούσε σε τόπο μακρυνό. Σε τόπο που δεν τους γνωρίζει κανείς, σε ένα
μέρος όπου κανείς δεν θα γνωρίζει το παρελθόν αυτού του άντρα ούτε το όνομα της
Τιάν-Μι.»
Η Λι Σου-Γιαν κοίταξε τον αστρολόγο με μια λάμψη στα μάτια της, σαν να προσπαθούσε να
καταλάβει την πλήρη έννοια αυτών των λόγων. Τι σήμαινε για την οικογένειά τους
αυτό το μυστικό;
Ο αστρολόγος έκανε μια μικρή παύση, και στη συνέχεια, μιλώντας με
βαρύτητα, συνέχισε:
—Αλλά το πιο σημαντικό, Αρχόντισσα, είναι να μην δημοσιοποιηθεί ποτέ η σχέση αυτή. Πρέπει να παραμείνει
σιωπηλή, να μην υπάρξει καμία ρωγμή,
ούτε μικρή, ούτε μεγάλη. Αν μάθει κάποιος για
αυτήν, τότε το νερό θα κυλήσει από το κανάτι και όλα θα καταρρεύσουν. Αν
αγαπάτε την ανιψιά σας και αν
θέλετε να προστατεύσετε τον αδελφό σας, τότε πρέπει να κάνετε το πιο σημαντικό πράγμα: να σιωπήσετε. Να
προστατεύσετε αυτή τη σχέση από τη δημοσιότητα, και να την κρατήσετε μυστική
για πάντα.»
Η Λι Σου-Γιαν συγκρατώντας
το συναίσθημα και το βάρος του καθήκοντός της, χαμήλωσε το βλέμμα της, πήρε μια
ανάσα και είπε τελικά:
— «Είναι ξεκάθαρο. Εμείς θα κρατήσουμε αυτό το μυστικό. Η οικογένεια
και το όνομα του Λι Γουέν-Τσενγκ είναι πιο σημαντικά από όλα. Θα φροντίσουμε να
παραμείνουμε αόρατοι.»
Ο αστρολόγος χαμογέλασε αμυδρά,
κλείνοντας τη συζήτηση με μια ελαφρά υπόκλιση:
— «Αυτό είναι το μόνο που μπορεί να γίνει, Αρχόντισσα. Τα άστρα δεν
συγχωρούν τη δημοσιότητα στα μυστικά. Και εμείς, το μόνο που μπορούμε να
κάνουμε, είναι να προστατεύσουμε την οικογένεια, προστατεύοντας και την
αλήθεια.»
Η Λι Σου-Γιαν, χωρίς να πει λέξη, γύρισε χαιρέτησε τον αστρολόγο καθώς αυτός κατευθύνθηκε
προς την έξοδο. Το σχέδιο είχε ήδη αρχίσει. Το μυστικό της Τιάν-Μι έπρεπε να παραμείνει καλά κρυμμένο και να
προστατευτεί από οποιαδήποτε απειλή. Αν η μοίρα έστελνε αυτόν τον άντρα στο
δρόμο της Τιάν-Μι, τότε η
οικογένειά της έπρεπε να είναι έτοιμη για το χειρότερο, και το χειρότερο ήταν
να προστατεύσουν την αλήθεια από
το να διαρρεύσει.
Η Λι
Σου-Γιάν μένοντας μόνη μονολόγησε στο άδειο δωμάτιο, σχεδόν σαν σκιά χωρίς
ανθρώπινη υπόσταση, μόνο σαν τις αφανείς εκείνες δυνάμεις που επιβλέπουν την
μοίρα:
— «Όταν το βήμα του
φτάσει, θα είναι στη δικιά μου απόφαση πώς να το χειριστώ. Και όποιος κι αν
είναι αυτός ο άντρας, είτε εχθρός είτε σύμμαχος, θα παραμείνει στο σκοτάδι, για το καλό της
οικογένειας.»
η φυγή της Μέι-Λαν
Έξι χρόνια μετά τη γέννηση της Τιάν-Μι, η ζωή της Μέι-Λαν είχε πάρει μια τροπή που δεν
μπορούσε να φανταστεί ούτε η ίδια. Η κατά μεγάλες χρονικές περιόδους απουσία του Λι Γουέν-Τσενγκ από την
οικογένειά τους, λόγω των στρατιωτικών
εκστρατειών και των συνεχών εκκαθαρίσεων την είχε οδηγήσει να έχει το
περιθώριο να καταστρώνει σχέδια.
Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ, κατά τις παρατεταμένες απουσίες του, φαινόταν να
επεκτείνει τα διαστήματα των στρατιωτικών του εκστρατειών, όχι μόνο για να
ολοκληρώσει τις στρατηγικές του επιδιώξεις, αλλά και για να βρει τη διαφυγή στις ερωτικές του αναζητήσεις.
Οι κοπέλες των εχθρικών στρατευμάτων και πληθυσμών, εύκολη λεία για τους
κυρίαρχους της εποχής, του προσέφεραν μια αίσθηση εκπλήρωσης των πιο βαθιών του
επιθυμιών. Αυτές οι γυναίκες, μόνιμα σε κατάσταση ικεσίας και εξάρτησης, προσέφεραν μια θερμή και αχόρταγη ανταπόκριση,
Οι κοπέλες αυτές, οδηγούνταν είτε με βία είτε με το δέλεαρ του χρήματος να προσφέρουν τις ερωτικές τους υπηρεσίες. Για αυτές, το να πέσουν στην αγκαλιά ενός
νικητή ήταν μια ανάγκη επιβίωσης,
αλλά παράλληλα, για πολλές υπήρχε και η κρυφή
ελπίδα ότι η εξουσία του θα τις έβγαζε από την κατάσταση σκλαβιάς και θα τις οδηγούσε σε μια καλύτερη ζωή. Η ιδέα
ότι οι νικητές θα τις έσωζαν και θα τις μετέφεραν μακριά από τα κατεχόμενα
εδάφη, ίσως και στα ήσυχα εδάφη της κυριαρχίας
των Τσινγκ, τις οδηγούσε να προσφέρουν όχι απλώς υπηρεσίες, αλλά να δώσουν την καρδιά και το σώμα τους με
έναν τρόπο που ξεπερνούσε τις τυπικές σχέσεις συζύγων.
Ο πόλεμος, με όλη την καταστροφή και τον πόνο που έφερνει, γεννούσε ταυτόχρονα
και μια σειρά από τα πιο παράδοξα
και αντίθετα. Για έναν κυρίαρχο στρατιώτη, η δυνατότητα της
απόλαυσης της ομορφιάς τόσων νεαρών
γυναικών, πολλές από τις οποίες ανήκαν σε ανώτερα κοινωνικά στρώματα, ήταν κάτι που κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί σε καιρό ειρήνης. Αν δεν
υπήρχε ο πόλεμος, αν δεν υπήρχαν οι κατακτήσεις
και η πολεμική κυριαρχία,
τέτοιες γυναίκες, δεν θα έμπαιναν ποτέ στην εμβέλεια ενός απλού στρατιώτη ή κάποιου που προέρχονταν από χαμηλότερη κοινωνική τάξη. Η ίδια η εξουσία που του έδινε το καθεστώς του πολεμιστή ή του ανώτερου
στρατιωτικού του άνοιγε πόρτες και προσέφερε ελκυστικές ερωτικές εμπειρίες που
η κοινωνία σε καιρό ειρήνης δεν του είχε επιτρέψει ποτέ να ζήσει.
Ωστόσο, αυτό το παιχνίδι των εξουσιών και
των σχέσεων ποτέ δεν ήταν εντελώς ισότιμο.
Όσο και να είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν τις ομορφιές των γυναικών αυτών, οι στρατιώτες και οι πιο χαμηλόβαθμοι
υπηρέτες του στρατού ποτέ δεν επικοινωνούσαν
με τις γυναίκες από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα με τον ίδιο τρόπο. Η κοινωνική ιεραρχία ήταν πάντα παρούσα,
στερεωμένη στην καρδιά του
συστήματος. Οι ανώτεροι στρατιωτικοί, οι στρατηγοί ή οι ηγέτες
της πολιορκίας ή της πυρπόλησης των χωριών επέλεγαν τις πιο όμορφες και
εκλεκτές γυναίκες, ενώ οι χαμηλότεροι στρατιώτες ικανοποιούνταν με τις κοπέλες της αγροτιάς ή εκείνες που δεν
ανήκαν στην κοινωνική ελίτ. Παρά την πρόσκαιρη υποταγή των γυναικών αυτών στις
επιθυμίες των κατακτητών, η κοινωνική
θέση τους παρέμενε πάντα αναγνωρίσιμη, ακόμα κι αν οι συνθήκες του
πολέμου φαινομενικά εξάλειφαν τη διαφορά. Το σύστημα τάξεων παρέμενε άθικτο, και οι χαμηλότεροι στρατιώτες ποτέ
δεν θα μπορούσαν να διεκδικήσουν την ίδια
αξία με τις κοπέλες που είχαν κατακτήσει οι ανώτεροι. Αυτό ήταν ένα από
τα παράδοξα του πολέμου: ακόμα
και όταν όλα φαίνονταν ανοιχτά και ελεύθερα, οι σχέσεις εξουσίας και κοινωνικής
θέσης ποτέ δεν εξαλείφονταν πραγματικά.
Αυτός ο κόσμος της υποταγής και της ελπίδας
για αναγνώριση και διάκριση από τις ανταγωνίστριές τους οδηγούσε πολλές
από αυτές τις νεαρές κοπέλλες σε μεγαλύτερη ερωτική ενέργεια και πιο εκδηλωτικά
αισθήματα από ό,τι οι ίδιες οι σύζυγοι των στρατηγών και των πολεμιστών
συνήθιζαν να δείχνουν. Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ, από την πλευρά του, βρισκόταν μπροστά σε ένα διπλό δίλημμα: από τη μία, αυτές οι
γυναίκες, πάντα σε κατάσταση εξάρτησης και φοβισμένες από την αδυσώπητη εξουσία του, του παρείχαν ό,τι ήθελε
με μια παθητική αφοσίωση, και
από την άλλη, η συναισθηματικά αποστασιοποιημένη
σχέση με τη Μέι-Λαν του άφηνε ένα κενό, το οποίο έβρισκε να καλύπτεται
ευκολότερα στην υποταγμένη και θερμή
ανταπόκριση των αιχμάλωτων αυτών κοριτσιών.
Η ψυχρότητα και η απόσταση που χαρακτήριζαν
τον γάμο του, καθώς και η συναισθηματική
αποξένωση της Μέι-Λαν, της νόμιμης συνεύνου του, τον οδηγούσαν συχνά να
αναζητά στα ταξίδια του την ευχαρίστηση
και την εξουσία που ένιωθε με
αυτές τις γυναίκες, που ήταν πάντα στη διάθεσή του, χωρίς αντάλλαγμα παρά μόνο την υποταγή τους. Και αυτό το συμβόλαιο
στις ερωτικές επαφές μαζί τους, καθώς γνώριζαν και οι δύο πλευρές, και αυτός
αλλά και αυτές, ότι δεν θα μπορούσε να ελεγχθεί από κανένα κοινωνικό φραγμό,
ούτε να αποτελέσει τη βάση για κάποιο μέλλον, χωρίς τη λογοκρισία που επιβάλλουν
οι κοινωνικοί κανόνες σε μια λογικά ειρηνική εποχή, αποδέσμευε τις κοπέλλες και
τις έκανε ακόμη πιο ανοιχτές να αποδείξουν την θερμότητα και τις ικανότητες που έκρυβαν.
Στην απουσία του συζύγου της, τα συναισθηματικά κενά της Μέι-Λαν μεγάλωναν
κάθε μέρα, και η μοναδική παρηγοριά της ήταν η παλαιά σχέση της με τον εξάδελφό της, τον Ξιάο-Γου, μια αραιή επαφή που
συντηριόταν μέσα από κάποια σποραδικά νέα που έφθαναν με προφυλάξεις σε αυτή
μέσω κάποιων περιπλανώμενων εμπόρων που επισκέπτονταν κάποιες φορές το χωριό
Τζο Λιανγκ. Αυτή η αρχικά αθώα επαφή, που στηριζόταν στην κατανόηση και σε
κάποια μορφή ιδεολογικής συμπάθειας με τον καιρό εξελίχθηκε από μια κρυφή ανέκφραστη επιθυμία σε μια αυτοκαταστροφική ανάγκη για αγάπη και
στήριξη.
Η Μέι-Λαν αποφάσισε λοιπόν, μετά από πολλά
χρόνια συγκρούσεων μέσα της, ότι έπρεπε να φύγη, όσο και αν αυτό έκρυβε τους
μεγαλύτερους κινδύνους. Δεν μπορούσε να ζήσει άλλο μια ζωή γεμάτη με
μυστικά και καταπίεση. Δεν μπορούσε άλλο να μαθαίνει για τα κατορθώματα του
συζύγου της, τόσο τα πολεμικά όσο και τα ερωτικά του με τις κοπέλλες των
περιοχών που ήλεγχε. Ο εξάδελφός της,
ο Ξιάο-Γου, ο άνθρωπος που την είχε κατανοήσει,
ήταν η μόνη ελπίδα της. Μαζί του, μπορούσε να ζήσει ελεύθερη, χωρίς να τη
βαρύνουν τα καθιερωμένα κοινωνικά όρια
και τις δογματικές παραδόσεις
που την είχαν καταπνίξει. Οι δυο τους ήταν γεμάτοι από πάθος και την ανάγκη για ελευθερία,
και ίσως αυτή η ανάγκη να τους οδηγούσε σε μια νέα ζωή, πολύ μακριά από το βλέμμα του κόσμου και από τη σκιά της
οικογένειας.
Όταν οι Τσινγκ εδραίωσαν την κυριαρχία τους,
ο Ξιάο-Γου χάθηκε από τα γνωστά μονοπάτια. Δεν τολμούσε να πλησιάσει ούτε το Τσινγκ-Φανγκ
ούτε το Τζο Λιανγκ. Κρατούσε
απόσταση ημερών, κρυμμένος σε ορεινές ζώνες όπου τα μονοπάτια μπερδεύονταν σαν
φίδια και η ομίχλη γινόταν σύμμαχος των κυνηγημένων. Καταφύγιο του ήταν
πρόχειρες καλύβες ρητινοσυλλεκτών και εγκαταλειμμένα φυλάκια από παλιές
ταραχές. Άλλαζε τόπο συχνά. Δεν άναβε φωτιά τη νύχτα, δεν περπατούσε δύο φορές
από το ίδιο πέρασμα. Στα βουνά υπήρχαν ακόμη σκόρπιοι παλιοί υποστηρικτές της
εξέγερσης του Ζανγκ Σιεντζόνγκ, μικρές ομάδες που ζούσαν σαν ληστές ή σαν
φαντάσματα. Δεν αποτελούσαν στρατό, αλλά γνώριζαν το έδαφος καλύτερα από κάθε
τακτικό απόσπασμα. Εκείνος παρέμενε κομμάτι του βουνού, δύσκολο να εντοπιστεί,
επικίνδυνο να καταδιωχθεί, και πάντα μια σκιά ανάμεσα στο Τσινγκ-Φανγκ και το
Τζο Λιανγκ.
Αλλά η απόφαση της Μέι-Λαν να αφήσει πίσω την Τιαν-Μι δεν ήταν
εύκολη. Η μικρή κοπέλα, που είχε μεγαλώσει υπό την προστασία της θείας της,
αποτελούσε την μόνη σύνδεση που είχε με
την οικογένεια του Λι Γουέν-Τσενγκ και είχε στοιχειώσει τη ζωή της με τη
συνείδηση της μητρότητας.
Ωστόσο, για τη Μέι-Λαν, η ανάγκη να φύγει ήταν ακατανίκητη. Έπρεπε να το κάνει, και η Τιαν-Μι έπρεπε να συνεχίσει τη ζωή της με τη σταθερότητα της θείας Λι Σου-Γιαν.
Η Μέι-Λαν γνώριζε πως οι δικές της επιλογές δεν έπρεπε να γίνουν δίχτυ
που θα παγίδευε τη μοίρα της κόρης της. Η Τιαν-Μι δεν όφειλε να πληρώσει για
τον έρωτα, τον φόβο ή την αδυναμία της μητέρας της· δεν έπρεπε να μεγαλώσει
κάτω από τη σκιά ενός σκανδάλου ή να κριθεί από ψιθύρους που δεν της ανήκαν. Αν
η ίδια είχε διαλέξει τη φωτιά, η κόρη της έπρεπε να έχει το δικαίωμα να βαδίσει
σε καθαρό έδαφος. Αυτή η σκέψη, περισσότερο κι από τον έρωτα ή την ενοχή, ήταν
που την βασάνιζε: να μη γίνει η ζωή της παγίδα για το παιδί που έφερε στον
κόσμο. Έπρεπε να φύγει μόνη της, χωρίς το παιδί, χωρίς την Τιάν-Μι.
το σχέδιο της
εξαφάνισης της Μέι-Λαν
Ανατολικά του Λο Τζιανγκ κυλούσε
ένας πλατύς παραπόταμος του Μιν, με νερά γρήγορα την άνοιξη και ύπουλα βαθιά
στις στροφές του. Οι γυναίκες του χωριού κατέβαιναν συχνά εκεί για να κάψουν
θυμίαμα σε ένα μικρό πέτρινο προσκυνητάρι της θεάς του νερού και να πλύνουν
μεταξωτά υφάσματα στα καθαρά ρεύματα. Η πρόφαση ήταν εύκολη· η Μέι-Λαν θα
πήγαινε «για ευλογία και καθαρμό», λέγοντας πως ήθελε να προσευχηθεί για την
υγεία της Τιαν-Μι και για την ασφαλή επιστροφή του συζύγου της.
Το σχέδιο είχε ήδη υφανθεί
σιωπηλά. Ένας περιπλανώμενος έμπορος υφασμάτων, άνθρωπος που περνούσε
απαρατήρητος από αυλές και φυλάκια, μετέφερε το μήνυμα στον Ξιάο-Γου. Την ημέρα
της τρίτης σελήνης, στη μεγάλη καμπή του ποταμού όπου οι ιτιές γέρνουν χαμηλά,
εκεί να περιμένει. Όχι στην όχθη που φαίνεται από το μονοπάτι, αλλά στην
απέναντι, πίσω από τους βράχους όπου το νερό βαθαίνει και ο θόρυβος καλύπτει
τις φωνές.
Εκείνο το πρωί η Μέι-Λαν φόρεσε
απλό φόρεμα, πήρε μαζί της ένα μικρό καλάθι με προσφορές και δύο υπηρέτριες.
Στάθηκε μπροστά στο προσκυνητάρι, έσκυψε το κεφάλι και άφησε τα χέρια της να
τρέμουν, όχι από φόβο, αλλά από την ένταση της απόφασης. Όταν πλησίασε στην
άκρη για να «ξεπλύνει» το μετάξι, το πόδι της γλίστρησε πάνω σε βρεγμένη πέτρα.
Μια κραυγή, ένας παφλασμός, και το σώμα της παρασύρθηκε από το ρεύμα.
Οι υπηρέτριες ούρλιαξαν· έτρεξαν
κατά μήκος της όχθης, μα το νερό την είχε ήδη τραβήξει στη βαθιά καμπή. Το
ποτάμι έκανε τη δουλειά του — έκρυβε, τύλιγε, παρέσυρε.
Στην απέναντι πλευρά, πίσω από
τους βράχους, ο Ξιάο-Γου περίμενε με σκοινί δεμένο σε ρίζα ιτιάς. Τη στιγμή που
το σώμα της φάνηκε μέσα στον αφρό, βούτηξε χωρίς δεύτερη σκέψη. Το ρεύμα τον
χτύπησε στα πλευρά, μα την άρπαξε πριν χαθεί στο βαθύτερο κοίλωμα. Για λίγες
ανάσες πάλεψαν μαζί με το νερό, όχι σαν εραστές, αλλά σαν δύο άνθρωποι που
διεκδικούν την ίδια ζωή.
Την έσυρε πίσω από τους βράχους,
σε σημείο που δεν φαινόταν από το μονοπάτι. Η Μέι-Λαν έβηξε, έφτυσε νερό,
άνοιξε τα μάτια. Για μια στιγμή δεν μίλησαν. Το χωριό, πίσω τους, θα πίστευε
πως το ποτάμι την πήρε. Το Λο Τζιανγκ θα θρηνούσε ένα ατύχημα. Και το Τζο
Λιανγκ θα έκλεινε τις πύλες του σε μια σκιά.
Μα εκεί, στην κρυφή όχθη, δεν υπήρχε πια ατύχημα. Υπήρχε μόνο φυγή. Έφυγαν, κυνηγημένοι, με την εξαφάνιση από τα μάτια του κόσμου. Πέρασαν μήνες σε φτωχικές καλύβες μέσα στα βουνά, αποφεύγοντας το βάρος της κοινωνικής ντροπής. Η ζωή τους ήταν γεμάτη από πείνα και αβεβαιότητα. Όμως η ελευθερία ήταν γλυκιά και η ανταλλαγή της με την ασφάλεια μιας καταπιεστικής οικογένειας ήταν μια συμφωνία που είχαν ήδη πληρώσει με το τίμημα της εξορίας τους.
Εκεί, στα απομονωμένα βουνά, μακριά από τα έθιμα και τις παραδόσεις της οικογένειάς της, η Μέι-Λαν και ο εξάδελφός
της ζούσαν με την αίσθηση της ελευθερίας,
αλλά με τη συνεχιζόμενη βαριά σκιά των επιλογών τους να την ακολουθεί.
Η Τιάν-Μι
έμεινε πίσω, με τη θεία Λι Σου-Γιαν
να την προστατεύει και να την προετοιμάζει για την πραγματικότητα της οικογένειας των Λι, μια πραγματικότητα που η Μέι-Λαν δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να αντέξει.
μια κηδεία χωρίς πτώμα
Το ποτάμι έδωσε πίσω μόνο το καλάθι με τα θυμιάματα και ένα κομμάτι από το μεταξωτό της μανίκι πιασμένο σε κλαδί ιτιάς. Το σώμα της Μέι-Λαν δεν βρέθηκε ποτέ. Στο Λο Τζιανγκ σήμαναν τύμπανα έρευνας. Άνδρες κατέβηκαν κατά μήκος της όχθης, έψαξαν στις καμπές, έσυραν γάντζους στα βαθιά νερά, ρώτησαν ψαράδες και βαρκάρηδες. Η θεία, η Λι Σου-Γιαν, έστειλε δικούς της ανθρώπους πιο χαμηλά στο ρεύμα, μήπως το σώμα είχε παρασυρθεί σε βραχώδες πέρασμα. Μα όσο περνούσαν οι ημέρες, η ελπίδα μετατρεπόταν σε βεβαιότητα: το ποτάμι είχε κρατήσει το μυστικό του.
Οι ψίθυροι στο χωριό πλήθαιναν. Άλλοι μιλούσαν
για γλίστρημα, άλλοι για κακό οιωνό, άλλοι για τα "πνεύματα των πνιγμένων". Κανείς δεν τόλμησε να πει φωναχτά κάτι
διαφορετικό. Η απουσία πτώματος δεν εμπόδιζε το τελετουργικό· απλώς το βάραινε.
Έτσι τελέστηκε άτυπη κηδεία χωρίς σώμα. Στον
εσωτερικό αυλόγυρο της οικίας του Λι Γουέν-Τσενγκ τοποθετήθηκε ένα λευκό ξύλινο
πλαίσιο με το όνομά της γραμμένο σε μαύρη μελάνη. Προσφέρθηκαν ρύζι, τσάι και
χαρτονόμισμα για τον άλλο κόσμο. Οι γυναίκες θρήνησαν με συγκρατημένη φωνή· οι
άνδρες υποκλίθηκαν σιωπηλά. Η Λι Σου-Γιαν στάθηκε ακίνητη, επιβλητική, σαν να
ήθελε να επιβάλει τάξη ακόμη και στον θάνατο.
Η Τιάν-Μι, πολύ μικρή για να καταλάβει,
κρατούσε το μανίκι της τροφού της και κοιτούσε τη θέση όπου κανονικά θα
στεκόταν η μητέρα της. Εκεί δεν υπήρχε τίποτα — μόνο θυμίαμα που ανέβαινε σε
λεπτή, ευθεία γραμμή προς τον ουρανό.
Και κάπως έτσι, χωρίς πτώμα, χωρίς τάφο, η
Μέι-Λαν έγινε μνήμη. Το ποτάμι είχε κλείσει το στόμα του. Το χωριό έκλεισε το
δικό του.
η σύσκεψη του Λι Γουέν-Τσενγκ με τη Λι Σου-Γιάν
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ επέστρεψε στο Λο Τζιανγκ
με σκόνη στα άλογα και σιωπή στα χείλη. Δεν μπήκε πρώτα στο δικό του σπίτι.
Πήγε κατευθείαν στο αρχοντικό της αδελφής του. Τον υποδέχθηκε χωρίς θρήνο. Μόνο
με εκείνο το βλέμμα που δεν ρωτούσε — ζύγιζε.
Στο εσωτερικό δωμάτιο, πίσω από κλειστά
παραβάν, έγινε το συμβούλιο των δύο. Κανείς άλλος δεν ήταν παρών.
«Δεν βρέθηκε σώμα»,
του είπε ήρεμα. «Μέχρι να βρεθεί, θα υπάρχει πάντα η σκιά πως ίσως δεν
πνίγηκε.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ έσφιξε τη γροθιά του.
«Μίλα καθαρά.»
Η Λι Σου-Γιαν δεν δίστασε. Του ανέφερε τις
ψιθυριστές πληροφορίες. Έναν εξάδελφο από το Τσινγκ-Φανγκ. Ξιάο-Γου τον λέγανε.
Παλαιός υποστηρικτής των εξεγερμένων. Περιπλανώμενος στα βουνά. Ένα όνομα που
είχε φτάσει στ’ αυτιά της πριν ακόμη από τον γάμο.
Η φλέβα στον κρόταφό του πετάχτηκε.
«Θα ετοιμάσω
απόσπασμα. Θα χτενίσουμε τα περάσματα. Θα τον βρούμε.»
Εκείνη ύψωσε ελαφρά το χέρι. Όχι σαν αδελφή.
Σαν πολιτικός νους.
«Και αν τον βρεις;»
ρώτησε χαμηλά. «Αν βρεις και εκείνη; Ζωντανή. Στα βουνά. Στη σκιά ενός
καταζητούμενου;»
Η σιωπή βάρυνε. Εκείνη συνέχισε.
«Τότε δεν θα είναι
απλώς προδοσία. Θα είναι δημόσια ατίμωση. Για εσένα. Για την κόρη σου. Για το
όνομά μας.»
Τον πλησίασε λίγο περισσότερο.
«Ένα πτώμα που δεν
βρέθηκε αφήνει ερωτήματα. Μια ζωντανή φυγάς αφήνει ντροπή.»
Τα λόγια της δεν είχαν ένταση. Είχαν λογική.
«Πάντα ήταν ξένη»,
πρόσθεσε. «Δεν ρίζωσε ποτέ πραγματικά εδώ.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ κοίταξε προς το πάτωμα. Η
οργή του δεν είχε πια κατεύθυνση.
Η Λι Σου-Γιαν άλλαξε
τόνο.
«Θα περάσει το πένθος.
Και μετά θα σου βρω σύζυγο αντάξια του ονόματός σου. Από καλό οίκο. Από
οικογένεια που δεν κουβαλά σκιές. Υπάρχουν κοπέλες στην περιοχή, και πέρα από
αυτήν, που θα τιμούσαν τέτοιο γάμο.»
Στάθηκε απέναντί του,
σταθερή.
«Καλύτερα νεκρή στη
μνήμη, παρά ζωντανή στη ντροπή.»
Η Λι Σου-Γιαν δεν χαμήλωσε τη φωνή της αυτή
τη φορά. Έκανε λίγα βήματα μέσα στο δωμάτιο, σαν να μετρούσε τον χώρο ανάμεσα
τους.
«Ποτέ δεν την αγάπησες
πραγματικά», του είπε ήρεμα, σχεδόν ψυχρά. «Πλάγιαζες με ξένες κοπέλες όπου
περνούσες. Έτσι είχες μάθει από παλιά. Ο πόλεμος σου έδινε πρόσωπα χωρίς όνομα
και σώματα χωρίς απαιτήσεις. Εκεί ένιωθες ισχυρός.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ σήκωσε το βλέμμα του
απότομα, αλλά δεν τη διέκοψε.
«Τώρα γιατί τη
σκέφτεσαι;» συνέχισε. «Δεν σου λείπει η γυναίκα. Σου λείπει η τάξη που νόμιζες
πως είχες επιβάλει.»
Πλησίασε ακόμη λίγο.
«Ίσως να μην σε ήθελε
ποτέ. Ίσως να έπεσε στο ποτάμι από απελπισία. Ίσως να έφυγε από επιλογή.
Εθελούσια αυτοκτονία ή εθελούσια φυγή — και τα δύο σημαίνουν το ίδιο πράγμα για
σένα.»
Η φωνή της χαμήλωσε.
«Αυτό που δεν μπορείς
να ανεχθείς είναι η προδοσία. Όχι η απώλεια. Η προδοσία.»
Τα λόγια της Λι Σου-Γιαν έμειναν μετέωρα ανάμεσα σε εκείνη και τον αδελφό της. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ένιωσε την οργή να ανεβαίνει, μα δεν είχε πού να στραφεί. Αν είχε πεθάνει, δεν μπορούσε να τη τιμωρήσει. Αν είχε φύγει, δεν μπορούσε να ανεχθεί ότι εκείνη είχε επιλέξει να τον εγκαταλείψει. Και ίσως αυτό ήταν το πιο δυσβάσταχτο από όλα. Πως ένας άνδρας που είχε υποτάξει χωριά ολόκληρα δεν είχε μπορέσει να κρατήσει την καρδιά μιας γυναίκας.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
κοίταξε την αδελφή του, με την αβεβαιότητας σφηνωμένη στο βλέμμα του. «Και το
παιδί…;» ρώτησε με σκληρή φωνή, «αν έφυγε μαζί του, λες… να ήταν δικό του;»
Η Λι Σου-Γιαν ανασήκωσε τους ώμους με
σταθερότητα, χωρίς να κουνηθεί από τη θέση της. «Όπως και να έχει», είπε ήρεμα,
«είτε δικό σου είτε δικό του, το παιδί μας ανήκει. Θα μεγαλώσει με τις αρχές
της οικογένειάς μας. Εγώ θα το προστατεύω.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ πάγωσε για μια στιγμή.
«Και αν είναι πράγματι δικό του;»
«Τότε, κάποια στιγμή, θα γυρίσει να το
πάρει», συνέχισε η Λι Σου-Γιαν, χωρίς ίχνος φόβου. «Για την ώρα όμως, δεν
χρειάζεται να θολώνουμε τον κόσμο ενός αθώου παιδιού. Εσύ θα συνεχίσεις να
πηγαίνεις στις εκκαθαρίσεις σου, και εγώ θα αναλάβω τον ρόλο της μητέρας της.»
Στάθηκε λίγο πιο κοντά, το βλέμμα της σκληρό
αλλά γεμάτο προστασία. «Ποτέ δεν θα της πούμε άσχημα λόγια για αυτήν, όποια και
να είναι η αλήθεια. Κανείς δεν θα καταστρέψει την παιδική της ψυχή. Αυτό είναι
καθήκον μας. Για το παιδί, για την οικογένειά μας.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ σιώπησε. Ήξερε πως η αδελφή του είχε δίκιο.
Το παιδί έπρεπε να μείνει αθώο, ακόμα και μέσα στο χάος των παθών και των σκιών
του παρελθόντος.
Η Λι Σου-Γιαν χαμογέλασε ελαφρά, ένα
χαμόγελο που δεν ήταν ζεστό, αλλά σκληρό και λογικό. «Μπορείς τώρα να γευθείς
την ελευθερία σου ανενόχλητος», του είπε με σταθερή φωνή. «Αυτά που έκανες
κρυφά στις περιοχές των εκκαθαρίσεων, τώρα μπορείς να τα κάνεις χωρίς τύψεις
και ενοχές.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε, κι ένα μισό
χαμόγελο πέρασε στα χείλη του. Η αδελφή του συνέχισε, χωρίς να αφήσει χώρο για
αντίρρηση: «Όσο πιο γρήγορα ξεχάσεις, τόσο καλύτερα. Και ο πόθος είναι το
καλύτερο γιατρικό. Στην ανάγκη, φέρε κάποιες από αυτές ως παλλακίδες στο σπίτι
σου. Το σπίτι είναι αρκετά μεγάλο για να τις χωρέσει.»
Δεν υπήρχε αιδώς στα λόγια της. Υπήρχε
πρακτικότητα, στρατηγική και η αίσθηση ότι ο κόσμος ήταν όπως τον ήθελε: ένας
τόπος όπου η δύναμη και η επιρροή μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες
χωρίς τύψεις και όπου ο ίδιος έπρεπε να μάθει να ζει με τις συνέπειες.
Η Λι Σου-Γιαν τον κοίταξε στα μάτια, σταθερά,
σαν να ήθελε να του εμφυσήσει βεβαιότητα ανάμεσα στις σκιές της απουσίας και
της προδοσίας. «Το παιδί θα έρθει να μείνει μαζί μου», του είπε ήρεμα αλλά
αποφασιστικά. «Θα έρχεται για λίγο στο σπίτι, όταν εσύ θα επιστρέφεις από τις
εκκαθαρίσεις. Αν το επιθυμείς, θα μπορείς να έρχεσαι να το βλέπεις εδώ.»
Έκανε ένα βήμα πιο κοντά, σαν να ήθελε να
υπογραμμίσει τη σημασία των λόγων της. «Μέχρι να κάνεις άλλο παιδί, αυτή είναι
η κληρονόμος σου… αυτή είναι η συνέχειά σου.»
Η φωνή της δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας.
Ήταν προστασία και εντολή ταυτόχρονα, ένα σκληρό και τρυφερό δίχτυ για να
κρατήσει τη συνέχεια της οικογένειας ζωντανή, ακόμα και μέσα στον άνεμο της
απουσίας και της προδοσίας.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε κυριαρχήσει σε χωριά
και περάσματα, είχε σφραγίσει με φωτιά και σίδερο τα όρια των εχθρών του, αλλά
σε ό,τι αφορούσε το σπίτι του, γνώριζε την αλήθεια που τόσο καλά γνώριζαν οι
παλιές οικογένειες: οι άνδρες μπορεί να είναι σκληροί πολεμιστές, αλλά δεν
έχουν μάθει ποτέ να παίρνουν τις σκληρές αποφάσεις για το σπίτι.
Αυτές, οι αποφάσεις που κρατούν ζωντανή την
οικογένεια, που φυλάνε τα μυστικά και καθορίζουν ποιος θα ζήσει ή θα πεθάνει
μέσα στις σκιές, ανήκουν στις γυναίκες. Γιατί το σπίτι πάντα ανήκει σε αυτές —
στα δωμάτια, στις αυλές, στα μάτια που βλέπουν πριν καν συμβεί κάτι. Και η Λι
Σου-Γιαν ήξερε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο πώς να κρατά τη δύναμη στα χέρια
της, χωρίς να χρειαστεί ποτέ να σηκώσει όπλο.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν απάντησε αμέσως. Έτσι
το μυστικό συμβούλιο τελείωσε χωρίς διαταγή. Και η Μέι-Λαν, στα χαρτιά και στις
ψυχές τους, έμεινε νεκρή.
ΜΕΡΟΣ Β
η Τιάν-Μι στο σπίτι της θείας της Λι Σου-Γιαν
Η Λι Σου-Γιαν είχε παντρευτεί τον τοπικό
άρχοντα Γουάνγκ Τσε-Λιν, έναν άνδρα με κύρος και επιρροή στο Λο Τζιανγκ,
υπεύθυνο για την ασφάλεια και τη διοίκηση της περιοχής, με πολιτικές αρμοδιότητες που τον έφερναν σε επαφή με όλα τα σημαντικά γεγονότα
του τόπου. Παρά τη θέση και τη δύναμή του, η Λι Σου-Γιαν δεν άλλαξε το όνομά
της· διατήρησε το πατρικό της επώνυμο, «Λι», γιατί η οικογένειά της ήταν ισχυρή
και το όνομά της μετέφερε κύρος και σεβασμό, πράγμα που της επέτρεπε να ασκεί
ανεξάρτητη επιρροή μέσα στο σπίτι και στην κοινότητα. Με αυτό το όνομα μπορούσε
να επιβάλλει τις αρχές και την τάξη της στο προσωπικό και τους υπηρέτες και να
θυμίζει σε όλους ότι η δύναμη που κρατούσε δεν εξαρτιόταν από τον σύζυγό της,
αλλά από την ίδια και την ισχυρή καταγωγή της.
Η Τιάν-Μι μεγάλωνε κάτω από τα αυστηρά
βλέμματα και τη σοφία της Λι Σου-Γιαν. Στο σπίτι της θείας της, κάθε γωνιά είχε
νόημα, κάθε δώρο ήταν και μάθημα. Υπήρχε αυστηρότητα — να μην παίζει με τα
παιδιά των υπηρετών, να κρατά αποστάσεις με τους κατώτερους, να γνωρίζει από
νωρίς ποια είναι η θέση της στον κόσμο — αλλά και κατανόηση, ζεστασιά που
έδειχνε ότι κάθε αυστηρό μάθημα ήταν για την προστασία και τη μελλοντική της
δόξα.
Με μεγάλα δώρα και προσοχή στις
λεπτομέρειες, η Λι Σου-Γιαν περνούσε στην ανιψιά τις πρώτες ιδεολογικές αρχές:
αύριο η ζωή της θα είναι διαφορετική. Είναι κόρη μεγάλου πατέρα, και πρέπει να
μάθει να έχει περηφάνια. Οι άντρες πολεμούν με τα όπλα, της έλεγε η θεία της,
αλλά οι γυναίκες μάχονται με τη λογική και τη σκέψη. Χωρίς τις γυναίκες,
κανένας άνδρας δεν μπορεί να γίνει μεγάλος πολεμιστής ή να συνεχίσει να πολεμά.
Κάθε μέρα, η Τιάν-Μι μάθαινε να κρατάει τον
εαυτό της όρθιο μέσα στις σκιές του σπιτιού, να βλέπει πίσω από τα λόγια των
ανθρώπων, να κατανοεί τη δύναμη που δεν χρειάζεται όπλα. Και μέσα σε αυτή τη
σιωπηλή, απαιτητική εκπαίδευση, αναδυόταν η πρώτη αίσθηση ότι η περηφάνια και η
σκέψη είναι η πρώτη άμυνα και η πρώτη δύναμη μιας κόρης μεγάλου πατέρα.
Η Λι Σου-Γιαν καθόταν δίπλα στην Τιάν-Μι, τα
δάχτυλα της πλεγμένα μπροστά της, το βλέμμα ήρεμο αλλά γεμάτο βαρύτητα. Έντεχνα
άρχισε να αποσπά τις σκέψεις της ανιψιάς για τη μητέρα της, τη Μέι-Λαν. Με
λόγια ήπια, αλλά σκληρά στο νόημά τους, της υπέδειξε την αδυναμία και τις σκιές
της καταγωγής της μητέρας της. «Δεν χρειάζεται να κρίνεις, παιδί μου», της
είπε, «αλλά να θυμάσαι: εκείνους που αγαπά ο Τιαν-Χού, ο Ουράνιος Θεός της
Δικαιοσύνης, τους παίρνει στην αγκαλιά του νέους, για να μην τους αφήσει να
γεράσουν και να περάσουν βάσανα.»
Κάθε λέξη έμοιαζε να μπαίνει σαν μικρή
σταγόνα σε ένα ποτήρι που είχε ήδη τη γεύση της απουσίας και της απώλειας. Μέσα
από την προσεκτική αποστασιοποίηση και τις αινιγματικές συμβουλές της θείας, η
Τιάν-Μι άρχιζε να κατανοεί ότι η μητέρα της ήταν μια φιγούρα του παρελθόντος, ακατανόητη,
σχεδόν ξένη. Και η θέση της στο σπίτι της θείας της Λι Σου-Γιαν, ήταν πλέον η
μόνη πραγματική ασφάλεια, η μόνη κληρονομιά που δεν κινδύνευε από τα πάθη ή τις
αδυναμίες των άλλων.
Η Λι Σου-Γιαν κοίταξε την Τιάν-Μι με μια
σπάνια τρυφερότητα, τα χέρια της πλεγμένα μπροστά, και της είπε με βαρύτητα
αλλά και γλυκύτητα: «Ο Τιαν-Χού, ο Ουράνιος Θεός, σε έστειλε σε μένα σαν δώρο.
Μου έδωσε εσένα, γιατί εγώ δεν έχω κόρη, μόνο αγόρια… τρία τον αριθμό.»
Η Λι Σου-Γιαν έκανε μια μικρή παύση, σαν να
ζύγιζε τις αναμνήσεις της και να έδινε μορφή στο κενό που είχε αφήσει η απουσία
των γιων της. «Ο πρώτος, ο Γουάνγκ Τζι-Χάο», είπε, «έχει ήδη παντρευτεί και ζει
στο δικό του σπίτι. Παρά τον γάμο, όμως, ακόμα δεν μου χάρισε εγγόνι.»
Η θεία συνέχισε, με ένα βλέμμα που περιείχε
περηφάνια και ελαφριά λύπη: «Ο δεύτερος, ο Γουάνγκ Τζι-Λιν, πολεμά στο πλευρό του
αδελφού μου, του πολέμαρχου Λι Γουέν-Τσενγκ, και αυτοί διασφαλίζουν ότι εμείς
εδώ μπορούμε να κοιμόμαστε ήρεμοι, ενώ ο τρίτος, ο Γουάνγκ Τζι-Μιν, βρίσκεται στην πρωτεύουσα της
Σετσουάν για στρατιωτικές απουσίες και καθήκοντα. Έτσι, το σπίτι έχει αδειάσει·
οι τρεις μου γιοι, ο καθένας με τον δικό του δρόμο, αφήνουν πίσω τους τον
αυλόγυρο και την αίθουσα, και τώρα εσύ, Τιάν-Μι, γεμίζεις με την παρουσία σου
τη στέγη που κάποτε ήταν μόνο δική μου και των γιων μου.»
Και τώρα, συνέχισε με ένα χαμόγελο που
έκρυβε ανάμεικτα συναισθήματα, «το σπίτι μου έχει αδειάσει… και εσύ, Τιάν-Μι,
το γέμιζες με την παρουσία σου. Εσύ φέρνεις ζωή, χαρά και τάξη σε κάθε γωνιά.
Το σπίτι μου ξαναβρίσκει νόημα μέσα σου.»
Κάθε λέξη ήταν μια υπενθύμιση στην ανιψιά
της: η θέση της δεν ήταν τυχαία. Ήταν η συνέχεια, η φροντίδα και η κληρονομιά
ενός σπιτιού που είχε μάθει να ζει χωρίς κόρη, αλλά που τώρα, χάρη σε εκείνη,
ξαναγέμιζε με την αίσθηση μιας προσεκτικά φυλαγμένης δύναμης και περηφάνειας.
η Τιάν-Μι φοιτά σε σχολή της πρωτεύουσας
Ο ήλιος μόλις άρχιζε να ζεσταίνει τα στενά
σοκάκια του Λο Τζιανγκ, όταν η Τιάν-Μι, δεκατεσσάρων ετών πια, ετοιμαζόταν για
το μεγάλο ταξίδι της ζωής της. Στην αυλή του σπιτιού, η θεία της, η Λι Σου-Γιαν,
παρακολουθούσε με προσοχή τις τελευταίες της κινήσεις, διορθώνοντας με ήρεμη
αλλά αποφασιστική φωνή το πέπλο και τη στάση της ανιψιάς. Δίπλα της, ο σύζυγός
της, ο τοπικός άρχοντας Γουάνγκ Τσε-Λιν ρίσκαρε μόνο ένα σπάνιο, ζεστό
χαμόγελο προς τη νεαρή Τιάν-Μι, κατανοώντας τη σημασία αυτού του ταξιδιού.
«Θα ταξιδέψουμε με
ασφάλεια», είπε η Λι Σου-Γιαν, ενώ οι λίγες βαλίτσες και τα δώρα ήταν
τακτοποιημένα σε καλάμια και καλαθάκια. «Μην ξεχάσεις ποτέ τις αρχές που σου
δίδαξα. Ο κόσμος εκεί έξω είναι μεγάλος, αλλά εσύ είσαι κόρη ενός μεγάλου
πολεμιστή. Κράτησε την περηφάνια σου και τη λογική σου».
Το ταξίδι μέχρι την πρωτεύουσα της Σετσουάν
ήταν μακρύ και κουραστικό. Πέρασαν ποτάμια και χαράδρες, δρόμους γεμάτους
μικρές αγορές και συνοικίες, όπου οι άνθρωποι κοίταζαν με περιέργεια το κορίτσι
που συνόδευε η οικογένεια του άρχοντα. Η Τιάν-Μι κρατούσε το κεφάλι της ψηλά,
προσπαθώντας να θυμηθεί κάθε μάθημα ευγένειας και συγκράτησης που της είχε
διδάξει η θεία της.
Όταν έφτασαν στην αυλή της σχολής, ένα
μεγάλο, αυστηρό αλλά επιβλητικό συγκρότημα με κήπους και περίκλειστους χώρους,
η Λι Σου-Γιαν στάθηκε για λίγο στο κατώφλι. «Αυτός θα είναι ο κόσμος σου για τα
επόμενα τέσσερα χρόνια», είπε με σοβαρότητα, «μάθε να τον κατανοείς, να τον
σέβεσαι και να τον χειρίζεσαι με το μυαλό σου, όπως σου έμαθα».
Ο άρχοντας Γουάνγκ Τσε-Λιν αποχαιρέτησε την
Τιάν-Μι με μια σύντομη υπόκλιση, κατανοώντας ότι η φροντίδα της πνευματικής της
ανάπτυξης ήταν έργο που η ίδια η Σχολή τώρα θα αναλάμβανε. Η Τιαν-Μι μπήκε μέσα
στους διαδρόμους της σχολής, με τα μάτια γεμάτα δέος και περιέργεια, ενώ πίσω
της η Λι Σου-Γιαν και ο Γουάνγκ Τσε-Λιν παρακολουθούσαν σιωπηλοί, γνωρίζοντας ότι η
ανιψιά τους ξεκινούσε τώρα το δρόμο για να γίνει μια νέα γυναίκα υψηλής
μόρφωσης και ολοκληρωμένης προσωπικότητας.
τα τέσσερα χρόνια μαθητείας στη σχολή
Καθώς η Τιάν-Μι ξεκίνησε τη ζωή της ως
εσώκλειστη στη σχολή στην πρωτεύουσα της Σετσουάν, τα τέσσερα χρόνια κύλησαν με
αυστηρότητα αλλά και φροντίδα. Η καθημερινότητά της ήταν γεμάτη με μαθήματα
καλλιγραφίας, λογοτεχνίας, κλασικής φιλοσοφίας, μουσικής και τεχνών, ενώ οι
καθηγήτριες τη δίδασκαν να τηρεί την αυστηρή πειθαρχία, να σέβεται τις
ιεραρχίες και να κρατά αποστάσεις από τα παιδιά των κατώτερων τάξεων.
Η Τιάν-Μι δεν είχε την πολυτέλεια να
επισκέπτεται συχνά το Λο Τζιανγκ. Η θεία της, Λι Σου-Γιαν, και ο σύζυγός της, ο
άρχοντας Γουάνγκ, έρχονταν μια-δυο φορές το χρόνο, πάντα με οργανωμένο τρόπο
και με προσοχή ώστε η παρουσία τους να μην διαταράξει την καθημερινή ζωή της
σχολής. Αυτές οι επισκέψεις γίνονταν κυρίως κατά τις μεγάλες γιορτές ή για
ειδικές αφορμές, όπως η αλλαγή των εποχών ή τα γενέθλια της Τιάν-Μι, και
γέμιζαν το κορίτσι με αγάπη αλλά και το αίσθημα της νοσταλγίας για το σπίτι.
Ο πατέρας της, ο Λι Γουέν-Τσενγκ, λόγω των
συνεχών εκκαθαρίσεων και στρατιωτικών υποχρεώσεων δεν είδε την
κόρη του ούτε μια φορά σε αυτά τα τέσσερα χρόνια. Η Τιάν-Μι μεγάλωνε με την αγάπη της θείας της
και την παρουσία του άρχοντα Γουάνγκ Τσε-Λιν, μαθαίνοντας να συνδυάζει την πειθαρχία,
την λογική και την περηφάνια που απαιτούσε η θέση της ως κόρη ενός πολεμιστή.
η παλλακίδα Σιάο-Γινγκ στο Λο Τζιανγκ
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, ακολουθώντας μάλλον τις
διακριτικές υποδείξεις της αδελφής του, όταν πλέον η κόρη του είχε εγγραφεί ως
εσώκλειστη στη σχολή, αισθάνθηκε προς στιγμήν απελευθερωμένος από ένα βάρος. Θα
μπορούσε ίσως τώρα, ίσως για λίγο, να δημιουργήσει μια πιο μόνιμη σχέση, έστω
και αν αυτή δεν ήταν απόλυτα συναινετική ή δεν ήταν απόλυτα φυσιολογική για τα
πρότυπα της κοινωνίας του Λο Τζιάνγκ.
Ο Λι Γουέν‑Τσενγκ βρισκόταν στην περιφέρεια Τσενγκντόγκ, μια κωμόπολη των
εκκαθαριστικών επιχειρήσεων στα νότια της επαρχίας Σετσουάν, μια περιοχή που ήταν στρατιωτικά και κοινωνικά
ρευστή μετά την πτώση των Μινγκ και τον συνεχιζόμενο αγώνα των δυνάμεων των Νότιων Μινγκ και των Τσινγκ για τον
έλεγχο της νότιας Κίνας.
Εκεί,
ανάμεσα σε πολλές κοπέλες που βοηθούσαν στις δουλειές, κουβαλούσαν νερό και
περιποιούνταν τραυματίες ή πρόσφυγες στις παρυφές των στρατοπέδων, η Σιάο‑Γινγκ
ξεχώρισε αμέσως. Δεν ήταν απλώς η
ομορφιά της, που ήταν αδιαμφισβήτητη, λεπτά χαρακτηριστικά, μάτια που
άστραφταν ακόμα σε δύσκολους καιρούς, έναν ώμο που σήκωνε ευθύνη πέρα από την
ηλικία της. Ήταν η ήρεμη σταθερότητα
με την οποία κοίταζε τα πράγματα γύρω της, σαν να κατανοούσε πώς λειτουργεί ο
κόσμος, ακόμη και όταν εκείνος έμπαινε σε ταραχή. Κι αυτό ήταν που τράβηξε τον
Λι Γουέν‑Τσενγκ περισσότερο πάνω της.
Η Σιάο‑Γινγκ προερχόταν από ένα μικρό χωριό, το Σινγκ‑Λουο, στα νότια της επαρχίας Σετσουάν, περίπου μια ημέρα δρόμο από την κωμόπολη Τσενγκντόγκ όπου την πρωτοσυνάντησε ο Λι Γουέν‑Τσενγκ. Το Σινγκ‑Λουο ήταν ένα ταπεινό χωριό που είχε υποφέρει βαριά από τις συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων των Νότιων Μινγκ και των Τσινγκ. Τα χωράφια είχαν εγκαταλειφθεί, πολλές οικογένειες είχαν σκορπιστεί, κι όσοι είχαν μείνει προσπαθούσαν να επιβιώσουν με ό,τι μπορούσαν να καλλιεργήσουν. Η Σιάο‑Γινγκ, παρά τις δυσκολίες, είχε μεγαλώσει με ένα αίσθημα εργατικότητας και ευθύνης.
Ήταν αυτή η απαλή αποφασιστικότητα και το βλέμμα που είχε μάθει να διακρίνει
την ουσία αντί για την επιφάνεια, που τράβηξαν τον Λι Γουέν‑Τσενγκ ανάμεσα σε
τόσες άλλες κοπέλες που είχε δει στις περιοχές των εκκαθαρίσεων, βλέμμα που
έλαμπε μέσα από τη σιωπή.
Η Σιάο‑Γινγκ τον κοίταξε με αμετακίνητη
γαλήνη, με τα μάτια της να λάμπουν σαν να γνώριζαν όσα εκείνος προσπαθούσε να
κρύψει από τον ίδιο τον εαυτό του. «Κάθε άνθρωπος που κρατά όπλο,» του είπε με
ήρεμη φωνή, «φοβάται να αφήσει το βάρος του καρπού του να γίνει βάρος της ψυχής
του. Αλλά να ξέρεις, δεν θα σε φοβηθώ, ούτε θα σε κρίνω για όσα φέρεις. Κρίνω
μόνο εκείνους που δεν μπορούν να σταθούν όρθιοι όταν οι άλλοι πέφτουν.»
Ο Λι Γουέν‑Τσενγκ ένιωσε ένα μικρό ρίγος. Η αυτόνομη δύναμη και η ψυχραιμία της, το να
μιλήσει έτσι με ευθύτητα σε έναν πολέμαρχο,
χωρίς μάλιστα εκείνος καν να της απευθύνει το λόγο, ήταν που τον
κένττρισε. Κι εκείνη, με μια σχεδόν παιχνιδιάρικη κίνηση, σκέπασε το
χαμόγελό της πίσω από τα δάχτυλά της, σαν να ήξερε ότι τον είχε ήδη ανακρίνει
χωρίς καν να μιλήσει άλλο. Η Σιάο‑Γινγκ στεκόταν μπροστά στον Λι Γουέν‑Τσενγκ, χωρίς
να κατεβάσει το κεφάλι της, αντικρύζοντάς τον στα μάτια με μια ηρεμία που
μαγνήτιζε. Από την τσέπη της έβγαλε ένα μικρό ξύλινο κουτί γεμάτο λεπτά
ραβδάκια, τα «ραβδάκια της μοίρας» που είχε μάθει να χρησιμοποιεί από τον
παππού της στο Σινγκ‑Λουο. Χωρίς φόβο, τα ανακάτεψε με τα δάχτυλά της, κι
ύστερα έδωσε στον πολέμαρχο να τραβήξει ένα.
«Κοίταξε,» είπε με σταθερή φωνή, «σε αυτό
που τραβάς το πνεύμα των στοιχείων της ημέρας σου μιλάει. Υπάρχει ένας δρόμος
γεμάτος μάχη και αίμα, αλλά και στιγμές που η τύχη θα σου χαμογελάσει, αν
ξέρεις να κρατάς ισορροπία ανάμεσα στο Yin και το Yang.»
Ο Λι Γουέν‑Τσενγκ την παρατηρούσε σιωπηλός,
γοητευμένος. «Και τι βλέπεις για εμένα;» τη
ρώτησε.
Η Σιάο‑Γινγκ χαμογέλασε αχνά, σαν να έκρυβε
μια γνώση μεγαλύτερη από τη δική του. «Το όπλο σου είναι ισχυρό, μα η καρδιά
σου έχει ένα κενό. Η ίδια η τύχη μπορεί
να γίνει παγίδα, αν την υποτιμήσεις.»
Κι εκεί, ανάμεσα στα ξύλινα ραβδάκια και τα
μυστικά των στοιχείων, ο Λι Γουέν‑Τσενγκ ένιωσε ότι η Σιάο‑Γινγκ δεν ήταν μόνο
όμορφη· ήταν ένας άνθρωπος που καταλάβαινε τη μοίρα και ήξερε πώς να διαβάζει
τους αόρατους δρόμους της ζωής, και αυτή η συνειδητοποίηση τον άφησε
γοητευμένο.
Η Σιάο‑Γινγκ τράβηξε ένα ακόμη ραβδάκι και
το γύρισε ανάμεσα στα δάχτυλά της. «Οι δρόμοι που διάβηκες δεν ήταν πάντα
καθαροί,» είπε, κοιτάζοντας τον Λι Γουέν‑Τσενγκ με έντονο βλέμμα. «Κάποια
μονοπάτια άφησαν ίχνη που δεν ξεχνιούνται. Ούτε η τύχη ούτε οι άνθρωποι ξεχνούν
εύκολα τις επιλογές σου. Κάποιοι σε φοβήθηκαν, άλλοι σε ακολούθησαν, και
μερικοί θα σε κρίνουν για πάντα για αυτά που έκανες μακριά από το σπίτι σου.»
Η Σιάο‑Γινγκ συνέχισε, αυτή τη φορά πιο
απαλά: «Κάποτε μια γυναίκα που υπήρξε κοντά σου σε άφησε για τον αγαπημένο της.
Το παιδί που έκανε μαζί σου ήταν στην πραγματικότητα του άνδρα που αγαπούσε.
Τώρα αυτή η γυναίκα δεν ζει πια. Αλλά η σκιά της ιστορίας αυτής μένει, σαν
υπενθύμιση ότι η καρδιά δεν υπακούει πάντα στις δικές μας επιθυμίες.»
Ο Λι Γουέν‑Τσενγκ ένιωσε ένα μούδιασμα, ούτε θυμό ούτε η ενοχή, αλλά κάτι σαν αμυδρή θλίψη και συνειδητοποίηση. Η Σιάο‑Γινγκ είχε δει πίσω από τη μάσκα του πολέμαρχου και είχε αγγίξει την πιο ανθρώπινη, ευάλωτη πλευρά του. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την πλησίασε και χαμηλόφωνα της ζήτησε το βράδυ να τον επισκεφθεί στη σκηνή του. Εκείνη τον κοίταξε στα μάτια και είπε :
«Αν με θέλεις για να
σου πω την τύχη, θα με βρεις αύριο στο ίδιο μέρος. Αν με θέλεις επειδή σου
αρέσω, τότε θα έρθω. Αλλά να ξέρεις… θα είμαι μαζί σου μόνο όσο θέλω εγώ. Όταν
σταματήσεις να μου αρέσεις, θα φύγω. Ακόμη και να με κρατήσεις θα ξέρεις τότε, πως
και να με κρατάς στα χέρια σου θα είναι σαν να αγκαλιάζεις ένα σώμα που
αναπνέει… αλλά χωρίς ψυχή.»
Η φράση της κρέμονταν στον αέρα, ισχυρή και
ανεξάρτητη, σαν μια προειδοποίηση που ήξερε καλά ότι θα έπρεπε να τη σεβαστεί.
Τα Νήματα του Πεπρωμένου στη σκηνή του Λι Γουέν-Τσενγκ
Η νύχτα είχε πέσει βαριά πάνω από τις
περιοχές των εκκαθαρίσεων, και η στρατιωτική σκηνή του Λι Γουέν-Τσενγκ έμοιαζε
με νησίδα ησυχίας ανάμεσα σε θορύβους μακρινού πολέμου. Η Σιάο-Γινγκ πλησίασε,
ντυμένη με σκοτεινά υφάσματα που σάλευαν με κάθε βήμα της, και το φως της
φλόγας από τις λυχνίες έπεφτε πάνω της σαν να ήθελε να ξεκλειδώσει μυστικά.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την περίμενε μέσα στη
σκηνή. η Σιάο-Γινγκ μπήκε, δεν πρότεινε
τα χέρια της για αγκαλιά. Αντίθετα, άπλωσε μπροστά της ένα μικρό ξύλινο κουτί:
μέσα του, «τα Νήματα του Πεπρωμένου».
Με ένα διακριτικό χαμόγελο, άφησε τα λεπτά
ραβδάκια να τρέξουν ανάμεσα στα δάχτυλά της, κι έπειτα τα σταθεροποίησε με
τρόπο που έμοιαζε τυχαίος αλλά δεν ήταν.
«Δεν είναι μόνο τύχη αυτά που βλέπω,» είπε
χαμηλόφωνα. «Ξέρω και πράγματα για ό,τι φέρνει το παρελθόν… Σκιές που ακόμα σε
κυνηγούν, μυστικά που δεν έχεις ακόμη κοιτάξει κατάματα.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ένιωσε το δέρμα του να
σκιρτάει, όχι μόνο από τον αισθησιασμό της παρουσίας της αλλά και από την
αίσθηση του πεπρωμένου που η Σιάο-Γινγκ περιέγραφε. Η φωνή της ήταν σαν να
μιλούσε για την ψυχή του: γοητευτική, επικίνδυνη, ακατανίκητη.
«Και αν θέλω να δω
περισσότερα;» τη ρώτησε.
– «Αυτός που θέλει να μάθε πεισσότερα θα
πρέπει να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει εκείνα
που θα αποκαλυφθούν μπροστά του. Αν δεν είναι έτοιμος και δυνατός, τότε
να μην προχωρήσει.»
Έκατσε κοντά του, αφήνοντας την πνοή της να
ακουμπά το λαιμό του, αλλά το βλέμμα της παρέμενε απόμακρο, σαν να έβλεπε πέρα από
τη σκηνή, μέσα στα μυστικά της μοίρας. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ κατάλαβε πως αυτή η
νύχτα δεν ήταν παιχνίδι· ήταν μια πρόκληση. Μια υπόσχεση για δύναμη, πάθος και
μυστικά που δεν θα μπορούσε ποτέ να αγνοήσει.
Η νύχτα πέρασε ήρεμα, αλλά κάθε σκιά μέσα
στη σκηνή κουβαλούσε τον παλμό της επιθυμίας, κάθε ανάσα τους ήταν μια
υπόσχεση, κάθε κίνηση ένας κανόνας: τα Νήματα του Πεπρωμένου ήταν ιερά, και η
μοίρα τους είχε μόλις αρχίσει να ξεδιπλώνεται.
Από εκείνη τη νύχτα, η Σιάο-Γινγκ έγινε
αναπόσπαστο μέρος της ζωής του Λι Γουέν-Τσενγκ. Τον ακολουθούσε αδιαμαρτύρητα
σε κάθε εκστρατεία και αποστολή, είτε ως πιστή σύνευνος, είτε ως διακριτική
αγγελιαφόρος των μηνυμάτων του πεπρωμένου. Κάθε στιγμή μαζί του ήταν μια λεπτή
ισορροπία: όσο περισσότερη εμπιστοσύνη της έδινε, τόσο μεγαλύτερη και η ερωτική
ανταπόκριση που του χάριζε, με τρόπο που συνδύαζε την αφοσίωση, τη σωματική
ένταση και το μυστήριο της μοίρας που τους συνέδεε. Η παρουσία της δεν ήταν
απλώς συνοδεία· ήταν μια ζωντανή υπενθύμιση των Νημάτων του Πεπρωμένου, που
έπλεκαν αόρατα τις ζωές τους σε ένα νήμα αφοσίωσης, πάθους και μοίρας.
η Σιάο-Γινγκ ένοικος στο σπίτι του Λι Γούεν-Τσενγκ
Η Σιάο-Γινγκ μετά από καιρό, ίσως ένα χρόνο
μετά την πρώτη επαφή της στη στρατιωτική σκηνή του Λι Γουέν-Τσενγκ εγκαστάθηκε ως
μόνιμη κάτοικος του σπιτιού του Λι Γουέν-Τσενγκ στο Λο Τζιανγκ, αλλά για την
αδελφή του, τη Λι Σου-Γιαν, η παρουσία της ήταν σαν να μην υπήρχε.
Η Λι Σου-Γιαν δεν ήθελε να αναγνωρίσει ούτε
να επικυρώσει δημοσίως ότι μια κοπέλλα από τις κατεχόμενες περιοχές, μια
αιχμάλωτη της μοίρας, είχε κερδίσει την καρδιά του αδελφού της. Για εκείνη, η
Σιάο-Γινγκ παρέμενε μια «αόρατη» παρουσία, μια παλλακίδα που οφείλει να
παραμένει στο περιθώριο, όσο και αν η αφοσίωση και η ερωτική της δύναμη έδεναν
τον πολέμαρχο σε αυτήν. Η Σιάο-Γινγκ ήξερε καλά ότι η αδιαφορία της Λι Σου-Γιαν
ήταν μέρος του παιχνιδιού εξουσίας, μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αναγνώριση
και την απόρριψη.
Παρά τις μάταιες προσπάθειες της Σιάο-Γινγκ
να συναντήσει την αδελφή του Λι Γουέν-Τσενγκ εκείνη της το παράγγειλε κοφτά.
Δεν ανήκαν στην ίδια τάξη, εκείνη ήταν κοπέλλα από μια αγροτική φτωχή
οικογένεια, αν ήταν κοπέλλα από ανώτερο στρώμα, έστω και από αυτές τις
κυριαρχούμενες ή καταληφθείσες περιοχές, τότε θα είχε κάποιο νόημα. Οι κόσμοι
δεν γεφυρώνονται.
Έτσι η Σιάο-Γινγκ έμαθε να ζει με τη σιωπηλή
αναγνώριση της θέσης της ως παλλακίδα, ως σύντροφος, ως αγγελιαφόρος της μοίρας,
αλλά ποτέ ως ισότιμη.
ο
αγώνας της παλλακίδας Σιάο-Γινγκ για να διαγράψει τη μνήμη του Λι Γουέν-Τσενγκ
Η Σιάο-Γινγκ παρά τη
νεαρή ηλικία της γνώριζε καλά τη δύναμη της μνήμης, τη δύναμη των εικόνων που
ακολουθούσαν έναν άνδρα για χρόνια. Και όσο κι αν ο Λι Γουέν-Τσενγκ προσπαθούσε
να κρύψει την απουσία της γυναίκας του, εκείνη ήξερε ότι η εικόνα της νεκρής
συζύγου θα παρέμενε πάντα μέσα του σαν μια ανεξίτηλη πληγή. Όμως, δεν ήταν
διατεθειμένη να αφήσει την ιστορία του παρελθόντος να τον στοιχειώνει. Αν η
μνήμη ήταν όπλο, τότε η ίδια ήταν έτοιμη να το χρησιμοποιήσει για να του
αποσπάσει τη σκέψη από το βάρος του
παρελθόντος του.
Ξεκίνησε με τα ρούχα.
Στην αρχή ήταν μια αθώα απλή κίνηση. Το
μακρύ, βαρύ φόρεμα της συζύγου του, εκείνο το λευκό κι ασημένιο φόρεμα που τη
συνόδευε στις γιορτές, κρεμόταν ακόμα στην ντουλάπα του αρχοντικού. Κάθε φορά
που ο Λι Γουέν-Τσενγκ το έβλεπε, η θύμηση της γυναίκας του αναδυόταν, τόσο
καθαρή και ζωντανή, που δεν μπορούσε να τη διώξει από το μυαλό του. Η
Σιάο-Γινγκ αποφάσισε να το αφαιρέσει χωρίς προειδοποίηση. Σε μια νύχτα που ο Λι
Γουέν-Τσενγκ ήταν απασχολημένος με τις δουλειές του, πήρε το φόρεμα και το
έθαψε κάτω από το δάπεδο του δωματίου της. Ήξερε πως ο άρχοντας δεν θα το
αναζητούσε εκεί. Στην θέση του άφησε ένα δαντελωτό ύφασμα, απαλό και
απαλλαγμένο από τις μνήμες του παρελθόντος.
Με την ίδια
αποφασιστικότητα, προχώρησε σε άλλες πράξεις. Στην κρυστάλλινη βιτρίνα του
γραφείου του, όπου φυλάσσονταν τα πολύτιμα κειμήλια της γυναίκας του — το
σμαραγδένιο βραχιόλι, το διαμάντι που της είχε χαρίσει για τα γενέθλιά της — τα
αντικείμενα που κρατούσαν τη μνήμη της ζωντανή — τα αφαίρεσε. Είχε
προετοιμαστεί καλά. Τα αντικείμενα αυτά είχαν κάποια σημασία για τον άρχοντα,
τα θεωρούσε αναπόσπαστο κομμάτι του κόσμου του, της συντροφικότητας που είχε
μοιραστεί με τη γυναίκα του. Εντούτοις, η Σιάο-Γινγκ ήξερε πως κάθε φορά που τα
κοιτούσε ο Λι Γουέν-Τσενγκ, τότε η Σιάο-Γινγκ γινόταν απλώς μια σκιά. Κάποια
νύχτα, με αθόρυβη κίνηση, τα αντικατέστησε με άλλα, λιγότερο λαμπερά, ίσως και
αδιάφορα. Το διαμάντι είχε αντικατασταθεί με ένα απλό, στρογγυλό κόσμημα από
ασημένιο μέταλλο, και το βραχιόλι με ένα ξύλινο φυλαχτό.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ άρχισε
να παρατηρεί κάτι περίεργο. Κάθε φορά που γύριζε στο σπίτι, κάτι του φαινόταν
ελαφρώς διαφορετικό, σαν να είχε μπλέξει τις αναμνήσεις του με τις εικόνες του
παρόντος. Η ίδια η Σιάο-Γινγκ τον παρέσυρε περισσότερο στο δώμα της,
προσπαθώντας να δημιουργήσει έναν νέο χώρο, ελεύθερο από τις φωνές του
παρελθόντος. Κάθε μέρα που περνούσε, τον έφερνε κοντά της όλο και περισσότερο.
Στο δωμάτιό της, τα φώτα ήταν πάντα χαμηλά, οι κουρτίνες τραβηγμένες για να
κρύβουν τον ήλιο. Μια ατμόσφαιρα βαριά από λουλούδια και αιθέρια έλαια τον
τύλιγε καθώς εκείνη τον καλούσε κοντά της, προσφέροντάς του μια νέα
πραγματικότητα, μακριά από τα σημάδια του παρελθόντος. Η σιωπή τους γινόταν
συχνά πιο βαρειά από λόγια, πιο παρηγορητική από όλες τις εξηγήσεις που ο Λι
Γουέν-Τσενγκ μπορούσε να δώσει στον εαυτό του.
Κάθε φορά που τον
πλησίαζε, η Σιάο-Γινγκ δεν τον άφηνε να ξεφύγει από το βλέμμα της. Τα χέρια
της, απαλά, τον κρατούσαν με τρόπο που δεν άφηνε περιθώρια για αντίσταση. Και
όταν οι ενοχές άρχιζαν να εμφανίζονται, εκείνη γνώριζε πώς να τις απαλύνει με
την γλυκιά της φωνή, την ελαφριά της αναπνοή που τον έπνιγε. Όσο περισσότερο
έμενε κοντά της, τόσο λιγότερο θυμόταν τη γυναίκα του. Και όσα ξεθωριασμένα
σύμβολα του παρελθόντος εκείνος σήκωνε για να κοιτάξει, τόσο περισσότερο αυτά
έγιναν αόρατα για τον Λι Γουέν-Τσενγκ.
Η Σιάο-Γινγκ δεν ήταν
μόνο παλλακίδα. Ήταν η αρχιτέκτονας μιας νέας πραγματικότητας, της
πραγματικότητας που εκείνη ήθελε να δημιουργήσει για εκείνον, να του πάρει την
ψυχή και να την γεμίσει με τον εαυτό της. Και ο άρχοντας, βυθισμένος στην
αδυναμία του, δεν μπορούσε να καταλάβει πως οι εικόνες του παρελθόντος του
εξαφανίζονταν σιγά σιγά και αντικαθίστανταν
με τις δικές της.
Η Σιάο-Γινγκ γνώριζε τη
δύναμη της μέθης πολύ καλά, μια δύναμη που μπορούσε να απογυμνώσει τις
συνειδήσεις και να αχρηστεύσει τις ενοχές. Στην αρχή, το είχε καταλάβει από το
βλέμμα του. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, αν και ισχυρός και αποφασιστικός στους
περισσότερους τομείς της ζωής του, έδειχνε αδύναμος όταν το μυαλό του
θολωνόταν. Είχε παρατηρήσει πόσο χαλαρός και επιρρεπής γινόταν όταν το ποτήρι
του ήταν γεμάτο, πόσο εύκολα άφηνε τις σκέψεις του να διαλυθούν μέσα στην
καπνισμένη ατμόσφαιρα των δωματίων της.
Η Σιάο-Γινγκ άρχισε να
ετοιμάζει τα ποτά με φροντίδα. Είχε επιλέξει με προσοχή το κρασί που θα έφερνε
εκείνη τη μέρα. Οι Κινέζοι, παρά τη μακρά τους παράδοση του τσαγιού, είχαν τα
δικά τους εκλεπτυσμένα αλκοολούχα ποτά, το φημισμένο «κίτρινο κρασί» από αρωματικό
και δυνατό ρύζι, καθώς και το κρασί από φρούτα που παλαιωνόταν για χρόνια σε
ξύλινα βαρέλια. Ωστόσο, η Σιάο-Γινγκ ήξερε ότι τα καλύτερα κρασιά του κόσμου
δεν ήταν εύκολα προσβάσιμα. Αλλά είχε τις γνωριμίες της και πάντα ήξερε πώς να
βρει τα πιο σπάνια ποτά, τα οποία είχαν τη δύναμη να πλανέψουν το μυαλό του και
να τον κάνουν να ξεχάσει τις νύχτες με τη σύζυγό του.
Η πρώτη φορά που το
έκανε, ήταν σε μια βραδινή συνάντηση, όταν οι φλόγες της φωτιάς έκαιγαν αργά,
ρίχνοντας έναν πορτοκαλί χρωματισμό στο δωμάτιο. Στο τραπέζι υπήρχαν λίγα
φαγητά, αλλά το ποτήρι του Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν γεμάτο. Η Σιάο-Γινγκ, με το πιο
γλυκό χαμόγελο, του πρόσφερε το ποτό της. Ήταν ένα εξαιρετικό «κίτρινο κρασί»,
που είχε ωριμάσει για δέκα χρόνια και είχε μια έντονη γλυκιά γεύση με νότες
φρούτων και μπαχαρικών. Ο άρχοντας, πάντα πρόθυμος να αποδεχτεί ένα καλό ποτό,
το ήπιε με την προσδοκία μιας ήρεμης βραδιάς. Αλλά η αίσθηση ήταν διαφορετική
αυτή τη φορά. Το αλκοόλ που είχε επιλέξει ήταν πιο ισχυρό από το συνηθισμένο,
και η γεύση του έκρυβε κάτι ανατριχιαστικό, κάτι που ερχόταν από μια μακρινή
γη.
Σταδιακά, οι αισθήσεις
του άρχισαν να θολώνουν. Οι γωνίες του δωματίου άρχισαν να λιώνουν, ο ήχος της
φλόγας να αναμιγνύεται με το γλυκό τραγούδι της φωνής της Σιάο-Γινγκ. Εκείνη,
παρατηρώντας το βλέμμα του να αλλοιώνεται, έφερε ένα δεύτερο ποτήρι. Αυτή τη
φορά ήταν από το σπάνιο κρασί από λωτούς, που φημιζόταν για τη γλυκύτητα και τη
δύναμή του. Το κρασί ήταν βαρύ και γλυκό, σχεδόν σαν νέκταρ, με αόρατους
μηχανισμούς που κατακτούσαν τον εγκέφαλο και τον απομάκρυναν από τις
βασανιστικές αναμνήσεις.
«Πιες», είπε με το γλυκό
της ψίθυρο, «το βράδυ είναι για να απολαμβάνεις. Άφησε τα πάντα πίσω σου.»
Με το τρίτο ποτήρι, η
φωνή της άρχισε να τον παρασέρνει σε έναν κόσμο χωρίς έγνοιες. Έμοιαζε σαν να
έμπαινε σε έναν άλλο κόσμο, μακριά από τις αμφιβολίες του και τις ενοχές του
για τη γυναίκα του που είχε χαθεί. Η Σιάο-Γινγκ το ήξερε αυτό. Είχε παρατηρήσει
πόσο γρήγορα η μέθη του τον έβγαζε από τον έλεγχο. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, κάποτε
σοβαρός και προσεκτικός, τώρα ήταν σαν παιδί στα χέρια της. Το κρασί που του
έδινε τον έλυνε, τον εξημέρωνε, τον έκανε να ξεχάσει τη σύζυγό του, να την
παραμερίσει χωρίς να το καταλάβει.
Αυτή η τεχνική της μέθης
δεν ήταν απλώς για να τον κάνει να ξεχάσει, αλλά και για να τον ελέγξει. Κάθε
φορά που το ποτήρι του ήταν γεμάτο, η Σιάο-Γινγκ γινόταν ο κόσμος του. Η σκιά
της γέμιζε το δωμάτιο και εκείνος, μέρα με τη μέρα, αναγνώριζε τη Σιάο-Γινγκ ως
την μόνη πραγματικότητα, σαν να μην υπήρχε τίποτε άλλο, ούτε η νεκρή σύζυγός
του, ούτε οι παλιές θύμησες που τον βάραιναν. Το αλκοόλ του έδινε την αίσθηση
ότι βυθιζόταν σε ένα όνειρο, και όσο προχωρούσε η μέθη, τόσο λιγότερο τον
ενδιέφερε η πραγματικότητα.
Η Σιάο-Γινγκ δεν τον
άφηνε να ξεφύγει από το μονοπάτι που εκείνη είχε χαράξει. Η μέθη του δεν ήταν
μόνο μια ανακούφιση για εκείνον, ήταν η κατασκευή ενός νέου κόσμου, έναν κόσμο
όπου η Σιάο-Γινγκ ήταν η μόνη αλήθεια και οι μνήμες του ανήκαν πια στο
παρελθόν.
Η Σιάο-Γινγκ γνώριζε πως
η καρδιά του Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν ακόμα δεμένη με το παρελθόν του, παρόλο που η
Σιάο-Γινγκ προσπαθούσε να τον επαναφέρει στον παρόν. Έβλεπε τη δυσκολία του να
την κοιτάξει χωρίς ενοχές και την αίσθηση της απώλειας που πάντα την
ακολουθούσε. Ήξερε πως, όσο εκείνος συνέχιζε να νιώθει την παρουσία της νεκρής
συζύγου του, δεν υπήρχε χώρος για αυτήν στον κόσμο του.
Αλλά η Σιάο-Γινγκ ήταν
αποφασισμένη. Μεθοδικά, άρχισε να διαμορφώνει έναν καινούριο κόσμο για τους δυο
τους, να δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα, απαλλαγμένη από τις σκιές του
παρελθόντος. Περνούσε ατέλειωτες ώρες δίπλα του, μιλώντας του για όσα μπορούσαν
να κάνουν μαζί, για το μέλλον τους, το οποίο εκείνη ήξερε πως θα μπορούσε να
οικοδομήσουν αν εκείνος την αποδεχόταν πλήρως. Ο στόχος της ήταν ξεκάθαρος: να
τον απομακρύνει από το χώρο της πρώτης του οικογένειας, από τη μνήμη της
συζύγου του και από κάθε τί που έμοιαζε με παρελθόν.
«Αγαπημένε μου», του έλεγε συχνά, το βλέμμα της γεμάτο
αποφασιστικότητα και γλυκύτητα, «έχουμε ένα μέλλον μπροστά μας. Όχι πια
ζωντανές μνήμες από το παρελθόν, αλλά χρόνια γεμάτα από όνειρα και στιγμές που
θα ζήσουμε μαζί. Ο κόσμος μπορεί να μας δει όπως θέλουμε. Δεν χρειάζεται να
υπάρχει τίποτε που να μας κρατάει πίσω.»
Ένα βράδυ, ενώ
καθόντουσαν δίπλα στη φωτιά, με το άρωμα του κρασιού να γεμίζει τον αέρα, η
Σιάο-Γινγκ τον κοίταξε με τα μάτια της γεμάτα πάθος. «Φαντάσου, αγαπημένε μου,
να ταξιδεύουμε μαζί στις επαρχίες της χώρας, να δείχνουμε στον κόσμο την
ευτυχία μας. Να πηγαίνουμε όπου θέλουμε, χωρίς αλυσίδες. Να είμαστε ελεύθεροι.»
Η Σιάο-Γινγκ έκανε τα
πάντα για να τον παρασύρει σε αυτή την ιδέα. Του μιλούσε για περιπέτειες σε
μακρινούς τόπους, για νέα μέρη που δεν είχαν καμία σχέση με την παλιά του ζωή.
Είχε μάθει να του ζωγραφίζει εικόνες ενός κόσμου χωρίς δεσμά, χωρίς τις
αναμνήσεις που τον έδεναν με τη γυναίκα του, χωρίς τις υποχρεώσεις που εκείνος
είχε παλαιότερα. Του εξηγούσε πώς μπορούσαν να ζήσουν χωρίς την παρουσία του
παλιού κόσμου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να επιστρέφει στο σπίτι του.
«Πήγαινε μαζί μου. Πάμε σε άλλες πόλεις, αφήνουμε πίσω μας ό,τι
μας στοιχειώνει», του έλεγε. «Ο κόσμος θα μας αποδεχτεί. Η ζωή μας ανήκει.»
Προσπαθούσε να του δείξει
ότι δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο στη δική
τους αγάπη, ότι εκείνη ήταν το παρόν και το μέλλον του. Ήξερε πως για να
καταφέρει να τον αποδεσμεύσει πλήρως από το παρελθόν, έπρεπε να του προσφέρει
κάτι νέο, κάτι που να μην μπορεί να βρει πουθενά αλλού. Και για να το καταφέρει
αυτό, τον προσκαλούσε να ξεκινήσουν μαζί την κοινή τους πορεία, να δείξουν στον
κόσμο πως εκείνη ήταν η παρούσα επιλογή του, η μόνη που είχε αξία.
Η Σιάο-Γινγκ δεν έπαυε να
του μιλά για τη δυνατότητα ενός νέου κόσμου, ενός κόσμου που θα μπορούσε να
είναι μόνο για εκείνους. Αν μπορούσε να τον παρασύρει σε αυτό το όνειρο, ίσως
να κατάφερνε να διαγράψει και την τελευταία ίχνη του παρελθόντος του, να γίνει
η μόνη αλήθεια στη ζωή του.
η προδοσία του Λι Γουέν-Τσενγκ
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ έπρεπε να επιστρέψει για
κάποιες εκκαθαρίσεις στην στην περιφέρεια Τσενγκντόγκ. Λογικά δεν θα έλειπε πολύ καιρό.
Η Σιάο-Γινγκ δεν μπορούσε να κοιμηθεί το
βράδυ πριν από την αναχώρηση του Λι Γουέν-Τσενγκ. Τα μάτια της παρέμεναν
ανοιχτά καθώς οι σκιές της σκηνής χόρευαν στους τοίχους. Το όνειρο που μόλις είχε
δει νωρίτερα της γύριζε στο μυαλό με κάθε λεπτομέρεια: ένα φίδι που έφτανε ως
το ύψος ενός ανθρώπου, με γυναικεία μορφή, το στόμα του γεμάτο δόντια που
απειλούσαν, δάγκωνε κάποιον άνδρα φορώντας στο μέτωπό του τη σφραγίδα του
πολέμαρχου. Οι κινήσεις του ήταν αργές αλλά θανατηφόρες, και κάθε φορά που τα
μάτια του άνδρα ανοιγόκλειναν, μια σκιά έκοβε το δρόμο της ζωής του.
Διφορούμενα
σύμβολα γέμιζαν το όνειρό της. Ένας κόκκινος ήλιος που αιωρούνταν χαμηλά στον
ορίζοντα, το νερό ενός ποταμού που ανέβαινε αντί να κυλά, και ένα μαύρο
περιστέρι που πετούσε μέσα σε φλόγες. Όλα έμοιαζαν να προειδοποιούν για
κίνδυνο, τραυματισμό, ίσως και απώλεια, αλλά με τρόπο αινιγματικό, όχι απόλυτα
ξεκάθαρο.
Η Σιάο-Γινγκ ανασήκωσε τα μάτια της προς τον
ουρανό, σφίγγοντας τα χέρια της στο στρώμα. Δεν ήθελε να πανικοβληθεί, αλλά η
καρδιά της ένιωθε το βάρος της προαισθήσεως. «Ο δρόμος του δεν είναι ασφαλής»,
ψιθύρισε στον εαυτό της. «Και εγώ πρέπει να είμαι έτοιμη.»
Το επόμενο πρωί, η Σιάο-Γινγκ περίμενε τον
Λι Γουέν-Τσενγκ να ξυπνήσει, η ανάσα της ακόμα βαριά από το όνειρο που είχε
δει. Όταν εκείνος άνοιξε τα μάτια του, το βλέμμα της ήταν σταθερό, χωρίς φόβο
αλλά γεμάτο βαρύτητα.
«Πρέπει να προσέξεις»,
του είπε με φωνή ήρεμη αλλά αποφασιστική. «Τα όνειρά μου δεν είναι απλώς
φαντασία. Ένα φίδι, γυναίκα και τραυματισμός… όλα δείχνουν ότι οι δρόμοι που θα
ακολουθήσεις θα έχουν κινδύνους. Να θυμάσαι τα νήματα του πεπρωμένου. Όσο τα
σέβεσαι, θα γυρίσεις ασφαλής».
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε για μια στιγμή
σιωπηλός, η αυστηρή σκέψη του πολέμαρχου έσμιγε με τον φόβο του ανθρώπου. Η Σιάο-Γινγκ
συνέχισε: «Τα όνειρα είναι προειδοποίηση. Κάθε σου βήμα εκεί έξω θα πρέπει να
είναι προσεκτικό, και αν κάτι φανεί περίεργο ή απειλητικό… πίστεψέ με, θα
πρέπει να ακούσεις την καρδιά σου και τη διαίσθησή σου».
Ο πολέμαρχος ένιωσε ένα περίεργο βάρος αλλά
και ένα ανεξήγητο αίσθημα σιγουριάς. Ήξερε ότι η Σιάο-Γινγκ, πέρα από την
ομορφιά και το πνεύμα της, κατείχε κάτι που δεν έβρισκε σε κανέναν άλλον: την
ικανότητα να διαβάζει τα σημάδια της μοίρας και να τον κρατάει σε επαγρύπνηση.
«Σε ακούω», είπε χαμηλόφωνα, «και θα προσέχω».
Από εκείνη τη στιγμή, κάθε του κίνηση στις
εκκαθαρίσεις απέκτησε μια νέα διάσταση, όχι μόνο στρατηγική, αλλά και
προσεκτική, σαν να παρακολουθούσε τα νήματα του πεπρωμένου που η Σιάο-Γινγκ του
είχε υποδείξει.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ βρισκόταν σε
εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην περιφέρεια Τσενγκντόγκ. Εκεί, ανάμεσα στους
αιχμαλώτους και στους χωρικούς που έσπευδαν να δηλώσουν υποταγή, εμφανίστηκε
μια νεαρή γυναίκα. Το όνομά της ήταν Λουο
Τζινγκ και καταγόταν από το χωριό Λιου-Τζιάο. Ήθελε να δει τον πολέμαρχο για κάτι προσωπικό.
Τα νέα είχαν ήδη διαδοθεί. Η Σιάο-Γινγκ δεν
ήταν πια μια περαστική παλλακίδα, αλλά μόνιμη παρουσία στο αρχοντικό του στο Λο
Τζιανγκ. Για κάποιες από τις κοπέλλες που έτρεφαν κρυμμένες φιλοδοξίες αυτό δεν ήταν μόνο ζήλια,
ήταν πρόκληση. Αν μια κόρη αγρότη κατάφερε να σταθεί δίπλα σε πολέμαρχο, γιατί
όχι και κάποια άλλη; Κι αν υπήρχε μία ομορφότερη, πιο λυγερή, με πιο καθαρό δέρμα
και πιο γλυκιά φωνή;
Μέσα στη νύχτα η νεαρή κοπέλλα, η Λουο Τζινγκ, πέρασε προσεκτικά τα
βαριά υφάσματα της σκηνής, το βλέμμα της γεμάτο προκλητική αποφασιστικότητα. Η Λουο
Τζινγκ δεν δίστασε. Παρουσιάστηκε μπροστά του με χαμηλωμένο βλέμμα αλλά ίσια
πλάτη. «Άκουσα», είπε με φωνή απαλή, «πως μια από τα μέρη μου στέκεται τώρα
στο σπίτι σου. Είναι φίλη μου, και θα ήθελα να της δώσετε τους χαιρετισμούς
μου. Οι άνθρωποι λένε πως η τύχη της
ήταν μεγάλη. Μα η τύχη αλλάζει, άρχοντα. Και η ομορφιά… έχει νόημα μόνο όταν ανανεώνεται».
Δεν υπήρχε αγένεια στα λόγια της, μόνο φιλοδοξία. Στα μάτια της δεν έλαμπε φόβος αλλά υπολογισμός. Δεν ζητούσε έλεος· ζητούσε ευκαιρία. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την κοίταξε σιωπηλός. Ήταν πράγματι όμορφη, ίσως πιο εντυπωσιακή από τη Σιάο-Γινγκ. Όμως η ομορφιά ήταν κάτι που είχε δει πολλές φορές, σε πολλά πρόσωπα, σε πολλές εκστρατείες.
«Ήθελα να δω… » είπε με φωνή σαν ψίθυρο που
τρυπάει τη νύχτα, «πώς διάλεξες εκείνη τότε και όχι εμένα; Εγώ είμαι πιο όμορφη.»
Η Λουο Τζινγκ έκανε ένα βήμα πιο κοντά. «Δεν
θα θελήσεις να δοκιμάσεις;» ψιθύρισε. «Ίσως εκείνη να ήταν η αρχή. Όχι το
τέλος» και άφησε
το ένδυμά της να κυλήσει στο χώμα και να αποκαλυφθεί το σμιλεμένο της σώμα.
Για μια στιγμή, η νύχτα της Τσενγκντόγκ
βάρυνε γύρω τους. Δεν ήταν απλώς ζήτημα επιθυμίας, ήταν ζήτημα εξουσίας, επιλογής και
συμβολισμού. Ο πολέμαρχος βλέποντας αυτό το προσφερόμενο δώρο της φύσης δεν το
αγνόησε. Ίσως η έννοια της επιλογής που του είχε προβάλλει η νεαρή κοπέλλα από το Λου-Τζιάο να
ήταν το δέλεαρ, και σαν κατακτητής είχε το δικαίωμα να διαλέγει. Όλο το βράδυ
και όλα τα επόμενα βράδυα που παρέμεινε εκεί η Λουο Τζινγκ ήταν μαζί του και
έκανε τα πάντα για να του μείνει αξέχαστη, μέχρι και σημάδια με τα νύχια της
στην πλάτη του καθώς ανέπνεε βαθειά στην αγκαλιά του. Έπρεπε να αποδείξει τόσο
στον εαυτό της αλλά και στον πολέμαρχο ότι είχε κάνει λανθασμένη επιλογή που
παλαιότερα δεν είχε διαλέξει εκείνη. Και τόσο από άποψη ομορφιάς όσο και
υπηρεσιών μάλλον είχε δίκηο. Αλλά οι επιλογές κάποιες φορές στηρίζονται και σε
άλλους παράγοντες, κάποιες φορές και στην τύχη, κάποιες φορές γιατι ένα πρόσωπο
εμφανίστηκε πρώτο.
Ο πολέμαρχος πριν την επιστροφή του για το
Λο Τζιανγκ κάλεσε στη σκηνή του τη Λουο Τζινγκ και της μίλησε χωρίς σκληρότητα,
αλλά με εκείνη την απόσταση που ήξερε να κρατά όταν έπρεπε να ελέγχει τα
νήματα.
«Θα μείνεις εδώ», της
είπε. «Θα βρεις ένα ευπρόσωπο σπίτι, όχι καλύβα. Αυτά θα σου φτάσουν.» Της
έδωσε ένα πουγκί με νομίσματα. «Αν με περιμένεις, σε τρεις μήνες θα ξαναπεράσω
από την Τσενγκντόγκ. Τότε θα δούμε.»
Η Λουο Τζινγκ χαμογέλασε με εκείνο το μισό
χαμόγελο που δεν αποκάλυπτε αν ήταν νίκη ή απλή αναμονή. Δεν ζήτησε
περισσότερα. Ήξερε ότι η υπόσχεση της αναμονής ήταν ήδη μια μορφή δεσμού.
«Θα είμαι εδώ» του είπε.
η επιστροφή του Λι Γουέν-Τσενγκ και η φυγή της Σιάο-Γινγκ
Όταν ο Λι Γουέν-Τσενγκ επέστρεψε στο Λο
Τζιανγκ, η αυλή του αρχοντικού έλαμψε από κίνηση. Οι υπηρέτες έσπευσαν, οι
στρατιώτες χαλάρωσαν, και η Σιάο-Γινγκ στάθηκε στην είσοδο, ήρεμη, με βλέμμα
που έβλεπε πιο βαθιά από όσο έδειχνε.
Τον αγκάλιασε, αλλά μέσα της κάτι δεν
ταίριαζε. Δεν ήταν μυρωδιά άλλου αρώματος ούτε λέξη που ξέφυγε. Ήταν ο τρόπος
που το σώμα του κρατούσε μια ξένη ένταση, σαν να είχε μοιραστεί τη νύχτα του
αλλού.
«Ήταν ήσυχα αυτή τη φορά;» τον ρώτησε
χαμηλόφωνα.
«Τίποτα πέρα από τα συνηθισμένα», απάντησε
εκείνος. Το βλέμμα του δεν λύγισε.
Η Σιάο-Γινγκ δεν επέμεινε. Περίμενε. Το ίδιο βράδυ, καθώς τον βοηθούσε να λύσει τον χιτώνα του, τα δάχτυλά της σταμάτησαν. Στην πλάτη του, χαμηλά στους ώμους, υπήρχαν λεπτές, καμπύλες γραμμές, νυχιές. Όχι βαθιές, αλλά αρκετές για να μιλήσουν. Έμεινε για μια στιγμή σιωπηλή. Τα δάχτυλά της άγγιξαν απαλά το σημάδι. Εκείνος αναστέναξε ελαφρά, όχι από πόνο, αλλά από επίγνωση.
«Ποια ήταν;» ρώτησε
χωρίς θυμό. Μόνο με βεβαιότητα.
«Καμία», είπε εκείνος
κοφτά. «Δεν σημαίνει τίποτα.»
Η Σιάο-Γινγκ χαμογέλασε θλιμμένα. «Τα νήματα
του πεπρωμένου δεν μπερδεύονται μόνα τους. Κάποιος τα τραβά.»
Δεν ύψωσε φωνή. Δεν έκλαψε. Εκείνο που την
πλήγωσε δεν ήταν η πράξη, αλλά η άρνηση. Εκείνη του είχε πει από την αρχή: όσο
σέβεται τα νήματα, θα είναι δική του. Η προδοσία δεν ήταν μόνο σωματική· ήταν
ρήγμα στην εμπιστοσύνη.
Την αυγή, πριν ακόμη ξυπνήσει το σπίτι, η Σιάο-Γινγκ είχε ήδη φύγει. Δεν πήρε πολλά. Μόνο όσα μπορούσε να κουβαλήσει χωρίς θόρυβο. Άφησε πίσω της τα μεταξωτά που της είχε χαρίσει και το μικρό ξύλινο κουτί με τα «νήματα του πεπρωμένου». Πάνω στο τραπέζι άφησε ένα μόνο κόκκινο νήμα, κομμένο.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ το βρήκε ώρες αργότερα.
Και για πρώτη φορά μετά από πολλές εκστρατείες, δεν ένιωσε απώλεια εδάφους, αλλά
απώλεια μοίρας.
η επανεμφάνιση της Σιάο-Γινγκ
Η Σιάο-Γινγκ δεν έφυγε βιαστικά από το Λο
Τζιανγκ· έφυγε σιωπηλά. Κι όμως, η σιωπή της δεν σήμαινε λήθη. Για εβδομάδες
περιπλανήθηκε σε μικρούς οικισμούς έξω από την πόλη, φιλοξενούμενη πότε σε
πανδοχεία και πότε σε σπίτια παλιών γνωστών από τις νότιες περιοχές. Δεν
πλησίαζε το αρχοντικό του Λι Γουέν-Τσενγκ, αλλά το παρακολουθούσε.
Είχε ανθρώπους που της χρωστούσαν μικρές
χάρες. Έναν έμπορο υφασμάτων που έμπαινε συχνά στην αυλή. Μια ηλικιωμένη
πλύστρα που άκουγε περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. Από αυτούς μάθαινε τα νέα.
Στην αρχή περίμενε. Περίμενε ότι ο πολέμαρχος
θα την αναζητούσε. Ότι η απουσία της θα δημιουργούσε κενό αρκετά δυνατό ώστε να
τον ταράξει. Όμως οι μέρες έγιναν εβδομάδες και καμία επίσημη αναζήτηση δεν
έγινε. Η περηφάνια της την κράτησε μακριά.
Ώσπου έφτασε η πληροφορία που άλλαξε τη στάση
της. Η Λουο Τζινγκ, η κοπέλα από το Λιου-Τζιαο, δεν τον περίμενε πια. Είχε βρει
άλλον εραστή. Έναν κατώτερο αξιωματικό που είχε παραμείνει για μήνες στην
επαρχία των εκκαθαρίσεων, την Τσενγκντόγκ,
και είχε ανάγκη από συντροφιά. Η Λουο Τζινγκ δεν περίμενε κανέναν
πολέμαρχο. Επένδυε όπου υπήρχε παρόν.
Όταν η Σιάο-Γινγκ το άκουσε, δεν ένιωσε
ζήλια. Ένιωσε διαύγεια. Ίσως εκείνη η νύχτα να ήταν πράγματι μια στιγμή
αδυναμίας. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν πολέμαρχος. Οι πειρασμοί τον ακολουθούσαν
όπως η σκόνη ακολουθεί τα άλογα. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Πιθανόν δεν θα ήταν και
η τελευταία. Το ερώτημα δεν ήταν αν υπήρξαν άλλες. Το ερώτημα ήταν ποια έμενε. Και
η Σιάο-Γινγκ ήξερε ότι εκείνη δεν ήταν περαστική. Δεν είχε σταθεί δίπλα του
μόνο με σώμα — αλλά με νου, με διαίσθηση, με εκείνη την επικίνδυνη ικανότητα να
διαβάζει τα νήματα του πεπρωμένου. Καμία Λουο Τζινγκ δεν μπορούσε να το
αντικαταστήσει αυτό.
Ένα απόγευμα, κρυμμένη πίσω από τα
κυπαρίσσια που έβλεπαν προς τη δυτική πτέρυγα του αρχοντικού, είδε φως στο δωμάτιό
του. Όχι γέλια. Όχι μουσική. Μόνο φως. Και τότε πήρε την απόφαση. Αν επέστρεφε,
δεν θα επέστρεφε ως ικέτιδα. Θα επέστρεφε ως εκείνη που γνώριζε τη θέση της. Γιατί
σημασία δεν είχε ποια πέρασε από τη σκηνή του. Σημασία είχε ποια ανήκε στο
σπίτι του.
Η μεταμελημένη Σιάο-Γινγκ
Στη σκοτεινή αυλή του αρχοντικού του Λι
Γουέν-Τσενγκ η νύχτα έχει κατεβεί βαριά, καλύπτοντας τα πάντα με τη σιωπή της,
ενώ οι αστραπές σπάνε τη γαλήνη του ουρανού. Οι φρουροί, αμέριμνοι και
βυθισμένοι στη ρουτίνα τους, δεν προσέχουν την παρουσία της. Η Σιάο-Γινγκ, με
βήμα ελαφρύ και με μια έντονη αποφασιστικότητα στα μάτια της, πλησιάζει την
μεγάλη πύλη. Η καρδιά της χτυπά δυνατά, αλλά δεν αφήνει να φανεί η αμφιβολία.
Η πόρτα ανοίγει αργά, και το βλέμμα του Λι
Γουέν-Τσενγκ την βρίσκει σχεδόν αμέσως. Στα μάτια του, δεν υπάρχει θυμός, μόνο
μια αόριστη αποδοχή του τέλους του πράγματος. Ίσως, για αυτόν, η απόφαση να
φύγει ήταν ήδη γραμμένη. Είχε την αίσθηση πως η Σιάο-Γινγκ, από την πρώτη
στιγμή που έφτασε κοντά του, ήταν προορισμένη να φύγει, και τώρα δεν τον
εξέπληττε το γεγονός ότι το έκανε.
"Σιάο-Γινγκ", λέει με τη συνήθη
ψυχρότητα του, "Γιατί τώρα; Γιατί επιστρέφεις;"
Η Σιάο-Γινγκ στάθηκε για μια στιγμή σιωπηλή.
Στα μάτια της υπήρχε κάτι που του ήταν αδύνατο να διαβάσει: απολογία, ντροπή, ή
απλώς συνειδητοποίηση; Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, λέει με φωνή βραχνή, αλλά
γεμάτη ειλικρίνεια:
"Συγχώρεσέ με για την φυγή μου,
πολέμαρχε. Απομακρύνθηκα γιατί πίστεψα ότι αυτό ήταν το καλύτερο. Μα το λάθος
ήταν δικό μου. Δεν έπρεπε να φύγω έτσι. Το όνομά σου είναι πια συνυφασμένο με
τη ζωή μου και δεν μπορώ να το αφήσω πίσω. Θέλω να σου πω ότι μετάνιωσα."
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν την κοιτάζει πια με τα
ίδια μάτια. Τα λόγια της είναι σαν μια βροχή που πέφτει πάνω σε έναν αμετάβλητο
βράχο. Ο πόλεμος, τα όπλα, τα καθήκοντα του, όλα τού είχαν αφήσει αυτή τη
συναισθηματική απόσταση. Το σπίτι του, το βασίλειό του, ήταν γυάλινο και τα
λόγια της ήταν θραύσματα του παρελθόντος που έρχονταν να τον ενοχλήσουν.
"Όποιος φεύγει, φεύγει για πάντα,"
είπε εκείνος με την ήρεμη, αλλά αμετάκλητη φωνή του, "Αυτό το σπίτι κάποτε
ήταν δικό σου. Τώρα πλέον δεν ανήκει σε σένα. Δεν είσαι η ίδια που ήσουν όταν
μπήκες σε αυτό. Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω, Σιάο-Γινγκ."
Η καρδιά της σφίγγεται καθώς ακούει τα λόγια
του, αλλά η δική της απόφαση έχει πια ληφθεί. Δεν υπάρχει γυρισμός, αλλά δεν
είναι πια το ίδιο άτομο που ήταν όταν έφυγε.
"Εκείνη η Σιάο-Γινγκ είναι νεκρή για
μένα," λέει εκείνη αργά, "Αλλά έχω τη δύναμη να ξαναγεννηθώ, ακόμη
και αν δεν έχω πια το δικαίωμα να επιστρέψω σε αυτό το σπίτι."
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την κοιτάζει και σιωπά.
Για πρώτη φορά, νιώθει την απώλεια του ελέγχου. Ένας δισταγμός περνάει για μια
στιγμή από το πρόσωπό του, αλλά το απορρίπτει γρήγορα. Τα πάντα γύρω του, όλα
αυτά που τον καθόριζαν, η θέση του, οι αποφάσεις του, όλα αυτά που είχε κτίσει,
δεν επιτρέπουν την αμφιβολία.
Η Σιάο-Γινγκ φεύγει χωρίς να πει άλλη λέξη.
Περπατάει γρήγορα, σαν να απομακρύνεται για πάντα από την παλιά ζωή της. Η
απόφαση του Λι Γουέν-Τσενγκ, του πολέμαρχου που είχε την εξουσία να καταστρέψει
ή να αναστήσει όποιον ήθελε, ήταν σφιχτά δεμένη με τις αλήθειες του πολέμου και
της μοναξιάς. Δεν υπήρχε χώρος για έλεος ή για επιστροφή.
Όσο για εκείνη, δεν χρειαζόταν πια τίποτα
άλλο παρά να σβήσει τα ίχνη της και να αναζητήσει τη νέα της πορεία, αν και θα
κουβαλούσε για πάντα τα ερωτηματικά του παρελθόντος.
ΜΕΡΟΣ Γ
η απόπειρα κατά του Λι Γουέν-Τσενγκ
Στις πόλεις και στα μεγάλα χωριά της Σετσουάν
λειτουργούσαν ταβέρνες, πανδοχεία και οίκοι ψυχαγωγίας
όπου εργάζονταν τραγουδίστριες, χορεύτριες και παλλακίδες, συχνά γυναίκες που
είχαν πουληθεί λόγω φτώχειας ή είχαν χάσει την οικογένειά τους στον πόλεμο.
Μετά τις καταστροφές από τον Ζανγκ Σιεντζόνγκ και τις συγκρούσεις μεταξύ της δυναστείας
των Τσινγκ και των πιστών υποστηρικτών της δυναστείας τω Μινγκ, πολλές νέες
γυναίκες κατέληξαν εκεί σχεδόν εξαναγκαστικά.
Το όνομά της ήταν Λαν Χουά (“Ορχιδέα”). Κόρη ενός μικρογαιοκτήμονα που είχε
πολεμήσει υπέρ των Νοτίων Μινγκ στα περάσματα προς το Γκουιτζόου. Ο πατέρας της
σκοτώθηκε σε συμπλοκή με δυνάμεις που διοικούσε ο Λι Γουέν-Τσενγκ. Τα χωράφια
τους δημεύθηκαν. Η μητέρα της πέθανε λίγο αργότερα από κακουχίες. Χωρίς
προστασία, η Λαν Χουά πουλήθηκε από μακρινό συγγενή σε ένα καταγώγιο στο
Λο-Τζιανγκ, ένα χαμηλοτάβανο πανδοχείο με ομίχλη καπνού, ξύλινα τραπέζια και
στρατιώτες που έπιναν ρύζι-κρασί. Επίσημα ήταν «τραγουδίστρια». Στην πράξη,
ανήκε στον ιδιοκτήτη. Εκεί έμαθε να χαμογελά χωρίς να αισθάνεται.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε πάει στο καταγώγιο με
δύο άνδρες του. Ίσως ήθελε να μην θυμάται την συνάντησή του με την Σιάο Γινγκ.
Ίσως ήθελε να δείχνει ότι δεν φοβάται. Να αποδεικνύει πως ελέγχει τον τόπο. Η
Λαν Χουά τον αναγνώρισε αμέσως. Δεν χρειάστηκε να ρωτήσει. Το πρόσωπό του το
είχε χαράξει στη μνήμη της από την ημέρα που είδε το σώμα του πατέρα της. Τον πλησίασε
με δίσκο και κρασί. Στο μανίκι της έκρυβε ένα μικρό στιλέτο, εργαλείο κουζίνας,
ακονισμένο επί εβδομάδες. Η στιγμή ήρθε όταν εκείνος σήκωσε το κύπελλο. Η
κίνηση ήταν γρήγορη.
Αλλά ο Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν πολεμιστής πριν
γίνει άρχοντας. Παρατήρησε το σφίξιμο στον καρπό της, την ένταση στον ώμο.
Γύρισε απότομα. Το στιλέτο γλίστρησε και του χάραξε μόνο το μανίκι. Άρπαξε τον
καρπό της πριν προλάβει να τον ξαναχτυπήσει. Το καταγώγιο πάγωσε. Οι άνδρες του
πετάχτηκαν όρθιοι. Κάποιος φώναξε «Προδότρια!»
Η Λαν Χουά δεν παρακάλεσε. Τον κοίταξε με
βλέμμα που δεν είχε φόβο, μόνο μίσος. «Για τη γη μας», ψιθύρισε. Και τα έντονα
πυρακτωμένα μάτια της του θύμισαν το όνειρο με το οποίο τον είχε προειδοποιήσει
πριν λίγο καιρό η Σιάο-Γινγκ, τη γυναίκα, το φίδι. Μόνο που το όνειρο είχε βγει
αληθινό εδώ και όχι στην Τσενγκντόγκ.
Ο νόμος της νέας εξουσίας ήταν σκληρός.
Απόπειρα δολοφονίας αξιωματούχου των Τσινγκ σήμαινε δημόσια εκτέλεση. Όμως ο Λι
Γουέν-Τσενγκ δίστασε. Ίσως γιατί είδε στην ηλικία της την κόρη του. Ίσως γιατί
το μίσος της ήταν καθρέφτης της δικής του επιλογής. Διέταξε να μην εκτελεστεί. Αντί
γι’ αυτό Να παραμείνει στο καταγώγιο. Να επιτηρείται. Να «ανήκει» πλέον
επισήμως στην ιδιοκτησία του. Μια τιμωρία χειρότερη από τον θάνατο για μια
υπερήφανη κόρη γαιοκτήμονα.
Η απόπειρα δεν διαδόθηκε επίσημα. Μα τα
χωριά δεν χρειάζονται διατάγματα για να μάθουν την αλήθεια. Τώρα οι ψίθυροι
άλλαξαν τόνο. Δεν ήταν πια μόνο «σφετεριστής». Ήταν και ο άνδρας που κρατούσε
ζωντανή την κόρη ενός νεκρού εχθρού. Και
σε μια γη όπου η μνήμη είναι πιο ισχυρή από το ξίφος, αυτό μπορούσε να γίνει
είτε ο σπόρος της συμφιλίωσης… είτε η αρχή μιας νέας αιματοχυσίας.
οι προφυλάξεις του Λι Γουέν-Τσενγκ
Μετά τη νύχτα της
απόπειρας, ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν ξαναπέρασε το κατώφλι κανενός οίκου ψυχαγωγίας
στο Λο Τζιανγκ. Μέχρι τότε, οι επισκέψεις του στα καταγώγια και στα πανδοχεία
της περιοχής ήταν η σιωπηλή του διέξοδος. Τα βράδια του ήταν είτε γεμάτα
αναμνήσεις είτε γεμάτα κρασί και ιδιωτική υπηρεσία από τις νεαρές κοπέλλες των
πανδοχείων, φυσικά με γενναιόδωρο αντίτιμο πάντα από μέρους του. Πολλές φορές
επέλεγε το δεύτερο. Τώρα όμως έπρεπε να επιλέξει την αποχή. Όχι από αρετή, αλλά
από ένστικτο επιβίωσης. Ήξερε ότι η εξουσία του στηριζόταν στην εύθραυστη
ισορροπία που είχε επιβάλει η δυναστεία των Τσινγκ στην αιματοβαμμένη Σετσουάν.
Οι δυνάμεις που παρέμεναν πιστές στους Μινγκ δεν είχαν εξαφανιστεί· απλώς είχαν
μετακινηθεί νοτιότερα, προς τα βουνά του Γκουιτζόου και
ακόμη πιο βαθιά στο Γιουνάν.
Η απόπειρα της Λαν Χουά
τον ανάγκασε να σκεφτεί κάτι που ως τότε απωθούσε Ήταν πράγματι μια πράξη
προσωπικής εκδίκησης; Ή μήπως μια δοκιμή; Ή ακόμη και η αρχή ενός οργανωμένου
σχεδίου που εκπορευόταν από υπόγειους πυρήνες αντίστασης;
Τα στοιχεία δεν ήταν
ξεκάθαρα. Η κοπέλα είχε προσωπικό κίνητρο. Όμως το στιλέτο ήταν καλά
ακονισμένο. Η κίνησή της συντονισμένη. Και κάποιος είχε γνωστοποιήσει με
ακρίβεια την ώρα και τη θέση του.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ άρχισε
να αλλάζει συνήθειες. Δεν έπινε πια σε δημόσιους χώρους. Περιόρισε τις
μετακινήσεις του μετά τη δύση. Αντικατέστησε δύο σωματοφύλακες με άνδρες που
του όφειλαν προσωπική χάρη. Διέταξε διακριτική παρακολούθηση σε ορισμένες
οικογένειες που είχαν συγγενείς πολεμώντας με τους Νοτίους Μινγκ.
Παράλληλα, στο εσωτερικό
του οίκου του επικράτησε πιο αυστηρή πειθαρχία. Οι υπηρέτες ελέγχονταν. Οι
αποθήκες καταγράφονταν. Τα γράμματα που έφταναν από νότιες περιοχές εξετάζονταν
πριν παραδοθούν.
Όμως το μεγαλύτερο βάρος
δεν ήταν ο φόβος της δολοφονίας. Ήταν η αβεβαιότητα. Ένας πολεμιστής μπορεί να
αντιμετωπίσει στρατό.
Δεν μπορεί όμως να πολεμήσει τη σιωπή. Κάθε βλέμμα στον δρόμο μπορούσε να
κρύβει συνενοχή. Κάθε χαμηλή φωνή πίσω από ξύλινη πόρτα μπορούσε να είναι
συνωμοσία.
Κάθε φωτιά σε μακρινό λόφο μπορούσε να είναι σήμα.
η επιστροφή της Τιάν-Μι στο Λο Τζιανγκ
Η επιστροφή της Τιάν-Μι στο Λο Τζιανγκ δεν
είχε τον θόρυβο μιας εορτής, αλλά τη βαρύτητα μιας μετάβασης. Η άμαξα πέρασε
την πύλη του αρχοντικού αργά, κι εκείνη ένιωσε σαν να διέσχιζε ένα αόρατο σύνορο,
από τη ζωή της μαθητείας στη ζωή της ευθύνης.
Στην αυλή στεκόταν ο πατέρας της, ο Λι
Γουέν-Τσενγκ. Δεν φορούσε πανοπλία· μόνο έναν σκούρο χιτώνα, απλό αλλά αυστηρό.
Δεν έκανε βήμα προς το μέρος της αμέσως. Την κοίταξε πρώτα, σαν να ήθελε να
βεβαιωθεί ότι η νεαρή γυναίκα που κατέβαινε από την άμαξα ήταν πράγματι το
παιδί που είχε αφήσει χρόνια πριν.
Η Τιάν-Μι υποκλίθηκε τυπικά. Εκείνος έκανε
ένα βήμα μπροστά και για μια στιγμή δίστασε, ύστερα άγγιξε ελαφρά τους ώμους
της.
«Μεγάλωσες», είπε
μόνο.
Η φωνή του ήταν βαθύτερη απ’ όσο τη θυμόταν.
Το πρόσωπό του είχε σκληρύνει, οι γραμμές γύρω από τα μάτια του είχαν βαθύνει,
όμως δεν ήταν πια μόνο ο πολέμαρχος των αφηγήσεων. Ήταν ένας άνδρας
κουρασμένος, ώριμος, με βλέμμα που είχε δει απώλειες. Και για πρώτη φορά, δεν
τον είδε ως απόμακρη μορφή εξουσίας. Τον είδε ως άνθρωπο.
Το σπίτι είχε αλλάξει. Οι αυλές ήταν πιο
ήσυχες. Οι τοίχοι είχαν βαφτεί ξανά. Τα έπιπλα είχαν αντικατασταθεί. Το δωμάτιό
της — μεγαλύτερο τώρα — ήταν διακοσμημένο με μεταξωτά υφάσματα, χαμηλό κρεβάτι
από σκούρο ξύλο και παραβάν ζωγραφισμένα με βουνά και γερανούς. Ήταν όμορφο.
Άψογο. Άψυχο. Δεν υπήρχε τίποτε που να θυμίζει τη μητέρα της. Ούτε ένα
αντικείμενο, ούτε ένα ύφασμα, ούτε ένα παλιό κόσμημα. Σαν να είχε σβηστεί από
τον χώρο κάθε ίχνος μιας άλλης γυναίκας που κάποτε είχε περπατήσει εκεί.
Η Τιάν-Μι στάθηκε στη μέση του δωματίου και
άγγιξε το τραπέζι. Ήξερε — χωρίς να της το έχουν πει — ότι αυτό δεν ήταν
τυχαίο. Κάποιος είχε φροντίσει να καθαρίσει το παρελθόν. Όμως δεν ένιωσε οργή. Ένιωσε
ένα παράξενο κενό.
Το ίδιο βράδυ, ο Λι Γουέν-Τσενγκ ζήτησε να δειπνήσουν μαζί. Μόνοι. Μίλησαν λίγο. Για τη σχολή. Για τα μαθήματά της. Για τη ζωή στην πρωτεύουσα της Σετσουάν. Εκείνος άκουγε περισσότερο απ’ όσο μιλούσε. Κάποια στιγμή τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και έμειναν εκεί λίγο περισσότερο απ’ όσο επέβαλλε η τυπικότητα. Η Τιαν-Μι ένιωσε κάτι που δεν είχε νιώσει ποτέ πριν: όχι φόβο, όχι δέος, αλλά σύνδεση. Σαν να υπήρχε ανάμεσά τους ένα νήμα παλιό, σχεδόν αδιόρατο, που τώρα άρχιζε να τεντώνεται ξανά. Τον είδε διαφορετικά. Όχι μόνο ως πατέρα. Αλλά ως άνδρα που είχε αγαπήσει, είχε προδοθεί, είχε πολεμήσει και είχε επιβιώσει.
Και εκείνος, ίσως για πρώτη φορά, δεν είδε
μπροστά του το παιδί που άφησε πίσω. Είδε μια γυναίκα που έφερε στο βλέμμα της
κάτι οικείο — κάτι επικίνδυνα οικείο. Το σπίτι είχε αλλάξει. Εκείνη είχε
αλλάξει. Και ίσως, χωρίς να το ξέρουν ακόμη, κάτι άρχιζε να αλλάζει και ανάμεσά
τους.
το σημάδι της γιγάντιας σαλαμάνδρας
Οι πρώτες μέρες της επιστροφής της Τιάν-Μι
στο Λο Τζιανγκ κύλησαν σαν σκιά που γλιστρούσε αθόρυβα πάνω από τα γνώριμα
δρομάκια. Το πατρικό σπίτι, με τις σκούρες ξύλινες δοκούς και την αυλή με τις
πέτρινες λεκάνες, έμοιαζε μικρότερο απ’ όσο το θυμόταν. Ίσως γιατί εκείνη είχε
μεγαλώσει· ίσως γιατί η μνήμη είχε την τάση να μεγεθύνει ό,τι πονούσε.
Μα πάνω απ’ όλα, την περίμενε ένα ιερό
χρέος. Από παιδί της έλεγαν να μην πλησιάζει το νερό. Στον παραπόταμο του Μιν
κατοικούσαν, έλεγαν, τα πνεύματα των πνιγμένων. Άπλωναν τα άυλα χέρια τους μέσα
από το ρεύμα και τραβούσαν κοντά τους όποιον στεκόταν πολύ ώρα στην όχθη. Εκεί,
σε ένα βαθύ και αφρισμένο σημείο, είχε χαθεί η μητέρα της.
Τότε οι ιστορίες αυτές την έκαναν να κλείνει
τα μάτια και να χώνεται στην αγκαλιά της θείας της. Τώρα όμως οι θρύλοι δεν
είχαν την ίδια δύναμη. Τα χρόνια των σπουδών της, τα βιβλία που είχε διαβάσει,
οι συζητήσεις με δασκάλους που μιλούσαν για πολιτική, συμφέροντα και μυστικές
συμφωνίες, της είχαν μάθει να βλέπει πίσω από τις προλήψεις. Πόσες φορές,
άραγε, οι άνθρωποι δεν έντυναν με πνεύματα και κατάρες τόπους όπου συνέβαιναν
πράγματα που δεν έπρεπε να ιδωθούν; Πόσες παράνομες διαπραγματεύσεις, πόσες
σκοτεινές συναλλαγές δεν μπορούσαν να κρυφτούν πίσω από τον φόβο;
Με την έγκριση του πατέρα της, μια έγκριση
σιωπηλή, βαριά σαν πέτρα, ζήτησε να επισκεφθεί το σημείο της εξαφάνισης. Δεν
ήταν πια παιδί. Ήταν κόρη που όφειλε τιμή.
Ξεκίνησαν νωρίς το πρωί. Η θεία της, Λι
Σου-Γιαν, ντυμένη σε σκούρο μπλε μεταξωτό χιτώνα, βάδιζε δίπλα της. Δύο
υπηρέτριες από το πατρικό σπίτι κρατούσαν τα καλάθια με τις προσφορές· δύο
ένοπλοι φρουροί ακολουθούσαν σιωπηλοί, τα κοντάρια τους να λαμπυρίζουν κάτω από
το φθινοπωρινό φως.
Κανείς δεν πρόσεξε πότε άνοιξε η βαριά πύλη
της αυλής λίγο περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Από τη σκιά βγήκε ένας μεγαλόσωμος
σκύλος — ένας παλαιού τύπου θιβετιανός μαστίφ, όπως εκείνοι που κρατούσαν τα
εύπορα σπίτια της Κίνας για φύλακες. Το τρίχωμά του, πυκνό και σκούρο καστανό,
είχε αρχίσει να γκριζάρει γύρω από το ρύγχος. Τα μάτια του, βαθιά και ήρεμα,
παρακολουθούσαν την πομπή χωρίς να γαβγίσουν. Ήταν ένας από τους παλαιούς
φύλακες του σπιτιού. Είχε μεγαλώσει στις αυλές, είχε περιπολήσει τις αποθήκες,
είχε σταθεί άγρυπνος τις νύχτες των καταιγίδων. Δεν πλησίασε. Κρατούσε
απόσταση. Προχωρούσε παράλληλα, μέσα από τα χωράφια και τις χαμηλές
δεντροστοιχίες, ακολουθώντας τη διαδρομή. Κανείς δεν τον διέταξε. Κανείς δεν
τον κάλεσε. Ήταν ο ύστατος προστάτης.
Ο δρόμος προς τον
παραπόταμο του Μιν περνούσε μέσα από καλλιέργειες ρυζιού και χαμηλούς λόφους. Η
υγρασία της Σετσουάν απλωνόταν στον αέρα σαν λεπτό πέπλο. Όσο πλησίαζαν, ο ήχος
του νερού δυνάμωνε, ένα συνεχές, βαθύ βούισμα, σαν ανάσα κάποιου αόρατου
πλάσματος.
Δεν κατευθύνθηκαν στην όχθη που φαινόταν από
το μονοπάτι, εκεί όπου οι ψαράδες έδεναν τις βάρκες τους και τα παιδιά πετούσαν
πέτρες στο ρεύμα. Προχώρησαν πιο πέρα, μέσα από θάμνους και γλιστερές πέτρες.
«Όχι στην όχθη που φαίνεται από το
μονοπάτι,» είχε πει ο γηραιός υπηρέτης που τους υπέδειξε το μέρος, «αλλά στην
απέναντι, πίσω από τους βράχους όπου το νερό βαθαίνει και ο θόρυβος καλύπτει
τις φωνές.»
Εκεί
πήγαν. Οι βράχοι υψώνονταν σκοτεινοί και λείοι, σμιλεμένοι από χρόνια ορμητικού
νερού. Το ρεύμα στριφογύριζε σε έναν βαθύ, πρασινωπό λάκκο, και ο αφρός που
σχηματιζόταν στις άκρες έμοιαζε με κουρέλια λευκού υφάσματος. Ο θόρυβος ήταν
τόσο δυνατός που πράγματι κατάπινε κάθε λέξη.
Η Τιάν-Μι στάθηκε ακίνητη. Δεν ένιωθε φόβο·
μόνο ένα σφίξιμο στο στήθος, σαν να είχε φτάσει επιτέλους μπροστά σε μια πόρτα
που χρόνια απέφευγε να ανοίξει.
Οι υπηρέτριες άπλωσαν ένα χαμηλό, κόκκινο
ύφασμα πάνω σε επίπεδη πέτρα. Πάνω του τοποθέτησαν τις προσφορές, όπως όριζαν
τα έθιμα της Σετσουάν του καιρού τους: μικρά πιάτα με ρύζι και αλάτι για την
καθαρότητα, αποξηραμένα φρούτα και γλυκίσματα ρυζιού, ένα κομμάτι χοιρινού
κρέατος, φλιτζανάκια με κρασί από κεχρί. Δίπλα, τύλιξαν προσεκτικά δεσμίδες από
χαρτί-χρήμα για τους νεκρούς και ομοιώματα από χαρτί. ρούχα και μικρά σπιτικά
αντικείμενα, για να τα συνοδεύσουν στον
άλλο κόσμο.
Η θεία Λι Σου-Γιαν άναψε τρία λεπτά στικ
θυμιάματος και τα έδωσε στην Τιάν-Μι. Ο καπνός ανέβηκε ευθύς, πριν διαλυθεί από
την υγρή ανάσα του ποταμού. Η Τιάν-Μι γονάτισε. Τα γόνατά της ακούμπησαν στην
ψυχρή πέτρα. Έκλεισε τα μάτια και υποκλίθηκε τρεις φορές, μία για τον Ουρανό,
μία για τη Γη, μία για τη μητέρα της. Ύστερα άφησε τα θυμιάματα να σταθούν
ανάμεσα στα πιάτα.
«Μητέρα,» ψιθύρισε, μα η φωνή της χάθηκε
στον θόρυβο του νερού. Ίσως όμως τα πνεύματα να άκουγαν αλλιώς.
Οι φρουροί έμειναν λίγο πιο πίσω, άγρυπνοι.
Η θεία της άρχισε χαμηλόφωνα να απαγγέλλει λόγια εξαγνισμού, επικαλούμενη την
ειρήνευση των ανήσυχων ψυχών και την απομάκρυνση κάθε κακόβουλου πνεύματος του
νερού. Οι υπηρέτριες άναψαν το χαρτί-χρήμα και τα ομοιώματα. Οι φλόγες
τρεμόπαιξαν, έγλειψαν τον αέρα και άφησαν στάχτη που ο άνεμος πήρε προς το
ρεύμα.
Η Τιάν-Μι άνοιξε τα μάτια και κοίταξε το
βαθύ σημείο πίσω από τους βράχους. Το νερό έμοιαζε αδιαπέραστο, σχεδόν
σκοτεινό. Πόσα μυστικά μπορούσε να κρατήσει; Ήταν πράγματι κατοικία πνευμάτων ή
τάφος αλήθειας;
Δεν ήξερε αν τα πνεύματα υπήρχαν. Ήξερε όμως
πως η απουσία είχε βάρος. Κι εκεί, μπροστά στο νερό που κάποτε της είχαν μάθει
να φοβάται, ένιωσε πως ο φόβος δεν ήταν πια ο ίδιος. Υποκλίθηκε για τελευταία
φορά.
«Αν ησύχασες, μητέρα, οδήγησέ με στην
αλήθεια. Κι αν όχι, δώσε μου τη δύναμη να τη βρω.»
Πίσω της, ο μαστίφ μεγαλόσωμος φύλακας είχε
πλησιάσει αθόρυβα. Κάποια στιγμή ένα χαμηλό, σχεδόν ανεπαίσθητο γρύλισμα δόνησε
το στήθος του, όχι από φόβο, αλλά από ένστικτο. Σαν να ένιωθε ότι ο τόπος δεν
ήταν άδειος από μνήμη. Η Τιάν-Μι τον είδε τότε. Για μια στιγμή, το βλέμμα της
μαλάκωσε. Δεν τον φώναξε. Δεν ήθελε να σπάσει εκείνη τη σιωπηλή στιγμή.
Ο άνεμος άλλαξε κατεύθυνση και έσπρωξε τη
στάχτη προς τα πόδια της Τιάν-Μι. Εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω για να μην λερώσει
το μεταξωτό της ένδυμα, μα η πέτρα κάτω από το σανδάλι της ήταν γλιστερή από
την υγρασία. Το σώμα της παραπάτησε. Το δεξί της πόδι γλίστρησε στο ρηχό άκρο
του νερού. Το ύφασμα βάρυνε αμέσως. Για να κρατηθεί, πάτησε πάνω σε έναν λείο,
βυθισμένο βράχο. Ο βράχος κινήθηκε.
Από κάτω, μέσα στη σκιά του πρασινωπού
βάθους, ξεδιπλώθηκε μια τεράστια μορφή. Σώμα παχύ και μακρύ, δέρμα σκούρο,
κηλιδωτό, μάτια μικρά και αρχέγονα. Η γιγάντια σαλαμάνδρα του ποταμού, ο δράκος
του νερού, όπως την αποκαλούσαν οι χωρικοί, είχε ενοχληθεί στο κρησφύγετό της. Το
κεφάλι της αναδύθηκε απότομα.
Η Τιάν-Μι ένιωσε πρώτα την πίεση, ένα
σκληρό, απότομο σφίξιμο χαμηλά στην κνήμη, λίγο πάνω από τον αστράγαλο, στο
εσωτερικό μέρος του ποδιού. Ύστερα ήρθε ο πόνος.
Δεν ήταν σκίσιμο βαθύ, αλλά δυνατό. Τα
δόντια της σαλαμάνδρας άφησαν ένα συμπαγές, ελλειψοειδές αποτύπωμα, σαν ατελής κύκλος
που πίεσε τη σάρκα χωρίς να τη διαπεράσει βαθιά.
Ο σκύλος αντέδρασε πριν από όλους. Ο γέρικος
μαστίφ όρμησε προς την όχθη, τα νύχια του ξύνοντας τις πέτρες. Το γάβγισμά του
ήταν βροντερό, απειλητικό, γεμάτο οργή. Στάθηκε στο χείλος του νερού, το σώμα
του τεταμένο, έτοιμο να χυμήξει.
Η σαλαμάνδρα, αιφνιδιασμένη από τον θόρυβο
και τη δόνηση, άφησε το πόδι της Τιάν-Μι και με μια ισχυρή κίνηση της ουράς της
βυθίστηκε ξανά στο σκοτεινό βάθος. Το νερό αναδεύτηκε για λίγες στιγμές και
ύστερα η επιφάνεια ξαναβρήκε την απατηλή της ηρεμία.
Οι φρουροί έτρεξαν. Ο ένας άρπαξε την
Τιάν-Μι από τους ώμους, ο άλλος τη σήκωσε κάτω από τα γόνατα, προσέχοντας το
τραυματισμένο πόδι. Την απομάκρυναν από το νερό και την ακούμπησαν πάνω στο
κόκκινο ύφασμα των προσφορών, που τώρα είχε μουσκέψει και λερωθεί.
Το πρόσωπό της είχε χλωμιάσει. Ο πόνος
ανέβαινε σε κύματα, δυνατός και καυτός. Η θεία Λι Σου-Γιαν ανέκτησε πρώτη την
ψυχραιμία της.
«Καθαρίστε το αμέσως.»
Μία από τις υπηρέτριες έφερε κρασί από
κεχρί. Έριξαν γενναία ποσότητα πάνω στο τραύμα για να το καθαρίσουν. Η Τιάν-Μι
δάγκωσε τα χείλη της. Το κρασί την έκαιγε σχεδόν όσο και το ίδιο το δάγκωμα.
Ο δεύτερος φρουρός έβγαλε από το σακούλι του
ένα μικρό δέμα με αποξηραμένα βότανα, που συνήθιζαν να φέρουν σε εξορμήσεις, σκόνη
από ρίζα χουανγκλιάν και αποξηραμένη αρτεμισία. Η υπηρέτρια τα πολτοποίησε
πρόχειρα με λίγο καθαρό νερό και τα τοποθέτησε πάνω στο σημάδι για να
περιορίσουν τη φλεγμονή και να «τραβήξουν τη θερμότητα», όπως έλεγε η ιατρική
τους γνώση.
Έδεσαν το πόδι σφιχτά με καθαρό λινό
ύφασμα, όχι τόσο για να σταματήσουν αιμορραγία, δεν υπήρχε έντονη, αλλά για να
συγκρατήσουν το πρήξιμο.
Το αποτύπωμα είχε ήδη αρχίσει να κοκκινίζει.
Ένας καθαρός, ελλειψοειδής κύκλος από πιέσεις δοντιών φαινόταν πάνω στο δέρμα
της, ευδιάκριτος, σχεδόν συμμετρικός. Σαν σφραγίδα.
Ο σκύλος δεν έφυγε από δίπλα της.
Περιφερόταν ανήσυχος, το κεφάλι χαμηλωμένο, τα μάτια στραμμένα προς το νερό,
σαν να περίμενε νέα απειλή.
Ο ποταμός δεν είχε ακόμη ησυχάσει. Η λάσπη
ήταν ανακατεμένη, σαν κάτι βαρύ να είχε σαλέψει κάτω από την επιφάνειά της. Οι
καλαμιές έγερναν ακόμη προς το σημείο όπου το νερό είχε ανοίξει για μια στιγμή
— όχι σαν κύμα, αλλά σαν ανάσα.
Η Τιάν-Μι καθόταν πάνω σε μια επίπεδη πέτρα,
χλωμή. Το πόδι της ήταν τυλιγμένο σφιχτά με το λινό ύφασμα. Κάτω από τον επίδεσμο, το αίμα
είχε ποτίσει βαθιά, σκούρο.
Η Λι Σου-Γιαν στάθηκε όρθια μπροστά τους, η
πλάτη της ίσια σαν δοκάρι πύλης. Δίπλα της, ο Θιβετιανός μαστίφ στεκόταν
ακίνητος. Το πυκνό του τρίχωμα απορροφούσε το φως, κι όμως τα μάτια του έμεναν
καρφωμένα στο ποτάμι, σαν να περίμενε να ξανασηκωθεί κάτι από τα βάθη.
«Ακούστε με όλοι», είπε η Λι Σου-Γιαν.
Οι δύο υπηρέτριες έσκυψαν. Οι δύο φρουροί
πλησίασαν ένα βήμα, κλείνοντας αθέατα τον κύκλο γύρω από τη νεαρή. Η φωνή της
δεν υψώθηκε.
«Στην επιστροφή θα ειπωθεί ότι το μονοπάτι
ήταν γλιστερό. Η Τιάν-Μι παραπάτησε. Έπεσε. Χτύπησε το πόδι της σε πέτρα.»
Σιωπή. Το ποτάμι γουργούρισε χαμηλά.
«Δεν υπήρξε ζώο.»
Τα μάτια μιας υπηρέτριας γέμισαν δάκρυα.
Είχε δει το κεφάλι να αναδύεται, φαρδύ, γυαλιστερό, αρχέγονο. Είχε ακούσει τον
ήχο, όχι ακριβώς συριγμό, όχι ακριβώς κραυγή.
Η Λι Σου-Γιαν στράφηκε προς εκείνη.
«Δεν υπήρξε δράκος των
νερών», πρόσθεσε.
Οι λέξεις ειπώθηκαν καθαρές, κομμένες από
κάθε φόβο.
Ο ένας φρουρός κατάπιε. «Κυρία… αν το
χωριό—»
Το βλέμμα της τον σταμάτησε.
«Το χωριό δεν θα μάθει τίποτε. Αν ακουστεί
ψίθυρος, θα θεωρήσω ότι προήλθε από εσάς. Και τότε δεν θα σας προστατεύσει ούτε
αυτό το ποτάμι.»
Ο άνεμος σηκώθηκε απότομα, σαρώντας τις
καλαμιές. Για μια στιγμή, όλοι γύρισαν ασυναίσθητα προς το νερό. Ο μαστίφ έκανε
ένα βήμα μπροστά. Τα δόντια του φάνηκαν όχι επιθετικά, αλλά προειδοποιητικά.
Έπειτα στάθηκε πάλι ακίνητος, φρουρός όχι μόνο της κυρίας του, αλλά και της
σιωπής.
Η Λι Σου-Γιαν γονάτισε μπροστά στην
Τιάν-Μι. Τα δάχτυλά της πίεσαν τον επίδεσμο, σταθερά.
«Θα πεις πως έπεσες»,
της είπε χαμηλά. «Τίποτε άλλο. Το καταλαβαίνεις;»
Η νεαρή κοπέλα κοίταξε προς το ποτάμι. Για
μια στιγμή, το βλέμμα της φάνηκε να ακολουθεί κάτι που οι άλλοι δεν έβλεπαν.
Η θεία σηκώθηκε αμέσως.
«Δέστε καλύτερα το
τραύμα. Θα κινηθούμε τώρα. Δεν θα μείνουμε άλλο εδώ.
«Θα καεί θυμίαμα απόψε», πρόσθεσε δυνατά.
«Για καλή ανάρρωση. Όχι για εξορκισμό. Για ανάρρωση.» Ήταν λεπτή η διαφορά, μα
απαραίτητη.
Οι φρουροί πήραν θέση μπροστά και πίσω. Οι
υπηρέτριες σήκωσαν προσεκτικά την Τιάν-Μι. Η πομπή άρχισε να σχηματίζεται, σαν
να επρόκειτο για απλή επιστροφή από περίπατο.
Η Λι Σου-Γιαν έριξε μια τελευταία ματιά στο
νερό. Δεν ψιθύρισε καμία προσευχή. Γύρισε την πλάτη της. Τότε ο μαστίφ ύψωσε το
κεφάλι του προς το ποτάμι. Γάβγισε μία φορά.
Και δεύτερη. Σύντομα, κοφτά, σαν να προειδοποιούσε κάτι που έμενε πίσω.
Ο ποταμός απάντησε μόνο με το αργό του
ρεύμα. Και η πομπή ξεκίνησε για το αρχοντικό του Λι Γουέν-Τσενγκ, κουβαλώντας
μαζί της όχι μόνο μια τραυματισμένη κοπέλα, αλλά και ένα μυστικό που έπρεπε να
θαφτεί βαθύτερα κι από τα νερά.
Ο δρόμος από τις όχθες προς το Λο Τζιανγκ
ήταν στενός, γεμάτος ρίζες και υγρό χώμα. Η Λι Σου-Γιαν βάδιζε πλάι τους,
μετρημένη, ατάραχη. Όποιος την έβλεπε από μακριά θα έλεγε πως πρόκειται για μια
συνηθισμένη επιστροφή. Μια μικρή ατυχία. Μια απρόσεκτη κοπέλα της πόλης που
γλίστρησε σε αγροτικό μονοπάτι. Αυτό ακριβώς έπρεπε να είναι.
Μέσα της όμως οι σκέψεις έτρεχαν σαν το
ποτάμι που άφηναν πίσω. Δεν ήταν το τραύμα που τη φόβιζε. Το αίμα σταματά. Η
σάρκα κλείνει. Οι γιατροί ξέρουν βότανα.
Η φήμη δεν κλείνει.
Αν μαθευόταν ότι την είχε αγγίξει ο «δράκος
των νερών», τίποτε δεν θα έμενε απλό. Θα έλεγαν πρώτα πως το ποτάμι τη διάλεξε.
Κι έπειτα θα άρχιζαν να παρατηρούν. Η Λι Σου-Γιαν γνώριζε πώς γεννιούνται οι
ιστορίες. Δεν χρειάζονται ψέματα· χρειάζονται κενά. Και το κενό γεμίζει πάντα
με φόβο.
Κοίταξε την ανιψιά της. Η Τιάν-Μι ήταν παιδί
της πρωτεύουσας — μαλακά χέρια, βλέμμα που έμενε περισσότερο στα σύννεφα παρά
στη γη. Δεν ήξερε να πατά σε ρίζες, να διαβάζει τη λάσπη, να ακούει το νερό
πριν φουσκώσει. Ήταν εύκολο να πιστέψουν πως γλίστρησε.
Αλλά η Λι Σου-Γιαν ήξερε και κάτι άλλο: η
κοπέλα είχε πάντα μια σιωπή μέσα της που οι χωρικοί προσέχουν. Δεν μιλούσε
άσκοπα. Δεν γελούσε δυνατά. Αν το δάγκωμα συνδεόταν με αυτό…
Θα έλεγαν πως είχε ιδιαίτερο ζωτική
ενεέργεια, εκείνη την αόρατη πνοή που διαπερνά το σώμα και τον κόσμο ολόκληρο. τη
ροή που αν διαταραχθεί, γεννά ασθένεια, ατυχία ή παράξενες μεταβολές στη μοίρα.
Και σε ένα χωριό σαν το Λο Τζιανγκ, όπου το ποτάμι θεωρείται ζωντανό και οι
εποχές υπακούουν σε αόρατες ισορροπίες, μια «ιδιαίτερη ζωτική ενέργεια» μπορεί
να ήταν σημάδι ότι κάποιος δεν ανήκει
ολοκληρωτικά ούτε στους ανθρώπους ούτε στα νερά.
Θα έλεγαν πως τα νερά αναγνωρίζουν το δικό
τους. Πως τέτοια κορίτσια δεν πρέπει να παντρεύονται. Η Λι Σου-Γιαν δεν φοβόταν
τους θεούς του ποταμού. Φοβόταν τις γυναίκες στις αυλές. Τα στόματα που
σκεπάζονται με το μανίκι, μα ψιθυρίζουν πιο δυνατά από καμπάνα. Θα ζητούσαν
καθαρμούς. Θα άναβαν θυμίαμα χωρίς να ρωτήσουν. Και τα παιδιά… τα παιδιά θα
έδιναν όνομα στην Τιάν-Μι.«Κόρη του δράκου.»
Όχι, σκέφτηκε. Όχι. Έπρεπε να επιστρέψουν
όπως έφυγαν. Με λίγη λάσπη στο στρίφωμα. Με μια ιστορία απλή, με ένα ατύχημα
που ταιριάζει σε κοπέλα χαϊδεμένη, σε κοπέλα από την πρωτεύουσα, που δεν ήταν μαθημένη
στα κακοτράχαλα μονοπάτια της επαρχίας.
Καθώς οι χαμηλές στέγες, ο καπνός από τις
εστίες του χωριού άρχισαν να διαγράφεται στον ορίζοντα η Λι Σου-Γιαν ίσιωσε
τους ώμους της. Από εδώ και πέρα, κάθε βλέμμα θα μετρούσε.
Κάθε ερώτηση θα είχε παγίδα. Θα απαντούσε πρώτη, πριν προλάβουν να ρωτήσουν.
«Γλίστρησε», θα έλεγε με ελαφριά ενόχληση.
«Της είχα πει να προσέχει. Η πόλη δεν σε μαθαίνει να περπατάς σε λάσπη.»
Θα γελούσε ίσως. Μικρό, στεγνό γέλιο.
Θα έκανε το περιστατικό να φαίνεται ασήμαντο. Γιατί το ασήμαντο δεν γεννά
μύθους. Μόνο το ανεξήγητο γεννά.
Μπροστά τους, το χωριό περίμενε. Και η Λι
Σου-Γιαν ήξερε πως από τη δική της ψυχραιμία θα κρινόταν αν η Τιάν-Μι θα
επέστρεφε ως απλή κοπέλα με τραυματισμένο αστράγαλο ή ως κάτι που οι άνθρωποι
φοβούνται να ονομάσουν.
Όταν οι πύλες του αρχοντικού έκλεισαν πίσω
τους, ο αέρας της αυλής φάνηκε βαρύτερος από πριν. Και στο πόδι της, κάτω από
το λινό ύφασμα και τα βότανα, ο δράκος του νερού είχε αφήσει τη μόνιμη σφραγίδα
του.
Η νύχτα είχε ήδη σφραγίσει την αυλή όταν η
Λι Σου-Γιαν άνοιξε η ίδια τη στενή, κρυφή θύρα στο πλάι του δυτικού τοίχου του
αρχοντικού του Λι Γουέν-Τσενγκ. Δεν άναψε φανάρι· μόνο μια χαμηλή λυχνία
τρεμόπαιζε στο εσωτερικό διάδρομο. Ο ταοϊστής μοναχός πέρασε το κατώφλι
αθόρυβα, σαν σκιά που γνωρίζει τον δρόμο της. Η Λι Σου-Γιαν υποκλίθηκε ελαφρά.
«Σας ευχαριστώ που ήρθατε αμέσως», ψιθύρισε. Εκείνος δεν ρώτησε πολλά. Ζήτησε
να δει το τραύμα και να σταθεί για λίγο μόνος με την κοπέλα. Άγγιξε τον
επίδεσμο χωρίς να τον λύσει πλήρως, έκλεισε τα μάτια και αφουγκράστηκε την
αναπνοή της. «Ο ποταμός είναι ρέουσα ζωτική ενέργεια», είπε ήρεμα. «Και το
πλάσμα των νερών φέρει γιν, υδάτινη δύναμη. Το δάγκωμα δεν είναι καλό ή κακό·
είναι είσοδος ξένης ροής.» Ρώτησε αν είχε ανεβάσει πυρετό αν είχε δει όνειρα
παράξενα, αν το ίχνος της πληγής σκοτεινιάζει ή μένει καθαρό. Η Λι Σου-Γιαν
απάντησε κοφτά, με ακρίβεια. Ο μοναχός έγνεψε. «Δεν είναι κατάρα. Το νερό την
δοκίμασε. Μα η ζωτική της ενέργεια είναι ασταθής. Σαράντα εννέα ημέρες μακριά
από το ποτάμι.»
Ο ταοϊστής δεν βιάστηκε να φύγει αμέσως. Αφού
αφουγκράστηκε τον ρυθμό της αναπνοής της Τιάν-Μι, κάθισε στο χαμηλό τραπέζι
της κάμαρας. Από το μανίκι του έβγαλε
ένα μικρό δέμα από κίτρινο λεπτό χαρτί, σχεδόν διάφανο, με ίνες που άστραφταν
στο φως της λυχνίας.
«Η ζωτική της ενέργεια δεν είναι σπασμένη»,
είπε χαμηλόφωνα στη Λι Σου-Γιαν. «Είναι αναστατωμένη. Το νερό μπήκε μέσα της
σαν ξένη παλίρροια. Δεν πρέπει να το πολεμήσουμε. Πρέπει να το ισορροπήσουμε.»
Με λεπτό πινέλο βουτηγμένο σε μαύρη μελάνη,
άρχισε να χαράζει σύμβολα επάνω στο χαρτί. Οι γραμμές δεν ήταν απλή
καλλιγραφία· έμοιαζαν με ρεύματα που στρέφονταν γύρω από έναν κεντρικό άξονα.
Στο κέντρο σχημάτισε έναν λιτό δράκο, όχι επιθετικό, αλλά κυκλικό, σαν να
δάγκωνε την ίδια του την ουρά.
«Ο δράκος δεν είναι το θηρίο που τη
δάγκωσε», εξήγησε. «Είναι το σχήμα της ροής. Αν το φέρει κοντά στο σώμα της, η
ζωτική ενέργεια θα θυμηθεί τον σωστό δρόμο.»
Δίπλωσε το χαρτί με προσοχή, το έδεσε με
κόκκινη και μαύρη κλωστή και το παρέδωσε στη Λι Σου-Γιαν.
«Να το φορέσει κάτω από τα ρούχα, στο ύψος
της καρδιάς. Να μην το δείξει σε κανέναν. Αν βραχεί, θα καεί και θα γίνει
στάχτη στον άνεμο, όχι στο νερό.»
Ύστερα ζήτησε ένα μικρό πήλινο θυμιατό,
καθαρό νερό και μια λευκή λωρίδα υφάσματος. Στάθηκε όρθιος δίπλα στο κρεβάτι
της Τιάν-Μι και άρχισε χαμηλή απαγγελία. Οι λέξεις έμοιαζαν περισσότερο με
ρυθμό παρά με προσευχή. Με το ένα χέρι σχημάτιζε στον αέρα κύκλους, σαν να
οδηγούσε αόρατο ρεύμα από το κεφάλι προς τα πόδια της κοπέλας.
«Το γιν του νερού κατέβηκε απότομα», είπε.
«Το γιαγκ της φωτιάς πρέπει να μείνει σταθερό. Αν ανέβει πολύ, θα φέρει πυρετό
και οράματα. Αν πέσει, θα αφήσει κρύο στην καρδιά.»
Βούτηξε τα δάχτυλά του στο νερό και ράντισε
ελαφρά τον αέρα, όχι το σώμα. Έπειτα άγγιξε με τη λευκή λωρίδα τον επίδεσμο,
χωρίς να τον αφαιρέσει, σαν να “σφράγιζε” το τραύμα.
«Σαράντα εννέα ημέρες μακριά από το ποτάμι»,
επανέλαβε. «Καμία περιττή ταραχή. Ήρεμες κουβέντες. Καμία αναφορά σε δράκους.»
Ο μοναχός πήρε τότε το θυμιατό, έριξε μέσα
λίγη σκόνη από αποξηραμένη αρτεμισία και άναψε μικρή φλόγα. Ο καπνός ανέβηκε
ευθύς, χωρίς να διαλυθεί.
«Αν ο καπνός σκορπίσει απότομα, θα σημαίνει
αναταραχή», είπε. «Αν ανέβει ίσια, η ροή αποκαθίσταται.»
Ο καπνός ανέβαινε σταθερός. Ο μοναχός
έσβησε τη φλόγα με τα δάχτυλα, χωρίς να φυσήξει για να μην διαταράξει τον αέρα.
Έκανε μια τελευταία, σχεδόν ανεπαίσθητη υπόκλιση προς την κοπέλα.
«Δεν είναι σημαδεμένη», είπε τελικά.
«Δοκιμάστηκε.»
Στη Λι Σου-Γιαν παρέδωσε και ένα μικρό
σακουλάκι με βότανα. «Να καίγονται κάθε τρίτη νύχτα. Όχι για εξορκισμό, για
ηρεμία. Και να θυμάστε: ο πανικός των ανθρώπων γεννά περισσότερη ανισορροπία
από κάθε πνεύμα του νερού.»
Χωρίς άλλη λέξη, η Λι Σου-Γιαν τον συνόδευση
η ίδια έως τον στενό διάδρομο και στην κρυφή έξοδο. «Σας ευγνωμονώ» του είπε. Εκείνος
πέρασε το κατώφλι, και πριν χαθεί στο σκοτάδι, γύρισε μόνο για να προσθέσει:
«Η ισορροπία δεν φαίνεται. Μα όταν υπάρχει,
κανείς δεν την αμφισβητεί.»
Η θύρα έκλεισε αθόρυβα. Και μέσα στο
αρχοντικό, η νύχτα ξαναβρήκε την ησυχία της — σαν να μην είχε εισέλθει ποτέ
τίποτε από τα νερά.
Λίγο
αργότερα, η μεγάλη πύλη της αυλής άνοιξε διάπλατα. Ο πατέρας της Τιάν-Μι,
πρακτικός και αυστηρός, είχε καλέσει θεραπευτή. Ο ιατρός εισήλθε επισήμως, με
βοηθό και κασετίνα βοτάνων.
Ο θεραπευτής στάθηκε σκυμμένος πάνω από το
πόδι της Τιάν-Μι, τα λεπτά του δάχτυλα ψηλαφώντας προσεκτικά τον επίδεσμο πριν
τον λύσει. Το δωμάτιο μύριζε βότανα και φρεσκοζεσταμένο νερό. Η κοπέλα κρατούσε
την αναπνοή της.
«Πονά εδώ;» ρώτησε ήρεμα.
Εκείνη έγνεψε. Ο θεραπευτής αφαίρεσε το
ύφασμα. Το τραύμα φαινόταν καθαρά τώρα στο φως της λυχνίας. Δύο ημικυκλικά
ίχνη, συμμετρικά, σχεδόν καθαρά τοποθετημένα. Ο θεραπευτής σιώπησε για μια
στιγμή.
«Παράξενο», μουρμούρισε. «Δεν μοιάζει με
απλή εκδορά. Θα έλεγα…» Σήκωσε το βλέμμα του. «Ίσως κάποιο μικρό ζώο. Σκύλος
του αγρού, ίσως ασβός. Η ομοιομορφία του αποτυπώματος δείχνει—»
«Έσκισε το πόδι της», παρενέβη η Λι
Σου-Γιαν, με ήρεμη, σταθερή φωνή.
Ο θεραπευτής γύρισε προς εκείνη.
«Σε τι;»
«Σε άγριο αγκάθι. Στις όχθες. Υπήρχαν πυκνοί
θάμνοι από αγριοτριανταφυλλιά. Τα κλαδιά είναι σκληρά, με διπλές αιχμές. Αν
πέσει κανείς άτσαλα, σχίζουν βαθιά.»
Ο θεραπευτής κοίταξε ξανά το τραύμα. Τα
σημάδια πράγματι θα μπορούσαν, με λίγη φαντασία, να ταιριάξουν σε διπλό αγκάθι.
«Ίσως», είπε αργά. «Όμως η καμπύλη…»
Η Λι Σου-Γιαν τον διέκοψε ξανά, πιο απαλά
αυτή τη φορά.
«Όπως κι αν έγινε, γιατρέ, πρέπει να
ακουστεί ότι ήταν ατύχημα. Μια πτώση. Όχι… σημάδι από δόντια.»
Δεν είπε «δάγκωμα». Είπε «σημάδι από
δόντια», και η φράση έμεινε να αιωρείται βαριά, σχεδόν ανεπιθύμητη.
Ο θεραπευτής σήκωσε το βλέμμα του προς
εκείνη. Για μια στιγμή, φάνηκε να σταθμίζει όχι το τραύμα, αλλά την κατάσταση. Κατόπιν
έδεσε ξανά προσεκτικά το πόδι.
«Καλά, καλά», είπε ήπια. «Όπως το
περιγράφετε.»
Έριξε λίγο σκόνη αποξηραμένου βοτάνου στο
τραύμα και το κάλυψε με καθαρό ύφασμα.
«Δεν υπάρχει δηλητήριο. Ούτε βαθιά ρήξη. Θα
υπάρξει φλεγμονή, ίσως πυρετός ελαφρύς. Να αλλάζετε το επίδεσμο πρωί και βράδυ.
Να μείνει μακριά από υγρασία.»
Η Λι Σου-Γιαν έγνεψε, ικανοποιημένη. Ο
θεραπευτής σηκώθηκε. Πριν βγει, κοίταξε για λίγο την Τιάν-Μι. Στην εξώθυρα του
κοιτώνα στεκόταν ο πατέρας της, ακίνητος, τα χέρια πίσω από την πλάτη. Δεν είχε
εισέλθει. Περίμενε. Ο θεραπευτής έκλεισε απαλά την πόρτα πίσω του.
«Λοιπόν;» ρώτησε χαμηλά ο πατέρας.
Ο θεραπευτής υποκλίθηκε ελαφρά.
«Μην ανησυχείτε. Μια
μικρή περιπέτεια. Η νεαρή στάθηκε άτυχη στο μονοπάτι, αυτό είναι όλο. Με
ξεκούραση θα επουλωθεί γρήγορα.»
Ο πατέρας έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα
έγνεψε.
«Κατανοητό.»
Μέσα στον κοιτώνα, η Λι Σου-Γιαν άκουσε τα
λόγια. Έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή. Το τραύμα είχε όνομα πλέον. Ατύχημα.
Και το όνομα αυτό ήταν πιο σημαντικό από την ίδια την πληγή.
Δύο ερμηνείες, μία αλήθεια προς τα έξω. Και
πάνω απ’ όλα, σιωπή, γιατί σε έναν τόπο όπου η φήμη κρίνει τον γάμο και τη
μοίρα, ο μύθος είναι πάντα πιο επικίνδυνος από το ίδιο το δάγκωμα.
η
ζωή της Τιάν-Μι στο Λο Τζιανγκ
Η Τιάν-Μι στεκόταν στην αυλή του πατρικού της σπιτιού, κοιτάζοντας
τα χτισμένα τείχη που το περιέβαλλαν και όμως αισθανόταν ξένη. Τέσσερα χρόνια
σπουδών στην πρωτεύουσα της Σετσουάν είχαν ανοίξει τον κόσμο της, αλλά αυτό το
μικρό χωριό, ακόμη και το ίδιο το πατρικό της σπίτι, ήταν τώρα ένας τόπος
γεμάτος με σκιές από παρελθόν και από την απουσία της.
Η μητέρα της είχε πεθάνει
χρόνια πριν, αφήνοντάς την στα χέρια της θείας της, της Λι Σου-Γιαν. Στο
πλούσιο σπίτι της θείας, η Τιάν-Μι είχε μεγαλώσει, είχε μάθει τα ήθη και τις
συνήθειες, τα μυστικά των υπηρετριών, τα μονοπάτια των αυλών και των κήπων, το
πώς να κινείται χωρίς να φαίνεται. Τον πατέρα της τον έβλεπε ελάχιστα και πάντα
σχεδόν τυπικά, τελετουργικά· τα βλέμματά τους συναντιόνταν σε επισκέψεις
σύντομες, σε προφορικές αναφορές που είχαν τη μορφή στρατιωτικής αναφοράς. Πάντοτε
την πέμπτη ημέρα της επιστροφής του στο Λο Τζιανγκ από τις περιοδείες του, η
θεία της συνόδευε τη μικρή Τιάν-Μι στο αρχοντικό του Λι Γουέν-Τσενγκ. Εκεί
παρουσίαζε λεπτομερώς την πρόοδο και τις συνήθειες της Τιάν-Μι κατά τους μήνες
της απουσίας του, σαν να έκανε απολογισμό στρατιωτικής μονάδας. Μετά,
επέστρεφαν και πάλι στο πλουσόσπιτο του Γουάνγκ Τζε-Λιν, όπου η ζωή κυλούσε πιο
ομαλά και σίγουρα.
Κάποιες φορές, όταν ο
πατέρας της έμενε περισσότερο στο Λο Τζιανγκ, περνούσαν ολόκληρη τη μέρα μαζί,
πάντα με τη συνοδεία της θείας και των πιστών υπηρετριών.
οι
υπηρέτριες
Υπήρχαν υπηρέτριες που
είχαν υπηρετήσει στο αρχοντικό του Λι Γουέν-Τσενγκ πολύ πριν από τον γάμο του
με τη μητέρα της, κάποιες και πολύ πριν από τη σχέση του με την Τσενγκ Γιου-Λι,
την πρώην αγαπημένη του, που είχε πεθάνει από πνευμονία. Η Τσενγκ Γιου-Λι είχε
έρθει από το χωριό, με τα ρούχα της απλά και τα μάτια γεμάτα προσδοκία,
πιστεύοντας σε κάθε υπόσχεση που της είχε δώσει ο Λι Γουέν-Τσενγκ. Ο πατέρας
της Τιάν-Μι την είχε γοητεύσει, της είχε ορκιστεί γάμο, αλλά κάθε φορά που
φαινόταν ότι πλησίαζε η στιγμή, εκείνος την ανέβαλε, μεταθέτοντάς τη όλο και
αργότερα γιατι πάντοτε εμφανιζόταν η αναγκαιότητα είτε για μια εκστρατεία είτε
για μια εκκαθαριστική επιχείρηση. Και αυτές όλο και
τραβούσαν σε διάρκεια, όλο και γίνονταν πιο αιματηρές, πιο αμείλικτες. Η κοπέλα
μαράθηκε μέρα με τη μέρα· τα μάτια της έχασαν τη ζωντάνια τους, το χρώμα από τα
μάγουλά της έσβησε, και το σώμα της έγινε λεπτό σαν κορμός που λυγίζει από τον
άνεμο. Καθόταν επίμονα στην κάμαρά της, με το παράθυρο ανοιχτό για να δει τον
δρόμο από όπου θα ερχόταν εκείνος, ακόμα και στον κρύο χειμώνα που διέλυε τα
σωθικά της. Οι ώρες και οι μέρες περνούσαν, και η προσμονή της την καταβρόχθιζε
αργά, αδυσώπητα. Τελικά, όταν η ανάσα της έσβησε, η τελευταία της λέξη ήταν «θα
έρθει», ένας ψίθυρος γεμάτος πίστη και ελπίδα. Όταν τελικά ο Λι Γουέν-Τσενγκ
επέστρεψε, η Τσενγκ Γιου-Λι είχε ήδη ξεψυχήσει εδώ και μέρες, αφήνοντας πίσω
μόνο τη σιωπή και τη σκιά της προδομένης πίστης της.
η
τελευταία νύχτα πριν ένα γάμο
Η πιο παλιά υπηρέτρια του
αρχοντικού, η Σιάνγκ-Λι, θυμόταν ακόμα κάθε λεπτομέρεια από τον γάμο της Λι Σου-Γιαν σαν να είχε συμβεί μόλις
χτες. Η δεκαεπτάχρονη Λι Σου-Γιαν είχε υπακούσει στην οδηγία του μεγαλύτερου
αδελφού της· έπρεπε να παντρευτεί. Ο Γουάνγκ Τσε-Λιν ήταν διοικητής της
ευρύτερης περιοχής, και για μια κοπέλα της ηλικίας της, η θέση αυτή καθόριζε
την τύχη της. Δεν υπήρχαν νεαροί σε τέτοιες θέσεις· η εξουσία απαιτούσε πάντα μεγαλύτερη
ηλικία και εμπειρία.
Ο παππούς του Γουάνγκ
Τσε-Λιν είχε υπάρξει λόγιος στα ύστερα χρόνια της δυναστείας των Μινγκ, αρκετά
επιτυχημένος ώστε να αποκτήσει γη και κύρος, αλλά όχι τίτλο που να κινδυνεύει
με την αλλαγή της εξουσίας. Ο πατέρας του, διορατικός άνθρωπος, απέφυγε τις
πολιτικές εμπλοκές όταν ήρθαν οι αναταραχές· αγόρασε φθηνά εγκαταλειμμένα
κτήματα, επένδυσε σε αποθήκες σιτηρών και δάνειζε χρήματα σε μικρούς
καλλιεργητές. Όταν οι Τσινγκ εδραίωσαν την κυριαρχία τους, η οικογένεια Γουάνγκ
ήταν ήδη από τις πλουσιότερες της περιοχής.
Ο Τσε-Λιν μεγάλωσε
ανάμεσα σε βιβλία και λογιστικά κατάστιχα. Πέρασε επιτυχώς τις επαρχιακές
εξετάσεις και διορίστηκε τοπικός διοικητής αγροτικής περιφέρειας. Δεν ήταν
άνθρωπος των όπλων· η δύναμή του βρισκόταν στην τάξη. Κατέγραφε γη και πληθυσμό
με σχολαστικότητα, επέβλεπε τη συλλογή φόρων, φρόντιζε τα αρδευτικά κανάλια,
δίκαζε διαφορές για σύνορα χωραφιών και κληρονομιές. Οι αποθήκες του ήταν
γεμάτες και τα κανάλια καθαρά· οι ανώτεροί του τον θεωρούσαν υπόδειγμα
σταθερότητας.
Στα τριάντα πέντε του
ήταν ήδη πλούσιος, όχι μόνο από τον μισθό του αξιωματούχου, αλλά από τις
εκτάσεις ρυζιού, τις αποθήκες και τα δάνεια που απέδιδαν τόκο. Το αρχοντικό του
είχε διπλή αυλή, λιμνούλα με κυπρίνους και ιδιωτική βιβλιοθήκη. Δεν είχε
βιαστεί να παντρευτεί· ήθελε σύζυγο που να ταιριάζει με τη θέση που
οικοδομούσε.
Όταν άκουσε για τη Λι
Σου-Γιαν, την ορφανή κόρη μιας έντιμης οικογένειας, δεν στάθηκε μόνο στην
ομορφιά της. Είδε σε εκείνη κάτι ήσυχο και ακέραιο, μια νεότητα που δεν είχε
διαφθαρεί από φιλοδοξίες, μια αξιοπρέπεια που δεν ζητούσε πλούτη. Η απώλεια των
γονιών της δεν του φάνηκε αδυναμία αλλά καθαρότητα δεσμών· δεν υπήρχαν σκιές
παλαιών υποχρεώσεων γύρω της.
Σκέφτηκε πως στο σπίτι
του, ανάμεσα σε πέτρινες αυλές και μεταξωτές κουρτίνες, εκείνη θα έφερνε κάτι
που ο ίδιος δεν μπορούσε να αγοράσει: ζεστασιά. Και για πρώτη φορά, ο μεθοδικός
διοικητής ένιωσε πως η ζωή δεν μετριέται μόνο σε στρέμματα γης και σάκους
ρυζιού.
Η άνοιξη είχε μόλις αγγίξει τη Σετσουάν, και στην εσωτερική αυλή της οικίας των Λι οι δαμασκηνιές άνθιζαν σιωπηλά. Ο πατέρας της Λι Σου-Γιαν είχε φύγει από τη ζωή πριν τέσσερα χρόνια· η μητέρα της τον ακολούθησε δύο χρόνια αργότερα. Από τότε, ο οίκος στεκόταν κάτω από την ευθύνη του πρωτότοκου, του Λι Γουέν-Τσενγκ. Εκείνο το απόγευμα, ο υπηρέτης ανήγγειλε την άφιξη απεσταλμένου εκ μέρους του Γουάνγκ Τσε-Λιν, διοικητή της περιφέρειας υπό τη Δυναστεία των Τσινγκ. Το όνομα δεν ήταν άγνωστο· ήταν άνδρας με κύρος και πλούτο, ιδιοκτήτης εκτάσεων και αποθηκών σιτηρών, άνθρωπος της τάξης και των καταλόγων.
Ο απεσταλμένος δεν μπήκε
αυθαίρετα. Παρέδωσε πρώτα την ερυθρή επιστολή με το όνομα και την γενεαλογία
του κυρίου του, όπως απαιτούσε το έθιμο. Μαζί του έφερε τα «οκτώ στοιχεία» της
γέννησης του Γουάνγκ Τσε-Λιν, ώστε να συγκριθούν με εκείνα της νεαρής κόρης και
να εξεταστεί η αρμονία των πεπρωμένων.
Ο Γουέν-Τσενγκ,
εικοσιπέντε ετών, δέχθηκε τον απεσταλμένο καθισμένος ευθυτενής, με τη στολή του
αξιωματικού προσεκτικά τακτοποιημένη. Δεν μιλούσε βιαστικά. Άκουσε πρώτα τα
λόγια:
«Ο άρχων Γουάνγκ Τσε-Λιν,
τριανταπέντε ετών, άγαμος, επιθυμεί να ζητήσει επισήμως το χέρι της δεσποινίδος
Λι Σου-Γιαν, ώστε να την τιμήσει ως κύρια σύζυγό του.»
Ακολούθησε η απαρίθμηση:
η θέση του διοικητή, οι εκτάσεις, η καθαρή φήμη της οικογενείας Γουάνγκ, η
πρόθεση για τίμια προίκα και σεβασμό προς τον οίκο των Λι.
Ο Γουέν-Τσενγκ έμεινε για
λίγο σιωπηλός. Το βλέμμα του έπεσε στον βωμό των προγόνων. Ήταν εκείνος πλέον
που έφερε την ευθύνη. Ο πατέρας τους δεν ζούσε για να δώσει συγκατάθεση· η
μητέρα τους δεν ήταν εκεί να ψιθυρίσει συμβουλές στην κόρη της.
«Η οικογένειά μου», είπε
τελικά, «γνωρίζει το κύρος του άρχοντος Γουάνγκ. Όμως η αδελφή μου είναι
δεκαεπτά ετών και ορφανή από γονείς. Η απόφαση πρέπει να ληφθεί με σεβασμό προς
τη μνήμη τους.»
Ζήτησε χρόνο, όπως όριζε
η ευπρέπεια. Θα συμβουλευόταν τους πρεσβύτερους συγγενείς, θα επέτρεπε τη
σύγκριση των γενεαλογικών στοιχείων, θα εξέταζε τα δώρα που θα έφθαναν ως
προκαταβολή της πρόθεσης.
Ο απεσταλμένος
υποκλίθηκε βαθιά. Όταν έμεινε μόνος, ο Γουέν-Τσενγκ στάθηκε όρθιος για ώρα.
Γνώριζε πως ο γάμος αυτός θα σήμαινε ασφάλεια και τιμή για τη Σου-Γιαν. Γνώριζε
επίσης πως θα έδενε τον οίκο των Λι με έναν από τους ισχυρότερους άνδρες της
περιφέρειας. Σήκωσε το βλέμμα προς τον ουρανό της αυλής. Η ευθύνη του δεν ήταν
πια μόνο στρατιωτική. Ήταν ευθύνη προς την αδελφή του και τη μνήμη των γονιών
τους.
Ο Γουάνγκ Τσε-Λιν,
εντυπωσιασμένος από την ομορφιά της Λι Σου-Γιαν, δεν απαιτούσε μεγάλη προίκα.
Και όμως, για τη νεαρή κοπέλα, αυτό δεν έφερνε ανακούφιση. Έκλαιγε για μέρες
μέσα στο δωμάτιό της, προσπαθώντας να μεταπείσει τον αδελφό της. Ριχνόταν στην
ψυχρή αγκαλιά του, με δάκρυα ζητώντας να ακουστεί η φωνή της. Εκείνος όμως της
απαντούσε σταθερά: «Τι θα γίνει αν δεν επιστρέψω από μια εκστρατεία; Ποιος θα
σε φροντίσει τότε; Δεν είναι μόνο ο γάμος. Είναι ευθύνη μου το να ζήσεις.»
Ο εικοσιπεντάχρονος τότε Λι
Γουέν-Τσενγκ, φορούσε ακόμη τη στολή του υπασπιστή. Ο πατέρας του υπήρξε
άνθρωπος του σπιτιού και της γης· όμως οι αναταραχές των χρόνων εκείνων δεν
άφηναν χώρο για ήσυχη ζωή. Ο Γουέν-Τσενγκ κατατάχθηκε νέος και, χάρη στη
μόρφωσή του και την πειθαρχία του, τοποθετήθηκε ως υπασπιστής σε διοικητή
τοπικής δύναμης. Καθήκον του ήταν να μεταφέρει διαταγές, να επιβλέπει
καταλόγους, να διατηρεί την τάξη στο στράτευμα αλλά και να στέκεται δίπλα στον
ανώτερό του στις εκστρατείες καταστολής ληστρικών ομάδων στα ορεινά. Δεν ήταν ο
πιο θορυβώδης ανάμεσα στους άνδρες. Ήταν όμως εκείνος που παρατηρούσε.
Σε λίγο όμως η τύχη του επρόκειτο να αλλάξει. Σε μια εκστρατεία στα δυτικά περάσματα το απόσπασμα στο οποίο υπηρετούσε θα έπεφτε σε
καλοστημένη ενέδρα μέσα σε στενό φαράγγι. Τα βέλη έπεφταν βροχή· ο διοικητής
του χτυπήθηκε θανάσιμα σχεδόν στην αρχή της σύγκρουσης. Για μια στιγμή, το
στράτευμα κλονίστηκε, οι σημαίες έγειραν, οι γραμμές άνοιξαν.
Ο Γουέν-Τσενγκ τότε δεν δίστασε. Ανέλαβε τη σημαία, συγκέντρωσε τους πλησιέστερους λοχίες και φώναξε
διαταγές με φωνή καθαρή, σαν να είχε γεννηθεί γι’ αυτό. Αντί να επιτεθεί στα
τυφλά, διέταξε σύμπτυξη προς βραχώδη έξαρση, σχηματίζοντας αμυντικό κύκλο.
Κράτησε τη θέση αρκετή ώρα ώστε να ανασυνταχθεί το υπόλοιπο σώμα και οργάνωσε
αντεπίθεση σε στενή σφήνα, ανοίγοντας δίοδο διαφυγής.
Περισσότερο από το μισό
στράτευμα θα διασωζόταν εκείνη την ημέρα. Ο θάνατος του διοικητή είχε αφήσει κενό
και ο νεαρός υπασπιστής που είχε διασώσει άνδρες και τιμή θεωρήθηκε φυσικός
διάδοχος σε ανώτερη θέση. Η προαγωγή του ήρθε απότομα, σχεδόν βίαια, όπως η
ίδια η μάχη.
Εκείνη τη μέρα δεν θα κέρδιζε
μόνο βαθμό. Θα κέρδιζε άνδρες πιστούς στο πρόσωπό του. Και όσοι γνώριζαν να
διαβάζουν τα σημάδια, έλεγαν πως αν οι καιροί σκοτείνιαζαν ξανά, ο Λι
Γουέν-Τσενγκ δεν θα έμενε απλώς αξιωματικός της αυτοκρατορίας αλλά θα γινόταν
άνθρωπος με δική του δύναμη, από εκείνους που η Ιστορία γεννά σε εποχές
ταραχής.
Η Λι Σου-Γιαν στεκόταν
σιωπηλή πίσω από το ξύλινο παραπέτασμα της εσωτερικής αυλής. Από εκεί μπορούσε
να βλέπει τον αδελφό της χωρίς να φαίνεται. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε μόλις
επιστρέψει από τη φρουρά· η στολή του μύριζε σκόνη και άλογο, κι όμως για
εκείνη αυτή η μυρωδιά ήταν παράξενη παρηγοριά.
Ο πατέρας τους είχε
πεθάνει όταν εκείνη ήταν δεκατριών. Θυμόταν ακόμη τη βαριά σιωπή του σπιτιού
εκείνον τον χειμώνα. Δύο χρόνια αργότερα, η μητέρα τους αρρώστησε και έφυγε κι
εκείνη. Στα δεκαπέντε της, η Σου-Γιαν είχε νιώσει το σπίτι να αδειάζει από
φωνές, από βήματα, από καθοδήγηση. Οι αίθουσες έμοιαζαν μεγαλύτερες· τα βράδια
πιο κρύα.
Από τότε, ο Γουέν-Τσενγκ
δεν ήταν πια μόνο ο αδελφός της. Έγινε η κεφαλή του οίκου. Εκείνος στεκόταν
μπροστά στον βωμό των προγόνων στις τελετές. Εκείνος συζητούσε με τους
διαχειριστές των χωραφιών. Εκείνος αποφάσιζε για τα οικονομικά, για τις
επισκευές, για τις σχέσεις με τους συγγενείς. Κι όταν έφευγε για υπηρεσία, της
άφηνε πάντα συγκεκριμένες οδηγίες, όχι αυστηρές, αλλά φροντισμένες.
Τις πρώτες νύχτες μετά
τον θάνατο της μητέρας τους, εκείνος καθόταν έξω από το δωμάτιό της ώσπου να
κοιμηθεί. Δεν της μιλούσε πολύ· δεν ήξερε πώς. Όμως ήταν εκεί.
Το κοινό τους πένθος τους
είχε δέσει αθόρυβα. Μοιράζονταν τις ίδιες αναμνήσεις: το γέλιο του πατέρα, τον
τρόπο που η μητέρα δίπλωνε τα μεταξωτά. Όταν κάποια λεπτομέρεια ξεθώριαζε στη
μνήμη της, εκείνος τη συμπλήρωνε. Σαν να κρατούσαν μαζί ένα εύθραυστο αγγείο
που δεν έπρεπε να σπάσει.
Ο Γουέν-Τσενγκ δεν ήταν
τρυφερός με λόγια. Ήταν όμως σταθερός σαν τοίχος. Όταν επέστρεφε από
εκστρατεία, της έφερνε μικρά πράγματα από την αγορά — ένα κομμάτι βαμμένο
ύφασμα, ένα ξύλινο χτένι. Πάντα έλεγε πως δεν ήταν «τίποτε σπουδαίο». Για
εκείνη ήταν απόδειξη πως, ακόμη κι ανάμεσα σε στρατιώτες και διαταγές, τη
θυμόταν.
Τον παρατηρούσε τώρα να
στέκεται στην αυλή, σιωπηλό, σκεπτικό για την απόφαση. Ήξερε πως ό,τι κι αν
αποφάσιζε, θα το έκανε για το καλό της. Αυτή η βεβαιότητα ήταν που την έδενε
μαζί του. Δεν ήταν εξάρτηση. Δεν ήταν παιδική αδυναμία. Ήταν εμπιστοσύνη γεννημένη από απώλεια. Ήταν η ανάγκη να κρατηθεί από τον μόνο άνθρωπο που είχε απομείνει να θυμάται
μαζί της.
Τώρα στα δεκαεπτά της η
πρόταση γάμου είχε φτάσει στο σπίτι. Αν και ήξερε πως κάποτε θα έφευγε, τα
πράγματα είχαν έλθει λίγο πιο γρήγορα από ότι εκείνη τα περίμενε. Η Λι Σου-Γιαν
στεκόταν μπροστά στον αδελφό της, τα μάτια της γεμάτα δάκρυα και παράπονο. «Μην
με παντρέψεις», τον εκλιπαρούσε, η φωνή της σχεδόν ψίθυρος μέσα στην παγωμένη
αυλή. «Καλύτερα να μείνω στο σπίτι μας… καλύτερα να παραμείνω ανύπαντρη. Εγώ θα
σε φροντίζω…»
Στα δεκαεπτά της, η
νεαρή κοπέλα δεν είχε ακόμη συνειδητοποιήσει πλήρως τη δύναμη και τα όρια της
κοινωνίας, αλλά οι κινήσεις της αποκάλυπταν μια αμυδρή, συγκαλυμμένη
τρυφερότητα· κρατούσε τρυφερά με τα δάχτυλά της το χέρι του, έσκυβε να το
φυλάει, και όταν εκείνος καθόταν κουρασμένος, του θώπευε αργά την πλάτη με ένα
ανεπαίσθητο άγγιγμα. Ήταν απλώς στοργή ή ένα ίχνος ερωτικού ενδιαφέροντος που
δεν έχει βγει ακόμη από την επιφάνεια
της γης και βρισκόταν θαμμένο ακόμη κάτω της; Η ίδια ίσως δεν ήξερε. Αλλά και ο
γρήγορος γάμος της δεν της επέτρεψε να το διευρενήσει.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ την
κοίταξε σταθερά, με βλέμμα σοβαρό αλλά απαλά προστατευτικό. «Υπάρχουν πράγματα
που δεν μπορούν να μοιραστούν τα αδέλφια, όσο και αν αγαπιούνται», της είπε.
«Άλλα πράγματα προσφέρει ένας άντρας σε μία γυναίκα, και άλλα ένας αδελφός στην
αδελφή του. Πρέπει να ακολουθήσεις τον νόμο της ζωής. Πρέπει να παντρευτείς.»
Η Λι Σου-Γιαν ένιωσε τη
βαρύτητα των λέξεων να σφίγγει την καρδιά της. Το βράδυ πριν από τον γάμο, όταν
το σπίτι είχε βυθιστεί στη σιωπή και τα φανάρια των διαδρόμων έκαιγαν χαμηλά, η
Λι Σου-Γιαν βγήκε από τον γυναικωνίτη χωρίς να συνοδεύεται. Δεν ήταν ανήκουστο·
ως αδελφή του κυρίου του οίκου μπορούσε να κινηθεί στους εσωτερικούς
διαδρόμους. Οι υπηρέτριες πίστευαν πως ήθελε να αποχαιρετήσει τον αδελφό της
πριν από την τελετή. Κανείς δεν την σταμάτησε.
Φορούσε το λεπτό νυχτικό
της, λευκό μετάξι δεμένο χαμηλά με κορδέλα, πιο ελαφρύ από τα επίσημα ενδύματα
της επόμενης ημέρας. Τα μαλλιά της ήταν λυτά, κάτι που δεν επέτρεπε στον εαυτό
της ποτέ μπροστά σε άλλους. Το φως από τα χάρτινα φανάρια περνούσε μέσα από το
ύφασμα και το έκανε σχεδόν διάφανο. Στάθηκε μπροστά στην πόρτα του κοιτώνα του
Λι Γουέν-Τσενγκ και χτύπησε μία φορά. Δεν περίμενε απάντηση. Μπήκε.
Το δωμάτιο μύριζε
σανταλόξυλο και παλιό χαρτί. Στον τοίχο κρεμόταν η πανοπλία του, γυαλισμένη, με
τις δερμάτινες λωρίδες να γυαλίζουν στο μισοσκόταδο. Ένα χαμηλό τραπέζι ήταν
γεμάτο χάρτες, σφραγίδες, και μια κούπα κρασί που είχε μείνει μισογεμάτη. Το
κρεβάτι, με βαριά σκούρα παραπετάσματα, έμοιαζε πιο αυστηρό από οτιδήποτε άλλο
στο σπίτι. Εκείνος σηκώθηκε απότομα όταν την είδε.
«Σου-Γιαν—»
Δεν τον άφησε να
ολοκληρώσει την πρότασή του. Πλησίασε γρήγορα, τα γυμνά της πέλματα δεν έκαναν
ήχο στο ξύλινο πάτωμα. Έπεσε πάνω του με όλη τη θέρμη της νεότητάς της, τα
χέρια της τυλίχτηκαν γύρω του, το σώμα της κόλλησε στο δικό του, σαν να ήθελε
να χαθεί μέσα του. Το μέτωπό της ακούμπησε στο στήθος του· η ανάσα της ήταν κοφτή,
καυτή μέσα στη σιωπή.
«Κρύψε με…» ψιθύρισε ξανά.
«Σώσε με.»
Η φλόγα του κεριού έγειρε
απότομα και μια σταγόνα λιωμένου κεριού έπεσε πάνω στον χάρτη που βρισκόταν στο
τραπέζι, σβήνοντας ένα μικρό σημείο της ζωγραφισμένης επικράτειας. Τότε μόνο εκείνος
πήρε βαθιά ανάσα και, με αργή, ελεγχόμενη κίνηση, ξετύλιξε τα χέρια της από
πάνω του. Όχι βίαια· έντεχνα, σχεδόν τρυφερά. Κράτησε τους καρπούς της για μια
στιγμή, σαν να σφράγιζε τη μνήμη της αφής.
«Αν σε κρατήσω», της είπε
χαμηλόφωνα, «θα χαθούμε και οι δύο.»
Και η φλόγα, σαν να είχε
ακούσει την απόφαση, σταθεροποιήθηκε.
«Μη με παραδώσεις», είπε
με λυγμούς. «Μη με παραδώσεις.»
Το στήθος της ανέβαινε
και κατέβαινε γρήγορα, ακουμπώντας πάνω του. Τα δάχτυλά της γαντζώθηκαν στην
πλάτη του χιτώνα του, σχεδόν σαν αλυσίδα.
«Μη με παραδώσεις…»
επανέλαβε, αυτή τη φορά όχι με κραυγή αλλά με πνιγμένο ψίθυρο, σαν όρκο. Δεν
ήταν μια στιγμιαία αγκαλιά. Παρέμεινε ακγιστρωμένη πάνω του. Το σώμα της παλλόταν
από λυγμούς που σταδιακά έγιναν πιο αργοί, πιο βαθιοί. Τα δάχτυλά της
γαντζώθηκαν στο ύφασμα του χιτώνα του, τσαλακώνοντάς τον. Σήκωσε το πρόσωπό της
και ακούμπησε τα χείλη της στο στήθος του με μια απελπισμένη ανάγκη
προσκόλλησης, σαν να ζητούσε καταφύγιο.
Το δωμάτιο έμοιαζε να
κρατά την ανάσα του. Το κερί πάνω στο χαμηλό τραπέζι τρεμόπαιζε βίαια, αν και
τα παράθυρα ήταν κλειστά. Η φλόγα λύγιζε πότε προς εκείνη, πότε προς εκείνον,
σαν εκκρεμές που δεν έβρισκε ισορροπία. Στην πανοπλία που κρεμόταν στον τοίχο
αντανακλάστηκε για μια στιγμή το φως, μια λεπτή, ασταθής γραμμή που έμοιαζε με
ρωγμή.
«Κάνε με ό,τι θες»,
ψιθύρισε. «Κρύψε με. Σώσε με. Εσένα μόνο θα υπηρετώ.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
ταράχθηκε. Για μια στιγμή δεν ήταν διοικητής, ούτε αδελφός, ούτε άντρας με
ευθύνη. Ήταν απλώς ένας άνθρωπος που ένιωθε το βάρος ενός σώματος που τον
ικέτευε να το κρατήσει. Τα χέρια του αιωρήθηκαν για μια ανάσα στον αέρα πριν
ακουμπήσουν τους ώμους της. Η θερμότητα της νεαρής της ηλικίας περνούσε μέσα
από το λεπτό ύφασμα. Η ανάσα της ζέσταινε τον λαιμό του. Ήταν μια στιγμή
μεταιχμιακή. Το κερί στο τραπέζι έτρεμε, σαν να δίσταζε κι αυτό.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν την
απομάκρυνε αμέσως. Τα χέρια του στάθηκαν μετέωρα, ύστερα ακούμπησαν στους ώμους
της. Ένιωθε τη ζέστη της, το βάρος της, την απόφασή της να μείνει έτσι όσο
περισσότερο μπορούσε, να παρατείνει εκείνη τη μεταιχμιακή στιγμή όπου τίποτα
δεν είχε ακόμη χαθεί.
«Θυμάσαι…;» του ψιθύρισε
χωρίς να τον αφήνει, με το πρόσωπό της ακόμη χωμένο στο στήθος του. «Τη σπηλιά
στο Φαράγγι του Γιν-Λονγκ, πάνω από τον ποταμό; Εκεί που μας βρήκε η
καταρρακτώδης βροχή πριν δυο χρόνια; Εγώ στα δεκαπέντε… Εσύ είκοσι τριών…»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ έφερε
από το βάθος της μνήμης του μια σκηνή που είχε καταχωνιαστεί βαθειά μέσα της.
Ήταν όταν είχαν επισκεφθεί την θεία τους, την αδελφή της μητέρας τους. Το
ταξίδι ήταν σύντομο· όμως η φύση είχε άλλα σχέδια.
Καθώς επέστρεφαν από το
σπίτι της Μα Ζιν-Ινκγ, μια ξαφνική καταιγίδα άρχισε να χτυπά τα μονοπάτια. Η
βροχή έπεφτε καταρρακτωδώς, ο αέρας σφύριζε μέσα στα δέντρα και τα πέτρινα μονοπάτια
γίνονταν επικίνδυνα. Ο Γουέν-Τσενγκ τράβηξε την Σου-Γιαν κοντά του, δείχνοντάς
της μια μικρή σπηλιά στην πλαγιά.
«Μπες γρήγορα μέσα,» είπε
με σφιγμένη φωνή, ενώ το σώμα του στεκόταν μπροστά στην είσοδο, σαν ασπίδα. Η
Σου-Γιαν ακολούθησε, βρεγμένη και τρέμοντας, με τα μαλλιά να κολλούν στο
πρόσωπό της. Η σπηλιά ήταν στενή, και η εγγύτητα του αδελφού της ήταν
αδιαμφισβήτητη.
Καθώς προσπαθούσαν να στεγνώσουν και να προφυλαχθούν, εκείνος τής
σφράγισε απαλά το χέρι μέσα στην παλάμη του. Η κίνηση ήταν προστατευτική αλλά
και επικίνδυνα προσωπική. Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα, η αναπνοή της πάγωνε.
Ο Γουέν-Τσενγκ την
τράβηξε ελαφρά προς το μέρος του για να την προστατεύσει καλύτερα από τη βροχή
που έμπαινε στη σπηλιά. Η εγγύτητα ήταν έντονη, η ζεστασιά του σώματός του και
η σταθερότητα της παρουσίας του την έκαναν να νιώσει μια ξένη, γλυκιά ένταση.
Κάθε κίνηση, κάθε λεπτό, ήταν φορτισμένο με ένα συναίσθημα που ήξερε πως δεν
έπρεπε να αναπτυχθεί.
Τράβηξε τα μάτια της από
τα δικά του, ανασηκώθηκε λίγο, και η ένταση σταμάτησε εκεί. Η Σου-Γιαν συνέχισε
να σφίγγει το χέρι του από εμπιστοσύνη, φόβο και ανάγκη για προστασία.
Η βροχή συνέχιζε να χτυπά
έξω, αλλά μέσα στη στενή σπηλιά, η εγγύτητα και η τρυφερότητα μεταξύ τους
μιλούσαν πιο δυνατά από τα λόγια — ένα συναίσθημα έντονο, που αναστάλθηκε πριν
καν γίνει φανερό.
Τα χέρια της έσφιξαν
περισσότερο γύρω του.
«Τα ρούχα μου είχαν
κολλήσει πάνω μου. Έτρεμα. Δεν ήξερα αν έτρεμα από το κρύο ή από… από κάτι
άλλο. Εσύ μάζεψες ξύλα, έσπασες κλαδιά με τα ίδια σου τα χέρια. Άναψες φωτιά. Η
φλόγα φώτιζε το πρόσωπό σου και ο καπνός ανέβαινε στην οροφή της σπηλιάς σαν
προσευχή. Μου είπες να γυρίσω πλάτη για να στεγνώσω. Δεν κοίταζες. Ή
τουλάχιστον έτσι νόμιζα.»
Η φωνή της έσπασε
ελαφρά.
«Και όταν γλίστρησα πάνω
στην πέτρα, με κράτησες. Εδώ.» Πήρε το χέρι του και το έφερε στη μέση της. «Με
κράτησες σαν να φοβόσουν ότι θα διαλυθώ. Και μετά… με άγγιξες τρυφερά. Όχι μόνο
σαν αδελφή. Το θυμάμαι. »
Σήκωσε το πρόσωπό της
και τον κοίταξε με μάτια που έκαιγαν.
«Γυρίσαμε σπίτι μέσα στη νύχτα. Περάσαμε
μπροστά από τους υπηρέτες και δεν κοιτάξαμε κανέναν. Δεν μιλήσαμε. Εκείνο το
βράδυ δεν κοιμήθηκα. Ήξερα ότι δεν ήμουν πια παιδί. Και ότι εσύ… δεν ήσουν πια
μόνο ο αδελφός μου.»
Η ανάσα της έγινε πιο
βαριά.
«Έκλεινα τα μάτια μου και
ένιωθα ακόμη το χέρι σου πάνω μου. Δεν ήταν αμαρτία. Ήταν ζεστασιά. Ήταν
προστασία. Ήταν κάτι που δεν είχα ξαναγνωρίσει. Και όταν έφυγες την άλλη μέρα,
στάθηκα στο παράθυρο και δεν έκλαψα, γιατί πίστευα πως θα γυρίσεις για μένα. Όχι
για τον οίκο. Όχι για το όνομα. Για μένα.»
Τα δάχτυλά της χάιδεψαν
το στήθος του, αργά, σαν να χάραζαν μνήμη.
«Εκείνη η φωτιά στη
σπηλιά του Γιν-Λονγκ… καίει ακόμη μέσα μου.»
Έκλεισε τα μάτια και
ακούμπησε πάλι τα χείλη της πάνω του.
«Αν τότε δεν τόλμησες,
τόλμησέ το τώρα. Πριν με αφήσεις να χαθώ.»
«Σου-Γιαν…» είπε τελικά.
Τα χέρια του δεν την έσφιξαν· την κράτησαν σε απόσταση μόλις λίγων εκατοστών.
«Υπάρχουν δρόμοι που δεν επιτρέπεται να διαβούμε.»
Η Λι Σου-Γιαν, με τα
μάτια της να καίνε σαν αστέρια μέσα στη νύχτα απάντησε: «Έχουν χαραχτεί από
άλλους. Υπάρχουν όμως και μονοπάτια χωρίς δρόμους, υπάρχουν δάση τόσο πυκνά που
το φως δεν τα αγγίζει· καταστάσεις που κανείς άνθρωπος και κανένας θεός δεν
προέβλεψε. Και δεν τις διασχίζουν παρά μόνο όσοι φοβούνται το άγνωστο.»
Η Λι Γουέν-Τσενγκ με
μισόκλειστα τα μάτια την άκουγε
«Αν υποκύψουμε σε ό,τι
μας επιβάλλουν, η ψυχή μας θα λιμνάζει. Κι αυτός ο φόβος θα μας καταπιεί πιο
γρήγορα από κάθε σκοτάδι. Μα αν δεν περπατήσουμε, αν δεν κοιτάξουμε πέρα από τα
μονοπάτια που μας χαράζουν οι άλλοι, δεν θα ξέρουμε ποτέ πόσο ψηλά μπορούμε να
φτάσουμε.»
«Κανένας θεός δεν θα μας
δεχθεί, κανένας που να μας ξέρει», είπε απαλά ο Λι Γουέν-Τσενγκ. «Θα
περιφερόμαστε σε ξένους τόπους, μέχρι να μάθουν και εκεί για εμάς.»
Η Λι Σου-Γιαν σήκωσε τα μάτια της και τον
κοίταξε: «Υπάρχει η θεά των κατατρεγμένων… η Γκουαν Γιν. Εκείνη θα μας δεχθεί,
εκείνη θα μας σκεπάσει. Ακούει τις προσευχές των κατατρεγμένων, Δεν θα μας
κρίνει όπως οι άλλοι· θα καταλάβει τον φόβο μας, την ένταση μέσα στις καρδιές
μας… θα μας ακούσει, και θα μας σκεπάσει. Αρκεί να την εμπιστευτούμε· αρκεί να
ακούσουμε την καρδιά μας και όχι τους νόμους των άλλων. Ο ναός της δεν είναι
μακριά· μας περιμένει.»
Εκείνη σήκωσε το πρόσωπό
της. Τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα, αλλά και μια αποφασιστικότητα που δεν
ταίριαζε με την ηλικία της.
«Δεν φοβάμαι», του είπε.
«Εγώ φοβάμαι», της απάντησε
εκείνος.
Και μέσα σε εκείνη τη
μικρή απόσταση ανάμεσα στα σώματά τους, βάραινε όχι μόνο η επιθυμία, αλλά και ο
νόμος, η οικογένεια, το όνομα, το μέλλον.
Η υπηρέτρια Σιανγκ-Λι που
είχε παρακολουθήσει αθόρυβα την Λι Σου-Γιαν από τις στιγμές που εκείνη είχε βγει από τον
γυναικωνίτη στεκόταν τόση ώρα σιωπηλή έξω από την πόρτα του υπνοδωματίου του Λι
Γουέν-Τσενγκ. Μια χαραμάδα είχε μείνει ελάχιστα
ανοιχτή τόσο που να επιτρέπει μόνο ένα λεπτό πέρασμα ήχου. Δεν μπορούσε να δει
τίποτα μέσα στο δωμάτιο· μόνο οι ψίθυροι, οι μικρές ανάσες και ο ανεπαίσθητος
ήχος των κινήσεων έφταναν ως το αυτί της. Ήξερε τι θα συνέβαινε, αν η ένταση
ανάμεσα στη νεαρή κυρία και τον αδελφό της ξεπερνούσε τα όρια.
Στο φαράγγι της καρδιάς
τους, μια λεπτή σχοινογέφυρα που τεντωνόταν αβέβαια, άρχισε να ενώνει τις
κορφές των απέναντι πλευρών του. Η κάθε ίνα της φαινόταν να τρέμει στον άνεμο
των αισθημάτων τους· αυτή η σχοινογέφυρα έπρεπε να λυθεί και το φαράγγι να
μείνει όπως ήταν. Η ένταση ανάμεσά τους τεντωνόταν
σαν δύο φίδια που πλησίαζαν να συγκολληθούν· όπως θα συνέβαινε σε ανθρώπους που
βρίσκονται πολύ κοντά χωρίς να πρέπει. Αν αυτή η συγκόλληση ολοκληρωνόταν, το
μέλλον τους θα έπαυε να είναι μέλλον και θα γινόταν εφιάλτης· τάφος και βάλτος
που θα τους κατάπινε αργά, παγιδευμένους
μέσα του. Η φήμη της οικογένειας θα κλονιζόταν, οι σχέσεις με φίλους και
συγγενείς θα έμπαιναν σε κίνδυνο. Αυτή η συγκόλληση έπρεπε να μην συμβεί ποτέ. Οι
ζωές τους έπρεπε να ξεχωρίσουν, να βρουν τους δικούς τους δρόμους· να μην
γίνουν ένα αξεδιάλυτο νήμα, ένα κουβάρι που θα έσφιγγε τη μοίρα τους στην ίδια
καταδίκη.
Μια ξαφνική ανάσα αέρα
πέρασε μέσα από τη χαραμάδα της πόρτας. Η Σιανγκ-Λι είχε ανοίξει αθέατα το μικρό παραθυράκι του διαδρόμου,
και το ρεύμα του αέρα βρήκε δίοδο μέσα
από την χαραμάδα αφήνοντας τον ήχο ενός τρεμουλιαστού θροίσματος μέσα στο
δωμάτιο. Η Σου-Γιαν τράβηξε το σώμα της λίγο πίσω, και ο Γουέν-Τσενγκ έκανε ένα
βήμα, η ένταση λύθηκε χωρίς ποτέ να καταλάβουν ότι η παρέμβαση προερχόταν από
άνθρωπο.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ πήρε
μια βαθιά ανάσα και απομάκρυνε απαλά τα χέρια της από πάνω του.
«Αύριο θα φύγεις ως κυρία
μεγάλου οίκου», είπε σταθερά. «Και θα ζήσεις. Αυτό είναι το χρέος μου.»
Η Λι Σου-Γιαν έμεινε
ακίνητη για μια στιγμή, σαν να είχε παγώσει ο χρόνος. Έπειτα χαμήλωσε από τους
ώμους του τα χέρια της. Το κερί έσβησε σχεδόν ταυτόχρονα, αφήνοντας το δωμάτιο
μισό στο σκοτάδι. Και η απόφαση είχε παρθεί. Δεν υπήρχε δρόμος πίσω. Επέστρεψε
στον κοιτώνα της και για το υπόλοιπο βράδυ θα ξεσπούσε σε σιωπηλούς λυγμούς. Η
έμπιστη υπηρέτρια, η Σιανγκ-Λι που είχε δει τη σκηνή, έκλεισε σιωπηλά την πόρτα
του γυναικωνίτη. Ήξερε πως το τελευταίο βράδυ πριν το γάμο τους, κάποιες
κοπέλες κλαίνε αθόρυβα είτε αυτό το κλάμα είναι λυγμοί είτε είναι βουβό.
Την επόμενη ημέρα ο Λι
Γουέν-Τσενγκ, ως κύριος πλέον του οίκου του μετά τον θάνατο του πατέρα του,
προέστη της γαμήλιας πομπής με τη σοβαρότητα που άρμοζε στη θέση του. Η
Σου-Γιαν φορούσε το παραδοσιακό κόκκινο κάλυμμα προσώπου, ένα μεταξωτό πέπλο
που σκέπαζε το πρόσωπό της έως ότου εισέλθει στον νέο της οίκο και ολοκληρωθούν
οι τελετουργικές υποκλίσεις. Το ένδυμά της ήταν βαθύ κόκκινο, κεντημένο με
χρυσά νήματα δράκων και φοίνικων, σύμβολα ένωσης και ισορροπίας. Το φορείο της,
επίσης κόκκινο, στολισμένο με μεταξωτές φούντες και επιχρυσωμένα ξύλινα μοτίβα,
την μετέφερε μέσα από τους δρόμους του Λο Τζιανγκ υπό τον ήχο τυμπάνων και
αυλών. Ο γαμβρός, κύριος πλούσιου και ισχυρού οίκου, ανέμενε στην επιβλητική
πύλη με τα λίθινα λιοντάρια και τις βαριές κόκκινες θύρες, σύμβολα κύρους και
ευημερίας. Όταν η πομπή έφθασε, ο Λι Γουέν-Τσενγκ στάθηκε μπροστά, αντάλλαξε
τους τυπικούς χαιρετισμούς με τους εκπροσώπους της οικογένειας του γαμβρού και
παρέδωσε επισήμως την αδελφή του στον οίκο του Γουάνγκ Τσε-Λιν — όχι απλώς ως
νύφη, αλλά ως μεταφορά ευθύνης, τιμής και συμμαχίας μεταξύ δύο οικογενειών.
Κάτω από το κόκκινο πέπλο, η Σου-Γιαν δεν έβλεπε το βλέμμα του αδελφού της·
όμως εκείνος, πριν στραφεί για να αποχωρήσει, έμεινε για μια αναπνοή ακίνητος,
σαν να σφράγιζε σιωπηλά το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης.
Στο πρόσωπό της νέας
νύφης, της Λι Σου-Γιαν, αναμίχθηκε η
απελπισία με την υποταγή· η νεότητα με την ανάγκη να ακολουθήσει τη μοίρα που
της είχε χαραχτεί και στην οποία είχε υποκύψει. Έμαθε να βαδίζει στην πορεία
που της είχαν χαράξει, να σκύβει σε ό,τι απαιτεί η κοινωνία και η οικογένεια.
Η υπηρέτρια Σιάνγκ-Λι
θυμόταν ακόμα τον σιωπηλό θρήνο, τις ανήσυχες νύχτες και τα δάκρυα της
μικρότερης αδελφής του Λι Γουέν-Τσενγκ, όσο κι αν εκείνη η νεαρή γυναίκα
έμοιαζε τώρα πια να έχει δεχτεί το πεπρωμένο της.
Αυτές οι υπηρέτριες
ήξεραν τα πάντα για τα έπιπλα, τα βάζα, τους χώρους, και τώρα ήταν εκεί για να
στηρίξουν την Τιάν-Μι, όσο εκείνη προσπαθούσε να μάθει τα καθήκοντα διαχείρισης
ενός οίκου.
ερωτήσεις που συναντούν ομιχλώδεις απαντήσεις
Τόσο ο πατέρας της όσο
και η θεία της είχαν συμφωνήσει. Έπρεπε να μάθει σιγά-σιγά η Τιάν-Μι να
αναλαμβάνει τα θέματα του σπιτιού μόνη της, φυσικά με την υποστήριξη και βοήθεια
των υπηρετριών που γνώριζαν κάθε γωνιά, κάθε συνήθεια. Όλα όμως της φαίνονταν
ξένα και καινούργια, γιατί πράγματι έτσι ήταν. Η πόλη, το σπίτι, οι άνθρωποι,
τα έπιπλα, όλα είχαν τη δική τους ιστορία, δική τους πνοή, και η Τιάν-Μι
προσπαθούσε να βρει τον δικό της ρυθμό μέσα σε αυτόν τον κόσμο που μέχρι
πρόσφατα είχε γνωρίσει μόνο μέσα από την ασφάλεια και τη φροντίδα της θείας
της.
Η νεαρή κοπέλα ένιωθε
ότι κάθε βήμα της ήταν τόσο προσεκτικό όσο και ανεξερεύνητο· και κάθε γωνιά του
πατρικού σπιτιού, κάθε αντικείμενο και κάθε πρόσωπο, φαινόταν να την παρατηρεί,
σαν να ήθελε να διαπιστώσει αν ήταν έτοιμη για τον νέο της ρόλο, τον ρόλο της
κόρης ενός άρχοντα, που τώρα έπρεπε να μάθει να ζει και μόνη της, παρά τις
συνήθειες και την προστασία της θείας Λι Σου-Γιαν.
Η Τιάν-Μι άρχισε να
περιφέρεται στους εσωτερικούς διαδρόμους του αρχοντικού με μια επιμονή που δεν
ταίριαζε ούτε στην ανατροφή της ούτε στη συνήθη απόσταση που κρατούσαν οι
θυγατέρες από τις υπηρέτριες. Στεκόταν δίπλα τους όταν δίπλωναν μεταξωτά, όταν
κοσκίνιζαν ρύζι, όταν άναβαν θυμίαμα στο μικρό οικογενειακό εικονοστάσι. Δεν
ρωτούσε απότομα· άφηνε πρώτα μια σιωπή να απλωθεί και έπειτα, σχεδόν αδιάφορα,
πετούσε μια φράση.
«Παλιά… πριν από τη
μητέρα μου… ποια φρόντιζε το σπίτι;»
Κάποιες κατέβαζαν αμέσως
το βλέμμα. «Δεν θυμάμαι, κυρία.» Άλλες έσφιγγαν τα χείλη τους. «Δεν έχει νόημα
η ζωή των άλλων γυναικών που πέρασαν από αυτό το σπίτι. Μόνο της επίσημης
συζύγου μετρά.»
Η απάντηση αυτή
επαναλήφθηκε περισσότερες από μία φορές, σαν να είχε διδαχθεί. Μια νεότερη
υπηρέτρια, η Γιν-Χουά, φάνηκε πρόθυμη να μιλήσει, μα μόνο για ό,τι ήταν
ακίνδυνο, για γιορτές, για παλιά υφάσματα, για μια ανακαίνιση της δυτικής
πτέρυγας. Όταν όμως η Τιάν-Μι ρώτησε αν υπήρξε ποτέ άλλη γυναίκα που να έμενε
εδώ για καιρό πριν από τη μητέρα της, η Γιν-Χουά χλώμιασε και ψιθύρισε: «Ό,τι
πέρασε, πέρασε.»
Ήταν η Τσάο-Νινγκ, μια
υπηρέτρια με λεπτά χαρακτηριστικά και μάτια που έδειχναν περισσότερα απ’ όσα
έλεγαν, που άφησε να πέσει η πρώτη πραγματική σκιά.
«Υπήρξε κάποτε μια κοπέλα
από το χωριό», είπε χαμηλά, καθώς τακτοποιούσε τα ξύλινα κουτιά με τα χειμερινά
ενδύματα. «Πολύ ήσυχη. Πολύ πιστή. Περίμενε υπομονετικά.» Σήκωσε το βλέμμα της
για μια στιγμή. «Μερικές υποσχέσεις… χάνονται στις εκστρατείες.»
Η Τιάν-Μι ένιωσε το αίμα
να τραβιέται από το πρόσωπό της.
«Τι εννοείς;»
Η Τσάο-Νινγκ δεν απάντησε
ευθέως. «Κάποιοι περιμένουν με ανοιχτό παράθυρο τον χειμώνα. Δεν αντέχουν όλοι
το κρύο. Δεν το άντεξε και η Τσενγκ Γιου-Λι.»
Η σιωπή που ακολούθησε
ήταν βαριά. Η Τιάν-Μι είχε μεγαλώσει πιστεύοντας πως η μητέρα της, η Μέϊ-Λαν,
ήταν η μοναδική και απόλυτη αγάπη του πατέρα της. Η ιδέα ότι προηγήθηκε άλλη, ότι
κάποια είχε περιμένει μάταια, τρύπησε την εικόνα που κρατούσε μέσα της σαν
καρφί.
«Όλες τις ιστορίες τις
ξέρει η Σιανγκ-Λι», είπε τελικά κάποια άλλη, σχεδόν με ανακούφιση που έδινε
αλλού το βάρος. «Είναι η πιο παλιά εδώ μέσα.»
Η Τιάν-Μι τη βρήκε τη
Σιανγκ-Λι να κάθεται κοντά στο εσωτερικό αίθριο, να καθαρίζει φασόλια με αργές,
μετρημένες κινήσεις. Το πρόσωπό της ήταν ρυτιδωμένο, αλλά τα μάτια της καθαρά.
«Θεία Σιανγκ-Λι», είπε με
ευγένεια, «θυμάσαι τις γυναίκες που έζησαν σε αυτό το σπίτι πριν από τη μητέρα
μου;»
Η γριά σήκωσε το κεφάλι
και χαμογέλασε με τρόπο σχεδόν αθώο.
«Α, παιδί μου… Εγώ πια
μπερδεύω τα ονόματα. Ήταν τόσα χρόνια… Ποια να θυμηθώ; Η μία είχε μακριά
μαλλιά, η άλλη γελούσε δυνατά… Ή μήπως ήταν το ίδιο πρόσωπο;» Έγνεψε αργά.
«Γερνάω. Ξεχνώ.»
Μα η Τιάν-Μι διέκρινε
κάτι: κάθε φορά που η κουβέντα πλησίαζε σε υπόσχεση, σε αρραβώνα που δεν έγινε,
σε κορίτσι που μαράθηκε, η Σιανγκ-Λι μπέρδευε σκόπιμα τις λεπτομέρειες.
Αντάλλασσε ημερομηνίες, άλλαζε εποχές, μπέρδευε ονόματα. Σαν να προστάτευε όχι
μόνο τον κύριό της, αλλά και την ίδια την ισορροπία του οίκου.
«Δεν θυμάσαι καμία που
να πέθανε νέα;» επέμεινε η Τιάν-Μι.
Η Σιανγκ-Λι ανασήκωσε
τους ώμους.
«Κάποια που την έλεγαν Τσενγκ
Γιου-Λι;»
Η ηλικιωμένη υπηρέτρια
σήκωσε τα γέρικα μάτια της, κοίταξε τα δάχτυλά της καθώς ξεχώριζαν μερικά
κόκκινα φασόλια από το δοχείο, και απάντησε αργά: «Ναι… ήταν κάποια που μας
έφερνε την πιπεριά του Σιτσουάν και έφευγε αμέσως, χωρίς να σταθεί. Δεν έμενε
στο σπίτι, ούτε μιλούσε πολύ.»
Η Τιάν-Μι ένιωσε ένα
μικρό σφίξιμο στο στήθος της. Η ιδέα ότι κάποια είχε υπάρξει εδώ και είχε
αλληλεπιδράσει με το σπίτι τους, έστω και τόσο απλά, άνοιγε μια μικρή χαραμάδα
στο παρελθόν, που μέχρι τότε φαινόταν σιωπηλό και αδιάσπαστο.
Η Τιάν-Μι κοίταζε τη
Σιανγκ-Λι με έντονο ενδιαφέρον, σαν να ήθελε να ακούσει κάθε λεπτομέρεια για εκείνη την κοπέλλα έφερνε το σπάνιο
μπαχαρικό. Η γριά υπηρέτρια χαμήλωσε τη φωνή της, σαν να μιλούσε σε κάποιον που
δεν έπρεπε να ακούσει κανείς άλλος.
«Η Τσενγκ Γιου-Λι… ήταν
κοπέλα σιωπηλή και προσεκτική. Τα μάτια της αθώα, μα γεμάτα προσμονή. Κάθε φορά
που έφερνε το ρύζι ή τις πιπεριές του Σετσουάν, δεν έμενε περισσότερο από ό,τι
έπρεπε. Έδινε τα προϊόντα με τα χέρια της, σκύβοντας ελαφρά, και έφευγε πριν
καν προλάβει να την χαιρετήσουμε. Μερικές φορές, έμενε για λίγο παρατηρώντας το
σπίτι. Οι μεγαλύτεροι υποψιάζονταν… ότι περίμενε κάτι από τον κύριο του οίκου,
κάτι που δεν της έδωσε ποτέ.»
Η Σιανγκ-Λι συνέχισε,
με μια ελαφρά δόση πίκρας στη φωνή της: «Δεν ήταν μόνο τα προϊόντα, παιδί μου.
Ήταν η αναμονή. Το σπίτι αυτό, ο κύριος, όλα φαινόταν να είναι πέρα από τα
χέρια της. Και παρόλο που κανείς δεν μίλησε ποτέ γι’ αυτήν, εμείς ξέραμε.
Ήξεραν οι υπηρέτριες, ήξεραν οι μεγαλύτεροι. Η πίστη της στην υπόσχεση που ποτέ
δεν τηρήθηκε, της κόστισε τη ζωή.»
Η Τιάν-Μι ένιωσε ένα
ρίγος να περνά από την πλάτη της. Η εικόνα της Τσενγκ Γιου-Λι που άφηνε πίσω
της μόνο μυρωδιά από πιπεριές Σετσουάν και μυστικά βλέμματα, φάνταζε σαν
ψίθυρος ενός άλλου κόσμου, κρυμμένου πίσω από την αυστηρότητα και τη σοβαρότητα
του οίκου του Λι Γουέν-Τσενγκ. Και στο μυαλό της, η σιωπή της Σιανγκ-Λι και οι
ασαφείς αναφορές στην αθέτηση της υπόσχεσης του πατέρα της προς την Τσενγκ
Γιου-Λι, έπλαθαν έναν αόρατο ιστό ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, μια
προειδοποίηση για τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην πίστη, την αγάπη και την αδικία
μέσα στους μεγάλους οίκους.
«Τί τα ψάχνεις; Οι νέοι
πεθαίνουν, οι γέροι πεθαίνουν. Το σπίτι είναι εκείνο που μένει.»
Η απάντηση της γηραιά
Σιανγκ-Λι δεν ήταν απάντηση. Ήταν τείχος. Και η Τιάν-Μι κατάλαβε ότι σε αυτό το
σπίτι η αλήθεια δεν λεγόταν· φυλασσόταν. Και όσες γυναίκες πέρασαν από εδώ,
επίσημες ή ανεπίσημες, είχαν αφήσει πίσω τους μόνο ίχνη που έσβηναν προσεκτικά.
η βαρυθυμία του Λι Γουέν-Τσενγκ
Η Τιάν-Μι παρατηρούσε τη
μεταμόρφωση του πατέρα της. Είχε γίνει πιο απόμακρος, πιο υπολογιστικός.
Λιγότερο άνθρωπος, περισσότερο άρχοντας.
Η αποχή του από τις
σωματικές απολαύσεις δεν ήταν πια μόνο ζήτημα προσοχής. Ήταν αυτοεπιβολή. Μια
μορφή πειθαρχίας που του θύμιζε ποιος ήταν, στρατιώτης της νέας τάξης, όχι
άνδρας που χαλαρώνει σε τραγούδια και κρασί.
Η Τιαν-Μι είχε γίνει δεκαοκτώ ετών σε μια ηλικία κατά την
οποία, σύμφωνα με τα ήθη της εποχής, πολλές γυναίκες είχαν ήδη παντρευτεί και
αποκτήσει παιδί. Στη Σετσουάν όμως που ακόμη επούλωνε τις πληγές από τις
συγκρούσεις μεταξύ της δυναστείας των Τσινγκ και των πιστών της δυναστείας των
Μινγκ, οι γάμοι συχνά καθυστερούσαν λόγω ανασφάλειας. Μπορεί να ήταν η κόρη
ενός ισχυρού άνδρα, αλλά δεν φαινόταν να δέχεται προτάσεις για προξενειά. Ίσως
λόγω της υψηλής της θέσης, ίσως λόγω ότι την θεωρούσαν κόρη ενός νέου
κυρίαρχου. Περικυκλωνόταν από μια κοινωνική απομόνωση που οφειλόταν από την μία
πλευρά στο σιωπηλό μίσος της κοινότητας και από την άλλη στις προφυλάξεις και
στις περιορισμένες κοινωνικές επαφές του πατέρα της. Έβλεπε τον πατέρα της να κοιμάται λίγο, να
τρώει μηχανικά, να εμπιστεύεται ελάχιστους.
Η Τιάν-Μι προσπαθούσε να
γεμίσει αυτό το κενό, ίσως το κενό της
μητέρας της. Του φρόντιζε τα ρούχα. Του σέρβιρε η ίδια το φαγητό. Του ετοίμαζε
τα βότανα για τον ύπνο. Καθόταν δίπλα του τα βράδια όταν εκείνος μελετούσε αναφορές.
Ακουμπούσε απαλά τον ώμο του όταν τον έβλεπε να βυθίζεται σε σκέψεις. Ήταν
κόρη, νοικοκυρά, φύλακας της οικογενειακής εστίας. Ήταν η μόνη «δική του»
παρουσία σε έναν κόσμο όπου όλοι μπορεί να τον μισούσαν. Μπορεί στην
κομφουκιανή κοινωνία η φροντίδα προς τον πατέρα να ήταν καθήκον τιμητικό, να
ήταν ύψιστη αρετή. Εκείνη όμως το βίωνε ως αποστολή.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ένιωθε τη
στοργή και την αφοσίωσή της. Μπορεί να τον μαλάκωνε, αλλά ταυτόχρονα τον
ανησυχούσε. Εκείνη ήταν η αδυναμία του. Και οι αδυναμίες είναι πάντοτε διφορούμενες, πάντοτε έχουν δύο
όψεις, σαν τα νομίσματα, μία εμπρόσθια αναγνωρίσιμη και μία οπίσθια λιγότερο
εμφανή.
τα
προξενειά για την Τιάν-Μι
Η Τιάν-Μι είχε φτάσει πλέον σε ηλικία γάμου.
Ήταν φυσιολογικό τα προξενιά να λειτουργούσαν ως πολιτικές και οικονομικές
συμμαχίες. Κι όμως, ο Λι Γουέν-Τσενγκ τα απέρριπτε ένα προς ένα.
Η πρώτη πρόταση ήλθε από την
οικογένεια του Μαντσού διοικητή που υπηρετούσε στην περιοχή. Ο γιος του ήταν νεαρός στρατιωτικός,
με προοπτική γρήγορης ανέλιξης. Ήταν μία πολύ καλή πρόταση, από πολιτικής
πλευράς. Με το γάμο θα ενισχυόταν η θέση του Λι Γουέν-Τσενγκ απέναντι σε
αμφισβητίες, θα αποκτούσε πρόσβαση σε ανώτερη προστασία, θα ήταν μία σαφής
δήλωση πίστης προς του Τσινγκ.
Ο Γουέν-Τσενγκ το ζύγισε
καλά. Δεν ήταν εύκολη η απόφαση, και σίγουρα χρειαζόταν διπλωματικό τρόπο η
άρνησή του. Ο Γουέν-Τσενγκ δεν εμπιστευόταν πλήρως τους Μαντσού αξιωματικούς,
μετά η συμμαχία θα τον καθιστούσε εξαρτημένο. Ένας άλλος λόγος ήταν ότι φοβόταν
πως η κόρη του θα αποκοβόταν από την πατρική οικία και θα ζούσε σε ξένο,
εθνοτικά διαφορετικό περιβάλλον. Και το τελευταία και σοβαρότερα, αν άλλαζαν οι
ισορροπίες και αναζωπυρωνόταν η αντίσταση υπέρ των Μίνγκ, τότε η συγγένεια με
Μαντσού θα γινόταν στίγμα.
Η δεύτερη πρόταση έφθασε
από την οικογένεια ενός Χαν λογίου που συνεργαζόταν με τη νέα διοίκηση.
Ζητούσαν τη Τιάν-ΜΙ για τον γιο τους.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ όμως υποψιαζόταν
ότι ο λόγιος επιδίωκε να ελέγξει τα κτήματα μέσω του γάμου, μέσω της προίκας
της Τιάν-Μι. Αυτή ήταν η μόνη κληρονόμος του Γουέν-Τσενγκ. Κάποτε, αργά ή
γρήγορα όλα σε αυτή θα περνούσαν. Ήταν
και κάτι άλλο. Η οικογένεια αυτή είχε παλαιότερα δεσμούς με πιστούς των Νοτίων
Μινγκ στο Γκουιτζόου. Το τελευταίο ίσως ήταν εκείνο που βάρυνε περισσότερο. Αρνήθηκε και αυτή την
πρόταση.
Μία άλλη πρόταση ήταν πρόταση «συμφιλίωσης».
Ερχόταν από οικογένεια που κάποτε κατείχε γη, η οποία τώρα ανήκε στον Λι.
Ήθελαν την Σιαο-Γινγκ για τον εικοσιπεντάχρονο ανιψιό τους.
Ο Γουέν-Τσενγκ φοβήθηκε ότι
θα ήταν ένας τρόπος διείσδυσης στο σπίτι του. Πώς θα μπορούσε να ανεχθεί την
ιδέα ότι η κόρη του θα ζούσε ανάμεσα σε ανθρώπους που τον αποκαλούσαν
«σφετεριστή».
Η επόμενη πρόταση ήλθε από νεαρό αξιωματικό
της φρουράς του. Του ήταν πιστός στρατιώτης, θαρραλέος και έντιμος. Αυτή ήταν μία απόλυτα ασφαλής επιλογή. Ο
υποψήφιος ήταν απόλυτα δοκιμασμένος, απόλυτα
εξαρτημένος από τον ίδιο, και θα διατηρούσε τη Τιάν-Μι κοντά του.
Αλλά τελικά μετά από
σκέψη το απέρριψε. Αν δεχόταν μπορεί να φαινόταν αδύναμος εφόσον είχε ευνοήσει
υφιστάμενό του, δεν ήθελε να δημιουργηθεί φθόνος ή διχασμός μέσα στη φρουρά.
Τον είχε δει όμως με τα μάτια του να διαλέγει κοπέλλες των κατακτημένων
περιοχών και να περνά τις νύχτες του μαζί τους. Κάτι που έκανε βέβαια και ο
ίδιος ο Λι Γουέν-Τσενγκ. Ίσως, αν και
αυτό δεν το ομολογούσε, δεν άντεχε την ιδέα να «δώσει» την κόρη του σε κανέναν.
Οι επίσημες δικαιολογίες
για τον Γουέν-Τσενγκ ήταν κυρίως πολιτικές. Η αλήθεια όμως ίσως ήταν πιο
σύνθετη. Η Τιάν-Μι ήταν η μόνη του οικογένεια, ήταν το μοναδικό πρόσωπο που τον
άγγιζε χωρίς φόβο, ήταν η μοναδική σταθερά σε έναν κόσμο συνωμοσιών. Όταν
αποφάσισε ο Γουέν-Τσενγκ ότι δεν θα ξαναπαντρευόταν δεν το είχε κάνει τότε μόνο
για την κόρη του. Ένας πολεμιστής είναι δύσκολο να έχει οικογένεια, και όσο πιο
μεγάλη και ευτυχισμένη αυτή είναι, τόσο πιο εύκολα μπορεί να γίνει στόχος
εκδίκησης ή εκβιασμού. Ο πολεμιστής δεν πρέπει να έχει πολλές οικογενειακές
σχέσεις. Δεν το είχε υποψιαστεί μέχρι τη
στιγμή που πέθανε η σύζυγός του, πέθανε, χάθηκε, έφυγε το ίδιο ήταν, αφού μέχρι
τώρα δεν είχε δώσει σημεία ζωής, η Μέι-Λαν. Όταν κόπηκαν αυτά τα δεσμά
σταμάτησε να φοβάται, σταμάτησε να σκέπτεται πίσω το σπίτι του, να αγωνιά. Είχε
απλά βάλει έμπιστους φρουρούς δίπλα στη Τιάν-Μι. Υπήρχε κι ένας υπολογισμός
ψυχρός. Αν τον δολοφονούσαν, ένας γάμος θα καθόριζε ποιος θα κληρονομήσει τη γη
και την εξουσία του. Όσο η Τιάν-Μι παρέμενε ανύπαντρη, όλα παρέμεναν υπό τον έλεγχό του.
Έτσι, κάθε προξενιό το
απέρριπτε με ευγενικές φράσεις: «Η κόρη μου είναι ακόμη νεαρή», «Οι καιροί δεν
είναι σταθεροί», «Θα περιμένουμε καλύτερες μέρες».
το
μυστήριο πίσω από το λουτρό
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε
φύγει νωρίς το πρωί. Ήξερε ότι οι υπηρέτριες και η κόρη του, η Λι Σου-Γιαν, θα
πήγαιναν μια μικρή βόλτα στην αγορά, με σκοπό να αγοράσουν νέα υφάσματα και να
παραστούν σε μια μικρή γιορτή των Φωτιών για την καταπολέμηση του Κακού. Αν και
η Τιάν-Μι δεν έδειχνε ενθουσιασμένη με την εκδήλωση, έπρεπε να συνοδεύσει τις
άλλες γυναίκες για να διατηρηθεί η εικόνα της οικογένειας.
Η κεντρική πλατεία του
χωριού ήταν γεμάτη με μικρές φωτιές, λυχναράκια και λαμπάδες, που δημιουργούσαν
μια ατμόσφαιρα γεμάτη μυρωδιές από καπνό, καμένα ξύλα και αρωματικά βότανα.
Μικροί πάγκοι και υπαίθριοι έμποροι είχαν στήσει τις αγορές τους, που προσέφεραν υφάσματα, βότανα, μικρές μαρμάρινες φιγούρες και
θρησκευτικά αντικείμενα για ευημερία, καθώς και μυρωδικά που διασκορπίζονταν στον αέρα μαζί με τον καπνό των
πυρκαγιών.
Ο καπνός από τις φωτιές
και οι καυτές μυρωδιές των αρωμάτων έκαναν την ατμόσφαιρα βαριά και δυσάρεστη
για την Τιάν-Μι. Η κεντρική πλατεία έβραζε από ζωή. Οι φωτιές είχαν ήδη ανάψει
για την απομάκρυνση του Κακού. Φλόγες υψώνονταν σαν γλώσσες που έγλειφαν τον ουρανό,
ενώ τύμπανα αντηχούσαν ακανόνιστα, πότε γρήγορα, πότε βαριά, σαν καρδιά που
χτυπά σε πυρετό. Ο καπνός από τα ξύλα και τα λιβάνια έκαιγε τα μάτια και γέμιζε
τον αέρα με μια πικρή, ασφυκτική μυρωδιά. Το μεταξωτό της φόρεμα είχε λερωθεί από
το χώμα και τη στάχτη που ήδη αιωρούνταν παντού. Μόλις πριν λίγους μήνες στο
Τσεγκντού, στη σχολή της, αυτά δεν θα μπορούσαν να συμβούν. Εκεί, η σιωπή ήταν
αρετή. Η διακριτική παρουσία, κανόνας. Τα βήματα έπρεπε να είναι ελαφρά, οι
φωνές χαμηλές, τα βλέμματα συγκρατημένα. Εδώ τίποτα δεν ήταν συγκρατημένο.
Ένα αγόρι πέρασε
τρέχοντας μπροστά της, γελώντας δυνατά, και την έσπρωξε χωρίς να την κοιτάξει.
Η Τιάν-Μι ένιωσε το σώμα της να τραντάζεται. Κανείς δεν θα τολμούσε να την
αγγίξει έτσι στους διαδρόμους της σχολής. Εδώ, ήταν απλώς ένα ακόμη σώμα μέσα
στη μάζα.
Δύο γυναίκες με κόκκινα
μαντίλια παραμέρισαν απότομα για να πλησιάσουν τη φωτιά και την έσπρωξαν με
τους αγκώνες τους. Δεν την αναγνώρισαν ή δεν τους ένοιαζε. Η μυρωδιά ιδρώτα και
σκόρδου την τύλιξε. Μια τρίτη γυναίκα την κοίταξε από πάνω ως κάτω, με βλέμμα
που έσταζε περιέργεια και κάτι σαν ειρωνεία για το λεπτό της φόρεμα.
Τα τύμπανα δυνάμωσαν.
Ένας άντρας, μεθυσμένος από ρυζόκρασο, φώναζε πως είδε σκιά να περνά μέσα από
τις φλόγες. Γελούσε, μα το γέλιο του είχε κάτι απειλητικό. Κρατούσε έναν δαυλό
και τον κουνούσε επικίνδυνα κοντά στο πλήθος. Η Τιάν-Μι ένιωσε την καρδιά της
να σφίγγεται. Δεν ήταν μόνο η φωτιά που μπορούσε να κάψει· ήταν και οι
άνθρωποι.
Παιδιά έτρεχαν γύρω από
τις φλόγες, σπρώχνοντας το ένα το άλλο. Ένα μικρό κορίτσι έπεσε και άρχισε να
κλαίει, μα το πλήθος συνέχισε να κινείται σαν κύμα, προσπερνώντας δίπλα του. Κανείς
δεν σταμάτησε αμέσως. Η Τιάν-Μι έκανε ένα βήμα μπροστά από ένστικτο να βοηθήσει
το παιδί, μα το χέρι μιας υπηρέτριάς της την συγκράτησε διακριτικά. «Μη»,
ψιθύρισε. Η θέση της δεν ήταν να σκύβει στη σκόνη.
Ένιωσε για πρώτη φορά το
βάρος αυτής της θέσης. Ένας ηλικιωμένος χωρικός άρχισε να φωνάζει κατά των
κακών πνευμάτων, χτυπώντας μεταλλικά κύμβαλα τόσο δυνατά που ο ήχος της τρύπησε
τα αυτιά. Η Τιάν-Μι έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια της. Στη σχολή, ο ήχος του
νερού στην εσωτερική αυλή ήταν το πιο δυνατό πράγμα που ακουγόταν τα βράδια. Κάποιος
πάτησε την άκρη του φορέματός της. Το μετάξι τράβηξε απότομα και ένιωσε τον
πανικό να ανεβαίνει στο λαιμό της όχι για το ύφασμα, αλλά για την έκθεση. Για
το πόσο εύθραυστη ήταν μέσα σε τόσα σώματα που δεν γνώριζαν από κανόνες, από
αποστάσεις, από ιεραρχίες.
Κι όμως, μέσα στον φόβο
της, γεννήθηκε και μια άλλη σκέψη. Αυτοί οι άνθρωποι ζούσαν πάντα έτσι μέσα στη
βουή, στην εγγύτητα, στη σύγκρουση. Η προστατευμένη της ζωή, πίσω από τοίχους
και κανόνες, την είχε φυλάξει από τη σκόνη, από την ωμή ένταση της μάζας. Από
τη βία που δεν είναι πάντα μαχαίρι ή αίμα, αλλά ώμος που σπρώχνει, φωνή που
πνίγει, πλήθος που δεν βλέπει πρόσωπα. Για πρώτη φορά κατάλαβε πως η σιωπή που
θεωρούσε φυσική ήταν προνόμιο.
Μια σπίθα έπεσε κοντά στα
πόδια της και έσβησε στο χώμα. Η Τιάν-Μι κοίταξε τη φωτιά. Οι χωρικοί πίστευαν
πως οι φλόγες θα έδιωχναν το Κακό. Εκείνη αναρωτήθηκε σιωπηλά αν το Κακό
κρυβόταν στα πνεύματα ή στην ίδια την ορμή των ανθρώπων, όταν γίνονται πλήθος. Όλα
αυτά την έκαναν να αισθάνεται έντονη την ανάγκη να αποτραβηχτεί, να βρει λίγη
ησυχία και καθαρό αέρα, να καθαρίσει το
σώμα της από τις οσμές της
γιορτής, από τον καπνό, από τα αρώματα που τις είχαν κολλήσει στα ρούχα,
τα μαλλιά και το δέρμα της.
Η Λι Σου-Γιαν, λοιπόν,
επέστρεψε στο αρχοντικό νωρίτερα, συνοδευόμενη από μία υπηρέτρια, ενώ οι
υπόλοιπες παρέμειναν πίσω. Εντός του αρχοντικού, κατευθύνθηκε προς το λουτρό,
εκεί όπου τα ζεστά νερά και η ησυχία θα την ανακούφιζαν από την ένταση που την
κυρίευε.
Στην ηρεμία του λουτρού,
με τα μαλλιά της λυμένα και τα νερά να ξεπλένουν τους ήχους του πλήθους και τις
μυρωδιές του, η Λι Σου-Γιαν
ένιωσε το σώμα της να αναπνέει ξανά. Η γιορτή του Λο Τζιανγκ, με όλες τις
φωτιές και τις αγορές της, είχε διαταράξει τον κόσμο της, κάνοντάς την να
συνειδητοποιήσει ότι όσο και να ήθελε να παραμείνει κομμάτι της κοινωνίας,
υπήρχαν στιγμές που η απόσταση από την ένταση του κόσμου ήταν αναγκαία.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
επέστρεφε από την επίσκεψή του στο σπίτι του Χουά Τσιν, ενός στρατιώτη του που
είχε τραυματιστεί βαρύτατα σε μια πρόσφατη μάχη νωρίς το μεσημέρι. Ο Χουά είχε
χάσει το πόδι του, και η ανάκαμψή του φαινόταν αβέβαιη, καθώς οι γιατροί είχαν
προβλέψει ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να επιστρέψει στη στρατιωτική υπηρεσία. Το φτωχικό
σπίτι του Χουά Τσιν, ένα μικρό καλύβι στην άκρη της πόλης, μόλις και
μετά βίας μπορούσε να το διακρίνει κάποιος από το δρόμο. Όταν μπήκε μέσα στο
σπίτι ο Λι Γουέν-Τσενγκ, βρήκε τη γυναίκα του Χουά, την Χουά Ζι-Γκιάο, να
κάθεται δίπλα στον άντρα της, να του κρατάει το χέρι καθώς κοιμόταν. Το πρόσωπό
της ήταν κουρασμένο, γεμάτο ένταση από την φροντίδα του τραυματισμένου συζύγου
της. Η γυναίκα του στρατιώτη σηκώθηκε αμέσως όταν είδε τον Λι Γουέν-Τσενγκ, και
με μια υπόκλιση σεβασμού τον χαιρέτισε.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ της
έδωσε ένα πουγγί γεμάτο νομίσματα,
το οποίο εκείνη το πήρε με δισταγμό. Ήξερε ότι δεν ήταν πολλά, αλλά για μια
οικογένεια σαν τη δική της, αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να τους κρατήσουν για
λίγο καιρό.
"Αυτό θα σας
βοηθήσει" είπε ο Λι Γουέν-Τσενγκ με έναν ελαφρύ τόνο στη φωνή του.
"Όταν ο Χουά ανάρρωσει, μπορεί να εργαστεί ως φύλακας στα κτήματά μου. Και αν χρειαστείτε βοήθεια και για κάτι
άλλο, μην διστάσετε να με ενημερώσετε."
Η γυναίκα του Χουά
ευχαρίστησε με ταπεινότητα, τα μάτια της γεμάτα συγκίνηση και αναγνώριση για τη
βοήθεια που τους παρείχε.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ γύρισε
προς τον Χουά Τσιν, ο οποίος μόλις ξύπνησε από τη ναρκωτική του κατάσταση. Όταν
το βλέμμα του στρατιώτη συνάντησε το βλέμμα του, οι δύο άντρες αντάλλαξαν μια
σιωπηλή κατανόηση, μια συνεννόηση που δεν χρειαζόταν λόγια.
"Θα πρέπει να γίνεις γρήγορα καλά, Χουά," του είπε
ο Λι Γουέν-Τσενγκ με ήρεμο, αλλά αυστηρό τόνο. Αλλά ο Χουά ήξερε ότι ο Λι
Γουέν-Τσενγκ, παρόλο που του έδινε αυτή την αυστηρή εντολή, τον βοήθησε με
τρόπο που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Του έδωσε μια δεύτερη
ευκαιρία να αναστηθεί, να ανακάμψει και να αποδείξει την αξία του, ακόμη κι αν
αυτή η δεύτερη ευκαιρία ήταν περιορισμένη.
"Θα τα καταφέρω,
κύριε," είπε ο Χουά με δυνατή φωνή, παρά τον πόνο του. "Δεν θα σας
απογοητεύσω."
Ο Λι Γκουέν-Τενγκ
στεκόταν στο κατώφλι, έτοιμος να φύγει. Η Χουά Ζι-Γκιάο που τον ξεπροβόδισε
στην πόρτα, κοίταξε πρώτα δεξιά κι έπειτα αριστερά, σαν να φοβόταν μήπως και οι
τοίχοι είχαν αυτιά.
«Προσέξτε, άρχοντα», του
είπε χαμηλόφωνα. «Κάποιοι εδώ προσπαθούν να μικρύνουν τα χωράφια σας.»
Εκείνος ανασήκωσε ελαφρά
το φρύδι, μα δεν μίλησε. Η γυναίκα συνέχισε, ακόμη πιο σιγά.
«Το κάνουν σιωπηλά εδώ
και λίγο καιρό. Έρχονται τη νύχτα. Μετακινούν τις πέτρες. Σαν φαντάσματα.»
Ο άνεμος φύσηξε ανάμεσα
στα καλάμια.
«Τις πέτρες των ορίων;» τη ρώτησε εκείνος.
Η Χουά Ζι-Γκιάο έγνεψε καταφατικά.
«Κάθε φορά λίγο. Μια παλάμη γης. Ένα βήμα. Κανείς δεν το προσέχει στην αρχή. Το
χώμα δεν φωνάζει όταν το κλέβουν.»
«Ποιοι;» είπε ο Λι
Γκουέν-Τενγκ.
Εκείνη χαμήλωσε το
βλέμμα. «Δεν έχω ονόματα. Μόνο μάτια που είδαν σκιές να κινούνται εκεί όπου δεν
έπρεπε. Και ανθρώπους που αποφεύγουν να κοιτάξουν προς τα κτήματά σας όταν
περνούν.»
Η σιωπή ανάμεσά τους ήταν
βαριά, γεμάτη από όσα δεν λέγονταν. Στον τόπο αυτόν, τα σύνορα δεν ήταν μόνο
πέτρες· ήταν τιμή, ισχύς, επιβίωση.
Ο Λι Γκουέν-Τενγκ κοίταξε πέρα από το σπίτι, προς τα σκοτεινά
χωράφια. Τη μέρα απλώνονταν ήρεμα, τακτοποιημένα, σαν να ανήκαν για πάντα στην
οικογένειά του. Μα η νύχτα, η νύχτα ανήκε σε όσους τολμούσαν να κινούν τις
πέτρες.
«Καλά έκανες και μίλησες», είπε τελικά.
Η Χουά Ζι-Γκιάο έσκυψε
ελαφρά. «Δεν θέλω τα παιδιά μου να μεγαλώσουν σε τόπο όπου η γη αλλάζει χέρια
χωρίς φωνή.»
Εκείνος κατέβηκε το μικρό
σκαλί. Για πρώτη φορά δεν ένιωθε πως απειλείται από σπαθί ή εξέγερση, αλλά από
κάτι πιο ύπουλο, από το αργό, επίμονο σύρσιμο μιας πέτρας μέσα στη νύχτα.
Η επιστροφή του Λι Γουέν-Τσενγκ στο σπίτι ήταν
κάπως βιαστική. Έπρεπε να ελέγξει τους τίτλους και τα σύνορα των χωραφιών του,
και μετά να περιφερθεί στα κτήματά του και να κάνει μια συνολική επιθεώρηση.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, διέθετε
πλέον εκτεταμένες ιδιοκτησίες
και εμπορικές σχέσεις που μπορούσαν να αποφέρουν κέρδη, αλλά και να οδηγήσουν σε παγίδες και κινδύνους αν δεν διαχειριζόταν προσεκτικά τις επιρροές
και τις συμμαχίες τους. Ο Λι, λοιπόν, έπρεπε να κρύψει και να προστατεύσει στοιχεία της οικογενειακής του
ευημερίας, που αν αποκαλύπτονταν ή έπεφταν στα λάθος χέρια, θα μπορούσαν να
καταστρέψουν τη θέση του.
Γι' αυτό, είχε αποφασίσει
να κρύψει τα πιο σημαντικά οικονομικά
έγγραφα και κείμενα δύναμης
στον γυναικωνίτη της οικογένειας. Αν και ο γυναικωνίτης θεωρείτο αυστηρά χώρος
για τις γυναίκες της οικογένειας, είχε τον απαραίτητο χαρακτήρα της απομόνωσης και της ασφαλούς απόκρυψης για πράγματα που
δεν έπρεπε να δουν τα αδιάκριτα μάτια.
Η απόφαση του Λι να τα
κρύψει στον γυναικωνίτη δεν ήταν τυχαία. Εκεί, η οικογένεια μπορούσε να ελέγξει
ποιος είχε πρόσβαση, και ακόμη περισσότερο, ήταν ένα ασφαλές καταφύγιο για όλα όσα δεν έπρεπε να κυκλοφορήσουν πέρα από
τα όρια της οικογένειας. Κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι οι πιο πολύτιμοι θησαυροί και τα πιο επικίνδυνα μυστικά του Λι Γουέν-Τσενγκ
κρύβονται πίσω από τις κλειστές πόρτες του γυναικωνίτη, προστατευμένα από τις
σκιές της καθημερινότητας.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν
ήταν άνθρωπος που φοβόταν εύκολα. Είχε ζήσει ανατροπές, είχε δει εξουσίες να
αλλάζουν και στρατούς να περνούν από την επαρχία Σετσουάν σαν θύελλες. Η
απόφαση είχε έρθει αργότερα.
Όταν, στις περιοχές των
εκκαθαρίσεων, ένας υποστηρικτής των αντιπάλων του γονάτισε μπροστά του και του
παρέδωσε θησαυρό για να εξασφαλίσει τη διαφυγή προς τους Νότιοι Μινγκ, ο Λι
Γουέν-Τσενγκ κατάλαβε κάτι βαθύτερο. Ο πλούτος που αλλάζει χέρια μέσα στον φόβο
δεν αφήνει ίχνη μόνο στη συνείδηση, αφήνει ίχνη και στα αρχεία. Τα κιβώτια με
το ασήμι και τα κοσμήματα έφτασαν νύχτα. Κανείς δεν έπρεπε να γνωρίζει. Εκείνο
το βράδυ περπάτησε μόνος στους διαδρόμους της οικίας του. Στάθηκε μπροστά στην
αίθουσα των προγόνων και κοίταξε τα ξύλινα πάνελ στους τοίχους. Η οικία του
ήταν παλιά· ήξερε τα κρυφά της σημεία. Χώροι πίσω από ψεύτικες επενδύσεις,
κόγχες πίσω από βωμούς, δάπεδα που σήκωναν αν αφαιρούσες το σωστό καρφί. Τότε
αποφάσισε.
Τα συμβόλαια των
κτημάτων, οι τίτλοι ιδιοκτησίας, οι συμφωνίες με εμπόρους και στρατιωτικούς,
καθώς και τα ρευστά του στοιχεία, δεν θα έμεναν πλέον σε ένα μόνο κιβώτιο. Θα
διασκορπίζονταν. Θα κρύβονταν σε μυστικά δωμάτια και θυρίδες που μόνο εκείνος
και ένας πιστός γραφέας θα γνώριζαν.
Όχι επειδή φοβόταν τους
εχθρούς του. Αλλά επειδή κατάλαβε ότι η εποχή είχε αλλάξει.
Όποιος είχε επιβιώσει από εκκαθαρίσεις και εξαγορές πίστης, δεν κινδύνευε μόνο
από σπαθί, κινδύνευε από έλεγχο, από
καταγραφή, από την ίδια τη μνήμη του κράτους. Ο θησαυρός εκείνος δεν ήταν απλώς
πλούτος. Ήταν απόδειξη. Και οι αποδείξεις, σε καιρούς ανατροπής, έπρεπε να
κρύβονται καλύτερα από τα όπλα.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ήξερε
πολύ καλά ότι αυτά τα οικονομικά αρχεία,
τα οποία περιλάμβαναν συμφωνίες,
συναλλαγές γης και κτημάτων,
καθώς και πολύτιμα οικογενειακά
κειμήλια, ήταν εξαιρετικά κρίσιμα για την οικογενειακή του επιβίωση και τη συγκέντρωση εξουσίας. Η γνώση τους θα μπορούσε να οδηγήσει σε
καταστροφή, καθώς οι εχθροί του θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα αρχεία αυτά για
να αμφισβητήσουν την εξουσία του, ή ακόμα και να εκβιάσουν την οικογένειά του
για οικονομική ή πολιτική αποδοχή.
Ειδικότερα, υπήρχαν δύο κλειδιά που ήταν απαραίτητα για το άνοιγμα
αυτών των θυρίδων ή κρυφών δωματίων. Το πρώτο κλειδί ήταν για ένα κρυφό δωμάτιο
στον γυναικωνίτη, στο οποίο υπήρχαν χρυσά
νομίσματα και περιουσιακά
στοιχεία από την κρυφή του συμφωνία με τον αντίπαλο που άφησε να πάει προς
το Νότο. Αυτό το δωμάτιο το είχε κατασκευάσει μαζί με την επέκταση του σπιτιού
του πριν από τον γάμο του με την Μέϊ-Λαν. Το δεύτερο κλειδί άνοιγε μια ιδιωτική θυρίδα, όπου φυλάσσονταν κοσμήματα και μικροαντικείμενα αξίας που ήταν διαφυλαγμένα ως κληρονομιά από την
πλευρά της μητέρας του.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ εισήλθε
με ένα γρήγορο χαιρετισμό στον φρουρό της κεντρικής πύλης. Στο σπίτι
επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Οι γυναίκες βρίσκονταν στη γιορτή της πλατείας.
Γρήγορα βάδισε για τον γυναικωνίτη για να βρει τα κλειδιά της θυρίδας που
φυλάσσονταν τα έγγραφα με τα συμβόλαια. Ίσως και πάνω στις σκέψεις του να μην
είχε δώσει σημασία σε λεπταίσθητους ήχους. Κατά την είσοδό του, βρέθηκε μπροστά
σε κάτι απρόσμενο. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Η Λι Σου-Γιαν είχε μόλις τελειώσει
το λουτρό, και τα μαλλιά της έσταζαν νερό, σκόρπιοι υδρατμοί αναδύονταν από το
σώμα της. Το ένδυμά της ήταν το ελαφρύ, άνετο ύφασμα του λουτρού, που άφηνε
ανοιχτούς τους ώμους και το λαιμό της. Το δωμάτιο της αυλής είχε ακόμη ατμό από
το ζεστό νερό. Η λεκάνη του λουτρού στεκόταν πίσω από το παραβάν. Τα μαλλιά
της, βαριά και βρεγμένα, έπεφταν λυμένα στην πλάτη της. Το ένδυμά της ήταν
χαλαρά δεμένο, πρόχειρα ριγμένο στους ώμους, όπως συνηθιζόταν μέσα στον
γυναικωνίτη.
Η εικόνα τον βρήκε
απροετοίμαστο. Εκείνη γύρισε απότομα. Για μια στιγμή τα βλέμματά τους
συναντήθηκαν. Έπρεπε να αποστρέψει τα μάτια του αμέσως, έτσι όριζε η τάξη, έτσι
όριζε η ευπρέπεια. Μα το βλέμμα του δεν έφυγε.
Στάθηκε στην πόρτα μισό
βήμα περισσότερο απ’ όσο «έπρεπε». Η ματιά του κατέβηκε από το πρόσωπό της προς
τα βρεγμένα μαλλιά που κολλούσαν στους ώμους της· γλίστρησε χαμηλότερα, όχι με βία, αλλά με μια βραδύτητα
που πρόδιδε σκέψη. Και δεν έφυγε αμέσως.
Η κόρη του το ένιωσε πριν
το καταλάβει. Κάτι στη σιωπή του δωματίου βάρυνε. Το βλέμμα δεν στάθηκε στο
πρόσωπό της, δεν έμεινε στην πατρική επιβεβαίωση. Μμετακινήθηκε και παρέμεινε.
Χωρίς να μιλήσει, σήκωσε
τα χέρια της και τράβηξε το ένδυμα πιο ψηλά, σκεπάζοντας τους ώμους της. Η
κίνηση ήταν αθόρυβη, σχεδόν αδιόρατη· όμως μέσα της κάτι είχε ήδη αλλάξει. Δεν
ήταν πια απλώς αιφνιδιασμός. Η παύση, εκείνο το μισό δευτερόλεπτο παραπάνω, είχε
ήδη χαραχτεί στη μνήμη της. Μια σιωπή κατέκλυσε το δωμάτιο.
Εκείνος έκανε ένα βήμα
πίσω, σαν να συνειδητοποίησε ξαφνικά το λάθος του και, με ψυχραιμία της είπε:
«Ήταν καλή η γιορτή στην πλατεία;»
Η Τιάν-Μι, παρόλο που
είχε συνειδητοποιήσει την ένταση του βλέμματός του, απάντησε ήρεμα,
προσπαθώντας να κρύψει την αναστάτωσή της:
«Ναι, πατέρα.»
Η συνομιλία τους έμεινε
στην τυπική ευγένεια, αλλά η αμηχανία είχε ήδη χαραχτεί στην ατμόσφαιρα, βαριά
και αθέατη, όπως η ομίχλη του λουτρού που σιγά σιγά εξαφανιζόταν.Η πόρτα
έκλεισε. Μα η αμηχανία έμεινε στο δωμάτιο, βαριά σαν υγρασία που δεν διαλύεται.
η
προξενική πρόταση για τον Λι Γουέν-Τσενγκ
Στο χωριό Λο Τζιανγκ,
στην επαρχία του νότου, ο χειμώνας είχε αρχίσει να βαραίνει τα κεραμίδια του
αρχοντικού των Λι. Ο πολέμαρχος Λι Γουέν-Τσενγκ στεκόταν στην εσωτερική αυλή,
κοιτάζοντας τις γυμνές ροδιές. Το σπίτι είχε γίνει πιο σιωπηλό, κι ας υπήρχαν
υπηρέτες και η κόρη του, η Τιάν-Μι. Σε
λίγο καιρό όταν εκείνη θα παντρευόταν το σπίτι του θα έμενε μόνο.
Οι σχέσεις του με τις
παλλακίδες, όπως με τη Σιάο-Γινγκ, είχαν αποδειχθεί κενές. Όμορφη, υπάκουη,
αλλά χωρίς τη δύναμη να σταθεί δίπλα του ως ισότιμη. Κι έπειτα υπήρξε η
απόπειρα της Λαν Χουά, μια προδοσία που λίγο έλειψε να τον κοστίσει τη ζωή. Από
τότε, δεν εμπιστευόταν εύκολα.
Εκείνο το απόγευμα, η
αδελφή του, η Λι Σου-Γιάν, μπήκε στο γραφείο του χωρίς τυπικότητες. Ήταν η μόνη
που τολμούσε.
«Αδελφέ», είπε ήρεμα, «όταν η Τιάν-Μι φύγει, ποιος θα κάθεται σε
αυτό το τραπέζι απέναντί σου; Οι παλλακίδες; Οι στρατιώτες; Το κρασί;»
Εκείνος δεν απάντησε.
«Έχω τρεις γιους», συνέχισε. «Και μετά από αυτούς, εσύ είσαι ό,τι
πολυτιμότερο έχω. Δεν μπορώ να σε βλέπω να σβήνεις μέσα στη σιωπή. Και δεν
μπορώ να αφήσω τη γενιά των Λι χωρίς διάδοχο. Χωρίς αγόρι.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ έσφιξε
τα δάχτυλα πίσω από την πλάτη του. Η τιμή, το αίμα, η συνέχεια του ονόματος
ήταν πράγματα που ένας πολέμαρχος καταλάβαινε καλύτερα από τον καθένα.
«Και ποια προτείνεις;» ρώτησε τελικά.
Η Λι Σου-Γιάν είχε ήδη
απάντηση. Μια χήρα από καλή οικογένεια, μορφωμένη, χωρίς παιδιά, χωρίς σκιές
στο παρελθόν της. Μια γυναίκα που θα μπορούσε να σταθεί δίπλα του, όχι πίσω
του.
«Δεν σου μιλώ για έρωτα», είπε σταθερά. «Σου μιλώ για ισορροπία.
Για σπίτι. Για γιο.»
Στην αυλή ακούστηκε ο
αέρας να περνά μέσα από τα μπαμπού. Ο Λι γνώριζε πως δεν μπορούσε να συνεχίσει
να ζει μόνο με τη δύναμη του σπαθιού του. Ο χρόνος δεν χαρίζεται ούτε στους
πολέμαρχους. Και για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δεν απέρριψε αμέσως την ιδέα
του γάμου.
Η Τιάν-Μι, κρυμμένη πίσω
από την κουρτίνα, άκουγε με καρδιά γεμάτη αγωνία τις λέξεις που έπαιρναν μορφή
μέσα στον αέρα του δωματίου. Η φωνή της Λι
Σου-Γιάν ήταν ήρεμη, αλλά γεμάτη αποφασιστικότητα.
«Ο έρωτας δεν αρκεί, αδελφέ», συνέχισε εκείνη, αναστενάζοντας
ελαφρά. «Τα πυροτεχνήματα δεν μπορούν να σβήσουν το σκοτάδι, αν δεν πετύχουν
τον στόχο τους. Σαν τον ουρανό χωρίς αστέρια, σαν τη γη χωρίς καρπό. Αν δεν
αφήσεις απόγονο, αν δεν συνεχίσει το όνομά μας, η ζωή σου θα είναι σαν κενή
ηχώ».
Η Τιάν-Μι ένιωσε τα λόγια να την πληγώνουν
σαν βέλη. Η θεία της η Λι Σου-Γιάν μιλούσε με σκληρότητα, μια αλήθεια αδυσώπητη
που έμοιαζε να μιλάει για την απώλεια, για την εξαφάνιση της οικογένειας, για
την αμετάκλητη αλήθεια του χρόνου που δεν περίμενε κανέναν.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, όμως, δεν φαινόταν να
την ακούει τόσο στεναχωρημένος όσο η Τιάν-Μι. Στην πραγματικότητα, η σκέψη του
γύρισε σε κάτι άλλο, σε μια άλλη πρόταση που είχε κάνει και εκείνος πολλές
φορές στον εαυτό του.
«Έχω απόγονο», είπε, σχεδόν με θυμό, σαν να αμφισβητούσε την ίδια
του την αδελφή. «Η Τιάν-Μι είναι ο γιος μου, το αίμα μου.»
Η Λι Σου-Γιάν όμως, δεν είχε καμία
αμφιβολία στην αυστηρότητά της: «Αν είναι σίγουρα δικός σου, και όχι του Ξιάο-Γου, του εξαφέλφου της. Δεν μπορείς να αφήσεις το μέλλον της γενιάς μας στα χέρια αυτών
που δεν ανήκουν ολοκληρωτικά σε εσένα. Μην λες λόγια, αδελφέ μου. Η αλήθεια
είναι αυτή που φαίνεται, όχι αυτή που πιστεύεις ότι είναι.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
ανασηκώθηκε από την καρέκλα του. Κοίταξε την αδελφή του με τα μάτια
μισόκλειστα. Αμφιβολίες και θυμός μπλέκονταν στο μυαλό του. Ήξερε, όμως, ότι η αλήθεια που του έλεγε η Λι Σου-Γιάν ήταν απόλυτη. Χωρίς
απογόνους, το όνομα Λι δεν θα υπήρχε.
Η Τιάν-Μι
ένιωθε το αίμα της να παγώνει και την καρδιά της να χτυπά πιο γρήγορα όσο
άκουγε τις κουβέντες της Λι Σου-Γιάν
να ξετυλίγονται. Η φωνή της αδελφής του πατέρα της είχε έναν τόνο που δεν άφηνε
περιθώρια για ελπίδα, για αμφιβολία. Κάθε λέξη, κάθε σκέψη που διαπερνούσε τον
αέρα του δωματίου, ένιωθε σαν να την πιέζει, σαν να την καταπίνει.
Το στόμα της ήταν στεγνό.
Ανάμεσα στις σκιές της κουρτίνας, τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα,
παρακολουθώντας την κάθε κίνηση. Η Λι
Σου-Γιάν συνέχιζε να μιλά με τον ίδιο ψυχρό τόνο, σαν να εξηγούσε κάτι
αυτονόητο, κάτι που δεν χρειαζόταν συζήτηση. Η αναφορά στη μητέρα της, στη
μοίρα της γυναίκας που είχε φύγει, την έστρεψε ξανά πίσω στον χρόνο.
“Δεν ξέρουμε αν εκείνη
πέθανε ή έφυγε μαζί του στα βουνά,” είπε η αδελφή του στον Λι Γουέν-Τσενγκ με
αδιαφορία. “Κάποιοι είπαν ότι την είδαν στις καλύβες των ρητινοσυλλεκτών.
Άλλοι, ότι πέθανε και εκείνος γύριζε μόνος του. Η αλήθεια δεν θα αποδειχθεί
ποτέ. Αλλά, εσύ πρέπει να συνεχίσεις, αδελφέ. Σε λίγο θα μείνεις μόνος και θα
κυνηγάς τις ευκαιρίες.”
Οι λέξεις αυτές μπήκαν
σαν καρφιά στο μυαλό της Τιάν-Μι. Η μητέρα της είχε φύγει για πάντα, μα η
αδελφή του πατέρα της μιλούσε για αυτήν σαν να ήταν απλώς ένα φάντασμα, κάτι
που έπρεπε να ξεχαστεί. Αλλά το πρόσωπο της μητέρας της ήταν ακόμα ζωντανό στη
σκέψη της, και εκείνη, με τα λυπημένα μάτια, ήξερε ότι οι ιστορίες που λέγονταν
για την εξαφάνιση της ήταν γεμάτες κενά, μυστήρια, και παγίδες.
Αυτό που είπε η Λι
Σου-Γιάν, όμως, την πάγωσε ακόμη περισσότερο. «Εκτός αν έχεις κάνει παιδιά με
τις κοπέλες στις περιοχές που κάνετε εκκαθαρίσεις. Αλλά αν είχες, κάποιο από
αυτά δεν θα ερχόταν; Δεν θα το έστελνε η μάνα του να σε βρει;»
Η Τιάν-Μι ένιωσε μια ελαφριά αναγούλα στο στομάχι της. Η σκέψη ότι ο
πατέρας της είχε σχέσεις με τις γυναίκες στις περιοχές εκκαθαρίσεων, είχε
αφήσει απόγονους που δεν τολμούσαν να έρθουν για να τον βρουν, την έκανε να
αισθάνεται ξένη, να αμφισβητεί την ίδια της την ύπαρξη. Ήταν σαν να μιλούσαν
για έναν άντρα, μια φιγούρα στον πόλεμο, χωρίς συναίσθημα, χωρίς οικογένεια,
χωρίς δεσμούς.
Η Λι Σου-Γιάν
συνέχιζε ατάραχη: «Ούτε με τη Σιάο-Γινγκ έκανες παιδί. Την είχες μαζέψει μέσα
σε αυτό το σπίτι τόσο καιρό και εκείνη δεν σου έδωσε αυτό που στο βάθος
επιζητούσες. Για αυτό την έδιωξες. Πόσες φορές δεν είχε προσπαθήσει να μου
μιλήσει, και εγώ την είχα αποφύγει. Αν μία σε αγάπησε πραγματικά, αυτή θα
πρέπει να ήταν. Και τώρα, άντε να την βρεις.»
«Μετά ήθελες εκείνη την
συντόπιτισσά της από το Λιου-Τζιαο, τη Λουο Τζινγκ»,
είπε η Λι Σου-Γιάν, «όλα
μαθαίνονται αδελφέ... Οι στρατιώτες βλέπουν, οι έμποροι σχολιάζουν, οι κοπέλλες
κάνουν όνειρα και τα εξομολογούνται στις φίλες τους και στις γυρολόγες που
διαβάζουν τα άστρα και λένε την τύχη». Η φωνή της γεμάτη αδιαφορία και
αυστηρότητα συνέχισε «Και την άφησες εκεί να περιμένει. Ήθελες να τις έχεις και
τις δύο. Ευτυχώς που εκείνη ήταν πιο έξυπνη και βρήκε τον αξιωματικό της και
σώθηκες. Εκείνη θα σε τύλιγε με τις χάρες της και μαζί σου και εμάς.»
Η Λι Σου-Γιάν συνέχισε, αυτή τη φορά με πιο μεγαλύτερη σιγουριά: «Αν
δεν θέλεις μια ώριμη γυναίκα που μπορεί να κάνει ακόμη παιδιά, μπορώ να σου βρω
νέες κοπέλλες κοντά στην ηλικία της κόρης σου. Είναι πολλές που σε θαυμάζουν,
έτσι τουλάχιστον αφήνουν να εννοηθεί, και αυτές και οι μητέρες τους. Τόσες
κυρίες της τάξης μας έχουν πει: 'Μακάρι να εύρισκε η κόρη μας έναν άντρα τόσο
γενναίο και σπουδαίο όσο τον Λι Γουέν-Τσενγκ.'
Άλλες είναι στην ηλικία της κόρης σου, άλλες λίγο μεγαλύτερες από αυτήν.
Εξαρτάται αν δεν σε φοβίζουν τα σχόλια. Αν θέλεις, μπορώ να απευθυνθώ σε
κάποιες από αυτές.»
Η φωνή της χαμήλωσε,
καθώς ανέφερε μερικά ονόματα, το καθένα από αυτά να είναι σαν νέα δυνατότητα
για τη στρατηγική της.
«Η Γουόνγκ Μάο, για παράδειγμα, από την οικογένεια των Γουόνγκ,
είναι κοντά στην ηλικία της Τιάν-Μι, με μια αξιοπρεπή παρουσία και την
απαιτούμενη καλλιέργεια. Αν την κοιτάξεις, θα καταλάβεις ότι μπορεί να φέρει τη
συνέχεια που επιθυμείς», πρόσθεσε, η έκφρασή της σχεδόν βαρύγδουπη, σαν να
προτείνει κάποιο ανεκτίμητο αγαθό.
«Και η Τσανγκ Λιού,
η κόρη του Τσανγκ Χουά από την
κοντινή επαρχία, είναι λίγο μεγαλύτερη. Θα μπορούσε να γίνει μια δυνατή
σύμμαχος για την οικογένεια. Είναι όμορφη, έξυπνη, και οι κοινωνικές της
σχέσεις είναι ευρύτατες. Έχει ήδη αποδείξει την αξία της με τη συμμετοχή της
στις κοινωνικές εκδηλώσεις της περιοχής μας.»
Η Λι Σου-Γιάν
έσκυψε λίγο μπροστά, κοιτάζοντας τον Λι
Γουέν-Τσενγκ, προσπαθώντας να τον πείσει, να του ανοίξει νέες
δυνατότητες, χωρίς καμία απολύτως τύψη.
«Εξαρτάται από εσένα αν δεν σε φοβίζουν τα σχόλια, φυσικά»,
συνέχισε, προσπαθώντας να αποστασιοποιήσει οποιαδήποτε ιδέα ντροπής ή
αμφιβολίας. «Αν θέλεις, μπορώ να απευθυνθώ σε κάποιες από αυτές, όπως την Γουόνγκ
Μάο ή την Τσανγκ Λιού. Είναι
καθαρές, από καλές οικογένειες, και όλοι ξέρουν την αξιοπρέπεια τους. Αν
αποφασίσεις να μην περιμένεις περισσότερο, μπορείς να διαλέξεις μία από αυτές
για να συνεχίσεις.»
Η Λι Σου-Γιάν συνέχισε, αφήνοντας το
βάρος των λόγων της να πέσει με σταθερότητα και απόλυτη βεβαιότητα. Η κουβέντα
είχε πια περάσει σε ένα άλλο επίπεδο, πιο επισημοποιημένο, όπου τα συναισθήματα
και οι προσωπικές επιθυμίες φαίνονταν να υποχωρούν μπροστά στην ψυχρή λογική
της στρατηγικής και της κοινωνικής διαπραγμάτευσης.
«Οι επιτυχημένοι γάμοι», είπε με απόλυτη σιγουριά, «οι γάμοι που
κρατούν, δεν γίνονται με κοπέλες που δεν τις ξέρουμε. Δεν γίνονται με κοπέλες
που δεν γνωρίζουμε τις οικογένειές τους. Όλα φαίνονται φυσικά, και ας είναι από
πίσω πλήρως διευθετημένα και οργανωμένα. Το παν είναι να ξέρει κανείς πώς να
παρουσιάσει μια πρόταση και αυτός που την ακούει να καταλαβαίνει ακριβώς γιατί
τον συμφέρει.»
Η φωνή της απέκτησε έναν
εκπαιδευτικό τόνο, σαν να δίδασκε τα βασικά ενός μυστικού παιχνιδιού που εκείνη
και λίγοι άλλοι είχαν μάθει να παίζουν καλά. Εννοούσε ότι η επιτυχία δεν
στηρίζεται στην τύχη ή στις συναισθηματικές αποφάσεις. Αντιθέτως, βασίζεται
στην οργάνωση, στην κατασκευή των καταλληλότερων συμμαχιών και στην εξασφάλιση
του συμφέροντος του κάθε εμπλεκόμενου.
«Αυτός που αποφασίζει»,
συνέχισε, «πρέπει να κατανοήσει τη σημασία της σύνδεσης. Πρέπει να αναγνωρίζει
το κέρδος που θα του φέρει ο γάμος. Όσο κι αν φαίνεται ότι πρόκειται για
προσωπική απόφαση, στην πραγματικότητα πρόκειται για μια κοινωνική συμφωνία που
διευθετεί οικογένειες και συμφέροντα. Αν δεν το έχεις καταλάβει αυτό, τότε κάθε
γάμος καταλήγει να είναι απλώς μια προσωρινή αναταραχή χωρίς διάρκεια.»
Η Λι Σου-Γιάν έριξε
ένα βλέμμα προς τον Λι Γουέν-Τσενγκ,
έτοιμη να προσθέσει το τελευταίο και πιο κοφτό της επιχείρημα:
«Αυτός είναι και ο λόγος
που όλοι οι μεγάλοι γάμοι του παρελθόντος, οι γάμοι που πραγματικά κράτησαν,
δεν έγιναν τυχαία. Έγιναν γιατί οι οικογένειες που τους προχώρησαν ήξεραν πώς
να δημιουργήσουν τις σωστές συνθήκες. Ξέρουν πώς να παρουσιάσουν μια πρόταση
έτσι ώστε ο άλλος να καταλάβει γιατί είναι ωφέλιμος. Και εκείνη τη στιγμή, ο
γάμος δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια συμφωνία, ένα επαγγελματικό βήμα, που
επηρεάζει όλο το μέλλον.»
Αυτά τα λόγια της
έμοιαζαν τόσο ψυχρά όσο και ο τόνος της, χωρίς ίχνος προσωπικής συναισθηματικής
εμπλοκής, και όμως έφεραν μαζί τους μια δύναμη που δύσκολα μπορούσε να
αμφισβητηθεί. Για τη Λι Σου-Γιάν,
οι γάμοι δεν ήταν παρά μια επιχείρηση — μια επιχείρηση που εάν διεξαχθεί με
σύνεση, με την καλή παρουσίαση και την εξασφάλιση του συμφέροντος, μπορεί να
οδηγήσει σε μια σταθερή και ευημερούσα συνέχεια.
Αυτά τα λόγια ήταν για
εκείνη μια αλήθεια. Είχαν παραδοθεί με απόλυτη βεβαιότητα, σαν να προσδιόριζαν
την ίδια την ουσία του κοινωνικού παιχνιδιού, του τρόπου που οι οικογένειες
διατηρούν την ισχύ τους και η δυναστεία τους διαρκεί πέρα από τα ατομικά
συμφέροντα.
Τα λόγια της Λι Σου-Γιάν έβγαιναν με τέτοια
φυσικότητα, σαν να μην υπήρχε καμία αμφιβολία στο τι έπρεπε να γίνει, σαν να
ήταν ο δρόμος που όλοι έπρεπε να ακολουθήσουν για να συνεχίσουν την ιστορία
τους. Μιλούσε για τις γυναίκες σαν να ήταν απλώς επιλογές σε έναν χάρτη
στρατηγικής, κομμάτια του παζλ που έπρεπε να τοποθετηθούν σωστά για να μην
χαθεί η πορεία της οικογένειας.
Η Τιάν-Μι δεν μπορούσε να συγκρατήσει τη θυμό της, αλλά παρέμενε
σιωπηλή, κρυμμένη στην άκρη της σκιάς. Οι λέξεις της Λι Σου-Γιάν της έδειχναν πόσο βαθιά είχε ριζώσει το σύστημα γύρω
τους, πόσο το ίδιο το μέλλον της οικογένειας θεωρούταν κάτι το απτό, κάτι που
μπορούσε να ρυθμιστεί με τις σωστές κινήσεις.
Αλλά για την Λι Σου-Γιάν, αυτές οι γυναίκες ήταν
απλώς εργαλεία. Και το ίδιο ακριβώς σκηνικό, με την ίδια ψυχρότητα,
επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά: η ανάγκη για κληρονόμους, για απόγονους, για την
οικογενειακή συνέχεια.
οι
ενδόμυχες σκέψεις της Τιάν-Μι
Η Τιάν-Μι στέκονταν ακίνητη πίσω από την κουρτίνα, προσπαθώντας να
καταπιεί την ένταση που ένιωθε να την πνίγει. Όλα όσα είχε ακούσει από την Λι Σου-Γιάν, η συζήτηση που εξελισσόταν
μπροστά της με τον πατέρα της, τον Λι
Γουέν-Τσενγκ, είχαν φέρει στη σκέψη της εικόνες και ερωτήματα που ποτέ
δεν είχε τολμήσει να σκεφτεί. Ο κόσμος της ήταν μια σφαίρα που δεν άγγιζε ποτέ
τις πραγματικές σχέσεις των ανθρώπων, τις δικές της συναισθηματικές ανάγκες,
την οικογενειακή της ζωή. Τώρα όμως, όλα αυτά φαίνονταν να καταρρέουν με έναν
τρόπο που την έκανε να αισθάνεται αβοήθητη.
Πώς θα ήταν, αν ο πατέρας της παντρευόταν; Ο γάμος του Λι
Γουέν-Τσενγκ με μια άλλη γυναίκα, είτε χήρα είτε νεαρή κοπέλα της
ηλικίας της, ήταν κάτι που η ίδια δεν είχε ποτέ φανταστεί. Η σκέψη της
προκάλεσε μια ζοφερή αίσθηση στο στήθος της, σχεδόν σαν κάτι άγνωστο που
ξαφνικά την καταλάμβανε και την έπνιγε. Θα την ήθελε αυτή την αλλαγή; Η Τιάν-Μι ένιωθε την καρδιά της να
βυθίζεται μόνο στη σκέψη. Ήταν σίγουρη ότι δεν μπορούσε να δεχτεί να μοιραστεί
τον πατέρα της με μια άλλη γυναίκα — και πόσο μάλλον, με μια γυναίκα της δικής
της ηλικίας ή ακόμα και μεγαλύτερη.
Πώς θα μπορούσε να το δεχτεί; Αναρωτήθηκε ξανά και ξανά. Πώς θα μπορούσε μια άλλη γυναίκα να την αποκαλεί μητέρα; Αυτή η
σκέψη την γέμιζε με απορία και αμηχανία. Η Τιάν-Μι δεν ήξερε αν ήταν πρόθυμη να παραδώσει σε άλλη γυναίκα το
ρόλο που είχε πάντα η ίδια στη ζωή του Λι
Γουέν-Τσενγκ. Η μητέρα της είχε πεθάνει όταν εκείνη ήταν ακόμα μικρή. Αν
μια άλλη γυναίκα αναλάμβανε αυτόν τον ρόλο, τι θα συνέβαινε με τη δική της θέση
στη ζωή του;
Αυτό το ενδεχόμενο φαινόταν
αδιανόητο, παράλογο, και παράλληλα τρομακτικό. Η Τιάν-Μι δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της δίπλα σε μια άλλη
γυναίκα που θα προσπαθούσε να καταλάβει τη θέση της στη «θεωρία» του σπιτιού
τους, αλλά και τη σχέση που είχε με τον πατέρα της.
Αλλά οι εικόνες που την
προβλημάτιζαν δεν τελείωναν εκεί. Η
φωνή της Λι Σου-Γιάν είχε φέρει άλλες σκέψεις, πιο σκοτεινές και
απρόβλεπτες. Η αδελφή του πατέρα της είχε αναφέρει τις σχέσεις του Λι Γουέν-Τσενγκ με νεαρές κοπέλες και
παλλακίδες, χωρίς κανέναν δισταγμό. Η εικόνα του πατέρα της, όπως τον είχε
φανταστεί η Τιάν-Μι για όλη της
τη ζωή — ο ισχυρός και σοφός πολέμαρχος, ο ήρωας που την είχε μεγαλώσει με την
στοργή ενός πατέρα, αλλά και την αυστηρότητα ενός ηγέτη — τώρα έμοιαζε να
αποδομείται στα μάτια της. Πώς της φαινόταν η ιδέα ότι ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε άλλες γυναίκες
εκτός από εκείνη; Πώς θα μπορούσε να δεχτεί την εικόνα του ως εραστή νεαρών
κοριτσιών, παλλακίδων που απλώς ήταν «εργαλεία» για να συνεχιστεί η δυναστεία
του;
Η Τιάν-Μι δεν είχε ποτέ φανταστεί τον
πατέρα της με αυτόν τον τρόπο. Ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι εκείνος είχε μια ζωή
πέρα από τη δική της, ότι οι σχέσεις του με άλλες γυναίκες ήταν τόσο
διαφορετικές από τη δική τους πατρική σχέση. Η Λι Σου-Γιάν είχε μιλήσει για τον πατέρα της με μια απόσταση, σαν
να τον παρουσίαζε ως έναν άντρα που απλώς έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει, χωρίς
συναίσθημα, χωρίς αμφιβολίες. Αλλά για την Τιάν-Μι, αυτή η εικόνα ήταν συντριπτική. Η ιδέα ότι ο πατέρας της
είχε ερωτικές σχέσεις με άλλες γυναίκες, με κοπέλες σαν την Σιάο-Γινγκ, ή με κάποια άλλη
παλλακίδα, της προκαλούσε έναν πόνο που δεν ήξερε πώς να τον εκφράσει.
Η Τιάν-Μι καθόταν σιωπηλή, το μυαλό της να χτυπάει με ερωτήματα που
δεν είχε ποτέ φανταστεί να τη βασανίζουν. Οι σκέψεις της έτρεχαν ασταμάτητα,
προσπαθώντας να κατανοήσει κάτι που φαινόταν αδιανόητο για εκείνη. Πώς μπορούσαν να τον θέλουν κοπέλλες της ηλικίας
της; Η ιδέα ότι νέες γυναίκες, κοντά στην ηλικία της, έβλεπαν τον
πατέρα της, τον Λι Γουέν-Τσενγκ,
με εκείνον τον τρόπο, την έκανε να αισθάνεται αμηχανία και σύγχυση. Τι ήταν εκείνο που έκανε αυτά τα κορίτσια να
θέλουν έναν άντρα τόσο μεγαλύτερο τους;
Η Τιάν-Μι δεν μπορούσε να το καταλάβει. Η ίδια ποτέ δεν είχε σκεφτεί
μια τόσο μεγάλη διαφορά ηλικίας ως κάτι που θα την προσέλκυε, ούτε είχε
αναρωτηθεί τι μπορούσε να βρίσκει μια νέα γυναίκα σε έναν άντρα με τόσα χρόνια
παραπάνω. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν
για εκείνη ο πατέρας, το πρότυπο του ισχυρού άντρα, του πολεμάρχου, του φύλακα
του σπιτιού και της οικογένειας. Δεν υπήρχε καμία γοητεία γι' αυτήν σε μια
σχέση με έναν άντρα που θα μπορούσε να είναι ο πατέρας της. Αλλά αυτά τα
κορίτσια, η Γουόνγκ Μάο, η Τσανγκ Λιού,
και όλες οι άλλες που είχε ακούσει να συζητούν, γιατί τον έβλεπαν με άλλους
μάτια; Πώς τον ήθελαν;
«Να ήξεραν κάτι που εγώ δεν ξέρω;» σκέφτηκε. Μήπως υπήρχε κάτι που
διέφευγε από την κατανόησή της, κάτι που έκανε αυτές τις κοπέλες να τον επιθυμούν;
Ίσως ήταν η δύναμή του, η εξουσία του, αυτή η αίσθηση του μεγαλείου που τον
περιέβαλλε. Ήταν όντως ελκυστικός για αυτές γιατί ήταν άντρας που είχε περάσει
μέσα από τόσες μάχες, που είχε δει τόσο πολλά και είχε καταφέρει τόσα πολλά στη
ζωή του; Ήταν εκείνο το αίσθημα της εμπειρίας, της δύναμης, που έκανε τον Λι Γουέν-Τσενγκ ελκυστικό για αυτές
τις νεαρές γυναίκες; Η εικόνα του ως «πολέμαρχου» και όχι μόνο ως πατέρα, την
έκανε να αναρωτιέται αν ίσως υπήρχε κάτι σαγηνευτικό στην προσωπικότητά του που
ξεπερνούσε απλώς την εξωτερική του εμφάνιση.
Μήπως ήταν η ανάγκη τους για άμεση αναρρίχηση; Μπορεί να ήταν αυτό που τις έκανε να στρέφονται προς έναν άντρα
σαν τον πατέρα της. Ήταν γυναίκες που ήθελαν να ανέβουν στον κοινωνικό
σκαλοπάτι, να βρουν έναν σύζυγο που θα τους εξασφάλιζε θέση και κύρος, όχι
απλώς για την προσωπική τους ευτυχία, αλλά για το ίδιο το μέλλον τους. Η επιλογή του σωστού συζύγου για
εκείνες, ίσως ήταν περισσότερο μια κοινωνική ανάγκη, μια κίνηση προς την
εξασφάλιση της θέσης τους στην κοινωνία. Όσο σκληρό κι αν φαινόταν, αυτός ο
γάμος ίσως είχε περισσότερο πρακτική σημασία από ό,τι ρομαντική.
Αλλά υπήρχε και μια άλλη σκέψη που την
ταλάνιζε. Μήπως υπήρχε κάτι στην
εμπειρία του πατέρα της στην «ερωτική τέχνη» που τις τραβούσε; Είχε ακούσει
πολλές φορές να λέγεται ότι οι μεγαλύτεροι άντρες, αυτοί που είχαν ζήσει και είχαν γνωρίσει τη ζωή με κάθε δυνατό
τρόπο, ήταν πιο «ικανοί» στην τέχνη του έρωτα. Μπορεί να ήταν αυτό που
έκανε τον Λι Γουέν-Τσενγκ τόσο
επιθυμητό για αυτές τις νέες κοπέλες; Η εμπειρία του, το γεγονός ότι είχε
περάσει τόσα χρόνια με γυναίκες, που είχαν καταφέρει να τον κερδίσουν ή να τον
«χρησιμοποιήσουν» για να εξασφαλίσουν κάτι γι' αυτές, μήπως είχε αφήσει ένα
ανεξίτηλο αποτύπωμα στον τρόπο που τις προσέγγιζε;
Αυτή η σκέψη τη
συγκλόνισε. Πώς γινόταν να σκεφτόταν η
κάθε μία από αυτές τις κοπέλες την ερωτική σχέση με τον πατέρα της ως κάτι
διαφορετικό από εκείνη που είχε ζήσει μαζί του; Αν το «παράδειγμα» του Λι Γουέν-Τσενγκ ήταν τόσο ισχυρό και
ελκυστικό για αυτές τις γυναίκες, μήπως η εικόνα του πατέρα της είχε ήδη
διαμορφωθεί με έναν τρόπο που η ίδια δεν είχε ποτέ φανταστεί;
Η Τιάν-Μι αισθανόταν την ταραχή μέσα της να μεγαλώνει, καθώς η ιδέα
ότι οι γυναίκες γύρω της έβλεπαν τον πατέρα της σαν κάποιον απόλυτα ελκυστικό,
διαφορετικό από εκείνον που γνώριζε εκείνη, την έκανε να αισθάνεται ξεκομμένη,
απομονωμένη από την πραγματικότητα που οι άλλοι ζούσαν. Τα συναισθήματα της
αρχικής αποστροφής και του αδιόρατου φόβου έγιναν εντονότερα, καθώς οι εικόνες
της Λι Σου-Γιάν για τον πατέρα
της, τις παλλακίδες του και τις νέες κοπέλες που τον επιθυμούσαν, κυριάρχησαν
στις σκέψεις της.
Η σκέψη αυτή χτύπησε την Τιάν-Μι σαν κεραυνός, φέρνοντας στο
μυαλό της μια διαφορετική
διάσταση στην όλη κατάσταση, μια ερμηνεία που δεν είχε σκεφτεί μέχρι τότε. Μήπως η έλξη που ασκούσε ο πατέρας της σε
αυτές τις κοπέλλες είχε να κάνει με το γεγονός ότι εμφανιζόταν για λίγο και
μετά έφευγε; Ένας άντρας που δεν ήταν εκεί καθημερινά, που δεν
έμενε να φθείρεται από την καθημερινή ζωή και τα μικρά ελαττώματα που όλοι οι
άνθρωποι φέρνουν μαζί τους.
Η Τιάν-Μι έμεινε για μια στιγμή χαμένη στις σκέψεις της. Μήπως γι' αυτές τις γυναίκες ο πατέρας της
ήταν ένα είδος ιδανικού, που δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να «χαλάσει» από την
καθημερινότητα; Όταν κάποιος εμφανίζεται για λίγο και φεύγει, η εικόνα
του παραμένει καθαρή, αψεγάδιαστη, σαν μια φλόγα που δεν προλαβαίνει να σβήσει.
Δεν μπορείς να τον δεις να φθείρεται από τη ρουτίνα, να τον παρακολουθήσεις να
αλλάζει, να παρατηρήσεις τις αδυναμίες του και τις ασχήμιες του. Όταν έρχεται
με μια τέτοια παρουσία, γεμάτη ισχύ και μυστηριώδη γοητεία, αυτό το προσωρινό,
το παροδικό, το μεταβατικό — ίσως είναι αυτό που τον έκανε τόσο ελκυστικό για
αυτές.
Δεν τον έβλεπαν ποτέ στην καθημερινότητα, δεν ήταν ποτέ εκεί για να αντιμετωπίσουν τις κούραση, τις
στιγμές αδυναμίας ή τη συνήθεια που μετατρέπει την εικόνα των ανθρώπων σε κάτι
πιο «προσιτό», πιο ανθρώπινο και γήινο. Τον έβλεπαν σαν κάτι που ερχόταν και
φεύγει, σαν το φως ενός αστέρα που δεν μπορείς ποτέ να πλησιάσεις για να δεις
τις ατέλειές του.
Η διάρκεια της παρουσίας του
— πάντα τόσο περιορισμένη χρονικά — δεν του επέτρεπε να γίνει «καθημερινός»,
«ανθρώπινος», να γίνει κομμάτι της αδυναμίας και της πραγματικότητας. Έμενε
πάντα μια ιδέα στη σκέψη τους,
πάντα ένας άντρας με την αυστηρότητα και την εξουσία που μεταφέρει η στρατηγική
του, αλλά ποτέ δεν αντιμετώπιζαν την πλευρά του που θα μπορούσε να γίνει κοινή
και προσβάσιμη. Ο πατέρας της, αυτός ο άντρας που για εκείνη ήταν πάντα ένα
σύμβολο δύναμης και αυστηρότητας, δεν είχε την ίδια φθορά που κουβαλούσαν οι
άλλοι άντρες με τις καθημερινές τους αδυναμίες και συνήθειες. Αντίθετα,
διατηρούσε τη γοητεία του γιατί δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να τον δουν να
αποδυναμώνεται από τη ρουτίνα.
Αυτό το παιχνίδι της αφαίρεσης, αυτή η ιδέα του άντρα που δεν χρειάζεται να παραμένει «παρών»
για να διατηρήσει την επιθυμία, ίσως να ήταν εκείνο που έκανε τις νεαρές
γυναίκες να τον βλέπουν ως κάτι ποθητό, χωρίς να θέλουν να τον αμφισβητήσουν ή
να διαχειριστούν την καθημερινή του πραγματικότητα. Μπορεί αυτές οι κοπέλες να
ήταν γοητευμένες από την ιδέα του
ως πατέρα και ως άντρα, αλλά με μια απόσταση, με το μυστήριο που δημιουργεί η
έλλειψη πλήρους γνώσης και επαφής.
Η Τιάν-Μι αναρωτήθηκε για τη δική της
θέση σ’ αυτή την εξίσωση. Για εκείνη, ο Λι
Γουέν-Τσενγκ ήταν πατέρας, ήταν κάτι απόλυτο και αδιαπραγμάτευτο, αλλά
για αυτές τις γυναίκες, μήπως ήταν απλώς ένας μύθος που έρχονταν για λίγο, άφηνε την εντύπωση και φευγαλέα
αποχωρούσε; Ίσως δεν ήταν η ανδρική του
δύναμη που τις έκανε να τον επιθυμούν, αλλά η ιδέα του ανθρώπου που ποτέ
δεν μπορούσε να «χαλάσει», που ποτέ δεν προλάβαιναν να τον γνωρίσουν μέχρι το
τέλος του.
Το να παραμένει στην απομάκρυνση, στην αβεβαιότητα, ίσως τον έκανε πιο
ελκυστικό από ό,τι αν είχε μια καθημερινή σχέση με αυτές. Η Τιάν-Μι δεν μπορούσε να φανταστεί τον
πατέρα της ως αντικείμενο επιθυμίας από άλλη γυναίκα, αλλά αναγνώριζε πως η απομάκρυνση του από τις καθημερινές
σχέσεις ήταν πιθανώς το στοιχείο που έκανε την παρουσία του να φαίνεται τόσο
ακατανίκητη.
Η Τιάν-Μι συνέχισε να αναλογίζεται τις εικόνες που είχαν διαμορφωθεί
στο μυαλό της, καθώς οι σκέψεις της έτρεχαν, προσπαθώντας να βρουν μια εξήγηση
για την έλξη που ασκούσε ο Λι
Γουέν-Τσενγκ στις νεαρές κοπέλες. Μήπως η εικόνα του πατέρα της στις επίσημες εμφανίσεις, πάντα μόνος, με
τη σκιά της απώλειας της γυναίκας του να τον συνοδεύει, δημιουργούσε μέσα τους
την επιθυμία να καλύψουν αυτή τη "κενή θέση" δίπλα του;
Η Τιάν-Μι ένιωθε μια άβολη αναγνώριση. Όντως, η εικόνα του Λι Γουέν-Τσενγκ ως ενός άντρα που είχε
χάσει τη σύζυγό του με άδικο τρόπο, και είχε μείνει μόνος του για χρόνια, ίσως
έστελνε ένα πολύ ισχυρό μήνυμα στις κοπέλλες γύρω του. Αυτός ο “σκοτεινός μύθος”, το ότι ο πατέρας
της ήταν κάποιος που δεν είχε «αναπληρώσει» τη γυναίκα του, ίσως τις έκανε να
πιστεύουν ότι αν εκείνες καταφέρουν να είναι δίπλα του, θα γεμίσουν το κενό της
απώλειας και ίσως, έτσι, θα μπορούσαν να βρουν τη θέση τους δίπλα του, χωρίς
ανταγωνισμό.
Πόσο ισχυρό ήταν αυτό το συναίσθημα για αυτές τις νεαρές γυναίκες; Ένιωθαν το πατρικό κενό, το ότι ο Λι Γουέν-Τσενγκ ποτέ δεν είχε επισημοποιήσει κάποια από τις
σχέσεις του από την εποχή του θανάτου της μητέρας της. Η Τιάν-Μι αναρωτήθηκε αν το να
κατακτήσουν εκείνη τη θέση δίπλα του, να γίνουν εκείνες η γυναίκα που θα τον αναπλήρωνε, τους
έδινε ένα αίσθημα ασφάλειας,
κάτι που καμία άλλη δεν είχε το δικαίωμα να απαιτήσει. Η μητέρα της είχε
πεθάνει εδώ και χρόνια, και όσο κι αν το γεγονός της απώλειας βάραινε την
οικογένεια, καμία άλλη γυναίκα δεν είχε πάρει τη θέση της, τουλάχιστον δημόσια.
Όλες οι σχέσεις του Λι Γουέν-Τσενγκ
μετά το θάνατο της μητέρας της δεν είχαν επισημοποιηθεί, ούτε είχαν αναγνωριστεί
κοινωνικά με τον ίδιο τρόπο.
Και αυτό, στην
πραγματικότητα, άφηνε χώρο για κάθε νέα
γυναίκα να πιστέψει ότι εκείνη μπορεί να είναι η επόμενη, η εκείνη που
θα αποκαταστήσει την τάξη, η γυναίκα που θα μπορούσε να προσφέρει τη συνέχεια και την οικογενειακή συνοχή που είχε χαθεί με
την απώλεια της μητέρας της.
Η Τιάν-Μι ένιωσε για μια στιγμή ότι αυτή η σκέψη είχε μια σκοτεινή
λογική. Ίσως οι κοπέλλες δεν τον έβλεπαν απλώς ως έναν πανίσχυρο πολέμαρχο,
αλλά ως έναν άντρα που έμοιαζε να αναζητά κάποιον να μοιραστεί μαζί του τη ζωή,
κάποιον που θα μπορούσε να γεμίσει το κενό που είχε αφήσει η περασμένη απώλεια.
Ίσως ο πόθος αυτών των νεαρών γυναικών να ήταν ακριβώς αυτό: η ανάγκη για να καλύψουν κάτι που έμοιαζε να
έχει χαθεί για πάντα.
Αλλά εκείνη δεν μπορούσε
να δεχτεί αυτή την εικόνα. Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ ήταν ο πατέρας της. Για εκείνη, δεν υπήρχε καμία άλλη
γυναίκα που θα έπρεπε να κατακτήσει τη θέση της μητέρας της δίπλα του. Πώς μπορούσε να δεχτεί την ιδέα ότι μια άλλη
γυναίκα, κάποια που θα ήταν ίσως ακόμη πιο νέα από αυτήν, θα τολμούσε να πάρει
αυτή τη θέση; Μόνο η Τιάν-Μι
μπορούσε να καταλάβει την ανάγκη του πατέρα της, την εσωτερική του μοναξιά,
αλλά και το ότι οι κοπέλλες αυτές που τον έβλεπαν με άλλον τρόπο, τον
αντιλαμβάνονταν με ένα διευρυμένο
βλέμμα, σαν κάτι πιο ενιαίο
και ευκαιρία για κοινωνική ανέλιξη, αλλά και αγάπη.
Ποτέ της δεν είχε σκεφτεί τέτοιες εικόνες για
τον πατέρα της. Η αντίληψή της για εκείνον είχε πάντα να κάνει με τη στοργή
του, με την προστασία που της παρείχε και την δύναμη που απέπνεε. Τώρα όμως,
όλα φαινόταν να ταρακουνιούνται, σαν το θεμέλιο που είχε στήσει η ίδια πάνω
στην σχέση τους να γκρεμίζεται χωρίς προειδοποίηση. Κάθε σκέψη της την έφερνε
πιο κοντά στο να συνειδητοποιήσει ότι η ζωή του Λι Γουέν-Τσενγκ δεν ήταν αυτή που είχε φανταστεί. Αλλά και η δική
της ζωή δεν ήταν αυτή που είχε ονειρευτεί. Οι φωνές γύρω της, τα λόγια της Λι Σου-Γιάν, όλα την απομάκρυναν από
την αθωότητα και την ασφάλεια που είχε γνωρίσει.
Πώς θα μπορούσε να
συμφιλιωθεί με όλα αυτά; Η σκέψη της Τιάν-Μι
ήταν γεμάτη από σύγχυση και θλίψη. Και όσο περισσότερο εξετάζει κανείς ένα
δύσκολο πρόβλημα, τόσο περισσότερο εκείνο έχει την ικανότητα να τον τραβά μέσα
του και να απορροφά όλη τη σκέψη του.
ο αλχημιστής Σεν Χουάν
Στη Σιάν την πρωτεύουσα της επαρχίας Σαανσί,
στη βόρεια Κίνα ζούσε ο Σεν Χουάν, ο οποίος κάποτε είχε τη φήμη του μέγιστου
ερευνητή στην αλχημεία και στην αναζήτηση της αθανασίας, Παρά την φήμη του, η
αλχημεία δεν του είχε φέρει τη λαμπερή επιτυχία που περίμεναν οι άλλοι, και
αυτό τελικά τον έφερε στην αποτυχία και στην εκδίωξη από τη Σιάν.
Ο Σεν Χουαν είχε
προσφέρει τις υπηρεσίες του στους πλουσίους και ισχυρούς ευγενείς της πόλης,
αλλά μια αποτυχία σε μια κρίσιμη προσπάθεια—ένα πείραμα που είχε υποσχεθεί στο
βασιλικό αυλικό κύκλο—κατέληξε σε καταστροφή. Μια έκρηξη στο εργαστήριό του
είχε προκαλέσει τον πανικό στην πόλη, καταστρέφοντας τμήματα της αγοράς και
τραυματίζοντας αθώους πολίτες.
Η αποτυχία αυτή, σε συνδυασμό με τις
πολιτικές πιέσεις από τους ηγέτες της δυναστείας των Τσινγκ, οδήγησε στη δίκη
του και στην εκδίωξή του από τη Σιάν. Οι Τσινγκ, φοβούμενοι ότι ο Σεν Χουαν
μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την εξουσία τους, τον απαγόρευσαν να επιστρέψει
στην πόλη. Τον έδιωξαν με τις κατηγορίες ότι είχε θέσει σε κίνδυνο την
κοινωνική τάξη και είχε διακινδυνεύσει την ασφάλεια του λαού με τις επικίνδυνες
αλχημικές του πειραματισμούς.
Απογοητευμένος και απομονωμένος, ο Σεν Χουάν
άφησε πίσω του τη Σιάν και ξεκίνησε την περιπλάνησή του στη χώρα. Η αποτυχία
του δεν ήταν μόνο προσωπική, αλλά και μια παραδοχή ότι η αλχημεία, όπως την
ήξερε, ίσως να μην ήταν το παν. Δεν μπορούσε όμως να σταματήσει να αναζητά. Η
επιθυμία του για την αθανασία τον είχε κυριεύσει τόσο βαθιά. Περπάτησε από πόλη
σε πόλη, από βουνό σε βουνό, πάντα κρατώντας μαζί του τα ερευνητικά του
σημειώματα και τις αλχημικές του ουσίες. Από τις πολιτείες του βορρά κατέβηκε
νοτιότερα, έφτασε στην επαρχία Χενάν, και από εκεί συνέχισε να περιπλανιέται
στα μονοπάτια των βουνών και των απομακρυσμένων κοιλάδων της Σετσουάν.
Στο Λο Τζιανγκ
Ο Σεν Χουαν έφτασε τελικά στο χωριό Λο
Τζιανγκ, ένα ήρεμο και απομονωμένο τόπο στην καρδιά των βουνών της Σετσουάν.
Εκεί, ο Σεν Χουαν αναζήτησε έναν άντρα που είχε κάποτε θεραπεύσει στην πόλη
Σιάν.
Ο Γου
Ζενγκ είχε περάσει πολλά χρόνια ως ευγενής στην πόλη Σιάν,
απολαμβάνοντας την πολυτελή ζωή που του προσέφεραν οι θέσεις του και η
οικογένειά του. Ωστόσο, όταν η υγεία του άρχισε να επιδεινώνεται, αναγκάστηκε
να απευθυνθεί στον Σεν Χουαν, τον αλχημιστή που ήταν ήδη γνωστός για τις
θεραπευτικές του ιδιότητες. Ο Σεν Χουαν, με την αλχημική του τέχνη, του
προσέφερε ένα φάρμακο που αποκατέστησε τη ζωτικότητά του και τον βοήθησε να
ανακτήσει τη δύναμη που είχε χάσει.
Αισθανόμενος ειλικρινή ευγνωμοσύνη για τον
αλχημιστή, ο Γου Ζενγκ είχε προσκαλέσει τον Σεν Χουάν στο Λο Τζιανγκ,
υποσχόμενος του φιλοξενία στο μεγάλο κτήμα του.
Ο Γου Ζενγκ, πάντα ευγνώμον για τη βοήθεια
του Σεν Χουαν, τον οδήγησε στο σπίτι του, το οποίο ήταν μεγάλο και άνετο, με
θέα προς τη λίμνη και τα κοντινά βουνά. Εκεί, του πρότεινε να μείνει για όσο
καιρό ήθελε, δίνοντάς του έναν ξεχωριστό χώρο, ένα μικρό απομονωμένο δωμάτιο. Όμως,
ο Γου Ζενγκ είχε μια προειδοποίηση για τον Σεν Χουαν: «Μπορείς να μείνεις όσο
θέλεις, αλλά πρέπει να είσαι προσεκτικός. Οι χωρικοί εδώ είναι καχύποπτοι με
ό,τι έχει να κάνει με την αλχημεία. Αν μάθουν ότι είσαι αλχημιστής, μπορεί να
αρχίσουν να μιλάνε και να φτάσει η φήμη στις αρχές. Οι Τσινγκ δεν συγχωρούν
τέτοιες πρακτικές. Πρέπει να κρατήσεις τις γνώσεις σου κρυφές.»
Ο Σεν Χουαν, συνειδητοποιώντας ότι αυτός ο
τόπος ήταν το μόνο του καταφύγιο, συμφώνησε με τη σιωπή του Γου Ζενγκ. Αν και
δεν ήθελε να κρύψει τη φύση του και την τέχνη του, ήξερε ότι η ασφάλεια του και
η ειρήνη που είχε βρει εκεί ήταν το πιο σημαντικό. Έτσι, ο Σεν Χουάν
εγκαταστάθηκε στον ξεχωριστό χώρο του κτήματος του Γου Ζενγκ και αφοσιώθηκε στο
να μελετήσει και να επεξεργαστεί τις σκέψεις και τις ιδέες του, αποδεχόμενος
για πρώτη φορά τη δυνατότητα της αλλαγής: όχι την αθανασία του σώματος, αλλά
την αναγέννηση του πνεύματος.
Αντίθετα, ο Σεν Χουαν
συνέχιζε να αναρωτιέται αν η αλχημεία μπορούσε να προσφέρει περισσότερα από
αυτό που του είχε προσφέρει μέχρι τώρα. Οι αλχημικές γνώσεις του ήταν ισχυρές,
αλλά η αναζήτηση του για την αθανασία έμοιαζε μάταιη.
Ο Γου Ζενγκ τον
ενθάρρυνε να εξετάσει τις δυνατότητες της πνευματικής πρακτικής, του
διαλογισμού και της πνευματικής αναγέννησης. Όμως, ακόμη και μέσα σε αυτή την
ηρεμία, ο Σεν Χουαν δεν μπορούσε να αποβάλει το αίσθημα της ανεκπλήρωτης
επιθυμίας για αθανασία που τον βασάνιζε. Μια φωνή μέσα του συνέχιζε να ζητάει
περισσότερα, την επιθυμία να κατανοήσει το μυστήριο του κόσμου και της ύπαρξης,
που μόνο η αλχημεία, έστω και αν ήταν παράνομη και επικίνδυνη, θα μπορούσε να
αποκαλύψει.
Η Γιορτή του Νερού
και των Ποταμών στο Λο Τζιανγκ
Ήταν η εαρινή ισημερία, η εποχή που η φύση αναγεννιόταν, και οι άνθρωποι
του Λο Τζιανγκ γιόρταζαν το στοιχείο του νερού με τελετές και προσφορές,
ευχαριστώντας τους θεούς για την ευφορία των ποταμών και της λίμνης που τους
έδιναν ζωή. Οι τελετές γίνονταν στο μεγάλο ξέφωτο κοντά στην όχθη της λίμνης,
και όλο το χωριό ήταν εκεί, συμμετέχοντας στους χορούς, τα τραγούδια και τις
προσφορές. Η περιοχή γύρω από τη λίμνη ήταν γεμάτη από λουλούδια, πράσινο και
βράχους που έμοιαζαν να αναδύονται από το νερό. Εκεί, κοντά στην ήρεμη ακτή,
είδε έναν ηλικιωμένο άνδρα να κάθεται σε μια πέτρα κοντά στο νερό, εντελώς
αμίλητος, με τα μάτια κλειστά, σα να διαλογιζόταν. Δεν ήταν κανείς από τους
ντόπιους. Αν και δεν τον είχε ξαναδεί, η παρουσία του είχε κάτι μυστηριώδες,
σχεδόν επιβλητικό, και η εικόνα του της κέντρισε την περιέργεια. Κάποια στιγμή,
ο άντρας άνοιξε τα μάτια του και, χωρίς να την κοιτάξει άμεσα, είπε ήρεμα,
σχεδόν ψιθυριστά:
— «Τα νερά μας καλούν,
μα δεν είναι όλοι έτοιμοι να ακούσουν.»
Η Τιάν-Μι ξαφνιάστηκε
για λίγο. Δεν ήξερε αν την είχε παρατηρήσει ή αν είχε μιλήσει σε εκείνη κατά
λάθος. Όμως, κάπως, η φωνή του είχε μια γαλήνη που την έκανε να αισθάνεται σαν
να μιλούσε για κάτι πολύ πιο βαθύ από τη γιορτή γύρω τους.
— «Τα νερά,» είπε
σιγά, «είναι όντως πολύ σοφά. Ο άντρας έστρεψε αργά το βλέμμα του προς αυτήν,
με μια ήρεμη, αλλά βαθιά ματιά. «Δεν μιλούν με λόγια. Μιλούν με τη ροή τους, με
την ηρεμία τους, με την αντοχή τους. Αυτά που περνούν μέσα από τον κόσμο χωρίς
να αφήνουν πίσω τους τίποτα άλλο παρά το μονοπάτι τους.»
— «Και εσύ,» ρώτησε
τελικά, «τι ζητάς από τα νερά;»
— «Ο κόσμος γύρω μας
έχει τους δικούς του κανόνες και τα δικά του δεσμά. Αλλά εκεί, στα νερά, η
ελευθερία δεν είναι πια επιλογή, είναι κατάσταση. Όπως το νερό, πρέπει να
αφήνεις τον εαυτό σου να ρέει με τη ζωή.»
Η Τιάν-Μι ένιωσε ένα
κύμα αναστάτωσης μέσα της. Αν και δεν καταλάβαινε πλήρως το νόημα των λόγων
του, η φωνή του την ηρεμούσε, σαν να την καλούσε να ανακαλύψει κάτι που είχε
χάσει.
Ο Σεν Χουαν την
κοίταξε με μια ήρεμη σοφία στα μάτια του. «Μάθε να αφήνεις την καρδιά σου να
ακολουθήσει τη ροή του ποταμού. Όταν δεν προσπαθείς να ελέγξεις το νερό, τότε
το νερό έρχεται σε σένα.»
«Ο κόσμος σου είναι
γεμάτος από ανησυχία και αμφιβολίες. Το γνωρίζω από την ενέργεια που φέρεις
μαζί σου», απάντησε με ήρεμη σοφία. «Η τύχη σου βρίσκεται στην αποδοχή των
αβέβαιων μονοπατιών που θα σε οδηγήσουν. Είσαι έτοιμη για αυτό, δεν είναι έτσι;»
Ο αλχημιστής την
κοίταξε με αυστηρότητα αλλά και μια αίσθηση κατανόησης.
«Κάποια πράγματα δεν
μπορούν να ξεφύγουν από την καρδιά μας. Είναι γραμμένα στον αέρα, στον χρόνο,
στα άστρα. Το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να τα αποδεχτείς, και να τα αφήσεις
να σε καθοδηγήσουν.»
«Η τύχη σου, όπως πάντα, είναι γεμάτη δρόμους
που δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά. Αν ακολουθήσεις τις στιγμές που φαίνονται
σαν συμπτώσεις, θα ανακαλύψεις ότι όλα είναι συνδεδεμένα», είπε με μία ήρεμη
φωνή.
Η Τιάν-Μι είχε ακούσει
φήμες για τον αλχημιστή εδώ και καιρό. Μιλούσαν για εκείνον ως τον άνθρωπο που
γνώριζε τα μυστικά της φύσης, τις δυνάμεις που διαμόρφωναν τις ζωές των
ανθρώπων και μπορούσαν να αλλάξουν την πορεία τους.
«Εσύ είσαι εκείνη που ψάχνει για κάτι μεγαλύτερο, δεν είναι έτσι;»
είπε με φωνή που έμοιαζε να έρχεται από κάποιον άλλον κόσμο, μακριά από τον
χρόνο.
«Τι είναι αυτό που ζητάς;»
ρώτησε εκείνος, σαν να ήξερε ήδη την απάντηση.
Ο αλχημιστής χαμογέλασε μυστηριωδώς και την κάλεσε να καθίσει
δίπλα του.
«Το σύμπαν», είπε, «λειτουργεί μέσα από μια διαρκή αναζήτηση της
ενότητας. Όλα τα όντα είναι καταδικασμένα να αναζητούν την αρμονία τους, και το
ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους. Οι σπορές των προγόνων σου, οι ενέργειες
που ρέουν μέσα σου, είναι χωρισμένα και προσπαθούν να ξανασυνδεθούν. Μια τέτοια
ένωση μπορεί να προκαλέσει τεράστια δύναμη, αλλά και πόνο, γιατί δεν είναι όλοι
προορισμένοι να είναι πλήρως εναρμονισμένοι.»
Η Τιάν-Μι άκουγε
προσεκτικά, χωρίς να καταλαβαίνει όλα όσα έλεγε, αλλά ένιωθε ότι κάτι μέσα της
είχε αρχίσει να ξυπνά. Ο αλχημιστής συνέχισε, μιλώντας για την επιρροή των
αστεριών και την πορεία της μοίρας, και η Τιάν-Μι ένιωσε πως τα λόγια του
άγγιζαν βαθιά την ψυχή της.
« Είσαι η μετενσάρκωση μιας ενέργειας που είχε χαθεί. Η σχέση σου
με τον άντρα που θα συναντήσεις δεν είναι απλώς θέμα τύχης. Είναι αποτέλεσμα
της αναζήτησης μιας χαμένης ενότητας. Αυτή η αναστάτωση που νιώθεις κάθε φορά
που τον κοιτάς, είναι το κάλεσμα της ενέργειας που θέλει να επανενωθεί με τη
δική του.»
Η Τιάν-Μι, παρόλο που τα
λόγια του ήταν φορτωμένα με φιλοσοφία και αλχημικές έννοιες, ένιωθε την καρδιά
της να χτυπά πιο δυνατά. Ένιωθε την αλήθεια τους, σαν να ήταν μια έκρηξη που
άνοιγε νέους δρόμους μέσα της. Όλα αυτά που είχε νιώσει το πάθος, η αφύσικ έλξη,
ήταν μέρος μιας αρχαίας αναζήτησης, της επανένωσης δύο ψυχών που είχαν χωριστεί
και τώρα επανέρχονταν για να δημιουργήσουν κάτι καινούργιο.
Ο αλχημιστής την κοίταξε,
τα μάτια του γεμάτα σοφία και μυστήριο. «Μην διστάσεις», της είπε με
αυστηρότητα, «Αυτό που νιώθεις δεν είναι τυχαίο. Είναι το κάλεσμα μιας μοίρας
που σου ανήκει. Αλλά πρέπει να γνωρίζεις κάτι ακόμα. Αυτή η ένωση θα είναι
μυστική. Δεν θα γίνει στο φως της μέρας, μόνο στο απόλυτο σκοτάδι θα πλεχθεί. »
Τα λόγια του ήταν σαν
κεραυνός. Η Τιάν-Μι ένιωσε έναν κόμπο να σχηματίζεται στο λαιμό
της, μια νέα αλήθεια που έπρεπε να αποδεχτεί. Ίσως όλα όσα ζούσε, όλο η
αναστάτωσή της, όλες οι αϊπνίες της, να ήταν μέρος μιας μεγαλύτερης ιστορίας
που ξεπερνούσε τον χρόνο και τη λογική. Ίσως το παράξενο ενδιαφέρον της για αυτόν
τον άνδρα να ήταν ένα αναπόφευκτο μέρος της μοίρας της, και τα και τα δύο
στοιχεία της φύσης, το Γιν και το Γιανγκ, αναζητούσαν αδιάκοπα τον δρόμο τους
προς την αρμονία.»
ΜΕΡΟΣ
Δ
Η
εορτή
Η εορτή έγινε στις αρχές
της άνοιξης, όταν τα χωράφια γύρω από το Λο Τζιανγκ πρασίνισαν ξανά και οι
κάτοικοι της Σετσουάν τίμησαν τα πνεύματα της γης και τους προγόνους τους. Ήταν
μια από εκείνες τις γιορτές που, παρά τις πολιτικές πληγές της εποχής κρατούσαν
ακόμη ζωντανή την αίσθηση συνέχειας.
Η εορτή έγινε στη μεγάλη
πλατεία του χωριού Λο Τζιανγκ, δίπλα στο μικρό ναΰδριο της θεότητας της γης, αφιερωμένο
στον Τουντιγκόνγκ, τον Θεό της Τοπικής Γης. Ήταν η ανοιξιάτικη τελετή
ευχαριστίας για τη νέα σπορά, μια γιορτή που ένωνε όλη την κοινότητα της
αγροτικής Σετσουάν, ανεξάρτητα από πολιτικές προτιμήσεις και φατριασμούς.
Άνδρες, γυναίκες και παιδιά προσέφεραν θυμίαμα και ρύζι, ζητώντας γονιμότητα
και ειρήνη.
Στη μέση της
πλατείας, περίτεχνα καλάθια γεμάτα με φρέσκα λουλούδια και καρπούς σχημάτιζαν έναν κύκλο γύρω από το μεγάλο βωμό, ενώ οι γυναίκες του
χωριού, ντυμένες με πολύχρωμα υφάσματα, χόρευαν γύρω από τις φωτιές και
τραγουδούσαν ύμνους στην καλή σοδειά.
Η Τιάν-Μι παρακολουθούσε τα πάντα με μια αίσθηση αποστασιοποίησης. Ο
πατέρας της, ο ισχυρός Λι Γουέν-Τσενγκ,
ήταν πάντα προσωπικότητα που συγκέντρωνε
τα βλέμματα. Οι νεαρές κοπέλες που
χόρευαν ή στέκονταν γύρω από τα τραπέζια, δεν μπορούσαν να κρύψουν το θαυμασμό
τους για τον πατέρα της. Όλες τους, με τα κομψά τους φορέματα, τις βαμμένες
μπούκλες και τα φλογερά τους βλέμματα, μιλούσαν μεταξύ τους και γελούσαν, αλλά
κάθε τους βλέμμα φαινόταν να απευθυνόταν
στον Λι Γουέν-Τσενγκ, είτε με την ελπίδα είτε με την πίστη ότι θα μπορούσαν να
τραβήξουν την προσοχή του. Κάποιες μάλιστα τις είχε αναγνωρίσει ως εκείνες που είχε
αναφέρει η θεία της, Λι Σου-Γιαν,
όταν είχε αναφέρει την πρόταση για γάμο του πατέρα της. Τα λόγια της θείας
ηχούσαν ξανά στο μυαλό της: «Η δύναμη του Γουέν-Τσενγκ, η σοφία και η θέση
του... θα έφερναν στον τόπο μας μια νέα δυναστεία. Να μην αφήσεις να περάσει η
ευκαιρία.»
Όμως, ήταν μια άλλη μορφή
που την τράβηξε περισσότερο, μια γυναίκα που στεκόταν λίγο πιο μακριά από τον
κύκλο των νεαρών κοριτσιών. Ήταν η Χουά-Λι,
μια νεαρή χήρα που είχε χάσει τον πλούσιο σύζυγό της, τον έμπορο Σουνγκ Τζι-Γουανγκ, μεγαλύτερο κατά
πολλά χρόνια από αυτήν, πριν από μήνες. Η Χουά-Λι προερχόταν από την οικογένεια του μεγαλογαιοκτήμονα Χουά Τζιάνγκ-Φενγκ, ενός από τους πιο
εύπορους άνδρες της επαρχίας Σετσουάν. Την συνόδευαν ο πατέρας της ο Χουά Τζιάνγκ-Φενγκ και η μητέρα της Λινγκ Γιου-Τσαν. Η Χουά-Λι, παρά το
πένθος της, διατηρούσε την κομψότητα και την ανεξαρτησία της. Η παρουσία της
στη γιορτή δεν ήταν απλώς κοινωνική υποχρέωση: οι κινήσεις της, η στάση της και
το βλέμμα της απέναντι στον Λι Γουέν-Τσενγκ μαρτυρούσαν την αποφασιστικότητα
και τη γνώση της δύναμης που κατείχε, τόσο από την οικογενειακή της καταγωγή
όσο και από την περιουσία που είχε κληρονομήσει από τον θανόντα σύζυγό της. Η Χουά-Λι κοιτούσε τον Λι Γουέν-Τσενγκ με μια βαθύτερη
προσοχή, κάτι που η Τιάν-Μι ένιωσε να παραβιάζει την κανονικότητα του
θαυμασμού. Δεν ήταν απλώς το βλέμμα μιας νέας γυναίκας που εκτιμούσε την ισχύ
του πατέρα της. Ήταν κάτι
πιο προσωπικό, σχεδόν κάλεσμα επιθυμίας.
Η εορτή κάτω από την
επιφάνεια της κοινωνικής συναναστροφής πίσω από τις χαρούμενες μάσκες και τους
ενθουσιαστικούς χορούς έκρυβε έναν αγώνα
για θέση, για δύναμη, για διεκδίκηση, για εξασφάλιση στον κόσμο.
Ο άρχοντας Λι Γουέν-Τσενγκ
στεκόταν δημόσια ανάμεσα στους χωρικούς, όχι ως οικοδεσπότης, αλλά ως προστάτης
της τάξης, και δίπλα του η δεκαεννιάχρονη κόρη του, η Τιάν-Μι, ήρεμη και
αφοσιωμένη, χωρίς να τον εγκαταλείπει ούτε στιγμή. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ στεκόταν
όρθιος, επιβλητικός αλλά συγκρατημένος. Δεν έπινε πια όσο παλιά. Δεν γελούσε
δυνατά. Παρατηρούσε. Δίπλα του η Τιάν-Μι φορούσε απλό αλλά καλοραμμένο μεταξωτό
φόρεμα σε απαλό γαλάζιο. Τα μαλλιά της ήταν δεμένα σε σεμνό κότσο. Δεν φορούσε
υπερβολικά στολίδια, μόνο μια φουρκέτα από νεφρίτη που ανήκε στη μητέρα της. Όταν
του γέμιζαν το κύπελλο, εκείνη το έπαιρνε πρώτη και δοκίμαζε ελάχιστα, όχι από
καχυποψία επιδεικτική, αλλά σαν φυσική φροντίδα. Όταν αυτός καθόταν, εκεινη στεκόταν
ελαφρά πίσω του. Όταν εκείνος συνομιλούσε με τοπικούς αξιωματούχους, εκείνη
κρατούσε χαμηλωμένο βλέμμα, αλλά το σώμα της ήταν στραμμένο αποκλειστικά προς
εκείνον.
Σε κάποια στιγμή, όταν ο
άνεμος σήκωσε σκόνη από την αυλή, εκείνη άπλωσε αυθόρμητα το χέρι της και
τίναξε απαλά τον ώμο του από τα κατακάθια της σκόνης. Η κίνηση ήταν απλή, οικεία,
τρυφερή. Και παρατηρήθηκε. Στο πλάι της αυλής, δύο γυναίκες ψιθύρισαν:
— «Βλέπεις; Πάντα δίπλα του.»
— «Να γιατί δεν τη δίνει σε γάμο.»
— «Καμιά κόρη δεν μένει έτσι στα δεκαεννιά, αν δεν υπάρχει λόγος.»
Οι άνδρες δεν μιλούσαν
τόσο ανοιχτά. Μα τα βλέμματα υπήρχαν. Μακρόσυρτα. Υπολογιστικά. Για κάποιους,
ήταν απλώς μια ευσεβής κόρη που τιμούσε τον πατέρα της, υπόδειγμα κομφουκιανής
αφοσίωσης. Για άλλους, ήταν μια παράξενη προσκόλληση. Μια οικειότητα υπερβολική
για ανύπαντρη γυναίκα της ηλικίας της.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ένιωσε
κάποια από αυτά τα βλέμματα. Δεν γύρισε να τα αντικρίσει. Μόνο το χέρι του
ακούμπησε στιγμιαία πάνω στο δικό της, σαν σιωπηλή ευχαριστία. Η Τιάν-Μι δεν
αντιλήφθηκε τους ψιθύρους. Εκείνη έβλεπε μόνο έναν άνδρα κουρασμένο, που είχε
ανάγκη από ηρεμία. Και αν μπορούσε, έστω για μία γιορτή, να του την προσφέρει,
τότε ο κόσμος γύρω της — οι πολιτικές αντιπαλότητες, τα παλιά μίση, οι φήμες —
δεν είχαν σημασία.
Όμως στα χωριά, τίποτα
δεν περνά απαρατήρητο. Και οι γιορτές, όσο φωτεινές κι αν είναι, συχνά φωτίζουν
και τις σκιές.
Καθώς ο άρχοντας Λι
Γουέν-Τσενγκ και η κόρη του η Τιάν-Μι απομακρύνονταν από την πλατεία μετά την
εορτή, τα βήματά τους ανάμεσα στο πλήθος ήταν ήσυχα, σχεδόν αθόρυβα. Οι χωρικοί
παρακολουθούσαν, κάποιοι ψιθύριζαν, αλλά τα βλέμματα ζωγραφίζονταν περισσότερο από περιέργεια παρά από κριτική.
Και τότε, πίσω τους,
ακούστηκε μια φράση που ξεχώρισε:
— «Ταιριαστό ζευγάρι… βλέπεις; σαν να το ξέρει κι η ίδια η μοίρα!»
Η φράση ήταν
μισοειρωνική, μισοαποκαλυπτική. Προερχόταν από τη Λιου Τσενγκ-Φέν, μια ηλικιωμένη γυναίκα του χωριού, γνωστή για τα
ακατανόητα σχόλιά της που πετούσε στον αέρα χωρίς λόγο, αλλά και χωρίς κανείς
να την παρεξηγεί. Κανένας δεν περίμενε ότι εκείνη τη φορά οι λέξεις της θα χαράκωναν
τόσο βαθιά.
Η Τιάν-Μι ένιωσε μια αίσθηση
ανησυχίας και ταυτόχρονα μια ανάγκη να μιλήσει. Ο άρχοντας την κοίταξε,
καταλαβαίνοντας από το βλέμμα της ότι δεν μπορούσε πια να αγνοήσει τα λόγια που
μόλις είχαν ακουστεί. Ήταν σαν να του έδειχνε καθαρά, χωρίς φλυαρίες, πόσο οι
ψίθυροι του χωριού τον ακολουθούν, και πόσο η ίδια καταλαβαίνει το βάρος της
εικόνας τους.
η
βέβηλη νύχτα
Μόλις επέστρεψαν στο
αρχοντικό, η ατμόσφαιρα ήταν βαρύθυμη. Η εορτή είχε τελειώσει, οι φωνές και τα
τύμπανα της πλατείας είχαν σβήσει, και το χωριό είχε επιστρέψει στους ήρεμους
ρυθμούς της καθημερινότητας. Ο άρχοντας, στα μέσα της πέμπτης δεκαετίας της
ζωής του, περπατούσε αργά στους διαδρόμους του σπιτιού, σκεπτικός, κρατώντας το
βλέμμα του χαμηλά, σαν να προσπαθούσε να συγκρατήσει σκέψεις που τον βάραιναν
εδώ και χρόνια.
Η Τιάν-Μι, πατώντας στο
δέκατο ένατο άνθος της σφριγηλής νεότητάς της, ακολουθούσε ήσυχα, χωρίς να τον
ενοχλεί, αλλά με μια αποφασιστικότητα στα μάτια της που δεν είχε ξαναδεί. Μόλις
έφτασαν στην κύρια αίθουσα, γύρισε προς εκείνον και τον πλησίασε. Η φράση της Λιου
Τσενγκ-Φέν είχε ανοίξει την πόρτα για την ειλικρίνεια.
«Άρχοντα…» είπε, «ξέρω τι
λένε κάποιοι πίσω από την πλάτη μας. Μα δεν είναι αυτό που με ενδιαφέρει. Θέλω
μόνο να ξέρετε ότι δεν σας βλέπω όπως σας βλέπουν οι άλλοι. Θέλω να είμαι δίπλα
σας, χωρίς φόβο, χωρίς υποκρισία.»
Ο Γουέν-Τσενγκ δεν
απάντησε.
«Άρχοντα, ξέρω πως
φοβάστε για όλα, για τις φήμες, για τους ανθρώπους γύρω σας, για την εξουσία
σας…» του είπε με απαλό αλλά σταθερό τόνο η Τιάν-Μι. «Δεν σας βλέπω ως κάποιον
που πρέπει να υπακούσω ή να φοβηθώ. Θέλω μόνο να είστε ειλικρινής. Να μη
κρύβεστε από εμένα ούτε από τον ίδιο σας τον εαυτό.»
Ο άρχοντας σιώπησε,
νιώθοντας το βάρος των λέξεων της νεαρής κοπέλας. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος
του μίλησε τόσο ανοιχτά για τα συναισθήματά του — και τα δικά της. Ένιωσε τα
τείχη του να ραγίζουν.
«Τιάν-Μι…» ξεκίνησε με
χαμηλή φωνή. «Ποτέ δεν ήξερα πώς να εμπιστευτώ κάποιον, ούτε καν τον ίδιο μου
τον κόσμο. Κι εσύ…» Κι εκεί, χωρίς να χρειάζεται να πει περισσότερα, η κοπέλα
πλησίασε, έγειρε ελαφρά και άπλωσε το χέρι της στο δικό του, μια κίνηση απλής,
ανθρώπινης σύνδεσης. Η φωνή της ήταν απαλή, αλλά γεμάτη βεβαιότητα: «Ξέρω τι
πέρασες όλα αυτά τα χρόνια…» του είπε. «Δεν μπορούσα να σε βλέπω να υποφέρεις.
Θέλω μόνο να είμαι εδώ, δίπλα σου, να σου δώσω λίγη ηρεμία.»
Ο άρχοντας δεν απάντησε
αμέσως. Στάθηκε σιωπηλός, με τα μάτια χαμηλωμένα, ανακαλώντας στιγμές από τον
θάνατο της γυναίκας του, τις μέρες της μοναξιάς, τις νύχτες που πέρασαν σε
σκέψεις και αμφιβολίες. Κάθε ανάμνηση τον πλημμύριζε. Κάθε ανάμνηση τώρα τον
έκρινε.
Ήταν μια στιγμή
ειλικρίνειας, ένα σπάσιμο των τειχών που είχαν χτίσει γύρω του, δεκαετίες φόβου
και μοναξιάς. Η νεαρή γυναίκα ήθελε μόνο να του δείξει ότι κάποιος μπορούσε να
σταθεί δίπλα του, να τον στηρίξει, να τον καταλάβει. Ξέλυσε την φουρκέτα από τα
μαλλιά της και τα άφησε να κυλήσουν στις πλάτες της και στο στήθος της. Και
εκείνος, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ένιωσε ότι δεν ήταν πλέον μόνος. Η
δυνατή σύνδεση που δημιουργήθηκε εκείνη
τη στιγμή άλλαξε ριζικά τη σχέση τους, από παθητική επιτήρηση και απόσταση, σε
εμπιστοσύνη, αμοιβαία φροντίδα και έλξη.
Και εκεί, στην σιωπή του
αρχοντικού, η πρώτη αληθινή, συναισθηματική σύνδεση ανάμεσά τους αλλά εντελώς
διαφορετική πλέον δημιουργήθηκε, ένα δέσιμο βασισμένο στην κατανόηση, όχι στις
φήμες ή στις εξωτερικές ματιές. Στο υπόλοιπο βράδυ σιωπηλά, κάθισαν μαζί. Τα
βλέμματα δεν ήταν γεμάτα φόβο, ούτε υποταγή, ούτε έλεγχο, μόνο κατανόηση. Και
εκείνη η στιγμή έθεσε τα θεμέλια για μια νέα ισορροπία μεταξύ τους: αληθινή,
ανθρώπινη, συναισθηματική. Ήταν έτοιμοι και οι δύο συναινετικά να προχωρήσουν
στο ανομολόγητο, χωρίς ενοχές, χωρίς τύψεις, χωρίς φόβους, ερωτικό κάλεσμα, καλά
κλεισμένοι στο φρουρούμενο αρχοντικό, αποκλεισμένοι κοινωνικά από την ευρύτερη
κοινότητα, ασφαλισμένοι σε μία σχέση τόσο μυστική και τόσο στενή που δεν
μπορούσε να εισχωρήσει προδοσία. Ήταν η στιγμή που το αίμα κύλησε με ανακούφιση
πάνω στα λευκά σεντόνια, αίμα που αντί να πονάει και να χωρίζει να γίνεται το
συμβόλαιο ενός αδιάρρηκτου δεσίματος.
Η νεαρή κοπέλλα στο αυτί
του του ψιθύρισε: «Δεν θα σε αφήσω ποτέ. Δεν θα σε αφήσω, όπως σε άφησε
εκείνη…»
Η πρώτη αυτή νύχτα έστω
πνιγμένη στους δισταγμούς έφερε το ξεδίπλωμα στις επόμενες νύχτες όπου σιγά
σιγά αυξήθηκε η ερωτική ένταση, κυρίως από την πλευρά του μεσήλικα άρχοντα. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε μείνει τόσο
καιρό χωρίς να έχει γευθεί ένα γυναικείο σώμα, και όσα σώματα είχε θωπεύσει
μετά την χηρεία του ήταν σώματα νεανικά μεν, αλλά πληρωμένα, σώματα και
υποκριτικά αισθήματα που παρέχονταν μόνο επί πληρωμή και για όσο διαρκούσαν τα
δώρα και τα νομίσματα. Τώρα είχε πάλι κάτι χωρίς τη μεσολάβηση του χρήματος,
χωρίς τη μεσολάβηση κανενός πράγματος, κάτι που μόνον σε αυτόν ανήκε και κάτι
που από μόνο του έδειχνε ότι μόνον αυτόν είχε επιλέξει.
Η επιλογή της Τιάν-Μι ήταν
μία επιλογή σίγουρη, σταθερή, μια επιλογή που είχε αρχίσει να κτίζεται στα
πρώτα χρόνια της χηρείας του πατέρα της και άρχισε να βγαίνει στην επιφάνεια
όταν ο Γουέν-Τσενγκ είχε απορρίψει τις προτάσεις που του είχαν γίνει να
ξαναπαντρευτεί. Τα τελευταία δύο χρόνια αυτή η επιλογή βαφόταν όλο και πιο
έντονα σαν πίνακας που γέμιζε με χρώματα, κάθε φορά που ο πατέρας της αρνιόταν
κάποια πρόταση προξενειού για αυτήν, τόσο πιο σίγουρη αισθανόταν η Τιάν-Μι ότι
δεν ήταν μόνο κοινωνικοί οι λόγοι, αλλά ότι προκαλούσε ερωτική έλξη στον
άρχοντα Γουέν-Τσενγκ. Αλλά και εκείνη δεν τους ήθελε. Δεν ήξερε το γιατι. Της
φαίνονταν μικροί, της φαίνονταν κοινωνικά ανίσχυροι, της φαίνονταν … Κάθε φορά
εκλιπαρούσε από μέσα της να μην κάνει δεκτή ο πατέρας του την πρόταση του
προξενειού που της πήγαιναν. Και κάθε φορά έκλεινε τα μάτια της χαμογελώντας
από κρυφή ικανοποίηση.
Ο άρχοντας Λι
Γουέν-Τσενγκ περπατούσε σιωπηλός στα σκοτεινά διαδρόμους του αρχοντικού του, τα
βήματά του βαριά από τη σκιά που έφερνε ο χρόνος. Οι νύχτες του είχαν γίνει
μεγαλύτερες, πιο βαρειές, όπως και οι σκέψεις του. Η σχέση του με τη Τιάν-Μι,
τον τύλιγε με μια σφιχτή αίσθηση ενοχής και σύγχυσης. Κάθε φορά που την
κοιτούσε, έβλεπε μπροστά του τη μορφή της συζύγου του, εκείνης που είχε χαθεί
πριν χρόνια, σαν μια φευγαλέα σκιά που
θρόιζε στο σκοτάδι της μνήμης του. Τα μάτια της Τιάν-Μι, απαλά και νεανικά, του
θύμιζαν το αθώο βλέμμα της πρώην γυναίκας του, το βλέμμα εκείνο που τον είχε
προδώσει. Το σώμα της Τιάν-Μι, τόσο ζωντανό και γεμάτο νεανική ζέστη, του
προκαλούσε αμηχανία, ενώ τα χέρια του αναζητούσαν την τρυφερότητα των δικών της.
Πόσο θα ήθελε να μην είναι κόρη του, να είναι κόρη του Ξιάο-Γου. Να μην
υπήρχε κανένας δεσμός μεταξύ τους. Γιατί να μην είναι μια άγνωστη κοπέλλα από
τις περιοχές των εκκαθαρίσεων και να την είχε φέρει από τα μακρυνά μέρη στο
σπίτι του.
Στο παρελθόν η τακτική απουσία
του από το σπίτι είχε δημιουργήσει μια μεγάλη αποξένωση ανάμεσά τους. Το
γεγονός ότι ο άρχοντας Λι Γουεν-Τσενγκ έλειπε πολλές φορές από το σπίτι, το
γεγονός ότι δεν είχε τόσο συχνές επαφές με την Τιάν-Μι, ότι δεν είχαν
συναντηθεί καθόλου τα τελευταία τέσσερα χρόνια, απομάκρυναν την αίσθηση ότι
ήταν ζήτημα οικογενειακού δεσμού, ξεθώριαζαν όσες ενοχές μπορούσαν να αναδυθούν
στους εναγκαλισμούς τους και στους πνιχτούς ήχους της Τιάν-Μι. Αλλά ήξερε κάτι,
η Τιάν-Μι δεν μπορούσε ποτέ να γίνει η επίσημη σύζυγός τους, ούτε καν η
σύνευνός του, η σχέση τους μπορούσε να ξετυλιχθεί πάντα μόνο σε πυκνό σκοτάδι.
η
αναχώρηση του Λι Γουέν-Τσενγκ για την τρίμηνη περιοδεία του
Η τελευταία νύχτα πριν
από την αναχώρηση του Λι Γουέν-Τσενγκ
για τη τρίμηνη περιοδεία του ήταν βαριά με σιωπή. Η Τιάν-Μι βρισκόταν στο
δωμάτιό της, παρατηρώντας το φως των κεριών να χορεύει πάνω στους τοίχους,
καθώς η σκέψη της περιπλανιόταν στις ώρες που είχαν περάσει μαζί. Για πρώτη
φορά, βρισκόταν μπροστά σε μια κατάσταση που δεν είχε αντιμετωπίσει ποτέ πριν·
η θέση της είχε αλλάξει ακαριαία, και με αυτόν τον νέο ρόλο ήρθαν και νέα
συναισθήματα, καθώς και η επίγνωση των κινδύνων.
Ήταν τώρα η μυστική συνοδός της καρδιάς του, η
άλλη πλευρά του πάθους που πάντα υπήρχε, αλλά ποτέ δεν είχε εκδηλωθεί με τόση
ένταση. Κάθε σκέψη της για εκείνον συνυπήρχε με τον φόβο για την ασφάλειά του,
για τη ζωή του μέσα στις αναπόφευκτες δυσκολίες των ταξιδιών του και των
στρατιωτικών του υποχρεώσεων. Ο φόβος αυτός πολλαπλασιαζόταν από την νέα της
θέση· ήξερε ότι η καρδιά της ήταν πλέον δεμένη με τη δική του, και ότι κάθε
απουσία του θα άφηνε ένα κενό, αλλά και μια ευθύνη που δεν είχε νιώσει ποτέ.
Καθώς άκουγε τον άνεμο να
γλιστράει μέσα από τα παράθυρα, η Τιάν-Μι ένιωσε τη συνειδητοποίηση μιας
αθέατης δύναμης μέσα της. Το πάθος που ένιωθε δεν ήταν πια απλώς θαυμασμός ή
τρυφερότητα· ήταν η συγκατάθεση της
καρδιάς της στο παιχνίδι των συναισθημάτων, η αποδοχή του ρίσκου που
έφερε μαζί του η αγάπη και η προσκόλληση. Κάθε σκέψη για το ταξίδι του Λι
Γουέν-Τσενγκ ήταν τώρα βαριά με συναίσθημα και δισταγμό· ήξερε ότι η
απομάκρυνσή του θα γέμιζε το δωμάτιο με σιωπή, αλλά και με τη γλυκιά ένταση της
απουσίας του.
Κάθισε ήσυχα, αφήνοντας
το φως των κεριών να αντανακλάται στα μάτια της, και ήξερε ότι η αυριανή
αναχώρηση δεν θα ήταν απλώς ένα ταξίδι για τον πατέρα· θα ήταν και η πρώτη
μεγάλη δοκιμασία για τη δική της καρδιά.
η
γριά υπηρέτρια Σιανγκ-Λι και οι δύο δοκιμασίες
Η γριά υπηρέτρια
Σιανγκ-Λι ήταν η μόνη που καταλάβαινε πως κάτι είχε αλλάξει ανάμεσα στη Τιάν-Μι
και τον Λι Γουέν-Τσενγκ. Η νεαρή κοπέλα παρουσίαζε τα ίδια συμπτώματα που είχε
δείξει κάποτε η Σου-Γιαν όταν εκείνος έφευγε για τις περιοδείες του:
ονειροπόληση, απομόνωση, προσπάθεια να αποφεύγει τα βλέμματα, μια αίσθηση
εσωτερικής αναμονής που δεν έλεγε να κοπάσει. Η Σιανγκ-Λι ήξερε καλά πως το
μοιραίο που κάποτε δεν είχε συμβεί μέσα σε αυτό το σπίτι, τώρα είχε πραχθεί.
Ίσως ήταν το σπίτι που
γένναγε τέτοιες καταστάσεις, ίσως η ηλικία των κοριτσιών, κοντά στην εποχή του
γάμου και ακόμα ανύπαντρες, τις έκανε πιο ευάλωτες, ίσως πάλι ήταν ο ίδιος ο
άρχοντας Λι Γουέν-Τσενγκ που προσέλκυε τέτοιες παρορμήσεις και πάθη. Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ, με τις πυρπολήσεις, τις σφαγές που είχε αφήσει πίσω του στις
περιοχές των εκκαθαριστικών εκστρατειών, τραβούσε πάνω του αόρατες συνέπειες
της μοίρας. Κάτι από αυτήν την βαρειά αρνητική ενέργεια που κουβαλούσε,
δημιουργούσε καταστάσεις που δεν μπορούσαν να αποφευχθούν, κι όποιος πλησίαζε
κοντά του έμπλεκε στα αόρατα δίχτυα της τύχης.
Η γριά υπηρέτρια
Σιανγκ-Λι είχε μάθει να διαβάζει τα πράγματα όχι μόνο στα πρόσωπα, αλλά και στα
κενά ανάμεσα στις λέξεις. Από τότε που υπηρετούσε τον Λι Γουέν-Τσενγκ, είχε δει
εποχές να αλλάζουν, γυναίκες να έρχονται και να φεύγουν, όρκους να ψιθυρίζονται
τη νύχτα και να ξεχνιούνται το πρωί.
Πόσες φορές μπορούσε ένας
άνδρας να σταθεί μπροστά στον ίδιο πειρασμό και να μείνει ακίνητος; Πόσες φορές
μπορούσε να του δοθεί η ίδια δοκιμασία από τη μοίρα, σαν κύμα που επιστρέφει
ξανά και ξανά στην ίδια ακτή; Αν κάποτε είχε ξεπεράσει τις καθοριστικές εκείνες
στιγμές με τη Λι Σου-Γιαν, δεν ήταν μόνο από δύναμη χαρακτήρα. Η Σιανγκ-Λι το
γνώριζε καλά. Είχε υπάρξει και η δική της αθόρυβη, αθέατη παρέμβαση. Μπορεί τότε
τα άστρα να είχαν χαράξει διαφορετική πορεία. Μπορεί οι ουρανοί να μην είχαν
επιτρέψει εκείνη τη σμίξη. Υπάρχουν ενώσεις που τις εμποδίζουν οι άνθρωποι· κι
άλλες που τις αναβάλλει ο ίδιος ο ουρανός.
Τώρα όμως η Σιανγκ-Λι δεν
βρισκόταν κοντά. Η Σιανγκ-Λι δεν ήταν πια εκεί τα βράδια. Με το που έπεφτε το
φως, έδενε σφιχτά το σάλι της και επέστρεφε στο φτωχικό της σπίτι, για να
σκύψει πάνω από τον άρρωστο άνδρα της, να του δώσει το πικρό αφέψημα και να
ακούσει την κομμένη του ανάσα μέσα στη σιωπή. Κι αναρωτιόταν: ακόμη κι αν βρισκόταν
κοντά, θα είχε άραγε το δικαίωμα να αποτρέψει κάτι; Την πρώτη φορά είχε
παρέμβει γιατί υπήρχε εντολή, η μητέρα της Λι Σου-Γιαν, ψυχορραγώντας, της είχε
σφίξει τον καρπό και της είχε αποσπάσει υπόσχεση να προσέχει την κόρη της.
Εκείνη η υπόσχεση ήταν ασπίδα και νομιμοποίηση μαζί. Τώρα κανείς δεν της είχε
αναθέσει τέτοιο χρέος.
Αλλά και η ίδια είχε
γεράσει αρκετά ώστε να γνωρίζει πως όποιος παρεμβάλλεται σε κάτι που είναι να
γίνει, παίρνει επάνω του την ορμή της ματαίωσης· γίνεται το φράγμα όπου
συγκρούονται τα νερά. Κι όταν οι δυνάμεις που εμποδίστηκαν να συναντηθούν δεν
βρίσκουν διέξοδο, ξεσπούν πάνω σε εκείνον που στάθηκε ανάμεσά τους. Δεν είναι
μικρό πράγμα να σταθείς αντίκρυ στη μοίρα. Πρέπει να είσαι έτοιμος να αντέξεις
την οργή της.
Μα η Τιάν-Μι δεν ήταν
σαν τις άλλες. Είχε το σημάδι του δράκοντα του νερού. Η γριά υπηρέτρια το είχε
δει μια φορά, τυχαία. Μια δαγκωματιά παράξενη, κυκλική, σαν αποτύπωμα από
αρχαίο δόντι. Όσοι φέρουν το σημάδι του υδάτινου δράκοντα δεν αποφεύγουν τη
μοίρα τους, την έλκουν. Ο δράκοντας του νερού δεν καταστρέφει με φωτιά·
διαβρώνει. Επιμένει. Επιστρέφει.
Η Σιανγκ-Λι αναστέναξε.
Ίσως, σκέφτηκε, να μην ήταν πια ζήτημα πειρασμού ή αδυναμίας. Ίσως να ήταν
κύκλος που έπρεπε να κλείσει. Κι όταν η μοίρα αποφασίζει να ολοκληρώσει έναν
κύκλο, οι γέροι υπηρέτες και οι ψίθυροι πίσω από παραβάν δεν αρκούν για να τον
σταματήσουν. Αυτή τη φορά, τα άστρα δεν είχαν αλλάξει θέση. Και εκείνη δεν ήταν
εκεί για να τα μετακινήσει.
Η Σιανγκ-Λι δεν πίστευε
στις συμπτώσεις. Στα χρόνια που είχε ζήσει δίπλα στον Λι Γουέν-Τσενγκ, είχε
μάθει πως οι κύκλοι κλείνουν μόνο όταν οι θεοί το θελήσουν. Κι όταν δεν
κλείνουν, επιστρέφουν.
Καθόταν χαμηλά, κοντά στο
παραβάν της εσωτερικής αυλής, και άφηνε τις σκέψεις της να πλέκουν νήματα πιο
σκοτεινά απ’ ό,τι θα τολμούσε να ομολογήσει. Ίσως, συλλογιζόταν, να ήταν
τιμωρία.
Την πρώτη φορά, όταν η Λι
Σου-Γιαν είχε σταθεί απέναντί του με μάτια γεμάτα υπόσχεση, εκείνος είχε
αντισταθεί. Είχε σταθεί όρθιος στη δοκιμασία. Είχε αποστρέψει το βλέμμα. Είχε
επιλέξει το καθήκον. Κι εκείνη, η Σιανγκ-Λι, είχε βοηθήσει σιωπηλά, σαν σκιά
που σπρώχνει ελαφρά την πλάστιγγα προς τη σωστή πλευρά.
Μα οι θεοί δεν ξεχνούν. Ο
γέρος έρωτας, έλεγαν οι ιστορίες, έχει το δικό του πνεύμα. Όχι τον χαρούμενο
προξενητή, τον γλυκό γερο-σεληνιακό που ενώνει με κόκκινη κλωστή τον Γιουέ Λάο.
Υπάρχουν και άλλες δυνάμεις, λιγότερο καλοσυνάτες. Ο θεός της επιθυμίας, ο Τσάι
Σενγκ, που τρυπά καρδιές όχι για να ενώσει, αλλά για να ταράξει. Κι ακόμη,
πνεύματα χωρίς όνομα, που τρέφονται από την αναστάτωση της ψυχής.
Ίσως τότε, όταν ο Λι
Γουέν-Τσενγκ αρνήθηκε, να πίστεψε πως νίκησε. Μα ποιος νικά θεότητες του
σκοτεινού έρωτα χωρίς να πληρώσει αργότερα το τίμημα;
Η Σιανγκ-Λι έσφιξε τα
ρυτιδωμένα της χέρια. Μήπως οι ουράνιες δυνάμεις του έστειλαν ξανά την ίδια
δοκιμασία για να αποδείξουν πως καμία ανθρώπινη νίκη δεν είναι οριστική;
Η μοίρα δεν εκδικείται
αμέσως. Περιμένει. Ωριμάζει το χτύπημά της, όπως ωριμάζει το φρούτο στο κλαδί.
Και όταν πέφτει, πέφτει βαρύτερα.
Πάντα η ήττα έχει
μεγαλύτερη σημασία όταν είναι μεγαλύτερη. Όταν δεν αφορά μόνο την πράξη, αλλά
ολόκληρη τη ζωή που χτίστηκε πάνω στην προηγούμενη νίκη.
Η Σιανγκ-Λι αναστέναξε.
Αν αυτή ήταν η δεύτερη δοκιμασία, τότε δεν ήταν απλώς επανάληψη. Ήταν
κλιμάκωση. Κι οι θεοί του έρωτα, φωτεινοί ή σκοτεινοί, δεν παίζουν για να
χάνουν δύο φορές. Και οι άνθρωποι, όσο κι αν νομίζουν πως αντιστέκονται, σπάνια
αντέχουν την ίδια φωτιά όταν αυτή επιστρέφει πιο δυνατή.
Οι
επισκέψεις της θείας Λι Σου-Γιαν
Η Λι Σου-Γιαν πέρασε το βαριά διακοσμημένο ξύλινο κατώφλι του
σπιτιού του αδελφού της, του Λι Γουέν-Τσενγκ. Η επίσκεψη έγινε λίγες ημέρες
μετά την αναχώρηση του Λι Γουέν-Τσενγκ
για την περιοδεία του. Καθώς κάθισε απέναντι από την ανιψιά της, παρατήρησε αμέσως
μια αδιόρατη ψυχρότητα στη στάση της Τιάν-Μι. Τα χέρια της ήταν σταυρωμένα στο
πλάι, τα μάτια της περιφερόταν στο δωμάτιο χωρίς να συναντούν το βλέμμα της
θείας, και η φωνή της είχε μια ελαφριά απόσταση, σα να προσπαθούσε να κρατήσει
κάτι κλειστό μέσα της.
— «Έλα, παιδί μου», είπε η Λι Σου-Γιαν, με το γνώριμο τρυφερό αλλά
διακριτικό της τόνο. «Ήθελα να σε καλέσω στο σπίτι μου, να περάσουμε λίγο
χρόνο, όπως παλιά…»
Η Τιάν-Μι κούνησε απαλά το κεφάλι, διατηρώντας τη σοβαρότητα που
της είχε συνηθίσει.
— «Δεν γίνεται, θεία. Ο πατέρας έχει διατάξει να μην απομακρύνομαι
από το σπίτι. Λέει ότι θα είναι επικίνδυνο για την ασφάλειά μου…» Η φωνή της
ήταν σταθερή, αλλά η ψυχρότητα δεν μπορούσε να κρυφτεί εντελώς.
— «Μα παιδί μου», συνέχισε η θεία, «δεν χρειάζεται να είσαι τόσο
αυστηρή με τον εαυτό σου.»
— «Και πάλι, δεν είναι σωστό», απάντησε η Τιάν-Μι, «οι φρουροί με
παρακολουθούν, και η απουσία μου θα προκαλέσει ανησυχία. Κι αν προσθέσουμε και
τις αμέτρητες υποχρεώσεις της οικογένειας, καλύτερα να παραμείνω στο σπίτι.»
Η Τιάν-Μι σκέφτηκε
γρήγορα και άλλες προφάσεις καθώς ήθελε να κρατήσει διακριτική απόσταση: «Το
απόγευμα θα έρθουν οι υπηρέτριες με τα λουλούδια και τα φρούτα για τις
προσφορές στους βωμούς· πρέπει να τους παρακολουθήσω και να τα κατευθύνω»,
είπε, «κι επίσης, υπάρχει δουλειά στον κήπο· ο πατέρας μου θέλει να ετοιμαστεί
για τις επόμενες επισκέψεις των αξιωματούχων.»
Παρά τις προτάσεις της
θείας και τις ανοιχτές προσκλήσεις στο σπίτι της, η Τιάν-Μι παρέμενε ψυχρή αλλά
ευγενής, ακολουθώντας με προσοχή κάθε κοινωνικό όριο. Η Λι Σου-Γιαν, όμως, δεν
ήταν αφελής. Ήταν γυναίκα που γνώριζε τις αποχρώσεις της ψυχής και διέκρινε,
αδιόρατα, κάτι που η Τιάν-Μι προσπαθούσε να κρατήσει κρυφό· μια ένταση, μια
αίσθηση φόβου και υπευθυνότητας που πηγάζει όχι μόνο από την προστασία του σπιτιού
ή τις εντολές του πατέρα, αλλά από κάτι πιο βαθύ.
Η Τιάν-Μι, αντιλαμβανόμενη το βλέμμα της θείας, σήκωσε τα μάτια
και είπε με ήρεμο τόνο:
— «Θεία, πρέπει να παραμείνω εγώ η φρουρός του σπιτιού. Κανείς δεν
μπορεί να με αντικαταστήσει. Πρέπει να διατηρήσω την τάξη, την ασφάλεια και…
την ησυχία μας.»
Η Λι Σου-Γιαν χαμογέλασε
ελαφρά, αλλά τα μάτια της δεν έκρυβαν την αίσθηση ότι κάτι βαθύτερο συνέβαινε.
Η Τιάν-Μι ήταν περισσότερο από μια κοπέλα που υπάκουε στις διαταγές· ήταν μια
νεαρή γυναίκα που φρόντιζε να διαφυλάσσει κάτι πολύ προσωπικό, κάτι που η θεία
αντιλαμβανόταν, χωρίς όμως να χρειάζεται να το ομολογήσει δυνατά.
Λίγες ημέρες μετά την
πρώτη της επίσκεψη, η Λι Σου-Γιαν
ξαναπέρασε το κατώφλι της οικίας του Λι
Γουέν-Τσενγκ. Αυτή τη φορά δεν ήρθε με άδεια χέρια· οι υπηρέτες της
κρατούσαν μεταξωτά υφάσματα από την πρωτεύουσα της Σετσουάν, αποξηραμένα φρούτα
εκλεκτής σοδειάς και ένα μικρό, περίτεχνο κουτί από λάκα. Το χαμόγελό της ήταν
μετρημένο, σχεδόν εορταστικό. Ζήτησε να μιλήσει με την Τιάν-Μι ιδιαιτέρως.
Όταν έμειναν μόνες, η θεία χαμήλωσε τη φωνή της.
— «Αυτό που θα σου πω δεν είναι επίσημη πρόταση. Είναι μια
διερευνητική συζήτηση. Και δεν πρέπει να ειπωθεί σε κανέναν. Αν δεν σε
ενδιαφέρει, δεν θα το μάθει ούτε ο πατέρας σου.»
Η Τιάν-Μι ανασηκώθηκε απότομα.
— «Μα μπορώ να το κρύψω από τον πατέρα;»
Η Λι Σου-Γιαν την κοίταξε σταθερά.
— «Κάποια ζητήματα, παιδί μου, πρέπει να μένουν κρυφά από τους
γονείς. Φανερώνονται μόνο όταν πρέπει — στον χρόνο που πρέπει.»
Η σιωπή που ακολούθησε
ήταν βαριά. Έπειτα η θεία συνέχισε. Στην πρωτεύουσα της Σετσουάν, στο
Τσενγκντού, ένας νέος άνδρας από μεγάλη και παλαιά οικογένεια αναζητούσε
σύζυγο. Ο οίκος του είχε κύρος, γη, επιρροή στους διοικητικούς κύκλους. Ο ίδιος
είχε σπουδάσει, ήταν σοβαρός, συνετός, και προοριζόταν — όπως ψιθυριζόταν — για
ανώτερη θέση στα επόμενα χρόνια. Η μητέρα του, γυναίκα με λεπτό αισθητήριο και
πολιτική διορατικότητα, είχε επικοινωνήσει εμπιστευτικά με τη Λι Σου-Γιαν.
Ήρθε, είπε, η στιγμή να κάνει οικογένεια. Πριν ακόμη ολοκληρώσει η θεία της τα
προτερήματα του υποψηφίου, η Τιάν-Μι κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
— «Δεν γίνεται.»
— «Δεν γίνεται;» επανέλαβε ήρεμα η Λι Σου-Γιαν.
— «Πώς θα φύγω τόσο μακριά; Πώς θα αφήσω μόνο τον πατέρα μου; Το
σπίτι χρειάζεται παρουσία.»
Η Τιάν-Μι πιο ήρεμα τώρα,
και όχι κάθετα και απότομα, όπως στην αρχική της αρνητική απόκριση συμπλήρωσε:
«Μα εκεί δεν γνωρίζω κανέναν».
Η θεία χαμογέλασε ελαφρά.
— «Και εδώ, όπως ζεις τώρα, ποιον γνωρίζεις πραγματικά; Η ζωή σου
δεν είναι ήδη περιορισμένη; Στην πρωτεύουσα θα ανοίξουν δρόμοι. Δεν μιλάμε για
έναν τυχαίο άνδρα.»
Η Τιάν-Μι απέστρεψε το βλέμμα.
— «Δεν γνωρίζω την οικογένεια. Δεν γνωρίζω εκείνον.»
— «Γι’ αυτό ακριβώς μιλάμε διερευνητικά.»
Η νεαρή κοπέλλα δεν
ρώτησε το όνομα του άνδρα. Δεν ρώτησε για την ηλικία του, για την όψη του, για
τον χαρακτήρα του. Δεν έδειξε ούτε την ελάχιστη περιέργεια που θα ταίριαζε σε
μια κόρη σε ηλικία γάμου μπροστά σε μια τόσο συμφέρουσα προοπτική.
Η Λι Σου-Γιαν το παρατήρησε.
— «Παιδί μου… ακόμη κι αν δεν σε ενδιαφέρει, πώς απορρίπτει κανείς
κάτι που δεν έχει καν αντικρίσει; Εκτός αν…»
Δεν ολοκλήρωσε τη φράση της.
Η Τιάν-Μι σήκωσε το
κεφάλι, με μια αποφασιστικότητα που δεν ταίριαζε στην έως τότε διστακτική της
στάση.
— «Δεν είναι η στιγμή.»
— «Για γάμο;»
— «Για αλλαγές.»
Η θεία την παρατηρούσε
προσεκτικά. Η αντίδρασή της δεν ήταν φόβος του αγνώστου· ήταν άρνηση βαθιά,
σχεδόν προαποφασισμένη. Σαν να είχε ήδη διαλέξει έναν δρόμο — ή έναν δεσμό —
που δεν χωρούσε δεύτερη σκέψη.
— «Σκέψου το», είπε τελικά η Λι Σου-Γιαν. «Δεν ζητώ απάντηση τώρα.
Αλλά μην κλείνεις την πόρτα πριν δεις τι υπάρχει πίσω της.»
Η Τιάν-Μι έμεινε σιωπηλή.
Μέσα της όμως η απόφαση είχε ήδη παρθεί. Και η βεβαιότητα αυτή ήταν τόσο
έντονη, που ούτε η λογική, ούτε το κύρος μιας μεγάλης οικογένειας, ούτε το
μέλλον που της περιέγραφαν μπορούσαν να την μετακινήσουν.
Η Λι Σου-Γιαν σηκώθηκε
αργά. Καθώς έφευγε, γνώριζε πια ότι η ανιψιά της δεν αντιστεκόταν απέναντι σε
έναν άγνωστο γάμο. Στερεωνόταν σε κάτι που είχε ήδη ριζώσει μέσα της.
Η
εγκρατής συμπεριφορά του Λι Γουέν-Τσενγκ
Η τρίμηνη περιοδεία του Λι Γουέν-Τσενγκ κύλησε πιο ήρεμα απ’
όσο είχαν φοβηθεί οι αξιωματικοί του. Δεν χρειάστηκαν στρατιωτικές εκκαθαρίσεις
ούτε παραδειγματικές τιμωρίες· μόνο μικρές, προσεκτικές περιπολίες σε χωριά
όπου ακόμη ψιθυρίζονταν λόγια πίστης προς τους Νότιους Μινγκ.
Στα νότια και δυτικά της
Σετσουάν, γύρω από το Γιμπίν, το
Λουτζόου και τα μικρότερα χωριά
κατά μήκος του ποταμού Μιν, υπήρχαν ακόμη οικογένειες που είχαν συγγενείς
καταφύγει νοτιότερα, στις εστίες αντίστασης. Στα περάσματα προς το Λεσάν και στις αγροτικές κοινότητες
έξω από το Νεϊτζιάνγκ, οι φήμες
περί κρυφών όρκων και παλαιών σημαιών δεν είχαν σβήσει εντελώς.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ,
ωστόσο, προτίμησε τη σταθερότητα από την επίδειξη βίας. Έδωσε εντολή για ήπιες
εφόδους, καταγραφή ονομάτων, επιτήρηση των τοπικών προκρίτων και συζητήσεις με
τους γεροντότερους των χωριών. «Η γη κουράστηκε από αίμα», είχε πει σε έναν από
τους λοχαγούς του. «Αν δεν σηκώνουν όπλα, δεν θα τους δώσουμε λόγο να το κάνουν.»
Το στρατόπεδο
μετακινούνταν από πεδιάδα σε πεδιάδα. Τα βράδια, γύρω από τις φωτιές, η
πειθαρχία χαλάρωνε. Σε κάθε στάση, γυναίκες από τα γύρω χωριά, άλλες από
ανάγκη, άλλες από φιλοδοξία, πλησίαζαν το στρατόπεδο. Κάποιες έφερναν κρασί
ρυζιού, άλλες τραγουδούσαν, άλλες προσφέρονταν ανοιχτά για ερωτικές υπηρεσίες,
ελπίζοντας σε νομίσματα, μεταξωτά μαντίλια ή την εύνοια ενός αξιωματικού.
Όμως στη σκηνή του
στρατηγού υπήρχε αυστηρή εντολή.
«Καμία γυναίκα να μην περάσει το κατώφλι της σκηνής μου.»
Η διαταγή μεταφέρθηκε καθαρά στους φρουρούς.
Και τηρήθηκε. Το γεγονός αυτό προκάλεσε ψιθύρους ανάμεσα στους στρατιώτες.
Κάποιοι το εξέλαβαν ως ένδειξη ανώτερης εγκράτειας, άλλοι ως ιδιορρυθμία. Άλλοι
έλεγαν ότι ο πολέμαρχος κουράστηκε πια, άλλοι υπονούσαν ότι μπορεί και να
γέρασε. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποια τολμηρή κοπέλα δοκίμαζε την τύχη
της· πλησίαζε πιο κοντά απ’ όσο επιτρεπόταν, χαμογελούσε στους φρουρούς, έταζε
μισό από το κέρδος της. Πάντα όμως απομακρυνόταν ευγενικά, χωρίς προσβολή αλλά
και χωρίς ελπίδα.
Αντίθετα, στις σκηνές των
αξιωματικών η κίνηση ήταν συχνότερη. Μερικές από τις κοπέλες έβγαιναν
χαρούμενες, με νομίσματα δεμένα στο μανίκι ή με μικρά δώρα που θα έδειχναν
περήφανα στο χωριό τους. Άλλες έφευγαν σιωπηλές, κρατώντας μόνο την αξιοπρέπειά
τους.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
παρέμενε απομονωμένος τα βράδια. Καθόταν μόνος, μπροστά σε έναν χαμηλό λύχνο,
με χάρτες απλωμένους και αναφορές ανοιχτές. Όσοι τον υπηρετούσαν από παλιά
γνώριζαν ότι η αποχή του δεν ήταν συνηθισμένη για άνδρα της θέσης του. Μα
κανείς δεν τολμούσε να σχολιάσει φανερά.
Μονάχα ένας παλιός
υπασπιστής του ψιθύρισε κάποτε, χαμογελώντας αμυδρά:
«Ο στρατηγός έχει αφήσει κάτι πίσω του που αξίζει περισσότερα από
όσα μπορεί να βρει σε κάθε χωριό.»
Και πράγματι, η εγκράτειά
του δεν ήταν απλώς στρατιωτική πειθαρχία. Ήταν απόφαση. Μια σιωπηλή αφοσίωση
που, όσο πιο μακριά τον οδηγούσε ο δρόμος, τόσο πιο καθαρά σχηματιζόταν μέσα
του.
Τα νέα δεν άργησαν να
φτάσουν στη Λι Σου-Γιαν. Πρώτα
από τον γιο της, που υπηρετούσε σε διοικητική θέση κοντά στο απόσπασμα, μα
κυρίως από τη γυναίκα ενός κατώτερου αξιωματικού, γυναίκα με πρόθυμη γλώσσα και αδυναμία στις
«εμπιστευτικές» αφηγήσεις, πολλές φορές με το κίνητρο να έχει ισχυρή προστασία
και άλλες με τα δώρα της Λι Σου-Γιαν. Ο άνδρας της ήταν από εκείνους που
φύλαγαν τη σκηνή του Λι Γουέν-Τσενγκ,
κι έτσι τα λόγια της είχαν πάντοτε βάρος.
Καθισμένες σε ένα
εσωτερικό δωμάτιο, με το τσάι να αχνίζει ανάμεσά τους, η γυναίκα έσκυψε ελαφρά
μπροστά.
— «Δεν έχει ξαναγίνει», είπε χαμηλόφωνα. «Τέτοια σοβαρότητα δεν
την είχαν ξαναδεί στον πολέμαρχο.»
Η Λι Σου-Γιαν ύψωσε ελαφρά τα φρύδια, σαν να άκουγε κάτι αδιάφορο.
— «Σοβαρότητα; Σε εκστρατεία; Δεν είναι κάτι το παράξενο. Αυτό δεν είναι το αναμενόμενο;»
— «Όχι έτσι», επέμεινε η άλλη. «Μετά από συμπλοκές, εκείνος ήταν
που πρώτος παρακινούσε τους στρατιώτες για γλέντια. “Θα σας κρατήσουν
ζωντανούς”, τους έλεγε. “Τώρα θα ξέρετε και γιατί πολεμάτε. Δεν είστε σίγουροι
για το τι μας ξημερώνει αύριο. Χαρείτε, ξεφαντώστε — και μετά ξεχάστε το.”»
Η Λι Σου-Γιαν έγνεψε
αργά. Τον γνώριζε αυτόν τον τόνο. Ήταν ο τρόπος του να κρατά το στράτευμα
δεμένο.
Η γυναίκα συνέχισε,
χαμηλώνοντας κι άλλο τη φωνή της.
— «Αυτή τη φορά, τίποτα. Καμία κοπέλα δεν πέρασε τη σκηνή του.
Τόσες ήρθαν. Κάποιες έφτασαν σχεδόν ως το παραπέτασμα. Ο άνδρας μου ήταν εκεί.
Διαταγή ρητή: καμία να μην περάσει.»
Η θεία έφερε το φλιτζάνι
στα χείλη της, προσποιούμενη αδιαφορία.
— «Ίσως κουράστηκε. Οι καιροί αλλάζουν.»
— «Ούτε καμιά παλιά του γνώριμη;» ρώτησε η Λι Σου-Γιαν, τάχα αθώα.
— «Ούτε μία», αποκρίθηκε η γυναίκα με έμφαση. «Κι αυτό είναι που
συζητούν όλοι. Δεν τον έχουν ξαναδεί έτσι.»
Έξω από τα δωμάτια των
αξιωματικών, οι ψίθυροι είχαν αρχίσει. Κάποιοι στρατιώτες είπαν πως ο
πολέμαρχος γέρασε. Κάποιος άλλος αντέτεινε πως γέρους πολεμάρχους δεν θέλουν.
«Όσοι κουράζονται, να μην συμμετέχουν στις εκστρατείες», ακούστηκε. «Δεν είναι
για όλους.» Μα άλλοι, πιο παλιοί, κράτησαν τη σιωπή τους. Η εγκράτεια δεν ήταν
απαραίτητα αδυναμία. Μερικές φορές ήταν επιλογή.
Η Λι Σου-Γιαν άφησε τη
συνομιλήτριά της να μιλά. Έκανε πως ακούει χωρίς να προσέχει, μα κάθε
λεπτομέρεια την αποθήκευε προσεκτικά. Δεν θεωρούσε ότι μια τέτοια αλλαγή δεν
γεννιέται από την ηλικία — ο Λι
Γουέν-Τσενγκ δεν ήταν άνδρας που λύγιζε από την κόπωση. Κάτι άλλο τον
συγκρατούσε.
Καθώς η γυναίκα του αξιωματικού
έφευγε, η Λι Σου-Γιαν έμεινε μόνη με τις σκέψεις της. Η άρνηση της Τιάν-Μι για
τον γάμο. Η ψυχρότητά της. Η ξαφνική σοβαρότητα του πολέμαρχου. Τα κομμάτια δεν
είχαν ακόμη ενωθεί, μα είχαν αρχίσει να πλησιάζουν επικίνδυνα το ένα το άλλο.
Τα γενέθλια της πεθεράς της Λι Σου-Γιάν
Η επιστροφή του Λι Γουέν-Τσενγκ στο Λο Τζιανγκ δεν
συνοδεύτηκε από θορύβους ούτε από τις συνήθεις επισκέψεις των τοπικών
προκρίτων. Ο πολέμαρχος κλείστηκε στο σπίτι του. Κανένα βράδυ δεν εθεάθη να
περπατά στην πλατεία ή να δέχεται άνδρες για κρασί και συζήτηση.
Μερικοί υπηρέτες
αποχωρούσαν νωρίς το σούρουπο και επέστρεφαν μόνο με το πρώτο φως. Το βραδινό
του φαγητό το σέρβιρε αποκλειστικά η κόρη του, η Τιάν-Μι. Κανείς άλλος δεν
περνούσε το κατώφλι του εσωτερικού δωματίου.
Η αδελφή του, η Λι Σου-Γιαν, άρχισε να ανησυχεί — ή
τουλάχιστον έτσι έδειχνε. Η απομόνωση θα μπορούσε να κρύβει μικρό τραυματισμό
από την εκστρατεία ή κάποια αδιαθεσία που ο αδελφός της δεν επιθυμούσε να
διαδοθεί. Έστειλε λοιπόν πρόσκληση για δείπνο που θα παρέθετε στο σπίτι της.
Εκείνος καθυστέρησε να απαντήσει. Την πρώτη φορά αρνήθηκε ευγενικά,
επικαλούμενος κόπωση. Τη δεύτερη όμως δεν μπορούσε να αρνηθεί.
Η Λι Σου-Γιαν γιόρταζε τα
γενέθλια της μητέρας του συζύγου της, του Γουάνγκ Τσε-Λιν, μια οικογενειακή επέτειο που, σύμφωνα με
το έθιμο, απαιτούσε συγκέντρωση συγγενών και φίλων, ευχές μακροζωίας και κοινό
δείπνο. Σε μια κοινωνία όπου η τιμή προς τους πρεσβύτερους είχε ιδιαίτερη
βαρύτητα, η απουσία του πολέμαρχου θα ερμηνευόταν ως προσβολή.
Έτσι, ένα ήρεμο
απόγευμα, ο Λι Γουέν-Τσενγκ
εμφανίστηκε στο σπίτι της αδελφής του, συνοδευόμενος από την Τιάν-Μι.
Το εσωτερικό ήταν
φωτισμένο με κόκκινα φανάρια. Στα τραπέζια είχαν ήδη πάρει θέση οι καλεσμένοι:
τοπικοί γαιοκτήμονες, συγγενείς, λίγοι αξιωματούχοι. Ανάμεσά τους βρισκόταν η
νεαρή χήρα Χουά Λι, καθισμένη δίπλα στους γονείς της — τον μεγαλογαιοκτήμονα
πατέρα της και τη μητέρα της, και οι δύο ντυμένοι με συγκρατημένη πολυτέλεια. Η
παρουσία της δεν ήταν τυχαία.
Όταν ο πολέμαρχος μπήκε
στην αίθουσα, η χήρα σήκωσε το βλέμμα της. Δεν υπήρχε θράσος σε αυτό· μόνο μια
ήρεμη, παρατεταμένη προσοχή, σαν να μετρούσε τα λόγια και τις κινήσεις του πριν
ακόμη τα εκφέρει. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, συνηθισμένος σε βλέμματα, διέκρινε τη
διαφορά. Υπήρχε σε εκείνο το βλέμμα μια εκτίμηση που κολάκευε, όχι μόνο τον άνδρα, αλλά και τον ηγέτη.
Η Τιάν-Μι στάθηκε δίπλα
του, ήρεμη στην όψη, μα η αναστάτωση στο πρόσωπό της ήταν φανερή σε όποιον
γνώριζε να παρατηρεί. Τα χέρια της έμειναν για λίγο ακίνητα πάνω στα μανίκια
της. Όταν ο πατέρας της πήρε θέση, εκείνη έσκυψε ελαφρά για να τακτοποιήσει το
κύπελλό του.
Ήταν μια ασήμαντη κίνηση
— σχεδόν αδιόρατη. Μα τα δάχτυλά της έμειναν ένα κλάσμα του χρόνου περισσότερο
απ’ όσο απαιτούσε η ευγένεια πάνω στο τραπέζι, κοντά στο χέρι του. Σαν να
όριζαν έναν αόρατο κύκλο. Τέτοιες κινήσεις, έμμεσης δήλωσης, είναι παλιές όσο
και οι ανθρώπινες σχέσεις. Δεν φωνάζουν· απλώς υπογραμμίζουν.
Η Λι Σου-Γιαν
παρατηρούσε.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του
δείπνου, η χήρα μιλούσε με μέτρο, απαντούσε με σεβασμό, μα κάθε τόσο το βλέμμα
της επέστρεφε στον πολέμαρχο. Εκείνος ανταπέδιδε με την τυπική του ευγένεια,
χωρίς υπερβολή, όμως δεν έδειχνε ενοχλημένος. Αντιθέτως, έμοιαζε να ανακτά μια
ελαφριά ζωντάνια που έλειπε τις τελευταίες εβδομάδες.
Η Τιάν-Μι συμμετείχε
ελάχιστα στη συζήτηση. Όταν η θεία της την ρώτησε κάτι για το σπίτι και τις
φροντίδες του, απάντησε σύντομα. Το βλέμμα της παρέμενε ήρεμο, αλλά η σιωπή της
είχε βάρος.
Προς το τέλος του
δείπνου, καθώς προσφέρθηκαν τα γλυκίσματα και οι ευχές για μακροζωία
ολοκληρώθηκαν, η Λι Σου-Γιαν δεν είχε πλέον αμφιβολία. Η απομόνωση, η άρνηση
των γυναικών στην εκστρατεία, η επιμονή της Τιάν-Μι να μένει στο σπίτι, όλα
έδεναν μεταξύ τους.
Δεν ειπώθηκε τίποτα
απρεπές. Δεν έγινε καμία σκηνή. Οι αποχαιρετισμοί ήταν κόσμιοι, όπως απαιτούσε
η περίσταση. Μα όταν ο πολέμαρχος και η κόρη του αποχώρησαν, η θεία έμεινε για
λίγο ακίνητη στην είσοδο, κοιτώντας τα φανάρια που ταλαντεύονταν ελαφρά στον
νυχτερινό αέρα.
Τώρα πλέον ήξερε.
Το ίδιο βράδυ, όταν
επέστρεψαν από το σπίτι της Λι Σου-Γιαν,
το αρχοντικό έμοιαζε πιο σιωπηλό από ποτέ. Οι υπηρέτες είχαν αποσυρθεί νωρίς·
οι διάδρομοι φωτίζονταν μόνο από δύο λυχνάρια.
Η Τιάν-Μι ετοίμασε η ίδια
το ελαφρύ δείπνο του πατέρα της, όπως συνήθιζε το τελευταίο διάστημα.
Τοποθέτησε το δίσκο προσεκτικά, γέμισε το κύπελλό του και κάθισε απέναντί του.
Για λίγη ώρα δεν μίλησε.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ παρατήρησε την
ασυνήθιστη σιωπή της.
— «Κουράστηκες;» τη ρώτησε ήρεμα.
Εκείνη σήκωσε το βλέμμα
της. Στα μάτια της διαγραφόταν μια ταραγμένη αποφασιστικότητα.
— «Δεν μου άρεσε ο τρόπος που σε κοιτούσε», του είπε τελικά.
Εκείνος κατάλαβε αμέσως. Δεν προσποιήθηκε άγνοια.
— «Ήταν ένα επίσημο δείπνο. Τα βλέμματα δεν έχουν σημασία.»
Η Τιάν-Μι χαμογέλασε αμυδρά, σχεδόν πικρά.
— «Για τους άλλους ίσως. Για μένα έχουν.»
Η φωνή της χαμήλωσε, αλλά έγινε πιο σταθερή.
— «Μόνο εγώ. Καμία άλλη.»
Η φράση δεν ειπώθηκε σαν
παράκληση· ειπώθηκε σαν όρκος. Ο πολέμαρχος την κοίταξε προσεκτικά. Ήξερε το
βάρος των λέξεων που είχαν ήδη ανταλλάξει οι δυο τους τις προηγούμενες
εβδομάδες, την κοινή τους απόφαση να βαδίσουν έναν δρόμο δύσκολο, κρυφό και
χωρίς εγγυήσεις.
— «Δεν μπορείς να τα έχεις όλα στη ζωή σου», συνέχισε εκείνη.
«Μαζί διαλέξαμε αυτόν τον δρόμο. Μαζί θα τον περπατήσουμε.»
Η ένταση έσπασε τη σιωπή
του δωματίου. Εκείνος σηκώθηκε και πλησίασε. Η Τιάν-Μι στάθηκε απέναντί του
χωρίς να αποστρέψει το βλέμμα. Ήταν νέα, μα εκείνη τη στιγμή έμοιαζε να κρατά
στα χέρια της απόφαση ώριμης γυναίκας. Όταν εκείνος την αγκάλιασε, εκείνη
ανταπέδωσε με μια δύναμη που δεν του ήταν άγνωστη. Τα δάχτυλά της γλίστρησαν
στην πλάτη του και τότε, σε μια αιφνίδια παρόρμηση, τα νύχια της χάραξαν βαθιά
το δέρμα του. Δεν ήταν απλώς άγγιγμα· ήταν σημάδι.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ένιωσε
τον πόνο, αλλά δεν απομακρύνθηκε αμέσως. Μόνο όταν η πίεση έγινε πιο έντονη,
όταν κατάλαβε πως εκείνη, μέσα στην ταραχή της, θα συνέχιζε, έπιασε απαλά τον
καρπό της.
— «Φτάνει», είπε χαμηλόφωνα.
Η Τιάν-Μι ανάσανε βαριά.
Στα μάτια της έλαμψε κάτι ανάμεσα σε δάκρυ και πείσμα. Ίσως, αν δεν την είχε
σταματήσει, να είχε προσπαθήσει να σχηματίσει το όνομά της πάνω στο σώμα του, μια
σφραγίδα που να μη σβήνει, μια βεβαιότητα εκεί όπου ο κόσμος γύρω τους ήταν
αβέβαιος.
Εκείνος ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της.
— «Δεν χρειάζομαι σημάδια για να θυμάμαι», της είπε.
Η ανάσα της ηρέμησε σιγά
σιγά. Το χάραγμα στην πλάτη του έκαιγε, μα δεν παραπονέθηκε. Ήξερε ότι δεν ήταν
πράξη θυμού, αλλά φόβου απώλειας και διεκδίκησης. Εκείνη τη νύχτα δεν μίλησαν
άλλο για τη νεαρή χήρα, ούτε για τα βλέμματα του δείπνου. Μα και οι δύο
κατάλαβαν πως από εδώ και πέρα, ο δρόμος που είχαν επιλέξει δεν θα δοκιμαζόταν
μόνο από κινδύνους εξωτερικούς αλλά και από τα ίδια τους τα αισθήματα.
Η
προστασία της Λι Σου-Γιαν προς τον μεγαλύτερο αδελφό της
Κάποιες φήμες είχαν
φτάσει στα αυτιά της Λι Σου-Γιαν
μέσα από μια υπηρέτρια του αρχοντικού της — μια κοπέλα χωρική που περιστασιακά
βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού του Λι
Γουέν-Τσενγκ. Την προηγούμενη νύχτα, ενώ είχε πάει νωρίτερα στη δουλειά
της, γιατι είχε αφήσει ένα κομμάτι της δουλειάς της ατελείωτο για
να καθαρίσει και να τακτοποιήσει ένα μεγάλο μεταξωτό χαλί στην κεντρική αίθουσα,
ένα ακριβό, πολύχρωμο έργο που απαιτούσε λεπτότητα και υπομονή. Καθώς τα χέρια
της κινούνταν αργά, ίσιωνε τις άκρες και ξεσκόνιζε τις λεπτομέρειες, από εκεί,
αν και μακριά από τα υπνοδωμάτια, οι χαμηλόφωνες φωνές και οι ερωτικοί ψίθυροι
που έφταναν από το διπλανό διάδρομο δεν μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητοι, και
η υπηρέτρια άκουγε προσεκτικά, με καρδιά που χτυπούσε λίγο πιο γρήγορα. Μέσα σε αυτούς, ξεχώριζαν και οι χαμηλόφωνες φράσεις
μιας νεαρής κοπέλας. Δεν είχε δει ποια ήταν αυτή η κοπέλα. Το πρωί, όταν
περίμενε να δει αν θα έβγαινε κάποια, το δωμάτιο παρέμενε κλειστό. Μπορούσε να
ήταν κάποια κοπέλα από το πανδοχείο που είχαν φροντίσει να τη φυγαδεύσουν
κρυφά· ή ίσως κάποια από τις καινούργιες που είχαν έρθει, γιατι μετά την
επίθεση που είχε δεχθεί ο πολέμαρχος μόνο τις παράγγελνε και ποτέ ο ίδιος δεν
εμφανιζόταν εκεί.
Η Λι Σου-Γιαν κάθισε ήρεμη, ακούγοντας την αφήγηση της υπηρέτριάς
της. Τα λόγια της ήταν απλά, μα είχαν τη δύναμη να προκαλέσουν αναστάτωση.
Ήξερε πως αργά ή γρήγορα θα μαθευτεί κάτι., και αυτό το «κάτι» ίσως ήταν το πιο
δύσκολο από όλα όσα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει.
Η σκέψη της περιπλανήθηκε
σε κάθε πιθανό σενάριο. Δεν ήθελε να φανταστεί τίποτα συγκεκριμένο· μόνο ήξερε
ότι η αλήθεια θα ερχόταν, είτε ήθελε να τη μάθει είτε όχι. Και μέσα σε αυτή τη
γνώση, η αίσθηση της ευθύνης της μεγάλωνε. Κάθε ψίθυρος, κάθε φήμη, ήταν ένας
μικρός προειδοποιητικός ήχος για όσα ακολουθούσαν και μαζί η ανάγκη να τα
αντιμετωπίσει και αν χρειαζόταν να τα συγκαλύψει, εάν αυτά ήταν τόσο βέβηλα.
η
ώρα της αλήθειας και του ψεύδους
Η Λι Σου-Γιαν περίμενε στον μικρό,
φωτισμένο διάδρομο της κεντρικής αίθουσας, όταν ο αδελφός της, Λι Γουέν-Τσενγκ, μπήκε αργά από την
πλευρική είσοδο. Η κίνησή του ήταν αργή, με την κούραση της πρόσφατης
περιοδείας να βαραίνει τους ώμους του, αλλά τα μάτια του διατηρούσαν τη συνήθη
αποφασιστικότητα.
— «Σε άφησα να με περιμένεις», είπε με τη συνηθισμένη ήρεμη φωνή
του.
Η Λι Σου-Γιαν δεν απάντησε αμέσως. Τον παρατήρησε, μετρώντας κάθε
λεπτομέρεια: τη στάση του, την ένταση στα χέρια του, την έκφραση στο πρόσωπό
του.
— «Δεν χρειάζεται να μείνεις μόνος στο σπίτι», είπε τελικά, με
τόνο που ήθελε να κρύψει ανησυχία αλλά δεν μπορούσε να αποκρύψει εντελώς.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ χαμήλωσε τα μάτια για μια στιγμή, και ύστερα
χαμογέλασε απαλά.
— «Ίσως έχεις δίκιο», παραδέχτηκε. «Αλλά μερικές φορές η ησυχία
είναι απαραίτητη… για να ξεκουραστώ και να σκεφτώ.»
Η Λι Σου-Γιαν έκανε ένα βήμα πιο κοντά, με την αίσθηση πως κάθε
λέξη, κάθε στιγμή, είχε βάρος.
— «Δεν χρειάζεσαι μόνο ησυχία, αδελφέ. Χρειάζεσαι και συντροφιά.»,
είπε με ήρεμη, μα σταθερή φωνή.
Η Λι Σου-Γιαν έκανε ένα βήμα πιο κοντά στον αδελφό της, τα μάτια της
σταθερά και σοβαρά. Η φωνή της ήταν ήρεμη, αλλά κάθε λέξη έφερε το βάρος της
εμπειρίας και της λογικής που μόνο χρόνια παρατήρησης μπορούν να προσφέρουν:
— «Αδελφέ», είπε, «η συντροφιά μιας γυναίκας δεν είναι μόνο ζήτημα
συναισθήματος ή συντροφικότητας. Αν δεν θέλεις γάμο, υπάρχουν και άλλες λύσεις·
κι εσύ ξέρεις καλύτερα από όλους ποιές μπορεί να είναι. Μία νέα γυναίκα πρέπει
να μπει στο σπίτι σου. Μια γυναίκα να σε φροντίζει, να μοιράζεται τις
καθημερινές ανάγκες που δεν μπορεί να καλύψει κανένας άλλος. Η Τιάν-Μι, όσο κι
αν σε αγαπά και σου συμπαραστέκεται, δεν μπορεί να σου προσφέρει όλα όσα μια
γυναίκα μπορεί να δώσει σε έναν άντρα. Κάθε άνθρωπος χρειάζεται συμπλήρωμα που
να τον φροντίζει ολοκληρωμένα.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ σιώπησε, ακούγοντας τις λέξεις της. Δεν ήταν
παρατήρηση απλή· ήταν συμβουλή, και η Λι Σου-Γιαν δεν μιλούσε ποτέ χωρίς να
ζυγίσει τη βαρύτητα κάθε λέξης.
Η Λι Σου-Γιαν σήκωσε το βλέμμα της στον αδελφό της, η φωνή της πήρε
μια ελαφρά αυστηρή, μα ήρεμη χροιά.
— «Ξέρεις», είπε, «στ’ αυτιά μου φτάνουν ψίθυροι, στόματα που λένε
πως είναι ερωτευμένη μαζί σου. Και αν πράγματι συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε δεν
υπάρχει μεγαλύτερη κατάρα. Μια κατάρα που δεν μπορείς να ξεφορτωθείς. Κι αν
γίνει ένα λάθος, ούτε εσύ, ούτε εκείνη, ούτε εμείς θα μείνουμε αλώβητοι.»
Κοίταξε τον Λι Γουέν-Τσενγκ με σοβαρότητα.
— «Δεν είσαι ξένος· είσαι οικογένειά μας. Μπορεί να είμαι η
μικρότερη αδελφή σου, αλλά κάποιες φορές και οι μικρότεροι βλέπουν μακρύτερα,
πιο καθαρά, όταν το μυαλό τους δεν είναι σκοτισμένο από τις τροχιές των άστρων.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ αναστέναξε, γέρνοντας ελαφρά το κεφάλι του.
— «Δεν είμαστε σίγουροι… Μπορεί να μην είναι δική μου. Μπορεί να
είναι του Ξιάο-Γου», είπε με σχεδόν στοχαστική φωνή, προσπαθώντας να διατυπώσει
την αβεβαιότητα που ένιωθε.
Η Λι Σου-Γιαν δεν άφησε χρόνο για δισταγμούς. Η φωνή της έφερε το
βάρος της εμπειρίας και την ακαμψία της λογικής:
— «Έστω και τι με αυτό;» τον ρώτησε με σταθερό βλέμμα. «Πάλι
βεβήλωση είναι. Τί θα πούμε; Ότι φιλοξενούσαμε την κόρη κάποιου άλλου και, όταν
άνθισε, αλλάξαμε τη φιλοξενία μας; Στο είχα πει χίλιες φορές: μια παλλακίδα —
είχες τόσες επιλογές…»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
ακούμπησε τους αγκώνες του στο τραπέζι, το κεφάλι του χαμηλωμένο.
Η Λι Σου-Γιαν συνέχισε αμέσως:
— «Ωραία… και επειδή δεν σου μοιάζει, και επειδή μοιάζει σε εκείνη
μόνο… τί σημαίνει αυτό;»
Η Λι Σου-Γιαν τον κοίταξε με ένα μείγμα στοργής και
αποφασιστικότητας. Η φωνή της ήταν ήρεμη, μα η κάθε λέξη έφερε βάρος που δεν
άφηνε χώρο για αμφιβολία.
— «Στο είχα πει τότε από την αρχή ότι είχα τις αμφιβολίες μου για
εκείνη», είπε. «Κάτι είχα μάθει· κάποιο συναίσθημα υπήρχε με εκείνον τον
εξάδελφό της. Έφυγε και σου άφησε τη μεγαλύτερη λαχτάρα… τη μεγαλύτερη…»
Στάθηκε για μια στιγμή,
αφήνοντας τη λέξη να κυλήσει αργά, βαριά, σαν αρρώστεια που σιγοκαίει και δεν
φεύγει. «Τη μεγαλύτερη ασθένεια των
αιώνιων στεναγμών — μια αρρώστεια που εμφανίζεται σιγά σιγά, αργά, αλλά
μένει μόνιμα. Κάτι σαν κρυφή πληγή που δεν κλείνει.»
Έπειτα η Λι Σου-Γιαν δαγκώνοντας
τον εαυτό της και την ντροπή της πήρε την απόφασή της. Για να ελαφρύνει τη συνείδηση
του αδελφού της, γιατι για αυτόν νοιαζόταν και όχι για την Τιάν-Μι, αυτός ήταν
αίμα της, θα έλεγε ψέμματα, ένα «γενναίο ψεύδος» που θα το γνώριζε μόνο αυτή
και κανείς άλλος δεν θα έπρεπε να μάθε ότι είναι ψεύδος.
— «Το ήξερα από την αρχή πως το παιδί δεν ήταν δικό σου. Το ήξερα…
αλλά δεν ήθελα να σε γκρεμίσω από το κάστρο σου. Ας σε γκρέμιζε κάποιος άλλος.
Μου το είχε πει εκείνος ο περιπλανώμενος έμπορος που κανόνισε τη συνάντησή τους,
μου το είχε πει όχι τότε, μετά από καιρό.»
Ο πολέμαρχος σιώπησε,
αφήνοντας τα λόγια να φτάσουν στην καρδιά του. Ήταν μια αλήθεια που δεν
μπορούσε να αντιμετωπίσει άμεσα, αλλά και ένα ψέμα που τον προστάτευε από τη
συντριβή. Στο δωμάτιο επικράτησε σιωπή· η νύχτα έξω παρέμενε ήσυχη, μα μέσα του
η συνείδηση κόχλαζε σαν ηφαίστειο.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ σκούπισε με την παλάμη του το μέτωπο, το βλέμμα
του βαρύ, και ρώτησε
— «Τι πρέπει να κάνουμε τώρα;»
Η Λι Σου-Γιαν τον κοίταξε στα μάτια, ήρεμη αλλά αποφασιστική:
— «Την παντρεύουμε», απάντησε χωρίς δισταγμό.
Ο πολέμαρχος σήκωσε ένα φρύδι, η φωνή του έγινε πιο μαλακή αλλά
ανήσυχη:
— «Και αν εκείνη δεν θέλει;»
Η Λι Σου-Γιαν τον
πλησίασε, βάζοντας τόνο που δεν άφηνε αμφιβολία:
— «Και αν ούτε κι εσύ θέλεις να την αφήσεις να παντρευτεί; Κάπως
πρέπει να τελειώνει αυτό το υπόγειο νερό που σιγοκυλάει… και που, αν δεν βρει δρόμο,
θα γίνει πίδακας και θα σηκωθεί ψηλά. Όσο πιο πολύ το κρατάς, τόσο πιο ψηλά θα
φτάσει.»
Στάθηκε για μια στιγμή, αφήνοντας τις λέξεις της να φτάσουν βαθιά
στην ψυχή του αδελφού της.
— «Πόσο θα ζεις στο βράδυ, με το βάρος των ενοχών;» συνέχισε. «Στο
βράδυ, οι ενοχές σκεπάζονται από τη νύχτα, μα γρήγορα χαράζει… και το φως της
ημέρας τις κάνει ακόμα πιο βαριές. Πρέπει να δώσεις τέλος πριν φτάσει εκείνη η
ώρα.»
Η Λι Σου-Γιαν δεν χαμήλωσε τη φωνή της. Αντιθέτως, την έκανε πιο
σταθερή, σαν να έδινε διαταγή σε πεδίο μάχης.
— «Αν ούτε εσύ θέλεις να παντρευτείς ούτε κι εκείνη, τότε πρέπει
να φύγεις. Και μάλιστα γρήγορα. Πάρε ένα απόσπασμα και πήγαινε για
επιθεωρήσεις. Μείνε μακριά όσο χρειάζεται.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
την κοίταξε σιωπηλός.
— «Γίνε για λίγο αυτός που ήσουν», συνέχισε εκείνη. «Ο σκληρός, ο
άσωτος περιπλανώμενος στρατιώτης. Εκείνος που δεν ρίζωνε πουθενά. Κάνε αυτά που
ήξερες να κάνεις. Στα χωριά δεν λείπουν οι κοπέλες. Με κάποια απ’ αυτές ίσως
καταφέρεις να τη σβήσεις από μέσα σου.»
Ο πολέμαρχος έσφιξε τα
χείλη του, μα δεν τη διέκοψε.
Η Λι Σου-Γιαν πλησίασε ένα βήμα ακόμη.
— «Όσο είστε μαζί, αυτή η πανούκλα θα σας τυλίγει. Δεν το βλέπεις;
Είναι σαν τον μεγάλο πύθωνα των νοτίων δασών σαν τον βόα που κατεβαίνει από τα
βουνά της Γιουνάν. Δεν επιτίθεται με ορμή. Τυλίγεται αργά. Σφίγγει λίγο λίγο.
Και όταν καταλάβεις τι συμβαίνει, δεν μπορείς πια να ανασάνεις.»
— «Φύγε πριν σας καταπιεί. Πριν γίνει κάτι που δεν θα μπορεί να
μαζευτεί. Ο κόσμος συγχωρεί πολλά σε έναν πολέμαρχο. Δεν συγχωρεί όμως το
σκάνδαλο μέσα στο ίδιο του το σπίτι.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ έμεινε όρθιος, με την πλάτη μισογυρισμένη προς την
αδελφή του. Όταν μίλησε, η φωνή του δεν είχε τη βεβαιότητα του πολέμαρχου· είχε
την κόπωση ενός ανθρώπου που είχε κουραστεί από τον ίδιο του τον εαυτό.
— «Δεν μπορώ πια», της εξομολογήθηκε. «Δεν μπορώ να είμαι αυτός
που ήμουν. Δεν θέλω άλλο αίμα. Δεν θέλω άλλα καμμένα χωράφια. Δεν θέλω άλλες
κοπέλες που εκλιπαρούν — από φόβο, από φτώχεια, από την ανάγκη να ξεφύγουν από
τον τόπο τους.»
Η Λι Σου-Γιαν τον άκουσε χωρίς να τον
διακόψει. Για μια στιγμή φάνηκε πως η αυστηρότητά της λύγισε. Μα μόνο για μια
στιγμή.
— «Ωραία», είπε τελικά. «Αφού δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω, πες
μου: μέχρι πότε θα μπορείτε να παίζετε θέατρο;»
Έκανε μια μικρή κίνηση
με το χέρι της, σαν να κινούσε χάρτινες φιγούρες πίσω από φωτισμένο πανί.
— «Νομίζεις ότι η ζωή είναι σαν το θέατρο σκιών; Ότι πίσω από ένα
λευκό ύφασμα μπορείτε να κουνάτε σιωπηλά τις μορφές σας και κανείς να μην
βλέπει τα νήματα; Το φως αργά ή γρήγορα θα πέσει από μπροστά.»
Η φωνή της έγινε πιο χαμηλή, πιο πρακτική.
— «Θα φύγεις πρώτα. Αυτό είναι απαραίτητο. Θα δοθεί χρόνος. Κι
έπειτα θα βρούμε έναν βολικό γαμβρό. Έναν άνδρα που να μην ενδιαφέρεται
υπερβολικά για τη γυναίκα του, υπάρχουν τέτοιοι. Άνδρες που ενδιαφέρονται
περισσότερο για τη θέση, το όνομα, τις συμμαχίες.»
Τον κοίταξε σταθερά.
— «Σιωπηλά… θα συνεχίσεις, για όσο συνεχιστεί αυτό. Χωρίς θόρυβο.
Χωρίς σκάνδαλο. Χωρίς να τιναχτεί στον αέρα το σπίτι μας.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ γύρισε και την κοίταξε σαν να την έβλεπε για πρώτη
φορά. Εκείνη δεν μιλούσε για πάθος· μιλούσε για επιβίωση.
— «Δεν είναι λύση», είπε χαμηλά.
— «Είναι ισορροπία», απάντησε εκείνη. «Στον κόσμο μας δεν υπάρχουν
καθαρές λύσεις. Μόνο λιγότερο καταστροφικές.»
Η Λι Σου-Γιαν δεν μιλούσε
απλώς ως μικρότερη αδελφή· μιλούσε ως η φωνή της λογικής που έβλεπε πιο καθαρά
την πορεία που έπρεπε να ακολουθήσουν όλοι, για εκείνην πάνω απ’ όλα ήταν η
τιμή της οικογένειας, η τιμή του ένδοξου ονόματος.
Η
εκστρατεία της χήρας
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε
αποχωρήσει από το σπίτι της αδελφής του. Η Λι Σου-Γιαν είχε δίκηο. Έπρεπε μία
αφορμή να αναχωρήσει από το χωριό Λο Τζιανγκ για λίγο καιρό, κάτι που να
φαινόταν λογικό.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
στεκόταν μπροστά στο χαμηλό τραπέζι από κυπαρίσσι, στο αρχοντικό του και είχε
απλώσει επάνω του τον χάρτη της νότιας πεδιάδας. Η γη της Σετσουάν απλωνόταν
σαν υγρό μετάξι κάτω από το βλέμμα του: ποτάμια, αρδευτικά κανάλια, δρόμοι που
ένωναν αγορές και λιμάνια. Από τότε που η δυναστεία των Τσινγκ είχε υψώσει τα
λάβαρά της, η ειρήνη ήταν εύθραυστη σαν λεπτό πορσελάνινο κύπελλο.
Πρώτος σταθμός θα ήταν το
Μεϊσάν. Θυμόταν ακόμη τη μυρωδιά του καμένου ρυζιού από τα χωράφια που είχαν
πυρπολήσει οι στασιαστές πριν δέκα χρόνια. Εκεί είχε κρεμάσει στην πύλη της
αγοράς δύο πρώην λοχαγούς των Μινγκ και είχε διαλύσει τον μυστικό τους κύκλο.
Τώρα δεν πήγαινε για αίμα· πήγαινε για σιωπή και υπακοή.
Λίγο νοτιότερα, το χωριό
Σανγκού, κοντά στο Μεϊσάν, τον απασχολούσε ιδιαιτέρως. Το ετήσιο νυφοπάζαρό του
έφερνε πλούσιους εμπόρους και προξενητές από όλη την πεδιάδα. Στο παρελθόν είχε
συλλάβει έναν μεσάζοντα που πουλούσε κορίτσια για να χρηματοδοτεί φυγάδες
πιστούς στους Μινγκ· τον είχε εκτελέσει δημόσια, για παραδειγματισμό. Αν η τάξη
χάλαγε εκεί, η φήμη θα ταξίδευε ταχύτερα κι από τον ποταμό Μιν.
Ύστερα, η σκέψη του
κατηφόριζε προς το Λουτσόου, την φυσική πύλη εξόδου της πεδιάδας της Σετσουάν προς τις νότιες επαρχίες. Χτισμένη
στις όχθες του μεγάλου ποταμού Γιανγκτσέ. η Λουτσόου δεν ήταν απλώς εμπορικό
λιμάνι· ήταν μεθοριακό παρατηρητήριο, τόπος όπου η εξουσία δοκιμαζόταν και όπου
κάθε καράβι που έδενε στην αποβάθρα μπορούσε να μεταφέρει είτε πλούτο είτε
αναταραχή. Τα νερά έφερναν αλάτι, ρύζι και κρασί, αλλά και φήμες, φυγάδες και
απεσταλμένους. Στο λιμάνι του Λουτσόου είχε ξεσκεπάσει επιστολές προδοσίας
κρυμμένες μέσα σε βαρέλια κρασιού και είχε τιμωρήσει έναν καραβοκύρη που
διευκόλυνε τη διακίνησή τους. Το Λουτσόου ήταν πύλη· κι όποιος ελέγχει την
πύλη, ήλεγχε την ανάσα της επαρχίας.
Πέρα από τα σύνορα της
Σετσουάν, στο Ζουνγί της επαρχίας Γκουϊζού, είχε βαδίσει πριν τέσσερις χειμώνες
με βαρύτερο απόσπασμα. Είχε διαλύσει συμμαχία τοπικών αρχόντων που παρείχαν
καταφύγιο σε υποστηρικτές των Μινγκ και είχε επιβάλει όρκους πίστης μπροστά σε
βωμούς προγόνων. Δεν εμπιστευόταν τις υποσχέσεις τους· η μνήμη της παλιάς
δυναστείας επέμενε στα νότια.
Λίγο πιο μέσα, σε
απόσταση περίπου μιας ημέρας νοτιοανατολικά του Ζουνγί, βρισκόταν το μικρό
χωριό Σουϊγιάνγκ, ένας ταπεινός αγροτικός οικισμός,
περιτριγυρισμένος από αναβαθμίδες ρυζιού και χαμηλούς λόφους με μπαμπού. Δεν
είχε τείχη ούτε μεγάλη αγορά· μονάχα μια μικρή αποθήκη σιτηρών και έναν ναό
προγόνων στο κέντρο.
Η σημασία του δεν
βρισκόταν στο μέγεθος, αλλά στη θέση του: έλεγχε ένα από τα μονοπάτια που
οδηγούσαν βαθύτερα στη Γκουϊζού. Σε καιρούς αναταραχής, τέτοια χωριά μπορούσαν να
γίνουν κρυψώνες φυγάδων ή σταθμοί ανεφοδιασμού μυστικών δικτύων. Για έναν
πολέμαρχο που επιθυμούσε σταθερότητα, ακόμη και ένα τόσο μικρό σημείο στον
χάρτη άξιζε επιθεώρηση.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ ως το Μέϊσάν
υπολόγιζε θα χρειαστούν τέσσερις ημέρες πορείας με σταθερό ρυθμό. Το έδαφος
ήταν ήπιο, τα χωριά πυκνά. Αν δεν σταματούσε παρά μόνο για σύντομες
επιθεωρήσεις, θα έφθανε την πέμπτη αυγή. Εκεί όμως θα έπρεπε να μείνει. Το
Σανγκού, με το νυφοπάζαρό του, απαιτούσε παρουσία — δύο ή τρεις ημέρες για
ανακρίσεις, ακροάσεις, για να θυμηθούν όλοι ποιος κρατά τη σφραγίδα της τάξης. Από
το Μεϊσάν ως τη Λουτσόου μέτρησε άλλες
πέντε ημέρες. Ο δρόμος ακολουθούσε τον ποταμό, μα το στράτευμα θα βάδιζε έφιππο
και πεζό, χωρίς πλοιάρια. Στη Λουτσόου θα έμενε δύο ημέρες μόνο — αρκετές για
να ελέγξει το λιμάνι και τις αποθήκες, όχι για να ριζώσει.
Ύστερα τα σύνορα. Η
διαδρομή προς το Ζουνγί, στην επαρχία Γκουϊτζόου,
θα απαιτούσε τέσσερις, ίσως πέντε ημέρες. Οι λόφοι δεν ήταν βουνά, μα έκοβαν
τον ρυθμό. Εκεί θα έμενε δύο ημέρες, και άλλη μία στο μικρό Σουϊγιάνγκ, για να
δείξει ότι η εξουσία δεν σταματά στις μεγάλες πόλεις.
Έπειτα σήκωσε το βλέμμα
και δεν ακολούθησε τον ίδιο δρόμο για την επιστροφή. Δεν ήθελε τα ίχνη του να
αφήνουν σημείο πάνω σε ήδη πατημένο χώμα. Από το Ζουνγί μπορούσε να στραφεί
βορειοδυτικά, να διασχίσει μικρούς οικισμούς στα σύνορα, και ύστερα να
ανηφορίσει προς το Νεϊτζιάνγκ, μια πόλη που δεν είχε περάσει στην αρχική του
διαδρομή. Εκεί θα παρέμενε μία ημέρα, φαινομενικά για ανεφοδιασμό, αλλά στην πραγματικότητα
για να διαπιστώσει αν η τάξη τηρούνταν χωρίς καμία προειδοποίηση.
Από το Νεϊτζιάνγκ θα
συνέχιζε βορειοδυτικά, περνώντας μέσα από μικρά αγροτικά χωριά της πεδιάδας,
ίσως διανυκτερεύοντας απρογραμμάτιστα σε κάποιον ναό ή αποθήκη σιτηρών. Στο τέλος
θα επέστρεφε στο Λο Τζιανγκ από διαφορετική κατεύθυνση, ώστε κανείς να μην
μπορεί να προβλέψει τα βήματά του.
Υπολόγισε πρώτα τον
γρήγορο χρόνο: αν οι άρχοντες ήταν υπάκουοι, αν δεν χρειάζονταν
παραδειγματισμοί, και οι δρόμοι παρέμεναν ανοιχτοί με τα άλογα γερά, η
περιοδεία θα ολοκληρωνόταν σε είκοσι εννέα ημέρες. Αν όμως προέκυπταν μικρά
προβλήματα, τότε μπορεί και να καθυστερούσε μερικές μέρες παραπάνω.
Δίπλωσε τον χάρτη αργά.
Δεν τον ενδιέφερε να επιστρέψει γρήγορα. Ο χρόνος δεν ήταν το πρόβλημα. Η
απειθαρχία ήταν.
Ήταν η όγδοη ημέρα του
τέταρτου σεληνιακού μήνα, ημέρα που οι γεροντότεροι του Λο Τζιανγκ θεωρούσαν
ευοίωνη, διπλά ευλογημένη από τον ζυγό αριθμό και την άνοιξη που ωρίμαζε τα
σπαρτά. Στην κεντρική πλατεία του χωριού Λο
Τζιανγκ είχαν ήδη στηθεί θυμιατήρια και κόκκινες λωρίδες υφάσματος
κρέμονταν από τα δοκάρια των γύρω σπιτιών.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
εμφανίστηκε έφιππος. Το άλογό του, σκούρο και γυαλιστερό, πατούσε αργά πάνω
στις πλάκες της πλατείας. Ο ίδιος φορούσε πανοπλία με μεταξωτό επικάλυμμα, και
στη ζώνη του κρεμόταν το σπαθί που είχε δει περισσότερες εκστρατείες απ’ όσες
χωρούσε η μνήμη των χωρικών. Πίσω του, το μικρό απόσπασμα περίμενε σε παράταξη·
κοντάρια, λάβαρα και πρόσωπα ανέκφραστα.
Στο πλάι της πλατείας
στεκόταν η αδελφή του, η Λι Σου-Γιαν, με ήρεμο βλέμμα και ευθύ κορμί. Δίπλα της
η κόρη του, η Τιάν-Μι, κρατούσε ένα λεπτό κόκκινο κορδόνι τυλιγμένο γύρω από τα
δάχτυλά της, χωρίς να τολμά να το προσφέρει. Και κοντά τους, σχεδόν ενωμένη με
τη σκιά της αδελφής του πολέμαρχου, στεκόταν η νεαρή χήρα Χουά-Λι· ντυμένη
απλά, με λευκό και γκρίζο ένδυμα, τα μαλλιά της δεμένα χαμηλά, όπως άρμοζε στην
κατάστασή της.
Όταν τα τύμπανα σώπασαν
και η στιγμή της αναχώρησης πλησίασε, η Χουά-Λι έκανε ένα βήμα μπροστά. Οι
ψίθυροι κόπηκαν. Πλησίασε το άλογο χωρίς να σηκώσει το βλέμμα της και, με μια
βαθιά υπόκλιση, ύψωσε τα χέρια της. Στα δάχτυλά της κρατούσε ένα μικρό μεταξωτό
φυλαχτό, ένα κεντημένο σακουλάκι με κόκκινη και χρυσή κλωστή, που μέσα του
έκρυβε αποξηραμένα πέταλα και έναν λεπτό πάπυρο με καλλιγραφημένη ευχή για
ασφαλή επιστροφή.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ έσκυψε
ελαφρά από τη σέλα. Δεν χαμογέλασε. Η χήρα έδεσε το φυλαχτό στο χαλινάρι του
αλόγου, κοντά στο στήθος του ζώου, ώστε να ακουμπά εκεί όπου χτυπούσε η καρδιά.
Για μια στιγμή τα δάχτυλά της άγγιξαν το δέρμα του αλόγου· ύστερα
αποτραβήχτηκε.
Δεν ειπώθηκε καμία λέξη.
Μα όλοι κατάλαβαν πως δεν ήταν απλώς ευχή, ήταν υπόσχεση σιωπηλή, δεμένη με
κόκκινη κλωστή.
Η Λι Σου-Γιαν έγνεψε
ανεπαίσθητα. Η Τιάν-Μι ύψωσε τελικά το κορδόνι της, μα ο πατέρας της είχε ήδη
ισιώσει το σώμα του στη σέλα. Με ένα ελαφρύ νεύμα έδωσε το σύνθημα. Τα τύμπανα
ήχησαν ξανά, πιο βαθιά αυτή τη φορά. Καθώς ο Λι Γουέν-Τσενγκ περνούσε την πύλη
του χωριού, το κόκκινο φυλαχτό κρεμόταν από το χαλινάρι, ανεπαίσθητα κινούμενο
στον ανοιξιάτικο αέρα, σημάδι καλής τύχης, υπενθύμιση ότι κάποιος
περίμενε την επιστροφή του.
Μόλις η πύλη έκλεισε πίσω
από το απόσπασμα και ο ήχος των τυμπάνων έσβησε το χωριό δεν έμεινε σιωπηλό. Στην
αρχή ήταν μονάχα βλέμματα. Έπειτα ψίθυροι. Τα μάτια των γυναικών στράφηκαν στο
χαλινάρι του αλόγου, εκεί όπου είχε κρεμαστεί το κόκκινο φυλαχτό της χήρας
Χουά-Λι. Δεν ήταν συνηθισμένο μια νεαρή χήρα να προχωρά πρώτη μπροστά σε έφιππο
πολέμαρχο. Δεν ήταν συνηθισμένο να δένει η ίδια το φυλαχτό, και μάλιστα τόσο
κοντά στην καρδιά του αλόγου.
«Να λοιπόν γιατί δεν
μιλούσε κανείς τόσο καιρό…» μουρμούρισε μια ηλικιωμένη, σκεπάζοντας το στόμα
της με το μανίκι.
«Κάτι θα υπήρχε ανάμεσά
τους», απάντησε άλλη, με βλέμμα που άστραψε από ικανοποίηση.
Δεν είχαν άδικο — έτσι
πίστευαν — που την έβλεπαν συχνά στο σπίτι της Λι Σου-Γιαν, της αδελφής του
πολέμαρχου. Πάντα με κάποια πρόφαση: βοήθεια στο νοικοκυριό, ανάγνωση
επιστολών. Μα τώρα, το φυλαχτό είχε δώσει σχήμα σε ό,τι ως τότε ήταν μονάχα υποψία.
Τότε μίλησε η
παραδουλεύτρα του σπιτιού του Λι Γουέν-Τσενγκ, γυναίκα με γρήγορη γλώσσα και
μάτια που παρατηρούσαν περισσότερα απ’ όσα έπρεπε.
«Την είδα», είπε
χαμηλόφωνα, μα αρκετά δυνατά ώστε να ακουστεί. «Ένα απόγευμα ερχόταν όταν
τέλειωνε η βάρδιά μας. Πέρασε με την άμαξα γύρω από τα τείχη. Δεν μπήκε από την
κεντρική πύλη. Μα ξέρω ότι υπάρχει και κρυφή είσοδος. Γιατί έστριψε η άμαξα
προς τα εκεί;»
Δεν χρειάστηκαν
αποδείξεις· οι λέξεις έφταναν. Ο ψίθυρος απλώθηκε στο χωριό σαν σιωπηλός αντίλαλος,
με μια λεπτή ειρωνεία να τον συνοδεύει. Κάθε φορά που κάποιος ανέφερε την
περιοδεία προς τα νότια, τα χείλη λύγιζαν ανεπαίσθητα. Κι έτσι, χωρίς επίσημη
απόφαση, χωρίς να τολμήσει κανείς να το διατυπώνει δημόσια, η εκστρατεία
απέκτησε όνομα. Την αποκάλεσαν χαμηλόφωνα η «εκστρατεία της χήρας».
Η πορεία προχώρησε αργά
και πειθαρχημένα. Τέσσερις ημέρες μετά την αναχώρηση από το Λο Τζιανγκ, το
μικρό απόσπασμα του Λι Γουέν-Τσενγκ έφτασε στην πρώτη στάση του, στην πόλη Μεϊσάν.
Η πλατεία ήταν έρημη σχεδόν, μόνο λίγοι χωρικοί είχαν τολμήσει να εμφανιστούν
στις άκρες των σοκακιών, κοιτάζοντας με δισταγμό τον στρατό που κατέφθανε.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ κατέβηκε
από το άλογό του και συγκέντρωσε τους επιτελείς του γύρω από ένα μικρό ψηλό
βάθρο. Ανάμεσά τους ήταν και ο δευτερότοκος γιος της αδελφής του, της Λι
Σου-Γιαν, ένας νεαρός με το βλέμμα γεμάτο περιέργεια και σεβασμό. Οι
αξιωματικοί στάθηκαν ευθυτενείς, ακούγοντας προσεκτικά κάθε λέξη. Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ ύψωσε το χέρι του και μίλησε με αυστηρή φωνή που δεν άφηνε
περιθώρια αμφιβολίας:
«Κανείς δεν θα
κακομεταχειριστεί νεαρές κοπέλλες. Έστω κι αν αυτές προσφερθούν από μόνες τους…
έστω κι αν αυτές σας προκαλέσουν. Πρέπει να εξισορροπήσουμε τα πράγματα. Δεν
πρέπει να φαινόμαστε ως κατακτητές και κυρίαρχοι.
Όσες χήρες υπάρχουν στα
χωριά και στους τόπους που διαβούμε, μόνες, ελεύθερες και προσφερόμενες, με
αυτές θα μπορείτε να περάσετε τα βράδυά σας. Αν όλα είναι ήρεμα και χωρίς
προβλήματα από τους ντόπιους, μπορείτε να έχετε και λίγες ημέρες περισσότερες.
Δεν θα ξαναμείνει έγκυος
νεαρή κοπέλλα. Αν έχετε κάτι να αφήσετε, να ξέρετε ότι θα το αφήσετε στις
νεαρές χήρες των εχθρών σας. Αλλά εάν σπείρετε κάτι εκεί, να ξέρετε πως θα
πάρετε και αυτές μαζί σας πίσω στην επιστροφή».
Οι επιτελείς σιώπησαν. Ο
δευτερότοκος γιος της Λι Σου-Γιαν κοίταξε τον θείο του και κατέβασε το βλέμμα,
κατανοώντας τη βαρύτητα των λέξεων του πολέμαρχου. Οι υπόλοιποι στρατιώτες
ένιωσαν την αυστηρότητα, μα και τη λογική της εντολής: η δύναμη τους υπήρχε για
να επιβάλλει τάξη, όχι για να καταστρέφει ψυχές.
Κι έτσι, η “εκστρατεία
της χήρας” επρόκειτο να γίνει κάτι παραπάνω από ψίθυρος. Ήταν πλέον μια
υπόσχεση, δεμένη με κόκκινη κλωστή και φυλαχτά, που θα ακολουθούσε κάθε τους
βήμα στα νότια χωριά.
Κάποιοι από τους
αξιωματικούς και τους στρατιώτες ένιωσαν μια ανεπαίσθητη σκιά δυσαρέσκειας.
Είχαν μάθει να δρέπουν νεαρά σώματα χωρίς καμία υποχρέωση, μερικές φορές και με
ψίθυρους εκβιασμού, και τώρα η αυστηρή διαταγή του Λι Γουέν-Τσενγκ έκοβε
απότομα κάθε ελευθερία δράσης. Έπρεπε να είναι προσεκτικοί, να σκεφτούν δύο
φορές πριν κάνουν οποιαδήποτε κίνηση.
Μα όλοι γνώριζαν καλά ότι
αυτή η εκστρατεία δεν ήταν εκκαθάριση ή επιβολή με βία· ήταν μια σύντομη
περιοδεία επιθεώρησης, μια διαδρομή για να διαπιστώσουν την τάξη και να
υπενθυμίσουν την εξουσία του πολέμαρχου.
Το μόνο που πραγματικά
τους ανησυχούσε ήταν η τελευταία φράση: αν έσπειραν κάτι — αν παρέβαιναν τους
κανόνες — οι συνέπειες δεν θα περιορίζονταν μόνο σε αυτούς. Θα είχαν μαζί τους
και τις επιπτώσεις, μια αόρατη αλλά βαριά κληρονομιά, ένα φορτίο, μια έγκυο
γυναίκα, που θα τους συνόδευε μέχρι την επιστροφή.
Η σιωπή που ακολούθησε
ήταν βαρύθυμη, γεμάτη κατανόηση αλλά και μια μυστική ανακούφιση: ξέραν πια τι
ακριβώς σήμαινε πειθαρχία στον Λι Γουέν-Τσενγκ.
Όταν το απόσπασμα του Λι
Γουέν-Τσενγκ έφτασε στη Μεϊσάν, η πόλη είχε σχεδόν αδειάσει από άνδρες. Οι
κάτοικοι είχαν φύγει στις πεδιάδες ή είχαν σκοτωθεί στις προηγούμενες
συγκρούσεις, και όσες γυναίκες έμεναν ήταν χήρες, σαν αιχμάλωτες της μοίρας και
των κυρίαρχων που τώρα περνούσαν από τα χωριά τους.
Οι χήρες εμφανίστηκαν
διστακτικά στις αυλές και στα σοκάκια, τα βλέμματα στραμμένα στα βαριά άλογα
και στα λάβαρα. Τα νεαρά κορίτσια του χωριού παρατηρούσαν κρυφά, ένιωθαν ζήλια,
αντί την προσοχή να την τραβούσαν αυτές τλωρα η προσοχή στρεφόταν στις
μεγαλύτερες γυναίκες· μερικές ίσως να σκέφτηκαν ότι κάποια χήρα να έκλεβε τη
δική τους τύχη.
Κάπου ανάμεσα στους
στρατιώτες, ένας νεαρός αποφάσισε να δοκιμάσει τη μοίρα του. Πλησίασε μία από
τις νεαρές κοπέλλες, γεμάτος αλαζονεία, και προσπάθησε να την παρασύρει. Η
νεαρή κοπέλλα έφερε αντίρρηση. Τον σταμάτησαν δύο συμπολεμιστές του και την
άρπαξαν από τα χέρια του και γρήγορα την έδιωξαν από κοντά του. Το ζήτημα δεν
πέρασε απαρατήρητο. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, που περιπολούσε ανάμεσα στα στρατεύματα
και παρατηρούσε τα πάντα, έμαθε αμέσως τι είχε συμβεί.
Συγκέντρωσε τον στρατό
στην κεντρική πλατεία της Μεϊσάν. Ο στρατιώτης στάθηκε στο κέντρο, με το βλέμμα
χαμηλωμένο, ενώ οι χωρικοί και οι χήρες παρακολουθούσαν σιωπηλοί. Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ διέταξε: «Όποιος παραβιάσει ξανά τους κανόνες της τάξης και της
τιμής, θα υποστεί τα ίδια».
Οι στρατιώτες τον
κοίταξαν με τρόμο. Το βουρδούλισμα ξεκίνησε. Σκληρές, μετρημένες ράβδοι
χτυπούσαν στην πλάτη και τους ώμους, προκαλώντας πόνο αλλά όχι θάνατο. Ο ήχος
των χτυπημάτων αντήχησε στα σοκάκια, και οι γυναίκες γύρισαν το βλέμμα.
Η τιμωρία δεν ήταν
τιμωρία μόνο για τον νεαρό στρατιώτη· ήταν προειδοποίηση. Οποιοσδήποτε άλλος θα
παραβίαζε τη διαταγή, θα έβρισκε την ίδια μοίρα. Η διαταγή του πολέμαρχου ήταν
ξεκάθαρη, η πειθαρχία αδιαπραγμάτευτη: η τάξη υπερίσχυε κάθε επιθυμίας ή
πάθους.
Ο πολέμαρχος αποφάσισε
άλλες δύο ημέρες στάθμευση στην πόλη. Η περιοδεία είχε ξεκινήσει με ανυπακοή
και έπρεπε τα πράγματα κάπως να ηρεμήσουν. Μόλις διαδόθηκαν τα νέα της διαταγής
του πολέμαρχου στον γηγενή πληθυσμό, τώρα το πώς ακριβώς έγινε αυτό είναι κάτι
το αβέβαιο, αλλά πάντα υπήρχαν ενδιάμεσοι που περνούσαν πληροφορίες ως
διαρροές, ξαφνικά η παρουσία των χηρών γρήγορα έγινε ορατή. Οι μεγαλύτερες
γυναίκες, με την εμπειρία και την ψυχραιμία τους, κέρδισαν την προσοχή των
στρατιωτών· κάθε βήμα τους ήταν προσεκτικό, κάθε βλέμμα μετρημένο. Η “επιτυχία”
τους ήταν αδιόρατα χαμηλότονη μα ουσιαστική. Δεν δέχθηκαν όμως όλες οι χήρες να
γίνουν ερωτικά θηράματα του στρατιωτικού αυτού αποσπάσματος. Κάποιες μάλιστα,
έφτυσαν στρατιώτες που τις πλησίασαν και προσπάθησαν να τις δελεάσουν.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
παρακολουθούσε από απόσταση, με το βλέμμα ακλόνητο. Είχε δώσει σαφείς εντολές: κανένα χτύπημα, καμία βία — μόνο συναίνεση.
Οι στρατιώτες το γνώριζαν καλά πλέον. Οποιαδήποτε παράβαση δεν θα οδηγούσε μόνο
σε ποινή, αλλά και σε δημόσια ντροπή.
Έτσι, οι χήρες, όχι όλες
αλλά μόνο οι ενδιαφερόμενες, ιδίως εκείνες που είχαν πατήσει ήδη τον όρκο του
πένθους τους έστω και μυστικά με άλλους άνδρες, είτε αυτοί ήταν πρώην φίλοι των
νεκρών συζύγων τους, είτε είταν σχετικά άγνωστοι, είτε ήταν ερωτικοί
πολιορκητές από το παρελθόν τους, δηλαδή εκείνες που είχαν αποκτήσει εμπειρία
στη σιωπηλή έλξη, άρχισαν πλέον να κινούνται δημόσια με αυτοπεποίθηση. Η τάξη
είχε εγκατασταθεί, όχι με φόβο, αλλά με σεβασμό, και οι στρατιώτες είχαν ήδη
αρχίσει να καταλαβαίνουν τη σημασία της διαταγής του πολέμαρχου.
Η πορεία από τη Μεϊσάν
ξεκίνησε νωρίς, όταν ο ήλιος μόλις είχε αρχίσει να φωτίζει τις πεδιάδες. Τα
άλογα χτύπαγαν τα πέταλα τους πάνω στη σκληρή γη. Μα μέσα στην τρίτη μέρα, η
φύση τους σταμάτησε με απότομο τρόπο. Ο ουρανός βρυχήθηκε και μια καταρρακτώδης
βροχή ξεχύθηκε από ψηλά, σαν να ήθελε να ξεπλύνει κάθε ίχνος πορείας. Η λάσπη
στα μονοπάτια έγινε βαριά και κολλητική, τα ποτάμια φούσκωσαν, και οι δρόμοι
μετατράπηκαν σε επικίνδυνους λασπότοπους για τα άλογα και το πεζικό.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ διέταξε
στάση στο χωριό Τζινγκλιάνγκ,
ένα μικρό οικισμό ανάμεσα στις πεδιάδες, λίγο πριν από τις πρώτες ανηφοριές
προς τα σύνορα. Δεν ήταν μόνο η καταρρακτώδης βροχή ο λόγος. Ένας στρατιώτης
είχε τραυματιστεί, πέφτοντας από το άλογό του στη λάσπη, και δεν μπορούσε να
συνεχίσει χωρίς φροντίδα. Έτσι, η πορεία αναγκαστικά σταμάτησε, και το
απόσπασμα ήταν υποχρεωμένο να μείνει στο Τζινγκλιάνγκ μέχρι να υποχωρήσει η
νεροποντή και να στεγνώσουν οι δρόμοι.
Οι χήρες της περιοχής
σιωπηλές σαν αόρατα φαντάσματα εμφανίστηκαν στα σοκάκια, αξιοποιώντας την
αναγκαστική στάση. Κρατούσαν καλάθια με νερό, μικρά κεντήματα και τρόφιμα,
βοηθώντας τους στρατιώτες και τα άλογα που πάλευαν στη λάσπη.
Η απροσχεδίαστη υποχρεωτική
στάση στο Τζινγκλιάνγκ άρχισε να παίρνει έναν απρόσμενο χαρακτήρα. Κάποιες
χήρες, με γνώση και αυτοπεποίθηση, οδήγησαν τους αξιωματικούς στα σπίτια τους,
πρόθυμες να βοηθήσουν σε κάθε ανάγκη. Η έννοια της φιλοξενίας ήταν κανόνας για
ένα μικρό χωριό σαν το Τζινγκλιάνγκ· κανείς δεν θα τολμούσε να τον παραβεί, κι
οι χήρες το σεβόντουσαν με ακρίβεια.
Η φιλοξενία όμως είχε και
άλλες πτυχές. Όταν ο άνδρας του σπιτιού είχε λείψει από καιρό και δεν επρόκειτο
ποτέ να επιστρέψει, τότε η περιποίηση ενός επισκέπτη μπορεί να ξεπερνούσε τα
συνηθισμένα όρια. Οι χήρες κινήθηκαν με τέτοιο τρόπο που ο κάθε στρατιώτης και
αξιωματικός αντιλαμβανόταν τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον σεβασμό και την
ανοιχτή φροντίδα.
Η λάσπη, η νεροποντή και
η πλημμύρα είχαν μετατρέψει το χωριό από ένα απλό πέρασμα σε ένα ανέλπιστο λασπότοπο
ξεκούρασης. Μόλις οι δρόμοι θα στέγνωναν
η πορεία θα συνεχιζόταν προς το Σανγκού.
Η περιοδεία του Λι
Γουέν-Τσενγκ είχε διαρκέσει πάνω από δύο μήνες, πολύ περισσότερο από ό,τι
αρχικά είχε υπολογίσει. Αυτή η καθυστέρηση δεν οφειλόταν τόσο στις δυσκολίες
της περιοδείας, που ήταν περιορισμένες και κυρίως συνδεδεμένες με τις αστάθειες
του καιρού και τις λασπώδεις διαδρομές, αλλά και στη διάθεση και στους
υπολογισμούς του Λι Γουέν-Τσενγκ. Ο πολέμαρχος δεν ήθελε να επιστρέψει γρήγορα
στη βάση του για τους δικούς του προσωπικούς λόγους. Αυτή η καθυστέρηση όμως θα έδινε στους στρατιώτες
και στις χήρες την ευκαιρία να αναπτύξουν σχέσεις με μεγαλύτερη διάρκεια,
μακριά από τις σύντομες στάσεις της μιας μόνο βραδιάς. Έτσι, οι ημέρες στο
Τζινγκλιάνγκ και στα υπόλοιπα χωριά που πέρασε το εκστρατευτικό σώμα
μετατράπηκαν σε μικρές «ζώνες ανάπαυλας», όπου η καθημερινότητα συνδυαζόταν με στιγμές συναντήσεων και
γνωριμιών, προσεκτικών αλλά αληθινών. Οι χήρες μπορούσαν να φροντίζουν, να
συνομιλούν, να προσφέρουν, ενώ οι στρατιώτες μάθαιναν να χειρίζονται ως νέα
πραγματικότητά τους τη συναίνεση και
τον αμοιβαίο σεβασμό, κάτι που ίσως το μάθαιναν για πρώτη φορά.
μια
παλαιά και μια νέα ερωμένη συναντιούνται
Όσο έλειπε ο πολέμαρχος
οι υπηρέτριες ψιθύριζαν μεταξύ τους. Κι ανάμεσα στα ονόματα που ακούγονταν
συχνότερα ήταν εκείνο της Σιάο-Γινγκ. Μια γυναίκα που είχε φτάσει χρόνια πριν
μαζί με το στράτευμα. Που δεν είχε ποτέ επίσημο τίτλο, μα ούτε και είχε φύγει.
Η ευκαιρία για τη
συνάντηση ήρθε ένα πρωινό στην όχθη του μικρού ποταμού έξω από το χωριό Τζο
Λιανγκ. Η Τιάν-Μι είχε πάει με δύο υπηρέτριες για να κάψει θυμίαμα στο μικρό
ιερό της Γκουανγίν που βρισκόταν κάτω από μια παλιά ιτιά. Ήταν γεμάτη ανησυχία
για την καθυστέρηση της επιστροφής του πολέμαρχου. Ο καπνός ανέβαινε αργά μέσα
στον υγρό αέρα του ποταμού, διαλυόταν ανάμεσα στα κλαδιά της ιτιάς και έμοιαζε
να παίρνει μαζί του τις άρρητες υποψίες της. Ο αέρας μύριζε υγρασία και στάχτη
ρυζιού.
Καθώς οι υπηρέτριες
απομακρύνθηκαν για να γεμίσουν στάμνες, μια γυναίκα στάθηκε δίπλα της. Ντυμένη
απλά, με βαμβακερό φόρεμα στο χρώμα του ξεθωριασμένου δαμάσκηνου, έμοιαζε με
κοινή χωρική. Όμως το βλέμμα της ήταν σταθερό.
«Δεσποινίς Τιάν-Μι;» είπε
χαμηλά. «Συγχωρήστε την τόλμη μου. Κάποτε εργαζόμουν στο σπίτι του άρχοντα Λι.»
Η Τιάν-Μι γύρισε απότομα.
«Εργαζόσασταν; Δεν σας έχω δει.»
Η γυναίκα χαμογέλασε
αχνά. «Δεν θα με βλέπατε. Ήμουν υπεύθυνη για τα κλειδιά της αποθήκης με τα
όπλα, εκεί πίσω από το γραφείο του άρχοντα — δίπλα στη λιμνούλα με τους δύο
λευκούς κυπρίνους..»
Η Τιάν-Μι ένιωσε το
στομάχι της να σφίγγεται. Αυτή η λεπτομέρεια δεν ήταν γνωστή έξω από τον οίκο.
Η γυναίκα συνέχισε ήρεμα:
«Ξέρω ότι ο άρχοντας προτιμά να εργάζεται τα βράδια με το παράθυρο μισάνοιχτο,
ακόμη και τον χειμώνα. Ξέρω ότι όταν επιστρέφει από εκστρατεία, δεν αγγίζει
κανέναν για τρεις ημέρες. Πρώτα επισκέπτεται το μικρό οικογενειακό βωμό πίσω
από την κεντρική αίθουσα. Μετά μένει μόνος.»
Η φωνή της δεν είχε πικρία. Είχε βεβαιότητα.
«Και ποια είστε;» ψιθύρισε η Τιάν-Μι.
Η γυναίκα έσκυψε ελαφρά. «Με
λένε Σιάο-Γινγκ. Κάποτε υπηρέτησα πολύ κοντά του.»
Η σιωπή ανάμεσά τους βάρυνε.
«Ο άρχοντας είναι
άνθρωπος που δεν ξεχνά», πρόσθεσε η Σιάο-Γινγκ. «Οι δεσμοί που δημιουργούνται
σε καιρό πολέμου είναι ισχυρότεροι από εκείνους της ειρήνης.»
Η Τιάν-Μι ένιωσε ότι ο
χώρος γύρω της μίκρυνε. Δεν ήταν απλή υπηρέτρια. Ήταν κομμάτι της ιστορίας του.
«Δεν εργάζομαι πια εκεί»,
συνέχισε η Σιάο-Γινγκ, «μα το σπίτι δεν παύει να είναι και δικό μου. Κάθε
σανίδα του, κάθε κρυφό πέρασμα … τα γνωρίζω.»
Τα λόγια αυτά ήταν
απειλή.
«Υπηρετούσα στα εσωτερικά δωμάτια», συνέχισε η
Σιάο-Γινγκ. «Ξέρω πώς κάθεται όταν σκέφτεται — ποτέ με την πλάτη πλήρως
ακουμπισμένη. Ξέρω πως προτιμά το φως να πέφτει λοξά από τα αριστερά, όχι κατά
πρόσωπο. Δεν του αρέσει να τον κοιτούν ευθέως.»
Η Τιάν-Μι ένιωθε ότι κάθε
λέξη αφαιρούσε ένα μικρό κομμάτι από τη δική της οικειότητα.
Η Σιάο-Γινγκ έσκυψε
ελαφρά, σαν να μοιραζόταν μυστικό γυναικών. «Και δεν αγαπά την υπερβολή. Ο
άρχοντας προτιμά τη σιωπή πριν από την αφή. Μια γυναίκα που στέκεται ακίνητη
για μια στιγμή… που αφήνει τον αυχένα της ελεύθερο όταν λύνει τα μαλλιά της…
αυτό τον κάνει να ξεχνά τον πόλεμο.»
Η Τιάν-Μι ένιωσε τα
δάχτυλά της να σφίγγουν το θυμίαμα.
«Ξέρετε», συνέχισε, «όταν επιστρέφει από
εκστρατεία, δεν αγγίζει κανέναν τις πρώτες τρεις νύχτες. Πρέπει πρώτα να
καθαρίσει τη σκέψη του. Αν κάποια γυναίκα τον πιέσει, απομακρύνεται. Αν όμως
τον περιμένει… τότε εκείνος κάνει το βήμα.»
Η Τιάν-Μι κατάλαβε ότι τα
λόγια δεν ήταν απλή πληροφόρηση. Ήταν υπενθύμιση.
Η Τιάν-Μι την κοίταξε
κατάματα αυτή τη φορά. Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα, μα η φωνή της βγήκε
σταθερή. «Μα… πώς δεν έχω ακούσει ποτέ για εσάς από εκείνον;»
Η ερώτηση έμεινε να
αιωρείται ανάμεσά τους, όπως ο καπνός του θυμιάματος που ακόμη στροβιλιζόταν
κάτω από την ιτιά. Η Σιάο-Γινγκ δεν απάντησε αμέσως. Το βλέμμα της γλίστρησε προς
το ποτάμι, όπου το νερό κυλούσε αργό, θολό από τις βροχές. Για λίγες αναπνοές
σώπασε. Ύστερα μίλησε.
«Ίσως», είπε ήρεμα,
«κάποιες σχέσεις να μην πρέπει να ανακοινώνονται. Να τις γνωρίζουν μόνο όσοι
οφείλουν να τις γνωρίζουν.»
Η Τιάν-Μι ένιωσε την
ψυχρότητα πίσω από τη γαλήνη της φωνής της.
Η Σιάο-Γινγκ συνέχισε,
χωρίς να την κοιτά:
«Ίσως κάποιες σχέσεις να μη στηρίζονται σε ανταλλάγματα. Να μη χρειάστηκε ποτέ
να δημοσιοποιηθούν. Να μη χρειάστηκε να επισημοποιηθούν με λόγια ή τελετές.»
Έστρεψε τότε αργά το
πρόσωπό της προς τη νεαρή κοπέλλα. «Όταν δύο άνθρωποι έχουν σταθεί ο ένας δίπλα
στον άλλον σε νύχτες που μυρίζουν αίμα και καμένο ξύλο, δεν χρειάζονται
τίτλους.»
Η φράση δεν υψώθηκε·
ειπώθηκε σχεδόν απαλά. Κι όμως, είχε το βάρος σφραγίδας.
Η Τιάν-Μι ένιωσε πως κάθε
βεβαιότητα που είχε για τη θέση της μέσα στο αρχοντικό του Λι Γουέν-Τσενγκ
ράγιζε αθόρυβα. Εκείνη είχε έρθει όταν οι αυλές ήταν ήδη στρωμένες, όταν τα
δωμάτια ήταν ζεστά και οι υπηρέτες πειθαρχημένοι. Η άλλη είχε υπάρξει πριν από
αυτά.
Η Σιάο-Γινγκ κράτησε το
βλέμμα της πάνω στο νερό για μια ακόμη στιγμή, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να πει
περισσότερα. Ύστερα μίλησε, σχεδόν ψιθυριστά.
«Δεν λέγονται πάντα όλα
όσα αξίζει να ειπωθούν», πρόσθεσε χαμηλόφωνα. «Κάποια πράγματα… απλώς
συνεχίζουν να υπάρχουν.»
Έκανε μια μικρή παύση.
Κοίταξε μακρυά στον ορίζοντα, ίσως για να πιστέψει και η ίδια περισσότερο τα
λόγια της.
«Υπάρχουν όπως οι ρίζες
της ιτιάς κάτω από το χώμα. Δεν φαίνονται, δεν τις μνημονεύει κανείς, κι όμως
κρατούν τον κορμό όρθιο. Ακόμη κι αν αλλάξουν τα φύλλα, ακόμη κι αν ο άνεμος
φέρει νέα άνθη.»
Η Τιάν-Μι ένιωσε το νόημα
να απλώνεται σαν σκιά γύρω της. Δεν ήταν απειλή που μπορούσε να αντικρούσει.
Δεν ήταν κατηγορία. Ήταν η διεκδίκηση μιας αόρατης συνέχειας.
Η Σιάο-Γινγκ χαμήλωσε
ελαφρά το κεφάλι, σαν να είχε μόλις πει κάτι απλό και αυτονόητο.
«Ο χρόνος δεν σβήνει όλα
τα ίχνη», είπε πιο απαλά. «Κάποια μένουν, ακόμη κι όταν δεν τα βλέπει κανείς.»
Και τότε σώπασε,
αφήνοντας τα λόγια της να ριζώσουν βαθύτερα από κάθε φανερή απειλή. Η φράση
έμεινε να αιωρείται, διφορούμενη.
Όταν οι υπηρέτριες της
Τιάν-Μι πλησίασαν ξανά, η Σιάο-Γινγκ είχε ήδη απομακρυνθεί, σαν να τη ρούφηξε η
ομίχλη του ποταμού. Όμως τα λόγια της είχαν ριζώσει βαθιά.
Για πρώτη φορά, η Τιάν-Μι
δεν αναρωτήθηκε μόνο αν η καρδιά του Λι Γουέν-Τσενγκ της ανήκε. Αναρωτήθηκε αν
γνώριζε το σώμα και τη σιωπή του τόσο καλά όσο εκείνη η σκιά που κινούνταν σαν
να ανήκε στο ίδιο το σπίτι.
η
επιστροφή από την εκστρατεία της χήρας
Καθώς το μικρό
εκστρατευτικό σώμα επέστρεψε στο Λο
Τζιανγκ, εκτός από τους κουρασμένους στρατιώτες και τα καταπονημένα άλογα, για
πρώτη φορά ήλθαν μαζί του και άγνωστα πρόσωπα. Τέσσερις νεαρές χήρες, από τις
περιοχές της περιοδείας της επιθεώρησης.
Κάθε χήρα συνοδευόταν από
έναν χαμηλόβαθμο βαθμοφόρο· τέσσερις άγαμοι άνδρες είχαν αποφασίσει ότι θα
νυμφεύονταν αυτές τις κοπέλες. Η κάθε χήρα προερχόταν από διαφορετικό τόπο. Η μία
από το Τζινγκλιάνγκ, η άλλη από τη Μεϊσάν, η τρίτη από το Σουϊγιάνγκ και η τέταρτη από τη
Σανγκού. Σε λίγους μήνες, ο σταθερός και σχετικά μικρός πληθυσμός της περιοχής
γύρω από το Λο Τζιανγκ θα αποκτούσε νέους εγγεγραμμένους. Οι τέσσερις νεαρές
γυναίκες, με εμπειρίες τους από τα χωριά και τις περιοχές που είχαν ζήσει, θα
ενίσχυαν τις οικογένειες των χαμηλόβαθμων βαθμοφόρων και θα έφερναν νέες
ισορροπίες στην αγροτική κοινότητα.
η
απόταξη
Η επιστροφή στο Λο
Τζιανγκ είχε φέρει μαζί της τον αέρα της ολοκλήρωσης, αλλά και την ανάγκη να
κλείσουν εκκρεμότητες που είχαν σημαδέψει την περιοδεία. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε
δύο υποθέσεις στρατιωτών που έπρεπε να διευθετηθούν ώστε η τάξη και η πειθαρχία
να αποκατασταθούν πλήρως.
Ο πρώτος ήταν εκείνος που
είχε αποπειραθεί να παρασύρει με τη βία μια νεαρή κοπέλα στο Μεϊσάν. Ο δεύτερος
στρατιώτης είχε κλέψει προμήθειες από τους ντόπιους και αποθέματα του
αποσπάσματος στο Λουτσόου, το ποτάμιο λιμάνι που είχε επισκεφθεί η περιοδεία. Η
κλοπή του ήταν πράξη που υπονόμευε την αξιοπιστία του σώματος και απειλούσε τις
σχέσεις με τους ντόπιους, και γι’ αυτό η τιμωρία του ήταν αναπόφευκτη.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ είχε αποφασίσει
ότι και οι δύο αποτάξεις δεν θα έπρεπε να γίνουν στον τόπο διάπραξης του αδικήματος ή της παραβίασης της
εντολής αλλά θα έπρεπε να πραγματοποιηθούν στην έδρα του στρατεύματός του, στο Λο
Τζιανγκ, στην κεντρική αυλή του στρατοπέδου του.
Η αυλή του στρατοπέδου
στο Λο Τζιανγκ ήταν σιωπηλή, γεμάτη ένταση. Οι στρατιώτες είχαν μαζευτεί γύρω, σχηματίζοντας έναν ευθύγραμμο
κύκλο, κοιτάζοντας προς το κέντρο όπου ο Λι Γουέν-Τσενγκ θα εκτελούσε μια
απόφαση που δεν αφορούσε μόνο δύο άντρες, αλλά υπενθύμιζε σε όλους την
πειθαρχία και τη σοβαρότητα της θέσης τους.
Οι δύο στρατιώτες
στάθηκαν μπροστά στον πολέμαρχο. Ο πρώτος ήταν αυτός που στο Μεϊσάν είχε
αποπειραθεί να παρασύρει με βία μια νεαρή κοπέλα· η τιμωρία του, μπροστά στην
κεντρική πλατεία της πόλης, είχε αφήσει ανεξίτηλο σημάδι σε όλους: οι βουρδουλιές
είχαν αποδείξει ότι καμία παραβίαση συναίνεσης δεν θα μένει ατιμώρητη.
Ο δεύτερος στρατιώτης
είχε κλέψει προμήθειες από τους ντόπιους και αποθέματα του αποσπάσματος στο
Λουτσόου, το ποτάμιο λιμάνι. Εκεί, η τιμωρία του ήταν σκληρή αλλά καθαρά συμβολική:
είχε αναγκαστεί να επιστρέψει τα κλεμμένα, να υποστεί δημόσια υποτίμηση και
επιπλήξεις μπροστά στους κατοίκους και τους συντρόφους του, για να γίνει σαφές
ότι η κλοπή δεν ήταν ανεκτή.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ τους
διάβασε τις αποφάσεις του με σταθερή φωνή, χωρίς θυμό, αλλά με απόλυτη
αποφασιστικότητα: «Και οι δύο
αποτάσσεστε από το σώμα μου. Δεν θα υπηρετήσετε ξανά υπό την εντολή μου. Όποιος
παραβιάζει τους κανόνες, χάνει τον δεσμό του με το στράτευμα. Χάνει τη σύνδεσή
του με την οικογένειά μας.»
Στη συνέχεια, οι
αξιωματικοί αφαίρεσαν τα διακριτικά, τα όπλα και τα σπαθιά τους και τα
τοποθέτησαν μπροστά στους δύο αποταχθέντες. Η τελετουργία της αφαίρεσης ήταν
βραδεία και επιβλητική· κάθε κίνηση είχε νόημα. Οι στρατιώτες που
παρακολουθούσαν ένιωθαν τη βαρύτητα του γεγονότος, κατανοώντας ότι η απόταξη
δεν ήταν τιμωρία σωματική, αλλά συμβολική
και οριστική διαγραφή από την τάξη και την πειθαρχία του σώματος.
Οι δύο άντρες έσκυψαν το
κεφάλι, κρατώντας το βλέμμα τους χαμηλά, και παρέλαβαν από τον Λι Γουέν-Τσενγκ
τα τετράγωνα έγγραφα της απόταξης, που θα τους υπενθύμιζαν για πάντα ότι είχαν
παραβεί τους κανόνες του σώματος. Αργά, αμίλητοι, απομακρύνθηκαν από την αυλή,
αφήνοντας πίσω τους ένα μάθημα που κανείς στρατιώτης δεν θα ξεχνούσε: η
πειθαρχία ήταν πάνω από κάθε προσωπική επιθυμία ή αδίκημα, και η εντολή του
πολέμαρχου ήταν νόμος.
Η αυλή του στρατοπέδου
στο Λο Τζιανγκ είχε αδειάσει από τους δύο αποταχθέντες, αλλά οι ψίθυροι των
στρατιωτών δεν είχαν σταματήσει. Οι άντρες συγκεντρώθηκαν σε μικρές ομάδες κοιτάζοντας με ενδιαφέρον τα διακριτικά και
τα όπλα που είχαν αφαιρεθεί από τους δύο συναδέλφους τους.
«Αυτές οι βουρδουλιές…»
μουρμούρισε ένας, κουνώντας το κεφάλι «δεν ήταν αρκετή τιμωρία; Έπρεπε να
φθάσουμε ως εδώ;»
Κάποιος άλλος συναινετικά
συμπλήρωσε «Δεν κάναμε κι εμείς τα ίδια σε προηγούμενες εκστρατείες ή μήπως
κάποιοι κάνετε ότι δεν θυμάστε; Τι έχει αλλάξει τώρα;»
«Ε, και γιατί να
προστατεύει τις νεαρές κοπέλες; Πατέρας τους είναι;» αντέτεινε ένας τρίτος, με
ένα ειρωνικό τόνο. «Κάποια νεαρή θα τον έχει σαγηνεύσει και σε κάθε κοπέλα θα
νομίζει ότι βλέπει εκείνη και ότι δεν πρέπει να την αγγίξει κανείς!»
Μια στιγμή σιωπής. Στη
συνέχεια, ένας πιο έμπειρος στρατιώτης μίλησε με σταθερή φωνή: «Το στράτευμα
χρειάζεται πειθαρχία και κανόνες. Δεν μπορούμε να αφήνουμε τα πάντα στην τύχη.»
«Ναι, αλλά οι καινούργιοι
κανόνες θέλουν χρόνο για να αφομοιωθούν», παρατήρησε κάποιος άλλος, φέρνοντας
τον τόνο της ανησυχίας και της κατανόησης.
Η συζήτηση έδειχνε
ξεκάθαρα τη διαφορά που υπήρχε στο στράτευμα για τους δύο αποταχθέντες. Όλοι
συμφώνησαν για τον δεύτερο, τον κλέφτη από το Λουτσόου. «Για αυτόν ήταν δίκαιο
να τον αποτάξουμε», είπε ένας, και κανείς δεν διαφώνησε. Η παραβίαση της
πειθαρχίας ήταν σαφής και αναμφισβήτητη.
Οι ψίθυροι δεν είχαν σταματήσει.
Οι μικρές ομάδες στρατιωτών συνέχιζαν να μιλούν χαμηλόφωνα, ανταλλάσσοντας
σκέψεις και υποψίες.
«Και τι σημαίνει αυτό το
ξαφνικό ενδιαφέρον του για τις ξένες χήρες;» ρώτησε κάποιος με ύφος που έκρυβε
αμφιβολία.
«Δεν καταλαβαίνετε»,
απάντησε ένας άλλος, χαμηλώνοντας τη φωνή, σα να φοβόταν να ακουστεί από τον
πολέμαρχο. «Αν κάποιοι από εμάς φέρουν και παντρευτούν χήρες από τα ξένα, τότε
και ο δικός του γάμος με τη νεαρή χήρα, την Χουά-Λι, δεν θα φαίνεται
αταίριαστος. Θα φαίνεται ότι ακολούθησε το παράδειγμα των στρατιωτών του, ενώ
εκείνος είναι που θα το έχει επιβάλλει.»
Ένας τρίτος, πιο
σκληρός, σχολίασε με ειρωνεία: «Για αυτό θα μείνετε πάντοτε χαμηλά και δεν θα
ανέβετε στην ιεραρχία. Δεν καταλαβαίνετε που αποσκοπεί αυτό; Αυτές που είναι
βάρος για την κοινωνία που ζουν — ίσως για κάποιες να φταίμε κι εμείς που σε
μάχες σκοτώσαμε τους άντρες τους — τώρα, με αυτό τον τρόπο, αυτό το βάρος
φεύγει από το χωριό τους. Το παίρνουμε εμείς μαζί μας και το φέρνουμε εδώ.»
«Δεν είναι ανάγκη να κουβαλήσει
κανείς κάποια χήρα μαζί του», διαφώνησε ένας άλλος, προσπαθώντας να μειώσει την
ένταση. «Δεν είναι υποχρεωτικό.»
«Και τι, θα την αφήσει
εκεί, έγκυο με το παιδί του;» ανταπάντησε ένας τέταρτος, η φωνή του σκληρή.
«Δεν βλέπετε ότι είναι μονόδρομος;»
«Ναι, αλλά εάν είχατε
πολλές κοπέλλες στη γη σας, δεν θα ψάχνατε για κοπέλλες αλλού», είπε κάποιος
άλλος, πιο λογικός. «Αυτός είναι ένας τρόπος να φέρουμε νέες γυναίκες στη γη
μας. Γη έχουμε, γυναίκες δεν έχουμε. Και όσες είναι όμορφες κοιτάνε να πάνε
αλλού, να πάνε στην πρωτεύουσα.»
Η συζήτηση συνέχιζε, με
ψιθύρους που έρχονταν και παρέμεναν ακατάληπτοι από μακριά, χωρίς ποτέ να
καταλήξουν σε μια κοινή άποψη. Κάθε στρατιώτης είχε τη δική του γνώμη, ανάλογα
με το τί ήθελε να αναγνωρίσει, και η αυλή του στρατοπέδου γέμιζε με σκέψεις
μισοκρυμμένες, με υποθέσεις και με αμφιβολίες.
Οι ψίθυροι μπερδεύονταν με το θρόισμα των φύλλων και τον αχνό ήχο των αλόγων.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ στεκόταν σιωπηλός στην άκρη. Ήξερε ότι η απόφαση είχε αφήσει
υποδόριες εντάσεις· ήξερε όμως ότι η πειθαρχία και η τάξη δεν ήταν θέμα
δημοφιλίας, αλλά ανάγκης.
η
νύχτα της διεκδίκησης
Το μεγάλο αρχοντικό του
Λι Γουέν-Τσενγκ υψωνόταν σαν μικρή οχυρωμένη πολιτεία ανάμεσα σε χωράφια σόργου
και αρδευτικά κανάλια. Ψηλοί πλίνθινοι τοίχοι, βαριά ξύλινη πύλη με σιδερένια
καρφιά, εσωτερικές αυλές που άνοιγαν η μία μέσα στην άλλη σαν μυστικά κουτιά.
Ο άρχοντας είχε
επιστρέψει εδώ και τρεις ημέρες από την εκστρατεία του στα νότια σύνορα. Κι
όμως, δεν είχε καλέσει την Τιάν-Μι στα ιδιαίτερά του διαμερίσματα της
ανατολικής πτέρυγας.
Η νύχτα είχε απλωθεί
βαριά πάνω από το αρχοντικό στο Τζο Λιανγκ. Οι αυλές είχαν αδειάσει, τα φανάρια έκαιγαν χαμηλά και οι σκιές των κεραμιδιών
έπεφταν κοφτές πάνω στις πέτρινες πλάκες. Μόνο οι δύο φρουροί έμεναν άγρυπνοι,
πιστοί στον άρχοντά τους, πιστοί σε εκείνον που τους έχει εμπιστευθεί τόσα
χρόνια.
Η Τιάν-Μι περίμενε. Στο
δωμάτιό της, η λυχνία από σησαμέλαιο έτρεμε ελαφρά, ρίχνοντας θερμό φως πάνω
στο γυμνό της δέρμα. Είχε αφήσει τα μεταξωτά της ρούχα διπλωμένα προσεκτικά στο
παραβάν. Δεν φορούσε παρά μόνο τα μαλλιά της λυμένα, να πέφτουν βαριά στην
πλάτη της. Ζήλεια και ανησυχία είχαν ριζώσει μέσα της σαν επίμονο αγριόχορτο. Μέχρι
τώρα πίστευε πως έπρεπε να νικήσει κάποια γυναίκα του παρόντος, ίσως μια τυχαία
γνωριμία από την εκστρατεία, μια νέα μορφή που θα είχε τραβήξει το βλέμμα του.
Τώρα όμως γνώριζε. Η αντίπαλος δεν ήταν καινούργια. Ήταν παλιά. Ήταν ρίζα.
Η Σιάο-Γινγκ δεν είχε
φωνάξει, δεν είχε διεκδικήσει. Κι όμως, είχε μιλήσει σαν κάποια που γνώριζε την
ανάσα του. Σαν κάποια που είχε σταθεί δίπλα του σε νύχτες που η Τιάν-Μι δεν
μπορούσε καν να φανταστεί.
Αυτό δεν μπορούσε να το
ανεχθεί η Τιάν-Μι. Δεν μπορούσε να ανεχθεί ότι μπορούσε να υπάρξει κάποια άλλη
στη θέση της, κάποια που να ήταν πρόθυμη να προσφέρει ότι του είχε προσφέρει
αυτή. Η νεαρή Τιάν-Μι δεν ήθελε απλά να αφαιρέσει μια γυναίκα από το μυαλό του
Λι Γουέν-Τσενγκ, ήθελε να αφαιρέσει ένα μεγάλο και άγνωστο παρελθόν.
Άκουσε βήματα στον
διάδρομο της ανατολικής πτέρυγας. Σταθερά. Οικεία. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά,
όχι από συστολή αλλά από απόφαση. Όταν η πόρτα άνοιξε, δεν έτρεξε να σκεπαστεί.
Στάθηκε όρθια, γυμνή, στο φως της λυχνίας. Το σώμα της δεν ήταν πρόκληση· ήταν
δήλωση. Οι ώμοι της ίσιοι, το πηγούνι ελαφρά ανασηκωμένο. Δεν έσκυψε τα μάτια
όπως όφειλε μια νεαρή ερωμένη. Τον κοίταξε.
Ο πολέμαρχος Λι
Γουέν-Τσενγκ στάθηκε για μια στιγμή στο κατώφλι. Το βλέμμα του πέρασε πάνω της
αργά, αλλά με εκείνη τη βαριά προσοχή που έδινε σε ό,τι θεωρούσε δικό του.
Η Τιάν-Μι έκανε ένα βήμα
προς το μέρος του. «Τρεις νύχτες είναι πολλές», του είπε χαμηλόφωνα. Δεν υπήρχε
παράπονο στη φωνή της. Υπήρχε διεκδίκηση. Τον πλησίασε κι άλλο, μέχρι που η
ζεστασιά του σώματός του ακούμπησε τη δική της. Σήκωσε τα χέρια της και άφησε
τα δάχτυλά της να γλιστρήσουν αργά από τους ώμους του προς το στήθος του,
νιώθοντας την αναπνοή του.
Εκείνη τη νύχτα, όταν τον
οδήγησε στο στρώμα, δεν φρόντισε να χαμηλώσει τη φωνή της. Δεν έπνιξε τους
ήχους που ξέφευγαν από τα χείλη της, όπως σε όλες τις προηγούμενες συναντήσεις
τους. Άφησε την απόλαυση να ακουστεί πέρα από το ξύλινο παραβάν, να κυλήσει
στον διάδρομο, να φτάσει στα αυτιά των φρουρών που ξαγρυπνούσαν. Αν υπήρχαν
σκιές που πίστευαν ότι είχαν ρίζες σε αυτό το σπίτι, θα μάθαιναν πως το παρόν
έχει φωνή. Δεν ήταν μόνο πόθος. Ήταν αναγγελία.
Τα δάχτυλά της δεν ήταν
διστακτικά. Το σώμα της δεν έμεινε ακίνητο όπως ίσως θα προτιμούσε εκείνος σε
άλλες νύχτες. Τον διεκδίκησε με τόλμη, με μια σχεδόν άγρια επιμονή, σαν να
ήθελε να σβήσει από το δέρμα του κάθε μνήμη που δεν της ανήκε. Μέσα στην
ένταση, μέσα στους βαρείς αναστεναγμούς, μια σκέψη χτυπούσε καθαρά στο μυαλό
της: Μόνο εγώ. Μόνο εγώ θα είμαι η κυρίαρχος αυτού του σπιτιού. Της σκέψης του.
Του σώματός του.
Και αν το παρελθόν
συνέχιζε να υπάρχει, όπως είχε πει η άλλη, τότε εκείνη θα γινόταν το παρόν, ένα
παρόν τόσο δυνατό, τόσο ζωντανό, που καμία ρίζα δεν θα έβρισκε χώρο να απλωθεί.
Έξω, ο άνεμος περνούσε
απειλητικά πάνω από τις κεραμοσκεπές και στροβιλιζόταν ανάμεσα στις αυλές σαν
ανήσυχο πνεύμα. Οι αυλόθυρες χτυπούσαν με ξερά κλαγγίσματα, οι ξύλινες πόρτες
τραντάζονταν στους μεντεσέδες τους, και τα παραθυρόφυλλα έτριζαν σαν να
διαμαρτύρονταν στη νύχτα.
Μια αστραπή έσκισε τον
ουρανό πάνω από το Τζο Λιανγκ και για μια στιγμή το δωμάτιο φωτίστηκε λευκό,
αποκαλύπτοντας τις σκιές των σωμάτων τους μπλεγμένες στον τοίχο. Αμέσως μετά, η
βροντή κύλησε βαριά, βαθιά, σαν πολεμικό τύμπανο που αντηχούσε από μακριά.
Ο αγέρας δυνάμωνε.
Στροβίλιζε τη σκόνη στις αυλές, σήκωνε τα χαλαρά πανιά, έκανε τα φανάρια να
τρεμοσβήνουν. Από την εξωτερική πύλη ακούστηκαν ουρλιαχτά σκυλιών — κοφτά, ανήσυχα, σαν να προαισθάνονταν κάτι αόρατο.
Η φύση έμοιαζε να
συνωμοτεί. Κάθε βροντή κατάπινε έναν αναστεναγμό. Κάθε κλαγγή πόρτας σκέπαζε
έναν πνιγμένο ήχο απόλαυσης. Κάθε ουρλιαχτό σκύλου έσβηνε μια κραυγή που
ξέφευγε από τα χείλη της Τιάν-Μι.
Εκείνη τη νύχτα δεν
χρειάστηκε να υψώσει επίτηδες τη φωνή της για να ακουστεί στο σπίτι. Ο ουρανός
φώναζε για εκείνη. Ο άνεμος χτυπούσε τις θύρες, οι αστραπές άνοιγαν το σκοτάδι,
οι βροντές έπεφταν βαριές — και μέσα σε αυτό το άγριο συμφωνικό ξέσπασμα, οι
ήχοι της ηδονής της χάνονταν, προστατευμένοι, αθέατοι. Σαν η ίδια η νύχτα να
τους σκέπαζε.
Και ενώ το αρχοντικό
έτριζε από τη θύελλα, στο εσωτερικό του δωματίου η Τιάν-Μι κρατούσε τον
πολέμαρχο κοντά της, με μια επιμονή που δεν ήταν πια μόνο πόθος αλλά επιβολή. Μέσα,
η νύχτα της Τιάν-Μι δεν ήταν πια νύχτα αναμονής. Ήταν νύχτα διεκδίκησης.
η
συγκάλυψη της θείας
Η θεία Λι Σου-Γιαν
καθόταν στην ευρύχωρη αίθουσα του αρχοντικού, πίσω από ένα τραπέζι με
καλαίσθητα σερβίτσια από πορσελάνη. Στο τραπέζι υπήρχαν μικρά φλιτζάνια με τσάι
από φύλλα γιασεμιού και λεπτές πιατέλες με αποξηραμένα φρούτα και καρύδια,
αρώματα που ανέδυαν γλυκόπικρη θαλπωρή στην αίθουσα.
Γύρω της, γυναίκες από
την τάξη της, θείες και ξαδέλφες, κάθονταν με ευπρέπεια, χέρια διπλωμένα στους
μηρούς, ακούγοντας προσεκτικά κάθε λέξη της. Η Λι Σου-Γιαν κρατούσε ένα
φλιτζάνι στα χέρια της και άφηνε το αχνιστό τσάι να γεμίσει τον χώρο με ήχο, το
χτύπημα της πορσελάνης, η ανάσα που ακολουθούσε, κάθε λεπτομέρεια μελετημένη.
«Το κορίτσι…» άρχισε με
ήρεμη φωνή, αφήνοντας διακριτικά παύσεις ανάμεσα στις λέξεις, «…έχει εφιάλτες
τα βράδια.» Στάθηκε λίγο, έστρεψε το βλέμμα της σε μια από τις γυναίκες και
συνέχισε, ώστε και το υπηρετικό προσωπικό που κινείτο στο βάθος να μην χάσει
τίποτα: «Μερικές νύχτες νομίζει ότι κάποιοι θέλουν να δολοφονήσουν τον Λι
Γουέν-Τσενγκ, άλλες ότι θα απαγάγουν τη μητέρα της… ή ότι θα κάνουν κακό στην
ίδια και το χειρότερο βλέπει ένα δράκοντα των νερών να γίνεται άνθρωπος και να
θέλει να την καταπιεί.»
Ένα αχνό χαμόγελο πέρασε
από τα χείλη της, μα τα μάτια της παρέμεναν σοβαρά. «Ο δύσμοιρος ο αδελφός
μου…» συνέχισε, «τί ταλαιπωρίες περνάει με τις ανατριχιαστικές φαντασίες της.»
Στο μεταξύ, άφηνε τη φωνή της να είναι καθαρή, με προσοχή στη διαφορά ανάμεσα
στις συλλαβές, ώστε να ακούγεται σαν μυστικό και συνάμα σαφή αφήγηση.
«Και δεν είναι κάτι
καινούργιο», πρόσθεσε, ενώ ανακινούσε απαλά το φλιτζάνι, «αϋπνίες είχε και στη
σχολή στην πρωτεύουσα… κυρίως τους τελευταίους μήνες πριν αποφοιτήσει. Κι είναι
τόσο κρίμα… ένα τόσο αθώο κορίτσι, να βλέπει τέτοια όνειρα.»
Ορισμένες από τις
γυναίκες γύρω της αναστέναξαν, άλλες σκέπτονταν ήσυχα. Το προσωπικό που
κινιόταν στην πίσω αυλή ή κοντά στις πόρτες, άκουγε τα λόγια της με ακρίβεια,
χωρίς περιθώρια παρερμηνείας. Κάποιοι θα τα σχολίαζαν, όπως πάντα, στα
διαλείμματα ή όταν η κυρία τους δεν ήταν εκεί.
Η Λι Σου-Γιαν είχε
φροντίσει ώστε σε κάποιες από τις μαζώξεις αυτές να καλεί και τη λαλίστατη
γυναίκα του αξιωματικού, γνωρίζοντας πως η φλυαρία της θα μετέφερε τα λόγια της,
φυσικά σε μορφή ανησυχίας και συμπόνιας, στους σωστούς κύκλους. Πάντα ένας
μεγάλος άνδρας γίνεται πιο συμπαθής όταν οι άλλοι γνωρίζουν ότι μαστίζεται από
μια μικρή οικογενειακή ατυχία.
Καθώς οι νύχτες απλώνονταν
πάνω από το αρχοντικό του Λι Γουέν-Τσενγκ, οι ήχοι από τις αυλόθυρες και τον
αέρα που σφύριζε ανάμεσα στις κεραμοσκεπές γίνονταν υπόκρουση για την αφήγηση
της θείας. Τα λόγια της συνέχιζαν να ταξιδεύουν, να διαμορφώνουν την εικόνα
ενός κοριτσιού που έμοιαζε ευάλωτο και ταυτόχρονα να καλύπτουν τις νυχτερινές
κραυγές της νεαρής ερωμένης.
Η θεία Λι Σου-Γιαν, πίσω
από το φλιτζάνι της, είχε φτιάξει την αόρατη δικλείδα. Η φήμη θα κυκλοφορούσε
με τον τρόπο που εκείνη είχε αφήσει έντεχνα να διαρρεύσει, και ο αδελφός της, ο
διαβόητος πολέμαρχος, θα μπορούσε, έστω και προσωρινά να απολαμβάνει τη γεύση
ενός απαγορευμένου καρπού. Και κάποιες
φορές για να αποφεύγει ενοχές και σκέψεις βάπτιζε την απόλαυσή του μέσα σε
γλυκόπιοτο κρασί. Κανείς δεν θα μπορούσε να υποψιαστεί το πραγματικό μέγεθος
της νυχτερινής του ζωής μέσα στο ίδιο του το αρχοντικό.
οι
ευχαριστίες των τεσσάρων χηρών
Ο ήλιος έλουζε την αυλή
του αρχοντικού του Λι Γουέν-Τσενγκ με χρυσαφένιο φως, κάνοντας τις πέτρινες πλάκες
να γυαλίζουν ελαφρά και τα δέντρα να ρίχνουν μακριές σκιές. Τα τέσσερα
ζευγάρια, χήρες και χαμηλόβαθμοι βαθμοφόροι, προχωρούσαν με ευλάβεια στο
προαύλιο, κρατώντας καλάθια με φρούτα, σακούλες με σπάνιο τσάι και υφάσματα για
δώρα. Κάθε βήμα και κάθε χειρονομία ήταν προσεκτικά μετρημένα, σύμφωνες με την
εθιμοτυπία της εποχής.
Η υποδοχή δεν είχε τον
χαρακτήρα στρατιωτικής επιθεώρησης αλλά ούτε και οικογενειακής οικειότητας. Ο
Λι Γουέν-Τσενγκ κάθισε στο ανώτερο κάθισμα της αίθουσας υποδοχής, πλαισιωμένος
από πέντε πρόσωπα που διασφάλιζαν το κύρος και την τάξη της τελετής: δύο
ένοπλους φρουρούς σε στάση τιμής πίσω του, έναν έμπιστο υπασπιστή στα δεξιά,
τον γραμματέα του στα αριστερά και τον διαχειριστή της οικίας λίγο πιο πίσω. Ο γραμματέας ήταν ανιψιός του πολέμαρχου, γιος
της αδελφής του. Η συγγένεια ενίσχυε την εμπιστοσύνη στη διαχείριση των
εγγράφων και των καταχωρίσεων.
Οι τέσσερις στρατιώτες
γονάτισαν διαδοχικά και υποκλίθηκαν σύμφωνα με το τυπικό. Παρουσίασαν μικρά
δώρα, υφάσματα, τσάι και αποξηραμένα φρούτα, και εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους
για την άδεια γάμου. Ο πολέμαρχος απάντησε λιτά, υπενθυμίζοντας τα καθήκοντα
πίστης και πειθαρχίας.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της
ανδρικής ακρόασης, οι γυναίκες στάθηκαν σιωπηλές και με χαμηλωμένο βλέμμα, όπως
απαιτούσε η ευπρέπεια.
Όταν η επίσημη διαδικασία
ολοκληρώθηκε, οι άνδρες οδηγήθηκαν στην αυλή για ελαφρό κέρασμα. Οι τέσσερις υποψήφιες
νύφες όμως κλήθηκαν διακριτικά προς τον εσωτερικό γυναικωνίτη. Εκεί τις
περίμενε η αδελφή του πολέμαρχου, μητέρα του γραμματέα, ως η πρεσβύτερη του οίκου.
Η Λι Σου-Γιαν δεν είχε
παραστεί στην ανδρική αίθουσα· κάτι τέτοιο θα ήταν ασύμβατο με την τάξη της
εποχής. Όμως στον εσωτερικό χώρο, καθισμένη με αξιοπρέπεια, δέχθηκε τις νέες
γυναίκες,
Στον εσωτερικό γυναικωνίτη,
μακριά από την ανδρική αίθουσα υποδοχής όπου είχαν προηγηθεί οι τυπικές
υποκλίσεις, η Λι Σου-Γιαν καθόταν σε χαμηλό ξύλινο κάθισμα, πλαισιωμένη από δύο
νεαρές υπηρέτριες. Ο χώρος ήταν ήσυχος· μόνο ο αχνός ήχος του νερού από την
εσωτερική αυλή ακουγόταν πίσω από τα παραπετάσματα. Οι τέσσερις γυναίκες
στάθηκαν απέναντί της, με τα χέρια ενωμένα μέσα στα μανίκια τους. Η Λι Σου-Γιαν
τις παρατηρούσε προσεκτικά. Το βλέμμα της δεν ήταν αυστηρό, αλλά ζύγιζε. Σε
χρόνια αναταραχής, στα όψιμα χρόνια της Δυναστείας των Τσινγκ, κάθε νέα
παρουσία στον οίκο έπρεπε να εξετάζεται με προσοχή.
«Θα μιλήσετε μία-μία»,
είπε ήρεμα. «Όχι για να κριθείτε, αλλά για να γνωρίζω ποιο αίμα και ποιες
δοκιμασίες φέρνετε μαζί σας.»
Η πρώτη χήρα, εκείνη από
το Τζινγκλιάνγκ, γονάτισε ελαφρά και είπε πως είχε χάσει τον άντρα της σε
εκστρατεία. Εκείνος υπηρετούσε υπό τοπικό διοικητή.
Η Λι Σου-Γιαν έγειρε
ελάχιστα το κεφάλι και ρώτησε: «Με την πλευρά ποιών ήταν — των Μαντσού ή των
Μινγκ;»
«Με τους Μινγκ», απάντησε η κοπέλλα ήρεμα.
Η Λι Σου-Γιαν πρόσεξε τη
φωνή της, όχι νεανική, αλλά μεστή και θερμή, φωνή γυναίκας που είχε ήδη
γνωρίσει ευθύνη.
«Όταν έμεινες χήρα»,
συνέχισε, «επέστρεψες στον πατρικό σου οίκο ή έμεινες στον οίκο του συζύγου
σου;»
«Έμεινα έναν χρόνο με την
πεθερά μου. Την υπηρέτησα ώσπου πέθανε.»
«Και γιατί δέχθηκες δεύτερο γάμο;»
Η γυναίκα χαμήλωσε το
βλέμμα. «Δεν έχω γιο να με στηρίζει. Και δεν θέλω να ζήσω ως βάρος.»
Η Λι Σου-Γιαν ένευσε.
«Μια γυναίκα που γνωρίζει το καθήκον προς τα πεθερικά της δεν θα αμελήσει τον
νέο της οίκο.»
Μετά ήρθε η σειρά της δεύτερης χήρας,
εκείνης από τη Μεϊσάν. «Ο άντρας μου ήταν καλαθοπλέκτης», είπε. «Ασθενικός από
παιδί. Μια επιδημία τον πήρε πριν συμπληρώσουμε τρία χρόνια γάμου.»
«Τον φρόντισες η ίδια;» ρώτησε η Λι Σου-Γιαν.
«Μέρα και νύχτα.»
«Ξέρεις να κρατάς λογαριασμό οίκου; Να μετράς σιτάρι, ύφασμα,
αλάτι;»
«Ναι. Μετά τον θάνατό του, εγώ πωλούσα τα καλάθια που είχαν
απομείνει.»
Η Λι Σου-Γιαν τη
μελέτησε. «Η φτώχεια δοκιμάζει περισσότερο από τον πλούτο. Αν ο άντρας σου
λείπει σε εκστρατεία, θα αντέξεις;»
«Θα αντέξω.»
Κατόπιν αφού υποκλίθηκε η τρίτη
χήρα, εκείνη από το Σουϊγιάνγκ αφηγήθηκε τα δικά της βάσανα. Είχε χάσει τον
άντρα της σε μια ατυχή επίθεση πειρατών στον ποταμό, μετά μόλις δύο χρόνια
γάμου, χωρίς να προλάβουν να αποκτήσουν παιδί. «Πειρατές στον ποταμό», επανέλαβε
χαμηλόφωνα. «Μόλις δύο χρόνια γάμου» ήταν οι τελευταίες της φράσεις, φράσεις
που αποτύπωσαν κάποιο παράπονο που το διάστημα του έγγαμου βίου της ήταν τόσο
σύντομο.
«Ο ποταμός παίρνει και δεν επιστρέφει», σχολίασε η Λι Σου-Γιαν.
«Έμαθες να φοβάσαι;»
Η γυναίκα σήκωσε το βλέμμα για πρώτη φορά. «Έμαθα να
προετοιμάζομαι.»
«Ξέρεις να ράβεις στρατιωτικά ενδύματα; Να επιδιορθώνεις
πανοπλία;»
«Ξέρω να ράβω χοντρό ύφασμα και να ενισχύω ραφές.»
«Και αν αποκτήσεις γιο, θα τον μεγαλώσεις για το σπαθί ή για το
βιβλίο;»
Η χήρα δίστασε. «Για εκεί όπου τον καλέσει ο οίκος.»
Ένα αδιόρατο χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο της Λι Σου-Γιαν.
Η τέταρτη χήρα, εκείνη από
τη Σανγκού ξεκίνησε τη δική της υπόθεση.
«Ο άντρας μου ήταν μικροέμπορος. Ταξίδευε. Σε ένα λιμάνι
δολοφονήθηκε.»
«Σε ποιο λιμάνι;»
Η γυναίκα το ανέφερε.
«Και δεν απαίτησες αποζημίωση;»
«Δεν είχα δύναμη ούτε συγγενείς εκεί.»
Η Λι Σου-Γιαν την κοίταξε πιο διαπεραστικά.
«Μια γυναίκα που έζησε με έμπορο γνωρίζει παζάρια και ανθρώπους.
Θα φέρεις φιλοδοξίες μαζί σου;»
«Όχι. Μόνο την πρόθεση να σταθώ τίμια.»
Σιωπή απλώθηκε για λίγες
αναπνοές. Η Λι Σου-Γιαν ένωσε τα χέρια της μέσα στα μανίκια της.
«Καμία σας δεν έχει παιδί. Αυτό σημαίνει πως το μέλλον σας δεν
είναι δεμένο πίσω σας αλλά μπροστά.»
Το βλέμμα της μαλάκωσε.
«Εύχομαι να μακροημερεύσετε στην καινούργια σας ζωή εδώ, στο Λο
Τζιανγκ. Αυτή θα είναι η χώρα σας από εδώ και πέρα. Εσείς, και το νέο αίμα που
θα φέρετε, θα δώσετε ζωή σε αυτή τη γη.»
Οι τέσσερις γυναίκες
υποκλίθηκαν βαθιά.
Και μέσα στον γυναικωνίτη, μακριά από τα βλέμματα των ανδρών, είχε ήδη κριθεί
ότι μπορούσαν να ριζώσουν.
Όταν τα τέσσερα ζευγάρια
αποχώρησαν με σεβαστικά βήματα από το αρχοντικό του πολέμαρχου, ο πολέμαρχος
είπε στον υποσπιστή του και τον γραμματέα του ότι δεν θα τους χρειαζόταν άλλο.
Εκείνοι χαιρέτησαν τελετουργικά και αποχώρησαν. Σηκώθηκε αργά, πέρασε από το
πλάγιο διάδρομο και κατευθύνθηκε προς το εσωτερικό του μελετητήριο, όπου
φυλάσσονταν στρατιωτικοί χάρτες, αναφορές και προσωπικές σημειώσεις. Το δωμάτιο
ήταν στενόμακρο, με βαριά ξύλινη θύρα και παράθυρο καλυμμένο από πυκνό χαρτί.
Εκεί δεν επιτρεπόταν η είσοδος σε κανέναν χωρίς ρητή άδεια. Με ένα νεύμα,
διέταξε να κληθεί από τον γυναικωνίτη η αδελφή του, η Λι Σου-Γιαν. Μια
ηλικιωμένη, έμπιστη υπηρέτρια ανέλαβε τη σιωπηλή μετάβαση. Δύο οπλισμένοι
φρουροί στάθηκαν έξω από τη θύρα του μελετητηρίου, αντικριστά, με τα δόρατα
κάθετα στο έδαφος. Κανείς δεν θα πλησίαζε χωρίς να ελεγχθεί. Κανένα βήμα δεν θα
έφτανε καθαρό ως το εσωτερικό.
Όταν η Λι Σου-Γιαν
εισήλθε, η θύρα έκλεισε βαριά πίσω της. Ο πολέμαρχος είχε ήδη αφαιρέσει το
επίσημο εξωτερικό του ένδυμα και στεκόταν μπροστά στο χαμηλό τραπέζι με τους
κυλινδρικούς χάρτες. Εδώ δεν υπήρχαν τελετουργικές στάσεις ούτε βλέμματα
τρίτων. Μόνο αίμα συγγενικό και λόγος που έπρεπε να ειπωθεί χωρίς αυτιά να τον
κλέβουν.
Η Λι Σου-Γιαν στάθηκε
απέναντί του χωρίς τυπικότητες. Δεν ήταν απλώς αδελφή του· ήταν τα μάτια του στην
ευρύτερη κοινωνία.
«Η πρώτη, εκείνη από το
Τζινγκλιάνγκ», άρχισε, «έχει φωνή σταθερή. Δεν δίστασε όταν τη ρώτησα με
ποιανού το μέρος πολέμησε ο άντρας της. Είπε “με τους Μινγκ” χωρίς τρέμουλο. Έμεινε
με την πεθερά της και την υπηρέτησε ώσπου πέθανε. Αυτό δείχνει αντοχή και γνώση
καθήκοντος. Όμως…»
Ο πολέμαρχος σήκωσε
ελαφρά το βλέμμα.
Η Λι Σου-Γιαν συνέχισε τα σχόλιά της «Δεν θα πρέπει είναι τόσο νέα
όσο φαίνεται. Η εμπειρία είναι δύναμη, αλλά και επιρροή. Θα χρειαστεί σύζυγο
που δεν φοβάται τη γνώμη της.»
Ο πολέμαρχος ένευσε σιωπηλά.
«Η δεύτερη, εκείνη από τη
Μεϊσάν, είναι μαθημένη στη στέρηση. Έθαψε άρρωστο άντρα, κράτησε λογαριασμούς,
πούλησε με τα ίδια της τα χέρια. Δεν έχει φιλοδοξία πέρα από την επιβίωση. Αυτή
θα κρατήσει οίκο σταθερό, ακόμη κι αν λείπει ο άντρας της σε εκστρατεία.»
«Καμία επιφύλαξη;» τη ρώτησε εκείνος.
«Μόνο μία. Η φτώχεια
σκληραίνει» ήταν η απάντηση της Λι Σου-Γιαν. Έπειτα συνέχισε.
«Η τρίτη, εκείνη από το
Σουϊγιάνγκ. Ο ποταμός της πήρε τον άντρα. Σήκωσε το βλέμμα όταν τη ρώτησα αν
έμαθε να φοβάται. Αυτή δεν θα λυγίσει εύκολα. Ξέρει να ράβει, να προετοιμάζει,
να περιμένει.»
«Ακούγεται κατάλληλη για στρατιωτικό οίκο.»
«Ναι. Όμως έχει μέσα της
πείσμα. Αν ο σύζυγός της αποδειχθεί αδύναμος, μπορεί να τον ξεπεράσει.»
Ο πολέμαρχος χαμογέλασε
αχνά. «Δεν είναι πάντα κακό αυτό.»
Η Λι Σου-Γιαν δεν
ανταπέδωσε το χαμόγελο.
«Η τέταρτη, εκείνη από τη Σανγκού…» Σταμάτησε λίγο. «Έζησε δίπλα
σε έμπορο. Γνωρίζει παζάρια, λιμάνια, ανθρώπους που αλλάζουν λόγια όπως
αλλάζουν νομίσματα. Είναι ευγενική, αλλά μετρά πριν μιλήσει.»
«Δεν σου άρεσε;»
«Δεν λέω αυτό. Λέω πως
σκέφτεται γρήγορα. Αν παραμείνει πιστή στον οίκο, θα είναι πολύτιμη. Αν όχι… θα
είναι επικίνδυνη.»
Ο πολέμαρχος ανακάθισε.
«Καμία δεν έχει παιδί.»
«Αυτό είναι το μεγαλύτερό
τους βάρος αλλά και η μεγαλύτερη τους ελπίδα», απάντησε η Λι Σου-Γιαν. «Δεν
έχουν δεσμούς πίσω τους. Θα ριζώσουν εδώ, αν τους δοθεί έδαφος.»
Εκείνος έμεινε για λίγο
σκεπτικός. «Τι λες λοιπόν;»
Η Λι Σου-Γιαν δίπλωσε τα
χέρια μέσα στα μανίκια της, όπως είχε κάνει και μπροστά στις γυναίκες. «Λέω πως
και οι τέσσερις μπορούν να σταθούν. Δύο θα φέρουν ηρεμία. Μία θα φέρει δύναμη.
Και μία θα φέρει δοκιμασία.» Σήκωσε το βλέμμα της προς τον αδελφό της. «Ο
χρόνος θα δείξει», του είπε στο τέλος.
το
βαθύ σκοτεινό μυστικό δωμάτιο
Η Λι Σου-Γιαν δεν κάθισε
αμέσως. Προχώρησε ως το χαμηλό τραπέζι και μίλησε χαμηλόφωνα αλλά χωρίς
περιστροφές. «Δεν θα μπορώ να σε καλύπτω συνέχεια», του είπε.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ δεν
αντέδρασε· μόνο τα δάχτυλά του έσφιξαν ελαφρά το ξύλο.
«Η μικρή σου ερωμένη έχει χάσει την αίσθηση των ορίων. Το κάνει
επίτηδες για να σε εκθέσει; Ή το κάνει επειδή είναι άπειρη ακόμη και δεν ξέρει
πώς να προφυλάσσεται;»
Εσκεμμένα η αδελφή του η
Λι Σου-Γιάν αποκαλούσε την ομόκοιτη του αδελφού της, ως «ερωμένη» του. Ίσως για
να του αποδιώξει κάποιες τύψεις. Αν πράγματι η Τιάν-Μι ήταν κόρη του Ξιάο-Γου,
τότε ήταν ερωμένη του. Αν όμως δεν ήταν, τότε πως θα μπορούσε να ειπωθεί αυτό
που δεν λεγόταν. Αυτή θα ήταν η τελευταία κάλυψη που θα πρόσφερε στον αδελφό
της, σαν ένα τελευταίο τείχος προστασίας πριν την κατάρρευση και την κρίση της
κοινωνίας. Αυτό το «γενναίον ψεύδος» έπρεπε να περάσει σε εκείνον και μετά στην
Τιάν-Μι. Κάποιες φορές η διαστρέβλωση της πραγματικότητας, η εσφαλμένη αντίληψη
που μπορεί να έχουν οι άνθρωποι γι’ αυτή, μπορεί να είναι μια μικρή νησίδα
σωτηρίας πριν την σκεπάσουν τα ορμητικά νερά της παλίρροιας.
Αλλά και αυτός ο
χαρακτηρισμός ως «ερωμένης» είχε μια άλλη, σκοτεινή διάσταση για την Λι
Σου-Γιαν. Δεν μπορούσε να δεχθεί ότι αυτό το κορίτσι, μπορούσε να είναι
πραγματική ανιψιά της. Αυτό το τωρινό πλάσμα είχε δύο πλευρές. Ένα πρόσωπο
νεανικό, αθώο, γεμάτο περιέργεια και ντροπαλή τρυφερότητα, και ταυτόχρονα ένα
πρόσωπο που θύμιζε τη σκληρότητα της ύαινας, θηλυκή πλάση που ήξερε να
γαντζώνεται στην επιθυμία και χρησιμοποιούσε τα μάτια και το χαμόγελό της σαν
όπλα. Η Λι Σου-Γιαν ήξερε ότι έπρεπε αυτές οι αποτρόπαιες συναινετικές
επιλογές, μόνο με τον χαρακτηρισμό της νεαρής ως αντικειμένου, ως ερωτικού αντικειμένου και όχι ως προσώπου, σαν
ένα αυτοματοποιημένο νευρόσπαστο,
ένα ξύλινο αντικείμενο με νήματα και μηχανισμούς, φτιαγμένο για να κινείται, να
εντυπωσιάζει, ως απόδειξης της δυνατότητας κάποιου ότι μπορεί να γευθεί έστω
και ιδιωτικά αυτό που στους άλλους δεν
επιτρέπεται, ως μίας παράλογης, μεταχρονολογημένης κάλυψης μιας απουσίας, ως
ενός εξωτικού αντικείμενου στον οικιακό εξοπλισμό του πολέμαρχου, θα μπορούσαν να
διαγράψουν μέσα της κάτι που δεν μπορούσε να αντέξει, το ότι η νεαρή κοπέλα
ήταν συγγενής της. Και όμως αυτό το παιχνίδι, αυτό το αυτοματοποιημένο
νευρόσπαστο, ήταν επικίνδυνα αληθινό.
Στον εξωτερικό περίβολο
του αρχοντικού, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα των προηγούμενων ημερών, είχαν
ακουστεί ήχοι, πνιχτές κραυγές, απότομες μετακινήσεις επίπλων. Το αρχοντικό του
Λι Γουέν-Τσενγκ δεν ήταν απομονωμένο στην έρημο· βρισκόταν κοντά σε αρδευτικά
χωράφια και σε μονοπάτι που οδηγούσε στον ποταμό. Τις νύχτες περνούσαν
αργοπορημένοι καλλιεργητές που επέστρεφαν από τα αναχώματα, φύλακες υδάτων που
έλεγχαν τις θυρίδες άρδευσης, ακόμη και μεταφορείς αλατιού που ταξίδευαν δροσερές
ώρες για να αποφύγουν τον ήλιο. Δεν ήταν πολλοί αλλά αρκετοί για να ακουστεί
κάτι και να γίνει ψίθυρος.
«Δύο νυχτερινοί διαβάτες
στάθηκαν έξω από τον ανατολικό τοίχο», συνέχισε η Λι Σου-Γιαν. «Είπαν ότι
άκουσαν φωνές γυναίκας. Δεν τόλμησαν να πλησιάσουν. Όμως οι γλώσσες δεν
χρειάζονται θάρρος για να κινηθούν.»
Ο πολέμαρχος έμεινε σιωπηλός.
«Για την ώρα είμαστε
καλυμμένοι», του είπε εκείνη. «Διέδωσα ότι βλέπει εφιάλτες. Ότι την ταλαιπωρούν
πονοκέφαλοι και νυχτερινοί τρόμοι.» Τον κοίταξε σταθερά. «Αλλά αν δεν μπορεί να
μείνει σιωπηλή, κτίσε στο εσωτερικό έναν
ασφαλή χώρο. Έναν χώρο που να σβήνει μέσα του τις φωνές από τους εφιάλτες της.»
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ
κατάλαβε για τι πράγμα μιλούσε η αδελφή του. Δεν ήταν μόνο ζήτημα ηδονής· ήταν
ζήτημα ελέγχου, φήμης και πειθαρχίας. Σε εποχές που ακόμη οι σκιές της
Δυναστείας των Μινγκ δεν είχαν σβήσει πλήρως και η νέα τάξη της Δυναστείας
Τσινγκ απαιτούσε σταθερότητα, η παραμικρή αδυναμία μπορούσε να γίνει εργαλείο
εναντίον του.
«Έχεις δίκιο», της είπε τελικά ο πολέμαρχος.
Την επόμενη κιόλας ημέρα
έδωσε εντολή να διαμορφωθεί, στο βάθος του γυναικωνίτη, ένας απολύτως ήσυχος
χώρος. Δεν επρόκειτο για πολυτελές περίπτερο, αλλά για κλειστό εσωτερικό
δωμάτιο χωρίς εξωτερικό παράθυρο, χτισμένο με διπλό ξύλινο σκελετό. Οι τεχνίτες
επένδυσαν τους τοίχους με παχιές πλάκες από συμπιεσμένο πηλό αναμεμειγμένο με
άχυρο και ίνες κάνναβης, υλικά που απορροφούσαν τη δόνηση. Κρέμασαν βαριές
κουρτίνες από πολλαπλές στρώσεις μεταξωτού και βαμβακερού υφάσματος. Τοποθέτησαν
εσωτερικά παραπετάσματα γεμισμένα με μαλλί και βαμβάκι. Κάλυψαν το δάπεδο με
πυκνά υφαντά χαλιά και ψάθες. Πρόσθεσαν διπλή ξύλινη θύρα, με ενδιάμεσο κενό
γεμισμένο με φελλό και ύφασμα. Το δωμάτιο δεν θα άφηνε τον ήχο να ταξιδέψει
εύκολα. Οι φωνές θα έσβηναν μέσα στις ίνες και στο χώμα. Οι ψίθυροι θα
παγιδεύονταν στα υφάσματα.
Όταν το έργο
ολοκληρώθηκε, από έξω δεν ακουγόταν τίποτα πέρα από το συνηθισμένο θρόισμα του
ανέμου στην αυλή. Και ό,τι συνέβαινε εκεί μέσα, θα έμενε εκεί, σιωπηλό και
αθέατο, όπως όφειλε. Έτοιμο να σβήσει κάθε τι που αφηνόταν, είτε αυτό ήταν
ανάσα, είτε πόθος, είτε ακόμη και ουρλιαχτό. Έτοιμο να καταβροχθίζει ό,τι
επιχειρούσε να ξεφύγει από τα όριά του, όπως ένα βαθύ πηγάδι όπου το νερό
μπορεί να κοχλάζει στα έγκατα, μα ποτέ δεν φτάνει στην επιφάνεια, γιατί τα
τοιχώματά του είναι παχιά και το βάθος του αμέτρητο. Ή σαν τη βαριά, κατάμαυρη
νύχτα πάνω από τα βουνά, όταν τα σύννεφα σκεπάζουν τον ουρανό και οι
αστερισμοί, όσο λαμπροί κι αν είναι, χάνονται μέσα της χωρίς να τους
επιτρέπεται να φανερωθούν. Έτσι κι εκείνος ο χώρος: δεχόταν, κατάπινε,
συγκρατούσε. Τίποτε δεν θα δραπέτευε από μέσα του χωρίς άδεια. Και τίποτε δεν
θα μαρτυρούσε τι είχε ειπωθεί ή τι είχε συμβεί πίσω από τις διπλές του θύρες.
οι
ομαδικοί γάμοι των τεσσάρων χηρών
Ο ήλιος είχε φτάσει στο
μεσημέρι, και η κεντρική πλατεία του Λο Τζιανγκ είχε γεμίσει από πολύχρωμα
πανιά και λαμπερές σημαίες. Η είσοδος του χωριού ήταν στολισμένη με φρούτα,
λουλούδια και κόκκινες κορδέλες που κυμάτιζαν στον ανοιξιάτικο αέρα. Στην ίδια
ώρα, τέσσερις χαμηλόβαθμοι στρατιώτες του Λι Γουέν-Τσενγκ θα παντρεύονταν τις
τέσσερις χήρες τους σε κοινό τόπο, με τις τυπικές τελετουργίες της εποχής —
προσφορές στους προγόνους, κεριά, μικρές χορευτικές παραστάσεις και το σύμβολο
της ένωσης: το κοινό στέμμα με τα κόκκινα κορδόνια που θα ένωνε τα χέρια των
ζευγαριών.
Ο πολέμαρχος Λι
Γουέν-Τσενγκ παρακολούθησε την προετοιμασία με την αδελφή του, Λι Σου-Γιαν, στα
πλάγια. Η Λι Σου-Γιαν κρατούσε τα χαρτιά με τα ονόματα των ζευγαριών και
επέβλεπε τη σωστή τήρηση των τυπικών. Κοντά της στάθηκε η χήρα Χουά-Λι, ντυμένη
σε βαθυκόκκινο φόρεμα, με το βλέμμα της να μην απομακρύνεται από τον πολέμαρχο.
Κάθε τόσο γέρνοντας ελαφρά το κεφάλι, έριχνε προς αυτόν χαμόγελα που έμοιαζαν
με μικρές προσκλήσεις, με φιλοφρονήσεις που μόλις ξεχώριζαν ανάμεσα στα γέλια
και τις φωνές του πλήθους. Ήταν φανερό πως ήθελε να κερδίσει την προσοχή του,
διακριτικά και επιδέξια, χωρίς να προκαλεί σκάνδαλο.
Τα ζευγάρια προχωρούσαν
με σεβαστικά βήματα προς το κέντρο της πλατείας. Η πρώτη χήρα, από το
Τζινγκλιάνγκ, φορούσε το παραδοσιακό κόκκινο φόρεμα με χρυσές κεντητές
λεπτομέρειες. Η δεύτερη, από τη Μεϊσάν, κρατούσε στα χέρια της ένα μικρό καλάθι
με λουλούδια, σύμβολο ευημερίας. Η τρίτη, από το Σουϊγιάνγκ, είχε πλέξει στο
κεφάλι της λεπτές κορδέλες με βαμβακερά λουλούδια, ενώ η τέταρτη, από τη
Σανγκού, ακολουθούσε με μια σιγανή υποκλίση.
Οι στρατιώτες είχαν
μαζευτεί σε μικρές ομάδες γύρω από τα σκαλιά της αυλής, πίνοντας νερό από
πήλινες στάμνες και χαζεύοντας τα νεόνυμφα ζευγάρια.
«Δείτε την πρώτη», είπε
ένας νεαρός στρατιώτης, που είχε υπηρετήσει μαζί με τον άντρα της. «Φαίνεται
μεγαλύτερη από τον σύζυγό της.»
«Μπα, έτσι δείχνει»,
απάντησε ένας άλλος. «Αλλά η αλήθεια είναι πως είναι συνομήλικοι. Μερικοί
άνθρωποι απλώς δεν δείχνουν την ηλικία τους.»
«Κρίμα, γιατι αν ήταν
μεγαλύτερή του μπορεί να τον μάθαινε και
κάτι» μεσολάβησε ένας άλλος στρατιώτης που καθόταν πιο πίσω με περιπαιχτική
διάθεση.
Ένας τρίτος σχολίασε τη
δεύτερη χήρα: «Η χήρα της Μεϊσάν… καλή κοπέλα, αλλά την βλέπω και σκέφτομαι…
Τώρα θα πρέπει να μάθει γρήγορα πως είναι η ζωή της γυναίκας ενός στρατιώτη στο
σπίτι.»
«Και η τρίτη;» ρώτησε
ένας πιο ηλικιωμένος φρουρός. «Αυτή από το Σουϊγιάνγκ; Με τη θλίψη στα μάτια
της. Ξέρει να υπομένει. Αν ο άντρας της λείπει σε εκστρατεία, θα τον
περιμένει.»
«Η θλίψη στα μάτια δεν
αποδεικνύει τίποτε. Όλες θλιμμένες ήταν όταν τις πρωτοείδαμε.»
Ένας νεαρός, που δεν είχε
πάρει ακόμα μέρος σε εκστρατεία, χαμογέλασε. «Η χήρα από τη Σανγκού… μικρή και
εύθραυστη φαίνεται, ο άντρας της είναι
τυχερός.»
«Πρόσεξε» τον
προειδοποίησε ένας αρκετά έμπειρος στα πεδία της μάχης. «Μήπως σε λίγο καιρό
έχεις και συ την τύχη του.»
Τα χαμηλότονα σχόλιά τους αναμείχθηκε
με το γέλιο των νεόνυμφων ζευγαριών και τα χτυπήματα των τύμπανων της γιορτής.
Στο χωριό, οι γυναίκες
καθόντουσαν στα ξύλινα πεζούλια, κρατώντας καλάθια με λουλούδια και καλαμπόκι,
ενώ οι άντρες σχολίαζαν από κοντά ή από τα παραθυράκια των σπιτιών τους.
«Περίεργη σοδειά η
φετινή», είπε μια ηλικιωμένη γυναίκα. «Ξαναφυτεύουμε παλαιούς καρπούς αντί να
ρίξουμε νέους σπόρους στο χώμα μας.»
«Μα να είναι αληθινή η
ιστορία που είπε η καθεμία τους;» ρώτησε μια νεαρή γυναίκα, δείχνοντας τα
ζευγάρια. «Η πρώτη φαίνεται μεγαλύτερη από τον νεαρό σύζυγό της.»
«Μπα, έτσι δείχνει»,
απάντησε η ηλικιωμένη. «Οι άνθρωποι δεν δείχνουν πάντα την ηλικία τους. Κάποιοι
φαίνονται μεγαλύτεροι από όσο πραγματικά είναι»
Κάποια νεώτερη συμπλήρωσε
«Ή κάποιοι είναι σαν να μην γερνούν ποτέ.»
Ένας άντρας που κρατούσε
ένα παιδί στην αγκαλιά του σχολίασε τη δεύτερη χήρα: «Ποιος θα φανταζόταν πως η
εκστρατεία της χήρας θα γινόταν έγινε η
χρονιά της χήρας;»
Μια άλλη γυναίκα
πρόσθεσε: «Και όμως παντρεύτηκαν όλες μαζί, σαν να είναι μια γιορτή για όλους
μας. Κάθε ζευγάρι φέρνει μαζί του και μια υπόσχεση για ζωή… κι ας φαίνεται
περίεργο σε μας.»
Το χωριό γελούσε,
ψιθύριζε και θαύμαζε τα χρώματα και τη φασαρία του πανηγυριού, ενώ οι ιστορίες
των χηρών και οι νεαροί στρατιώτες θα έμεναν στις συζητήσεις τους για μέρες,
σαν να είχε σπείρει η ίδια η μοίρα τους νέους καρπούς στο χώμα του Λο Τζιανγκ.
Η μόνη που δεν παρέστη
ήταν η Τιάν-Μι. Η δικαιολογία της ήταν μεγάλης έντασης πονοκέφαλοι, ημικρανίες
που της στερούσαν τη δυνατότητα να
συμμετέχει στην χαρά της τελετής. Ίσως έλεγε την αλήθεια, ίσως ήταν μια
ευκαιρία να μείνει εκτός της δημόσιας θέας.
Το πλήθος στο χωριό
πανηγύριζε. Οι ντόπιοι χόρευαν στους ρυθμούς των τύμπανων, τα παιδιά πετούσαν
χρωματιστά χαρτιά στον αέρα, και οι γυναίκες της περιοχής προσέφεραν γλυκά και
τσάι στα ζευγάρια. Η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη χαρά και υποσχέσεις, αλλά τα
βλέμματα της Λι Σου-Γιαν δεν έφευγαν από τη σωστή τήρηση των τελετουργικών, ενώ
η Χουά-Λι συνεχώς φρόντιζε να βρίσκεται κοντά στον πολέμαρχο, με κάθε της
κίνηση να μοιάζει παιχνίδι προσοχής.
Από μακριά, μια αθέατη
γυναικεία φιγούρα παρακολουθούσε σα σιωπηλή σκιά το πανηγύρι: η Σιάο-Γινγκ,
πρώην παλλακίδα του πολέμαρχου, η οποία δεν είχε δικαίωμα να πλησιάσει, στα
μάτια της αποτυπώνονταν κάθε στιγμή των γάμων, κάθε κίνηση του πολέμαρχου, κάθε
πιθανή διεκδικήτρια του παλαιού εραστή της και εκείνη που φαινόταν η
πλησιέστερη σε αυτόν ήταν η νεαρή χήρα Χουά-Λι.
οι
περιοδικές εμφανίσεις της Σιάο-Γινγκ στο μέρος που κάποτε της ανήκε
Το Λο Τζιανγκ έμαθε να
μετρά τον χρόνο όχι μόνο με τις σοδειές και τις πλημμύρες, αλλά με τις
εξαφανίσεις και επανεμφανίσεις της Σιάο-Γινγκ.
Την πρώτη φορά που έφυγε
ήταν άνοιξη. Οι ροδακινιές άνθιζαν και το σπίτι του Λι Γουέν-Τσενγκ είχε μόλις
κλείσει τις πύλες του για εκείνη. Έφυγε χωρίς φωνές, χωρίς κατάρες. Μόνο ένα
μικρό δέμα και το ξύλινο κουτί της μαντικής της. Ξεχειμώνιασε ψηλά, σ’ ένα
μικρό ναό στα βουνά της Σετσουάν. Μια ηλικιωμένη μοναχή, που είχε έρθει κάποτε
να ζητήσει ελεημοσύνη από τον οίκο του Λι Γουέν-Τσενγκ, τη θυμόταν. «Εσύ δεν
ήσουν που έδωσες ρύζι χωρίς να ρωτήσεις;» της είπε. Η Σιάο-Γινγκ έσκυψε το
κεφάλι. Έμεινε εκεί ως βοηθός. Καθάριζε το προαύλιο, άναβε θυμίαμα, διάβαζε
οιωνούς για τις χωρικές.
Τη δεύτερη φορά χάθηκε
όταν κυκλοφόρησε πως ο Λι Γουέν-Τσενγκ θα έκανε περιοδεία στα γύρω χωριά για να
επιβλέψει χωράφια και φόρους. Δεν πήγε στα βουνά. Κατέβηκε στον δρόμο των
εμπόρων.
Ένας έμπορος μεταξιού τής
χρωστούσε χάρη· τότε που ήταν παλλακίδα, είχε αγοράσει υφάσματα χωρίς να
παζαρέψει την τιμή, αφήνοντας. Ένας άλλος, που πουλούσε τσάι, της παραχώρησε
θέση δίπλα στο κιβώτιό του για να λέει την τύχη.
Με καραβάνι έφτασε ως το
χωριό όπου θα διανυκτέρευε ο Λι. Δεν πλησίασε ποτέ την αυλή. Καθόταν στην αγορά
και άκουγε. Ποιος μπήκε, ποιος βγήκε, ποια επιστολή έφτασε. Τον έβλεπε μόνο από
μακριά, σαν σκιά πίσω από κόκκινη κουρτίνα φορητού φορείου.
Όταν επέστρεψε στο Λο
Τζιανγκ, είπε πως είχε υπηρετήσει στο γιαμέν μιας μικρής πόλης και πως
γραμματικός αξιωματούχος της πρότεινε να μείνει. Χαμογέλασε πικρά. «Μα η μοίρα
μου είναι δεμένη αλλού», πρόσθεσε.
Τον πιο βαρύ χειμώνα δεν
την είδε κανείς. Ξεχειμώνιασε σε αγρόκτημα χήρου, δύο λόφους μακριά. Η πεθερά
του άντρα ήταν άρρωστη· η Σιάο-Γινγκ ήξερε να φτιάχνει αφεψήματα. Την είχαν
ανάγκη. Εκεί έζησε ήσυχα, με παγωμένα πρωινά και μυρωδιά στάχτης.
Το παλιό υπηρετικό
προσωπικό του οίκου του Λι —η μαγείρισσα με τα ραγισμένα χέρια, ο σταβλίτης που
κάποτε είχε γλιτώσει από επίπληξη επειδή εκείνη είχε μεσολαβήσει— της έστελναν
νέα μέσω παιδιών. Ένα αυγό τυλιγμένο σε ύφασμα, ένα μικρό πουγκί με ρύζι. Όχι
πολλά. Αλλά αρκετά για να θυμάται πως κάποτε στάθηκε αφανής οικοδέσποινα και
δεν ξέχασε τους μικρούς ανθρώπους.
Όταν γύρισε την άνοιξη,
είπε πως είχε αρραβωνιαστεί. Το ίδιο βράδυ, όμως, κάποιος την είδε να στέκεται
απέναντι από το σπίτι του Λι, ακίνητη σαν στύλος.
Μερικές φορές έμενε σε
πανδοχεία του δρόμου, βοηθώντας τους ιδιοκτήτες τους στο σερβίρισμα το κρασιού
και στο να λέει το μέλλον στους πελάτες τους. Άλλοτε ανέβαινε ξανά στον ορεινό
ναό.
Κάθε επιστροφή της είχε
και διαφορετική αφήγηση. Μια χρονιά είπε πως μαθητεύει σε ταοϊστή ερημίτη. Άλλη
πως υπηρέτησε σύζυγο αξιωματούχου. Μια τρίτη πως είχε δει όραμα που την πρόσταζε
να επιστρέφει κάθε φθινόπωρο.
Οι χωρικοί δεν ήξεραν τι
να πιστέψουν. Μα την άκουγαν. Κι όσο εκείνη άλλαζε ιστορίες, ένα πράγμα δεν
άλλαζε. Ποτέ δεν ζητούσε να μπει ξανά στο σπίτι. Στεκόταν στο όριο του χωριού,
ανάμεσα στον δρόμο και στο ρυάκι, σαν να ανήκε και στα δύο και σε κανένα.
Η ίδια, όταν τη ρωτούσαν
πού ήταν όλο αυτό το διάστημα, χαμογελούσε:
«Η μοίρα μου ταξιδεύει. Εγώ απλώς την ακολουθώ.»
Οι πρώτες της εμφανίσεις
ήταν σχεδόν ανεπαίσθητες. Ένα απόγευμα του φθινοπώρου, όταν το φως έγερνε πάνω
από τις στέγες του Λο Τζιανγκ και τα φύλλα κολλούσαν υγρά στο χώμα, η
Σιάο-Γινγκ στάθηκε απέναντι από την πύλη του οίκου που κάποτε διοικούσε
σιωπηλά. Δεν πλησίασε. Δεν χτύπησε. Μονάχα στάθηκε. Το σπίτι δεν της ανήκε ποτέ
επίσημα· κι όμως, επί τέσσερα χρόνια ήταν η αόρατη οικοδέσποινα. Εκείνη που
ήξερε πότε τελειώνει το ρύζι, ποια υπηρέτρια είχε πυρετό, ποιος λογαριασμός δεν
είχε πληρωθεί. Το σπίτι ανέπνεε στον ρυθμό της, κι ας μην έφερε ποτέ το όνομά
της. Τώρα στεκόταν απέναντι, με το ίδιο βλέμμα που ρίχνει κανείς σε καθρέφτη
ραγισμένο.
Ερχόταν πάντα αθόρυβα.
Σαν το φίδι που επιστρέφει στην κρυψώνα του, ακόμη κι αν το χώμα έχει πατηθεί
από ξένα βήματα. Σαν το χελιδόνι που όπου και να ταξιδέψει, γυρίζει στην ίδια
στέγη, ακόμη κι αν η φωλιά έχει μισογκρεμιστεί. Σαν την προδομένη γυναίκα που
δεν μπορεί να δεχθεί πως η πόρτα που της έκλεισαν δεν θα ξανανοίξει. Δεν
ζητούσε να μπει. Δεν προκαλούσε σκηνές. Μόνο στεκόταν.
Μερικές φορές
εμφανιζόταν νύχτα. Το φως από τα φανάρια του προαυλίου έπεφτε στο πρόσωπό της
και το έκανε να μοιάζει πιο χλωμό απ’ ό,τι ήταν. Οι νεότερες υπηρέτριες την
έβλεπαν και ψιθύριζαν· οι παλιές όμως χαμήλωναν το βλέμμα με σεβασμό.
Η γριά μαγείρισσα, που
κάποτε είχε σωθεί από απόλυση επειδή η Σιάο-Γινγκ είχε αναλάβει την ευθύνη για
ένα καμένο φαγητό, της άφηνε με τρόπο ένα μικρό δεματάκι πίσω από τη συκιά. Ο
σταβλίτης, που εκείνη είχε προστατεύσει όταν κατηγορήθηκε άδικα για κλοπή,
έλυνε το άλογό του πιο αργά, δίνοντάς της χρόνο να σταθεί και να κοιτάξει. Δεν
αντάλλασσαν λέξεις. Μονάχα σιωπές γεμάτες μνήμη.
Τις φορές που ο Λι
Γουέν-Τσενγκ έλειπε σε περιοδεία, εκείνη πλησίαζε περισσότερο. Περπατούσε ως την
άκρη του εξωτερικού τοίχου και άγγιζε για λίγο τα ξύλα της πύλης, σαν να
δοκίμαζε αν θυμούνται ακόμη την αφή της. Όταν εκείνος βρισκόταν μέσα, κρατούσε
μεγαλύτερη απόσταση, σαν να σεβόταν μια αόρατη γραμμή που δεν της επιτρεπόταν
να διαβεί.
Μια φορά, μέσα σε βροχή,
έμεινε τόση ώρα ακίνητη ώστε ένα παιδί τη νόμισε για πνεύμα. Δεν κινήθηκε ούτε
όταν το νερό μούσκεψε τα μανίκια της. Μόνο όταν άκουσε βήματα από το εσωτερικό
της αυλής ανασηκώθηκε ελαφρά, όχι για να τη δουν, αλλά για να δει.
Δεν ήθελε σκηνή. Δεν
ζητούσε επιστροφή. Ήθελε επιβεβαίωση ότι ο κόσμος που έχασε εξακολουθούσε να
υπάρχει. Κάθε φορά έφευγε όπως ερχόταν, χωρίς ίχνος. Το επόμενο πρωί οι χωρικοί
συζητούσαν αν πράγματι την είχαν δει ή αν το φως έπαιζε παιχνίδια. Μόνο οι
παλιοί υπηρέτες ήξεραν. Και δεν μιλούσαν. Γιατί καταλάβαιναν.
Κάποια μέρη δεν μας
ανήκουν με έγγραφα και σφραγίδες. Μας ανήκουν με τις νύχτες που αγρυπνήσαμε
εκεί, με τα βήματα που αφήσαμε στα πατώματα, με τις μικρές πράξεις καλοσύνης
που κανείς δεν θυμάται.
Κι έτσι η Σιάο-Γινγκ
επέστρεφε. Όχι για να πάρει πίσω το σπίτι. Αλλά για να βεβαιωθεί πως, κάπου
μέσα στους τοίχους του, υπήρχε ακόμη μια σκιά που της έμοιαζε.
Τώρα όμως η Σιάο-Γινγκ
είχε μπροστά της κάποια νέα δεδομένα, ίσως σοβαρότερα από τις προηγούμενες φορές.
Η νεαρή πλούσια χήρα Χουά-Λι έδειχνε να ενδιαφέρεται για τον Λι Γουέν-Τσενγκ.
Θα έπρεπε κάτι να κάνει. Να προλάβει αυτό το ενδιαφέρον να εξελιχθεί σε
γνωριμία, ίσως και σε κάτι περισσότερο.
ένας θίασος
σκιών επισκέπτεται το Λο Τζιανγκ
Στο Λο Τζιανγκ
είχε φτάσει περιοδεύων θίασος θεάτρου σκιών. Το λευκό πανί είχε στηθεί δίπλα
στον μικρό ναό του χωριού, εκεί όπου τα θυμιάματα ανακατεύονταν με τη μυρωδιά
του τηγανισμένου σησαμιού από τους πάγκους της αγοράς.
Η Χουά-Λι
στεκόταν λίγο πιο πίσω από τις άλλες γυναίκες, ντυμένη σεμνά, με το πρόσωπο
χαμηλωμένο αλλά τα μάτια προσεκτικά. Η φήμη της νεαρής χήρας είχε αρχίσει να
κυκλοφορεί σαν άνεμος που αλλάζει κατεύθυνση, ήσυχος, αλλά επίμονος. Η
Σιάο-Γινγκ δεν την πλησίασε αμέσως. Περίμενε να τελειώσει η πρώτη παράσταση, μια
ιστορία για έναν άρχοντα που εγκαταλείπει την πιστή του σύντροφο όταν
επιστρέφει η νόμιμη οικογένεια. Όταν το πλήθος διαλύθηκε, έκανε δύο βήματα
δίπλα στη Χουά-Λι, σαν να αναζητούσε απλώς χώρο.
«Συγχωρέστε
με,» είπε χαμηλόφωνα, «ο κόσμος σπρώχνει.»
Η φωνή της
ήταν γλυκιά. Κουρασμένη, αλλά γλυκιά. Μίλησε πρώτη για τον εαυτό της. Είπε πως
κάποτε υπηρέτησε σε μεγάλο οίκο. Πως ο άρχοντας την κράτησε κοντά του τέσσερα
χρόνια. Πίστεψε η ανόητη ότι η αφοσίωση αρκεί.
«Μα όταν
αναγγέλθηκε πως η κόρη του θα επέστρεφε, με έδιωξε. Έτσι απλά. Για να μην
ταραχθεί η τάξη. Δεν τον κατηγορώ. Οι άνδρες της εξουσίας είναι σκληροί. Μα και
φοβισμένοι. Κρατούν γύρω τους ό,τι τους εξυπηρετεί και το απομακρύνουν όταν
απειλεί την ισορροπία τους.»
Η Χουά-Λι δεν
μίλησε. Μα άκουγε. Η Σιάο-Γινγκ συνέχισε, σαν να εξομολογούνταν σε άγνωστη.
«Ήταν και άρρωστος. Όχι βαριά, όχι να πεθαίνει. Μα
αρκετά ώστε να γίνεται δύσθυμος. Οι γιατροί έλεγαν πως θα ζήσει κάποια χρόνια
ακόμη. Όχι όμως τόσα, που μια νεότερη γυναίκα θα γεράσει δίπλα του.»
Η Σιάο-Γινγκ
έκανε μια σύντομα παύση. «Μα υπήρχε κάποιος άλλος στο σπίτι.»
Η Χουά-Λι
σήκωσε το βλέμμα για πρώτη φορά.
«Ο υπασπιστής
του. Ο δευτερότοκος γιος της οικογένειας της Λι Σου-Γιαν. Νέος. Ήρεμος. Με
μάτια που δεν έχουν ακόμη σκληρύνει.»
Το όνομα
έπεσε σαν μικρή πέτρα σε ήρεμο νερό.
«Σας κοιτούσε με θαυμασμό την ημέρα της τελετής του
φθινοπώρου,» πρόσθεσε η Σιάο-Γινγκ σχεδόν αφηρημένα, σαν να θυμόταν κάτι
ασήμαντο. «Οι νέοι άνδρες δεν ξέρουν να κρύβουν τα μάτια τους.»
Η Χουά-Λι
ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο πρόσωπό της.
«Εκείνος θα
γίνει, σε λίγα χρόνια, ο νέος πολέμαρχος. Ο χρόνος βαδίζει μπροστά, όχι πίσω.»
Η Σιάο-Γινγκ
γύρισε προς το πανί των σκιών, όπου τώρα παιζόταν ιστορία για νέο στρατηγό που
παίρνει τη θέση του πατέρα του.
«Μια γυναίκα
στα χρόνια του θα βαδίσει μαζί του. Όχι πίσω του.»
Δεν ρώτησε
τίποτα. Δεν πρότεινε τίποτα. Μόνο αναστέναξε.
«Αν μπορούσα
να γυρίσω πίσω, δεν θα διάλεγα άνδρα που είχε ήδη χτίσει τον κόσμο του. Θα διάλεγα
εκείνον που ακόμη τον χτίζει.»
Η Χουά-Λι
ένιωσε, για πρώτη φορά, πως η σκέψη είχε σχήμα. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ, ώριμος,
ισχυρός, ήδη βαρύς από υποχρεώσεις και παρελθόν. Ο ι Σου-Γιαν — νέος,
ανερχόμενος, με βλέμμα που ίσως να τη ζητούσε όχι ως διακόσμηση αλλά ως
σύμμαχο.
«Συγχωρέστε
με,» είπε η Σιάο-Γινγκ απαλά. «Σας κούρασα με τις αναμνήσεις μου.»
Έκανε να
φύγει. Η Χουά-Λι την κράτησε με το βλέμμα, όχι με το χέρι. Η άγνωστη είχε
μιλήσει με πίκρα, μα όχι με κακία. Είχε μιλήσει σαν γυναίκα που είχε πληρώσει
για την επιλογή της. Κι εκεί, ανάμεσα σε σκιές από δέρμα και φως από λυχνάρια,
η Χουά-Λι άρχισε να βλέπει λογική. Όχι στην επιθυμία. Στη στρατηγική. Ήταν νέα,
ήταν πλούσια, είχε ισχυρή κοινωνική θέση, ταίριαζε με τον νεαρό υπασπιστή του
πολέμαρχου, με την μητέρα του, τη Λι Σου-Γιαν, είχε αποκτήσει οικειότητα και
εμπιστοσύνη. Αν δεν ήταν χήρα ίσως εκείνη να πρότεινε για νύφη στο γιο της. Μα
αυτή τη χρονιά το παράδειγμα είχε δοθεί. Τέσσερις δυστυχισμένες κοπέλλες είχαν
έρθει από μακρυνούς τόπους και παντρεύθηκαν εδώ. Γιατι τώρα να μην μπορεί να
γίνει αυτό με μια ντόπια άτυχη κοπέλλα. Η νεαρή χήρα άρχισε να σκέφτεται πως θα
μπορούς να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε ο δευτερότοκος γιος της Λι Σου-Γιαν
να έρθει πιο κοντά της. Είχε δίκηο αυτή η άγνωστη γυναίκα. Τόσα χρόνια διαφορά
θα είναι πρόβλημα. Ήδη είχε βιώσει θάνατο ενός συζύγου δεν ήθελε να βιώσει
θάνατο και ενός επόμενου.
Η Σιάο-Γινγκ
έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Μα ήξερε. Ο σπόρος είχε πέσει.
η ιδιωτική
παράσταση του θιάσου σκιών
Η απόφαση της
Χουά-Λι δεν ανακοινώθηκε· κυκλοφόρησε σαν άρωμα. Ο περιοδεύων θίασος σκιών θα
έδινε ιδιωτική παράσταση στον οίκο της.
Η πρόσκληση στάλθηκε με λεπτό χαρτί και διακριτική
σφραγίδα. Πρώτα προς τη Λι Σου-Γιαν και
προς τον δευτερότοκο γιο της — τον νεαρό υπασπιστή. Έπειτα προς τρεις ακόμη
οικογένειες της τάξης της. Ο πολέμαρχος δεν θα παρευρισκόταν βρισκόταν εκτός
χωριού για επιθεώρηση. Η κόρη του, Τιάν-Μι, αν και προσκλήθηκε, επικαλέστηκε
αδιαθεσία.
Η παράσταση
στήθηκε στην εσωτερική αυλή της οικίας της Χουά-Λι, εκεί όπου οι πέτρες ήταν
λείες και το φεγγάρι έπεφτε καθαρά ανάμεσα στα κεραμίδια. Το λευκό πανί
τεντώθηκε μπροστά από τον μικρό κήπο με τα πεύκα. Μεταξωτά φανάρια κρεμάστηκαν
συμμετρικά, φωτίζοντας τα χρυσά νήματα των ενδυμάτων των καλεσμένων.
Η Χουά-Λι
φορούσε βαθύ πράσινο μετάξι, κεντημένο με διακριτικά μοτίβα λωτού. Όχι πένθος, αλλά
ούτε πρόκληση. Η χηρεία της είχε γίνει μέρος της ταυτότητάς της· δεν την
έκρυβε, την όριζε.
Όταν η Λι
Σου-Γιαν μπήκε στην αυλή, η Χουά-Λι υποκλίθηκε με ακρίβεια. Ο νεαρός υπασπιστής
στάθηκε μισό βήμα πίσω από τη μητέρα του, όπως όριζε η ευπρέπεια. Μα τα μάτια
του δεν ήταν αδιάφορα.
Η πρώτη
ιστορία του θιάσου ήταν ηρωική. Η δεύτερη, διδακτική. Η τρίτη άρχισε με απαλή
μουσική και σκιές πιο λεπτές. Ένας ηλικιωμένος άνδρας παντρεύεται νεαρή, αγνή
κόρη. Την πρώτη νύχτα του γάμου τους, πεθαίνει από αδύναμη καρδιά. Η κοπέλα
μένει χήρα πριν γίνει γυναίκα. Ο κόσμος τη λυπάται και τη φοβάται. Μα ένας
νεαρός αξιωματικός, που την είχε δει πριν από τον γάμο της, δεν ξεχνά το βλέμμα
της. Επιστρέφει. Αψηφά τα σχόλια. Την νυμφεύεται, και μαζί της αρχίζει νέα
εποχή.
Στο πανί, οι
σκιές ενώθηκαν. Στην αυλή, η σιωπή πύκνωσε. Η Χουά-Λι δεν γύρισε αμέσως προς
τον υπασπιστή. Περίμενε να τελειώσει η σκηνή όπου ο νεαρός ήρωας δηλώνει πως «η
αγνότητα δεν σβήνει με τη μοίρα».
Έπειτα,
χαμηλόφωνα του είπε:
«Σπάνια ιστορία. Μα όμορφη.»
Ο νεαρός
απάντησε με συγκρατημένο τόνο. «Η αρετή δεν πρέπει να τιμωρείται από την
ατυχία.»
Η μητέρα του
έμεινε σιωπηλή, μα παρατηρούσε. Η Χουά-Λι χαμογέλασε ελαφρά. «Και όμως, η
κοινωνία συχνά προτιμά την ασφάλεια από τη δικαιοσύνη.»
«Η κοινωνία
αλλάζει,» είπε εκείνος. «Με τους ανθρώπους που τολμούν.»
Ήταν τολμηρή
φράση. Για έναν υπασπιστή. Η Χουά-Λι άφησε το βλέμμα της να σταθεί για ένα μόνο
χτύπο καρδιάς περισσότερο απ’ όσο απαιτούσε η ευγένεια.
«Η οικογένειά
μου,» είπε έπειτα ήρεμα, «δεν φοβάται τις αλλαγές. Όταν βασίζονται σε σεβασμό
και σύνεση.»
Στο βάθος, οι
σκιές έδειχναν τον νεαρό αξιωματικό να λαμβάνει τη διοίκηση από τον πατέρα του.
Συμβολισμός διαφανής. Μα όχι χυδαίος.
Καθώς οι
υπηρέτριες σέρβιραν τσάι από λεπτό πορσελάνινο σερβίτσιο η συζήτηση στράφηκε σε
διοικητικά ζητήματα, σε γαίες, σε φόρους.
Η Χουά-Λι
μιλούσε με γνώση. Δεν ήταν απλώς όμορφη· ήταν ενημερωμένη. Ο νεαρός υπασπιστής
το πρόσεξε. Κι εκεί, ανάμεσα σε φανάρια και σκιές, η πιθανότητα πήρε μορφή.
Όταν η
παράσταση τελείωσε, ο νεαρός υποκλίθηκε.
«Η επιλογή
της ιστορίας σας ήταν… εμπνευσμένη.»
Η Χουά-Λι
απάντησε απαλά: «Μερικές ιστορίες μάς διαλέγουν.»
Τα μάτια τους
συναντήθηκαν χωρίς μάρτυρες γιατί οι
άλλοι κοιτούσαν ακόμη το πανί.
Η τελευταία
ιστορία δεν ήταν τραγική. Ο αρχηγός του θιάσου έκανε ένα μικρό νεύμα, και πίσω
από το λευκό πανί οι σκιές έγιναν πιο ζωηρές, σχεδόν παιχνιδιάρικες. Το μουσικό
όργανο έπαιξε γρηγορότερο σκοπό. Οι καλεσμένοι ανακάθισαν· η σοβαρότητα της
προηγούμενης υπόθεσης είχε αφήσει στον αέρα μια ένταση που χρειαζόταν λύσιμο.
Η κωμωδία
άρχισε σε μια μικρή αγορά. Ένας έμπορος ρυζιού, γνωστός για τα “ελαφριά” του
μέτρα, φαινόταν να πουλά τίμια. Η ζυγαριά του όμως είχε πειραγμένο αντίβαρο.
Όποιος αγόραζε, έπαιρνε λιγότερο. Ο ίδιος χαμογελούσε πλατιά και έλεγε: «Η
ζυγαριά είναι δίκαιη· αν σας αδικεί, αδικεί και εμένα.»
Οι σκιές
του πλήθους κουνήθηκαν με γέλιο.
Ένας νεαρός
φρούραρχος της πόλης, άγρυπνος, λέει η αφήγηση, και αδιάφθορος, άκουσε τις
φήμες. Μα αντί να εισβάλει με στολή και διαταγές, αποφάσισε να δοκιμάσει τον
έμπορο. Την επόμενη ημέρα, ο έμπορος έκλεισε νωρίς το κατάστημα και φόρεσε απλά
ρούχα. «Θα δω αν οι άλλοι κλέβουν περισσότερο από μένα», είπε. Πήγε σε διπλανή
αγορά και παρουσιάστηκε ως αγοραστής.
Το κοινό ήδη
γελούσε.
Μα στο
μεταξύ, ο νεαρός φρούραρχος είχε πληροφορηθεί την απουσία του. Φόρεσε κι
εκείνος απλά ρούχα, μπήκε στο άδειο κατάστημα του εμπόρου και στάθηκε πίσω από
τον πάγκο. Όταν εμφανίστηκε ένας “πελάτης” — που δεν ήταν άλλος από τον ίδιο
τον έμπορο μεταμφιεσμένο — ο φρούραρχος, παριστάνοντας τον προσωρινό
αντικαταστάτη, άρχισε να ζυγίζει. Και να κλέβει. Έβαζε λιγότερο ρύζι. Με
επιδεξιότητα.
Ο έμπορος,
αγανακτισμένος, φώναζε: «Κλέβεις! Αυτό το μέτρο είναι άδικο! Η ζυγαριά είναι
πειραγμένη!»
«Α, μα
κύριε,» απαντούσε ο φρούραρχος, «η ζυγαριά είναι δίκαιη· αν σας αδικεί, αδικεί
κι εμένα.»
Το κοινό
ξέσπασε σε γέλια.
Στο τέλος, ο “πελάτης” εξαγριώθηκε τόσο που
φώναξε: «Στο δικό μου μαγαζί τέτοια πράγματα δεν θα τα ανεχόμουν!»
Η σκιά του
φρούραρχου έσκυψε ελαφρά.
«Στο δικό σας μαγαζί; Δηλαδή… είστε ο έμπορος;»
Σιωπή στο
πανί.
Ύστερα οι
φρουροί, άλλες σκιές, εισέβαλαν. Ο έμπορος, έχοντας προδώσει μόνος του την
ταυτότητά του, συνελήφθη. Η τελευταία σκηνή τον έδειχνε να κουβαλά την ίδια του
τη ζυγαριά δεμένη στον ώμο, σύμβολο της ίδιας του της απάτης.
Η αυλή γέμισε
γέλια και επιφωνήματα. Η Λι Σου-Γιαν χαμογέλασε συγκρατημένα. Οι άλλες κυρίες
έκρυβαν το στόμα τους πίσω από μανίκια.
Μα η Χουά-Λι
και ο νεαρός υπασπιστής δεν γέλασαν δυνατά. Χαμογέλασαν, μα το βλέμμα τους
έμενε αλλού.
«Μερικές
φορές,» είπε εκείνη απαλά, όσο οι υπόλοιποι σχολίαζαν την ευρηματικότητα της
ιστορίας, «ο άνθρωπος αποκαλύπτει μόνος του ποιος είναι.»
«Όταν νομίζει
πως παίζει ρόλο,» απάντησε εκείνος.
Για μια
στιγμή, η βοή της αυλής έγινε υπόκωφη. Οι άλλοι συζητούσαν για ζυγαριές και
δικαιοσύνη· εκείνοι μιλούσαν για πρόσωπα και προθέσεις.
«Η διοίκηση
απαιτεί καθαρά μέτρα,» συνέχισε η Χουά-Λι, τάχα αναφερόμενη στην ιστορία.
«Και καθαρές
συμμαχίες,» πρόσθεσε ο υπασπιστής.
Η φράση
αιωρήθηκε μεταξύ τους. Ένα φανάρι έτρεμε από ελαφρύ άνεμο. Το φως χόρεψε στο
πρόσωπό της. Εκείνος πρόσεξε πως δεν φορούσε πια το αυστηρό λευκό του πένθους,
αλλά ούτε και τα έντονα χρώματα των ανύπαντρων κοριτσιών. Ήταν σε μεταίχμιο. Όπως
κι εκείνος.
Στην άκρη της
αυλής, οι σκιές του θιάσου κατέβαιναν. Οι μουσικοί μάζευαν τα όργανα. Τα γέλια
συνέχιζαν. Μα οι δυο νέοι, με ευπρέπεια και μέτρο, αναζητούσαν τρόπο να
μιλήσουν ξανά, όχι ως οικοδέσποινα και καλεσμένος, ούτε ως χήρα και υπασπιστής.
Αλλά ως δύο άνθρωποι που καταλάβαιναν πως, στην αγορά της ζωής, η πιο
επικίνδυνη ζυγαριά δεν είναι εκείνη που κλέβει στο ρύζι. Είναι εκείνη που μετρά
το μέλλον.
Και κάπου,
έξω από την αυλή, στο σκοτάδι του δρόμου, μια γυναίκα στάθηκε για λίγο ακίνητη
πριν χαθεί. Το σχέδιο της Σιάο-Γινγκ είχε βρει έδαφος. Μα τώρα, η ιστορία δεν
της ανήκε πια.
οι νύχτες στο
βαθύ σκοτεινό δωμάτιο
Στην αυλή του
μεγάλου σπιτιού του Λι Γουέν-Τσενγκ η νύχτα είχε πέσει βαριά, σαν βελούδινο
πέπλο. Τα φανάρια είχαν σβήσει· οι υπηρέτες του πολέμαρχου είχαν αποχωρήσει,
και μόνο το απαλό φως του φεγγαριού έπεφτε μέσα από τα ξύλινα παράθυρα,
σχηματίζοντας γεωμετρικά μοτίβα στον παλιό δάπεδο από πέτρα.
Στο βαθύ,
σκοτεινό δωμάτιο, ο Λι Γουέν-Τσενγκ στεκόταν δίπλα στη νεαρή Τιάν-Μι. Κάθε
επαφή ήταν βαθιά, σαν να συντονιζόταν η ενέργεια τους.
Οι νύχτες κυλούσαν σαν κύματα, ο έρωτας ζωντανός, η
ασφάλεια διασφαλισμένη, και το σκοτάδι του δωματίου γέμιζε με σιωπηλή συνενοχή,
σαν μυστικό που δεν θα αποκάλυπτε ποτέ κανείς, εκτός από το φεγγάρι που τα
παρακολουθούσε από ψηλά.
Η σιωπή, οι
ανάσες και η επαφή των σωμάτων τους ήταν ολόκληρος ο κόσμος τους. Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ και η Λιάν-Τι κινούνταν με τη σιγουριά του νερού που κυλάει
ανάμεσα σε πέτρες· η ένωση τους ήταν μια συνεχής αίσθηση σύνδεσης· όχι βιασύνη,
αλλά όπως το κύμα που αγκαλιάζει απαλά την ακτή πριν υποχωρήσει, αφήνοντας την
αίσθηση της παρουσίας του.. Η ένωση τους είχε την πληρότητα της λίμνης μετά τη
βροχή: το νερό κυλούσε ήσυχα, αλλά γέμιζε κάθε κενό. Δεν ήταν βιασύνη ούτε
ακραία ένταση· ήταν η φυσική ροή των σωμάτων και της ενέργειας, όπως ο ποταμός
που βρίσκει τον δρόμο του πίσω στη θάλασσα. Και το δωμάτιο, βαθειά σκοτεινό,
ήταν η όαση όπου η υπομονή, η επιθυμία συναντιόνταν ήρεμα, χωρίς να χρειάζεται
λόγος ή φωνή.
Η φύση γύρω
τους φαινόταν σαν να συμμετείχε και αυτή. Η βροχή έπεφτε απαλά στις στέγες, σαν
ψίθυροι που αγκαλιάζουν τα δέντρα, και ο άνεμος έφερε μυρωδιές σαν να γιόρταζε
την ένωση τους.
Σε εκείνες
τις νύχτες, μέσα στο σκοτάδι που φώτιζε μόνο το φεγγάρι, η Λιάν-Τι και ο Λι
Γουέν-Τσενγκ ένιωθαν ότι η υπομονή, η γνώση και η επιθυμία τους είχαν γίνει ένα,
χωρίς ανάγκη για εξηγήσεις.
Στο ίδιο
βαθύ, σκοτεινό δωμάτιο η ζωή κυλούσε σαν ένα μικρό ποτάμι κρυμμένο μέσα στα
βουνά. Το δωμάτιο βαθύ και μυστικό, κάθε
νύχτα φαινόταν να αλλάζει μορφή. Το
σκοτάδι γινόταν πιο πυκνό, αλλά ταυτόχρονα ζωντανό, σαν να τρεφόταν με τις
κινήσεις τους. Εκεί, στο σκοτάδι, το δωμάτιο γινόταν όλος ο κόσμος τους, και η
σιωπή ήταν η μόνη μάρτυρας της ένωσής τους.
Στο βαθύ,
σκοτεινό δωμάτιο οι ρόλοι τους δεν ήταν μόνο σωματικοί· ήταν παιχνίδια της
φαντασίας, μυστικές παραστάσεις που ζωντάνευαν μόνο μέσα στο μυαλό τους, και
που αργότερα, όταν οι ψίθυροι και οι κινήσεις τους συντονίζονταν, γίνονταν
κοινά αποδεκτοί και κατανοητοί από τους δύο. Όταν οι ψίθυροι και οι κινήσεις
τους συνδέονταν, οι ιδιωτικοί τους ρόλοι γίνονταν κοινά αντιληπτοί. Το δωμάτιο
γινόταν η «σκηνή» όπου αυτές οι φαντασίες συναντιόντουσαν.
Στο βαθύ
σκοτεινό δωμάτιο, όπου το φως του φεγγαριού γλιστρούσε σαν ασημένια λωρίδα πάνω
στο ξύλο, οι φαντασίες τους έπαιρναν μορφή διαφορετική. Την μία εκείνη ήταν η
παλλακίδα του πολέμαρχου, την άλλη ήταν η αιχμάλωτη κοπέλλα από τις μεθοριακές περιοχές,
την άλλη η νύφη την πρώτη νύχτα του γάμου της, την άλλη η φτωχή κοπέλλα σε
πανδοχείο, την άλλη η παραδουλεύτρα που κλέβει τον άντρα της σπιτονοικοκυράς με
πονηριά και υπομονή, την άλλη η γυναίκα που δεν αγάπησε τον άνδρα της και ξαφνικά βρήκε σε έναν ξένο άντρα την
πρώτη αίσθηση του έρωτα,
Στο σκοτεινό
δωμάτιο, αυτές οι μεγάλες εικόνες συναντιόντουσαν. Το δωμάτιο γέμιζε με
σιωπηλές ιστορίες. Η παλλακίδα έπαιρνε ανάσα και η αιχμάλωτη γλίστραγε ανάμεσα
στις σκιές, ενώ η νύφη παρακολουθούσε ήσυχα τις κινήσεις, η φτωχή κοπέλλα και η
παραδουλεύτρα συνωμοτούσαν με τα βλέμματα και την αναπνοή, ενώ η γυναίκα που
δεν αγάπησε τον άντρα της ένιωθε για πρώτη φορά την καρδιά της να ανοιγοκλείνει.
Όταν οι
φανταστικοί ρόλοι γίνονταν λόγος και αμοιβαία εκμυστήρευση τότε όλα έσμιγαν
μέσα στο ίδιο σκοτεινό δωμάτιο. Η παλλακίδα και η νύφη, η αιχμάλωτη και η
παραδουλεύτρα, η γυναίκα που αγαπά για πρώτη φορά και ο ξένος που δίνει αγάπη, Το δωμάτιο γινόταν σαν μικρό σύμπαν, όπου οι
ρόλοι των φαντασιών τους έβρισκαν έκφραση χωρίς λέξεις.
Η Λιάν-Τι
φανταζόταν τον Λι Γουέν-Τσενγκ ως ασκητή
που εγκαταλείπει την απομόνωσή του για μια γυναίκα και πως η ίδια ήταν η
πηγή που τον τραβάει έξω από σιωπές και μυστικά, Φανταζόταν ή έπαιρνε το ρόλο της
ακόρεστης γυναίκας για έρωτα που κάθε εραστής της είχε διαφορετικό
πρόσωπο, αλλά στο τέλος το πρόσωπό τους έπαιρνε τη μορφή του Λι Γουέν-Τσενγκ,
σαν φάντασμα που επέστρεφε πάντα στην ίδια μορφή. Φανταζόταν πως ήταν η
ενσάρκωση μίας πεθεράς που ποθούσε τον
άντρα της κόρης της, της αδελφής που ποθούσε τον μεγαλύτερο αδελφό της, της
ώριμης γυναίκας που ξελογιάζει έναν νεότερο άντρα, της γυναίκας που με τα
βότανά της θεραπεύει έναν βαριά τραυματισμένο και αυτός ξυπνά από το λήθαργό του και την
ερωτεύεται.
Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ, με τη σειρά του, φανταζόταν τη Λιάν-Τι σαν τη γυναίκα που μετά από χρόνια χωρισμού
ξανασυναντά τον αγαπημένο της, σαν τη συννυφάδα που ποθεί τον άνδρα της αδελφής
της, τον γυναικάδελφό της, σαν τη γυναίκα που σπάει τον όρκο της αγνότητάς της για έναν άγνωστο
Όταν οι
κινήσεις και οι ψίθυροι τους συντονίζονταν, όλες αυτές οι μεγαλεπήβολες
φαντασίες έσμιγαν. Το σκοτεινό δωμάτιο γέμιζε με ιστορίες που ποτέ δεν είχαν
ειπωθεί έξω από αυτό. Η Λιάν-Τι γινόταν η αιχμάλωτη, η νύφη, η ακόρεστη
γυναίκα, η παραδουλεύτρα, η αδελφή, η συννυφάδα, η γυναίκα που ξανασυναντά τον
αγαπημένο της. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ γινόταν ο πλούσιος ξένος, ο ασκητής, ο άντρας
που δίνει αγάπη, ο αδελφός, ο άντρας της δίδυμης αδελφής, ο νεότερος που
ξελογιάζεται, ο αιχμάλωτος που τον απελευθερώνει η κόρη ενός βασιλιά.
Η φαντασία
και η πραγματικότητα έσμιγαν, και το σκοτεινό δωμάτιο γινόταν ένας κόσμος όπου
όλες οι σχέσεις, οι επιθυμίες και οι απαγορεύσεις συνυπήρχαν, χωρίς λόγια, μόνο
με ανάσες, ψίθυρους και σιωπηλές κινήσεις.
Κάθε νύχτα,
κάθε αγκαλιά, κάθε ψίθυρος ήταν σαν μια μικρή αφήγηση, ένας μύθος που
ζωντανεύει μέσα στη σκιά, η Τιάν-Μι και
ο Λι Γουέν-Τσενγκ ένιωθαν την ενέργεια και τη φαντασία τους να ενώνονται, και
μαζί τους όλα τα πρόσωπα και οι ιστορίες που είχαν επιστρατεύσει σταδιακά να
τους δίνουν την δική τους δύναμη για να μεγαλώσει η φλόγα τους.
Όταν η νύχτα
τελείωνε, και το φως της ημέρας δειλά ξεκίναγε να μπαίνει από τα παράθυρα, η
λάμψη ήταν σχεδόν ανυπόφορη στέκονταν θαμπωμένοι, με τις σκιές των φαντασιών
τους να χάνουν το περίγραμμά τους στο φως. Το σκοτεινό δωμάτιο, που μέχρι πριν
λίγο κρατούσε όλες τις ενοχές και τα μυστικά τους, γινόταν η φυλακή που έκλεινε
μέσα της τις αμαρτίες: κάθε ψίθυρος, κάθε σκιά, κάθε φανταστικός ρόλος παρέμενε
εκεί, αόρατος για τον έξω κόσμο.
Το φως της
ημέρας τους έφερνε πίσω στην τάξη, στους κανόνες και τις προσδοκίες της
κοινωνίας. Κι όμως, κάθε νύχτα ξαναγύριζαν στο βαθύ σκοτεινό δωμάτιο· εκεί όπου
οι νόμοι και οι περιορισμοί δεν υπήρχαν, όπου οι ρόλοι και οι φαντασιώσεις τους
αποκτούσαν ξανά ζωή, όπου για να αποφεύγουν τις δικές τους τύψεις υποδύονταν
τις ζωές άλλων, όπου οι ενοχές κλειδώνονταν στο σκοτάδι, και η ένωση τους
συνέχιζε σαν μυστικός χορός ανάμεσα σε σκιές.
Ήταν μια
διπλή ύπαρξη: την ημέρα υπάκουοι στην ηθική και στους τύπους και τη νύχτα
παραβάτες της σάρκας, γνωρίζοντας ότι
μόνο το βαθύ σκοτεινό δωμάτιο μπορούσε να τηρήσει την ασυλία τους, να φυλάξει
τις ενοχές τους σαν βαθύ σκαμένο όρυγμα, σαν μια σπηλιά, σαν τάφος που θα τους
περίμενε για να τους σφραγίσει.
μια
θεατρική παράσταση στο Λο Τζιάνγκ
Το απόγευμα που ο θίασος
έφθασε στο Λο Τζιανγκ, η ομίχλη της Σετσουάν ανέβαινε από τα χωράφια σαν αχνός
από ζεστό ρύζι. Δύο κάρα κύλησαν βαριά μέσα στην αυλή του ναού· στα πλευρά τους
κρέμονταν τύμπανα και μπαούλα με κοστούμια. Οι χωρικοί σταμάτησαν τις δουλειές
τους και κοίταζαν με περιέργεια.
Ήταν θίασος της βόρειας
όπερας του Τσιν, από εκείνες τις λαϊκές, τραχιές παραστάσεις που γεμίζουν τον
αέρα με τύμπανα και κραυγές πολεμιστών. Δεκαεννέα άνθρωποι όλοι κι όλοι.
Αρχηγός τους ο Λιου Σανγκ
— γηραιός, λιγομίλητος, με βλέμμα που ζύγιζε και άνθρωπο και νόμισμα. Δώδεκα
ηθοποιοί, πέντε μουσικοί, ένας μαθητευόμενος.
Στον θίασο υπήρχαν και
γυναίκες, αν και οι περισσότεροι γυναικείοι ρόλοι παίζονταν από άνδρες. Η
Μει-Χουά, χήρα παλιού ηθοποιού, ερμήνευε μητέρες και τραγικές συζύγους. Οι
νεότεροι άνδρες αναλάμβαναν τους ρόλους νεαρών γυναικών με επιδέξιες κινήσεις
και λεπτή φωνή.
Οι πρώτοι ρόλοι ανήκαν
στον Ζάο Κανγκ, ψηλό και επιβλητικό, που ενσάρκωνε στρατηγούς και ήρωες· και
στον Τσεν Ντα, με πρόσωπο βαμμένο κόκκινο και μαύρο, για τους σκληρούς
πολεμικούς χαρακτήρες.
Και έπειτα ήταν ο Φενγκ
Τζι-Χαν. Λεπτός, ευκίνητος, με πρόσωπο που άλλαζε μορφή σαν να ήταν πηλός. Είχε
το χάρισμα της μίμησης· μπορούσε να γίνει γέρος χωρικός, αυστηρός αξιωματούχος,
πονηρός υπηρέτης ή μεθυσμένος στρατιώτης μέσα σε μια αναπνοή. Το κοινό τον
αγαπούσε.
Μα στα παρασκήνια
ψιθυριζόταν κάτι ακόμη: η καρδιά του δεν χτυπούσε για τις γυναίκες. Το βλέμμα
του αναζητούσε συχνά τον Ζάο Κανγκ όταν εκείνος έλυνε την πανοπλία του. Σε έναν
κόσμο όπου οι άνδρες ενσάρκωναν γυναίκες και η ομορφιά άλλαζε πρόσωπα κάθε
βράδυ, τέτοιες σιωπηλές κλίσεις ζούσαν στη σκιά. Ο θιασάρχης γνώριζε, μα όσο
δεν υπήρχε σκάνδαλο, δεν μιλούσε.
Το πρώτο βράδυ στήθηκε
ξύλινη εξέδρα μπροστά στο ιερό. Κόκκινα φανάρια ταλαντεύονταν πάνω από τα
κεφάλια του πλήθους. Τα τύμπανα αντήχησαν, το γκονγκ έσκισε τη σιωπή.
Το έργο λεγόταν «Η Πίστη
του Στρατηγού», ιστορία τιμής και
αυτοθυσίας. Ο Ζάο Κανγκ τραγούδησε με φωνή διαπεραστική, ικανή να φτάσει ως τα
τελευταία σπίτια του χωριού. Ο Τσεν Ντα εισέβαλε στη σκηνή με βήμα βαρύ, το
βαμμένο του πρόσωπο να λάμπει στο φως των λαδιών. Όταν εμφανίστηκε ο Φενγκ
Τζι-Χαν ως πονηρός υπηρέτης, το κλίμα άλλαξε. Με ένα τίναγμα του μανικιού έγινε
γριά γυναίκα· με μια γκριμάτσα, αφελής στρατιώτης. Τα παιδιά ξέσπασαν σε γέλια.
Οι ηλικιωμένοι κουνούσαν το κεφάλι επιδοκιμαστικά.
Η μουσική δεν σταματούσε
στιγμή. Τα τύμπανα οδηγούσαν τις μάχες, τα έγχορδα έντυναν τον θρήνο.
Ανάμεσα στους θεατές
βρισκόταν η Λι Σου-Γιαν με τον σύζυγό της, τον άρχοντα Γουάνγκ Τσε-Λιν. Δεν
γελούσε δυνατά, μα τα μάτια της έλαμπαν στις σκηνές του ηρωισμού. Όταν η
παράσταση έφθασε στην κορύφωση και ο στρατηγός διάλεξε την τιμή αντί της ζωής,
η Λι Σου-Γιαν χαμήλωσε το κεφάλι συγκινημένη.
Όταν έσβησαν τα φανάρια
και το πλήθος άρχισε να διαλύεται, η Λι Σου-Γιαν πλησίασε τη σκηνή μαζί με τον σύζυγό
της.
Ο Λιου Σανγκ υποκλίθηκε
βαθιά.
«Η τέχνη σας έφερε τιμή στο χωριό μας», είπε εκείνη με καθαρή
φωνή. «Και μνήμη στους προγόνους.»
Ο σύζυγός της παρέδωσε
ένα μικρό πουγκί με ασημένια νομίσματα.
«Μια ταπεινή συνεισφορά για τα έξοδα του δρόμου.»
Ο θιασάρχης γονάτισε
ελαφρά, όπως όριζε η ευγένεια. Οι ηθοποιοί στάθηκαν πίσω του, ακόμη
μισοντυμένοι με τα κοστούμια τους.
Για μια στιγμή, τα μάτια
της Λι Σου-Γιαν στάθηκαν στον Φενγκ Τζι-Χαν, που κρατούσε ακόμη τα ίχνη της
βαφής στο πρόσωπο. Εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα με συστολή.
Η χορηγία εκείνης της
νύχτας εξασφάλισε στον θίασο όχι μόνο τροφή και στέγη, αλλά και κύρος. Το Λο
Τζιανγκ θα τους κρατούσε τρεις ημέρες ακόμη.
Ύστερα θα ξανάπαιρναν τον
δρόμο με τα τύμπανα δεμένα στα κάρα, με τα κοστούμια διπλωμένα, και με τα
μυστικά τους να ταξιδεύουν μαζί τους μέσα στην υγρή ομίχλη της Σετσουάν.
Η επόμενη ημέρα βρήκε τον
θίασο ακόμη στο Λο Τζιανγκ, με τα τύμπανα σκεπασμένα και τα κοστούμια απλωμένα
να στεγνώνουν από την υγρασία της Σετσουάν. Το απόγευμα, ο Λιου Σανγκ
παρουσιάστηκε στην οικία της Λι Σου-Γιαν και του συζύγου της, του Γουάνγκ
Τσε-Λιν, ανώτερου αξιωματούχου επιφορτισμένου με την ασφάλεια και τη διοίκηση
της περιοχής, με στρατιωτικές και πολιτικές αρμοδιότητες.
Η αυλή ήταν στολισμένη
ήδη με κόκκινα υφάσματα.
Η Λι Σου-Γιαν μίλησε πρώτη.
«Σε δέκα ημέρες», είπε,
«ο γιος μας, ο υπασπιστής Γουάνγκ Τζι-Λιν, θα νυμφευθεί τη νεαρή χήρα Χουά-Λι.
Θέλουμε ο γάμος να είναι λαμπρός και ευοίωνος.»
Ο αξιωματούχος συνέχισε,
ατάραχος. «Δύο ημέρες παραστάσεων. Την παραμονή και την ημέρα της τελετής. Έργα
που υμνούν τη συζυγική πίστη, τη γονιμότητα και την τιμή. Η τάξη θα
διασφαλιστεί από τους άνδρες μου.»
Η διαπραγμάτευση έγινε με
προσοχή. Συμφωνήθηκαν δύο πλήρεις
παραστάσεις, η πλήρης σίτιση του θιάσου
επί τέσσερις ημέρες, η διαμονή σε βοηθητικό κτήριο της οικίας. Η αμοιβή ήταν σε
ασήμι, αρκετή για έναν μήνα περιοδείας καθώς και μεταξωτό ύφασμα για ανανέωση των
κοστουμιών του περιοδεύοντος θιάσου.
Η Λι Σου-Γιαν πρόσθεσε ήρεμα:
«Θέλω το έργο να υψώνει τη νέα αρχή της νύφης. Να μην υπάρξει σκιά
για το παρελθόν της.»
Ο θιασάρχης υποκλίθηκε.
Δύο ημέρες αργότερα, ο
υπασπιστής Γουάνγκ Τζι-Λιν επισκέφθηκε την αυλή του ναού για να επιθεωρήσει τη
σκηνή. Ήταν άνδρας συγκρατημένος, με ήρεμη δύναμη στο βήμα. Φορούσε απλή στολή,
μα το σπαθί στο πλευρό του δήλωνε το αξίωμά του. Τα μάτια του έπεσαν πάνω σε
έναν νεαρό, λεπτό άνδρα με ήρεμη χάρη και ευλύγιστη κίνηση: τον θηλυπρεπή
ηθοποιό Φενγκ Τζι-Χαν, που
καθάριζε τα μανίκια ενός μεταξωτού ενδύματος.
Με ένα χαμόγελο που
συνδυάζει σιγουριά και πονηριά, ο Φενγκ Τζι-Χαν πλησίασε τον Γουάνγκ Τζι-Λιν και,
σκύβοντας ελαφρά, είπε:
«Κυρίαρχε υπασπιστά, μην
ανησυχείτε για την πρώτη νύχτα του γάμου σας· οι πιο θερμές γυναίκες είναι
πάντα οι χήρες. Κι αν αναρωτιέστε αν είναι αγνή, μην απασχολείστε· κάποιος
άλλος έχει ζήσει αυτά τα ερωτήματα πριν από σας.»
Ο Γουάνγκ Τζι-Λιν πάγωσε
για μια στιγμή, τα μάτια του άστραψαν μεταξύ έκπληξης και αμηχανίας. Πριν
προλάβει να πει οτιδήποτε, ο Λιου Σανγκ, ο θιασάρχης, εμφανίστηκε από το πλάι
και, με αυστηρή φωνή, διέκοψε:
«Φενγκ Τζι-Χαν, αρκετά!
Επιστρέψε στα καθήκοντά σου. Δεν είναι ώρα για τέτοιες κουβέντες.»
Ο Φενγκ Τζι-Χαν
χαμογέλασε συγκαταβατικά, έκανε μια μικρή υπόκλιση και απομακρύνθηκε αργά, ενώ
ψιθύριζε συγγνώμη προς τον Γουάνγκ Τζι-Λιν, που ακόμη προσπαθούσε να
επεξεργαστεί το θάρρος και το χιούμορ του νεαρού ηθοποιού.
Η αυλή της μεγάλης οικίας
του άρχοντα Γουάνγκ Τσε-Λιν ήταν
στολισμένη με κόκκινα φανάρια και μεταξωτά πανιά. Η μέρα είχε πέσει και οι
φαναράκια έδιναν απαλή λάμψη πάνω στις πέτρινες πλάκες. Ο θίασος είχε ετοιμάσει
ειδικά για τον γάμο ένα έργο που υμνούσε την τιμή της χήρας — σοβαρό, γεμάτο
ένταση και συγκίνηση, αλλά με προσεκτικά τοποθετημένα κωμικά στοιχεία για να
ελαφρύνουν την ατμόσφαιρα.
Ο Φενγκ Τζι-Χαν ανέβηκε
στη σκηνή, υποδυόμενος τον μεσήλικα σύζυγο της νεαρής Τσεν Γιουλίν, ο οποίος
είχε αποβιώσει από τον καημό του ότι ίσως η γυναίκα του αγαπούσε κάποιον
νεότερο. Με βαριά φωνή και θλιμμένο ύφος, ο Φενγκ ζωντάνεψε την αγωνία του
πεθαμένου άνδρα, ενώ με μικρές κινήσεις έδινε και μια ελαφριά δόση χιούμορ,
όπως όταν κοίταζε με υπερβολικό δέος το «νεότερο» πρόσωπο που εμφανιζόταν στη
σκηνή.
Με το θάνατό του,
εμφανίστηκε ο νεαρός άνδρας, μορφή ευγενική, δυναμική και συγκρατημένη, υποσχόμενος
να αποκαταστήσει την τιμή της χήρας, προσφέροντάς της ασφάλεια και σεβασμό. Το
κοινό χειροκρότησε με ενθουσιασμό την ανατροπή, ενώ τα τύμπανα και τα έγχορδα
πλέκονταν αρμονικά με τις φωνές των ηθοποιών.
Στη συνέχεια ο θίασος
παρουσίασε ένα δεύτερο έργο που είχε προσαρμοστεί ειδικά για την περίσταση, με
τίτλο «Η Τιμή της Αυλής». Η
ιστορία αφορούσε μια οικογένεια ευγενών που αντιμετωπίζει δοκιμασίες,
παρεξηγήσεις και παλιές διαμάχες, αλλά τελικά η αλήθεια και η δικαιοσύνη
επικρατούν. Στο έργο αυτό, ο Φενγκ Τζι-Χαν υποδύθηκε έναν πανούργο θείο που με
τα πονηρά του λόγια προκαλούσε μπερδέματα, φέρνοντας γέλιο και ταυτόχρονα
αναδεικνύοντας την ευαισθησία και την ευγένεια των νεαρών ηρώων.
Ανάμεσα στους θεατές
βρίσκονταν ο πολέμαρχος Λι Γουέν-Τσενγκ καθισμένος με συγκρατημένη χαρά, και
δίπλα του η κόρη του, η Τιάν-Μι,
η οποία παρέμενε άψογη και μετρημένη στο πλευρό του πατέρα της, παρακολουθώντας
με σεβασμό και ενδιαφέρον κάθε σκηνή. Ίσως ήταν για πρώτη φορά εσωτερικά ήρεμη
αφού ένας κίνδυνος, η τέως χήρα Χουά-Λι, μόλις είχε γίνει η νέα κυρία Γουάγκ,
ήταν πλέον εξαδέλφη της. Εκείνη που επόπτευε με το αυστηρό της επίσημο ύφος
ήταν η μητέρα του γαμβρού, αναλογιζόμενη την ειρωνεία της έκβασης των
καταστάσεων. Προόριζε την Χουά-Λι για σύζυγο του χήρου αδελφού της, του Λι
Γουέν-Τσενγκ, και αντί να την νυμφευθεί ο πολέμαρχος, την είχε νυμφευθεί ο
υπασπιστής του, ο γιος της, και έδειχνε να είναι ερωτευμένος μαζί της. Αλλά τι μπορούσε να πει
κανείς, ήταν η χρονιά της χήρας. Και όσο
ο πρωτότοκος γιος της δεν μπρούσε ακόμη να κάνει παιδί με τη σύζυγό του, η Λι
Σου-Γιαν σκεφτόταν πως καλοδεχούμενο θα ήταν και ένα παιδί στην οικογένεια έστω
από μια χήρα, τη νέα νύφη της.
Η βραδιά κύλησε ανάμεσα
σε συγκίνηση, χιούμορ και τελετουργικό μεγαλείο, ενώ οι φωνές των ηθοποιών και
τα τύμπανα αντηχούσαν ανάμεσα στα κόκκινα φανάρια, χαρίζοντας στη νέα
οικογένεια μια ανάμνηση που θα τους συνόδευε για χρόνια.
η
νύχτα της σύλληψης
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ και η νεαρή Τιάν-Μι
αναχώρησαν από τον γάμο αλλά στα πρόσωπά τους είχαν ακόμη αυτή την γλυκειά
γεύση από τον γάμο των νεονύμφων. Δεν ήταν εκείνοι που είχαν αποτελέσει
αντικείμενο περιέργων βλεμμάτων που έψαχναν να εξιχνιάσουν κάθε τους
χειρονομία. Το ενδιαφέρον είχε πέσει πάνω στη νύφη την Χουά-Λι και στον γαμβρό,
τον Γουάνγκ Τζι-Λιν. Επέστρεψαν στο αρχοντικό του Λι Γουέν-Τσενγκ κάπως
απευλεθερωμένοι. Όταν μπήκαν στο εσωτερικό του σπιτιού η Τιάν-Μι τον
αγκάλιασε. Τον κοίταξε στα μάτια και με
αποφασιστικότητα είπε:
«Θα είμαι μαζί σου για πάντα», ψιθύρισε εκείνη. «Ό,τι κι αν γίνει,
ακόμα κι αν η μοίρα σε τραβήξει μακριά, αν ποτέ με εγκαταλείψεις… δεν θα μπορώ
να ζήσω. «Κανένας δρόμος, κανένας άνεμος δεν θα μας χωρίσει.»
Μέσα στο βαθύ σκοτεινό δωμάτιο,
οι καρδιές τους χτυπούσαν σαν τύμπανα, δυνατά, επίμονα. Ο κόσμος έξω δεν
υπήρχε· υπήρχε μόνο η υπόσχεση που είχαν δώσει ο ένας στον άλλο, και η φωτιά
που τους ένωνε για πάντα. Εκείνο το βράδυ η Τιάν-Μι δεν ήθελε μόνο μια
υπόσχεση. Ήθελε ένα ενέχυρο αυτής της υπόσχεσης. Έκανε τα πάντα για να
ευχαριστήσει τον άνδρα που είχε επιλέξει. Ήταν μια μακρόσυρτη σμείξη. Ο Λι
Γουέν-Τσενγκ μετρούσε στιγμές, μετρούσε σκέψεις, μετρούσε λέξεις, και δεν είχε
το θάρρος να κορυφωθεί. Η νεαρή γυναίκα το καταλάβαινε, ήθελε να τον φτάσει
στην ύστατη στιγμή, μα καταλάβαινε ότι
εκείνος ήταν διασκορπισμένος στις σκέψεις τους.
Δυνατά καθώς ήταν
σφιχταγκαλιασμένοι του είπε «είμαι η Σου-Γιαν». Εκείνο το βράδυ θα έπαιζε για χάρη
του τον ρόλο της αδελφής του. Αφού είχαν διαπεράσει το δικό τους φράγμα, γιατι
να μην διαπεράσουν και το άλλο, εκείνο που ίσως είχε σκεφθεί όταν ήταν νέος. «Είμαι
η Σου-Γιαν το τελευταίο βράδυ πριν τον γάμο της» του ξαναείπε, σαν να γνώριζε
τι είχε συμβεί ακριβώς πριν από πολλά χρόνια. Και μολονότι τότε δεν είχε
γεννηθεί η Τιάν-Μι, οι ιστορίες που αφηγείτο η γρηά υπηρέτρια Σιανγκ-Λι,
ιστορίες στις οποίες μπέρδευε τα ονόματα και τις χρονολογίες, είχαν οδηγήσει την
Τιάν-Μι να συμπεράνει πως το κορίτσι που παρακαλούσε τον αδελφό της να μην την
παντρέψει ήταν η Σου-Γιαν και ο νεαρός εικοσιπεντάχρονος τότε νέος ήταν ο Λι
Γουέν-Τσενγκ. Μπορεί η Τσιάνγκ-Λι να μην είχε πει ονόματα, να μην είχε
υποδείξει πρόσωπα, μπορεί να είχε περιγράψει το αρχοντικό όπως ήταν τότε και
όχι όπως είναι τώρα, μα υπήρχε κάτι που ίσως δεν είχε αλλάξει, η στολή του
νεαρού εκείνου στρατιώτη που τώρα είχε γίνει πολέμαρχος πλέον.
«Φίλησέ με» του είπεε.
Και ο Λι Γουέν-Τσενγκ
μπερδεύοντας τα ονόματα, μπορεί και μπερδεύοντας τα πρόσωπα άφησε να εξέλθει
αυτό που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν έρρεε. Αυτό που είχε κάποτε στερήσει στην
όμορφη Σου-Γιαν το άφηνε χωρίς πλέον τη δύναμη να το συγκρατήσει. Το άφηνε σε
άλλο σώμα να κυλήσει καθώς στο μυαλό του διαγραφόταν το νεανικό πρόσωπο της
Σου-Γιαν. Η Τιάν-Μι ήξερε πως πλέον έφερνε μέσα της την σφραγίδα του. Δεν την
ένοιαζε τι θα έλεγαν. Και οι δυο τους ήταν μέσα στο βαθύ σκοτεινό δωμάτιο και
εκεί επιτρέπονταν αυτά που οπουδήποτε αλλού δεν θα γίνονταν. Οι τοίχοι του ήταν
τόσο ανθεκτικοί και απορροφητικοί ώστε να αντέξουν τους ήχους τους, να κρύψουν
κάθε άνομο παράλογο πάθος.
οι
αποφάσεις
Η εγκυμοσύνη της Τιάν-Μι
εμφανιζόταν. Ο χρόνος δεν μπορούσε πλέον να σιωπήσει. Ο Λι Γουέν-Τσενγκ πήγε
στην αδελφή του και της ανακοίνωσε το ζήτημα της εγκυμοσύνης της Τιάν-Μι. Η Λι
Σου-Γιαν δεν έκανε κανένα σχόλιο. Το περίμενε ότι κάποτε θα γινόταν. Απλά έγινε
γρηγορότερα. Μετά από λίγο σκέφθηκε εκείνο των κωμικό ηθοποιό, τον Φενγκ
Τζι-Χαν. Ο περιφερόμενος θίασος θα ήταν σε κάποιο κοντινό χωριό. Ίσως θα
μπορούσε να παίξει τον ρόλο του γαμβρού για λίγο καιρό και μετά ας χώριζαν.
Είπε στον Λι Γουέν-Τσενγκ να στείλει τους πιο έμπιστους στρατιώτες τους και να
τον φέρουν για να μιλήσουν. Ο θίασος βρισκόταν στο δρόμο για το Γουτσάγκ.
Ετοιμάστηκε ένα έμπειρο απόσπασμα και τελικά εντόπισε τον Φενγκ Τζι-Χαν με τον
θίασο. Μετά από δύο ημέρες ο Φενγκ
Τζι-Χαν ήλθε συνοδευόμενος για τον μεγαλύτερο ρόλο της ζωής του.
Η αυλή της οικίας της Λι
Σου-Γιαν ήταν ήσυχη εκείνο απόγευμα, με τα φαναράκια να κρεμούν απαλή σκιά πάνω
στα πέτρινα δάπεδα. Ο Φενγκ Τζι-Χαν στεκόταν απέναντί της, με το κεφάλι ελαφρά
σκυμμένο, ενώ η Λι Σου-Γιαν τον παρατηρούσε με σταθερό βλέμμα.
«Η φήμη σας ως ηθοποιού προγείται
αγαπητέ Φενγκ Τζι-Χαν», είπε, με μια ήρεμη αλλά αποφασιστική φωνή. «Σας
συμπαθώ, Φενγκ Τζι-Χαν, αλλά πρέπει να ξέρετε πόσο σημαντική είναι η εχεμύθεια
σας.»
Ο Φενγκ Τζι-Χαν
χαμογέλασε ελαφρά, σκύβοντας λίγο, σαν να έκανε υπόκλιση όχι μόνο με το σώμα
αλλά και με τη στάση του πνεύματος. «Κυρία μου», είπε, «όταν υπάρχει κίνητρο
για την εχεμύθεια, αυτή είναι πάντοτε εξασφαλισμένη.»
Η Λι Σου-Γιαν τον κοίταξε
στα μάτια, μια λάμψη σοβαρότητας περνώντας από το πρόσωπό της. «Το κίνητρο θα
είναι μεγάλο», είπε χαμηλόφωνα. «Ίσως όσο δεν έχετε δει ποτέ μέχρι τώρα στη ζωή
σου.»
Ο Φενγκ Τζι-Χαν έγειρε
ελαφρά το κεφάλι, και ένα πονηρό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του. «Τότε και
η εχεμύθειά μου θα είναι ανάλογη», απάντησε.
Η Λι Σου-Γιαν έκανε ένα
βήμα πιο κοντά, η φωνή της έσφιξε με σοβαρότητα. «Πρόκειται περί λεπτού
ζητήματος, κύριε Φενγκ Τζι-Χαν», είπε. «Πρόκειται για την τιμή μιας κοπέλας και
για την τιμή μιας ολόκληρης οικογένειας. Κάποιος την ξελόγιασε και την
εγκατέλειψε. Έφυγε μακριά. Τώρα είναι αργά. Τα αποτελέσματα θα φανούν σε λίγους
μήνες.»
Ο Φενγκ Τζι-Χαν
υποκρίθηκε δισταγμό, τα μάτια του περιπλανήθηκαν για λίγο στην αυλή. «Ξέρετε…
εγώ δεν μπορώ να μένω μόνιμα σε έναν τόπο», ψιθύρισε.
Η Λι Σου-Γιαν κούνησε
ελαφρά το κεφάλι, το βλέμμα της σταθερό και αποφασιστικό. «Μα γι’ αυτό ακριβώς
σε σκέφτηκα, κύριε Φενγκ Τζι-Χαν. Εσείς θα είστε ελεύθερος να κάνετε τη ζωή που
θέλετε, όπου θέλετε. Αλλά όποια και να είναι αυτή, αυτό είναι δική σας επιλογή
— μακριά από το Λο Τζιανγκ. Θα δώσετε μόνο το όνομά σας και θα μπείτε ως
γαμπρός σε μια ένδοξη οικογένεια. Αλλά πρέπει να το αποφασίσετε τώρα. Αν το
αποφασίσετε τώρα, η ζωή σας θα αλλάξει για πάντα.»
Ο Φενγκ Τζι-Χαν σιώπησε
για μια στιγμή, νιώθοντας το βάρος των λέξεων και την σοβαρότητα της πρότασης.
Η νύχτα απλώθηκε γύρω τους, και η απόφαση που έπρεπε να πάρει φάνταζε
μεγαλύτερη από οποιοδήποτε έργο είχε υποδυθεί μέχρι τότε.
Η Λι Σου-Γιαν στέκονταν
μπροστά του, η φωνή της αποφασιστική και σταθερή, χωρίς ίχνος δισταγμού. «Δεν
υπάρχει χρόνος», είπε. «Αποφασίστε.»
Ο Φενγκ Τζι-Χαν
χαμογέλασε αχνά, προσπαθώντας να κρύψει την αμηχανία του, και έκανε ένα βήμα
προς τα πίσω. «Μα… θα πρέπει να γνωρίζω κάποιες λεπτομέρειες», είπε, η φωνή του
ήρεμη αλλά με ελαφρύ τρέμουλο.
Η Λι Σου-Γιαν του έγνεψε
απαλά αλλά με απόλυτη σοβαρότητα. «Αυτές αφήστε να τις γνωρίζουν κάποιοι άλλοι
καλύτερα από εσάς. Όταν υποδύεστε ένα ρόλο, δεν ρωτάτε γιατί ο συγγραφέας τον
έγραψε με αυτά τα λόγια, με αυτόν τον τρόπο, και δεν τον σκέφτηκε διαφορετικά.
Έχετε παίξει ρόλους και νομίζω πολλούς μέχρι τώρα, αγαπητέ Φενγκ Τζι-Χαν. Αυτός
είναι ένας ρόλος που θα σας δώσει όνομα, υπερηφάνεια και την ευκαιρία να
καλύψετε κάποιες προσωπικές σας αδυναμίες. Αυτές δεν μας ενδιαφέρουν. Αυτές δεν
επηρεάζουν τον ρόλο που θα έχετε να υποδυθείτε.»
Ο Φενγκ Τζι-Χαν κατάλαβε
τη σοβαρότητα και τη γνώση που είχε η Λι Σου-Γιαν για τις ιδιαιτερότητές του.
Σήκωσε ελαφρά τα φρύδια του, χαμογέλασε πονηρά και ξεκίνησε να μιλάει. «Και αυτός
ο ρόλος…»
«Θα σας εξασφαλίσει
υπόληψη και κυρίως προστασία», τον διέκοψε με ηρεμία αλλά ακαμπτη
αποφασιστικότητα η Λι Σου-Γιαν. Η φράση της δεν άφηνε περιθώριο αμφιβολίας:
ήταν μια ευκαιρία που δεν θα μπορούσε να αρνηθεί, και το μέγεθος της εμπιστοσύνης
που του προσέφερε τον έβαζε ήδη σε νέο πλαίσιο ευθύνης και προσοχής.
Ο Φενγκ Τζι-Χαν έκανε
μια μικρή υπόκλιση, η φωνή του σταθερή, αλλά με μια λάμψη ενθουσιασμού στα
μάτια. «Αν είναι έτσι», είπε, «θα πρέπει να δεχθώ.»
Η Λι Σου-Γιαν χαμογέλασε
ελαφρά, με μια έκφραση ικανοποίησης και σταθερότητας. «Και πολύ καλά θα κάνετε,
αγαπητέ Φενγκ Τζι-Χαν. Υπάρχουν ρόλοι που, όποιος τους αφήσει, μπορεί να το
μετανοιώσει αργότερα.»
Έκανε ένα βήμα προς τα
μπρος, προσθέτοντας με βεβαιότητα: «Με συνοδεία θα μεταβείτε πάλι στο Γκουσάγκ
και θα ανακοινώσετε πως μνηστευθήκατε. Σε τέσσερις με πέντε ημέρες θα έρθει να
σας παραλάβει από εκεί απόσπασμα.»
Ο Φενγκ Τζι-Χαν κούνησε
καταφατικά το κεφάλι. Η Λι Σου-Γιαν συνέχισε: «Στο γάμο σας είναι καλεσμένος
από τώρα όλος ο θίασος. Και, ως πρώτη εγγύηση των λόγων μας, δεχθείτε αυτό το
ποσό.»
Έκανε μια μικρή παύση,
παρατηρώντας τον νεαρό ηθοποιό να μετρά τις λέξεις της. «Θα φιλοξενηθείτε
σήμερα στην οικία μου. Αύριο, αφού αλλάξετε ενδύματα, τώρα δεν είστε απλός ηθοποιός
πλέον· είστε υποψήφιος γαμβρός ενός μεγάλου άρχοντα. Οι στρατιώτες θα σας
επιστρέψουν στο Γκουσάγκ. Μόλις επανέλθετε, θα γνωρίσετε και τα άτομα που
πρέπει. Αλλά προσοχή: απόλυτη εχεμύθεια.»
Ο Φενγκ Τζι-Χαν
υποκλίθηκε ξανά, το μυαλό του να τρέχει μεταξύ της νέας ευθύνης και του
άγνωστου δρόμου που μόλις άνοιγε μπροστά του.
Ο Φενγκ Τζι-Χαν
εμφανίστηκε στο Γκουσάγκ με βήμα ήρεμο και με αυτοπεποίθηση που ακτινοβολούσε.
Φορούσε ένδυμα από πλούσιο μετάξι, με κεντήματα σε χρυσό και ασημί νήμα, και μια
μακριά, βαριά ρόμπα που σχεδόν άγγιζε τα πόδια του. Στους ώμους του είχε ένα
διακοσμημένο μανδύα με φτερά παγωνιού, ενώ στο χέρι του κρατούσε ένα κιβώτιο με
πολύτιμα δώρα: μικρά σεντούκια γεμάτα ασήμι, καλαίσθητα μεταξωτά μαντίλια,
διακοσμημένα βάζα και χρυσά κοσμήματα, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζαν μερικά
πετράδια και ένα μικρό ξύλινο κουτί με ανάγλυφα χρυσά νομίσματα.
Μόλις τον είδαν τα μέλη
του θιάσου, κυρίως ο θιασάρχης, υπέστησαν ένα μικρό σοκ. Ο Λιου Σανγκ έμεινε να
τον κοιτάζει, τα μάτια του να τρέχουν πάνω και κάτω στα πλούσια ενδύματα και τα
δώρα.
«Φενγκ Τζι-Χαν… εσείς…» ξεκίνησε, αλλά δεν μπορούσε να ολοκληρώσει
τη φράση, η έκπληξη ήταν τόσο μεγάλη.
Ο Φενγκ χαμογέλασε ήρεμα
και έκανε μια μικρή υπόκλιση. «Ναι, αγαπητέ μου θιασάρχη», είπε. «Εμνηστεύθην.»
Οι υπόλοιποι ηθοποιοί
άρχισαν να μουρμουρίζουν μεταξύ τους, τα μάτια τους να αστράφτουν από αμηχανία
και θαυμασμό.
«Εμνηστεύθηκες;! Σ’ ένα σπίτι
άρχοντα;» φώναξε ένας νεαρός ηθοποιός, η φωνή του γεμάτη έκπληξη.
«Και πλουσιόσπιτο; Και δώρα;»
ρώτησε μια άλλη, με το στόμα ανοιχτό από την κατάπληξη.
Ο Φενγκ Τζι-Χαν γέλασε απαλά. «Ναι, όλα αυτά… και περισσότερα. Η
τύχη χαμογέλασε, αγαπητοί μου, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι η τύχη συνοδεύεται πάντα
από ευθύνη.»
Ο θιασάρχης πήρε μια
βαθιά ανάσα και τα μάτια του έλαμψαν, συνδυάζοντας θαυμασμό και υπερηφάνεια για
το μέλος του θιάσου. «Μια παράσταση σε πλουσιόσπιτο… και τώρα η τύχη και οι
συμπάθειες…» ψιθύρισε σχεδόν για τον εαυτό του.
Όλοι οι ηθοποιοί
περιεργάζονταν τα δώρα και τα ενδύματα, με θαυμασμό και ένα είδος φθόνου — αλλά
πάνω από όλα με χαρά για την τύχη του Φενγκ Τζι-Χαν. Ήταν μια μέρα που θα
θυμούνταν για πάντα: ο θίασος, που ταξίδευε στις αγροτικές περιοχές, είδε
ξαφνικά ένα από τα μέλη του να ανεβαίνει σε νέα ύψη, και η ζωή του να αλλάζει
μέσα σε λίγες μόνο ημέρες.
ο
κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση
Η πομπή που συνόδευε τον Φενγκ Τζι-Χαν κατά την επιστροφή του
στο Λο Τζιανγκ υπό την επιστασία της Λι
Σου-Γιαν κρατούσε μια ήρεμη αλλά αυστηρή τάξη, τα βλέμματα στραμμένα
μπροστά, κάθε βήμα μετρημένο. Η Λι Σου-Γιαν πλησίασε τον Φενγκ Τζι-Χαν και του
ψιθύρισε, με τόνο που δεν άφηνε περιθώριο αμφισβήτησης:
«Πρόσεξε, Φενγκ Τζι-Χαν. Σοβαρότητα και διπλωματικές απαντήσεις σε
κάθε λέξη. Ποτέ δεν θα απαντάς ευθέως· θα τα περιγράφεις με πλάγιο τρόπο, με
υπανιγμούς. Και μην κάνεις το λάθος να διερωτηθείς για τις οδηγίες που θα
λάβεις.»
Ο Φενγκ Τζι-Χαν έγνεψε με
ελαφρό χαμόγελο, το μυαλό του να τρέχει, αλλά η στάση του παρέμενε άψογη. Καθώς
πλησίασαν το αρχοντικό του Λι
Γουέν-Τσενγκ, οι φρουροί άνοιξαν τις βαριές ξύλινες πύλες και τους
οδήγησαν στην κεντρική αίθουσα.
Η αίθουσα ήταν ευρύχωρη,
με υψηλές οροφές και βαριά ξύλινα δοκάρια, και το φως των φαναριών να αντανακλά
στα μεταξωτά χαλιά και στα γυαλισμένα έπιπλα. Ο Φενγκ Τζι-Χαν έκανε ένα αργό
βήμα μέσα, προσέχοντας κάθε λεπτομέρεια, ενώ οι αυστηροί αλλά ευγενικοί
υπηρέτες υποχώρησαν, αφήνοντας τον χώρο ελεύθερο.
Ο Λι Γουέν-Τσενγκ στεκόταν στην άκρη της αίθουσας, με τη φυσική
αυστηρότητα ενός πολέμαρχου, τα μάτια του παρατηρούσαν τον νέο επισκέπτη. Μόλις
τον αντιλήφθηκε, η φωνή του παρέμεινε χαμηλή. Ο Φενγκ Τζι-Χαν υποκλίθηκε
ελαφρά, οι ώμοι ίσιοι, η στάση του άψογη — όπως ταίριαζε σε έναν γαμβρό που
ανήκε σε υψηλή οικογένεια.
Η Λι Σου-Γιαν έμεινε λίγο
πίσω, παρακολουθώντας τον, καθώς ο Φενγκ Τζι-Χαν ανταπέδωσε το βλέμμα του Λι
Γουέν-Τσενγκ με ήρεμη ευγένεια, και υπόκλιση. Η αίθουσα γέμισε από σιωπηλό
σεβασμό, η ατμόσφαιρα βαρύθυμη αλλά τίμια· εκείνος, ο νέος γαμβρός, είχε ήδη
μάθει να κινείται σαν ηθοποιός σε σκηνή, μόνο που τώρα η σκηνή ήταν πραγματική,
και οι θεατές ήταν μια ολόκληρη οικογένεια, με εξουσία και παραδοσιακή
αυστηρότητα.
Ο υποψήφιος ήταν πράγματι
καλός ηθοποιός. Χωρίς να ειπωθεί κάτι ρητά και αναλυτικά μεταξύ υποψήφιου
πεθερού και γαμβρού, ο υποψήφιος γαμβρός έδινε μόνος του τις πλάγιες απαντήσεις
σε λύσεις που μπορούσαν να προσφέρουν διέξοδο σε όλους. Δεν μπορούσε να
απαρνηθεί το επάγγελμά του και έτσι θα ταξίδευε συχνά, τώρα συχνότερα από
παληά, αφήνοντας να εννοηθεί ότι με κάθε ευκαιρία θα έλειπε από το σπίτι της
νύφης. Θα παραστεκόταν μόνο σε επίσημες εορτές και μέρες. Θα ήταν ελεύθερος
όμως για τις προτιμήσεις του, αρκεί αυτές να λάμβαναν χώρα μακρυά, όσο πιο πολύ
μακρύτερα από το Λο-Τζιανγκ. Και θα χαιρόταν πολύ να αποκτήσει «δικά» του
παιδιά. Όλα αυτά έδιναν την κάλυψη στον Λι Γουέν-Τσενγκ και στη Τιάν-Μι να ζουν
ανενόχλητοι και κυρίως ασχολίαστοι κοινωνικά σε μια επισήμως τυπική συνύπαρξη
αφού η νύφη ήταν εύπορη, ο γαμβρός σχετικά οικονομικά ανίσχυρος και έτσι ήταν
λογικό να ζούσαν υπό την οικονομική προστασία του πεθερού.
ο
λευκός γάμος της Τιάν-Μι
Ο γάμος του Φενγκ Τζι-Χαν
με την Τιάν-Μι ήταν τυπικά μια λευκή
ένωση για τα μάτια του χωριού και για την κοινωνική τάξη. Η τελετή έγινε στο μικρό ναΰδριο της πλατείας
του Λο-Τζιανγκ, μπροστά σε όλους τους κατοίκους του χωριού. Ο άρχοντας στεκόταν
σταθερός, κρατώντας τη Τιάν-Μι στο πλευρό του, ενώ ο Φενγκ Τζι-Χαν στεκόταν απέναντί τους με ήρεμη, ουδέτερη
έκφραση. Παραδίπλα η Λι Σου-Γιαν με τους τρεις γιους της τις δύο νύφες της και
τον άνδρα της. Το σόι του γαμβρού καθόταν ελαφρώς στο βάθος. Τη μάνα του την
υποδύθηκε για την περίσταση η ηθοποιός του θιάσου η Μει-Χουά, χήρα παλιού
ηθοποιού. Ο πατέρας του όπως δηλώθηκε είχε πεθάνει.
Καθώς ο ιερέας τελείωνε
τις τυπικές ευχές, τα βλέμματα του χωριού δεν έλειπαν. Οι ψίθυροι έφταναν σε
κάθε γωνιά της πλατείας:
— «Κοίτα τον Φενγκ Τζι-Χαν, ούτε που κοιτάει τη νύφη!»
— «Πάντως, καλά τα κατάφερε ο άρχοντας…»
— «Μετά από λίγες μέρες θα λείπει ξανά, να δεις…»
Οι κακεντρεχείς φράσεις
ήταν μισοειρωνικές, μισοψιθυριστές, αλλά κανείς δεν αμφισβήτησε την κοινωνική
ισχύ της πράξης. Η Τιάν-Μι δεν έδειξε κανένα σημάδι ανησυχίας. Στάθηκε ήρεμη,
με σεβασμό και αξιοπρέπεια, δίπλα στον πολέμαρχο που την παρακολουθούσε
διακριτικά. Για εκείνους, η τελετή ήταν καθαρά κοινωνική και νομική υποχρέωση.
Ο άρχοντας ένιωσε μια
μικρή ανακούφιση. Η κόρη του Τιάν-Μι είχε
πια την προστασία που απαιτούσαν τα έθιμα, χωρίς να θυσιαστεί η εμπιστοσύνη και
η συναισθηματική τους σύνδεση.
Στην πράξη, η Τιάν-Μι
συνέχισε να ζει στο σπίτι του πατέρα της, του άρχοντα Λι Γουέν-Τσενγκ, να τον
φροντίζει και να στέκεται δίπλα του. Τώρα είχαν απαλλαγεί από την ενοχή ότι
ήταν δέσμιοι του αίματος, αφού ο πολέμαρχος Λι Γουέν-Τσενγκ είχε βεβαιωθεί από
την αδελφή του ότι η Τιάν-Μι ήταν κόρη
της γυναίκας που τον είχε προδώσει της Μέϊ-Λαν και του Ξιάο-Γου. Το γεγονός ότι
του είχε προβλέψει κάποτε κάτι τέτοιο η Σιάο-Γινγκ ενίσχυε την πίστη του σε
αυτό ακόμη περισσότερο. Κάποιες φορές είναι βολικό να πιστεύει κανείς αυτό που
τον συμφέρει και να παραβλέπει όλες τις άλλες παραμέτρους. Η πολυεπίπεδη συναισθηματική σχέση του πραγματικού
ζεύγους παρέμεινε ακλόνητη, χωρίς να απειλείται από την ερωτική ή την ρομαντική
διάσταση με τον ταξιδευτή «σύζυγο».
Έτσι, η κοινωνική
απαίτηση του γάμου ικανοποιήθηκε, το χωριό έμεινε ικανοποιημένο, και η Τιάν-Μι απέκτησε
έναν μηχανισμό προστασίας για τη θέση της μέσα στο σπίτι, ενώ η πραγματική
σχέση της με τον άρχοντα διατηρήθηκε περιφρουρημένη και ασφαλής. Όσο περνούσαν
τα χρόνια και ο πολέμαρχος γερνούσε ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι μια τόσο
αφοσιωμένη κόρη μπορούσε να βλέπει διαφορετικά τον πατέρα της. Τα χρόνια
σκεπάζουν σαν το χιόνι τα ανόσια πάθη και όσο πέφτει περισσότερο χιόνι τόσο
περισσότερο καλύπτεται το έδαφος ώστε στο τέλος δεν φαίνεται τίποτε.
Με τον νόμιμο σύζυγό της
η Τιάν-Μι έκανε τρία παιδιά. Τα δύο πρώτα ήταν μάλιστα δίδυμα. Τα παιδιά
καταχωρήθηκαν στο όνομα του ηθοποιού συζύγου, του Φενγκ Τζι-Χαν. Βέβαια όλα
έμοιαζαν στον άρχοντα Λι Γουέν-Τσενγκ. Έτσι λοιπόν μία εύπορη κόρη είχε
παντρευθεί έναν άνθρωπο από χαμηλότερη τάξη, και όλα κυλούσαν αρμονικά σε αυτό
το απομονωμένο και φρουρούμενο σπίτι του Λι Γουέν-Τσενγκ.
ΜΕΡΟΣ
Ε
και πάλι στην αποθήκη του ρυζιού
Η άτυπη συνέλευση του
χωριού Λο Τζιανγκ στην παλιά αποθήκη του ρυζιού, εκείνο το σκοτεινό, ξύλινο
κτίσμα, συνεχιζόταν καθώς οι άνδρες και μερικές γυναίκες του χωριού μιλούσαν για
τα «όρια» και τις απαγορεύσεις που επιβάλλονταν από την κοινωνία.
Το ζήτημα είχε φθάσει στην
οικογένεια του άρχοντα Λι Γουέν-Τσενγκ, αλλά και στον γάμο της κόρης του, της Τιάν-Μι
με τον Φενγκ Τζι-Χαν. Ίσως
αυτό να οφειλόταν και στο ότι ο άρχοντας Λι Γουέν-Τσενγκ είχε πλέον πεθάνει και
όλοι πλέον μπορούσαν να μιλήσουν ή να υπαινιχθούν κάτι χωρίς φόβο. Η Τιάν-Μι είχε
και αυτή μεγαλώσει και τα τρία παιδιά είχαν μετακομίσει στην πρωτεύουσα της
επαρχίας Σετσουάν. Μαζί τους διέμενε και ο σύζυγός της ο Φενγκ Τζι-Χαν, διάσημος ηθοποιός και θιασάρχης πλέον, αν
και τους περισσότερους μήνες εκείνος ταξίδευε. Η μόνη που είχε απομείνει στο
Λο-Τζιανγκ διατηρώντας και ελέγχοντας την μεγάλη περιουσία του Λι Γουέν-Τσενγκ
ήταν η κόρη του, η Τιάν-Μι. Την είχε κερδίσει με τόσες θυσίες και τυπικά και
άτυπα, και με ενάρετο και με βέβηλο τρόπο, και με ιερό και με ανίερο, και στο
άπλετο φως της ημέρας και στο λιγοστό τρεμάμενο φως της βαθειάς νύχτας. Και
όταν έχει κάνει κάποιος τόσες μεγάλες επενδύσεις σε κάτι, όταν έχει ρισκάρει τα
πάντα για αυτό, τότε δύσκολα το αποχωρίζεται.
Η συζήτηση ήταν
μισοψιθυριστή, με μισόλογα και υπονοούμενα:
— «Νόμιμος είναι ο γάμος, αλλά βλέπεις… τα παιδιά; Ποιος ξέρει
ποιον πραγματικά θυμίζουν…»
— «Μην το λες δυνατά… αλλά όλοι ξέρουν ότι ο άρχοντας πέρασε πολύ
χρόνο μαζί της…»
— «Μα φαντάσου, τρία παιδιά με το όνομα του Φενγκ, και όλοι
ψιθυρίζουν άλλα…»
— «Η ιστορία με το Λι Γουέν-Τσενγκ… ποτέ δεν αποδείχθηκε. Και ποτέ
δεν θα αποδειχθεί.»
Ο Λι Γκουορέν, ο αξιόπιστος
γνώστης των οικογενειακών ιστοριών, έμεινε σιωπηλός στην αρχή, παρακολουθώντας
τις αντιδράσεις των άλλων. Όταν αποφάσισε να μιλήσει, έκανε ξεκάθαρο ότι η
κοινωνία του χωριού έπρεπε να υπακούσει στο νόμιμο πλαίσιο:
— «Ο γάμος της Τιάν-Μι είναι νομικά καθαρός. Τα παιδιά φέρουν το
όνομα του Φενγκ. Ό,τι άλλο λέγεται, δεν είναι τίποτα παρά φήμες. Κανείς μας
δεν έχει αποδείξεις. Και δεν πρέπει να κάνουμε κρίσεις χωρίς αποδείξεις.»
Η στάση του ήταν πρακτική.
Υπερασπιζόταν την κοινωνική τάξη και την ηρεμία του χωριού, ακόμα κι αν κάποιοι
ψιθύριζαν κακεντρεχή λόγια. Οι υπόλοιποι χωρικοί μοιράζονταν ανάμεικτα
συναισθήματα. Κάποιοι πίστευαν ότι ίσως υπήρχε αλήθεια στις φήμες, άλλοι ήθελαν
απλώς να τηρήσουν τους νόμους και να αποφύγουν διαμάχες.
— «Ας μείνουμε στα δεδομένα», είπε ένας άλλος χωρικός. «Νόμιμος
γάμος, τρία παιδιά με το όνομα του Φενγκ, και τέλος. Τα υπόλοιπα αφήστε τα
στις ιστορίες.»
Έτσι, η συνέλευση
κατέληξε σε μια άτυπη συμφωνία σιωπής. Οι φήμες θα υπήρχαν, όπως πάντα, αλλά η
πρακτική θέση του χωριού ήταν ξεκάθαρη: αναγνώριση της νομικής τάξης και
διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης. Η υπόθεση αιμομειξίας, αν και ψιθυριζόταν,
δεν αμφισβητήθηκε επίσημα, και η θέση του Λι Γκουορέν υπήρξε καθοριστική για να
κρατηθεί η ισορροπία. Κάποιες φορές, κάποιες ιστορίες θα πρέπει να παραμένουν
μυστικές, όχι τόσο για αυτούς που κυλίστηκαν μέσα σε αυτές, όσο για όλους τους
επόμενους.
ΜΕΡΟΣ Α
εισαγωγή
ο γάμος του Λι Γουέν-Τσενγκ με τη Μέϊ-Λαν
η άφιξη της νύφης Μέι-Λαν στο Λο Τζιανγκ
μια νύφη μέσα σε ένα μεγάλο σπίτι
η ζωή κυλά πάνω σε ρυθμισμένη κανονικότητα
η πρώτη παρουσία της Λι Σου-Γιαν στο σπίτι
η γέννηση της κόρης
η τελετή της ονοματοδοσίας της Τιάν-Μι
ο Λι Γουένγκ-Τσενγκ βλέπει για πρώτη φορά την κόρη του
η ανάλυση του αστρολόγου
η φυγή της Μέι-Λαν
το σχέδιο της
εξαφάνισης της Μέι-Λαν
μια κηδεία χωρίς πτώμα
η σύσκεψη του Λι Γουέν-Τσενγκ με τη Λι Σου-Γιάν
ΜΕΡΟΣ Β
η Τιάν-Μι στο σπίτι της θείας της Λι Σου-Γιαν
η Τιάν-Μι φοιτά σε σχολή της πρωτεύουσας
τα τέσσερα χρόνια μαθητείας στη σχολή
η παλλακίδα Σιάο-Γινγκ στο Λο Τζιανγκ
Τα νήματα του Πεπρωμένου στη σκηνή του Λι Γουέν-Τσενγκ
η Σιάο-Γινγκ ένοικος στο σπίτι του Λι Γουέν-Τσενγκ
ο
αγώνας της παλλακίδας Σιάο-Γινγκ για να διαγράψει τη μνήμη του Λι Γουέν-Τσενγκ
η προδοσία του Λι Γουέν-Τσενγκ
η επιστροφή του Λι Γουέν-Τσενγκ και η φυγή της Σιάο-Γινγκ
η επανεμφάνιση της Σιάο-Γινγκ
Η μεταμελημένη Σιάο-Γινγκ
ΜΕΡΟΣ Γ
η απόπειρα κατά του Λι Γουέν-Τσενγκ
οι προφυλάξεις του Λι Γουέν-Τσενγκ
η επιστροφή της Τιάν-Μι στο Λο Τζιανγκ
το σημάδι της γιγάντιας σαλαμάνδρας
η
ζωή της Τιάν-Μι στο Λο Τζιανγκ
οι υπηρέτριες
η
τελευταία νύχτα πριν ένα γάμο
η
βαρυθυμία του Λι Γουέν-Τσενγκ
τα
προξενειά για την Τιάν-Μι
το
μυστήριο πίσω από λουτρό
η
προξενική πρόταση για τον Λι Γουέν-Τσενγκ
οι
ενδόμυχες σκέψεις της Τιάν-Μι
ο αλχημιστής Σεν Χουάν
Η Γιορτή του Νερού
και των Ποταμών στο Λο Τζιανγκ
ΜΕΡΟΣ
Δ
Η
εορτή
η
βέβηλη νύχτα
η
αναχώρηση του Λι Γουέν-Τσενγκ για την τρίμηνη περιοδεία του
η
γριά υπηρέτρια Σιανγκ-Λι και οι δύο δοκιμασίες
Οι
επισκέψεις της θείας Λι Σου-Γιαν
Η
εγκρατής συμπεριφορά του Λι Γουέν-Τσενγκ
Τα
γενέθλια της πεθεράς της Λι Σου-Γιάν
Η
προστασία της Λι Σου-Γιαν προς τον μεγαλύτερο αδελφό της
η
ώρα της αλήθειας και του ψεύδους
Η
εκστρατεία της χήρας
μια
παλαιά και μια νέα ερωμένη συναντιούνται
η
επιστροφή από την εκστρατεία της χήρας
η
απόταξη
η
νύχτα της διεκδίκησης
η
συγκάλυψη της θείας
οι
ευχαριστίες των τεσσάρων χηρών
το
βαθύ σκοτεινό μυστικό δωμάτιο
οι
ομαδικοί γάμοι των τεσσάρων χηρών
οι
περιοδικές εμφανίσεις της Σιάο-Γινγκ στο μέρος που κάποτε της ανήκε
ένας θίασος
σκιών επισκέπτεται το Λο Τζιανγκ
η ιδιωτική
παράσταση του θιάσου σκιών
οι νύχτες στο
βαθύ σκοτεινό δωμάτιο
μια
θεατρική παράσταση στο Λο Τζιάνγκ
η
νύχτα της σύλληψης
οι
αποφάσεις
ο
κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση
ο
λευκός γάμος της Τιάν-Μι
ΜΕΡΟΣ
Ε
και πάλι στην αποθήκη του ρυζιού
ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ
[ ανάρτηση 24 Φεβρουαρίου 2026 :
« ο πολέμαρχος Λι Γουέν-Τσενγκ »
απόσπασμα
από το
«ένας
γάμος στο Λο Τζιανγκ»
σκηνογραφημένο διήγημα
2026
τεχνητή Πεζογραφία ]