ο Κινγκ Μινγκ και η Λι Χούι
απόσπασμα από το
«ένας γάμος στο Λο Τζιανγκ»
σκηνογραφημένο διήγημα 2026
τεχνητή Πεζογραφία
η Λι Χούι στο Λο
Τζιανγκ
Ήταν μια ήσυχη μέρα του Σεπτεμβρίου στο
χωριό Λο Τζιανγκ, τη μικρή κοινότητα στη νοτιοδυτική Κίνα, που βρισκόταν υπό
την αυστηρή κυριαρχία της δυναστείας των Τσινγκ. Οι ορεινές κορυφές του
Σετσουάν σκίαζαν το χωριό, και οι δρόμοι του ήταν γεμάτοι με την καθημερινή ζωή
των ανθρώπων που έπαιρναν δύναμη από τη γη τους. Οι δρόμοι ήταν σιωπηλοί, με
μόνη την ηχώ των τρεχούμενων νερών και τους ήχους των πετεινών.
Η Γι Λι Χούι, η δεκαεξάχρονη πρωτότοκη κόρη
της οικογένειας του Γι Τζινγκ, περπατούσε σιωπηλή στις γειτονιές του χωριού, με
τα μακριά μαύρα μαλλιά της να ανεμίζουν στον αέρα και το βλέμμα της στραμμένο
στο έδαφος. Ήταν ψηλή, αλλά η εμφάνισή της έκρυβε έναν εσωτερικό πόνο που δεν
μπορούσε να καταλάβει κανείς.
Η Γι Λι Χούι από μικρή είχε μάθει πως η θέση
της δεν ήταν δίπλα στη φωτιά να ονειρεύεται, αλλά όρθια, ανάμεσα στη μητέρα της
και στα μικρότερα αδέλφια της. Στο φτωχικό τους σπίτι στο Λο Τζιανγκ, εκεί όπου
ο άνεμος περνούσε από τις χαραμάδες και η μυρωδιά της γης δεν έφευγε ποτέ από
τα ρούχα, η Λι Χούι στεκόταν σαν δεύτερη νοικοκυρά. Με τα μαλλιά της δεμένα σε
απλό κότσο και τα χέρια τραχιά από το νερό και το χώμα, κουβαλούσε νερό από το
πηγάδι, φρόντιζε τα μικρά αδέλφια της και βοηθούσε στα χωράφια, σκυμμένη πλάι στον
πατέρα της.
Δεν μιλούσε πολύ· τα μάτια της όμως πρόσεχαν
τα πάντα. Ήξερε πότε η μητέρα της κουραζόταν, πότε το ρύζι δεν θα έφτανε για
όλους, πότε ο πατέρας της γύριζε πιο σιωπηλός εξαιτίας των φόρων. Στα δεκαέξι
της χρόνια, δεν ένιωθε πια παιδί. Ήταν η γέφυρα ανάμεσα στην παιδική φασαρία
των αδελφών της και στη βαριά σιωπή των μεγάλων. Και μέσα στη φτώχεια τους, η
παρουσία της ήταν σαν σταθερό δοκάρι που κρατούσε τη στέγη όρθια, ακόμη κι όταν
οι άνεμοι της νέας εποχής φυσούσαν δυνατά πάνω από τα χωράφια τους.
Το ξύλινο σπίτι με τη σκεπή από άχυρο έτριζε
στον άνεμο που κατέβαινε από τα βουνά. Μέσα, η γυναίκα του Γι Τζινγκ κρατούσε
το νεογέννητο —το έβδομο παιδί τους— τυλιγμένο σε παλιό, ξεθωριασμένο ύφασμα,
ενώ τα έξι μικρότερα στριμώχνονταν γύρω από την εστία. Η Λι Χούι, δεκαέξι
χρονών πια, με τα μαλλιά δεμένα σε απλό κότσο όπως άρμοζε σε ανύπαντρη κόρη,
κοίταζε σιωπηλή το βρέφος. Ο πατέρας της Λι Χούι, ο Γι Τζινγκ, στάθηκε στην
αυλή του φτωχικού τους σπιτιού στο Λο Τζιανγκ, με τα χέρια ακόμη λερωμένα από
το χώμα των ορυζώνων. Ο Γι Τζινγκ αναστέναξε βαθιά· η γη ήταν φτωχή, οι φόροι
βαριοί, μα κάτω από τον γκρίζο ουρανό της νέας αυτοκρατορικής τάξης, η
οικογένεια ήταν το μόνο στήριγμα που δεν λύγιζε.
Η ζωή της Λι Χούι, σε αυτό το φτωχικό σπίτι
με τα έξι αδέλφια, της φαινόταν καταθλιπτική. Το σπίτι ήταν γεμάτο θόρυβο, από
τα αδέλφια της που κυκλοφορούσαν διαρκώς γύρω της, και από τη μητέρα της, τη Γι
Γιούν, από το γένος Ζιανγκ, η οποία ήταν συνεχώς απασχολημένη με τη φροντίδα
του νεογέννητου παιδιού. Κάθε γωνιά του σπιτιού της φαινόταν να την καταπιέζει
και το θρόισμα των σκευών από τα πόδια των άλλων να την αποσυντονίζει. Αν και
το σπίτι ήταν γεμάτο αγάπη, η ανάγκη για ηρεμία και προσωπικό χώρο την έπνιγε.
Αυτή η πίεση την έκανε να αναζητά καταφύγιο
στις λίγες στιγμές που μπορούσε να απομονωθεί. Τότε ήταν που σκεφτόταν τον θείο
της, τον Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ, που κατέφθανε στο Λο Τζιανγκ με τα εντυπωσιακά
δώρα του.
Ο Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ βρισκόταν στα μέσα της
τρίτης δεκαετίας της ζωής, ένας άντρας γεμάτος αυτοπεποίθηση και στυλ, αλλά
ταυτόχρονα υπήρχε κάτι απομακρυσμένο στην παρουσία του. Ζούσε στη Σενγκτσού, τη
μεγάλη εμπορική πόλη που βρισκόταν περίπου τρεις ημέρες μακριά από το Λο Τζιανγκ.
Εκεί, η δραστηριότητά του ως έμπορος πολύτιμων υφασμάτων και αρωμάτων τον είχε
κάνει πλούσιο και διάσημο στους κύκλους των πλουσίων, με τον ίδιο να ταξιδεύει
σε διάφορες πόλεις και να φέρνει πίσω σπάνιες πρώτες ύλες και λαμπερά δώρα που
είχαν την ικανότητα να τραβούν την προσοχή όλων.
Όταν ο Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ επισκεπτόταν το Λο
Τζιανγκ, οι κάτοικοι το καταλάβαιναν από την πολυτέλεια που έφερνε μαζί του. Με
το άρωμα του κεχριμπαριού να κυκλοφορεί στον αέρα και τα υφάσματα του να
λάμπουν υπό το φως του ήλιου, η παρουσία του θείου ήταν σαν μία εκδήλωση
μεγαλείου. Κάθε φορά που επέστρεφε, η Λι Χούι τον περίμενε, ανυπομονώντας για
τα δώρα του. Ένα πανέμορφο μεταξωτό ύφασμα, λίγες σταγόνες από το ακριβό άρωμα
της Περσίας ή μερικά γυαλιστερά πετράδια που ξεχώριζαν στην ηλιακή ακτινοβολία.
Αλλά τα δώρα δεν ήταν μόνο αυτά που
εντυπωσίαζαν τη νεαρή κοπέλα. Ο θείος της, άγαμος και χωρίς παιδιά, ήταν
γοητευτικός, με τα αδύνατα χέρια του να δείχνουν την αγνότητα ενός έμπορου που
δεν είχε καταστραφεί από τις σκληρές δοκιμασίες της καθημερινότητας. Ήταν η
εξωτερική του εμφάνιση, η ευγένειά του και η διακριτική του συμπεριφορά που την
εντυπωσίαζαν πιο πολύ από τα υλικά αγαθά. Κάθε φορά που τον κοιτούσε, ένιωθε
κάτι σαν θαυμασμό, που όμως δυσκολευόταν να εξηγήσει.
Ο Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ την πρόσεχε. Έβλεπε την
πιεσμένη έκφραση στο πρόσωπό της, την ανασφάλεια στα μάτια της, που φανέρωνε
την αίσθηση της παγιδευμένης ψυχής. Η νεαρή Λι Χούι φαινόταν να αναζητά κάτι
παραπάνω από την απλή καθημερινότητα της φτωχής οικογένειας. Κι εκείνος, ενώ
ήταν απορροφημένος στην επαγγελματική του ζωή και στις πολυτέλειες του κόσμου
του, ένιωθε ότι έπρεπε να προσφέρει στην ανιψιά του κάτι περισσότερο. Ίσως
γιατί εκείνη του θύμιζε τα χρόνια της δικής του αθωότητας, όταν είχε αρχίσει να
κάνει τα πρώτα βήματα στον κόσμο του εμπορίου, γεμάτος όνειρα και ελπίδες.
Το μικρό του όνομα, «φωτεινός χρυσός», ίσως
ήταν κάτι σαν την τροχιά ενός πυροτεχνήματος που είχε εκτοξευθεί ψηλά τη νύχτα
στον ουρανό. Όπως το φως που σκορπίζεται και φωτίζει τη σκοτεινιά, έτσι και το
όνομά του έμοιαζε να έχει μια έντονη λάμψη, σαν να προοριζόταν για κάτι μεγάλο.
Ο νεαρός τότε Κινγκ Μινγκ, με τα
μάτια γεμάτα απορία και θαυμασμό, παρακολουθούσε τα πυροτεχνήματα στους
εορτασμούς του Λο Τζιανγκ. Ήταν
τα φώτα που σχημάτιζαν μοτίβα στον ουρανό, τα οποία άφηναν πίσω τους έναν αχνό
ίχνος στο σκοτάδι, και το παιδί, με την αθωότητα του κόσμου του, παρακολουθούσε
με δέος.
Κάθε βραδιά των γιορτών, το παιδί στεκόταν
στην άκρη, ακριβώς κάτω από τον ατέλειωτο ουρανό, και αναρωτιόταν πόσο ψηλά
μπορούσαν να φτάσουν αυτά τα εκθαμβωτικά φώτα. «Μέχρι που φτάνουν;» αναρωτιόταν
συνεχώς, τα μάτια του να αναζητούν την κορυφή του νυχτερινού θόλου, μήπως και
καταφέρει να δει πέρα από τα σύννεφα. Τα πυροτεχνήματα, όπως και το όνομά του,
φάνταζαν να εκτοξεύονται προς τα αστέρια, φωτίζοντας μια πορεία που κανείς δεν
ήξερε μέχρι πού μπορούσε να φτάσει.
Αυτή η εικόνα, αυτή η ατελείωτη αναζήτηση
για το φως και την άκρατη περιέργεια του, μπορεί και να αντανακλούσε τη μοίρα
του. Το όνομά του, «φωτεινός χρυσός», ίσως δεν ήταν απλώς μια τυχαία σύμπτωση, αλλά
μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Όπως τα πυροτεχνήματα που εκτοξεύονται και
ακολουθούν μια φωτεινή τροχιά μέχρι το άγνωστο, έτσι και η ζωή του φαινόταν
προορισμένη να ακολουθήσει μια πορεία προς κάτι μεγαλύτερο, κάτι που θα άφηνε
τη λάμψη του στον κόσμο.
Το όνομα του Κινγκ Μινγκ, φανερά συνδεδεμένο με την έννοια του «χρυσού» και του
«λαμπρού φωτός», είχε κάτι το πεπρωμένο, σαν εκείνα τα πυροτεχνήματα που πάντα
σπινθηροβολούσαν και άφηναν πίσω τους μια αίσθηση μεγαλείου και ελπίδας, έναν
φωτεινό δρόμο που ακόμα δεν είχε διανυθεί.
"Η ζωή σου θα μπορούσε να είναι πολύ
καλύτερη, Λι Χούι," της είχε πει μια μέρα, όταν εκείνη παρέλαβε τα δώρα
του. "Μην περιορίζεσαι σε αυτό το χωριό. Υπάρχει κόσμος εκεί έξω, που
μπορεί να σου προσφέρει όσα δεν μπορεί αυτή η γη."
Αυτά τα λόγια άφησαν μία αίσθηση
γλυκόπικρης ελπίδας στην καρδιά της. Όμως, το μεγαλύτερο δώρο δεν ήταν τα
πολυτελή αντικείμενα, ούτε οι υποσχέσεις για μια καλύτερη ζωή. Ήταν η αίσθηση
ότι ο θείος της την καταλάβαινε. Ότι υπήρχε μια σύνδεση πέρα από τα υλικά
αγαθά.
Η συμπάθεια που αναπτύχθηκε μεταξύ τους, αν
και εν μέρει υλική και εξωτερική, σιγά-σιγά άρχισε να αναδύεται και σε κάτι πιο
προσωπικό. Η Λι Χούι σκεφτόταν τον θείο της όταν δεν τον έβλεπε, προσπαθώντας
να καταλάβει τα συναισθήματα που γεννιούνταν μέσα της. Και κάπως έτσι, το
σχέδιο για μια καλύτερη ζωή άρχισε να παίρνει μορφή μέσα της, Αλλά η πραγματικότητα της κοινωνίας, της
φτώχειας και των κρυφών επιθυμιών, ήταν πιο περίπλοκη από όσο η Λι Χούι θα μπορούσε να φανταστεί.
Το Δώρο της
Ελευθερίας
Το χωριό Λο Τζιανγκ ήταν βυθισμένο σε μια
θολή σιωπή το πρωί, με το φως του ήλιου να χρυσίζει τις στέγες και τις ακτίνες
του να σκίζουν τα πυκνά σύννεφα του Σεπτεμβρίου. Η Λι Χούι, καθισμένη στο μικρό
παράθυρο του σπιτιού της, έβλεπε τις φτωχές οικογένειες να κινούνται με την
ίδια ρουτίνα, γυναίκες να κουβαλούν νερό, παιδιά να παίζουν αδέξια στους
δρόμους και άντρες να δουλεύουν στις αυλές τους. Αλλά για εκείνη, η ζωή
φαίνονταν να πηγαίνει με το ρυθμό της καταδικασμένης μοίρας.
Οι προτάσεις για γάμο, που άρχισαν να
φτάνουν στην οικογένεια της, δεν την ενθουσίαζαν καθόλου. Ήταν προτάσεις από
φτωχές οικογένειες, με άντρες που δεν έμοιαζαν να προσφέρουν τίποτα παραπάνω
από τον καθημερινό αγώνα για επιβίωση. Ο πατέρας της, ο Γι Τζινγκ, ήταν ξεκάθαρος
στην επιθυμία του για έναν γάμο που δεν απαιτούσε προίκα. "Δεν έχεις
τίποτα να χάσεις, κόρη μου," της έλεγε με την χαρακτηριστική του
αυστηρότητα. "Ένας καλός γάμος είναι μια ευκαιρία για μια καλύτερη
ζωή."
Αλλά η Λι Χούι δεν ήθελε αυτόν τον «καλύτερο»
γάμο. Δεν ήθελε να γίνει μέλος ενός κόσμου που τη στρίμωχνε, περιορίζοντας την
σε έναν ρόλο γυναίκας που ζούσε μονάχα για να υπηρετεί τον άντρα και την
οικογένεια. Ήθελε να φύγει, να ζήσει μακριά από την καταπίεση του σπιτιού της,
να βρει έναν νέο δρόμο, ακόμα κι αν αυτός δεν ήταν ευθύς και σίγουρος.
Ένα απόγευμα, όταν η μητέρα της, η Γι Γιούν,
την βρήκε καθισμένη στο παράθυρο με το βλέμμα χαμένο, κατάλαβε ότι κάτι δεν
πήγαινε καλά. Η Λι Χούι της εξομολογήθηκε τις σκέψεις της, τις φοβίες της και
την πίεση που ένιωθε να ακολουθήσει τις κοινωνικές προσδοκίες.
"Μητέρα, δεν θέλω να παντρευτώ. Δεν
θέλω να ζήσω αυτήν τη ζωή," είπε με δάκρυα στα μάτια. "Θέλω να φύγω,
να βρω κάτι καλύτερο."
Η Γι Γιούν, παρά την αγάπη της για την κόρη
της και την επιθυμία της να τη δει να βρει έναν καλό σύζυγο, καταλάβαινε τον
πόνο και την αγωνία της. «Είσαι και συ σαν τον θείο σου, τον Κίνγκ Μινγκ»
μονολόγησε η Γι Γιούν «και αυτός από μικρός ήθελε να φύγει». Η Γι Γιούν
σκέφτηκε για λίγο και αποφάσισε να μιλήσει στον αδελφό της, τον Κινγκ Μινγκ, ο
οποίος θα μπορούσε να προσφέρει στην κόρη της μια νέα ζωή.
Ο Κινγκ Μινγκ, άγαμος και με αρκετό πλούτο
από τις εμπορικές του δραστηριότητες στην πρωτεύουσα της επαρχίας, τη
Σενγκτσού, ήταν γνωστός για τη γενναιοδωρία του, αλλά και για τη σοβαρότητά του
όταν πρόκειται για επαγγελματικές αποφάσεις. Όταν η αδελφή του, η Γι Γιούν, στο
επόμενο σύντομο πέρασμά του από το Λο Τζιάνγκ, του έθεσε το θέμα της Λι Χούι, ο
Κινγκ Μινγκ δίστασε αρχικά. Δεν ήταν εύκολο για εκείνον να φέρει τη νεαρή
ανιψιά του στην πόλη, σε μια ζωή γεμάτη ρίσκα και αβεβαιότητες. "Δεν μπορώ
να την πάρω μαζί μου," είχε πει αρχικά.
Η αδελφή του η Γι Γιούν, όμως, επέμενε.
"Το θρόισμα των πολυτελών υφασμάτων
και των αρωμάτων δεν μπορεί να αντικαταστήσει την οικογένεια. Κι αν είναι να
σώσεις την κόρη μου από αυτήν τη ζωή, δεν υπάρχει κανείς πιο έμπιστος από σένα."
Η μεγαλύτερη αδελφή είπε στον μικρότερο αδελφό της τον Κινγκ Μινγκ. «Στην
ανάγκη πάρε την σαν παραδουλεύτρα του σπιτιού σου. Δεν θα βρεις ικανότερη».
Μετά από πολλές σκέψεις και συζητήσεις, ο
Κινγκ Μινγκ συνειδητοποίησε πως η Λι Χούι δεν ήταν απλώς μια κοπέλα με πονεμένα
μάτια και όνειρα. Ήταν μια σκληρή και ικανή νέα γυναίκα που, αν και στερημένη
από την ανεξαρτησία της, θα μπορούσε να μάθει τις τέχνες του εμπορίου και να
αναλάβει την ευθύνη του καταστήματος. Η παρουσία της θα μπορούσε να είναι
πολύτιμη και για τον ίδιο, ειδικά αφού εκείνος έλειπε πολύ καιρό στα εμπορικά
ταξίδια του. "Καλώς," είπε
τελικά, σπάζοντας τη σιωπή. "Αν η κόρη σου είναι πρόθυμη να εργαστεί,
μπορεί να έρθει. Η πόλη θα της προσφέρει νέες ευκαιρίες."
Και έτσι, με την απόφαση του Κινγκ Μινγκ, η
Λι Χούι άφησε το Λο Τζιανγκ πίσω της. Μπορεί να μην ήξερε ακριβώς τι θα βρει
στη Σενγκτσού, αλλά η προσφορά του θείου της της έδινε κάτι πολύτιμο: την
ευκαιρία να επιλέξει τη ζωή της, να μην είναι πια μια σκιά πίσω από τις
αυστηρές παραδόσεις και τις αναγκαίες υποχωρήσεις.
Η μητέρα της, παρά τη λύπη που ένιωθε,
γνώριζε ότι η κόρη της έπρεπε να βρει τη δική της πορεία. "Θα κάνεις καλά,
κόρη μου," της είπε με σφιγμένο χαμόγελο, δίνοντάς της την αγκαλιά που της
είχε λείψει τόσο πολύ. "Να θυμάσαι πάντα ποια είσαι."
Όταν η Λι Χούι ανέβηκε στο κάρο με τον θείο
της, κοιτάζοντας πίσω για μια τελευταία φορά το χωριό που την μεγάλωσε, ένιωσε
μια ανακούφιση που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Ήταν έτοιμη για το άγνωστο, έτοιμη
να γράψει τη δική της ιστορία.
Η Λι Χούι στην
Πρωτεύουσα της Σετσουάν
Η ατμόσφαιρα στην πρωτεύουσα της Σετσουάν,
τη Σενγκτσού, ήταν τελείως διαφορετική από την ηρεμία του χωριού Λο Τζιανγκ.
Όταν η Λι Χούι κατέβηκε από το κάρο στην κεντρική πλατεία της πόλης, τα μάτια
της πλημμύρισαν από εντυπώσεις. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι κόσμο, θόρυβο, και μια
αίσθηση ατέρμονης κίνησης. Ο αέρας μύριζε αλμύρα από τα θαλασσινά που ετοίμαζαν
στα μικρά μαγαζιά της αγοράς, ενώ η μυρωδιά των εξωτικών μπαχαρικών κυριαρχούσε
παντού.
Το πλήθος που περιφερόταν στα στενά σοκάκια
ήταν πολυποίκιλο. Ανάμεσα στους εμπόρους, οι οποίοι διαλαλούσαν τα προϊόντα
τους, οι φτωχοί εργάτες και οι πλουσιότεροι επισκέπτες της πόλης, η Λι Χούι
ένιωθε σαν να είχε μπει σε έναν άλλο κόσμο. Στη μικρή της ζωή στο Λο Τζιανγκ,
δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα έβλεπε τόσες διαφορετικές μορφές ανθρώπων και
καταστάσεων. Η Λι Χούι ένιωθε πως είχε περάσει σε άλλον κόσμο. Από τους
σκονισμένους δρόμους του Λο Τζιανγκ βρέθηκε ξαφνικά ανάμεσα σε πλακόστρωτες
αγορές και θορυβώδη πλήθη. Οι γυναίκες, ντυμένες με μεταξωτά φορέματα και
στολισμένες με περίτεχνες φουρκέτες από νεφρίτη και χρυσά κοσμήματα στα μαλλιά,
περπατούσαν περήφανες, ενώ οι άντρες, με καλοραμμένους μεταξωτούς χιτώνες,
διαπραγματεύονταν σπουδαίες συμφωνίες κάτω από τις κόκκινες τέντες των εμπόρων.
Οι αργυρόχρυσοι και οι πορφυροί μεταξωτοί αετοί που κυμάτιζαν από τις στέγες
των πλουσιότερων σπιτιών την εντυπωσίαζαν.
Ο Κινγκ Μινγκ, ο θείος της, ήταν
γενναιόδωρος και της έδειχνε τα πάντα, με υπομονή και προσοχή. Ήθελε να την
εντυπωσιάσει και να την προετοιμάσει για την νέα της ζωή. Όσο και αν η Λι Χούι
είχε περιέργεια για τον κόσμο γύρω της, ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν σε μια
τόσο ζωντανή πόλη. Η ζωή στη Σενγκτσού ήταν γεμάτη χρώματα και κινήσεις που την
ξεπερνούσαν, και καθώς περπατούσαν στους πολυσύχναστους δρόμους, ο θείος της τη
μύησε σε έναν κόσμο γεμάτο ανέσεις και πολυτέλεια.
Ο Κινγκ Μινγκ περπατούσε δίπλα στη Λι Χούι,
νιώθοντας το βλέμμα των περαστικών να σταματά πάνω τους. Η δεκαεξάχρονη ανιψιά
του ήταν ψηλότερη από εκείνον, με το κεφάλι της να υψώνεται ελαφρά πάνω από
τους ώμους του, και η στάση της μετέδιδε αξιοπρέπεια που δύσκολα συναντούσε
κανείς σε κορίτσι της ηλικίας της. Για εκείνον, η συνοδεία της δεν ήταν μόνο
καθήκον· ήταν ένας τρόπος να δείξει την προστασία και την εξουσία της
οικογένειας, ενώ ταυτόχρονα ένιωθε ένα παράξενο αίσθημα περηφάνειας. Μερικές
φορές, όμως, ένα μικρό χαμόγελο διαπερνούσε το πρόσωπο, καθώς σκεφτόταν πως για
έναν συντηρητικό παρατηρητή, η εικόνα μιας γυναίκας να τον ξεπερνά σε ύψος θα
μπορούσε να φανεί ασυνήθιστη. Μα η Λι Χούι, με το βλέμμα της ευθύ και σταθερό,
έκανε το ύψος της να μοιάζει όχι με πρόκληση, αλλά με δώρο· ένα σιωπηλό σύμβολο
κύρους και γοήτρου που περπατούσε μαζί του ανάμεσα στα πλήθη της πρωτεύουσας,
μετατρέποντας κάθε τους βήμα σε δήλωση σεβασμού και δύναμης.
Ο Κινγκ Μινγκ περπατούσε αργά δίπλα στη Λι
Χούι. Ίσως ήταν η ψηλότερη γυναίκα που είχε συνοδεύσει ποτέ στη ζωή του. Οι
προηγούμενες, κοινωνικά γνωστές, τέως ερωμένες του ή κορίτσια από σπίτια της
χαράς, ήταν σχεδόν πάντα χαμηλότερες από εκείνον — μερικές λίγες μόνο φτάνανε
στο ύψος του. Θυμήθηκε εκείνα τα πρόσωπα, τα χαμόγελα που χάνονταν μέσα σε φιλιά
και υποσχέσεις που ποτέ δεν κράτησαν· τις στιγμές όπου ένιωθε κυρίαρχος, αλλά
και κενός ταυτόχρονα. Τώρα, δίπλα στη Λι Χούι, η αίσθηση αυτή αντιστρεφόταν· το
ύψος της τον έκανε να νιώθει ξαφνικά ψηλότερος σε δύναμη, αλλά και σε ευθύνη
και φροντίδα. Η καρδιά του γέμισε μια ήρεμη στοχαστική τρυφερότητα· δεν ήταν η
ελκυστικότητά της που τον έπληττε, αλλά η ώριμη σοβαρότητα και η αξιοπρέπεια
που εξέπεμπε η Λι Χούι, κάτι που κανένα παιχνίδι γοήτρου ή στιγμιαίο πάθος δεν
είχε ποτέ προκαλέσει μέσα του.
"Δες εκείνα τα υφάσματα," είπε ο
Κινγκ Μινγκ, δείχνοντας τα καταστήματα των κορυφαίων εμπόρων. "Οι
πολύτιμοι λίθοι και τα μεταξωτά είναι σπάνια και ακριβά. Τα καλύτερα προϊόντα
έρχονται από τα πιο απομακρυσμένα μέρη της χώρας."
Η Λι Χούι παρατηρούσε με θαυμασμό τα
υφάσματα που κρέμονταν στα καταστήματα, τα οποία λάμπανε με χρυσό και ασήμι.
Ήταν πανέμορφα, όπως τίποτα δεν είχε δει ποτέ πριν. Κάθε κόμπος κλωστής έμοιαζε
με έργο τέχνης. Ο θείος της την καθοδηγούσε, μιλώντας για τις εμπορικές του
διαδρομές και τα μέρη που επισκεπτόταν, για τις συμφωνίες και τις επαφές που
είχε με εμπόρους και συλλέκτες πολύτιμων αντικειμένων.
"Στην πόλη αυτή," συνέχισε ο Κινγκ
Μινγκ, "όλα είναι δυνατά. Αν είσαι εργατικός και έχεις την ικανότητα,
μπορείς να φτάσεις ψηλά. Εδώ όλοι κοιτάζουν το παρόν και το μέλλον τους, όχι το
παρελθόν."
Η Λι Χούι ένιωθε την καρδιά της να χτυπά
δυνατά καθώς προσπαθούσε να κατανοήσει αυτή την άγνωστη δυναμική του κόσμου. Οι
ομορφιές και οι ευκαιρίες που προσφέρονταν στο εμπόριο και την κοινωνία ήταν
αμέτρητες, αλλά υπήρχε κάτι που την ανησυχούσε. Η Λι Χούι σκεφτόταν τις
υποχρεώσεις που είχε αφήσει πίσω της στο Λο Τζιανγκ και την οδηγία της μάνας
της να βρει τον δρόμο της μέσα σε αυτή την πόλη των ευκαιριών. Θυμόταν τα
ροζιασμένα χέρια της μάνας της να κρατούν τα δικά της την ώρα του
αποχαιρετισμού, και τη φωνή της, χαμηλή μα σταθερή, να της λέει πως όπου κι αν
βρεθεί να στέκεται τίμια, να κρατά το βλέμμα καθαρό και την καρδιά άγρυπνη. «Να
έχεις πάντα ψηλά την τιμή σου», της είχε ψιθυρίσει, «και να μην ατιμάσεις το
όνομά μας· γιατί εμείς, οι φτωχοί άνθρωποι, δεν έχουμε χωράφια μεγάλα ούτε
ασήμι να αφήσουμε στα παιδιά μας — μόνο το όνομά μας έχουμε». Κι έτσι η Λι Χούι
βάδιζε τώρα μακριά από το ταπεινό τους σπίτι, κουβαλώντας μέσα της εκείνα τα
λόγια σαν φυλαχτό πιο πολύτιμο από κάθε μετάξι.
Πάνω από την απλωμένη πολιτεία του
Τσενγκντού υψωνόταν ο Λόφος Τσιενγκλιάνγκ, ένας χαμηλός, καταπράσινος
λόφος στις όχθες του ποταμού Τζιν. Ήταν τόπος ήσυχος, γνωστός ήδη από
παλαιότερες εποχές για τα περίπτερα και τους κήπους του, όπου λόγιοι και
αξιωματούχοι ανέβαιναν για να απαγγείλουν στίχους και να αγναντέψουν τις στέγες
της πόλης να χάνονται μέσα στην πρωινή ομίχλη. Εκεί οδηγούσαν συχνά και
νεότεροι, για να δουν από ψηλά τα τείχη και τα κανάλια του Τσενγκντού, να
πάρουν καθαρό αέρα και να αφήσουν για λίγο πίσω τους τη βοή της αγοράς. Από την
κορυφή, η πόλη απλωνόταν σαν υφαντό μεταξωτό, κι όποιος στεκόταν σιωπηλός
μπορούσε να νιώσει τον παλμό της αυτοκρατορικής επαρχίας κάτω από τα πόδια του.
Από εκεί, η Λι Χούι μπορούσε να δει ολόκληρη την πόλη κάτω της, τα σπίτια, τα
καταστήματα, τις αγορές και τις στέγες που έλαμπαν στον ήλιο. "Αυτός ο λόφος είναι ένα μέρος για
προσευχή και περισυλλογή," της εξήγησε ο Κινγκ Μινγκ. "Όταν ζεις σε
έναν κόσμο γεμάτο ανταγωνισμό, είναι καλό να θυμάσαι την ηρεμία και την
ισορροπία."
Η ηρεμία του χώρου την αγκάλιασε για λίγο.
Ήταν σαν να άφηνε πίσω της όλη τη θορυβώδη πραγματικότητα του εμπορικού κόσμου,
και να επανασυνδεόταν με τον εαυτό της. Για πρώτη φορά, ένιωθε ότι υπήρχε μια
ευκαιρία για κάτι καινούργιο, κάτι που ίσως δεν είχε φανταστεί ποτέ, πέρα από
την πίεση και τα όρια του χωριού.
"Ποτέ δεν ήξερα ότι υπήρχαν τόσα
πράγματα να δεις και να κάνεις σε αυτή την πόλη," είπε, αφήνοντας μια
βαθιά ανάσα, σαν να είχε αφήσει πίσω της ένα βάρος.
Ο Κινγκ Μινγκ χαμογέλασε. "Η πόλη αυτή
είναι γεμάτη δυνατότητες, Λι Χούι. Όλα εξαρτώνται από το πόσο θέλεις να μάθεις
και να εξελιχθείς."
Την επόμενη μέρα ο Κινγκ Μινγκ οδήγησε την
ανιψιά του, τη Λι Χούι, στο Μοναστήρι
Γουενσού που υψωνόταν σε ήσυχο λόφο μακριά από την οχλοβοή των αγορών
της Τσενγκτού, από την πυκνή ατμόσφαιρα των πάγκων των εμπόρων, των δρόμων γεμάτων από ανθρώπους που
διαπραγματεύονταν, από την ασφυκτική ορδή ανθρώπων που προσπαθούσαν να περάσουν μέσα από τα στενά
μονοπάτια, όπου οι πάγκοι των εμπόρων στοιβάζονταν ο ένας δίπλα στον άλλο. Οι
φωνές των μικρεμπόρων αντηχούσαν στον αέρα, φωνάζοντας για να προσελκύσουν
πελάτες. Οι διαλαλητές δεν σταματούσαν στιγμή, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να
υποχρεώσουν τους περαστικούς να παραμείνουν
όσο μπορούσαν περισσότερα μπροστά από τους πάγκους τους. Με τυχαία, αλλά
υπολογισμένα βήματα, έκαναν την εμφάνισή τους μπροστά από τους πελάτες,
τοποθετώντας τα εμπορεύματα τους σε εμφανή σημεία, έτσι ώστε κανείς να μην
μπορεί να προσπεράσει χωρίς να ρίξει μια ματιά. Η ένταση αυξάνονταν καθώς κάθε
χέρι, κάθε κινούμενος όγκος, προσπαθούσε να περάσει σε στενά περάσματα,
πνιγμένος από το θρόισμα των ρούχων, την κίνηση των χεριών και τις διαρκείς
προτάσεις των εμπόρων που σχεδόν στραβωμένα διαλαλούσαν τα προϊόντα τους. Ένας
πολύ αργά κινούμενος ανθρώπινος όγκος παγιδευμένος σε λίγους στενούς δρόμους.
Από τον θόρυβο της αγοράς, το πέρασμα στο Μοναστήρι Γουενσού ήταν σαν να
εισέρχεσαι σε έναν άλλο κόσμο. Ο λόφος στον οποίο είχε χτιστεί το μοναστήρι
υψωνόταν ήρεμα, μακριά από την ακατάπαυστη φασαρία της πόλης. Εκεί, οι σκιές
των δέντρων έριχναν μια γαλήνια δροσιά στους ήσυχους διαδρόμους του
μοναστηριού, ενώ το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος των ανέμων που χάιδευαν τα
φύλλα και οι μακρινές ψαλμωδίες των μοναχών, οι οποίες αναδύονταν απαλές και
σταθερές μέσα στην ησυχία. Το μοναστήρι φαινόταν να αναπνέει σε δικούς του
ρυθμούς, αφήνοντας πίσω του την οχλοβοή της πόλης. Η γαλήνη του χώρου, το
ανοιχτό τοπίο του και η απόσταση από τη ζωή της αγοράς δημιούργησαν μια
αντίθεση που ενίσχυε την ηρεμία και τη συγκέντρωση της ψυχής. Ένα καταφύγιο για
τον διαλογισμό, μακριά από τη βαβούρα της καθημερινότητας.
Αυτή η αντίθεση – η θορυβώδης αγορά και η
ήρεμη απομόνωση του μοναστηριού – έκανε την αίσθηση της μετακίνησης από το ένα
μέρος στο άλλο ακόμα πιο έντονη. Στην αγορά η ζωή κινείτο ασταμάτητα, ενώ στο
μοναστήρι φαινόταν πως ο χρόνος είχε σταματήσει, περιμένοντας όσους το
αναζητούσαν για να βρουν μια στιγμή ανανέωσης μέσα στην αγάπη και την ήρεμη δύναμη
της προσευχής.
Εκεί, ανάμεσα σε θυμιατά που κάπνιζαν
αδιάκοπα και σε ξύλινες αίθουσες με κόκκινες κολόνες, οι πιστοί άναβαν στικ
θυμιάματος και έσκυβαν ευλαβικά μπροστά στα αγάλματα των Βούδα. Δεν ήταν σπάνιο
να φτάνουν ως εκεί και ζευγάρια που επρόκειτο να παντρευτούν, για να ζητήσουν
ευλογία και αρμονία στον κοινό τους βίο, αφήνοντας μικρές προσφορές και
προσευχές γραμμένες σε κόκκινο χαρτί. Η Λι Χούι ένιωσε τη γαλήνη του τόπου να
απλώνεται μέσα της.
Ο Κινγκ Μινγκ στάθηκε στην αυλή του Μοναστηριού Γουενσού, αφήνοντας τη Λι
Χούι λίγα βήματα πιο πίσω, να κοιτά με δέος τις κόκκινες κολόνες και τον καπνό
του θυμιάματος που ανέβαινε αργά στον χειμωνιάτικο ουρανό. Οι καμπάνες
αντήχησαν βαθιά, σαν να χτυπούσαν όχι τον αέρα, αλλά το στήθος του. Πόσες φορές
είχε περάσει την πύλη αυτή μόνος; Πόσες φορές είχε σταθεί μπροστά στα αγάλματα
με σκέψεις που δεν τολμούσε να ομολογήσει ούτε στον εαυτό του;
Τα ταξίδια του Κινγκ Μινγκ τον είχαν μετατρέψει σε άνθρωπο του δρόμου, πάντα σε
κίνηση, σαν το νερό που δεν μπορεί ποτέ να παραμείνει ακίνητο. Έμπορος,
διαπραγματευτής, φιλοξενούμενος σε ξένα σπίτια και σε ακόμη πιο ξένες αγκαλιές,
δεν είχε ποτέ την αίσθηση μιας σταθερής εστίας. Ο κόσμος του ήταν γεμάτος από
διαρκείς αναχωρήσεις και αφίξεις, η ζωή του μια αδιάκοπη αναζήτηση για την
επόμενη ευκαιρία, την επόμενη περιπέτεια. Κάθε νέο ταξίδι τον γέμιζε με την
ελπίδα του άγνωστου, αλλά και με την ανάγκη να αφήσει πίσω του κάτι, έναν τόπο
που θα μπορούσε να αποκαλέσει δικό του, μια γωνιά που θα τον έκανε να νιώσει το
ζεστό χάδι της οικειότητας. Καθώς περνούσαν οι μέρες, η συνεχής μετακίνηση
άφηνε μέσα του μια γλυκιά θλίψη, σαν ένα κενό που ζητούσε να γεμίσει με τη
μονιμότητα ενός τόπου. Όμως, η αγορά ήταν ο κόσμος του, η αδιάκοπη ροή των
ανθρώπων και των εμπορευμάτων η πραγματικότητα που γνώριζε καλά. Και παρόλο που
η περιπέτεια τον τράβαγε συνεχώς μπροστά, κάποιες νύχτες, όταν καθόταν μόνος
του και κοίταζε τον ουρανό, αναρωτιόταν αν θα μπορούσε ποτέ να βρει τον τόπο
εκείνον που θα του έδινε αίσθηση σπιτιού, εκεί όπου η ατελείωτη οδοιπορία θα
μπορούσε επιτέλους να σταματήσει.
Θυμήθηκε πρόσωπα γυναικών που είχαν χαθεί
σαν σκιές στο πέρασμά του· χαμόγελα που δεν κράτησαν περισσότερο από μια εποχή.
Δεν ήταν κακός άνθρωπος, έλεγε μέσα του, μόνο ανήσυχος. Κι όμως, κάθε φορά που
το θυμίαμα άναβε μπροστά του, μια λεπτή ενοχή απλωνόταν σαν πέπλο πάνω στη
σκέψη του. Είχε ζήσει χωρίς ρίζες. Είχε αποφύγει τον γάμο όπως αποφεύγει κανείς
μια βαριά ευθύνη.
Τώρα, βλέποντας τη Λι Χούι —κορίτσι ακόμη,
μα με βλέμμα ώριμο— ένιωθε κάτι να μετατοπίζεται μέσα του. Τα ζευγάρια που
γονάτιζαν για ευλογία τού φαίνονταν ξαφνικά λιγότερο ξένα. Μήπως, συλλογιζόταν,
δεν ήταν η μοίρα που τον κράτησε μακριά από μια εστία, αλλά ο φόβος; Μήπως πίσω
από τις συνεχείς αναχωρήσεις κρυβόταν η δική του απροθυμία να δεθεί;
Έσκυψε το κεφάλι μπροστά στον Βούδα της
Σοφίας, όχι για να ζητήσει πλούτο ή επιτυχία, αλλά για να βρει καθαρότητα
σκέψης. Για πρώτη φορά δεν προσευχόταν για τον δρόμο που θα πάρει, αλλά για το
αν αξίζει να σταματήσει. Κι εκεί, μέσα στη γαλήνη του μοναστηριού, ένιωσε πως η
μεγαλύτερη του διαπραγμάτευση δεν γινόταν στην αγορά της πόλης, αλλά στη σιωπή
της ίδιας του της καρδιάς.
Με τα φώτα της Σενγκτσού να την
περιτριγυρίζουν, η Λι Χούι ένιωσε πως το μέλλον της ήταν ανοιχτό μπροστά της,
γεμάτο επιλογές και προοπτικές που δεν είχε φανταστεί ποτέ. Τώρα είχε μπροστά
της την προοπτική μιας νέας ζωής.
Η Λι Χούι και η μεταμόρφωσή
της στη Τσενγκντού
Η πρώτη εβδομάδα της Λι Χούι στην Τσενγκτού
πέρασε μέσα στην έκπληξη και τη μαγεία του καινούριου κόσμου, αλλά ο Κινγκ
Μινγκ ήξερε ότι η νεαρή ανιψιά του χρειαζόταν κάτι περισσότερο για να γίνει
αποδεκτή στην κοινωνία του εμπορίου και της αριστοκρατίας της πόλης. Η
εξωτερική της εμφάνιση, η απλότητα των ρούχων και η ακατέργαστη ομορφιά της δεν
μπορούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της Τσενγκντού. Για εκείνον, ήταν
αυτονόητο ότι αν η Λι Χούι ήθελε να επιτύχει και να ενσωματωθεί σε αυτόν τον
κόσμο, έπρεπε να γίνει και η ίδια μέρος του.
"Δεν είναι απλώς θέμα εμφάνισης, Λι
Χούι," είπε ο Κινγκ Μινγκ όταν τη συνάντησε μια μέρα στο κατάστημά του,
όπου εκείνη βοηθούσε με τις παραγγελίες. "Ο κόσμος εδώ έχει άλλες
προσδοκίες. Εσύ δεν μπορείς να μένεις πίσω από τη σκιά των άλλων. Θα σε δουν με
άλλα μάτια αν μάθεις πώς να παρουσιάζεσαι."
Ο θείος της αποφάσισε, λοιπόν, να την
καλλωπίσει. Την πήγε στα πιο φημισμένα εργαστήρια της πόλης, όπου οι γυναίκες
των πλουσίων και επιφανών της Τσενγκντού σύχναζαν για την περιποίηση των
μαλλιών και στο στόλισμα με κοσμήματα από νεφρίτη και χρυσό. Εκεί, ανάμεσα σε
βαμμένα μεταξωτά και περίτεχνες φουρκέτες, η Λι Χούι παρατηρούσε προσεκτικά τις
τεχνίτριες να πλέκουν, να στριφογυρίζουν και να στολίζουν τα μαλλιά των κυριών,
μαθαίνοντας σιωπηλά τον τρόπο που η ομορφιά και η κομψότητα καθόριζαν την
κοινωνική παρουσία στην πρωτεύουσα.
Το πρώτο πράγμα που πρόσεξε ήταν τα μαλλιά
της. Αν και η Λι Χούι είχε πλούσια, μακριά μαλλιά, τα διαχειριζόταν απλά και
ατημέλητα. Ο θείος της ήξερε ότι έπρεπε να της μάθει να τα φροντίζει με
κομψότητα, και να τους δώσει την απαραίτητη λάμψη για να ταιριάζουν με την
εικόνα του κόσμου που θα την περιέβαλλε.
Στο εργαστήριο περιποίησης της Τσενγκντού,
οι τεχνίτριες, ντυμένες με απλά αλλά κομψά μεταξωτά, αφιέρωσαν αρκετή ώρα για
να φροντίσουν τη Λι Χούι. Της άλειψαν τα μαλλιά και το πρόσωπο με φυτικά λάδια
και αρωματισμένα εκχυλίσματα από άνθη, που αναδείκνυαν τη λάμψη και την υφή
τους. Τα πλέξαν σε περίτεχνα χτενίσματα, που συνδύαζαν τη γραμμή της
παραδοσιακής μόδας με λεπτά στοιχεία κομψότητας της πρωτεύουσας, και
τοποθέτησαν μικρές φουρκέτες και διακοσμητικά από ξύλο, νεφρίτη ή ασήμι, για να
ολοκληρώσουν το σύνολο.
Όταν η Λι Χούι κοίταξε τον εαυτό της στον χάλκινο
καθρέφτη, η εικόνα της ήταν ξένη. Τα μαλλιά της, που πάντα τα είχε δεμένα
αυθόρμητα, τώρα ήταν γεμάτα γυαλάδα και φινέτσα. Όλα γύρω της είχαν πάρει μία
νέα διάσταση, και η ίδια ένιωθε σαν να είχε μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο.
Μετά το εργαστήριο περιποίησης, ο Κινγκ
Μινγκ την οδήγησε στα μαγαζιά της Τσενγνκτού όπου πουλούσαν μεταξωτά και
βαμμένα υφάσματα για τις γυναίκες των ανώτερων τάξεων. Εκεί διάλεξαν φορέματα
και στολίδια που δεν είχαν καμία σχέση με τα απλά βαμβακερά και λινά ρούχα του
χωριού. Κάθε ένδυμα, από το πιο απλό μέχρι το πιο κομψό, έπαιζε ρόλο στην
εικόνα που η Λι Χούι ήθελε να δείξει· υπήρχε νόημα στα χρώματα, στα σχέδια και
στα διακοσμητικά τους στοιχεία. Ο θείος της ήξερε καλά πως στις υψηλές
κοινωνικές τάξεις της πόλης, τα ρούχα δεν ήταν απλώς κάλυμμα σώματος· ήταν
τρόπος να εκφραστεί η θέση, η αρετή και οι αξίες κάθε γυναίκας.
"Αυτά τα ρούχα δεν είναι μόνο για να
δείχνεις όμορφη," της είπε με αυστηρό τόνο ο Κινγκ Μινγκ, καθώς κοιτούσε
τα μεταξωτά υφάσματα και τα ακριβά κοσμήματα. "Πρέπει να μάθεις να τα
φοράς με χάρη. Κάθε κίνηση, κάθε αίσθηση του σώματος πρέπει να είναι γεμάτη
κομψότητα."
Την επόμενη μέρα, ο Κινγκ Μινγκ την οδήγησε
σε ένα σπίτι δασκάλου στην Τσενγκντού, όπου νεαρές κοπέλες της υψηλής κοινωνίας
μάθαιναν τις τέχνες της ευγένειας και της κοινωνικής συμπεριφοράς. Η αυλή ήταν
στρωμένη με πέτρινες πλάκες, και τα πεύκα που σκέπαζαν τα περίτεχνα ταβάνια
κινούνταν απαλά στον άνεμο. Μέσα, νεαρές κοπέλες καθόντουσαν μπροστά σε ξύλινα
τραπέζια, τα μαλλιά τους πλεγμένα προσεκτικά και στολισμένα με φουρκέτες από
ασήμι και νεφρίτη.
Η Λι Χούι ένιωσε μια πρώτη αμηχανία καθώς οι
δάσκαλοι την κάλεσαν να σηκωθεί. Τα βήματά της, στην αρχή άτσαλα, έπρεπε να
γίνουν απαλές κινήσεις, σαν να χόρευε με τον αέρα. «Στάσου ίσια, μην αφήνεις
τους ώμους να πέσουν», της ψιθύρισε μια δασκάλα, κι εκείνη, υπάκουη, ένιωσε τα
δάχτυλά της να τρέμουν καθώς πλεγόταν σε νέο χτένισμα.
"Πρέπει να μάθεις να σέβεσαι τους γύρω
σου και να τους δείχνεις την απαραίτητη προσοχή," είπε ο δάσκαλος της
ευγένειας, καθώς η Λι Χούι έμαθε να κάνει την κίνηση του χαιρετισμού με το
κεφάλι χωρίς υπερβολές, να μην δείχνει ανυπομονησία και να κρατά την αίσθηση
της αυτοκυριαρχίας.
Η Λι Χούι παρακολουθούσε με μεγάλη προσοχή,
μαθαίνοντας σιγά-σιγά τα μυστικά του κόσμου που ήταν τόσο διαφορετικός από τον
δικό της. Αν και η διαδικασία την κούραζε, δεν μπορούσε να μη θαυμάσει τη νέα
εικόνα της. Κάθε μικρή λεπτομέρεια, κάθε αναγκαία αλλαγή, την έκανε να νιώθει
περισσότερο σίγουρη για τον εαυτό της. Τα ρούχα, τα μαλλιά, οι τρόποι – όλα
ήταν κομμάτια του καινούργιου εαυτού της.
Εκεί η Λι Χούι έμαθε να κινείται με χάρη, να
μιλά ήρεμα και σεβαστικά, να αποφεύγει τις αδέξιες κινήσεις και να παρουσιάζει
τον εαυτό της με αξιοπρέπεια. Οι δάσκαλοι της δίδαξαν τον τρόπο συμπεριφοράς
στο τραπέζι, την τέχνη των χαιρετισμών και τις κοινωνικές παραδόσεις που ήταν
απαραίτητες για να ενταχθεί κανείς στον κύκλο των πλουσίων και των
αξιωματούχων.
Με κάθε μάθημα, η Λι Χούι ένιωθε πως η πόλη
ανοίγεται μπροστά της όχι μόνο ως τόπος ευκαιριών, αλλά και ως κόσμος κανόνων,
τίτλου και σεβασμού, στον οποίο η παρουσία της θα έπρεπε να είναι σωστά
τοποθετημένη. Καθώς οι ώρες των μαθημάτων περνούσαν, η Λι Χούι ένιωσε τη
σιωπηλή δύναμη αυτών των τεχνών να εισχωρεί μέσα της· για πρώτη φορά, κατάλαβε
ότι η ομορφιά δεν ήταν μόνο στο πρόσωπο ή στα ρούχα, αλλά και στον τρόπο που
στέκεται κανείς, κινείται, και γίνεται σεβαστός στον κόσμο των πλουσίων της
Σενγκτσού.
Ωστόσο, η μετάβασή της στην κοινωνία της Τσενγκντού
δεν ήταν απλή. Η Λι Χούι συχνά αναρωτιόταν αν όλο αυτό που γινόταν ήταν
πραγματικά μέρος του κόσμου που εκείνη ονειρευόταν ή αν απλώς προσπαθούσε να
ικανοποιήσει τις προσδοκίες του θείου της και του κοινωνικού κύκλου στον οποίο
ήθελε να την εντάξει. Μήπως η ελευθερία της, αυτή η ανεξαρτησία που τόσο
ποθούσε, ήταν απλώς μια ψευδαίσθηση μέσα στις λαμπερές πόρτες της
αριστοκρατίας;
Όμως, κάθε μέρα που περνούσε, η Λι Χούι ένιωθε
ότι η πόλη αυτή, με όλη τη λάμψη της, είχε κάτι που την τραβούσε. Και ίσως,
τελικά, έπρεπε να μάθει πώς να ζήσει σε αυτόν τον κόσμο για να βρει το δικό της
μονοπάτι.
Η Λι Χούι και η
Στρατηγική της Κοινωνικής Καθιέρωσης
Η Τσενγκντού, η πρωτεύουσα της Σετσουάν,
ήταν γεμάτη λάμψη, και η Λι Χούι, αν και βυθισμένη στον ενθουσιασμό για τις
νέες εικόνες και εμπειρίες που την περιέβαλλαν, άρχισε να συνειδητοποιεί τη
βαρύτητα της κατάστασης στην οποία βρισκόταν. Ο θείος της, ο Κινγκ Μινγκ, ήταν
γενναιόδωρος και καλός μαζί της, αλλά η νεαρή κοπέλα καταλάβαινε ότι η
συγγένεια τους μπορούσε να φέρει προβλήματα. Ο κόσμος της αριστοκρατίας και των
εμπορικών συναλλαγών δεν συγχωρούσε εύκολα την ύπαρξη στενών συγγενικών σχέσεων
που θα μπορούσαν να προκαλέσουν παρατράγουδα ή να αφήσουν υπόνοιες για
ανάρμοστες συμπεριφορές.
Η ιδέα ήρθε φυσικά, αλλά ήταν κάτι που η Λι
Χούι το είχε σκεφτεί και πριν από τη συζήτηση με τον θείο της: για να
προστατέψει εκείνον από πιθανές καχυποψίες και σκιές που θα μπορούσαν να
θολώσουν την εικόνα του στην κοινωνία της Τσενγκντού, έπρεπε να απομακρύνει
κάθε ένδειξη ότι ήταν ανιψιά του.
Η πρόταση της Λι Χούι για την αλλαγή της ταυτότητάς της
Η Λι Χούι στεκόταν μπροστά στον Κινγκ Μινγκ,
με την καθιερωμένη ευγένεια, αλλά κάτι στα μάτια της φανέρωνε μια επιμονή, μια
αποφασιστικότητα που δεν υπήρχε πριν. Είχε πλέον μεγαλώσει και είχε μάθει να
βλέπει τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο. Η ζωή στην πόλη, οι εσωτερικές αλλαγές
και οι νέες κοινωνικές της σχέσεις είχαν ανοίξει μπροστά της μια νέα διάσταση.
«Θείε», ξεκίνησε η Λι Χούι με ήρεμο, αλλά
σταθερό τόνο, παίρνοντας μια βαθιά αναπνοή πριν συνεχίσει. «Η εικόνα σας στην
πόλη, και η θέση σας στο εμπόριο είναι σημαντική. Δεν θέλω εξ αιτίας μου να
δημιουργηθούν λάθη ή παρεξηγήσεις που να επηρεάσουν τη φήμη σας ή τη λειτουργία
του καταστήματος. Αν με παρουσιάσετε ως ανιψιά σας, μπορεί να δημιουργηθούν
λάθη ή επικρίσεις σχετικά με τη συγγένεια και τη δική μου θέση εδώ.»
Ο Κινγκ Μινγκ ήταν έτοιμος να μιλήσει, αλλά
η Λι Χούι τον σταμάτησε με έναν ελαφρύ νεύμα. «Όμως,» είπε η Λι Χούι,
στρέφοντας το βλέμμα της στον θείο της με ήρεμη αποφασιστικότητα, «πιστεύω πως
υπάρχει ένας τρόπος να ξεπεραστούν όλες οι δυσκολίες. Θα μπορούσατε να με συστήνετε
ως ανιψιά κάποιου από τους υπαλλήλους σας· έτσι θα μπορώ να κινούμαι στην πόλη
χωρίς να τραβάω την προσοχή και να διατηρήσω την αξιοπρέπεια της οικογένειάς
μας.»
Η φωνή της ήταν ήρεμη, αλλά σταθερή, και
κάθε λέξη της έδειχνε ότι είχε ζυγίσει προσεκτικά τα λόγια της, συνδυάζοντας
σεμνότητα και αποφασιστικότητα, όπως είχε μάθει στις ώρες διδασκαλίας της για
την κοινωνική συμπεριφορά στην πρωτεύουσα. Ο Κινγκ Μινγκ την κοίταξε σιωπηλός
για μια στιγμή, νιώθοντας μέσα του την ωριμότητα της ανιψιάς του· το ύψος της,
η στάση της και η σοβαρότητα της πρότασής της τον έκαναν να αναλογιστεί πόσο
γρήγορα μεγάλωνε το κορίτσι που μέχρι πρόσφατα φορούσε ακόμη τα απλά φορέματα
του χωριού.
Η πρότασή της ήταν ξεκάθαρη, αλλά η
στρατηγική της ήταν εξαιρετικά ευφυής. Ο Κινγκ Μινγκ σκέφτηκε για λίγο. Η Λι Χούι είχε δίκηο.
Ένα δικό της λάθος, θα βάραινε εκείνον. Εάν ήταν όμως απλή υπάλληλός του, και
όχι επισήμως τουλάχιστον συγγενής του, τότε αυτό το βάρος δεν θα υπήρχε για να
τον σκιάζει. Σκέφτηκε για λίγο. Ο Τσεν Ρονγκ ήταν η φυσική επιλογή για να
αναλάβει τον ρόλο του «ανθρώπου» που θα δικαιολογούσε την παρουσία της στο
περιβάλλον του καταστήματος. Όχι μόνο για το εμπόριο, αλλά και για το γεγονός
ότι ήταν ήδη στενά συνδεδεμένος με τον Κινγκ Μινγκ, και είχε τη φήμη ενός
πιστού και αξιόπιστου συνεργάτη.
Ο Κινγκ Μινγκ πήρε μια βαθιά ανάσα και
κοίταξε τη Λι Χούι με ήρεμη σοβαρότητα. «Υπάρχει ίσως μία λύση», της είπε. «Αν
ο Τσεν Ρονγκ δεχθεί να σε παρουσιάσει ως ανιψιά του, που μόλις έφτασε από την
επαρχία, τότε η θέση σου στην πόλη θα είναι ασφαλής. Ελπίζω να μην έχει κάποια
αντίρρηση, αλλά θα πρέπει κι εσύ να δείχνεις απόλυτο σεβασμό· να του φέρεσαι
σαν να ήταν πραγματικός αδελφός της μητέρας σου».
Στάθηκε για λίγο, σαν να ζύγιζε τα λόγια
του, και πρόσθεσε: «Κι εμένα, από τώρα και μέσα στο σπίτι αλλά και στο
κατάστημα, θα πρέπει να με αποκαλείς κύριο Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ. Στο κατάστημα θα
είσαι πάντα προσηλωμένη στην εργασία σου, με σεβασμό και αφοσίωση στους
πελάτες. Στο σπίτι, αν και φιλοξενούμενη, η συμπεριφορά σου πρέπει να είναι
επίσης άψογη, αλλά σε διαφορετικό πλαίσιο.
Μέσα στο σπίτι, θα πρέπει να δείχνεις τον
σεβασμό σου και στους υπηρέτες. Αν και το προσωπικό θα είναι εκεί για να
φροντίζει τις ανάγκες σου, εσύ δεν είσαι εξίσου στο ίδιο επίπεδο με αυτούς. Η
δική σου θέση απαιτεί διακριτικότητα και ευγένεια.»
Θα τρώμε χωριστά. Εσύ, ως φιλοξενούμενη, θα
έχεις το δικό σου τραπέζι, και το προσωπικό θα σε εξυπηρετεί. Εγώ θα τρώω
ξεχωριστά, σε άλλες ώρες και σε άλλες αίθουσες. Θα σου επιτρέπεται να με
συναντάς μόνο σε περιπτώσεις που το απαιτούν οι δουλειές ή όταν το επιλέξω εγώ.
Ο Κινγκ Μινγκ σταμάτησε για λίγο μετρώντας
τι άλλο θα έπρεπε να ειπωθεί ως αυστηρές οδηγίες προς τη Λι Χούι. Εκείνη δεν
μιλούσε, απλώς άκουγε. «Εσύ,» πρόσθεσε ο Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ, «θα έχεις το δικό
σου κοιτώνα. Είναι άνετος και απομονωμένος, ώστε να μπορείς να ξεκουράζεσαι και
να ανανεώνεσαι. Ωστόσο, η παρουσία σου στο σπίτι θα παραμείνει πάντοτε υπό το
βλέμμα του προσωπικού. Μην ξεχνάς ποτέ τον λόγο της φιλοξενίας σου εδώ.»
Ο Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ σηκώθηκε, με την ίδια
ήρεμη επισημότητα που είχε καθορίσει τους κανόνες της φιλοξενίας. «Αυτά είναι
τα όρια του ρόλου σου εδώ. Δεν θα συναντιόμαστε συχνά, εκτός αν είναι αναγκαίο.
Και μέσα στο σπίτι, να θυμάσαι πάντα τη θέση σου.»
«Λι Χούι,» συνέχισε ο Κινγκ Μινγκ με αυστηρό όμως
τώρα τόνο, τόνο που μέχρι τότε δεν είχε γνωρίσει στο ύφος του η ανιψιά του η Λι
Χούι, τόνο με τον οποίο συνήθως απευθυνόταν στους υπαλλήλους του «από εδώ και πέρα, πρέπει να θυμάσαι ότι θα
παρουσιάζεσαι ως η ανιψιά του Τσεν Ρονγκ, όχι ως συγγενής μου. Κανείς στο σπίτι
δεν πρέπει να μάθει την αληθινή σύνδεση μεταξύ μας. Εσύ ήρθες εδώ για να
μείνεις για κάποιο διάστημα, επειδή οι γονείς σου έχουν πεθάνει και ο Τσεν
Ρονγκ δεν μπορεί να σε αναθρέψει μόνος του. Αυτή η φιλοξενία υποτίθεται ότι θα είναι
προσωρινή, για λίγους μήνες, μέχρι να βρει ο Τσεν Ρονγκ ασφαλές μέρος για να σε
εγκαταστήσει μόνιμα. Το σπίτι είναι
αρκετά μεγάλο για να μπορούν να φιλοξενηθούν άνθρωποι που χρειάζονται προσωρινή
προστασία.»
Σταμάτησε για λίγο και την κοίταξε σοβαρά. «Αυτό που πρέπει να καταλάβεις είναι ότι δεν
πρέπει να προκαλέσεις την παραμικρή υποψία. Οι υπηρέτες και το προσωπικό θα
γνωρίζουν ότι είσαι η συγγενής του Τσεν Ρονγκ, που ήρθε να ζητήσει προσωρινή
στέγη. Ο λόγος της φιλοξενίας σου θα πρέπει να παραμείνει αυτός και μόνο αυτός.
Εάν υποψιαστούν κάτι άλλο, θα υπάρξει πρόβλημα.»
Ο Ζιανγκ
Κινγκ Μινγκ πλησίασε πιο κοντά, διασφαλίζοντας ότι κάθε λέξη του ήταν
ξεκάθαρη και αυστηρή. «Όταν βγαίνεις
από το δωμάτιό σου, θα θυμάσαι πάντα τη θέση σου. Το προσωπικό δεν πρέπει να
δει καμία διαφορά στη συμπεριφορά σου. Είσαι φιλοξενούμενη, και έτσι πρέπει να
παραμείνεις. Κάθε σου κίνηση πρέπει να είναι μετρημένη. Ακολούθησε τις οδηγίες
και θα περάσει ο καιρός χωρίς προβλήματα.»
Η Λι
Χούι έγνεψε, κατανοώντας το βάρος των λόγων του και τη θέση που έπρεπε
να κρατήσει. Το παιχνίδι της ήταν λεπτό και γεμάτο κινδύνους, αλλά τώρα δεν
είχε άλλη επιλογή. Είχε τη θέση της και έπρεπε να την ακολουθήσει με σεβασμό
και προσοχή.
Ο Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ την κοίταξε μία
τελευταία φορά, με την επισημότητα που απαιτούσε η κατάσταση, και είπε ήρεμα: «Θυμήσου, όσο και να είναι αυτός ο χώρος ένας
καταφύγιο για σένα, η ταυτότητά σου εδώ είναι αυτή της φιλοξενούμενης του Τσεν
Ρονγκ. Όλα τα υπόλοιπα παραμένουν ασαφή, και έτσι πρέπει να παραμείνουν.»
Η Λι Χούι έγνεψε καταφατικά, κατανοώντας ότι
όλη αυτή η κατάσταση δεν είχε τίποτα το φυσικό για εκείνη. Αν και έπαιζε τον
ρόλο της φιλοξενούμενης, η καρδιά της ήξερε ότι το παιχνίδι της ήταν
επικίνδυνο. Κάθε μέρα στο σπίτι του Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ θα ήταν μια δοκιμασία να
ισορροπήσει μεταξύ της φιλοξενίας και της πραγματικής της ταυτότητας, η οποία
έπρεπε να παραμείνει κρυφή, τουλάχιστον για την ώρα.
Η Λι Χούι τού έριξε μια αποφασιστική ματιά,
κατανοώντας ότι αυτή η νέα ζωή που είχε αναλάβει απαιτούσε τεράστια
αυτοσυγκράτηση και θάρρος. Η φιλοξενία της, αν και προσωρινή, ήταν συνδεδεμένη
με πολλούς περιορισμούς και προφυλάξεις. Όμως, η ασφάλεια και η προστασία που
της προσέφερε ο Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ ήταν κάτι που δεν μπορούσε να αγνοήσει.
«Κατάλαβα,» είπε
ήσυχα, χαμηλώνοντας το βλέμμα της, έτοιμη να υποδεχτεί τη νέα της ζωή με τη
σοβαρότητα που απαιτούσε.
Η Λι Χούι έσκυψε το κεφάλι, η καρδιά της
χτυπούσε λίγο πιο γρήγορα από το συνηθισμένο· κατάλαβε τη σοβαρότητα της
πρότασης και την ευθύνη που της έδινε. Το να παρουσιαστεί ως ανιψιά ενός ξένου
άνδρα από άλλη επαρχία δεν ήταν απλώς μια μορφή προστασίας· ήταν μια δοκιμασία,
μια πρώτη γεύση των λεπτών ισορροπιών που θα έπρεπε να μάθει να κρατά ανάμεσα
στις κοινωνικές προσδοκίες και την αλήθεια της οικογενειακής της ταυτότητας. Σιωπηλά
υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι θα υπάκουε, θα προσέφερε σεβασμό και αξιοπρέπεια,
και θα περπατούσε με τη σοβαρότητα και τη χάρη που της είχαν διδάξει, γιατί
γνώριζε ότι από αυτήν τη συμπεριφορά εξαρτιόταν όχι μόνο η ίδια, αλλά και η
τιμή της οικογένειας του θείου της.
Ο Κινγκ Μινγκ άφησε τις σκέψεις του να κυλήσουν
και να επιστρέψουν ως επιβεβαίωση μετά
από μερικά δευτερόλεπτα. Η πρόταση ήταν ριζική, αλλά είχε λογική. Όταν τα
πράγματα επρόκειτο να γίνουν περίπλοκα, μια απλή και σαφής αλλαγή στην ταυτότητα
μπορούσε να αποσοβήσει πολλά προβλήματα.
Δεν θα ήταν η πρώτη φορά που ο Τσεν Ρονγκ θα
τον έβγαζε από δύσκολη θέση. Ο Κίνγκ Μινγκ είχε ένα ταλέντο να μπλέκεται σε
ερωτικές περιπέτειες, ακόμη και με γυναίκες από τις πιο υψηλές κοινωνικές
τάξεις. Παρά τις αδυναμίες του, είχε καταφέρει να παραμείνει σεβαστός στους
κύκλους του εμπορίου. Ο Τσεν Ρονγκ ήταν εκείνος που τον είχε καλύψει στο
παρελθόν. Όχι μόνο με το εμπόριο, αλλά και με τις... διάφορες ερωτικές
περιπέτειες του. Όταν ο Κινγκ Μινγκ είχε αναπτύξει σχέσεις με έγγαμες γυναίκες
από ισχυρές οικογένειες αξιωματούχων, ο Τσεν Ρονγκ είχε συχνά αναλάβει να
ρυθμίσει τις καταστάσεις, να βρει λύσεις για να μην προκληθούν σκάνδαλα. Είτε
με δωροδοκίες είτε με διακριτική διαχείριση των καταστάσεων. Ο Τσεν Ρονγκ είχε
πάντα τον τρόπο να ελέγχει τις συνέπειες των πράξεων του εργοδότη του, του
Κινγκ Μινγκ. Είχε αναλάβει το ρόλο του διευθυντή των δύσκολων καταστάσεων.
Ο Κινγκ Μινγκ άφησε να περάσει μια στιγμή
σιωπής, σκεπτόμενος τα λόγια της ανιψιάς του. «Ο Τσεν Ρονγκ, ελπίζω, δεν θα
έχει πρόβλημα να σε αναγνωρίσει ως ανιψιά του. Έχει μια ικανότητα να εξαφανίζει
κάθε ίχνος αμφιβολίας.»
η «ανιψιά» του Τσεν Ρονγκ
Στην
πρωτεύουσα της επαρχίας Σετσουάν, το κατάστημα του Κινγκ Μινγκ υψωνόταν
επιβλητικό κοντά στην αγορά, εκεί όπου οι έμποροι μεταξιού και τσαγιού
αντάλλασσαν ψιθυριστά νέα και τιμές. Εκείνο το πρωινό, το φως γλιστρούσε πάνω
στα βαριά ξύλινα δοκάρια και ζωγράφιζε μακριές, λεπτές σκιές στους τοίχους, σαν
να ήθελε να κρύψει όσα επρόκειτο να ειπωθούν.
Ο Κινγκ Μινγκ περπάτησε αργά στο μεγάλο
δωμάτιο και κάθισε απέναντι από τον αρχιυπάλληλό του, τον Τσεν Ρονγκ, όνομα
συνηθισμένο στην επαρχία Τζιανγκνάν απ’ όπου καταγόταν. Το πρόσωπό του ήταν
γαλήνιο, μα τα μάτια του πρόδιδαν την οξύνοια ανθρώπου που είχε μάθει να
ζυγίζει σιωπές και βλέμματα.
«Τσεν Ρονγκ,» είπε χαμηλόφωνα ο έμπορος,
ρίχνοντας μια ματιά προς την κλειστή πόρτα για να βεβαιωθεί πως κανείς δεν
άκουγε, «υπάρχει κάτι που χρειάζεται την κατανόησή σου. Η ανιψιά μου, η Λι
Χούι, μόλις έφτασε από το Λο Τζιανγκ. Η πόλη δεν είναι πάντοτε επιεικής με τις
νέες γυναίκες που δεν έχουν προστάτη. Θέλω να την παρουσιάσεις ως ανιψιά σου.»
Η φωνή του Κινγκ Μινγκ ήταν ήρεμη, μα πίσω
της υπήρχε αγωνία. Δεν επρόκειτο μόνο για τη φήμη της κοπέλας, αλλά και για την
τιμή της οικογένειας.
Ο Τσεν Ρονγκ έσκυψε ελαφρά το κεφάλι και
έμεινε σιωπηλός. Άκουγε το τρίξιμο του ξύλου και τον μακρινό θόρυβο της αγοράς.
Στο νου του στριφογύριζαν σκέψεις που δεν φανέρωνε εύκολα. Ήταν άγαμος, χωρίς
γιους να συνεχίσουν το όνομά του, χωρίς γυναίκα να του γεμίζει το σπίτι με
φωνές. Η υποψήφια νύφη τον είχε εγκαταλείψει μόλις είχε γίνει γνωστή η
οικονομική χρεωκοπία του και η απώλεια του καταστήματός του. Η ζωή του ήταν
δεμένη με το κατάστημα του Κινγκ Μινγκ και με τον άνδρα που τώρα καθόταν
απέναντί του, τον σωτήρα του. Ο Κινγκ Μινγκ τον είχε εμπιστευθεί, τον είχε
υψώσει από χρεωκοπημένο μεγαλέμπορα, εκεί που κανείς δεν του έδινε πια σημασία,
πρώτα σε απλό λογιστή και μετά σε
αρχιυπάλληλο, του είχε δώσει θέση και σεβασμό σε μια ξένη πόλη που λίγο είχε
λείψει να τον καταπιεί στους υπονόμους της.
Ο Τσεν Ρονγκ αναλογίστηκε, όμως, και το
βάρος της χάρης. Αν κάτι πήγαινε στραβά, το όνομά του θα αναμειγνυόταν σε
ψιθύρους. Θα έπρεπε να σταθεί μπροστά σε ερωτήσεις, να υποδυθεί συγγένεια, να
προστατεύσει μια νεαρή γυναίκα σαν να ήταν αίμα από το αίμα του. Ήξερε πόσο
εύθραυστη ήταν η φήμη στην πρωτεύουσα της Σετσουάν.
Σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε τα μάτια
του εργοδότη του. Διέκρινε εκεί όχι μόνο την απαίτηση, αλλά και την εμπιστοσύνη,
γιατι όχι και την ικεσία. Και μέσα του γεννήθηκε μια απρόσμενη σκέψη. Ίσως αυτή
η ευθύνη να ήταν το πλησιέστερο που θα έφτανε ποτέ στο να έχει οικογένεια.
«Κύριε Κινγκ Μινγκ,» είπε τέλος ο Τσεν Ρογκ,
και η φωνή του έτρεμε σαν φλόγα λυχναριού που παλεύει με νυχτερινό άνεμο,
«γνωρίζετε πως ό,τι είμαι το οφείλω σε εσάς. Το όνομά μου, η θέση μου, η τιμή
που φέρω στο στήθος μου, όλα σφραγίστηκαν από τη δική σας εύνοια. Δεν θα ξεχάσω
ποτέ πως με σηκώσατε από τη σκόνη και με κάνατε άνθρωπο άξιο να στέκεται στην
αυλή σας.»
Σήκωσε το βλέμμα του, κι εκεί μέσα
καθρεφτίστηκε η απόφαση που είχε ωριμάσει σαν πικρό τσάι στο χείλος της
γλώσσας. «Αν η δεσποινίς Λι Χούι χρειάζεται όνομα για να μη γίνει βορά στα
στόματα των κακόβουλων, αν χρειάζεται ρίζες για να σταθεί όρθια απέναντι στον
κόσμο που συνθλίβει τους ανυπεράσπιστους, τότε θα της τις δώσω. Θα την
παρουσιάσω ως ανιψιά μου, ως κόρη της αδελφής μου, της Τζιανγκγιουάν. Το αίμα
μπορεί να μην τη συνδέει μαζί μου, μα ο λόγος μου θα είναι ισχυρότερος από κάθε
δεσμό.»
Πήρε βαθιά ανάσα, σαν να σφράγιζε με αυτήν
την τελευταία του αμφιβολία. «Από αυτή τη νύχτα και έπειτα, η μοίρα της θα
δεθεί με τη δική μου. Θα τη φροντίσω όπως θα φρόντιζα παιδί της ίδιας μου της
σάρκας· θα σταθώ ασπίδα μπροστά σε κάθε ψίθυρο, σε κάθε βλέμμα που θα τολμήσει
να τη μειώσει. Αποδέχομαι την πρότασή σας, κύριε. Και σας δίνω τον λόγο μου —
που για μένα αξίζει περισσότερο κι από τη ζωή μου.»
Έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε, πιο
προσωπικά: «Ίσως ο Ουρανός να μου στέλνει, έστω και προσωρινά, μια ευθύνη που
θα δώσει νόημα στο όνομά μου.»
Ο Κινγκ Μινγκ αναστέναξε αθόρυβα, σαν να
έφυγε από πάνω του ένα βάρος που τον πίεζε μέρες. Έσκυψε ελαφρά και είπε
αλαφρωμένος στον αρχιυπάλληλό του: «Η χάρη αυτή δεν θα ξεχαστεί, Τσεν Ρονγκ,
ποτέ από εμένα.»
Οι δυο άνδρες έμειναν για λίγο σιωπηλοί,
ενωμένοι από μια συμφωνία που δεν γράφτηκε σε χαρτί ούτε σφραγίστηκε με μελάνι,
μα στηρίχθηκε στην τιμή και την εμπιστοσύνη.
Ο Κινγκ Μινγκ χαμογέλασε ελαφρά,
ανακουφισμένος και κάλεσε από το βάθος του καταστήματος τη Λι Χούι. Η Λι Χούι εισήλθε
διστακτικά με σκυμένο το κεφάλι της. Η
πόρτα του εσωτερικού δωματίου έκλεισε βαριά, κι ο ήχος της έμοιασε σαν σφραγίδα
πάνω σε μυστικό που δεν έπρεπε να διαρρεύσει ποτέ. Ο Κινγκ Μινγκ στάθηκε
όρθιος, με τα χέρια κρυμμένα μέσα στα φαρδιά του μανίκια. Ο Τσεν Ρονγκ,
ευθυτενής και λιτός, στεκόταν πλάι στο χαμηλό τραπέζι. Μπροστά τους, σαν λεπτό
κλαδί λυγαριάς που δοκιμάζεται από άνεμο, στεκόταν η Λι Χούι.
Ο θείος της, ο Κινγκ Μινγκ, παρουσία του
Τσεν Ρογκ την κοίταξε στα μάτια και της είπε. «Από τώρα, Λι Χούι, πρέπει να
θυμάσαι· όπου κι αν βρεθείς, μέσα στο σπίτι ή στο κατάστημα, θα με αποκαλείς
κύριο Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ και τον Τσεν Ρογκ σαν θείο σου. Έτσι θα διατηρηθεί η
τάξη και η τιμή που απαιτείται. Ο ρόλος σου στο σπίτι μου επίσημα θα είναι
εκείνος της προσωρινής φιλοξενούμενης. »
Η νεαρή γυναίκα είχε χαμηλωμένο το βλέμμα,
όπως πρόσταζε η ευπρέπεια, μα τα δάχτυλά της έσφιγγαν αθέλητα το μεταξωτό
μανίκι της. Η ανάσα της ήταν ρηχή. Ήξερε πως σε εκείνη τη στιγμή δεν άλλαζε
μόνο ο τρόπος που θα την προσφωνούσαν, άλλαζε ολόκληρη η ύπαρξή της.
Σήκωσε πρώτα τα μάτια προς τον Κινγκ Μινγκ. Το
βλέμμα της είχε μέσα του ευγνωμοσύνη, αλλά και μια σκιά παιδικής προσκόλλησης·
ήταν ο θείος που την έφερε στην πρωτεύουσα της Σετσουάν, ο μόνος συγγενής της
σε μια πόλη όπου οι δρόμοι ήταν γεμάτοι ξένους και φήμες. Στα μάτια του
αναζητούσε διαβεβαίωση πως αυτό που της ζητούσαν δεν ήταν εγκατάλειψη, αλλά
προστασία.
Ο Κινγκ Μινγκ της ανταπέδωσε το βλέμμα
σοβαρά, σχεδόν αυστηρά, όχι από ψυχρότητα, αλλά από φόβο μήπως η συγκίνησή του
προδώσει την αλήθεια.
Ύστερα η Λι Χούι κοίταξε τον Τσεν Ρονγκ. Το
βλέμμα της άλλαξε. Ήταν εκείνο της κόρης που ζητά αναγνώριση. Υπήρχε δισταγμός,
σχεδόν ικεσία. Εκείνος, άνδρας από το Τζιανγκνάν, από τις υγρές πεδιάδες των
ποταμών και των καναλιών, όπου το εμπόριο ανθεί και οι άνθρωποι μαθαίνουν να
ζυγίζουν τις λέξεις τους όπως το ρύζι, ανταπέδωσε το βλέμμα με σταθερότητα.
Στην πατρίδα του, η τιμή της οικογένειας ήταν λεπτή σαν το μετάξι του Σουτσόου·
αν σκιστεί, δεν υφαίνεται ξανά.
«Από αυτή τη στιγμή,» της είπε ο Τσεν Ρονγκ
χαμηλόφωνα, «είσαι η κόρη της αδελφής μου.» Τα λόγια του δεν ειπώθηκαν
μεγαλόφωνα, μα έπεσαν βαριά σαν πέτρα σε ήρεμο νερό. «Θα ονομάζεσαι Τσεν Λι Χούι
όταν βρισκόμαστε έξω από αυτούς τους τοίχους. Θα θυμάσαι πως η μητέρα σου, η
αδελφή μου, μεγάλωσε στις όχθες του μεγάλου καναλιού, κοντά στα χωράφια ρυζιού.
Ο πατέρας σου πέθανε νωρίς. Γι’ αυτό και ήρθες κοντά μου, για να βρεις
στήριγμα.»
Η Λι Χούι, η Τσεν Λι Χούι πλέον, ένιωσε το
όνομά της να μετατοπίζεται μέσα της σαν γη που τρέμει. Έγνεψε αργά. Ο Τσεν
Ρονγκ συνέχισε, πιο αυστηρά: «Στο Τζιανγκνάν οι γυναίκες της οικογένειάς μας
μιλούν λίγο και ακούν πολύ. Το βήμα σου θα είναι μικρό και μετρημένο. Δεν θα
κοιτάζεις άνδρα στα μάτια αν δεν σου απευθύνει πρώτος τον λόγο. Θα γνωρίζεις τα
έθιμα του τόπου μας, την προφορά, τα ονόματα των χωριών, τις γιορτές του νερού.
Θα τα μάθεις από εμένα.»
Ο Τσεν Ρονγκ έκανε ένα βήμα πιο κοντά της.
Η φωνή του μαλάκωσε. «Αν κάποιος σε ρωτήσει για τη μητέρα σου, θα λες πως ύφαινε
και πως σου έμαθε να κεντάς άνθη δαμάσκηνου. Αν σε ρωτήσουν για την παιδική σου
ηλικία, θα μιλάς για ομίχλη πάνω από τα κανάλια και για βαρκάρηδες τα χαράματα.
Πρέπει να το πιστέψεις εσύ πρώτη, για να το πιστέψουν και οι άλλοι.»
Η νεαρή γυναίκα ένιωσε τα μάγουλά της να
καίνε. Δεν ήταν μόνο φόβος· ήταν το βάρος της ευθύνης. Αυτό το μυστικό θα έμενε
κλειδωμένο ανάμεσα στους τρεις τους. Αν έσπαζε, η ντροπή δεν θα βάραινε μόνο
εκείνη, αλλά και τους δύο άνδρες που τώρα της προσέφεραν όνομα και προστασία.
«Και να θυμάσαι,» πρόσθεσε ο Κινγκ Μινγκ,
με φωνή που ίσα που ακουγόταν, «η αλήθεια μας θα θαφτεί εδώ. Αν ποτέ φανερωθεί,
θα καταστρέψει πολύ περισσότερα από μια φήμη.»
Η Λι Χούι σήκωσε το κεφάλι της. Αυτή τη φορά
το βλέμμα της ήταν διαφορετικό, όχι φοβισμένο, αλλά αποφασισμένο. Κοίταξε τον
Κινγκ Μινγκ με σιωπηλή υπόσχεση ευγνωμοσύνης. Έπειτα γύρισε προς τον Τσεν Ρονγκ
και, για πρώτη φορά, τον κοίταξε όπως θα κοίταζε πατέρα. «Θείε,» είπε απαλά,
δοκιμάζοντας τη λέξη σαν καινούριο ένδυμα, «δεν θα σας ντροπιάσω.»
Ο Τσεν Ρονγκ ένευσε. Στο στήθος του
αναδεύτηκε ένα αίσθημα που δεν είχε γνωρίσει ποτέ, ένα μείγμα φόβου και
υπερηφάνειας. Εκείνη τη στιγμή δεν ήταν απλώς αρχιυπάλληλος· ήταν φύλακας μιας
ζωής και ενός μυστικού.
Κι έτσι, μέσα στο ξύλινο δωμάτιο, γεννήθηκε
μια νέα ταυτότητα. Όχι γραμμένη σε μητρώα ή σφραγισμένη με βούλες, αλλά
χαραγμένη στη μνήμη τριών ανθρώπων που ήξεραν πως, από εκείνη τη μέρα, η
αλήθεια τους θα ζούσε μόνο στη σιωπή.
Η Τσεν Λι Χούι έσκυψε ελαφρά το κεφάλι,
νιώθοντας την ευθύνη και ταυτόχρονα την προστασία που της παρείχαν. Σιωπηλά
υποσχέθηκε στον εαυτό της να ακολουθήσει τους κανόνες, να κρατήσει τη
σοβαρότητα και την αξιοπρέπεια της, και να περπατήσει με χάρη στον νέο κόσμο
που ανοίγονταν μπροστά της.
Μόλις βγήκε από την βαριά ξύλινη πόρτα του
δωματίου η Τσεν Λι Χούι αναστέναξε ήρεμα και χαμογέλασε με αυτοπεποίθηση. Αυτή
η νέα ταυτότητα δεν θα ήταν απλώς μια εφεύρεση. Θα ήταν ο τρόπος για να τη
βοηθήσει να αναδειχθεί και να εξασφαλίσει τη θέση της στον κόσμο της Σενγκτσού.
Αλλά η απόφαση αυτή είχε και συνέπειες για
την ίδια την Λι Χούι, την συστηνόμη πλέον ως Τσεν Λι Χούι. Έπρεπε να φαίνεται
μεγαλύτερη από την ηλικία της, κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε
σκεφτεί. Στη μικρή της ηλικία, οι γυναικείες εικόνες στην κοινωνία της Τσενγκντού
συνδέονταν με την ωριμότητα, την κομψότητα και τη σοβαρότητα. Αν ήθελε να
περάσει απαρατήρητη ως «οικονομική βοηθός», έπρεπε να αποτινάξει τη νεανική
αθωότητα που την παρέπεμπε στο χωριό της.
Με την απόφαση να φαίνεται ηλικιακά μεγαλύτερη,
η Τσεν Λι Χούι άρχισε να τροποποιεί τον εαυτό της σε όλες τις λεπτομέρειες. Σε
αυτό πιθανόν να είχε και τις οδηγίες του νέου θείου της, του Τσεν Ρονγκ. Το
πρώτο βήμα ήταν η επιλογή των ρούχων
της. Επέλεξε φορέματα πιο αυστηρά και «ενήλικα», από βαριά υφάσματα και
με λιγότερη διακόσμηση από ό,τι τα πιο νεανικά και απλά φορέματα που φορούσε
στο Λο Τζιανγκ. Απέφυγε τα πιο φωτεινά και έντονα χρώματα, προτιμώντας σκούρες
αποχρώσεις του μπλε και του μαύρου, που έδιναν μια αίσθηση πιο ώριμης και
σοβαρής παρουσίας. Οι κινήσεις της έγιναν πιο αργές και ελεγχόμενες, σαν να
σκεφτόταν κάθε της βήμα προσεκτικά.
Η εκπαίδευση
στους τρόπους έγινε επίσης πιο εντατική. Αν και είχε ήδη μάθει τη βασική
συμπεριφορά, τώρα προσπαθούσε να απομακρυνθεί από τη σβελτάδα και τη ζωηράδα
που χαρακτήριζε τις νεαρές κοπέλες του χωριού. Μιλούσε πιο αργά, με πιο
επισημότητα, και συχνά πρακτικά, αποφεύγοντας τις ανοιχτές εκφράσεις και τις
υπερβολές στις κινήσεις της. Η συμπεριφορά της έπρεπε να είναι πάντα σε
συμφωνία με την εικόνα μιας ώριμης και σοβαρής γυναίκας, άξιας της εμπιστοσύνης
και του σεβασμού των μεγάλων και ισχυρών της πόλης.
Δεν
επεδίωκε έντονα χρώματα ή υπερβολικά φτιασιδώματα, αλλά χρησιμοποίησε ελαφριές
φυσικές προσαρμογές για να τονίσει τα χαρακτηριστικά της, ώστε να φαίνεται πιο
εκλεπτυσμένη χωρίς να φαίνεται υπερβολική.
Ο Κινγκ Μινγκ την παρατηρούσε με ενδιαφέρον.
Αν και ανησυχούσε λίγο για την τόση προσαρμογή που επιθυμούσε, η αλλαγή ήταν
σαφής. Έβλεπε τη νεαρή γυναίκα του χωριού να εξελίσσεται σε μια κομψή και
σοβαρή παρουσία στην αγορά της Τσενγκντού.
Με αυτή τη νέα εικόνα, οι δυο τους μπορούσαν
να κινούνται μαζί, χωρίς να εγείρουν υποψίες ή σκανδαλοθηρικές φήμες. Δεν ήταν
πλέον η ανιψιά και ο θείος, αλλά δύο συνεργάτες με κοινό στόχο — η Τσεν Λι Χούι
να μάθει το εμπόριο και να δημιουργήσει τη δική της ζωή στον νέο της κόσμο,
μακριά από τα δεσμά του παρελθόντος, ο Κινγκ Μινγκ να συνοδεύει υπό την
προστασία του την ανιψιά του αρχιυπαλλήλου του.
Η Προετοιμασία για
το Ταξίδι του Θείου
Ο Κινγκ Μινγκ, έτοιμος για το ταξίδι του
στις επαρχίες, ετοίμαζε όλα τα τελευταία του σχέδια πριν φύγει από την
Τσενγκντού. Το εμπορικό του ταξίδι θα διαρκούσε αρκετές εβδομάδες και οι
υποχρεώσεις του απαιτούσαν να προσέξει τις συμφωνίες με τους εμπόρους και τους
συνεργάτες του στις απομακρυσμένες αγορές της επαρχίας. Όμως, πριν φύγει, είχε
μια ανησυχία. Η Τσεν Λι Χούι – του ξέφευγε ακόμη κάποιες φορές και την
αποκαλούσε απλά Λι Χούι, αλλά γρήγορα το διόρθωνε –, θα έμενε μόνη της στο
σπίτι του, και ο ίδιος ήθελε να σιγουρευτεί ότι θα είναι ασφαλής και ότι το
σπίτι και το κατάστημα θα λειτουργούσαν ομαλά κατά τη διάρκεια της απουσίας
του.
Η Τσεν Λι Χούι, από την άλλη, ένιωθε
ανησυχία για την πρώτη φορά που θα έμενε μόνη της σε αυτόν τον μεγάλο κόσμο της
πόλης, αλλά και ιδέα ότι θα έμενε μόνη της στο σπίτι του Κινγκ Μινγκ την έβαζε
σε σκέψεις.
Το κομψό σπίτι του Κινγκ Μινγκ είχε μεγάλο
κήπο γεμάτο λουλούδια και έναν μικρό κήπο με βουβά φυτά και νερό. Όμως, για να
το κρατήσει σε τάξη, ο Κινγκ Μινγκ είχε δύο ανθρώπους που φρόντιζαν για τα
πάντα στο σπίτι: τη Γουάνγκ Λι,
την έμπιστη γυναίκα που διαχειριζόταν το σπίτι και τη μαγείρισσα του, τη Γιου Λι.
Η Γουάνγκ Λι ήταν μια γυναίκα περίπου 45
ετών, με έναν σιωπηλό χαρακτήρα και εξαιρετική ικανότητα στη διαχείριση του
νοικοκυριού. Η παρουσία της ήταν αόρατη, αλλά το σπίτι λειτουργούσε άψογα λόγω
της προσεκτικής της παρακολούθησης. Από την αρχή, η Γουάνγκ Λι είχε αναλάβει το
γενικό νοικοκυριό και τη φροντίδα των προσωπικών αντικειμένων του Κινγκ Μινγκ.
Είχε επίσης μεγάλη εμπειρία στις κοινωνικές σχέσεις και μπορούσε να επιλύει
μικρές διαμάχες με τους υπηρέτες ή να φροντίζει για τις λεπτομέρειες των
φιλοξενιών του θείου. Ήταν διακριτική, αυστηρή όταν χρειαζόταν, και πολύ
οργανωτική, πάντα πρόθυμη να αναλάβει και να εξασφαλίσει την αρμονία και τη
λειτουργία του σπιτιού.
Η Γουάνγκ Λι ήταν περισσότερο μια φύλακας
και μια συμβουλάτορας παρά μια απλή υπηρέτρια. Η Λι Χούι θα την είχε πάντα
δίπλα της όταν υπήρχε ανάγκη για καθοδήγηση στο σπίτι. Αυτές ήταν οι εντολές
του Κινγκ Μινγκ. Παρόλο που η Γουάνγκ Λι ήταν αυστηρή, είχε καλή καρδιά και
πάντα φρόντιζε τη Λι Χούι, προσφέροντάς της συμβουλές και φροντίδα όταν οι
υποχρεώσεις της στο σπίτι το απαιτούσαν. Μπορεί ίσως τη δριμύτητα των παρατηρήσεων
που έκανε να την μετρίαζε η εύνοια που υποπτευόταν ότι έδειχνε ο Κινγκ Μινγκ
για την νεαρή ανιψιά του αρχιυπαλλήλου του.
Στο κατάστημά του είχε τον Τσεν Ρονγκ, τον
αρχιυπάλληλό του. Ο Τσεν Ρονγκ, ο έμπιστος υπάλληλος, ο άνθρωπος που συστηνόταν
πλέον ως θείος της Τσεν Λι Χούι και καθοδηγητής της στο κατάστημα, κουβαλούσε
μέσα του μια ζωή σμιλεμένη από φως και σκοτάδι. Στα τέλη της πέμπτης δεκαετίας
του, το πρόσωπό του έφερε τις ρυτίδες όχι μόνο του χρόνου, αλλά και της ντροπής,
μιας ντροπής που δεν εξομολογούνταν εύκολα.
Κάποτε είχε δικό του εμπορικό οίκο, με ρολά
μεταξιού στοιβαγμένα ως το ταβάνι και κιβώτια τσαγιού που μοσχοβολούσαν
ολόκληρο το στενό. Ήταν νέος, οξύς στο παζάρι, γρήγορος στον λογαριασμό. Μα
ήταν και αλαζόνας. Τα βράδια, πίσω από κλειστά παραθυρόφυλλα, σε δωμάτια
πνιγμένα στον καπνό, άφηνε τα νομίσματα να κυλούν πάνω στα ξύλινα τραπέζια. Τα
χαρτιά —ή τα ζάρια, δεν είχε πια σημασία— έγιναν η αόρατη θηλιά στον λαιμό του.
Στην αρχή κέρδιζε· κι έπειτα, όπως συμβαίνει πάντα, η τύχη του γύρισε το
πρόσωπό της.
Μέσα σε λίγους μήνες, τα κέρδη μιας
δεκαετίας έγιναν χρέη. Για να καλύψει τις απώλειες, στράφηκε σε τοκογλύφους, άνδρες
με μεταξωτά ρούχα και μάτια ψυχρά σαν λεπίδες. Του πρόσφεραν ασημένια νομίσματα
με χαμόγελα ευγενικά και όρους που έσφιγγαν σαν σιδερένια δόντια. Όταν δεν
μπόρεσε να πληρώσει, δεν ύψωσαν φωνή· απλώς πήραν το κατάστημά του, τα
εμπορεύματά του, το όνομά του. Κι εκείνος έμεινε με άδεια χέρια.
Από εύπορος έμπορος βρέθηκε χαμάλης στην
κεντρική αγορά της πόλης, να μεταφέρει σακιά ρυζιού και βαρέλια σόγιας στην
πλάτη του, με τους παλιούς του προμηθευτές να αποστρέφουν το βλέμμα. Κάθε βήμα
πάνω στις πέτρες της αγοράς ήταν υπενθύμιση της πτώσης του. Τότε ορκίστηκε, μπροστά
σε έναν ξεθωριασμένο ναό της γειτονιάς, πως δεν θα άγγιζε ξανά χαρτιά, ζάρια ή
οποιοδήποτε παιχνίδι τύχης. «Η εργασία θα είναι η μόνη μου δοκιμασία», είπε. Κι
από τότε κράτησε τον όρκο του σαν φυλαχτό.
Ήταν σε εκείνη τη σκοτεινή περίοδο που τον
βρήκε ο Κινγκ Μινγκ. Το κατάστημα του Μινγκ ήταν τότε μικρό, στριμωγμένο σε παράπλευρο
δρόμο, με λιγοστά εμπορεύματα και μεγάλα όνειρα. Όμως ο Μινγκ διέκρινε κάτω από
τα φθαρμένα ρούχα του χαμάλη τον έμπειρο έμπορο που δεν είχε χαθεί. Του
πρόσφερε εργασία, κι αυτό όχι από ελεημοσύνη, αλλά εμπιστοσύνη.
Αυτός ήταν ο λόγος που ο δεσμός τους έγινε
άρρηκτος. Ο Τσεν Ρονγκ δεν ξέχασε ποτέ πως η αποκατάστασή του οφειλόταν στον Κινγκ
Μινγκ. Δούλεψε με επιμέλεια σχεδόν ασκητική· έφτανε πριν ξημερώσει και έφευγε
τελευταίος. Με την εμπειρία του, την οξυδέρκεια και τη σιωπηλή του
αποφασιστικότητα, μετέτρεψε το μικρό κατάστημα σταδιακά σε κέντρο εμπορίου. Ποτέ
κάτι μεγάλο δεν χτίζεται μόνον από έναν. Ο Κινγκ Μινγκ τον εμπιστεύτηκε με τις
πιο κρίσιμες πλευρές της δουλειάς, τους λογαριασμούς, τις συμφωνίες, τις
διαπραγματεύσεις με προμηθευτές. Δεν μπορούσε ίσως να κάνει κι αλλιώς, όταν ο
Κινγκ Μινγκ περιφερόταν τις επαρχίες χρειαζόταν ένα γερό και σίγουρο στήριγμα
πίσω στο καστάστημα.
Και ο άλλοτε χαμένος παίκτης έγινε ο πιο
πολύτιμος συνεργάτης του, υπεύθυνος για την καθημερινή λειτουργία του
καταστήματος. Όχι επειδή η τύχη το θέλησε, αλλά επειδή, αυτή τη φορά, αρνήθηκε
να την αφήσει να αποφασίσει για εκείνον.
Ο Τσεν Ρονγκ δούλευε στο κατάστημα σαν να
ήταν δικό του, προσφέροντας υπηρεσίες που ξεπερνούσαν τις βασικές ευθύνες του
υπαλλήλου. Όταν ο Κινγκ Μινγκ τον είχε πάρει στην επιχείρησή του, η σχέση τους
ήταν ξεκάθαρα επαγγελματική, αλλά και μια συμφωνία που ενσωμάτωνε μια βαθιά
έννοια εμπιστοσύνης και σεβασμού. Ο Τσεν Ρονγκ, αν και πικραμένος από την ήττα
του στην προηγούμενη επιχείρησή του, δεν έπαψε ποτέ να αποδεικνύει την αξία του
στον Κινγκ Μινγκ. Ο Τσεν Ρονγκ δούλευε με μια αποφασιστικότητα που υπόγεια
αναζωπυρωνόταν από το πάθος του να αποδείξει ότι ήταν ικανός και να καλύψει την
"αποτυχία" του παρελθόντος του.
Όταν ο Κινγκ Μινγκ ετοιμαζόταν για το ταξίδι
του, ενημέρωσε τον Τσεν Ρονγκ και τη Γουάνγκ Λι να είναι σε επαγρύπνηση. Ήθελε
να διασφαλίσει ότι όλα θα λειτουργούσαν ομαλά χωρίς την παρουσία του. Αυτή την
φορά δεν ήταν όπως τις προηγούμενες φορές που ταξίδευε, όπου το σπίτι το
φρόντιζε η Γουάνγκ Λι και το κατάστημα το λειτουργούσε ο Τσεν Ρονγκ. Τώρα θα
υπήρχε και ένα νέο προστατευόμενο μέλος και στα δύο.
"Να είστε προσεκτικοί," είπε ο
Κινγκ Μινγκ στον Τσεν Ρονγκ πριν φύγει. "Η Λι Χούι πρέπει να συνεχίσει να
μαθαίνει, και εσύ να τη βοηθάς, όπως πάντα."
"Μην ανησυχείτε," απάντησε ο Τσεν
Ρονγκ με την ίδια σφιγμένη αποφασιστικότητα που τον χαρακτήριζε. "Θα
φροντίσουμε να είναι όλα όπως πρέπει."
Καθώς ο Κινγκ Μινγκ απομακρυνόταν από το
σπίτι και το κατάστημα του, η Λι Χούι βρισκόταν πλέον μόνη στο επιβλητικό
σπίτι, με τη Γουάνγκ Λι και τον Τσεν Ρονγκ να την υποστηρίζουν από κοντά.
Τα Μυστικά του
Εμπορίου
Ο Τσεν Ρονγκ με μάτια που φανέρωναν την
εμπειρία και την επιφυλακτικότητα ενός ανθρώπου που είχε περάσει αρκετά στις
εμπορικές διαπραγματεύσεις, κατανοούσε σε βάθος το πώς λειτουργούσαν οι
συμφωνίες στην πόλη.
Αν και ο Τσεν Ρονγκ δεν ήταν η προσωπικότητα
που θα έβγαζε πολλές λέξεις από το στόμα του, όταν μιλούσε για το εμπόριο, το
βλέμμα του γινόταν έντονο. Αμέσως μετά την επιστροφή του Κινγκ Μινγκ από το
ταξίδι του στην επαρχία, εκείνος τον ενημέρωσε για την προθυμία της Τσεν Λι Χούι να αναλάβει μεγαλύτερο ρόλο στο
κατάστημα.
"Πρέπει να την βοηθήσεις να μάθει τα
πάντα, Τσεν Ρονγκ," είπε ο Κινγκ Μινγκ. "Αν είναι να σταθεί στο
πλευρό μας, πρέπει να καταλάβει πως να διαχειρίζεται τους πελάτες και πώς να
αποφεύγει τα λάθη. Η εμπιστοσύνη και η λεπτότητα είναι τα κλειδιά σε αυτόν τον
κόσμο."
Ο Τσεν Ρονγκ την παρατήρησε με προσοχή την
πρώτη μέρα που άρχισε να δουλεύει μαζί του. Εκείνη, αν και νέα και άπειρη, είχε
την αίσθηση ότι ήθελε να μάθει, κάτι που τον εντυπωσίασε. Ήξερε ότι έπρεπε να
την εισάγει στα μυστικά της τέχνης του εμπορίου με αργά και σταθερά βήματα.
"Τσεν Λι Χούι," άρχισε μια μέρα,
καθώς κάθονταν στο γραφείο του καταστήματος και μελετούσαν τις παραγγελίες,
"το πρώτο πράγμα που πρέπει να καταλάβεις είναι ότι οι πωλήσεις δεν είναι
ποτέ απλώς το να δίνεις κάτι και να παίρνεις χρήματα. Είναι να καταλαβαίνεις
τους ανθρώπους και τις ανάγκες τους. Πρέπει να τους κάνεις να νιώσουν ότι
αποκτούν κάτι περισσότερο από απλά ένα προϊόν. Πρέπει να τους δώσεις την
αίσθηση ότι αγοράζουν κάτι μοναδικό, κάτι που δεν μπορούν να βρουν πουθενά
αλλού."
Η Τσεν Λι Χούι τον άκουγε με προσοχή,
καταγράφοντας κάθε του λέξη. Δεν ήταν εύκολο, αλλά άρχισε να καταλαβαίνει τι
εννοούσε ο Τσεν Ρονγκ. Κάθε κίνηση, κάθε λόγος που έβγαινε από τα χείλη του
πελάτη, είχε σημασία. Οι πωλήσεις δεν ήταν απλώς μια ανταλλαγή αντικειμένων και
χρημάτων. Ήταν μια τέχνη που απαιτούσε υπομονή και κατανόηση.
"Άκου προσεκτικά και παρατήρησε,"
συνέχισε ο Τσεν Ρονγκ. "Η γλώσσα του σώματος είναι το πιο ισχυρό εργαλείο
που έχουμε. Αν ένας πελάτης κοιτάει κάτι για πολλή ώρα, σημαίνει ότι το θέλει,
αλλά δεν είναι σίγουρος αν πρέπει να το πάρει. Στην περίπτωση αυτή, κάνε την
κατάλληλη ερώτηση, αλλά μη βιάζεσαι να επιτεθείς με μια προσφορά. Άφησέ τον να
σκεφτεί."
Η Τσεν Λι Χούι το σημείωσε αυτό και άρχισε
να το εφαρμόζει. Κάθε μέρα που περνούσε, κατανοούσε όλο και περισσότερο την πολυπλοκότητα
των πωλήσεων. Ο Τσεν Ρονγκ της έδειξε πώς να παρατηρεί τις αντιφάσεις στους
πελάτες, όταν έλεγαν κάτι αλλά το σώμα τους έδειχνε το αντίθετο. "Μερικές
φορές, ο πελάτης δεν ξέρει ακριβώς τι θέλει," είπε ο Τσεν Ρονγκ. "Εσύ
πρέπει να το καταλάβεις και να του το προσφέρεις με τέτοιον τρόπο που να νιώθει
πως είναι η δική του απόφαση."
Αλλά υπήρχε και κάτι άλλο που η Τσεν Λι Χούι
έπρεπε να μάθει, και αυτό ήταν ίσως το πιο σημαντικό: πώς να αποφεύγει τις κατατοπιές στις
συναλλαγές. Οι κατατοπιές ήταν οι περιττές εξηγήσεις ή οι απαντήσεις που
δίνονταν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, οι οποίες κατέληγαν να
ενισχύουν τη θέση του πελάτη, κάνοντάς τον να αποκτήσει περισσότερο έλεγχο στην
κατάσταση.
"Μην προσπαθείς να δικαιολογήσεις τις
τιμές ή τις επιλογές," της είπε μια μέρα ο Τσεν Ρονγκ, όταν παρατήρησαν
έναν πελάτη να εξετάζει ένα ακριβό ύφασμα. "Αν ρωτήσει για την τιμή,
απάντησέ του απλά και με αυτοπεποίθηση. Αν ξεκινήσεις να εξηγείς για το πόσο
καλό είναι το προϊόν ή γιατί η τιμή είναι αυτή, θα αρχίσει να ρίχνει την αξία
του. Ο πελάτης δεν χρειάζεται να ξέρει κάθε λεπτομέρεια για το προϊόν. Αυτό που
πρέπει να νιώθει είναι ότι η αξία του είναι ήδη προφανής."
Η Τσεν Λι Χούι κατάλαβε τη σημασία αυτής της
συμβουλής όταν βρέθηκε για πρώτη φορά μόνη της με έναν πελάτη που φαινόταν να
έχει αμφιβολίες για την τιμή ενός μεταξωτού υφάσματος. Θυμήθηκε τα λόγια του Τσεν
Ρονγκ και αποφάσισε να τον αφήσει να αναρωτιέται, χωρίς να μπλέκεται σε
εξηγήσεις ή κατατοπίες. Αντί να προσφέρει πολλές πληροφορίες, τον άφησε να δει
την ποιότητα του υφάσματος και να το εκτιμήσει από μόνος του.
Το αποτέλεσμα ήταν άμεσο. Ο πελάτης αγόρασε
το ύφασμα χωρίς δισταγμό. Ένιωθε πως το είχε επιλέξει μόνος του, και αυτό έκανε
τη συμφωνία πιο κερδοφόρα για το κατάστημα.
Η Τσεν Λι Χούι άρχισε να νιώθει ολοένα και
πιο σίγουρη με τις ικανότητές της. Ο Τσεν Ρονγκ την είχε καθοδηγήσει με τρόπο
υποστηρικτικό, αλλά και αυστηρό όταν χρειαζόταν, βοηθώντας την να μάθει τα
μυστικά του εμπορίου. Κάθε μέρα που περνούσε, ένιωθε ότι πλησίαζε όλο και
περισσότερο στον στόχο της: να γίνει η πιο αξιόπιστη και ικανή πωλήτρια του
καταστήματος του Κινγκ Μινγκ, και ίσως, στο μέλλον, να επεκτείνει τον εαυτό της
στο εμπόριο με τη δική της δυναμική.
Η Επιστροφή του
Θείου και η Νέα Εικόνα της Λι Χούι
Ο Κινγκ Μινγκ είχε φύγει για την επαρχία,
ταξιδεύοντας στα διάφορα εμπορικά κέντρα και τις επαρχιακές αγορές που τον
βοηθούσαν να επεκτείνει τις συναλλαγές του. Η Τσεν Λι Χούι τον περίμενε με
ανυπομονησία. Τις πρώτες ημέρες του ταξιδιού του, η μοναξιά την κατακυρίευσε,
αλλά με την πάροδο του χρόνου η νέα ζωή που είχε αρχίσει να χτίζει στην
Σενγκτσού την απορρόφησε. Αν και οι πρώτες μέρες της προσαρμογής ήταν γεμάτες
αβεβαιότητα, η ίδια τώρα ένιωθε σαν να είχε ανακαλύψει μια πλευρά του εαυτού
της που δεν ήξερε καν ότι υπήρχε.
Η αλλαγή που αποφάσισε να κάνει με τα μαλλιά
της έφερε αργά τα αποτελέσματά της. Η φυσική της μελαχρινή απόχρωση είχε δώσει
τη θέση της σε ένα απαλό, καστανόξανθο τόνο, που έκανε τα μαλλιά της να
δείχνουν πιο απαλά και πιο γεμάτα ζωή. Δεν ήταν μια έντονη ή προφανής αλλαγή,
αλλά αυτή η ελαφρά διαφοροποίηση έκανε τη Λι Χούι να φαίνεται λιγότερο νεαρή
και πιο ώριμη, κάτι που άμεσα ενίσχυσε την εικόνα της ως μια γυναίκα σοβαρή και
ανεξάρτητη. Τα μαλλιά της, πλέον πιο λαμπερά και με όγκο, ήταν πιο κοντά στο
στυλ των γυναικών της αριστοκρατίας που είχε αρχίσει να παρατηρεί.
Στην καθημερινότητά της, οι αλλαγές δεν
περιορίζονταν μόνο στην εμφάνιση. Άρχισε να αποκτά μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση
στον τρόπο που κινούνταν και μιλούσε. Η συμπεριφορά της ήταν πιο ήρεμη και
συγκρατημένη, πιο συντονισμένη με τον κόσμο που άρχισε να αναγνωρίζει γύρω της.
Πέρα από τα ρούχα και τα μαλλιά, η ίδια συνειδητοποίησε ότι για να πετύχει στην
πόλη αυτή, έπρεπε να γίνει κάτι περισσότερο από την απλή εργαζόμενη του καταστήματος.
Έπρεπε να είναι άξια της εμπιστοσύνης και του σεβασμού που ο Κινγκ Μινγκ της
είχε προσφέρει.
Η ανυπομονησία της να τον δει ξανά, όμως,
την κατέβαλε. Πέρασε μέρες μπροστά από το παράθυρο του σπιτιού τους, κοιτώντας
τον ορίζοντα για να δει αν το κάρο του θείου της πλησίαζε. Είχε ήδη
προετοιμάσει το σπίτι και τον χώρο της υποδοχής του. Ήθελε να του δείξει πόσο
είχε αλλάξει, αλλά και πόσο ήταν έτοιμη να του αποδείξει ότι οι προσπάθειές της
δεν ήταν μάταιες.
Το ταξίδι του Κινγκ Μινγκ διήρκεσε ενάμισι
μήνα, αλλά της φάνηκε αιώνας. Κάθε μέρα, η Τσεν Λι Χούι περνούσε ώρες στο κατάστημα,
οργανώνοντας τις παραγγελίες και μαθαίνοντας όλο και πιο λεπτομερείς πτυχές του
εμπορίου. Αλλά ταυτόχρονα, αναρωτιόταν πώς θα την έβλεπε εκείνος όταν
επιστρέψει. Θα του άρεσε η νέα της εικόνα; Θα την έβλεπε πια ως μια σοβαρή
γυναίκα, ικανή να σταθεί δίπλα του;
Όταν, τελικά, το κάρο του θείου της
εμφανίστηκε στον ορίζοντα, η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Στη σκιά του
αναμενόμενου καλωσορίσματος, ένιωσε μια σφιχτή αίσθηση ελπίδας και αμηχανίας.
Αντί να βγει έξω να τον υποδεχτεί όπως την πρώτη φορά, με την αθώα της
εμφάνιση, αυτή τη φορά πήγε προς την είσοδο του σπιτιού με βήματα πιο ήρεμα και
συγκρατημένα. Ήξερε ότι η αντίδρασή του θα ήταν διαφορετική τώρα.
Όταν ο Κινγκ Μινγκ κατέβηκε από το κάρο και
την είδε για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό, την παρατήρησε με προσοχή. Στην
αρχή, δεν είπε τίποτα. Μόνο την κοιτούσε σιωπηλός, σαν να αναζητούσε κάτι.
Η Τσεν Λι Χούι στεκόταν μπροστά του με τα
μαλλιά της τραβηγμένα σε μια κομψή, αλλά ήρεμη κότσο, φορώντας ένα πανέμορφο
μπλε φόρεμα, λεπτό και με κομψή γραμμή, που τόνιζε την ανανεωμένη σιλουέτα της.
Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, με την ελαφρά αλλά εκλεπτυσμένη βαφή των
μαλλιών, την έκαναν να δείχνει πιο ώριμη, σχεδόν μεγαλύτερη από την ηλικία της.
Η αίσθηση της αυτοεκτίμησης που εξέπεμπε ήταν φανερή.
"Τσεν Λι Χούι…" είπε τελικά ο
Κινγκ Μινγκ, με μια έκπληξη που δεν μπορούσε να κρύψει από τη φωνή του. “Είσαι
πραγματικά… άλλη."
Η Τσεν Λι Χούι χαμογέλασε, χωρίς να
παραβιάζει την ήρεμη εξωτερική της εικόνα. "Έχω μάθει πολλά τον τελευταίο
μήνα."
Ο θείος της την κοιτούσε, σιωπηλός. Το
βλέμμα του είχε κάτι από θαυμασμό, αλλά και μια μικρή αίσθηση νοσταλγίας για
την νεαρή ανιψιά που είχε αφήσει πίσω της το χωριό για να γίνει κάτι
μεγαλύτερο. Εκείνη η ανιψιά, που ήταν γεμάτη ζωντάνια και φυσικότητα, είχε
φύγει, και στη θέση της στεκόταν μια γυναίκα που, ακόμα κι αν δεν είχε γίνει
ακριβώς «άλλη», είχε μάθει να κινείται με τον αέρα της πόλης και τις ανάγκες
της.
"Η πόλη σου ταιριάζει πολύ, Τσεν Λι Χούι,"
της είπε τελικά, αφήνοντας να φανεί το χαμόγελό του, ενώ το βλέμμα του έπιασε
κάθε λεπτομέρεια της αλλαγής της. "Είσαι έτοιμη για ό,τι κι αν έρθει"
Η Τσεν Λι
Χούι ήξερε πως αυτή η μετάβαση ήταν μόνο η αρχή. Αλλά η αλλαγή που είχε
κάνει στη ζωή της, η εικόνα της και ο τρόπος που την αντιμετώπιζε ο θείος της,
την έκανε να νιώθει ότι είχε κάνει το πρώτο, μεγάλο βήμα για να βρει τη θέση
της σε αυτόν τον κόσμο.
Η Τσεν Λι Χούι μόνη
στο Σπίτι με τη μαγείρισσα
Το σπίτι του Κινγκ Μινγκ ήταν ήσυχο εκείνη
τη νύχτα. Ο θείος της είχε βγει για τη συνηθισμένη του νυχτερινή διασκέδαση,
αφήνοντας πίσω του το πολυτελές σπίτι και την ανιψιά του, για τους επίσημους
τύπου την φιλοξενούμενη ανιψιά του υπαλλήλου του, του Τσεν Ρονγκ. Η Τσεν Λι Χούι
καθόταν μόνη στην κουζίνα. Τα φωτάκια του σπιτιού ήταν χαμηλά Το μυαλό της ήταν
γεμάτο με σκέψεις και ανασφάλειες.
Η νυχτερινή απουσία του Κινγκ Μινγκ την
έκανε να νιώθει έναν βαθύ πόνο, έναν συνδυασμό στεναχώριας και αμφιβολίας. Αν
και ήξερε ότι ήταν εξοικειωμένη με τον τρόπο ζωής του, και ότι έπρεπε να είναι
ανθεκτική και να αποδέχεται την πραγματικότητα, κάτι μέσα της την έκανε να
αισθάνεται αβοήθητη. Όταν ο θείος της ήταν εκεί, το σπίτι είχε ζωή. Αλλά εκείνη
τη στιγμή, χωρίς την παρουσία του, το βάρος του κόσμου φαινόταν να πέφτει πάνω
της.
Η Τσεν Λι Χούι σηκώθηκε και πήγε προς το
παράθυρο, κοιτώντας τις φωτισμένες στέγες της πόλης που φάνταζαν σαν αμέτρητα
φώτα μέσα στο σκοτάδι. Μια ελαφριά θλίψη κατέκλυσε την καρδιά της. Άφησε ένα
δάκρυ να κυλήσει από το μάτι της, χωρίς να το σκουπίσει αμέσως. Ήταν εκεί, στην
καρδιά της Σενγκτσού, και όμως ένιωθε χαμένη.
Σε εκείνη τη στιγμή, η Γιου Λι, η μαγείρισσα του σπιτιού,
μπήκε στην κουζίνα. Είχε νυχτώσει, και, αν και πάντα συνεπής στη δουλειά της,
είχε παρατηρήσει τη σιωπηλή, μελαγχολική συμπεριφορά της νεαρής Τσεν Λι Χούι.
"Τσεν Λι Χούι,"
είπε με ήρεμο τόνο και βήμα κοντά της. "Τι συμβαίνει; Σου φαίνεται κάτι
βαρύ απόψε."
Η μαγείρισσα ήταν γυναίκα αρκετών χρόνων,
γύρω στα πενήντα, με σοφία στα μάτια της και το σώμα της γεμάτο από την
εμπειρία μιας ζωής γεμάτης με την καθημερινότητα των υπηρεσιών και της υπομονής.
Αν και δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει πλήρως τις σκέψεις της νέας γυναίκας,
μπορούσε να νιώσει την ένταση και τη λύπη της Τσεν Λι Χούι.
Η Τσεν Λι Χούι γύρισε προς αυτήν και για
λίγο την κοίταξε σιωπηλά, τα μάτια της λίγο κόκκινα από τα δάκρυα που είχε προσπαθήσει
να κρύψει. «Απλά...» ξεκίνησε, αλλά η φωνή της κόπηκε, όπως συμβαίνει όταν δεν
μπορείς να βρεις λέξεις για να εκφράσεις κάτι τόσο βαθύ. «Απλά, νομίζω ότι δεν
αντέχω αυτό το κενό. Εγώ... απλώς μένω εδώ μόνη μου. Χωρίς... δεν ξέρω.»
Η Γιου Λι έμεινε για λίγο σιωπηλή,
κοιτάζοντας την ανιψιά του Τσεν Ρονγκ. Καταλάβαινε την ένταση και τις
αμφιβολίες της. Ήξερε ότι η ζωή στην πρωτεύουσα ήταν δύσκολη και απαιτητική,
γεμάτη με προσδοκίες που έπρεπε να εκπληρωθούν. Ήξερε επίσης πολύ καλά πώς ήταν
να νιώθεις αποκομμένος από το σύνολο, αλλά είχε συνηθίσει τις ατέλειωτες νύχτες
και τις σιωπές. Η ίδια είχε υπηρετήσει σε πολλά σπίτια πριν βρει τον ρόλο της
στο σπίτι του Κινγκ Μινγκ, και είχε δει πολλά μέσα στην πόλη. Είχε παρατηρήσει
τις αδυναμίες των ανθρώπων, τους φόβους τους, και τους τρόπους με τους οποίους
η κοινωνία τους πίεζε.
«Τσεν Λι Χούι,» της είπε η Γιου Λι, και τα
λόγια της είχαν τη βαρύτητα της εμπειρίας. «Η ζωή εδώ είναι έτσι. Ο θείος σου ο
Τσεν Ρονγκ δεν έχει το χώρο για να σε έχει κοντά του. Ευτυχώς που ο
γενναιόδωρος Κινγκ Μινγκ σου πρόσφερε ένα δωμάτιο και την ευκαιρία να ζεις μέσα
σε αυτό το πολυτελές σπίτι. Βέβαια χρωστά πολλά στον Τσεν Ρονγκ. Διαφορετικά
άλλος δεν θα το έκανε στη θέση του.»
Η Τσεν Λι Χούι σταμάτησε τις σκέψεις της και
ρώτησε με απορία την μαγείρισσα Γιου Λι. «Δηλαδή δεν είναι τόσο ικανός ο Κινγκ
Μινγκ στις επιχειρήσεις;»
«Αλλοίμονο. Αν δεν ήταν δεν θα έφτανε μέχρι
εδώ που είναι σήμερα. Δεν πρόκειται για οικονομικά ζητήματα. Απλά ο άρχοντας
Κινγκ Μινγκ είναι λίγο απρόσεκτος με τις γυναίκες και οι γυναίκες, ιδίως οι
παντρεμένες, γοητεύονται με άνδρες που τις προσέχουν. Ο Τσεν Ρονγκ τον έσωσε
τόσες φορές. Τις υπόλοιπες σώθηκε επειδή ταξιδεύει συχνά και όταν πρέπει κάνει
τα ταξίδια του να διαρκούν περισσότερο ώστε να τον ξεχνούν όσες τον αναζητούν».
Η Τσεν Λι Χούι έκανε ότι δεν την ενδιέφεραν
οι ερωτικές περιπέτειες του Κινγκ Μινγκ, και δεν θέλησε να μάθει περισσότερα
από τη μαγείρισσα Γιου Λι. Η μαγείρισσα άλλαξε γρήγορα το θέμα της συζήτησης,
ίσως να σκέφτηκε ότι είχε πει περισσότερα από όσα έπρεπε στη νέα φιλοξενούμενη
του σπιτιού. «Τα μεγάλα σπίτια σαν κι αυτό πάντα κρύβουν ανθρώπους μόνους. Στα
μικρά σπίτια δεν φαίνεται η μοναξιά τόσο πολύ. Πρέπει να συνηθίσεις. Ο άρχοντας
Κινγκ Μινγκ, δεν είναι τυχαίος. Οι επαγγελματικές σχέσεις, οι κοινωνικές
συναναστροφές, είναι όλα μέρος του κόσμου στον οποίο ζει. Δεν έχεις άλλη
επιλογή παρά να το συνηθίσεις.»
Η Τσεν Λι Χούι την κοίταξε απορημένη, ενώ η
Γιου Λι συνέχισε με μια ήρεμη, σχεδόν μελαγχολική φωνή. «Ο Κινγκ Μινγκ, όπως
ξέρεις, έχει τις δικές του υποχρεώσεις και τον δικό του τρόπο ζωής. Δεν τον
αδικώ, αλλά ο κόσμος του είναι γεμάτος από τέτοιες νύχτες, γεμάτος με
υποχρεώσεις, συμφωνίες και συναντήσεις που ποτέ δεν τελειώνουν. Εσύ θα πρέπει
να μάθεις να ζεις με αυτό, όπως όλοι οι άλλοι γύρω μας. Δεν είναι εύκολο, το
ξέρω. Αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα για όλους εδώ στην πρωτεύουσα. Και δεν
είναι μόνο ο Κινγκ Μινγκ. Όλοι μας, σε κάποιο σημείο, έχουμε μάθει να ζούμε με
αυτό το κενό.»
Η Γιου Λι πλησίασε λίγο περισσότερο τη νεαρή
Τσεν Λι Χούι και άφησε μια μικρή παύση. «Όσο και αν σου φαίνεται δύσκολο,
θυμήσου πως όλα αυτά είναι μέρος της δουλειάς και της κοινωνίας μας εδώ. Αν
θέλεις να είσαι επιτυχημένη, να σταθείς και να είσαι μέρος αυτής της ζωής, θα
πρέπει να το συνηθίσεις. Η μόνη επιλογή είναι να προσαρμοστείς και να το κάνεις
δικό σου, αλλιώς θα υποφέρεις.»
Η Τσεν Λι Χούι έμεινε σιωπηλή για λίγα
λεπτά, καθώς τα λόγια της Γιου Λι άρχισαν να διαπερνούν την καρδιά της. Δεν
ήταν όσα ήθελε να ακούσει, αλλά ήταν η αλήθεια. Η πρωτεύουσα δεν ήταν σαν το
χωριό. Εδώ οι άνθρωποι είχαν άλλους κανόνες, άλλες προσδοκίες, και αν ήθελε να
επιβιώσει σε αυτόν τον κόσμο, έπρεπε να το αποδεχτεί.
Τελικά, η Τσεν Λι Χούι ανέβασε το βλέμμα
της και κοίταξε την Γιου Λι με ευγνωμοσύνη. «Ευχαριστώ,» είπε απλά. «Θα
προσπαθήσω.»
Η Γιου Λι χαμογέλασε ήρεμα, αφήνοντας την
νεαρή κοπέλα να αναλογιστεί τα λόγια της. Είχε καταλάβει ότι η Τσεν Λι Χούι
βρισκόταν μπροστά σε μια μεγάλη πρόκληση, αλλά το πρώτο βήμα για την αποδοχή
του νέου της κόσμου είχε ήδη γίνει. Η Τσεν Λι Χούι έμεινε ξύπνια στο δωμάτιό
της μέχρι να ακούσει την στιγμή που άνοιγε η εξώθυρα και έμπαινε ο Κινγκ Μινγκ
στο σπίτι. Έκλαιγε κρυφά και σιωπηλά, ίσως από μοναξιά, ίσως από τις σκέψεις με
ποια συντροφιά μπορεί να είχε περάσει εκείνο το βράδυ ο Κινγκ Μινγκ, ο
εργοδότης της.
Η συνάντηση του
Κινγκ Μινγκ με την κοπέλα από το χωριό
Ο Κινγκ Μινγκ, όπως συνήθιζε κάθε φορά που
βρισκόταν στην πρωτεύουσα, είχε επισκεφτεί έναν από τους πιο γνωστούς οίκους
προσφοράς ερωτικής τέχνης της πόλης, ένα μέρος διάσημο για τις καλλιτεχνικές
του επιδόσεις αλλά και για την πολυτελή διακόσμηση και τις εκλεπτυσμένες
υπηρεσίες του. Ο κόσμος που συναναστρεφόταν εδώ ήταν γεμάτος από ανθρώπους όπως
ο ίδιος, επιτυχημένοι έμποροι, ευγενείς, και άλλοι ισχυροί άνδρες που αναζητούσαν
απολαύσεις, συντροφιά και εμπειρίες σε ένα κόσμο έξω από την αυστηρότητα της
δημόσιας εικόνας τους. Για τον Κινγκ Μινγκ, αυτός ο χώρος ήταν κάτι περισσότερο
από μια απλή ερωτική διασκέδαση. Ήταν μια αναγκαία απόδραση από την
καθημερινότητα, μια διέξοδος από τις κοινωνικές του υποχρεώσεις, και μερικές
φορές, μια ευκαιρία να ανακουφιστεί από τις πιέσεις του κόσμου γύρω του.
Αυτή τη φορά, ωστόσο, είχε κάτι διαφορετικό
μπροστά του. Η κοπέλα που του είχε συστηθεί ήταν περίπου στην ηλικία της
ανιψιάς του, τκαι φαινόταν να είναι νέα, σχεδόν αθώα, με μια έκφραση γεμάτη
ντροπαλότητα και δισταγμό. Το όνομά της ήταν Ζανγκ Γουέν, και η παρουσία της ήταν έντονα διαφορετική από τις
άλλες γυναίκες του οίκου. Αντί για το εκλεπτυσμένο και αριστοκρατικό ύφος που
συνηθιζόταν, η Γουέν έφερε μια αίσθηση απλότητας και αθωότητας—σαν να είχε
πρόσφατα εισέλθει σε αυτόν τον κόσμο.
Καθώς το βλέμμα του Κινγκ Μινγκ έπεσε πάνω
της, εκείνη τον κοίταξε με μια εκφραστική και ανυπόμονη ματιά. Τα μάτια της
ήταν γεμάτα με τη νεανική αμφιβολία ενός ατόμου που δεν είχε ακόμα αποδεχτεί
πλήρως τον κόσμο στον οποίο είχε εισέλθει, αλλά που ήξερε ότι δεν μπορούσε να
γυρίσει πίσω.
«Είσαι νέα σε αυτόν τον κόσμο, έτσι δεν
είναι;» την ρώτησε ο Κινγκ Μινγκ, με τόνο που προσπαθούσε να είναι ευγενικός
αλλά ταυτόχρονα παρατηρητικός, ίσως για να καταλάβει καλύτερα την κατάσταση.
Η Γουέν κούνησε το κεφάλι της καταφατικά,
και για μια στιγμή έμοιαζε να μην ξέρει πώς να απαντήσει. Οι λέξεις φάνηκαν να
τη βαρύνουν. Όμως, μετά από μια ελαφριά σιωπή, πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε
να μιλάει, σαν να ήθελε να βγάλει από μέσα της κάτι που την πονούσε.
«Ναι,» είπε τελικά, με την φωνή της να
τρέμει ελαφρώς. «Είναι οι πρώτες μου μέρες εδώ. Δεν ήξερα πώς να έρθω, αλλά...
κάπως βρέθηκα. Ήμουν από το Λο Τζιανγκ, ένα μικρό χωριό κοντά στα βουνά της
Σετσουάν. Ο πατέρας μου... ήταν φτωχός, και η μητέρα μου πάντα στεναχωριόταν
για το μέλλον μου. Ήμουν το μόνο κορίτσι στο σπίτι, και εκείνη... πίστευε πως
για μια κοπέλα σαν εμένα δεν υπήρχε καμία προοπτική πέρα από τον γάμο, και
μάλιστα κάποιον από το χωριό.»
Η φωνή της σταμάτησε, σαν να ανασκεύαζε τις
σκέψεις της. Η Γουέν φάνηκε να διστάζει, αλλά μετά συνέχισε, συγκρατώντας τις
αναστεναγμούς της. «Δεν ήθελα να παντρευτώ κάποιον από το χωριό. Όλοι ήταν τόσο
μικρόμυαλοι και περιορισμένοι στις σκέψεις τους. Πάντα ονειρευόμουν κάτι
παραπάνω. Ήθελα να δω τον κόσμο, να είμαι ελεύθερη... να έχω ένα μέλλον που να
μην περιορίζεται από την οικογένειά μου, το χωριό, τους κανόνες τους.»
Αυτή η παραδοχή της ήταν γεμάτη με το βάρος
μιας απόφασης που είχε αναγκαστεί να πάρει. Η Γουέν, αυτή η νέα και ευαίσθητη
κοπέλα, είχε αναζητήσει τρόπο να ξεφύγει από τον περιορισμένο κόσμο της. «Έτσι...
άκουσα από κάποιες γυναίκες του χωριού για αυτόν τον οίκο. Είπαν ότι εδώ θα
μπορούσα να κερδίσω χρήματα, να είμαι ελεύθερη, να μην εξαρτώμαι από κανέναν.
Αρχικά δεν ήξερα τίποτα για αυτό το μέρος, ούτε για την ζωή που θα με περίμενε.
Όμως, όταν έφτασα... αισθάνθηκα ότι δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω. Δεν είχα άλλη
επιλογή. Ο κόσμος μου στο χωριό με πίεζε, και τώρα... νιώθω σαν να μπλέκω σε
έναν άλλο κόσμο, αλλά δεν είμαι έτοιμη να τον καταλάβω ακόμα.»
Η Γουέν έκανε μια μικρή παύση και κοίταξε
τον Κινγκ Μινγκ με απορία. Ο Κινγκ Μινγκ, συνειδητοποιώντας την αθωότητα και
την αβεβαιότητα στα μάτια της, ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι του. Ήξερε πως ο
κόσμος στον οποίο βρισκόταν αυτή η κοπέλα ήταν σκληρός και πολλές φορές
εκμεταλλευτικός. Αλλά σε αυτόν τον κόσμο, οι κανόνες ήταν αυστηροί, και έπρεπε
να προσαρμοστείς γρήγορα ή να παραδοθείς.
«Και τώρα... πώς αισθάνεσαι για αυτόν τον
κόσμο, Γουέν;» ρώτησε, πιο ήρεμα αυτή τη φορά, θέλοντας να την κάνει να νιώσει
ότι μπορεί να μιλήσει ανοιχτά.
Η κοπέλα του έριξε μια ματιά και τα μάτια
της ήταν γεμάτα από ένα μείγμα αμφιβολίας και αποδοχής. «Δεν ξέρω,» είπε
τελικά. «Η δουλειά είναι δύσκολη, οι άντρες... είναι διαφορετικοί από ό,τι
περίμενα. Δεν είναι μόνο η σωματική εργασία, είναι και η ψυχή που πρέπει να
δίνεις...»
Η Γουέν παρέμεινε σιωπηλή για μια στιγμή,
προφανώς ακούγοντας την ηχώ των λόγων της. Στην άκρη των χειλιών της υπήρχε μια
σκιά πίκρας, αλλά και κάποια αποδοχή του καινούργιου της κόσμου. Το βλέμμα της
έμοιαζε να προσπαθεί να κατανοήσει αν αυτό που είχε κάνει ήταν σωστό ή αν απλώς
είχε συμβιβαστεί με μια αδιανόητη πραγματικότητα.
Η Γουέν θυμήθηκε τη μέρα που η μοίρα της
άλλαξε πρόσωπο· όχι σαν κεραυνός, αλλά σαν ψίθυρος δίπλα σε τρεχούμενο νερό. Ήταν
στην πέτρινη βρύση, λίγο έξω από την πύλη του Λο Τζιανγκ. Η πρωινή ομίχλη
απλωνόταν χαμηλά πάνω από τα χωράφια του ρυζιού και οι γυναίκες του χωριού
γέμιζαν τις στάμνες τους, μιλώντας για σοδειές και γάμους. Η Γουέν, τότε μόλις
δεκαέξι, είχε σκυμμένο το κεφάλι· τα δάχτυλά της ήταν σκασμένα από το κρύο νερό
και τη δουλειά.
Εκεί την πλησίασε η γυρολόγα. Φορούσε φαρδύ
βαμβακερό ρούχο, ξεθωριασμένο από τον δρόμο, και στην πλάτη της κουβαλούσε δέμα
με φυλαχτά, κορδέλες, μικρά μπρούντζινα κάτοπτρα και ξύλινα ομοιώματα των Οκτώ
Αθανάτων. Από τη ζώνη της κρεμόταν ένας κύλινδρος μπαμπού με ραβδάκια μαντείας
— το «τσιεν» — που κουδούνιζε ελαφρά σε κάθε της βήμα. Το πρόσωπό της ήταν
ρυτιδωμένο, μα τα μάτια της γυάλιζαν με εκείνη τη διεισδυτική διαύγεια που
κάνει τους αφελείς να πιστεύουν και τους απελπισμένους να ελπίζουν.
«Εσύ,» είπε, πριν ακόμη η Γουέν σηκώσει το
βλέμμα. «Το μέτωπό σου είναι καθαρό. Το πηγούνι σου γεμάτο. Δεν είσαι φτιαγμένη
για να κουβαλάς νερό.»
Οι άλλες γυναίκες γέλασαν. Η Γουέν
κοκκίνισε. Μα η γυρολόγα δεν γέλασε. Κάθισε στην άκρη της βρύσης και τίναξε
απαλά τον κύλινδρο. Ένα ραβδάκι έπεσε. Το σήκωσε, το διάβασε, κι έπειτα χάιδεψε
τις χάντρες ενός κομπολογιού από νεφρίτη.
«Η τύχη σου είναι δεμένη με άντρα ισχυρό,»
ψιθύρισε. «Αν τον υπηρετήσεις σωστά, αν κρατήσεις τη γλώσσα σου ήπια και την
καρδιά σου ευλύγιστη σαν ιτιά, θα γνωρίσεις μεταξωτά ρούχα και στέγη χωρίς
ρωγμές. Θα φας ρύζι λευκό κάθε μέρα.»
Η λέξη μετάξι αντήχησε στο στήθος της
Γουέν πιο δυνατά κι από προσευχή. Στο σπίτι της, το ρύζι ήταν συχνά ανακατεμένο
με φλοιούς· ο πατέρας της χρωστούσε φόρους και η μητέρα της έβηχε όλο τον
χειμώνα.
«Και πώς θα τον βρω;» τόλμησε να ρωτήσει η
Γουέν.
Η γυρολόγα χαμογέλασε, ένα χαμόγελο που δεν
έφτασε ποτέ στα μάτια. «Δεν θα τον βρεις. Θα σε βρει η τύχη σου. Μα πρέπει να
φύγεις από εδώ. Το Λο Τζιανγκ είναι πολύ μικρό για το άστρο σου.»
Η γυρολόγα έδεσε στον
καρπό της Γουέν μια κόκκινη κλωστή, μουρμουρίζοντας λόγια για την εύνοια του
Ουρανού και την αρμονία των πέντε στοιχείων. Δεν μίλησε για σπίτια της χαράς
ούτε για πόλεις όπου τα φανάρια μένουν αναμμένα ως το ξημέρωμα. Μίλησε για
«υπηρεσία» και «εύνοια» και «προστασία».
Την άλλη μέρα, η Γουέν ξαναπήγε στη βρύση
νωρίς, πριν μαζευτούν οι γυναίκες του Λο Τζιανγκ. Ο αέρας μύριζε υγρό χώμα και
καμένο ξύλο. Στάθηκε μόνη, κοιτάζοντας το νερό που κυλούσε αδιάφορο, σαν να
μπορούσε να της δείξει το πρόσωπο του μέλλοντός της. Η γυρολόγα εμφανίστηκε
αθόρυβα πίσω της. Δεν είχε σήμερα φυλαχτά κρεμασμένα ούτε τον κύλινδρο της
μαντείας στο χέρι. Έδειχνε πιο μικρή, σχεδόν κουρασμένη. Κάθισε στην πέτρα και
έκανε νόημα στη Γουέν να πλησιάσει.
«Χθες σου μίλησα για τύχη,» είπε χαμηλόφωνα.
«Σήμερα θα σου μιλήσω για άντρες. Γιατί η τύχη σου, παιδί μου, θα φορά αντρικό
πρόσωπο.»
Η Γουέν γονάτισε δίπλα της.
«Άκου καλά. Μην διαλέγεις όσους έχουν ροπή
στο μεθύσι. Το κρασί λύνει τη γλώσσα και δένει τη γροθιά. Ο μεθυσμένος σήμερα
γελά, αύριο σπάει πιάτα και υπόσχεται πράγματα που δεν θυμάται. Δεν θα σου
φέρει σταθερότητα.»
Έσκυψε πιο κοντά στο μέρος της Γουέν. «Μην
εμπιστεύεσαι τους φλύαρους. Όποιος μιλά πολύ, σκορπά και την ψυχή του παντού.
Θα σου ψιθυρίσει όρκους που τους έχει ξαναπεί σε άλλες δέκα. Οι πολυλογάδες
αγαπούν τον ήχο της φωνής τους, όχι εσένα.»
Η γυρολόγα σήκωσε το δάχτυλό της
προειδοποιητικά. «Και μακριά από τους εξαρτημένους στο όπιο. Εκείνοι δεν
βλέπουν εσένα. Βλέπουν τους καπνούς τους και τις σκιές που γεννά το μυαλό τους.
Θα ξοδέψουν ό,τι έχουν στο όπιο και θα σου αφήσουν μόνο χρέη και αρρώστια.»
Η φωνή της έγινε σταθερή, σχεδόν αυστηρή. «Να
κοιτάζεις τους σοβαρούς και λιγομίλητους. Εκείνους που ακούν περισσότερο απ’
όσο μιλούν. Αυτοί είναι οι καλύτεροι πελάτες. Δεν πετούν τα χρήματά τους στον
άνεμο, ούτε την υπόληψή τους. Θέλουν ηρεμία, όχι θέαμα.»
Η Γουέν άκουγε με κομμένη ανάσα.
«Μην δείχνεις ποτέ διαθέσιμη από την αρχή. Ο
άντρας ποθεί αυτό που νομίζει πως δύσκολα αποκτά. Να βρίσκεις προφάσεις· μια
ελαφριά αδιαθεσία, μια ήδη δοσμένη υπόσχεση, μια υποχρέωση. Κάν’ τον να
περιμένει λίγο. Η επιθυμία ωριμάζει στην αναμονή.»
Η γυρολόγα έριξε μια ματιά προς το χωριό, να
βεβαιωθεί πως δεν τις άκουγε κανείς. «Ποτέ να μην πηγαίνεις με εραστές άλλων
κοριτσιών. Θα σου γεννήσει έχθρες που δεν σβήνουν. Στα σπίτια της χαράς οι
γυναίκες χαμογελούν, μα μετρούν τα πάντα. Καλύτερα να έχεις λίγους και δικούς
σου, παρά να απλώνεις δίχτυ για πολλούς.»
Έπιασε τα χέρια της Γουέν. «Μην δέχεσαι δώρα
ακριβότερα από τη δυνατότητα του άντρα. Αν σου χαρίσει κάτι που δεν μπορεί να
πληρώσει, θα θελήσει να το ξεπληρώσεις αλλιώς. Και το χρέος είναι πιο βαρύ από
το μετάξι.»
Τα μάτια της σκοτείνιασαν. «Ποτέ να μην
χωρίζεις με μνησικακία. Ο άντρας που φεύγει πληγωμένος γίνεται εχθρός. Άφησέ
τον να πιστεύει πως η απόφαση ήταν του Ουρανού, όχι δική σου.»
Έκανε μια παύση. «Και το πιο σημαντικό: ποτέ
να μη μιλάς σε άλλους για όσα σου εξομολογήθηκε ένας πελάτης. Στο δωμάτιό σου
θα ακουστούν μυστικά για χρέη, για φιλοδοξίες, για προδοσίες. Αν τα προδώσεις,
θα προδώσεις και τον εαυτό σου. Η σιωπή είναι το ακριβότερο κόσμημα.»
Η Γουέν τόλμησε να ρωτήσει: «Πώς τα ξέρεις
όλα αυτά;»
Η γυρολόγα χαμογέλασε πικρά. «Γιατί δούλεψα
χρόνια σε σπίτια της χαράς. Κι εγώ είχα μεγάλη τύχη κάποτε. Έναν άντρα με εξουσία,
με πλούτο. Μα ήθελα να ξεχωρίζω από τις άλλες. Ήθελα περισσότερα δώρα,
περισσότερους προστάτες, περισσότερη ζήλια γύρω μου. Νόμιζα πως όσο πιο πολλοί
με ποθούν, τόσο πιο δυνατή θα είμαι.» Σήκωσε τους ώμους της. «Και έχασα τα
πάντα. Από ανοησία. Από απληστία. Τώρα γυρίζω από χωριό σε χωριό πουλώντας
φυλαχτά.»
Το νερό της βρύσης συνέχισε να κυλά. «Εσύ,»
είπε τελικά, αγγίζοντας την κόκκινη κλωστή στον καρπό της Γουέν, «μην κάνεις το
δικό μου λάθος. Η μεγάλη τύχη δεν έρχεται σε όποια αρπάζει τα πάντα. Έρχεται σε
όποια ξέρει τι να κρατήσει — και τι να αφήσει να περάσει.»
Η Γουέν έφυγε από το χωριό λίγες εβδομάδες
αργότερα. Τώρα, καθώς καθόταν δίπλα στον Κινγκ Μινγκ με το πρόσωπό της βαμμένο
λευκό και τα μαλλιά της στολισμένα με φτηνές καρφίτσες, άκουγε στο βάθος γέλια
αντρών και το τρίξιμο του έγχορδου. Θυμήθηκε τη βρύση, την ομίχλη, την κόκκινη
κλωστή.
«Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να το αντέξω για
πολύ καιρό,» είπε τελικά στον Κινγκ Μινγκ. «Αλλά αν ήμουν πίσω στο χωριό, δεν
θα υπήρχε ούτε μέλλον ούτε ελπίδα για μένα. Τώρα... τουλάχιστον έχω κάτι να
κρατήσω.»
Ο Κινγκ Μινγκ άφησε την ερώτησή του να
κρέμεται στον αέρα, ενώ παρατηρούσε την κοπέλα μπροστά του. Η ζωή της, αν και
λίγο πιο παραδομένη στους κοινωνικούς κανόνες, ήταν γεμάτη από τις ίδιες αμφιβολίες
και συγκρούσεις που κι εκείνος είχε βιώσει στα νιάτα του. Και ενώ ήξερε ότι
ήταν μέρος αυτού του κόσμου, δεν μπορούσε να παραβλέψει τη θλίψη που κρυβόταν
πίσω από τα μάτια της νεαρής αυτής κοπέλας.
Η σχέση τους, αν και ξεκινούσε από ένα απλό
ερωτικό ενδιαφέρον, φαινόταν να αναπτύσσεται σε κάτι πιο περίπλοκο και
δυναμικό, καθώς οι δυο τους έρχονταν σε επαφή με τη σκοτεινότερη πλευρά της
κοινωνίας στην οποία ζούσαν.
Ο Κινγκ Μινγκ κοίταξε την Γουέν με
σοβαρότητα, αλλά και με μια αίσθηση ικανοποίησης που τον έκανε να νιώθει πως
είχε κάνει μια καλή επιλογή, τουλάχιστον για την ώρα. Η νύχτα είχε κυλήσει
ευχάριστα, και ο χρόνος που πέρασαν μαζί, αν και σύντομος, ήταν γεμάτος από το
είδος της σιωπηλής επικοινωνίας που οι άνθρωποι του κόσμου του καταλάβαιναν –
την επιθυμία και την απόλαυση, το πάθος που καμιά λέξη δεν μπορούσε να εκφράσει
πλήρως.
Αλλά τώρα, καθώς η ώρα της αναχώρησής του
πλησίαζε, ήξερε ότι έπρεπε να ξεχωρίσει αυτό το στιγμιαίο διάλειμμα από την
καθημερινότητά του από όσα θα ακολουθούσαν, χωρίς να αφήσει τις συναισθηματικές
δεσμεύσεις να επηρεάσουν τις υποχρεώσεις του. Η Γουέν ήταν μια νέα κοπέλα, και
όπως όλοι στο χώρο αυτό, είχε τα δικά της όνειρα και προσδοκίες. Κάτι τον είχε
κάνει να την πλησιάσει περισσότερο. Ίσως γιατί, παρά την αθωότητα που έδειχνε,
εκείνη φαινόταν να είχε κάτι βαθύτερο να προσφέρει. Θα μπορούσε να είναι στη
θέση της κάποια σαν την ανιψιά του, τη Λι Χούι. Είχαν την ίδια ηλικία,
προέρχονταν από τον ίδιο τόπο, και είχαν και οι δύο την ίδια διάθεση να
αποδεσμευτούν από την κλειστή κοινωνία του χωριού. Ίσως σε κάποιες στιγμές
καθώς ήταν ιδρωμένος με την Γουέν να πέρασαν περαστικά από το μυαλό του εικόνες
της Λι Χούι.
Όταν ο Κινγκ Μινγκ έβγαλε το χρυσό νόμισμα
και το τοποθέτησε στην παλάμη της, τα μάτια της Γουέν άνοιξαν διάπλατα από την
έκπληξη και την ευγνωμοσύνη. Αν και οι όροι αυτής της συναλλαγής είχαν ήδη
καθοριστεί, η γενναιοδωρία του ήταν κάτι που ξεπερνούσε τις συνηθισμένες
πρακτικές του οίκου.
«Είναι... πολύ παραπάνω από ό,τι περίμενα,»
είπε η Γουέν, με τη φωνή της να τρέμει ελαφρώς, καθώς κρατούσε το χρυσό νόμισμα
στα χέρια της. «Ευχαριστώ πολύ. Θα με βοηθήσει να κάνω πολλά πράγματα...»
Ο Κινγκ Μινγκ της έριξε ένα ήρεμο και
κλειστό χαμόγελο, το οποίο είχε μια αίσθηση αποδοχής, αλλά και μια κρυφή υπερηφάνεια.
Δεν ήταν μόνο η γενναιοδωρία του, αλλά η αίσθηση της εξουσίας που ήθελε να
αφήσει πίσω του, μια αίσθηση ότι μπορούσε να ελέγχει, έστω και σε τέτοιες
περιστάσεις, τις ζωές των άλλων.
«Είναι για όσα
πρόσφερες απόψε,» είπε ήρεμα. «Εκτιμώ την παρέα σου, και το ξέρεις. Κάνεις τη
δουλειά σου πολύ καλά, και αυτό το αξίζεις.»
Η Γουέν τον κοίταξε, ένα ελαφρύ, σχεδόν
αδιόρατο χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της. Ήξερε πως τα λόγια του δεν ήταν
απλώς ευγένεια, ήταν μια πραγματική αναγνώριση των ικανοτήτων της. Ήταν επίσης
μια έμμεση υπόσχεση για κάτι περισσότερο, κάτι πέρα από τη στιγμή αυτή.
«Θα σε περιμένω και αύριο βράδυ, Κινγκ
Μινγκ,» είπε η Γουέν, και τα μάτια της είχαν μια φωτεινότητα που ξεπέρασε την
απλή ευγνωμοσύνη. Υπήρχε κάτι στο βλέμμα της που έδειχνε επιμονή, μια ήπια
υποσχετική διάθεση. «Αύριο θα έχουμε να πούμε και να κάνουμε πολλά περισσότερα.
Σίγουρα.»
Η φωνή της είχε μια ελαφριά αίσθηση
παιχνιδιού, σχεδόν σαν να τον προκαλούσε. Κάτι στο χαμόγελό της, στο τρόπο που
τον κοιτούσε, του θύμισε ότι για πρώτη φορά ίσως κάποιος από αυτόν τον κόσμο
είχε τη δυνατότητα να τού προσφέρει κάτι πέρα από τις συνηθισμένες του
επιθυμίες. Ήταν νέες δυνατότητες που δεν ήξερε καν αν ήθελε να εξερευνήσει.
Ο Κινγκ Μινγκ ανασήκωσε το φρύδι του,
σκεπτικός και λίγο αποστασιοποιημένος, αλλά εντούτοις δεν είπε τίποτα που να
αναιρεί την υπόσχεση της Γουέν. Σαν να ήθελε να την αφήσει να αποδείξει μόνη
της τη θέλησή της και την ικανότητά της να ξεπεράσει τα όρια που είχε θέσει για
τους άλλους.
«Αύριο, λοιπόν,» είπε τελικά με ήρεμο τόνο,
και σήκωσε το βλέμμα του προς την έξοδο. «Θα έρθω πάλι. Μην το ξεχνάς.»
Η Γουέν τον παρακολουθούσε καθώς
κατευθυνόταν προς την πόρτα. Η νύχτα συνέχιζε να κυλά, αλλά η αίσθηση αυτής της
στιγμής παρέμενε ζωντανή στον αέρα του οίκου. Η υπόσχεση της επανεξέτασης, της
νέας συνάντησης, ήταν κάτι που η Γουέν το είχε καταλάβει ως ένα είδος
συμφωνίας, αν και όχι άμεσα εκφρασμένης, να συνεχιστεί η σχέση τους και πέρα
από την τυπική προσφορά των υπηρεσιών της.
Και ενώ ο Κινγκ Μινγκ άφηνε το χώρο, η
Γουέν, με το νόμισμα στα χέρια της, αναλογιζόταν την ιδιαίτερη θέση που κατείχε
τώρα: είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι οι σχέσεις στον κόσμο αυτό δεν ήταν
απλώς συναλλαγές, αλλά και ευκαιρίες για κάτι μεγαλύτερο. Κάτι που, ίσως, είχε
μόνο αρχίσει να συνειδητοποιεί.
Οι Νύχτες του Κινγκ
Μινγκ και η Σκοτεινή Ανάγκη για Απόδραση
Οι νύχτες του Κινγκ Μινγκ, γεμάτες από την
παρουσία της Γουέν, είχαν αρχίσει να αποκτούν μια συγκεκριμένη σταθερότητα.
Κάθε φορά που την επισκεπτόταν, ο χρόνος περνούσε γρήγορα, και οι σιωπές
ανάμεσά τους ήταν γεμάτες από μια αίσθηση ανακούφισης. Η Γουέν, με την αθωότητα
και τη φρεσκάδα της, του πρόσφερε κάτι που του έλειπε, τη δυνατότητα να
αποδράσει από τις έντονες υποχρεώσεις του και τις πιέσεις που τον βάραιναν στην
καθημερινότητά του.
Στο δωμάτιο εκείνο, μακριά από τις ευθύνες
και τις κοινωνικές απαιτήσεις της πόλης, ο Κινγκ Μινγκ ένιωθε ότι μπορούσε να
αναπνεύσει και να αφήσει πίσω του τις ενοχές και τους προβληματισμούς. Η Γουέν
ήταν ανοιχτή και πρόθυμη να ακουμπήσει την ανάγκη του για στιγμιαία
απελευθέρωση από το φορτίο της ζωής. Οι νύχτες περνούσαν χωρίς να υπάρχει η
ανάγκη για πολλά λόγια, και η ατμόσφαιρα της ηρεμίας ήταν αυτό που εκείνος
χρειαζόταν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Ωστόσο, κάπου μέσα σε αυτήν τη συνήθεια,
υπήρχε κάτι άλλο που ο Κινγκ Μινγκ δεν μπορούσε να καταλάβει αμέσως. Στις
σκέψεις του, όσο περνούσαν οι μέρες, το μυαλό του άρχισε να επιστρέφει συνεχώς
σε μια άλλη μορφή προσμονής και ανησυχίας, μια αίσθηση που τον ανησυχούσε και
τον έκανε να νιώθει ενοχές. Η σκέψη της ανιψιάς του, της Λι Χούι, που βρισκόταν
στην πρωτεύουσα για λίγους μήνες, είχε αρχίσει να καταλαμβάνει τη φαντασία του.
Δεν ήταν ακριβώς η ανιψιά του που τον
απασχολούσε—ήταν ο τρόπος που άρχισε να την βλέπει. Η νεαρή Λι Χούι, η οποία
ήθελε να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο γεμάτο απαιτήσεις και περιορισμούς, τον
βασάνιζε με την παρουσία της. Την έβλεπε και τη θυμόταν συνεχώς, ακόμα και όταν
βρισκόταν με την Γουέν. Η Γουέν ήταν μια απάντηση στην ανάγκη του να ξεφύγει,
αλλά η σκέψη της Λι Χούι ποτέ δεν τον άφηνε.
Όσο περνούσαν οι νύχτες, άρχισε να
συνειδητοποιεί μια παράξενη σύνδεση στο μυαλό του. Η αναγνώριση της αθωότητας
στην Γουέν, της νεαρής γυναίκας που ήρθε από το ίδιο χωριό με τη Λι Χούι,
άρχισε να του προκαλεί έναν παράξενο συνειρμό. Δεν ήταν απλώς η ανάγκη του για
απόλαυση που τον οδήγησε εκεί, ήταν κάτι άλλο, πιο βαθύ και πιο σκοτεινό, που
τον έκανε να προσπαθήσει να βρει παρηγοριά στις σκέψεις του για τη Λι Χούι. Σε
μια στιγμή, ίσως χωρίς να το καταλάβει πλήρως, άρχισε να τη βλέπει στην εικόνα
της Γουέν, σαν να προσπαθούσε να συμφιλιώσει την εικόνα της αθώας, νέας
γυναίκας που του προκαλούσε ενοχές με την ανάγκη του να ξεφύγει από τον κόσμο
των καθηκόντων και των προσδοκιών.
Δεν ήταν ότι ήθελε να καταργήσει τη σχέση
του με τη Λι Χούι ή να την ερμηνεύσει με τον ίδιο τρόπο όπως την Γουέν. Η Λι
Χούι ήταν διαφορετική—ήταν οικογένεια, η ανιψιά του, και υπήρχαν όρια που δεν
μπορούσε να παραβιάσει. Αλλά η σκέψη της, με την αθωότητά της και τις απλές της
προσδοκίες, τον επηρέαζε βαθιά. Και κάποιες νύχτες, στον εσωτερικό του κόσμο, η
εικόνα της ανιψιάς του μπλέκονταν με την εικόνα της Γουέν, κι αυτό του
προκαλούσε μια παράξενη αναστάτωση, σαν να προσπαθούσε να ερμηνεύσει και να
κατανοήσει τι ακριβώς ένιωθε για εκείνη.
Αυτή η
σύγκριση, αυτή η προσπάθεια να συγχωνεύσει δύο διαφορετικές μορφές γυναικών,
τον άφηνε με έναν αίσθημα απογοήτευσης και αβεβαιότητας. Αντιλαμβανόταν ότι ο
κόσμος του, γεμάτος από ευθύνες και προσδοκίες, είχε δημιουργήσει μέσα του αυτή
την ανάγκη για αντίδραση, για απόδραση, αλλά η πραγματικότητα ήταν πιο
περίπλοκη από όσο ήθελε να παραδεχτεί. Δεν ήταν εύκολο να ξεχωρίσει το
πραγματικό από το φαντασιακό, και η αίσθηση του ελέγχου που είχε επιθυμήσει να
βρει στις νύχτες του με την Γουέν, όλο και περισσότερο συνδεόταν με μια
εσωτερική σύγκρουση γύρω από τα συναισθήματα που ένιωθε για τη Λι Χούι.
Οι νύχτες, που ξεκινούσαν για να τον
βοηθήσουν να ξεφύγει, γίνονταν μια σκηνή όπου οι συγκρούσεις του αναδύονταν, με
τη σκέψη της Λι Χούι να τον συνοδεύει στο μυαλό του. Είχε αρχίσει να
αναρωτιέται αν αυτή η επιθυμία του για απόδραση από τις υποχρεώσεις του, αν
αυτή η ανάγκη για άλλες σχέσεις και διαφορετικούς κόσμους, τελικά τον οδηγούσε
σε μια συναισθηματική αναστάτωση που δεν μπορούσε να αποφύγει. Δεν είχε ακόμα
την απάντηση. Αλλά ήξερε ότι ο δρόμος μπροστά του ήταν γεμάτος με μια αμφιβολία
που δεν μπορούσε να αγνοήσει.
Η Τελευταία Νύχτα
με την Γουέν
Η νύχτα ήταν ήσυχη και βαρειά. Ο Κινγκ Μινγκ
καθόταν στο δωμάτιο, σκεπτικός, καθώς η Γουέν ετοιμαζόταν να σηκωθεί από το
κρεβάτι. Η ατμόσφαιρα στον χώρο ήταν γεμάτη με μια αδιόρατη ένταση. Οι φλόγες
από τα κεριά έριχναν μαλακό φως στην αίθουσα, φωτίζοντας τα χαρακτηριστικά της
Γουέν, που φαινόταν πιο ήρεμη από ποτέ. Εκείνη τη στιγμή, η Γουέν, τον κοίταξε
με μια σιωπηλή επίγνωση. Τα μάτια της ήταν γεμάτα υποσχέσεις και ελπίδες για το
μέλλον, αν και οι λέξεις που άφησε να βγουν από τα χείλη της δεν είχαν την
αθωότητα των προηγούμενων συναντήσεών τους.
«Είναι καιρός να φύγω,» είπε με σταθερή
φωνή, ενώ τα μάτια της είχαν μια γλυκιά θλίψη. «Το Πεκίνο με περιμένει. Οι
ευκαιρίες εκεί είναι μεγαλύτερες. Πρόκειται να εισέλθω σε έναν άλλο κόσμο, πιο
κλειστό και πιο απαιτητικό.»
Ο Κινγκ Μινγκ την κοιτούσε με έντονη
προσοχή, προσπαθώντας να κρύψει τα συναισθήματά του. Ήξερε καλά ότι η Γουέν
είχε κάνει τη δική της επιλογή. Όταν την είχε γνωρίσει, η αθωότητά της ήταν
κάτι που τον είχε γοητεύσει, αλλά τώρα η γυναίκα μπροστά του ήταν διαφορετική.
Η απόφαση της να φύγει για το Πεκίνο, σε έναν εξαιρετικά κλειστό κύκλο υψηλών
αξιωματούχων, ήταν μια κίνηση που θα την έβαζε σε ένα νέο επίπεδο του κόσμου
τους, μακριά από όσα ήξερε μέχρι τώρα.
Η Γουέν συνέχισε, η φωνή της βαρύτερη αυτή
τη φορά, αλλά ακόμα γεμάτη από την αποφασιστικότητα που καθόριζε τη ζωή της. «Αλλά
δεν θα σε ξεχάσω ποτέ,» είπε, με ένα χαμόγελο που έκρυβε πίσω του μια γλυκόπικρη
θλίψη. «Θα θυμάμαι πάντα την ευγένεια σου. Το Πεκίνο θα είναι μακριά, αλλά οι
δρόμοι του εμπορίου είναι ατελείωτοι. Ελπίζω να συναντηθούμε εκεί.»
Η Γουέν τον πλησίασε, κοιτάζοντάς τον με μια
ματιά που τα είχε πει όλα. Ήταν μια στιγμή που συνόψιζε όλα τα συναισθήματα που
είχαν μοιραστεί, μια στιγμή του αποχαιρετισμού και της αποδοχής ότι οι δρόμοι
τους είχαν πλέον χωρίσει. «Θα σε θυμάμαι,» του είπε ξανά, με φωνή πιο ήρεμη
αυτή τη φορά, καθώς άπλωσε το χέρι της προς αυτόν.
Στο τέλος της νύχτας, δεν υπήρχε αμφιβολία
ότι το τελευταίο αντίο από τη Γουέν είχε κλείσει ένα μικρό κεφάλαιο της ζωής
του. Και, ίσως, το μόνο που έμενε, ήταν να αποφασίσει ποιο κεφάλαιο θα
ακολουθούσε, τώρα που η παρουσία της είχε χαθεί από τον κόσμο του.
ΜΕΡΟΣ Β
Η Βεγγέρα στην
Πρωτεύουσα της Σετσουάν
Η αίθουσα της βεγγέρας ήταν φωτισμένη από
πολυάριθμα φανάρια, και οι καθρέφτες στα τείχη πολλαπλασίαζαν τις αντανακλάσεις
των λαμπερών ενδυμάτων των καλεσμένων. Ήταν τα πρώτα χρόνια της δυναστείας των
Τσινγκ, και η πρωτεύουσα της Σετσουάν είχε γίνει πια κέντρο κοινωνικής και
εμπορικής δραστηριότητας. Κορυφαίοι αξιωματούχοι, έμποροι και ευγενείς είχαν
κατακλύσει την αίθουσα, ανταλλάσσοντας χαμόγελα, ευχές και λεπτοδουλεμένα λόγια
που σπάνια έμεναν χωρίς συνέπειες.
Η δεκαεπτάχρονη Τσεν Λι Χούι στεκόταν
διακριτικά κοντά στην είσοδο, ντυμένη με ένα κομψό φόρεμα από μετάξι σε απαλό
χρώμα, που είχε επιλεγεί και προσαρμοστεί στο γούστο της εποχής από τον κατά
σύμβαση θείο της, τον Τσεν Ρονγκ. Η βαφή των μαλλιών της, με ελαφρώς πιο
σκούρες ανταύγειες, την έκανε να δείχνει ωριμότερη, και οι τρόποι που της είχε
διδάξει ο Τσεν Ρονγκ, ο αρχιϋπάλληλος του Κινγκ Μινγκ, φρόντιζαν ώστε να
κινείται με χάρη και αυτοσυγκράτηση ανάμεσα στους υψηλούς καλεσμένους.
«Θυμήσου, Τσεν Λι Χούι,» της είχε ψιθυρίσει
ο Τσεν Ρονγκ λίγο πριν φύγει, «είσαι η ανιψιά μου για όλους εδώ, μια υπάλληλος
του Κινγκ Μινγκ. Κράτα χαμηλούς τόνους, παρατήρησε, και να θυμάσαι τους τρόπους
που σου έμαθα.»
Ο Κινγκ Μινγκ περπατούσε δίπλα της με άνεση
και αυτοπεποίθηση, συνοδεύοντάς την σαν να ήταν απλώς η έμπιστη υπάλληλος ενός
σημαντικού καταστήματος. Κανείς από τους καλεσμένους δεν είχε υποψιαστεί την
πραγματική τους συγγένεια· η επιτηδευμένη «υπηρεσιακή» σχέση τους έκανε την
παρουσία τους αποδεκτή και ανεπιτήδευτη, ενώ ταυτόχρονα προσέδιδε κύρος στην
ίδια τη Τσεν Λι Χούι.
Καθώς η μουσική ξεκίνησε, η Τσεν Λι Χούι
προχώρησε με χάρη ανάμεσα στους καλεσμένους, χαμογελώντας ελαφρά όταν της
απηύθυναν λόγο, και προσέχοντας να φαίνεται γνώστης των συνηθειών της υψηλής
κοινωνίας. Ο Κινγκ Μινγκ, διακριτικά πίσω της, παρατηρούσε με προσοχή,
διασφαλίζοντας ότι η συνοδός του δεν θα έπεφτε σε καμία αμηχανία. Η ίδια ένιωθε
μια ανάμεικτη συγκίνηση· η αίγλη και οι κανόνες αυτού του κόσμου την
εντυπωσίαζαν.
Ένα ζευγάρι αξιωματούχων προσέγγισε τη Τσεν Χούι για μια ευγενική συζήτηση, ίσως και για
να διευκρινίσουν την πραγματική της σχέση με τον συνοδό της, πέραν από αυτήν
της υπαλλήλου του. Η δεκαεπτάχρονη ανταποκρίθηκε με αυτοσυγκράτηση, χρησιμοποιώντας
τις φράσεις και τις εκφράσεις που της είχε διδάξει ο Τσεν Ρονγκ. Η ευγένεια και
η γλυκύτητα της φαινόταν αβίαστη, αλλά κάθε κίνηση ήταν μελετημένη· ήξερε ότι
κάθε λάθος θα μπορούσε να δημιουργήσει φήμες, και η παρουσία του θείου της
εξασφάλιζε ότι τίποτα τέτοιο δεν θα συνέβαινε.
Καθώς περνούσε η βραδιά, οι συζητήσεις
γίνονταν πιο χαλαρές, τα χαμόγελα πιο σίγουρα, και η Τσεν Λι Χούι ένιωσε ότι
μπορούσε πια να απολαμβάνει την κοινωνική ζωή της πόλης, χωρίς να φαίνεται ότι
ήταν εντελώς ξένη σε αυτόν τον κόσμο. Ο Κινγκ Μινγκ, παρακολουθώντας
διακριτικά, συνειδητοποίησε πως η συνοδός του όχι μόνο είχε προσαρμοστεί, αλλά
έδειχνε ικανή να κατανοεί και να χειρίζεται με λεπτότητα τις ισορροπίες της
υψηλής κοινωνίας.
Κάπου στη μέση της βεγγέρας, όταν τα φώτα
και οι μουσικές ανέβηκαν, η Τσεν Λι Χούι στάθηκε για μια στιγμή στο πλευρό του
Κινγκ Μινγκ, καθώς οι δυο τους κοίταζαν τη σκηνή. Απλά έγειρε ελαφρώς το κεφάλι
της πλάγια προς τα κάτω για να μην δείχνει ψηλότερή του. Η νεαρή κοπέλα ήξερε ότι,
όσο κι αν η σχέση τους έπρεπε να παραμένει μυστική, η παρουσία της εκεί ήταν μια
μικρή νίκη. Είχε καταφέρει να σταθεί όρθια στον κόσμο των μεγάλων, χωρίς να
χάσει ούτε την αξιοπρέπειά της ούτε την ανεξαρτησία της.
Καθώς η βραδιά συνεχιζόταν ανάμεσα στα
χαμόγελα και τις κουβέντες, η Λι Χούι άρχισε να νιώθει κάτι που δεν είχε
ξαναζήσει· την αίσθηση ότι ο κόσμος της πόλης, με την πολυτέλεια και τους
κανόνες του, δεν ήταν πια άγνωστος, και ότι ίσως, θα μπορούσε να βρει τη θέση
της σε αυτόν τον καινούργιο κόσμο.
Η Επιστροφή στην
Οικία του Κινγκ Μινγκ
Η βεγγέρα είχε τελειώσει και οι δρόμοι της
πρωτεύουσας της Σετσουάν ήταν ήσυχοι. Η Τσεν Λι Χούι στεκόταν δίπλα στον Κινγκ
Μινγκ, νιώθοντας την αίσθηση δύναμης που της έδινε η επιτυχία της στο κοινωνικό
σαλόνι. Καθώς έφτασαν στην οικία, η Τσεν Λι Χούι έκανε μια μικρή παύση,
παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, και ελαφρώς παραπάτησε βαστώντας απότομα το χέρι
του Κινγκ Μινγκ για να πιαστεί. Μόλις μπήκαν μέσα, υποδύθηκε με φυσικότητα την
ελαφρώς μεθυσμένη ή ζαλισμένη κοπέλα — ένα τέχνασμα που είχε μελετήσει
προσεκτικά. Τα βήματά της ήταν λίγο ασταθή, οι κινήσεις της αργές, και η φωνή
της με ένα ελαφρύ, τρεμάμενο τόνο, σαν να είχε χαθεί από την ένταση της
βραδιάς. Ο Κινγκ Μινγκ, παρατηρώντας την, έγειρε ελαφρά προς το μέρος της, ανήσυχος
και προσεκτικός, όπως θα έκανε για οποιοδήποτε νεαρό άτομο που είχε υπό την
προστασία του.
«Είσαι καλά;» τη ρώτησε, με το βλέμμα του
γεμάτο διακριτική ανησυχία, ενώ τα χέρια του ήθελαν να τη στηρίξουν.
Καθώς η Τσεν Λι Χούι περπατούσε προς έναν καναπέ,
ένα μικρό ατύχημα στο πέσιμο του μανικιού της έκανε να φανεί διακριτικά ο λαιμός
της και ένα μέρος του ώμου της, τα οποία
μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν καλυμμένο.
Ο Κινγκ Μινγκ, που στεκόταν δίπλα της, τα
παρατήρησε αμέσως. Ένιωσε μια αναστάτωση στο στήθος του, μια επιθυμία ανάκατη με
ενοχές. Ήξερε ότι η νεαρή κοπέλα ήταν ανιψιά του. Συνειδητοποιήσει την
εσωτερική σύγκρουση που ένιωθε, η φυσική έλξη που προκάλεσε η αθωότητα και η
λεπτή θηλυκότητά της συγκρούστηκε με την κοινωνική και οικογενειακή ηθική που
τον δέσμευε.
Η Τσεν Λι Χούι, διατηρώντας την όλη σκηνή
στον τόνο της αθωότητας και της μικρής ζάλης, άφησε διακριτικά να φανεί και μια
γραμμή της πλάτης της καθώς προσπαθούσε να βρει το στήριγμα του καναπέ. Το
βλέμμα της, φωτεινό αλλά γεμάτο υπονοούμενη παρότρυνση, τράβηξε τον Κινγκ Μινγκ
πιο κοντά, χωρίς να τον κάνει να ξεπεράσει τα όρια.
Ο Κινγκ Μινγκ σταμάτησε ένα βήμα μακριά, με
το χέρι να αιωρείται ακριβώς δίπλα της, ένιωθε την ένταση, την επιθυμία που δεν
έπρεπε να επιτρέψει στον εαυτό του, και τις ενοχές να τον βαραίνουν. Η σκέψη
του γύριζε συνεχώς ανάμεσα στην προστασία της νεαρής Τσεν Λι Χούι και στη
γοητεία που η ίδια, χωρίς να καταλάβει πλήρως την επίδρασή της, είχε
δημιουργήσει.
Η Τσεν Λι Χούι χαμογέλασε ελαφρά, κρατώντας
τη στάση της σε αθώο επίπεδο, αλλά ταυτόχρονα αφήνοντας τον Κινγκ Μινγκ να
συνειδητοποιήσει την υπονοούμενη πρόκληση. Κάθε λεπτό της στιγμής ήταν
προσεκτικά μελετημένο: η ζάλη, το αβέβαιο χαμόγελο, η διακριτική αποκάλυψη του
δέρματος — όλα υποδήλωναν θηλυκότητα χωρίς να σπάει κανένα κοινωνικό όριο.
Ο Κινγκ Μινγκ στεκόταν εκεί,
παρακολουθώντας, νιώθοντας ένα κύμα επιθυμίας και ταυτόχρονα έντονων ενοχών,
ενώ η Τσεν Λι Χούι, με την αβίαστη συμπεριφορά της, είχε καταφέρει ακριβώς αυτό
που ήθελε, να τον φέρει πιο κοντά της, να δημιουργήσει μια αίσθηση προσωπικής
σύνδεσης, αλλά χωρίς να απειλεί την εικόνα της ως «ανιψιά του Τσεν Ρονγκ».
Ήταν μια στιγμή λεπτής ισορροπίας — μια
συναισθηματική ένταση που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να καταλάβει, παρά μόνο
οι δύο τους, μέσα στην ησυχία της οικίας και τη σιωπή των φαναριών.
Η Τσεν Λι Χούι στον καναπέ έγειρε ελαφρά
προς τα πίσω, σαν να είχε χάσει λίγο την ισορροπία της. Ο Κινγκ Μινγκ στεκόταν
δίπλα της, παρατηρώντας κάθε κίνηση με προσοχή, έντονα συναισθήματα να τον
κατακλύζουν. Η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη, αλλά η Λι Χούι κρατούσε την αθωότητά
της αδιαμφισβήτητη.
«Φαίνεται ότι η
βεγγέρα σε κούρασε,» του είπε, με έναν τόνο που υποδήλωνε φιλικότητα, αλλά και
μια μικρή, παιχνιδιάρικη πρόκληση.
«Ήταν… εντυπωσιακή,»
απάντησε εκείνος, προσπαθώντας να κρατήσει τη φωνή του ήρεμη. «Και εσύ…
φαινόσουν άνετη εκεί μέσα.»
Η Τσεν Λι Χούι του χαμογέλασε, ελαφρά
γέρνοντας προς το μέρος του, αφήνοντας να φανεί διακριτικά η γραμμή του λαιμού
και του ώμου της. «Άνετη… ίσως,» είπε, με έναν τόνο που έκανε τα λόγια της να
ηχούν αθώα, αλλά παράλληλα να υπονοούν περισσότερα. «Ίσως να μην είμαι ακόμα
συνηθισμένη σε τόση λάμψη… αλλά να ξέρεις, μου αρέσει να παρατηρώ.»
Ο Κινγκ Μινγκ ένιωσε το βλέμμα της να τον
αιχμαλωτίζει. Το μυαλό του γύριζε ανάμεσα στην επιθυμία και στην αίσθηση
ενοχής. «Να παρατηρείς…;» την ρώτησε με μια ελαφρά βραχνάδα στη φωνή το.
«Ναι,» συνέχισε η Τσεν Λι Χούι, γέρνοντας
λίγο περισσότερο προς το μέρος του για να βρει στήριγμα, αφήνοντας το φόρεμά
της να χαμηλώσει ελαφρά στη μέση, «και να μαθαίνω… πώς να είμαι σωστά… μέσα σε
αυτόν τον κόσμο.» Η λέξη «σωστά» είχε μια υπονοούμενη διπλή έννοια, αρκετή για
να προκαλέσει μια μικρή δόση αμηχανίας στον Κινγκ Μινγκ.
Έσκυψε προς τα μπροστά, σαν να χρειαζόταν να
ισορροπήσει καλύτερα, και τα χείλη της σχημάτισαν ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο.
«Ξέρεις… μερικές φορές, όταν οι κανόνες είναι πολλοί… χρειάζεσαι έναν… οδηγό.»
Τα μάτια της ακούμπησαν τα δικά του, και η πρόταση είχε την ελαφριά διπλή
έννοια της υπόσχεσης και της πειραγμένης αθωότητας.
Ο
Κινγκ Μινγκ ένιωσε την επιθυμία να φουντώνει, αλλά η φωνή του ήταν σιωπηλή, και
οι ενοχές τον κράτησαν σε απόσταση. «Οδηγό…;» επανέλαβε, πιο σιγανά, ενώ
προσπαθούσε να διατηρήσει τη φωνή του στα όρια της λογικής.
«Ναι… κάποιον που να ξέρει πώς να σε κρατά…
κοντά, χωρίς να φαίνεται,» είπε η Τσεν Λι Χούι, αφήνοντας ένα στιγμιαίο
παιχνίδι με το χέρι της στο φόρεμα, ώστε να διαφανεί διακριτικά η καμπύλη της
μέσης της, χωρίς να είναι προκλητική. Το μήνυμα ήταν σαφές, αλλά η φαινομενική
αθωότητα και η υποτιθέμενη ζάλη της κρατούσαν την ισορροπία.
Ο Κινγκ Μινγκ στεκόταν εκεί, με το βλέμμα
του κολλημένο σε αυτήν, νιώθοντας μια έντονη επιθυμία ανακαταμένη με ενοχές.
Ήξερε ότι η νεαρή κοπέλλα ακόμη και αν τώρα ονομαζόταν Τσεν Λι Χούι, ένα
επώνυμο που επισήμως απέκρυπτε κάθε πιθανή συγγένεια μεταξύ τους, ήταν η ανιψιά
του, μα κάθε κίνησή της είχε ένα βαθύτερο υπονοούμενο, σχεδιασμένο για να τον
φέρει πιο κοντά της χωρίς να διακινδυνεύει την κοινωνική εικόνα της.
Η Τσεν Λι Χούι ανασήκωσε το κεφάλι της,
χαμογέλασε ξανά και ψιθύρισε: «Μην ανησυχείς… είμαι εδώ για να μαθαίνω. Αλλά…
αν με βλέπεις μερικές φορές λίγο… πιο κοντά… δεν πειράζει, έτσι;»
Ήταν μια μικρή πρόκληση, διατηρώντας τη
φαινομενική αθωότητα, αλλά αφήνοντας χώρο για την ένταση μεταξύ τους να
αυξηθεί, μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα σε επιθυμία και ενοχή, που κανένας άλλος
δεν θα μπορούσε να καταλάβει
Η Τσεν Λι Χούι άφησε ένα αβέβαιο χαμόγελο να
διαφανεί στα χείλη της. Με μια λεπτή κίνηση, προσποιήθηκε ότι χρειαζόταν
στήριξη, και έτσι τον έφερε φυσικά πιο κοντά της. Κάθε της κίνηση ήταν ζυγισμένη,
οι ώμοι της χαλαροί, το κεφάλι ελαφρώς γερμένο στο πλάι, τα χείλη της να χαμογελούν
αβίαστα, σαν να μην καταλάβαινε η ίδια τη δύναμη που ασκούσε στον θείο της.
Παράλληλα, έντεχνα, άφηνε να διαφανεί λίγο
από το φόρεμά της, χωρίς να προκαλεί σκάνδαλο, αλλά αρκετά ώστε να τραβήξει
διακριτικά την προσοχή του Κινγκ Μινγκ. Η κίνηση αυτή δεν ήταν ασύνδετη· κάθε
λεπτομέρεια υποδήλωνε μια ανεπαίσθητη πρόσκληση, διατηρώντας ταυτόχρονα την
εικόνα της σεβαστής υπαλλήλου και «ανιψιάς» του Τσεν Ρονγκ, όπως τη
γνώριζαν όλοι οι άλλοι.
Η Τσεν Λι Χούι, χαμογελώντας ελαφρά, άφησε
την ατμόσφαιρα να γίνει πιο προσωπική, χωρίς να υπερβεί τα όρια της εικόνας που
είχε δημιουργήσει. Η μικρή ζάλη, η ελαφριά αμηχανία και οι διακριτικές κινήσεις
του σώματος της έκαναν τον Κινγκ Μινγκ να έρθει πιο κοντά της, χωρίς να
υποψιάζεται την αληθινή πρόθεση πίσω από το τέχνασμα.
Ήταν μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην
αθωότητα και τη γοητεία, ανάμεσα στην πειθαρχία της κοινωνικής εικόνας και στη
διακριτική πρόκληση που ήθελε να περάσει. Η Τσεν Λι Χούι ήξερε ακριβώς τι έκανε
— και ο Κινγκ Μινγκ, ένιωσε την απρόσμενη γοητεία που τον έφερνε πιο κοντά της.
Η Τσεν Λι Χούι έγειρε διακριτικά προς το
μέρος του. Το παιχνίδι της ζάλης και της αθωότητας είχε ήδη δημιουργήσει παλλόμενες
ανάσες μεταξύ τους. Η φωνή της, χαμηλή και γλυκιά, συνέχιζε να υπονοεί
περισσότερα από όσα έλεγε: «Μερικές φορές οι κανόνες είναι βαριοί… δεν
νομίζεις; Και χρειάζεται δύναμη για να τους σπάσεις…»
Ο Κινγκ Μινγκ, με το βλέμμα γεμάτο
συναισθήματα, πλησίασε λίγο πιο κοντά. Η Λι Χούι δεν αντιστάθηκε, αφήνοντας τα
χέρια του να αγγίξουν απαλά το μπράτσο της. Ήταν θωπείες διακριτικές και αβίαστες. Τα μάγουλά
της άγγιξαν στιγμιαία το πρόσωπό του, ήρεμα, σύντομα, σαν παιχνίδι μεταξύ δύο
ανθρώπων που δεν μπορούν να μιλήσουν ανοιχτά για την αλήθεια των αισθημάτων
τους. Ο Κινγκ Μινγκ ένιωσε την επιθυμία
να φουντώνει, ενώ οι ενοχές του χαμήλωναν ταυτόχρονα.
Ξαφνικά η Τσεν Λι Χούι έπεσε και αποκοιμήθηκε πάνω του αφήνοντας το
κορμί της στο δικό του. Ο Κινγκ Μινγκ με ελαφρές κινήσεις τη σήκωσε τρυφερά
στην αγκαλιά του και την μετέφερε στο δωμάτιό της και την σκέπασε με τα
σκεπάσματα. Εκείνη έδειχνε ότι κοιμόταν ήρεμη. Ήρεμη και απόλυτα
επιτυχημένη.
Το Πρωί Μετά τη
Βεγγέρα
Το φως του πρωινού μπήκε απαλά μέσα από τα
παράθυρα της οικίας του Κινγκ Μινγκ. Η Τσεν Λι Χούι σηκώθηκε με προσοχή, διατηρώντας
την εξυπνάδα να κρατά το παιχνίδι της προηγούμενης νύχτας κρυφό. Ένα φυσικό
χαμόγελο στο πρόσωπό της και η αβίαστη χάρη της στα βήματα ήταν τα μόνα σημάδια
της παρουσίας της, χωρίς να αφήνει καμμία υπόνοια για το τι είχε συμβεί.
Η μαγείρισσα Γιου Λι και έμπιστη γυναίκα του
σπιτιού, η Γουάνγκ Λι, την πλησίασαν για να την βοηθήσουν με πρωινές εργασίες.
Η Τσεν Λι Χούι ανταποκρίθηκε με την αθωότητα που όλοι γνώριζαν, ενώ η σκέψη της
περιπλέκονταν με τις κινήσεις και τα λόγια της προηγούμενης νύχτας.
Όταν ο Κινγκ Μινγκ μπήκε στο σαλόνι για να
ξεκινήσει τις υποχρεώσεις της ημέρας, η Τσεν Λι Χούι του χαμογέλασε φυσικά και είπε:
«Καλημέρα, κύριε Κινγκ
Μινγκ. Χμμ… δεν θυμάμαι και πολλά από χτες το βράδυ. Ίσως να με κούρασε η
βεγγέρα…»
Η φωνή της ήταν αθώα, σχεδόν αδιάφορη, και η
χειρονομία της, ένα μικρό κούνημα των ώμων καθώς στερέωνε το φόρεμά της, απέτρεψε
κάθε υποψία. Ο Κινγκ Μινγκ την κοίταξε για μια στιγμή.
«Σήμερα έχουμε δουλειά
στο κατάστημα. Θα σε χρειαστώ εκεί.»
Η Τσεν Λι Χούι έκανε μια μικρή υπόκλιση,
κρατώντας την αθωότητα που έπρεπε να δείχνει: «Φυσικά, κύριε. Θα είμαι
προσεκτική.»
Κανείς άλλος δεν ήξερε τι είχε συμβεί τη
νύχτα. Ο Κινγκ Μινγκ ήξερε, και αυτό τον κράτησε σε διακριτική ένταση όλη τη
μέρα. Η Τσεν Λι Χούι είχε πετύχει τον στόχο της. Η προηγούμενη νύχτα είχε
δημιουργήσει μια προσωπική σύνδεση, αλλά η «αθωότητα» και η συμπεριφορά της την
επόμενη μέρα διατηρούσαν τα πάντα μυστικά και κοινωνικά αποδεκτά.
Καθώς η μέρα ξεκινούσε στο κατάστημα, η Τσεν
Λι Χούι κινήθηκε με χάρη και αυτοπεποίθηση, δείχνοντας ότι είχε μάθει πώς να
χειρίζεται τις ισορροπίες της προσωπικής και της επαγγελματικής σχέσης με τον
Κινγκ Μινγκ — και ότι μπορούσε να κρατά τον έλεγχο χωρίς να αποκαλύπτει τίποτα σε κανέναν άλλο.
Η Μεγάλη Βεγγέρα στην Οικία του Κινγκ Μινγκ
Η οικία του Κινγκ Μινγκ ήταν έτοιμη να
φιλοξενήσει μια από τις πιο εντυπωσιακές βεγγέρες της χρονιάς — μια κοινωνική
εκδήλωση που συνδύαζε πολιτιστικά δρώμενα, επίδειξη τέχνης, πολιτικές επαφές
και εμπορικές συμφωνίες. Η πρόφαση ήταν επίσημη: ο εορτασμός της σύναψης σημαντικών
εμπορικών συμφωνιών για το κατάστημα του Κινγκ Μινγκ, συμπεριλαμβανομένης της
έναρξης συνεργασίας με μεγάλο έμπορο μεταξιού από την πρωτεύουσα.
Η αίθουσα ήταν φωτισμένη με δεκάδες φανάρια
και καντηλέρια, τα οποία έριχναν ένα ζεστό, χρυσαφένιο φως πάνω στις μεταξωτές
φορεσιές και τα κοσμήματα των καλεσμένων. Μουσικοί έπαιζαν μελωδίες που
συνοδεύονταν από ευγενείς χορευτές, και το πλήθος δημιουργούσε ένα πολύχρωμο
μωσαϊκό ανθρώπων υψηλών κοινωνικών τάξεων.
Ανάμεσα στους καλεσμένους ήταν και μερικές
από τις παλιές ερωμένες του Κινγκ Μινγκ, μαζί με τους συζύγους τους. Η Γιανγκ
Λι Χουέι, πρώην ερωμένη του Κινγκ Μινγκ, ήταν τώρα παντρεμένη με τον Λιου
Τζενγκ, Υψηλόβαθμο Άρχοντα Εφοδιασμού της Επαρχίας. Η ίδια φορούσε ένα επίχρυσο
μεταξωτό φόρεμα και κινείτο αβίαστα ανάμεσα σε φίλους και γνωστούς, ενώ ο
σύζυγός της παρακολουθούσε με περηφάνια.
Η Τσιένγκ Τζινγκ Σουέι, άλλη πρώην
αγαπημένη, ήταν τώρα πλέον σύζυγος του
Τσανγκ Μινγκ-Χαν, Διοικητή των Οικονομικών Υπηρεσιών της Σετσουάν. Μπορεί να
είχε μεγαλώσει λίγο αλλά παρέμενε κομψή και ήρεμη, αντάλλασσε χαιρετισμούς με
υψηλά ιστάμενους αξιωματούχους, δείχνοντας πως οι κοινωνικές της δεξιότητες είχαν
ωριμάσει μαζί με την ίδια. Κάποτε, είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει εκβιάζοντας
με αυτόν τον τρόπο τον Κίνγκ Μινγκ, όταν εκείνος είχε διακόψει τη σχέση τους. Ο
Τσεν Ρονγκ ως αθέατος συμβιβαστής είχε βρει τη λύση συστήνοντάς την στον τότε
ανερχόμενο Τσανγκ Μινγκ-Χαν.
Η Χουάνγκ Σιαολίν, η τρίτη από τις γυναίκες
που κάποτε είχαν σημαδέψει την καρδιά του Κινγκ Μινγκ, είχε παντρευτεί τον
Ζενγκ Γουέι, Επίτροπο Εμπορικών Τελωνείων της Σετσουάν.
Η παρουσία αυτών των γυναικών μαζί με τους
συζύγους τους ήταν μια καλοδεχούμενη επίδειξη πολιτικής και κοινωνικής
ωριμότητας, ένα δείγμα ότι οι δεσμοί του παρελθόντος θα μπορούσαν να
συνυπάρχουν με το παρόν, χωρίς να καταρρακώνουν την υπόληψη κανενός.
Ο Τσεν Ρονγκ, ο έμπιστος αρχιϋπάλληλος του
Κινγκ Μινγκ, είχε έναν πολύ κρίσιμο ρόλο στη βεγγέρα. Φορούσε μια κομψή, αλλά
λιτή ενδυμασία που δεν επισκίαζε τον οικοδεσπότη, αλλά ταυτόχρονα έδειχνε
κύρος. Ρύθμιζε τη λεπτή ισορροπία μεταξύ επιχειρηματικών συμφωνιών και
κοινωνικών προσδοκιών, γνωρίζοντας κάθε λεπτομέρεια των προσκεκλημένων, από τα
επαγγέλματα και τα αξιώματα των αντρών, μέχρι τα πολιτιστικά τους ενδιαφέροντα.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του δείπνου και της
εκδήλωσης, ο Τσεν Ρονγκ φρόντιζε να καθοδηγεί ευγενικά και με ακρίβεια τους
επισκέπτες στο σωστό τραπέζι, να συνδέει σωστά επιχειρηματίες με αξιωματούχους
για ενδεχόμενες εμπορικές συμφωνίες, να αναγνωρίζει με το ονοματεπώνυμό του τον
κάθε καλεσμένο που χρειαζόταν μια υποδοχή, και να διασφαλίζει ότι η εκδήλωση
εξελίσσεται χωρίς κοινωνικές ατονίες ή αναταράξεις.
Ήταν εμφανές πως ο Κινγκ Μινγκ εμπιστευόταν
απόλυτα τον Τσεν Ρονγκ — όχι μονάχα για την εμπιστοσύνη που του είχε, αλλά και
για την ικανότητά του να διαβάζει τα κοινωνικά σήματα, τις υπονοούμενες σχέσεις
και τις ευκαιρίες που γεννούσε η βραδιά.
Η επίσημη βεγγέρα του Κινγκ Μινγκ άστραφτε
σαν καλοκουρδισμένος μηχανισμός. Το διώροφο σπίτι με τις σκαλιστές ξύλινες
κουπαστές και τα κόκκινα φανάρια που αιωρούνταν από τα δοκάρια, έμοιαζε να
αναπνέει στον ρυθμό της βραδιάς. Από την εσωτερική αυλή ανέβαινε το άρωμα του
γιασεμιού, ενώ από το μουσικό σαλόνι ακούγονταν χαμηλές νότες από έγχορδα και
διακριτικά γέλια ανδρών που ήξεραν να κρύβουν τις σκέψεις τους πίσω από
ευγένειες.
Το προσωπικό λειτουργούσε με στρατιωτική
ακρίβεια. Η μαγείρισσα Γιου Λι δεν φαινόταν σχεδόν ποτέ ολόκληρη· μόνο η σκιά
της περνούσε μπροστά από το φως της κουζίνας. Από εκεί, σαν στρατηγός πίσω από
το μέτωπο, επέβλεπε τα σερβιριζόμενα πιάτα — πάπια με τραγανή πέτσα, ψάρι στον
ατμό με τζίντζερ, λεπτές φέτες χοιρινού με σάλτσα σόγιας παλαιωμένης. Τίποτα
δεν έβγαινε αν δεν το είχε πρώτα δοκιμάσει με το βλέμμα και το κουτάλι της.
Ο Λι Ντονγκ κινούνταν ανάμεσα στους
προσκεκλημένους με ήρεμη αυτοπεποίθηση. Γνώριζε ποιος προτιμούσε ζεστό κρασί
ρυζιού και ποιος αραιωμένο με νερό· ποιος ήθελε το κύπελλο γεμάτο και ποιος
μόνο να το αγγίζει για το θεαθήναι. Πριν ακόμη απλωθεί ένα χέρι, εκείνος είχε
ήδη προβλέψει την ανάγκη.
Στην είσοδο, η Σουν Γι στεκόταν με ελαφρά
υπόκλιση και μάτια προσεκτικά. Κατέγραφε ονόματα και τίτλους, θυμόταν
συγγένειες, παλιές αντιπαλότητες, ανεπαίσθητες συμμαχίες. Το χαμόγελό της ήταν
σταθερό, μα το μυαλό της δούλευε ασταμάτητα, σαν λογιστικό βιβλίο που δεν
έκλεινε ποτέ.
Και γύρω τους, μια αλυσίδα υπηρέτες —
νεαροί με σκούρα ενδύματα και αθόρυβα βήματα — διασφάλιζαν ότι κάθε μετακίνηση
γινόταν απρόσκοπτα. Όποιος επιθυμούσε να περάσει στην αυλή για καθαρό αέρα, να
αποσυρθεί στο μουσικό σαλόνι ή να χαθεί για λίγο στους διαδρόμους με τα
ζωγραφισμένα παραπετάσματα, έβρισκε τον δρόμο του ανοιχτό, σαν να είχε
προβλεφθεί από πριν.
Και πάνω από όλους, από τον εξώστη του επάνω
ορόφου, ένα βλέμμα επέβλεπε τα πάντα. Η Γουανγκ Λι στεκόταν ακίνητη, με τα
χέρια σταυρωμένα μέσα στα μανίκια της. Δεν χαμογελούσε, δεν μιλούσε. Τα μάτια
της διέτρεχαν την αίθουσα, μετρώντας καθυστερήσεις, λάθη, υπερβολές. Ήταν η
αόρατη πειθαρχία του σπιτιού, η κέρβερος που δεν επέτρεπε ούτε στην παραμικρή
αταξία να κηλιδώσει την τιμή της βραδιάς. Κάτω από το βλέμμα της, η βεγγέρα
κυλούσε άψογα, σαν τελετή όπου τίποτα δεν ήταν τυχαίο και κανείς δεν ξεχνούσε
τη θέση του.
Όλοι τους γνώριζαν ότι αυτή η βεγγέρα δεν
ήταν απλώς ένα επίσημο δείπνο· ήταν μια προβολή δύναμης, κοινωνικής προβολής και
εμπορικού χαρακτήρα.
Και εκεί, ανάμεσα σε αξιωματούχους,
εμπόρους, πρώην ερωμένες και τους συζύγους τους, στεκόταν η Τσεν Λι Χούι —
παρουσιάζοντας τον ρόλο της με μια αξιοθαύμαστη χάρη. Ως «ανιψιά του Τσεν Ρονγκ»
και υπάλληλος του Κινγκ Μινγκ, η ίδια ήταν ένα λαμπρό παράδειγμα νεαρής κοπέλας
που δεν ήταν απλώς μια όμορφη παρουσία, αλλά και μια κοινωνική ευφυΐα. Χαιρετούσε
με ευγένεια, αναγνώριζε ονόματα και τίτλους, θυμόταν πρότερες συνομιλίες, και
είχε μια εμφάνιση που τραβούσε τα βλέμματα με μια σιωπηλή, σταθερή λάμψη. Το
πλούσιο μετάξι που φορούσε φώτιζε το βλέμμα εκείνων που το παρατήρησαν, αλλά η
συμπεριφορά της ήταν τόσο συγκρατημένη και ώριμη που κανείς δεν αμφέβαλε για
την αξιοπρέπειά της.
Σε κάθε κομμάτι της εκδήλωσης, από τη
διοργάνωση μέχρι τη συνομιλία, η Τσεν Λι Χούι ήταν το ζωντανό παράδειγμα μιας
κοπέλας που μπορεί να σταθεί ανάμεσα σε ισχυρούς άντρες και υψηλές κυρίες,
χωρίς να χάνει τίποτα από την αξιοπρέπειά της.
Η βεγγέρα κυλούσε με τάξη και βρισκόταν στο
απόγειό της, μα ορισμένες παρουσίες έφερναν μαζί τους παρελθόν που δεν είχε
σβήσει. Τότε εμφανίστηκε εκείνη — η
γυναίκα που κάποτε είχε περπατήσει στους ίδιους διαδρόμους με βήμα πιο αργό,
πιο ιδιωτικό. Η κυρία Σου Λαν, σύζυγος του μεγαλεμπόρου μεταξιού Ζάο
Γκουανγκσί, κινήθηκε ανάμεσα στους καλεσμένους σαν κύμα αρωματισμένο με
δαμασκηνό ανθόνερο. Ο σύζυγός της διατηρούσε αποθήκες με μεταξωτά υφάσματα και
βαφές ινδικού λουλακιού· άνθρωπος πρακτικός, μετρ του εμπορίου. Εκείνη, όμως,
ήταν μετρ των βλεμμάτων.
Η κυρία Σου Λαν δεν ήταν απλώς σύζυγος του
εμπόρου μεταξιού Ζάο Γκουανγκσί· ήταν κάποτε η σκιά που κινούνταν αθόρυβα στα
ιδιωτικά δωμάτια του Κινγκ Μινγκ.
Ο Ζάο Γκουανγκσί ταξίδευε συχνά, προς το
Σουτσόου για εκλεκτά μεταξωτά, προς το Γκουανγκζού για βαφές και ξένες ίνες. Οι
απουσίες του διαρκούσαν μήνες. Και τότε, τα φανάρια του σπιτιού του Μινγκ
άναβαν πιο διακριτικά, οι πόρτες του άνοιγαν για επισκέψεις που δεν
καταγράφονταν.
Η Σου Λαν είχε έρθει αρχικά ως πελάτισσα, ως
σύζυγος εμπόρου που επιθυμούσε
επενδυτική συμβουλή. Έπειτα ως φίλη. Έπειτα ως μυστικό. Ήξερε ποιο κρασί
προτιμούσε ο Μινγκ όταν οι συζητήσεις γίνονταν προσωπικές. Ήξερε ποιο παράθυρο
άνοιγε για να μπαίνει το αεράκι της αυλής τις νύχτες του καλοκαιριού. Είχε
καθίσει στο ίδιο χαμηλό τραπέζι όπου τώρα κάθονταν οι επίσημοι προσκεκλημένοι,
μα τότε δεν υπήρχαν μάρτυρες, μόνο ψίθυροι και υποσχέσεις που δεν γράφτηκαν
ποτέ.
Δεν ήταν αφελής. Δεν πίστεψε πως θα γινόταν
κυρία του σπιτιού. Μα πίστεψε πως θα παρέμενε αναντικατάστατη. Για ένα
διάστημα, ήταν.
Η παρουσία της είχε επιρροή. Υπηρέτες έκαναν
πως δεν έβλεπαν. Η τότε νεότερη διαρρύθμιση του σπιτιού ευνοούσε τις σκιές.
Όταν ο σύζυγός της έλειπε, εκείνη έβρισκε αφορμές, λογαριασμούς προς διευθέτηση, παραγγελίες
μεταξιού, ευχαριστίες για προηγούμενες συνεργασίες. Και ο Μινγκ, φιλόδοξος και
ακόμη όχι τόσο ισχυρός όσο τώρα, δεχόταν την ομορφιά και τις πληροφορίες που
εκείνη έφερνε μαζί της. Γιατί η Σου Λαν δεν έφερνε μόνο το σώμα της. Έφερνε νέα
από εμπορικούς κύκλους, μυστικά ανταγωνιστών, ψιθύρους για επερχόμενους
δασμούς. Ήταν χρήσιμη. Κι εκείνος το εκτιμούσε. Ένα κομμάτι της ανερχόμενης
τότε οικονομικής αυτοκρατορίας του Κινγκ Μινγκ οφειλόταν και σε αυτή. Και αυτό
κανείς δεν μπορούσε να της το αφαιρέσει, έστω και αν δεν ήταν γραμμένο σε
κανένα ιδιωτικό συμφωνητικό
Όμως τα χρόνια πέρασαν. Το κατάστημα
μεγάλωσε. Το σπίτι έγινε διώροφο, φωτεινότερο, πιο εκτεθειμένο. Η ανάγκη για
σκιές μειώθηκε. Και η Σου Λαν, που κάποτε έμπαινε από την πλαϊνή πύλη, άρχισε
να περνά μόνο από την κύρια, υπό το φως των φαναριών και των βλεμμάτων.
Η σχέση τους έσβησε χωρίς σκηνή. Χωρίς
όρκους. Χωρίς εξηγήσεις. Κι αυτό ήταν που την πλήγωσε περισσότερο.
Τώρα, καθώς στεκόταν στη βεγγέρα και
διέκρινε την Τσεν Λι Χούι, ένιωσε εκείνο το παλιό, γνώριμο τσίμπημα. Όχι μόνο
ζήλια, αλλά απώλεια επιρροής. Η νεαρή κοπέλα δεν φορούσε προκλητικά χρώματα,
δεν γελούσε δυνατά. Ήταν πιο επικίνδυνη ακριβώς επειδή ήταν σεμνή. Η Σου Λαν
θυμήθηκε πώς κι εκείνη, στην αρχή, είχε παρουσιαστεί ως κόσμια και διακριτική.
Η Σου Λαν πλησίασε πρώτα τον οικοδεσπότη. Ο
Κινγκ Μινγκ την υποδέχτηκε με την ευγένεια που ταίριαζε σε σύζυγο επιφανούς
εμπόρου, ούτε θερμή ούτε ψυχρή.
Η Σου Λαν με χαμόγελο που έμοιαζε σχεδόν
τρυφερό είπε στον οικοδεσπότη: «Το σπίτι σας άλλαξε,» του είπε χαμηλόφωνα.
«Έγινε μεγαλύτερο. Πιο… τακτοποιημένο.»
«Ο χρόνος απαιτεί
τάξη,» απάντησε εκείνος.
«Και νέες παρουσίες,
φαίνεται...»
Η ματιά της γλίστρησε προς την Τσεν Λι Χούι.
Δεν χρειαζόταν να πει περισσότερα. Το παρελθόν τους στεκόταν ανάμεσά τους σαν
τρίτος συνομιλητής.
Η Σου Λαν χαμογέλασε ελαφρά. «Πάντα ξέρατε
να περιβάλλεστε από… φρέσκια άνοιξη, κύριε Μινγκ,» του είπε, αφήνοντας το
βλέμμα της να περιπλανηθεί επιδεικτικά προς την Τσεν Λι Χούι. «Το σπίτι σας δεν
στερείται ποτέ… νέων παρουσιών.»
Ο
τόνος της ήταν γλυκός· οι λέξεις, κοφτερές. Ο Μινγκ χαμογέλασε αδιόρατα. «Η
άνοιξη ανήκει σε όλους, μαντάμ Σου. Το σπίτι μου απλώς φιλοξενεί όσους αξίζουν
να ανθίσουν.»
«Αναρωτιέμαι,» συνέχισε εκείνη, αγγίζοντας
ελαφρά το κύπελλό της, «αν υπάρχουν άνθη στα οποία δείχνεται ιδιαίτερη
φροντίδα…»
Για μια στιγμή, η μουσική από το σαλόνι
φάνηκε να δυναμώνει, σαν να κάλυπτε την αιχμή της φράσης. Ο Κινγκ Μινγκ δεν
απάντησε. Μόνο υποκλίθηκε ελαφρά και απομακρύνθηκε με την άνεση ανθρώπου που
δεν σκοπεύει να παίξει σε ξένο παιχνίδι.
Η Σου Λαν δεν έμεινε ικανοποιημένη. Κατευθύνθηκε
προς την Τσεν Λι Χούι με βήματα μετρημένα. Στάθηκε απέναντί της και την κοίταξε
από την κορυφή ως τα πέλματα. «Δεν θυμάμαι να σας έχω ξαναδεί,» είπε. «Είστε
συγγενής; Μαθήτρια; Ή… κάτι πιο εκλεκτό;»
Η Τσεν Λι
Χούι κράτησε το βλέμμα χαμηλό, όπως της είχαν μάθει. «Είμαι ανιψιά του
κυρίου Τσεν Ρονγκ και βοηθώ στο κατάστημα.»
«Α, του κυρίου Τσεν Ρονγκ…» επανέλαβε η Σου
Λαν, σαν να δοκίμαζε τη γεύση του ονόματος. «Τι ευλογία να βρίσκει κανείς τόσο
καλή θέση τόσο γρήγορα. Η τύχη, φαίνεται, χαμογελά σε ορισμένες πολύ…
γενναιόδωρα.»
Το βλέμμα της έλαμψε με υπονοούμενο που δεν
χρειαζόταν λέξεις. Πριν η αμηχανία παγώσει τον αέρα, μια ήρεμη φωνή παρενέβη.
«Μαντάμ Σου, πόση χαρά που σας βλέπω,» είπε
ο Τσεν Ρονγκ, πλησιάζοντας με άψογη υπόκλιση. «Ο κύριος Ζάο θα είναι υπερήφανος
για την παρουσία σας απόψε. Μόλις συζητούσαμε για την τελευταία παρτίδα
μεταξιού από το Σουτσόου· ίσως η γνώμη σας να είναι πολύτιμη.»
Η Σου Λαν τον κοίταξε. Διέκρινε στο βλέμμα
του ευγένεια και προειδοποίηση. «Η ανιψιά μου,» συνέχισε ο Τσεν Ρονγκ απαλά,
«έχει ακόμη πολλά να μάθει για τις κοινωνικές λεπτότητες. Θα ήταν κρίμα να την
κουράσουμε με ερωτήσεις προτού μάθει να ξεχωρίζει το αληθινό ενδιαφέρον από την
απλή περιέργεια.»
Το χαμόγελό του ήταν αψεγάδιαστο. Μα τα
μάτια του δεν χαμογελούσαν. Για μια στιγμή, η Σου Λαν στάθμισε την κατάσταση.
Ήξερε πότε μια μάχη δεν άξιζε τον κόπο, ιδίως σε σπίτι που δεν ήταν δικό της,
έστω και αν κάποτε σε αυτό είχε φιλοξενηθεί μυστικά για αρκετές νύχτες.
«Φυσικά,» είπε τελικά. «Η νεότητα χρειάζεται
καθοδήγηση.» Και με μια ελαφρά στροφή του μεταξωτού της μανικιού, απομακρύνθηκε
προς το πλήθος. Η Σου Λαν κατάλαβε κάτι πικρό: δεν ήταν πια εκείνη που κινούσε
τα νήματα στο σπίτι του Κινγκ Μινγκ. Ήταν απλώς μια καλεσμένη. Και αυτό, για
μια γυναίκα που είχε υπάρξει μυστικό, ήταν η μεγαλύτερη ταπείνωση.
Η Τσεν Λι Χούι άφησε την ανάσα που κρατούσε.
Ο Τσεν Ρονγκ έσκυψε ελαφρά προς το μέρος της. «Στις βεγγέρες, παιδί μου,»
ψιθύρισε, «τα χαμόγελα είναι πιο επικίνδυνα από τα μαχαίρια.»
Και η μουσική
συνέχισε, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
ΜΕΡΟΣ Γ
το ταξίδι του Κινγκ Μινγκ
Το ταξίδι του Κινγκ Μινγκ δεν ανακοινώθηκε
με τυμπανοκρουσίες. Στο σπίτι ειπώθηκε απλώς πως «υπάρχουν υποθέσεις που απαιτούν
προσωπική παρουσία». Μα όσοι γνώριζαν τον τρόπο που σκεφτόταν, κατάλαβαν πως
δεν επρόκειτο για απλή εμπορική διευθέτηση.
Αναχώρησε πριν ακόμη φανεί καθαρά ο ήλιος
πίσω από τους λόφους της Σετσουάν. Η ομίχλη κάλυπτε τον ποταμό σαν γκρίζο
μετάξι. Δύο υπηρέτες φόρτωσαν τα κιβώτια με δείγματα υφασμάτων και σφραγισμένα
λογιστικά βιβλία. Ένα μικρό χρηματοκιβώτιο, δεμένο με σιδερένιες λωρίδες,
τοποθετήθηκε στο κέντρο της άμαξας.
Ο δρόμος τον οδηγούσε πρώτα προς τον ποταμό
Μιν, όπου θα επιβιβαζόταν σε ποταμόπλοιο με κατεύθυνση τις μεγαλύτερες αγορές
του βορρά. Τα νερά ήταν απρόβλεπτα την εποχή εκείνη· οι έμποροι γνώριζαν πως τα
ρεύματα μπορούσαν να καθυστερήσουν ακόμη και τον πιο καλά οργανωμένο άνθρωπο.
Μα ο Μινγκ δεν φοβόταν τα φυσικά εμπόδια όσο τις ανθρώπινες συμφωνίες.
Το ταξίδι είχε τρεις σκοπούς. Ο πρώτος ήταν
εμφανής, νέα συμβόλαια για τσάι και αλάτι. Η αγορά άλλαζε· οι φόροι αυξάνονταν·
οι ανταγωνιστές πλήθαιναν. Έπρεπε να εξασφαλίσει προμήθειες πριν άλλοι κλείσουν
τις συμφωνίες. Ο δεύτερος ήταν πιο λεπτός, μια συνάντηση με αξιωματούχο της
επαρχίας, άνθρωπο που μπορούσε να επιταχύνει άδειες και να καθυστερήσει
ελέγχους. Ο Μινγκ ήξερε πως στην αυτοκρατορική διοίκηση η ευγένεια και τα
«δώρα» είχαν μεγαλύτερη βαρύτητα από τις σφραγίδες. Ο τρίτος σκοπός δεν ήταν
γραμμένος πουθενά. Η φήμη της βεγγέρας του είχε ταξιδέψει. Μα μαζί της
ταξίδευαν και ψίθυροι — για ζηλόφθονες συζύγους, για ανταγωνιστές που θα ήθελαν
να δουν το κατάστημά του να σκοντάφτει. Η απουσία του θα ήταν δοκιμασία για
όσους έμεναν πίσω.
Πριν φύγει, κάλεσε τον Τσεν Ρονγκ στο
γραφείο του. «Αν καθυστερήσω, δεν θα είναι από αδυναμία,» του είπε. «Θα είναι
από διαπραγμάτευση.» Ο Τσεν Ρονγκ έσκυψε το κεφάλι. Ήξερε τι σήμαινε αυτό:
πιθανές εντάσεις, πιέσεις, ίσως και απειλές.
Στην αυλή, η Τσεν Λι Χούι παρακολούθησε
σιωπηλά την αναχώρηση. Δεν είπε λέξη· μα τα μάτια της ακολούθησαν την άμαξα
ώσπου χάθηκε στη στροφή του δρόμου.
Το ταξίδι του Κινγκ Μινγκ δεν ήταν μόνο
γεωγραφικό. Ήταν ένα πέρασμα μέσα από ισορροπίες εύθραυστες: χρήμα και τιμή,
επιρροή και φήμη, συμμαχίες που μπορούσαν να στεριώσουν ή να καταρρεύσουν.
Κι
ενώ το ποταμόπλοιο άφηνε πίσω του κυματισμούς, στο διώροφο σπίτι του έμεναν
άνθρωποι, βλέμματα και μυστικά, όλα εξαρτημένα από την ασφαλή επιστροφή του.
το ταξίδι στη χώρα των λεπρών
Ο τρίτος σκοπός του ταξιδιού του Κινγκ Μινγκ
δεν ήταν καταγεγραμμένος σε κανένα λογιστικό βιβλίο. Δεν αφορούσε τσάι, ούτε
αλάτι, ούτε μετάξι, ούτε διοικητικές χάρες. Αφορούσε τη «χώρα των λεπρών». Έτσι
την αποκαλούσαν χαμηλόφωνα οι έμποροι της νοτιοδυτικής Κίνας τον 17ο αιώνα —
όχι ως επίσημη επαρχία, αλλά ως ζώνη απομόνωσης και εξορίας στα ορεινά σύνορα
του Γιουνάν, κοντά στις τραχιές περιοχές που άγγιζαν τη Βιρμανία.
Στις απομακρυσμένες εκείνες κοιλάδες,
μακριά από τις μεγάλες πόλεις, συχνά κατέληγαν άνθρωποι προσβεβλημένοι από
λέπρα· άλλοτε με τη βία, άλλοτε από φόβο των ίδιων των οικογενειών τους. Δεν
υπήρχε «βασίλειο» των λεπρών — μα υπήρχαν οικισμοί σχεδόν ξεχασμένοι από την
αυτοκρατορική διοίκηση. Και όπου η διοίκηση ξεχνά, το εμπόριο βρίσκει δρόμο.
Οι περιοχές εκείνες, ιδίως στα όρη του
δυτικού Γιουνάν, ήταν πλούσιες σε ορυκτό πλούτο: νεφρίτη που κατέβαινε από τα
βόρεια της Βιρμανίας, ακατέργαστες πολύχρωμες πέτρες, ακόμη και σπάνιοι λίθοι
που οι αυλικοί του Πεκίνου πλήρωναν ακριβά για να κοσμήσουν λαβές σφραγίδων και
κοσμήματα.
Οι υγιείς έμποροι δίσταζαν να συναλλαχθούν
απευθείας με εκείνες τις κοινότητες. Ο φόβος της ασθένειας ήταν βαθύτερος από
την επιθυμία του κέρδους. Ο Κινγκ Μινγκ δεν ήταν άφοβος. Ήταν υπολογιστής. Είχε
μάθει πως ορισμένοι μεσάζοντες, εξόριστοι τεχνίτες και παλαιοί μεταλλωρύχοι που
ζούσαν σε εκείνες τις απομονωμένες κοιλάδες, εξόρυσσαν και επεξεργάζονταν
σπάνιες πέτρες σχεδόν για ένα κομμάτι ψωμί. Δεν είχαν πρόσβαση στις μεγάλες
αγορές. Δεν είχαν δίκτυα. Είχαν μόνο τον λίθο και την ανάγκη.
Αυτό που για τους περισσότερους ήταν «γη
μολυσμένη», για τον Μινγκ ήταν ευκαιρία. Το ταξίδι προς τα εκεί δεν γινόταν με
συνοδεία και φανάρια. Χρειαζόταν λιγότερους άνδρες, πιο απλά ρούχα,
διακριτικότητα. Οι δρόμοι ήταν δύσβατοι, τα μονοπάτια στενά, τα πανδοχεία
σπάνια. Μα αν η συμφωνία έκλεινε, το κατάστημά του θα αποκτούσε αποκλειστική
προμήθεια λίθων που κανένας άλλος στη Σετσουάν δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει.
Και υπήρχε και κάτι ακόμη. Η κοινωνία
απέφευγε τους λεπρούς. Τους θεωρούσε φορείς θεϊκής τιμωρίας, κακής τύχης,
μολυσμένης μοίρας. Ο Μινγκ, ωστόσο, είχε χτίσει την περιουσία του επάνω σε ό,τι
οι άλλοι απέφευγαν, παραμελημένες
αγορές, υποτιμημένα προϊόντα, ανθρώπους που κανείς δεν εμπιστευόταν. Ίσως,
βαθιά μέσα του, να ένιωθε και μια σκοτεινή συγγένεια. Η φήμη, όπως και η υγεία,
μπορούσε να στιγματιστεί από έναν μόνο ψίθυρο.
Αν πετύχαινε, θα επέστρεφε όχι μόνο με
κιβώτια γεμάτα νεφρίτη και σπάνιους λίθους, αλλά με πλεονέκτημα που θα εδραίωνε
τη θέση του για χρόνια. Αν αποτύγχανε — ή αν η ασθένεια τον άγγιζε — το όνομά
του θα συνδεόταν με κάτι που η κοινωνία δεν συγχωρούσε εύκολα.
Καθώς προχωρούσε προς τα ορεινά περάσματα
του Γιουνάν, ο Κινγκ Μινγκ ήξερε πως αυτό το σκέλος του ταξιδιού δεν ήταν απλώς
εμπορικό. Ήταν ένα στοίχημα — όχι με χαρτιά ή ζάρια, όπως εκείνα που είχαν
καταστρέψει κάποτε τον Τσεν Ρονγκ, αλλά με φήμη, σώμα και μέλλον.
Το ταξίδι του Κινγκ Μινγκ προς τα ορεινά
σύνορα του Γιουνάν στέφθηκε με επιτυχία μεγαλύτερη απ’ ό,τι είχε τολμήσει να
ελπίσει. Οι απομονωμένοι οικισμοί — εκεί όπου είχαν συγκεντρωθεί άνθρωποι
σημαδεμένοι από λέπρα ή απλώς στιγματισμένοι από τον φόβο της — δεν έμοιαζαν με
«χώρα», αλλά με συστάδα σιωπηλών κοιλάδων. Οι καλύβες ήταν χαμηλές, χτισμένες
από πέτρα και πηλό. Ο καπνός ανέβαινε αραιός. Οι άνθρωποι απέφευγαν το άγγιγμα,
μα όχι τη συναλλαγή.
Οι πέτρες, όμως — οι πέτρες ήταν θησαυρός. Ακατέργαστος
νεφρίτης από τις διαδρομές που οδηγούσαν προς τη βόρεια Βιρμανία, σκούρες
πράσινες φλέβες μέσα σε γαλακτερό λίθο· κοκκινωποί αχάτες· σπάνιοι
γαλαζοπράσινοι λίθοι που, όταν λειαίνονταν, έμοιαζαν με παγωμένο νερό. Οι
εξόριστοι τεχνίτες ήξεραν να τους δουλεύουν με υπομονή που μόνο η απομόνωση
γεννά.
Ο Μινγκ δεν διαπραγματεύτηκε σκληρά.
Πρόσφερε σταθερή προμήθεια ρυζιού, υφασμάτων και αλατιού — αγαθά που για
εκείνους άξιζαν περισσότερο από το ασήμι. Σε αντάλλαγμα, εξασφάλισε
αποκλειστική μεταφορά των λίθων μέσω των δικών του ανθρώπων. Σφράγισαν τη
συμφωνία χωρίς τελετές, μόνο με βλέμματα και μετρημένες υποκλίσεις.
Τα κιβώτια φορτώθηκαν σε μουλάρια, δεμένα
σφιχτά με σκοινί και κερωμένο ύφασμα για την υγρασία των βουνών. Κανένα έμβλημα
δεν δήλωνε το περιεχόμενο. Μα ο Μινγκ ήξερε: αν έφταναν σώα στη Σετσουάν, το
κατάστημά του θα γινόταν το μοναδικό σημείο προμήθειας τέτοιων λίθων σε
ολόκληρη την περιοχή.
Κι όμως, δεν επέστρεψε αμέσως. Ο φόβος της
λέπρας δεν ήταν αβάσιμος για την εποχή.— τότε οι άνθρωποι πίστευαν πως τα
σημάδια μπορούσαν να φανούν μέσα σε εβδομάδες: αποχρωματισμοί στο δέρμα,
μουδιάσματα, πληγές που δεν πονούσαν.
Ο Μινγκ δεν ήταν γιατρός· ήταν έμπορος. Μα
δεν θα ρίσκαρε να επιστρέψει στο σπίτι του και να φέρει μαζί του υποψία
μόλυνσης. Κατευθύνθηκε λοιπόν σε μια απομονωμένη κοιλάδα στα όρια της νότιας
Σετσουάν, κοντά στα ήσυχα περάσματα που οδηγούσαν προς το Γιμπίν. Εκεί υπήρχε
ένα μικρό αγροτικό συγκρότημα — λίγα σπίτια, ένας ναΐσκος αφιερωμένος σε τοπική
θεότητα της γης, και χωράφια που καλλιεργούνταν σιωπηλά από οικογένειες που δεν
ρωτούσαν πολλά.
Έμεινε εκεί έναν ολόκληρο μήνα. Ζούσε απλά.
Ξυπνούσε με το φως, έπλενε ο ίδιος το σώμα του στον ποταμό, εξέταζε προσεκτικά
το δέρμα του κάθε πρωί και κάθε βράδυ. Έψαχνε για λευκές κηλίδες, για περιοχές
χωρίς αίσθηση, για πληγές που δεν έκλειναν. Κάθε μικρό τσίμπημα τον έκανε να
σταματά. Κάθε κοκκίνισμα τον κρατούσε άγρυπνο.
Η κοιλάδα ήταν ήσυχη. Μόνο ήχος νερού και
εντόμων. Κανείς δεν τον πλησίαζε περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Είχε δώσει
εντολή να αφήνουν το φαγητό του σε απόσταση. Ήθελε, αν υπήρχε κίνδυνος, να τον
περιορίσει στον εαυτό του.
Οι μέρες περνούσαν αργά. Ο χρόνος, χωρίς
διαπραγματεύσεις και λογαριασμούς, αποκτούσε άλλο βάρος.
Στο τέλος του μήνα, δεν είχε εμφανιστεί
κανένα ύποπτο σημάδι. Το δέρμα του παρέμενε καθαρό. Η δύναμή του ακέραιη.
Ήξερε, βαθιά μέσα του, πως η αληθινή φύση
της ασθένειας μπορούσε να κρύβεται για χρόνια. Μα για τα δεδομένα της εποχής,
είχε τηρήσει κάθε δυνατή προφύλαξη.
Όταν τελικά πήρε τον δρόμο της επιστροφής,
τα κιβώτια με τις πολύτιμες πέτρες τον περίμεναν ασφαλή, φυλαγμένα από
έμπιστους ανθρώπους του.
Επέστρεφε όχι μόνο πλουσιότερος — αλλά και
καθαρός. Και στο μυαλό του είχε ήδη αρχίσει να σχηματίζεται το επόμενο βήμα:
πώς να μετατρέψει πέτρες που εξορύχθηκαν σε γη στιγματισμένη από φόβο, σε
σύμβολα κύρους για τους ισχυρούς της Σετσουάν.
Η ορδαλία του Κινγκ Μινγκ
Ο Κινγκ Μινγκ, παρά την προσεκτική απομόνωση
και την παρακολούθηση του σώματός του, ήξερε πως τα έθιμα της περιοχής
απαιτούσαν κάτι παραπάνω: την ορδαλία — μια δοκιμασία που θα έκρινε δημόσια την
καθαρότητά του.
Στις ορεινές και απομονωμένες κοινότητες, η
λέπρα προκαλούσε φόβο και δέος. Οι τοπικοί ιερείς και οι ηλικιωμένοι συνήθιζαν
να ζητούν από τους επισκέπτες που είχαν έρθει από μολυσμένες περιοχές να
υποβληθούν σε δοκιμασίες: ένα είδος ορδαλίας με νερό, όπου ο υποψήφιος έπρεπε
να σταθεί γυμνός ή με τα χέρια δεμένα μέσα στο ποτάμι για ώρες, παρακολουθώντας
για οποιοδήποτε σύμπτωμα.
Αν το νερό τον δέχονταν χωρίς πληγή ή
εξάνθημα, τότε η θεότητα θεωρούσε το σώμα του καθαρό και την ψυχή του έντιμη.
Ο Κινγκ Μινγκ προχώρησε λοιπόν στην όχθη
ενός παγωμένου ποταμού, ανάμεσα σε βράχια που έμοιαζαν με αγάλματα αγίων και
σκιές κρυφές στις κόγχες των δέντρων. Οι ντόπιοι συγκεντρώθηκαν σιωπηλά· ο
ιερέας ψιθύριζε στίχους προσευχής, κρατώντας ένα μικρό αγαλματίδιο θεότητας,
αφιερωμένο στη Σουι-Σιεν, θεά της προστασίας από λοιμούς και ασθένειες.
Ο Κινγκ Μινγκ, με τα χέρια μπροστά στο
στήθος και το βλέμμα ακίνητο, μπήκε στο νερό. Το ρεύμα ήταν κρύο και τα βράχια
ολισθηρά. Κάθε δευτερόλεπτο φάνταζε αιώνας· κάθε παγωμένη ανάσα μια μικρή
δοκιμασία της αποφασιστικότητάς του. Οι ώρες κύλησαν και ο ήλιος άρχισε να
γέρνει πίσω από τα βουνά, χρωματίζοντας τον ποταμό με χρυσοκόκκινο φως.
Όταν ο ιερέας τελικά άγγιξε το νερό με το
αγαλματίδιο και ψιθύρισε «Καθαρός», ο Μινγκ ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από τους
ώμους του. Το σώμα του ήταν άθικτο· το δέρμα του αλώβητο· κανένα σημάδι
μόλυνσης δεν είχε εμφανιστεί. Η ορδαλία είχε περάσει με επιτυχία.
Στο μυαλό του αναδύθηκε η υπόσχεση.
«Σουι-Σιεν,» ψιθύρισε, «αν με προστατεύσεις, θα κτίσω έναν μικρό ναό, θα προσφέρω
θυσίες και θα διατηρήσω τη φήμη σου ζωντανή εδώ, σε αυτή την κοιλάδα, ώστε όσοι
έρθουν από μακριά να θυμούνται την προστασία σου.»
Κι έτσι, υπό το φως του ηλιοβασιλέματος, ο Κινγκ
Μινγκ υποσχέθηκε ένα τάμα, ένα σημείο αφιερωμένο στη θεότητα που είχε δοκιμάσει
το σώμα του και το είχε κρίνει άξιο — μια υπόσχεση που θα συνόδευε κάθε
μελλοντική επιτυχία του στις σπάνιες και πολύτιμες πέτρες.
Η μυστική επιστροφή του Κινγκ
Μινγκ
Η επιστροφή του Κινγκ Μινγκ στην πρωτεύουσα
της Σετσουάν ήταν αθόρυβη. Καθώς τα φορτία με τις πολύτιμες πέτρες έφταναν στο
κατάστημά του, κανείς δεν τον είδε να περνά από την κύρια πύλη· δεν υπήρχε
χαιρετισμός, δεν υπήρχε υποδοχή. Μόνο ο Τσεν Ρονγκ κλήθηκε στο γραφείο του. Ο
Μινγκ, με τα μάτια βαριά από τον πυρετό και τη φωνή του χαμηλή, του μίλησε
αυστηρά:
«Τσεν
Ρονγκ,» είπε, «για λίγο καιρό, θα αναλάβεις εσύ το κατάστημα. Κανείς δεν πρέπει
να ξέρει πως επέστρεψα. Πες σε όλους ότι ακόμη ταξιδεύω.»
Ο Τσεν Ρονγκ έσκυψε το κεφάλι, κατανοώντας
πλήρως την σοβαρότητα της εντολής.
«Και να θυμάσαι,» συνέχισε ο Μινγκ, «κανείς
δεν πλησιάζει. Θα μου αφήνουν το φαγητό σε απόσταση. Οποιοσδήποτε αγνοήσει
αυτό, θα αντιμετωπίσει συνέπειες. Στους υπηρέτες του σπιτιού θα βρεις δουλειές
στο κατάστημα. Θα τους κρατήσεις απασχολημένους. Βρες μια πρόφαση, ότι υπάρχουν
εργασίες, ότι δεν υπάρχει λόγος να κάθονται σε ένα άδειο σπίτι. Πάρε την Τσεν Λι
Χούι στο σπίτι σου για λίγο καιρό. Μέχρι νεωτέρας εντολής, κανείς δεν πρέπει να
μπει εδώ.»
Το σώμα του Κινγκ Μινγκ έκαιγε από τον
πυρετό· το γερό κρυολόγημα που είχε προσβληθεί κατά την ορδαλία στα παγωμένα
νερά είχε εξελιχθεί σε κάτι σαν πνευμονία. Ο Τσεν Ρονγκ παρατήρησε κάθε
τρέμουλο, κάθε βήχα, αλλά δεν αμφισβήτησε. Ήξερε πως η εμπιστοσύνη και η
πειθαρχία τώρα ήταν απαραίτητες.
Κι όμως, το ίδιο βράδυ, η νεαρή Τσεν Λι Χούι,
ανυπόμονη και αφοσιωμένη, έσπασε διακριτικά την καραντίνα. Σαν σκιά γλίστρησε
στο σπίτι και μετά στο δωμάτιο όπου ο Κινγκ Μινγκ κοιμόταν. Το πρόσωπό του ήταν
καλυμμένο από ελαφρύ ιδρώτα, το σώμα του σφραγισμένο από πυρετό.
Με
προσεκτικές κινήσεις, η Τσεν Λι Χούι άπλωσε νερό σε μία λεκάνη και άρχισε να
πλένει απαλά το πρόσωπο και τα χέρια του, μαλακά και με επιμέλεια. Το νερό ήταν
χλιαρό, η ατμόσφαιρα γεμάτη ατμόσφαιρα αδιόρατης αγωνίας. Κάθε της κίνηση ήταν
προσεκτική, σαν να φρόντιζε όχι μόνο ένα σώμα αλλά και ένα μυστικό.
Ο Κινγκ Μινγκ, με τα μάτια κλειστά, ένιωσε
την ψυχρή δροσιά του νερού και το χάδι της φροντίδας. Η παρουσία της Τσεν Λι Χούι,
χωρίς φωνή, χωρίς λόγια, ήταν η μόνη ασπίδα ενάντια στην ερημιά της καραντίνας
και την αδιαπέραστη σιωπή του δωματίου.
Η νύχτα ήταν βαριά, γεμάτη πυρετό και
ιδρώτα. Ο Κινγκ Μινγκ ξύπνησε απότομα, τα μάτια του θολά, την καρδιά του να
χτυπάει γρήγορα. Στο ημίφως, είδε τη Τσεν Λι Χούι να γονατίζει δίπλα του, με
νερό σε μια λεκάνη, να σκουπίζει απαλά τον ιδρωμένο του λαιμό και το πρόσωπό
του, προσφέροντας φροντίδα χωρίς να μιλά.
Η θέα της του προκάλεσε μια αποφασιστικότητα
που ξεπερνούσε τον πυρετό. Με βραχνή φωνή, της είπε: «Αν έχω μολυνθεί, μολύνθηκες και συ μαζί μου».
Η Τσεν Λι Χούι, καθισμένη δίπλα στο κρεβάτι
του, κοίταξε τον Κινγκ Μινγκ με βλέμμα που έκρυβε όλη την αγωνία και την
αφοσίωση της καρδιάς της. «Δεν με νοιάζει τίποτα άλλο,» ψιθύρισε, η φωνή της ραγισμένη
από το συναίσθημα αλλά γεμάτη
αποφασιστικότητα. «Αρκεί να είμαι κοντά σου. Εσύ… είσαι ο μόνος άντρας στη ζωή
μου. Χωρίς εσένα, θα χαθώ.»
Ο Κινγκ Μινγκ άνοιξε τα μάτια του αργά, μέσα
στον πυρετό και την εξάντληση, και την κοίταξε. Δεν υπήρχε ανάγκη για λόγια. Το
δέσιμο τους, η αφοσίωση που έδειχνε αυτή η νεαρή κοπέλα, ήταν πιο ισχυρό από
κάθε εντολή, από κάθε συμφωνία που είχε συναφθεί στις εμπορικές του διαδρομές.
Η Τσεν Λι Χούι πλησίασε, άγγιξε απαλά τα
χέρια του και έσκυψε, σχεδόν προστατευτικά, πάνω από το καμένο από πυρετό σώμα
του. Το βλέμμα της ήταν σταθερό και αδιαπραγμάτευτο· η αγάπη της καθαρή και
απόλυτη.
Μέσα στο σιωπηλό δωμάτιο, ανάμεσα στους
τοίχους του διώροφου σπιτιού και την αχνή μυρωδιά από τις λυχνίες, φάνηκε
καθαρά ένα πράγμα, δεν υπήρχε πια καμία ανάγκη για μάσκες ή υποκρισία. Η Τσεν Λι
Χούι, η Λι Χούι, είχε βρει το μοναδικό της καταφύγιο, εκείνον που είχε γίνει
για εκείνη το κέντρο του κόσμου.
Το σπίτι βυθίστηκε σε απόλυτη σιωπή. Οι
τοίχοι του διώροφου σπιτιού κρατούσαν μυστικά, αλλά τώρα ήταν γεμάτοι από την
μοναδική παρουσία της Τσεν Λι Χούι. Καθώς ο Κινγκ Μινγκ βυθιζόταν ξανά στον
πυρετό, ένιωσε την ασφάλεια που του έδινε η φροντίδα της. Ένα σπίτι που άλλοτε έσφυζε
από υπηρέτες, ήχους και ενέργεια, τώρα είχε μετατραπεί σε θύλακα προστασίας:
μόνο εκείνη και εκείνος, μέσα στη νύχτα, με τους φόβους και τα μυστικά τους να
αιωρούνται αθόρυβα.
Η πρώτη ερωτική επαφή
Ένας μήνας είχε περάσει από την ημέρα που η
καραντίνα είχε ορίσει τις μέρες τους. Το διώροφο σπίτι του Κινγκ Μινγκ ήταν
άδειο, σιωπηλό, χωρίς άλλες φωνές ή βήματα, παρά μόνο η αχνή ανάσα του
αφεντικού και το δικό της αόρατο βήμα.
Ο Κινγκ Μινγκ είχε αρχίσει σταδιακά να συνέρχεται.
Ο πυρετός είχε υποχωρήσει, μα η αδυναμία και οι ζαλάδες που άφησε πίσω του η
ορδαλία στα παγωμένα νερά, ακόμα τον ταλαιπωρούσαν. Έκατσε στο κρεβάτι, τα
μάτια του λίγο θολά από την ατονία, μα γεμάτα με μια βαριά και αργή δύναμη
ζωής.
Η Τσεν Λι Χούι πλησίασε αθόρυβα. Έσκυψε, και
με φυσικότητα που μόνο η απόλυτη εμπιστοσύνη μπορεί να γεννήσει, τυλίχθηκε γύρω
του. Το σώμα της έγινε κουβέρτα και ασπίδα, θερμαίνοντας τα κουρασμένα μέλη
του, προστατεύοντάς τον από το ψύχος που ακόμα αισθανόταν στο σπίτι.
Η πρώτη σωματική επαφή τους δεν ήταν
βιαστική ούτε βίαιη· ήταν απελευθέρωση, ανάγκη, αμοιβαία εμπιστοσύνη. Η Λι Χούι,
ούτε πλέον η κάποτε Γι Λι Χούι, ούτε η πρόσφατα ονομασθείσα Τσεν Λι Χούι, χωρίς
όνομα, μόνον με σώμα και εαυτό, άφησε το σώμα της να εναρμονιστεί με το δικό
του, με κίνηση ήρεμη και συνειδητή, σαν να έδινε ζωή και ζεστασιά στα
κουρασμένα του κύτταρα.
Ο Κινγκ Μινγκ, για πρώτη φορά μετά από
εβδομάδες, ένιωσε την προστασία και την φροντίδα να τον περιβάλλει όχι ως
υπηρεσία, αλλά ως μια ολοκληρωμένη αφοσίωση. Η Λι Χούι δεν κρατούσε πλέον
αποστάσεις· είχε αφήσει τον εαυτό της ελεύθερο σε εκείνον, χωρίς φόβο, χωρίς
περιστροφές.
Και μέσα στο άδειο, κλειστό σπίτι, ανάμεσα
στους τοίχους που είχαν κρατήσει μυστικά, η σιωπή έγινε ο μάρτυρας της
μοναδικής τους σύνδεσης, σώμα με σώμα, καρδιά με καρδιά, φροντίδα που
ξεπερνούσε κάθε λέξη ή νόρμα, και μια αίσθηση ότι ο κόσμος έξω από το σπίτι
είχε παγώσει, αφήνοντας μόνο εκείνους να υπάρξουν.
στιγμή.
Τρεις μήνες είχαν περάσει, και η ζωή στο
κατάστημα κυλούσε χωρίς κενά. Ο Τσεν Ρονγκ είχε αναλάβει πλήρως τη διεύθυνση,
καθησυχάζοντας υπαλλήλους και πελάτες για την απουσία του Κινγκ Μινγκ. «Το
ταξίδι είναι μεγάλο», έλεγε, «και σύντομα θα επιστρέψει. Μπορεί να κάνει και
κάποια στάση στο χωριό του στο Λο Τζιανγκ».
Όταν οι πελάτες τον ρωτούσαν για την νεαρή
Τσεν Λι Χούι, την ανιψιά του «Πήγε να δει τη μητέρα της», απαντούσε με ήρεμη
φωνή, χωρίς να προσθέτει τίποτα. Η απουσία της φαινόταν απολύτως φυσιολογική
και κανείς δεν αμφισβητούσε τη δικαιολογία.
Στο άδειο σπίτι του Κινγκ Μινγκ, όμως, η
πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Εκείνη και ο Κινγκ Μινγκ είχαν δημιουργήσει
ένα μικρό δικό τους κόσμο· η φροντίδα και η αφοσίωση είχαν γίνει καθημερινή
ρουτίνα, και κάθε αγγίγματά τους, κάθε λέξη και κίνηση, έσφιγγε το δεσμό τους.
Η σιωπή γύρω τους, η μοναξιά του κλειστού σπιτιού, είχε μετατραπεί σε
καταφύγιο, όπου η αγάπη και η εμπιστοσύνη ήταν οι μόνοι νόμοι που μετρούσαν.
Όταν ο πόθος και η ένωση είναι απαγορευμένοι μόνο στη σιωπή και στο σκοτάδι
μπορεί να υπάρξουν και να διαρκέσουν.
το δώρο του Τσεν Ρονγκ
Ο Τσεν Ρονγκ καθόταν στο γραφείο του
καταστήματος, η καρδιά του βαριά από τη σκέψη της ηλικίας και των χρόνων που
είχαν περάσει, αλλά η αποφασιστικότητα του ακάθεκτη. Κάθε βιβλίο, κάθε
λογιστική καταγραφή, κάθε συμφωνία είχε περάσει από τα χέρια του· τώρα ήρθε η
ώρα για το μεγαλύτερο δώρο: την ασφάλεια της Τσεν Λι Χούι.
Στο παλιό ξύλινο γραφείο του, η πένα του Τσεν
Ρονγκ άρχισε να κινείται αργά πάνω στο χαρτί, ζωγραφίζοντας το κάθε
γράμμα με ακρίβεια και βαρύτητα. Η διαθήκη του ήταν σύντομη, αλλά σαφής, χωρίς
περιθώρια παρερμηνείας. Τα λόγια του έφεραν την αίσθηση της εμπειρίας, της
φροντίδας και της απόλυτης αφοσίωσης στην ανιψιά του, Τσεν Λι Χούι:
«Εγώ, ο Τσεν Ρονγκ, έμπιστος υπάλληλος και
έμπορος της επαρχίας Σετσουάν, συντάσσω την παρούσα διαθήκη, εν πλήρη υγεία
πνευματική και σαφήνεια σκέψης, γνωρίζοντας το πέρασμα του χρόνου και τα
περασμένα βάσανα.
Όλοι λογαριασμοί και οι υποχρεώσεις μου,
κληροδοτούνται στην ανιψιά μου, Τσεν Λι Χούι, όπως καταχωρείται στα δημοτολόγια
της επαρχίας, υπό το όνομα «ανιψιά Τσεν Ρονγκ».
Η Τσεν Λι Χούι θα έχει πλήρη δικαίωμα να
διαχειρίζεται τις περιουσίες μου όπως κρίνει σωστό, και κάθε παρεμβαίνων που θα
επιβουλευθεί την ασφάλεια ή τα συμφέροντά της θα θεωρείται υπεύθυνος.
Προηγουμένως, έχω φροντίσει ώστε η Τσεν Λι Χούι
να καταχωρηθεί στα δημοτολόγια ως η νόμιμη ανιψιά μου, με κάθε απαραίτητη
έντεχνη διαδικασία για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της.
Η παρούσα διαθήκη συντάσσεται με πλήρη
επίγνωση και θέληση, για να διασφαλιστεί η ασφάλεια, η αξιοπρέπεια και η
ευημερία της Τσεν Λι Χούι, ώστε να μην λείψει τίποτα στην ζωή της, όσα κι αν
φέρει ο χρόνος.
Υπογραφή: Τσεν
Ρονγκ
Η διαθήκη αυτή δεν ήταν απλώς νομικό
έγγραφο· ήταν η απόλυτη έκφραση της φροντίδας του θείου προς την ανιψιά του, η
εξασφάλιση της ζωής της σε έναν κόσμο γεμάτο αβεβαιότητες, και η διασφάλιση ότι
η Τσεν Λι Χούι θα είχε πάντα ένα δικό της καταφύγιο και περιουσία,
προστατευμένη από κάθε αναποδιά. Ο Τσεν Ρονγκ γνώριζε από την πρώτη στιγμή που
είχε συμφωνήσει να υποδυθεί τον θείο της ότι υπήρχε ερωτικό ενδιαφέρον ανάμεσα
στον Κινγκ Μινγκ και τη νεαρή ανηψιά του. Το πότε αυτό θα γινόταν ολοκληρωμένη
πράξη ήταν ζήτημα χρόνου. Κάποιες νομοτέλειες είναι αναπόδραστες.
Η εμφάνιση του Κινγκ Μινγκ
Τέσσερις μήνες μετά τη σιωπηλή του
επιστροφή, ο Κινγκ Μινγκ πέρασε επιτέλους το κατώφλι του καταστήματος μέρα
μεσημέρι. Οι υπάλληλοι έσκυψαν βαθιά, οι πελάτες αντάλλαξαν βλέμματα
ανακούφισης. Η απουσία του είχε βαφτιστεί «μεγάλο ταξίδι» και τώρα η επιστροφή
του επιβεβαίωνε τη δύναμη και την επιτυχία του.
Τα κιβώτια με τις πολύτιμες πέτρες από τη
μακρινή «χώρα των λεπρών» παρέμεναν κλειστά στην αποθήκη. Δεν είχε ακόμη
διοχετεύσει τίποτε στην αγορά. Ήξερε πως το σπάνιο εμπόρευμα χρειάζεται σωστό
χρόνο· όπως το μετάξι, αν το απλώσεις βιαστικά, τσαλακώνεται.
Στο πίσω δωμάτιο, ο Τσεν Ρονγκ στάθηκε
απέναντί του, σοβαρός. «Κύριε Μινγκ,» είπε χαμηλόφωνα, «η επανεμφάνισή σας
είναι ήδη αρκετή για να κινήσει γλώσσες. Αν φανεί και η Τσεν Λι Χούι τώρα, την
ίδια στιγμή, θα γεννηθούν φήμες. Οι άνθρωποι δεν συγχωρούν τις συμπτώσεις.»
Ο Μινγκ τον κοίταξε σιωπηλά.
«Ας περάσει λίγος καιρός ακόμη. Οι υπηρέτες
θα παραμείνουν στο κατάστημα, όπως ως τώρα. Το σπίτι ας μείνει ήσυχο. Εκείνη
απέδειξε πως μπορεί να το κρατήσει μόνη της.»
Ο Τσεν Ρονγκ στάθηκε όρθιος απέναντι στον
Κινγκ Μινγκ, κρατώντας τα χέρια του ενωμένα μέσα στα φαρδιά μανίκια του. Η φωνή
του ήταν ήρεμη, μα κάθε λέξη ζυγισμένη όπως ζυγίζεται το ρύζι στην αγορά. «Πρέπει να φύγω για λίγο,» του είπε. «Να πάω
στην πατρίδα μου. Να προσκυνήσω τον τάφο της αδελφής μου. Είναι καιρός να φανεί
πως η οικογένεια έχει ρίζες εκεί. Θα ενισχύσει όσα έχουμε υφάνει.»
Πλησίασε στο χαμηλό τραπέζι και άπλωσε επάνω
του ένα αντίγραφο της καταχώρισης από το γενεαλογικό βιβλίο. «Η Τσεν Λι Χούι
υπάρχει πλέον στα χαρτιά. Είναι κόρη της αδελφής μου, εγγεγραμμένη στο γένος.
Μα τα χαρτιά, όσο κι αν είναι επίσημα, χρειάζονται σκιές από αληθινές πράξεις
για να μη φαίνονται καινούρια.»
Σήκωσε
το βλέμμα του.
«Αν
ταξιδέψω στην πατρίδα μου, αν με δουν να θυμιατίζω στον τάφο της Τζιανγκγιουάν,
αν ακουστεί το όνομά της δημόσια, τότε η ιστορία θα ριζώσει. Αν ο τάφος δεχθεί
προσφορές, αν το όνομα της “ανιψιάς” ακουστεί δίπλα στο όνομα της μητέρας της,
τότε ακόμη κι όποιος αμφιβάλλει θα σωπάσει. Διότι κανείς δεν αμφισβητεί έναν
άνδρα που τιμά τους νεκρούς του.»
Έσκυψε
ελαφρά.
«Δεν
ταξιδεύω μόνο για να προσκυνήσω. Ταξιδεύω για να σφραγίσω με θυμίαμα και μαρτυρίες
όσα έχουμε γράψει με μελάνι.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά, αλλά
καθαρή. Ο Τσεν Ρονγκ δεν μιλούσε ως υπάλληλος· μιλούσε ως άνθρωπος που γνώριζε
πως η τιμή, η συγγένεια και το εμπόριο στηρίζονται στο ίδιο πράγμα: στην
πειστική αφήγηση.
«Αφήστε
με να πάω,» κατέληξε ήσυχα. «Και όταν επιστρέψω, η ρίζα της Τσεν Λι Χούι δεν θα
μπορεί πια να ξεριζωθεί.»
Όταν ο Κινγκ Μινγκ επέστρεψε εκείνο το βράδυ
στο σπίτι, τη βρήκε να τον περιμένει με την ίδια ήρεμη σταθερότητα. Δεν υπήρχε
πια πυρετός στο πρόσωπό του· μόνο η σκιά της περιπέτειας.
«Θα
περιμένεις λίγο ακόμη,» της είπε. «Δεν πρέπει να σε δουν τώρα.»
Εκείνη
ένευσε. Δεν υπήρχε παράπονο.
Και έτσι, ενώ στην αγορά άρχιζε να
κυκλοφορεί η είδηση πως ο Κινγκ Μινγκ επέστρεψε από μακρινά ταξίδια, τα κιβώτια
με τις πέτρες παρέμεναν κλειστά, η Τσεν Λι Χούι παρέμενε αόρατη, ο Τσεν Ρονγκ
ετοιμαζόταν να βαδίσει προς τους τάφους των προγόνων — για να στερεώσει με
θυμίαμα και στάχτη μια αλήθεια που είχε γεννηθεί πρώτα στο χαρτί.
Η επίσκεψη του Τσεν Ρονγκ στη γη
των προγόνων
Ο Τσεν Ρονγκ γνώριζε καλά πως στην πατρίδα
του, στο Τζιανγκνάν, τα ονόματα είχαν βάρος μεγαλύτερο από το ασήμι και τα
χαρτιά μεγαλύτερη δύναμη από το ξίφος. Εκεί, κοντά στα κανάλια και στα
ρυζοχώραφα, οι οικογένειες δεν ζούσαν μόνο με το αίμα τους· ζούσαν με τα αρχεία
τους. Αν ένα όνομα γραφόταν στο γενεαλογικό βιβλίο, αποκτούσε ρίζες. Κι αν
αποκτούσε ρίζες, γινόταν αλήθεια.
Έφθασε στο πατρικό χωριό με σεμνότητα, χωρίς
τυμπανοκρουσίες. Είχε φέρει μαζί του δώρα — μεταξωτά υφάσματα, καλό τσάι από τα
βουνά της Σετσουάν, και ένα πουγκί με ασημένια νομίσματα. Όχι για επίδειξη· για
μνήμη. Για να θυμίσει στους παλαιούς γνωστούς πως ο γιος του τόπου τους δεν
είχε ξεχάσει τις όχθες όπου έπαιζε παιδί.
Πρώτα επισκέφθηκε τον πρεσβύτερο του γένους
Τσεν, τον φύλακα του οικογενειακού γενεαλογικού βιβλίου. Έκατσαν αντικριστά, με
το βαρύ τετράδιο ανοιγμένο ανάμεσά τους. Οι σελίδες του κιτρίνιζαν από τον
χρόνο, γεμάτες ονόματα ανδρών, γάμων, γεννήσεων, θανάτων. Εκεί γραφόταν η
αλήθεια — ή ό,τι όλοι συμφωνούσαν πως ήταν αλήθεια.
«Η αδελφή μου, η Τζιανγκγιουάν,» είπε
χαμηλόφωνα ο Τσεν Ρονγκ, «παντρεύτηκε μακριά. Ο άντρας της πέθανε νωρίς. Το
κορίτσι της μεγάλωσε χωρίς στήριγμα. Τώρα τη φέρνω πίσω στο γένος της.»
Ο πρεσβύτερος δεν τον διέκοψε. Ήξερε πως οι
γυναίκες που παντρεύονταν εκτός τόπου χάνονταν συχνά από τα αρχεία. Ήταν εύκολο
να προστεθεί ένα όνομα που κανείς δεν είχε φροντίσει να καταγράψει παλαιότερα.
Ο θάνατος ενός γαμπρού σε μακρινή επαρχία δεν ήταν πράγμα σπάνιο.
Το πουγκί με τα ασημένια νομίσματα δεν
ακούμπησε ποτέ ανοιχτά στο τραπέζι. Έμεινε δίπλα στο χέρι του Ρονγκ, σαν σκιά.
Ο πρεσβύτερος το σκέπασε με το μανίκι του καθώς γύριζε μια σελίδα.
Έπειτα ήρθε η σειρά του γραφέα της επαρχίας.
Τα δημοτολόγια απαιτούσαν ακρίβεια: ηλικία, τόπος γέννησης, όνομα πατέρα. Εκεί
ο Τσεν Ρονγκ έδειξε την τέχνη του. Είχε ήδη φροντίσει να προστεθεί στο
οικογενειακό βιβλίο μια καταχώριση παλαιότερη, με μελάνι ελαφρώς ξεθωριασμένο —
πως η Τζιανγκγιουάν είχε αποκτήσει θυγατέρα. Το παιδί «δεν είχε παρουσιαστεί
έγκαιρα λόγω των ταραχών και της μετακίνησης». Μια καθυστέρηση, όχι μια απάτη.
Ο γραφέας ύψωσε το βλέμμα του δύσπιστα. «Υπάρχουν
μάρτυρες;»
Δύο γέροντες του χωριού — παλαιοί γνώριμοι
του Ρονγκ — βεβαίωσαν πως θυμούνταν τον γάμο της αδελφής του. Κανείς δεν
θυμόταν παιδί, μα κανείς δεν μπορούσε να ορκιστεί πως δεν υπήρξε. Στα χωριά, η
μνήμη είναι σαν το νερό του καναλιού, θολώνει εύκολα όταν τη σκαλίσεις. Το
όνομα γράφτηκε τελικά με καθαρό, επίσημο μελάνι: Τσεν Λι Χούι — θυγάτηρ της Τζιανγκγιουάν, εγγονή του
γένους Τσεν.
Η σφραγίδα έπεσε βαριά στο χαρτί.
Ο Τσεν Ρονγκ ένιωσε τότε πως είχε υφάνει ένα
νέο νήμα στο μετάξι της οικογενειακής τιμής. Δεν είχε αλλάξει το αίμα· είχε
αλλάξει τα αρχεία. Και στην Τζιανγκνάν, τα αρχεία ήταν αρκετά. Η οικογένειά του
είχε αποκτήσει έτσι έναν απόγονο.
Όταν αργότερα στάθηκε μπροστά στην Τσεν Λι Χούι
και της παρέδωσε το αντίγραφο της καταχώρισης, δεν υπήρχε θριαμβολογία στο
βλέμμα του. «Τώρα έχεις ρίζες,» της είπε απλά. «Και οι ρίζες, παιδί μου, είναι
πιο δυνατές από τις φήμες.»
Από εκείνη τη μέρα, η Τσεν Λι Χούι δεν ήταν
πια κορίτσι χωρίς τόπο. Ήταν εγγεγραμμένη στο γένος. Και ό,τι γράφεται στα
βιβλία της πατρίδας, δύσκολα ξεγράφεται.
Η μυστική συνάντηση του Κινγκ
Μινγκ με τη Γι Γιούν
Ο Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ είχε οργανώσει τη
συνάντηση με απόλυτη μυστικότητα. Είχε παραγγείλει με έμπιστο αγγελιαφόρο στην
αδελφή του, τη Γι Γιούν, ότι επρόκειτο να πάρει μια απόφαση που θα άλλαζε τη
ζωή του για πάντα. Ήταν απαραίτητο εκείνη να την μάθει, αλλά μόνο εκείνη και
κανείς άλλος.
Η νύχτα
είχε ήδη απλώσει το πέπλο της πάνω από το χωριό του Λο
Τζιανγκ και το
σκοτάδι είχε καταλάβει κάθε γωνιά του τοπίου. Ο δρόμος προς το σημείο
συνάντησης ήταν γεμάτος σκιές και σιωπηλές γωνιές. Ο Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ είχε οργανώσει με ιδιαίτερη προσοχή τη
συνάντηση, καθώς έπρεπε να διασφαλίσει την απόλυτη μυστικότητα και ασφάλεια.
Είχε επιλέξει ένα μικρό ξέφωτο κοντά στο Σανγκ Τσινγκ, μια περιοχή με χαμηλούς λόφους και πυκνές συστάδες
δέντρων, όπου δεν θα μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει τις κινήσεις τους.
Οι εμπορικές οδοιπορίες του Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ τον είχαν συχνά
φέρει στην περιοχή αυτή, καθώς ήταν κοντά στις πιο κεντρικές διαδρομές της
πόλης και ήταν ιδανικό σημείο για να πραγματοποιήσει την συνάντηση χωρίς να
προκαλέσει υποψίες. Είχε προειδοποιήσει όλους τους υπηρέτες και το προσωπικό
του να μην κάνουν το παραμικρό σχόλιο για τη διάρκεια του ταξιδιού του. Η
συνάντηση ήταν για προσωπικούς λόγους και κανείς δεν έπρεπε να γνωρίζει τίποτα.
Αφού πέρασε από το χωριό και ανέβηκε τα
ήσυχα μονοπάτια, ο Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ
έφτασε στο σημείο που είχε συμφωνήσει με την Γι Γιούν. Η αδελφή του ήταν ήδη εκεί, καλυμμένη με σκούρα ρούχα
και με το πρόσωπο μισοκρυμμένο από το φως του φεγγαριού. Δεν υπήρχε κανείς
άλλος γύρω τους, και ο αέρας ήταν βαρυφορτωμένος από την απόλυτη ησυχία.
«Είσαι
εδώ,» είπε ο Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ,
ψιθυρίζοντας σχεδόν για να μην ακουστούν τα βήματά τους.
Η Γι
Γιούν γύρισε αργά και τον κοίταξε με σοβαρότητα. «Περίμενα να έρθεις πιο νωρίς, αδελφέ,» είπε χαμηλόφωνα, όσο τα
μάτια της έλεγχαν το σκοτεινό τοπίο μήπως υπάρχει κανείς που κρυφακούει γύρω
τους.
«Η
όλη κατάσταση δεν μπορεί να παραμείνει μυστική για πολύ» είπε ο Ζιανγκ Κινγκ
Μινγκ κοιτάζοντας την αδελφή του με σοβαρότητα και αποφασιστικότητα. «Είναι αναγκαίο, Γι Γιούν. Δεν υπάρχει
επιστροφή. Θα παντρευτώ τη Λι Χούι. Έχω
πάρει την απόφαση.»
Η Γι
Γιούν βρέθηκε εμβρόντητη, μέσα στην λίμνη μιας έκπληξης, Τα λόγια που
είχε ακούσει από καλοθελητές που
περνούσαν από την Τσενγκντού
αντηχούσαν ακόμα στο κεφάλι της. Η Λι
Χούι στο κατάστημα του Ζιανγκ
Κινγκ Μινγκ, συνοδευόταν από έναν ηλικιωμένο άντρα, σχεδόν γέρο, που τη προστάτευε
σαν να ήταν κάτι πολύτιμο και ευάλωτο. Από τη στιγμή που οι φήμες άρχισαν να
κυκλοφορούν, η Γι Γιούν είχε
ακούσει όλο και περισσότερους να μιλούν για αυτή τη "σχέση".
Οι φήμες έλεγαν ότι η Λι Χούι ήταν υπό την προστασία ενός
μεγάλου υπαλλήλου του Ζιανγκ Κινγκ
Μινγκ, και ότι ο γέρος υπάλληλος, χρησιμοποιώντας την ηλικία του και την
εξουσία του, είχε βρει την ευκαιρία να ξελογιάσει την άπειρη Λι Χούι. Η Γι Γιούν είχε νιώσει τον θυμό να τη διαπερνά όταν τις άκουσε για
πρώτη φορά, αλλά τώρα, καθώς σκεφτόταν τα πράγματα ψύχραιμα, καταλάβαινε ότι
όλα αυτά τα λόγια ήταν ψέμματα. Όμως, τώρα, η εικόνα που είχε διαμορφώσει στο
μυαλό της άρχισε να θολώνει. Οι φήμες, όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν απλώς λάθος.
Ήταν ακόμα πιο σκοτεινές από ό,τι φανταζόταν. Η κόρη της, η Λι Χούι και ο Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ είχαν προχωρήσει σε κάτι πολύ πιο μυστικό. «Αλήθευαν
οι φήμες,» σκέφτηκε. «Αλλά όχι
με τον τρόπο που κάποιοι νόμιζαν. Τώρα ήταν κάτι πολύ χειρότερο.»
Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη από την
ένταση. Η Γι Γιούν στέκονταν
μπροστά στον αδελφό της, τα χέρια της σφιγμένα σε γροθιές, το πρόσωπό της
γεμάτο απόγνωση και προδοσία. «Με πρόδωσες!» του φώναξε η Γι Γιούν και αμέσως κατέβασε την ένταση για
να μην τύχει και ακουστούν τα λόγια της στη σιωπή της νύχτας. «Εσύ, που πάντα
πίστευα ότι μπορούσα να εμπιστευτώ. Σου εμπιστεύτηκα τη Λι Χούι για να την
προστατέψεις, και τώρα μου λες…»
Ο Ζιανγκ
Κινγκ Μινγκ την κοίταξε με ηρεμία, ενώ τα λόγια της αδελφής του τον
έπλητταν, αλλά δεν τον αιφνιδίασαν. Ήξερε ότι αυτή η στιγμή θα ερχόταν, αλλά
δεν περίμενε να είναι τόσο γεμάτη οργή και απογοήτευση. Απάντησε με τον ίδιο
ήρεμο, σχεδόν ψυχρό τόνο που πάντα τον χαρακτήριζε:
«Αν αυτό
σου φαίνεται προδοσία, τότε αυτό είναι το τίμημα για τις αποφάσεις που έπρεπε
να πάρω» είπε ο Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ έμεινε σιωπηλός για μερικά
δευτερόλεπτα, κοιτώντας την αδελφή του, σαν να προσπαθούσε να κατανοήσει την
ίδια την ερώτηση. Έπειτα, άφησε τη φωνή του να βγει αργά, σαν να ζύγιζε κάθε του
λέξη.
«Η Λι Χούι
είναι διαφορετική,» είπε με φωνή γεμάτη βαρύτητα και σιγουριά. «Είναι διαφορετική από τις άλλες, από όλες
αυτές που πέρασαν μπροστά μου και έφυγαν. Δεν ξέρω ακριβώς πώς να το εξηγήσω,
αλλά υπήρξε κάτι σε αυτήν, μια σιωπηλή δύναμη που με τράβηξε. Ήξερα ότι έπρεπε
να την προστατέψω, να την κρατήσω κοντά μου. Είδα την ίδια μου την αδυναμία, τη
δική μου αβεβαιότητα, και εκείνη ήταν η μόνη που με έκανε να θέλω να προχωρήσω,
να αλλάξω.»
Ο Ζιανγκ
Κινγκ Μινγκ σήκωσε το βλέμμα του,
κοιτάζοντας τη μεγαλύτερη αδελφή του, την Γι Γιούν Τα λόγια του δεν ήταν εύκολα, μα και η
αλήθεια που έβγαινε από μέσα του δεν μπορούσε να ανακοπεί.
«Ξέρεις, Γι Γιούν,» είπε αργά, «μόνο η Λι Χούι ξέρει τι πέρασα εκείνες τις νύχτες,
εκείνες τις ώρες που δεν ήξερα αν ζω ή πεθαίνω, όταν βρισκόμουν στο χείλος του
θανάτου, με το σώμα μου παραδομένο στον πυρετό.»
Ο Ζιανγκ
Κινγκ Μινγκ έκανε μια παύση, θυμήθηκε εκείνες
τις μαρτυρικές στιγμές που είχαν περάσει μαζί με τη Λι Χούι. Όταν ο Κινγκ Μινγκ
ήταν στο κρεβάτι του, αβοήθητος, η ζωή του κρεμόταν από μια κλωστή μόνο εκείνη αναζητούσε
μια λύση για να τον σώσει. Αυτές οι στιγμές είχαν ενώσει τις ψυχές τους, με
τρόπο που κανείς άλλος δεν μπορούσε να καταλάβει.
«Αυτές οι ώρες ήταν οι πιο δύσκολες της ζωής
μου,» συνέχισε, η φωνή του είχε γίνει
ακόμη βαρειά και αργή. «Εκείνη την ώρα, στα πρόθυρα το θανάτου,
συνειδητοποίησα κάτι. Εμείς οι δυο, η Λι Χούι και εγώ, είμαστε πλέον ενωμένοι.
Στη ζωή και στο θάνατο. Κανείς και τίποτα δεν μπορούσε να μας χωρίσει πια. Αυτή
τη σχέση, αυτή τη σύνδεση, δεν μπορεί να τη διαλύσει κανείς. Ούτε η ίδια η
μοίρα.»
Η Γι
Γιούν παρά τις αντιφάσεις που υπήρχαν
μέσα της, ήξερε ότι η πορεία τους είχε πια οριστεί. Η κόρη της η Λι Χούι και ο Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ ήταν πλέον δεμένοι με έναν τρόπο που δεν
μπορούσε να ανατραπεί. Ήταν πλέον αχώριστοι, όχι μόνο στη ζωή, αλλά και στον
θάνατο – και τίποτα, κανένας νόμος ή κοινωνία δεν θα μπορούσε να τους χωρίσει
πια.
Η Γι
Γιούν καθόταν σιωπηλή, τα μάτια της
ανοιχτά στο κενό, αλλά η σκέψη της ταξίδευε πίσω στον χρόνο. Στην νεότητά της,
όταν τα όνειρα και οι επιθυμίες είχαν διαρκώς ανατραπεί από την αδυσώπητη
πραγματικότητα της κοινωνίας και των υποχρεώσεων. Η ζωή της, όπως και τόσων
άλλων, είχε χαράξει μονοπάτια που δεν επέλεγαν οι ίδιοι.
«Πόσοι πραγματικά είχαν την ευκαιρία να επιλέξουν τον σύντροφό
τους;» αναρωτήθηκε η Γι Γιούν. Η ζωή της δεν ήταν παρά μια συμβατική
συμφωνία, μια υποχρέωση που είχε επιβληθεί από την οικογένεια και την κοινωνία.
Η ίδια είχε παντρευτεί τον Γι Γιούν, όχι από έρωτα, αλλά για να συντηρηθεί η οικογενειακή θέση και να
εξασφαλιστεί μια μορφή οικονομικής σταθερότητας. Στην εποχή της, ήταν αδύνατο
να διαλέξεις ελεύθερα το ταίρι σου, καθώς τα οικονομικά και κοινωνικά
συμφέροντα είχαν μεγαλύτερη αξία από τα συναισθήματα.
Η Γι
Γιούν θυμήθηκε τις οικογένειες των
πλουσίων που είχαν παντρέψει τις κόρες τους με εύπορους άντρες, γιατί αυτό
απαιτούσε η κοινωνία. Κορίτσια που ίσως ήθελαν να παντρευτούν κάποιον άλλο,
κάποιον που αγαπούσαν, αλλά δεν είχαν τέτοια επιλογή. Η κοινωνία και οι
κοινωνικοί κανόνες είχαν το δικό τους σχέδιο για τη ζωή τους.
Όπως και η
ίδια, πολλές γυναίκες είχαν αναγκαστεί να υποκύψουν στις ανάγκες των
οικογενειών τους. Και ακόμη και τώρα, όσο και αν είχαν προχωρήσει τα χρόνια, η
υποταγή στις κοινωνικές συμβάσεις παρέμενε ισχυρή. Αν κοιτούσε πίσω, εκείνη
είχε υποχρεωθεί να παντρευτεί τον Γι Γιούν γιατί ήταν ένας άντρας από την ίδια τάξη, και η συνένωση των οικογενειών
φαινόταν λογική για τη διατήρηση της οικονομικής και κοινωνικής σταθερότητας.
Όμως τώρα,
η σκέψη της επέστρεψε στην Λι Χούι. Εκείνη είχε κάνει την επιλογή της. «Η Λι Χούι ήταν πιο τυχερή
από εμένα,» σκέφτηκε η Γι Γιούν. «Η ίδια επέλεξε τον Ζιανγκ Κινγκ
Μινγκ, και εκείνος την επέλεξε. Έχουν αυτό που ελάχιστοι από εμάς είχαμε ποτέ
τη δυνατότητα να ζήσουμε, ελευθερία.
Είτε από αγάπη, είτε από ανάγκη, το είχαν αποφασίσει και οι δυο τους.»
Η Γι
Γιούν ξαφνικά ένιωσε μια σπάνια αίσθηση
ελπίδας για την Λι Χούι. Είχε
την τύχη να επιλέξει, για πρώτη φορά στη ζωή της, τον άνθρωπο που θα την
φρόντιζε και θα την αγαπούσε με έναν τρόπο που κανείς άλλος δεν είχε ποτέ στην
οικογένεια. Αυτό δεν ήταν μια σύμβαση, ήταν μια πραγματική επιλογή, η οποία
ήταν τόσο σπάνια και πολύτιμη όσο το πιο πολύτιμο κόσμημα σε έναν κόσμο γεμάτο
υποκρισία και περιορισμούς.
«Είναι η μόνη που το κατάφερε,» σκέφτηκε η Γι Γιούν. Το βλέμμα της
άρχισε να μαλακώνει, ενώ μια θλιμμένη,
αλλά σχεδόν ανακουφιστική σκέψη περνούσε από το μυαλό της: «Τουλάχιστον,
η Λι Χούι δεν υπήρξε θύμα των συνθηκών, όπως ήμουν εγώ. Τουλάχιστον, αυτή η
νεαρή κοπέλα, μέσα από όλη αυτή τη σύγχυση και τα μυστικά, έχει το δικαίωμα να
πει ότι επέλεξε.» Και παρά τη βαρύτητα
που την εμπόδιζε να το αποδεχτεί πλήρως, η Γι Γιούν ένιωσε να αναγνωρίζει για πρώτη φορά στην κόρη
της, την Λι Χούι, εκείνο το
μικρό κομμάτι ελευθερίας που εκείνη ποτέ δεν είχε γνωρίσει.
Η Γι
Γιούν δεν ήξερε πώς να απαντήσει. Η σοβαρότητα του αδελφού της και η
ειλικρίνειά του την άφησαν άφωνη για μια στιγμή. Δεν ήξερε αν ήθελε να
καταλάβει ή να αποδεχτεί τα λόγια του. Ο πόνος της ήταν έντονος, και η
απογοήτευση την είχε κυριεύσει.
«Τι θα
κάνεις τώρα;» ρώτησε, με τη φωνή της
γεμάτη αμφιβολία. «Πώς θα
αντέξεις τις συνέπειες αυτών των πράξεων; Είσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις την
αντίδραση της κοινωνίας;»
Ο Ζιανγκ
Κινγκ Μινγκ στάθηκε σιωπηλός για λίγο. Το μόνο που άκουγαν ήταν το
τρεμόπαιγμα της φλόγας στο κερί. Έπειτα, μίλησε με αποφασιστικότητα. «Η Λι Χούι είναι ήδη μέλος της οικογένειάς
μου, και θα την προστατέψω με κάθε τίμημα. Θα αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες
μαζί. Δεν με νοιάζει τι λένε οι άλλοι. Εγώ την έχω επιλέξει.»
Η Γι
Γιούν τον κοίταξε με πόνο, αλλά και με την κατανόηση της απόφασης που
είχε πάρει. «Αυτό θα σε καταστρέψει,
αδελφέ μου,» είπε, αλλά μέσα της ήξερε ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να
σταματήσει τον αδελφό της. Ήξερε ότι η απόφασή του ήταν αμετάκλητη.
Οι σκέψεις της Γι Γιούν έτρεχαν με ταχύτητα,
και οι αντιφάσεις μέσα της την έπνιγαν. Από τη μία, ήξερε ότι η απόφαση του
αδελφού της, του Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ,
ήταν επικίνδυνη, ότι θα έφερνε αναστάτωση στην οικογένεια και πιθανώς στον ίδιο
τον κόσμο της Λι Χούι. Από την
άλλη, όμως, η Γι Γιούν
καταλάβαινε ότι η κόρη της, η Λι Χούι, είχε
βρει ένα καταφύγιο, το πιο ασφαλές που μπορούσε να βρει, παρά την κοινωνική
κατακραυγή και τις ηθικές αντιφάσεις. «Η
Λι Χούι επέλεξε μόνη της την τύχη της» σκέφτηκε, καθώς ο νους της έτρεχε
πίσω στο χρόνο. Τόσες κοπέλες από το χωριό είχαν φύγει για την Τσενγκντού, με όνειρα και ελπίδες,
αλλά κανείς δεν ήξερε που είχαν καταλήξει. Πολλές είχαν πέσει στα χέρια
τυχοδιωκτών, είχαν εξαπατηθεί, ή χειρότερα, κάποιες είχαν βρει τη μοίρα τους σε
σπίτια της χαράς. Είχε ακούσει τόσες φήμες, τόσα παραδείγματα.
Η Γι
Γιούν έβαλε το χέρι της στο μέτωπο, αισθανόμενη τη βαρύτητα των σκέψεών
της. Είχε άλλα έξι παιδιά να αναθρέψει, και με τόσα παιδιά δεν υπήρχε χρόνος
για υπερβολική ανησυχία για το μέλλον ενός και μόνο. Αν η Λι Χούι αποφάσιζε να πάρει το δρόμο
αυτό, έπρεπε να το δεχτεί, γιατί στην πραγματικότητα, ήταν το πιο σίγουρο για
εκείνη.
Η Γι
Γιούν δεν μπορούσε να ξεχάσει την ημέρα που είχε παρακαλέσει τον
μικρότερο αδελφό της, τον Ζιανγκ Κινγκ
Μινγκ, να πάρει τη Λι Χούι
μαζί του, τουλάχιστον για να δουλέψει στο σπίτι του σαν παραδουλεύτρα. Ήταν μια
εποχή που τα πάντα ήταν αβέβαια και επικίνδυνα για μια νέα κοπέλα χωρίς πόρους
ή προστασία.
Τώρα, η Λι Χούι είχε γίνει η κυρία του μεγάλου και πολυτελούς σπιτιού του Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ. Η Γι Γιούν άρχισε να συνειδητοποιεί ότι
ίσως αυτή η επιλογή ήταν η καλύτερη που μπορούσε να υπάρξει για την κόρη της.
Ήταν μία κατάσταση που δεν είχε καμία σχέση με τη ζωή που θα ήθελε για την
ίδια, αλλά έδινε στην Λι Χούι
κάτι που δεν μπορούσε να της προσφέρει ούτε η ίδια ούτε ο πατέρας της, ασφάλεια,
μια θέση στον κόσμο, έναν κόσμο που η ίδια δεν είχε ποτέ τη δυνατότητα να
φανταστεί για την κόρη της.
Η Γι
Γιούν χαμήλωσε το βλέμμα της και αναστέναξε. Μπορεί να ήταν δύσκολο να
το δεχτεί, αλλά ήξερε ότι για την Λι
Χούι, η ζωή αυτή, στο σπίτι του
αδελφού της του Κινγκ Μινγκ, ήταν μία επιλογή, όχι η καλύτερη, αλλά πάντως μία
επιλογή. Παρά την κοινωνική κατακραυγή, παρά τις ηθικές αμφιβολίες που τη
βασάνιζαν, το να γίνει η Λι Χούι
η κυρία του σπιτιού του Ζιανγκ Κινγκ
Μινγκ ήταν η μόνη επιλογή που την προστάτευε και της έδινε ελπίδα. Και
αν έπρεπε να πληρώσει το τίμημα αυτής της προστασίας, τότε η Γι Γιούν ήταν έτοιμη να το αποδεχτεί,
για το καλό της κόρης της.
Η Γι
Γιούν δεν μπορούσε να πιστέψει όσα άκουγε από τον αδελφό της. Η
ατμόσφαιρα γύρω τους ήταν πυκνή, σαν να είχαν βυθιστεί και οι ίδιοι σε μια
σκοτεινή θάλασσα που δεν είχαν ποτέ φανταστεί.
«Πως θα το
καταφέρεις, αδελφέ;» του είπε η Γι Γιούν,
με λόγια που έβγαιναν σχεδόν σαν ψίθυρος. «Πως μπορείς να την κρατήσεις κρυμμένη; Κανείς δεν θα συμφωνήσει με αυτή
την απόφαση. Ο Γι δεν θα το επιτρέψει. Το χωριό, η κοινωνία στην πρωτεύουσα…
δεν θα το αντέξουν. Θα την έχεις κρυφή; Σαν φυλακισμένη ερωμένη στο σπίτι σου;
Μια κρυμμένη παλλακίδα;»
Ο Ζιανγκ
Κινγκ Μινγκ την κοίταξε ήρεμα, με τα μάτια του να φέρουν τη βαρύτητα
μιας απόφασης που είχε ήδη ληφθεί. Όλα είχαν αποφασιστεί και προγραμματιστεί. «Μην ανησυχείς, Γι Γιούν. Η Λι Χούι δεν θα
είναι όπως νομίζεις. Δεν θα τη κρατήσουμε φυλακισμένη, ούτε θα τη μετατρέψουμε
σε παλλακίδα. Έχει ήδη άλλο όνομα, και το απέκτησε από την πρώτη στιγμή που
ήρθε στην Τσενγκντού.»
Η Γι
Γιούν τον κοίταξε απορημένη. «Άλλο
όνομα;» ρώτησε με αμφιβολία. «Πως
είναι δυνατόν;»
Ο Ζιανγκ
Κινγκ Μινγκ έμεινε σιωπηλός για λίγα δευτερόλεπτα. «Είναι το όνομα που απέκτησε για να κρύψει
την αλήθεια της. Το όνομα αυτό είναι μόνο για εκείνη. Κανείς άλλος δεν το ξέρει
πλέον, μόνο εγώ και τώρα και εσύ.»
Η Γι
Γιούν ένιωσε μια ψυχρή αίσθηση να διαπερνά την καρδιά της. Είχε
καταλάβει τι ήθελε να πει ο αδελφός της, αλλά ήταν δύσκολο να το πιστέψει. Η Λι Χούι, η κοπέλα που ήξερε για πάντα
ως παιδί της, είχε πια έναν άλλον ρόλο, ένα άλλο όνομα που θα την κρατούσε
μακριά από τη δημόσια γνώση και από τα μάτια των άλλων. Ένα όνομα που δεν θα
έπρεπε ποτέ να διαρρεύσει.
«Μα ποιο
είναι αυτό το όνομα, αδελφέ μου;» τον ρώτησε η Γι Γιούν .
Ο Ζιανγκ
Κινγκ Μινγκ την κοίταξε σοβαρά και με μια απαλή κίνηση, είπε: «Είναι το όνομα που δόθηκε με σκοπό να μην
αφήσει ίχνη πίσω της. Δεν θα την ψάξει κανείς. Η Γι Λι Χούι είναι πλέον… η Τσεν
Λι Χουί. Ένας άλλος άνθρωπος, μια άλλη ύπαρξη, με διαφορετική ταυτότητα, μακριά
από τη ζωή που είχε στο χωριό.»
Η Γι
Γιούν ένιωσε μια αίσθηση απογοήτευσης και συγχρόνως έναν αναστεναγμό
ανακούφισης. Η απόφαση του Ζιανγκ Κινγκ
Μινγκ ήταν απόλυτη. Η Λι Χούι
θα ήταν μια σκιά, μια φιγούρα χωρίς μέλλον στην κοινωνία του χωριού Λο Τζιανγκ,
αλλά ασφαλής και προστατευμένη στην πόλη της Τσενγκντού. Η νέα της ζωή θα ήταν
κρυμμένη πίσω από ένα όνομα που κανείς δεν θα μπορούσε να αναγνωρίσει, κανείς
εκτός από εκείνους που είχαν τη δύναμη να το διατηρήσουν μυστικό.
Ο Ζιανγκ
Κινγκ Μινγκ έριξε μια τελευταία ματιά στην αδελφή του και είπε με
σταθερότητα: «Η Γι Λι Χούι θα γίνει το
όνομα που θα αφήσουμε πίσω μας. Δεν θα υπάρξει καμία αντίδραση, κανείς δεν θα
ενοχληθεί. Είμαστε οι μόνοι που γνωρίζουμε την αλήθεια.»
Η Γι
Γιούν αναστέναξε, τα μάτια της γεμάτα αβεβαιότητα, αλλά και κάποια
αίσθηση συμφιλίωσης με την απόφαση. Αν και ήξερε ότι η ζωή της Λι Χούι τώρα δεν είχε επιστροφή, και
ότι η ιστορία της θα παραμείνει για πάντα κρυφή, καταλάβαινε ότι αυτή η επιλογή
ήταν η μόνη που μπορούσε να εγγυηθεί την ασφάλεια και τη συνέχιση της ζωής της κόρης
της.
«Ας είναι
έτσι, τότε,» είπε τελικά, με βαριά καρδιά. «Ελπίζω μόνο να είναι έτοιμη για ό,τι θα ακολουθήσει.»
Και με αυτά τα λόγια, η συζήτηση φάνηκε να
ολοκληρώνεται με τη σιωπηλή αποδοχή της Γι Γιούν. Η απόφαση είχε ληφθεί, και το
πεπρωμένο της Λι Χούι είχε
οριστεί. Το μυστικό θα παρέμενε κρυφό, και η ζωή της θα κυλούσε σε νέους,
σιωπηλούς δρόμους, μακριά από τα βλέμματα και τις προσδοκίες του κόσμου.
Ο Ζιανγκ
Κινγκ Μινγκ έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό σακουλάκι γεμάτο με
νομίσματα και το τοποθέτησε στο χέρι της αδελφής του. «Για να διασφαλίσω ότι δεν θα υπάρξουν προβλήματα, θα στέλνω συνεχώς
οικονομική βοήθεια στην οικογένειά σου μέσω υπαλλήλων ή με μεσάζοντες. Θα το
κάνω με τρόπο που δεν θα προκαλέσει υποψίες. Ίσως κάποιες φορές να τα στέλνει
και η ίδια η Λι Χούι από μακρυά.»
Η Γι
Γιούν κράτησε το σακουλάκι με τα νομίσματα, αλλά το βλέμμα της παρέμενε
γεμάτο αμφιβολία. «Θα πρέπει να είσαστε
πολύ προσεκτικοί, γιατί η κοινωνία δεν θα την αποδεχτεί εύκολα, ειδικά όταν
μάθει για την πραγματική σχέση σας.»
Η Γι
Γιούν τον κοίταξε και έμεινε σιωπηλή για μια στιγμή, πριν μιλήσει ξανά. «Να θυμάσαι: μόλις το μάθουν, δεν θα υπάρχει
επιστροφή για κανέναν σας.»
Ο Ζιανγκ
Κινγκ Μινγκ πήρε μια βαθιά ανάσα και έγνεψε καταφατικά. «Το ξέρω. Αλλά τίποτα δεν θα με σταματήσει.»
Ο Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ
έριξε μια τελευταία ματιά στην αδελφή του και έγνεψε. Τώρα ήταν η ώρα για ένα
τολμηρό σχέδιο, ένα σχέδιο που θα χρειαζόταν απόλυτη εμπιστοσύνη και
μυστικότητα. Ο Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ
έσκυψε, κοιτώντας την αδελφή του με σοβαρό βλέμμα.
«Πρέπει να
διαδώσουμε ότι η Λι Χούι έχει εξαφανιστεί,» είπε, με το βλέμμα του βυθισμένο
στην αχνή λάμψη του κεριού που βρισκόταν ανάμεσά τους καλυμμένο από τα ενδύματα
ώστε να μην αχνοφέγγει μακρύτερα. «Πρέπει
να πούμε ότι εγκατέλειψε το σπίτι μου και πιθανώς παντρεύτηκε έναν έμπορο. Η
ιστορία πρέπει να φαίνεται αληθοφανής, ώστε να καλύψει την πραγματική
κατάσταση.»
Η Γι
Γιούν τον κοίταξε με ανησυχία, συνειδητοποιώντας πόσο επικίνδυνο ήταν το
σχέδιο. «Αδελφέ,» του είπε με
ελαφρώς τρεμάμενη φωνή, «το να
εξαφανιστεί η Λι Χούι και να πούμε ότι παντρεύτηκε έναν έμπορο... δεν είναι
εύκολο να το πιστέψει κανείς, και το χωριό είναι μικρό. Οι άνθρωποι μιλούν
γρήγορα και η ιστορία μπορεί να αποκαλυφθεί πολύ σύντομα.»
Ο Ζιανγκ
Κινγκ Μινγκ σήκωσε το χέρι του για να τη σταματήσει. «Αυτός ο έμπορος δεν πρέπει να είναι κάποιος
εύκολος στόχος. Πρέπει να τον παρουσιάσουμε ως κάποιον με αρκετό κύρος, ένα
πρόσωπο που να έχει την ικανότητα να ξεγελάσει την Λι Χούι και να τη
σαγηνεύσει. Ίσως να ισχυριστούμε ότι η Λι Χούι έφυγε με το θέλημά της για να
ζήσει μια ζωή με αυτόν τον άντρα.»
Η Γι
Γιούν έσκυψε το κεφάλι της και άρχισε να σκέφτεται την καλύτερη εκδοχή
αυτής της ιστορίας. «Θα πρέπει να πούμε
ότι η Λι Χούι ήθελε να ξεφύγει από τη ζωή που είχε στο σπίτι σου, ίσως γιατί
δεν άντεχε τις κοινωνικές πιέσεις που προέρχονταν από την οικογένεια και ότι,
τελικά, τον ακολούθησε χωρίς να το καταλάβει κανείς. Οι άνθρωποι του χωριού
συχνά πιστεύουν τέτοιες ιστορίες για ανθρώπους που εγκαταλείπουν την
καθημερινότητά τους.»
Ο Ζιανγκ
Κινγκ Μινγκ συμφώνησε, και τα μάτια του πήραν μια πιο αποφασιστική
έκφραση. «Ακριβώς. Θα πρέπει να το
διαδώσουμε αμέσως, αλλά με σύνεση. Μην το πεις σε πολλούς, μόνο σε εκείνους που
εμπιστεύεσαι. Η φήμη της εξαφάνισης πρέπει να εξαπλωθεί γρήγορα, και όλοι θα
πιστέψουν την ιστορία αν την παρουσιάσουμε με σοβαρότητα.»
Η Γι
Γιούν αναστέναξε και έγνεψε καταφατικά, αν και φαινόταν να έχει πολλές
αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα του σχεδίου. «Αυτό θα το κάνω, αδελφέ. Αλλά να θυμάσαι: είναι πολύ επικίνδυνο. Αν
κάποιος μάθει την αλήθεια, θα έχουμε σοβαρά προβλήματα. Και αν η Λι Χούι δεν
μπορεί να επιστρέψει και να επιβεβαιώσει την ιστορία, θα πρέπει να ετοιμαστούμε
για τις συνέπειες.»
Ο Ζιανγκ
Κινγκ Μινγκ την κοίταξε στα μάτια, το βλέμμα του γεμάτο σιγουριά. «Δεν θα μάθει κανείς τίποτα, η Λι Χούι θα είναι
ασφαλής. Όσο για το οικονομικό μέρος, θα συνεχίσω να στέλνω βοήθεια μέσω
υπαλλήλων μου ή μεσαζόντων.»
Ίσως αυτή η
βοήθεια να ήταν μεγαλύτερη από εκείνη που συνήθως έφτανε στο Λο Τζιανγκ. Δεν
ήταν μόνο η συνηθισμένη οικονομική στήριξη του Κινγκ Μινγκ προς την οικογένεια
της αδελφής του, της Γι Γιούν, ήταν και μία νέα υποχρέωση, τα «προξενικά δώρα»
που ως γαμβρός πλέον θα όφειλε στην οικογένεια της νύφης, άλλο εάν δεν μπορούσε
επίσημα να το ονομάσει έτσι.
Η
Γι Γιούν έμεινε σιωπηλή για
λίγο, συλλογισμένη. Δεν ήταν εύκολο να αποδεχτεί την απόφαση του αδελφού της,
αλλά ήξερε ότι η ζωή είχε μπει σε μια
νέα πορεία που δεν μπορούσε να σταματήσει. Αποφάσισε τελικά να προχωρήσει με
την αποστολή της. «Θα το κάνω,» του
είπε, «Αλλά ελπίζω να ξέρεις τι
κάνεις.»
Με αυτά τα λόγια, η συνάντησή τους
ολοκληρώθηκε. Η Γι Γιούν
επέστρεψε στο σκοτάδι της νύχτας, ενώ ο Ζιανγκ
Κινγκ Μινγκ έμεινε να παρακολουθεί τον δρόμο μπροστά του, γνωρίζοντας
ότι το σχέδιο του είχε μόλις ξεκινήσει. Είχε πλέον ένα μυστικό υποστηρικτή για
να το εφαρμόσει. Σε λίγες ημέρες θα έφθαναν τα πρώτα πλούσια δώρα στην φτωχική
οικογένεια του Γι Τζινγκ. Αρκετά αργότερα και από την μακρυνή Τζιανγκνάν θα
τους θυμόταν η κόρη τους, η Λι Χούι, στέλνοντάς του και αυτή οικονομική βοήθεια
μαζί με σύντομα νέα ότι είχε παντρευτεί εκεί έναν πλούσιο έμπορο, αλλά ότι
διαρκώς μετακινούνταν.
.
Ο γάμος στη Τζιανγκνάν
Ο Κινγκ Μινγκ μέσα από την δοκιμασία της
απομόνωσης και της ασθένειάς του είχε γνωριστεί με τη γυναίκα που του είχε
αφοσιωθεί πλήρως, που είχε ρισκάρει ακόμη και τη ζωή της για αυτόν. Δεν υπήρχε
πλέον καμμία άλλη αμφιβολία. Θα ήταν μαζί.
Ενώ μπορούσαν, πλέον, να παντρευτούν στην
πρωτεύουσα της Σετσουάν. Τα χαρτιά ήταν τακτοποιημένα. Η Τσεν Λι Χούι ήταν
εγγεγραμμένη στο γένος Τσεν του Τζιανγκνάν. Η διαθήκη του Τσεν Ρονγκ ήταν
σαφής. Νομικά, τίποτε δεν τους εμπόδιζε. Όμως, ο Κινγκ Μινγκ δεν ήθελε να
τελεστεί ο γάμος εκεί.
Η
πρωτεύουσα της Σετσουάν ήταν τόπος εμπορίου, διασταύρωσης δρόμων και ανθρώπων.
Καραβάνια έφθαναν από τον βορρά, βαρκάρηδες από τον νότο, έμποροι από επαρχίες
μακρινές. Ανάμεσά τους μπορούσε να βρεθεί οποιοσδήποτε. Ακόμη και κάποιος από
το Λο Τζιανγκ.
Το Λο
Τζιανγκ δεν ήταν τόσο μακριά ώστε να είναι λησμονημένο. Ήταν κοντά αρκετά ώστε
να στέλνει ανθρώπους στην πρωτεύουσα για δουλειές, για προμήθειες, για
συναλλαγές. Ένας μόνο γνώριμος θα αρκούσε. Ένα βλέμμα που θα στεκόταν λίγο
παραπάνω στο πρόσωπο της Χούι. Μια φράση μισοειπωμένη: «Δεν είναι αυτή…;» Ο
φόβος δεν ήταν φανταστικός. Ήταν σχεδόν βέβαιος.
Μια μέρα, ενώ ο Κινγκ Μινγκ περνούσε από
την αγορά για να επιθεωρήσει τα κιβώτια με τις πολύτιμες πέτρες, ο Τσεν Ρονγκ
τον πλησίασε διακριτικά. «Σήμερα είδα έναν άνδρα από το Λο Τζιανγκ,» του είπε
χαμηλά. «Πουλάει ξυλεία από τα βουνά τους. Τον θυμάμαι. Έφερνε φορτία πριν από
χρόνια.»
Ο Μινγκ πάγωσε. «Με αναγνώρισε;»
«Εσάς, όχι. Μα αν έβλεπε εκείνη…» Ο Τσεν Ρονγκ
άφησε τη φράση να αιωρηθεί. «Στο Λο Τζιανγκ οι άνθρωποι θυμούνται πρόσωπα. Και
οι ιστορίες ταξιδεύουν πιο γρήγορα από τα καραβάνια.»
Φαντάστηκαν το ενδεχόμενο: ο ξυλέμπορος να
παραστεί τυχαία σε μια γαμήλια τελετή, να ακούσει το όνομα «Τσεν Λι Χούι», να
δει το πρόσωπο κάτω από το κόκκινο πέπλο. Να επιστρέψει στο χωριό και να πει
πως η κοπέλα που κάποτε δούλευε αλλού, με άλλο όνομα, τώρα παρουσιάζεται ως
θυγατέρα έντιμου γένους. Δεν θα χρειαζόταν κατηγορία. Μόνο αμφιβολία. Και στην
κοινωνία τους, η αμφιβολία ήταν αρκετή για να λερώσει τη φήμη.
Στην πρωτεύουσα της Σετσουάν είχαν ισχύ,
πλούτο, κύρος. Μα είχαν και μάτια πάνω τους. Στο Τζιανγκνάν, ανάμεσα σε κανάλια
και συγγενείς που είχαν ήδη αποδεχθεί το όνομα της Χούι στα βιβλία τους, το
έδαφος ήταν ασφαλέστερο.
«Εδώ είσαστε δυνατοί,» είπε ο Τσεν Ρονγκ.
«Εκεί, είσαστε νόμιμοι.»
Ο Κινγκ Μινγκ ένευσε. Καλύτερα να διένυαν
δρόμο μακρύ παρά να ριψοκινδύνευαν μια τυχαία συνάντηση στην αγορά. Καλύτερα να
έχτιζαν τον γάμο τους εκεί όπου κανένα βλέμμα από το Λο Τζιανγκ δεν θα μπορούσε
να διαπεράσει το πέπλο της νέας ταυτότητας. Διότι μερικές φορές, ο μεγαλύτερος
κίνδυνος δεν είναι ο νόμος — αλλά η μνήμη.
Ο γάμος του Κινγκ Μινγκ και της Τσεν Λι Χούι
τελέστηκε στο Τζιανγκνάν, ανάμεσα σε κανάλια που καθρέφτιζαν τον ουρανό και σε
χωράφια ρυζιού που ανέπνεαν με την υγρασία του ποταμού. Δεν έγινε στη Σετσουάν,
ούτε στο σπίτι όπου είχαν ζήσει κρυμμένοι μήνες ολόκληρους. Έγινε εκεί όπου η
ιστορία της Χούι είχε ρίζες — ή, τουλάχιστον, εκεί όπου είχαν φροντίσει να
φυτευτούν.
Στο προαύλιο του προγονικού ναού του γένους
Τσεν, κάτω από τις βαριές ξύλινες δοκούς και τα θυμιατήρια που κάπνιζαν αργά,
συγκεντρώθηκαν συγγενείς κοντινοί και μακρινοί. Άνδρες με γκρίζους κροτάφους
που δήλωναν ξαδέλφια δεύτερου και τρίτου βαθμού, γυναίκες που θυμούνταν, ή
έλεγαν πως θυμούνταν, τη μητέρα της, την Τζιανγκγιουάν, να παίζει παιδί στις
όχθες του καναλιού.
Κανείς δεν ρώτησε πολλά. Τα ονόματα ήταν
γραμμένα στο γενεαλογικό βιβλίο. Οι σφραγίδες είχαν μπει. Και στο Τζιανγκνάν,
όταν το μελάνι στεγνώσει, γίνεται μνήμη.
Ο γαμπρός στάθηκε με σεμνότητα, μα και με τη
βαρύτητα ενός άνδρα από εύπορη εμπορική οικογένεια. Το μετάξι του ενδύματός του
δεν ήταν κραυγαλέο, μα η ποιότητά του φανέρωνε πλούτο. Η φωνή του, όταν
χαιρέτησε τους πρεσβύτερους, ήταν σταθερή.
Τα δώρα του δεν ήταν απλώς τυπικά. Στους
γεροντότερους του γένους πρόσφερε κουτιά με εκλεκτό τσάι, μεταξωτά υφάσματα και
μικρά πουγκιά με ασήμι — όχι ως επίδειξη, αλλά ως αναγνώριση πως αποδεχόταν την
κοινότητα που του έδινε νύφη. Στον ναό του χωριού δώρισε χρήματα για την
επισκευή της στέγης και νέα θυμιατήρια. Στους μακρινούς συγγενείς μοίρασε δώρα
λιγότερο πολύτιμα, μα με προσοχή: υφάσματα, εργαλεία, ακόμα και σπόρους ρυζιού
καλής ποικιλίας για την επόμενη σπορά.
Οι ψίθυροι μετατράπηκαν σε επιδοκιμασίες. «Άξιος»
, έλεγαν. «Σέβεται το γένος της.»
Η Τσεν Λι Χούι στάθηκε μπροστά στο
οικογενειακό βωμό και υποκλίθηκε τρεις φορές. Δεν είχε μεγαλώσει πραγματικά σε
εκείνα τα κανάλια, κι όμως, εκείνη τη στιγμή, το όνομά της ακουγόταν φυσικό
ανάμεσα στους προγόνους. Το κόκκινο πέπλο της έτρεμε ελαφρά καθώς γονάτιζε.
Ο μόνος που έλειπε ήταν ο Τσεν Ρονγκ. Είχε
μείνει πίσω, στη Σετσουάν, να φυλά το κατάστημα και την επιχείρηση. Η απουσία
του εξηγήθηκε απλά: «Το εμπόριο δεν μπορεί να μείνει χωρίς φρουρό». Κανείς δεν
το βρήκε παράξενο. Ένας άνδρας που θυσιάζει τη χαρά για το καθήκον τιμά ακόμη
περισσότερο το γένος του.
Κι έτσι, μέσα σε ήχους από τύμπανα και
γκονγκ, ανάμεσα σε θυμίαμα και ευχές για γονιμότητα και ευημερία, ο γάμος
σφραγίστηκε. Όχι μόνο ως ένωση δύο ανθρώπων, αλλά ως επικύρωση μιας ιστορίας
που είχε υφανθεί με προσοχή: με μελάνι, με ταξίδια, με τάφους και με δώρα.
Όταν το ζευγάρι πέρασε την πύλη του ναού των
προγόνων, οι παρόντες δεν έβλεπαν πια μια κοπέλα χωρίς παρελθόν. Έβλεπαν μια
θυγατέρα του γένους Τσεν που παντρευόταν με τιμή. Και αυτό, στο Τζιανγκνάν,
ήταν αρκετό.
Το κλειστό σπίτι
Μετά τον γάμο, το σπίτι του Κινγκ Μινγκ δεν
ξαναγέμισε φωνές υπηρετών ούτε ήχους βιαστικών βημάτων στους διαδρόμους. Οι
πόρτες έκλεισαν, όχι από φτώχεια, αλλά από επιλογή.
Το ζευγάρι ζούσε μόνο του. Η Τσεν Λι Χούι
είχε αναλάβει τα πάντα. Από το άναμμα της πρωινής εστίας μέχρι το καθάρισμα της
αυλής, από το πλύσιμο των ρούχων. Τα χέρια της, που κάποτε στόλιζαν δίσκους και
υποδέχονταν βλέμματα, τώρα ζύμωναν ψωμί, έπλεναν ρύζι, άναβαν θυμίαμα στο μικρό
οικιακό βωμό.
Οι παλαιοί υπηρέτες δεν απολύθηκαν· απλώς
μετακινήθηκαν στο κατάστημα. Εκεί εργάζονταν υπό την επίβλεψη του Τσεν Ρονγκ,
και μόνο μία φορά την ημέρα περνούσαν από το σπίτι για να αφήσουν τις
προμήθειες. Τα καλάθια με τα λαχανικά, το κρέας, το ρύζι και το τσάι
τοποθετούνταν έξω από την εξώπορτα. Κανείς δεν χτυπούσε. Κανείς δεν περίμενε.
Η Τσεν Λι Χούι άνοιγε, έπαιρνε τα πράγματα
μέσα και έκλεινε ξανά. Ήταν μια σιωπηλή συμφωνία. Ήταν μέτρο προστασίας. Όσο
λιγότερα μάτια έβλεπαν μέσα στο σπίτι, τόσο λιγότερες γλώσσες θα μιλούσαν. Η
φήμη είχε πλέον αποκατασταθεί, μα ο κίνδυνος της αναγνώρισης δεν έσβηνε ποτέ
ολοκληρωτικά. Η Χούι δεν ξαναπάτησε στον τόπο όπου εργαζόταν παλιά. Δεν
ξαναφάνηκε σε χώρους όπου θα μπορούσε να τη θυμηθεί κάποιος από άλλη ζωή. Το
παρελθόν της έμεινε πίσω, σαν ρούχο που δεν της ταίριαζε πια.
Τα βράδια, όταν ο Κινγκ Μινγκ επέστρεφε από
το κατάστημα, το σπίτι μύριζε μαγειρεμένο φαγητό και καθαριότητα. Το φως των
λυχναριών έπεφτε ζεστό πάνω στα ξύλινα πατώματα. Δεν υπήρχε πολυτέλεια
επιδεικτική· υπήρχε τάξη και ησυχία.
Καμιά φορά εκείνος την έβλεπε να κάθεται
στην αυλή, να απλώνει ρούχα ή να καθαρίζει ρύζι, και δυσκολευόταν να
συμφιλιώσει τη μορφή της με την κοπέλα που είχε γνωρίσει μήνες πριν. Εκείνη
όμως δεν έδειχνε να νοσταλγεί τίποτε. Είχε διαλέξει.
Η μοναχική ζωή τους δεν ήταν στέρηση· ήταν
καταφύγιο. Χωρίς υπηρέτες να ψιθυρίζουν, χωρίς ξένες παρουσίες να παρατηρούν,
το σπίτι έγινε τόπος απόλυτης εμπιστοσύνης. Ένας κόσμος περιορισμένος στους δυο
τους.
Και η Τσεν Λι Χούι, που κάποτε έπρεπε να
παίζει ρόλους για να επιβιώσει, τώρα δεν έπαιζε κανέναν. Ήταν σύζυγος,
οικοδέσποινα, φύλακας της εστίας. Και αυτό, για πρώτη φορά στη ζωή της, της
ήταν αρκετό.
ΜΕΡΟΣ Δ
στην αποθήκη του ρυζιού
Στην αποθήκη του ρυζιού στο Λο Τζιανγκ, εκεί
όπου τα σακιά στοιβάζονταν σαν μικροί λόφοι και η σκόνη αιωρούνταν στο φως που
έμπαινε από τις χαραμάδες, οι κουβέντες είχαν πάντα τον ίδιο ρυθμό:
χαμηλόφωνες, επίμονες, κοφτερές σαν το τρίξιμο του ξύλου.
«Δεν ξαναφάνηκε», είπε ένας από τους
αποθηκάριους, τινάζοντας το ρύζι από τα χέρια του. «Η Γι Λι Χούι έφυγε και
χάθηκε. Ούτε σε γιορτή, ούτε σε κηδεία, ούτε μια φορά να προσκυνήσει τους
προγόνους της.»
«Κι όμως», απάντησε ο γερο-Λου, που ζύγιζε
τα σακιά με μάτι αλάνθαστο, «τα δώρα του Κινγκ Μινγκ έρχονται τακτικά. Με
υπαλλήλους. Ποτέ ο ίδιος.»
Το όνομα του Κινγκ Μινγκ έπεσε βαρύ μέσα
στον χώρο. Όλοι γνώριζαν τη δύναμή του, την άνοδό του, τις εμπορικές του
επιτυχίες. Μα εδώ, στο Λο Τζιανγκ, οι άνθρωποι δεν ξεχνούσαν εύκολα.
«Μήπως…» τόλμησε κάποιος νεότερος να πει,
«μήπως είχε συμβεί κάτι ανάμεσά τους; Πριν φύγει; Και γι’ αυτό να αναγκάστηκε
να φύγει ξαφνικά; Για να αποφύγει τις ορέξεις του θείου της;»
Σιωπή.
Οι πιο ηλικιωμένοι αντάλλαξαν βλέμματα.
«Οι
άντρες σαν αυτόν», είπε ένας άλλος, «δεν στέλνουν δώρα χωρίς λόγο. Και δεν
θυμούνται χωριά χωρίς κέρδος.»
«Ή ίσως», πετάχτηκε μια γυναικεία φωνή από
την είσοδο, η χήρα που βοηθούσε στο καθάρισμα του ρυζιού, «η κοπέλα έφυγε και
έγινε σαν τη Γουέν. Δεν έφυγαν σχεδόν μαζί; Ποιος ξέρει σε ποιο σπίτι της χαράς
να κατέληξε…»
Το όνομα της Γουέν προκάλεσε ψιθύρους. Η
Γουέν είχε φύγει και δεν είχε στείλει μήνυμα πίσω. Οι φήμες την ήθελαν σε
σπίτια της χαράς σε μακρινή πόλη. Κάποιοι, λιγότερο προσεκτικοί, μπέρδευαν τις
δύο ιστορίες. Δύο νεαρές που έφυγαν την ίδια εποχή· δύο σκιές που χάθηκαν από
το ίδιο μονοπάτι.
«Όχι», αντέτεινε ο γερο-Λου. «Άκουσα αλλιώς.
Ο Κινγκ Μινγκ λένε πως παντρεύτηκε. Στην Τζιανγκνάν. Την ανιψιά κάποιου
υπαλλήλου του. Κορίτσι από καλό σόι.»
«Κι αν…» ψιθύρισε κάποιος, «αν η ανιψιά δεν
ήταν ανιψιά;»
Η υποψία έμεινε να αιωρείται, όπως η σκόνη
του ρυζιού στο φως.
Η Γι Λι Χούι δεν είχε επιστρέψει ποτέ για να
διαλύσει ή να επιβεβαιώσει τίποτα. Κανείς δεν την είχε δει να περπατά ξανά στον
κεντρικό δρόμο του χωριού, ούτε να σκύβει στη βρύση, ούτε να στέκεται μπροστά
στην αποθήκη. Μόνο τα δώρα της έφταναν από μακρυά, άλλοτε από την Τζιαγκνάν,
άλλοτε από την Γκουανγκντόνγκ,
άλλοτε από την Φουτζιάν, και
μερικές φορές ακόμη και από την Τσινγκχάι.
Και τα δώρα, όταν έρχονται χωρίς εξήγηση, γεννούν ιστορίες.
Στην αποθήκη του ρυζιού, ανάμεσα στα σακιά
και στις ζυγαριές, οι ιστορίες φούσκωναν όπως το ρύζι στο νερό. Κανείς δεν
ήξερε την αλήθεια· όλοι όμως ένιωθαν πως κάτι είχε συμβεί — κάτι που δεν
χωρούσε σε απλή εμπορική ευγένεια. Και όσο η Γι Λι Χούι δεν επέστρεφε, τόσο η
σιωπή της γινόταν η πιο δυνατή απόδειξη.
Η κουβέντα δεν έσβησε.
«Αν», είπε αργά ο γερο-Λου, «λέω αν… η Τσεν
Λι Χούι που παντρεύτηκε στην Τζιανγκνάν
είναι στην πραγματικότητα η Γι Λι Χούι… τότε τι έχουμε;»
Κανείς
δεν απάντησε αμέσως.
«Έχουμε», αποκρίθηκε τελικά μια από τις
μεγαλύτερες ηλικιακά γυναίκες στη συγκέντρωση, «γάμο θείου με ανιψιά.»
Η φράση έπεσε βαριά. Στην κοινωνία τους,
όπου τα γενεαλογικά βιβλία φυλάγονταν σαν ιερά αντικείμενα, τέτοια υπόθεση δεν
ήταν απλή φήμη· ήταν σχεδόν ιεροσυλία.
«Μα ο Τσεν Ρονγκ την παρουσίασε ως κόρη της
αδελφής του», αντέτεινε κάποιος. «Υπάρχουν καταγραφές.»
«Οι καταγραφές γράφονται από χέρι ανθρώπου»,
αποκρίθηκε η γυναίκα κοφτά. «Και το χέρι μπορεί να πληρωθεί.»
Ένας ψίθυρος αναταραχής διαπέρασε τη μικρή
μάζωξη.
«Και
γιατί να το κάνει;» ρώτησε ένας νεότερος. «Γιατί να πάρει τέτοιο βάρος;»
«Γιατί
τα πλούτη αλλάζουν τις ανάγκες», απάντησε άλλος. «Κι ο Κινγκ Μινγκ έχει
πλούτη.»
Το όνομα του Κινγκ Μινγκ έφερε πάλι σιωπή.
Ήταν άνδρας ισχυρός· δεν τον κατηγορούσες ελαφρά τη καρδία.
Τότε ακούστηκε ο βήχας του Λι Γκουορέν, που
ως τότε στεκόταν λίγο πιο πίσω, με τα χέρια κρυμμένα μέσα στα μανίκια του. Όλοι
γύρισαν προς το μέρος του.
«Μιλάτε
για πράγματα βαριά», είπε ήρεμα. «Η Γι Λι Χούι έφυγε από το χωριό μας χωρίς
σκάνδαλο. Ο Κινγκ Μινγκ έστειλε δώρα χωρίς να ζητήσει τίποτα πίσω. Κανείς δεν
είδε αμαρτία με τα μάτια του.»
«Αλλά
δεν την είδαμε ποτέ ξανά», αντέτεινε μια γυναίκα.
«Ούτε
είδαμε ποτέ την Τσεν Λι Χούι», πρόσθεσε κάποιος άλλος. «Μόνο ακούμε.»
Ο Λι Γκουορέν αναστέναξε. «Ακούω κι εγώ. Μα
άλλο η υπόνοια κι άλλο η απόδειξη. Αν ήταν πράγματι ανιψιά του Τσεν Ρονγκ, τότε
ο γάμος είναι καθαρός. Αν δεν ήταν… τότε μιλάμε για απάτη, όχι για συγγένεια.»
«Και
αν ήταν η ίδια γυναίκα;» επέμεινε ο γερο-Λου. «Αν άλλαξε όνομα;»
Ο Λι Γκουορέν χαμήλωσε το βλέμμα. «Τα
ονόματα αλλάζουν ευκολότερα από το αίμα», είπε. «Μα το αίμα δεν αλλάζει με
λόγια.»
Η φράση του έριξε λάδι στη φωτιά. Όλοι
άρχισαν να μιλούν μαζί — για γενεαλογίες, για ταξίδια, για το πώς μια κοπέλα
μπορούσε να χαθεί και να ξαναγεννηθεί με άλλο όνομα. Μερικές γυναίκες θυμήθηκαν
λεπτομέρειες από το πρόσωπο της Γι Λι Χούι: το σχήμα των ματιών, μια μικρή ελιά
κοντά στο αυτί. Άλλοι προσπάθησαν να θυμηθούν αν είχαν ακούσει παρόμοια
περιγραφή για την Τσεν Λι Χούι.
Ξαφνικά, η Λι Σιουάν, μια γυναίκα με χρόνια εμπειρίας και γνώση του χωριού,
πήρε τον λόγο. Είχε μεγαλώσει και ζήσει μέσα στις κοινωνικές συνθήκες του χωριού
για πολλά χρόνια και, όπως όλοι ήξεραν, οι απόψεις της είχαν βαρύτητα. Η Λι Σιουάν ήταν η πιο ηλικιωμένη από
όλες τις γυναίκες εκεί και είχε δει πολλά στη ζωή της, ίσως περισσότερα απ' όσα
ήθελε να θυμάται.
«Δεν
μπορούμε να αγνοήσουμε τις φήμες,» είπε με ήρεμη και σταθερή φωνή,
καθώς σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε τους συγκεντρωμένους. «Αλλά δεν μπορούμε και να πιστέψουμε τα πάντα
χωρίς αποδείξεις. Όμως, ξέρω καλά τι σημαίνει να ακούς μυστικά και να βλέπεις
τι συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες.»
Η Λι
Σιουάν έκανε μία μικρή παύση, κοιτάζοντας γύρω της. Όλοι την
παρακολουθούσαν προσεκτικά. Όταν μίλησε ξανά, η φωνή της ήταν βαρύτερη από
πριν.
«Η Γι Γιούν
είναι γυναίκα με σύνεση, και όπως λέτε, καμία μάνα δεν θα έβλεπε την κόρη της
να καταστρέφεται χωρίς να κάνει κάτι. Αλλά η πραγματικότητα είναι πιο
περίπλοκη. Δεν ξέρω αν η Λι Χούι είναι πραγματικά η ανιψιά του Κινγκ Μινγκ,
αλλά κάτι στην όλη κατάσταση δεν μου κάθεται σωστά.»
Η Μα
Λιάν καθόταν σιωπηλή, τα χέρια της σταυρωμένα πάνω στην ποδιά της, με τα
μάτια στραμμένα στο ξύλινο δάπεδο της αποθήκης του ρυζιού. Στα 58 της χρόνια, η
εμπειρία της από τη ζωή ήταν αμέτρητη, και η σοφία της εκτιμούνταν από τους
περισσότερους στο χωριό. Δεν είχε μιλήσει ακόμη, αλλά όλοι ήξεραν ότι όταν το
έκανε, τα λόγια της είχαν πάντα βάρος. Άφησε τη σιωπή να τραβήξει την προσοχή
όλων γύρω της, πριν σηκώσει το βλέμμα και μιλήσει με ήρεμο, αλλά αποφασιστικό
τόνο:
«Μερικές
φορές, οι οικογενειακές σχέσεις δεν είναι απλές,» είπε η Μα Λιάν, η φωνή της ακούγονταν γεμάτη
εμπειρία. «Όλοι έχουμε τα μυστικά μας,
και η Γι Γιούν ίσως να είναι παγιδευμένη στις δικές της.»
Τα βλέμματα
όλων στράφηκαν πάνω της. Η Μα Λιάν
συνέχισε, αφήνοντας τα λόγια της να πέσουν ήρεμα, σαν να έδινε λύση σε κάτι που
ήξερε καλά.
«Η Γι Γιούν ίσως έχει τους λόγους της για να μην
αποκαλύψει την αλήθεια. Μπορεί να φοβάται, να ανησυχεί για την τιμή της κόρης
της, να την προστατεύει με έναν τρόπο που δεν μπορούμε να καταλάβουμε.»
Η Μα
Λιάν έκανε μια μικρή παύση, κοιτώντας γύρω της τους χωρικούς, αφήνοντας
τον αντίκτυπο των λόγων της να εγκατασταθεί. Όλοι σιωπούσαν, περιμένοντας να
ακούσουν την ολοκλήρωση της σκέψης της.
«Ίσως
πιστεύει ότι αυτός ο γάμος, παρά τις αμφιβολίες, μπορεί να είναι το καλύτερο
που μπορεί να συμβεί στην κόρη της, παρά τα όσα φαντάζεται ο κόσμος.»
Η Μα
Λιάν έσκυψε ελαφρώς, καθώς αυτή η σκέψη την απασχολούσε. «Και αν είναι έτσι,» πρόσθεσε με
σιγουριά, «τότε ίσως η Γι Γιούν κάνει
αυτό που θεωρεί σωστό για την κόρη της, προστατεύοντας την από αυτόν τον κόσμο
που ποτέ δεν είναι έτοιμος να συγχωρέσει.»
Η κουβέντα ακολούθησε μια στιγμή σιωπής,
όλοι να επεξεργάζονται τα λόγια της Μα
Λιάν. Είχε το θάρρος να βάλει την Γι Γιούν στη θέση ενός ανθρώπου που προστατεύει, όχι ενός που
κρύβει κάτι. Είχε γίνει φανερό πως η οικογένεια της Λι Χούι βρισκόταν σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, και η Μα Λιάν το καταλάβαινε καλά.
Καθώς οι γυναίκες αντάλλαζαν μεταξύ τους
ματιές, σαν ένα είδος μυστικής συνεννόησης, ο Λι Γκουορέν, που παρακολουθούσε
τη συζήτηση από την αρχή, κοίταξε τη Λι
Σιουάν με σεβασμό. «Και τι
πιστεύεις ότι πρέπει να κάνουμε τώρα, Λι Σιουάν;» την ρώτησε.
Η Λι
Σιουάν σήκωσε τους ώμους της με μια σχεδόν αδιόρατη κίνηση, που φανέρωνε
τη σοφία και τη ζωή που είχε περάσει μέσα από τέτοιες καταστάσεις.
«Αν η Γι Γιούν δεν έρθει να μιλήσει, δεν μπορούμε να
κάνουμε τίποτα. Όμως, αν το μάθει όλο το χωριό, τα πράγματα θα γίνουν δύσκολα
για την Λι Χούι και για τον Κινγκ Μινγκ. Κι αν η αλήθεια είναι όντως όπως ισχυρίζονται
κάποιοι, τότε η κοινωνία δεν θα τους
δεχτεί ποτέ.»
Η Λι
Σιουάν ανασήκωσε το κεφάλι της και πρόσθεσε με σιγουριά: «Μόνο η Γι Γιούν μπορεί να μας δώσει την
απάντηση. Αν δεν έρθει, θα πρέπει να περιμένουμε. Όσο κι αν μας φαίνεται
δύσκολο, η αλήθεια για όλους μας είναι μια σιωπηλή ευθύνη.»
Η Λι
Σιουάν έκανε μια παύση και κοιτάζοντας γύρω της με σοβαρότητα, τόνισε: «Αλλά να θυμάστε, πως κανείς δεν μπορεί να
σώσει μια κατάσταση αν δεν ξέρει τα πάντα. Όσο και να θέλουμε να πιστεύουμε, η
αλήθεια παραμένει κρυφή, μέχρι να την αποκαλύψει η Γι Γιούν.»
Η Χουάνγκ
Λιάν, μια γυναίκα γύρω στα 45 της, με φήμη για την κακεντρέχεια και την
αδυσώπητη γλώσσα της, σηκώθηκε από τη θέση της. Τα μάτια της έλαμπαν από
ειρωνεία και θυμό, καθώς δεν μπορούσε να αντέξει τη σιωπή που επικρατούσε γύρω
της. Είχε ακούσει για την απροκάλυπτη προστασία του Ζιανγκ Κινγκ Μινγκ προς τη Λι
Χούι, και η αναστάτωσή της ξεχείλισε. Με γλώσσα καυστική και επιθετική,
μίλησε δυνατά για να την ακούσουν όλοι.
«Με τόσα
δώρα που στέλνει ο Κινγκ Μινγκ κάθε τόσο, πώς μπορεί η Γι Γιούν να λέει ότι δεν
ξέρει τίποτα;» είπε η Χουάνγκ Λιάν,
κοιτάζοντας γύρω της με ένα ειρωνικό χαμόγελο. «Δεν μπορεί να μιλήσει έτσι, όταν τον βλέπουμε να πληρώνει ακριβά κάθε
φορά για τη Λι Χούι. Αυτή η αδελφή του δεν ήταν εκείνη που τον εκλιπαρούσε να
πάρει τη Λι Χούι μαζί του στην Τσενγκντού, και τώρα βγαίνει και λέει ότι δεν
ξέρει τίποτα για όλα αυτά;»
Οι γυναίκες γύρω της έμειναν για λίγο
σιωπηλές, μερικές ανήσυχες και άλλες απλά παρακολουθώντας. Η Χουάνγκ Λιάν συνέχισε χωρίς να την
νοιάζει η ένταση της στιγμής.
«Η Λι Χούι
δεν μπορεί να είναι άμοιρη. Δεν γίνεται να μην ήξερε από την αρχή τι είχε στα
χέρια της. Πού αλλού θα μπορούσε να βρει καλύτερο τόπο να ξεπεζέψει και πιο
εύκολο άνδρα να συγηνεύσει; Κοιτάξτε τον Κινγκ Μινγκ. Τι άλλο είναι αυτός παρά
ένας άντρας με άστατο χαρακτήρα και τόσες ιστορίες με γυναίκες κάθε λογιών;»
Η αποθήκη γέμισε με ψίθυρους. Η Χουάνγκ Λιάν είχε κερδίσει την προσοχή
τους και τώρα συνέχιζε με περισσότερη σφοδρότητα, βεβαιωμένη για την αλήθεια
των λόγων της. «Γιατί όχι και με την
ανιψιά του; Ποιος θα τον εμπόδιζε; Το χωριό; Ο αυστηρός πατέρας, ο Γι Τζινγκ; Ή
μήπως η ίδια η Γι Γιούν, που του έχει τέτοια αδυναμία και δεν μπορούσε να δει ποτέ
τα λάθη του και όλο τον κάλυπτε από παιδί;» είπε η Χουάνγκ Λιάν, η ειρωνεία στη φωνή της
να είναι πλέον προφανής και διαπεραστική. «Όλοι ξέρουμε πόσο εύκολο είναι να παραπλανηθεί η Γι Γιούν από τον μικρότερο
αδελφό της, και πόσο εύκολα του παραχωρεί την προστασία της στον Κινγκ Μινγκ όποτε
εκείνος της το ζητάει.»
Η Χουάνγκ
Λιάν συνέχισε να ανακινεί τη συζήτηση με τις καυστικές της παρατηρήσεις.
Οι γυναίκες και οι ηλικιωμένοι του χωριού, που είχαν παρακολουθήσει τις φήμες
να εξελίσσονται, δεν μπορούσαν παρά να την ακούσουν, καθώς η φωνή της ξεχείλιζε
από ειρωνεία και σιγουριά.
«Ξέρετε
πολύ καλά,» είπε τώρα σε πιο ήρεμο τόνο, κοιτάζοντας γύρω της με ένα πονηρό
χαμόγελο, «ότι οι ιστορίες του Ζιανγκ
Κινγκ Μινγκ με τις γυναίκες δεν είναι καινούριες. Όλοι τον ξέρουμε και όλοι
ξέρουμε πού πήγαινε εκείνος πρώτος. Στους οίκους της ερωτικής τέχνης, ας μην το
ξεχνάμε. Όταν μάθαινε ότι μόλις είχε φθάσει κάποια νέα κοπέλα από τα χωριά,
ήταν πάντα ο πρώτος που έτρεχε για να έχει την τιμή να την γνωρίσει.»
Η Χουάνγκ
Λιάν έκανε μια παύση και έριξε ένα βλέμμα γύρω της, σιγουρεύοντας ότι
όλοι ήταν σε εγρήγορση. «Μερικοί λένε
μάλιστα ότι ήταν εκείνος που πρώτος άνοιξε τον κύκλο της Γουέν, στον διαβόητο
οίκο της Τσεγκγντού που γνωρίζουμε όλοι. Ήταν εκεί από τους μόνιμους πελάτες.
Αλλά και οι σχέσεις του με μοιχαλίδες είναι λίγες; Δεν σας λέει κάτι αυτό;»
Η ειρωνεία στη φωνή της δεν πέρασε απαρατήρητη, καθώς συνέχιζε με απόλυτη
σιγουριά.
Η Χουάνγκ
Λιάν δεν σταμάτησε, βλέποντας ότι είχε προσελκύσει την προσοχή τους. «Γιατί λοιπόν, να έχει ηθικές αντιστάσεις ο
Κινγκ Μινγκ για μια νέα κοπέλα σαν την Λι Χούι;», συνέχισε με ύφος
γεμάτο ειρωνεία. «Η ηλικία της θα τον σταματούσε; Μα συνομήλικές της είχε
γνωρίσει πολλές στους οίκους της ερωτικής τέχνης. Μια κοπέλλα σαν τη Λι Χούι νέα, όμορφη, λυγερή και ψηλότερη από εκείνον
ίσως να τον προσέλκυσε, μια κοπέλλα που στην αρχή είχε μέσα στο σπίτι του και
δεν θα χρειαζόταν κάν να ξοδέψει τίποτα, εκεί που άλλες φορές σκόρπαγε ασημένια
και χρυσά νομίσματα;. Ίσως όταν η Λι Χούι φόρεσε τα ακριβά ενδύματα της πρωτεύουσας
να την είδε αλλιώς στα μάτια του και να ήρθε η ώρα να ικανοποιήσει μια ακόμη
επιθυμία του.»
Η ατμόσφαιρα στην αποθήκη του ρυζιού έγινε
ξαφνικά βαρύτερη, καθώς η Χουάνγκ Λιάν είχε πετάξει τη βόμβα της. Οι
συζητήσεις άρχισαν να διασταυρώνονται και να αναστατώνονται από τις φήμες και
τις εικασίες που η ίδια είχε δημιουργήσει. Πολλοί δεν μπορούσαν να αντισταθούν
στον πειρασμό να αναλογιστούν τα λόγια της.
Ο Λι
Γκουορέν έριξε μια ματιά στους χωρικούς και συνέχισε με τη βαρύτητα της
συζήτησης. «Μόνο αν η Γι Γιούν, η
μητέρα της Λι Χούι, εμφανιστεί και αποκαλύψει την αλήθεια, τότε θα μάθουμε τι
συνέβη ακριβώς.»
Η κουβέντα άρχισε να φουντώνει, και μερικοί
από τους ηλικιωμένους μίλησαν με αμφισβήτηση.
«Πώς είναι δυνατόν να επιτρέψουμε μια τέτοια
αμφιβολία;» είπε ο Χουάνγκ Τσου,
γεμάτος απορία. «Ο Γι Τζινγκ είναι
αρκετά αθώος και έντιμος για να επιτρέπει κάτι τέτοιο. Αν ήταν κάτι παράνομο,
θα το είχε σταματήσει. Η Γι
Γιούν, η μητέρα της Λι Χούι,
υπήρξε πάντα μία από τις πιο σεβαστές γυναίκες του χωριού, και το να θεωρηθεί
ότι κάτι τέτοιο είχε συμβεί με την κόρη της, ήταν δύσκολο να το πιστέψει
κανείς.
Ο Λι
Γκουορέν τον κοίταξε και απάντησε ήρεμα:
«Ο Γι Τζινγκ είναι έντιμος, όπως λες, αλλά είναι και
ευάλωτος, όπως όλοι μας. Δεν μπορεί να ξέρει τα πάντα για τα μυστικά που
κρύβονται στην οικογένεια. Αλλά είναι η Γι Γιούν που γνωρίζει την αλήθεια και
μόνο αν εκείνη μιλήσει, θα αποκαλυφθεί το όλο ζήτημα.»
Ο Λι
Γκουορέν έκανε μια παύση, αφήνοντας τα λόγια του να ηχήσουν στο δωμάτιο,
και συνέχισε με αυστηρό ύφος: «Μέχρι
τότε, όλα αυτά είναι απλώς φήμες και υποψίες. Δεν μπορούμε να καταδικάσουμε μια
οικογένεια βασισμένοι μόνο σε αυτά.»
Η υπόθεση του γάμου θείου και ανιψιάς άναψε
τα αίματα. Ήταν σκάνδαλο αρκετό για να στιγματίσει ολόκληρο γένος.
Ο Λι Γκουορέν ύψωσε το χέρι. «Προσέξτε»,
είπε. «Οι λέξεις ταξιδεύουν πιο γρήγορα από τα κάρα. Αν αυτή η φήμη φτάσει στην
πρωτεύουσα της Σετσουάν και αποδειχθεί ψευδής, θα στραφεί εναντίον μας. Αν
αποδειχθεί αληθινή… τότε θα έχουμε ανοίξει πληγή που δεν κλείνει.»
Η μάζωξη σώπασε. Στο ημίφως, ανάμεσα σε
γέρικα πρόσωπα και ανήσυχα βλέμματα, η υποψία είχε πια αποκτήσει μορφή. Δεν
ήταν πια απλή κουβέντα για μια κοπέλα που έφυγε. Ήταν αμφισβήτηση καταγωγής,
τιμής και νόμου. Και όσο δεν υπήρχε απάντηση, τόσο η φήμη δυνάμωνε — σαν ρίζα
που, αν και κρυμμένη, απλωνόταν κάτω από το χώμα.
Η ένταση δεν έπεσε· μεταμορφώθηκε. Κάποιος
θυμήθηκε τα λόγια που είχαν ειπωθεί λίγο νωρίτερα, κι αμέσως οι φωνές
ξαναφούντωσαν.
«Ο
Λι Γκουορέν το είπε καθαρά», ξεκίνησε ένας από τους μεγαλύτερους. «Πατρικός
θείος με ανιψιά — ποτέ. Μητρικός θείος με ανιψιά — μόνο κατ’ εξαίρεση.»
«Κατ’
εξαίρεση δεν σημαίνει απαγορευμένο», αντέτεινε μια γυναίκα κοφτά. «Σημαίνει ότι
εξετάζεται.»
Ο Λι Γκουορέν, που στεκόταν ακόμα όρθιος,
έγνεψε αργά. «Είπα: εξετάζεται. Αν είναι ενήλικη. Αν υπάρχει συναίνεση. Αν δεν
υπάρχει άλλος τρόπος να διατηρηθεί η οικία.»
«Και
ποιος θα το κρίνει αυτό;» πετάχτηκε ο γερο-Λου. «Εμείς; Το Λο Τζιανγκ;»
«Αν
ζούσαν εδώ, ναι», απάντησε κάποιος. «Μα δεν ζουν εδώ.»
Η κουβέντα άλλαξε κατεύθυνση.
«Αυτό
είναι το ζήτημα», είπε ένας με βραχνή φωνή. «Ο γάμος έγινε αλλού. Στην
Τζιανγκνάν. Ζουν αλλού. Δεν υπόκεινται στην κρίση μας.»
«Εκτός
αν επιστρέψουν», συμπλήρωσε μια ηλικιωμένη. «Αν πατήσουν ξανά το χώμα μας ως
ζευγάρι, τότε θα πρέπει να σταθούν μπροστά στο συμβούλιο.»
«Και
μέχρι τότε;»
«Μέχρι
τότε», είπε ο Λι Γκουορέν, «είναι υπόθεση του τόπου όπου τελέστηκε ο γάμος.»
«Αν
όμως είναι η ίδια η Γι Λι Χούι;» επέμεινε ένας νεότερος. «Αν άλλαξε όνομα και
παρουσιάστηκε ως Τσεν Λι Χούι; Τότε μιλάμε για εξαπάτηση.»
«Εξαπάτηση
προς ποιον;» αντέτεινε άλλος. «Προς εμάς; Εμείς δεν ρωτηθήκαμε.»
Η
συζήτηση διασπάστηκε.
«Αν
είναι μητρικός θείος», είπε κάποιος που κρατούσε σφιχτά το κομπολόι του, «και η
κοπέλα το θέλησε, τότε μπορεί να σταθεί. Το αίμα δεν είναι ίδιος βωμός.»
«Το
θέλησε;» αντήχησε μια γυναικεία φωνή. «Ή την ανάγκασαν; Μήπως βρέθηκε χωρίς
στήριγμα; Μήπως εξαρτιόταν από αυτόν;»
Σιωπή
για μια στιγμή.
«Η
συναίνεση δεν είναι μόνο λόγια», συνέχισε η ίδια. «Είναι και η θέση στην οποία
βρίσκεται μια γυναίκα.»
«Μην
υπερβάλλεις», απάντησε άλλος. «Ο Κινγκ Μινγκ είναι πλούσιος. Αν ήθελε να την
εξαναγκάσει, δεν θα χρειαζόταν τέτοιες τεχνικές.»
Το
όνομα του Κινγκ Μινγκ προκάλεσε νέο κύμα ψιθύρων.
«Ακριβώς
επειδή είναι πλούσιος», αντέτεινε ο γερο-Λου, «ποιος θα τολμήσει να πει όχι;»
«Και
αν την έσωσε;» ρώτησε μια άλλη γυναίκα. «Αν δεν υπήρχε άλλος έντιμος δρόμος; Ο
Λι Γκουορέν δεν είπε πως σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να επιτραπεί;»
Ο Λι Γκουορέν αναστέναξε. «Είπα: δεν γίνεται
κανόνας. Γίνεται εξαίρεση. Και οι εξαιρέσεις δεν διαφημίζονται.»
«Άρα;»
«Άρα», απάντησε, «αν είναι μητρικός δεσμός,
αν είναι ενήλικη, αν δεν υπάρχει εξαναγκασμός, τότε δεν είναι αυτομάτως ατιμία.
Αν όμως υπάρχει πίεση, ψέμα, ή σύγχυση καταγωγής, τότε δεν μιλάμε για γάμο —
μιλάμε για αταξία.»
Η λέξη αυτή, η αταξία, έκανε όλους να
σωπάσουν.
«Και
τελικά», είπε κάποιος πιο ήρεμα, «τι μας αφορά; Δεν ζουν εδώ. Δεν ζητούν την
έγκρισή μας.»
Ο γερο-Λου χαμήλωσε το βλέμμα. «Μας αφορά αν
επιστρέψουν. Αν θελήσουν να σταθούν μπροστά στον βωμό των προγόνων τους εδώ.»
«Τότε
θα κριθούν», είπε μια γυναίκα.
«Τότε»,
συμφώνησε ο Λι Γκουορέν, «θα εξεταστεί αν πρόκειται για ίδιο αίμα ή για άλλο
κορμό. Αν πρόκειται για συναίνεση ή για ανάγκη. Αν πρόκειται για έντιμη
εξαίρεση ή για κρυφή αταξία.»
Η συζήτηση αμέσως παίρνει άλλη τροπή όταν ένα
τέθηκε ένα άλλο ερώτημα.
«Ακόμη
κι αν η ένωση είναι αληθινή», είπε ο γερο-Λου, «ακόμη κι αν υπάρχει έρωτας,
αλλά δεν αφήνουν παιδιά… Τότε τι;»
Μια γυναίκα αναστέναξε: «Τότε δεν κινδυνεύει
η καταγωγή. Δεν υπάρχει αίμα που να μολύνεται, δεν υπάρχει κληρονομιά που να
διαταράσσεται.»
«Μα
η ένωση υπάρχει», επέμεινε άλλος. «Και η ένωση, ακόμη και χωρίς παιδιά, μπορεί
να δίνει δύναμη, πλούτο, επιρροή. Μπορεί να διακινδυνεύσει τιμές, ονόματα,
προγονικά δικαιώματα.»
Ο Λι Γκουορέν χαμήλωσε το βλέμμα. «Το
συμβούλιο δεν έχει εξουσία πάνω στην καρδιά ενός ανθρώπου. Αν δεν γεννηθεί
αίμα, αν δεν υπάρχει αναγκασμός, αν η γυναίκα είναι ενήλικη και συναινεί… τότε
δεν μιλάμε για ανομία. Μιλάμε για επιλογή. Και οι επιλογές της καρδιάς δεν
ελέγχονται εύκολα.»
Κάποιοι γύρισαν τα πρόσωπα αλλού, άλλοι
σκέφτηκαν τις δικές τους παλιές ενώσεις, τις σιωπηλές και κρυφές.
«Η μόνη φορά που μπορούμε να παρέμβουμε»,
είπε ήρεμα ο Λι Γκουορέν, «είναι όταν υπάρχει κίνδυνος για το γένος, για την
τάξη, για τη συνέχεια της οικίας. Αν δεν αφήνουν απογόνους, δεν υπάρχει
κίνδυνος. Η ένωση γίνεται ιδιωτική υπόθεση.»
Η αποθήκη του ρυζιού ξαναβυθίστηκε στη
σιωπή. Κανείς δεν ήθελε να αμφισβητήσει την καρδιά, και όλοι ήξεραν ότι η
ανομολόγητη φύση των επιθυμιών είναι πιο δυνατή από κάθε κανόνα.
Έτσι,
η συζήτηση κατέληξε: χωρίς παιδιά, χωρίς υποχρεωτική συνέχεια, χωρίς
εξαναγκασμό, οι έρωτες παραμένουν εκτός κρίσης. Ο έλεγχος δεν ανήκει στο χωριό.
Ακόμη κι αν οι καρδιές παραβιάζουν συνήθειες, οι φλέβες δεν μολύνονται· και η
σιωπηλή τάξη παραμένει άθικτη.
Κανείς δεν μίλησε για λίγο. Στην αποθήκη του
ρυζιού δεν είχαν καταλήξει σε ομοφωνία. Άλλοι έβλεπαν επιτρεπτή εξαίρεση, άλλοι
ανομολόγητη ντροπή. Άλλοι έδιναν βαρύτητα στη συναίνεση, άλλοι στην ισορροπία
δύναμης. Μα όλοι, βαθιά μέσα τους, καταλάβαιναν πως το ζήτημα δεν ήταν μόνο το
αίμα. Ήταν το ποιος ορίζει την τάξη — και ποιος τολμά να τη λυγίσει.
Έτσι κι αλλιως πόσοι άνομοι πόθοι δεν είχαν
γεννηθεί στους οριζώνες καλά κρυμμένοι μέσα στα ορθωμένα φυτά του ρυζιού; Πόσοι
από αυτούς δεν είχαν ξεσπάσει ανάμεσα σε συγγενείς — παροδικά ή μόνιμα, υπό
πίεση ή με συναίνεση; Και πόσοι δεν συνεχίζονταν, κρυφά, για χρόνια, σαν σπόροι
που φυτρώνουν αθέατοι, αλλά μόνιμα, στο ίδιο χώμα;
Στην αποθήκη οι παρευρισκόμενοι κοίταζαν ο
ένα τον άλλον. Τα βλέμματα ήταν όπλα και ασπίδες ταυτόχρονα. Κάποιοι εξιχνίαζαν
τον διπλανό τους με αμφιβολία, άλλοι γύριζαν αλλού το πρόσωπο, σαν να μην
ήθελαν να γίνουν μάρτυρες. Κάποιοι καμάρωναν, υπερήφανα για τις δικές τους
ανομολόγητες σκέψεις, άλλοι αναζητούσαν σιωπηλούς ενόχους που ίσως τώρα, μέσα
από τους ψιθύρους και τις υποψίες, να αποκαλύπτονταν. Κάθε ψίθυρος, κάθε
φλυαρία, κάθε λάθος βλέμμα ήταν σαν να έριχνε νερό σε μια φωτιά που έκαιγε
χρόνια: η ανομία της καρδιάς, οι κρυφοί πόθοι, οι δεσμοί που δεν τολμούσαν να
ειπωθούν, όλα αναδύονταν τώρα, αβίαστα, ανάμεσα σε σακιά ρυζιού και σκιά από
ξύλινα δοκάρια. Η αποθήκη του Λο Τζιανγκ είχε γίνει ξανά θέατρο: όχι της
σοδειάς, αλλά της ανθρώπινης ανομολόγητης φύσης. Και κανείς δεν ήξερε ποιος θα
ήταν ο επόμενος που θα κοίταζε προς τα κάτω, ή ποιος θα καμάρωνε για τα μυστικά
του.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ
[ ανάρτηση 22 Φεβρουαρίου 2026 :
ο Κινγκ Μινγκ και η Λι Χούι
απόσπασμα
από το
«ένας γάμος στο Λο Τζιανγκ»
σκηνογραφημένο διήγημα
2026
τεχνητή Πεζογραφία ]