Κωνσταντίνος Θεοτόκης
«Κατάδικος» (1919)
βιβλιοκριτική
από τον Αντώνη Γιαλούρη
Ο Λόγος Αύγουστος 1920
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
βιβλιοκριτική του
Αντώνη Γιαλούρη:
Έργο ψυχολογικό και ρεαλιστικό μπορεί να χαρακτηριστεί
τό τελευταίο διήγημα τοϋ κ. Θεοτόκη ό «Κατάδικος». Τό ενεργητικό τής φιλολογίας
μας σ’αυτό τό είδος είνε πολύ ισχνό, ώστε δικαιολογείται νά πει κανένας πώς ό
συγγραφέας προβέλνοντας ακόμα καί σήμερα στη λογοτεχνία μας μαθητής τοϋ Ζολά,
του Τολστόϊ τοϋ Μπουρζέ καί άλλων όμοιων δεν βρέθηκε άπάνω σέ έδαφος κοινό καί
χιλιοπατημένο. Τό έλληνικό διήγημα στάθηκε ώς τώρα στο σημαντικώτερό του μέρος
ήθογραφικό καί κάποτε λυρικό, ασχολήθηκε μέ άπλές ψυχολογικές κατάστασες σπάνια
ξαπλώθηκε σέ έκταση μακρυά. Έτσι δέν παρουσιάζεται μέ την αξίωση νά γυρέψει τη
λύση γενικών ήθικών προβλημάτων, νά φέρει αντιμέτωπες τις ριζικές σύγκρουσες, ή
νά ζωγραφίσει τις θυσίες πού άναβρύζουν άπό τίς βαθειά θεμελιωμένες πεποίθησες.
Οί ταραγμένες ψυχολογικές κατάστασες, οί πολύπλοκες διαφόρωσες των αίσθημάτων
δέν κυττάχτηκαν ψυχολογικά, μήτε θεμελιώθηκαν σέ έργα μέσα χαρακτήρες ήρώιυν
πού νάχουν φυσιογνωμία αλησμόνητη και βαλμένη σέ άκτινοβόλο άπάνω στυλοβάτη.
’Εξαιρώ πολύ λίγα πράματα πού θά τ’ αναφέρω σέ άλλη περίσταση μιλώντας γενικά
γιά τό έλληνικό διήγημα βρισκόμενο σήμερα κατά φυσικό λόγο στην παιδική του
άκόμα ήλικία.
Έτσι τό έργο τοϋ κ. Θεοτόκη έχει σημασία
πολλή στή σύγχρονη λογοτεχνία μας ώς διήγημα προσπάθειας δύσκολης έκτεταμένης
πού πιάνει στα χέρια γενικά αισθήματα φτασμένα στο κορύφωμά τους, καί προτίθεται
ν' αναλύσει ψυχές σέ ορμητική άπάνω δράση. Άκόμα καί γιατί ό συγγραφέας
προσπαθάει νά βάλει στον εαυτόν του θέσες προς έξέταση.
Τό σκοτεινό δράμα πού είνε θέμα τοϋ έργου
τοϋ κ. Θεοτόκη ξετυλίζεται σ’ απόμερο χωριό χωμένο μέσα στούς κάμπους. Οι ήρωές
του είνε ζευγολάτες απλοί άνθρωποι. Ό Γιώργης Αράθυμος ιδιοκτήτης κάποιας μικρής
περιουσίας είνε παντρεμένος μέ τή Μαργαρίτα γλυκομάτα και όμορφη γυναίκα. Ευθύς
άπ’ τήν αρχή φαίνεται πως ή νέα έχει σχέσες ερωτικές με κάποιο χωρικό
ονομαζόμενο Πέτρο Πέπονα. 'Ο έρωτας αυτός φλογερός κατακαίει τον Πέτρο τόσο
περισσότερο όσο ή άπόλαψη είνε σπάνια.
Το μυστικό υποπτεύει ό Τουρκόγιαννος
δουλευτής στο σπίτι τοϋ Αράθυμου. Ό Τουρκόγιαννος είχε άγαπήσει κι’ αύτός νέος
ιδανικά τήν Μαργαρίτα και ύστερα έφυγε γιά τήν ξενητιά οπού ύπόφερε έπαθε καί
διδάχτηκε προ πάντων από ένα δάσκαλο κι’ έγινε δίκαιος, θρήσκος. Ύστερα άπό
χρόνια γύρισε πάλι στο σπίτι τοϋ Αράθυμου δούλος καί όργωτής των χωραφιών.
Ο Πέτρος ζουλεύει τον Τουρκόγιαννο γι’ αύτό
πείθει τή Μαργαρίτα νά τον διώξει από το σπίτι. Ο δουλευτής νοιώθει τήν αίτια,
τή φανερώνει στη γυναίκα καί τη συμβουλεύει να μην πέσει στο κακό. Ή Μαργαρίτα
θυμώνει και κακομιλεΐ του Τουρκόγιαννου. Φωνάζει. Ό Πέτρος περνώντας άπ’ έξω
ακούει τις βρισιές. Το σχέδιό του εΐνε καμωμένο. Συκοφαντεί τον Τουρκόγιαννο
πώς έπετέθηκε της Μαργαρίτας. Ό ’Αράθυμος θυμώνει καί τρέχει να συναντήσει το
δουλευτή του. Μαλώνουν. O Τουρκόγιαννος απάνω σέ άμυνα χτυπάει όχι βαρειά τον
κύριό του. Τώρα ό Πέτρος συμπληρώνει ότι άρχισε. Την άλλη νύχτα σκοτώνει τον
Αράθυμο μέ τό μαχαίρι τοΰ Τουρκόγιαννου. Πιάνεται για ένοχος ό δύστυχος
δουλευτής. Δικάζεται.
Ο Τουρκόγιαννος γιά να μην έκθέσει τήν
Μαργαρίτα, καί για να τήν αφήσει να ζήσει ευτυχισμένη μέ τον εραστή της δέ
φανερώνει τήν αλήθεια πού ξέρει. Πέφτει σέ άντίφασες για να μήν προδώσει τό
ένοχο μυστικό. Ό Πέτρος καταθέτει επιβαρυντικά. ή Μαργαρίτα μασάει τά λόγια της. Ό
κατηγορούμενος καταδικάζεται σέ ισόβια δεσμά. Ό Τουρκόγιαννος κλείεται στο
κάτεργο. "Ομως καί τό νέο αντρόγυνο Πέτρος καί Μαργαρίτα ζοΰν
δυστυχισμένοι. Μεταξύ τους βρίσκεται ό σκοτωμένος. Ό Πέτρος ομολογεί πώς αυτός
σκότωσε.
Ό κατάδικος στή φυλακή βασανίζεται
υποφέρει, άλλ’ εΐνε πάντα αγαθός καί χριστιανός. Διδάσκει τό καλό στους
κακούργους. Βεβαιώνει πώς εΐνε αθώος. Κανένας δέν τον πιστεύει. Περιγελούν τίς
θεωρεΐες του. Μόνος ένας κατάδικος ό Κάης μετανοεί.
Μια φορά έξ αιτίας μιας αντίστασης απάνω
στήν είσπραξη των φόρων ό Πέτρος φέρνεται στή φυλακή. Έκεΐ μέ κόπο γνωρίζεται
μέ τό γέρο πια Τουρκόγιαννο. Ή μετάνοιά του ξεσπάει σε κλάμα. ’Ομολογεί πώς αύτός
σκότωσε καί πως ό κατάδικος είνε αθώος. Ό Τουρκόγιαννος τό ψευτίζει. Δέν είπε
τήν αλήθεια ό Πέτρος. Ό Τουρκόγιαννος σκότωσε. ’Επιμένει γιατί ή Μαργαρίτα πού
δέν τό γνωρίζει πρέπει να χαρεΐ ευτυχισμένη τον άντρα της. Έκείνη τήν ώρα μπρος
στα κάγκελα φαίνεται ή Μαργαρίτα πού έρχεται να ιδεΐ τον Πέτρο. Ο κατάδικος τήν
κυττάζει μέ γλύκα καί φεύγει να κλάψει στο κελί του.
Αυτή εΐνε σύντομα ή υπόθεση του έργου.
Φαίνεται κι’ έτσι πώς αν καί ή δράση είνε ζωηρή καί γρήγορη, όμως τό θέμα δέν
έχει καμμιά πρωτοτυπία. Τέτοιες υπόθεσες έκμεταλλεύτηκαν πολλοί ώς τώρα
μυθιστοριογράφοι.
Τό ξέχωρο χαραχτηριστικό του «Καταδίκου»
είνε η φυσιογνωμία τοΰ ήρωα τοΰ έργου τοΰ Τουρκόγιαννου πού σ αυτήν τριγυρίζει
ο κ. Θεοτόκης καί προσπαθεί νά τήν φανερώσει όσο μπορεί περισσότερο. Αυτός εΐνε
τό πρόσωπο πού ύποστηρίζει ό συγγραφέας. Ό Τουρκόγιαννος είνε ή προσωποίηση τής
αγαθότητας, τής τιμιότητας. Κατάχρηση, ψευτιά δεν γνωρίζει, όλα τά βλέπει
τριγύρω του καλά, «άπό παιδί δουλεύω, λέει κάπου, δουλιά θάβρω κι’ εΐνε τόσο
καλός ό κόσμος, όπου κι άν επήγα έζησα, άναστήθηκα μέ τήν καλωσύνη του». Είνε
άνθρωπος που ντρέπεται, νοιώθει εύγνωμοσύνη καί τήν φανερώνει, εχτιμά, όταν
δουλεύει σέ ξένο σπίτι, δέν επιβουλεύεται κανέναν. «Τό ψωμί σου τό τίμησα» λέει
πολλές φορές στή Μαργαρίτα. Πάσχει, υποφέρει, πονέΐ, τό δικαστήριο που τον δικάζει
είνε άδικο, ό Τουρκόγιαννος δέν ξέρει τό νόμο. έχει κακό δικηγόρο
καταδικάζεται αθώος. Στή φυλακή τον κακομεταχειρίζονται, όμως μια στιγμή δέν
ξεχνάει τήν καλωσύνη του, ούτε παύει να διδάσκει με την άφελη γλώσσα του τό
δίκαιο, τό αγαθό καί τό ήθικο. Γενικά ό κ. Θεοτόκης προίκισε τον ήρωά του μ’
όλες τις χριστιανικές αρετές και τον υπόβαλε σ’ όλες τις θυσίες, έτσι πού κινεί
τή συμπάθειά μας.
Είνε όμως πολύ μακρυά ή συμπάθεια αυτή άπό
το φωτοστέφανο του αγίου καί τοϋ ήρωα τής θυσίας, πού ό κ. Θεοτόκης φαίνεται να
θέλει να ζωγραφίσει τριγύρω στή μορφή τού καταδίκου, γιατί ό Τουρκόγιαννος μέσα
σ’ ολόκληρο τό έργο σέρνεται σχεδόν στο ίδιο πάντα επίπεδο άπό την αρχή ώς τό
τέλος μέ τήν ίδια απάθεια, αδιαφορία μπορώ να πώ περνώντας απάνω άπό τις
περιπέτειες τής ζωής του. Δέν έξυψώνεται δέ συγκινιέται. Μια στωϊκότητα ψυχρή
τον κρατεί καί δέ φανερώνει αίσθήματα πού πρέπει ν’ αναβρύσουν στις διάφορες
κρίσιμες ώρες έτσι πού ό συγγραφέας να τα ίδεΐ καί να τα μελετήσει.
Μια απάντηση μπορεί μόνο σ’ αυτές τις
παρατήρησες νά δώσει ό κ. Θεοτόκης πώς ό Τουρκόγιαννος δέν είνε χαρακτήρας
βαθύς καί πολύπλοκος πού νά δίνει λαβή σέ ψυχολογική εξέταση λεπτόμερη ούτε σέ
έξυψωμένες δυνατές συγκίνησες. Ναί δίκιο έχει ό κ. Θεοτόκης, άλλα κι’ ένας
τέτοιος τύπος δέν μπορεί νά σηκώσει απάνω του τό βάρος ήρωα μυθιστορήματος.
Η φιλολογική αυτή φυσιογνωμία του
Τουρκόγιαννου μένει απάνω στή γενική συγκίνηση, τής λείπει ή είδίκεψη Οί καλλίτερες στιγμές
της δέ ξετυλίζονται ούτε σέ χρώμα ούτε
σέ έκταση πού νά συνταράξουν καί νά συναρπάξουν τήν ψυχή, νά φέρουν στο μάτι τό
δάκρυο. Κι’ όμως, συμπαθά κανείς τον λαϊκόν αυτόν άπόστολο τής θρησκείας, τον
οπαδόν αυτό καί τον ακολουθητή, όσο κι’ άν ξενίζει σήμερα ό τύπος του στή λογοτεχνία
μας, πού πλημμύρησε άπό ψευτοεπαναστάτες. Ό άλτρουϊσμός του είνε γλυκός, ή
ομιλία του άφελη μ’ όλη τή συχνή επανάληψη τών ιδίων πραγμάτων. Έχει traits
ευγενικά, λεπτομέρειες όμορφες. Πηγαίνει καλοντυμένος νά κριθεϊ άπ’ τό
επιπόλαιο δικαστήριό του, είνε έτοιμος νά κρεμάσει τό μικρό του μπόγο στο
μπαστούνι του καί νά κινήσει σάν τό χελιδόνι γι’ άλλες χώρες.
Γενικά μπορούσε νά είνε δευτερεΰον πρόσωπο
έργου καί όχι τό πρώτο, προ πάντων ύστερα άπό τήν καταδίκη του άπ’ όπου καί τό
έργο ολόκληρο χάνει μεγάλο μέρος τής δύναμης του καί γίνεται κουραστικό καί
άδύνατο νά κρατήσει τήν προσοχή.
Εξόν από τον Τουρκόγιαννο όλα τά άλλα
πρόσωπα τού κ. Θεοτόκη βουτιοΰνται στή σκιά τής κονοτοπίας.
Ο Πέτρος είνε ένα είδος χτηνώδικου ήρωα τού
Ζολά. Εγκληματίας, φονιάς για την ικανοποίηση ένός κατώτερου έρωτα προς τή
Μαργαρίτα. Αγαπά τό κορμί της μ' άσβυστη φλόγα καί τίποτα άλλο δέν βλέπει, Καμμιά
τύψη συνείδησης, καμμιά θύμηση εγκλήματος δεν μπορεί να τον σηκώσει απάνω απ’
τη δεσποτική κυριαρχία του αισθήματος αυτού. Στην πιο φοβερή στιγμή που η
Μαργαρίτα τρέμει στην ανάμνηση του σκοτωμένου από τον Πέτρο Αράθυμο, στη στιγμή
που γνωρίζει πως έχει μπρος της το φονιά και τον αηδιάζει και τον φοβάται, ο
Πέτρος τίποτ’ άλλο δέ νοιώθει απ’ το χτηνώδικό του πάθος και το ικανοποιεί
απάνω στη νεκρή σχεδόν γυναίκα του. Σε πολύ λιγοστά μέρη προκαλεί το πρόσωπο
αυτό συγκίνηση. Αναφέρω τις σελίδες 96-97 όταν αντιμετρά τις λεπτομέρειες του
φόνου και την αγωνία του σκοτωμένου. Έρχονται εκεί γραμμές που προκαλούν τη φρίκη.
Η Μαργαρίτα γυναικούλα συνηθισμένη, από τις συχνότατα
περασμένες στα φιλολογικά έργα. Τα διάφορα μοτίβα που μεταχειρίστηκε ο
συγγραφέας είνε κοινά. Το δικαστήριο, η απροσεξιά των συνέδρων, οι επίδειξές
των, η ελαφρότητα των ενόρκων, η αφέλεια του απλού αθώου κατηγορούμενου, έχουν
τόσο πολύ γραφτεί και ξαναγραφτεί από το Βίκτωρ Ουγκώ ως τον Τολστόϊ, από τον
Κοπέ ως τον τελευταίο δραματογράφο πού ή πρέπει να κυτταχτούν με νέο μάτι ή να
πάψουν για πολλά χρόνια να είναι φιλολογικό αντικείμενο.
Σκηνές χαρτοπαιξίας στα καφενεία σαν εκείνες
που ζωγραφίζει ο κ. Θεοτόκης είνε απλό μόνο χρονογράφημα. Η ιστορία του
Τουρκόγιαννου στην αρχή που τόσο πολύ επιμένει να την διηγηθεί είνε άτεχνη και
κακοβαλμένη μακρυά και κουράζει, όχι μόνο τη Μαργαρίτα που την ακούει μά και
τον αναγνώστη.
Καθώς είπα και πιό πάνω αφ’ ότου ο
Τουρκόγιαννος φυλακίζεται το έργο χάνει αρκετό μέρος από το ενδιαφέρο του, τόσο
περισσότερο, όσο φέρνει και στο νου τις σκηνές που το αντρόγυνο κυνηγιέται από
τη σκιά του σκοτωμένου, άλλο όμοιο έργο του Ζολά, τη Θηρεσία Ρακέν. Ο κ. Θεοτόκης δέ δυνήθηκε ούτε από μακρυά να μας
δώσει τη φρίκη που εμπνέει το έργο του Γάλλου συγγραφέα γιατί έλειψαν κι’ αυτή
τη φορά τα ξεσπάσματα.
Αναγκάζομαι να κρίνω αυστηρά κάπως το έργο του
κ. Θεοτόκη γιατί μου φέρνει στο νου μυθιστορήματα τεχνιτών διασήμων, πολεμώ μ’
αυτά να το παραβάλλω. Καταπιάνεται ο συγγραφέας την ανάλυση των ίδιων θεμάτων μ’
εκείνους και περιπτώσεων κι’ έτσι θέλω να
το βγάλω μέσα απ’ το στενό κύκλο της ελληνικής λογοτεχνίας και να το σηκώσω στη
γενική ευρωπαϊκή. Κατά δυστυχία μέσα σ’ αυτή, ο «Κατάδικος» είνε χωρίς σημασία.
Δεν είνε έργο ούτε Ζολά, ούτε Μπουρζέ, ούτε Ανατόλ Φρανς ή Ρότεμπαχ ακόμα, ούτε
μυθιστόρημα τεχνιτών μικρών χωρών ενός Χάμσουν ή Γκέϊερστάμ.
Στη δική μας όμως λογοτεχνία είνε έργο με
σημασία. Δεν είνε διήγημα βιομηχανικό, ο συγγραφέας του εργάστηκε και πρόσεξε.
Είνε έργο σύμμετρο και τεχνικό. Βέβαια δεν μπορεί να συγκριθεί ούτε με τον «Κακό
Δρόμο» του Ξενόπουλου που τελευταία μετονομάσθηκε για λόγους αναδημοσίεψης «Χρυσούλα και Χριστίνα» ούτε με τη «Φωτεινή
Σάντρη» γιατί είνε πολύ ανώτερό τους. Ο κ. Θεοτόκης εργάστηκε ευσυνείδητα,
ανεξάρτητα αν δεν μπόρεσε να κάμει ξέχωρο έργο.
Ό συγγραφέας γνωρίζει τή φύση και τά μυστικά
των κάμπων γιατί οί περιγραφές του εΐνε ζωντανές και μέ ψυχή. Ρεαλιστής έχει
στιγμές πραγματισμού ωμότατου. Αρπάζει μερικά χαραχτηριστικά κατ’ ευθεϊαν από
πρόσωπα ζωντανά σκληραμένα στό επάγγελμά τους. 'Η μητέρα του Τουρκόγιαννου έχει
τή φιλοδοξία πώς στάθηκε πρώτη πόρνη στο χωριό της, μόλις τήν ρωτήσεις πώς τήν
λένε άπαντά.
— ’Αρετή πρώτη πουτάνα.
Ένας κατάδικος θεωρεί γιά καύχημά του, όπως
κι’ ένας παρόμοιος του Δίκενς, πώς ήταν ό αρχαιότερος στή φυλακή. Doyen των
φυλακισμένων.
Κάποτε σέρνει και μερικές γραμμές
σοσιαλιστικές. Εΐνε αραιές καί δεν μπορεί κανείς νά νοιώσει άν εΐνε από
χριστιανική ή κοινωνιστική πηγή γιατί εΐνε γενικώτατες. Κατ’εύτυχία ό κ.
Θεοτόκης δέν κάνει κατάχρηση, σκεφτόμενος ίσως πώς ή παγκόσμια λογοτεχνία μπούχτησε
πιά άπό κοινωνιστικά έργα.
'Η γλώσσα του κ. Θεοτόκη δέν εΐνε
ιδιωματική καθώς τήν θέλει ό κ. Σκίπης. Σπανιώτατα έχει έφτανησιώτικες ιδιωματικές
λέξες.
Εΐνε δουλεμένη άλλά πολύ απλή και
στηχειώδικια. Δέν έχει πάρει τίποτα άπό όλη τήν έργασία πού έγινε άπάνω στή
δημοτική τά τελευταία χρόνια. Δέν εΐνε πλούσια καί παραστατική, δέν έχει νέους
σχηματισμούς όπου σ’ αυτούς διάπρεψε ό Χρηστομάνος . Ό κ. Θεοτόκης γράφει τή
δημοτική μέ
λίγες λέξες καί φτωχή,
όπως γράφουνταν πρό είκοσι χρόνια. 'Ανήκει κι’ εδώ στήν παλιά σκολή όπως καί
στή λογοτεχνία. Μου φαίνεται πώς σταμάτησε άνεξέλικτος άπό χρόνια.
Όλες οί πολυποίκιλες συγκίνησες πού έμπασαν
στή λογοτεχνία οί συμβολιστικές, οί ντεκαντάν, δέν τον άγγιξαν. "Εμεινε
όπαδός του Ζολά καί τεχνοτροπίας πού έσβυσε άπό πολλά χρόνια. ..
Έτσι ό «Κατάδικος» δέν εΐνε αυγή νέας
μέρας, δέ μάς δίχνει τό καινούργιο φώς, προσθέτει μόνο στο παρελθόν μιάν άκόμη
σελίδα!
Όσο γιά τίς «θέσες» πού άνάφερα πιο άπάνω,
θαρρώ πώς ό κ. Θεοτόκης παρουσιάζει τον Τουρκόγιαννο ώς υπόδειγμα γιά μίμηση.
Φρονεί πώς ή κοινωνία πρέπει νά εΐνε χριστιανική καί ηθική. ‘Ο άλτρουϊσμός πρέπει
νά εΐνε ό κυριώδικος χαρακτήρας του άνθρώπου κι’ αυτός νά κυριαρχεί.
Έτσι λύεται κατά τον συγγραφέα μας τό
πρόβλημα της κοινωνικής ζωής, μπαίνοντας σέ εφαρμογή ή σωκρατική θεωρία τοΰ
«προελοίμην άν άδικεΐσθαι» τό χριστιανικό «άγάπα τον πλησίον ώς εαυτόν» καί τά
άλλα παρόμοια τών νεωτέρων φιλοσόφων.
Αντώνης Γιαλούρης
περ. «Ο Λόγος», Κωνσταντινούπολη,
Χρόνος Β΄, αριθ. 10, Αύγουστος 1920, τομέας: Χρονικά-Άύγουστος, βιβλιοκριτική του
Αντώνη Γιαλούρη για το (εκτενές διήγημα) του Κωνσταντίνου Θεοτόκη «Κατάδικος»,
σ. 416-420.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ
[ ανάρτηση 5 Σεπτεμβρίου 2025 :
Κωνσταντίνος
Θεοτόκης
«Κατάδικος»
(1919)
βιβλιοκριτική
από τον Αντώνη Γιαλούρη
Ο Λόγος Αύγουστος 1920
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου