Πέτρος Μάγνης
«Σίμουν»
διήγημα
Σεράπιον 1909
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Σίμουν
Ήταν κοντά τό μεσημέρι. αψύ τό
κάμα κυμάταγε στη Λιβυκιάν έρημο γύρα. τά πουλιά σωπαΐναν.
Ή καματαριά των χωραφιών τής "Οασης, μ'
ανυπομονησιά πρόσμεν' από τό Ναζίρη την ώρα, ποΰ θάπαυεν η δουλειά, καί θάταν
καθένας λεύτερος νά πά γιωματίση μέ τίποτε ξεροχουρμάδες, κι’ άπέ νά λαγιάση
κάπου, στόν ήσκιο καμμιάς φοινικιάς, γιά στο πλάϊ καμμιάς γκαμήλας.
Στην άκρη τοΰ χωρίου πέντ’ έξη γυναίκες,
καθιστές σταυροπόδι στη σειρά, διαλάλαγαν στους διαβάτες τις πραμάτιες τους.
αυγά βραστά η μιά, σκουληκιασμένο τυρί η άλλη, κ' η άλλες τααμίες, ξερόπητες,
θολόνερο καί τόσα άλλα.
Πιο πέρα, δίπλα στο δρόμο, ολόγδυμνος,
ξαπλωμένος κατά ηλιού μέ στωϊκήν απάθεια ο Σέχας. Ένα κοκαλιάρικο γερόντι, ποΰ
ξέσχιζε τίς σάρκες του μέ κεραμίδια, καί καταβασάνιζε τό κορμί του, γιά ν’ αγιάση.
Η μυΐγες μαυροκόπαγαν απάνω του.
Την ώρα κείνη τάραξαν τη μεσημεριάτικη
γαλήνη τ’ αργά βήματα κάποιας τυφλής.
Στηριζότουν μέ τόνα της χέρι πάνω στόν ώμο
τής μαυρόχραδης δωδεκάχρονης κόρης της.
Έφτασε μπρος στις γυναίκες.
Στάθηκε.
— «Λίγο νερό,.... μιά
στάλα μόνο,... έτσι,.... νά βρήτε καλό από τό Μοχαμέτη,... όσο νά βρέξω τή
γλωσσά μου....», είπε μέ σβυσμένη φωνή.
— «Ο Θεός νά σ’ έλεήση», τής απάντησαν όλες
μαζύ καί ξακολούθησαν αναμεταξύ τους την κουβέντα.
Ο Σέχας κάτι μουρμούριξε.
Η τυφλή αναστέναξε, και προχώρησε.
έστριψε τό δρόμο, και χάθηκε πίσω από τις
ντουριές.
Σέ λίγο, ένα άχ! ακούστηκε.... ώμοιαζε σά
μικρής παιδούλας ξεφωνητό πόνου!... κλάματα,... καί τίποτ’ άλλο.
Μέ λίγην ώρα, από τό μέρος πούρθ’ η φωνή
ξεπρόβαλ’ ένα μπεόπουλο!
Πέρασε καβάλα στ’ άλογο, και τράβηξε πέρα.
Φαινότουν σάν ευχαριστημένο.
Ο Σέχας ξαναμουρμούριξε.
Μακριά στόν ορίζοντα, φάνηκε κάποιο σύγνεφο.
είχε τή γέννησή του στή γίς, κι’ όλο αΰξαινε καί, γιγαντονότουν, κι’ ερχότουν
προς τό μέρος τους.
«Για βόϊ, για βόϊ», έσειρε στριγγιά κραξιά η
νεώτερη σάν τό διάκρινε, καί πήρε τίς πραμάτιες της στό κεφάλι.
«Για βόϊ», έσκουξαν κ’ η άλλες καί τόκοψαν
πηλάλα κατά τό χωριό.
Ο Σέχας έρριξε πάνω τους λοξό βλέμμα, καί μ’
ένα ειρωνικό χαμόγελο — «νομίζουν πώς θά ξεφύγουν τό μοιραίο τους» ψιθύρισε.
Οι καματάρηδες άφηκαν τίς δουλειές τους στή
μέση κι’ έτρεχαν κατά τό χωριό. άλλοι καβάλα στις γκαμήλες τους,
άλλοι στά γαϊδουράκια τους, κι’ άλλοι πεζοί. Κι’ όλο έτρεχαν.
Στις χλωρασιές κι’ έσταιναν τρελλό χορό τά
ζά άπό τήν τρομάρα τους. πήδαγαν πρός τά δώ, πήγαιναν προς τά κεϊ, ανάχωναν
τή γίς μέ τά μπροστινά τους πόδια, λές καί ζήταγαν ν’ ανοίξουν τροΰπες καί νά
τρυπώσουν για νά κρυβοΰν.
Τό σύγνεφο όλο καί μεγάλωνε. σιγά
καί πήγαινε νά κρύψη τόν ήλιο.
Η μέρα κιτρινοχρώμιασε. γύρω μιά
ύπερβολικιά θερμότη γροικήθηκε. ακόμα λίγο καί σκοτείνιαζε.
Τά σκυλιά ούρλιαζαν.
Ο χόντζας από τό ψήλος τοΰ μιναρέ καλοΰσε
τούς χωριανούς σέ μετάνοια.
Οι πιστοί γονάτιζαν και προσευχόντουσαν.
'Από τή μιάν ώς τήν άλλην άκρη δέν ακουγότουν
παρά μιά οχλαλοή κι’ ένα «’Αλλάχ, μακρυά από μάς ή οργή σου».
Ό κόσμος χάλαγε. θαρρούσες κ’
ήρθ’ η συντέλεια.
Ό μόνος πούδειχνε αδιαφορία ήταν ο Σέχας.
Τανιώτουν, χασμουργιώτουν κι’ άπέ τό'βαλε στά
γέλια.
Γέλια τρελλά, γέλια πού ξεκούφαιναν.
Γέλαγε άφ’ όλη του την καρδιά.
κι' όντας έπαυε από κάπου κάπου, ακουγότουν νά ψιθυρίζη σά σε προσευκή. «’Άς
έρθη ο καλός μου, άς έρθη ο δυνατός, άς έρθη ο μεγάλος άρχοντας τής ’Έρημος.
γιατί η ανομία τους πλήθαινε κ’ ή περηφάνεια τους έφτασε τ' άστρα.
Χα, Χα, Χα, χα, χά.
Άρρώστησε η χήρα, ποιός πήγε νά τήν ιδή;
κανένας, έχτός άν ήταν όμορφη. πείνασε τ’ ορφανό, ποιός τοΰδωκε νά
φάγη; κανένας, πάρεξ εκείνος πού κακομελέτησε για την τιμή του. Άργάστηκε ο
καματάρης, ποιός απόλαψε τή δούλεψή του; ο τεμπέλης πούχε τήν Έσμπα.
Χα, Χα. χα, χά·
«”Ας έρθη ο καλός μου, άς έρθη ο δυνατός, άς
έρθη ο μεγάλος άρχοντας τής ’Έρημος. αυτός θά μοιράση στον καθένα τό
δίκηο».
Δέν απόσωσε τά λόγια κι' ένα βουητό
ακούστηκε. καλύβες, δέντρα,
πετάχτηκαν στον αγέρα. ένα σύγνεφο από άμμο πέρασε μ’ ορμή καί
χάθηκε στον κάμπο κάτω.
Ύστερ’ από λίγο βασίλεψε η γαλήνη.
Πρόβαλε ξανά ο ήλιος, σάν καί πρώτα.
Μά τό χωριό δέν ξαναφάνηκε, ούτε κι’ ο
Σέχας. Μόνο βουνά από άμμο, και τσακάλια πούρλιαζαν.
’Αλεξάνδρεια
Πέτρος Μαγνης
το
διήγημα του Πέτρου Μάγνη «Σίμουν» δημοσιεύθηκε στο περ. «Σεράπιον», Αλεξάνδρεια,
έτος Α΄, αριθ. Β, Φεβρουάριος 1909, στις σελ. 37-39.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ
[ ανάρτηση 18 Ιανουαρίου 2026 :
Πέτρος Μάγνης
«Σίμουν»
διήγημα
Σεράπιον
1909
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ]
Λίγα σχόλια
Στο διήγημα
"Σίμουν" του Πέτρου Μάγνη οι αμαρτίες, παραπτώματα, ηθικές ενοχές,
αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα. Ποιές αναφέρει ο Σέχας και ποιές γίνονται όπως τις
παρουσιάζει ο αφηγητής.
1. Αμαρτίες
– παραπτώματα – ηθικές ενοχές (γενικά στο διήγημα)
Στο «Σίμουν» παρουσιάζεται μια κοινωνία
ηθικά διεφθαρμένη, όπου η θρησκευτικότητα είναι επιφανειακή, η κοινωνική αδικία
είναι κανόνας. η ανθρώπινη δυστυχία προκαλεί αδιαφορία. Οι αμαρτίες δεν είναι
ατομικές μόνο, αλλά συλλογικές.
2. Αμαρτίες
που αναφέρει ρητά ο Σέχας (λόγος του Σέχα)
Ο Σέχας λειτουργεί σαν προφήτης – τιμωρός.
Οι αμαρτίες που καταγγέλλει ρητά είναι:
α) Αδιαφορία
για τον πόνο των αδύναμων
«Ἀρρώστησε ἡ
χήρα, ποιός πήγε νά τήν ἰδῇ; κανένας…»
«πείνασε τ’ ὀρφανό, ποιός τοῦδωκε νά φάγῃ; κανένας…»
Αμαρτία:
έλλειψη ελέους, φιλανθρωπίας, ανθρωπιάς
β) Υποκρισία
και ανήθικα κίνητρα
«ἐκτός ἄν
ἦταν ὄμορφη»
«πάρεξ
ἐκεῖνος ποὺ κακομελέτησε γιά τήν τιμή του»
Αμαρτία: υποκριτική
βοήθεια, ιδιοτελής “ηθική”, εκμετάλλευση του πόνου
γ) Κοινωνική
αδικία – εκμετάλλευση
«Ἀργάστηκε ὁ
καματάρης, ποιός ἀπόλαψε τή δούλεψή του; ὁ τεμπέλης ποὺ ’χε τήν Ἔσμπα.»
Αμαρτία: κλοπή μόχθου, ταξική αδικία
δ) Αλαζονεία
– ύβρις
«ἡ
περηφάνεια τους ἔφτασε τ’ ἄστρα»
Αμαρτία: ύβρις απέναντι στον Θεό και στη
μοίρα
3. Αμαρτίες
που παρουσιάζονται έμμεσα από τον αφηγητή (μέσα από τα γεγονότα)
Ο αφηγητής δεν κηρύττει, αλλά δείχνει. Οι
πράξεις μιλούν.
α) Αναλγησία
– απανθρωπιά
Οι γυναίκες
αρνούνται το νερό στην τυφλή:
«Ὁ Θεός νά
σ’ ἐλεήση» (λόγια χωρίς πράξη)
Αμαρτία: κενή ευσέβεια
β) Ακραία
ηθική παρακμή – βία
Το «μπεόπουλο» και το «ἄχ!... σὰ μικρῆς
παιδούλας ξεφωνητό πόνου»
Έμμεση αλλά σαφής αναφορά σε σεξουαλική βία
(βιασμό), πλήρης κατάρρευση κάθε ηθικού φραγμού
γ)
Θρησκευτική υποκρισία
Ο κόσμος μετανοεί μόνο όταν φοβάται:
«Ὁ χόντζας…
καλούσε τούς χωριανούς σέ μετάνοια»
Αμαρτία: φόβος αντί πίστης
δ) Συλλογική
ενοχή
Όλο το χωριό εξαφανίζεται. Δεν σώζεται ούτε ο
Σέχας. Η τιμωρία είναι καθολική, γιατί η ενοχή είναι συλλογική.
4. Η θέση
του Σέχα – ενοχή ή δικαίωση;
Ο Σέχας αυτοβασανίζεται «για ν’ αγιάση», χλευάζει
τον φόβο των άλλων, χαίρεται με την καταστροφή. Παρότι καταγγέλλει το κακό, διαπράττει κι ο ίδιος αμαρτία αλαζονείας, παίρνει
τον ρόλο του τιμωρού-Θεού. Γι’ αυτό χάνεται μαζί με το χωριό.
Το ύφος του
Πέτρου Μάγνη είναι κοφτό. Μικρές προτάσεις, μικρές περίοδοι λόγου, πολλές φορές
διακόπτοναι από άνω τελεία. Μικρές παράγραφοι. Ακόμη και οι σκηνές είναι
σύντομες. Και δεν ολοκληρώνονται. Αφήνεται ένα μικρό κενό να τις εννοήσει ή να
τις συμπληρώσει νοηματικά ο αναγνώστης.
Το ύφος του Πέτρου Μάγνη στο διήγημα
«Σίμουν» χαρακτηρίζεται από συντομία, αποσπασματικότητα και λιτότητα. Ο
συγγραφέας χρησιμοποιεί μικρές προτάσεις και σύντομες περιόδους λόγου, οι
οποίες συχνά διακόπτονται από άνω τελείες ή αποσιωπητικά, δημιουργώντας έναν
λόγο κοφτό και ασθματικό.
Οι παράγραφοι είναι μικρές, ενώ και οι
σκηνές παρουσιάζονται χωρίς πλήρη ανάπτυξη. Δεν ολοκληρώνονται αφηγηματικά·
αντίθετα, αφήνουν κενά, τα οποία καλείται να συμπληρώσει ο αναγνώστης με τη
φαντασία και την ηθική του κρίση. Έτσι, η αφήγηση λειτουργεί υπαινικτικά και
όχι επεξηγηματικά.
Το ύφος αυτό εντείνει την αίσθηση ασφυξίας
και απειλής, όπως ακριβώς ο σίμουν (ο καυτός άνεμος) που έρχεται απότομα και
καταστροφικά, αντανακλά τη βία και την ηθική αποσύνθεση του κόσμου που
περιγράφεται, αποφεύγει τον συναισθηματισμό, κάνοντας τις σκηνές ακόμη πιο
σκληρές, μετατρέπει τον αναγνώστη σε ενεργό συμμέτοχο, αφού πρέπει να
κατανοήσει όσα δεν λέγονται ρητά (π.χ. το επεισόδιο με το παιδικό ξεφωνητό).
Η τεχνική της αποσιώπησης και της
ανολοκλήρωτης σκηνής υπογραμμίζει την αγριότητα της πραγματικότητας χωρίς
περιγραφική υπερβολή, προσδίδει στο κείμενο μοντερνιστικό χαρακτήρα, και
ενισχύει το συμβολικό επίπεδο του έργου (η καταστροφή έρχεται απότομα, όπως και
η αφήγηση διακόπτεται απότομα).
Το κοφτό ύφος του Πέτρου Μάγνη δεν είναι
απλώς μορφικό χαρακτηριστικό, αλλά δομικό στοιχείο νοήματος: όπως ο λόγος
κόβεται, έτσι κόβεται και η ζωή, η ηθική και η κοινωνική συνοχή στο διήγημα.
Ο περίεργος
παρίας Σέχας ως κεντρικός ήρωας του διηγήματος και τα δευτερεύοντα πρόσωπα. Ο
Σέχας λειτουργεί ως παρατηρητής και σχολιαστικός επικριτής. Είναι σαν το
δάκτυλο του αφηγητή όταν ο συγγραφέας δεν θέλει να εμπλακεί και να εκφράσει την
θέση του.
Ο Σέχας ως κεντρικός ήρωας και σχολιαστικός
παρατηρητής
Ο Σέχας αποτελεί τον κεντρικό ήρωα του
διηγήματος, παρότι βρίσκεται στο περιθώριο της κοινωνίας. Είναι ένας παρίας,
γυμνός, αυτοβασανιζόμενος, κοινωνικά αποκλεισμένος, ο οποίος όμως αποκτά
προνομιακή αφηγηματική θέση. Δεν συμμετέχει ενεργά στα γεγονότα· παρατηρεί,
σχολιάζει και κρίνει.
Λειτουργεί ως σχολιαστικός επικριτής της
κοινωνίας του χωριού. Μέσα από τα λόγια του εκφράζεται η ηθική αποτίμηση των
πράξεων των άλλων, όπως η αδιαφορία για τη χήρα και το ορφανό, η κοινωνική
αδικία, η υποκρισία και η ύβρις. Με τον τρόπο αυτό, ο Σέχας γίνεται το μέσο
ηθικής εστίασης του κειμένου.
Ο Σέχας λειτουργεί σαν το δάχτυλο του
αφηγητή, δηλαδή ως το πρόσωπο μέσω του οποίου ο συγγραφέας αποφεύγει την άμεση
ηθική κρίση, μεταθέτει την καταγγελία σε ένα πρόσωπο εντός της αφήγησης, διατηρεί
την αφηγηματική αντικειμενικότητα.
Ο αφηγητής παραμένει φαινομενικά ουδέτερος,
ενώ η κριτική αρθρώνεται δραματοποιημένα από τον Σέχα. Έτσι, η θέση του
συγγραφέα δεν δηλώνεται ρητά, αλλά υποβάλλεται.
Η αμφισημία του ρόλου του Σέχα
Ωστόσο, ο Σέχας δεν παρουσιάζεται ως
αδιαμφισβήτητη ηθική αυθεντία. Γελά μπροστά στον τρόμο των άλλων, επιχαίρει για
την επερχόμενη καταστροφή, σφετερίζεται τον ρόλο του Θεού–κριτή.
Η τελική εξαφάνισή του μαζί με το χωριό
δείχνει ότι, ενώ εκφράζει την κριτική του συγγραφέα, δεν ταυτίζεται πλήρως με
αυτήν. Ο Μάγνης δεν προτείνει τον Σέχα ως πρότυπο, αλλά ως εργαλείο αποκάλυψης
της ηθικής παρακμής.
Τα
δευτερεύοντα πρόσωπα στο διήγημα
Τα δευτερεύοντα πρόσωπα (οι γυναίκες της
αγοράς, η τυφλή, το παιδί, το μπεόπουλο, οι καματάρηδες, ο χόντζας) δεν
αποκτούν ατομική ψυχογράφηση, λειτουργούν τυπικά και συλλογικά, εκπροσωπούν
κοινωνικές στάσεις και συμπεριφορές.
Απέναντί τους ο Σέχας ξεχωρίζει ως συνειδητό
υποκείμενο κρίσης, ενώ εκείνοι λειτουργούν ως παραδείγματα ενοχής.
Ο Σέχας είναι ταυτόχρονα παρίας και κριτής,
όργανο του αφηγητή αλλά όχι φωνή αλήθειας χωρίς ρωγμές. Μέσα από αυτόν, ο
συγγραφέας ασκεί δριμεία κοινωνική και ηθική κριτική, χωρίς να εκτεθεί άμεσα,
αφήνοντας στον αναγνώστη τον τελικό λόγο.
Ενδεικτικές
σημειώσεις για το διήγημα:
1. Ο κόσμος
πριν από τον λόγο: πρωτείο της εικόνας
Το διήγημα αρχίζει χωρίς ανθρώπινη δράση,
με:
ζέστη, ακινησία,
σιωπή («τά πουλιά σωπαΐναν»). Ο λόγος έρχεται μετά από την εικόνα. Αυτό δείχνει
ότι η ανθρώπινη κοινωνία δεν είναι φορέας νοήματος, το φυσικό περιβάλλον
λειτουργεί ως προοίμιο κρίσης. Ο σίμουν δεν είναι αιφνίδιος· προετοιμάζεται
αισθητηριακά.
2. Η βία
εμφανίζεται πριν κατονομαστεί
Η πιο ακραία πράξη (το «άχ!» της παιδούλας) δεν περιγράφεται ποτέ. Δεν υπάρχει δράστης, πράξη, συνέπεια. Υπάρχει μόνο ήχος. Το κείμενο δείχνει ότι η βία είναι τόσο συνηθισμένη ώστε δεν χρειάζεται αφήγηση, έχει περάσει στο επίπεδο του αυτονόητου τρόμου.
3. Η
θρησκεία ως θόρυβος, όχι ως πράξη
Η θρησκεία υπάρχει ως λόγος («Ο Θεός νά σ’ ἐλεήση»), ως τελετουργία (γονάτισμα, κραυγές), ως φόβος. Απουσιάζει όμως ως πράξη ελέους, ως προσωπική ευθύνη. Ο λόγος της πίστης λειτουργεί σαν ηχητικό υπόβαθρο, όχι σαν ηθική πράξη.
4. Ο Σέχας
δεν είναι ήρωας – είναι σύμπτωμα
Ο Σέχας αυτοβασανίζεται, γελά υστερικά, χαίρεται
με την καταστροφή. Δεν προσπαθεί να σώσει, να προειδοποιήσει, να παρέμβει, ή να
αλλάξει κάτι. Άρα δεν είναι προφήτης με αποστολή, είναι προϊόν του ίδιου
άρρωστου κόσμου. Η εξαφάνισή του μαζί με το χωριό το επιβεβαιώνει.
5. Ο
αφηγητής δεν «παίρνει το μέρος» κανενός
Δεν υπάρχει ψυχογράφηση, εσωτερικός
μονόλογος, συναισθηματική καθοδήγηση. Ο αφηγητής παραθέτει, αποσύρεται, αφήνει
το κενό. Η ηθική κρίση δεν προσφέρεται έτοιμη· παράγεται στον αναγνώστη.
6. Η
καταστροφή δεν είναι λύση, αλλά διαγραφή
Το τέλος δεν έχει λύτρωση, κάθαρση, δικαιοσύνη
επί σκηνής. Έχει εξαφάνιση, σιωπή, τσακάλια. Η τιμωρία δεν αποκαθωτά· ακυρώνει.
7. Το
κείμενο δεν καταγγέλλει άτομα, αλλά νοοτροπία
Κανένα πρόσωπο (εκτός του Σέχα) δεν έχει
όνομα. Όλοι είναι ρόλοι, τύποι, στάσεις. Η ενοχή είναι δομική, όχι προσωπική.
Το «Σίμουν» δεν ζητά να διαλέξεις πλευρά. Σε
τοποθετεί μέσα στο κενό που αφήνουν οι αποσιωπήσεις του. Αν ο αναγνώστης
αισθανθεί άβολα, αυτό σημαίνει ότι το κείμενο πέτυχε.
Η αμφιθυμία
της παρουσίασης εκ μέρους του αφηγητή απέναντι στους εργάτες, φτωχούς, τις γυναίκες
εμπορευόμενες
Η αμφιθυμία του αφηγητή απέναντι στους
εργάτες, τους φτωχούς και τις γυναικείες εμπορευόμενες είναι πράγματι βασικό
γνώρισμα του κειμένου και δεν είναι αδυναμία· είναι συνειδητή στάση.
1. Ο
αφηγητής ούτε εξιδανικεύει ούτε καταδικάζει
Ο αφηγητής δεν ηρωοποιεί τους φτωχούς και
τους εργαζόμενους, αλλά ούτε τους δαιμονοποιεί. Τους παρουσιάζει κουρασμένους, παγιδευμένους
στη βιολογική ανάγκη, ενταγμένους σε έναν κόσμο επιβίωσης χωρίς ηθικό βάθος. Οι
καματάρηδες περιμένουν μόνο «νά πά γιωματίση μέ τίποτε ξεροχουρμάδες».Δεν
υπάρχει συλλογικό όραμα, ούτε αλληλεγγύη. Η φτώχεια δεν εξαγνίζει.
2. Οι
γυναικείες εμπορευόμενες: θύματα και φορείς αναλγησίας μαζί
Οι γυναίκες της αγοράς ανήκουν στους
φτωχότερους, πουλούν ευτελή πράγματα, βρίσκονται κι αυτές στην άκρη του δρόμου.
Ωστόσο αρνούνται το νερό στην τυφλή, περιορίζονται σε μια τυπική ευχή.
Ο αφηγητής δεν τις καταγγέλλει ρητά, αλλά ακυρώνει
κάθε αυτόματο ηθικό άλλοθι της φτώχειας. Είναι ταυτόχρονα θύματα κοινωνικών
συνθηκών και συνένοχες μέσω της αδιαφορίας.
Γιατι οι εμπορευόμενες μικροπωλήτριες δεν
διστάζουν να πουλήσουν νοθευμένα ή προβληματικά προϊόντα στους απλούς
μεροκαματιάρηδες. Η σήψη, η νοθεία, έχει διαδοθεί σε όλα τα στρώματα της
κοινωνίας.
Το κείμενο δεν καταγγέλλει απλώς μια άδικη
κοινωνία, αλλά μια κοινωνία ολικά διαβρωμένη, όπου η σήψη και η νοθεία έχουν
περάσει σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.
Οι γυναίκες μικροπωλήτριες πουλούν «σκουληκιασμένο
τυρί», «θολόνερο», ευτελή τρόφιμα, απευθύνονται στους ίδιους τους φτωχούς,
στους καματάρηδες, βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο ανάγκης με τους αγοραστές. Δεν
διστάζουν όμως να εξαπατήσουν, γιατί:
/ α. Η
επιβίωση έχει υποκαταστήσει την ηθική
Στον κόσμο του «Σίμουν» το ζητούμενο δεν
είναι το σωστό, αλλά το άμεσο κέρδος, όσο μικρό κι αν είναι. Η φτώχεια δεν
γεννά αλληλεγγύη, αλλά ανταγωνισμό μεταξύ των αδύναμων.
/ β. Η
νοθεία είναι κοινωνικός κανόνας, όχι εξαίρεση
Η πώληση αλλοιωμένων προϊόντων παρουσιάζεται
χωρίς αγανάκτηση, χωρίς σχόλιο, χωρίς έκπληξη. Αυτό δείχνει ότι η εξαπάτηση
έχει κανονικοποιηθεί. Όπως νοθεύονται τα προϊόντα, έτσι νοθεύεται και η ηθική.
/ γ. Η σήψη
λειτουργεί «από κάτω προς τα πάνω»
Το κείμενο δεν δείχνει μόνο άδικους ισχυρούς,
εκμεταλλευτές αφεντικά. Δείχνει ότι και οι φτωχοί, όταν μπορούν, εκμεταλλεύονται
τους φτωχότερους. Η διαφθορά δεν είναι
προνόμιο της εξουσίας.
/ δ.
Συμβολική λειτουργία της νοθείας
Τα νοθευμένα τρόφιμα λειτουργούν συμβολικά.
Τροφή που δεν θρέφει, νερό που δεν ξεδιψά, αγαθά που υπονομεύουν τη ζωή. Ακριβώς
όπως οι κοινωνικές σχέσεις δεν στηρίζουν, η θρησκεία δεν σώζει, η κοινότητα δεν
προστατεύει.
/ ε. Η
αφηγηματική ουδετερότητα ως καταγγελία
Ο αφηγητής δεν καταδικάζει τις μικροπωλήτριες, δεν τις δικαιολογεί, τις εντάσσει απλώς στο τοπίο. Αυτή η ουδετερότητα δείχνει ότι η σήψη είναι διάχυτη, κανείς δεν εξαιρείται, η ενοχή είναι συλλογική.
Οι εμπορευόμενες μικροπωλήτριες δεν
διστάζουν να πουλήσουν νοθευμένα ή προβληματικά προϊόντα, γιατί στον κόσμο του
«Σίμουν» η ηθική έχει αντικατασταθεί από την ανάγκη και τη συνήθεια της
εξαπάτησης. Η σήψη δεν είναι ταξικά περιορισμένη· έχει διαποτίσει όλες τις
βαθμίδες της κοινωνίας. Έτσι, η καθημερινή μικρή νοθεία προαναγγέλλει τη
μεγάλη, καθολική καταστροφή που θα ακολουθήσει.
3. Η φτώχεια
δεν παρουσιάζεται ως ελαφρυντικό
Στο κείμενο δεν υπάρχει η λογική «φτωχοί =
καλοί». Αντίθετα, η εξαθλίωση έχει διαβρώσει την ηθική, η ανάγκη έχει
συρρικνώσει τον ορίζοντα μέχρι το «λίγο νερό» που όμως δεν δίνεται. Η αμφιθυμία
έγκειται στο ότι ο αφηγητής κατανοεί τις συνθήκες, αλλά δεν τις μετατρέπει σε
δικαιολογία.
4. Η
συλλογική ενοχή καταργεί τις κοινωνικές διαβαθμίσεις
Όταν έρχεται ο σίμουν, δεν ξεχωρίζει
πλούσιους και φτωχούς, άντρες και γυναίκες, εργάτες και αφεντικά. Η τελική
καταστροφή δείχνει ότι η ηθική ευθύνη δεν είναι ταξικά μονομερής, όλοι
συμμετέχουν, έστω παθητικά, στη διατήρηση της αδικίας. Αυτό ενισχύει την
αμφιθυμία του αφηγητή. Δεν στοχοποιεί μια τάξη, αλλά μια νοοτροπία επιβίωσης
χωρίς ευθύνη.
5.
Αφηγηματική ψυχρότητα = ηθική πρόκληση
Ο αφηγητής περιγράφει με ουδετερότητα, δεν
προσφέρει συναισθηματικό οδηγό, δεν «λυπάται» φανερά κανέναν. Αυτή η ψυχρότητα δεν
είναι έλλειψη συμπόνιας, αλλά τρόπος να μεταφερθεί η κρίση στον αναγνώστη. Η
αμφιθυμία του αφηγητή αναγκάζει τον
αναγνώστη να αποφασίσει μόνος του: είναι οι φτωχοί αποκλειστικά θύματα ή και
ηθικά υποκείμενα;
Ο αφηγητής του «Σίμουν» κρατά σκόπιμα
αμφίσημη στάση απέναντι στους εργάτες, τους φτωχούς και τις γυναίκες
εμπορευόμενες. Αναγνωρίζει την κοινωνική τους δυσπραγία, αλλά αρνείται να τη
μετατρέψει σε ηθικό άλλοθι. Έτσι, το κείμενο αποδομεί τον εύκολο διαχωρισμό
θυμάτων και ενόχων και προβάλλει μια συλλογική, διαβρωμένη ηθική κατάσταση.
Οι
παραβατικές συμπεριφορές (μπεόπουλο, κορίτσι της τυφλης, βοηθά κάποιος την χήρα
μόνο εάν είναι όμορφη)
Οι παραβατικές συμπεριφορές στο «Σίμουν» δεν
παρουσιάζονται ως μεμονωμένα επεισόδια, αλλά ως ενδείξεις μιας γενικευμένης
ηθικής αποσύνθεσης. Ο συγγραφέας τις αφήνει υπαινικτικές, αποσπασματικές,
σχεδόν ασχολίαστες, γεγονός που τις καθιστά ακόμη πιο ανησυχητικές.
1. Το
«μπεόπουλο»: ωμή, ανώνυμη βία
Η εμφάνιση του «μπεόπουλου» μετά το «ἄχ! …
σὰ μικρῆς παιδούλας ξεφωνητό πόνου» υποδηλώνει καθαρά σεξουαλική κακοποίηση
ανηλίκου, χωρίς καμία ανάγκη περιγραφής.
Η πράξη δεν καταγράφεται αφηγηματικά,
δεν τιμωρείται κοινωνικά, δεν προκαλεί καμία αντίδραση. Η παραβατικότητα εδώ
είναι κανονικοποιημένη. Η κοινωνία έχει πάψει να σοκάρεται.
2. Το
κορίτσι της τυφλής: απόλυτη ευαλωτότητα
Το κορίτσι είναι παιδί, είναι θηλυκό, είναι
φτωχό,
είναι
προστάτης της τυφλής μητέρας. Αποτελεί το ακραίο σημείο αδυναμίας στο κοινωνικό
σώμα. Το ότι γίνεται θύμα βίας δεν παρουσιάζεται ως εξαίρεση, αλλά ως
αναμενόμενη εξέλιξη μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Η παραβατικότητα λειτουργεί πάνω
στους πιο ανυπεράσπιστους.
3. Η «όμορφη
χήρα»: ηθική συναλλαγή αντί αλληλεγγύης
Η φράση του Σέχα «ποιός πήγε νὰ τὴν ἰδῇ;
κανένας, ἐκτὸς ἂν ἦταν ὄμορφη» αποκαλύπτει σεξουαλικοποίηση της ανάγκης, μετατροπή
της φιλανθρωπίας σε ανταλλαγή, βαθιά ηθική διαφθορά. Η βοήθεια δεν δίνεται από
οίκτο ή καθήκον, αλλά ως προσδοκία ανταλλάγματος.
4. Κοινός
παρονομαστής των παραβατικών συμπεριφορών
Δεν υπάρχει κοινωνικός έλεγχος, δεν υπάρχει
τιμωρία, δεν υπάρχει ντροπή. Οι πράξεις αυτές δεν είναι «παρεκκλίσεις», όπως κανονικά
σε μια υγιή κοινωνία θα έπρεπε να είναι, αλλά ενσωματωμένες πρακτικές μιας
κοινωνίας σε αποσύνθεση.
5. Η
αφηγηματική στάση: σιωπή αντί καταγγελίας
Ο αφηγητής δεν σχολιάζει, δεν καταδικάζει ρητά, δεν συναισθηματικοποιεί. Αυτή η σιωπή μετατρέπει τον αναγνώστη σε ηθικό κριτή, ενισχύει τη φρίκη, δείχνει ότι το κακό έχει γίνει «κανονικό».
Οι παραβατικές συμπεριφορές στο «Σίμουν»
λειτουργούν ως συμπτώματα μιας κοινωνίας χωρίς ηθικά αναχώματα. Η βία κατά των
αδύναμων, η σεξουαλική εκμετάλλευση και η ιδιοτελής φιλανθρωπία συνθέτουν έναν
κόσμο όπου η ανθρώπινη αξία μετριέται με όρους δύναμης και ωφελιμότητας. Ο
σίμουν δεν έρχεται ως τιμωρία για μεμονωμένες πράξεις, αλλά ως τελική αποκάλυψη
μιας ήδη κατεστραμμένης ηθικής τάξης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου