Γρηγόριος Ξενόπουλος
«Οι Σακάτιδες»
διήγημα
Μηνιαίος Εθνικός Κήρυξ Ιούλιος 1915
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Οι Σακάτιδες
Τό μαγαζί του Κώστα του μανάβη είναι ένα
καρροτσάκι, στημένο πάντ’ απέξω από τό φούρνο. ’Έχει κι’ άλλους μανάβηδες η
γειτονιά, μά ο πειό συμπαθητικός της είναι ο Κώστας. Μικροί, μεγάλοι απ’ αυτόν
ψωνίζουν τά πορτοκάλια τους τόν χειμώνα, καί τά σταφύλια τους τό καλοκαίρι. Κι’
απάνω στό ψώνισμα, πάντα θά βρουν αφορμή νά του πουν τά δυό καλά λόγια, καί να τόν
παρηγορήσουν. Γιατί ό Κώστας ο μανάβης είναι παράλυτος. Δεν περπατεί: σούρνεται
μέ κόπο απάνου σέ δυό δεκανίκια. Κι’ αυτό τό έπαθε πριν από τέσσαρα χρόνια,
τότε πού ήταν ακόμη σφουγγαράς, βουτηχτής.
Μιά μέρα τον άφισαν κάτω περισσότερο απ όσο
σήκωνε ο άνθρωπος. Τόν έβγαλαν μαύρο καί πρησμένο, τούμπανο. ’΄Αλλος στή θέσι
του θά πέθαινε. Αυτός, γερή κράσι, έζησε. Μά γιά νά μείνη σακάτης ς’ όλη του τή
ζωή. Πόσες φορές από τότε είπε καί πόσες θά τό πή ακόμα: «Καλλίτερα νά πέθαινα
παρά νά μήν έχω τά πόδια μου.»
Στή γειτονιά εκείνη τής ’Αθήνας, όπου τόν
έρριξε ναυαγό η φουρτούνα τής ζωής, ο Κώστας έχει φίλους πολλούς. Μά ο
καλλίτερος του είναι ο Βασίλης, ό νειός ζυμωτής του γέρου φούρναρη. Γι’ αγάπη
του έχει πάντα τό καρροτσάκι εκεί απόξω από τό φούρνο. Πρίν γίνη ό πόλεμος στις
ώρες πού δεν είχε δουλειά στό μαγαζί, ο Βασίλης τήν περνούσε δίπλα στό σακάτη. Στεριανός
αυτός, από τήν Ήπειρο, έβαζε τό Νησιώτη νά του εξιστορή τά περασμένα του, τή
ζωή τή θαλασσινή. Τόν βοηθούσε κιόλα μέ προθυμία, όταν τό νταραβέρι ήταν ζωηρό
γύρω στό καρροτσάκι κι’ ο μανάβης δέν τά κατάφερνε μονάχος του, σακάτης κι’ αναγκασμένος
νά κάθεται πάντα σ’ ένα σκαμνί. Καί κάθε νύκτα, αφού τελείωνε η δουλειά, τόν συντρόφευε
με αγάπη ως τήν κατοικία του— είχε μια καμαρούλα σέ μιάν αυλή τής γειτονιάς,
λίγα βήματ’ από τό φούρνο, – καί του τραβούσε το καροτσάκι του.
Έπειτα ήλθεν ο πόλεμος. Ένα μεσημέρι, ο
Βασίλης ο ζυμωτής, έφεδρος, εγύρισ’ απ’ τη στρατώνα μέ τό χακί του, για ν’ αποχαιρετίση
δακρυσμένος τή γειτονιά. Με τον Κώστα άλλαξε ένα φιλί και τού έταξε πώς θά του γράφη.
Τό ίδιο βράδυ θάφευγε με τό σώμα του γιά τά σύνορα.
— Ώρα καλή, Βασίλη καί
πάντα νικητής!....
Πέρασαν ημέρες, εβδομάδες, μήνες. Καμμία είδησι,
από τό στρατιώτη. Ο γεροφούρναρης φοβήθηκε μή εσκοτώθηκε στό Σαραντάπορο πού
έφαγε τόσους. Ο Κώστας όμως πού διάβαζε προσεκτικά τούς καταλόγους, τών σκοτωμένων
στις εφημερίδες, τον εβεβαίωνε πώς δέν απήντησε πουθενά τό όνομα του Βασίλη. Τί
έγινε λοιπόν αυτό τό παιδί; Χάθηκε; Τόν ξέχασε; δέν έγραφε δυό λόγια; Κρίμα στά
ταξίματά του!.... Τέλος πάντων πήγε στό φούρνο, μιά μέρα ένας πατριώτης έφεδρος
κι’ αυτός, μέ μιά ουλή στό μάγουλο, γύρεψε τό γεροφούρναρη καί τόν μανάβη, καί
τούς έδωσε από ένα γράμμα τού Βασίλη. Ό στρατιώτης τούς έγραφε από τό
νοσοκομείο τής Θεσσαλονίκης, λίγα λόγια, γιατί δέν μπορούσε νά γράψη πολλά. Τού
είχαν κόψει τό δεξί πόδι από τό γόνατο, λυωμένο από σκλήθρα οβίδας, καί τόν κρατούσε
από πληγή σφαίρας στόν ώμο, πού αφόρμησε καί δέν είχε γιατρεμούς. «Ε Κώστα! —
έγραφε στό φίλο του. — Τώρα είμαστε ίσια κι’ ίσια».
Περάσαν ακόμα τρεις μήνες, χωρίς νά μάθη
κανείς άν ο πληγωμένος ζούσε ή πέθανε. Κι’ ένα δειλινό, άξαφνα, παρουσιάστηκε
στή γειτονιά τό φάντασμά του. Γιατί βέβαια δέν ήταν ο Βασίλης εκείνος έτσι πού
γύρισε τώρα... Χλωμός, αδύνατος, πετσί καί κόκκαλο, μέ τώνα χέρι ξερό, μέ τώνα πόδι
κομμένο. Φορούσε μιά στολή λυγδωμένη, κουρελιασμένη, καί περπατούσε μέ αγώνα,
στηριγμένος απάνω σ’ ένα δεκανίκι.
Ο Κώστας, άμα τόν είδεν έτσι, έβαλε τά
κλάμματα σά μωρό παιδί.
«—Πώς σε καταντήσανε,
έτσι, μωρέ Βασίλη; τού έλεγε· πώς έφυγες καί πώς μού γυρίζεις;...»
«Όπως έφυγες καί σύ μιά φορά γιά τήν
Μπαρμπαριά, του αποκρίθηκε ο Βασίλης, καί όπως εγύρισες, απαράλλακτα! Δέ σού
τώγραψα Κώστα, πώς τώρα είμαστε ίσια κι’ ίσια; Νάτο, τό βλέπεις.»
’Από τήν άλλη μέρα έν’ άλλο σκαμνί, μπήκε
δίπλα στό σκαμνί τού Κώστα, τού μανάβη, άπ’ όξω απ’ τό φούρνο. Καί μπροστά στό
καρροτσάκι, δυό σακάτηδες κάθουνται τώρα, καί βοηθούν ο ένας τόν άλλον — δυό
σακάτηδες που μετά βίας κάνουν ένα,— πουλούν πορτοκάλια το χειμώνα και σταφύλια
το καλοκαίρι… Ο Βασίλης φυσικά δέν
μπορούσε ποιά νά ζυμώση, κι’ ο φίλος του ο μανάβης γιά νά μήν τόν αφίση νά ζητιανέψη,
μοιράστηκε μαζύ του τή μικρή του δουλειά. ’Έτσι όλες του τις ώρες, σακάτης τώρα
κι’ αυτός, τήν περνά δίπλα στό σακάτη. Κι’ όπως πρώτα τόν έβαζε αυτός νά τού εξιστορή
τή θαλασσινή του ζωή, βάζει τώρα κι’ ό Κώστας τό Βασίλη νά τού μιλά γιά τις
φουρτούνες τού πολέμου.
Ένα βράδυ, στήν καμαρούλα, πού τήν έχουν τώρα μεσιακή, ύστερ’ από τήν εκατοστή διήγησι γιά τήν μάχη τών Γιεννιτσών, όπου ό Βασίλης είχε πληγωθή δυό φορές,— πρώτα μέ την οβίδα στό πόδι, κι’ έπειτα καθώς βογγούσε ξαπλωμένος, μέ τήν σφαίρα στόν ώμο,— ο Κώστας κούνησε τό κεφάλι του καί τού είπε: «— Τά ίδια τά δικά μου καψοΒασίλη! Τί νά σέ κατεβάζουν στόν πάτο τής θάλασσας νά κόψης σφουγγάρια, τί νά σ’ άμολάνε στόν κάμπο καί στά βουνά νά κόψης Τούρκους!.. Μέ τό χακί εσύ, μέ τό σκάφαντρο εγώ, στόν πόλεμο πήγαμε καί οί δυό μας. Καί νά τώρα τα χάλια μας. – Κοιμήσου!...»
Γρηγόριος Ξενόπουλος
Το διήγημα του
Γρηγορίου Ξενόπουλου «Οι Σακάτιδες» δημοσιεύθηκε στον Μηνιαίο Εικονογραφημένο Εθνικό
Κήρυκα (της Νέας Υόρκης), έτος Α΄, αριθμός 1, Ιούλιος 1915, σελ. 54-55.
Ο Εθνικός Κήρυξ (National Herald) καθημερινή εφημερίδα στη Νέα
Υόρκη.
Εδώ το μηνιαίο
παράρτημά του.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ
[ ανάρτηση 19 Ιανουαρίου 2026 :
Γρηγόριος
Ξενόπουλος
«Οι Σακάτιδες»
διήγημα
Μηνιαίος
Εθνικός Κήρυξ Ιούλιος 1915
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου