Άνθος Πωγωνίτης
«Νοσταλγοί»
ποίημα 1939
ΠΟΙΗΣΗ
(Η
πρώτη στροφή του ποιήματος)
(Η
τελευταία στροφή του ποιήματος)
ΝΟΣΤΑΛΓΟΙ
Καθὼς ἀνώνυμοι κυττοῦν τὰ βραδυνά
στὸ πέλαγο,—σκιὲς—νὰ πᾶν τὰ πλοῖα
ν’ ἀφήνουν σύννεφα τὸ μαύρο τους καπνὸ
σ’ ὀρίζοντες τεφρούς καὶ γκρίζους ὅμοια
μ’ ἀστόχαστες ζωγράφων πινελιές.
—✶—
Μὲ
τὴ ματιὰ τους κι’ ἡ ψυχὴ τ’ ἀκολουθᾷ
κι’ ἀφήνονται βουβοί, στημένοι κάτου,
στὰ, ποὺ τρεμίζουνε, φανάρια ἐκστατικοὶ
ἀγέρας τὰ μαλλιὰ τους ν’ ἀνεμίζῃ
—σημαίες ποὺ ξεχάσαν οἱ καιροί.
—✶—
Κι’
ὡς εἶν’ τὰ χέρια τους κλεισμένα καὶ δετὰ
στὰ πάνινα, τῆς φυλακῆς τους, τείχη
λές καὶ κρατοῦνε τῆς σιωπῆς τους τὸ ρυθμὸ
ποὺ χύνει μιὰ, σὰν πέτρινη γαλήνη,
στὰ μέτωπά τους, κάποια συλλογή.
—✶—
Φαντάζουνε
στὰ σύρριζα τέτοιων στιγμῶν,
σὰν πόθοι προδομένοι, σὰ μὲ γέρμα
σὲ κουρασμένη καταχνιὰ τόσο τεφρή,
ποὺ ἕνα χαμὸ, σὲ δύση δοξασμένη
μαλαματένιου ἥλιου, ἀναπολοῦν.
—✶—
Κι’
ὅντας τὸ κύμα πλάθεται μουρμουριστὰ
πλανιέται, μὲσ’ τὰ βάθεια τους, τοῦ κόσμου
τὸ θρηνολόϊ γιὰ τὶς ἀγέννητες χαρές,
ποὺ στὴν καρδιά τους κύλησαν λαχτάρες
—σταλαγματιὲς ἀμάτινες κρυφές—.
Το ποίημα
του Άνθου Πωγωνίτη «Νοσταλγοί» από την
ποιητική του συλλογή «Οι σκελετοί των ονείρων», Θεσσαλονίκη, 1939.
μικρός σχολιασμός:
ερμηνευτική
προσέγγιση του ποιήματος «Νοσταλγοί» (1939) του Άνθου Πωγωνίτη, με έμφαση στο
ποιητικό υποκείμενο, την ταυτότητα των «Νοσταλγών», τα χαρακτηριστικά τους και
τον χρονικό προσδιορισμό.
Το ποίημα κινείται σε λυρικό–συμβολιστικό
τόνο και αποπνέει έντονη μελαγχολία, σιωπή και εσωτερική ένταση. Κεντρικό θέμα
είναι η νοσταλγία όχι ως απλή ανάμνηση, αλλά ως υπαρξιακή κατάσταση: ο πόθος
για κάτι που χάθηκε, που δεν πραγματοποιήθηκε ή ακόμη και που δεν γεννήθηκε
ποτέ.
Η ατμόσφαιρα είναι σκοτεινή, ακίνητη,
βυθισμένη σε γκρίζα χρώματα (τεφρό, μαύρο), γεμάτη υπαινιγμούς σιωπής και
καταπίεσης.
Το ποιητικό
υποκείμενο
Το ποιητικό υποκείμενο δεν μιλά
σε πρώτο πρόσωπο, αλλά παρατηρεί από απόσταση. Είναι ένας σιωπηλός μάρτυρας που
καταγράφει σκηνές και εσωτερικές καταστάσεις των «Νοσταλγών».
Χαρακτηριστικά του ποιητικού υποκειμένου:
απρόσωπο και συλλογικό, αποφεύγει την προσωπική εξομολόγηση, συμπονετικό
αλλά συγκρατημένο, λειτουργεί σαν εσωτερικός φακός που βλέπει πίσω από την
εξωτερική ακινησία.
Έτσι, το ποίημα αποκτά καθολικό
χαρακτήρα - οι «Νοσταλγοί» δεν είναι
συγκεκριμένα πρόσωπα αλλά ανθρώπινοι τύποι.
Ποιοι είναι
οι «Νοσταλγοί»
Οι Νοσταλγοί παρουσιάζονται ως ανώνυμοι
(«Καθὼς ἀνώνυμοι κυττοῦν»), ακίνητοι θεατές της φυγής των πλοίων, άνθρωποι που δεν
ταξιδεύουν, αλλά βλέπουν τους άλλους να φεύγουν.
Δεν είναι ναυτικοί· είναι οι μένοντες, αυτοί που έμειναν πίσω, δεν μπόρεσαν ή δεν τόλμησαν να φύγουν, κουβαλούν μέσα τους μια αίσθηση απώλειας.
Σε βαθύτερο επίπεδο, οι
Νοσταλγοί συμβολίζουν μια γενιά διαψευσμένων ελπίδων, ανθρώπους καθηλωμένους κοινωνικά ή ψυχικά, πρόσωπα
εγκλωβισμένα ανάμεσα στο παρελθόν και σε ένα ανεκπλήρωτο μέλλον.
Χαρακτηριστικά
των Νοσταλγών
α) Σιωπή και ακινησία
Οι Νοσταλγοί είναι «βουβοί», «στημένοι κάτου», με «χέρια κλεισμένα καὶ δετά».
Η σιωπή τους δεν είναι απλή
σιωπή λόγου, αλλά υπαρξιακή φίμωση. Δεν εκφράζονται, δεν αντιδρούν, αντέχουν.
β) Εσωτερική ένταση και καταπίεση
Τα «πάνινα, τῆς φυλακῆς τους, τείχη» δεν είναι κυριολεκτικά. Δηλώνουν κοινωνικούς
περιορισμούς, ψυχικές δεσμεύσεις, ιστορικές ή προσωπικές συνθήκες που τους
κρατούν ακίνητους.
Η «πέτρινη γαλήνη» είναι επιφανειακή, από κάτω υπάρχει πόνος.
γ) Νοσταλγία για το ανεκπλήρωτο
Η νοσταλγία τους δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά:
«ἀγέννητες χαρές», πόθους που δεν πρόλαβαν να υπάρξουν.
Ο τελευταίος στίχος
(«σταλαγματιὲς αἱμάτινες κρυφές») δηλώνει ότι η λαχτάρα είναι επώδυνη, εσωτερική,
αιμορραγεί σιωπηλά.
Ο χρονικός
προσδιορισμός
Το ποίημα τοποθετείται ξεκάθαρα το βράδυ, κοντά στο γέρμα / δύση. Ενδείξεις: «τὰ βραδυνά», «φανάρια» που τρεμοπαίζουν, «δύση δοξασμένη μαλαματένιου ἥλιου».
Το βράδυ λειτουργεί συμβολικά. Είναι
η ώρα της ενδοσκόπησης, της μνήμης, της μετάβασης από το φως στο σκοτάδι, όπως
και οι Νοσταλγοί βρίσκονται σε μετάβαση χωρίς λύτρωση.
Το ποίημα, εκδοθέν στα 1939, προαισθάνεται
την αγωνία μιας εποχής, την ασφυξία πριν τη μεγάλη ιστορική ρήξη, και
μετατρέπει τη νοσταλγία σε συλλογικό τραύμα, όχι απλή μνήμη.
Τεχνικά
σχόλια:
Σχήματα λόγου στο ποίημα «Νοσταλγοί» του Άνθου Πωγωνίτη, ανά στροφή και
ανά στίχο, με έμφαση σε παρομοιώσεις, προσωποποιήσεις, μεταφορές και άλλα
εκφραστικά μέσα.
Α΄ Στροφή
(στ. 1–5)
«στὸ πέλαγο,—σκιὲς—νὰ πᾶν τὰ πλοῖα»
Μεταφορά: τα πλοία ως «σκιές».
Οπτική εικόνα έντονης αφαίρεσης.
«ν’ ἀφήνουν σύννεφα τὸ μαύρο τους καπνὸ»
Μεταφορά: «σύννεφα» για τον καπνό
Χρωματική εικόνα (μαύρο).
«σ’ ὀρίζοντες τεφρούς καὶ γκρίζους ὅμοια»
Συσσώρευση επιθέτων (τεφρούς, γκρίζους)
Συμβολισμός χρώματος.
«μ’ ἀστόχαστες ζωγράφων πινελιές.»
Παρομοίωση (υπονοούμενη): το τοπίο σαν πίνακας ζωγραφικής.
Μεταφορά: ο κόσμος ως άτεχνο, τυχαίο έργο.
Β΄ Στροφή
(στ. 6–10)
«Μὲ τὴ ματιὰ τους κι’ ἡ ψυχὴ τ’ ἀκολουθᾷ»
Προσωποποίηση: η ψυχή «ακολουθεί» το βλέμμα.
Συνεκδοχή: «ματιά» = συνείδηση.
«κι’ ἀφήνονται βουβοί, στημένοι κάτου,»
Μεταφορά: η σωματική ακινησία δηλώνει ψυχική παράλυση.
«ἀγέρας τὰ μαλλιὰ τους ν’ ἀνεμίζῃ»
Μεταφορά: κίνηση ζωής μέσα στη γενική ακινησία.
«—σημαίες ποὺ ξεχάσαν οἱ καιροί.»
Μεταφορά: τα μαλλιά = σημαίες.
Ιστορικός–συμβολικός υπαινιγμός: ξεχασμένα ιδανικά.
Γ΄ Στροφή
(στ. 11–15)
«Κι’ ὡς εἶν’ τὰ χέρια τους κλεισμένα καὶ δετὰ»
Σύμβολο: δεμένα χέρια = αδυναμία δράσης.
«στὰ πάνινα, τῆς φυλακῆς τους, τείχη»
Μεταφορά: η φυλακή ως ψυχική/κοινωνική κατάσταση.
Οξύμωρο: «πάνινα τείχη» (εύθραυστα αλλά δεσμευτικά).
«λές καὶ κρατοῦνε τῆς σιωπῆς τους τὸ ρυθμὸ»
Προσωποποίηση: η σιωπή έχει «ρυθμό».
Μουσική μεταφορά.
«ποὺ χύνει μιὰ, σὰν πέτρινη γαλήνη,»
Παρομοίωση: «σαν πέτρινη γαλήνη».
Οξύμωρο: γαλήνη + πέτρα
«στὰ μέτωπά τους, κάποια συλλογή.»
Μεταφορά: το μέτωπο ως χώρος αποθήκευσης πόνου/σκέψης.
Δ΄ Στροφή
(στ. 16–20)
«Φαντάζουνε στὰ σύρριζα τέτοιων στιγμῶν,»
Μεταφορά: «σύρριζα στιγμών» = στα βάθη της εμπειρίας.
«σὰν πόθοι προδομένοι, σὰ μὲ γέρμα»
Διπλή παρομοίωση:
«σαν πόθοι προδομένοι»
«σαν με γέρμα» (δύση = τέλος).
«σὲ κουρασμένη καταχνιὰ τόσο τεφρή,»
Προσωποποίηση: η καταχνιά «κουρασμένη».
Χρωματικός συμβολισμός.
«ποὺ ἕνα χαμὸ, σὲ δύση δοξασμένη»
Μεταφορά: ο «χαμός» ως πτώση ζωής.
Αντίθεση: χαμός - δοξασμένη δύση.
«μαλαματένιου ἥλιου, ἀναπολοῦν.»
Μεταφορά: ήλιος = ιδανικό παρελθόν.
Χρωματικός συμβολισμός (χρυσό).
Ε΄ Στροφή
(στ. 21–25)
«Κι’ ὅντας τὸ κύμα πλάθεται μουρμουριστὰ»
Προσωποποίηση: το κύμα «μουρμουρίζει».
Ηχητική εικόνα.
«πλανιέται, μὲσ’ τὰ βάθεια τους, τοῦ κόσμου»
Μεταφορά: «βάθεια» = ψυχικό ασυνείδητο.
«τὸ θρηνολόϊ γιὰ τὶς ἀγέννητες χαρές,»
Προσωποποίηση: το θρηνολόι πλανιέται.
Μεταφορά: «αγέννητες χαρές».
«ποὺ στὴν καρδιά τους κύλησαν λαχτάρες»
Μεταφορά: οι λαχτάρες ως υγρό που «κυλά».
«—σταλαγματιὲς αἱμάτινες κρυφές—.»
μεταφορά: ο πόθος ως εσωτερική αιμορραγία.
Σωματοποίηση συναισθήματος.
Κυρίαρχα
σχήματα λόγου:
Μεταφορά (βασικό εκφραστικό μέσο),
Παρομοίωση (ιδίως με «σαν»),
Προσωποποίηση φυσικών και αφηρημένων στοιχείων,
Συμβολισμός χρωμάτων,
Οξύμωρα (πέτρινη γαλήνη, πάνινα τείχη).
Ο τόπος του
ποιητή, η Θεσσαλονίκη, παραθαλάσσια πόλη και τα στοιχεία που αντανακλώνται μέσα
στο συγκεκριμένο ποίημα
Η Θεσσαλονίκη ως υπόγειο ποιητικό πλαίσιο
Η Θεσσαλονίκη δεν κατονομάζεται,
αλλά λειτουργεί ως σιωπηρός τόπος αναφοράς. Πρόκειται για μια πόλη παραθαλάσσια,
λιμάνι εξόδου και αναμονής, σταυροδρόμι ανθρώπων που φεύγουν και μένουν.
Στο ποίημα, ο χώρος αυτός
μετασχηματίζεται σε συμβολικό σκηνικό νοσταλγίας. Οι «Νοσταλγοί» δεν
ταξιδεύουν· στέκονται στο λιμάνι και παρακολουθούν την αναχώρηση των πλοίων,
εικόνα απολύτως οικεία στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου.
Το λιμάνι και το πέλαγος
α) Το πέλαγος
«στὸ πέλαγο,—σκιὲς—νὰ πᾶν τὰ πλοῖα»
Το πέλαγος λειτουργεί ως χώρος φυγής, ως υπόσχεση άλλης ζωής, αλλά και ως
απόσταση που μεγαλώνει.
Η θάλασσα δεν είναι
εξιδανικευμένη· είναι βαριά, γκρίζα, χειμωνιάτικη, όπως ακριβώς η βόρεια
θάλασσα της πόλης.
β) Τα πλοία
Τα πλοία φεύγουν «σαν σκιές», αφήνουν
«μαύρο καπνό».
Στη Θεσσαλονίκη του 1930 το
λιμάνι είναι τόπος μετανάστευσης, τόπος απωλειών και αποχωρισμών.
Τα πλοία συμβολίζουν ευκαιρίες
που χάνονται, ζωές που δεν έζησαν οι Νοσταλγοί.
Τα φανάρια
και ο αστικός παραθαλάσσιος χώρος
«στὰ, ποὺ τρεμίζουνε, φανάρια ἐκστατικοὶ»
Τα φανάρια είναι στοιχείο αστικού τοπίου, παραπέμπουν στον παραλιακό περίπατο,
την προκυμαία, το λιμάνι. Το τρεμόπαιγμά τους αντανακλάται στο νερό, δημιουργεί
μια εικόνα γνώριμη της νυχτερινής Θεσσαλονίκης.
Η πόλη παρουσιάζεται όχι
φωτεινή και ζωντανή,αλλά κουρασμένη, μελαγχολική.
4. Ο αέρας
και η θάλασσα της Θεσσαλονίκης
«ἀγέρας τὰ μαλλιὰ τους ν’ ἀνεμίζῃ»
Ο άνεμος είναι χαρακτηριστικό
της παραθαλάσσιας πόλης, λειτουργεί ως μοναδικό στοιχείο κίνησης.
Δεν φέρνει λύτρωση· απλώς αγγίζει
τους Νοσταλγούς, όπως η θάλασσα αγγίζει την πόλη χωρίς να την αλλάζει.
5. Το κύμα
και ο ήχος του λιμανιού
«Κι’ ὅντας τὸ κύμα πλάθεται μουρμουριστὰ»
Ο ήχος του κύματος θυμίζει το διαρκές,
χαμηλό βουητό του Θερμαϊκού, λειτουργεί σαν θρήνος.
Η θάλασσα δεν καλεί, δεν
παρηγορεί,
αλλά συμμερίζεται τη λύπη των ανθρώπων.
Τα χρώματα
της πόλης
Η χρωματική παλέτα του ποιήματος: τεφρό, γκρίζο, μαύρο, λιγοστό χρυσό της δύσης.
Αυτά τα χρώματα αντανακλούν την ατμόσφαιρα
της Θεσσαλονίκης, ιδίως τους χειμερινούς μήνες, αλλά και το ιστορικό βάρος της
πόλης (Μεσοπόλεμος, κοινωνική αβεβαιότητα).
Η
Θεσσαλονίκη ως πόλη της αναμονής
Στο βάθος του ποιήματος, η
Θεσσαλονίκη εμφανίζεται ως πόλη που βλέπει, δεν πράττει, πόλη που αποχαιρετά,
δεν φεύγει.
Οι Νοσταλγοί ενσαρκώνουν τον κάτοικο του λιμανιού, άνθρωπο που ζει δίπλα στη θάλασσα, αλλά δεν ανοίγεται ποτέ σ’ αυτήν.
Η Θεσσαλονίκη, ως παραθαλάσσια
πόλη, διαποτίζει υπόγεια το ποίημα «Νοσταλγοί» μέσα από το πέλαγος και τα
πλοία, μέσα από το λιμάνι και τα φανάρια, μέσα από τον άνεμο και το κύμα, μέσα
από τα γκρίζα χρώματα και τη δύση.
Ο τόπος δεν είναι απλό σκηνικό·
γίνεται ψυχικό τοπίο. Η θάλασσα της Θεσσαλονίκης μετατρέπεται σε σύμβολο
ακινησίας, αναμονής και ανεκπλήρωτης φυγής, που καθορίζει τη μοίρα των
Νοσταλγών.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ
[ ανάρτηση 1 Ιανουαρίου 2026 :
Άνθος Πωγωνίτης
«Νοσταλγοί»
ποίημα
1939
ΠΟΙΗΣΗ ]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου