«Τοπίο»
Η έρημη κοιλάδα από πολλήν ώρα περίμενε το φεγγάρι. Να 'ρθει να
γεμίσει τη μοναξιά της.
Ήταν μια κοιλάδα στενόμακρη και σπανή, κατοικημένη από ίσκιους
χωρίς έκφραση, που σάλευαν μονότονα και νωθρά, σπρωγμένοι από το φως που τους
ζωντάνευε τις σύντομες στιγμές που περνούσε πάνω από τούτο το βαθύ στενάδι. Από
τη μια κι από την άλλη έκλειναν τον ορίζοντα δυο αράδες σκυφτά χαμοβούνια από
σκουριασμένη ασβεστόπετρα. Σαν γιγάντια προκατακλυσμικά πρόβατα με
ακάθαρτο μαλλί, που πέτρωσαν κι απόμειναν εκεί μαρμαρωμένα, το 'να πίσ' από τ'
άλλο, με τη μούρη ακουμπισμένη στη γης. Κάποτε θα 'τρεχε εδώ νερό κι όλα τούτα
θα παρηγοριούνταν, αποξεχασμένα να το βλέπουν να κινείται ολοζώντανο και να τραγουδά
στο μάκρος της κοιλάδας.
Μπορεί κιόλας να φύτρωνε πλάι στο ρέμα τρυφερή χλόη και ταπεινά
λουλούδια με λογής χρώματα. Τώρα δεν απόμειναν παρά ένα στρώμα γαλαζωπά
χαλίκια, που είχανε ξεχάσει πια το δροσερό χάιδι που τα στρογγύλευε χρόνια.
Έτσι, όλα περίμεναν από πολλήν ώρα το φεγγάρι. Και το φεγγάρι
ήρθε. Στην αρχή ψήλωσε το χρυσό φρύδι του πίσ' από το χαμοβούνι, ν' αγναντέψει
τι γίνεται. Κατόπι σιγά σιγά, σερνόμενο, ανέβηκε στη ράχη. Στάθηκε μια στιγμή
ακουμπισμένο εκεί, κατόπι αψήλωσε ανάλαφρα και σηκώθηκε μετέωρο, λαμπρό.
Όσο αψήλωνε, κυνηγούσε τους ίσκιους, που ζωντάνεψαν κι έφυγαν
τρομαγμένοι, ώσπου άδειασαν την κοιλάδα, που στο τέλος γιόμισε φεγγάρι. Το κρύο
φως έτρεχε από παντού, καταρράχτης από σιωπή. Χυνόταν από τις άσπρες πλαγιές
δίχως αφρούς και παφλασμό, δίχως ήχο, παχύ και διάφανο σαν το λάδι. Έτσι
σκέπασε κάτω από το χρυσό τέλμα* του το στενό κάμπο, τ' αδειανά φαράγγια, τις οξυές και τις
λίγες ατροφικές πιπεριές που είχανε κρεμασμένα τ' ανάρια μαλλιά τους στο μάκρος
της σιδεροδρομικής γραμμής.
Αυτές οι ράγες βγαίνανε, δίδυμη μονοτονία, πίσω από το πρώτο
χαμοβούνι, σερνότανε σ' όλο το μάκρος μέσα στην κοιλάδα, ώσπου πήγαιναν και
χάνονταν μέσα στο μαύρο στόμα του τούνελ που τις κατάπινε. Το φεγγάρι τις
υπογράμμιζε σε μερικές μεριές ή τις γάνωνε με ψεύτικη επαργύρωση. Πήγαιναν
ολοένα μαζί, ζευγαρωμένες η μία πλάι στην άλλη, πάντα στην ίδιαν απόσταση.
Φαίνονταν αποφασισμένες να παρασταίνουν αιώνια το αξίωμα των «δυο παραλλήλων
που δεν συναντιώνται», περιμένοντας με υπομονή ένα σιδεροδρομικό δυστύχημα για
να διαψεύσουν τη γεωμετρία σμίγοντας επιτέλους.
Τώρα όλα αυτά ακινητούσαν στο βυθό της φεγγαρολίμνης, βουλιαγμένος
ονειρόκοσμος. Όπου ένα μικρό, αόρατο έντομο βάλθηκε να τρίζει τα έλυτρά του
κάτω από μια πέτρα.
Ήτανε μια πέτρα μικρή ίσαμε μια γροθιά. Μέσα στο φως της ημέρας θα
ήτανε γαλάζια, λουλακιά γαλάζια, με μια κόκκινη φλέβα στην καρδιά, ψιλή σα μια
μεταξωτή τρίχα. Κανένα τριζόνι θα 'τανε, που το ζούληξε θανάσιμα το μαλακό
βάρος της φεγγαρίσιας σιωπής, και πήγε να την πριονίσει με το μικρούτσικο
δοξάρι του.
Δοκίμασε ένα μοτίβο παλιό όσο και η πλάση του Θεού. Μια νότα
ψιλή ψιλή και σουβλερή. Όμως η σιωπή πύκνωσε το φωτερόν ωκεανό της γύρω του
ακόμα περισσότερο. Τότες το μαμούδι σταμάτησε το τρέμολό του ένα δυο φορές
ταραγμένο, κατόπιν ξανάρχισε δειλά χωρίς κέφι, έκανε ακόμα δυο τρίλιες και
σώπασε τρομαγμένο. Τελεία. Έτσι η σιωπή ακούστηκε ολομόναχη, ολόκληρη, να
κρατεί κάτω από τα μάγια της όλα τα πράγματα. Τίποτα δεν τολμούσε ν' αναπνεύσει
μην την ταράξει.
Ξαφνικά μια βίαιη ταραχή έσεισε τον ακίνητον αέρα, συντάραξε το
τελματωμένο φεγγαρόφωτο, ως το βυθό. Ένα βουερό κύμα από ήχο κυλιόταν κι
ερχόταν από μακριά. Βιαστικό κατρακυλούσε κι ολοένα φούσκωνε και δυνάμωνε κατά
δω, πίσω από τα γονατισμένα βουνά. Όλα τα πάντα τέντωσαν την προσοχή τους ως
την οδύνη. Ήταν μια έντρομη ελπίδα του «τι θα γίνει τώρα», του «κάτι θα γίνει
τώρα», κάτι «θα τολμήσει να γίνει». Ένα ρίγος πέρασε πάνω από τις σιδερένιες
ράγες και τότες όρμησε πίσω από το γύψινο χαμοβούνι το τρένο.
Χίμηξε μέσα στην κοιλάδα, ασυγκράτητο τέρας, οργισμένο από τη
φοβερή δύναμη που βόγγαγε κλεισμένη στα ατσαλένια σπλάχνα του και το 'κανε να
τρέμει σύγκορμο. Πιλαλούσε αγκομαχώντας πάνω στο σιδερένιο του δρόμο, και
με τα κυρτά μάτια του κοίταζε με λύσσα, όλο μπροστά του. Ήταν ένας δράκοντας
που έφτυνε βραστό σάλιο. Βρουχιότανε κι έτρεχε, ξεφυσούσε σπίθες και κόκκινες
φλόγες από τα ρουθούνια, και το σώμα του ήταν μακρύ, χωρισμένο σε χοντρούς
σπόνδυλους, σαν πελώριο προκατακλυσμιαίο έντομο.
Η κοιλάδα συνταράχτηκε από τον αχό και τον αντίλαλο. Το φεγγάρι
βούλιαξε μέσα στους καπνούς, τα χαμοβούνια τρέμανε και οι άρρωστες φυλλωσιές
των παραταγμένων δέντρων σάλεψαν βίαια στο πέρασμά του. Πήγαν κι ήρθανε με τη
λικνιστική κίνηση που κάνουν τα ενάλια φυτά, όταν ένα τέρας του βυθού
περάσει σύρριζα, σαρώνοντας με τις δυνατές φτερούγες το βαρύ νερό.
Οι αδειανές λαγκαδιές ξαναβρήκαν τις χαμένες φωνές τους κι
αλάλαξαν δοξαστικά πίσω από το τρένο που διάβαινε, τρέμοντας από δύναμη. Όμως
εκεί στην άκρη ήταν πάντα διάπλατα ανοιχτό το μαύρο στόμα του τούνελ, που ούτε
το φεγγάρι δεν τόλμησε να προχωρέσει εκεί μέσα. Αυτό, σιωπηλό πάντα, σκοτεινό,
διάπλατα ανοιχτό, δεν περίμενε τίποτ' άλλο παρά το τρένο. Το ρούφηξε, το
κατάπιε και πάει.
Την ώρα που χανόταν μέσα στον μαύρο καταπιόνα* του, το τρένο
πάτησε μια τσιριξιά τραγική. Ήταν ένας ολολυγμός μακρύς, ξεσυρτός, που ολοένα
αδυνάτιζε, και σκόρπισε τη φρίκη μέσα στην κοιλάδα. Τούτη τη φωνή τη φοβερή την
ξανάσυρε κατόπι του όλη η κοιλάδα. Την πήρανε όλες οι λαγκαδιές και την ξανά
'πε η μια στην άλλη, την αναστέναξαν όλα τα χαμοβούνια, ώσπου ξεψύχησε πολύ
μακριά το μοιρολόι τους. Έτσι όλα μπόρεσαν και κλάψανε τον δικό τους καημό με
τούτο τον ξένο θρήνο.
Αυτό. Κατόπι όλα τα πάντα ξαναβούλιαξαν στη σιωπή και την ακινησία
τους. Όλοι οι αχοί κατάκατσαν, όλες οι ελπίδες έσβησαν. Και το φεγγάρι άπλωσε
πάλι πάνω τους την ακύμαντη λίμνη της φωτερής του λάσπης. Μέσα στον αέρα
πλανήθηκε για λίγο θλιβερή η μυρουδιά της ζεστής στάχτης που κρύωσε και
διαλύθηκε. Ο ύπνος κάθισε πάνω σε όλα. Βαρύς, ακίνητος, σαν αρρώστια που
ναρκώνει και μαραζώνει. Οι πιπεριές, οι οξυές αποκοιμήθηκαν όρθιες, ριζωμένες
ισόβια μέσα στη γη, δεμένες με τα καταχθόνια παλαμάρια της ρίζας τους. Σαν
τις πήρε ο ύπνος, η ταραχή που άφησε μέσα στην κόμη τους το βίαιο πέρασμα του
τρένου, ανασάλεψε στη μνήμη τους κι έγινε όνειρο. Τα δέντρα ονειρεύτηκαν πως η
γη ξαμόλυσε τα δεσμά τους. Ανασάλεψαν, λέει, οι φυλλωσιές τους, έγιναν πλατιές
φτερούγες πράσινες, γεμάτες δύναμη και θέληση. Κινήθηκαν τάχα, έσπρωξαν τον
αέρα κι ανασηκώθηκαν ανάλαφρα μέσα στο φως, ξελευτερωμένα από τα δεσμά της γης.
Έτσι υψώθηκαν χαρούμενα μέσα στο ελεύθερο, γαλάζιο διάστημα, σηκώθηκαν και
φύγανε μέσ' από την άρρωστη κοιλάδα του φεγγαριού. Ανέβηκαν ψηλά ψηλά, πάνω από
τα πιο ψηλά βουνά, (ώσπου αντάμωσαν τα σύννεφα, που κάποτες τα έβλεπαν να
περνούν πάνω από τα κεφάλια τους βιαστικά, χαρούμενα, με ανοιχτούς στον αγέρα
όλους τους χρωματιστούς των φλόκους. Και τα σύννεφα σταμάτησαν, λέει, για λίγο
το ταξίδι τους, σταμάτησαν και κούρνιασαν στα κλαδιά τους να ξαποστάσουν. Κι
ήτανε πουλιά πελώρια, δίχως βάρος, πουλιά με χρυσές, ρόδινες και πορτοκαλιές
φτερούγες.
Ήτανε τ' όνειρο από την αλλοτινή θύμηση, που 'χε απομείνει
μισόσβηστη μέσα στα χοντρά, στα βαριά, τα ριζωμένα κορμιά τους. Η θολωμένη
θύμηση από την εποχή που ήταν ακόμα σπέρματα, μικρά, χνουδωτά σπέρματα με
λεπτές μεταξωτές φτερούγες, που ξεκίνησαν κάποιο φθινόπωρο από τα ψηλά κλωνιά
και ταξίδεψαν επί πτερύγων ανέμων. Πετούσαν από δω κι από κει, ορμητικά,
ερωτικά, ανήσυχα. Πετούσαν πασίχαρα, ανάερα, αδέσμευτα, κι ήτανε μόνο το θεϊκό
φύσημα της λευτεριάς που τα κυβερνούσε.
(Ποιος δεν έχει να νειρευτεί ένα ζευγάρι αλλοτινές φτερούγες που
σιγά σιγά έγιναν ρίζες και σκοινιά... Ρίζες και σκοινιά...).
Το συγκεκριμένο διήγημα «Τοπίο» δεν συμπεριλαμβανόταν στην πρώτη
έκδοση της διηγηματικής συλλογής «Το Πράσινο Βιβλίο» του 1935. Εκείνη η έκδοση
είχε 15 διηγήματα. Συμπεριλήφθηκε στην τέταρτη έκδοση της συλλογής, στα 1956,
εκδόσεις Εστία, μαζί με τα διηγήματα, «Ο Παντελής», «Δυό παιδιά μπροστά σ’ ένα
τάφο», «Ο γέρος».
Η πρώτη έκδοση, εκδόσεις
Κασταλία, 1935 περιλαμβάνει τα διηγήματα:
/ - «Ο κατακλυσμός»
/ - «Το Βγενάκι»
/ - «Όταν σπάει ο ρυθμός»
/ - «Στη λιακάδα»
/ - «Το μάτι της γάτας»
/ - «Οι Γοργόνες»
/ - «Ο Δευκαλίων»
/ - «Μια μαχαιριά»
/ - «Η παρακόρη»
/ - «Η Πρωτοτάξιδη»
/ - «Με την απεργία»
/ - «Ο Θοδωρής της Αρετής»
/ - «Ο άσωτος υιός»
/ - «Το σακκί»
/ - «Ο τύμβος»
Στρατής Σταματόπουλος:
το πραγματικό όνομα του Στρατή Μυριβήλη.
Λίγα σχόλια
/ - 1. Η
περιγραφή του τοπίου:
Χωρία: «Ήταν
μια κοιλάδα στενόμακρη και σπανή, κατοικημένη από ίσκιους χωρίς έκφραση,
που σάλευαν μονότονα και νωθρά… Από τη μια κι από την άλλη έκλειναν τον
ορίζοντα δυο αράδες σκυφτά χαμοβούνια από σκουριασμένη ασβεστόπετρα. Σαν
γιγάντια προκατακλυσμικά πρόβατα με ακάθαρτο μαλλί, που πέτρωσαν κι απόμειναν
εκεί μαρμαρωμένα…» / «Κάποτε θα ’τρεχε
εδώ νερό… Μπορεί κιόλας να φύτρωνε πλάι στο ρέμα τρυφερή χλόη και ταπεινά λουλούδια…
Τώρα δεν απόμειναν παρά ένα στρώμα γαλαζωπά χαλίκια…» / «Στην αρχή ψήλωσε το
χρυσό φρύδι του πίσ’ από το χαμοβούνι… Κατόπι σιγά σιγά, σερνόμενο, ανέβηκε στη
ράχη… και σηκώθηκε μετέωρο, λαμπρό.» / «Το κρύο φως έτρεχε από παντού,
καταρράχτης από σιωπή… Χυνόταν από τις άσπρες πλαγιές… παχύ και διάφανο σαν το
λάδι.» / «Έτσι σκέπασε κάτω από το χρυσό τέλμα του το στενό κάμπο, τ’ αδειανά
φαράγγια, τις οξυές και τις λίγες ατροφικές πιπεριές…» / «Τώρα όλα αυτά
ακινητούσαν στο βυθό της φεγγαρολίμνης, βουλιαγμένος ονειρόκοσμος.»
Τα βασικά χαρακτηριστικά
της περιγραφής:
Στατικότητα
και ερημιά (έρημη κοιλάδα, χαλίκια, σιωπή)
Προσωποποίηση
της φύσης (η κοιλάδα “περιμένει”, οι ίσκιοι “φεύγουν”)
Μεταφορές
και παρομοιώσεις (χαμοβούνια σαν πρόβατα, φως σαν λάδι)
Ατμόσφαιρα
ονείρου και ακινησίας, ενισχυμένη από το φεγγαρόφωτο.
/ - 2. Το υδάτινο στοιχείο στο τοπίο
Το υδάτινο στοιχείο στο διήγημα «Τοπίο» του
Στρατή Μυριβήλη δεν υπάρχει κυριολεκτικά, αλλά κυριαρχεί μεταφορικά και
συμβολικά, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση της ατμόσφαιρας.
/
- Απουσία πραγματικού νερού – ανάμνηση ζωής:
Η κοιλάδα παρουσιάζεται ξερή: «Κάποτε θα ’τρεχε εδώ νερό… Τώρα δεν
απόμειναν παρά ένα στρώμα γαλαζωπά χαλίκια». Το νερό ανήκει στο παρελθόν και
συνδέεται με ζωή, κίνηση, γονιμότητα, σε αντίθεση με τη σημερινή ερημιά.
/
- Το φεγγαρόφωτο ως υποκατάστατο του νερού: Το φως της σελήνης περιγράφεται με
καθαρά υδάτινους όρους: «Το κρύο φως έτρεχε από παντού, καταρράχτης από σιωπή»
/ «παχύ και διάφανο σαν το λάδι» /
«χρυσό τέλμα», / «φεγγαρολίμνη». Το
φεγγαρόφωτο λειτουργεί σαν ακίνητο νερό, που καλύπτει και βυθίζει τα πάντα. Δεν
πρόκειται για ρέον νερό αλλά για λίμνη, τέλμα, βυθό. Το υδάτινο στοιχείο εδώ
συμβολίζει ακινησία, σιωπή, όχι ανανέωση.
/
- Υποβρύχιες εικόνες: Το τοπίο θυμίζει βυθό: «ενάλια φυτά», «τέρας του βυθού»,
«βουλιαγμένος ονειρόκοσμος». Η κοιλάδα παρουσιάζεται σαν πνιγμένη μέσα στο φως,
όπως ένας κόσμος κάτω από το νερό. Απουσιάζει ως φυσικό νερό, παρουσιάζεται
μεταφορικά μέσω του φεγγαρόφωτου, εκφράζει στασιμότητα, σιωπή, πνιγηρή
ακινησία, αντιπαρατίθεται στη χαμένη ζωτικότητα του παρελθόντος.
/ - 3. τα έμβια όντα
στο τοπίο (πανίδα)
Τα ζώα που αναφέρονται, κατά σειρά εμφάνισης,
είναι τα εξής:
/
- Έντομο (αόρατο): Είναι πολύ μικρού
μεγέθους. Βρίσκεται στη ξηρά, κάτω από μια πέτρα. Δεν πετά· παραμένει κρυμμένο
και ακίνητο, παράγοντας για λίγο ήχο.
/
- Τριζόνι (πιθανό): Μικρό έντομο της
ξηράς. Δεν παρουσιάζεται με βεβαιότητα, αλλά υπονοείται ως το ζώο που βρίσκεται
κάτω από την πέτρα. Δεν πετά και κινείται ελάχιστα.
/
- Έντομα – σπέρματα (ονειρική αναφορά, όχι κυριολεκτική πανίδα)
Στο όνειρο των δέντρων γίνεται αναφορά σε
σπέρματα με φτερούγες· δεν πρόκειται για πραγματικά ζώα και δεν ανήκουν στην
πανίδα του ρεαλιστικού τοπίου.
/
- Πουλιά (ονειρική μορφή): Τα σύννεφα παρουσιάζονται σαν μεγάλα πουλιά. Ανήκουν
στο ονειρικό επίπεδο και όχι στην πραγματική πανίδα του τοπίου.
Στο πραγματικό τοπίο του διηγήματος η
πανίδα είναι ελάχιστη και περιορίζεται σε ένα μικρό έντομο της ξηράς, γεγονός
που υπογραμμίζει την ερημιά, τη σιωπή και την απουσία ζωής.
/ - 4. Η χλωρίδα στο
τοπίο:
Παρουσιάζεται περιορισμένη και φθαρμένη, με σαφή διάκριση ανάμεσα στο παρελθόν
και το παρόν. Τα φυτικά στοιχεία που αναφέρονται, κατά σειρά εμφάνισης:
Στην αρχή γίνεται αναφορά σε χλόη και
λουλούδια, τα οποία υπήρχαν παλαιότερα κοντά σε ρέμα. Πρόκειται για χαμηλή
βλάστηση, φυτά της ξηράς, που σήμερα δεν υπάρχουν πια. Η παρουσία τους
δηλώνεται μόνο ως ανάμνηση.
Στη συνέχεια αναφέρονται οξυές,
δέντρα μεγάλου μεγέθους της ξηράς, που βρίσκονται στην κοιλάδα και παραμένουν
ακίνητα κάτω από το φεγγαρόφωτο. Ακολουθούν οι πιπεριές, δέντρα
μικρότερου μεγέθους από τις οξυές, επίσης της ξηράς, τοποθετημένα κατά μήκος
της σιδηροδρομικής γραμμής. Περιγράφονται ως λίγες και αδύναμες. Έπειτα γίνεται
λόγος γενικά για δέντρα και φυλλωσιές, που αντιδρούν στο πέρασμα
του τραίνου και κατόπιν βυθίζονται ξανά στην ακινησία. Πρόκειται για φυτά της
ξηράς, ριζωμένα στο έδαφος.
Τέλος, στο ονειρικό επίπεδο αναφέρονται σπέρματα
φυτών, πολύ μικρού μεγέθους, που μετακινούνται στον αέρα. Αυτά ανήκουν στη
φαντασιακή διάσταση του κειμένου και δεν αποτελούν πραγματικό στοιχείο της
χλωρίδας του τοπίου.
Συνολικά, η χλωρίδα του τοπίου είναι φτωχή, ακίνητη και υποβαθμισμένη,
στοιχείο που ενισχύει την εικόνα της ερημιάς και της στασιμότητας.
/ - 5. ο ρόλος του
τραίνου στο διήγημα
Ο ρόλος
του τραίνου στο διήγημα είναι καθοριστικός, γιατί αποτελεί τη
μοναδική έμμεση ένδειξη ανθρώπινης παρουσίας μέσα σε ένα τοπίο που κατά τα
άλλα εμφανίζεται έρημο και ακατοίκητο. Το τραίνο δεν εμφανίζεται ως άνθρωπος,
αλλά ως τεχνολογικό δημιούργημα του ανθρώπου. Με την είσοδό του στην
κοιλάδα διακόπτει βίαια τη φυσική ισορροπία και τη σιωπή που κυριαρχεί. Η φύση
μέχρι εκείνη τη στιγμή βρίσκεται σε κατάσταση ακινησίας και αναμονής· με το
πέρασμα του τραίνου, ο χώρος γεμίζει από θόρυβο, δόνηση και αναστάτωση.
Το τραίνο λειτουργεί ως ξένο σώμα
μέσα στο φυσικό τοπίο. Δεν εντάσσεται αρμονικά στη φύση, αλλά τη διασχίζει και
την ταράζει, χωρίς να επικοινωνεί ουσιαστικά μαζί της. Η παρουσία του είναι
στιγμιαία: εμφανίζεται απότομα, προκαλεί αναστάτωση και στη συνέχεια χάνεται
στο τούνελ, αφήνοντας πίσω του σιωπή και στασιμότητα. Έτσι υπογραμμίζεται η απουσία
του ανθρώπου, παρότι το ανθρώπινο στοιχείο υπάρχει μέσω της μηχανής.
Το τραίνο συμβολίζει τη δύναμη της ανθρώπινης τεχνολογίας, που
επιβάλλεται στο φυσικό περιβάλλον αλλά δεν το μεταμορφώνει δημιουργικά. Δεν
φέρνει ζωή ούτε επικοινωνία, μόνο μια πρόσκαιρη ένταση. Η κοιλάδα δεν αλλάζει
ουσιαστικά· επιστρέφει στην προηγούμενη ακινησία της.
Το τραίνο στο διήγημα λειτουργεί ως σύμβολο της ανθρώπινης παρουσίας χωρίς τον άνθρωπο,
της τεχνολογικής προόδου που περνά, επιβάλλεται και φεύγει, αφήνοντας τη φύση
μόνη και αμετάβλητη.
/ - 6. οι
σιδηροδρομικές γραμμές:
Στο διήγημα "Τοπίο" του Στρατή
Μυριβήλη που συμπεριλήφθηκε στην τέταρτη έκδοση της συλλογής διηγημάτων του
"Το Πράσινο Βιβλίο", στα 1956, η πρώτη έκδοση στα 1935,
παρουσιάζονται οι ράγες του τραίνου να διασχίζουν, να διαπερνούν το ακίνητο
τοπίο και να εισέρχονται στο τούνελ. Πώς τις περιγράφει; Γιατί βάζει ως
πιθανότητα συνάντησής τους ένα ενδεχόμνο δυστύχημα του τραίνου.
Οι ράγες δεν περιγράφονται ρεαλιστικά, αλλά συμβολικά και ανθρωπομορφικά. Είναι «δίδυμη μονοτονία», ίδιες, επαναλαμβανόμενες, μηχανικές, χωρίς
προσωπικότητα.
«Σερνότανε σ’ όλο το μάκρος»
της κοιλάδας: μοιάζουν με ζωντανά σώματα που έρπουν μέσα στο τοπίο, όχι απλώς
με τεχνικό έργο.
Χάνονται
στο «μαύρο στόμα του τούνελ»: το τούνελ προσωποποιείται ως στόμα
που καταπίνει, άρα οι ράγες οδηγούν σε κάτι σκοτεινό, άγνωστο, ίσως μοιραίο.
Το φεγγάρι άλλοτε τις «υπογραμμίζει», άλλοτε τις «γανώνει με ψεύτικη επαργύρωση»: η
ομορφιά τους είναι απατηλή, επιφανειακή, ξένη προς τη φύση.
«Φαίνονταν αποφασισμένες να παρασταίνουν
αιώνια το αξίωμα των “δυο παραλλήλων που δεν συναντιώνται”»: Εδώ
οι ράγες γίνονται σύμβολο νομοτέλειας,
κανονικότητας, αναγκαιότητας. Είναι καταδικασμένες να πορεύονται μαζί
χωρίς ποτέ να ενωθούν — μια εικόνα βαθιά υπαρξιακή.
Γιατί εισάγει ως πιθανότητα ένα
σιδηροδρομικό δυστύχημα
Αυτή η φράση είναι κλειδί: «περιμένοντας
με υπομονή ένα σιδεροδρομικό δυστύχημα για να διαψεύσουν τη γεωμετρία σμίγοντας
επιτέλους»
Ο Μυριβήλης κάνει εδώ τρεις πολύ σημαντικές κινήσεις:
1.
Ανατρέπει τη «λογική» της γεωμετρίας
Η γεωμετρία (νόμος, τάξη, λογική, πρόοδος)
λέει ότι οι παράλληλες δεν
συναντιούνται ποτέ. Για να σμίξουν, χρειάζεται παραβίαση του νόμου, άρα ένα δυστύχημα. Η ένωση, η υπέρβαση, η
αλλαγή δεν έρχεται ομαλά, αλλά μέσα από βία, ρήξη, καταστροφή.
2.
Υπαινίσσεται την αντίθεση φύσης – πολιτισμού
Οι ράγες είναι ξένο σώμα μέσα στην κοιλάδα.
Η φύση είναι ακίνητη, ονειρική, κυκλική.
Το τραίνο (και οι ράγες του) είναι γραμμικό,
βίαιο, επιθετικό. Το δυστύχημα γίνεται η μοναδική στιγμή όπου το ανθρώπινο έργο παύει να λειτουργεί όπως
σχεδιάστηκε — και άρα γίνεται “ανθρώπινο”, τρωτό.
3.
Υπαρξιακό και ιστορικό βάθος
Το κείμενο αφήνει να εννοηθεί ότι οι μεγάλες
βεβαιότητες, οι νόμοι, η «πρόοδος» σπάνε μόνο μέσα από τραγωδία. Το ίδιο
πολλές φορές και οι άνθρωποι. Για να συναντηθούν, συχνά πρέπει να προηγηθεί
ρήξη, πόνος, απώλεια.
Οι ράγες παρουσιάζονται ως μονότονο, ψυχρό, ξένο στοιχείο μέσα
στο φυσικό τοπίο, προσωποποιημένες και υποταγμένες σε έναν άκαμπτο νόμο. Η
αναφορά στο πιθανό σιδηροδρομικό δυστύχημα λειτουργεί συμβολικά, καθώς δηλώνει ότι μόνο μέσω της καταστροφής μπορεί να
ανατραπεί η τάξη, να διαψευστεί η «γεωμετρία» και να επιτευχθεί η ένωση. Έτσι,
το δυστύχημα αποκτά υπαρξιακή σημασία και εκφράζει τη βαθύτερη αγωνία του
ανθρώπου απέναντι στη μοίρα, την πρόοδο και τους αμετάβλητους νόμους.
/ -7. η χρωματική
παλέτα στο διήγημα
Ο Μυριβήλης δουλεύει σχεδόν σαν ζωγράφος,
αλλά με πολύ συγκεκριμένη πρόθεση.
Η παλέτα του διηγήματος είναι περιορισμένη, ψυχρή και υποβλητική, με
ελάχιστες θερμές εξάρσεις. Κυριαρχεί το φεγγαρόφωτο,
που αλλοιώνει τα πάντα και τα κάνει να μοιάζουν εξωπραγματικά.
1.
Κυρίαρχα ψυχρά χρώματα
Λευκό
– ασημί – χρυσίζον του φεγγαριού
Το φως είναι «κρύο», «παχύ και διάφανο σαν
το λάδι», «φεγγαρολίμνη», «φωτερή λάσπη». Δεν είναι καθαρό λευκό· είναι αρρωστημένο, βαρύ, σαν τέλμα.
Γαλάζιο
– λουλακί – γκρίζο
«γαλαζωπά
χαλίκια», η πέτρα «λουλακιά γαλάζια»
Χρώματα ψυχρά, ακίνητα, που ενισχύουν τη
σιωπή και την ακινησία.
2.
Σκοτεινοί τόνοι
Μαύρο
«μαύρο
στόμα του τούνελ», σκιές, βάθος, κατάποση (καταπίνει το τραίνο)
Το μαύρο λειτουργεί ως απειλή, άγνωστο, θάνατος, ως αντίθετο
του φωτός αλλά και ισχυρότερο από αυτό (ούτε το φεγγάρι δεν μπαίνει στο
τούνελ).
3.
Περιορισμένες θερμές κηλίδες (ένταση – βία)
Οι θερμές αποχρώσεις εμφανίζονται μόνο με
το τρένο: Κόκκινο – πορτοκαλί: «σπίθες και κόκκινες φλόγες», «βραστό
σάλιο», «μυρωδιά της ζεστής στάχτης»
Είναι στιγμιαία, βίαια, επιθετικά χρώματα,
που σκίζουν τη μονοχρωμία του
τοπίου.
4.
Η παλέτα του ονείρου (στο τέλος)
Στο όνειρο των δέντρων η παλέτα αλλάζει:
Γαλάζιο
του ουρανού
Χρυσό,
ρόδινο, πορτοκαλί στα σύννεφα–πουλιά
Εδώ τα χρώματα είναι φωτεινά, ανάλαφρα, ελεύθερα
και
σηματοδοτούν
Η χρωματική παλέτα ενισχύει την ακινησία και τη σιωπή, μετατρέπει το
τοπίο σε ονειρικό και εφιαλτικό,
αντιπαραθέτει το ψυχρό φεγγαρόφωτο /
σκοτάδι με τη θερμή, βίαιη
ενέργεια του τραίνου, και στο τέλος ανοίγει μια χρωματική χαραμάδα ελευθερίας μέσω του ονείρου.
Η χρωματική παλέτα του διηγήματος είναι
κυρίως ψυχρή και περιορισμένη, με κυρίαρχα το λευκό, το γαλάζιο και το μαύρο
του φεγγαρόφωτου, που δημιουργούν αίσθηση ακινησίας και ονειρικής αποξένωσης.
Οι θερμές αποχρώσεις εμφανίζονται μόνο με την είσοδο του τραίνου και συνδέονται
με τη βία και τη διατάραξη της φύσης, ενώ στο τέλος, στο όνειρο των δέντρων, τα
φωτεινά και ζεστά χρώματα συμβολίζουν τη μνήμη και τη λαχτάρα της ελευθερίας.
/ - Ο αφηγητής: ετεροδιηγητικός
και παντογνώστης.
/ - 1. Ετεροδιηγητικός
αφηγητής
Ο αφηγητής δεν είναι ένας χαρακτήρας μέσα
στην ιστορία, αλλά παρατηρητής που εξιστορεί τα γεγονότα από έξω, χωρίς να
συμμετέχει ενεργά στη δράση. Αν και δεν είναι παρών στο τοπίο ως πρόσωπο, έχει
πλήρη γνώση του, κάτι που ενισχύει τη διεξοδική περιγραφή των στοιχείων της
φύσης και του τοπίου, καθώς και τις σκέψεις που αποδίδονται στα έμβια όντα.
/ - 2. Παντογνώστης
αφηγητής
Ο αφηγητής διαθέτει παντογνωσία, δηλαδή
έχει πλήρη γνώση των σκέψεων, των συναισθημάτων και των εσωτερικών καταστάσεων
του τοπίου και των στοιχείων του. Ακόμη και όταν δεν υπάρχουν χαρακτήρες
ανθρώπινοι, ο αφηγητής «γνωρίζει» την ψυχή του τοπίου και εκφράζει τα
συναισθήματα των φυσικών στοιχείων (όπως το φεγγάρι, τα δέντρα, τα φυτά), τα
οποία παρουσιάζονται σχεδόν σαν να έχουν συνείδηση και ψυχή. Έτσι, μπορεί να
μεταφέρει τις εσωτερικές καταστάσεις του τοπίου με τρόπο που υπερβαίνει τη
φυσική του ύπαρξη.
Παράδειγμα παντογνωσίας: «Ήταν μια κοιλάδα
στενόμακρη και σπανή, κατοικημένη από ίσκιους χωρίς έκφραση…» / «Το φεγγάρι ήρθε», / «Τώρα όλα αυτά
ακινητούσαν στο βυθό της φεγγαρολίμνης, βουλιαγμένος ονειρόκοσμος».
Ο αφηγητής περιγράφει τα στοιχεία του τοπίου
όχι μόνο εξωτερικά, αλλά και εσωτερικά, δίνοντάς τους συναισθηματική
διάσταση και παρουσιάζοντας τα σαν να έχουν συνείδηση και σκέψεις. Ο αφηγητής
στο διήγημα «Τοπίο» είναι ετεροδιηγητικός και παντογνώστης, χωρίς να είναι
μέρος της ιστορίας. Διαθέτει πλήρη γνώση για τα πάντα, περιγράφοντας το τοπίο
και τα φυσικά φαινόμενα με έντονη συναισθηματική διάσταση και μεταφορική διάθεση,
προσδίδοντας έτσι στους φυσικά στοιχεία του τοπίου μια «ζωντανή» και ψυχική
υπόσταση.
/ - Οι χρονικοί
άξονες στο διήγημα
/ - 1. Παρόν (αφηγηματικό
παρόν)
Είναι ο βασικός
χρόνος του διηγήματος. Όλα όσα συμβαίνουν τώρα, τη νύχτα
με το φεγγάρι και το πέρασμα του τρένου.
Ενδεικτικά σημεία: «Η έρημη κοιλάδα από πολλήν ώρα περίμενε το φεγγάρι.» / «Και το φεγγάρι
ήρθε.» / «Όσο αψήλωνε, κυνηγούσε τους
ίσκιους…» / «Ξαφνικά μια βίαιη ταραχή έσεισε τον ακίνητον αέρα…» / «Όρμησε πίσω
από το γύψινο χαμοβούνι το τρένο.»
Το παρόν είναι στατικό –
ποιητικό στην αρχή και στο τέλος του διηγήματος, γίνεται δυναμικό – βίαιο με την είσοδο του τρένου, και ξαναγυρίζει στη σιωπή και την ακινησία.
/ - 2. Παρελθόν (πρόσφατο /
ιστορικό παρελθόν του τοπίου)
Αφορά όσα κάποτε
υπήρχαν στην κοιλάδα, πριν ερημώσει.
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα: «Κάποτε θα ’τρεχε εδώ
νερό…» / «Μπορεί κιόλας να φύτρωνε πλάι στο ρέμα τρυφερή χλόη…» / «Τώρα δεν
απόμειναν παρά ένα στρώμα γαλαζωπά χαλίκια…» /
Εδώ αντιπαρατίθεται το τότε (ζωή, νερό, χρώμα) με το τώρα (ξηρασία,
σιωπή, ακινησία)
Το παρελθόν λειτουργεί νοσταλγικά και ενισχύει το αίσθημα φθοράς.
/ - 3. Απώτερο παρελθόν
(μυθικό – κοσμογονικό)
Πρόκειται για έναν βαθύ, σχεδόν μυθικό χρόνο, έξω από την ανθρώπινη
ιστορία.
Ενδείξεις: «Σαν γιγάντια προκατακλυσμικά πρόβατα…» /
«πελώριο προκατακλυσμιαίο έντομο» / «παλιό όσο και η πλάση του Θεού» / «από την εποχή που ήταν ακόμα σπέρματα…»
Αυτό το απώτερο παρελθόν συνδέεται με τη φύση πριν τον άνθρωπο, δίνει κοσμική διάσταση στο
τοπίο, κάνει το τραίνο να μοιάζει ξένο σώμα,
τέρας μέσα σε έναν αρχέγονο κόσμο
/ - 4. Μέλλον (υποθετικό –
ονειρικό)
Δεν είναι πραγματικό μέλλον, αλλά φαντασιακό, ονειρικό, επιθυμητό
Σημεία: Το όνειρο των δέντρων: «Έτσι
υψώθηκαν χαρούμενα…» «Σηκώθηκαν και φύγανε μέσ’ από την άρρωστη κοιλάδα…»
Το μέλλον εδώ ταυτίζεται με την ελευθερία, λειτουργεί ως αντίσταση στη φθορά, μένει ανεκπλήρωτο, μόνο ως όνειρο.
/ - Η εικόνα (αντίθεση)
του τοπίου ανάμεσα στο τώρα και το υποτιθέμενο τότε
Στο διήγημα «Τοπίο» ο Μυριβήλης παρουσιάζει
την εικόνα του τοπίου μέσα από
έντονη αντίθεση ανάμεσα στο παρόν (“τώρα”) και σε ένα παρελθόν πραγματικό ή
υποτιθέμενο (“τότε”), το οποίο
λειτουργεί νοσταλγικά και εξιδανικευμένα.
/ - 1. Η εικόνα του τοπίου
στο παρελθόν («τότε»): Το παρελθόν δεν παρουσιάζεται ως βεβαιότητα, αλλά ως υπόθεση και μνήμη
(«κάποτε», «μπορεί»), γεγονός που το κάνει ονειρικό και ιδεατό. Τα χαρακτηριστικά του τοπίου στο παρελθόν: Υπήρχε νερό: Υπήρχε βλάστηση: Υπήρχε κίνηση και ήχος Υπήρχε ζωή και παρηγοριά («όλα τούτα θα παρηγοριούνταν»). Το παρελθόν
τοπίο είναι ζωντανό, εύφορο, πολύχρωμο, αρμονικό.
/ - 2. Η εικόνα του τοπίου
στο παρόν («τώρα»): Σε πλήρη αντίθεση, το παρόν παρουσιάζεται ως έρημο, άκαρπο, σιωπηλό, ακίνητο. Το φεγγαρόφωτο, αν και
φωτεινό, δεν
ζωντανεύει, αλλά παγώνει το τοπίο.
/ - 3. Η λειτουργία της
αντίθεσης τότε – τώρα: Η αντίθεση
εντείνει το αίσθημα φθοράς και απώλειας, υποδηλώνει
την απομάκρυνση από τη φυσική αρμονία, λειτουργεί
ως έμμεση κριτική στον σύγχρονο πολιτισμό (μηχανή,
τρένο). Το παρελθόν γίνεται χώρος μνήμης, σύμβολο αθωότητας και πληρότητας, ενώ το
παρόν χώρος αλλοτρίωσης.
/ - Η ιδιοτυπία του διηγήματος «Τοπίο»:
Η ιδιοτυπία του διηγήματος «Τοπίο» έγκειται στο ότι δεν πρόκειται για παραδοσιακό
διήγημα με πλοκή, ήρωες και δράση, αλλά για ένα ποιητικό, συμβολικό πεζό κείμενο, όπου το τοπίο λειτουργεί ως πρωταγωνιστής και φορέας νοημάτων.
/ - 1. Απουσία ανθρώπινων ηρώων
– πρωταγωνιστεί η φύση
Στο διήγημα δεν
εμφανίζεται άνθρωπος. Τα στοιχεία της φύσης (κοιλάδα, φεγγάρι, δέντρα, πέτρες) και τα άψυχα
αντικείμενα (ράγες, τρένο) προσωποποιούνται και
αποκτούν συνείδηση, μνήμη και συναίσθημα. Το τοπίο υποκαθιστά
τον άνθρωπο και εκφράζει την εσωτερική του αγωνία.
2. Ποιητική πεζογραφία –
λυρικός χαρακτήρας
Το κείμενο πλησιάζει περισσότερο την ποίηση παρά το πεζό αφήγημα. Χαρακτηρίζεται από έντονη εικονοποιία, μεταφορές, παρομοιώσεις,
υπερβολή, επαναλήψεις, μουσικότητα. Η
γλώσσα δεν περιγράφει απλώς,
αλλά δημιουργεί αίσθηση και ατμόσφαιρα.
/ - 3. Στατική αφήγηση –
ελάχιστη δράση
Η «δράση» περιορίζεται ουσιαστικά στην αναμονή του φεγγαριού, στο πέρασμα του τραίνου, στην επιστροφή της σιωπής. Δεν υπάρχει εξέλιξη χαρακτήρων ή πλοκής. Η αφήγηση είναι στατική, εσωτερική, στοχαστική.
/ - 4. Συμβολισμός: φύση –
μηχανή – άνθρωπος
Το τρένο λειτουργεί συμβολικά ως εισβολή του πολιτισμού και της μηχανής, ως βία
απέναντι στη φύση, ως φορέας αλλοτρίωσης και τρόμου. Αντίθετα, η φύση έχει τα
χαρακτηριστικά της σιωπής, μνήμης, διάρκειας, το φεγγάρι συμβολίζει την
αιωνιότητα, την ακινησία, το όνειρο των δέντρων την ελευθερία. Το διήγημα
εκφράζει κριτική στη
βίαιη (τεχνολογική) πρόοδο.
/ - 5. Ονειρικό –
υπερρεαλιστικό στοιχείο
Το όνειρο των δέντρων στο τέλος του
διηγήματος καταργεί τη λογική, (όπως π.χ. μετατρέπει τις ρίζες σε φτερά),
κινείται ανάμεσα σε μνήμη και φαντασία. Το κείμενο κλείνει χωρίς λύση, μόνο με νοσταλγία και στοχασμό.
/ - 6. Φιλοσοφικός και
υπαρξιακός τόνος
Το «Τοπίο», ως διήγημα, στοχάζεται πάνω στον εγκλωβισμό, στην απώλεια της ελευθερίας, στη φθορά του χρόνου,
στη μνήμη μιας αλλοτινής ζωής.
Η τελευταία φράση λειτουργεί γενικευτικά και καθολικά: «Ποιος δεν έχει να ονειρευτεί ένα ζευγάρι
αλλοτινές φτερούγες που σιγά σιγά έγιναν ρίζες και σκοινιά…»
Η ιδιοτυπία του διηγήματος «Τοπίο» έγκειται
στον ποιητικό και
συμβολικό χαρακτήρα του, στην απουσία
ανθρώπινων προσώπων, στη στατική
αφήγηση, στην προσωποποίηση της
φύσης και στη σύγκρουση φύσης
και μηχανής, μέσω της οποίας εκφράζεται
ένας βαθύς υπαρξιακός και φιλοσοφικός στοχασμός για την απώλεια της ελευθερίας και την αλλοτρίωση του σύγχρονου
ανθρώπου.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ
[ ανάρτηση 27 Ιανουαρίου 2026 :
Στρατής Μυριβήλης
«Τοπίο»
διήγημα (1956)
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου