Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Θεόδωρος Ζαμπογιάννης "Το μουλάρι που μπήκε στο ποτάμι και βγήκε άλογο!" διήγημα 2022 ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 


Θεόδωρος Ζαμπογιάννης

Το μουλάρι που μπήκε στο ποτάμι και βγήκε άλογο!

διήγημα 2022

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 




  

Το μουλάρι που μπήκε στο ποτάμι και βγήκε άλογο!

 

   Στις εκπνοές του δέκατου ένατου αιώνα ήτανε ένα τετραπέρατο παιδάκι στη Λάιστα Ζαγορίου Ηπείρου. Μοναχοπαίδι, ορφανό από πατέρα, με χίλια βάσανα τελείωσε το Σχολαρχείο και πήγε παραγιός σ' ένα μακρινό του μπάρμπα, που εμπορεύονταν στην Γκιομουλτζίνα (Κομοτηνή), να χορτάσει κομμάτι ψωμί, βλασταράκι ακόμα σε ανάπτυξη.

 

   «Γενικόν Εμπόριον — Εγχώρια - Αποικιακά» ο μπάρμπας. Μεγάλο μαγαζί. Στρωμένη, καλή δουλειά. Δώσε πάρε, κυρίως, με τους Μωχαμέτηδες από τα γύρω χωριά. Πλούσιος τόπος. Μεγάλος, μπερεκετλίδικος κάμπος με ποτάμια, με τσαΐρια, μπαϊρια, ό, τι φανταστείς, Γελάδια, βουβάλια, αιγοπρόβατα, στάρια, καλαμπόκια, κριθάρια, όσπρια, αμπέλια, οπωροκηπευτικά. γη της επαγγελίας.

   Όλο τον χρόνο τα Μεμέτια ψώνιζαν τα αναγκαία επί πιστώσει, βερεσέ, O μπάρμπας είχε ένα μεγάλο λογιστικό βιβλίο και σημείωνε αναλυτικά στη μερίδα του καθένα τί έπαιρνε. Πάντα παρουσία του πελάτη, να βλέπει. Τίμια πράγματα. Αγράμματα, ξύλα απελέκητα τα Μεμέτια το μόνο που καταλάβαιναν ήταν πόσα είδη πήραν και πόσες σειρές έγραψε. « Ταμάμ (εν τάξει.)», έλεγαν, άκρως ικανοποιημένα από τον σωστό, τον δικό τους άνθρωπο, που τα βοηθούσε ολοχρονίς. Αν, τώρα, λίγο τους έκλεβε στο ζύγι και το πράμα ήταν κάποια δράμια ελλιποβαρές, εάν αντί για πέντε χρέωνε έξι, πού να το πάρουν είδηση; Τέχνη, γαρ, το δούναι λαβείν. Καλά λόγια θέλει, κολακευτικά. χαμόγελα, υποκλίσεις, περιποίηση, εξυπηρέτηση.

   Την εποχή που τα Μεμέτια πουλούσαν την παραγωγή τους, γινόταν και η εκκαθάριση της πίστωσης. Ο μπάρμπας, πάντα υπό το βλέμμα του πελάτη, άνοιγε το βιβλίο και εξηγούσε. Πού να θυμόταν ο μαύρος ο Μωχαμέτης πόσο ρύζι ή καφέ αγόρασε πριν από τόσους μήνες; «Ταμάμ», έλεγε. Έκανε την πρόσθεση ο μαγαζάτορας: «Πέντε και έξι, ίσον δώδεκα», όταν ήταν να πάρει. «Πέντε και έξι ίσον δέκα», όταν ήταν να δώσει, γιατί από κάποιους αγόραζε και την παραγωγή τους, όπου, με επιδεξιότητα, φρόντιζε στο καντάρι να τη βγάλει λιγότερη.

Ωραία χρόνια, χρυσές εποχές. Ούτε εφορίες, μήτε αγορανομίες, υγειονομικό, λογιστάδες, δηλώσεις, παραδηλώσεις, άδειες, ταμειακές μηχανές, αποδείξεις, τιμολόγια και δε συμμαζεύεται. Κάποιο χαράτσι, κανά πεσκέσι στις Αρχές, λίγο μπαχτσίσι εκεί που έπρεπε και όλα μέλι γάλα. Οθωμανική Αυτοκρατορία, γαρ.

Έλληνες και Μωχαμέτηδες μπαινοβγαίναν στο μαγαζί και το καράβι αρμένιζε πρίμα και στο κεμέρι του Ηπειρώτη, που κάθε τόσο φούσκωνε και πιο πολύ, κουδούνιζαν οι χρυσές λιρούδες με εκείνο τον ηδονικό ήχο που απαλύνει και γλυκαίνει τους πόνους και τα βάσανα της ξενιτειάς.

   Ο παραγιός πρόθυμος σε όλα, πανταχού παρών. Εργατικός, ευγενικός, αεικίνητος, γλυκομίλητος, συμπαθής. Μυαλό ξυράφι. Έμαθε γρήγορα τα τουρκικά και έγινε ακόμη πιο αγαπητός από τα Μεμέτια,

   Οι μέρες κυλούσαν γρήγορα. Η ζωή τους ήταν ήσυχη. Δουλειά, σπίτι. Σπίτι, δουλειά. Τις Κυριακές, πρωί-πρωί, πηγαίναν στην παμπάλαιη εκκλησιά της Παναγιάς, που στέκει μέχρι σήμερα δίπλα στα βυζαντινά τείχη της Γκιομουλτζίνας. Ο θείος στο στασίδι, ο ανιψιός στο Ψαλτήρι.

   Με αυτά και με άλλα πέρασαν τα χρόνια και στο προσωπάκι του παραγιού φύτρωσαν γένια και μουστάκι και μιαν καλήν ημέρα λέει στον θειό του:

- «Μπάρμπα, σε βοηθάω στις δουλειές σου τόσα χρόνια. Έχεις κανένα  παράπονο;».

- «Τι είναι αυτά που λες, Θεοδωράκη, αγόρι μου. Μήπως έχεις εσύ κανά παράπονο;»,

- «Τι παράπονο να 'χω, θειούλη μου; Ίσα-ίσα που με ταΐζεις, με ντύνεις, φροντίζεις και την έρμη μάνα μου στο χωριό να μη της λείψει τίποτα. Αλλά, να..., μεγάλωσα. Λέω να κάνω δική μου δουλειά. Να με βοηθήσεις, θέλω. Να μου δώσεις εμπόρευμα επί πιστώσει και να μου δανείσεις ένα μικρό κεφάλαιο χωρίς διάφορο (τόκο), να ξεκινήσω και λίγο-λίγο να σε ξοφλάω. Βρήκα ένα μαγαζάκι κοντά στο τζαμί. Πέρασμα καλό. Έχει και μπατάρι, ότι πρέπει να κοιμάμαι εκεί να μην σου είμαι βάρος. Ψωμί για όλους έχει. Δεν πρόκειται να σου κάνω χαλάστρα στη δουλειά σου. Τι λες; Θα με βοηθήσεις;».

   Και ο θείος, που υπεραγαπούσε τον ανιψιό, τού 'κανε τη χάρη και τον βοήθησε με το παραπάνω.

   Άπιαστος στις αερολογίες, τα μασάλια που λέμε, ο Θόδωρος πρώτος στις δημόσιες σχέσεις, καπάτσος, μαλαγάνας, δραστήριος, άριστος γνώστης των «μυστικών» της δουλειάς, σύντομα ξεχρέωσε τον θειό του. Του πήρε, μάλιστα, δώρο ένα ωραίο επανωφόρι και ο θείος ήταν όλο καμάρι.

   Κουτσά — στραβά περπάταγε η δουλειά. Για να την αυγατίσει, έψαξε και βρήκε ένα υπέροχο αλογομούλαρο. Το αγόρασε κοψοχρονιά από έναν ταλαίπωρο χωριάτη. Το ζωντανό ήταν ψηλό, δυνατό, πανέμορφοόποιος το έβλεπε το ζήλευε. Μόνο που είχε κάτι κουσούρια. Εάν το καβαλούσες και ήταν μοναχό του, δεν κουνιόταν από τη θέση του. μουλάρωνε. Βρε, ντεε. Βρε, άιι. Βρε, το καμτσίκωνες, Τίποτα. Πέτρωνε. Εάν το έπιανες από το χαλινάρι και πήγαινες μπροστά, σ' ακολουθούσε σαν εκπαιδευμένο σκυλάκι, Εάν προηγείτο άλλο ζώο, μουλάρι ή άλογο, πήγαινε σφαίρα κι ας είχε αναβάτη ή βαρύ φορτίο. Βλέπετε είχε μάθει από μικρό να ακολουθεί άλλα ζώα, γιατί είχε μεγαλώσει στα χέρια ενός κερατζή (αγωγιάτη) ακολουθώντας το καραβάνι του. Ήταν ζώο καραβανιού, Είχε κι άλλο ελάττωμα. Δεν έμπαινε μέσα στο νερό, μαρμάρωνε στην όχθη του ποταμού, Γι’' αυτό και o προκάτοχός του σχεδόν το χάρισε στον βιοπαλαιστή Ηπειρώτη για κάποιες ελλιποβαρείς οκάδες ρύζι. Ήθελε να το ξεφορτωθεί ο άνθρωπος.

   Ωστόσο, ο Θόδωρος, χρειαζόταν το μουλάρι για να το φορτώνει εμπορεύματα και να γυροφέρνει στα κοντινά χωριά. Να πουλάει, να αγοράζει. Νέος ήταν, σκληροτράχηλος βουνίσιος, τα πόδια του είχαν φτερά. Αυτός μπροστά με το χαλινάρι στο χέρι, ξοπίσω το μουλάρι, ο Λάμπης. Όσο για το νερό; Γρήγορα βρήκε τη λύση. Σκέπαζε τα μάτια του ζωντανού με ένα τσουβάλι, που το έδενε κατάλληλα κι αυτό τσαλαβουτούσε στα ποτάμια χωρίς ενδοιασμό, με φορτίο και με τον αναβάτη, παρακαλώ.

   Με σκληρό μόχθο και αιματηρή οικονομία σε κάποια λίγα χρόνια ο ήρωάς μας έκανε ένα μικρό καζάντιο1 (πλουτισμό). Μέτραγε τα παραδάκια του κι όσο τα μέτραγε, τόσο και πιο πολύ φούντωνε η επιθυμία του, η λαχτάρα του να γυρίσει στο λατρεμένο του χωριό, να ξεχειμωνιάσει με τη μάνα του, τους συγγενείς και φίλους. Έφυγε αμούστακο παλλικαρούδι και ήταν άντρας πια για παντρειά. Τον έτρωγε η νοσταλγία. Μέρα - νύχτα ανέβαζε - κατέβαζε, στη Λάιστα φτερούγαγε ο νους του. Δεν άντεχε άλλο. Τακτοποίησε τις δουλειές του και στις αρχές του φθινοπώρου κόλλησε σ' ένα καραβάνι πατριωτών που πηγαίναν στο χωριό.

Φόρτωσε στον Λάμπη δυό δισάκια με δώρα για την αγαπημένη του μανούλα και τους συγγενείς του. Έτσι ήταν το έθιμο τότε. Ο ξενιτεμένος κάθε φορά που γύριζε στο χωριό, έπρεπε να φέρει δώρα για όλους τους δικούς του, μικρούς και μεγάλους, κάτι τι, έστω κι ένα μαντήλι. Αλλιώς, τι νόημα είχε η ξενιτειά; Ξενιτευόσουν για να καζαντίσεις. Κι όσοι καζάντιζαν για τα καλά, επισκέπτονταν το χωριό κάθε ενάμιση χρόνο, όπου 'μεναν για μισό χρόνο, Ήταν, όμως, κι αυτοί που δεν τα κατάφερναν. Αυτούς τους έτρωγε η μαύρη μαρμάγκα, γιατί ο νόμος της ξενιτειάς ήταν σκληρός. Έλεγε η μάνα στο σπλάγχνο της που πρωτόφευγε στα ξένα: « Ο ντουρβάς με το ψωμί που σου δίνω για τον δρόμο, να γυρίσει ή γεμάτος λίρες ή με τα κόκκαλά σου».

   Προμηθεύτηκε κι ένα πεντάσφαιρο περίστροφο για ασφάλεια. Δεν ήταν εύκολη υπόθεση το ταξίδι Κομοτηνή  - Λάιστα, Διαρκούσε πάνω από μήνα. Κάμποι, ποτάμια, βουνά, ρουμάνια, δερβένια και φυσικά ένοπλοι ληστές που καιροφυλαχτούσαν κάθε τόσο.

   Πέρασαν τον Κόσυνθο ποταμό, πέρασαν και τον Νέστο και στο Σαρή — Σαμπάν (Χρυσούπολη) κάνανε ολιγοήμερη στάση, όπου σμήξαν μαζί τους και άλλοι πατριώτες κι έτσι σχημάτισαν ένα δυνατό καραβάνι.

Δρόμο παίρναν, δρόμο αφήναν. Ξαπόσταιναν στα χάνια, που υπήρχαν διάσπαρτα στο διάβα τους, Ο Θόδωρος, όλος καμάρι, καβάλα στον Λάμπη μαζί τους.

   Κάποτε πάτησαν και τον κάμπο πέρα απι τη Σαλονίκη. Φτάσαν σ' ένα ποτάμι, Έδεσε το τσουβάλι στα μάτια του Λάμπη, ο Θόδωρος, καβάλησε και ακολούθησε τους άλλους.

   Στην απέναντι όχθη, πάνω σ' ένα περήφανο άτι με μερακλίδικη σέλα και μοναδικά χάμουρα, στεκόταν ένας καλοθρεμμένος, πλουσιοντυμένος Τούρκος, ένας αρχοντάνθρωπος και τους χάζευε. Το μάτι του έπεσε πάνω στον Λάμπη. Πρώτη του φορά έβλεπε τόσο όμορφο και δυνατό αλογομούλαρο. Το ορέχτηκε, αλλά του κίνησε και την περιέργεια το τσουβάλι στο κεφάλι. Πλησίασε τον Θόδωρο, σαν βγήκε απ' το νερό και τον ρώτησε:

- « Γιατί σκέπασες τα μάτια του ζώου;».

- «Αχ, εφέντη μ’! Να ‘ξερες τι ζώο είναι αυτό; Δεν υπάρχει άλλο σαν ετούτο σ’ όλο τον ντουνιά. Πολύ άξιο. Μόλις δει νερό ορμάει να κολυμπήσει για να το περάσει. Δύσκολα το κρατάς. Κινδυνεύεις να σωριαστείς και να πνιγείς. Γι’ αυτό του σκεπάζω τα μάτια, όταν ζυγώνω στα ποτάμια, για να τα περνάω ήσυχα».

- «Μα εδώ το νερό είναι ίσα με το γόνατο και να πέσεις, δεν υπάρχει κίνδυνος να πνιγείς!».

- «Εσύ καλά τα λες. Άμα δεν ξέρεις, όμως, κολύμπι και σε μια κουταλιά νερό πνίγεσαι. Ρώτα και μένα που είμαι βουνίσιος και δεν ξέρω να κολυμπώ. Φύλαγε τα ρούχα σου, να 'χεις τα μισά, αγά μου».

- «Από πού είσαι;», τον ρώτησε γελώντας ο αγάς.

- «Να, από 'δω πιο πάνω, από τα βουνά της Bέροιας».

- «Ωραίο ζώο»

-  «Ευχαριστώ, καλοσύνη σου»,

- «Το πουλάς;»,

- «Τι είναι αυτά που λες άρχοντά μου; Να πουλήσω τον άνθρωπό μου!».

- «Μα δεν είναι άνθρωπος, μουλάρι είναι!».

- «Ναι, αλλά τι μουλάρι; Ανώτερο από άλογο και από άνθρωπο. Κάνει δουλειά για δύο άλογα και έχει έξοδα διατροφής τα μισά από ένα άλογο. Μέρα — νύχτα μαζί είμαστε, συνέταιρός μου είναι. Κουβαλώ ξύλα απ' το βουνό στην πόλη, κάνω αγώγια, χίλιες δυό δουλειές. Απ' αυτό ζω. Εάν το δώσω, πώς θα ζήσω;».

- «Το θέλω... Θα σου δώσω το άλογό μου όπως είναι. Θα κάνουμε ανταλλαγή. Είσαι; Εξ άλλου το άλογο είναι πιο ακριβό από ένα μουλάρι»,

- «Και πώς θα ζήσω εγώ; Πώς θα συντηρήσω το άλογο που έχει διπλάσια έξοδα».

- «Μ' αρέσει. Το θέλω. Θα σου δώσω και πέντε λίρες καπάκι».

- «Τι να μου κάνουν πέντε λίρες! Πώς να βγάλω τον χειμώνα; Δέκα στόματα έχω να ταϊσω».

- «Δεν φαίνεσαι παντρεμένος. Πού τα βρήκες τα δέκα στόματα,;»

- «Αχ, μπέη μου! Αν ήξερες τα βάσανά μου; Δεν είμαι παντρεμένος. Έχω, όμως, τον γαμπρό μου σακάτη στο κρεβάτι, την αδελφή μου με πέντε ανήλικα παιδιά, τους γέροντες γονείς μου και όλοι περιμένουν από εμένανε. Αχ, ο έρμος τί τραβάω!». Βούρκωσε και ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα.

-  «Καλά...καλά», τον καθησύχασε ο καλοκάγαθος αγάς. «Δέκα λίρες και τέλος»,

- «Ας όψεται η καταραμένη φτώχεια, η ανάγκη που με κάνει να σε αποχωριστώ, Λάμπη μου» και άρχισε να τον αγκαλιάζει στον λαιμό, να τον χαϊδεύει στο κούτελο με περισσή περιπάθεια, λες και αποχωρίζονταν το πιο αγαπημένο του πρόσωπο!

- «Ε, ρε σαλτανάτ (επίδειξη) που θα κάνω με αυτό το ζώο!», μονολογούσε ο αγάς μέσα από τα δόντια του γεμάτος χαρά.

- «Μόνο, εφέντη μ', θέλω να τον προσέχεις, να μην του λείψει τίποτα».

- «Έννοια σου. Έχω κι άλλα ζώα, Θα περάσει μπέικα. Μη σκας».

- «Τώρα που θα φεύγω να του δέσουμε τα μάτια να μη με βλέπει γιατί είμαι πολύ δεμένος μαζί του, θα τρέχει ξωπίσω μου και θα έχουμε περιπέτειες. Κράτα τον έτσι, σε παρακαλώ, μέχρι να απομακρυνθώ».

- «Το μόνο εύκολο».

    Έδεσε τις δέκα λίρες, ο Θόδωρος, στην άκρη στο μαντήλι του, τις σιγούρεψε βαθιά στην τσέπη του, φόρτωσε τα πράγματά του στο άτι, χαιρέτησε με τεμενά (υπόκλιση), καβάλησε και χάθηκε καλπάζοντας, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, στο βάθος του κάμπου, αφήνοντας πίσω του μικρά συννεφάκια σκόνης.

Πιο πέρα συνάντησε τους δικούς του. Σαν τον είδαν, σάστισαν:

- «Τι γένηται, ωρέ Θόδουρη; Με μ'λαρ' σ' αφήσαμαν, με άλογο μας ήρθες! Πώς έγινε αυτό;».

- «Δεν βλέπετε; Μπήκε στο νερό μ'λαρ' και βγήκε άλογο. Αυτό έγινε».

- «Τι λες, ωρέ! Για πες μας»,

- «Δεν μπορώ. Βιάζομαι. Σίγουρα ο αγάς έχει κινήσει γη και ουρανό και με ψάχνει να με κάνει κομματάκια, Πρώτα ο Θεός, αν ζήσω, θα τα πούμε στη  Λάιστα. Φεύγω τώρα. Δεν με παίρνει ο χρόνος. Καλή αντάμωση».



 

 


1. Καζαντίζω — καζάντισα= τουρκ. kazandim= βγάζω λεφτά— έκανα περιουσία,

 

 

Σημείωση: Η ιστορία αυτή, όσο κι αν μοιάζει με παραμύθι, είναι πέρα για πέρα αληθινή, Την διηγιόντουσαν οι παλιοί για χρόνια και χρονάκια. Ζουν ακόμη μερικοί υπερήλικες που μπορούν να επιβεβαιώσουν του λόγου το αληθές. οι απόγονοι του ήρωά μας ζουν σήμερα στην Κομοτηνή.

 

 

Γ’ Βραβείο στον ΛΗ’ Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» - 2022.












Λίγα σχόλια

 

/ - Ο αφηγητής:

Είδος αφηγητή

   Ο αφηγητής είναι τριτοπρόσωπος, γιατί δεν συμμετέχει ο ίδιος στην ιστορία ως πρόσωπο· αφηγείται τα γεγονότα χρησιμοποιώντας το γ΄ ενικό πρόσωπο («ήτανε ένα τετραπέρατο παιδάκι…», «ο Θόδωρος έκανε ένα μικρό καζάντιο»).

   Παράλληλα, είναι ετεροδιηγητικός, αφού βρίσκεται έξω από τη δράση και δεν ταυτίζεται με κάποιον χαρακτήρα.

   Ο αφηγητής είναι παντογνώστης. Γνωρίζει το παρελθόν του ήρωα (ορφάνια, ξενιτιά, μόχθο), αποκαλύπτει σκέψεις και συναισθήματα (νοσταλγία, λαχτάρα να γυρίσει στο χωριό), ερμηνεύει συμπεριφορές (πονηριά, επιδεξιότητα στις συναλλαγές), σχολιάζει γενικότερα την εποχή (Οθωμανική Αυτοκρατορία, απουσία ελέγχων, τρόποι εμπορίου).

Ύφος και στάση του αφηγητή

   Ο αφηγητής έχει λαϊκό, προφορικό ύφος, με ιδιωματισμούς, παροιμίες και διαλογικά στοιχεία, χρησιμοποιεί χιουμοριστική και ειρωνική διάθεση, ιδιαίτερα στις περιγραφές της εμπορικής «πονηριάς» και στην τελική ανατροπή με την ανταλλαγή του μουλαριού, δείχνει συμπάθεια προς τον Θόδωρο, χωρίς όμως να τον εξιδανικεύει απόλυτα· αναδεικνύει την εξυπνάδα αλλά και την κουτοπονηριά του, λειτουργεί συχνά σχολιαστικά, παρεμβαίνοντας με κρίσεις για τη ζωή, την ξενιτιά, το χρήμα και την ανθρώπινη ανάγκη.

Λειτουργία του αφηγητή στο διήγημα

   Ο αφηγητής ζωντανεύει μια ολόκληρη εποχή και κοινωνική πραγματικότητα (εμπόριο, σχέσεις Χριστιανών–Μουσουλμάνων, ξενιτιά), ενισχύει τον διδακτικό χαρακτήρα του διηγήματος, καθώς η ιστορία μοιάζει με λαϊκό παραμύθι ή ανέκδοτο με «έξυπνο ήρωα», προετοιμάζει και κορυφώνει την έκπληξη του τέλους, που δίνει και τον συμβολικό τίτλο του έργου.

  Ο αφηγητής είναι τριτοπρόσωπος, ετεροδιηγητικός και παντογνώστης, λαϊκός, ζωντανός, χιουμοριστικός και σχολιαστικός, φορέας της παραδοσιακής σοφίας και της προφορικής αφήγησης.

   Μέσα από αυτόν, το διήγημα αποκτά χαρακτήρα λαϊκής ιστορίας με πονηρό ήρωα, όπου η εξυπνάδα και η ανάγκη μετατρέπουν το «μουλάρι» σε «άλογο» — κυριολεκτικά και συμβολικά.

 

η παρουσίαση της ξενιτειάς:

1. Η ξενιτιά ως αναγκαστική επιλογή

   Ο αφηγητής παρουσιάζει την ξενιτιά όχι ως ελεύθερη απόφαση, αλλά ως μονόδρομο επιβίωσης. Ο Θόδωρος:

είναι ορφανός από πατέρα, ζει σε φτωχό ορεινό χωριό,

αναγκάζεται από πολύ μικρός να φύγει για να «χορτάσει κομμάτι ψωμί».

   Η κρίση του αφηγητή εδώ είναι σαφής:
η φτώχεια και η κοινωνική ανισότητα σπρώχνουν τους ανθρώπους μακριά από τον τόπο τους.
Η ξενιτιά δεν εξιδανικεύεται· παρουσιάζεται ως σκληρή αλλά αναπόφευκτη πραγματικότητα.

2. Η ξενιτιά ως δοκιμασία και αγώνας

   Ο αφηγητής σχολιάζει επανειλημμένα τη ζωή του ξενιτεμένου ως γεμάτη μόχθο, απαιτητική, χωρίς ασφάλεια.

Χαρακτηριστικές κρίσεις: «με χίλια βάσανα τελείωσε το Σχολαρχείο». «σκληρός μόχθος και αιματηρή οικονομία»

   Η λέξη «αιματηρή» λειτουργεί έντονα αξιολογικά: ο πλουτισμός δεν έρχεται εύκολα, αλλά κοστίζει σωματικά και ψυχικά.

3. Η ξενιτιά και ο νόμος της επιτυχίας ή της καταστροφής

   Ιδιαίτερα σημαντική είναι η γενική κρίση του αφηγητή για τη μοίρα των ξενιτεμένων: «Ήταν, όμως, κι αυτοί που δεν τα κατάφερναν. Αυτούς τους έτρωγε η μαύρη μαρμάγκα.»

   Η φράση αυτή εκφράζει λαϊκή σοφία, δηλώνει κοινωνικό αποκλεισμό και αφανισμό, υποδηλώνει ότι η αποτυχία στην ξενιτιά ισοδυναμεί με κοινωνικό και ηθικό θάνατο.

   Ο αφηγητής εδώ δεν περιγράφει απλώς· κρίνει και προειδοποιεί.

4. Η ξενιτιά ως ηθική υποχρέωση προς την οικογένεια

   Η ξενιτιά συνδέεται άμεσα με την ευθύνη απέναντι στους δικούς μας, την οικογένεια.

Ο αφηγητής σχολιάζει το έθιμο των δώρων:

«Ο ξενιτεμένος κάθε φορά που γύριζε στο χωριό, έπρεπε να φέρει δώρα για όλους τους δικούς του.»

   Αυτό δείχνει ότι η αξία του ξενιτεμένου μετριέται με ό,τι φέρνει πίσω, η ξενιτιά δικαιώνεται μόνο αν αποδώσει οικονομικά.

   Η κρίση είναι κοινωνική: ο άνθρωπος δεν ανήκει πια στον εαυτό του, αλλά στις προσδοκίες των άλλων.

5. Η μητρική ευχή–κατάρα: κορυφαίο σχόλιο για την ξενιτιά

   Η πιο δυνατή αναφορά στην ξενιτιά είναι η λαϊκή φράση της μάνας: «Ο ντουρβάς με το ψωμί που σου δίνω για τον δρόμο, να γυρίσει ή γεμάτος λίρες ή με τα κόκκαλά σου.»

   Η φράση αυτή συμπυκνώνει όλη τη σκληρότητα της ξενιτιάς, δείχνει την απουσία ενδιάμεσης λύσης, αποτυπώνει τη μοιρολατρική αντίληψη της εποχής.

   Ο αφηγητής δεν τη σχολιάζει άμεσα, αλλά την παραθέτει αυτούσια, αφήνοντάς τη να λειτουργήσει ως καταγγελία.

6. Η ξενιτιά και η νοσταλγία

   Παρά την οικονομική πρόοδο, ο Θόδωρος δεν παύει να νοσταλγεί το χωριό, να λαχταρά τη μάνα του, να αισθάνεται ψυχικά ανικανοποίητος.

Χαρακτηριστικές αφηγηματικές κρίσεις:

«Τον έτρωγε η νοσταλγία»

«Δεν άντεχε άλλο»

   Η ξενιτιά, λοιπόν πλουτίζει το πορτοφόλι, αλλά φτωχαίνει την ψυχή.

7. Η ειρωνική δικαίωση της ξενιτιάς

   Στο τέλος, με την ανταλλαγή του μουλαριού με άλογο και λίρες, ο αφηγητής υιοθετεί μια ειρωνική στάση. Η εξυπνάδα σώζει τον ξενιτεμένο, η επιβίωση απαιτεί πονηριά.

   Η κρίση εδώ είναι έμμεση αλλά σαφής:
 στην ξενιτιά δεν επιβιώνει ο ηθικά άμεμπτος, αλλά ο ευέλικτος και πανούργος.

   Ο αφηγητής παρουσιάζει την ξενιτιά ως σκληρό κοινωνικό θεσμό, τη συνδέει με μόχθο, ρίσκο, νοσταλγία και ηθικές υποχωρήσεις, αποφεύγει τον ρομαντισμό και επιλέγει τον ρεαλισμό, λειτουργεί ως φορέας λαϊκής εμπειρίας και συλλογικής μνήμης.

   Η ξενιτιά στο διήγημα δεν είναι όνειρο, αλλά στοίχημα ζωής και θανάτου.

 

η ξενιτειά μέσω του Θόδωρου

   Η ξενιτειά, όπως παρουσιάζεται μέσω του κεντρικού ήρωα του Θεόδωρου, και η αδυναμία του σύναψης κοινωνικών σχέσεων και γαμικού συμβολαίου. Οι μόνες σχέσεις που έχει είναι οι σχέσεις ανταλλαγής, διαπραγμάτευσης.

Η ξενιτειά και η κοινωνική αδυναμία του Θεόδωρου

1. Η ξενιτειά ως καθεστώς προσωρινότητας

    Ο Θόδωρος ζει στην ξενιτιά με τη συνείδηση ότι δεν ανήκει πραγματικά στον τόπο όπου εργάζεται. Η παραμονή του στην Κομοτηνή δεν έχει χαρακτήρα εγκατάστασης αλλά προσωρινής διαμονής με μοναδικό σκοπό το κέρδος. Αυτή η προσωρινότητα δεν επιτρέπει ρίζωμα,

δεν ευνοεί τη δημιουργία βαθιών κοινωνικών δεσμών, αναστέλλει κάθε σκέψη για οικογένεια.Η ζωή του οργανώνεται γύρω από τη δουλειά και όχι γύρω από την κοινότητα.

2. Απουσία κοινωνικών σχέσεων ουσίας

    Παρότι ο Θόδωρος συναναστρέφεται καθημερινά ανθρώπους (πελάτες, εμπόρους, αγάδες), οι σχέσεις του είναι αποκλειστικά λειτουργικές. Δεν αναφέρεται φίλος, σύντροφος, συναισθηματικός δεσμός, συμμετοχή σε συλλογική ζωή πέρα από το εμπόριο και την εκκλησία. Ακόμη και η θρησκευτική παρουσία του (ψαλτήρι στην εκκλησία) έχει χαρακτήρα τυπικό και όχι κοινωνικό. Ο αφηγητής υποδηλώνει έτσι μια σιωπηρή μοναξιά.

3. Αναστολή του γάμου: οικονομική προϋπόθεση και ψυχική αναβολή

   Ο Θόδωρος «ήταν άντρας πια για παντρειά», όμως δεν παντρεύεται, δεν διαμορφώνει προοπτική οικογένειας στην ξενιτιά. Ο γάμος παρουσιάζεται ως θεσμός που προϋποθέτει οικονομική αυτάρκεια, γεγονός που ανήκει στον τόπο καταγωγής και όχι στον τόπο της ξενιτιάς. Η ξενιτιά λειτουργεί εδώ ανασταλτικά: πρώτα το καζάντιο, μετά η ζωή.
Ο ήρωας αναβάλλει τη συναισθηματική ολοκλήρωση, ζώντας σε καθεστώς αναμονής.

4. Οι ανθρώπινες σχέσεις ως σχέσεις ανταλλαγής

   Η πιο καθοριστική όψη της ξενιτιάς στον Θεόδωρο είναι η εμπορευματοποίηση των σχέσεων. Ο ήρωας μαθαίνει να διαπραγματεύεται, πείθει, υποδύεται ρόλους, χειρίζεται συναισθήματα για όφελος.

   Χαρακτηριστικά, οι σχέσεις με τα «Μεμέτια» βασίζονται στην πίστωση, στο ζύγι, στο χρέος, η σχέση με τον αγά είναι καθαρή διαπραγμάτευση, όπου η συγκίνηση γίνεται εργαλείο εξαπάτησης, ακόμη και το ζώο (ο Λάμπης) αντιμετωπίζεται ταυτόχρονα ως «σύντροφος» και ως κεφάλαιο.

   Έτσι, ο Θόδωρος μαθαίνει να επιβιώνει όχι μέσω δεσμών, αλλά μέσω συναλλαγών.

5. Η συναισθηματική οικονομία του ξενιτεμένου

    Η συνεχής διαπραγμάτευση διαμορφώνει έναν άνθρωπο που δεν επενδύει συναισθηματικά, δεν εκτίθεται ψυχικά, χρησιμοποιεί τη συγκίνηση εργαλειακά.

   Η σκηνή με τον αγά είναι αποκαλυπτική. Ο Θόδωρος σκηνοθετεί πόνο, οικογενειακά βάρη και δεσμούς που δεν υπάρχουν. Αυτό δείχνει ικανότητα επιβίωσης, αλλά και αλλοίωση της αυθεντικής συναισθηματικής σχέσης.

   Η ξενιτιά τον έχει εκπαιδεύσει να ανταλλάσσει συναίσθημα αντί να το βιώνει.

6. Η αντίφαση του ήρωα

   Ο Θόδωρος νοσταλγεί τη μάνα και το χωριό, επιθυμεί την επιστροφή, αλλά δεν έχει δημιουργήσει ενδιάμεσους δεσμούς ζωής. Έτσι, βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο, ούτε ενταγμένος στην ξενιτιά, ούτε ολοκληρωμένος στον τόπο καταγωγής (η λεγόμενη οριακή προσωπικότητα). Η κοινωνική και γαμική αδυναμία του είναι σύμπτωμα της μεταιχμιακής ταυτότητας του ξενιτεμένου.

   Μέσα από τον Θεόδωρο, η ξενιτιά παρουσιάζεται ως χώρος οικονομικής δράσης, αλλά κοινωνικής απογύμνωσης. Ο ήρωας δεν δημιουργεί οικογένεια, δεν αναπτύσσει σχέσεις φιλίας, λειτουργεί μέσα σε ένα δίκτυο ανταλλαγών και διαπραγματεύσεων. Η ξενιτιά, τελικά, δεν του στερεί μόνο τον τόπο, αλλά και τη δυνατότητα αυθεντικής κοινωνικής και συναισθηματικής ζωής.

 

   Η κοινωνιολογία θεωρεί τον ξενιτεμένο (ή μετανάστη) ως οριακή προσωπικότητα. Η εφαρμογή της θεωρίας πάνω στον Θεόδωρο.

 [ η οριακή (liminal / marginal) προσωπικότητα]  

Ο Θεδωρος ως «οριακή προσωπικότητα» της ξενιτιάς

1. Η έννοια της οριακής προσωπικότητας (κοινωνιολογικό πλαίσιο)

    Στην κοινωνιολογία και την κοινωνική ανθρωπολογία, ο ξενιτεμένος/μετανάστης θεωρείται οριακή προσωπικότητα, δηλαδή άτομο που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κοινωνικούς κόσμους, δεν ανήκει πλήρως ούτε στον τόπο προέλευσης ούτε στον τόπο υποδοχής, ζει σε κατάσταση μεταβατικότητας και προσωρινότητας, αναπτύσσει ευέλικτες, εργαλειακές συμπεριφορές για να επιβιώσει.

    Η οριακότητα δεν είναι μόνο γεωγραφική, αλλά και κοινωνική, ψυχολογική, ταυτοτική.

2. Χωρική και κοινωνική μεταιχμιακότητα του Θεόδωρου

    Ο Θόδωρος ζει στην Κομοτηνή, αλλά δεν την αναγνωρίζει ως πατρίδα, διατηρεί σταθερό προσανατολισμό προς τη Λάιστα. Η ξενιτιά του δεν οδηγεί σε ενσωμάτωση, αλλά σε παραμονή στο «ενδιάμεσο». Δεν επενδύει στον νέο τόπο, δεν αποκτά οικογένεια, δεν δημιουργεί κοινωνικό δίκτυο, δεν επιδιώκει μόνιμη εγκατάσταση. Έτσι, παραμένει φιλοξενούμενος της οικονομίας, όχι της κοινωνίας.

3. Διπλή ταυτότητα και προσαρμοστικότητα

    Ως οριακή προσωπικότητα, ο Θόδωρος μιλά τουρκικά, κινείται άνετα ανάμεσα σε Έλληνες και Μουσουλμάνους, κατανοεί και χειρίζεται τους άγραφους κανόνες του εμπορίου.    Αυτή η ικανότητα δεν σημαίνει κοινωνική ένταξη, αλλά λειτουργική προσαρμογή. Η ταυτότητά του είναι ρευστή και εργαλειακή, προσαρμόζεται ανάλογα με το συμφέρον και το ακροατήριο.

4. Ηθική ευελιξία ως γνώρισμα της οριακής ύπαρξης

    Ο Θόδωρος δεν κινείται με απόλυτους ηθικούς κανόνες. Εξαπατά χωρίς ενοχές, σκηνοθετεί συναισθήματα, μετατρέπει τη συμπόνια σε εργαλείο. Αυτό δεν παρουσιάζεται ως προσωπική ανηθικότητα, αλλά ως στρατηγική επιβίωσης του οριακού υποκειμένου.

   Η κοινωνιολογία επισημαίνει ότι οι οριακές προσωπικότητες δεν δεσμεύονται πλήρως από τους κανόνες καμίας κοινότητας, αναπτύσσουν δικούς τους κώδικες πρακτικότητας.

5. Απουσία θεσμικής ολοκλήρωσης

    Κρίσιμο στοιχείο της οριακότητας είναι η μη σύναψη θεσμικών δεσμών. Ο Θόδωρος δεν παντρεύεται, δεν αποκτά οικογένεια, δεν συγκροτεί οίκο. Ο γάμος, βασικός θεσμός κοινωνικής ένταξης, αναβάλλεται επ’ αόριστον. Ο ήρωας ζει ως οικονομικό υποκείμενο, όχι ως κοινωνικό μέλος πλήρους δικαίου.

6. Οριακή συναισθηματικότητα

   Η συναισθηματική ζωή του Θεόδωρου είναι συμπιεσμένη, ελεγχόμενη, μεταμφιεσμένη σε ρόλους. Η μόνη αυθεντική συναισθηματική αναφορά είναι η μάνα, το χωριό. Όλα τα άλλα συναισθήματα λειτουργούν σκηνικά και στρατηγικά. Αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό της οριακής προσωπικότητας συναισθηματική αυτάρκεια προς τα μέσα, θεατρικότητα προς τα έξω.

7. Το σύμβολο του μουλαριού

   Το μουλάρι λειτουργεί ως καθρέφτης της οριακής ταυτότητας του Θεόδωρου. Ούτε άλογο ούτε γάιδαρος, ούτε ακίνητο ούτε ελεύθερο, λειτουργεί μόνο σε συγκεκριμένες συνθήκες. Όπως το μουλάρι ακολουθεί, προσαρμόζεται, έτσι κι ο Θόδωρος κινείται ανάμεσα σε κόσμους χωρίς να ριζώνει σε κανέναν.

   Ο Θόδωρος ενσαρκώνει πλήρως τον ξενιτεμένο ως οριακή προσωπικότητα, ζει στο μεταίχμιο δύο κόσμων, δεν ενσωματώνεται θεσμικά, αντικαθιστά τις σχέσεις με συναλλαγές, μετατρέπει την ηθική και το συναίσθημα σε εργαλεία επιβίωσης. Η ξενιτιά, μέσα από αυτόν, δεν είναι απλώς μετακίνηση χώρου, αλλά μόνιμη κατάσταση οριακής ύπαρξης.

 

 

 

 

 η απάτη όπως παρουσιάζεται μέσα από το διήγημα

   Σε όλες τις σχέσεις συναλλαγής μέσα στο διήγημα κυριαρχεί η απάτη, σε όλα σχεδόν τα κοινωνικά στρώματα. Το διήγημα συγκροτεί έναν κόσμο όπου η συναλλαγή ταυτίζεται σχεδόν με την απάτη, ανεξάρτητα από κοινωνική θέση, θρησκεία ή εξουσία.

Η απάτη ως κυρίαρχη μορφή κοινωνικής σχέσης στο διήγημα

1. Η απάτη ως κανονικότητα της οικονομικής ζωής

    Από την αρχή, ο αφηγητής περιγράφει το εμπόριο όχι ως ουδέτερη ανταλλαγή, αλλά ως πεδίο τεχνικής εξαπάτησης:  «λίγο τους έκλεβε στο ζύγι», «αντί για πέντε χρέωνε έξι», «πέντε και έξι ίσον δώδεκα… ίσον δέκα»

   Η απάτη εδώ δεν παρουσιάζεται ως εξαίρεση, αλλά ως ενσωματωμένη πρακτική του συστήματος. Ο αφηγητής μάλιστα τη νομιμοποιεί έμμεσα με τη φράση «Τέχνη, γαρ, το δούναι λαβείν».Η απάτη γίνεται δεξιότητα, όχι ηθική παρεκτροπή.

2. Διαστρωματική διάχυση της απάτης

   Η απάτη διαπερνά όλα τα κοινωνικά στρώματα:

α) Ο έμπορος (μπάρμπας)

εξαπατά συστηματικά τους αγράμματους αγρότες,

χρησιμοποιεί γνώση και γραφή ως εργαλεία εξουσίας.

β) Ο μικροέμπορος (Θόδωρος)

κληρονομεί και εξελίσσει τις πρακτικές,

επινοεί αφηγήσεις πόνου,

θεατροποιεί την ανάγκη.

γ) Ο αγάς (ανώτερη τάξη)

δεν εξαπατά άμεσα, αλλά:

παρασύρεται από την επιδειξιομανία,

επιθυμεί το ζώο για «σαλτανάτ».

   Η απάτη λειτουργεί αμφίδρομα: ο ισχυρός νομίζει ότι κυριαρχεί, αλλά τελικά εξαπατάται από τον «κατώτερο».

3. Η απάτη ως κοινωνικό συμβόλαιο

    Στο διήγημα δεν υπάρχει «αθώος». Τα Μεμέτια αποδέχονται το σύστημα χωρίς αμφισβήτηση («Ταμάμ»), γνωρίζουν αόριστα ότι κάτι χάνουν, αλλά αποδέχονται την ανισότητα ως φυσική.

    Η απάτη λειτουργεί ως άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο, όπου όλοι συμμετέχουν, άλλοι συνειδητά, άλλοι από αδυναμία.

    Η συναλλαγή για την αγορά του μουλαριού βασίζεται στην απόπειρα εξαπάτησης και των δύο εμπλεκόμενων πλευρών της συμφωνίας εκατέρωθεν.

  Η συγκεκριμένη συναλλαγή είναι από τις πιο λεπτές και αποκαλυπτικές του διηγήματος, γιατί στηρίζεται σε μια αμοιβαία – αλλά ασύμμετρη – απόπειρα εξαπάτησης.

Η αγορά του μουλαριού ως αμοιβαία απόπειρα εξαπάτησης

/ α1. Το πλαίσιο της συναλλαγής

   Η αγορά του αλογομούλαρου γίνεται ανάμεσα στον Θεόδωρο, νέο αλλά ήδη έμπειρο στις εμπορικές πρακτικές, και σε έναν «ταλαίπωρο χωριάτη», κοινωνικά και οικονομικά ασθενέστερο. Η σχέση είναι εξαρχής ασύμμετρη, ο ένας έχει γνώση και εμπορική εμπειρία, ο άλλος ανάγκη και κούραση.

/ α2. Η απόπειρα εξαπάτησης από τον χωριάτη

    Ο χωριάτης παρουσιάζει το ζώο ως ευκαιρία, αποσιωπά τα σοβαρά ελαττώματά του (δεν μπαίνει στο νερό, «μουλάρωνε»),

επιδιώκει να απαλλαγεί από ένα προβληματικό περιουσιακό στοιχείο. Η πρόθεσή του είναι ξεκάθαρη να μεταβιβάσει τη ζημιά σε άλλον. Η πώληση «κοψοχρονιά» δεν είναι πράξη τιμιότητας, αλλά ένδειξη ενοχής, προσπάθεια να κλείσει γρήγορα η συμφωνία.

/ α3. Η αντεξαπάτηση του Θεόδωρου

    Ο Θόδωρος αντιλαμβάνεται τα ελαττώματα, δεν εξαπατάται πραγματικά, τα αποδέχεται συνειδητά. Ωστόσο δεν αποκαλύπτει ότι έχει βρει λύση (τσουβάλι στα μάτια), δεν διαπραγματεύεται επί ίσοις όροις, εκμεταλλεύεται την ανάγκη του πωλητή. Έτσι, η δική του στάση είναι υπολογισμένη αντεξαπάτηση.

/ α4. Η συναλλαγή ως «παιχνίδι εξαπάτησης»

   Η συμφωνία δεν βασίζεται στην αλήθεια, αλλά στη σιωπή,

στην αποσιώπηση, στην εκμετάλλευση της ατελούς πληροφόρησης.

    Και οι δύο νομίζουν ότι ξεγελούν τον άλλον, εισέρχονται στη συναλλαγή με δόλο. Η διαφορά είναι ότι ο χωριάτης δρα αμυντικά (να σωθεί), ο Θόδωρος δρα στρατηγικά (να κερδίσει).

/ α5. Η κοινωνική σημασία της αμοιβαιότητας της απάτης

   Η σκηνή αυτή προετοιμάζει ιδεολογικά την τελική εξαπάτηση του αγά, δείχνει ότι ο Θόδωρος μαθαίνει μέσα σε ένα σύστημα εξαπάτησης, επιβεβαιώνει ότι στο σύμπαν του διηγήματος η συναλλαγή είναι το αντίθετο της εμπιστοσύνης.

   Η αγορά του μουλαριού είναι ένα μικρομοντέλο της κοινωνίας. Κανείς δεν είναι απολύτως θύμα, κανείς δεν είναι απολύτως αθώος.

/ α6. Ηθική αποτίμηση

   Ο αφηγητής δεν καταγγέλλει τον Θεόδωρο, παρουσιάζει την πράξη ως ευφυΐα, την εντάσσει στη λογική της επιβίωσης του ξενιτεμένου. Η απάτη δεν είναι εξαίρεση, αλλά αναμενόμενη πρακτική.

    Η συναλλαγή για την αγορά του μουλαριού βασίζεται σε αμοιβαία πρόθεση εξαπάτησης, αποκαλύπτει την έλλειψη εμπιστοσύνης, δείχνει ότι η εμπορική σχέση είναι πεδίο σύγκρουσης στρατηγικών. Πρόκειται για μια συμφωνία όπου και οι δύο πλευρές πιστεύουν ότι κέρδισαν επειδή ξεγέλασαν τον άλλον, στοιχείο που συνοψίζει ιδανικά τη λογική των συναλλαγών σε όλο το διήγημα.

4. Η ηθική σχετικοποίηση της απάτης

   Ο αφηγητής δεν καταγγέλλει ρητά την απάτη, τη ντύνει με χιούμορ και λαϊκή ειρωνεία, την παρουσιάζει ως στοιχείο «εξυπνάδας». Έτσι η απάτη αποηθικοποιείται, μετατρέπεται σε μέσο κοινωνικής ανόδου. Ιδίως στον Θεόδωρο, η απάτη γίνεται απόδειξη ευφυΐας, μέσο επιβίωσης της οριακής προσωπικότητας.

5. Η απάτη και η κατάρρευση της εμπιστοσύνης

   Εφόσον όλες οι συναλλαγές βασίζονται σε ψέμα, παραπλάνηση, υποκρισία, η εμπιστοσύνη δεν αποτελεί κοινωνική αξία. Η κοινωνία δεν λειτουργεί με θεσμούς, αλλά με προσωπικά τεχνάσματα, άτυπους κώδικες εξαπάτησης. Η απουσία εφοριών, αγορανομίας, θεσμικού ελέγχου δεν παρουσιάζεται ως ελευθερία, αλλά ως εύφορο έδαφος για καθολική απάτη.

6. Το παράδοξο της «δικαιοσύνης»

   Παρά την καθολικότητα της απάτης, το τέλος του διηγήματος δεν προκαλεί ηθική αγανάκτηση, αλλά κάποια ικανοποίηση. Ο αναγνώστης ίσως «δικαιώνει» τον Θεόδωρο γιατί εξαπατά ισχυρότερο, γιατί κινδυνεύει ως ξενιτεμένος, γιατί παίζει με τους ίδιους όρους. Έτσι, η απάτη αποκτά λαϊκή ηθική νομιμοποίηση.

   Το διήγημα παρουσιάζει μια κοινωνία όπου οι ανθρώπινες σχέσεις είναι συναλλαγές, οι συναλλαγές είναι απατηλές, και η απάτη διαπερνά όλα τα κοινωνικά στρώματα. Δεν υπάρχει ηθική τάξη, αλλά λειτουργική τάξη επιβίωσης. Η απάτη δεν είναι παθολογία της κοινωνίας· είναι ο τρόπος που αυτή λειτουργεί.

 

 

 

 

Η απάτη στρέφεται μόνο προς εξω-ομαδικά μέλη και όχι προς τα ενδο-ομαδικά.

   Στο διήγημα του Ζαμπογιάννη "Το μουλάρι που μπήκε στο ποτάμι και βγήκε άλογο!" η απάτη φαίνεται να εντοπίζεται κυρίως σε συναλλαγές προς εξω-ομαδικά μέλη. Αντίθετα στις επαφές με ενδο-ομαδικά μέλη (στενοί συγγενικοί δεσμοί, συμπατριώτες) δεν φαίνεται να υπάρχει κάτι τέτοιο. Οι δεσμοί λοιπόν λειτουργούν ως ανασχετικό της απόπειρας εξαπάτησης.

    Στο διήγημα του Ζαμπογιάννη η απάτη δεν κατανέμεται τυχαία, αλλά ακολουθεί καθαρά τη διάκριση ενδο-ομάδας / εξω-ομάδας, που είναι κομβική σε παραδοσιακές κοινωνίες.

1. Εξω-ομαδικά μέλη: χώρος νομιμοποιημένης απάτης

  Οι Μωχαμέτηδες πελάτες και ο Τούρκος αγάς ανήκουν ξεκάθαρα στο «έξω». Εκεί, το «λίγο κλέψιμο στο ζύγι», οι λαθεμένες προσθέσεις, η συναισθηματική χειραγώγηση, το μεγάλο τέχνασμα με το μουλάρι δεν παρουσιάζονται ως ηθική εκτροπή, αλλά σχεδόν ως επαγγελματική δεξιότητα, δείγμα εξυπνάδας, αναγκαία στρατηγική επιβίωσης

    Η φράση «Τέχνη, γαρ, το δούναι λαβείν» λειτουργεί σαν ηθικό άλλοθι. Η απάτη είναι «μέσα στο παιχνίδι», όταν το παιχνίδι παίζεται με ξένους.

2. Ενδο-ομαδικά μέλη: χώρος ηθικού φραγμού

   Αντίθετα, στις σχέσεις με τον θείο, με τη μητέρα, με τους συγχωριανούς και το καραβάνι η απάτη απουσιάζει πλήρως. Εκεί κυριαρχούν η αλληλεγγύη, η εμπιστοσύνη, η τιμή, το φιλότιμο. Ο θείος δανείζει χωρίς τόκο, δίνει εμπόρευμα επί πιστώσει, βοηθά «με το παραπάνω». Και ο Θόδωρος ξεχρεώνει έντιμα, κάνει δώρο, δεν επιχειρεί να εκμεταλλευτεί τον συγγενικό δεσμό.

     Οι δεσμοί λειτουργούν ανασχετικά. Δεν είναι απλώς συναισθηματικοί· είναι και ηθικοί φραγμοί.

3. Η απάτη ως εξυπνάδα, όχι ως ανηθικότητα

    Το διήγημα δεν καταδικάζει τον Θόδωρο. Αντίθετα δείχνει κάποιου είδους συμπάθεια ή ίσως και αδήλωτου θαυμασμού. Τον παρουσιάζει ως καπάτσο, επινοητικό, επιτυχημένο. Η κομπίνα με το μουλάρι είναι σχεδόν λαϊκό κατόρθωμα, ένα παραμυθικό “κόλπο του αδύναμου” απέναντι στον ισχυρό (τον πλούσιο αγά). Γι’ αυτό και αφηγηματικά κλείνει με γέλιο και θαυμασμό, όχι με τύψεις ή τιμωρία.

    Στον κόσμο του διηγήματος η ηθική είναι ενδο-ομαδική υπόθεση. Η εξαπάτηση επιτρέπεται προς τα έξω, απαγορεύεται όμως προς τα μέσα. Οι δεσμοί αίματος, τόπου και κοινής ταυτότητας ορίζουν το όριο της απάτης. Πέρα απ’ αυτό το όριο, η πονηριά όχι μόνο επιτρέπεται, αλλά αναγνωρίζεται ως αρετή.

 

Η διπλή ηθική (τα διπλά ηθικά κριτήρια)

  Η διπλή ηθική του θείου και η διπλή ηθική του κεντρικού ήρωα του Θόδωρου.

1. Η διπλή ηθική του θείου

   Ο θείος ενσαρκώνει μια παγιωμένη, κοινωνικά αποδεκτή διπλή ηθική του εμπόρου.

α) Προς τα εξω-ομαδικά μέλη (Μωχαμέτηδες)

   Η συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται από κλοπή στο ζύγι, αλλοίωση αριθμητικών πράξεων, εκμετάλλευση της αγραμματοσύνης, συστηματική εξαπάτηση. Όλα αυτά παρουσιάζονται ως «τίμια πράγματα», τεχνικές της δουλειάς, αναπόσπαστο μέρος του εμπορίου.

    Η ηθική εδώ είναι ωφελιμιστική και εργαλειακή. Αν ο άλλος είναι «ξένος» και δεν καταλαβαίνει, η εξαπάτηση επιτρέπεται.

β) Προς τα ενδο-ομαδικά μέλη (ανιψιός, εκκλησία, κοινότητα)

   Απέναντι στον Θόδωρο, ο θείος φέρεται με γενναιοδωρία, δανείζει χωρίς τόκο, τον στηρίζει συναισθηματικά και οικονομικά. Εδώ η ηθική είναι συγγενική, πατερναλιστική.

βασισμένη στην τιμή και την ευθύνη

   Η διπλή ηθική του θείου είναι σταθερή, προβλέψιμη και κοινωνικά θεσμοθετημένη. Άλλη ηθική για «τους δικούς μας», άλλη για «τους άλλους». Ο ίδιος δεν βιώνει καμία εσωτερική σύγκρουση από αυτά τα διπλά ηθικά κριτήρια.

2. Η διπλή ηθική του Θόδωρου

   Ο Θόδωρος ξεκινά ως μαθητευόμενος αυτής της λογικής, αλλά την εξελίσσει.

α) Προς τα ενδο-ομαδικά μέλη

   Στις σχέσεις με τον θείο, τη μητέρα, τους συγγενείς, το καραβάνι τηρεί απαρέγκλιτα την τιμιότητα, την υποχρέωση ανταπόδοσης, το έθιμο (δώρα, ξεχρέωμα). Δεν εξαπατά, δεν «παίζει» με την εμπιστοσύνη. Η ηθική του εδώ είναι δεσμευτική και βιωματική.

β) Προς τα εξω-ομαδικά μέλη (αγάς)

    Στην υπόθεση του μουλαριού ο Θόδωρος λέει συνειδητά ψέματα, στήνει θεατρικό ρόλο, εργαλειοποιεί το συναίσθημα, εκμεταλλεύεται κοινωνικά στερεότυπα. Όμως η απάτη του είναι εφάπαξ, στρέφεται προς έναν ισχυρό, λειτουργεί ως έξυπνο τέχνασμα επιβίωσης και ανόδου.

    Η διπλή ηθική του Θόδωρου είναι δυναμική και προσαρμοστική. Δεν είναι απλώς «κανόνας», αλλά στρατηγική. Δεν φαίνεται να νιώθει ενοχή, αλλά ούτε και κυνισμό· περισσότερο πονηριά και αυτοσυντήρηση.

   Ο θείος εκπροσωπεί την παλιά, σταθερή ηθική του εμπόρου.
Ο Θόδωρος εκπροσωπεί τη νέα, ευέλικτη ηθική του επινοητικού ανθρώπου της ξενιτιάς. Η απάτη στον θείο είναι ρουτίνα.
Η απάτη στον Θόδωρο είναι αφήγημα, κατόρθωμα, μύθος. Γι’ αυτό και το μουλάρι «μπαίνει στο ποτάμι και βγαίνει άλογο» — όχι μόνο κυριολεκτικά, αλλά και ηθικά.

 

Τα δευτερεύοντα πρόσωπα στο διήγημα

   Στο διήγημα κεντρικός ήρωας είναι ο Θόδωρος. Όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα λειτουργούν δευτερευόντως, είτε ως φορείς αξιών είτε ως αφηγηματικά εργαλεία που αναδεικνύουν τον χαρακτήρα του.

  Τα δευτερεύοντα πρόσωπα και ρόλος τους

1. Ο θείος (μπάρμπας)

   Ο θείος είναι το σημαντικότερο δευτερεύον πρόσωπο. Έχει ρόλο τον Μέντορα και πρότυπο του Θόδωρου. Είναι εκπρόσωπος της παλιάς εμπορικής νοοτροπίας, φορέας της «διπλής ηθικής» του εμπορίου

   Ο θείος διδάσκει έμπρακτα την τέχνη του «δούναι και λαβείν». Αποτελεί το ηθικό και επαγγελματικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα χτίσει ο Θόδωρος τη δική του πορεία. Η γενναιοδωρία του προς τον ανιψιό τονίζει τον σεβασμό στους ενδο-ομαδικούς δεσμούς

2. Η μητέρα του Θόδωρου

   Δεν εμφανίζεται ενεργά, αλλά είναι ιδεολογικά παρούσα. Είναι το σύμβολο της οικογένειας και της πατρίδας. Αποτελεί και κίνητρο της ξενιτιάς αλλά και της επιστροφής.

   Εκφράζει τη σκληρή ηθική της επιβίωσης («ο ντουρβάς να γυρίσει γεμάτος λίρες…»). Δικαιολογεί την ανάγκη για πλουτισμό και ρίσκο. Αντιπροσωπεύει το συναισθηματικό κέντρο του ήρωα

3. Οι Μωχαμέτηδες (μουσουλμάνοι χωρικοί)

  Πρόκειται για συλλογικό δευτερεύον πρόσωπο. Είναι πελάτες του θείου, εκπρόσωποι των εξω-ομαδικών σχέσεων. Λειτουργούν ως «ανώνυμοι άλλοι» πάνω στους οποίους εφαρμόζεται η απάτη. Τονίζουν τη διπλή ηθική χωρίς ατομική ενοχοποίηση

4. Ο Τούρκος αγάς: Καθοριστικό δευτερεύον πρόσωπο.

 Είναι ο αντίπαλος, αλλά και το θύμα της κομπίνας. Εκπρόσωπος της εξουσίας και του πλούτου, ίσως και της αλαζονείας (επίδειξης). Δημιουργεί τη δραματική κορύφωση της αφήγησης. Ενσαρκώνει τον «ισχυρό» που τελικά εξαπατάται. Μέσω αυτού αναδεικνύεται η εξυπνάδα και η πονηριά του Θόδωρου. Βέβαια έχει και την ισχύ μιας μεταγενέστερης τιμωρίας απέναντι στον Θόδωρο.

5. Οι συγχωριανοί – το καραβάνι

   Είναι συλλογικό πρόσωπο. Λειτουργούν ως μάρτυρες της μεταμόρφωσης του ήρωα. Επιβεβαιώνουν το «θαύμα» («μπήκε μουλάρι και βγήκε άλογο»). Μεταφέρουν την ιστορία στο επίπεδο του θρύλου. Εκπροσωπούν τη συλλογική μνήμη της κοινότητας

6. Ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του μουλαριού

   Μικρό αλλά ουσιαστικό πρόσωπο. Προηγουμένως είχε υπάρξει ο «χαμένος» μιας προηγηθείσας οικονομικής συναλλαγής. Δείχνει ότι η απάτη και η εκμετάλλευση δεν είναι μονοσήμαντες. Προετοιμάζει θεματικά την τελική κομπίνα. Μέσω αυτού γίνεται υπαινιγμός για τον φαύλο κύκλο της αγοράς και των ανταλλαγών.

    Τα δευτερεύοντα πρόσωπα στο διήγημα δεν έχουν ψυχογραφικό βάθος, (δεν πρόκειται άλλωστε για εκτενές διήγημα), λειτουργούν κυρίως τυπολογικά και συμβολικά, υπηρετούν την ανάδειξη της διπλής ηθικής, της ξενιτιάς και της επινοητικότητας. Ο κόσμος του διηγήματος είναι συλλογικός, αλλά ο άξονας όλων περνά από τον Θόδωρο.

 

 

το δίπολο της ανάγκης και της επιθυμίας

   Στο διήγημα οι δύο βασικοί άξονες κυνητοποίησης είναι η ανάγκη και η επιθυμία. Ποιά πρόσωπα, καταστάσεις, συναλλαγές ωθούνται από την ανάγκη, και ποιά τα χαρατκηριιστικά αυτών των καταστάσεων και το αποτέλεσμα. Ποια πρόσωπα, καταστάσεις, συναλλαγές ωθούνται από την επιθυμία και ποια τα χαρακτηριστικά αυτών των καταστάσεων και το αποτέλεσμα.

1. Άξονας της Ανάγκης

α) Πρόσωπα – καταστάσεις – συναλλαγές που ωθούνται από την ανάγκη

Πρόσωπα:

   Ο μικρός Θόδωρος (παραγιός), η μάνα του, τα «Μεμέτια» (μουσουλμάνοι αγρότες), ο φτωχός χωριάτης που πουλά το αλογομούλαρο, έμμεσα: οι συγγενείς που «περιμένουν» δώρα από τον ξενιτεμένο

Καταστάσεις:

   Η ξενιτιά του Θεόδωρου. Ο Θόδωρος φεύγει παιδί για να επιβιώσει, η εργασία του ως παραγιός και αργότερα ως μικροέμπορος.

   Το βερεσέ εμπόριο των αγροτών, αγοράζουν με πίστωση για να ζήσουν όλο τον χρόνο.

   Το ταξίδι της επιστροφής επικίνδυνο αλλά αναγκαίο για να φανεί το «καζάντιο».

Συναλλαγές:

Πίστωση – εκκαθάριση χρεών.

Μικροκλοπές στο ζύγι και στο μέτρημα (από ανάγκη αλλά και από «τέχνη»).

Αγορά του μουλαριού κοψοχρονιά (ανάγκη του πωλητή να το ξεφορτωθεί).

Ανταλλαγή του μουλαριού με το άλογο: παρουσιάζεται ρητά ως αποτέλεσμα ανάγκης.

β) Χαρακτηριστικά των καταστάσεων της ανάγκης

    Σκληρότητα και επιβίωση, χαρακτηριστική  η φράση «να χορτάσει κομμάτι ψωμί». Ανοχή στην αδικία, χαρακτηριστική η φράση-σχόλιο τα Μεμέτια δεν ελέγχουν, λένε «Ταμάμ». Η πονηριά παρουσιάζεται ως εργαλείο ζωής, όχι πολυτέλειας. Συλλογική αποδοχή: η ανάγκη δικαιολογεί μικρές απάτες. Ηθική σχετικότητα: δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ καλού και–κακού, μόνο το «να τη βγάλουμε», μόνο η επιβίωση.

γ) Αποτέλεσμα

    Ο Θόδωρος ανεβαίνει κοινωνικά. Η ανάγκη τον κάνει ευρηματικό, ανθεκτικό, πρακτικό. Δημιουργείται η βάση για την επιθυμία: χωρίς την ανάγκη, δεν θα υπήρχε εξέλιξη.

2. Άξονας της Επιθυμίας

α) Πρόσωπα – καταστάσεις – συναλλαγές που ωθούνται από την επιθυμία

Πρόσωπα:

    Ο Θόδωρος (σε ώριμη πλέον ηλικία), Ο αγάς, έμμεσα η μάνα, το χωριό, η «πατρίδα»

Καταστάσεις:

Η νοσταλγία της επιστροφής.

Η επιθυμία κοινωνικής καταξίωσης («να φανεί» ότι καζάντισε).

Ο θαυμασμός του αγά για το ζώο.

Η επίδειξη (σαλτανάτ).

Συναλλαγές:

Η ανταλλαγή του μουλαριού με το άλογο συν 10 λίρες επί πλέον.

Η πειστική αφήγηση του Θεόδωρου (δραματοποίηση, ψέμα).

Η αυταπάτη του αγά.

β) Χαρακτηριστικά των καταστάσεων της επιθυμίας

     Συναίσθημα και φαντασίωση: νοσταλγία, περηφάνια, ματαιοδοξία.

  Η απώλεια της λογικής. Ο αγάς παρασύρεται από το «όμορφο ζώο».

Υπερβολή και επίδειξη.

    Η επιθυμία θολώνει την κρίση, σε αντίθεση με την ανάγκη που την οξύνει. Η επιθυμία οδηγεί σε βιασύνη και όχι ορθό υπολογισμό.

γ) Αποτέλεσμα

    Ο Θόδωρος κερδίζει θεαματικά (και το άλογο και χρήματα). Ο αγάς χάνει γιατί παρασύρεται από την επιθυμία. Η επιθυμία λειτουργεί ανατρεπτικά, όχι σταθεροποιητικά. Ο τίτλος του διηγήματος δικαιώνεται συμβολικά.

   Η ανάγκη κάνει τον άνθρωπο ικανό να ζήσει· η επιθυμία τον κάνει ικανό να ρισκάρει. Ο Θόδωρος νικά επειδή έμαθε πρώτα να υπακούει στην ανάγκη και μετά να χειρίζεται την επιθυμία των άλλων.

 

 

Πότε ο κεντρικός ήρωας κατονομάζεται με το όνομά του στο διήγημα

    Στο διήγημα ο αφηγητής βραδυπορεί να κατονομάσει τον κεντρικό ήρωα, τον Θόδωρο. Αυτό μάλιστα γίνεται από τη στιγμή που ο Θόδωρος ενήλικος πλέον προσπαθεί να αυτονομηθεί. Το αρχικό, εισαγωγικό, μέρος του προστάτη-θείου και του μικρού παραγιού λειτουργεί ως ένα βασικό θέμα την ξενιτεμένων που στην αρχή βρίσκονται στο νέο τόπο υπό την προστασία ή καθοδήγησε κάποιου πατριώτη ή κάποιου συγγενικού τους προσώπου;

1. Γιατί ο αφηγητής καθυστερεί να κατονομάσει τον Θόδωρο

Η βραδύτητα στην ονομασία του κεντρικού ήρωα λειτουργεί συνειδητά:

α) Ο ήρωας αρχικά δεν είναι «πρόσωπο», αλλά ρόλος
   Στην αρχή είναι «ένα τετραπέρατο παιδάκι», ορφανό, παραγιός, ξενιτεμένος, Δεν έχει ακόμη ατομική ταυτότητα, μόνο κοινωνική θέση. Είναι ένας από τους πολλούς ανώνυμους ξενιτεμένους που φεύγουν παιδιά, δουλεύουν υπό άλλους, ανήκουν σε κάποιον (στον μπάρμπα). Το όνομα θα δήλωνε αυτοτέλεια, και αυτή δεν υπάρχει ακόμη.

β) Το όνομα εμφανίζεται μαζί με τη διεκδίκηση αυτονομίας

   Η πρώτη σαφής ονομαστική αναφορά έρχεται τη στιγμή που λέει ο κεντρικός ήρωας «Μεγάλωσα. Λέω να κάνω δική μου δουλειά». Εδώ ο Θόδωρος μιλά σε πρώτο πρόσωπο, διαπραγματεύεται, ζητά κεφάλαιο, σχεδιάζει μέλλον. Η ονομασία σηματοδοτεί μετάβαση από την εξάρτηση στην υποκειμενικότητα.

γ) Από “παιδί” γίνεται φορέας δράσης

   Από εκεί και πέρα δεν “κινείται” ο κεντρικός ήρωας από άλλους· κινεί ο ίδιος την πλοκή. Άρα δικαιούται και όνομα.

2. Ο θείος και ο παραγιός ως βασικό μοτίβο της ξενιτιάς

   Το αρχικό σχήμα δεν είναι απλώς εισαγωγικό, αλλά θεμελιώδες.

α) Τυπικό σχήμα ξενιτεμένων

   Στην παραδοσιακή εμπειρία της ξενιτιάς ο νέος δεν ξεκινά μόνος, μπαίνει σε δίκτυο συγγένειας ή πατριωτών, μαθαίνει τη δουλειά «δίπλα σε άλλον». Ο θείος δεν είναι μόνο συγγενής· είναι προστάτης, δάσκαλος, εγγυητής αξιοπιστίας.

β) Η σχέση δεν είναι εκμεταλλευτική

    Σε αντίθεση με άλλα κείμενα ξενιτιάς ο θείος είναι δίκαιος, βοηθά πραγματικά, στηρίζει και τη μάνα στο χωριό. Άρα ο αφηγητής δείχνει το ιδανικό μοντέλο ενσωμάτωσης του ξενιτεμένου.

γ) Η ξενιτιά ως σχολείο

   Το πρώτο μέρος λειτουργεί σαν μαθητεία στη δουλειά, μαθητεία στη γλώσσα, μαθητεία στην πονηριά της αγοράς. Ο Θόδωρος δεν “γεννιέται” καπάτσος — γίνεται.

    Η καθυστέρηση του ονόματος υπογραμμίζει ότι η ταυτότητα δεν είναι δεδομένη. Οικοδομείται υπό προστασία, μέσα στη δουλειά, μέσα στη ξενιτιά και ολοκληρώνεται με την αυτονομία. Γι’ αυτό και ο αφηγητής πρώτα μιλά για μια γενιά ξενιτεμένων, και μετά «ξεχωρίζει» έναν. Ο Θόδωρος ξεκινά ως τύπος και καταλήγει χαρακτήρας.

   Η καθυστέρηση στην ονομασία του ήρωα δεν είναι αφηγηματική αβλεψία, αλλά συνειδητή τεχνική. Στο αρχικό μέρος της αφήγησης ο ήρωας εκπροσωπεί τον ανώνυμο ξενιτεμένο που ζει και εργάζεται υπό την προστασία συγγενών ή πατριωτών. Μόνο όταν επιχειρεί να αυτονομηθεί και να χαράξει δική του πορεία αποκτά όνομα και ατομική ταυτότητα, σηματοδοτώντας τη μετάβασή του από τον ρόλο του παραγιού στον ρόλο του αυτόνομου δρώντος υποκειμένου.




 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ

eleftherografos.blogspot.com

[ ανάρτηση 30 Ιανουαρίου 2026 :  

Θεόδωρος Ζαμπογιάννης

Το μουλάρι που μπήκε στο ποτάμι και βγήκε άλογο!

διήγημα 2022

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ]

 

 

 

 

 

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

οι Ιέρειες του Προσωπείου σκηνογραφημένος πίνακας 2026 τεχνητή εικονοπλασία τεχνητή Ζωγραφική Εικαστικά

  οι Ιέρειες του Προσωπείου σκηνογραφημένος πίνακας 2026 τεχνητή εικονοπλασία τεχνητή Ζωγραφική Εικαστικά         / - 1.   ...