Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

Ν.Δ. Περβολαράκης "Γλύπτης" ποίημα 1922 ΠΟΙΗΣΗ

 


Ν. Δ. Περβολαράκης

«Γλύπτης»

ποίημα  (1922)

ΠΟΙΗΣΗ

 

  

 


 

 

 

 


 

ΓΛΥΠΤΗΣ

 

Καλέ του καλαμιού τεχνίτη!

τί πολεμάς να πλάσης; …

σ’ το μάρμαρο μπροστά ωσάν προφήτη

σε βλέπω, όλο φως και αποκαλύψεις…

πασχίζοντας να σπάσης

της μαρμαρένιας αντιλήψεις

κόσμου θνητού κι’ εκεί να στήσης

ό,τι αθάνατο θα πλουστουργήσης

 

Γι’ αυτό ό,τι κι αν λάμψη αναπηδώντας

από το μάρμαρό σου,

θα είναι αποκάλυψη, αντανακλώντας

ένα υπερήλιο φως, όλο αθανασία…

πλάθε το είδωλό σου

και όμοια πανάρχαιη οπτασία

σ’ αυτό θα βλέπη ο λογισμός μου,

τη τέχνη σου, μητέρα όλου του κόσμου!

 

 

 

 

 

 

το πρωτότυπο κείμενο σε πολυτονικό

το παρόν ποίημα φιλοξενείται στη σελίδα 35 της ποιητικής συλλογής «Φως,  Φωνές και Μύρα».

 

 

 

 

Ν.Δ. Περβολαράκης, «Φως, Φωνές και Μύρα», (Ποιητικαί Συνθέσεις), τύποις Μιχ. Μαντζεβελάκη, Αθήναι, 1922,  (σ. 47).

 

 

 

Τα ποιήματα της ποιητικής συλλογής:

Σκέψη

Αίσθηση

Έρως

Ηδονή

Σύλληψη

Αρμονία

Θέληση

Ελπίδα

Θάνατος

Μυστήριο

Πόνος

Εξέλιξη

Αλήθεια

Χριστός

Δημιουργία

Νους

Τέχνη

Θάλασσα

Κρασί

Ζωγράφος

Γλύπτης

Τριαντάφυλλα

Υμηττός

Λουλούδια

Ευτυχίες

Χωράφια

Αδελφός

Ύπαρξη

Φιλία

Στους Γονείς μου

 

¨

 

όπως αναγράφεται ρητά στο εσώφυλλο:

«Εις τας ποιητικάς αυτάς συνθέσεις, δεν ετηρήθη κανέν εκ των  γνωστών γλωσσικών  ιδιωμάτων.»

 

 

 

Λίγα Σχόλια

 

Το ποιητικό υποκείμενο:

   Το ποίημα «Γλύπτης» του Ν. Δ. Περβολαράκη οργανώνεται σε δύο στροφές και έχει τη μορφή ενός αποστροφικού διαλόγου, όπου το ποιητικό υποκείμενο απευθύνεται άμεσα στον γλύπτη με θαυμασμό και δέος. Η γλώσσα είναι μικτή, με στοιχεία που δεν υπακούουν αυστηρά ούτε στην καθαρεύουσα ούτε στη δημοτική, γεγονός που ενισχύει τον λυρικό και υπερβατικό τόνο του ποιήματος.

   Στην πρώτη στροφή (στ. 1–8), το ποιητικό υποκείμενο προσφωνεί τον γλύπτη («Καλέ του καλαμιού τεχνίτη!») και θέτει ένα ερώτημα σχετικά με το έργο του («τί πολεμάς να πλάσης;»), το οποίο δεν δηλώνει άγνοια αλλά θαυμασμό για τη δημιουργική του προσπάθεια. Στη συνέχεια, τον παρομοιάζει με «προφήτη», προσδίδοντάς του μια διάσταση πνευματικού οδηγού που κατέχει ανώτερη γνώση. Η εικόνα του γλύπτη «όλο φως και αποκαλύψεις» υποδηλώνει ότι η τέχνη του δεν περιορίζεται στην υλική μορφή, αλλά συνδέεται με την αποκάλυψη μιας βαθύτερης αλήθειας. Το ποιητικό υποκείμενο αντιλαμβάνεται τη διαδικασία της γλυπτικής ως έναν αγώνα υπέρβασης της ύλης («πασχίζοντας να σπάσης της μαρμαρένιας αντιλήψεις κόσμου θνητού») με στόχο τη δημιουργία του αθάνατου. Έτσι, η τέχνη προβάλλεται ως δύναμη που μεταμορφώνει το θνητό σε αιώνιο, και ο γλύπτης ως δημιουργός που «στήνει» κάτι που θα υπερβεί τον χρόνο.

   Στη δεύτερη στροφή (στ. 9–16), το ποιητικό υποκείμενο προχωρά από την περιγραφή και τον θαυμασμό στη βεβαιότητα και τη γενίκευση. Ό,τι προκύπτει από το έργο του γλύπτη («ό,τι κι αν λάμψη αναπηδώντας από το μάρμαρό σου») αποκτά χαρακτήρα «αποκάλυψης» και αντανακλά ένα «υπερήλιο φως», δηλαδή ένα φως υπερβατικό που συνδέεται με την αθανασία. Ο τόνος γίνεται πιο αποφθεγματικός και λιγότερο ερωτηματικός. Το ποιητικό υποκείμενο προτρέπει τον γλύπτη («πλάθε το είδωλό σου»), αναγνωρίζοντας πλέον τη δύναμή του να δημιουργεί μορφές που αποκτούν διαχρονική αξία. Στο τέλος, η τέχνη προσωποποιείται και ανυψώνεται σε κοσμογονική αρχή («μητέρα όλου του κόσμου»), ενώ ο ίδιος ο νους του ποιητικού υποκειμένου δηλώνει ότι θα αναγνωρίζει σε αυτήν μια «πανάρχαιη οπτασία».

   Η μετεξέλιξη του ποιητικού υποκειμένου από την πρώτη στη δεύτερη στροφή είναι εμφανής. Στην αρχή, εμφανίζεται ως θαυμαστής που παρατηρεί και διερωτάται, προσπαθώντας να κατανοήσει τη φύση της δημιουργικής πράξης. Στη συνέχεια, μετατρέπεται σε βέβαιο γνώστη και υμνητή της τέχνης, ο οποίος όχι μόνο κατανοεί αλλά και διακηρύσσει την υπερβατική αξία της. Παράλληλα, εξελίσσονται και τα θέματα: από την εστίαση στη διαδικασία της δημιουργίας και στον αγώνα υπέρβασης της ύλης, περνάμε στην ανάδειξη του αποτελέσματος της τέχνης ως αποκάλυψης και στη γενίκευση της τέχνης ως καθολικής, σχεδόν θεϊκής δύναμης. Έτσι, το ποίημα κινείται από το συγκεκριμένο (τον γλύπτη και το έργο του) στο καθολικό (την τέχνη ως πηγή αθανασίας και κοσμικής δημιουργίας).

 

 

ο γλύπτης-δημιουργός ως θεός-δημιουργός του κόσμου:

   Στο ποίημα «Γλύπτης» του Ν. Δ. Περβολαράκη διατυπώνεται έμμεσα η υπόθεση ότι η καλλιτεχνική δημιουργία προσεγγίζει τη θεϊκή δύναμη, καθώς ο γλύπτης παρουσιάζεται με χαρακτηριστικά που παραπέμπουν στον δημιουργό του κόσμου. Η υπόθεση αυτή επιβεβαιώνεται μέσα από εικόνες, μεταφορές και εκφραστικά μέσα που αναπτύσσονται και στις δύο στροφές του ποιήματος.

   Στην πρώτη στροφή (στ. 1–8), η σύγκριση του γλύπτη με μια ανώτερη, σχεδόν θεϊκή μορφή αρχίζει ήδη από την προσφώνηση και κορυφώνεται με την παρομοίωσή του «ωσάν προφήτη» (στ. 3). Ο προφήτης λειτουργεί ως μεσολαβητής μεταξύ θεού και ανθρώπων, γεγονός που ανεβάζει τον γλύπτη σε πνευματικό επίπεδο πέρα από το ανθρώπινο. Επιπλέον, η εικόνα «όλο φως και αποκαλύψεις» (στ. 4) παραπέμπει σε θεϊκή φανέρωση, αφού το φως και η αποκάλυψη αποτελούν βασικά γνωρίσματα της θεότητας. Στους στίχους 5–8 («πασχίζοντας να σπάσης / της μαρμαρένιας αντιλήψεις / κόσμου θνητού κι’ εκεί να στήσης / ό,τι αθάνατο θα πλουστουργήσης») αναδεικνύεται η δημιουργική δύναμη του γλύπτη, ο οποίος υπερβαίνει τον «κόσμο θνητό» και δημιουργεί κάτι «αθάνατο». Η ικανότητα αυτή, δηλαδή η μετάβαση από το θνητό στο αθάνατο, αποτελεί κατεξοχήν ιδιότητα της θεϊκής δημιουργίας, ενισχύοντας έτσι την έμμεση ταύτιση του καλλιτέχνη με τον θεό-δημιουργό.

   Στη δεύτερη στροφή (στ. 9–16), η σύνδεση δημιουργίας και θεϊκής δύναμης γίνεται ακόμη πιο έντονη και σαφής. Στους στίχους 9–11 («ό,τι κι αν λάμψη αναπηδώντας / από το μάρμαρό σου, / θα είναι αποκάλυψη») το έργο του γλύπτη αποκτά χαρακτήρα θεϊκής φανέρωσης, αφού κάθε δημιούργημα παρουσιάζεται ως «αποκάλυψη». Η φράση «υπερήλιο φως» (στ. 11) δηλώνει ένα φως ανώτερο από το φυσικό, στοιχείο που συνδέεται άμεσα με το θείο και την υπερβατικότητα. Στη συνέχεια, η προτροπή «πλάθε το είδωλό σου» (στ. 13) μπορεί να ερμηνευθεί ως δημιουργία «κατ’ εικόνα», παραπέμποντας στη βιβλική ιδέα της δημιουργίας του ανθρώπου από τον Θεό. Τέλος, στους στίχους 14–16 («όμοια πανάρχαιη οπτασία… τη τέχνη σου, μητέρα όλου του κόσμου») η τέχνη προσωποποιείται και παρουσιάζεται ως «μητέρα όλου του κόσμου», δηλαδή ως πρωταρχική δημιουργική δύναμη, θέση που αντιστοιχεί στον ρόλο του θεού ως γεννήτορα της ύπαρξης.

   Συνολικά, η υπόθεση επιβεβαιώνεται, καθώς ο γλύπτης προβάλλεται όχι απλώς ως τεχνίτης αλλά ως δημιουργός με ιδιότητες που προσεγγίζουν το θείο. Στην πρώτη στροφή θεμελιώνεται η σύγκριση μέσα από την εξύψωση και την υπέρβαση της θνητότητας, ενώ στη δεύτερη στροφή ολοκληρώνεται με την ανάδειξη της τέχνης ως καθολικής, κοσμογονικής δύναμης. Έτσι, η καλλιτεχνική δημιουργία ταυτίζεται έμμεσα με τη θεϊκή δημιουργία, και ο γλύπτης λειτουργεί ως ανάλογο του θεού-δημιουργού μέσα στον ανθρώπινο κόσμο.

 

 

 

 

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ

eleftherografos.blogspot.com

[ ανάρτηση 1 Μαϊου 2026 :  

Ν. Δ. Περβολαράκης

«Γλύπτης»

ποίημα  (1922)

ΠΟΙΗΣΗ ]

 

 

 

 

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ευρωπαϊκό Κέντρο Τέχνης "Ίδρυση Διεθνούς Οργανισμού της τέχνης του πηλού στη Μαγνησία" Εικαστικά Πολιτιστικά

  Ευρωπαϊκό Κέντρο Τέχνης Ίδρυση Διεθνούς Οργανισμού της τέχνης του πηλού στη Μαγνησία Εικαστικά Πολιτιστικά         ...