Κυριακή 5 Απριλίου 2026

η Λαν-Ρονγκ και ο Γιούν-Τσεν (μια ιστορία από το Λο Τζιάνγκ) σκηνογραφημένο διήγημα 2026 τεχνητή Πεζογραφία

 


η  Λαν-Ρονγκ και ο Γιούν-Τσεν

(μια ιστορία από το Λο Τζιάνγκ)

σκηνογραφημένο διήγημα 2026

τεχνητή Πεζογραφία

 

 

 

 

 

η Λαν-Ρονγκ και ο Γιούν-Τσεν

 

 

τα κεφάλαια

 

 

ΜΕΡΟΣ Α

η Λαν-Ρονγκ στο Γιονγκμίνγκ

η εκδίωξη της Λαν-Ρονγκ από το Γιονγκμίνγκ

η Λαν-Ρονγκ στην πατρική της γη

ο άτακτος απών της οικογένειας

ο καϋμός ενός μεγαλέμπορου

οι ανησυχίες της Σιού-Λαν

Η συνεννόηση

το μεσημεριανό τραπέζι

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Β

στο νεκροταφείο  

ένα βαθύ βαθύ κόκκινο όνειρο

το βιαστικό πρόγευμα

το ποτάμι ενώνει

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Γ

ο πλάνητας ερωτύλος

ένας ιδιότυπος κρατούμενος

η παρ’ ολίγον αναβολή ενός γάμου

ο γάμος της Γουάν-Γιου και του Γκουάν-Σεν

η χήρα στον ξενώνα

προβληματισμοί ενός ζεύγους

η χήρα Λιού-Μέι συναντά τη Λαν-Ρονγκ

η σύντομη επιστροφή του Γιούν-Τσεν

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Δ

ένας παλαιός απατεώνας επιστρέφει

δύο εργάτριες της γης  

η ικεσία της Λαν-Ρονγκ

το όνειρο με τα ραγισμένα αγάλματα

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Ε

το ανέλπιστο προξενιό

η τελευταία νύχτα στην παλαιά αποθήκη

ο γάμος της γεροντοκόρης

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΣΤ

κουβέντες στο νερόμυλο  

η νύχτα στο δάσος με τις κερασιές

η παιχνιδιάρα Τσενγκ-Λι σταματά τα παιχνίδια

ο μυλωνάς Χουάνγκ-Λιν… από τη Γιν-Τσόου

το πείσμα της νεαρής Τσενγκ-Λι

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Ζ

η πηγή της αλήθειας

οι παραισθήσεις της Τανγκ-Σου στην πηγή

μια γυναίκα περιμένει καρτερικά να λουστεί

Λιάνγκ Ζε: το ανθρωπόμορφο ερπετό της λίμνης

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Η

ο παλαιός ξυλουργός

η περίπολος των Τσινγκ στο νερόμυλο

ο εντοπισμός του Γιούν-Τσεν

η επιθεώρηση του νερόμυλου

τα εγκαίνια της νέας μεγάλης αποθήκης

οι δέκα νύχτες στη μεγάλη αποθήκη

η επιστροφή του συζύγου

η ανακοίνωση της Λιάν-Χουά

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Θ

ο τραυματισμός του Γιούν-Τσεν

η αποθεραπεία

η επιστροφή του εξαφανισμένου γιου

μια εργοδότρια αναζητά τον εργάτη της

ένας εργάτης ξαναπιάνει δουλειά

Λιού-Γιέν: μια γυναίκα στο νερόμυλο

το τρίτο ταξίδι του Τσάο Γουεντάο στη Γιόνγκ-αν

η μεταμόρφωση του Τσάο Γουεντάο

το τέταρτο ταξίδι του Τσάο Γουεντάο

ο συμβιβασμός

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Ι

οι πληροφορίες

η καθοδήγηση της Χουάι

στην πορεία για την πηγή της αλήθειας

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΙΑ

οι δύο παράλληλες σχέσεις

η σχέση με την Μιν-Γι

με ψεύτικη ταυτότητα

η μονομερής αποκάλυψη της μιας ταυτότητας  

η πρώτη συνάντηση μετά την αποκάλυψη

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΙΒ

η πρόταση των Ζου

μια μάνα εκλιπαρεί

η κλήση της Λιάν-Χουά

η περίπολος ζητά σιτάρι

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΙΓ

όταν οι μάσκες έπεσαν

κάποιοι στρατιώτες συζητούν μια νύχτα

το στενό μονοπάτι προς το βουνό

η νύχτα μετά τη διαφώτιση

η σύλληψη στην Γιόνγκ-αν

η επίσκεψη του αξιωματικού

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΙΔ

δυό γάμοι και ένα διαζύγιο

Ο γάμος του Χουάνγκ Λιν και της Τσενγκ-Λι

η ζήλεια της φίλης

ο γάμος του Μινγκ-Τάο και της Τσεν-Γι

το διαζύγιο

η επίδοση του διαζευκτηρίου στον Τσάο Γουεντάο

οι οφειλόμενες χάρες ανταποδίδονται

η επίδοση του διαζευκτηρίου στην Λιάν-Χουά

η Λιάν-Χουά ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον της

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΙΕ

η μετοικεσία στη γη των προγόνων

μια στάση στις περιπλανήσεις της Τανγκ-Σου 

οι αλλαγές στο εργασιακό περιβάλλον

η επανεμφάνιση του παλαιού ξυλουργού

ο κρατούμενος του Λο Τζιάνγκ

η ανάγκη για ανθρώπους

η γκρεμισμένη καλύβα στις καλαμιές

οικοδομώντας κάτι καινούριο

όταν μια γυναίκα δεν μαθαίνει

η λυδία λίθος

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΙΣΤ

οι δοκιμασίες των τυχαίων συναντήσεων

το όνειρο που καλεί

η νύχτα της πανσελήνου

οι συμπτώσεις

οι υποψίες της Σιού-Λαν

η διαπραγμάτευση

η παρηγοριά

έξι χρόνια είχαν περάσει

η σιωπηλή εκδίκηση

 

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Α

 

   Στα μέσα του δέκατου έβδομου αιώνα, όταν η νέα δυναστεία των Τσινγκ είχε απλώσει τη σκιά της πάνω από την Κίνα, η επαρχία της Σετσουάν αιμορραγούσε. Στο μικρό χωριό Λο Τζιανγκ, χαμένο ανάμεσα σε ομίχλες και ορυζώνες, οι παλιοί υποστηρικτές της πεσμένης τάξης είχαν δει τα σπίτια τους να καίγονται και τα ονόματά τους να διαγράφονται από τα αρχεία. Οι σφαγές υπήρξαν παραδειγματικές. Οι στρατιώτες των Τσινγκ περνούσαν σαν θύελλα· όποιος δεν ορκιζόταν πίστη, χανόταν. Οι περιουσίες δημεύονταν, τα χωράφια μοιράζονταν σε νέους άρχοντες. Στην επαρχία της Σετσουάν, εκείνα τα χρόνια μετάβασης προς τη Δυναστεία Τσινγκ, οι απώλειες ήταν τόσες που οι οικογένειες ένωναν ό,τι είχε απομείνει, χωρίς να μετρούν βαθμούς συγγένειας.

 

η Λαν-Ρονγκ στο Γιονγκμίνγκ

    Η Λαν-Ρονγκ έφτασε στο χωριό Γιονγκμίνγκ νύφη μόλις στα δεκαεπτά της. Το σπίτι του άνδρα της, του Πενγκ Γουεϊλίν, ήταν μικρό και χαμηλό, με τοίχους από πηλό και σκεπή από κεραμίδια. Πίσω από το σπίτι απλώνονταν τα χωράφια της οικογένειας Πενγκ, λίγες λωρίδες γης κοντά σε ένα παλιό αρδευτικό κανάλι.

   Τα πρώτα χρόνια του γάμου τους κύλησαν ήσυχα αλλά δύσκολα. Δούλευαν από την αυγή μέχρι το σούρουπο, φυτεύοντας ρύζι την άνοιξη και θερίζοντας το φθινόπωρο. Μόνο ένα πράγμα βάραινε τη σκέψη τους: δεν είχαν παιδί.

   Οι συγγενείς ψιθύριζαν, οι γείτονες έκαναν υπομονετικές ερωτήσεις και η ίδια η Λαν-Ρονγκ ένιωθε συχνά ντροπή. Ο Πενγκ Γουεϊλίν όμως ποτέ δεν της μίλησε σκληρά. Στεκόταν συχνά στην πόρτα του σπιτιού και κοίταζε τα χωράφια του, λέγοντας πως μια μέρα το παιδί τους θα περπατούσε εκεί.

   Όμως οι καιροί είχαν αλλάξει. Μετά την πτώση της δυναστείας των Μινγκ και την άνοδο της δυναστείας των Τσινγκ, στρατιώτες και διοικητικοί αξιωματούχοι περνούσαν από τα χωριά της Σετσουάν. Ζητούσαν φόρους, τρόφιμα και γη για τη νέα διοίκηση.

   Ένα φθινοπωρινό πρωινό έφτασαν στο Γιονγκμίνγκ έφιπποι στρατιώτες μαζί με έναν γραφέα. Διάβασαν μια διαταγή. Μέρος των χωραφιών του χωριού θα δημευόταν για να δοθεί σε έναν νέο αξιωματούχο.

    Τα πιο εύφορα χωράφια, δίπλα στο νερό, ήταν της οικογένειας Πενγκ. Οι χωρικοί σώπασαν. Κανείς δεν τόλμησε να μιλήσει. Ο Πενγκ Γουεϊλίν προχώρησε μπροστά. Είπε πως η γη αυτή ανήκε στον πατέρα του και στον παππού του πριν από αυτόν. Εκεί είχε δουλέψει από παιδί. Δεν είχε όπλο. Κρατούσε μόνο το ξύλινο φτυάρι του. Η άρνησή του θεωρήθηκε ανταρσία. Οι στρατιώτες τον χτύπησαν μπροστά στους χωρικούς. Ο Πενγκ Γουεϊλίν μαζί με άλλους άνδρες του χωριού που τόλμησαν να υπερασπιστούν τα χωράφια τους κρατήθηκε από τους στρατιώτες.

   Οι άνδρες του χωριού που τόλμησαν να υπερασπιστούν τη γη τους συνελήφθησαν υπό την επίσημη ανακοίνωση ότι θα σταλούν σε καταναγκαστικά έργα στα ανατολικά του Γιονγκμίνγκ, εκεί όπου οι Τσινγκ είχαν στρατόπεδα και δημόσια έργα να ολοκληρωθούν.

   Οι σειρές με τους αιχμαλώτους ξεκίνησαν να προχωρούν υπό επιτήρηση έφιππων στρατιωτών, δεμένοι με σχοινιά στα χέρια και τα πόδια, μέσα από αγροτικούς δρόμους και στενά φαράγγια προς τα ανατολικά. Καθώς πλησίαζαν έναν από τους βαθύτερους παραποτάμους, ένα θυμωμένο και άγριο νερό που τρεφόταν από τα βουνά και κατέβαινε προς τον μεγάλο Γιανγκτσέ, ο Πενγκ Γουεϊλίν και οι υπόλοιποι κρατούμενοι περπατούσαν δεμένοι μέσα από μια στενή, πέτρινη κοιλάδα. Οι στρατιώτες των Τσινγκ περπατούσαν γύρω τους, έφιπποι, με τα όπλα έτοιμα. Ξαφνικά, ένας από τους κρατούμενους,  ένας νεαρός αγρότης από γειτονικό χωριό,  αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του. Με μια ξαφνική κίνηση έσπασε ένα σχοινί που κρατούσε τα χέρια του και έτρεξε προς τις πλαγιές των βράχων.

   Η αντίδραση των στρατιωτών ήταν ακαριαία και αδυσώπητη. Με φωνές και χτυπήματα, έπιασαν αμέσως όσους βρίσκονταν κοντά στον δραπέτη και, χωρίς δεύτερη σκέψη, τους έριξαν από τον απότομο βράχο μέσα στο ποτάμι, ώστε να δώσουν παράδειγμα στους υπόλοιπους και να αποτρέψουν κάθε άλλη σκέψη απόδρασης. Ο Πενγκ Γουεϊλίν στεκόταν λίγο πιο πίσω. Παρακολουθούσε με δέος και τρόμο τα σώματα των γειτόνων του να εξαφανίζονται κάτω από τα ορμητικά νερά. Δεν υπήρχε χρόνος για αντίδραση. Λίγα λεπτά αργότερα, και αυτός θα ακολουθούσε μαζί με τους υπόλοιπους. Τα σώματα όλων χάθηκαν για πάντα στα νερά του ποταμού Τούο. Κανένα από τα θύματα δεν βρέθηκε ποτέ ξανά.

    Τα νέα έφτασαν στο χωριό Γιονγκμίνγκ από αγρότες και βοσκούς που είχαν δει τις «μεταγωγές» ή είχαν ακούσει ψίθυρους στρατιωτών και ταξίδεψαν πίσω για να προειδοποιήσουν τους συγγενείς. Τώρα η Λαν‑Ρονγκ γνώριζε ότι ο άνδρας της, ο Πενγκ Γουεϊλίν, και οι άλλοι ανυπάκουοι δεν θα είχαν ούτε τάφο ούτε ανάμνηση πέρα από τη μνήμη τους.

 

 

η εκδίωξη της Λαν-Ρονγκ από το Γιονγκμίνγκ

   Η Λαν-Ρονγκ έμεινε χήρα στα τριάντα τρία της χρόνια. Λίγο μετά την οριστική διαβεβαίωση του θανάτου του άνδρα της την επισκέφθηκε ο μεγαλύτερος αδελφός του άνδρα της, ο Πενγκ Χάο.  Η Λαν-Ρονγκ, χήρα του Πενγκ Γουελίν, στεκόταν αμίλητη μπροστά στον μεγαλύτερο αδελφό, Πενγκ Χάο, που την κοιτούσε με σταθερό, αποφασιστικό βλέμμα.

   «Ήρθε η ώρα να φύγεις από το χωριό,» της είπε  επιτακτικά ο Πενγκ Χάο με βαρύ τόνο στη φωνή του. «Να παραδώσεις πίσω τα κτήματα του αδελφού μου. Πέρασαν τόσα χρόνια εδώ, δεν στέριωσες, δεν έκανες παιδιά. Δεν έχεις πια δικαίωμα να ορίζεις την ξένη περιουσία. Η γη αυτή ανήκει στους Πενγκ και όχι σε γυναίκα από το Λο Τζιάνγκ.»

    Η Λαν-Ρονγκ ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά της. Κοιτούσε γύρω της το χωριό που τόσα χρόνια είχε γίνει το προσωρινό της σπίτι, και ένιωσε απροστάτευτη, μόνη, περικυκλωμένη από εχθρικά βλέμματα.

   Ξαφνικά, η Σενγκ-Λι, η συννυφάδα της, μπήκε στην συζήτηση. «Ποτέ σου δεν στέριωσες εδώ,» της είπε κοφτά. «Ποτέ δεν αγάπησες τον τόπο μας. Ποτέ σου δεν μας ήθελες.»

   Η Λαν-Ρονγκ σφιγγόταν, η καρδιά της να χτυπάει δυνατά. «Εδώ δεν μπορείς να μείνεις. Αν  ξαναπαντρευτείς η γη του αδελφού μας δεν μπορεί να πάει στα χέρια ενός ξένου άνδρα».

    Ο Πενγκ Χάο πλησίασε λίγο προς το μέρος της, η φωνή του πιο μαλακή τώρα, αλλά γεμάτη βαρύτητα. «Βρες έναν τόπο που να αγαπήσεις, Λαν-Ρονγκ. Κάνε τον εσύ να σε δεχθεί και να σε αγαπήσει.»

  Η γυναίκα του, η Σενγκ Λι, παρενέβηκε: «Θα σε συνοδεύσουμε εμείς μέχρι εκεί που θα αποφασίσεις να πας, είτε αυτό είναι το Λο Τζιάνγκ είτε αλλού.» Και συμπλήρωσε χωρίς να αφήσει κανένα υπονοούμενο ή ζήτημα για διαπραγμάτευση. «Μας ήρθες με μικρή προίκα. Με αυτήν θα φύγεις. Θα πάρεις ο,τι είναι δικό σου, ό,τι σου ανήκει. Δεν είμαστε άδικοι άνθρωποι εμείς.»

   Η Λαν-Ρονγκ σήκωσε το βλέμμα, το βλέμμα της σταθερό, παρά την ανασφάλεια. «Δεν θα πάρω τίποτε περισσότερο από όσα μου έδωσε η μοίρα»  απάντησε ψυχρά και στους δύο.

   Τρεις ημέρες αργότερα έκλεισε για τελευταία φορά την πόρτα του μικρού σπιτιού και πήρε τον δρόμο της επιστροφής προς το πατρικό της χωριό το Λο Τζιανγκ. Πίσω της άφηνε για πάντα το χωριό όπου είχε ζήσει δεκαέξι ολόκληρα χρόνια εκεί.

    Η Λαν-Ρονγκ, μόλις 33 χρονών, βρισκόταν πάνω στο κάρο που την οδηγούσε έξω από τα χωράφια της οικογένειας Πενγκ. Δίπλα της, ο Πενγκ Χάο κρατούσε τον ρυθμό, ενώ η Σενγκ-Λι, η συννυφάδα της, την προστάτευε από την εξωτερική πλευρά. Την είχαν θέσει στο κέντρο, από την μία πλευρά ο ένας σύζυγος, από την άλλη πλευρά η σύζυγός του, λες και μετέφεραν κάποιο δραπέτη που ζήταγε να ξεφύγει από τα δεσμά του. Κανείς δεν μιλούσε· η σιωπή ήταν βαρύτερη από τον ήλιο που άρχιζε να καίει πάνω τους.

    Η Λαν-Ρονγκ δεν είχε πάρει σχεδόν τίποτε μαζί της, μόνο ένα μικρό γατάκι που είχε φροντίσει κρυφά στο σπίτι της. Το γατάκι, γκρι με λευκές πατούσες, τρυπώνανε ανάμεσα στα χέρια της και κούρνιαζε στον ώμο της σαν να ήξερε ότι ήταν το μόνο σταθερό κομμάτι της ζωής της εκείνη τη στιγμή.

   Το κάρο ξεστράτιζε από το γεμάτο σκόνη μονοπάτι του Γιονγκμίνγκ κουβαλώντας τη Λαν-Ρονγκ μακριά από τα χωράφια που είχε ζήσει τόσα χρόνια. Το κάρο, απλό αλλά γερό, αναπηδούσε με κάθε ανωμαλία του δρόμου. Η χήρα κρατούσε σφιχτά το μικρό γατάκι στην αγκαλιά της, και οι ώμοι της ήταν σφιχτοί, σαν να σφίγγανε γύρω της το βάρος των χρόνων και της μοναξιάς.

   Η εικόνα της έλευσης πριν δεκαέξι χρόνια ξανάρθε στη μνήμη της. Τότε ήταν νύφη, χαρούμενη και γεμάτη ελπίδες, περιτριγυρισμένη από λουλούδια και γέλια, οι φωνές των χωριανών να την καλωσορίζουν, τα μεγάλα μάτια του Πενγκ Γουελίν γεμάτα αγάπη. Τώρα όλα ήταν ακριβώς το αντίθετο. Σιωπή, απόσταση, η ψυχρή προστασία της οικογένειας του Πενγκ Χάο και η βεβαιότητα ότι έφευγε ως ξένη.

   Το κάρο συνόδευαν οι δύο γιοι του Πενγκ Χάο, αλλά με μάτια που παρακολουθούσαν κάθε κίνηση της Λαν-Ρονγκ, έτοιμοι να προστατεύσουν τα συμφέροντα της οικογένειας. Βοηθοί κουβαλούσαν τα λίγα πράγματα της, τα βαριά μπαούλα με τη μικρή προίκα της, και φρόντιζαν να μην κολλήσει τίποτε στο χώμα του δρόμου.

   Ο Πενγκ Χάο γύρισε προς αυτήν με μια ψυχρή, αλλά λίγο πιο μαλακή φωνή. «Βρες έναν τόπο που να αγαπήσεις, Λαν-Ρονγκ,» της είπε. «Ποιός ξέρει, μπορεί να βρεις έναν καλό άνδρα να παντρευτείς. Είσαι ακόμη νέα. Έχεις μια ζωή μπροστά σου.»

   Η Σενγκ-Λι, η γυναίκα του, καθισμένη δίπλα στην Λαν-Ρονγκ, με το πρόσωπο σφιγμένο αλλά με μια ψεύτικη τρυφερότητα στη φωνή της, πρόσθεσε: «Ναι, οι χήροι τέτοιες ευκαιρίες περιμένουν. Μπορεί αυτή τη φορά να βρεις κάποιον πλούσιο χήρο και όχι ανθρώπους φτωχούς σαν και εμάς.»

    Η Λαν-Ρονγκ δεν μίλησε. Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στο δρόμο μπροστά της, μακριά από τα χωράφια που είχε αγαπήσει τόσο διστακτικά αλλά με πίστη, στο χωριό που ποτέ δεν είχε γίνει δικό της. Το γατάκι τρύπωνε ανάμεσα στα χέρια της, η μόνη ζωντανή συντροφιά της, και εκείνη ένιωσε τη δύναμη και τη θλίψη ενός κόσμου που κάποτε την είχε υποδεχθεί ως νύφη και τώρα την έστελνε μόνη.

   Ο Πενγκ Χάο είπε «Θα φτάσουμε στο Λο Τζιάνγκ πριν τη νύχτα. Εκεί θα αποφασίσεις τι θα κάνεις με τη ζωή σου. Εμείς θα μείνουμε μαζί σου μέχρι το σημείο που θα διαλέξεις.»

    Η Σενγκ-Λι, με το πρόσωπό της σφιγμένο από ακαμψία, πετάχτηκε λίγο πιο μπροστά. «Θυμήσου, Λαν-Ρονγκ,» της είπε, «ποτέ δεν αγάπησες τον τόπο μας. Ό,τι σου δώσαμε είναι ό,τι σου ανήκει και μόνο. Ο δρόμος μπροστά σου είναι δικός σου.»

   Η οικογένεια των Πενγκ συνέχιζε να την συνοδεύει ως τα όρια του Λο Τζιάνγκ, εκεί όπου η ευθύνη τους τελείωνε. Εκεί θα ξεκινούσε η νέα της ζωή, μόνο με ένα γατάκι τυλιγμένο σε μια πρόχειρη μικρή κουβέρτα στα χέρια της και μερικά ταλαιπωρημένα μπαούλα από τα προικιά της.

 

 

η Λαν-Ρονγκ στην πατρική της γη

   Όταν η Λαν‑Ρονγκ επέστρεψε στην πατρική της γη, δεν ήταν πια η δεκαεπτάχρονη νύφη που είχε αφήσει πίσω της το Λο Τζιάνγκ πριν δεκαέξι χρόνια. Η ζωή είχε χαράξει πάνω της τα δικά τους σημάδια με μια ώριμη ομορφιά που μόνο η εμπειρία μπορεί να χαρίσει. Το σώμα της είχε μεστώσει, αποκτώντας σχήμα γεμάτο και ευλύγιστο. Το στήθος της πιο πλούσιο, φαινόταν τώρα δυνατό και ζωτικό. Τα λίγα κιλά που της πρόσθεσαν τα χρόνια την έκαναν πιο εύρωστη, πιο σίγουρη, ενώ προηγουμένως φαινόταν εύθραυστη και αδύνατη.

    Το πρόσωπό της δεν έφερε πια τα σημάδια της αθωότητας του κοριτσιού. Οι γραμμές του είχαν ωριμάσει, οι εκφράσεις γίνονταν βαθύτερες, κάθε κίνηση αποκτούσε βαρύτητα και χάρη. Η Λαν‑Ρονγκ ήταν γυναίκα πια, όχι απλώς νέα κοπέλα. Και η φωνή της είχε αλλάξει. Δεν ήταν πλέον ελαφριά και παιδική· είχε γίνει μεστή, κάπως βαθειά. Τα  βάσανα και οι ταλαιπωρίες αλλάζουν τις φωνές των ανθρώπων, κάποιες φορές τις  βαπτίζουν σε έναν πιο βαθύ τόνο.

   Ήταν εκείνος ο τύπος γυναικών που η ζωή δεν τους αφαιρούν τίποτα· αντίθετα, τους προσθέτουν. Η εμπειρία της ζωής σε κάποιους ανθρώπους μπορεί να χαρίσει και σε άλλους μπορεί να αφαιρέσει. Η εμπειρία της ζωής χάριζε στη Λαν‑Ρονγκ μια αλλαγή που την έκανε να δείχνει πιο αληθινή, πιο ουσιαστική, ίσως και πιο όμορφη.

   Η Λαν‑Ρονγκ πλησίασε το κτήμα του αδελφού της με αργά, μετρημένα βήματα, ενώ το βλέμμα της ήταν βαρύ από τα χρόνια της απουσίας της. Ο ήλιος έπεφτε χαμηλά, χρωματίζοντας τα κεραμίδια και τους τοίχους με χρυσοκόκκινο φως, και η σκόνη του δρόμου άφηνε πάνω της μια λεπτή στρώση από χρόνο και ταλαιπωρία.

   Όταν χτύπησε την εξώθυρα, οι φιγούρες που στάθηκαν απέναντί της πάγωσαν. Κανείς δεν την αναγνώρισε αμέσως. Η γυναίκα του Μα Σιούν ένιωσε το αίμα της να παγώνει· το βλέμμα της γέμισε υποψία και τρόμο. Μια νεαρή γυναίκα, μόνη, με ένα μικρό παιδί τυλιγμένο σε μια κουβέρτα, φαινόταν σαν η εμφάνιση μιας παράνομης σχέσης. Η φαντασία της σκάλισε διάφορες εκδοχές και πήγε πρώτα στη χειρότερη. Μήπως ζήταγε τον άνδρα της ή κάποιον από τους μεγάλους γιους της;

   Ο ίδιος ο Μα Σιούν στάθηκε στο κατώφλι. Για μια στιγμή, δεν είδε την αδελφή του· είδε μια ξένη. Μόνο όταν την κοίταξε καλά, όταν τα μάτια τους συναντήθηκαν και αναγνώρισε τη σιλουέτα της, το βλέμμα που έκρυβε την πίκρα και τη δύναμη των τελευταίων ετών, και τότε το όνομά της αναδύθηκε μέσα του σαν μια ανάμνηση «Λαν‑Ρονγκ».

   Η σιωπή του κήπου ήταν βαριά. Ο άνεμος φύσηξε ανάμεσα στα δέντρα, σαν να κρατούσε την ανάσα του κόσμου για τη στιγμή αυτή. Μια αδελφική καρδιά αναγνώριζε την άλλη, και τα μάτια της Λαν‑Ρονγκ, γεμάτα φόβο και ελπίδα μαζί, άφησαν να φανεί η ιστορία των χρόνων που πέρασαν, η ομορφιά της που είχε μεστώσει, η πίκρα, η απώλεια. Και για πρώτη φορά μετά από χρόνια, το κτήμα των Μα ένιωσε ξανά την επιστροφή μιας κόρης, μιας αδελφής, μιας γυναίκας που δεν ήταν πια κορίτσι.

   Ο Μα Σιούν την καλωσόρισε με ένα χαμόγελο που κρυβόταν πίσω από δάκρυα συγκίνησης. Η Λαν‑Ρονγκ πέρασε την αυλόπορτα του κτήματος του αδελφού της, και οι υπηρέτες σταμάτησαν στιγμιαία τις δουλειές τους για να την κοιτάξουν. Το μικρό γατάκι έβγαλε δειλά το κεφαλάκι του για να δει και αυτό. Οι υπηρέτες μετέφεραν γρήγορα τα μπαούλα που είχαν ξεφορτωθεί στην εξώθυρα. «Αυτή είναι η προίκα μου» είπε η Λαν-Ρονγκ στον αδελφό της. «Θυμάσαι;»

   Στο κυρίως σπίτι, γύρω από το τραπέζι, η οικογένεια την περίμενε με ήρεμη αγωνία. Η Σιού‑Λαν σηκώθηκε, τα μάτια της γεμάτα ψεύτικη τρυφερότητα. «Λαν‑Ρονγκ», είπε, με μια φωνή που έτρεμε ελαφρά, «μας έλειψες τόσα χρόνια… Θυμάμαι ακόμα τη στιγμή που έφευγες νύφη από το Λο Τζιάνγκ, πόσο όμορφη κοπέλλα ήσουν τότε, γεμάτη φως και ελπίδα…»

    Η Λαν‑Ρονγκ χαμογέλασε αχνά, νιώθοντας την αμηχανία πίσω από τα λόγια της Σιού‑Λαν. Ο Μα Σιούν έβαλε το χέρι του στον ώμο της γυναίκας του, της Σιού‑Λαν, και είπε με ήρεμη φωνή: «Αφήστε τα αυτά… Το παρελθόν είναι παρελθόν. Τώρα μπροστά μας είναι όσα πρέπει να ζήσουμε. Η Λαν‑Ρονγκ θα μας τα πει με τον καιρό. Μην την πιέζουμε από τώρα.»

   Το οικογενειακό τραπέζι ήταν στρωμένο με ζεστά πιάτα ρύζι και λαχανικών, ενώ το άρωμα του ψητού μοσχαριού ανακατευόταν με τα μπαχαρικά. Γύρω ήταν ολόκληρη η οικογένεια, ο  πρωτότοκος γιος, ο Γκουάν‑Σεν, ο δευτερότοκος, ο Μινγκ‑Τάο.  

   Καθώς κάθονταν όλοι γύρω από το τραπέζι, η συζήτηση γυρνούσε γύρω από τον γιο που έλειπε. Ο μικρότερος γιος, ο Γιούν‑Τσεν, δεν είχε έρθει. «Πάντα λείπει αυτό το παιδί από το οικογενειακό τραπέζι», σχολίασε ο Μα Σιούν με ένα χαμόγελο που δεν έφτανε στα μάτια. «Άλλοτε χάνεται στα άλογα, άλλοτε ξεχνιέται στο κυνήγι…»

    Ο Μινγκ‑Τάο κούνησε το κεφάλι του, ενώ ο Γκουάν‑Σεν πρόσθεσε με σαρκαστική διάθεση: «Ίσως ο Γιούν‑Τσεν νομίζει ότι το τραπέζι είναι μικρό για την αφεντιά του.»

   Ο Γκουάν‑Σεν γέλασε ελαφρά και συνέχισε: «Το παιδί αυτό πάντα ήθελε να μεγαλώσει γρήγορα», σχολίασε με πικρό χιούμορ, «και ίσως γι’ αυτό τρέχει παντού, μακριά από μας. Θέλει να ζήσει τη ζωή του πριν ακόμη είναι καιρός.»

   Η Σιού‑Λαν, η μητέρα τους, χαμήλωσε το βλέμμα της, με ένα είδος ήπιας αποδοχής της φράσης του μεγαλύτερου γιου της «Ναι, πάντα έτρεχε μπροστά από τον χρόνο του. Αλλά και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πρέπει να του δώσουμε χώρο, να μάθει με τον δικό του τρόπο, χωρίς να τον πιέζουμε.»

    Ο Μινγκ‑Τάο, ο δευτερότοκος σχολίασε:  «Ναι, αλλά κάποτε πρέπει να αρχίσει να μαθαίνει.» Ο μεγαλύτερος αδελφός ο Γκουάν-Σεν κούνησε ελαφρά το κεφάλι του, ως ένα είδος σχολίου για το εάν ο μικρότερος αδελφός τους θα συμμορφωνόταν.

   Ο πατέρας τους, ο Μα Σιούν, είπε με κάποια αλήθεια βγαλμένη από την εμπειρία του. «Κάποτε, η ζωή μας πιέζει να ωριμάσουμε. Και απ’ αυτό δεν πρόκειται να ξεφύγει ούτε ο αδελφός σας, είτε το θέλει είτε όχι.»

   Ο Μινγκ‑Τάο, ο δευτερότοκος, χαμογέλασε πονηρά κοιτάζοντας τον αδελφό του «Έμαθα», είπε ψιθυριστά, «ότι ενδιαφέρεται για αυτόν η γεροντοκόρη, η Λιάν-Χουά, η κόρη του πλούσιου έμπορου από το διπλανό χωριό. Λένε ότι κάποτε την βοήθησε σε μια ξυλουργική εργασία του σπιτιού και από τότε όλο τον φωνάζει να της φτιάξει κάτι που χαλά.»

    Ο Γκουάν‑Σεν γέλασε, γέρνοντας στο τραπέζι. «Μάλλον εκείνη το κάνει επίτηδες», συμπλήρωσε, «για να έχει αφορμή να τον φωνάζει συνέχεια.»

   Ο Μινγκ‑Τάο συνέχισε, αυτή τη φορά πιο σοβαρός: «Πρόσεξε, μάνα… σε λίγο θα έχει προξενειά και για τον μικρό σου γιο, τον Γιούν‑Τσεν. Ίσα‑ίσα που προλαβαίνεις να παντρέψεις πρώτα τον πρωτότοκό σου.»

    Η Σιού‑Λαν συνοφρυώθηκε κάνοντας πως θίγεται. «Μα τι είναι αυτά που λέτε; Το παιδί δεν είναι ακόμη ούτε είκοσι χρονών!» είπε, με τόνο που δεν άφηνε περιθώριο αντίρρησης. Και συνέχισε, καθιστώντας ξεκάθαρο τον κανόνα του σπιτιού: «Εδώ υπάρχει ένας κανόνας. Τις νύφες τις επιλέγω πρώτα εγώ… και μετά τις εγκρίνει ο πατέρας σας.»

    Οι δύο γιοι σιώπησαν για μια στιγμή, ανταλλάσσοντας βλέμματα γεμάτα γέλιο και αμηχανία. Η συζήτηση έφερε μια χαλαρή ζεστασιά στο τραπέζι, ενώ η Λαν‑Ρονγκ χαμογέλασε αχνά, παρατηρώντας την οικογενειακή ιεραρχία και τα έθιμα που συνέχιζαν να ζωντανεύουν γύρω της.

   «Λαν‑Ρονγκ», είπε ο αδελφός της, ο Μα Σιούν, «είσαι πάλι σπίτι. Πρέπει να μείνεις μαζί μας, στο κυρίως σπίτι. Δεν έχει σημασία ο χρόνος που πέρασε. Εδώ είναι το μέρος σου.»

   Μα η γυναίκα του, η Σιού‑Λαν, χαμήλωσε το βλέμμα της και μίλησε με ήρεμο τόνο, αλλά με μια λανθάνουσα αυστηρότητα: «Ίσως θα ήταν καλύτερα για την ηρεμία της να μείνει λίγο καιρό στον βοηθητικό χώρο στην πίσω αυλή. Έχουμε χώρο αρκετό, πρόσφατα επέκτεινε τον χώρο ο μικρός γιος μας, μπορεί να λέτε ότι θέλετε, αλλά στην τέχνη του ξυλουργού είναι άπιαστος. Έτσι δεν θα μας έχει συνέχεια στα πόδια της… άλλωστε σε λίγο ετοιμάζουμε το σπίτι για τον γάμο του Γκουάν‑Σεν.»

   Ο Μα Σιούν κοίταξε την αδελφή του και μετά τη σύζυγό του. Το βλέμμα του σταμάτησε στην Λαν‑Ρονγκ. Σιώπησε, και μετά έγνεψε αργά, δεχόμενος τη σκέψη της Σιού‑Λαν, χωρίς όμως να μειώνει την ευγνωμοσύνη του για την επιστροφή της.

 

 

ο άτακτος απών της οικογένειας

   Οι λόγοι που ο Γιούν-Τσεν τον τελευταίο καιρό δεν παρευρισκόταν ποτέ στο οικογενειακό τραπέζι δεν ήταν τυχαίοι. Δεν ήταν ούτε τα άλογα, ούτε το κυνήγι, ούτε διάφορες άλλες προφάσεις. Οι φήμες για τη Λιάν‑Χουά, την γεροντοκόρη του πλούσιου έμπορου, δεν ήταν τελικά αβάσιμες. Ο Γιούν‑Τσεν επισκεπτόταν το σπίτι της αρκετά τακτικά, πάντα υπό το πρόσχημα ότι επρόκειτο για μαστορέματα ή επιδιορθώσεις. Κι όμως, η αλήθεια ξεχώριζε στις σιωπές και στις ώρες που το σπίτι έμενε κλειστό, πριν ξανακουστούν οι ήχοι των ξύλων και των εργαλείων που χειριζόταν ο νεαρός.

   Οι ξυλοκόποι απέναντι από την αυλή, παρατηρώντας από τα μικρά τους παράθυρα, χαζεύανε και διασκέδαζαν με το πόσο καθυστερούσαν αυτές οι εργασίες. Κάθε φορά που έβγαινε από το σπίτι, τα εργαλεία του φαίνονταν λιγότερο βαρύ και τα βήματά του πιο αργά, σαν να είχε περάσει περισσότερη ώρα από όση φαινόταν στους υπόλοιπους.

   Για τον κόσμο, πάντα έπρεπε να υπάρχει ένα πρόσχημα, μια δουλειά, μια επισκευή, μια ανάγκη του σπιτιού. Και μια πλούσια γεροντοκόρη, αν δεν μπορούσε να εξασφαλίσει τον γάμο που της άρμοζε, μπορούσε να απολαμβάνει την παρέα και την προσοχή ενός γερού, ικανότατου μεροκαματιάρη υπαλλήλου. Μάλιστα του είχε προτείνει να αναλάβει τη δουλειά του επιστάτη. Τα κτήματα ήταν μεγάλα, το σπίτι μεγάλο. Εκείνος είχε αρνηθεί. Και τότε για να τον δελεάσει, ίσως και για να του δώσει κίνητρο να έρχεται πιο γρήγορα, του είχε χαρίσει ένα λευκό άλογο, από εκείνα που υπήρχαν στην αυλή τους. Πάντα η μεγάλη αδυναμία του Γιούν-Τσεν ήταν τα άλογα. Σε μια τέτοια φιλική φιλοφρόνηση δεν θα μπορούσε να αρνηθεί.

   Πολλές νύχτες ο Γιούν‑Τσεν δεν κοιμόταν στο σπίτι της οικογένειάς του. Όταν ο έμπορος πατέρας της Λιάν‑Χουά έλειπε, και περιέργως έλειπε αρκετά τακτικά, περισσότερο από το αναμενόμενο, λες και υπήρχε μια άτυπη διευκόλυνση προς τη μοναχοκόρη του, τότε ο νεαρός καβαλάρης με το λευκό άλογο γλιστρούσε σιωπηλά προς το πλουσιόσπιτο, για να συμπληρώσει τις πρωινές του εργασίες με  νυχτερινές υπερωρίες. Προσπαθούσε να είναι όσο πιο αθόρυβος μπορούσε. Γνώριζε άλλωστε όλα τα κατατόπια του σπιτιού που τον φιλοξενούσε τόσο καλά, και η σιγή της νύχτας και το φως του φεγγαριού ήταν σύμμαχοί του να κρύψει κάθε του κίνηση.

   Η μητέρα του, η Σιού‑Λαν, είχε κάποιες υποψίες για τις βραδινές του εξόδους. Όταν επέστρεφε ήταν πάντα κουρασμένος, σχεδόν εξαντλημένος. Του το τόνιζε να μην ξενυχτά. Να μην χάνεται σαν αλαφροϊσκιωτος στα φαράγγια και τους λόγγους. Από μικρό αυτό το παιδί, το στερνοπούλι της, δεν μπορούσε να καθίσει ήρεμο σε ένα μέρος. Όσο δεν την είχαν ταλαιπωρήσει τα δύο πρώτα της παιδιά, ο Γιούν-Τσεν από μικρός είχε φανεί απείθαρχος, ατίθασος. Ίσως επειδή ήταν αρκετά μικρότερος από τα δύο μεγάλα αδέλφια του που μεταξύ τους είχαν μόνο ένα χρόνο διαφορά, και αυτός είχε έρθει δέκα χρόνια μετά, σαν να μην τον περίμενε κανείς και βιαζόταν από τη γέννησή του να κάνει όλους να τον προσέξουν και να τον δεχθούν. Μα η αγάπη για τον μικρό της γιο ήταν μεγαλύτερη από κάθε ανησυχία. Αν βιαζόταν τόσο πολύ να γίνει άντρας, κι αν μια γυναίκα, έστω μεγαλύτερή του, τον βοηθούσε σ’ αυτό, προσφέροντάς του φιλοξενία και καθοδήγηση, κανείς δεν μπορούσε να πει κάτι. Κι αν αυτή η γυναίκα τύχαινε να είναι πλουσιοκόρη, η κοινωνική αποδοχή ήταν ακόμα πιο εύκολη, όσο παράδοξο κι αν φαινόταν. Ο Γιούν-Τσεν άλλοτε έτρωγε βιαστικά εκεί το φαγητό που του είχε ετοιμάσει η μητέρα του, άλλοτε το έπαιρνε για το δρόμο. Ο νεαρός ξυλουργός προφασιζόταν ότι είχε ακόμη δουλειά με τις στέγες των σταύλων στο σπίτι του έμπορου στην Τσουτζιά.  

 

 

 

ο καϋμός ενός μεγαλέμπορου

   Ο εύπορος έμπορος Τσεν Γιουνσάν. Ήταν άντρας εξήντα τριών ετών, με λεπτή γκρίζα γενειάδα και βλέμμα ήρεμο αλλά προσεκτικό, όπως ταιριάζει σε άνθρωπο που έχει περάσει τη ζωή του μετρώντας κέρδη, κινδύνους και ανθρώπους. Ο Τσεν είχε αποκτήσει την περιουσία του εμπορευόμενος κυρίως τσάι από τα βουνά της Σετσουάν και αλάτι από τα φημισμένα τοπικά αλατωρυχεία, ενώ κατά καιρούς αγόραζε και μεταξωτά υφάσματα που έφταναν με καραβάνια από άλλες επαρχίες. Ταξίδευε συχνά σε αγορές και μικρές πόλεις της δυτικής Κίνας για να πουλήσει τα εμπορεύματά του και να κλείσει νέες συμφωνίες. Παρά τον πλούτο του, είχε μόνο ένα παιδί, την κόρη του, και αυτό ήταν το ζήτημα που τον απασχολούσε περισσότερο όσο περνούσαν τα χρόνια.

   Η κόρη του, η Λιάν-Χουά, είχε πια περάσει προ πολλού την ηλικία που οι περισσότερες γυναίκες είχαν ήδη οικογένεια· ήταν ήδη τριάντα τεσσάρων ετών και παρέμενε ανύπαντρη. Δεν ήταν άσχημη γυναίκα. Είχε καθαρό δέρμα, ήρεμα μάτια και λεπτό πρόσωπο. Όταν την έβλεπε κανείς από το πλάι, η μορφή της έδειχνε σχεδόν ευγενική και κομψή. Ωστόσο υπήρχαν δύο μικρές ιδιομορφίες που συχνά σχολιάζονταν. Η μύτη της ήταν ελαφρώς γαμψή, κάτι που χάλαγε τη συμμετρία του προσώπου όταν την έβλεπαν από μπροστά. Επιπλέον η φωνή της είχε έναν ελαφρά ρινόφωνο τόνο, έναν τρόπο ομιλίας που έκανε μερικούς ανθρώπους, ιδίως όταν μιλούσε γρήγορα, να την αντιπαθούν. Τίποτε από αυτά δεν την έκανε πραγματικά άσχημη, όμως σε μια κοινωνία όπου οι προξενήτρες έκριναν γρήγορα και αυστηρά, τέτοιες λεπτομέρειες μπορούσαν να γίνουν αφορμή για σχόλια.

   Πολλές φορές στο σπίτι του Τσεν Γιουνσάν είχαν έρθει προξενήτρες και προξενητές. Καθισμένοι στο χαμηλό τραπέζι, έπιναν τσάι και παρατηρούσαν τη Λιάν-Χουά όταν εκείνη έμπαινε για να σερβίρει. Μια ηλικιωμένη προξενήτρα είχε πει κάποτε με προσεκτικό τόνο: «Η κόρη σας έχει ευγενικούς τρόπους και καθαρό πρόσωπο… αλλά η μύτη της είναι κάπως γυρισμένη. Ορισμένες οικογένειες δίνουν μεγάλη σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες.» Μια άλλη γυναίκα, λιγότερο διακριτική, είχε σχολιάσει χαμηλόφωνα ότι η φωνή της κοπέλας ήταν «λίγο ρινική» και πως οι οικογένειες των λογίων προτιμούσαν πιο απαλή ομιλία. Ο Τσεν άκουγε αυτά τα λόγια χωρίς να απαντά, αλλά η δυσφορία του ήταν φανερή.

   Κάποτε μάλιστα είχε φανεί πως η Λιάν-Χουά θα παντρευόταν. Ένας νεαρός, γιος εμπόρου από μια κοντινή πόλη, παρουσιάστηκε ως πιθανός αρραβωνιαστικός. Οι οικογένειες συναντήθηκαν και για μερικές εβδομάδες μιλούσαν όλοι για τον επικείμενο αρραβώνα. Όμως η γνωριμία δεν εξελίχθηκε όπως περίμεναν. Η Λιάν-Χουά, που είχε μεγαλώσει βοηθώντας τον πατέρα της και κρατώντας λογαριασμούς του εμπορίου, δεν ανεχόταν εύκολα την αλαζονεία. Σε ένα δείπνο, όταν ο νεαρός έκανε ένα λάθος σε μια κουβέντα για το εμπόριο τσαγιού, εκείνη τον διόρθωσε μπροστά στους άλλους. Ο νεαρός ένιωσε ότι τον πρόσβαλε. Ο πατέρας της, που ήταν ήδη αυστηρός και δύσπιστος, είπε ψυχρά πως όποιος ήθελε να παντρευτεί την κόρη του έπρεπε πρώτα να αποδείξει την αξία και την ικανότητά του. Η ατμόσφαιρα βάρυνε τόσο που λίγες μέρες αργότερα ο νεαρός έφυγε, λέγοντας πως οι δύο οικογένειες δεν ταίριαζαν.

   Από τότε δεν παρουσιάστηκε άλλος σοβαρός υποψήφιος. Το χωριό Τσιουτζιά ήταν μικρό και οι περισσότεροι νέοι ήταν αγρότες χωρίς ιδιαίτερη περιουσία, κάτι που ο Τσεν θεωρούσε ακατάλληλο για τη μοναχοκόρη του. Οι λίγοι μορφωμένοι νέοι είχαν ήδη παντρευτεί ή είχαν φύγει για μεγαλύτερες πόλεις. Έτσι η Λιάν-Χουά έμεινε στο σπίτι του πατέρα της, διοικώντας το νοικοκυριό και βοηθώντας στους λογαριασμούς του εμπορίου.

    Ο Τσεν Γιουνσάν συνέχισε να ταξιδεύει στις αγορές της περιοχής με τα φορτία τσαγιού και αλατιού. Στα πανδοχεία και στα τραπέζια των εμπόρων μιλούσε για τιμές, για δρόμους και για εμπορεύματα, αλλά συχνά έφερνε τη συζήτηση και σε οικογένειες με άγαμους γιους. Ποτέ δεν ζητούσε ανοιχτά γαμπρό. Όμως πίσω από κάθε εμπορική κουβέντα υπήρχε η ίδια κρυφή σκέψη. Μήπως σε κάποια μακρινή πόλη βρεθεί ο κατάλληλος άντρας για την κόρη του, πριν να είναι πολύ αργά.

 

 

οι ανησυχίες της Σιού-Λαν

    Η Σιού-Λαν στάθηκε δίπλα στη χήρα αδελφή του άνδρα της, την Λαν-Ρονγκ, και με ήρεμη φωνή την οδήγησε στον ξενώνα. Ο χώρος ήταν αρκετά μεγάλος για ένα μόνο άτομο. Ο ξενώνας ήταν σχεδιασμένος σαν μικρό σπίτι, με προθάλαμο που οδηγούσε στην κύρια αίθουσα και ένα ξεχωριστό δωμάτιο για μελέτες ή φύλαξη εγγράφων και αντικειμένων του σπιτιού, που χρειαζόταν να είναι στεγνό και ασφαλές από υγρασία. Η Σιού-Λαν εξήγησε στην Λαν-Ρονγκ ότι πρόσφατα ο ξενώνας είχε ανακατασκευαστεί και επεκταθεί· την εργασία είχε αναλάβει από μόνος του ο γιος της, ο Γιούν-Τσεν, που τότε έλεγε ότι ο χώρος αυτός θα ήταν δικός του, το προσωπικό του καταφύγιο για μελέτες, σχέδια και μελλοντικά έργα.

    «Μην φοβάσαι», πρόσθεσε η Σιού-Λαν με ήρεμη φωνή, «αυτό το παιδί ποτέ δεν κοιμάται εδώ. Κάνει σχέδια και μετά τα παρατάει. Αυτός ο χώρος από εδώ και πέρα είναι αποκλειστικά δικός σου». Η σκεπή του ξενώνα ήταν ιδιότυπη και περίτεχνη, με καμπύλες δοκούς και διπλά επίπεδα, ώστε η οροφή να αντέχει το βάρος του χειμώνα και να δημιουργεί αερισμό για τα εσωτερικά δωμάτια. Οι τοίχοι από γυαλισμένο ξύλο ανακλούσαν το φως των κεριών, και ένα μικρό παράθυρο με ξύλινα παντζούρια άφηνε να περνάει το φως του φεγγαριού. Η Σιού-Λαν έφερε στρώματα από βαμβακερά υφάσματα, λεπτά σκεπάσματα και μερικά μαξιλάρια γεμάτα ρύζι, σύμφωνα με την παράδοση, φροντίζοντας ώστε η Λαν-Ρονγκ να έχει αξιοπρεπή διαμονή. Τακτοποίησε προσεκτικά τα πάντα, φροντίζοντας να μην λείπει τίποτα για την άνεση και την ευπρέπεια της Λαν-Ρονγκ, και της ευχήθηκε μια ήρεμη νύχτα.

   Αφού διασφάλισε ότι η Λαν-Ρονγκ ήταν άνετη, η Σιού-Λαν επέστρεψε στο κύριο σπίτι. Ο Μα Σιούν κοιμόταν ήδη βαθειά, η αναπνοή του ήρεμη και ρυθμική, χωρίς καμία ένδειξη ανησυχίας. Η Σιού-Λαν στάθηκε για λίγο δίπλα του, παρατηρώντας τη σκιά του φωτισμένη από το φεγγαρόφως, και κάθισε με προσοχή κοντά του, προσπαθώντας να μην τον ξυπνήσει. Η καρδιά της ήταν βαριά· το μυαλό της έτρεχε σε όσα θα επακολουθούσαν. Σε λίγες μέρες θα δεχόντουσαν στο σπίτι τους τους συγγενείς της νέας νύφης, της Γουάν-Γιου, μιας κοπέλας ευγενικής, μορφωμένης σε βασικές τέχνες του νοικοκυριού, γνώστριας των ευπρεπών συνήθειων της επαρχίας και προερχόμενης από οικογένεια με αξιοσέβαστη περιουσία. Η Σιού-Λαν αναρωτιόταν τι θα έλεγαν οι συγγενείς αν μάθαιναν ότι πριν από την επίσημη επίσκεψη είχε καταφτάσει μια χήρα με ένα γατί· η χήρα συμβόλιζε πένθος και δυστυχία, ενώ το γατί θεωρούνταν πλάσμα που μπορούσε να φέρει κακή τύχη ή να αποσπάσει την ενέργεια του σπιτιού. Αν η Λαν-Ρονγκ παρίστατο στην επίσημη υποδοχή, θα μπορούσε να προκαλέσει φόβους και αρνητική εντύπωση στους συγγενείς της νύφης.

   Μέσα στο σκοτάδι, οι σκέψεις της Σιού-Λαν άρχισαν να τρέχουν ανεξέλεγκτα. Σκεφτόταν την επίσκεψη των συγγενών της Γουάν-Γιου, και τον τρόπο που θα έπρεπε να χειριστεί τη Λαν-Ρονγκ ώστε η χήρα να μείνει μακριά από την επίσημη υποδοχή. Αναρωτιόταν αν η νέα νύφη θα ένιωθε άνετα, αν οι λεπτομέρειες της κοινωνικής της κατάστασης θα γίνονταν αντικείμενο σχολιασμού, και πώς κάθε χαμόγελο ή λέξη της θα έπρεπε να είναι μετρημένη για να αποφευχθούν παρεξηγήσεις.

   Η Σιού-Λαν έκλεισε τα μάτια της για λίγο, προσπαθώντας να ηρεμήσει, αλλά ήξερε βαθιά μέσα της πως η νύχτα θα ήταν μεγάλη, γεμάτη προσευχές και σκέψεις για το μέλλον της οικογένειάς της και για την τύχη που ήθελε να διασφαλίσει.

 

 

Η συνεννόηση

   Το επόμενο πρωί, όταν ο Μα Σιούν είχε φύγει για τις δουλειές του στα ανοιχτά χωράφια και τα φορτία του εμπορίου, η Σιού-Λαν βρήκε την ευκαιρία και κάλεσε την αδελφή του, την Λαν-Ρονγκ, στην κουζίνα του κυρίως σπιτιού. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο φως από τα μεγάλα παράθυρα, με τον ήλιο να χτυπά απαλά πάνω στα ξύλινα δοκάρια και στα πήλινα σκεύη. Η Σιού-Λαν την υποδέχτηκε με ευγένεια και την κάθισε κοντά στο τραπέζι, προσφέροντάς της τσάι, χωρίς να βιάζεται να πει τον αληθινό λόγο της πρόσκλησης.

Με ήρεμη αλλά σταθερή φωνή, άρχισε να πιέζει την Λαν-Ρονγκ να βγάλει τα βαριά ενδύματα του πένθους, χωρίς να αποκαλύπτει ακριβώς γιατί το ζητούσε. «Είσαι ακόμη νέα γυναίκα», είπε, «και εδώ θα υπάρξει για σένα μια καλύτερη τύχη. Πάντα όταν η τύχη μας αδικεί, την επόμενη φορά προσπαθεί να είναι δίκαιη μαζί μας· πάντως όχι άδικη».

    Η Λαν-Ρονγκ κατάλαβε αμέσως προς τα πού ήθελε να κατευθύνει η Σιού-Λαν τη σκέψη της και απάντησε με ηρεμία: «Ξέρω ότι ήρθα απροειδοποίητα, αλλά μέσα σε αυτές τις δύσκολες στιγμές δεν είχα που αλλού να πάω. Κατανοώ ότι σε λίγο θα έρθουν οι συγγενείς της νύφης και θα ήταν σφάλμα να με συναντούσαν». Η ίδια συνέχισε, με μια υποψία χαμόγελου, «Δεν θα παρευρίσκομαι στην επίσκεψη. Ένα ευχάριστο γεγονός δεν μπορεί να σκιαστεί από ένα άλλο αρνητικό γεγονός».

   Σκέφτηκε ακόμα και για τις πρώτες μέρες· αν κάποιος ρωτούσε για αυτήν, δεν θα έπρεπε να λέει ότι είναι η χήρα αδελφή του Μα Σιούν. «Ποιος θα με θυμόταν άλλωστε;» πρόσθεσε. «Όταν έμπαινα στο χωριό, δεν είδα ούτε μια γνωστή φυσιογνωμία· λες και όλα είχαν αλλάξει».

   Η Σιού-Λαν δέχτηκε την πρόταση ως δώρο και απόδειξη της καλοσύνης της Λαν-Ρονγκ με ένα ήρεμο νεύμα και μια λέξη ενθάρρυνσης. «Θα λέμε ότι εργάζεσαι στα χωράφια μας», είπε. «Ίσως θα πρέπει να σε φωνάζουμε αλλιώς. Κάποιος από τους παληούς μπορεί κάτι να θυμηθεί, να συνδυάσει το όνομά σου με το όνομα της αδελφής του Μα Σιούν. Πρέπει να βρούμε ένα όνομα.»

   Η Λαν-Ρονγκ εφευρίσκοντας την εικόνα του νέου εαυτού της απάντησε γρήγορα «Μιν-Γι». Αλλά μπορεί να ρωτήσουν από πού έρχομαι, και γιατί με φιλοξενείτε εδώ ήταν η λογική συνέχεια των ερωτημάτων της Λαν-Ρονγκ μετά τη λύση της εφεύρεσης του νέου ονόματός της. «Δεν σε φιλοξενούμαι. Δουλεύεις στα χωράφια μας» της απάντησε η Σιού-Λαν «αυτό θα λέμε». Η Λαν-Ρονγκ αναρωτήθηκε «Και ο άντρας μου τι σχέση είχε με τον Μα Σιούν;»

   Η  Σιού-Λαν ζύγισε το μνημονικό της και σαν ψάρι της λίμνης που το βγάζει κάποιος από το θολό σκούρο νερό ανέσυρε ένα όνομα. «Υπήρχε κάποιος Λι Σουρέν από ένα χωριό, το Τσινγκσί. Κάποτε είχε βοηθήσει τον αδερφό σου. Είναι αρκετά μακρυά για να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει ότι είσαι γυναίκα του και αυτά που θα πούμε στον κόσμο.»

  «Θα ρωτάνε. Όταν είναι κάποιος ξένος όλοι θέλουν να μάθουν από πού έρχεται» σκεφτόταν η Λαν-Ρονγκ.  

   «Μην φοβάσαι θα τα μάθω όλα από τον αδελφό σου. Όταν βρεθούμε μόνοι, θα τον βάλω να μου τα πεί. Και γώ δεν ξέρω καλά καλά τί χάρη του είχε προσφέρει αυτός ο Λι Σουρέν. Αλλά πρώτα πρέπει να βγάλεις αυτά τα χρώματα του πένθους από πάνω σου. Το πένθος αξίζει μόνο για τον τόπο που έγινε, όχι για τους άλλους, τους άγνωστους τόπους».

   Η Λαν-Ρονγκ κοίταξε τα χρώματα που φορούσε και σιγά με τη σκέψη της άρχισε να τα αφαιρεί από πάνω της, καταλαβαίνοντας πως η Σιού-Λαν δεν μιλούσε μόνο για τα ρούχα, αλλά και για τη σκέψη και την ψυχή της· εδώ θα μπορούσε να ξαναβρεί μια ζωή χωρίς βάρος από το παρελθόν, τουλάχιστον για όσο θα έμενε στον ξενώνα.

   Η Σιού-Λαν την παρακολούθησε για λίγο σιωπηλή, με προσοχή, ικανοποιημένη που η Λαν-Ρονγκ αντιλαμβανόταν το νόημα των λέξεών της. Στη συνέχεια μίλησε με αποφασιστικότητα αλλά χωρίς σκληρότητα:

   «Πρέπει να τα βγάλεις όσο γρηγορότερα γίνεται από πάνω σου», της είπε. «Στο μεσημεριανό τραπέζι δεν πρέπει να εμφανιστείς έτσι. Πώς θα μπορούμε να λέμε ότι εργάζεσαι στα χωράφια μας, αν τα φοράς ακόμη; Οι άνθρωποι θα ρωτήσουν ποια είναι αυτή η χήρα στου Μα Σιούν;»

   Και, χωρίς να χάνει χρόνο, με μια προσεκτική κίνηση ξεκούμπωσε από πάνω της το λευκό ένδυμα της χηρείας, αφήνοντάς το να πέσει απαλά στο πάτωμα. Το ύφασμα είχε το βάρος και τη σοβαρότητα της παράδοσης, αλλά τώρα φαινόταν ξαφνικά άδειο και χωρίς νόημα στον ήλιο που έμπαινε από τα παράθυρα. Η Σιού-Λαν έβγαλε ένα καθαρό, βαμβακερό ένδυμα για την Λαν-Ρονγκ και το έδωσε με ευγένεια. «Φόρεσέ το αυτό», είπε, «είναι ταπεινό αλλά αξιοπρεπές· θα σε βοηθήσει να φανείς άνετη και σεμνή, και θα δείξει στους άλλους ότι η τύχη σου δεν σε βαραίνει πια».

    Η Λαν-Ρονγκ έσκυψε λίγο, πήρε το ένδυμα και άρχισε να το φορά, νιώθοντας το βάρος του παλιού πένθους να φεύγει σιγά σιγά από τους ώμους της. Το φως του πρωινού ήλιου άγγιξε το πρόσωπό της, και για πρώτη φορά μετά από μέρες ένιωσε μια μικρή αίσθηση ανακούφισης· σαν να ανοίγονταν ένας δρόμος για νέα τύχη, μέσα από την τυπική ευγένεια και φροντίδα της Σιού-Λαν.

   Η Σιού-Λαν στάθηκε λίγο παραπέρα, παρατηρώντας την αλλαγή, με ήρεμη ικανοποίηση. Ήξερε πως το πρώτο βήμα είχε γίνει και πως, όσο η Λαν-Ρονγκ θα παραμένει στον ξενώνα, η παρουσία της στην επίσημη επίσκεψη των συγγενών της νύφης θα ήταν αποκλειστικά διακριτική· η ειρήνη και η τάξη του σπιτιού θα διατηρούνταν, και το ευχάριστο γεγονός δεν θα σκιάζονταν από παρελθόντα βάρη.

 

 

 

 

το μεσημεριανό τραπέζι

   Το μεσημεριανό φως έπεφτε λοξά στην αυλή του σπιτιού του Μα Σιούν. Το τραπέζι είχε ήδη στρωθεί. Ένα μεγάλο ξύλινο πήλινο σκεύος με ρύζι, χόρτα σωταρισμένα με σκόρδο και λίγη σούπα που άχνιζε ακόμη. Η πόρτα άνοιξε αθόρυβα. Η Λαν-Ρονγκ στάθηκε για μια στιγμή στο κατώφλι. Δεν φορούσε πια το τραχύ λευκό του πένθους. Ο χιτώνας της ήταν ξεθωριασμένο γαλάζιο, από απλό βαμβάκι, με μανίκια που έπεφταν μαλακά στους καρπούς. Η φούστα της ήταν γήινο μπεζ, χωρίς κέντημα, δεμένη με σκούρα γκρι ζώνη. Τα μαλλιά της ήταν μαζεμένα σε χαμηλό κότσο, συγκρατημένα μόνο από μια λεπτή φουρκέτα μπαμπού. Το σύνολο ήταν σεμνό. Αλλά δεν ήταν πένθιμο.

   Ο Μα Σιούν, που καθόταν ήδη στο τραπέζι, σήκωσε τα μάτια του. Για μια στιγμή δεν είπε τίποτα. Μετά έγνεψε αργά. «Αδελφή…» είπε χαμηλόφωνα. «Τα χρώματα σου ταιριάζουν.»

   Η Λαν-Ρονγκ έσκυψε το κεφάλι. «Δεν είναι ακόμη χρώματα χαράς» απάντησε

   Η Σιού-Λαν, η σύζυγος του Μα Σιούν, πλησίασε και την παρατήρησε προσεκτικά. Στο πρόσωπό της υπήρχε κάτι ανάμεσα σε αυστηρότητα και ανακούφιση. «Έτσι πρέπει,» είπε. «Όχι λευκό πια. Το λευκό φέρνει θλίψη μέσα στο σπίτι.»

    Κάθισαν όλοι. Ο δευτερότοκος γιος, ο Μινγκ-Τάο, κοίταξε τη θεία του με περιέργεια. «Θεία,» είπε, «μοιάζεις σαν να γύρισες από μακρύ χειμώνα.»

    Η Λαν-Ρονγκ χαμογέλασε αχνά. «Ο χειμώνας δεν τελείωσε ακόμη, Μινγκ-Τάο. Απλώς έλιωσε λίγο ο πάγος.»

    Ο Μα Σιούν έριξε μια ματιά προς την αυλή και ρώτησε «Ο Γκουάν-Σεν ακόμη δεν γύρισε;»

    Η Σιού-Λαν κούνησε το κεφάλι. «Πήγε με τους συγγενείς της οικογένειας της Γουάν-Γιου. Για κυνήγι στα χαμηλά βουνά. Θέλουν να δουν πώς κρατά τόξο και πώς στέκεται ανάμεσα σε άντρες.»

    Ο Μινγκ-Τάο κρυφογέλασε. «Ο αδελφός μου θα φέρει πίσω τα μισά ζώα του δάσους μόνο και μόνο για να τους εντυπωσιάσει.»

    Η μητέρα του δεν χαμογέλασε. Έβαλε ρύζι στα μικρά πήλινα σκεύη και ύστερα μίλησε με φωνή ήρεμη αλλά σταθερή. «Ακούστε με τώρα.»

   Ο Μα Σιούν την κοίταξε. Ήξερε αυτόν τον τόνο.

   «Από εδώ και πέρα,» συνέχισε η Σιού-Λαν, «έξω από το σπίτι δεν θα λέμε ότι η Λαν-Ρονγκ είναι αδελφή σου.»

    Ο Μινγκ-Τάο έδειξε έκπληξη. «Και τί θα λέμε;» ρώτησε.

   Η Σιού-Λαν απάντησε χωρίς δισταγμό. «Ότι είναι γυναίκα που δουλεύει στα χωράφια μας. Ότι στην εμπιστεύθηκε κάποιος γνωστός σου, ο Λι Σουρέν και μετά εκείνος έφυγε. Την έφερε και μας την άφησε.»

   «Που θυμήθηκες αυτή την ιστορία;» ρώτησε ο Μα Σιούν.

  «Εσύ μου την είχες πει, αλλά όχι ολόκληρη. Δεν το θυμάσαι;»

  Ο Μα Σιούν απόρησε πότε θα μπορούσε να είχε διηγηθεί κάτι τέτοιο. Ίσως αργότερα να το θυμόταν. «Είχα μιλήσει ποτέ εγώ για τον Λι Σουρέν;»

  «Ναι, για τον Λι Σουρέν στο Τσινγκσί. Μόνη μου τα φαντάστηκα;» του είπε κάπως εκνευρισμένη.  

    Μια μικρή σιωπή απλώθηκε. Ο Μα Σιούν αναστέναξε. «Οι άνθρωποι μιλούν πολύ» είπε κάνοντας ένα σχόλιο που συμπεριελάμβανε μέσα και τον εαυτό του.

   «Και οι οικογένειες που ετοιμάζουν γάμο ακούν ακόμη περισσότερο» συμπλήρωσε το σχόλιό του η γυναίκα του. Η Σιού-Λαν έγνεψε. «Μέχρι να παντρευτεί ο Γκουάν-Σεν τη Γουάν-Γιου, δεν πρέπει να υπάρξει καμία αναστάτωση. Καμία φήμη για χήρες, κακοτυχίες ή βαριά πένθη μέσα στο σπίτι.»

   Ο Μινγκ-Τάο κοίταξε τη Λαν-Ρονγκ. «Και εσύ το δέχεσαι αυτό, θεία;»

    Η Λαν-Ρονγκ ήταν ήρεμη. «Η καλή τύχη ενός γάμου είναι σαν το νεαρό ρύζι. Αν φυσήξει δυνατός άνεμος νωρίς, λυγίζει.» Σήκωσε το βλέμμα της προς τη Σιού-Λαν. «Αν για λίγο πρέπει να είμαι γυναίκα των χωραφιών, τότε θα είμαι. Αν πρέπει να είμαι η Μιν-Γι, η γυναίκα αυτού του Λι Σουρέν, θα γίνω. »

   Ο Μα Σιούν έσφιξε τα χείλη, αλλά τελικά έγνεψε. Η Σιού-Λαν είπε την τελευταία φράση σαν απόφαση που είχε ήδη ληφθεί. «Όταν ο γάμος γίνει και η Γουάν-Γιου περάσει το κατώφλι αυτού του σπιτιού, τότε θα πούμε την αλήθεια.»

    Ο Μινγκ-Τάο πήρε τα ξυλάκια του. «Τότε,» είπε, «μπορούμε να πούμε ότι η γυναίκα των χωραφιών είναι στην πραγματικότητα η θεία μου.»

    Η Λαν-Ρονγκ χαμογέλασε για πρώτη φορά λίγο πιο ζεστά. Η Σιού-Λαν κοίταξε τη Λαν-Ρονγκ με βλέμμα που δεν ήταν ούτε σκληρό ούτε τρυφερό· ήταν το βλέμμα μιας γυναίκας που είχε μάθει να μετρά τις ανάγκες του σπιτιού. «Το πένθος,» είπε αργά, «έχει νόημα μόνο όταν αξίζει αυτός για τον οποίο το κρατούν οι γυναίκες.»

   Ο αέρας στην αυλή φάνηκε να βαραίνει. Ο Μα Σιούν ανακάθισε λίγο. Είχε ήδη σχεδόν πειστεί πως η αλλαγή ήταν αναγκαία, αλλά τα λόγια της γυναίκας του έσπρωχναν τη σκέψη του πιο μακριά. «Δεν έχει νόημα,» είπε τελικά κοιτάζοντας την αδελφή του, «να κρατάς πένθος σε έναν γάμο χωρίς παιδί.»

    Η φράση έπεσε στο τραπέζι σαν μικρή πέτρα. Η Σιού-Λαν όχι μόνο ένευσε καταφατικά το κεφάλι της στη διαπίστωση του άντρα της αλλά σαν βρήκε την ευκαιρία και αύξησε τους λόγους που θα έπρεπε η Λαν-Ρονγκ να σταματήσει να σκέφτεται το παρελθόν. «Με τόσα που άκουσε η αδελφή σου,» είπε με μια σπίθα θυμού στη φωνή της. «Επειδή δεν έκανε παιδί στον Πενγκ Γουεϊλίν. Από τον αδελφό του, από τη νύφη του… από όλους. Πάλι καλά που ακόμη πενθεί. » Κούνησε το κεφάλι της. «Λες και φταίει μόνο η γυναίκα όταν δεν έρχονται τα παιδιά. Καμιά φορά φταίει και ο άντρας.»

    Ο Μα Σιούν έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα στράφηκε προς τη Λαν-Ρονγκ. «Αδελφή,» είπε πιο ήρεμα, «αν δεν ήσουν ευχαριστημένη από τον άντρα σου… από τον γάμο σου… τότε δεν έχει κανένα νόημα να τηρείς το πένθος.» Σήκωσε ελαφρά τους ώμους. «Είναι σαν να κοροϊδεύεις. Πολλά έχουν ακουστεί για χήρες που θρηνούν, ενώ όλοι ξέρουν πως υποκρίνονται.»

   Ο Μινγκ-Τάο, που μέχρι τότε έτρωγε σιωπηλός, σήκωσε το κεφάλι. «Μην το λέτε αυτό,» είπε. «Εξυπηρετεί και αυτό κάποιους σκοπούς.»

   Η Σιού-Λαν γύρισε απότομα προς τον γιο της. Στένεψε τα μάτια της. «Αλήθεια;» Έγειρε λίγο προς το μέρος του, με ένα μισό χαμόγελο που δεν υποσχόταν τίποτα καλό. «Μάλλον θα ήθελες κι εσύ να δοκιμάσεις από τα γλυκίσματα της χήρας Λιού-Μέι.»

   Ο Μινγκ-Τάο πάγωσε. Η μητέρα του συνέχισε, τώρα πια με φανερή ειρωνεία. «Ξέρεις  εσύ καλά… εκείνης που βγαίνει στον δρόμο και ψάχνει άντρες να τους κεράσει γλυκά για τον μακαρίτη τον άντρα της. Και έχουν περάσει δέκα χρόνια.»     Σήκωσε τα φρύδια της και ειρωνικά συνέχισε «Και τί περίεργο πράγμα… φιλεύει μόνο τους γεροδεμένους.»

    Ο Μινγκ-Τάο κατέβασε αμέσως το βλέμμα στο ρηχό στρογγυλό πήλινο σκεύος με το χαμηλό χείλος. Τα αυτιά του είχαν κοκκινίσει. «Μητέρα… εγώ απλώς…»

   Δεν τελείωσε τη φράση. Η Λαν-Ρονγκ έκρυψε ένα αμυδρό χαμόγελο πίσω από το αβαθές πήλινο πιάτο της, ενώ ο Μα Σιούν άφησε ένα μικρό γελάκι να του ξεφύγει. Αλλά είδε πως η ένταση άρχιζε να ανεβαίνει περισσότερο απ’ όσο έπρεπε για ένα μεσημεριανό τραπέζι. Σήκωσε το χέρι του. «Φτάνει.» Η φωνή του ήταν ήρεμη αλλά σταθερή. «Τα σχόλια τελείωσαν.» Όλοι σώπασαν.

   Ο Μα Σιούν κοίταξε πρώτα τη γυναίκα του, ύστερα τον γιο του, και τέλος τη Λαν-Ρονγκ.

   «Μέχρι τον γάμο του Γκουάν-Σεν,» είπε, «η αδελφή μου, η Λαν-Ρονγκ, δεν θα φορά χρώματα πένθους. Ούτε θα πενθεί.»

   Έκανε μια μικρή παύση. «Μετά… ας αποφασίσει η ίδια τι θα κάνει.» Το βλέμμα του μαλάκωσε ελαφρά. «Η ζωή της είναι πλέον δική της. Και μόνο δική της.»

   Στο τραπέζι απλώθηκε μια ήσυχη σιωπή. Και για πρώτη φορά από τότε που είχε περάσει το κατώφλι εκείνη την ημέρα, η Λαν-Ρονγκ ένιωσε πως τα ρούχα που φορούσε δεν ήταν απλώς το τέλος ενός πένθους αλλά ίσως η αρχή μιας άλλης ζωής. Ηταν σε εκείνο το μεσημεριανό γεύμα που η Λαν-Ρονγκ για τον πολύ κόσμο θα ονομαζόταν Μιν-Γι και θα παρουσιαζόταν ως η γυναίκα κάποιου Λι Σουρέν από το μακρυνό Τσινγκσί.

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Β

 

στο νεκροταφείο 

   Μετά το τέλος του μεσημεριανού τραπεζιού η  Λαν-Ρονγκ επέστρεψε στον ξενώνα της, φόρεσε τον λευκό χιτώνα της, τυλίχτηκε με ένα πανωφόρι και πήρε μονάχη της το δρόμο για το νεκροταφείο του χωριού. Μπορεί πολλά να είχαν αλλάξει από τότε που είχε φύγει αλλά το νεκροταφείο και ο δρόμος για αυτό ήταν ακόμη τα ίδια.

   Η Λαν‑Ρονγκ ντυμένη στα λευκά του πένθους  ανέβηκε μόνη στο νεκροταφείο του λόφου. περπατούσε αργά, το βήμα της ήσυχο, σχεδόν διστακτικό. Ο ήλιος είχε αρχίσει να κατεβαίνει, είχε ακόμη αρκετή φωτεινότητα. Στο χέρι της κρατούσε θυμίαμα, και η μικρή φλόγα του άναβε στον αέρα μια αχνή οσμή καπνού. Έπρεπε να αποχαιρετήσει τον σύζυγό της, έστω και από μακρυά, σαν ένα τελευταίο αντίο.

    Στα μάτια της υπήρχε λύπη και θλίψη, αλλά και μια αίσθηση καθαρής ανάγκης. Ο Πενγκ Γουελίν δεν είχε τάφο· δεν υπήρχε σημείο όπου να μπορούσε να γονατίσει και να αφήσει λουλούδια, να ψιθυρίσει το όνομά του, να μιλήσει με το σώμα που αγαπούσε. Εκείνος είχε πεθάνει σε μια άδικη εκτέλεση, και τα νερά του ποταμού είχαν καταπιεί τα ίχνη του, αφήνοντας πίσω μόνο τη μνήμη και τον πόνο της.

   Στάθηκε μπροστά σε ένα άδειο σημείο, ανάμεσα σε τάφους που ανήκαν σε άλλες οικογένειες, και άναψε το θυμίαμα. «Γουελίν…» ψιθύρισε, και η φωνή της έσβησε ανάμεσα στα βράχια και τα δέντρα. Τα μάτια της ήταν υγρά, αλλά δεν υπήρχε κραυγή ή απελπισία· υπήρχε μόνο μια σιωπηλή, βαθιά θλίψη που ήθελε να τιμήσει την απουσία του, να αφήσει μια δική της προσφορά στον χώρο όπου θα μπορούσε να έχει βρει ηρεμία.

    Το νερό από ένα μικρό κανάλι που περνούσε κοντά της θρόιζε απαλά, σαν να έφερνε μαζί του ψίθυρους από τον τόπο όπου ο άνδρας της είχε χαθεί. Η Λαν‑Ρονγκ έκλεισε τα μάτια και σιγοψιθύρισε τις λέξεις που δεν είχε πει ποτέ: για την απώλεια, για την αδικία που είχε στερήσει την τελευταία του ανάσα. Κάθε πνοή του καπνού που ανέβαινε στον ουρανό ένιωθε σαν ένα μικρό μήνυμα προς το πνεύμα του, ένα γέφυρα ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία.

   Στο τέλος, έσκυψε, άφησε το θυμίαμα να καίει πάνω στη γη, και στάθηκε εκεί για λίγο, νιώθοντας πως με αυτόν τον τρόπο, η μνήμη του άνδρα της υπήρχε ξανά, ακόμα κι αν το σώμα του δεν ήταν παρόν. Το παρελθόν της χήρας, οι ημέρες του πόνου και της απώλειας, φάνηκαν να ξεπλένονται μαζί με την καπνιστή φλόγα του θυμιάματος, αφήνοντάς την με μια αχνή αίσθηση γαλήνης, σαν να είχε κάνει την πρώτη της πράξη αποχαιρετισμού και σεβασμού σε έναν άνδρα που δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά.

   Η Λαν‑Ρονγκ στάθηκε για λίγο ακίνητη, με τα χέρια διπλωμένα γύρω από το θυμίαμα. Το λευκό φόρεμά της αντανακλούσε τα τελευταία χρώματα του ηλιοβασιλέματος. Κάθε πνοή θυμιάματος, κάθε ανεπαίσθητη κίνηση του σώματός της, ένιωθε πως καθάριζε κάτι βαθιά μέσα της, κάτι που δεν είχε βρει χώρο να εκφράσει από τη στιγμή που ο Πενγκ Γουελίν χάθηκε.

   Για δεκαέξι χρόνια, η ζωή της είχε κυλήσει χωρίς παιδί, χωρίς συνέχεια, και η απουσία αυτή είχε βαρύνει την καρδιά της σε κάθε βήμα μέσα στο σπίτι που κάποτε μοιραζόταν με τον άνδρα της. Τώρα, μπροστά στο άδειο σημείο, στο σημείο που δεν είχε τάφο, ένιωσε ότι μπορούσε να αφήσει να φύγει όλο το βάρος. Κάθε θλίψη, κάθε αναπάντητη ελπίδα, κάθε σιωπηλό παράπονο που είχε κουβαλήσει για τόσο καιρό, μοιάζαν να διαλύονται στον καπνό και στο φως του δειλινού.

   Η ψυχή της αναστέναξε και, χωρίς να το καταλάβει, οι ώμοι της χαλάρωσαν. Η θλίψη μετατράπηκε σε ηρεμία, και μέσα στη σιωπή του νεκροταφείου, ένιωσε μια παράξενη ελαφρότητα.

Δεν υπήρχαν δάκρυα πια, ούτε κραυγές πόνου. Μόνο μια αίσθηση γαλήνης που κυλούσε μέσα της μαζί με τον ήχο των φύλλων και το θρόισμα του ανέμου ανάμεσα στους τάφους. Η Λαν‑Ρονγκ ήξερε πως αυτή η στιγμή ήταν δική της, προσωπική, και πως εκείνη η σιωπηλή προσφορά, αυτός ο μυστικός φόρος τιμής, ήταν αρκετά για να ξεκινήσει να αφήνει πίσω της το παρελθόν.

   Με ένα τελευταίο βλέμμα στο σημείο, αναστέναξε απαλά και γύρισε πίσω προς το μονοπάτι που οδηγούσε στο χωριό, με το λευκό φόρεμά της να κινείται αργά στον αέρα. Η καρδιά της ήταν πιο ελαφριά, η ψυχή της καθαρή, και η μοναξιά της, χωρίς παιδί, χωρίς άνδρα, είχε βρει για πρώτη φορά μια στιγμή κάθαρσης.

    Ο Γιούν-Τσεν ερχόταν με το άλογό του από τις εργασίες στο σπίτι της γεροντοκόρης του, κάποια στιγμή θα έπρεπε επί τέλους να κοιμηθεί και στο σπίτι του, θέλοντας να κόψει δρόμο βρέθηκε εκεί σχεδόν τυχαία. Άκουσε πρώτα τις φωνές, τραχιές, ξένες. Τρεις άνδρες είχαν πλησιάσει τη χήρα, βλέποντας στο πένθος της ευκαιρία. Της άρπαξαν το καλάθι, γέλασαν, την έσπρωξαν στο χώμα.

    Ο Γιούν-Τσεν δεν σκέφτηκε. Κατέβηκε τρέχοντας με το κοντάρι στο χέρι. Χτύπησε τον έναν στον ώμο, έσπρωξε τον άλλον στο χώμα. Ο τρίτος τράπηκε σε φυγή. Οι άλλοι δύο, αιφνιδιασμένοι από την ορμή του, οπισθοχώρησαν βρίζοντας. Δεν ήταν ήρωας· ήταν απλώς αρκετά αποφασισμένος για να τους φοβίσει.

   Το περιστατικό στο νεκροταφείο δεν τελείωσε μόνο με τη φυγή των ληστών. Καθώς ο Γιούν-Τσεν έσπρωχνε τον έναν μακριά, το ύφασμα του πένθιμου μανδύα της Λαν-Ρονγκ πιάστηκε σε ένα κλαδί. Με έναν ξερό ήχο σκίστηκε. Το λευκό ύφασμα άνοιξε στο στήθος της, αποκαλύπτοντας για μια στιγμή τη ζεστασιά και τη ζωντάνια ενός σώματος που η κοινωνία είχε ήδη καταδικάσει στη σκιά της χηρείας.

   Ο Γιούν-Τσεν γύρισε απότομα το βλέμμα του αλλού, μα η εικόνα είχε ήδη χαραχτεί μέσα του. Όχι σαν χυδαία επιθυμία, αλλά σαν αποκάλυψη. Δεν την είδε ως πενθούσα φιγούρα· την είδε ως γυναίκα. Ζωντανή. Ευάλωτη. Παρούσα.

   Η Λαν-Ρονγκ κατάλαβε το βλέμμα του, ακόμη κι αν εκείνος απέφυγε το δικό της. Τράβηξε το σκισμένο ύφασμα επάνω της, με μάγουλα ξαναμμένα, όχι μόνο από ντροπή, αλλά από μια παράξενη συνείδηση πως κάτι είχε μετατοπιστεί.

    Για μια στιγμή, μόνο μία, η Λαν-Ρονγκ ένιωσε ασφαλής. Καθώς τη σήκωνε από το έδαφος, τα βλέμματά τους συναντήθηκαν σαν δύο ανθρώπων που είχαν σταθεί στο ίδιο όριο κινδύνου.

   Εκείνη δεν έκλαψε. Μόνο έσφιξε το μανίκι του. «Δεν ήθελα να με δει κανείς έτσι», ψιθύρισε.

   Οι ματιές τους συναντήθηκαν για λίγο, διστακτικά αλλά γεμάτα σημασία. Η επίθεση των ληστών είχε φύγει, η ηρεμία είχε επιστρέψει, και μαζί με αυτήν ήρθε η πρώτη αίσθηση εμπιστοσύνης, η στιγμή όπου δύο κόσμοι, που μέχρι τότε έμοιαζαν παράλληλοι, άρχισαν να συναντιούνται για πρώτη φορά.

   Ο Γιούν‑Τσεν κοίταξε την γυναίκα που στεκόταν μπροστά του, συνταραγμένη, με τα μαλλιά να κολλάνε απαλά στα μάγουλά της “Ποιά είσαι;” ρώτησε, με τη φωνή του γεμάτη περιέργεια. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ αυτό το πρόσωπο.  

   Η Λαν‑Ρονγκ ανασήκωσε το βλέμμα της, αφήνοντας την ανακούφιση της στιγμής να εμφανιστεί μέσα στα μάτια της. “Είμαι ξένη,” ψιθύρισε. Η φωνή της βαριά από τη θλίψη αλλά και από τη δύναμη που είχε αποκτήσει η ζωή μέσα στα χρόνια της απώλειας. Η Λαν‑Ρονγκ τον κοίταξε, τα μάτια της γεμάτα ανησυχία και μια αίσθηση ευάλωτης προσμονής. “Μη πεις τίποτα σε κανέναν,” του ψιθύρισε. “Δεν πρέπει να μαθευτεί. Θα τα ρίξουν όλα πάνω μου. Λίγες μόνο ημέρες είμαι εδώ, και αν μαθευτεί κάτι, θα πρέπει να φύγω… και δεν έχω πού να πάω πια.”

   Ο Γιούν‑Τσεν χαμογέλασε απαλά, με μια ήρεμη σιγουριά που φάνηκε να την καθησυχάζει. “Μην φοβάσαι,” είπε. “Δεν είμαι από εδώ. Είμαι από το Τσιουτζιά. Κανείς δεν θα μάθει τίποτα από εμένα.”

   Η Λαν‑Ρονγκ τον ρώτησε σιγανά, σχεδόν ψιθυριστά «Λες να είναι κάπου ακόμα κρυμμένοι;»

    Ο Γιούν‑Τσεν με μάτια ήρεμα αλλά αποφασιστικά. «Μην ανησυχείς», της είπε, «τέτοιοι τύποι εξαφανίζονται μετά… δεν πρόκειται να τους ξαναδούμε».

    «Θέλεις να σε συνοδεύσω μέχρι το σπίτι;»  πρότεινε εκείνος.

   Η Λαν‑Ρονγκ σκέφτηκε για λίγο, με μια μικρή δόση ανησυχίας. «Με φιλοξενούν στο σπίτι που εργάζομαι. Δεν θέλω να προκαλέσω υποψίες ή να τους βάλω σε ανησυχία επειδή ένας άνδρας με συνοδεύει. Θα αρχίσουν να κάνουν ερωτήσεις».

   Ο Γιούν‑Τσεν χαμογέλασε απαλά και συμφώνησε: «Εντάξει. Θα σε συνοδεύω από απόσταση, μέχρι να φτάσεις ασφαλής στην περιοχή του σπιτιού. Μετά θα φύγω.»

    Η Λαν‑Ρονγκ στάθηκε για λίγο, με μια αίσθηση ευγνωμοσύνης. «Θα ήθελα να σε ευχαριστήσω…» είπε ψιθυριστά.

   Ο Γιούν‑Τσεν την κοίταξε με ένα απαλό χαμόγελο. «Θα σε δω, ξανά;» Ίσως ήταν η ασφάλεια και η βεβαιότητα που έδινε σε αυτόν τον νεαρό η σχέση του με την γεροντοκόρη, να μπορεί να κάνει μια τέτοια πρόταση σε μια μεγαλύτερη ηλιακά γυναίκα από εκείνον. Ίσως ο νεαρός Γιούν-Τσεν να θεωρούσε ότι αφού είχε πετύχει με τη γεροντοκόρη, εύκολο θα ήταν να πετύχει και με οποιαδήποτε άλλη μεγαλύτερή του γυναίκα.

    Η Λαν‑Ρονγκ χαμογέλασε κι εκείνη, η φωνή της γλυκιά και ήρεμη: «Όσο το ποτάμι κυλάει, οι άνθρωποι ξανασυναντιούνται…»

    Και με αυτό, ξεκίνησε προς το σπίτι του αδελφού της, νιώθοντας πως, όσο κι αν το μέλλον ήταν αβέβαιο, μια ανεπαίσθητη σύνδεση είχε ήδη δημιουργηθεί μεταξύ τους. Η Λαν‑Ρονγκ μπήκε μέσα στο σπίτι, κατευθύνθηκε αμέσως στον ξενώνα. Το μικρό γατάκι την περίμενε στην εξώθυρα υπομονετικά. Το πήρε στην αγκαλιά της  και έκλεισε την πόρτα πίσω της.

    Μόλις έκλεισε την πόρτα του ξενώνα πίσω της, η Λαν‑Ρονγκ στάθηκε για λίγο ακίνητη, αφήνοντας τη σιωπή να την αγκαλιάσει. Η ανάμνηση του άνδρα της ξεπρόβαλε σαν θολή σκιά, ακολουθούμενη από το επεισόδιο με τους ληστές και τη σιωπηλή επέμβαση του νεαρού άνδρα που την είχε σώσει. Η εικόνα του προσώπου του, η αποφασιστικότητα, η ματιά που, χωρίς λέξεις, είχε διαπεράσει κάθε μέρος της ύπαρξής της, έμεινε χαραγμένη στο μυαλό της.

    Και τότε ήρθε η συνειδητοποίηση. Η παράξενη έλξη που είχε νιώσει εκείνη τη στιγμή, η αίσθηση ότι κάποιο κομμάτι του εαυτού της, θαμμένο βαθιά από τα χρόνια της μοναξιάς στο Γιονγκμίνγκ, το χωριό του συζύγου της, ξυπνούσε ξανά. Ξανά αισθάνθηκε γυναίκα, ζωντανή και ικανή να προκαλέσει επιθυμία σε έναν άνδρα, κάτι που είχε ξεχαστεί, θαμμένο σαν μια παλιά ανάμνηση που ο χρόνος δεν μπόρεσε να σβήσει.

    Η καρδιά της χτυπούσε πιο γρήγορα, και μαζί με τον σφυγμό γεννήθηκε η εσωτερική αναστάτωση,  η επιθυμία που την είχε προικίσει η φύση, αυτό που της είχε ανατεθεί εκ γενετής. Ένα μίγμα φόβου και ενθουσιασμού την κυρίευσε, καθώς συνειδητοποιούσε πως αυτή η αναγέννηση δεν ήταν μόνο επιθυμία, αλλά και ανάγκη. Η ζωή της ζητούσε να επανέλθει, ολόκληρη και αληθινή. Από εκείνη τη στιγμή γνώριζε ότι ήθελε να τον ξανασυναντήσει, όποιος και να ήταν. Έδειχνε μικρότερός της αλλά ίσως αυτή ήταν η μορφή που είχε στερηθεί με τον βιαστικό γάμο της με τον Πενγκ. Δεν είχε ποτέ της ερωτευθεί, και τώρα καθυστερημένα και αλλόκοτα της εμφανιζόταν ο έρωτας με μια μορφή νεαρού άνδρα. 

   Ο Γιούν‑Τσεν, από την άλλη, πήρε τον γνώριμο δρόμο για το Τσιουτζιά, το διπλανό χωριό της γεροντοκόρης. Δεν είχε εκείνο το βράδυ κάποιο κανονισμένο ραντεβού με τη Λιάν-Χουά, αλλά υπήρχε μια αμυδρή ελπίδα μέσα του ότι θα τον φιλοξενούσε. Πράγματι, όταν έφτασε, εκείνη τον οδήγησε στην αποθήκη με τα εμπορεύματα, στο κυρίως σπίτι ήταν ο πατέρας της και δεν θα μπορούσαν να πάνε εκεί. Οι ώρες που ακολούθησαν ήταν από τις πιο έντονες και γεμάτες πάθος της ζωής της. Η αλλαγή χώρου, η μυστικότητα και η απόλυτη αφοσίωση δημιούργησαν μια αίσθηση έντονης επιθυμίας και ερωτικής έντασης. Κάποιες φορές οι αλλαγές στο περιβάλλον φουντώνουν την ερωτική διάθεση, και αυτή η νύχτα της γεροντοκόρης με τον νεαρό επιδιορθωτή έμοιαζε να επιβεβαιώνει αυτή την αλήθεια με τον πιο ζωντανό τρόπο.

 

 

ένα βαθύ βαθύ κόκκινο όνειρο

   Η νύχτα είχε πέσει βαριά πάνω από το χωριό. Τα χωράφια είχαν βυθιστεί σε σιωπή και μόνο ο άνεμος περνούσε ανάμεσα από τα καλάμια σαν ψίθυρος παλιών ιστοριών.  Η Λαν-Ρονγκ ήταν ξαπλωμένη στο στενό της κρεβάτι. Τα μάτια της ήταν ανοιχτά, αλλά το βλέμμα της δεν έβλεπε το δωμάτιο. Έβλεπε ακόμη το νεκροταφείο. Τα χέρια που την είχαν αρπάξει. Την ανάσα του φόβου στο λαιμό της. Και ύστερα το άλλο χέρι. Το χέρι που την είχε τραβήξει πίσω. Το πρόσωπο του νεαρού άντρα δεν το θυμόταν καθαρά. Μόνο τη δύναμη των ώμων του, τη σκιά των μαλλιών του στο φως, τη φωνή του που είχε κόψει τον τρόμο σαν λεπίδα. Η καρδιά της ακόμη χτυπούσε ακανόνιστα. Σαν τύμπανο πολέμου. Το σώμα της θυμόταν τον κίνδυνο, την ένταση, την ξαφνική σωτηρία.

    Ο ύπνος ήρθε αργά. Σαν ομίχλη που σκεπάζει τα βουνά. Και μέσα στην ομίχλη γεννήθηκε το όνειρο. Στην αρχή ήταν μόνο κόκκινο. Ένα βαθύ, βαρύ κόκκινο. Σαν μετάξι που κυματίζει μέσα στο σκοτάδι. Σαν γη ποτισμένη από παλιές θυσίες. Η Λαν-Ρονγκ περπατούσε ξανά στο νεκροταφείο. Αλλά οι τάφοι είχαν αλλάξει. Οι πέτρες είχαν γίνει λείες σαν δέρμα. Οι σωροί της γης ανέπνεαν αργά, σαν να ήταν ζωντανοί. Ο αέρας μύριζε χώμα και βροχή. Ξαφνικά η γη κάτω από τα πόδια της άρχισε να πάλλεται. Στην αρχή απαλά. Ύστερα πιο δυνατά. Σαν καρδιά. Σαν μια τεράστια καρδιά που χτυπούσε κάτω από τον κόσμο.

    Η Λαν-Ρονγκ ένιωσε το σώμα της να τρέμει μαζί της. Όχι από φόβο, αλλά από κάτι βαθύτερο, μια δύναμη που ερχόταν από τα έγκατα της γης και ανέβαινε μέσα από τα πόδια της, τη ράχη της, μέχρι τον λαιμό της. Η ψυχή της πάλευε ανάμεσα σε δύο παλιές φωνές. Η μία ψιθύριζε καθήκον, πένθος, σιωπή. Η άλλη, η πιο αρχαία, μιλούσε για ζωή. Για το σώμα που αρνείται να μείνει πέτρα.

    Η γη άνοιξε. Όχι βίαια. Αργά. Σαν να έπαιρνε ανάσα. Και μέσα από το βαθύ κόκκινο σκοτάδι εμφανίστηκε εκείνος. Ο νεαρός άντρας. Το πρόσωπό του ήταν ακόμη ασαφές, σαν να το σκέπαζε νερό ή φλόγα. Αλλά η παρουσία του ήταν αδιαμφισβήτητη. Ήταν από πάνω της. Όχι σαν απειλή. Σαν σκιά που την προστάτευε από έναν κόσμο που κατέρρεε. Η γη άρχισε να τρέμει πιο δυνατά. Τα σώματά τους τραντάχτηκαν μαζί με τον κόσμο γύρω τους. Οι πέτρες έσπαγαν, οι ρίζες των δέντρων στροβιλίζονταν σαν φίδια. Αλλά η Λαν-Ρονγκ δεν ήθελε να ξυπνήσει. Καθόλου. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια ένιωθε μια παράξενη ασφάλεια. Σαν να είχε επιστρέψει σε κάτι αρχέγονο. Αλλά μέσα στο όνειρο δεν υπήρχαν λέξεις. Υπήρχε μόνο το σώμα. Η γη άνοιξε περισσότερο. Οι δυο τους γλίστρησαν μέσα στο ρήγμα σαν να τους τραβούσε ένα υπόγειο ρεύμα. Το χώμα έπεφτε γύρω τους σαν κόκκινη βροχή. Και καθώς κατέβαιναν στα έγκατα της γης, εκείνος την κράτησε πιο σφιχτά. Δεν υπήρχε πλέον φόβος. Μόνο μια ένωση με τη δύναμη του κόσμου που γεννά και καταστρέφει. Τα σώματά τους έγιναν μέρος του ίδιου ρυθμού, του ίδιου σεισμού που τράνταζε τη γη. Σαν να επέστρεφαν στην πρώτη στιγμή της δημιουργίας. Και εκεί, μέσα στο βαθύ κόκκινο σκοτάδι της γης, αγκαλιασμένοι, συνέχισαν να πέφτουν, αλλά και να ανεβαίνουν ταυτόχρονα, σαν δύο ρίζες που μπλέκονται για να γεννήσουν νέο δέντρο.

   Η γη άρχισε πάλι να πάλλεται. Η Λαν-Ρονγκ ένιωσε το σώμα της να τρέμει. Στην αρχή απαλά,   σαν ρίγος. Ύστερα πιο έντονα. Τα χέρια της σφίχτηκαν στο χώμα του ονείρου. Η πλάτη της λύγισε. Το σώμα της σπαρταρούσε σαν να περνούσε μέσα της ένα κύμα που δεν μπορούσε να ελέγξει. Από τα χείλη της βγήκαν ήχοι μπερδεμένοι. Ένας γογγυσμός. Μια ανάσα που έσπαγε. Κάτι ανάμεσα σε θρήνο και γέλιο. Ήταν σαν δύο αντίθετα ποτάμια να περνούσαν μέσα από την ίδια καρδιά.

    Άνοιξε τα μάτια της. Από πάνω της στεκόταν ένα πέτρινο πρόσωπο. Σκληρό. Ακίνητο. Άψυχο. Σαν άγαλμα θεού ξεχασμένου σε παλιό τάφο. Η Λαν-Ρονγκ ανατρίχιασε. Έκλεισε τα μάτια της ξανά. Το σώμα της συνέχισε να τρέμει. Όταν τα άνοιξε πάλι, το πέτρινο πρόσωπο είχε αλλάξει. Ήταν εκείνος. Ο νεαρός άντρας. Ζωντανή μορφή. Τα μάτια του ήταν σκοτεινά σαν βαθιά νερά. Τα χέρια του δυνατά, ζεστά, γήινα. Το σώμα της τινάχτηκε ξανά. Η γη κάτω τους τρανταζόταν σαν τεράστιος οργανισμός. Ρωγμές άνοιγαν γύρω τους. Ο ρυθμός δυνάμωνε. Σαν κύμα που ανεβαίνει. Σαν βροχή που γίνεται καταιγίδα. Η Λαν-Ρονγκ ένιωθε τη δύναμη της γης να ανεβαίνει μέσα της, από τα πόδια προς την κοιλιά, από την κοιλιά προς την καρδιά. Το σώμα της λύγιζε και ξανάνοιγε σαν άνθος που το διαπερνά η πρώτη ανοιξιάτικη βροχή. Γελούσε. Και ταυτόχρονα θρηνούσε. Σαν να έβγαιναν από μέσα της όλες οι σιωπές των τελευταίων χρόνων.

   Η κορύφωση του σεισμού έφτασε σαν άνεμος που σπάει τα βουνά. Και τότε ένα τεράστιο ζεστό ποτάμι πέρασε από πάνω τους. Όχι νερό μόνο.
Κάτι πιο πυκνό. Πιο ζωντανό. Σαν ποτάμι ζωής. Πέρασε από πάνω τους. Πέρασε μέσα τους. Τους τύλιξε και τους διέσχισε σαν να ήταν μέρος του ίδιου ρεύματος της γης. Και παρ’ όλα αυτά, οι δυο τους έμειναν αγκαλιασμένοι. Η Λαν-Ρονγκ ένιωθε πως το σώμα της είχε γίνει γη και πως η γη είχε γίνει σώμα. Η αναπνοή της ήταν βαθιά. Αργή. Κοίταξε τον νεαρό άντρα. Και μέσα σε εκείνη τη βαριά, ζεστή σιωπή του είπε ψιθυριστά: «Ήρθε η ώρα.» Εκείνος την κοίταξε χωρίς λόγια. Και τότε,  σαν να είχε αλλάξει η ίδια η φύση του ονείρου, από την πλάτη του άνοιξαν φτερούγες αετού. Μεγάλες. Δυνατές. Αρχαίες. Την αγκάλιασε  σφιχτά. Και με μια κίνηση την σήκωσε από το έδαφος.

   Η γη άνοιξε ξανά κάτω τους, αλλά τώρα δεν έπεφταν. Ανέβαιναν. Περνούσαν μέσα από στρώματα χώματος, ρίζες, πέτρες και υπόγεια νερά. Όλα έμοιαζαν να υποχωρούν μπροστά στο πέταγμα του αετού. Ώσπου ξαφνικά— φως. Βγήκαν στην επιφάνεια. Και κάτω τους απλώνονταν αγροί που μόλις φύτρωναν. Μικρά πράσινα βλαστάρια έσκιζαν το χώμα. Η γη μύριζε άνοιξη. Ο νεαρός άντρας την κατέβασε απαλά. Τα πόδια της άγγιξαν τη γη. Το σώμα της ήταν ήρεμο τώρα, σαν μετά από καταιγίδα. Και την ίδια στιγμή — η Λαν-Ρονγκ ξύπνησε. Απέναντί της το μικρό γατάκι την κοίταζε φοβισμένο.

   Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα. Το σώμα της ήταν ζεστό, ταραγμένο, γεμάτο μια ενέργεια που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Έμεινε για λίγο ακίνητη. Αναπνέοντας βαθιά. Σαν να είχε επιστρέψει μόλις από τα ίδια τα έγκατα της γης και να είχε κουβαλήσει τη ρευστή λάβα της.


το βιαστικό πρόγευμα

   Το επόμενο πρωί, η Σιού-Λαν μπήκε στην κουζίνα πριν ακόμη σηκωθεί καλά ο ήλιος πάνω από τα χωράφια. Η φωτιά είχε ήδη ανάψει και το νερό στο πήλινο δοχείο άχνιζε απαλά. Η μυρωδιά από ρύζι που έβραζε απλωνόταν στο μικρό δωμάτιο, ανακατεμένη με τη μυρωδιά του καπνού και του υγρού ξύλου. Το πρωινό φως μόλις είχε αρχίσει να μπαίνει από το χαμηλό παράθυρο της κουζίνας όταν οι άντρες του σπιτιού μαζεύτηκαν γύρω από το τραχύ ξύλινο τραπέζι. Η φωτιά έκαιγε ακόμη χαμηλά και η Σιού-Λαν μοίραζε βιαστικά πήλινα βαθουλωτά σκεύη με ζεστό ρύζι και λίγα τουρσί λαχανικά.

   Ο σύζυγός της, ο Μα Σιούν, έδεσε το χοντρό πανωφόρι του και κάθισε για λίγο, περισσότερο από συνήθεια. Δίπλα του κάθισαν οι δύο μεγαλύτεροι γιοι τους, ο πρωτότοκος Γκουάν-Σεν και ο δευτερότοκος Μινγκ-Τάο. Η Σιού-Λαν στάθηκε μπροστά τους με τα χέρια στη μέση, κοιτάζοντάς τους έναν έναν. «Ακούστε με καλά πριν φύγετε», είπε χαμηλόφωνα.

   Οι τρεις άντρες σήκωσαν το βλέμμα.

   «Αν κάποιος στο χωριό ρωτήσει για τη γυναίκα που έφτασε χθες… την Μιν-Γι, έτσι θα τη λέμε στους άλλους, θα πείτε πως την έφερε ο άνδρας της.»

    Ο Γκουάν-Σεν σταμάτησε για λίγο να τρώει.

     «Θα πείτε πως πολεμά με τα απομεινάρια του Ζανγκ Σιανζόνγκ», συνέχισε εκείνη. «Και πως είχαμε κάποια παλιά υποχρέωση απέναντί του. Γι’ αυτό τη δεχθήκαμε στο σπίτι.»

   Ο Μινγκ-Τάο έγνεψε σιωπηλά.

   Η Σιού-Λαν συνέχισε: «Θα πείτε επίσης πως εκείνος έφυγε αμέσως. Και πως και οι δύο είναι από ένα χωριό κοντά στο Μιενγιάνγκ, το Τσινγκσί.  Δεν ξέρουμε πόσο θα μας μείνει εδώ.»

    Για μια στιγμή στην κουζίνα ακούστηκε μόνο ο ήχος από τα ξύλινα κουτάλια στα γαβάθινα σκεύη. Ο Μα Σιούν χαμογέλασε ελαφρά και σκούπισε τα χέρια του στο μανίκι.

   «Εντάξει, Σιού-Λαν», είπε. «Βλέπω τα σκέφτηκες όλα.»

   Η Σιού-Λαν σήκωσε τους ώμους της. «Αν δεν ήμουν εγώ», απάντησε με ήρεμη αυστηρότητα, «ακόμη τα λίγα χωράφια που σου άφησε ο πατέρας σου θα είχες.»

   Οι δύο γιοι αντάλλαξαν ένα κρυφό βλέμμα.

    Η Σιού-Λαν συνέχισε: «Τώρα έχεις τα διπλάσια. Και μπορεί και παραπάνω. Και έχεις και τρεις γιους.»

   Ο Μα Σιούν έσκυψε λίγο προς το τραπέζι και κοίταξε γύρω του δήθεν προβληματισμένος. «Τον τρίτο δεν τον βλέπω εδώ», είπε αργά. «Μήπως αυτό το παιδί δεν είναι δικό μας και μένει σε άλλη οικογένεια;»

   Οι δύο νέοι άντρες δεν μπόρεσαν να κρατηθούν και χαμογέλασαν. Η Σιού-Λαν τους κοίταξε με  αυστηρό βλέμμα, αλλά η άκρη των χειλιών της λύγισε για μια στιγμή. «Φάτε και σηκωθείτε τώρα», είπε. «Ο ήλιος δεν περιμένει κανέναν.»

   Οι τρεις άντρες τελείωσαν βιαστικά το πρόχειρο πρωινό τους. Η Σιού-Λαν στάθηκε στην πόρτα καθώς εκείνοι ετοιμάζονταν να φύγουν. «Εμπρός», είπε στους γιους της. «Πηγαίνετε με τον πατέρα σας. Όσο μεγαλώνει χρειάζεται περισσότερο τη βοήθειά σας.»

   Ο Γκουάν-Σεν έδεσε το καπέλο του και πήρε το εργαλείο του ώμου. «Δεν είναι πια μικρός», συνέχισε η μητέρα τους. «Οι καλοί γιοι στηρίζουν τον πατέρα τους.»

   Οι δύο νέοι έγνεψαν και βγήκαν στην αυλή πίσω από τον Μα Σιούν. Η Σιού-Λαν τους κοίταξε να απομακρύνονται προς το μονοπάτι των χωραφιών, ώσπου οι φιγούρες τους χάθηκαν πίσω από τα δέντρα. Μόνο τότε γύρισε ξανά προς το σπίτι, όπου η κουζίνα είχε μείνει πια ήσυχη.

   Το σπίτι είχε ήδη αδειάσει από τις βαριές αντρικές φωνές και τα βήματα· οι άντρες είχαν φύγει για τις δουλειές τους στα χωράφια. Στην κουζίνα επικρατούσε μια ήρεμη σιωπή. Μόνο το αχνό άρωμα από το βρασμένο ρύζι και ο ελαφρύς θόρυβος των σκευών συνόδευαν τη Σιού-Λαν που τακτοποιούσε το τραπέζι. Τότε εμφανίστηκε στο κατώφλι η Λαν-Ρονγκ.

   Η Σιού-Λαν σήκωσε το βλέμμα της και χαμογέλασε με ευγένεια. «Καλημέρα σου, Λαν-Ρονγκ. Πώς ήταν το βράδυ σου στον ξενώνα; Ελπίζω να μην σου έλειψε τίποτε.»

   Η Λαν-Ρονγκ έγνεψε αργά. «Καλημέρα, Σιού-Λαν. Όχι… τίποτε δεν μου έλειψε.»

   Η Σιού-Λαν της έδειξε ένα κάθισμα. «Είδες που στο είπα; Εκεί είναι πιο ήσυχα. Εδώ στο σπίτι όλο και κάποιος ξυπνά, κάποιος στριφογυρίζει, κάποιος ροχαλίζει. Στον ξενώνα είσαι μόνη σου. Δεν σε ενοχλεί κανείς.»

   Η Λαν-Ρονγκ κάθισε, μα το πρόσωπό της είχε μια σκιά ανησυχίας. «Ύπνος υπήρχε… αλλά είδα ένα άσχημο όνειρο.»

   Η Σιού-Λαν έγνεψε καθησυχαστικά. «Έτσι είναι τα όνειρα. Άλλα έρχονται για να μας προειδοποιήσουν, άλλα για να μας τρομάξουν, κι άλλα για να μας δείξουν έναν δρόμο.»

   Η Λαν-Ρονγκ κούνησε το κεφάλι της. «Ναι… αλλά αυτό δεν ήταν συνηθισμένο όνειρο.»

   Η Σιού-Λαν την κοίταξε με κατανόηση. «Με τόσα που σου έχουν συμβεί τον τελευταίο καιρό, πώς να βλέπεις ήρεμα όνειρα;»

   Η Λαν-Ρονγκ πήρε μια βαθιά ανάσα πριν μιλήσει. «Ήταν ένας νεαρός άνδρας… που δεν έχω ξαναδεί. Το πρόσωπό του ήταν ανθρώπινο, μα η μορφή του θύμιζε αετό. Τα μάτια του ήταν δυνατά, σαν να έβλεπαν από ψηλά τον κόσμο. Εγώ… είχα πέσει στα έγκατα της γης. Ήταν σκοτάδι γύρω μου. Κι εκείνος κατέβηκε, με σήκωσε και με ανέσυρε προς τα πάνω.»

   Για μια στιγμή η κουζίνα έμεινε σιωπηλή. Η Σιού-Λαν χαμογέλασε ήρεμα. «Μην φοβάσαι.»

   Η Λαν-Ρονγκ την κοίταξε απορημένη.

   «Στα όνειρα», συνέχισε η Σιού-Λαν, «κάθε μορφή μιλά. Ο αετός είναι πάντα σημάδι δύναμης και ανύψωσης. Πετά ψηλά, βλέπει μακριά, ξεφεύγει από τη γη.» Έκανε μια μικρή παύση. «Ο νεαρός άνδρας είναι σημάδι ελπίδας. Η νιότη φέρνει πάντα αρχή και καινούργια ζωή.»

   Η Λαν-Ρονγκ άκουγε προσεκτικά. «Και τα έγκατα της γης;» ρώτησε χαμηλόφωνα.

   Η Σιού-Λαν έγειρε λίγο προς το μέρος της. «Τα έγκατα της γης είναι το πένθος σου. Είναι ο τάφος του άνδρα σου και η σκοτεινή λύπη που σε κράτησε εκεί μέσα.»

   Έπειτα χαμογέλασε απαλά. «Αλλά ο αετός σε σήκωσε. Σε έβγαλε από κάτω και σε πήγε ψηλά. Αυτό σημαίνει πως το όνειρο σου λέει κάτι καθαρό: πως θα βρεις ξανά δύναμη. Και πως εδώ, ανάμεσα σε ανθρώπους που σε νοιάζονται, θα βρεις και την ελπίδα.»

   Η Λαν-Ρονγκ έμεινε για λίγο σιωπηλή. Το πρόσωπό της είχε ακόμη σκιά, μα στα μάτια της άρχισε να φαίνεται μια μικρή σπίθα γαλήνης.

   Η Λαν-Ρονγκ καθόταν χαμηλά, κοντά στο κατώφλι της κουζίνας, καθαρίζοντας με αργές κινήσεις μερικά λαχανικά. Οι κινήσεις της ήταν προσεκτικές, σχεδόν συγκρατημένες, σαν να προσπαθούσε να βρει ξανά τον ρυθμό ενός σπιτιού που κάποτε ήταν δικό της αλλά τώρα της φαινόταν ελαφρώς ξένο.

   Η Σιού-Λαν την παρατηρούσε σιωπηλά για λίγη ώρα. Έπειτα πήγε στο ξύλινο κιβώτιο που βρισκόταν δίπλα στον τοίχο και το άνοιξε. Από μέσα έβγαλε ένα διπλωμένο κομμάτι υφάσματος.

Ήταν κόκκινο. Όχι το σκούρο κόκκινο των γιορτών που είχαν περάσει, αλλά ένα φωτεινό, ζωντανό κόκκινο, σαν φρέσκο ρόδι που μόλις είχε ανοίξει. Το κράτησε για μια στιγμή στα χέρια της, πριν το απλώσει μπροστά στη Λαν-Ρονγκ. «Πάρε το», της είπε ήρεμα.

   Η Λαν-Ρονγκ σήκωσε το βλέμμα της ξαφνιασμένη. Τα δάχτυλά της σταμάτησαν πάνω στο μαχαίρι. «Για μένα;»

    Η Σιού-Λαν έγνεψε. «Το κράταγα καιρό. Σκέφτηκα πως ίσως μια μέρα θα χρειαζόταν.»

   Η Λαν-Ρονγκ άγγιξε το ύφασμα προσεκτικά, σαν να φοβόταν μήπως δεν της ανήκει πραγματικά. Τα δάχτυλά της χάιδεψαν την επιφάνειά του. Το χρώμα ήταν τόσο έντονο που σχεδόν την τρόμαζε. Για λίγη ώρα δεν μίλησε. «Είναι… πολύ κόκκινο», ψιθύρισε τελικά.

   Η Σιού-Λαν χαμογέλασε ελαφρά, ενώ ανακάτευε το ρύζι στο δοχείο. «Το κόκκινο δεν είναι μόνο για τις νύφες», είπε. «Είναι και για όσους πρέπει να ξαναρχίσουν.»

   Η Λαν-Ρονγκ χαμήλωσε το βλέμμα. «Οι χήρες δεν φορούν τέτοια χρώματα.»

   Η Σιού-Λαν σήκωσε τους ώμους αδιάφορα. «Οι χήρες που μένουν παγιδευμένες στο παρελθόν, ίσως.» Έπειτα κάθισε απέναντί της στο χαμηλό σκαμνί. «Εσύ γύρισες πίσω ζωντανή. Αυτό μετράει περισσότερο.»

   Η Λαν-Ρονγκ έμεινε σιωπηλή για λίγο. Η φωτιά τριζοβολούσε ανάμεσά τους. «Δεκαέξι χρόνια…» είπε τελικά. «Μου φαίνονται σαν μια άλλη ζωή.»

   Η Σιού-Λαν την κοίταξε προσεκτικά. «Ήσουν κορίτσι όταν έφυγες.»

   «Δεκαεπτά», απάντησε η Λαν-Ρονγκ. «Δεν ήξερα καν να ζυμώνω σωστά το ρύζι.»

   Η Σιού-Λαν γέλασε χαμηλόφωνα. «Θυμάμαι. Έκαιγες τα πάντα.»

   Για μια στιγμή η ατμόσφαιρα μαλάκωσε. Ύστερα η Λαν-Ρονγκ δίπλωσε προσεκτικά το κόκκινο ύφασμα πάνω στα γόνατά της.    «Ο Γουεϊλίν δεν θα ήθελε να το φορέσω», είπε σιγανά.

   Η Σιού-Λαν δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε τη φωτιά. «Ο Πενγκ Γουεϊλίν δεν είναι πια εδώ για να θέλει ή να μη θέλει.»

   Η φράση έμεινε για λίγο στον αέρα. Η Λαν-Ρονγκ πήρε μια αργή ανάσα. «Ήταν καλός άνθρωπος», είπε, περισσότερο σαν υπεράσπιση παρά σαν δήλωση.

   Η Σιού-Λαν έγνεψε. «Δεν είπα το αντίθετο. Αλλά οι νεκροί δεν πρέπει να κρατούν δεμένους τους ζωντανούς.»

   Η Λαν-Ρονγκ σήκωσε τα μάτια της. «Στο χωριό του… οι γυναίκες που μένουν πιστές στους άντρες τους τιμώνται.»

   Η Σιού-Λαν αναστέναξε απαλά. «Τιμώνται από ποιους; Από τους ίδιους άντρες που μετά τις αφήνουν να ζουν με ψίχουλα;»

   Η Λαν-Ρονγκ δεν απάντησε. Η Σιού-Λαν έσπρωξε το ύφασμα λίγο πιο κοντά της. «Εδώ είναι το πατρικό σου σπίτι. Κανείς δεν θα σου πει τι να κάνεις.» Έπειτα πρόσθεσε, σχεδόν αδιάφορα «Και είσαι μόλις τριάντα τριών.»

   Η Λαν-Ρονγκ χαμογέλασε αμυδρά. «Το λες σαν να είναι μικρή ηλικία.»

   «Είναι», απάντησε η Σιού-Λαν.

  Η ΛΗ αν-Ρονγκ χάιδεψε ξανά το κόκκινο ύφασμα. «Τι θα μπορούσα να το κάνω;»

    Η Σιού-Λαν την κοίταξε με ένα βλέμμα που είχε κάτι πονηρό αλλά και ζεστό. Σταμάτησε για μια στιγμή ««ένα φόρεμα για όταν θα χρειαστεί.»

   Η Λαν-Ρονγκ ανασήκωσε το φρύδι. «Για ποια περίσταση;»

   Η Σιού-Λαν σηκώθηκε για να ρίξει λίγο ακόμη ξύλο στη φωτιά. «Η ζωή έχει περισσότερες περιστάσεις απ’ όσες νομίζουμε. Και μερικές φορές… τις φτιάχνουμε μόνοι μας.»

   Η Λαν-Ρονγκ κοίταξε ξανά το ύφασμα. Το κόκκινο έλαμπε μέσα στο πρωινό φως που έμπαινε από το μικρό παράθυρο. Το ύφασμα ήταν δώρο· ένα μικρό σημάδι, μια υπόμνηση ότι η ζωή μπορούσε να συνεχιστεί, ότι η χηρεία δεν έπρεπε να την κρατά πλέον δέσμια. Κάθε πτυχή και χρώμα του φαινόταν να φέρνει μαζί του μια υπόσχεση νέας αρχής, ένα σιωπηλό μήνυμα ελευθερίας και αλλαγής.

 

 

 

το ποτάμι ενώνει

   Το μεσημεριανό τραπέζι είχε γίνει όπως πάντα, με όλη την οικογένεια, εκτός φυσικά από τον Γιούν-Τσεν, που απουσίαζε. Ο μεγάλος αδελφός, ο Γκουάν-Σεν, σχολίασε με μια δόση ανησυχίας: «Ελπίζω να τα καταφέρει να έρθει στο γάμο». Ο πατέρας τους, ο Μα Σιούν, απάντησε με σταθερότητα: «Αυτό είναι βέβαιο. Για τέτοια ζητήματα δεν υπάρχουν εξαιρέσεις ούτε δικαιολογίες. Η οικογένεια είναι μία».

   Μετά το γεύμα, η Λαν-Ρονγκ πήρε το κόκκινο ύφασμα στα χέρια της μαζί με άλλα ρούχα και κατέβηκε στο ποτάμι. Το νερό ήταν δροσερό και τρεχούμενο, και η αίσθηση του να περνά μέσα από τα δάχτυλά της έκανε το ύφασμα πιο μαλακό· ταυτόχρονα, φαινόταν να ξεπλένει και τα βάρη που κουβαλούσε μέσα της.

   Ο Γιούν‑Τσεν επέστρεφε από το σπίτι της Λιάν‑Χουά, της γεροντοκόρης που τον είχε φιλοξενήσει στην αποθήκη του κτήματός της.  Μετά την ολονύχτια και εγκάρδια αυτή συνεύρεση, το πρωϊ είχε επιδοθεί στον επίσημο ρόλο του, εκείνο του ξυλουργού και του επισκευαστή.

   Το χτύπημα του σφυριού αντήχησε μέσα στο σπίτι. Ο ηλικιωμένος πατέρας της Λιάν-Χουά ανακάθισε στο στρώμα του, αγουροξυπνημένος και ενοχλημένος. «Πάλι αυτός εδώ;» γκρίνιαξε, τρίβοντας τα μάτια του. «Τι είναι αυτός ο θόρυβος από τα χαράματα;»

   Η Λιάν-Χουά, που βρισκόταν ήδη όρθια, έσπευσε κοντά του με ήρεμη φωνή. «Πατέρα, μην ανησυχείς. Κουνάβια μπήκαν από τη στέγη. Έκαναν τρύπες στα ξύλα και όλη τη νύχτα ακούγονταν να τρέχουν από πάνω.»

   Ο γέροντας συνοφρυώθηκε. «Κουνάβια, ε; Και χρειάζεται τόσος θόρυβος για λίγα ζώα;»

   Από τη στέγη ακούστηκε ξανά το κοφτό χτύπημα του σφυριού. Η Λιάν-Χουά χαμογέλασε συγκρατημένα. «Ο τεχνίτης λέει πως πρέπει να κλείσει καλά τα ανοίγματα. Αν μείνουν έτσι, θα ξαναμπούν. Και τότε δεν θα μας αφήσουν άθικτα τα εμπορεύματα στην αποθήκη. Ήδη έχουν αναποδογυρίσει και σκίσει μερικά από τα υφάσματα. »

   Ο πατέρας της γρύλισε χαμηλόφωνα. «Καλά αν είναι έτσι… τουλάχιστον να το τελειώσει γρήγορα.»

   Η Λιάν-Χουά έγνεψε υπάκουα. «Θα τελειώσει σύντομα, πατέρα. Θέλει μόνο να γίνει σωστά η δουλειά.»

   Έξω, πάνω στη στέγη, ο νεαρός επιδιορθωτής, ο Γιούν-Τσεν συνέχισε να καρφώνει τα ξύλα της στέγης της αποθήκης με επιμέλεια.

    Τα χέρια του ήταν γεμάτα σκόνη και θρυμματισμένα ξύλα από τα ροκανίδια, και η κούραση του είχε βαρύνει τους ώμους. Σκέφτηκε πως πριν επιστρέψει στο σπίτι του, έπρεπε να καθαριστεί, να ξεπλυθεί από την κούραση και τη σκόνη, και έτσι κατέβηκε στον μικρό παραπόταμο πίσω από το κτήμα. Είχε δουλέψει πολύ και βράδυ και μέρα και το μόνο που ήθελε ήταν το κρεβάτι του. Ίσως να πήγαινε στον ξενώνα που είχε φτιάξει και να έλεγε στη μάνα του, τη Σιού-Λαν κανείς να μην τον ξυπνήσει.

   Η Λαν‑Ρονγκ ήταν εκεί, σκυμμένη πάνω από τα ρούχα που έπλενε στα νερά του ποταμιού. Το τραγούδι της αντηχούσε απαλά, γεμάτο μελωδία και μνήμες, που ταξίδευε πάνω από τα κύματα και τα βράχια. Το φως του ήλιου έπεφτε στα μακριά μαλλιά της, στον λαιμό και τους ώμους της, δημιουργώντας μια σιωπηλή λάμψη γύρω της.

   Ο Γιούν‑Τσεν στάθηκε για μια στιγμή πίσω, παρατηρώντας τη σιλουέτα της μέσα από τα κύματα και την υγρασία. Η αθώα κίνηση των χεριών της καθώς τρίβανε τα ρούχα, οι καμπύλες του σώματός της που η ζωή είχε μεστώσει, και η σιγή της φύσης γύρω τους δημιούργησαν μια στιγμή θαυμασμού και δέους.

   Η Λαν‑Ρονγκ τραγουδούσε αμέριμνη για την παρουσία του νεαρού που είχε εμφανιστεί στο μονοπάτι πίσω της. Τα μάτια του Γιούν‑Τσεν ακολούθησαν την κίνηση των χεριών της, το νερό που αναπηδούσε από τα ρούχα και τα βράχια, και η σκέψη του πώς η ζωή και η μητρότητα είχαν αλλάξει την εικόνα της κοπέλας σε γυναίκα.

   Η Λαν‑Ρονγκ βούτηξε απαλά το πόδι της στο τρεχούμενο νερό, αφήνοντας το κρύο να τρυπώσει μέχρι τις φτέρνες της. Μια μικρή ανατριχίλα τη διαπέρασε και, για μια στιγμή, ένιωσε μια αναπάντεχη χαλάρωση, σαν να απελευθερωνόταν από το βάρος των τελευταίων χρόνων.

   Ο Γιούν‑Τσεν στάθηκε λίγα μέτρα πίσω, παρατηρώντας. Η σφριγηλή μορφή του ποδιού της ξεχώριζε, γεμάτη δύναμη και ζωντάνια. Στο μυαλό του, το πόδι φαινόταν σαν αντίθεση με εκείνο της Λιάν‑Χουά, πιο άκαμπτο, λιγότερο ζωντανό, σαν να είχε χάσει την ελαστικότητα του χρόνου.

   Η εικόνα αυτή ήταν μια στιγμή αναγνώρισης της ζωής και της ομορφιάς που υπήρχε στη γυναίκα που ακόμα δεν γνώριζε. Ήταν μια σκηνή ήσυχη, γεμάτη φως και νερό, με την μελωδία της Λαν‑Ρονγκ να αντηχεί ανάμεσα στα βράχια, και τον νεαρό να παρατηρεί, με θαυμασμό και σιωπηλή αμηχανία.

   Καθώς η Λαν-Ρονγκ έσκυψε πάνω από μια μεγάλη πέτρα για να πιάσει καλύτερα το κόκκινο ύφασμα, το ρεύμα, δυνατότερο από όσο περίμενε, άρπαξε το ύφασμα και το παρέσυρε μακριά. Η Λαν-Ρονγκ προσπάθησε να το κρατήσει, αλλά έχασε την ισορροπία της και γλίστρησε στο νερό.

   Ο Γιούν-Τσεν. Άκουσε τον ξαφνικό θόρυβο, είδε το σώμα της Λαν-Ρονγκ να παρασύρεται από το ρεύμα και βούτηξε χωρίς σκέψη. Το νερό ήταν ορμητικό και έσπρωχνε τα σώματά τους μαζί, αναγκάζοντάς τους να σφίξουν ο ένας τον άλλον για να μην τους παρασύρει το ποτάμι. Το νερό γεμάτο ζωή και δύναμη, χτυπούσε τις πέτρες και κύλαγε ανάμεσά τους, σαν να ήθελε να τους παρασύρει μαζί του. Μα εκείνοι στάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλο, αντέχοντας, κρατώντας ο ένας τον άλλον σφιχτά.

   Ο Γιούν‑Τσεν ένιωσε την ίδια ένταση· η νεανική του δύναμη και η ανάγκη του για εγγύτητα βρήκαν αντίκρισμα στην ώριμη, δυνατή γυναίκα που στέκονταν μπροστά του. Κι ενώ το ρεύμα προσπαθούσε να τους παρασύρει, εκείνοι αντιστέκονταν, αλληλοσυνδεμένοι, σαν να ήθελαν να κρατήσουν τη στιγμή ακίνητη, να μην την αφήσουν να χαθεί.

   Ήταν η στιγμή της ένωσης, της αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Το νερό που έτρεχε γύρω τους δεν ήταν πλέον μόνο ποτάμι· ήταν καθαρτήριο, μυστικό καταφύγιο, τόπος όπου δύο ψυχές, μέσα στην ορμή και τη γαλήνη, γίνονταν μία.

    Ένας μεγάλος κορμός πεσμένου δέντρου τους έδινε αντιστήριγμα, αλλά η επαφή τους έγινε αναπόφευκτη. Το στήθος της Λαν-Ρονγκ ακουμπούσε σφιχτά πάνω του, τα βρεγμένα ρούχα της κολλούσαν στο σώμα της,

   Μέσα στη δίνη του νερού, η Λαν-Ρονγκ ένιωσε πως αφήνει πίσω της το παρελθόν, τις θλίψεις και τη χηρεία, και αγκάλιαζε την καινούρια ζωή που της προσέφερε η συνάντησή τους. Ο Γιούν-Τσεν κρατούσε σφιχτά τον κορμό με το ένα χέρι και εκείνη με το άλλο, και παρ’ όλη την ορμή του νερού παρέμεναν αγκαλιασμένοι.

   Για την Λαν‑Ρονγκ, η αίσθηση ήταν σχεδόν απελευθερωτική. Κάθε ανάσα μέσα στο κρύο νερό φαινόταν να ξεπλένει το παρελθόν της, κάθε ίχνος θλίψης, κάθε βάρος της χήρας, κάθε μνήμη που την ακολουθούσε από τις μέρες του πόνου και της απώλειας. Το ποτάμι γινόταν καθρέφτης της, καθαρό και αμόλυντο, και μέσα σε αυτό ένιωθε πως άφηνε πίσω όλα όσα την είχαν κρατήσει δέσμια.

    Όταν επιτέλους βρήκαν σταθερό έδαφος, τα σώματά τους βρεγμένα αλλά ζωντανά, η Λαν-Ρονγκ κράτησε το ύφασμα, το είχε διασώσει, και αυτό την έκανε να αισθάνεται μια μικρή νίκη, για πρώτη φορά μετά από καιρό είχε καταφέρει να ξεπεράσει τις δυσκολίες που της έφερνε η ζωή. Ήταν το μόνο που είχε καταφέρει να διατηρήσει άθικτο, ενώ όλα τα υπόλοιπα μέχρι στιγμής της τα είχε αφαιρέσει.

   Καθώς κάθησαν δίπλα στο ποτάμι, η Λαν‑Ρονγκ ψιθύρισε, με μια ανάσα που έτρεμε ελαφρά «Με έσωσες για δεύτερη φορά. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο.»

   «Όχι δεν μπορεί» της είπε ο Γιούν-Τσεν.

   Τότε η Λαν-Ρονγκ του είπε: «Δεν μπορώ να σε βάλω σε κίνδυνο. Είναι δύσκολο, ξέρεις… για έναν άνδρα να χρεωθεί μια γυναίκα.»

   Ο νεαρός Γιούν-Τσεν της απάντησε «Ένας άνδρας χρεώνεται μόνο τη γυναίκα που εκείνη θέλει να του ανήκει.»

   «Εγώ δεν ανήκω πουθενά» του απάντησε η Λαν-Ρονγκ. «Δεν άνηκα ποτέ πραγματικά σε κάποιον».

  Ο νεαρός διασώστης την κοίταξε. «Και όμως όλοι πρέπει να ανήκουμε σε κάποιον και αυτός να μας ανήκει. Διαφορετικά η ζωή έχει  πικρό νόημα».  

   Η Λαν-Ρονγκ χαμήλωσε το βλέμμα της και συνέχισε με ψιθυριστή φωνή: «Η ζωή μας δεν είναι πάντα δική μας. Δεν κάνουμε πάντα αυτό που θα θέλαμε.»

   Ο Γιούν-Τσεν την κοίταξε στα μάτια, κρατώντας απαλά τα χέρια της μέσα στα δικά του:
«Δεν χρειάζεται να ανήκεις πουθενά. Αρκεί να είμαστε μαζί, έστω και κρυφά, έστω και μόνο για αυτές τις στιγμές.»

   Η Λαν-Ρονγκ ανασήκωσε το κεφάλι της, νιώθοντας τον ρυθμό της καρδιάς της να χτυπά έντονα. Ένα διστακτικό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. «Μα… αν κάποιος μας δει;» ψιθύρισε, σχεδόν φοβισμένη.

    «Τότε θα ξέρουν μόνο ότι δύο ψυχές βρήκαν η μία την άλλη», απάντησε ο Γιούν-Τσεν. Η Λαν-Ρονγκ έκανε ένα μικρό βήμα προς αυτόν. Τα μάτια τους συναντήθηκαν για μια τελευταία στιγμή, γεμάτα σιωπηλή κατανόηση. Και τότε, σαν φυσικό αποτέλεσμα της εγγύτητας και της εμπιστοσύνης που είχαν χτίσει, τα χείλη τους ενώθηκαν σε ένα σύντομο, θερμό φιλί, ένα φιλί που δεν ήταν δημόσια επίδειξη, αλλά μια σιωπηλή υπόσχεση, ένα κλείσιμο της στιγμής, ένα σημείο όπου ο χρόνος σταμάτησε μόνο για εκείνους.

   Η Λαν-Ρονγκ τράβηξε απαλά τα χέρια της, χαμογέλασε και ψιθύρισε «Πρέπει να γυρίσω σπίτι». Κοιτάζοντας γύρω της την όχθη, βρήκε μια μικρή γυαλισμένη πέτρα, λεία από το νερό, με σχήμα που της θύμιζε κάτι σαν καρδιά. Την κράτησε για μια στιγμή στον κόρφο της, νιώθοντας την προσωπική της σύνδεση με το αντικείμενο, και ύστερα την έβγαλε από τον κόρφο της και την έδωσε στον Γιούν-Τσεν.

    «Κράτησέ το», του είπε απαλά, τα μάτια της γεμάτα σιωπηλή εμπιστοσύνη. «Για να θυμάσαι αυτή τη στιγμή… και εμένα.»

   Ο Γιούν-Τσεν πήρε τη μικρή πέτρα στα χέρια του και την κοίταξε «Πότε θα σε ξανασυναντήσω;»

   Η Λαν-Ρονγκ τον κοίταξε στα μάτια με σταθερότητα, αλλά και μια απαλή σοβαρότητα:
«Οι συναντήσεις μας μέχρι τώρα ήταν ζήτημα τύχης. Τώρα όμως, είναι ζήτημα απόφασης. Είσαι ώριμος αρκετά για να αποφασίσεις;»

Ο Γιούν-Τσεν δεν δίστασε: «Είμαι.»

   Και τότε εκείνη, με ένα βλέμμα που ξεχείλιζε από τρυφερότητα τον ρώτησε: «Είσαι ώριμος αρκετά για να περιμένεις μια γυναίκα μέχρι αυτή να αποφασίσει βαθιά μέσα της; Για σένα;»

   Ο Γιούν-Τσεν κρατούσε ακόμα τη μικρή πέτρα στα χέρια του, και για μια στιγμή το ποτάμι γύρω τους φαινόταν να παγώνει, αφήνοντας μόνο τη σιωπηλή υπόσχεση που ανήκε σε εκείνους.

 

 

ΜΕΡΟΣ Γ

 

ο πλάνητας ερωτύλος

    Ο Γιούν-Τσεν, ύστερα από τη συνάντηση εκείνη, δεν ένιωθε πια κουρασμένος. Το σώμα του είχε περάσει μια ολόκληρη νύχτα άγρυπνο, όμως το μυαλό του έμενε παράξενα ανήσυχο. Δεν ήθελε να γυρίσει στο σπίτι του. Κάτι μέσα του τον κρατούσε μακριά. Ήθελε να μιλήσει σε κάποιον, να ξεδιπλώσει τις σκέψεις που τον βάραιναν. Μα δεν υπήρχε άνθρωπος να τον ακούσει. Πάντα έτσι ήταν. Τα αδέλφια του δεν τον καταλάβαιναν ποτέ και οι λιγοστοί φίλοι του προτιμούσαν τα απλά λόγια και τα εύκολα γέλια, όχι τις μπερδεμένες σκέψεις της καρδιάς.

   Μόνο η μητέρα του, η Σιού-Λαν, ίσως να μπορούσε να καταλάβει. Όμως τι θα της έλεγε; Ότι είχε γνωρίσει μια γυναίκα που τον αναστάτωνε; Και μάλιστα μια γυναίκα μεγαλύτερή του; Πώς θα μπορούσε να δεχθεί κάτι τέτοιο η μητέρα του;

   Έτσι ο Γιούν-Τσεν άφησε το άλογό του να τον πηγαίνει όπου ήθελε. Περιπλανήθηκε στα μονοπάτια έξω από το χωριό, χωρίς να το αντιληφθεί, το άλογο γνωρίζοντας από μόνο του την μόνιμη διαδρομή του, έφθασε κοντά στο χωριό Τσιουτζιά, ανάμεσα σε χωράφια που μύριζαν υγρό χώμα και σε χαμηλούς λόφους που σκοτείνιαζαν σιγά-σιγά. Η μέρα έγερνε, και ο ουρανός πήρε το βαθύ χρώμα του σούρουπου. Ο Γιούν-Τσεν είχε επιστρέψει στον γνώριμο τόπο της εργασίας του. Όταν πλησίασε στο σπίτι, σταμάτησε το άλογο στη σκιά των μουριών. Το χωριό είχε σχεδόν βυθιστεί στη σιωπή. Ο Γιούν-Τσεν έφερε τα χέρια στο στόμα και έβγαλε έναν χαμηλό, παρατεταμένο ήχο, μιμούμενος το νυχτερινό κάλεσμα της κουκουβάγιας, ένα παλιό, διακριτικό σύνθημα που χρησιμοποιούσαν οι νέοι στα χωριά για να μη γίνονται αντιληπτοί. Πέρασαν λίγες στιγμές.

   Έπειτα, στο επάνω πάτωμα του σπιτιού, το ξύλινο παραθυρόφυλλο άνοιξε και έκλεισε δύο φορές αργά. Μετά άνοιξε ξανά για μια στιγμή και ξαναέκλεισε. Ήταν το δικό της σημάδι. Η Λιάν-Χουά του έδειχνε τον δρόμο προς την αποθήκη των εμπορευμάτων, στο πίσω μέρος της αυλής.

   Ο Γιούν-Τσεν κατέβηκε από το άλογο χωρίς βιασύνη και προχώρησε αθόρυβα προς τα εκεί. Άλλη μια νύχτα εξαντλητικής ταλαιπωρίας άρχιζε. Μόνο που τώρα κάτι είχε αλλάξει μέσα του. Ο νεαρός δεν ένιωθε πια τα ίδια αισθήματα για την πλούσια γεροντοκόρη. Εκείνο που κάποτε έμοιαζε με φλόγα είχε σβήσει σε μια παράξενη ψυχρότητα. Εκτελούσε πια το έργο του ολοκληρωμένα, μα δίχως πάθος, όπως ένας τεχνίτης που καρφώνει υπομονετικά το ένα καρφί μετά το άλλο στη στέγη, ώσπου να στερεωθεί καλά το ξύλο. Και κάθε κίνηση, κάθε ανάσα, κάθε στιγμή εκείνης της νύχτας έμοιαζε ακριβώς με αυτό. Ένα ακόμη καρφί που έμπαινε σιωπηλά στη θέση του.

   Στην αποθήκη των εμπορευμάτων η λάμπα με το λάδι έκαιγε χαμηλά. Η φλόγα της έτρεμε κάθε τόσο, ρίχνοντας μακριές σκιές πάνω στα δοκάρια και στα σωριασμένα κιβώτια. Ο Γιούν-Τσεν εργαζόταν σιωπηλός. Τα χέρια του κινούνταν με ακρίβεια, όπως ενός τεχνίτη που γνωρίζει καλά το έργο του. Το σφυρί κατέβαινε, το καρφί έμπαινε στο ξύλο, και πάλι από την αρχή. Ούτε βιασύνη, ούτε παύση. Μόνο ρυθμός.

    Η Λιάν-Χουά δεν μιλούσε. Μα το μυαλό της δεν ησύχαζε. Δεν μπορεί… σκέφτηκε. Την είχε σίγουρα ερωτευτεί ο Γιούν-Τσεν. Δεύτερη απανωτή νύχτα είχε επιστρέψει στο σπίτι της. Αυτό δεν το είχε κάνει ποτέ πριν. Όσες φορές κι αν είχε έρθει για δουλειά, πάντα έφευγε μόλις τελείωνε το έργο του. Κι όμως τώρα… ερχόταν ξανά. Και εκείνη; Δεν είχε φερθεί σαν απλή οικοδέσποινα. Του είχε προσφέρει χωρίς δισταγμό τη φιλοξενία της, την καλοσύνη της… και τον ίδιο της τον εαυτό. Η σκέψη αυτή έκανε την καρδιά της να σκιρτήσει. Άραγε… αυτός να ήταν ο άντρας που περίμενε τόσα χρόνια;

   Τα μάτια της έπεσαν πάλι πάνω στον νεαρό που συνέχιζε την εργασία του αμίλητος. Πώς όμως θα μπορούσε να τον παρουσιάσει στον πατέρα της; Ο γέρος θα συνοφρυωνόταν αμέσως. Και ο κόσμος του χωριού… ο κόσμος μιλάει εύκολα. Η διαφορά της ηλικίας τους δεν ήταν μικρή. Κι αν… αν έμενε έγκυος; Η σκέψη πέρασε από το μυαλό της σαν σπίθα. Για μια στιγμή ένιωσε το πρόσωπό της να θερμαίνεται. Πώς θα το δικαιολογούσε; Όμως ύστερα αναστέναξε σιωπηλά. Οι καιροί είχαν αλλάξει. Ο κόσμος δεν ήταν πια όπως παλιά. Τα χρόνια των σφαγών και των πολέμων είχαν αφήσει πίσω τους άδεια σπίτια και γυναίκες μόνες. Πολλοί άντρες είχαν χαθεί στα πεδία των μαχών. Άλλοι πολεμούσαν ακόμη, και κανείς δεν ήξερε αν θα γύριζαν.

   Στο ίδιο το χωριό είχαν ήδη συμβεί πράγματα που παλιότερα θα θεωρούνταν αδιανόητα. Χήρες είχαν παντρευτεί άντρες μικρότερους από αυτές. Κανείς δεν τολμούσε πια να τις κατηγορήσει. Η ανάγκη αλλάζει τους κανόνες. Γιατί λοιπόν όχι κι εκείνη; Η Λιάν-Χουά έσφιξε τα χέρια της ακόμη πιο δυνατά στις πλάτες του. Με τον πλούτο της μπορούσε εύκολα να κλείσει τα στόματα των κακόβουλων. Το σπίτι της ήταν μεγάλο, οι αποθήκες της γεμάτες. Ποιος θα τολμούσε να την περιφρονήσει; Και άλλωστε… τι επιλογές είχε; Να παντρευτεί έναν άντρα πολύ μεγαλύτερό της; Κάποιον κοντά στην ηλικία του πατέρα της; Τέτοιοι είχαν απομείνει οι περισσότεροι. Η σκέψη την έκανε να ανατριχιάσει. Καλύτερα λοιπόν ένας νεότερος άντρας, σκέφτηκε. Με έναν νέο άντρα θα μπορούσε να έχει μέλλον. Με έναν γέρο… ίσως να μην προλάβαινε να έχει ούτε παρόν.

   Σήκωσε ξανά το βλέμμα της προς τον Γιούν-Τσεν. Το σφυρί κατέβαινε και πάλι πάνω στο ξύλο.

Χτύπος. Καρφί. Χτύπος. Καρφί. Και το ξύλο, το σώμα της ήταν ανθεκτικό και απορροφούσε τους κραδασμούς. Ο νεαρός εργαζόταν ακούραστα, χωρίς να σηκώνει το βλέμμα του, χωρίς να λέει λέξη.

    Η Λιάν-Χουά κάτω από τη σκιά των δοκαριών  παρατηρούσε τον Γιούν-Τσεν να εργάζεται με τέχνη και λεπτομέρεια, κι όμως το μυαλό της περιπλανιόταν αλλού. Ένιωθε μια περίεργη ανάμειξη συναισθημάτων. Η καρδιά της ήθελε να χαρεί, μα η λογική της έφερνε μαζί και μια βαριά ενοχή.

    Ίσως γι’ αυτό ο ίδιος δεν της είχε πει τίποτε. Ίσως η απόσταση που κρατούσε να μην ήταν ψυχρότητα, αλλά τρόπος να προστατευτεί και να την προστατεύσει. Δεν τον είχε γνωρίσει αθώα. Ήδη, χρόνια πριν, εκείνη είχε γίνει γυναίκα. Κι όλα είχαν ξεκινήσει με τον συνεταίρο του πατέρα της, τον Λιου Τσενγκχάο, έναν έμπορο που είχε φέρει τις υποσχέσεις του για γάμο, για μια ζωή στην πρωτεύουσα, στην Τσενγκντού. Τότε, νέα κοπέλλα, είχε χαρίσει στον Λιου Τσενγκχάο το άνθος της νεότητάς της, πίστευε στα λόγια του, στις υποσχέσεις του.

   Μα η αλήθεια ήρθε γρήγορα. Ο Λιου Τσενγκχάο δεν ήταν μόνο δόλιος στα σχέδια του, αλλά και αδίστακτος. Είχε άλλες σχέσεις σε διάφορες πόλεις, υπεξαιρούσε εμπορεύματα του πατέρα της και την είχε αφήσει μόνη. Η Λιάν-Χουά δεν είχε πει τίποτε ούτε στον πατέρα της, ούτε στη μητέρα της. Τι να έλεγε; Ότι είχε χαθεί η εμπιστοσύνη της, ότι είχε υπεξαιρεθεί η αγνότητά της;

   Ίσως, σκέφτηκε, να ήταν καλύτερα. Η σχέση της με τον νεαρό ξυλουργό δεν θα μπορούσε να έχει μέλλον. Κάποτε ο Γιούν-Τσεν θα εύρισκε μια νέα κοπέλλα, αντίστοιχη της ηλικίας του, θα παντρευόταν, και το κεφάλι της θα έμενε ήρεμο μόνο με τη σιωπηλή παραδοχή. Μα μπορεί και τότε, ακόμα και παντρεμένος, να την επισκεπτόταν τον χώρο της για δουλειές. Στα μεγάλα σπίτια, στις μεγάλες αποθήκες, στους βοηθητικούς χώρους, πάντα υπήρχαν ανάγκες για επισκευές. Πάντα κάτι χαλούσε. Η συντήρηση ήταν απαραίτητη για όποιον ήθελε να διατηρήσει τα οικήματά του.

    Και έτσι, σκέφτηκε, ας ήταν αυτή η σχέση τους μια μορφή συντήρησης. Μια μακροχρόνια σχέση με γνωστούς κανόνες και υποχρεώσεις. Διαφορετικά, κάποιος άλλος θα μπορούσε να πάρει τη θέση του συντηρητή. Πάντα υπάρχουν άνθρωποι που ζητούν δουλειά. Και πάντα κάποιοι προσφέρονται για κάτι παραπάνω.

   Η Λιάν-Χουά σφίγγοντας τα χέρια της πάνω του, ένιωσε ένα περίεργο μείγμα αποδοχής και λύπης. Το βλέμμα της έπεσε πάλι στον Γιούν-Τσεν, που αμίλητος συνέχιζε να καρφώνει το ένα μετά το άλλο καρφιά. Και μέσα στη σιωπή της νύχτας, η ίδια αναγνώριζε πια την αλήθεια. Η ζωή τους ήταν δεμένη, αλλά με έναν τρόπο που δεν ανήκε στην καρδιά, παρά στη λογική και την ανάγκη. Έπρεπε όσο μπορούσε να συγκρατήσει τα αισθήματά της, να μην τα αφήσει να περιχυθούν. Οι καλές εμπορικές συμφωνίες πάντα είναι εκείνες που γίνονται με βάση τη λογική και όχι το συναίσθημα. 

 

 

 

 

ένας ιδιότυπος κρατούμενος

   Η μέρα είχε φωτίσει νωρίς την πλατεία του χωριού Λο  Τζιανγκ. Στον ανοιχτό χώρο συγκεντρώνονταν οι νέοι, η νεολαία που θα έπρεπε να ενταχθεί στις δυνάμεις των Τσινγκ, καθώς οι στρατολογητές της δυναστείας είχαν φτάσει στην περιοχή του Λο Τζιάνγκ. Ο αέρας ήταν γεμάτος από ψίθυρους και ανήσυχες συζητήσεις.

   Στην πλατεία, ο υπεύθυνος των Τσινγκ, ο σκληρός Τσενγκ Γιου-Μιν, Αξιωματικός Επιθεώρησης, παρατηρούσε με αυστηρό βλέμμα τους νέους. Ξεχώρισε τους πιο εύρωστους, τους γερούς, εκείνους που θα άντεχαν σε πορείες και μάχες. Οι αδύναμοι και οι ασθενικοί απορρίφθηκαν, μένοντας πίσω, ανάμεσα στους μεγαλύτερους σε ηλικία και όσους δεν μπορούσαν να αντέξουν το σκληρό πρόγραμμα. Η νεολαία του χωριού είχε πλέον διασπαστεί. Το πιο γερό τμήμα της είχε ενταχθεί στις δυνάμεις των Τσινγκ, ενώ οι υπόλοιποι παρέμεναν στην ασφάλεια του χωριού.

   Μα ο Γιούν-Τσεν δεν ήταν εκεί. Ήταν απασχολημένος στην τοποθέτηση της ξύλινης βάσης των νέων βοηθητικών αποθηκών στο αρχοντικό της Λιάν-Χουά, έργο που εκείνη είχε αποφασίσει για να μπορεί να τον κρατά κοντά της όσο περισσότερο μπορούσε. Ο πατέρας της, θεωρώντας λογικό το σχέδιο της επέκτασης, που ταυτόχρονα ήταν και ένας διαχωρισμός της αποθήκευσης των διαφορικών ειδών που εμπορευόταν, είχε δώσει την έγκρισή του. Η κόρη του είχε κληρονομήσει το δικό του εμπορικό δαιμόνιο.  Ο νεαρός ξυλουργός είχε αναλάβει την εργασία με σοβαρότητα και προσοχή.

   Η Σιού-Λαν πληροφορήθηκε την έλευση των στρατιωτών των Τσινγκ μέσα από τους γνωστούς κύκλους της περιοχής και την προνοητικότητά της να διατηρεί τις σχέσεις, και να μην τις διακόπτει, με παλιές επαφές. Ο αγγελιαφόρος της, ο Ζενγκ Γιουχάν, είχε φτάσει σιωπηλά στο σπίτι και της μετέφερε τα νέα. Ο Ζενγκ Γιουχάν δεν ήταν τυχαίος· παλαιότερα, ο Μα Σιούν του είχε διαθέσει το δικαίωμα πρόσβασης στο νερό από το κομμάτι των κτημάτων της Λαν-Ρονγκ, εκείνα που βρισκόντουσαν κατά μήκος του ποταμού. Ως ανταπόδοση ο ίδιος ο Ζενγκ Γιουχάν είχε αναλάβει την κατασκευή, την επέκταση των αρδευτικών καναλιών που ξεκινούσαν από το ποτάμι, περνούσαν μέσα από τα κτήματα των Μα και έφθαναν στο δικό του. Χάρη στην επιμέλειά του, οι σοδειές των Μα και οι δικές του είχαν σωθεί και η οικογένεια είχε ευεργετηθεί σημαντικά από τη φροντίδα του.

   Τώρα, χρόνια αργότερα, ο Ζενγκ Γιουχάν είχε έρθει σε επαφή με τις δυνάμεις των Τσινγκ, αλλά η πίστη του στην οικογένεια του Μα Σιούν και της Σιού-Λαν δεν είχε χαθεί. Χρησιμοποίησε την πρόσβασή του για να ειδοποιήσει τη Σιού-Λαν πριν φτάσουν οι στρατολόγοι των Τσινγκ στο χωριό. Οι δυνάμεις των Τσινγκ θα περνούσαν και από το Τσιουτζιά για να στρατολογήσουν νέους, και η μητέρα ήξερε ότι οι πιο γεροί και ικανοί θα ήταν τα πρώτα θύματα της στρατολόγησης.

   Η ανήσυχη μάνα σκέφτηκε αμέσως το στερνοπούλι της, τον Γιούν-Τσεν. Υπέθετε, όπως τόσες φορές στο παρελθόν, πως ο γιος της θα βρισκόταν στην οικία της Λιάν-Χουά. Δεν ήταν δύσκολο να μαντέψει το λόγο. Οι εργασίες που του είχαν ανατεθεί ήταν μόνο ένα άλλοθι. Κρυφά, υπήρχε η ερωτική του σχέση με την πλούσια γεροντοκόρη. Η Σιού-Λαν ήξερε να αναλύει τις μικρές λεπτομέρειες. Οι αμοιβές που έφερνε ο Γιούν-Τσεν στο σπίτι ήταν, αν όχι υπερβολικές, πάντως πιο γενναιόδωρες από όσο θα περίμενε κανείς για τις απλές ξυλουργικές του εργασίες. Και υπήρχε κάτι ακόμη που της προξενούσε απορία. Το λευκό άλογο που ίππευε ο Γιούν-Τσεν, ένα ζώο δυνατό και πανάκριβο, δεν ανήκε στους Μα. Ήταν παράξενο, σχεδόν ασυνήθιστο, που ένας τόσο νεαρός άντρας θα μπορούσε να αποκτήσει ένα τέτοιο άλογο με τα δικά του μέσα, ακόμη και αν δήλωνε ο ίδιος πως το είχε κερδίσει στα χαρτιά. Αλλά ήξερε πως ο γιος της δεν έπαιζε τυχερά παιγνίδια, ούτε κανένας από την οικογένειά τους. Η Σιού-Λαν αναρωτήθηκε για το πώς είχε καταφέρει να συντηρεί τόσο καλά τη ζωή του, και ταυτόχρονα κατάλαβε πως η κατάσταση με τη Λιάν-Χουά δεν ήταν μόνο ζήτημα εργασίας. Ήταν βαθύτερη, πιο σύνθετη, μια ισορροπία ανάμεσα στην προσφορά, τη φροντίδα και τα συναισθήματα, που ο ίδιος ο Γιούν-Τσεν φρόντιζε να κρατά μακριά από την επίσημη ματιά της κοινωνίας.

    Η Σιού-Λαν, λοιπόν, έστειλε τον έμπιστο επιστάτη των χωραφιών των Μα, τον Χουάνγκ Τζιν, στο Τσιουτζιά. Του είπε να ψάξει τον Γιούν-Τσεν, που εργαζόταν εκεί στο σπίτι της γεροντοκόρης. Ο Χουάνγκ Τζιν έφτασε γρήγορα και βρήκε τον νεαρό ξυλουργό. Οι ήχοι από τα καρφώματα των ξύλων ήταν εύκολο να τον οδηγήσουν στο σημείο που βρισκόταν ο Γιούν-Τσεν. Του ανακοίνωσε το προφορικό μήνυμα. Η μάνα σου είπε να φύγεις στα βουνά, να κρυφθείς. Σε λίγο θα έρθουν δυνάμεις των Τσινγκ να διαλέξουν νεαρούς άνδρες για να τους πάρουν μαζί τους. Μην βιαστείς να εμφανιστείς. Κάνε γρήγορα. Δεν υπάρχει χρόνος. Ο έμπιστος Χουάνγκ Τζιν γύρισε πίσω από άλλο δρόμο, και εμπιστευτικά ενημέρωσε τη Σιού-Λαν ότι είχε συναντήσει ο ίδιος τον Γιούν-Τσεν και του είχε πει το μήνυμά της.

    Η Λιάν-Χουά, γνωρίζοντας τον κίνδυνο, δεν άφησε τίποτε στην τύχη. Οργάνωσε το κρυφό καταφύγιο για τον Γιούν-Τσεν: ένα σκοτεινό, ψηλό δωμάτιο στην πίσω πλευρά της αποθήκης, με στενό παράθυρο που έβλεπε στις αυλές αλλά όχι στην κεντρική είσοδο. Εκεί παρέμεινε ο Γιούν-Τσεν για αρκετές ημέρες, αθέατος, μόνος, αλλά ασφαλής. Καθώς οι μέρες περνούσαν, η παρουσία του περιοριζόταν στα όρια του κτήματος της Λιάν-Χουά. Δεν ήταν φυλακισμένος με βία, ούτε με νόμο· η κράτησή του ήταν προϊόν της περιστάσεως και της προνοητικότητας της οικοδέσποινας. Ο ίδιος είχε αποδεχθεί τη θέση του, με έναν ιδιότυπο συνδυασμό υποταγής και επιλογής· δεν υπήρχε άλλη δυνατότητα να εκλέξει, αρκεί να σκεφτόταν τη σκληρή μοίρα των νέων που είχαν στρατολογηθεί.

   Ο Γιούν-Τσεν ήταν ένας κρατούμενος διαφορετικός από όλους τους άλλους. Τον συνέδεε με την Λιάν-Χουά η φροντίδα, η προσφορά, τα φιλάνθρωπα αισθήματα της γεροντοκόρης οικοδέσποινάς του. Ήταν μια περίεργη κατάσταση. Ερωτικός κρατούμενος και προστατευμένος, μέσα στο οικείο και φιλικό περιβάλλον της αποθήκης, αλλά ταυτόχρονα υπήρχε μια αμοιβαιότητα που έκανε τη σχέση τους ζωντανή και πραγματική. Η Λιάν-Χουά τον είχε σώσει, του είχε προσφέρει ασφάλεια και χώρο για να συνεχίσει τη ζωή του μακριά από τον κίνδυνο των στρατολόγων των Τσινγκ. Και βέβαια, η ανταπόδοση δεν άργησε να έρθει. Ο Γιούν-Τσεν δεν ήταν απλώς αποδέκτης της φροντίδας της· κάθε μέρα έδινε, με τον τρόπο του, κάτι πολύτιμο: την αφοσίωση, την πειθαρχία του, το σώμα του.

   Καμμία σχέση δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην προσφορά της μίας πλευράς. Για να είναι υγιής και ολοκληρωμένη, πρέπει να υπάρχει και η ανταπόδοση. Και σε αυτή την περίπτωση υπήρξαν ένθερμα και τα δύο. Η Λιάν-Χουά, με τη στοργή και την προστασία της, και ο Γιούν-Τσεν, με την αφοσίωση και την ήρεμη, σταθερή παρουσία του, δημιούργησαν έναν δεσμό που ξεπερνούσε την απλή ανάγκη, μια αίσθηση συντροφικότητας που μόνο οι δύσκολες περιστάσεις μπορούν να γεννήσουν. Πάντα όταν ο ένας νιώθει ότι προστατεύει τον άλλο, και όταν κάποιος νιώθει ασφαλής που προστατεύεται, μπορεί να αφεθεί ανεπηρέαστος να αποδείξει τις δυνατότητές του.

   Καθώς ο ήλιος έδυε και τα δρομάκια του χωριού γέμιζαν από τα τελευταία φώτα των σπιτιών, ο Γιούν-Τσεν ξεκλείδωνε τα σφυριά και τα εργαλεία του. Δεν υπήρχε κίνηση προς τα έξω από το κτήμα, κανένα βήμα πέρα από τα όρια που είχε χαράξει η Λιάν-Χουά. Ήταν ελεύθερος και δεμένος ταυτόχρονα, κρατούμενος όχι της εξουσίας, ούτε των νόμων, αλλά της περίστασης και των συναισθημάτων, ένας άντρας που η μοίρα και η φροντίδα της οικοδέσποινας είχαν καθορίσει με τρόπο μοναδικό.

 

 

 

 

η παρ’ ολίγον αναβολή ενός γάμου

   Εκείνες τις ημέρες έβρεχε ασταμάτητα. Η βροχή έπεφτε βαριά πάνω στις κεραμοσκεπές του μικρού χωριού Λο Τζιάνγκ, στην επαρχία Σετσουάν, και οι χωμάτινοι δρόμοι είχαν γίνει παχύρρευστη λάσπη. Το νερό κυλούσε αργά στα αυλάκια ανάμεσα στα σπίτια, ενώ η ομίχλη κάλυπτε τους ορυζώνες σαν λεπτό πέπλο.

   Στο σπίτι της οικογένειας Μα, ο Μα Σιούν είχε ανάψει θυμίαμα μπροστά στο οικογενειακό βωμό των προγόνων. Ο γιος του, ο πρωτότοκος Μα Γκουάν-Σεν, επρόκειτο σύντομα να παντρευτεί τη νεαρή Γουάν-Γιου, κόρη μιας από τις πιο σεβαστές οικογένειες του χωριού. Ο γάμος είχε κανονιστεί εδώ και μήνες και όλοι περίμεναν την τελετή που θα ένωνε τις δύο οικογένειες.

    Εκείνο το υγρό πρωινό, δύο φιγούρες φάνηκαν να πλησιάζουν μέσα από τη βροχή. Ήταν ο πατέρας της νύφης, ο Χε Ντε-Σενγκ, πλούσιος γαιοκτήμονας και διαχειριστής των αποθηκών σιτηρών της κοινότητας, συνοδευόμενος από τον μεγαλύτερο γιο του, τον Χε Μινγκ-Σεν.

    Ο Μα Σιούν βγήκε στην αυλή για να τους υποδεχτεί. «Καλώς ήρθατε, σεβαστέ Ντε-Σενγκ», είπε με βαθιά υπόκλιση. «Ο ουρανός δεν μας λυπάται αυτές τις ημέρες.»

    Ο Ντε-Σενγκ χαμογέλασε κουρασμένα, τινάζοντας το νερό από το μανίκι του. «Η βροχή δοκιμάζει την υπομονή όλων μας, φίλε Σιούν.»

    Τους οδήγησε μέσα στο σπίτι. Σερβιρίστηκε ζεστό τσάι από γιασεμί και για λίγο η συζήτηση κύλησε με τις συνηθισμένες τυπικότητες. Για τη σοδειά, για τους δρόμους που είχαν καταστραφεί από τις καταιγίδες, για τις φήμες ότι οι νέοι αξιωματούχοι της δυναστείας Τσινγκ ετοίμαζαν νέες απογραφές.

    Όμως ο Ντε-Σενγκ φαινόταν ανήσυχος. Τελικά άφησε αργά το φλιτζάνι του στο τραπέζι. «Φίλε μου Σιούν… ήρθα σήμερα για να σου ζητήσω κατανόηση.»

    Ο Μα Σιούν ανασήκωσε το βλέμμα. «Μίλησε ελεύθερα.»

    Ο Ντε-Σενγκ πήρε μια βαθιά ανάσα. «Πριν τρεις νύχτες, ο ποταμός φούσκωσε. Τα νερά έσπασαν τα αναχώματα και πλημμύρισαν τις αποθήκες μου στο νότιο χωράφι. Μεγάλο μέρος του ρυζιού χάθηκε. Και σαν να μην έφτανε αυτό… οι στρατολόγοι των Τσινγκ πέρασαν από την περιοχή και πήραν πολλούς από τους εργάτες μου για καταναγκαστική υπηρεσία.»

    Ο γιος του, ο Μινγκ-Σεν, έγνεψε σιωπηλά, επιβεβαιώνοντας τα λόγια του πατέρα του.

    Ο Ντε-Σενγκ συνέχισε στο πιο δύσκολο σημείο: «Υπό αυτές τις συνθήκες… δεν μπορώ να ετοιμάσω τον γάμο της κόρης μου όπως αρμόζει στη θέση της οικογένειάς μας. Θα ήταν ντροπή για εμάς να γίνει μια φτωχή τελετή.»

  Επικράτησε απόλυτη σιωπή. Σήκωσε το βλέμμα του προς τον Μα Σιούν. «Γι’ αυτό… ζητώ να αναβληθεί για λίγο ο γάμος. Μόνο μέχρι να αποκαταστήσω τις ζημιές.»

   Για μια στιγμή ακούστηκε μόνο ο ήχος της βροχής πάνω στα κεραμίδια. Ο Μα Σιούν έμεινε σιωπηλός, χαϊδεύοντας το γκρίζο του γένι. Ύστερα έγνεψε αργά.

   «Οι δυσκολίες που φέρνει ο ουρανός δεν είναι στο χέρι των ανθρώπων», είπε ήρεμα. «Αν αυτό απαιτούν οι περιστάσεις, τότε θα περιμένουμε. Η ένωση των παιδιών μας δεν θα χαθεί επειδή καθυστέρησε λίγο.»

   Ο Ντε-Σενγκ υποκλίθηκε βαθιά, ανακουφισμένος. «Η κατανόησή σου με τιμά την οικογένειά σου.»

   Όμως δεν ήταν όλοι τόσο ήρεμοι. Πίσω από το ξύλινο διαχωριστικό του διαδρόμου στεκόταν ακίνητη η σύζυγος του Μα Σιούν, η Σιού-Λαν. Είχε ακούσει κάθε λέξη. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Το ήξερα… σκέφτηκε. Για εκείνη, όλα αυτά δεν ήταν απλή κακοτυχία. Ήταν κακός οιωνός. Πρώτα είχε εξαφανιστεί ο μικρός της γιος, ο Γιούν-Τσεν, έστω και υποχρεωτικά, έστω και αν φανταζόταν η ίδια ότι βρισκόταν σε ασφαλές μέρος.  Και τώρα… τώρα αναβαλλόταν ο γάμος του πρωτότοκου γιου της, του Γκουάν-Σεν. Η Σιού-Λαν έσφιξε τα χέρια της. Στο μυαλό της υπήρχε μόνο μία σκέψη. Από τότε που είχε επιστρέψει πίσω εκείνη η γρουσούζα όλο αναποδιές συνέβαιναν. Σαν να τους είχε μεταφέρει τη δική της μοίρα και να την είχε βάλει στο σπιτικό τους.

   Η βροχή συνέχιζε να πέφτει αδιάκοπα πάνω στις στέγες του σπιτιού των Μα. Στο δωμάτιο των επισκεπτών ο Μα Σιούν και ο Χε Ντε-Σενγκ κάθονταν αντικριστά, ενώ δίπλα στεκόταν σιωπηλός ο Χε Μινγκ-Σεν. Η απόφαση για την αναβολή του γάμου είχε μόλις ειπωθεί και ο αέρας είχε βαρύνει από αμηχανία.

    Τότε ακούστηκε ένα ελαφρύ τρίξιμο από το ξύλινο παραβάν. Η Σιού-Λαν, που τόση ώρα άκουγε κρυφά τη συζήτηση, εμφανίστηκε στο κατώφλι. Το πρόσωπό της ήταν ήρεμο, μα το βλέμμα της αποφασιστικό. Υποκλίθηκε ευγενικά προς τον φιλοξενούμενο.

   «Σεβαστέ Ντε-Σενγκ, συγχώρεσε μια γυναίκα που παρεμβαίνει στη συζήτηση των ανδρών.»

   Ο Ντε-Σενγκ ένευσε ευγενικά. Η Σιού-Λαν προχώρησε λίγο μέσα στο δωμάτιο. «Άκουσα όσα ειπώθηκαν», είπε. «Όμως θα ήθελα να πω κάτι.»

   Κοίταξε πρώτα τον άνδρα της και ύστερα τον φιλοξενούμενο. «Και εμείς μέσα σε δυσκολίες παντρευτήκαμε», είπε ήρεμα. «Οι γάμοι που γίνονται σε εύκολες εποχές είναι συνηθισμένοι. Εκείνοι όμως που γίνονται μέσα στις δοκιμασίες… αποδεικνύονται συχνά οι πιο δυνατοί.»

     Η βροχή έξω δυνάμωνε.

    «Οι δυσκολίες είναι μέσα στη ζωή. Αν μάθει κανείς να τις ξεπερνά από νωρίς, δεν θα φοβηθεί τις μεγαλύτερες που θα έρθουν αργότερα.»

   Έπειτα πρόσθεσε: «Αφήστε το ζευγάρι να αποδείξει τις ικανότητές του.»

   Ο Ντε-Σενγκ την κοίταξε προσεκτικά.

   Η Σιού-Λαν συνέχισε:  «Ο γιος μας, ο Γκουάν-Σεν, θα έρθει να εργαστεί κοντά σας. Τώρα που σας χρειάζονται χέρια. Τώρα θα δείξει τι αξίζει. Θα σας στείλουμε κι εμείς εργάτες από τα χωράφια μας. Ευτυχώς η οικογένειά μας δεν έπαθε μεγάλες ζημιές από τις βροχές.»

    Για μια στιγμή χαμήλωσε το βλέμμα της.

    «Και όταν εμφανιστεί ο μικρός μας γιος… ο Γιούν-Τσεν… κανείς ακόμη δεν ξέρει πού βρίσκεται… εκείνος θα βοηθήσει να επισκευαστούν οι αποθήκες σας.»

    Η φωνή της έκοψε το ρυθμό για μια στιγμή, όμως συνέχισε σταθερά αλλά σε πιο συναισθηματικό τόνο. «Δεν μπορούμε να στερήσουμε από τα παιδιά το μέλλον τους. Αν λυγίσουν μπροστά σε μια μικρή αναποδιά, τι θα κάνουν όταν έρθει μια πραγματική δυσκολία;»

   Ο Ντε-Σενγκ έμεινε σιωπηλός. Σκεφτόταν. Τελικά είπε αργά: «Τα λόγια σου είναι σοφά… όμως υπάρχει κάτι ακόμη. Το κύρος της οικογένειάς μου. Αν δεν μπορέσουμε να προσφέρουμε στην κόρη μας όσα πρέπει… τι θα πει ο κόσμος;»

   Η Σιού-Λαν χαμογέλασε ελαφρά. «Μην φοβάσαι, Χε Ντε-Σενγκ. Όλα θα γίνουν όπως πρέπει και όπως αρμόζει στη νύφη.»

    Ύστερα πρόσθεσε με ήρεμη αξιοπρέπεια: «Άλλωστε κι εμείς έχουμε τη δική μας τιμή να προστατεύσουμε. Όσο το παιδί μας λείπει και δεν γνωρίζουμε ακόμη πού βρίσκεται, δεν θα μπορούσαμε να δεχθούμε έναν γάμο γεμάτο υπερβολικές λαμπρότητες. Θα ήταν σαν να προσβάλλαμε την αγωνία της οικογένειάς μας.»

    Σήκωσε το κεφάλι της και συμπλήρωσε: «Μην ανησυχείς. Οι γάμοι δεν είναι ζητήματα των ανδρών.»

   Ένα αμυδρό χαμόγελο πέρασε από το πρόσωπο του Μα Σιούν.

   «Εγώ και η σεβαστή Χε Σου-Γιν θα ετοιμάσουμε τα πάντα όπως πρέπει. Όταν έρθει η στιγμή να παραδώσεις την κόρη σου… θα είσαι περήφανος.»

   Γυρίζοντας προς τον άνδρα της είπε: «Από αύριο κιόλας, ο Γκουάν-Σεν θα διαλέξει τους καλύτερους εργάτες μας.»  Έπειτα γύρισε πάλι προς τον Ντε-Σενγκ. «Θα έρθει στα χωράφια σας νωρίς το πρωί.»

   Για λίγες στιγμές κανείς δεν μίλησε. Έξω η βροχή συνέχιζε να πέφτει πάνω στα κεραμίδια, όμως μέσα στο δωμάτιο η ατμόσφαιρα είχε αλλάξει. Και ο Χε Ντε-Σενγκ, κοιτάζοντας τη γυναίκα που είχε μόλις μιλήσει, ένιωθε πως ίσως η μοίρα των δύο οικογενειών είχε μόλις πάρει διαφορετική πορεία.

   Η βροχή είχε κοπάσει για πρώτη φορά μετά από πολλές ημέρες. Ο ουρανός πάνω από το Λο Τζιάνγκ παρέμενε γκρίζος, αλλά ανάμεσα στα σύννεφα περνούσαν αχνές λωρίδες φωτός.

   Εκείνο το πρωί η Σιού-Λαν είπε στον άνδρα της ότι θα πήγαινε στον μικρό ναό της θεάς της ευσπλαχνίας, λίγο έξω από το χωριό. Ήθελε, του είπε, να ανάψει θυμίαμα και να προσευχηθεί για τον χαμένο τους γιο, τον Γιούν-Τσεν.

   Την ίδια ώρα, στο σπίτι της οικογένειας Χε, ένας νεαρός υπηρέτης μετέφερε διακριτικά ένα μήνυμα. Η Χε Σου-Γιν ενημερωνόταν ότι η μητέρα του γαμπρού θα βρισκόταν στον ναό και πως θα ήθελε να της μιλήσει.

   Ο ναός βρισκόταν δίπλα σε μια μικρή λιμνούλα, κάτω από παλιές ιτιές. Ήταν ήσυχος τόπος· οι περισσότεροι χωρικοί πήγαιναν εκεί μόνο τις μεγάλες γιορτές.

   Όταν η Χε Σου-Γιν έφτασε, η Σιού-Λαν στεκόταν μπροστά στο πέτρινο βωμό και μόλις είχε σβήσει το θυμίαμα. Οι δύο γυναίκες υποκλίθηκαν με σεβασμό. Για λίγη ώρα περπάτησαν δίπλα στη λιμνούλα χωρίς να μιλούν. Μόνο ο ήχος των σταγόνων που έπεφταν από τα φύλλα ακουγόταν.

   Τελικά η Σιού-Λαν σταμάτησε. «Σε κάλεσα εδώ γιατί ήθελα να μιλήσουμε μόνες μας», είπε ήρεμα.

   Η Χε Σου-Γιν την κοίταξε με προσοχή.

   Η Σιού-Λαν συνέχισε: «Η οικογένειά μας αγαπά την κόρη σου, τη Γουάν-Γιου. Από τη στιγμή που συμφωνήθηκε ο γάμος, την θεωρώ ήδη κόρη μου.»

    Η Σου-Γιν χαμήλωσε ελαφρά το βλέμμα, συγκινημένη.

   «Ξέρω επίσης», συνέχισε η Σιού-Λαν, «πως η οικογένειά σας βρέθηκε ξαφνικά σε δύσκολη θέση. Οι πλημμύρες, οι εργάτες που πήραν οι στρατολόγοι… όλα αυτά δεν είναι μικρά πράγματα.» Έκανε ένα μικρό βήμα πιο κοντά. «Αλλά σε τέτοιες στιγμές πρέπει να φανεί η δύναμη των  οικογενειών.»

   Η φωνή της ήταν χαμηλή αλλά σταθερή. «Αν τώρα δεν στηρίξει η οικογένειά μας τη δική σας… τότε πότε θα το κάνει;»

   Η Σου-Γιν την κοίταξε ξανά.

   Η Σιού-Λαν συνέχισε: «Ο γάμος δεν είναι μόνο ένωση δύο νέων ανθρώπων. Είναι συμμαχία ανάμεσα σε δύο οικογένειες. Όταν αυτές οι οικογένειες στέκονται ενωμένες, τότε και το ζευγάρι γίνεται πιο δυνατό.»

   Έπειτα χαμογέλασε ελαφρά. «Και, ας πούμε την αλήθεια… οι άνδρες δεν χρειάζεται να γνωρίζουν τα πάντα.»

   Η Σου-Γιν δεν μπόρεσε να κρύψει ένα μικρό χαμόγελο. Τότε η Σιού-Λαν έβγαλε από το μανίκι της ένα μικρό υφασμάτινο πουγκί, δεμένο με κόκκινο κορδόνι. Το κράτησε για λίγο στο χέρι της πριν το προσφέρει.

   «Πάρε το.»

   Η Σου-Γιν δίστασε.

   Η Σιού-Λαν συνέχισε: «Δεν είναι μικρό ποσό. Με αυτό μπορείς να συμπληρώσεις ό,τι ίσως τώρα δεν διαθέτετε.»

   Έσπρωξε απαλά το πουγκί προς τα χέρια της άλλης γυναίκας. «Η νύφη μου, η Γουάν-Γιου, πρέπει να είναι η ωραιότερη νύφη του Λο Τζιάνγκ.»

   Η Σου-Γιν πήρε το πουγκί αργά, σαν να φοβόταν το βάρος του.

   Η Σιού-Λαν πρόσθεσε χαμηλόφωνα: «Αυτά πρέπει να μείνουν μεταξύ μας.»

   Έκανε μια μικρή υπόκλιση. «Δέξου τα σαν δώρο μου προς τη Γουάν-Γιου.»

   Η Χε Σου-Γιν έσφιξε το πουγκί στα χέρια της. Για λίγο δεν μίλησε. Κοιτάζοντας τη Σιού-Λαν ένιωσε πως εκείνη τη στιγμή δεν στέκονταν απέναντι ως δύο οικοδέσποινες διαφορετικών σπιτιών. Στέκονταν ήδη σαν δύο γυναίκες της ίδιας οικογένειας.

   Η Χε Σου-Γιν ήταν εκείνη που αποχώρησε πρώτη από τον μικρό ναό. Πριν φύγει, υποκλίθηκε βαθιά προς τη Σιού-Λαν. «Θα σε αφήσω τώρα», είπε ήσυχα.

   Η Σιού-Λαν έγνεψε. «Μείνε ήσυχη. Εγώ θα μείνω λίγο ακόμη. Θέλω να προσευχηθώ για την τύχη του μικρού μου γιου… του Γιούν-Τσεν.»

    Η Σου-Γιν δεν είπε τίποτα. Υποκλίθηκε άλλη μια φορά και πήρε το στενό μονοπάτι που οδηγούσε πίσω στο χωριό, κρατώντας το μικρό πουγκί βαθιά κρυμμένο στο μανίκι της. Όταν τα βήματά της χάθηκαν πίσω από τις ιτιές, η αυλή του ναού βυθίστηκε ξανά στη σιωπή.

   Η Σιού-Λαν στάθηκε μπροστά στον πέτρινο βωμό. Έβαλε ένα ακόμη θυμίαμα και γονάτισε αργά. Για λίγο δεν μιλούσε. Ύστερα χαμήλωσε το κεφάλι. «Σεβαστοί πρόγονοι… συγχωρέστε με για την πράξη μου.»

   Τα μάτια της έμειναν καρφωμένα στις λεπτές γραμμές του καπνού που ανέβαιναν στον αέρα. Τα χρήματα που είχε μόλις δώσει… δεν ήταν δικά της. Ήταν του Γιούν-Τσεν. Ο μικρός της γιος της τα έφερνε κάθε τόσο και της τα εμπιστευόταν να του τα φυλάει. Ήταν χρήματα που κέρδιζε από τις εργασίες του στο σπίτι της γεροντοκόρης στο Τσιουτζιά. Τον τελευταίο καιρό, μάλιστα, της είχε φέρει ένα αρκετά μεγάλο ποσό. Ήταν η προκαταβολή για τις νέες αποθήκες που θα έχτιζε εκεί. Κανονικά, για μια τέτοια δουλειά θα χρειάζονταν τέσσερις εργάτες. Εκείνος όμως είχε αναλάβει το έργο μόνος του. Κι όμως είχε πληρωθεί σαν να δούλευαν τέσσερις. Η δουλειά θα καθυστερούσε λίγο περισσότερο — αλλά αυτό δεν ενοχλούσε τη γεροντοκόρη που του είχε αναθέσει το έργο. «Αρκεί η δουλειά να είναι στέρεη και καλή», του είχε πει. Και ο Γιούν-Τσεν ήξερε πως μόνο αν δούλευε μόνος του θα μπορούσε να ελέγξει κάθε λεπτομέρεια. Δεν είχε εμπιστοσύνη σε άλλους τεχνίτες.

   Η Σιού-Λαν έκλεισε τα μάτια. Εκείνα τα χρήματα ανήκαν στον γιο της. Κι όμως εκείνη μόλις τα είχε χαρίσει. Ήξερε πως, κατά κάποιον τρόπο, έκλεβε το ίδιο της το παιδί. Αλλά μέσα της επαναλάμβανε την ίδια σκέψη. Δεν είναι υπεξαίρεση. Σιγά σιγά θα μάζευε το ποσό. Θα το συμπλήρωνε μόνη της. Και όταν ο Γιούν-Τσεν θα εμφανιζόταν ξανά στο σπίτι… τα χρήματά του θα βρίσκονταν εκεί, άθικτα.

    «Συγχώρεσέ με, παιδί μου», ψιθύρισε. Έπειτα ύψωσε ξανά το βλέμμα προς το άγαλμα της θεότητας. Είχε μόνο μία ακόμη ελπίδα. Ότι η γεροντοκόρη στο Τσιουτζιά θα συνέχιζε να προσφέρει προστασία και βοήθεια στον γιο της. Άλλωστε η συγκυρία την είχε ευνοήσει. Τον είχε κοντά της από το πρωί μέχρι το βράδυ. Και ο Γιούν-Τσεν δούλευε εκεί, μακριά από τα βλέμματα και τις ταραχές του χωριού.

   Η Σιού-Λαν έσκυψε βαθιά για τελευταία φορά μπροστά στον βωμό. Ύστερα σηκώθηκε. Ο καπνός του θυμιάματος ανέβαινε αργά στον υγρό αέρα. Με ήσυχα βήματα πήρε το μονοπάτι της επιστροφής και, λίγο λίγο, χάθηκε στον δρόμο που οδηγούσε πίσω στο σπιτικό της.

 

 

ο γάμος της Γουάν-Γιου και του Γκουάν-Σεν

   Η μέρα είχε ξημερώσει λαμπρή. Ο αέρας ήταν γεμάτος άρωμα από τα φρέσκα άνθη που στόλιζαν τις αυλές των σπιτιών, και η ατμόσφαιρα είχε πλέον πάρει τον τόνο της μεγάλης γιορτής.

Το αρχοντικό των Χε απλωνόταν σε ευρύχωρη αυλή με ψηλά, κόκκινα ξύλινα κτίρια, κεραμοσκεπές με περίτεχνα γείσα και φαναράκια που κρέμονταν κατά μήκος των διαδρόμων, οι τοίχοι ήταν βαμμένοι σε βαθύ κόκκινο και χρυσό, τα πατώματα από στιλπνό ξύλο αντανακλούσαν το φως του ήλιου, οι αυλές στολισμένες με πολύχρωμα λουλούδια, κυπαρίσσια και μικρές λιμνούλες με ψάρια, ενώ μεγάλα βαριά ξύλινα πορτάκια οδηγούσαν σε ιδιωτικούς χώρους με δωμάτια διακοσμημένα με περίτεχνα βελούδα και μεταξωτά υφάσματα, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα πλούτου και κύρους που μαρτυρούσε την ισχυρή θέση της οικογένειας Χε στην κοινωνία.

   Ο πολυτελής γάμος της Γουάν-Γιου και του Μα Γκουάν-Σεν θα γινόταν στο κεντρικό προαύλιο της οικογένειας Χε, ένα ευρύχωρο τετράγωνο, στρωμένο με κόκκινα χαλιά και διακοσμημένο με χρυσές κορδέλες, φαναράκια και πολύχρωμες σημαιούλες. Οι αυλές ήταν γεμάτες καλεσμένους.    Η Σιού-Λαν στεκόταν στο πλευρό του Μα Σιούν, παρακολουθώντας με χαμόγελο και μια αίσθηση ανακούφισης τη σκηνή να παίρνει μορφή. Αν και ο μικρός τους γιος, ο Γιούν-Τσεν, απουσίαζε ακόμη και κανείς στο χωριό δεν γνώριζε την τύχη του, η αίσθηση ολοκλήρωσης και τιμής ήταν ισχυρή.

   Η Χε Σου-Γιν στάθηκε δίπλα στον άνδρα της, τον Χε Ντε-Σενγκ, και παρακολουθούσε την κόρη της, τα μάτια της έλαμπαν από υπερηφάνεια. Ο πατέρας της νύφης ήταν ο πιο περήφανος όλων· η αξία της οικογένειάς του, η περιουσία και το κύρος της, όλα είχαν φανεί στη διοργάνωση του γάμου. Τώρα η κόρη του έμπαινε στην τελετή ως η ωραιότερη νύφη της περιοχής, με πλήρη στολισμό, μεταξωτά φορέματα και χρυσά κοσμήματα.

    Ο Χε Μινγκ-Σεν, μεγαλύτερος αδελφός της νύφης, στάθηκε διακριτικά στην άκρη, με το βλέμμα γεμάτο υπερηφάνεια για την αδελφή του. Ο ίδιος είχε επιβλέψει κάθε λεπτομέρεια για να διασφαλίσει ότι η τελετή θα ήταν αντάξια του κύρους της οικογένειάς τους. Κάθε κίνηση της Γουάν-Γιου ήταν προσεκτικά συντονισμένη, και η επιμέλεια αυτή έκανε τον πατέρα του να χαμογελά ικανοποιημένος.

   Ο Μινγκ-Τάο, ο δευτερότοκος γιος του Μα Σιούν και της Σιού-Λαν, δεν έκρυψε την εντύπωσή του. «Δείτε πώς λάμπει η νύφη», είπε χαμογελώντας. «Αν αυτό δεν είναι γάμος αντάξιος των δύο οικογενειών… τότε τι άλλο;»

    Η Σιού-Λαν παρατήρησε κάθε λεπτομέρεια με προσοχή. Ήξερε ότι η οικογένεια της νύφης είχε κάνει το καλύτερο δυνατό, και ότι τώρα, με τη βοήθειά της, η τελετή είχε αποκτήσει πλήρη λάμψη και κύρος. Η σύνθεση των δύο οικογενειών έδειχνε να ενώνεται αρμονικά, όπως ακριβώς η ίδια είχε προγραμματίσει.

   Ο Χε Ντε-Σενγκ υπερηφανευόταν. Κάθε χρυσή κορδέλα, κάθε σημαιούλα και κάθε στοιχείο της διακόσμησης μαρτυρούσε την αξία της οικογένειάς του και την υπεροχή της παράδοσης των Χε. Κοιτούσε την κόρη του, ευχαριστημένος που η νύφη του είχε παντρευτεί σύμφωνα με το κύρος και τη φήμη της οικογένειάς τους.

   Η Σιού-Λαν χαμογέλασε στον πατέρα της νύφης, σα να του έλεγε πως είχε τώρα δικαιωθεί που επέμενε να γίνει ο γάμος. Ο γάμος είχε φέρει μαζί δύο οικογένειες, είχε αναδείξει την αξία των παιδιών και είχε δείξει ότι ακόμα και μπροστά στις δυσκολίες, η δύναμη της συνεργασίας και της φροντίδας μπορούσε να φέρει μια τέλεια και λαμπρή τελετή.

    Οι καλεσμένοι χειροκρότησαν, και μέσα από την πολυτέλεια και την ομορφιά της ημέρας, όλοι κατάλαβαν ότι η Γουάν-Γιου και ο Μα Γκουάν-Σεν είχαν πλέον μπει σε μια ζωή που θα τους έκανε να ξεχωρίζουν — όχι μόνο ως ζευγάρι, αλλά και ως μέλη δύο ενωμένων και ισχυρών οικογενειών.

   Η μέρα τελείωσε με γέλια, μουσική και φιλοφρονήσεις. Οι δύο συμπεθέρες, η Σιού-Λαν και η Χε Σου-Γιν, αντάλλαξαν βλέμματα σεβασμού και υπερηφάνειας. Ο Χε Ντε-Σενγκ δεν έκρυβε την ευτυχία του, ενώ η Σιού-Λαν ένιωθε ότι η πρόνοια και η διακριτική παρέμβασή της είχαν εξασφαλίσει ότι η ένωση των δύο νέων θα ήταν πραγματικά δυνατή και αντάξια των οικογενειακών αξιών.

   Ακόμη και ο Μινγκ-Τάο και ο Χουάνγκ Τζιν, παρατηρώντας τη νύφη, συμφώνησαν ότι το ζευγάρι θα μπορούσε τώρα να αποδείξει τις ικανότητές του, τόσο μέσα στην οικογένεια όσο και στη ζωή που μόλις άρχιζε για αυτούς.

 

 

η χήρα στον ξενώνα

   Στο πίσω μέρος του σπιτιού των Μα, στον ξενώνα που της είχε παραχωρηθεί, η Λαν-Ρονγκ καθόταν μόνη. Ο ήλιος έπεφτε αργά μέσα από τα παράθυρα, δημιουργώντας χρυσά μονοπάτια πάνω στα ξύλινα πατώματα, και το μόνο που συντρόφευε την χήρα ήταν ένα μικρό γατάκι, πιστό και υπάκουο, που τριγύριζε γύρω από τα πόδια της, γουργουρίζοντας ήσυχα.

    Η μέρα του γάμου της Γουάν-Γιου και του Μα Γκουάν-Σεν περνούσε στα αυτιά της σαν μακρινός ήχος. Δεν είχε βγει από τον ξενώνα, δεν ήθελε να δει τα πλήθη, τις φωνές των καλεσμένων, τη λάμψη και την επίδειξη. Κάθισε ήσυχα στην καρέκλα της, κοιτώντας το μικρό γατάκι να κυνηγάει τις σκιές στον τοίχο, και άφησε το μυαλό της να ταξιδέψει πίσω στα δεκαέξι χρόνια του γάμου της.

   Ήταν χρόνια γεμάτα από μικρές χαρές και θλίψεις, από καθημερινές φροντίδες και στιγμές που τώρα φαινόταν τόσο μακρινές. Τώρα, ως χήρα, δεν θα μπορούσε ποτέ ξανά να ζήσει τέτοιες χαρές, τις χαρές ενός πλήρους σπιτικού, τις γιορτές και τις πανηγυρικές στιγμές.

    Και καθώς η σκέψη αυτή την πλημμύριζε, η καρδιά της πήγε σε έναν άλλο, που είχε συναντήσει πρόσφατα. Τον νεαρό άνδρα. Τον είχε πρωτοσυναντήσει στο νεκροταφείο, εκείνο το απόγευμα που η σιωπή των μνήματων είχε βαρύνει την ψυχή της. Την επόμενη μέρα τον είχε δει στο ποτάμι, τα νερά να κυλούν αργά, και η συνάντησή τους είχε κάτι από μαγεία, κάτι που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Αλλά μετά από εκείνη τη συνάντηση, για τόσο καιρό, δεν τον είχε ξαναδεί.

   Τι να είχε γίνει; Αναρωτήθηκε η Λαν-Ρονγκ, νιώθοντας ένα τράνταγμα της μοίρας. Μήπως τον είχαν πάρει οι στρατολόγοι των Τσινγκ μαζί τους; Μήπως η ζωή τον είχε πάρει μακριά, όπως τόσα άλλα που δεν μπορούσε να ελέγξει; Καθώς περνούσαν οι μέρες, και εκείνος δεν εμφανιζόταν, η σκέψη της έπεφτε βαριά, σαν πέτρινη σκιά στο στήθος της.

   Ένιωθε μια αίσθηση πικρής απώλειας. Εκεί που είχε συναντήσει κάποιον που την είχε συγκινήσει τόσο βαθιά, οι καταστάσεις και η ίδια η ζωή τον είχαν ξανά πάρει μακριά. Ίσως φοβήθηκε τη διαφορά της ηλικίας τους και απέφευγε να την πλησιάσει. Ίσως κάποιοι καλοθελητές είχαν προσπαθήσει να τον αποτρέψουν. Αλλά κανείς δεν γνώριζε πολλά για εκείνη. Στο χωριό εξακολουθούσε να παρουσιάζεται ως Μιν-Γι, να εμφανίζεται απλώς ως εργάτρια στα χωράφια των Μα, μια φιγούρα καθημερινή, χωρίς να αποκαλύπτει τα συναισθήματά της.

   Και μετά ήρθε εκείνο το παράξενο όνειρο. Ένα όνειρο που δεν είχε ξαναδεί ποτέ πριν, που δεν της έδινε καμία απάντηση. Δεν τον είχε ονειρευτεί ξανά. Αυτό την έκανε να ανησυχεί ακόμα περισσότερο. Στον κόσμο των ονείρων, σκεφτόταν, όταν δεν εμφανίζονται οι άνθρωποι που αγαπάμε, σημαίνει ότι μας ξεχνάνε.

   Και στο βάθος της καρδιάς της, η Λαν-Ρονγκ ένιωθε έναν φόβο που δεν ήθελε να παραδεχτεί ούτε στον εαυτό της: να μην την ξεχάσει ο νεαρός άνδρας. Να μην την αφήσει στη σιωπή των ημερών και των χρόνων. Κάθισε εκεί, σιωπηλή, ενώ το μικρό γατάκι τρίβονταν στα πόδια της, και άφησε την ανάσα της να γίνει μια προσευχή, μια ελπίδα, ότι ακόμα και αν η ζωή και η μοίρα είχαν πάρει χωριστούς δρόμους, ίσως οι καρδιές τους να κρατούσαν ζωντανή την αίσθηση της παρουσίας του.

   Η Λαν-Ρονγκ ένιωσε πως ο χρόνος είχε σταματήσει. Ότι όλα τα περασμένα και τα χαμένα, οι γιορτές που δεν θα ζούσε ξανά, οι στιγμές που είχαν χαθεί, δεν ήταν παρά προπομπός για κάτι που ακόμα περίμενε να βρει. Ίσως μια δεύτερη ευκαιρία, ίσως μόνο τη μνήμη του νεαρού που είχε αγγίξει την ψυχή της. Και με αυτή την ελπίδα, άφησε το βλέμμα της να ταξιδέψει στο μακρινό χωριό, εκεί που η ζωή συνέχιζε με γάμους, ήχους και φωνές, ενώ η δική της καρδιά παρέμενε στο χέρι του αγνώστου που δεν είχε ξεχάσει.

 

 

οι προβληματισμοί ενός ζεύγους

   Η αυλή του σπιτιού των Χε είχε ηρεμήσει από τη φασαρία του γάμου, και η νύφη με τον γαμπρό είχαν ήδη εγκατασταθεί στο σπίτι της οικογένειας Χε, όπως απαιτούσε η παράδοση και το κύρος της οικογένειας της Γουάν-Γιου. Η οικογένεια της νύφης ήταν πλούσια και σεβαστή, και οι γονείς της είχαν επιμείνει ότι το ζευγάρι θα διέμενε εκεί.

   Με την επιστροφή στο σπιτικό τους, στο υπνοδωμάτιο ο Μα Σιούν και η Σιού-Λαν συζητούσαν την κατάσταση. «Λες να είναι σωστό τελικά», είπε ο Μα Σιούν, «να μένει το ζευγάρι με τους Χε; Ο πρωτότοκός μας, ο Γκουάν-Σεν, στο σπίτι της νύφης;»

    Η Σιού-Λαν χαμογέλασε ήρεμα, γνωρίζοντας ότι θα έπρεπε να πείσει τον άνδρα της. «Σκέψου το…», είπε. «Οι Χε είναι σεβαστοί και πλούσιοι. Η παρουσία του Γκουάν-Σεν εκεί τους ικανοποιεί. Εμείς έχουμε ακόμη δύο γιους. Κάποιος από αυτούς θα μείνει μαζί μας και θα βοηθήσει στο σπίτι και στα χωράφια. Άλλωστε εδώ δεν χωράμε. Που θα τους βάζαμε; Στον ξενώνα πίσω. Μας ήρθε και η αδελφή σου. Τί, θα την διώχναμε από εκεί για να βάλουμε τους νεόνυμφους; Δεν είναι σωστό.»

   Ο Μα Σιούν έφερε μια μικρή αντίρρηση, τρίβοντας τα χέρια του. «Αλλά ο πρωτότοκός μου; Δεν θα προτιμούσες να τον έχουμε κοντά μας;»

   Η Σιού-Λαν τον κοίταξε με ήρεμη αποφασιστικότητα. «Ο Γκουάν-Σεν είναι ικανός. Θα δείξει σεβασμό στους Χε και θα μάθει πολλά για τη διαχείριση των κτημάτων και τη φροντίδα της οικογένειας, θα εξοικειωθεί με την ευθύνη. Τα μισά αύριο θα είναι δικά τους. Μόνο ένα γιο έχουν.»

   Ο Μα Σιούν έδειξε να υποχωρεί. Η γυναίκα του η Σιού-Λαν συνέχισε τους συλλογισμούς της. «Κι εμείς δεν χάνουμε τίποτα· αντίθετα, κερδίζουμε.  Το σπίτι μας θα μείνει σε τάξη, και η σχέση μας με τους Χε θα ενισχυθεί.»

   Ο Μα Σιούν αναστέναξε βαθιά. Κοίταξε το ταβάνι, και άφησε το βλέμμα του να χαλαρώσει. Η Σιού-Λαν είχε δίκιο· η κατάσταση ήταν τελικά προς όφελός τους. Ο Μα Σιούν, αφήνοντας τις ανησυχίες του στην άκρη, αποκοιμήθηκε γνωρίζοντας ότι ο πρωτότοκός του βρισκόταν σε ασφαλή χέρια, και η οικογένεια θα μπορούσε να συνεχίσει την καθημερινότητά της με τάξη και ηρεμία.


η χήρα Λιού-Μέι συναντά τη Λαν-Ρονγκ

    Στα πλατιά χωράφια που απλώνονταν γύρω από το χωριό, η Λαν-Ρονγκ, η μάλλον για όλους τους άλλους εκτός από την οικογένεια των Μα, η Μιν-Γι πλέον, δούλευε μόνη της, τα χέρια της βρώμικα από τη γη και τα φύλλα των καλλιεργειών, όταν μια φιγούρα εμφανίστηκε στον ορίζοντα. Η Λιού-Μέι, χήρα εδώ και χρόνια, σταμάτησε για μια στιγμή και την κοίταξε προσεκτικά. «Μοιάζεις με εκείνη την κοπέλλα από τους Μα που έφυγε πριν χρόνια νύφη για εκείνο το μακρινό χωριό… πως το λέγανε να δεις…» ψιθύρισε. Η Λαν-Ρονγκ χαμήλωσε το κεφάλι, απαντώντας με ήρεμη φωνή: «Δεν είμαι από εδώ. Με λένε Μιν-Γι. Δουλεύω για λίγο καιρό στα χωράφια μέχρι να επιστρέψει να με πάρει ο άνδρας μου».

    Η Λιου-Μέι τη σάρωσε με βλέμμα γεμάτο πικρία και κατανόηση. «Ποτέ δεν επιστρέφουν», είπε. «Έτσι λένε όλοι· άλλοι ότι θα γυρίσουν, άλλοι ότι κάποια δουλειά τους έτυχε, άλλοι ότι αρρώστησε κάποιος βαριά στο σπίτι τους, άλλοι ότι είχαν ταξίδι, άλλοι ότι έχουν οικογένεια και τους αναζητά, άλλοι πετάγονται για λίγο στο ποτάμι. Δεν ξέρεις τι τραβά μια μόνη γυναίκα σε έναν μικρό τόπο. Δεν ξέρεις τι σημαίνει να έχεις μείνει χήρα. Λες και το προκάλεσες εσύ. Λες και ήθελες να μείνεις μόνη. Και μετά είναι αυτές οι εφιαλτικές νύχτες… πώς μπορούν να περάσουν… Και δεν μιλώ για τον πρώτο καιρό, που το πένθος είναι ακόμη ζεστό. Μετά όμως, το σώμα στριφογυρίζει μόνο του. Το σώμα έχει μνήμη, και η μνήμη ζητά να καλυφθεί. Ζητά και αυτή σώμα».

   Η Λιου-Μέι συνέχισε, με μια τόση δα γουρλωμένη σπίθα θυμού και πικρίας: «Ποτέ σου μην μείνεις χήρα, κορίτσι μου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη κατάρα από αυτό. Καλύτερα να δουλεύει μια γυναίκα σε καπηλειά, σε σπίτια της χαράς, παρά να μείνει χήρα· χίλιες φορές καλύτερα».

   Η ανάμνηση του δικού της άνδρα ξαναζωντάνεψε στα λόγια της, με την γλυκιά μελαγχολία των γλυκισμάτων που φτιάχνει ακόμη και κερνάει τους περαστικούς. «Οι άλλοι δεν θέλουν να τα πάρουν», είπε ψιθυριστά, «θεωρούν ότι τους φέρνουν γρουσουζιά».

   Η Λιου-Μέι συνέχισε, η φωνή της χαμηλή αλλά γεμάτη πικρία και σκληρή αλήθεια. «Στην αρχή σου συμπαραστέκονται, φίλοι και συγγενείς», είπε, τα μάτια της να λάμπουν από την εμπειρία. «Μετά, όμως, όλοι σε αποφεύγουν. Ακόμη και οι πιο δικοί σου άνθρωποι. Ακόμη και εκείνοι που είχε ευεργετήσει ο άνδρας σου, και ας μην ήταν και λίγοι. Σε κόβουν από τις γιορτές του. Ακόμη και δώρα ακριβά να τους προσφέρεις, σου κλείνουν την πόρτα ή τα πετούν αμέσως. Και ποτέ δεν σε επισκέπτονται στο σπίτι σου, λες και είναι μολυσμένο. Οι αδελφές του άντρα σου λένε ότι εσύ φταις που πέθανε εκείνος, ότι αν τον πρόσεχες ίσως να ζούσε λίγα χρόνια ακόμη. Μόνο αν έχεις παιδιά, εκείνα θα σε κοιτάξουν. Μα εγώ δεν μπόρεσα να κάνω παιδιά. Ήταν μεγάλος, και εγώ μικρή. Δεν του ρίχνω το φταίξιμο· μπορεί η μοίρα να μην ήθελε να το επιτρέψει, όπως λένε  στα χωριά μας.»

   Η Λαν-Ρονγκ την κοίταζε σιωπηλά, κατανοώντας πως η μοναξιά και η θλίψη της χήρας ήταν συχνά τόσο άκαμπτη όσο η ίδια η μοίρα. Όταν απομακρύνθηκε η Λιού-Μέι είχαν μείνει τα λόγια της στο μυαλό της Λαν-Ρονγκ ως αντίλαλος «Και δεν μιλώ για τον πρώτο καιρό, που το πένθος είναι ακόμη ζεστό. Μετά όμως, το σώμα στριφογυρίζει μόνο του. Το σώμα έχει μνήμη, και η μνήμη ζητά να καλυφθεί. Ζητά και αυτή σώμα».



 

 

η σύντομη επιστροφή του Γιούν-Τσεν

   Ο Γιούν-Τσεν είχε μείνει φυλακισμένος αρκετές μέρες στην αποθήκη της γεροντοκόρης Λιάν-Χουά. Η αποθήκη ήταν γεμάτη σακιά με κεχρί, φασόλια και αποξηραμένα φύλλα τσαγιού, ενώ στο πίσω μέρος υπήρχαν μεγάλα πιθάρια με σάλτσα σόγιας και ξίδι από ρύζι. Μπορεί να μην του είχε λείψει τίποτα, ούτε από φαγητό, αφού η Λιάν-Χουά του έφερνε κάθε μέρα ζεστό ρύζι, λαχανικά και χοιρινό παστό, ούτε από ξεκούραση, ούτε από την ολόθερμη οικοδέσποινα που τον φρόντιζε σχεδόν μητρικά, μα του είχε λείψει περιέργως το σπίτι του.

   Του έλειπε η μυρωδιά από το καμένο ξύλο της κουζίνας, το τρίξιμο της αυλόπορτας και το χαμηλό μουρμούρισμα του πατέρα του όταν μετρούσε τα εργαλεία μετά τη δουλειά. Έτσι, πριν ξημερώσει καλά καλά, όταν ακόμη οι κόκορες δεν είχαν αρχίσει το δεύτερο λάλημά τους και η ομίχλη στεκόταν χαμηλά πάνω από τα χωράφια του ρυζιού, ανέβηκε στο άλογό του και με προφυλάξεις πλησίασε το χωριό του, το Λο Τζιάνγκ. Τα νέα για τους στρατολογητές των Τσινγκ είχαν σκορπίσει φόβο σε όλα τα χωριά της κοιλάδας, κι αρκετοί νέοι είχαν κρυφτεί σε αποθήκες, σε μοναστήρια ή ακόμη και στα βουνά.

   Έδεσε το λευκό άλογο κάπως απόμερα, πίσω από μια συστάδα από μπαμπού κοντά στο αρδευτικό κανάλι, εκεί όπου τα βουβάλια συνήθιζαν να ποτίζονται το καλοκαίρι. Έπειτα, σκυφτός και προσεκτικός, πέρασε ανάμεσα από τους κήπους και τα χαμηλά πλιθόκτιστα σπίτια ώσπου έφτασε μέχρι την κουζίνα του σπιτιού τους.

   Η μάνα του, η Σιού-Λαν, είχε ήδη σηκωθεί. Το τζάκι έκαιγε χαμηλά και μέσα σε ένα μαύρο σιδερένιο καζάνι έβραζε αραιός χυλός από ρύζι. Όταν τον είδε να στέκεται στην πόρτα, πάγωσε για μια στιγμή. Ύστερα του έκανε νόημα να μπει γρήγορα και να μιλά σιγά.

   Του είπε πως δεν ήταν ακόμη ο καιρός να εμφανιστεί. Μπορεί να ερχόταν και δεύτερο απόσπασμα με στρατολογητές των Τσινγκ στο χωριό. Οι αξιωματικοί των νέων αρχόντων συνήθιζαν να επιστρέφουν, ιδίως αν είχαν υποψία πως οι χωρικοί έκρυβαν τους νεαρούς άντρες.

   Τον ρώτησε αν ήταν καλά, κι εκείνος απάντησε θετικά. «Το μέρος που κρύβεσαι, είναι σίγουρο;» Ο Γιούν-Τσεν απάντησε με ένα νεύμα. «Σε προσέχουν;» Εκείνος, ελαφρώς κοκκινίζοντας, απάντησε καταφατικά κουνώντας ελαφρά το κεφάλι του. Η Σιού-Λαν κατάλαβε περισσότερα απ’ όσα είπε ο γιος της, μα δεν σχολίασε. Στις δύσκολες εποχές, ακόμη και οι πιο αυστηρές μάνες μάθαιναν να μην κάνουν πολλές ερωτήσεις.

   «Θα επιστρέψεις εκεί», του είπε χαμηλόφωνα, κάτι ανάμεσα σε συμβουλή και οδηγία. «Μόνο εκεί υπάρχει ασφάλεια για την ώρα.»

   Ο Γιούν-Τσεν έκανε την κίνηση να της δώσει μερικά νομίσματα από χαλκό, δεμένα με κορδόνι. Η εργασία του στις αποθήκες της Λιάν-Χουά προχωρούσε, αργά αλλά σταθερά. Τον είχε βάλει να καταγράφει τα σακιά, να επισκευάζει τα ξύλινα καπάκια των πιθαριών και να βοηθά τους αχθοφόρους όταν έρχονταν από την αγορά. Δεν ήταν πολλά τα χρήματα, αλλά ήταν τίμια.

   Η Σιού-Λαν, έχοντας ίσως ενοχές που είχε δώσει τα δικά του χρήματα για να γίνει ο γάμος του μεγαλύτερου γιου της αυτή τη φορά δεν τα δέχθηκε.

   «Από εδώ και στο εξής, τα χρήματα που κερδίζεις θα τα κρατάς εσύ. Θα μάθεις. Εδώ μπορεί να χαθούν, να μπουν κλέφτες, να χρειαστούν για τις ανάγκες του σπιτιού. Μπορεί να πάθω κάτι και να μην ξέρει κανείς πού είναι φυλαγμένα.»

   Ο Γιούν-Τσεν είπε πως μόνο σε αυτήν είχε εμπιστοσύνη. Και να χάνονταν δεν τον ενδιέφερε· θα κέρδιζε άλλα. Η μητέρα του επέμεινε.

   «Είναι καιρός να μεγαλώσεις. Δεν μπορείς πάντα να στηρίζεσαι στη μητέρα σου και τον πατέρα σου. Πες ότι είχες χαθεί, ότι ήσουν μακριά. Πώς θα τα κατάφερνες τότε; Μόνο ό,τι είναι δικό σου θα κρατάς. Τα ξένα, εκείνα που δεν σου ανήκουν, θα τα αφήνεις. Αυτός είναι ο σωστός δρόμος.»

   Έριξε μια ματιά προς την πόρτα πριν συνεχίσει. «Στο χωριό έχουμε πει ότι είχες εξαφανιστεί ημέρες πολύ πριν περάσουν οι στρατολογητές των Τσινγκ. Είπαμε ότι είχαμε ακούσει πως δούλευες στο χωριό Σιτσίνγκ, βαθιά προς τα δυτικά, εκεί κοντά στους λόφους του Μιαντζού. Εκεί δεν είχαν φτάσει ακόμη οι δυνάμεις των Τσινγκ. Εάν και όταν με το καλό επιστρέψεις, αυτό θα λες. Βρες και δυο ιστορίες για να φανούν αληθινά όσα θα υποστηρίζεις.»

  Ο Γιούν-Τσεν την άκουγε αλλά φάνηκε σα να δυσκολεύεται να εννοήσει ιστορίες συγκάλυψης που είχαν προτείνει οι οδηγίες της μητέρας του. Η Σιού-Λαν το κατάλαβε και συμπλήρωσε.

    «Μπορείς να πεις ότι βοηθούσες έναν έμπορο αλατιού που κατέβαινε από τα βουνά και κουβαλούσε φορτία με μουλάρια προς την αγορά του Μιαντζού. Κι ότι για λίγες μέρες έμεινες σε ένα μικρό πανδοχείο κοντά στη γέφυρα του ποταμού Φου, όπου πλήρωνες το κατάλυμα κουβαλώντας νερό και κόβοντας ξύλα. Οι άνθρωποι θυμούνται τέτοιες λεπτομέρειες και τις πιστεύουν.»

   Ο Γιούν-Τσεν προσπαθούσε να τα χωρέσει όλα στο μυαλό του, να μην του ξεφύγει καμμία λεπτομέρεια.

   «Τώρα πρέπει να φύγεις πριν σε δουν. Θα στείλω τον Χουάνγκ Τζιν να σε ειδοποιήσει όταν τα πράγματα θα είναι ασφαλή.»

   Αυτά είπε η Σιού-Λαν στο γιο της. Τον φίλησε στοργικά στο μέτωπο και με προφυλάξεις άνοιξε την πόρτα για να τον κατευοδώσει. Πριν βγει, τον τύλιξε με ένα πρόχειρο βαμβακερό πανωφόρι του πατέρα του, ξεθωριασμένο από τον ήλιο και τη δουλειά στα χωράφια, για να μην τον καταλάβουν αν τύχαινε να τον δει κανείς.

   Ο Γιούν-Τσεν έφτασε ως το άλογό του και αθόρυβα έφυγε από το Λο Τζιάνγκ. Ο ουρανός μόλις άρχιζε να παίρνει ένα αχνό γαλάζιο χρώμα πίσω από τους λόφους και η πρωινή ομίχλη σηκωνόταν αργά από τους ορυζώνες. Το άλογο, συνηθισμένο πια στη διαδρομή, πήρε μόνο του τον γνωστό δρόμο από το Λο Τζιάνγκ ως το Τσιουτζιά, ακολουθώντας το στενό μονοπάτι δίπλα στα χωράφια και περνώντας από τις μικρές ξύλινες γέφυρες που ένωναν τα χωριά της κοιλάδας. Πίσω του το Λο Τζιάνγκ ξυπνούσε σιγά σιγά, χωρίς να ξέρει πως ένας από τους γιους του Μα Σιούν, είχε περάσει σαν σκιά μέσα από τα σπίτια του και είχε ήδη χαθεί ξανά μέσα στην πρωινή ομίχλη.

 

 

ΜΕΡΟΣ Δ

  

ένας παλαιός απατεώνας επιστρέφει

   Η επιστροφή του διακορευτή δεν έγινε με θόρυβο, ούτε με την επιδεικτική αυτοπεποίθηση που κάποτε τον συνόδευε. Ένα απόγευμα με υγρό αέρα από τον ποταμό και βαριά σύννεφα πάνω από τους λόφους του Σετσουάν, ένας άνδρας παρουσιάστηκε στην εξώπορτα του αρχοντικού του Τσεν Γιουνσάν στο Τσιουτζιά. Ήταν ο Λιου Τσενγκχάο.

   Κάποτε είχε υπάρξει συνέταιρος του Τσεν Γιουνσάν. Ήταν άνθρωπος που γνώριζε να μιλά όμορφα, να γελά δυνατά και να γεμίζει τα δωμάτια με ιστορίες από τόπους μακρινούς. Έλεγε για τα μεγάλα λιμάνια του Γιανγκτσέ, για αγορές όπου το μετάξι κρεμόταν σαν νερό, για πόλεις όπου οι αξιωματούχοι έπιναν τσάι μέσα σε κήπους με πέτρινες λίμνες. Ήξερε να περιγράφει με τέτοια ζωντάνια, ώστε όσοι τον άκουγαν πίστευαν πως είχαν ταξιδέψει μαζί του.

   Είχε και εκείνο το βλέμμα — χαμηλωμένο στην αρχή, σχεδόν ταπεινό, που όμως σε μια στιγμή μπορούσε να σηκωθεί και να καρφωθεί πάνω στον συνομιλητή του με μια λάμψη υπόσχεσης. Πολλοί τον εμπιστεύονταν πριν ακόμη τον γνωρίσουν. Έτσι είχε κερδίσει και την εμπιστοσύνη του Τσεν Γιουνσάν. Και έτσι, είχε σαγηνεύσει και τη νεαρή τότε Λιάν-Χουά.

   Τώρα όμως στεκόταν στην αυλή σαν άνθρωπος που είχε ταξιδέψει πολύ και είχε χάσει σχεδόν όλα όσα είχε κερδίσει. Το παλιό του μεταξωτό πανωφόρι είχε ξεθωριάσει και οι μπότες του ήταν φθαρμένες στις άκρες. Το πρόσωπό του είχε αποκτήσει εκείνες τις λεπτές ρυτίδες που αφήνουν οι κακές νύχτες και τα πολλά χρέη.

   Ο Τσεν Γιουνσάν τον δέχθηκε στο εξωτερικό δωμάτιο, εκεί όπου παλιά συζητούσε τις συμφωνίες του. Σερβιρίστηκε τσάι, αλλά ο γέρος έμπορος δεν έδειξε τη ζεστασιά που κάποτε θα είχε δείξει.

Ο Λιου Τσενγκχάο έσκυψε ελαφρά το κεφάλι.

— Παλαιέ φίλε, είπε, οι καιροί γύρισαν εναντίον μου. Έκανα δρόμους πολλούς, μα η τύχη στάθηκε άδικη.

   Ο Τσεν Γιουνσάν δεν απάντησε αμέσως. Τον κοίταξε μόνο. Ο Λιου συνέχισε.

— Ξέρω τι σκέφτεσαι. Για τα εμπορεύματα που χάθηκαν τότε. Για το μετάξι και τα σακιά τσαγιού που δεν έφτασαν ποτέ στην αποθήκη.

Έκανε μια μικρή παύση και πήρε βαθιά ανάσα.

— Δεν ήταν δική μου απάτη. Στον δρόμο προς το Μιαντζού μας σταμάτησε απόσπασμα στρατιωτών των Μινγκ που είχαν λιποτακτήσει. Ζητούσαν “έκτακτη φορολογία” για τον πόλεμο. Αν δεν τους δίναμε τα εμπορεύματα, θα έπαιρναν και τα μουλάρια και τους ανθρώπους. Αναγκάστηκα να τους τα παραδώσω για να σώσω το καραβάνι. Αν γύριζα τότε πίσω και το έλεγα, ποιος θα με πίστευε; Θα νόμιζαν πως τα κράτησα για τον εαυτό μου.

   Η εξήγηση ακουγόταν αρκετά λογική για να σπείρει αμφιβολία, μα όχι αρκετά καθαρή για να διαλύσει τη σκιά που είχε μείνει.

Ο Λιου Τσενγκχάο έσκυψε μπροστά.

— Δεν ήρθα όμως για να ξανασκαλίσουμε τα παλιά. Ήρθα γιατί ανοίγεται μπροστά μας μια μεγάλη ευκαιρία. Οι νέοι άρχοντες, οι Τσινγκ, θέλουν να βάλουν τάξη στο εμπόριο. Έχω γνωριμίες με αξιωματούχους τους στο Μιανγιάνγκ. Μου υποσχέθηκαν ότι σύντομα θα δοθούν άδειες για εμπόριο άλατος.

Τα μάτια του γυάλισαν λίγο.

— Το άλας είναι μονοπώλιο. Όποιος πάρει τέτοια άδεια θα έχει κέρδη για δέκα ζωές. Χρειάζομαι όμως κεφάλαιο για να σταθώ ξανά. Κι εσύ, παλαιέ φίλε, έχεις ακόμη αποθήκες, καραβάνια και όνομα που σέβονται.

   Στην πόρτα του εσωτερικού διαδρόμου, η Λιάν-Χουά είχε δει τον επισκέπτη μόλις είχε μπει στην αυλή. Τον αναγνώρισε αμέσως. Δεν ήταν πια εκείνος ο άνδρας που κάποτε περπατούσε σαν να του ανήκε ο δρόμος. Μα η φωνή του είχε ακόμη εκείνο το απαλό γλίστρημα που ήξερε να τυλίγεται γύρω από τις σκέψεις των άλλων.

   Η Λιάν-Χουά γύρισε αμέσως αλλού το βλέμμα και απομακρύνθηκε χωρίς να εμφανιστεί μπροστά του. Το βράδυ, όταν το σπίτι είχε ησυχάσει και μόνο το λυχνάρι στο δωμάτιο του πατέρα της έκαιγε, μπήκε μέσα.

— Πατέρα, είπε ήρεμα.

Ο Τσεν Γιουνσάν σήκωσε το βλέμμα.

— Τον είδες;

— Τον είδα.

Κάθισε απέναντί του.

— Δεν έχει αλλάξει.

Ο γέρος έμπορος δεν μίλησε.

— Είναι σαν το κουλουριασμένο φίδι, συνέχισε εκείνη. Μένει ακίνητο μέσα στα φύλλα και περιμένει να περάσει ο ανυποψίαστος. Και τότε χτυπά.

— Ίσως οι συμφορές να μαλακώνουν τους ανθρώπους, είπε ο πατέρας της.

Η Λιάν-Χουά χαμογέλασε αχνά.

— Όχι αυτόν.

   Το επόμενο πρωί ο Λιου Τσενγκχάο κλήθηκε ξανά στο αρχοντικό. Ο Τσεν Γιουνσάν καθόταν στην ξύλινη καρέκλα του στην αυλή. Το πρωινό φως έπεφτε πάνω στα λευκά του μαλλιά.

— Λιου Τσενγκχάο, είπε αργά, οι δρόμοι που περπάτησα εγώ είναι πια πίσω μου. Γέρασα. Δεν μπορώ άλλο να σέρνομαι στο άγχος για κέρδη και καραβάνια.

Έκανε μια μικρή παύση.

— Δεν μου μένουν πολλά χρόνια ακόμη.

   Ο Λιου έσκυψε το κεφάλι με προσποιητή κατανόηση. Ο γέρος συνέχισε.

— Το εμπόριο αυτού του σπιτιού δεν το διοικώ πια εγώ. Το διοικεί η κόρη μου.

Και δείχνοντας προς το εσωτερικό του σπιτιού πρόσθεσε:

— Αν θέλεις συνεταιρισμό, αν θέλεις κεφάλαιο, αν θέλεις εμπιστοσύνη… σε εκείνη πρέπει να απευθυνθείς.

   Ο Λιου Τσενγκχάο χαμογέλασε αργά.  Ήξερε πως το παιχνίδι δεν είχε τελειώσει. Μόλις άρχιζε.

   Η Λιάν-Χουά δέχθηκε να συναντήσει τον Λιου Τσενγκχάο το απόγευμα της ίδιας ημέρας, σε ένα μικρό δωμάτιο του αρχοντικού που έβλεπε προς την αυλή με τα δαμάσκηνα. Δεν τον κάλεσε στο μεγάλο δωμάτιο των συναλλαγών του πατέρα της· προτίμησε έναν χώρο πιο απλό, με χαμηλό τραπέζι, δύο σκαμνιά και ένα πήλινο δοχείο με τσάι.

   Ο Λιου Τσενγκχάο μπήκε με εκείνο το χαμόγελο που κάποτε άνοιγε πόρτες. Έσκυψε ελαφρά το κεφάλι, μα το βλέμμα του περιεργάστηκε τη γυναίκα απέναντί του με τρόπο σχεδόν μετρητικό, σαν να υπολόγιζε ακόμη τα παλιά του πλεονεκτήματα. Η Λιάν-Χουά είχε αλλάξει από την κοπέλα που θυμόταν. Το πρόσωπό της είχε γίνει πιο ήρεμο, πιο κλειστό, σαν επιφάνεια νερού που δεν ταράζεται εύκολα. Δεν φορούσε στολίδια, μόνο ένα απλό βαμβακερό φόρεμα εργασίας.

— Πέρασαν πολλά χρόνια, είπε ο Λιου με φωνή απαλή. Δεν περίμενα πως θα σε ξανάβλεπα έτσι.

Η Λιάν-Χουά έγνεψε ελαφρά.

— Τα χρόνια περνούν για όλους.

Ο Λιου γέλασε χαμηλά.

— Θυμάσαι τότε; Όταν σχεδιάζαμε να ανοίξουμε εμπορικό σταθμό στον δρόμο προς το Μιαντζού; Έλεγες πως θα ταξίδευες μαζί μου για να δεις τις μεγάλες αγορές.

   Η φωνή του είχε εκείνη τη ζεστασιά που κάποτε είχε μαλακώσει την καρδιά μιας νεαρής κοπέλας. Τώρα όμως έπεφτε πάνω σε τοίχο. Η Λιάν-Χουά τον κοίταξε ήρεμα.

— Οι άνθρωποι λένε πολλά όταν είναι νέοι.

Ο Λιου έσκυψε λίγο μπροστά.

— Δεν ήμασταν μόνο συνέταιροι τότε. Ήμασταν…

    Σταμάτησε, σαν να περίμενε να ολοκληρώσει εκείνη τη φράση. Η Λιάν-Χουά όμως δεν το έκανε. Μέσα της ένιωθε σχεδόν μια παράξενη ηρεμία. Ο άνδρας απέναντί της, που κάποτε είχε καταφέρει να την τυλίξει με λόγια, της φαινόταν τώρα μικρότερος, σαν σκιά παλιάς ιστορίας. Και βαθιά μέσα της υπήρχε πλέον μια πληρότητα που εκείνος δεν μπορούσε να μαντέψει. Ο νεαρός ξυλουργός που κοιμόταν τις τελευταίες νύχτες στην αποθήκη της, ο γεροδεμένος Γιούν-Τσεν,  είχε γεμίσει εκείνο το κενό που κάποτε την είχε κάνει ευάλωτη. Η δύναμη και η απλότητά του ήταν σαν καθαρό νερό σε δοχείο που είχε μείνει για χρόνια άδειο. Και τώρα το δοχείο δεν ήταν απλώς γεμάτο. Ήταν σαν να ξεχείλιζε.

   Ο Λιου Τσενγκχάο όμως δεν γνώριζε τίποτα από αυτά. Στα μάτια του η Λιάν-Χουά παρέμενε απλώς η ανύπαντρη κόρη ενός εμπόρου — μια γυναίκα που η ζωή ίσως να είχε αφήσει στην άκρη.

   Εκείνη έγειρε ελαφρά προς τα πίσω.

— Μίλησε μου για την άδεια άλατος, είπε.

   Ο Λιου χαμογέλασε, σαν άνθρωπος που επιστρέφει σε γνώριμο έδαφος.

— Οι νέοι αξιωματούχοι των Τσινγκ θέλουν ανθρώπους που ξέρουν το εμπόριο. Έχω γνωριμίες στο Μιανγιάνγκ. Ένας γραμματέας του διοικητή μού οφείλει χάρη από παλιά. Όταν δοθούν οι άδειες, μπορώ να εξασφαλίσω μία.

— Και τι θα χρειαστεί για αυτό; ρώτησε εκείνη.

— Κεφάλαιο. Καραβάνια. Αποθήκες.

— Δηλαδή τα δικά μας.

   Ο Λιου χαμογέλασε με εκείνη τη γοητευτική άνεση που κάποτε φαινόταν φυσική.

— Μαζί θα ξαναγίνουμε αυτό που ήμασταν.

   Η Λιάν-Χουά πήρε το φλιτζάνι της και ήπιε μια γουλιά τσάι.

— Υπάρχει ένα πρόβλημα, είπε ήρεμα.

   Ο Λιου έγειρε το κεφάλι.

— Ποιο;

— Εγώ είμαι γυναίκα. Δεν μπορώ να ταξιδεύω όπως οι έμποροι. Ούτε να στήνω καραβάνια στους δρόμους.

   Έκανε μια μικρή παύση.

— Και ο πατέρας μου είναι γέρος. Εδώ και καιρό περιορίζω και τα δικά του ταξίδια.

   Ο Λιου συνοφρυώθηκε ελαφρά.

— Μα το όνομα του οίκου σας…

— Το όνομα υπάρχει ακόμη, είπε η Λιάν-Χουά. Αυτό είναι αλήθεια.

   Άφησε το φλιτζάνι κάτω.

— Αλλά η δύναμή του δεν είναι πια αυτή που ήταν.

   Ο Λιου την κοίταξε προσεκτικά.

— Έχετε ακόμη αποθήκες.

— Έχουμε, είπε εκείνη.

— Και δεν έχετε χρέη.

— Όχι.

— Τότε γιατί…

Η Λιάν-Χουά τον διέκοψε ήρεμα.

— Γιατί δεν έχουμε ούτε τα κέρδη που χρειάζονται για να αγοράζουμε μεγάλες ποσότητες εμπορεύματος.

   Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά. Ο Λιου Τσενγκχάο κατάλαβε. Το χαμόγελό του αδυνάτισε. Το παιχνίδι που είχε φέρει στο μυαλό του δεν έβρισκε έδαφος. Σηκώθηκε.

— Λυπάμαι που το ακούω, είπε ψυχρά.

   Η Λιάν-Χουά έσκυψε ελαφρά το κεφάλι.

— Οι καιροί αλλάζουν.

   Ο Λιου Τσενγκχάο έφυγε δυσαρεστημένος από το αρχοντικό.

   Εκείνο το βράδυ η αυλή είχε ησυχάσει νωρίς. Στην αποθήκη, ανάμεσα στα σακιά και τα πιθάρια, η Λιάν-Χουά πλησίασε τον νεαρό ξυλουργό που φιλοξενούσε. Ο Γιούν-Τσεν σήκωσε το βλέμμα του όταν μπήκε. Δεν είπε πολλά. Εκείνη πλησίασε και άφησε τα χέρια της πάνω στους ώμους του. Ήταν σαν να έκλεινε έναν παλιό κύκλο. Ό,τι είχε πάρει από εκείνη ο Λιου Τσενγκχάο στα νιάτα της, με λόγια, υποσχέσεις και ψεύτικη λάμψη, το ένιωθε τώρα να σβήνει, σαν χρέος που πληρώθηκε ύστερα από χρόνια. Εκείνο το βράδυ δόθηκε ολόκληρη στον νεαρό άνδρα. Και ήταν σαν μια δεύτερη διακόρευση, όχι του σώματος, αλλά της μνήμης. Όταν αργότερα ξάπλωσε δίπλα του, ένιωθε μια βαθιά ησυχία. Δεν χρωστούσε τίποτα πια σε κανέναν. Οι λογαριασμοί με το παρελθόν είχαν κλείσει. Και για έναν έμπορο — σκέφτηκε πριν κλείσει τα μάτια της — είναι καλό πράγμα να κλείνουν οι οφειλές.

 

 

 

 

δύο εργάτριες της γης

   Ο ήλιος είχε ήδη ανέβει αρκετά πάνω από τα χαμηλά βουνά και η υγρασία από το ποτάμι έκανε το χώμα βαρύ. Στα χωράφια των Μα οι γυναίκες δούλευαν σκυφτές, τραβώντας τα ζιζάνια ανάμεσα στις σειρές του κεχριού. Η δουλειά ήταν μονότονη, μα η κουβέντα που πήγαινε κι ερχόταν από τη μία σειρά στην άλλη έκανε την ώρα να περνά.

   Η Λαν-Ρονγκ είχε συνηθίσει πια το ρυθμό του χωραφιού. Δούλευε σιωπηλά, μα κατά διαστήματα αντάλλασσε κουβέντες με μια από τις εργάτριες που δούλευε συχνά δίπλα της. Την έλεγαν Τανγκ-Σου.

   Η Τανγκ-Σου ήταν λίγο μεγαλύτερη, γεροδεμένη, με δέρμα σκουρόχρωμο από τον ήλιο. Δούλευε με γρήγορες κινήσεις, σαν άνθρωπος που είχε περάσει τη μισή ζωή του σε χωράφια.

   Κάποια στιγμή ίσιωσε τη μέση της και τέντωσε τα χέρια.

— Εσύ δεν είσαι από εδώ, είπε στη Λαν-Ρονγκ.

— Όχι.

— Το κατάλαβα από τον τρόπο που κρατάς το εργαλείο. Θα συνηθίσεις όμως.

«Πως σε λένε» τη ρώτησε η Τανγκ-Σου.

« Μιν-Γι» απάντησε η Λαν-Ρονγκ.

    «Και από πού είπαμε ότι είσαι;» συνέχισε η Τανγκ-Σου.

   «Από το Τσινγκσί» αποκρίθηκε η Λαν-Ρονγκ.

   «Κάπως μακρυά δεν πέφτει;» αναρωτήθηκε η έμπειρη Τανγκ-Σου.

  «Είναι μακρυά, και δύσκολος δρόμος. Τρεις ημέρες κάναμε για να φθάσουμε εδώ.»

  «Ναι, θυμάμαι μια φορά που είχα περάσει από εκεί. Ούτε θέλω να ξαναπεράσω. Το χωριό σας είχε ερημώσει και οι περισσότεροι κρύβονταν. Ούτε νερό δεν σου έδιναν» θυμήθηκε η Τανγκ-Σου.

   Η Λαν-Ρονγκ χαμογέλασε ελαφρά.

— Εσύ δουλεύεις πάντα στους Μα;

   Η Τανγκ-Σου γέλασε χαμηλά.

— Όχι βέβαια. Δουλεύω όπου υπάρχει δουλειά. Στους Μα, στους Τσεν, στους Λου, μερικές φορές και σε χωριά παραπέρα.

   Έσκυψε ξανά και άρχισε να καθαρίζει το χώμα.

— Αυτό μου δίνει μεγαλύτερη ελευθερία.

   Η Λαν-Ρονγκ την κοίταξε με απορία.

— Πώς δηλαδή;

— Είναι προτιμότερο να έχεις πολλούς κυρίους αντί για έναν, είπε η Τανγκ-Σου ήρεμα. Δεν συμφέρει να σε καλομαθαίνουν.

— Γιατί;

— Γιατί μετά ζητάνε όλο και περισσότερα.

   Σήκωσε το βλέμμα της και χαμογέλασε στραβά.

— Κάποιες φορές, κάποιοι από αυτούς ζητάνε και να τους υπηρετήσεις διαφορετικά… Όταν η γυναίκα τους λείπει. Ή όταν είναι άρρωστη. Ή όταν έχει μεγαλώσει.

   Η Λαν-Ρονγκ δεν είπε τίποτα.

   Η Τανγκ-Σου σήκωσε τους ώμους.

— Έτσι δεν έχω πολλές σχέσεις μαζί τους. Δουλεύω λίγο εδώ, λίγο αλλού.

   Έριξε μια ματιά στη Λαν-Ρονγκ.

— Αν θέλεις και κουραστείς στους Μα, μπορώ να σε πάρω μαζί μου.

   Η Λαν-Ρονγκ τίναξε το χώμα από τα χέρια της.

— Μα γιατί; Οι Μα καλοί άνθρωποι φαίνονται.

   Η Τανγκ-Σου γέλασε πάλι.

— Φαίνονται. Αλλά τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως δείχνουν.

   Συνέχισε να δουλεύει για λίγο και μετά είπε:

— Ο Μα Σιούν είχε μια αδελφή. Την παντρέψανε νωρίς. Τα χωράφια στο ποτάμι είναι ακόμη δικά της.

   Η Λαν-Ρονγκ γύρισε το κεφάλι.

— Και;

— Εκείνη δεν γύρισε ποτέ να τα ζητήσει. Έτσι έμειναν εδώ.

   Η Τανγκ-Σου έδειξε προς το ποτάμι.

— Με το νερό κοντά, αυτά είναι τα πιο εύφορα χωράφια.

   Έσκυψε και τράβηξε μια χούφτα χόρτα.

— Μετά είχαν την πρόβλεψη να αγοράσουν κι άλλα γύρω από αυτά.

   Η Λαν-Ρονγκ κατάλαβε.

— Η γυναίκα του τα σκέφτηκε αυτά;

   Η Τανγκ-Σου χαμογέλασε.

— Αυτή η Σιού-Λαν είναι πανέξυπνη. Εκείνη τον κατευθύνει.

   Έριξε μια ματιά προς το σπίτι των Μα που φαινόταν μακριά.

— Ο Μα Σιούν είναι αθώος άνθρωπος. Είναι καλός σαν τον πατέρα του, τον Μα Γουεντσίνγκ.

   Σταμάτησε λίγο.

 – Ο Μα Γουεντσίνγκ μου είχε πρωτοδώσει δουλειά. Με είχε λυπηθεί. Με είχε προσέξει σαν κόρη του. Με είχε βάλει σε μια ζεστή καλύβα που φύλαγε τα εργαλεία. Σ’ αυτόν πρωτοδούλεψα στο χωριό.

— Όταν κάποτε ήθελε να μας δώσει μεγαλύτερη αμοιβή, εκείνη τον σταμάτησε. Ό,τι δίνουν και οι άλλοι, τους είπε. Μην τους καλομαθαίνεις. Θα μας  ζητούν περισσότερα. Όποιος δεν θέλει, ας πάει να δουλέψει αλλού. Έχουμε μικρά παιδιά να μεγαλώσουμε. Πρώτα πρέπει να σκεφτείς το γιο σου, και μετά τους ξένους. 

   Η Λαν-Ρονγκ σκέφτηκε για λίγο.

— Έχουν παιδιά;

— Τρία.

   Η Τανγκ-Σου χαμογέλασε λίγο πονηρά.

— Τα δύο μεγάλα είναι καλά παιδιά. Σοβαρά. Εργατικά.

   Έκανε μια μικρή παύση.

— Αλλά έχουν κι έναν μικρό γιο που όλο προβλήματα τους δημιουργεί.

   Η Λαν-Ρονγκ σήκωσε το βλέμμα.

— Τι κάνει;

   Η Τανγκ-Σου γέλασε.

— Εκείνος δεν ήθελε με τίποτα να δουλέψει στη γη. Μια τους έλεγε ότι θα φύγει, μια ότι θα πάει να πολεμήσει.

   Τίναξε τα χέρια της.

— Τίποτα από αυτά δεν έκανε.

— Τι του αρέσει τότε;

— Το κυνήγι. Τα άλογα.

   Έσκυψε πάλι στο χώμα.

— Και τώρα που λένε πως έχει χαθεί… μην τα πιστεύεις.

   Η Λαν-Ρονγκ σταμάτησε για λίγο τη δουλειά της.

— Δηλαδή;

   Η Τανγκ-Σου χαμήλωσε τη φωνή της.

— Από καιρό τώρα όλοι ξέρουν πως μια πλούσια γεροντοκόρη από το Τσιουτζιά τον έχει βάλει στο μάτι.

   Η Λαν-Ρονγκ ένιωσε ένα μικρό σφίξιμο μέσα της.

— Ποια;

— Η Λιάν-Χουά.

   Η Τανγκ-Σου χαμογέλασε σαν να έλεγε κάτι αυτονόητο.

— Είναι σαν μόνιμος επιστάτης της. Εκεί ξημεροβραδιαζόταν. Στο σπίτι του ερχόταν λίγο και έφευγε.

   Η Λαν-Ρονγκ έσκυψε ξανά στο χώμα για να μη φανεί το πρόσωπό της.

Η Τανγκ-Σου συνέχισε:

— Και τώρα να δεις. Αυτή θα είναι που τον έχει κρύψει. Δεν εμφανίζεται πουθενά. Κανείς δεν εξαφανίζεται τόσο καιρό αν δεν έχει βρει σίγουρο μέρος. Αν δεν έχει φαΐ και ύπνο.

   Έπειτα πρόσθεσε αδιάφορα:

— Τα άλλα είναι δική τους υπόθεση.

   Η Λαν-Ρονγκ μίλησε ύστερα από λίγο.

— Και έχουν μεγάλη διαφορά στα χρόνια;

   Η Τανγκ-Σου γέλασε.

— Πώς δεν έχουν. Αυτός δεν είναι ούτε είκοσι ετών καλά καλά. Και εκείνη έχει ξεπεράσει τα τριάντα. Μπορεί να είναι και λίγο μεγαλύτερη.

Και πρόσθεσε με ένα μορφασμό:

— Κι αν δεις τη γαμψή μύτη της… θα τρομάξεις. Σαν μύτη γερακιού λένε πως είναι.

   Έπειτα χαμογέλασε πονηρά.

— Αλλά τί να πει κανείς με αυτούς τους νέους. Γυναίκα να βρουν και ό,τι να ’ναι.

   Η Τανγκ-Σου συνέχισε την κουβέντα σαν να θυμήθηκε κάτι αστείο.

— Λίγοι είναι νομίζεις οι νεαροί του χωριού που έχουν δοκιμάσει τα γλυκίσματα της χήρας της Λιου-Μέι;

   Η Λαν-Ρονγκ την κοίταξε.

— Ποια είναι αυτή;

— Η χήρα που μένει στην άκρη του χωριού.

    Η Τανγκ-Σου χαμογέλασε.

— Βέβαια, αν δεν υπήρχε κι αυτή, τι θα γινόταν;

Έσκυψε πάλι στο χώμα.

— Έχει σκεφτεί κανείς πόσες γυναίκες δεν θα είχαν δεχτεί επιθέσεις;

Η φωνή της έγινε πιο σοβαρή.

— Χωρίς τη Λιου-Μέι τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Τώρα νέοι και παντρεμένοι έχουν κάπου να ακουμπήσουν τον πόνο τους.

   Η κουβέντα έσβησε σιγά σιγά μέσα στον ρυθμό της δουλειάς. Η Λαν-Ρονγκ συνέχισε να καθαρίζει το χώμα, μα το μυαλό της είχε φύγει μακριά από το χωράφι. Σκεφτόταν τον νεαρό άνδρα που είχε γνωρίσει και  εκείνος από το Τσιουτζιά της είχε πει ότι ήταν. Δεν ήταν και λίγες οι περιπτώσεις που είχε μάθει πως μεγαλύτερες γυναίκες είχαν πάει με νεότερους άνδρες, η χήρα Λιου-Μέι και τώρα αυτή η γεροντοκόρη με την γαμψή μύτη από το Τσιουτζιά. Αν ποτέ ξανασυναντιώνταν, και αν… η γνωριμία τους έφτανε μέχρι του σημείου να… δεν θα ήταν η πρώτη γυναίκα που θα το έκανε αυτό στο Λο Τζιανγκ και στην ευρύτερη περιοχή. Και είχε μάθε μόνο για δύο, ποιος ξέρει πόσες άλλες μπορεί να είχαν τέτοιες σχέσεις με νεότερους από εκείνες;

 

 

η ικεσία της Λαν-Ρονγκ

   Η Λαν-Ρονγκ δεν μπορούσε να διώξει από το μυαλό της τον νεαρό άνδρα που την είχε σώσει στο ποτάμι και στο νεκροταφείο. Οι μέρες περνούσαν στα χωράφια των Μα, όμως κάθε φορά που κοίταζε προς τον δρόμο ή άκουγε βήματα πίσω της, ένιωθε μια μικρή προσμονή που γρήγορα γινόταν απογοήτευση.

    Η Λαν-Ρονγκ άρχισε λοιπόν να σκέφτεται πού θα μπορούσε να απευθυνθεί. Μερικοί πήγαιναν στον ναό του Τσενγκ-Χουάνγκ, του θεού-φύλακα της πόλης και των χωριών. Πίστευαν πως εκείνος γνώριζε όσα συνέβαιναν μέσα στην επικράτειά του, ακόμη και τα μυστικά των ανθρώπων. Όταν ζητούσαν βοήθεια, άναβαν τρία μπαστούνια θυμιάματος, έκαναν τρεις υποκλίσεις και άφηναν μια μικρή προσφορά: λίγα νομίσματα, ρύζι ή μικρά κέικ από αλεύρι ρυζιού.

   Άλλοι προτιμούσαν τον ναό του Γκουαν-Γιν, της θεότητας της συμπόνιας, που οι άνθρωποι πίστευαν ότι άκουγε ιδιαίτερα τις προσευχές των γυναικών. Εκεί οι γυναίκες άφηναν γλυκά από κολλώδες ρύζι ή μικρά ψωμάκια στον βωμό και ζητούσαν βοήθεια για χαμένους συγγενείς, για γαμπρούς που δεν είχαν φανεί ή για άνδρες που είχαν χαθεί στον δρόμο.

   Σε μερικά χωριά υπήρχε και ένα παλιό έθιμο: όταν κάποιος ζητούσε να εμφανιστεί ένας χαμένος άνθρωπος, έφερνε στον ναό ένα μικρό πιάτο με γλυκά κεκάκια από ρύζι και μέλι — κάτι σαν προσφορά για να “γλυκάνει” τον δρόμο του χαμένου, ώστε να γυρίσει πίσω. Οι γυναίκες τα άφηναν μπροστά στο άγαλμα της θεότητας και έλεγαν σιγανά την επιθυμία τους.

   Υπήρχε και μια άλλη πρακτική, πιο λαϊκή. Οι άνθρωποι πήγαιναν σε μάντεις ή σε περιπλανώμενους ταοϊστές μοναχούς. Εκείνοι μπορούσαν να κάνουν μαντεία με ραβδιά μπαμπού ή με τα λεγόμενα “καλαμάκια τύχης”. Ο άνθρωπος γονάτιζε μπροστά στο βωμό, ανακινούσε το δοχείο με τα ραβδιά μέχρι να πέσει ένα, και μετά ο μάντης εξηγούσε το σημάδι.

   Μερικές φορές έδιναν και ένα μικρό χαρτί με το όνομα του χαμένου ανθρώπου. Ο μοναχός το έκαιγε μαζί με θυμίαμα, πιστεύοντας πως ο καπνός μετέφερε το αίτημα στους ουρανούς.

   Υπήρχε ακόμη ένα παλιό έθιμο των χωρικών: όταν αναζητούσαν χαμένο πρόσωπο, άφηναν στο σταυροδρόμι ένα μικρό πακέτο με ρύζι και θυμίαμα. Το θεωρούσαν προσφορά προς τα πνεύματα των δρόμων, ώστε να οδηγήσουν τον χαμένο πίσω.

   Η Λαν-Ρονγκ σκέφτηκε όλα αυτά. Δεν ήξερε ποιον δρόμο να ακολουθήσει. Δεν ήξερε ούτε το όνομα του νεαρού άνδρα που έψαχνε. Ήξερε μόνο το πρόσωπό του και τη δύναμη με την οποία την είχε τραβήξει έξω από το νερό εκείνη την ημέρα στο ποτάμι. Και τη σιωπηλή παρουσία του ανάμεσα στους τάφους. Στο τέλος αποφάσισε ότι θα πήγαινε στον μικρό ναό της Γκουαν-Γιν που βρισκόταν λίγο έξω από το χωριό. Θα έπαιρνε μαζί της λίγα γλυκά από ρύζι, όσα μπορούσε να φτιάξει με το λιγοστό αλεύρι που είχε. Θα άναβε θυμίαμα. Και θα ζητούσε μόνο ένα πράγμα. Να εμφανιστεί ξανά εκείνος ο νεαρός άνδρας. Έστω για μια στιγμή.

   Η Λαν-Ρονγκ έκανε όπως είχε αποφασίσει. Το απόγευμα πήγε στον μικρό ναό της Γκουαν-Γιν που βρισκόταν λίγο έξω από το Λο Τζιάνγκ, εκεί όπου ο δρόμος κατηφόριζε προς το ποτάμι και περνούσε ανάμεσα από χαμηλές συστάδες μπαμπού. Ο ναός ήταν απλός, με κόκκινα δοκάρια ξεθωριασμένα από τον καιρό και μια μικρή αυλή όπου έκαιγε μόνιμα θυμίαμα.

   Άφησε μπροστά στο άγαλμα της θεότητας τα μικρά γλυκά από κολλώδες ρύζι που είχε φτιάξει το πρωί. Άναψε τρία μπαστούνια θυμιάματος, γονάτισε και υποκλίθηκε. Δεν ήξερε τι λόγια έπρεπε να πει. Δεν ήξερε ούτε το όνομα του ανθρώπου που ζητούσε να βρει. Έτσι ψιθύρισε μόνο όσα είχε μέσα της. Να εμφανιστεί ξανά. Να είναι καλά. Να τον ξαναδεί.

   Ο καπνός του θυμιάματος ανέβηκε αργά προς τα δοκάρια της στέγης και ύστερα χάθηκε έξω, στον αέρα του δειλινού. Η Λαν-Ρονγκ έφυγε πιο ήρεμη.

   Όταν επέστρεψε στο σπίτι του Μα Σιούν, το φως είχε ήδη χαμηλώσει. Οι άνθρωποι του σπιτιού είχαν τελειώσει το βραδινό φαγητό και οι φωνές είχαν σβήσει. Εκείνη μπήκε αθόρυβα στον μικρό ξενώνα όπου έμενε. Το γατάκι της, που είχε κουλουριαστεί πάνω στο στρωσίδι, σήκωσε το κεφάλι και νιαούρισε χαμηλά.

Η Λαν-Ρονγκ το πήρε στην αγκαλιά της.

— Εσύ τουλάχιστον δεν χάνεσαι, ψιθύρισε.

   Το μικρό ζωάκι άρχισε να γουργουρίζει. Έξω ακούγονταν μόνο οι νυχτερινές φωνές των εντόμων και το μακρινό νερό του ποταμού. Η Λαν-Ρονγκ ξάπλωσε. Και τότε, χωρίς να το καταλάβει, ήρθε το όνειρο.

 

 

το όνειρο με τα ραγισμένα αγάλματα

   Περπατούσε μόνη. Ο δρόμος περνούσε μέσα από χωράφια, σαν εκείνα που δούλευε κάθε μέρα, μα το φως ήταν περίεργο, ούτε μέρα ούτε νύχτα, σαν τον ουρανό πριν από καταιγίδα. Στον αέρα πετούσαν λίγα πουλιά. Μαύρα κοράκια και λευκοί ερωδιοί, που περνούσαν αργά από πάνω της χωρίς να φωνάζουν. Ο δρόμος μπροστά της ήταν γεμάτος αγάλματα. Αγάλματα ανθρώπων. Στέκονταν όρθια στις άκρες του δρόμου, σαν φρουροί. Άλλα από πέτρα, άλλα από πηλό, άλλα από γκρίζο ξύλο που έμοιαζε παλιό σαν τάφος.

   Καθώς πλησίαζε, τα πρόσωπα γίνονταν γνώριμα. Το πρώτο άγαλμα ήταν ο πατέρας της. Στεκόταν με τα χέρια πίσω από την πλάτη, όπως στεκόταν όταν κοίταζε τα χωράφια τους. Ήταν ο Μα Γουεντσίνγκ, ψηλός, με λεπτό πρόσωπο και βαθιές γραμμές γύρω από τα μάτια, χαραγμένες από ήλιο και χρόνια ανησυχίας. Το μουστάκι του ήταν κοντό και προσεγμένο, όπως το κρατούσε πάντα, και τα μάτια του είχαν εκείνη τη σιωπηλή επιμονή που δεν σήκωνε εύκολα αντίρρηση. Στο όνειρο, το πέτρινο πρόσωπό του ζωντάνεψε. «Λαν-Ρονγκ,» είπε με τη βαριά, ήρεμη φωνή που θυμόταν από παιδί, «οι εποχές δεν αλλάζουν για όποιον μένει ακίνητος.»

   Εκείνη δεν μίλησε. Στο στήθος της υπήρχε η ίδια αντίσταση που ένιωθε τότε. «Ξέρω ότι φοβάσαι,» συνέχισε. «Ο δρόμος είναι μακρύς. Το σπίτι που θα πας μπορεί να είναι πέρα από τα βουνά. Αλλά εδώ…» Έγειρε ελαφρά το κεφάλι προς τα χωράφια που δεν υπήρχαν πια στο όνειρο. «Εδώ οι μέρες είναι ίδιες. Πάντα οι ίδιες.»

   Θυμήθηκε πώς της είχε μιλήσει τότε, όταν οι σοδειές είχαν αποτύχει για δεύτερη χρονιά και τα χρέη μεγάλωναν. «Ένας άντρας βρέθηκε,» της είχε πει. «Δεν ζητά προίκα. Είναι σπάνιο αυτό. Αν μείνεις εδώ, κόρη μου, θα κουβαλάς τη φτώχεια μας μαζί σου. Εκεί… ίσως να έρθουν καλύτερες μέρες.»

   Στο όνειρο, το άγαλμα άρχισε να περπατά αργά δίπλα της. Για μια στιγμή ένιωσε πάλι σαν παιδί που ακολουθούσε τη σκιά του πατέρα της στο χωράφι. Έπειτα την προσπέρασε. Την στιγμή που πέρασε μπροστά της, ακούστηκε ένας λεπτός, ξερός ήχος. Μια ρωγμή σχηματίστηκε στον πέτρινο ώμο του. Έπειτα άλλη μία στο μάγουλο. Οι γραμμές άπλωσαν αργά, σαν πάγος που σπάει πάνω σε παγωμένη λίμνη. Η Λαν-Ρονγκ τον κοίταξε καθώς απομακρυνόταν. Το άγαλμα του πατέρα της συνέχισε να περπατά, αλλά κάθε βήμα άφηνε πίσω του και μια νέα ρωγμή, μέχρι που το πρόσωπό του γέμισε σπασίματα, σαν μια παλιά ανάμνηση που δεν μπορούσε πια να κρατηθεί ολόκληρη.

   Καθώς το άγαλμα του πατέρα της απομακρυνόταν και οι ρωγμές απλώνονταν πάνω του σαν ξεραμένα ποτάμια, η Λαν-Ρονγκ προχώρησε πιο βαθιά στον παράξενο εκείνο δρόμο των μορφών. Το επόμενο άγαλμα δεν ήταν τόσο ψηλό. Ήταν ο αδελφός της, ο Μα Σιούν. Δεν είχε το παράστημα του πατέρα τους. Ήταν γεροδεμένος, με πλατείς ώμους από τη δουλειά στα χωράφια και με τα μαλλιά δεμένα βιαστικά πίσω, όπως τα κρατούσε όταν δούλευε από το χάραμα. Στο πέτρινο πρόσωπό του υπήρχε εκείνη η μόνιμη έκφραση κόπωσης που είχε αποκτήσει τα τελευταία χρόνια, όχι από τον μόχθο μόνο, αλλά από τις πολλές ευθύνες. Στεκόταν σαν να κρατούσε κάτι αόρατο στα χέρια του, όπως κρατούσε κάποτε το πρώτο του παιδί.

   Όταν η Λαν-Ρονγκ πλησίασε, τα πέτρινα μάτια του γύρισαν προς το μέρος της. «Ξέρω,» είπε ο Μα Σιούν με ήρεμη φωνή, «η απόφαση είναι μεγάλη. Είναι δύσκολη.» Η φωνή του ακουγόταν όπως τότε, ένα βράδυ δίπλα στη χαμηλή φωτιά της αυλής. «Ο Πενγκ είναι σε καλύτερη μοίρα από εμάς. Έχει περισσότερα χωράφια. Είναι καλός άνθρωπος… και ζητά μια καλή κοπέλα.»

   Η Λαν-Ρονγκ θυμήθηκε πώς είχε αποφύγει να την κοιτάξει κατευθείαν τότε. «Έψαξε πολύ για να έρθει μέχρι εδώ,» συνέχισε το άγαλμα. «Δεν είναι μικρό πράγμα.» Έκανε ένα μικρό βήμα προς το μέρος της. «Αν ήμασταν πλούσιοι, άξιζες να πάρεις τον καλύτερο.» Η πέτρινη φωνή του χαμήλωσε. «Μα τώρα… εγώ δεν μπορώ να βοηθήσω.» Στο όνειρο, ο αέρας ήταν βαρύς και ακίνητος. «Έχω ήδη δύο μικρά παιδιά,» είπε. «Για ποιόν να πρωτοδουλέψω;»

   Η Λαν-Ρονγκ ένιωσε εκείνο το παλιό σφίξιμο στο στήθος της, όπως τότε που τον είχε δει να γυρίζει σπίτι με χώμα μέχρι τα γόνατα και τα χέρια σκασμένα από το κρύο. Το άγαλμα κατέβασε ελαφρά το κεφάλι. «Συγχώρεσέ με που παντρεύτηκα πριν από σένα,» είπε σιγά. «Αλλά η Σιού-Λαν είχε μείνει έγκυος.»

   Για μια στιγμή επικράτησε σιωπή. Έπειτα ο Μα Σιούν άρχισε να περπατά. Την προσπέρασε αργά, όπως είχε κάνει πολλές φορές στο μονοπάτι προς τα χωράφια. Και τότε ακούστηκε ο ίδιος ξερός ήχος. Μια λεπτή ρωγμή εμφανίστηκε στο πέτρινο χέρι του. Άλλη μία απλώθηκε στον ώμο του. Καθώς απομακρυνόταν, οι ρωγμές πλήθαιναν, διασχίζοντας το σώμα του σαν κλαδιά χειμωνιάτικου δέντρου.

   Η Λαν-Ρονγκ στάθηκε ακίνητη και τον κοίταζε. Το άγαλμα του αδελφού της συνέχισε να προχωρά στον δρόμο των μορφών, και με κάθε βήμα έσπαζε λίγο περισσότερο, ώσπου η μορφή του έγινε ένα πλέγμα από ραγισμένη πέτρα που χανόταν σιγά-σιγά μέσα στην ομίχλη του ονείρου.

   Η Λαν-Ρονγκ προχώρησε κι άλλο μέσα στο μονοπάτι των αγαλμάτων. Η ομίχλη του ονείρου είχε γίνει πιο βαριά, σαν να κρατούσε μέσα της ψιθύρους από παλιά καλοκαίρια. Το επόμενο άγαλμα στεκόταν ελαφρά γερμένο προς τα εμπρός, σαν να παραμόνευε. Ήταν ένας άντρας από το χωριό τους, το Λο Τζιανγκ. Ο Τσεν Γκουο-Τσιάνγκ. Ήταν περίπου τριάντα πέντε ετών,  αρκετά μεγαλύτερος από εκείνη. Το πρόσωπό του στο άγαλμα είχε εκείνο το χαμόγελο που δεν έφτανε ποτέ στα μάτια. Τα μάγουλά του ήταν γεμάτα και γυαλιστερά, και το βλέμμα του είχε μια υγρή λάμψη. Η Λαν-Ρονγκ τον θυμόταν καλά. Πάντα εμφανιζόταν μπροστά της. Στο πηγάδι. Στο μονοπάτι προς τα χωράφια. Στην αγορά. Τόσες συμπτώσεις δεν μπορούσαν να ήταν τύχη. Η νεαρή τότε Λαν-Ρονγκ το είχε καταλάβει. Μα έκανε πως δεν υποψιαζόταν τίποτε.

   Καθώς πλησίασε στο άγαλμα, τα πέτρινα μάτια του ζωντάνεψαν. Την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω με εκείνη τη γλυκερή, σχεδόν λιγωμένη ματιά. «Εδώ πρέπει να μείνεις,» είπε. Η φωνή του είχε τη βραχνάδα που θυμόταν. «Μας ανήκεις.» Το πέτρινο χαμόγελο άνοιξε λίγο περισσότερο. «Είσαι άνθος της γης μας. Τα άνθη μας δεν πρέπει να τα γεύονται ξένοι.» Η Λαν-Ρονγκ τον κοίταξε όπως τότε, με εκείνη την ίδια σιωπηλή έκπληξη. Στο όνειρο, ο άντρας έσκυψε λίγο πιο κοντά της. «Αν μείνεις εδώ… εγώ θα σε προσέχω,» ψιθύρισε. «Εγώ θα σε προστατεύω.» Το βλέμμα του γλίστρησε πάνω της σαν υγρή γλώσσα. «Θα βρισκόμαστε κρυφά στους αγρούς. Κανείς δεν θα μάθει τίποτε.» Ο αέρας γύρω τους έμοιαζε να βαραίνει. «Τα χωράφια που θα πάρω για σένα,» συνέχισε, «θα σε κάνουν την πιο πλούσια κοπέλα στο χωριό.»

   Για μια στιγμή η Λαν-Ρονγκ ένιωσε πάλι εκείνη την παλιά ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά της, το ένστικτο που της έλεγε πως πίσω από τα λόγια του υπήρχε κάτι κολλώδες και σκοτεινό. Το άγαλμα τότε άρχισε να περπατά. Την προσπέρασε αργά. Και όπως πέρασε, ακούστηκε ξανά ο γνώριμος ήχος. Κρακ. Μια ρωγμή άνοιξε στη στραβή μύτη του. Ύστερα άλλη μία διέσχισε το χαμόγελό του, κόβοντάς το στα δύο. Οι ρωγμές απλώθηκαν γρήγορα, σαν φίδια που ξυπνούσαν μέσα στην πέτρα. Η Λαν-Ρονγκ τον κοίταζε καθώς απομακρυνόταν. Το άγαλμα του Τσεν Γκουο-Τσιάνγκ συνέχισε να περπατά στο μονοπάτι του ονείρου, μα κάθε βήμα άφηνε πάνω του και μια καινούργια πληγή, ώσπου το πρόσωπό του γέμισε σπασίματα, και το λαγνερό χαμόγελό του έγινε ένα θρυμματισμένο κομμάτι πέτρας που χανόταν μέσα στην ομίχλη.

   Μετά ο σύζυγός της, ο Πενγκ Γουεϊλίν. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο, αλλά τα μάτια του έμοιαζαν κενά, σαν να κοιτούσαν κάτι μακριά. Στεκόταν ίσιος, με τα χέρια χαμηλά μπροστά του, όπως στεκόταν όταν γύριζε από τα χωράφια και άφηνε σιωπηλά το εργαλείο του στην άκρη της αυλής. Το πρόσωπό του ήταν δυνατό, με πλατύ μέτωπο και γερά ζυγωματικά. Ήταν άντρας που δούλευε πολύ και μιλούσε λίγο. Στην αρχή, θυμήθηκε η Λαν-Ρονγκ, τα μάτια του δεν ήταν έτσι. Όταν είχε φτάσει στο σπίτι του, νέα νύφη ακόμη, εκείνος την κοίταζε με μια ήσυχη καλοσύνη, σαν να ήθελε να της πει ότι θα προσπαθούσε να γίνει το νέο της σπίτι όσο πιο ήπιο γινόταν.

   Στο όνειρο, το πέτρινο κεφάλι του στράφηκε αργά προς εκείνη. «Λαν-Ρονγκ,» είπε με τη χαμηλή φωνή που θυμόταν από τα βράδια της πρώτης χρονιάς. Για λίγο έμεινε σιωπηλός. «Προσπάθησα να σου φερθώ καλά.» Η φωνή του δεν είχε κατηγορία· μόνο μια κουρασμένη αλήθεια. «Ξέρω ότι η ζωή μαζί μου δεν ήταν εύκολη.»

   Η Λαν-Ρονγκ ένιωσε το παλιό βάρος να επιστρέφει. Τα χρόνια πέρασαν, και κάθε άνοιξη έφερνε την ίδια ελπίδα που έσβηνε σιωπηλά μέχρι τον χειμώνα. Στην αρχή γελούσαν ακόμη μαζί. Μιλούσαν για τον επόμενο χρόνο, για τα επόμενα φεγγάρια. Ύστερα οι λέξεις άρχισαν να λιγοστεύουν. «Δεν ήταν δικό σου φταίξιμο,» είπε το άγαλμα του Πενγκ Γουεϊλίν, σαν να διάβαζε τη σκέψη της. Τα πέτρινα μάτια του όμως έμεναν μακρινά. «Ο ουρανός δίνει και παίρνει χωρίς να ρωτά.» Ο αέρας του ονείρου πέρασε ανάμεσά τους. «Σε αγάπησα,» συνέχισε ήσυχα. «Μα με τον καιρό… κάτι άδειασε μέσα μου.»

   Η Λαν-Ρονγκ θυμήθηκε πώς εκείνος άρχισε να μένει περισσότερο στα χωράφια. Πώς καθόταν σιωπηλός τα βράδια, κοιτώντας τη φλόγα της λάμπας χωρίς να λέει τίποτα. Δεν υπήρχε θυμός ανάμεσά τους. Μόνο μια απόσταση που μεγάλωνε χρόνο με τον χρόνο, σαν ποτάμι που άνοιγε αργά τη γη. Το άγαλμα του άντρα της άρχισε να περπατά. Πέρασε δίπλα της χωρίς να την κοιτάξει ξανά. Και τότε ακούστηκε πάλι ο ήχος. Κρακ. Μια λεπτή ρωγμή εμφανίστηκε στο στήθος του. Έπειτα άλλη μία απλώθηκε στο μέτωπό του. Οι γραμμές έτρεξαν πάνω στο σώμα του, αργά και σιωπηλά.

   Η Λαν-Ρονγκ τον κοίταζε καθώς απομακρυνόταν. Το άγαλμα του Πενγκ Γουεϊλίν συνέχισε να προχωρά στον δρόμο της ομίχλης, και με κάθε βήμα η πέτρα του άνοιγε λίγο περισσότερο, ώσπου η μορφή του γέμισε ραγίσματα, σαν μια ζωή που είχε υπάρξει ήσυχα, και έσπαγε τώρα μέσα στη σιωπή του ονείρου.

   Η Λαν-Ρονγκ περνούσε δίπλα τους. Κανείς δεν μιλούσε. Και όταν τους προσπερνούσε, τα αγάλματα άρχιζαν να κινούνται. Όχι προς εκείνη,  αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Περνούσαν δίπλα της αθόρυβα και έφευγαν.

   Η Λαν-Ρονγκ στάθηκε για λίγο μέσα στην ομίχλη του ονείρου. Τα βήματα των προηγούμενων αγαλμάτων είχαν χαθεί, μα οι ρωγμές τους έμοιαζαν να αντηχούν ακόμη στον αέρα. Λίγο πιο πέρα στεκόταν το επόμενο. Ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του συζύγου της. Ο Πενγκ Χάο. Το άγαλμα ήταν πιο βαρύ από τα προηγούμενα, με πλατύ στήθος και χοντρούς βραχίονες. Το πρόσωπό του ήταν τραχύ, με βαθιές γραμμές γύρω από το στόμα και τα μάτια. Η μύτη του ήταν φαρδιά και το πηγούνι του σκληρό, σαν να είχε σμιλευτεί με λιγότερη προσοχή από τα άλλα αγάλματα.

   Τον θυμόταν όπως ήταν τότε, μετά τον έκτο χρόνο του γάμου της. Την είχε συναντήσει μόνη στα χωράφια. Ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να χαμηλώνει και ο αέρας μύριζε χώμα και άχυρο. Στο όνειρο, το πέτρινο στόμα του άνοιξε. «Αν δεν μπορεί να κάνει παιδί ο Γουεϊλίν,» είπε βαριά, «θα κάνεις μαζί μου.» Η φωνή του ήταν τραχιά, σχεδόν σαν διαταγή. «Δεν μπορεί η οικογένεια του αδελφού μου να μείνει χωρίς απογόνους.»

   Η Λαν-Ρονγκ θυμήθηκε πώς είχε παγώσει τότε, με τα χέρια ακόμη γεμάτα χώμα. Το άγαλμα έγειρε ελαφρά προς το μέρος της. «Το σώμα σου δείχνει ότι ζητά τον σπόρο,» συνέχισε. «Από τότε που ήρθες σε εμάς τράφηκες καλά. Τώρα πρέπει να αποδώσεις.»

   Στο όνειρο τον έβλεπε όπως ήταν τώρα στη μνήμη της, πιο γερασμένο απ’ ό,τι τότε. Οι γραμμές στο πρόσωπό του ήταν βαθύτερες, και το βλέμμα του βαρύτερο. Τη νύχτα που της έφερε τα νέα του θανάτου του Γουεϊλίν. Ήρθε μόνος. Η λάμπα στο σπίτι της έτρεμε από τον άνεμο όταν μίλησε. «Δεν αλλάζει τίποτε,» της είχε πει. Το άγαλμα επανέλαβε τα ίδια λόγια, με φωνή σαν πέτρα που τρίβεται. «Εσύ θα είσαι εδώ. Και εγώ θα έρχομαι να σε φροντίζω.» Τα μάτια του γυάλιζαν μέσα στην πέτρα. «Πάντα πριν το βράδυ. Πριν γυρίσω σπίτι.»

   Η Λαν-Ρονγκ ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται όπως τότε. «Μετά τα χωράφια θα περνάω από εδώ,» συνέχισε. «Αυτά που σου έλειψαν με τον Γουεϊλίν… θα τα απολαύσεις απλόχερα.»

   Στο όνειρο, το άγαλμα έκανε ένα βήμα κοντά της. Το πέτρινο χέρι του κινήθηκε απότομα, όπως εκείνη τη νύχτα. Την άγγιξε χυδαία, αρπάζοντας το στήθος της και τους γλουτούς της. Η Λαν-Ρονγκ θυμήθηκε τον θυμό που είχε ανέβει μέσα της. Και τον είχε φτύσει. Το σάλιο της είχε πέσει στο πρόσωπό του.

   Στο όνειρο, το άγαλμα σήκωσε το κεφάλι του όπως τότε. «Δεν έχεις άλλη επιλογή,» είπε. Η φωνή του ήταν βαριά σαν σιδερένια πόρτα. «Ή μένεις εδώ, σε εμάς… ή φεύγεις.» Η Λαν-Ρονγκ θυμήθηκε την παγωμένη σιωπή που ακολούθησε.

Το πέτρινο βλέμμα του την κάρφωσε. «Διάλεξε,» είπε. «Θα ξανάρθω σε τρεις μέρες.» Γύρισε το κεφάλι του σαν να ετοιμαζόταν να φύγει. «Ίσως μέχρι τότε να έχεις αλλάξει γνώμη.» Έκανε ένα βήμα μακριά. «Και μιλιά σε κανέναν.»

   Το άγαλμα την προσπέρασε. Και τότε, όπως και στα άλλα, ακούστηκε ο ξερός ήχος. Μια ρωγμή άνοιξε στο σαγόνι του. Έπειτα άλλη μία έσχισε το μέτωπό του. Οι γραμμές άρχισαν να απλώνονται γρήγορα στο πρόσωπο και στο στήθος του, σαν να προσπαθούσε η πέτρα να σπάσει από μέσα προς τα έξω.

   Η Λαν-Ρονγκ τον κοίταζε καθώς απομακρυνόταν.

Το άγαλμα του Πενγκ Χάο συνέχισε να βαδίζει στο μονοπάτι της ομίχλης, και με κάθε βήμα το σώμα του γέμιζε ρωγμές, ώσπου η μορφή του έγινε ένα βαρύ, ραγισμένο περίβλημα που χανόταν αργά μέσα στο σκοτάδι του ονείρου.

   Ύστερα ο Μα Γκουάν-Σεν. Ο Μα Μινγκ-Τάο. Ο Χουάνγκ Τζιν. Όλοι τους αγάλματα, με πρόσωπα ακίνητα, μάτια άδεια. Όλοι την κοιτούσαν για μια στιγμή και μετά την προσπερνούσαν. Ο δρόμος γινόταν όλο και στενότερος. Και τα αγάλματα όλο και περισσότερα. Μερικά τα αναγνώριζε αμυδρά, ανθρώπους που είχε δει κάποτε στην αγορά ή στους δρόμους. Άλλα της ήταν τελείως άγνωστα. Περνούσαν δίπλα της σαν ποτάμι από πέτρα.

   Πουλιά άρχισαν να πετούν πιο χαμηλά πάνω από το μονοπάτι. Ένας γερανός στάθηκε για λίγο πάνω σε έναν βράχο και την κοίταξε πριν ανοίξει πάλι τα φτερά του. Ο δρόμος τελείωσε. Μπροστά της υψωνόταν ένας μεγάλος γκρίζος βράχος. Και εκεί, μπροστά στον βράχο, ήταν εκείνος. Ο νεαρός άνδρας. Ήταν δεμένος με βαριές αλυσίδες που έβγαιναν από την πέτρα. Τα χέρια του κρέμονταν, και το πρόσωπό του ήταν χλωμό. Τα μάτια του όμως την έβλεπαν. Η Λαν-Ρονγκ έτρεξε προς το μέρος του.

— Εσύ… είπε.

   Αλλά εκείνος δεν μπορούσε να μιλήσει. Τα χείλη του κινήθηκαν, μα καμία φωνή δεν βγήκε. Οι αλυσίδες έτριξαν ελαφρά. Τα πουλιά πάνω από τον βράχο πέταξαν απότομα στον αέρα. Η Λαν-Ρονγκ πλησίασε. Σήκωσε το πρόσωπό του με τα χέρια της. Και τον φίλησε. Για μια στιγμή ένιωσε την ανάσα του. Ύστερα το σώμα του χαλάρωσε. Τα μάτια του άδειασαν από ζωή. Και εκείνος πήρε την τελευταία του αναπνοή. Οι αλυσίδες έπεσαν αθόρυβα στο χώμα. Πάνω από τον βράχο τα πουλιά σκορπίστηκαν στον ουρανό. Και το όνειρο έσβησε.

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Ε

 

το ανέλπιστο προξενιό

   Στο Τσιουτζιά, εκεί όπου οι αποθήκες του Τσεν Γιουνσάν στέκονταν ακόμη βαριές από τα χρόνια και το εμπόριο, δεν αργούσαν να φτάνουν οι φήμες. Οι άνθρωποι μιλούσαν για την κόρη του εμπόρου, τη Λιάν-Χουά, για το μυαλό της, για τον τρόπο που κρατούσε τις αποθήκες σε τάξη, για τη σιωπηλή δύναμή της. Μα όταν ερχόταν η κουβέντα στον γάμο, οι περισσότεροι κουνούσαν το κεφάλι.

   Η Λιάν-Χουά είχε περάσει πια την ηλικία που θεωρούσαν κατάλληλη για νύφη. Κι όμως, εκεί όπου οι περισσότεροι έβλεπαν αδιέξοδο, κάποιος άλλος έβλεπε ευκαιρία.

   Η προξενήτρα του χωριού, η Γου Σιάνγκ-Πο, ήταν γυναίκα μικρόσωμη με γρήγορα μάτια και φωνή που άλλαζε τόνο ανάλογα με το ποιος την άκουγε. Ήξερε τα σπίτια, τις οικογένειες, τις αδυναμίες και τα μυστικά τους. Το επάγγελμά της δεν ήταν απλώς να βρίσκει συζύγους· ήταν να διαβάζει τις καρδιές των ανθρώπων και να ταιριάζει τις ανάγκες τους. Εδώ και λίγο καιρό είχε στο νου της έναν άνδρα. Τον έλεγαν Τσάο Γουεντάο. Ήταν τριάντα οκτώ ετών, ιδιοκτήτης ενός μικρού εμπορικού γραφείου που διακινούσε ξυλεία και κάρβουνο από τα χωριά των λόφων προς τις αγορές του Μιαντζού. Δεν ήταν πλούσιος όπως παλιά, μα εξακολουθούσε να στέκεται αξιοπρεπώς ανάμεσα στους εμπόρους της περιοχής. Οι άνθρωποι τον χαιρετούσαν ακόμη με σεβασμό.

   Η Γου Σιάνγκ-Πο γνώριζε την ιστορία του. Κάποτε είχε αρκετά χρήματα. Τότε είχε πάρει στο σπίτι του μια νεαρή παλλακίδα από την επαρχία του Γκουιτσόου. Το κορίτσι ήταν όμορφο, με μεγάλα μάτια και λεπτή φωνή. Για ένα διάστημα τον είχε κάνει να πιστεύει πως η ζωή μπορούσε να γίνει ελαφριά σαν τραγούδι. Μα η ομορφιά εκείνη αποδείχθηκε ακριβή. Η παλλακίδα είχε συνηθίσει τα ακριβά υφάσματα, τα αρώματα και τα δώρα. Και γύρω της άρχισαν να μαζεύονται συγγενείς και φίλοι που ζητούσαν βοήθεια. Σιγά σιγά τα χρήματα του Τσάο Γουεντάο άρχισαν να λιγοστεύουν.

   Όταν τελικά το κορίτσι παίρνοντας μαζί της και όλα τα δώρα του, τον εγκατέλειψε για έναν πλουσιότερο άνδρα, ο έμπορος έμεινε πιο φτωχός και πολύ πιο προσεκτικός. Από τότε είχε αλλάξει. Έλεγε συχνά στους γνωστούς του:

— Η ομορφιά του προσώπου είναι σαν το άνθος της δαμασκηνιάς. Ανθίζει για λίγο και μετά πέφτει. Το σώμα όμως… η ουσία… εκεί βρίσκεται η πραγματική γυναίκα.

    Η Γου Σιάνγκ-Πο θυμόταν αυτά τα λόγια. Και κάθε φορά που σκεφτόταν τη Λιάν-Χουά, ταίριαζαν όλο και περισσότερο. Ένα απόγευμα τον βρήκε στον χώρο της δουλειάς του, στο βάθος μιας στενόμακρης αυλής που άνοιγε από τον δρόμο, μισοκρυμμένη πίσω από ξύλινες πύλες. Δοκάρια και σανίδες ήταν στοιβαγμένα σε τακτικούς σωρούς κάτω από χαμηλά υπόστεγα, ενώ λεπτή σκόνη ξύλου αιωρούνταν στον αέρα και η μυρωδιά της ρητίνης βάραινε την ανάσα. Κάπου πιο μέσα, ένας βοηθός έσερνε ένα δεμάτι, και το τρίξιμο του ξύλου αντηχούσε στους τοίχους.

    Ο Τσάο Γουεντάο καθόταν πίσω από ένα στενό τραπέζι, με τον άβακα ακουμπισμένο δίπλα στα ανοιχτά κατάστιχα, και σημείωνε αριθμούς με σταθερό χέρι.

— «Αφέντη Τσάο», είπε η Γου Σιάνγκ-Πο, σταματώντας λίγα βήματα μακριά, «οι δουλειές σας φαίνονται να πηγαίνουν καλά.»

   Εκείνος σήκωσε το βλέμμα από τα κατάστιχα
— «Έχουμε την εύνοια της εποχής», απάντησε συγκρατημένα.

   Ο Τσάο έγειρε λίγο πίσω, ακουμπώντας τα δάχτυλα στο τραπέζι.

— «Σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον»  είπε με ευγένεια που δεν έκρυβε την επιφύλαξη του. «Μα αναρωτιέμαι… τι σας φέρνει στον ταπεινό μου χώρο τέτοια ώρα;»

   Η Γου Σιάνγκ-Πο έριξε μια ματιά γύρω της, σαν να ζύγιζε τα δοκάρια.

— «Ο άνεμος περνά από τις αυλές όπως περνά κι από τα σπίτια, αφέντη Τσάο», αποκρίθηκε. «Κι εγώ ακολουθώ ό,τι φέρνει μαζί του.»

Εκείνος χαμογέλασε αχνά.

— «Ο άνεμος, όμως, δεν στέκεται για κουβέντα.»

— «Όχι», είπε εκείνη, «μα αφήνει ίχνη για όποιον ξέρει να τα διαβάζει.» Έκανε ένα μικρό βήμα πιο κοντά. «Κι εγώ συνηθίζω να προσέχω πού φυσά.»

   Ο Τσάο άφησε για λίγο τον άβακα και ένωσε τα χέρια του πάνω στο τραπέζι.

— «Κι αν κάποιος δεν αναζητά τον άνεμο; Αν προτιμά να κρατά κλειστές τις πόρτες του;»

Η Γου Σιάνγκ-Πο χαμογέλασε, σαν να είχε ακούσει την ερώτηση πολλές φορές.

— «Οι κλειστές πόρτες κρατούν έξω τη σκόνη», είπε ήρεμα, «μα κρατούν έξω και την άνοιξη.»

   Εκείνος την κοίταξε πιο προσεκτικά τώρα.
— «Μιλάτε με αινίγματα.»

— «Μιλώ όπως μιλά ο καιρός», αποκρίθηκε εκείνη. «Δεν αλλάζει απότομα· μα όποιος τον προσέχει, προλαβαίνει την καταιγίδα και δεν χάνει την ανθοφορία.»

   Ο Τσάο χτύπησε ελαφρά το δάχτυλο στο ξύλο του τραπεζιού.

— «Και τι είναι αυτό που θα έπρεπε να προσέξω;»

   Η προξενήτρα έγειρε ελαφρά το κεφάλι, σαν να του εμπιστευόταν κάτι χωρίς να το λέει ολόκληρο.
— «Όταν το εμπόριο στέκει γερό και το σπίτι σιωπά, οι άνθρωποι αρχίζουν να σκέφτονται αλλιώς», είπε. «Νέες στέγες, νέες φωνές… νέοι δρόμοι που ανοίγονται χωρίς θόρυβο.»

   Εκείνος αναστέναξε σχεδόν ανεπαίσθητα.

— «Οι δρόμοι κοστίζουν, κυρά Γου.»

— «Κάποιοι δρόμοι, αφέντη Τσάο», απάντησε εκείνη με ένα ήσυχο χαμόγελο, «δεν πληρώνονται με ασήμι.» Έκανε μια μικρή παύση. «Μα αν τους αφήσεις να περάσουν, δύσκολα ξαναγυρίζουν.»

   Ο Τσάο δεν μίλησε αμέσως. Το βλέμμα του γύρισε για λίγο προς την αυλή, εκεί όπου τα δοκάρια ήταν στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, σαν να περίμεναν τη σειρά τους να γίνουν κάτι άλλο.

— «Και ποιος είναι αυτός ο δρόμος που περνά σήμερα από την αυλή μου;» ρώτησε τελικά.

   Η Γου Σιάνγκ-Πο τον κοίταξε σταθερά.

— «Ίσως ένας δρόμος που οδηγεί σε ένα σπίτι πιο γεμάτο απ’ ό,τι είναι τώρα», είπε απαλά. «Αν ο αφέντης Τσάο θελήσει να τον δει.»

   Η προξενήτρα χαμογέλασε ελαφρά, αφήνοντας μια παύση να απλωθεί ανάμεσά τους.
— «Όταν ευημερεί το εμπόριο, ευημερεί και το σπιτικό», είπε ήρεμα. «Δεν σκέφτεστε να φτιάξετε το σπίτι σας;»

   Ο Τσάο Γουεντάο σήκωσε το βλέμμα του.

— Μια γυναίκα φέρνει και έξοδα.

   Η προξενήτρα γέλασε χαμηλά.

— Αν είναι ανόητη, ναι. Αν είναι έξυπνη, φέρνει και κέρδος.

   Ο έμπορος ανασήκωσε το φρύδι του.

— Μιλάς σαν να έχεις ήδη κάποιαν στο μυαλό σου.

   Η Γου Σιάνγκ-Πο πλησίασε λίγο.

— Υπάρχει μια γυναίκα στο Τσιουτζιά.

— Χήρα;

— Όχι. Κόρη εμπόρου.

— Πόσο χρονών;

   Η προξενήτρα δεν δίστασε.

— Έχει περάσει τα τριάντα.

   Ο Τσάο Γουεντάο δεν έδειξε έκπληξη.

— Το πρόσωπό της;

   Η Γου Σιάνγκ-Πο έκανε μια μικρή κίνηση με το χέρι.

— Δεν είναι κορίτσι για ποιήματα.

   Ο έμπορος χαμογέλασε ελαφρά.

— Και γιατί μου τη λες τότε;

   Η προξενήτρα χαμήλωσε λίγο τη φωνή της.

— Γιατί το σώμα της είναι γερό. Και το μυαλό της ακόμη πιο γερό.

   Έκανε μια μικρή παύση.

— Κρατά αποθήκες, λογαριασμούς και εργάτες καλύτερα από πολλούς άνδρες.

   Ο Τσάο Γουεντάο έμεινε σιωπηλός για λίγο.

— Και η προίκα;

— Το σπίτι του πατέρα της στέκεται ακόμη. Χρέη δεν έχουν.

   Ο έμπορος ακούμπησε τα δάχτυλά του στο τραπέζι.

— Πώς τη λένε;

— Λιάν-Χουά.

   Η προξενήτρα τον κοίταξε προσεκτικά.

— Αν θέλετε, μπορώ να κανονίσω μια συνάντηση.

   Ο Τσάο Γουεντάο δεν απάντησε αμέσως. Σκεφτόταν. Η ομορφιά είχε ήδη κοστίσει ακριβά στη ζωή του. Ίσως, συλλογίστηκε, να είχε έρθει η ώρα να δοκιμάσει την ουσία.

   Η Γου Σιάνγκ-Πο δεν ήταν από τις προξενήτρες που έβαζαν τους ανθρώπους να καθίσουν αμέσως ο ένας απέναντι στον άλλο και να αρχίσουν τις κουβέντες για γάμους. Ήξερε ότι οι πιο σταθερές συμφωνίες γεννιούνται όταν οι άνθρωποι πρώτα δουν ο ένας τον άλλον μέσα στην καθημερινή τους φύση. Έτσι, λίγες ημέρες μετά τη συζήτηση με τον Τσάο Γουεντάο, εμφανίστηκε στο σπίτι του Τσεν Γιουνσάν με εκείνον στο πλευρό της.

— Ο σεβαστός Τσάο ασχολείται με την ξυλεία, εξήγησε στον γέρο έμπορο με τον πιο φυσικό τόνο. Σκέφτηκα πως ίσως να σας ενδιέφερε μια συμφωνία για δοκάρια και κασόνια αποθήκης. Τα παλιά ξύλα σας αρχίζουν να κουράζονται.

   Ο Τσεν Γιουνσάν δέχθηκε ευγενικά τον επισκέπτη. Στο εξωτερικό δωμάτιο στρώθηκε τσάι, και τα πρώτα λόγια αντάλλαξαν εκείνη τη συνηθισμένη προσεκτική ευγένεια των εμπόρων που δεν βιάζονται να δείξουν τα χαρτιά τους. Ο Τσάο Γουεντάο ήταν ντυμένος απλά, αλλά καθαρά. Το βλέμμα του κινούνταν ήσυχα μέσα στον χώρο, με εκείνη την προσοχή ανθρώπου που έχει μάθει να υπολογίζει την αξία πραγμάτων και ανθρώπων. Η κουβέντα για τη ξυλεία προχώρησε λίγο, ώσπου ο Τσεν Γιουνσάν φώναξε προς το εσωτερικό του σπιτιού.

— Λιάν-Χουά. Έλα για λίγο.

   Σε λίγο εμφανίστηκε η κόρη του. Η Λιάν-Χουά μπήκε στο δωμάτιο χωρίς βιασύνη. Φορούσε το συνηθισμένο της σκούρο φόρεμα εργασίας και τα μαλλιά της ήταν δεμένα απλά στον αυχένα.

   Ο Τσάο Γουεντάο σήκωσε το βλέμμα του. Η πρώτη εντύπωση ήταν εκείνη που όλοι σχεδόν είχαν. Το πρόσωπό της δεν ταίριαζε με τα συνηθισμένα μέτρα της ομορφιάς. Η μύτη της ήταν ελαφρώς γαμψή και τα χαρακτηριστικά της έντονα, σαν να είχαν χαραχθεί με πιο αποφασιστικό χέρι.

   Κι όμως, υπήρχε κάτι στο πρόσωπό της που δεν άφηνε τον άνθρωπο να αποστρέψει το βλέμμα. Μια περίεργη δύναμη, μια σταθερότητα που έδινε την εντύπωση ότι πίσω από εκείνα τα μάτια δεν υπήρχε καμία αβεβαιότητα.

   Η Λιάν-Χουά κάθισε δίπλα στον πατέρα της.

— Μιλάμε για ξυλεία από τους λόφους του δυτικού δρόμου, της είπε εκείνος. Ο κύριος Τσάο λέει πως τα δοκάρια του αντέχουν περισσότερο στην υγρασία.

   Η Λιάν-Χουά έστρεψε το βλέμμα της στον επισκέπτη.

— Από ποιο δάσος τα κόβετε;

   Ο Τσάο Γουεντάο εξήγησε. Η συζήτηση προχώρησε γρήγορα σε λεπτομέρειες: τιμές, μεταφορά, ποιότητα ξύλου, χρόνοι παράδοσης. Η Λιάν-Χουά ρωτούσε με ακρίβεια, χωρίς να αφήνει κενά. Ο Τσάο Γουεντάο άρχισε να παρατηρεί κάτι που δεν είχε προσέξει στην αρχή. Καθώς εκείνη μιλούσε και έσκυβε πάνω από τα χαρτιά, το σώμα της είχε μια γερή ισορροπία. Δεν ήταν λεπτή σαν τις νεαρές κοπέλες της αγοράς, αλλά είχε εκείνη τη συμπαγή δύναμη γυναίκας που έχει συνηθίσει να κινείται ανάμεσα σε αποθήκες, σακιά και ανθρώπους. Η στάση της, οι ώμοι της, ακόμη και ο τρόπος που ακουμπούσε το χέρι στο τραπέζι, έδιναν την αίσθηση ενός ανθρώπου που στεκόταν γερά στον κόσμο.

   Ο Τσάο Γουεντάο την παρατηρούσε χωρίς να το δείχνει. Το πρόσωπό της παρέμενε παράξενο. Μα όσο την κοιτούσε, τόσο λιγότερο τον απασχολούσε. Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που δεν φημίζονται για το πρόσωπό τους. Όμως το σώμα τους, η παρουσία τους, ο τρόπος που γεμίζουν έναν χώρο, συμπληρώνει όσα λείπουν.

   Η Λιάν-Χουά σήκωσε κάποια στιγμή το βλέμμα. «Αν η τιμή μείνει σε αυτά τα επίπεδα», είπε, «μπορούμε να δοκιμάσουμε μια μικρή παραγγελία πρώτα. Αν το ξύλο αντέξει τον χειμώνα, θα μιλήσουμε για περισσότερα.»

   Ο Τσάο Γουεντάο χαμογέλασε ελαφρά.

— Μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεστε.

   Η Γου Σιάνγκ-Πο, που καθόταν λίγο πιο πίσω, σιωπηλή σαν σκιά, παρακολουθούσε. Και μέσα της χαμογελούσε. Ήξερε πια ότι ο σπόρος είχε πέσει στο σωστό χώμα.

   Η Γου Σιάνγκ-Πο εμφανίστηκε την επόμενη  ημέρα νωρίς το απόγευμα στο σπίτι του Τσεν Γιουνσάν συνοδευόμενη από τον Τσάο Γουεντάο, κρατώντας ένα μικρό καλάθι με τσάι από τα βουνά του Μιαντζού, μεταξωτό ύφασμα και λίγα ασημένια νομίσματα. Το καλάθι ήταν διακοσμημένο με μια κόκκινη κορδέλα, σημάδι ότι η επίσκεψη δεν ήταν απλή, μα είχε χαρακτήρα επίσημης πρότασης.

— Ο σεβαστός Τσάο Γουεντάο, είπε με χαμηλή αλλά σταθερή φωνή, εκτίμησε πολύ την εξυπνάδα της δεσποινίδας Λιάν-Χουά και θα ήθελε να εξετάσει μια πιο στενή σχέση μεταξύ των οικογενειών. Σκέφτηκε να ζητήσει τα στοιχεία της γέννησής της, για να δουν αν οι ουρανοί συμφωνούν.

    Ο Τσεν Γιουνσάν σήκωσε τα φρύδια του, κοιτώντας το καλάθι και τα δώρα.

— Οι ουρανοί αποφασίζουν πολλά, είπε, αλλά η κόρη μου κρατά αυτούς τους λογαριασμούς, και είναι αυτή που αποφασίζει για την περιουσία αυτού του σπιτιού. Ας τη ρωτήσουμε.

   Η Λιάν-Χουά, που καθόταν σιωπηλή στη γωνία, σηκώθηκε με αργή κίνηση. Τα χέρια της ήταν σταθερά, το βλέμμα της άγγιζε τα δώρα με μια ελαφριά περιέργεια αλλά και κριτική διάθεση. Το πρόσωπό της δεν ήταν φτιαγμένο για να γοητεύει τον Τσάο, αλλά η παρουσία της, το σώμα της γερό και ακλόνητο, τον έκανε να σκεφτεί ότι εκείνη ήταν γυναίκα που δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσει τον χώρο της ακατάστατο, ούτε τη ζωή του να μπει σε αβεβαιότητα.

   Η προξενήτρα άφησε το καλάθι στο τραπέζι, και ακούμπησε πάνω του ένα μικρό χαρτί με τα στοιχεία γέννησης του Τσάο.

— Αν συμφωνεί, συνέχισε, μπορούμε να δούμε αν η δεσποινίς Λιάν-Χουά επιθυμεί να δώσει τα δικά της στοιχεία για έλεγχο.

   Η Λιάν-Χουά έσκυψε πάνω από το χαρτί, τα δάχτυλά της άγγιξαν απαλά τα ασημένια νομίσματα και το μεταξωτό ύφασμα. Έπειτα γύρισε το βλέμμα στον Τσάο.

— Η ορθότητα του σπιτιού και η διαχείριση των λογαριασμών δεν είναι παιχνίδι, είπε ήρεμα. Δεν δίνω τα στοιχεία μου χωρίς να ξέρω ότι η ένωση θα έχει ουσία.

   Ο Τσάο Γουεντάο ένιωσε ένα ρίγος σε κάθε κίνηση της. Η ψυχρή, υπολογιστική φωνή της τον συγκίνησε με τρόπο που δεν περίμενε. Το σώμα της, η γερή της στάση, ήταν πιο δυνατή απ’ όσο κάθε νεαρή ομορφιά που είχε γνωρίσει. Ο αέρας γύρω της φαινόταν να γεμίζει το δωμάτιο, και η προξενήτρα χαμογέλασε μέσα της.

— Ας ξεκινήσουμε με τα δώρα, είπε η Λιάν-Χουά. Αν είναι ειλικρινής, οι ουρανοί θα δείξουν. Αν όχι… τότε τα δώρα θα επιστραφούν.

   Ο Τσάο Γουεντάο γονάτισε ελαφρά, ένα σημάδι σεβασμού και ταπεινότητας.

— Θα τα δεχτώ, είπε. Και ό,τι αποφασίσετε, θα το σεβαστώ.

   Η Γου Σιάνγκ-Πο στάθηκε για λίγο πίσω, παρακολουθώντας τις κινήσεις και των δύο. Η Λιάν-Χουά, αφού μέτρησε τον Τσάο Γουεντάο με το βλέμμα της, αποφάσισε να θέσει τα πρώτα όρια. Δεν ήταν πια η κοπέλα που θα άφηνε την οικογένεια ή το σπίτι να καθορίζουν τις συνθήκες· είχε τη δύναμη, και ήξερε να την χρησιμοποιεί.

— «Σεβαστέ Τσάο», είπε ήρεμα αλλά αποφασιστικά, «αν και όλα κυλήσουν ευνοϊκά, πρέπει να γνωρίζετε ότι η διαμονή σας θα είναι στο Τσιουτζιά. Εδώ είναι η έδρα της οικογένειάς μου και το σπίτι όπου διοικείται η περιουσία. Δεν πρόκειται να αλλάξω την τάξη αυτή για κανέναν.»

   Ο Τσάο Γουεντάο δεν απέκρυψε μια έκπληξη, αλλά κράτησε το βλέμμα του σταθερό.

— «Επιπλέον», συνέχισε η Λιάν-Χουά, «η απουσία σας από το σπίτι δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δώδεκα ημέρες συνεχόμενες χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και συμφωνία. Οι υποθέσεις της οικογένειας δεν μπορούν να σταματούν για ταξίδια, και δεν θα δέχομαι δικαιολογίες.»

   Ο υποψήφιος γαμπρός κούνησε ελαφρά το κεφάλι, κατανοώντας ότι η δυναμική γυναίκα μπροστά του δεν ήταν απλή φιγούρα.

— Τέλος, αν για οποιονδήποτε λόγο δεν αποκτήσουμε παιδιά, η περιουσία μας παραμένει ξεχωριστή. Οτιδήποτε σας ανήκει παραμένει δικό σας, και ό,τι ανήκει σε μένα παραμένει δικό μου. Δεν πρόκειται να μοιραστούμε περιουσιακά αγαθά χωρίς φυσική συνέχεια, ώστε να μη δημιουργούνται αδικίες ούτε για εσάς ούτε για μένα.

   Η Γου Σιάνγκ-Πο κοίταξε τον Τσάο, καταλαβαίνοντας ότι αυτά τα λόγια θα καθόριζαν πολλά. Ο Τσάο δεν χαμήλωσε το βλέμμα· υπήρχε σεβασμός, αναγνώριση, αλλά και μια αίσθηση προσαρμογής.

— «Όλα αυτά», πρόσθεσε η Λιάν-Χουά, «δεν σημαίνουν δυσπιστία, αλλά τάξη και λογική. Όπως το σπίτι πρέπει να παραμένει ασφαλές, έτσι και η ζωή μας πρέπει να έχει κανόνες. Αν συμφωνείτε, τότε μπορούμε να προχωρήσουμε σε συζήτηση για την επίσημη ένωση.»

   Ο Τσάο Γουεντάο έκανε μια μικρή υπόκλιση.
— Κατανοώ πλήρως, αξιότιμη Λιάν-Χουά. Και θα σεβαστώ κάθε όρο.

   Η Λιάν-Χουά χαμογέλασε ελάχιστα· το χαμόγελό της δεν ήταν πια απλή ευγένεια. Ήταν η ένδειξη ότι η πρόταση περνούσε από τα δικά της φίλτρα, ότι ο δυναμισμός της δεν θα παρακαμπτόταν και ότι η ισχύς της στο σπίτι και την περιουσία της ήταν απόλυτη.

   Η Γου Σιάνγκ-Πο κάθισε πίσω, ικανοποιημένη. Ο πρώτος κύκλος είχε ολοκληρωθεί. Η  επίσημη πρόταση είχε γίνει με τρόπο που διασφάλιζε την τιμή και των δύο πλευρών. Οι ουρανοί μπορούσαν πλέον να παρακολουθήσουν. Και η Λιάν-Χουά άφησε το βλέμμα της να μετρήσει τον άνδρα που θα μπορούσε να γίνει σύμμαχός της, όχι μόνο στο εμπόριο, αλλά και στη ζωή.

   Την επόμενη ημέρα η Λιάν-Χουά κάθισε στο χαμηλό τραπέζι του σαλονιού της, το βλέμμα της να ταξιδεύει πάνω στα χαρτιά με τα οκτώ στοιχεία γέννησής της. Το φως του απογεύματος έπεφτε απαλά στο δωμάτιο, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη με αποφασιστικότητα. Κάλεσε τη Γου Σιάνγκ-Πο, και η προξενήτρα εισήλθε σιωπηλή, κρατώντας στην τσάντα της τα απαραίτητα μικρά δώρα για τον υποψήφιο γαμπρό.

— Τα άστρα, είπε η Λιάν-Χουά, έχουν μιλήσει. Βλέπω ότι οι ουρανοί ευνοούν τον ευγενή Τσάο Γουεντάο. Η ένωση μπορεί να προχωρήσει, υπό τον όρο ότι θα τηρηθούν οι συμφωνίες που έχω θέσει.

   Η Γου Σιάνγκ-Πο γονάτισε ελαφρά, κατανοώντας τη σοβαρότητα της στιγμής.

— Κατανοητό, τιμημένη κόρη. Θα τον ενημερώσω εγώ πρώτα και θα του παρουσιάσω την πρόταση με σεβασμό, ώστε να δει ότι η ευλογία των άστρων συνοδεύει την ένωση.

   Η Λιάν-Χουά έγειρε προς τα μπροστά, τα χέρια της σταθερά.

— Θέλω να ξέρει κάθε λεπτομέρεια. Τα επαναλαμβάνω και πάλι, Η διαμονή του θα είναι στο Τσιουτζιά, οι απουσίες από το σπίτι περιορισμένες, και η περιουσία του καθενός παραμένει ατομική, αν δεν αποκτήσουμε παιδιά.

   Η προξενήτρα σημείωσε τα λόγια της. Η Λιάν-Χουά συνέχισε, με φωνή που δεν άφηνε περιθώρια για παρερμηνείες:

— Επίσης, τα δώρα και οι τελετές πρέπει να είναι έτοιμα προτού η ένωση ανακοινωθεί δημόσια. Κανένας γάμος δεν γίνεται χωρίς προετοιμασία. Δεν πρόκειται να αφήσω το σπίτι μου, ούτε την οικογένεια, να βρεθούν εκτεθειμένα.

   Η Γου Σιάνγκ-Πο άκουσε με προσοχή και, μόλις η Λιάν-Χουά τελείωσε, γονάτισε ξανά και είπε:  «Κατανοώ πλήρως, σεβαστή κόρη. Θα τον καλέσω με σεβασμό και θα του πω ότι τα άστρα ευνοούν και ότι η πρόταση μπορεί να προχωρήσει μόνο αν συμφωνήσει με τους όρους σας.»

   Η Λιάν-Χουά σηκώθηκε, κούνησε ελαφρά τα μακριά μανίκια της και απάντησε ήρεμα αλλά με αποφασιστικότητα:

— Πολύ καλά. Η σειρά σας τώρα. Ο γαμπρός πρέπει να δει ότι η ένωση δεν είναι απλώς θέμα επιθυμίας, αλλά σχέδιο και τάξη, και ότι η ζωή στο σπίτι μου είναι υπό την επίβλεψή μου.

   Η προξενήτρα έφυγε ήρεμα, ξέροντας ότι η πρώτη ουσιαστική κίνηση είχε γίνει, και ότι ο Τσάο Γουεντάο θα πληροφορούνταν σύντομα πως η Λιάν-Χουά είχε αποφασίσει.  

 

 

 

η τελευταία νύχτα στην παλαιά αποθήκη

    Η νύχτα στην αποθήκη ήταν βαριά, γεμάτη σιωπή και το αχνό φως του φεγγαριού που έπεφτε από τις ξύλινες χαραμάδες σχημάτιζε λεπτές λωρίδες στο δάπεδο. Η Λιάν-Χουά κάθισε κοντά στο μικρό τραπέζι με τα εργαλεία και τα σχέδια της νέας αποθήκης, αλλά το βλέμμα της ήταν στραμμένο στον Γιούν-Τσεν, που δούλευε με τα χέρια του να λειαίνει τα ξύλα.

— «Γιούν-Τσεν…» είπε σιγανά, χωρίς να μπορεί να κρύψει τη συγκίνηση στη φωνή της. «Υπάρχει κάτι που πρέπει να σου πω. Θα παντρευτώ. Και η… σχέση μας δεν μπορεί να συνεχιστεί μετά από αύριο.»

   Ο νεαρός ξυλουργός σήκωσε τα μάτια του, νιώθοντας το βάρος των λέξεων να πέφτει σαν βαρύ ξύλο πάνω στην καρδιά του. Δεν είπε τίποτα, απλώς συνέχισε να δουλεύει, αφήνοντας τα χέρια του να μιλούν αντί για τα λόγια.

   Η Λιάν-Χουά πλησίασε, έβαλε τα δάχτυλά της πάνω στα ξύλινα πηχάκια και ακούμπησε ελαφρά το χέρι του.

— Απόψε είναι η τελευταία μας νύχτα εδώ, είπε ψιθυριστά. «Ό,τι έχουμε… ας μείνει αυτή η νύχτα. Από αύριο θα πρέπει να φύγεις από την αποθήκη. Ξέρω ότι είναι δύσκολο, ειδικά σε τέτοια εποχή, αλλά θα μεσολαβήσω ώστε να σε δεχθεί ο μυλωνάς στον νερόμυλο. Θα συνεχίσεις να εργάζεσαι ως ξυλουργός μέχρι να τελειώσει η νέα αποθήκη, αλλά δεν θα πρέπει να υπάρξει καμία χειρονομία, καμία λεπτομέρεια που θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι έχουμε ερωτική σχέση.»

   Ο Γιούν-Τσεν σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε στα μάτια. Δεν υπήρχαν παρά μόνο κατανόηση και μια σιωπηλή συμφωνία.

— Θα σεβαστώ ό,τι μου ζητάς. Ό,τι κι αν χρειαστεί.

   Η Λιάν-Χουά χαμογέλασε θλιμμένα, αλλά αποφασιστικά. Έσκυψε κοντά του, το κεφάλι της ακουμπώντας στον ώμο του. Ήταν μια κίνηση απλή, χωρίς λόγια, και όμως γεμάτη όλη την ένταση του χρονικού διαστήματος  που είχαν περάσει μαζί. Ο Γιούν-Τσεν γύρισε το πρόσωπό του ελαφρώς, έτσι ώστε τα μέτωπά τους να ακουμπήσουν.

   Η νύχτα πέρασε αργά, σαν να ήθελε να τους δώσει χρόνο να αποχαιρετιστούν χωρίς λόγια, μόνο με την παρουσία τους. Τα πουλιά που κοιμόντουσαν στις γύρω καλαμιές δεν έκαναν θόρυβο, το ποτάμι έξω κυλούσε ήρεμο, και η αποθήκη μυρίζει ξύλο και φρεσκοτελειωμένη σκόνη.

   Όταν η αυγή άρχισε να σκίζει το σκοτάδι, η Λιάν-Χουά σηκώθηκε πρώτη.

— «Ώρα να φύγεις», είπε απαλά σκουντώντας τον.

— Ο μυλωνάς σε περιμένει.

   Ο Γιούν-Τσεν έγνεψε, σηκώθηκε και μάζεψε τα εργαλεία του. Καθώς έβγαινε από την αποθήκη, μια τελευταία ματιά στον χώρο, στην Λιάν-Χουά, στον ήχο του νερού που κυλούσε κοντά, ήταν σαν να αποχαιρετούσε όχι μόνο το σώμα, αλλά και μια εποχή της ζωής του. Ξεκίνησε πεζός. Η Λιαν-Χουά τον σταμάτησε. Ξέχασες κάτι.

  Ο Γιούν-Τσεν σταμάτησε απορημένος. «Το άλογο» του είπε η Λιάν-Χουά. «Μα δεν είναι δικό μου» της είπε ο Γιούν-Τσεν. «Σου ανήκει. Το απέκτησες με τη δουλειά σου εδώ.» Ο Γιούν-Τσεν στεκόταν αμήχανος. «Μην το σκέφτεσαι» συνέχισε η Λιαν-Χουά, «Κράτα το. Για να έρχεσαι όταν σε καλώ εδώ. Για να με θυμάσαι». Ο Γιούν-Τσεν ανέβηκε στο υπάκουο άλογο και ξεκίνησε για τον μύλο.

   Η Λιάν-Χουά έμεινε μόνη, κοιτάζοντας τις ξύλινες πλάκες και τα σχέδια. Τώρα οι λογαριασμοί με το παρελθόν της ήταν κλεισμένοι. Ό,τι είχε δώσει στον Γιούν-Τσεν, ό,τι είχε λάβει, είχε μείνει εκεί, στην αποθήκη, μέσα στη νύχτα που έκλεισε σαν τελετή. Και από αύριο, όλα θα ήταν διαφορετικά.

   Ο Γιούν-Τσεν πλησίασε τον νερόμυλο που στροβιλιζόταν ασταμάτητα δίπλα στο ποτάμι. Το ξύλο του μύλου τρίζει κάτω από την πίεση του νερού, και ο αέρας γεμίζει με την υγρασία του ποταμού. Ο μυλωνάς, ο Χουάνγκ Λιν, στεκόταν στο μικρό κατάρτι δίπλα στο μύλο, τα χέρια σταυρωμένα, σαν να τον περίμενε.

— Σε περίμενα, είπε με βαθιά φωνή, που έφερε τον ήχο του ποταμιού μέσα της. «Η αρχόντισσα Λιάν-Χουά με ενημέρωσε. Ό,τι θέλει εκείνη, είναι και δικό μου καθήκον.»

   Ο Γιούν-Τσεν ένιωσε ένα ελαφρύ κύμα ανακούφισης. Ο Χουάνγκ Λιν δεν ήταν απλώς ένας μυλωνάς· ήταν άνθρωπος με σεβασμό στις σχέσεις και τις υποχρεώσεις, και η Λιάν-Χουά είχε πάντα τρόπους να εξασφαλίζει ότι οι άνθρωποι που εμπλέκονταν με εκείνη θα ενεργούσαν με πίστη και τάξη.

— Τι θα κάνω πρώτα; ρώτησε ο Γιούν-Τσεν, αφήνοντας τα χέρια του να ακουμπήσουν τις βαριές ξύλινες πλάκες που θα έπρεπε να ρυθμίσει για να δουλέψει ο μύλος σωστά.

— «Θα ξεκινήσεις με την καθαριότητα των γραναζιών και των τροχών», απάντησε ο Χουάνγκ Λιν.  «Το νερό πρέπει να κυλάει ελεύθερα, χωρίς εμπόδια. Αν όλα λειτουργούν καλά, μετά θα σε βάλω στα ξύλα και τα υπόλοιπα μηχανικά μέρη του μύλου.»

   Ο Γιούν-Τσεν έσκυψε και άρχισε να εργάζεται, νιώθοντας τον αέρα να φέρνει την ψυχρή υγρασία στο πρόσωπό του. Κάθε κίνηση ήταν προσεκτική, κάθε βήμα μετρημένο. Δεν ήταν απλώς δουλειά· ήταν μια νέα αρχή, ένα μέρος όπου μπορούσε να παραμείνει πέρα από το Τσιουτζιά και κοντά στο Λο Τζιάνγκ, αλλά και να εκπληρώσει την υπόσχεση που είχε δώσει στη Λιάν-Χουά.

   Ο Χουάνγκ Λιν παρακολουθούσε σιωπηλά, με τα χέρια του πλεγμένα πίσω από την πλάτη. Κάθε τόσο, έριχνε μια ματιά στον Γιούν-Τσεν, σα να μετρούσε τη δύναμη, την υπομονή και την υπακοή του νεαρού ξυλουργού.

— Εδώ, θα βρεις ασφάλεια και χώρο να δουλέψεις. Θα κοιμάσαι και θα τρως εδώ. Το πρωϊ θα πηγαίνεις στην αποθήκη μέχρι να την τελειώσεις και μετά θα επιστρέφεις εδώ.

   Ο Γιούν-Τσεν ένιωσε μια αίσθηση γαλήνης να μπαίνει μέσα του. Η αποθήκη, η Λιάν-Χουά, η νύχτα που είχαν περάσει· όλα αυτά είχαν γίνει παρελθόν. Τώρα υπήρχε μόνο ο νερόμυλος, ο Χουάνγκ Λιν, και η σιωπηλή αίσθηση υποχρέωσης και σεβασμού που θα καθόριζε τις επόμενες ημέρες της ζωής του.


ο γάμος της γεροντοκόρης

    Το έτος 1648, στην επαρχία Σετσουάν, το χωριό Τσιουτζιά είχε ξυπνήσει νωρίς εκείνη την ημέρα. Η ομίχλη από τα βουνά κατέβαινε αργά πάνω από τα χωράφια και τις στέγες από κεραμίδι, ενώ στο μεγάλο αρχοντικό της οικογένειας Τσεν επικρατούσε ασυνήθιστη κινητικότητα.

   Ο πατέρας της νύφης, ο Τσεν Γιουνσάν, στεκόταν στην αυλή με τα χέρια πίσω από την πλάτη. Ήταν άνθρωπος μετρημένος, με γκρίζα γένια και βλέμμα που πρόδιδε χρόνια εμπειρίας στο εμπόριο μεταξιού και ρυζιού. Πίσω του υψωνόταν η καινούργια αποθήκη, ένα μεγάλο ξύλινο κτίσμα που μόλις είχε ολοκληρωθεί. Τα δοκάρια μύριζαν ακόμη ρητίνη.

   Σήμερα όμως δεν τον απασχολούσε η αποθήκη. Σήμερα παντρευόταν η κόρη του. Η Λιάν-Χουά ήταν τριάντα τεσσάρων ετών, ηλικία που στο χωριό θεωρούνταν ήδη μεγάλη για γάμο. Για χρόνια οι προτάσεις δεν ευδοκιμούσαν. Άλλοτε οι οικογένειες δίσταζαν, άλλοτε οι συγκυρίες δεν βοηθούσαν. Η ίδια είχε μάθει να κρατά το κεφάλι ψηλά, μα οι ψίθυροι των συγχωριανών την είχαν ακολουθήσει για καιρό.

   Τώρα όμως στεκόταν στο εσωτερικό δωμάτιο του αρχοντικού, ντυμένη με το κόκκινο νυφικό της. Το μετάξι έλαμπε στο φως των λυχναριών. Το πρόσωπό της ήταν ήρεμο, σχεδόν ατάραχο. Μόνο τα μάτια της φανέρωναν σκέψεις που δεν έλεγε σε κανέναν.

   Ο γαμπρός, ο Τσάο Γουεντάο, ήταν τριάντα οκτώ ετών. Έμπορος ξυλείας από μια κωμόπολη λίγο πιο πέρα στον ποταμό Μιν. Είχε αποκτήσει σεβαστή περιουσία από τα δάση των βουνών και τη μεταφορά κορμών προς τα νότια.

   Έφτασε στο αρχοντικό συνοδευόμενος από την οικογένειά του. Μπροστά βάδιζε η μητέρα του, η Τσάο Γιν-Λαν, μια γυναίκα μικρόσωμη αλλά αυστηρή, ντυμένη με σκούρο μεταξωτό φόρεμα. Τα μάτια της παρατηρούσαν τα πάντα: την αυλή, τους υπηρέτες, την αποθήκη, ακόμη και την ποιότητα των ξύλινων δοκαριών. Πίσω της περπατούσε η παντρεμένη αδελφή του γαμπρού, η Μεϊ-Λίν. Ήταν ζωηρή γυναίκα με λεπτό χαμόγελο. Δίπλα της στεκόταν ο σύζυγός της, ο Λιου Σενγκ-Τσάι. Ο Λιου Σενγκ-Τσάι εργαζόταν ως οικονομικός επιθεωρητής για τις τοπικές διοικητικές αρχές, ένας άνθρωπος που περνούσε τα χρόνια του ελέγχοντας φόρους, σιτηρά και λογαριασμούς αποθηκών. Ήταν γνωστός για τη σχολαστικότητα του και για το ότι μπορούσε να ανακαλύψει κρυμμένο ασήμι ακόμη και σε καλά κλεισμένα βιβλία.

   Η άφιξη της συνοδείας προκάλεσε ψιθύρους ανάμεσα στους καλεσμένους. Ανάμεσα στους προσκεκλημένους βρίσκονταν και ορισμένοι τοπικοί αξιωματούχοι της δυναστείας Τσινγκ, που είχαν έρθει περισσότερο από περιέργεια παρά από υποχρέωση.

   Είχε φτάσει επίσης η οικογένεια Χε από το Λο Τζιανγκ. Ο Χε Ντε-Σενγκ, άντρας γεροδεμένος με βαθιά φωνή, στεκόταν δίπλα στη σύζυγό του Χε Σου-Γιν. Μαζί τους βρισκόταν το νεόνυμφο ζευγάρι, ο Μα Γκουάν-Σενγκ και η νεαρή σύζυγός του, η Χε Γουάν-Γιού, η κόρη του Ντε-Σενγκ.

   Λίγο πιο πέρα, σχεδόν στη σκιά μιας στήλης της αυλής, καθόταν ένας άντρας που δεν ταίριαζε ιδιαίτερα με το κλίμα της γιορτής. Ο Λου Τσενγκχάο. Ήταν γνωστός σε πολλές πόλεις της Σετσουάν ως απατεώνας, χαρτοπαίκτης, ψευτομεσίτης εμπορίου, άνθρωπος των τεϊοποτείων, θαμώνας των  οίκων διασκέδασης. Κάποτε είχε κάνει δουλειές με τον Τσάο Γουεντάο και είχε κερδίσει την εύνοιά του με ιστορίες και δήθεν γνωριμίες με  εμπόρους και αξιωματούχους. Ο γαμπρός δεν γνώριζε όμως κάτι άλλο. Κάποτε, πολλά χρόνια πριν, ο Λου Τσενγκχάο είχε σαγηνεύσει την νεαρή τότε Λιάν-Χουά, και την είχε περιπλέξει σε μια ιστορία που παρ’ ολίγον να αμαυρώσει το όνομά της και που ο πατέρας της είχε φροντίσει να θαφτεί βαθιά μέσα στη σιωπή. Τότε είχε προτιμήσει να χάσει αρκετά εμπορεύματα από τον Λου Τσενγκχάο, τον άνθρωπο που παρουσιαζόταν ως συνεταίρος του,   παρά να προχωρήσει παρακάτω, γιατί μπορεί να αποκαλύπτονταν γεγονότα που δεν θα ήταν αρεστά. Έτσι μεταξύ τους είχε επικρατήσει για χρόνια μια αδιόρατη σιωπή. Ο Τσεν Γιουνσάν δεν τον είχε σύρει ενώπιον του τοπικού δικαστή, και ο Λου Τσενγκχάο δεν είχε περάσει ποτέ από το Τσιουτζιά εκτός μια φορά εντελώς πρόσφατα.

    Ο Λου παρακολουθούσε την αυλή με ένα ελαφρύ χαμόγελο, πίνοντας αργά το κρασί του. Κοντά στην είσοδο στεκόταν η προξενήτρα, η Γου Σιάνγκ-Πο. Ήταν ηλικιωμένη αλλά γεμάτη ενέργεια. Μετρούσε τους καλεσμένους, έδινε εντολές στους υπηρέτες και φρόντιζε να κυλούν όλα όπως έπρεπε. Ήταν εκείνη που είχε κανονίσει τον γάμο.

   Καθώς τα τύμπανα άρχισαν να χτυπούν και οι καλεσμένοι συγκεντρώθηκαν στην αυλή, ο Τσεν Γιουνσάν σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα προς την καινούργια αποθήκη. Τα δοκάρια, την τελευταία παρτίδα τους την είχε προμηθεύσει ο ίδιος ο γαμπρός, στέκονταν γερά, λαμπερά στο φως.

«Καλή ξυλεία», σκέφτηκε.

   Ύστερα κοίταξε την πόρτα από όπου σε λίγο θα έβγαινε η κόρη του για την τελετή. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, το χωριό Τσιουτζιά θα μιλούσε για τη Λιάν-Χουά όχι ως γεροντοκόρη, αλλά ως νύφη. Και η γιορτή μόλις άρχιζε.

   Η αυλή του αρχοντικού των Τσεν είχε γεμίσει φωνές, μουσική και μυρωδιές από ψητό χοιρινό, κρασί από ρύζι και ατμισμένα ψωμάκια. Οι καλεσμένοι είχαν πάρει τις θέσεις τους στα τραπέζια και οι υπηρέτες πηγαινοέρχονταν με δίσκους.

   Ο Λου Τσενγκχάο καθόταν κοντά σε μια ξύλινη κολόνα της στοάς. Είχε ήδη πιει δύο κύπελλα κρασί και χαμογελούσε αυτάρεσκα, παρατηρώντας τους καλεσμένους. Η παρουσία τοπικών αξιωματούχων της νέας δυναστείας των Τσινγκ, τον είχε κάνει αρχικά να νιώσει μια μικρή ανησυχία. Όμως κανείς δεν είχε δείξει να τον προσέχει ιδιαίτερα.

   Η μουσική των αυλών είχε μόλις σταματήσει όταν ακούστηκαν φωνές από την εξωτερική πύλη. Ένας καβαλάρης είχε φτάσει αργά. Οι υπηρέτες έτρεξαν να ανοίξουν και σε λίγο εμφανίστηκε ένας άντρας με σκονισμένο ταξιδιωτικό μανδύα και στρατιωτική ζώνη. Τον συνόδευαν δύο στρατιώτες. Ο άντρας υποκλίθηκε σύντομα στον οικοδεσπότη.

   «Συγχωρήστε την καθυστέρηση», είπε. «Ο δρόμος από το Μιενγιάνγκ ήταν δύσκολος μετά τις βροχές.»

   Ήταν ο υπολοχαγός της τοπικής φρουράς, ο Μπαν Μινγκ-Τσεν, αξιωματικός των επαρχιακών στρατευμάτων της δυναστείας των Τσινγκ. Είχε κληθεί από τον Τσεν Γιουνσάν επειδή παλιότερα είχαν συνεργαστεί σε μεταφορές ξυλείας προς στρατιωτικές αποθήκες. Ο Τσεν Γιουνσάν τον καλωσόρισε ευγενικά και τον οδήγησε προς τα τραπέζια των αξιωματούχων.

   Ο Μπαν Μινγκ-Τσεν άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί στην αυλή, περισσότερο από συνήθεια παρά από περιέργεια. Και τότε πάγωσε.

Τα μάτια του σταμάτησαν πάνω στον άντρα που καθόταν κοντά στη στοά. Ο Λου Τσενγκχάο.

   Ο αξιωματικός δεν μίλησε αμέσως. Πλησίασε δύο βήματα πιο κοντά, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί. Ο Λου σήκωσε το κύπελλό του για άλλη μια γουλιά. Όταν κοίταξε μπροστά του και είδε το πρόσωπο του αξιωματικού, το χαμόγελό του έσβησε ακαριαία.

   Ο Μπαν Μινγκ-Τσεν γέλασε χαμηλά. «Μα τον Ουρανό…» είπε. «Ο άνθρωπος που πουλούσε πλαστές σφραγίδες της διοίκησης.»

   Η φράση ακούστηκε καθαρά. Οι γύρω καλεσμένοι γύρισαν τα κεφάλια τους. Ο αξιωματικός έδειξε με το δάχτυλο τον Λου.

   «Αυτός ο άνθρωπος πριν από δύο χρόνια εμφανίστηκε στο Μιενγιάνγκ ως δήθεν απεσταλμένος της στρατιωτικής διοίκησης. Έφερε σφραγίδες και έγγραφα και έπεισε μερικούς από εμάς ότι είχε διαταγή να συγκεντρώσει ασήμι για αγορά αλόγων για τον στρατό.»

   Ένας από τους άλλους αξιωματούχους σηκώθηκε απότομα.

«Αυτός;»

   Ο Μπαν Μινγκ-Τσεν συνέχισε: «Μάζεψε περισσότερα από διακόσια τάελ ασήμι από αξιωματικούς και εμπόρους. Και την επόμενη μέρα εξαφανίστηκε.»

   Η αυλή βυθίστηκε σε βαριά σιωπή. Ο Λου Τσενγκχάο προσπάθησε να σηκωθεί  χαμογελώντας. «Πρέπει να υπάρχει παρεξήγηση…»

   Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση. Οι δύο στρατιώτες είχαν ήδη προχωρήσει και τον άρπαξαν από τους ώμους. Το κύπελλο κρασιού έπεσε στο έδαφος και έσπασε.

   Ο Τσάο Γουεντάο κοιτούσε αποσβολωμένος. Δεν είχε ιδέα για τίποτα από αυτά. Ο Τσεν Γιουνσάν όμως είχε σκυθρωπιάσει. Για μια στιγμή τα μάτια του συναντήθηκαν με εκείνα του Λου. Ήταν μια ματιά παλιάς, πικρής γνώσης.

Ο Μπαν Μινγκ-Τσεν μίλησε ψυχρά.

   «Η απάτη κατά στρατιωτικών αξιωματούχων και η πλαστογράφηση κρατικών σφραγίδων είναι βαριά κατηγορία.»

   Οι στρατιώτες έδεσαν τα χέρια του Λου πίσω από την πλάτη με σκοινί. Ο απατεώνας δεν αντιστάθηκε. Το πρόσωπό του είχε γίνει χλωμό.

   Ο αξιωματικός στράφηκε στον οικοδεσπότη. «Ζητώ συγγνώμη που φέρνω τέτοια αναστάτωση στη χαρούμενη ημέρα σας. Αλλά αυτός ο άνθρωπος καταζητείται.»

   Ο Τσεν Γιουνσάν υποκλίθηκε ελαφρά. «Ο νόμος του αυτοκράτορα είναι πάνω από το κρασί του γάμου» είπε.

   Η σύλληψη έγινε τόσο ξαφνικά που για μια στιγμή η αυλή του αρχοντικού βυθίστηκε σε παράξενη σιωπή. Οι στρατιώτες είχαν ήδη αρπάξει τον Λου Τσενγκχάο και του είχαν δέσει τα χέρια πίσω από την πλάτη. Το σπασμένο κύπελλο κρασιού στο έδαφος άφηνε ένα σκοτεινό λεκέ πάνω στις πέτρινες πλάκες.

Οι καλεσμένοι ψιθύριζαν.

    Ο υπολοχαγός Μπαν Μινγκ-Τσεν από την κωμόπολη Μιενγιάνγκ στεκόταν όρθιος, με το βλέμμα ψυχρό, ενώ οι στρατιώτες του κρατούσαν γερά τον απατεώνα. Το όνομα της διοίκησης των Τσινγκ είχε ήδη ακουστεί και κανείς δεν τολμούσε να αντιδράσει.

   Εκείνη τη στιγμή η κουρτίνα του εσωτερικού διαδρόμου άνοιξε. Η νύφη είχε εμφανιστεί. Η Λιάν-Χουά στεκόταν στο κατώφλι, ντυμένη στο κόκκινο μεταξωτό της ένδυμα. Τα χρυσά στολίδια στα μαλλιά της λαμπύριζαν στο φως των λυχναριών. Δίπλα της στεκόταν μια θεραπαινίδα που κρατούσε την άκρη του πέπλου.

   Η νύφη είχε βγει για να κατευθυνθεί προς την αυλή, όπου θα γινόταν το επόμενο μέρος της τελετής. Αλλά σταμάτησε. Γιατί είχε δει το πρόσωπο του άντρα που οι στρατιώτες κρατούσαν δεμένο. Ο Λου Τσενγκχάο. Για μια στιγμή ο χρόνος φάνηκε να σταματά. Κανείς από τους καλεσμένους δεν γνώριζε την παλιά ιστορία. Όμως η Λιάν-Χουά την θυμόταν πολύ καλά.

   Πριν από χρόνια, όταν ήταν ακόμη νεότερη, ο Λου είχε εμφανιστεί στο σπίτι της οικογένειας ως δήθεν έμπιστος συνεργάτης του πατέρα της. Είχε φέρει δώρα, είχε μιλήσει με σεβασμό και είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη των υπηρετών. Ύστερα είχαν αρχίσει οι ψίθυροι. Λόγια που είχε διαδώσει ο ίδιος στα τεϊοποτεία. Υπονοούμενα για δήθεν κρυφές συναντήσεις. Υποσχέσεις που είχε ισχυριστεί ότι του είχε δώσει η κόρη του Τσεν Γιουνσάν. Η φήμη της είχε βρεθεί για λίγο στο χείλος της καταστροφής. Μόνο η αποφασιστικότητα του πατέρα της και η απόσυρση του Λου από το χωριό είχαν καταφέρει να σβήσουν το σκάνδαλο πριν πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις.

   Τώρα ο άντρας αυτός στεκόταν δεμένος μπροστά της. Ο Λου σήκωσε το κεφάλι. Για μια στιγμή τα μάτια τους συναντήθηκαν. Η Λιάν-Χουά δεν είπε τίποτα. Το πρόσωπό της έμεινε ήρεμο, σχεδόν ανέκφραστο — όπως άρμοζε σε μια νύφη μπροστά σε τόσους καλεσμένους. Μόνο όποιος την γνώριζε καλά θα πρόσεχε ότι τα δάχτυλά της είχαν σφίξει ελαφρά το μεταξωτό μανίκι. Ο Λου Τσενγκχάο όμως κατάλαβε. Για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα έσκυψε το βλέμμα. Η ντροπή που δεν είχε νιώσει μπροστά στους αξιωματούχους φάνηκε για μια στιγμή στο πρόσωπό του.

   Η Λιάν-Χουά έκανε τότε κάτι απλό. Γύρισε αργά το κεφάλι της αλλού. Σαν να μην άξιζε πια ούτε το βλέμμα της. Η θεραπαινίδα δίπλα της ψιθύρισε: «… να επιστρέψουμε;» Η Λιάν-Χουά πήρε μια βαθιά ανάσα και έγνεψε «Προχωράμε». Η τελετή έπρεπε να συνεχιστεί. Πάτησε το πόδι της και περπάτησε μπροστά.

    Στο μεταξύ οι στρατιώτες είχαν ήδη οδηγήσει τον Λου Τσενγκχάο έξω από την πύλη του αρχοντικού. Οι φωνές τους χάθηκαν στον χωμάτινο δρόμο του χωριού και σιγά-σιγά η αυλή βυθίστηκε ξανά σε εκείνη τη συγκρατημένη ησυχία που ακολουθεί ένα ξαφνικό γεγονός.

   Ο πατέρας της νύφης, ο Τσεν Γιουνσάν, στεκόταν δίπλα στο τραπέζι του θυμιάματος. Το πρόσωπό του είχε σκληρύνει για λίγο, μα όταν είδε την κόρη του να προχωρά με σταθερό βήμα, χαλάρωσε ελαφρά τους ώμους του.

    Ο τελετάρχης, ένας λεπτός ηλικιωμένος με γκρίζα γενειάδα, χτύπησε το ξύλινο ραβδί του στο λιθόστρωτο. Η τελετή μπορούσε να συνεχιστεί. Στο κέντρο της αυλής βρισκόταν το τραπέζι των προσφορών. Δύο μεγάλα κόκκινα κεριά έκαιγαν στις άκρες του, ενώ από το θυμιατήρι ανέβαινε ένας λεπτός καπνός που μύριζε σανταλόξυλο. Η Λιάν-Χουά στάθηκε μπροστά στο τραπέζι. Δίπλα της πήρε τη θέση του ο γαμπρός, ο Τσάο Γουεντάο. Το πρόσωπό του είχε ακόμη την έκφραση ανθρώπου που προσπαθεί να συνέλθει από απρόσμενη αναστάτωση, μα η παρουσία της νύφης δίπλα του τον επανέφερε σιγά-σιγά στη σοβαρότητα της στιγμής.

   Ο τελετάρχης ύψωσε τη φωνή του. «Πρώτη υπόκλιση — στον Ουρανό και τη Γη.»

   Το ζευγάρι στράφηκε προς την ανοιχτή αυλή. Ο ουρανός πάνω από το χωριό Τσιουτζιά είχε πάρει το απαλό χρώμα του δειλινού. Μαζί έσκυψαν βαθιά. Οι καλεσμένοι παρακολουθούσαν σιωπηλοί.

   Ο τελετάρχης μίλησε ξανά. «Δεύτερη υπόκλιση — στους γονείς.»

   Δύο καρέκλες είχαν τοποθετηθεί μπροστά στο τραπέζι. Στη μία κάθισε ο Τσεν Γιουνσάν. Στην άλλη η μητέρα του γαμπρού, η Τσάο Γιν-Λαν. Η ηλικιωμένη γυναίκα ίσιωσε την πλάτη της και κοίταξε προσεκτικά τη νύφη που θα έμπαινε στην οικογένειά της. Η Λιάν-Χουά και ο Τσάο Γουεντάο έσκυψαν βαθιά μπροστά τους. Για μια στιγμή τα μάτια του Τσεν Γιουνσάν έμειναν πάνω στην κόρη του. Δεν είπε τίποτα. Μα το βλέμμα του ήταν γεμάτο από εκείνη τη σιωπηλή περηφάνια που σπάνια εκφράζουν οι πατέρες.

   Ο τελετάρχης χτύπησε ξανά το ραβδί. «Τρίτη υπόκλιση — ο ένας στον άλλον.»

   Ο γαμπρός και η νύφη στράφηκαν αντικριστά. Το κόκκινο πέπλο έκρυβε ακόμη το πρόσωπο της Λιάν-Χουά, όμως η στάση της ήταν σταθερή. Οι δυο τους έσκυψαν βαθιά. Με αυτή την υπόκλιση ο γάμος είχε ολοκληρωθεί.

   Για μια στιγμή η αυλή έμεινε σιωπηλή — και ύστερα οι μουσικοί άρχισαν ξανά να παίζουν. Οι καλεσμένοι άφησαν ανάσες ανακούφισης και οι συζητήσεις ξανάρχισαν. Στο τραπέζι της οικογένειας του γαμπρού οι συγγενείς έσκυβαν ο ένας προς τον άλλον. Η αδελφή του γαμπρού, η Μεϊ-Λιν, ψιθύρισε στον σύζυγό της, τον Λιου Σενγκ-Τσάι  «Δεν έχω ξαναδεί τέτοια αναστάτωση σε γάμο.»

   Ο Λιου Σενγκ-Τσάι, άνθρωπος συνηθισμένος σε λογαριασμούς και ελέγχους, σήκωσε το κύπελλό του με ηρεμία. «Το σημαντικό είναι ότι η τελετή ολοκληρώθηκε», είπε. «Όταν ο νόμος εμφανίζεται και το κακό φεύγει, η τύχη συχνά καθαρίζει τον δρόμο.»

   Λίγο πιο πέρα ένας ηλικιωμένος θείος του γαμπρού κούνησε το κεφάλι. «Ίσως να είναι καλός οιωνός», μουρμούρισε. «Ο κακός άνθρωπος έφυγε πριν ακόμη τελειώσει ο γάμος.»

   Η μητέρα του γαμπρού, η Τσάο Γιν-Λαν, παρατηρούσε τη νύφη. «Η κοπέλα στάθηκε με αξιοπρέπεια», είπε τελικά χαμηλόφωνα. «Δεν λύγισε μπροστά σε τόσο κόσμο.»

   Οι μουσικοί δυνάμωσαν τον ρυθμό. Ο τελετάρχης ανακοίνωσε ότι η τελετή είχε ολοκληρωθεί και ότι το ζευγάρι θα οδηγούνταν στον νυφικό θάλαμο.

   Τα φανάρια άναψαν σε όλη την αυλή. Οι υπηρέτες γέμιζαν πάλι τα κύπελλα με κρασί και οι καλεσμένοι άρχισαν να γελούν, σαν να είχε περάσει μια μικρή καταιγίδα που κανείς δεν ήθελε πια να θυμάται. Και μέσα στο φως των κόκκινων φαναριών, η Λιάν-Χουά στάθηκε για πρώτη φορά δίπλα στον σύζυγό της ως η απόλυτη κυρία του νέου της σπιτιού, ενός σπιτιού απαλλαγμένου από τους φόβους του παρελθόντος.

   Λίγες εβδομάδες αργότερα, στην έδρα της περιφέρειας, η υπόθεση εκδικάστηκε. Η πλαστογράφηση κρατικών σφραγίδων και η εξαπάτηση αξιωματούχων θεωρήθηκαν σοβαρά εγκλήματα από τη διοίκηση των Τσινγκ. Η ποινή ήταν σκληρή αλλά τυπική για τέτοιες υποθέσεις: ογδόντα χτυπήματα με το βαρύ ραβδί και εξορία για δέκα χρόνια σε στρατιωτικό φυλάκιο στα σύνορα της Γιουνάν. Και έτσι ο Λου Τσενγκχάο, που λίγο πριν έπινε κρασί σε έναν γάμο, βρέθηκε δεμένος σε καρότσι κρατουμένων, στον δρόμο προς τα μακρινά σύνορα.

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΣΤ

 

κουβέντες στο νερόμυλο

   Ο νερόμυλος του δάσους των κερασιών βρισκόταν σε μια μικρή χαράδρα ανάμεσα στο Τσιουτζιά και το Λο Τζιάνγκ, δίπλα σε έναν ήρεμο παραπόταμο που κυλούσε γάργαρα ανάμεσα στα χωράφια. Η χαράδρα ήταν γεμάτη με άγρια κερασόδεντρα, και το άρωμα των ανθών που είχε απομείνει ακόμη στον αέρα έδινε στην τοποθεσία μια σχεδόν μαγική αίσθηση. Το μονοπάτι που συνέδεε τον μύλο με τα δύο χωριά ήταν στρωτό  και ασφαλές. Κοντά στον μύλο, το λευκό άλογο του Γιούν-Τσεν ήταν δεμένο, η χαίτη του ανεμίζοντας απαλά, ενώ ο νεαρός υπάλληλος, εργαζόταν σιωπηλός, καθαρίζοντας τα σιτηρά από το νερό που έτρεχε στον μύλο.

   Μερικές γυναίκες από τα γύρω χωριά είχαν φτάσει ήδη, κουβαλώντας σακιά με σιτάρι και αλεύρι. Στάθηκαν γύρω από τον νερόμυλο, χαμογελώντας και μιλώντας χαμηλόφωνα, ενώ η μυρωδιά του φρεσκοαλεσμένου αλευριού ανακατευόταν με το άρωμα των κερασιών και την υγρασία του ποταμιού.

   «Αλήθεια», ψιθύρισε μια από τις μεγαλύτερες, «λένε πως παντρεύτηκε η Λιάν-Χουά, η γεροντοκόρη… και μάλιστα με έναν τόσο καλό και σεμνό άντρα!»

   «Αν είναι έτσι», απάντησε μια άλλη, «οι τύχες όλων μας ανοίγουν πια. Καμμία δεν θα μείνει ανύπαντρη. Τώρα όλες θα βρούμε τον δρόμο μας.»

   Η νεαρή Τσενγκ-Λι γέλασε ζωηρά και έστρεψε το βλέμμα της στον Γιούν-Τσεν που δούλευε σιωπηλός δίπλα στον μύλο. «Και να δεις αυτόν τον ωραίο βοηθό… Αν είναι να παντρευτούμε όλες, μήπως θα πρέπει να τον κλείσουμε πρώτη;»

   Η υπόλοιπη παρέα γέλασε απαλά, αλλά η Τσενγκ-Λι δεν σταμάτησε εκεί. Έκαμψε το σώμα της προς τον μυλωνά, τον Χουάνγκ Λιν, γέρνοντας ελαφρά πάνω στο ξύλινο κιγκλίδωμα του μύλου. «Τι λες; Ένα κομμάτι αλεύρι για σένα… ή μήπως κάτι πιο προσωπικό;»

   Ο Χουάνγκ Λιν, γνωρίζοντας τις ζαβολιές της, χαμογέλασε ήρεμα. «Κοπέλα μου, το αλεύρι είναι για να ζυμώνονται ψωμιά, όχι για καρδιές που δεν είναι έτοιμες. Μην τα μπερδεύεις.»

   Η Τσενγκ-Λι γέλασε, σηκώθηκε και γύρισε προς τις άλλες γυναίκες. Η συνομιλία συνεχίστηκε, ανάμεικτη με γέλια και ψιθύρους, καθώς ο ήλιος έπεφτε πίσω από τα βουνά και το νερό γύριζε αργά τον μύλο του Δάσους των Κερασιών.

    Η Τσενγκ-Λι δεν μπόρεσε να κρατήσει το γέλιο της. «Λοιπόν», είπε, «αφού η Λιάν-Χουά παντρεύτηκε, τι θα γίνει με τον Λου Τσενγκχάο; Αλήθεια, τον ξέρει κανείς πια;»

    Η μεγαλύτερη γυναίκα, η Γουάνγκ Σου-Γι, κουνούσε το κεφάλι της, γελώντας χαμηλόφωνα. «Αυτός ο απατεώνας πάντα βρίσκει τρόπο να μπερδέψει τους άντρες… αλλά τώρα που η κόρη του Τσεν παντρεύτηκε, ας αφήσουμε τα παλιά πίσω.»

    Η Τσενγκ-Λι γύρισε προς τον μυλωνά, τον Χουάνγκ Λιν, και με ένα πλατύ χαμόγελο τον πίεσε: «Ε, Χουάνγκ Λιν, τι λες εσύ; Δεν έχεις άποψη για τον καημένο τον Λου; Θα μας πεις ή θα μείνεις σιωπηλός σαν τον βοηθό σου;»

    Ο Χουάνγκ Λιν χαμογέλασε ήρεμα και γύρισε το βλέμμα του στα νερά που γύριζαν τον μύλο. «Κορίτσια», είπε με ήρεμη φωνή, «είμαι μυλωνάς, όχι ρήτορας ή σχολιαστής γάμων. Αφήστε με να δουλέψω, και η ιστορία θα μιλήσει μόνη της.»

    Η Τσενγκ-Λι έκανε μια δραματική γκριμάτσα και γύρισε προς τις άλλες. «Πάντα σοβαρός!» φώναξε. «Καλά, ας κάνουμε εμείς τη δουλειά!»

    Η Μαϊ-Λιν, μια πιο νεαρή κοπέλα με φωτεινά μάτια, γέλασε και πρόσθεσε: «Νομίζω πως όλες οι γεροντοκόρες χωριών και πόλεων θα πάρουν θάρρος από τη Λιάν-Χουά. Τώρα κάθε τύχη είναι δυνατή!»

    Η Σιάο-Χουά, που ήταν λίγο πιο μετρημένη και ώριμη, ψιθύρισε: «Και ας μην ξεχνάμε τον ωραίο βοηθό του μύλου… δεν μιλά, μα τα χέρια του κάνουν όλη τη δουλειά. Κάποιος πρέπει να τον προσέχει!»

   Η Τσενγκ-Λι δεν αντιστάθηκε και ξαναγύρισε προς τον Χουάνγκ Λιν, κάνοντας μικρές κινήσεις σαν να τον προκαλούσε να μιλήσει. «Ε, Χουάνγκ Λιν, μπορείς να πεις μια κουβέντα; Αλήθεια, ποιά είναι η άποψή σου για τη Λιάν-Χουά και τους ανύπαντρους;»

   Ο μυλωνάς χαμογέλασε ήρεμα, με μια σπίθα χιούμορ στα μάτια. «Αν σας πω ό,τι σκέφτομαι για τους ανύπαντρους και τις γεροντοκόρες, θα σταματήσει η δουλειά του μύλου. Αφήστε με, λοιπόν, να αλέσω το σιτάρι — και εσείς αλέστε τις φήμες σας.»

   Η Τσενγκ-Λι ξεκαρδίστηκε, γέλασε δυνατά και γύρισε προς τις άλλες. «Να λοιπόν, φίλες μου, ο σοφός μυλωνάς μας έμαθε πως αλέθουμε την αλήθεια, και εμείς του ζητήσαμε πώς να αλέσουμε την αγάπη!»

    Η Μαϊ-Λιν πρόσθεσε, κουνώντας το κεφάλι με παιχνιδιάρικη σοβαρότητα: «Κι όμως, ακόμα κι έτσι, η τύχη μας ανοίγει σαν τα άνθη των κερασιών εδώ γύρω. Η Λιάν-Χουά βρήκε τον δρόμο της, και εμείς μπορούμε να γελάσουμε και να ελπίσουμε.»

    Η Τσενγκ-Λι ακόμα γελούσε από τα σχόλιά της προς τον Χουάνγκ Λιν, αλλά η Γουάνγκ Σου-Γι άρχισε να μιλάει πιο σοβαρά. «Ξέρετε», είπε, «δεν είναι μόνο ο γάμος της Λιάν-Χουά που μας γεμίζει ελπίδα. Είναι σαν να ανοίγει ο δρόμος για όλες τις γυναίκες. Τώρα καμμία δεν χρειάζεται να φοβάται ότι θα μείνει μόνη.»

   Η Σιάο-Χουά συμφώνησε: «Ακριβώς. Κι ας μην ξεχνάμε πως κάθε χωριό έχει τις δικές του ιστορίες, και κάθε τύχη διαλέγει τη στιγμή της» και  τελειώνοντας τη φράση της έστρεψε δειλά τα μάτια της προς τον μυλωνά, τον Χουάνγκ Λιν, να δει αν πρόσεξε τα λόγια της.

   Η Μαϊ-Λιν γύρισε προς το δρόμο που έφερνε τις γυναίκες στον μύλο. «Και να δείτε ποιά έρχεται τώρα!» είπε, δείχνοντας μια γυναίκα με σκουρόχρωμα χέρια και πρόσωπο κάπως κουρασμένο από τον ήλιο. Ήταν η Τανγκ-Σου, εργάτρια της γης, που πήγαινε όπου υπήρχε  δουλειά, πότε στους μύλους, πότε στα χωράφια ή στα σπίτια των πλουσιότερων.

   «Καλημέρα, κορίτσια!» χαιρέτησε η Τανγκ-Σου καθώς πλησίαζε, τα σακιά της ζυγισμένα στις πλάτες της να κουνιούνται ελαφρά. «Μου είπαν πως εδώ γίνονται κουτσομπολιά για γάμους και τύχες… και δεν μπορούσα να μην έρθω!»

   Η Τσενγκ-Λι γέλασε. «Καλά έκανες! Έλα, πες μας τα νέα που ξέρεις από τα χωράφια!»

   Η Τανγκ-Σου σήκωσε τους ώμους της, σκουπίζοντας τα χέρια της στην ποδιά της. «Λοιπόν, ακούγεται πως η Λιάν-Χουά παντρεύτηκε έναν σεμνό και καλό άντρα, και όλοι λένε πως η τύχη της γύρισε. Κι αν αυτή μπορεί, τότε γιατί και εμείς να μην έχουμε ελπίδα;»

   «Αυτό ακριβώς!» είπε η Μαϊ-Λιν. «Τώρα όλες μπορούμε να γελάσουμε, να ελπίζουμε…»

    Η Τσενγκ-Λι κοίταξε πάλι τον Χουάνγκ Λιν και τον νεαρό βοηθό του. «Και να δούμε αν ο μυλωνάς μας θα συμμετάσχει! Έλα, Χουάνγκ Λιν, πες μας μια κουβέντα για τους άντρες του χωριού. Δεν θα μας πεις;»

   Ο Χουάνγκ Λιν γύρισε το βλέμμα του προς τις γυναίκες, τα μάτια του γυαλίζοντας από ήρεμο χιούμορ. «Όπως σας είπα», είπε ήρεμα, «ο μυλωνάς αλέθει σιτάρι, δεν σχολιάζει τύχες ή γάμους. Αφήστε με να δουλέψω… και εσείς αλέστε τα λόγια σας όπως θέλετε.»

   Η Τσενγκ-Λι γέλασε και γύρισε στην Τανγκ-Σου: «Βλέπεις; Δεν τον ξεγελάς εύκολα!»

   Η Τανγκ-Σου γέλασε, σκουπίζοντας το μέτωπό της. «Και καλά κάνει. Άντρες και μυλωνάδες, όλοι ίδιοι… μα εμείς έχουμε τα λόγια μας!»

   Η Σιάο-Χουά πρόσθεσε: «Και οι τύχες μας ανοίγουν όπως τα άνθη γύρω μας. Η Λιάν-Χουά βρήκε τον δρόμο της, εμείς βρίσκουμε το δικό μας κάθε μέρα, στα χωράφια ή στον μύλο.»

   Η Μαϊ-Λιν έκανε ένα πλατύ χαμόγελο. «Ναι, και ας μην ξεχνάμε τα παιχνίδια που κάνουν την καθημερινότητα πιο ζωντανή. Ακόμα κι αν ο μυλωνάς δεν μιλάει, ο βοηθός του δουλεύει ήσυχος… και εμείς μπορούμε να γελάμε!»

   Η Τσενγκ-Λι ξαναγύρισε προς τον μυλωνά. «Έλα, Χουάνγκ Λιν, δεν θα μας πεις τίποτα; Έστω ένα μικρό σχόλιο!»

   Ο μυλωνάς χαμογέλασε ήρεμα, δείχνοντας ότι δεν θα παρασυρόταν. «Σας έδωσα ήδη τη σοφία μου», είπε. «Το σιτάρι αλέθεται, η ζωή κυλάει. Και τα λόγια σας… ας κυλήσουν μαζί με το νερό.»

   Όλες οι γυναίκες ξέσπασαν σε γέλια, και η Τανγκ-Σου, σκουπίζοντας τα χέρια της, είπε: «Κι έτσι, φίλες μου, δουλειά, κουτσομπολιά και γέλιο πάνε μαζί. Ας γελάσουμε όσο μπορούμε, γιατί η ζωή θα μας φέρει όλα τα καλά… ή τουλάχιστον μερικά!»

   Ο ήλιος έπεφτε πίσω από τα βουνά, τα κερασόδεντρα έσταζαν το άρωμά τους στον αέρα, και το νερό γύριζε αργά τον μύλο, σαν να συνόδευε τις φωνές, τα γέλια και τις ελπίδες των γυναικών που για λίγο ένιωσαν ότι οι τύχες τους ανοίγονται όπως τα άνθη της άνοιξης.

   Το νερό γύριζε αργά τον μύλο, οι γυναίκες γελούσαν και ψιθύριζαν, και το λευκό άλογο σταθερά δεμένο δίπλα, σαν αθόρυβος μάρτυρας της σκηνής, έκανε την ατμόσφαιρα να μοιάζει ζωντανή και παιχνιδιάρικη. Οι τύχες των γυναικών φάνηκαν για λίγο πιο ανοιχτές, ενώ η χαράδρα με τα κερασόδεντρα γέμισε γέλια και ψιθύρους που έμειναν για λίγο στον αέρα σαν ηχώ από ένα ανέμελο απόγευμα.

 

 

η νύχτα στο δάσος με τις κερασιές

   Ο νερόμυλος είχε αρχίσει να αδειάζει. Οι νεαρές χωριατοπούλες είχαν ήδη πάρει τον δρόμο της επιστροφής, γελώντας και μιλώντας μεταξύ τους, ενώ ο νερόμυλος βούιζε χαμηλά καθώς η φτερωτή γύριζε μέσα στο ρεύμα. Μονάχα η Τανγκ-Σου έμενε ακόμη στην αυλή. Μια γυναίκα ώριμη, γεροδεμένη, με ώμους που μαρτυρούσαν χρόνια δουλειάς στα χωράφια. Στις αρχές της τέταρτης δεκαετίας της ζωής της στεκόταν ακόμη στιβαρή σαν κορμός δέντρου. Το γαϊδούρι της στεκόταν υπομονετικά κοντά στο ξύλινο υπόστεγο, φορτωμένο με δυο βαριά σακιά σιτάρι. Η Τανγκ-Σου δεν βιαζόταν. Έλυνε αργά τους κόμπους, ξαναέσφιγγε τα σχοινιά, κοιτούσε πότε τον ουρανό και πότε την πόρτα του μύλου. Περίμενε.

   Ο νεαρός βοηθός του μυλωνά μπαινόβγαινε κουβαλώντας σακιά. Ήταν γεροδεμένος, με μπράτσα δυνατά από τη δουλειά, και το πουκάμισό του κολλούσε στους ώμους του από τον ιδρώτα. Η Τανγκ-Σου τον παρακολουθούσε σιωπηλά. Όταν οι άλλες κοπέλες χάθηκαν στο μονοπάτι και ο μυλωνάς γύρισε για λίγο μέσα στο κτίσμα, εκείνη σήκωσε τη φωνή της.

   «Χουάνγκ Λιν… έλα μια στιγμή να με βοηθήσεις.» Ο νεαρός πλησίασε. Το γαϊδούρι στεκόταν ανάμεσά τους και τους έκρυβε από την πόρτα του μύλου. Καθώς εκείνος άπλωνε το χέρι να πιάσει το πρώτο σακί, η Τανγκ-Σου ακούμπησε για μια στιγμή τα δάχτυλά της στο χέρι του. Ένα ελαφρύ, σχεδόν τυχαίο άγγιγμα. Ο νεαρός βοηθός του μυλωνά γύρισε το βλέμμα του. Εκείνη χαμογέλασε αμυδρά, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Ο νεαρός σήκωσε το σακί στον ώμο του. Οι μύες στα μπράτσα του τεντώθηκαν. Η Τανγκ-Σου τον κοίταξε με βλέμμα που ανίχνευε τα μπράτσα του. «Δυνατός…» μουρμούρισε. «Σαν βράχος.» Την ίδια στιγμή έφερε το χέρι στον λαιμό της και χαλάρωσε λίγο το άνοιγμα του ρούχου της. Ο κόρφος άνοιξε ελαφρά, αφήνοντας να φανεί το πλούσιο στήθος της. Ύστερα, με μια αργή κίνηση, έβγαλε τη φουρκέτα από τα μαλλιά της. Τα σκούρα μαλλιά της έπεσαν στους ώμους της.

   Ο νεαρός δίστασε για μια στιγμή. Η Τανγκ-Σου έσκυψε προς το μέρος του, σαν να του έλεγε ένα μυστικό. «Αν το αλέσεις καλά…» ψιθύρισε, «θα έχεις δώρο από μένα.» Ο νεαρός βοηθός συνοφρυώθηκε ελαφρά. Μέχρι τότε είχε μιλήσει ελάχιστα. «Τι δώρο;»

    Η ώριμη γυναίκα τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια. Το βλέμμα της ήταν σταθερό και ζεστό. «Θα δεις.» Έδεσε ξανά πρόχειρα το σχοινί στο σακί και έγνεψε προς το μονοπάτι του δάσους. «Θα τα φέρεις εκεί που θα έχω δεμένο το γαϊδούρι. Εκεί πίσω, στις κερασιές.» Έκανε μια μικρή παύση. «Εγώ θα είμαι κοντά… να μαζεύω κεράσια.» Ύστερα έσκυψε να τινάξει τη σκόνη από τη φούστα της και πρόσθεσε χαμηλόφωνα: «Μην βιαστείς να το αλέσεις.» Το χαμόγελό της βάθυνε λίγο. «Να έρθεις όταν θα έχει νυχτώσει…» Τα μάτια της έμειναν για μια στιγμή πάνω στα μπράτσα του. «Η νύχτα… μπορεί να είναι μεγάλη.»

   Το φεγγάρι είχε ήδη ανέβει πάνω από τις κερασιές όταν ο νεαρός βοηθός του μυλωνά τελείωσε τη δουλειά του. Ο νερόμυλος δούλευε ακόμη χαμηλόφωνα πίσω του, και το ποτάμι έσπρωχνε αργά τη φτερωτή μέσα στο σκοτάδι. Εκείνος έκανε ακριβώς ό,τι του είχε πει η Τανγκ-Σου. Φόρτωσε τα αλεσμένα σακιά στο άλογό του και πήρε το στενό μονοπάτι που έμπαινε στο δάσος των κερασιών. Τα φύλλα ψιθύριζαν απαλά από τον νυχτερινό αέρα, και εδώ κι εκεί έπεφταν ώριμα κεράσια στο χώμα με έναν μαλακό ήχο.

   Δεν άργησε να τη δει. Η Τανγκ-Σου στεκόταν δίπλα στο δεμένο γαϊδούρι, μισοκρυμμένη από τις φτέρες. Ο νεαρός βοηθός του μυλωνά ξεκρέμασε από το άλογό του τα σακιά και ένα ένα τα κουβάλησε στον ώμο του μέχρι να φτάσει στο σημείο που ήταν η Τανγκ-Σου. Όταν τον είδε να πλησιάζει, γύρισε αργά και τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια, σαν να τον ζύγιζε ξανά. «Δεν σε έχω ξαναδεί εδώ», είπε. Ο νεαρός άφησε κάτω το σακί. «Δεν είμαι από εδώ.»

   Η γυναίκα χαμογέλασε με έναν τρόπο που έκανε το πρόσωπό της να φωτιστεί μέσα στο μισοσκόταδο. «Καλύτερα», είπε ήρεμα. «Ούτε κι εγώ.» Όταν ο νεαρός βοηθός άφησε και το τελευταίο σακί. Η γυναίκα έκανε ένα μικρό νόημα με το κεφάλι της. «Έλα.» Τον οδήγησε λίγο πιο μέσα στο δάσος. Το μονοπάτι ανηφόριζε ελαφρά ώσπου έφτασαν σε ένα μικρό ύψωμα, κρυμμένο από φτέρες και χαμηλά δέντρα. Εκεί, πάνω στο μαλακό χώμα, η Τανγκ-Σου είχε στρώσει λίγα χοντρά υφάσματα και μια κουβέρτα από τραχύ ύφασμα. Η γυναίκα γύρισε προς το μέρος του. «Εδώ έστρωσα για απόψε», είπε. «Μια γυναίκα μόνη φοβάται στο δάσος.» Τον κοίταξε με εκείνο το σταθερό βλέμμα «Θα την προστατεύσεις;»

   Καθώς μιλούσε, έφερε το χέρι στο στήθος της και χαλάρωσε τον κόμπο που κρατούσε κλειστό το πάνω μέρος του ρούχου της. Το ύφασμα άνοιξε λίγο, αποκαλύπτοντας τη βαθιά γραμμή του κόρφου της στο ασημένιο φως του φεγγαριού. Ύστερα τίναξε ελαφρά τα μαλλιά της πίσω. «Έχω λίγα σκεπάσματα», πρόσθεσε ήρεμα. «Αρκετά για δυο να περάσουν τη νύχτα.»

   Ο νεαρός βοηθός έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός. Μπροστά του στεκόταν μια γυναίκα ώριμη, δυνατή, με γεμάτο σώμα και μέση γερή σαν κορμός. Υπήρχε κάτι παράξενα ελκυστικό στην αυτοπεποίθησή της, στον τρόπο που τον κοιτούσε χωρίς δισταγμό. Τελικά έγνεψε καταφατικά.

   Η Τανγκ-Σου χαμογέλασε, σαν να περίμενε ακριβώς αυτή την απάντηση. Ξάπλωσε πάνω στα στρωμένα υφάσματα και άπλωσε το χέρι της προς το μέρος του. «Έλα.» Εκείνος κάθισε δίπλα της στην αρχή, διστακτικά. Μπορούσε να νιώσει τη ζεστασιά του σώματός της μέσα στη νυχτερινή δροσιά του δάσους. Ο νεαρός βοηθός του μυλωνά είχε καθίσει δίπλα της, ακόμη λίγο διστακτικός. Όμως η Τανγκ-Σου δεν είχε καμία βιασύνη. Υπήρχε στον τρόπο που κινούνταν μια ήρεμη βεβαιότητα, σαν να γνώριζε καλά πώς να οδηγεί μια τέτοια νύχτα. Τον κοίταξε με μάτια που έμοιαζαν να διαβάζουν πιο βαθιά απ’ ό,τι θα ήθελε να δείξει. «Πώς και σε άφησαν οι στρατολόγοι των Τσινγκ;» του είπε χαμηλόφωνα. Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. Μόνο κατέβασε το βλέμμα, κι αυτό της ήταν αρκετό. «Αλλά και οι δυο δραπέτες είμαστε», συνέχισε εκείνη, με μια σχεδόν παιχνιδιάρικη θλίψη στη φωνή της. «Εσύ των Τσινγκ… και εγώ των αφεντάδων.»

   Άπλωσε το χέρι της και τον θώπευσε αλαφρά στο μπράτσο, νιώθοντας τη σφιχτή δύναμη κάτω από το δέρμα του. Έμεινε για λίγο έτσι, σαν να ζύγιζε όχι μόνο το σώμα του, αλλά και τη μοίρα του. «Στο νερόμυλο έρχονται πολλές γυναίκες. Πολύς κόσμος», είπε έπειτα, πιο σοβαρά. «Κάποιος θα μιλήσει για σένα… είτε άθελά του, είτε από πρόθεση.»

   Εκείνος σήκωσε το βλέμμα του, αυτή τη φορά με προσοχή. «Είσαι νέος και δυνατός», συνέχισε. «Κι αυτό είναι πιο επικίνδυνο απ’ όσο νομίζεις. Μάθε να κρύβεις τα χρόνια σου… και τη δύναμή σου.» Πλησίασε λίγο πιο κοντά του, σαν να του εμπιστευόταν κάποιο μυστικό «Αν θέλεις να με ακούσεις… κάνε ότι κουτσαίνεις όταν έρχεται κόσμος. Πες ότι έχεις πόνους στη μέση. Μην σηκώνεις τόσο εύκολα τα σακιά. Πιο λίγα κάθε φορά, και δείχνε στο πρόσωπο ότι πονάς μόλις τα σηκώνεις.» Στα μάτια της δεν υπήρχε ίχνος αστεϊσμού. «Θα σε ξεχάσουν έτσι. Κανείς δεν ψάχνει για ανθρώπους με προβλήματα.»

   Σταμάτησε για μια ανάσα και πέρασε τα δάχτυλά της απαλά από τον ώμο του προς το στήθος του, σαν να χάραζε επάνω του τη συμβουλή της. «Και όταν επιστρέψεις στο μύλο… πες ότι έπεσες και χτύπησες. Ότι έπεσες από το άλογο. Κάν’ το πιστευτό.» Το βλέμμα της σκλήρυνε για πρώτη φορά. «Ούτε ο μυλωνάς, ο Χουάνγκ Λιν δεν πρέπει να ξέρει την αλήθεια.» Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά, γεμάτη από όσα δεν λέγονταν. «Οι στρατολόγοι θα ξαναγυρίσουν», ψιθύρισε τελικά. «Και τότε… θα είναι αργά. Και για σένα…» Έκανε μια μικρή παύση και τον κοίταξε με εκείνο το γνώριμο, αδιόρατο χαμόγελο. «…και για μένα, που δεν θα αλέθει τα σακιά μου ένας νέος άνδρας.»

   Ο νεαρός δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα αχνό χαμόγελο, παρ’ όλο το βάρος των λόγων της. Και αυτή τη φορά, όταν έγειρε λίγο προς το μέρος της, δεν υπήρχε πια η ίδια αμηχανία, μόνο μια σιωπηλή συμφωνία.

    Τον τράβηξε πάλι κοντά της και τα χείλη της βρήκαν τα δικά του. Το φιλί της ήταν ζεστό και αποφασιστικό, μα όχι βιαστικό. Το ένα της χέρι γλίστρησε στον ώμο του και από εκεί κατέβηκε αργά στο μπράτσο του, σαν να εξερευνούσε τη δύναμή του. «Δυνατός…» ψιθύρισε ξανά, περισσότερο σαν σκέψη παρά σαν λόγια. Τον τράβηξε απότομα κοντά της. Τα χείλη της βρήκαν τώρα τα δικά του με μια δύναμη που τον αιφνιδίασε. Τον φίλησε βαθιά, επίμονα, σαν να είχε πάρει απόφαση από καιρό. Ο νεαρός δεν αντιστάθηκε.

   Το άπλυτο και ιδρωμένο σώμα του βρήκε καταφύγιο πάνω στο γεμάτο, ζεστό σώμα της Τανγκ-Σου. Εκείνη τον κράτησε κοντά της, τα δυνατά της χέρια γύρω από τους ώμους του. Το σώμα της ήταν σαν στρώμα ζεστό μέσα στη νύχτα, μα και σαν πρόκληση που τον τραβούσε βαθύτερα. Ίσως ήθελε να τον ξεκουράσει. Ίσως, όμως, ήθελε να τον κουράσει πολύ περισσότερο απ’ όσο τον είχε κουράσει η δουλειά της ημέρας.

    Ο νεαρός ένιωσε τα δάχτυλά της να κινούνται πάνω στο σώμα του με έναν τρόπο που δεν είχε ξανανιώσει. Δεν ήταν απλώς χάδι· ήταν σαν καθοδήγηση. Η Τανγκ-Σου μετακινούσε απαλά το σώμα της, άλλοτε πλησιάζοντας κι άλλοτε απομακρυνόμενη ελάχιστα, σαν να έβρισκε κάθε φορά την πιο άνετη θέση μέσα στη νύχτα.

   Παρόλο που το σώμα της ήταν γεμάτο και δυνατό, υπήρχε μια απροσδόκητη ευλυγισία στις κινήσεις της. Γύριζε πότε στο πλάι, πότε ανάσκελα, πότε μισοσηκωνόταν για να τον κοιτάξει στα μάτια. Κάθε μετατόπιση γινόταν με φυσικότητα, σαν να ήξερε από παλιά πώς να ταιριάξει δύο σώματα μέσα στον ίδιο ρυθμό.

   Ο νεαρός βοηθός εκείνη τη νύχτα μάθαινε πράγματα για το γυναικείο σώμα που ποτέ δεν είχε φανταστεί. Η Τανγκ-Σου δεν βιαζόταν. Όταν τον ένιωθε να κινείται πιο γρήγορα, εκείνη χαμήλωνε τον ρυθμό, τον κρατούσε κοντά της, σαν να ήθελε να απλώσει τη στιγμή μέσα στον χρόνο. Με τα χέρια της στους ώμους του τον καθοδηγούσε απαλά. «Σιγά…» ψιθύρισε κάποια στιγμή με ένα χαμόγελο. «Η νύχτα είναι μεγάλη.»

    Το φεγγάρι περνούσε ανάμεσα από τα κλαδιά και έριχνε φως στα μαλλιά της, που είχαν απλωθεί γύρω τους σαν σκοτεινό κύμα. Μερικές φορές γύριζε το σώμα της με μια απροσδόκητη ευκολία, σαν χορεύτρια που αλλάζει βήμα χωρίς να διακόπτει τον χορό. Ο νεαρός ένιωθε ότι εκείνη οδηγούσε τη νύχτα όπως ένας έμπειρος βαρκάρης οδηγεί τη βάρκα του στο ποτάμι: άλλοτε αφήνοντας το ρεύμα να τον πάρει, άλλοτε κρατώντας απαλά το τιμόνι. Από μακριά ακουγόταν ακόμη αχνά το ποτάμι του νερόμυλου.

   Οι σκιές των φύλλων κινούνταν πάνω στα σώματά τους, και το φεγγάρι, ψηλά στον ουρανό, φαινόταν να παρακολουθεί σιωπηλά τη μακριά εκείνη νύχτα κάτω από τις κερασιές.

   Μόλις κόπασε η ένταση της νύχτας και το δάσος ξαναβρήκε τη σιωπή του, η Τανγκ-Σου σηκώθηκε αργά, χωρίς να τον ταράξει. Για λίγο τον κοίταξε όπως ήταν ξαπλωμένος, το στήθος του ανέβαινε και κατέβαινε βαριά, τα μάτια του μισόκλειστα, το σώμα του ακόμη ζεστό από τον κόπο και την επιθυμία. Πλησίασε τον ξύλινο κάδο που είχε φέρει νωρίτερα, γεμάτο νερό από το ποτάμι. Βούτηξε μέσα ένα καθαρό ύφασμα, το έστυψε προσεκτικά και γύρισε κοντά του. Γονάτισε δίπλα του και άρχισε να περνά απαλά το ύφασμα πάνω από τους ώμους του, αργά, σχεδόν τελετουργικά. Δεν υπήρχε βιασύνη στις κινήσεις της. Καθώς καθάριζε τον ιδρώτα από το δέρμα του, τον δικό του και τον δικό της, ένιωθε σαν να αφαιρούσε κάτι περισσότερο από την κούραση. Σαν να έσβηνε από πάνω του τα ίχνη μιας ζωής. Τα δάχτυλά της ακολούθησαν τη γραμμή των μπράτσων του, τη δύναμη που κρυβόταν εκεί, τη νεότητα που ακόμη δεν είχε φθαρεί. Τόσο νέος… σκέφτηκε. Και ήδη κυνηγημένος.

   Έσκυψε λίγο πιο κοντά, περνώντας το ύφασμα στο στήθος του, εκεί όπου η αναπνοή του είχε αρχίσει να γίνεται πιο ήρεμη. Το πρόσωπό του είχε μαλακώσει τώρα· είχε αφεθεί στα χέρια της χωρίς αντίσταση, σαν να της εμπιστευόταν κάτι βαθύτερο από το σώμα του. Για μια στιγμή, η καρδιά της σφίχτηκε. Πόσο άδικο είναι… πέρασε από το μυαλό της. Να μην τον είχε ούτε για λίγες νύχτες ακόμη.

   Συνέχισε να τον πλένει, όπως μια μάνα πλένει το παιδί της, με εκείνη τη φροντίδα που δεν ζητά αντάλλαγμα. Και ταυτόχρονα, με μια άλλη, πιο βαριά αίσθηση, σαν πιστή σύζυγος που ετοιμάζει τον άνδρα της για το τελευταίο του ταξίδι. Όχι γιατί εκείνος ήταν νεκρός, αλλά γιατί ήξερε πως αυτό που υπήρχε ανάμεσά τους είχε ήδη αρχίσει να ανήκει στο παρελθόν. Οι δρόμοι τους δεν ενώνονταν. Το ήξερε από την αρχή.

   Καθάρισε τα χέρια του, τις παλάμες του που είχαν μάθει να κουβαλούν βάρη. Ύστερα κατέβηκε στα πόδια του, τα έπλυνε προσεκτικά, αφαιρώντας τη σκόνη και τον ιδρώτα της ημέρας και της νύχτας. Όταν τελείωσε, άφησε το ύφασμα στην άκρη και τον κοίταξε. Ήταν ήρεμος τώρα. Ένα αδιόρατο χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της, μα τα μάτια της είχαν βαρύνει.

   Αυτό είναι, σκέφτηκε. Ένα νυχτερινό δώρο. Τίποτε παραπάνω… και τίποτε λιγότερο. Άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε απαλά τα μαλλιά του, σαν να ήθελε να αποτυπώσει τη μορφή του στη μνήμη της. Θα φύγω. Κι εκείνος θα μείνει. Ή θα φύγει κι αυτός, προς άλλη κατεύθυνση. Έσφιξε για λίγο τα χείλη της. Η ζωή της ήταν δρόμος. Πάντα ήταν. Είχε περάσει από τόπους και τόπους, είχε σταθεί για λίγο και είχε φύγει ξανά, χωρίς να κρατήσει τίποτα ή έτσι πίστευε. Μα υπήρχαν κάποιες στάσεις που άξιζαν περισσότερο από άλλες. Στιγμές που δεν κρατιούνταν με τα χέρια, αλλά έμεναν μέσα της, πεισματικά ζωντανές. Έσκυψε και άφησε ένα ελαφρύ άγγιγμα στον ώμο του. Θα ξανάρθω, υποσχέθηκε σιωπηλά, χωρίς να ξέρει αν το εννοούσε για εκείνον ή για τον εαυτό της. Γιατί πάντα επέστρεφε. Σε τόπους, σε μνήμες, σε ανθρώπους ή έστω σε ό,τι είχε απομείνει από αυτούς. Και αν αυτή η νύχτα δεν μπορούσε να γίνει ζωή, μπορούσε τουλάχιστον να είναι κάτι που θα άξιζε να θυμάται.

   Η ζωή είχε πάρει παράξενη τροπή για τον νεαρό βοηθό του μυλωνά. Μόλις λίγες ημέρες πριν είχε απολυθεί από την πλούσια εργοδότριά του, τη γεροντοκόρη Λιάν-Χουά. Ήξερε πως δεν έπρεπε να τη συναντήσει ξανά· έτσι ήταν οι κανόνες του κόσμου της. Κι όμως δεν ένιωθε κακία απέναντί της. Η γυναίκα τον είχε πληρώσει γενναιόδωρα για τη δουλειά του, και για τις μακριές ώρες της ημέρας αλλά αλλά και για εκείνες τις σιωπηλές νύχτες που τον κρατούσε στο μεγάλο της σπίτι.

   Η Λιάν-Χουά ανήκε στον κόσμο του πλούτου και της τάξης. Όλα γύρω της ήταν καθαρά, αρωματισμένα, προσεκτικά τακτοποιημένα. Ακόμη και οι στιγμές της οικειότητας μαζί της έμοιαζαν με τελετουργία, ήρεμες, συγκρατημένες, σχεδόν προγραμματισμένες. Τα χέρια της ήταν απαλά σαν μετάξι, οι κινήσεις της προσεκτικές, σαν να φοβόταν μήπως χαλάσει την τάξη που είχε μάθει να κρατά σε κάθε πράγμα της ζωής της.

   Ο νεαρός τότε δεν ήξερε τίποτε άλλο. Πίστευε πως έτσι ήταν η εγγύτητα ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα, μια ήσυχη συνάντηση μέσα σε κλειστά δωμάτια, κάτω από βαριά υφάσματα και μυρωδιές από θυμίαμα.

   Όμως τώρα, μέσα στο δάσος των κερασιών, δίπλα στην Τανγκ-Σου, όλα ήταν διαφορετικά. Η γυναίκα της γης δεν είχε τίποτα από εκείνη τη συγκρατημένη κομψότητα. Το σώμα της ήταν ζεστό, δυνατό, γεμάτο από την εργασία των χωραφιών και του ήλιου. Δεν υπήρχε τίποτα τεχνητό στον τρόπο που τον άγγιζε. Οι κινήσεις της είχαν τη φυσικότητα του νερού που κυλά στο ποτάμι.

   Εκεί που η Λιάν-Χουά κρατούσε απόσταση ακόμη και μέσα στην εγγύτητα, η Τανγκ-Σου τον τραβούσε κοντά της με μια αφοπλιστική αμεσότητα. Εκεί που η πλούσια γυναίκα μιλούσε χαμηλόφωνα και συγκρατημένα, η χωριανή γελούσε, τον κοίταζε κατάματα, τον άγγιζε χωρίς δισταγμό. Και πάνω απ’ όλα υπήρχε εκείνη η ζεστασιά, μια αληθινή θέρμη σωμάτων, σαν φωτιά που ανάβει χωρίς να χρειάζεται προσάναμμα.

   Ο νεαρός ένιωθε πως, μέχρι εκείνη τη νύχτα, είχε γνωρίσει μονάχα τη ραφιναρισμένη συσκευασία ενός πράγματος. Με την Τανγκ-Σου ανακάλυπτε την ίδια τη φωτιά του. Από το μεγάλο σπίτι της πλούσιας Λιάν-Χουά, όπου όλα ήταν διευθετημένα προσεκτικά με απόλυτη ακρίβεια, είχε βρεθεί σε ένα μικρό στρώμα από κουβέρτες πάνω στο χώμα του δάσους.

   Η νύχτα συνέχιζε να απλώνεται γύρω τους, ήσυχη και βαθιά, σαν να ήθελε να κρατήσει για λίγο ακόμη εκείνη τη στιγμή ανάμεσα στον κόσμο της πολυτέλειας που είχε αφήσει πίσω του και στον απλό, ζεστό κόσμο της γης που τώρα τον τύλιγε και δεν ήθελε να τον αφήσει, που ήθελε να τον εισάγει βαθειά μέσα της.

   Χάραζε αργά, σαν να δίσταζε το φως να πατήσει πάνω στη γη που είχε συνηθίσει τον φόβο. Η υγρασία της νύχτας δεν είχε ακόμη φύγει, και μια λεπτή ομίχλη απλωνόταν πάνω από τα χωράφια του ρυζιού, εκεί όπου άλλοτε ακούγονταν γέλια νέων ανδρών και τώρα επικρατούσε μια παράξενη σιωπή. Η Τανγκ-Σου σηκώθηκε από τα ανακατωμένα στρωσίδια, το άχυρο ακόμη ζεστό από τα σώματά τους. Έσκυψε προς τον ξύλινο κάδο και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της. Το νερό ήταν κρύο. Για μια στιγμή ένιωσε σαν να της έκοβε την ανάσα, σαν να τη γύριζε πίσω σε χρόνια που το πρόσωπό της δεν κουβαλούσε τόσες χαρακιές. Όμως καθώς σήκωσε το κεφάλι, το φως που δειλά απλωνόταν αποκάλυψε κάθε ρυτίδα πιο έντονα. Όχι μόνο τα χρόνια αλλά και όσα είχε δει.

   Ο νεαρός βοηθός του μυλωνά ξύπνησε κι αυτός. Τεντώθηκε σιωπηλά. Στάθηκε όρθιος. Ήταν δυνατός, γερός, ακριβώς ό,τι ζητούσαν οι άνδρες που περνούσαν από τα χωριά με καταλόγους και διαταγές.

   «Μην ξεχάσεις», του είπε η ώριμη γυναίκα, χωρίς να τον κοιτάζει στην αρχή. Η φωνή της ήταν χαμηλή, σταθερή, σαν να είχε πει τα ίδια λόγια πολλές φορές, σε πολλούς που δεν γύρισαν ποτέ. Γύρισε τότε προς το μέρος του. «Όταν επιστρέψεις, θα πεις ότι έπεσες από το άλογο και το πόδι σου πονάει. Όχι σήμερα μόνο. Πάντα. Θα λες πως είναι παλιό τραύμα. Πως σε προδίδει όταν κουράζεσαι. Όταν υπάρχουν άλλοι γύρω, θα κουτσαίνεις. Όχι πολύ, τόσο όσο να φαίνεται αληθινό.»

   Έκανε ένα βήμα προς το μέρος του, τα μάτια της καρφωμένα επάνω του. «Οι στρατολογητές δεν θέλουν άνδρες που σκέφτονται. Θέλουν πόδια. Πόδια που περπατούν χωρίς να σταματούν. Ένας που σέρνεται, τους βαραίνει.»

   Ο νεαρός δεν μίλησε.  «Αν κάποιος σου δείξει ενδιαφέρον, μην τον πιστέψεις. Αυτοί που χαμογελούν περισσότερο, είναι εκείνοι που πρέπει να φοβάσαι.» Σταμάτησε για λίγο, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να συνεχίσει. «Και οι κοπέλες στο μύλο…» είπε τελικά, με μια σχεδόν πικρή ειρωνεία. «Θα σε κοιτούν αλλιώς. Μερικές θα φύγουν. Άφησέ τες. Εκείνη που θα μείνει… ίσως να αξίζει περισσότερο.» Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της. «Δεν αγαπούν εύκολα οι γυναίκες τους κουτσούς. Λες και στο κρεβάτι έχει αυτό σημασία. Αλλά έτσι είναι ο κόσμος. Να το θυμάσαι. Όσο καλύτερα θα προσποιείσαι, τόσο περισσότερο χρόνο θα αγοράζεις.»

   Ο νεαρός γύρισε χωρίς λέξη και περπάτησε προς το άλογό του. Τα βήματά του ήταν σταθερά στην αρχή, ύστερα άρχισε να δοκιμάζει. Ένα ελαφρύ σύρσιμο. Μια μικρή παύση. Ένα βάρος που μεταφερόταν άνισα. Ξαναδοκίμασε. Καλύτερα. Δεν είπε τίποτα. Δεν χρειαζόταν.

   Η Τανγκ-Σου τον κοίταζε καθώς απομακρυνόταν. Το φως τώρα είχε δυναμώσει αρκετά για να δείξει τα άδεια χωράφια γύρω. Δεν είχαν μείνει πολλοί νέοι της ηλικίας του στα κοντινά χωριά. Οι περισσότεροι είχαν φύγει — όχι από επιλογή. Αναρωτήθηκε πώς είχε καταφέρει να ξεφύγει τόσο καιρό. Τότε της ήρθε στο μυαλό ο μικρός γιος του Μα Σιούν. Είχε χαθεί πριν μήνες. Χωρίς ίχνος. Χωρίς εξήγηση. Σαν να τον είχε καταπιεί η γη ή να τον είχε σβήσει κάποιος από τον κόσμο.

   «Γιούν-Τσεν!» φώναξε ξαφνικά. Ο νεαρός ετοιμαζόταν να ανέβει στο άλογό του. Γύρισε αργά. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν για μια τελευταία φορά. «Ποτέ μην γυρίσεις όταν ακούσεις αυτό το όνομα ξανά», του είπε. «Σε ψάχνουν.»

   Δεν υπήρχε τρόμος στη φωνή της. Μόνο βεβαιότητα. Ο Γιούν-Τσεν δεν απάντησε. Ανέβηκε στο άλογο και ξεκίνησε, αυτή τη φορά χωρίς να κοιτάξει πίσω. Η Τανγκ-Σου έμεινε ακίνητη μέχρι που εκείνος χάθηκε μέσα στην ομίχλη.

   Τόσο καιρό είχε δουλέψει στα χωράφια των Μα, κάτω από τον ήλιο και τη λάσπη, με το σώμα της να φθείρεται όπως το χώμα που όργωνε. Και τώρα η τύχη, ή ίσως κάτι πιο σκοτεινό της είχε φέρει έναν από αυτούς, να δουλέψει τόσο σκληρά την περασμένη νύχτα για εκείνη. Και αυτή ήταν η μεγαλύτερή της ικανοποίηση όλα αυτά τα χρόνια για τους κόπους της στα χωράφια των Μα. Όσα και να της χρωστούσαν, τα είχαν ξεπληρώσει.

 

 

 

η παιχνιδιάρα Τσενγκ-Λι σταματά τα παιχνίδια

    Η ζεστασιά της ημέρας έμενε ακόμη παγιδευμένη στις πέτρες του νερόμυλου και στα χθεσινά γέλια των γυναικών. Το νερό συνέχιζε να κυλά αργά, γυρίζοντας τον τροχό με τον ίδιο ατάραχο ρυθμό, σαν να μην άκουγε ούτε κουβέντες ούτε υπονοούμενα. Μα η Τσενγκ-Λι, που τη χθεσινή μέρα γελούσε πιο δυνατά απ’ όλες, δεν είχε πάρει μαζί της αυτή την ελαφρότητα όταν έφυγε. Το επόμενο πρωί, και ακόμη περισσότερο την επόμενη μέρα, η σκέψη της γύριζε ξανά και ξανά στον μυλωνά, τον Χουάνγκ Λιν.

    Δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε πειράξει έναν άντρα. Ούτε η πρώτη που είχε δοκιμάσει τη γοητεία της σαν παιχνίδι. Ήξερε καλά το βλέμμα που άλλαζε, τη φωνή που μαλάκωνε, το χαμόγελο που υποσχόταν κάτι αόριστο. Αυτά ήταν τα σημάδια που πάντα την επιβεβαίωναν, σαν μικρές νίκες σε έναν κόσμο που αλλιώς κυλούσε μονότονα. Κι όμως, εκείνη τη μέρα στον μύλο, κάτι είχε ξεφύγει από τον κανόνα. Ο Χουάνγκ Λιν δεν είχε αντιδράσει όπως οι άλλοι. Δεν είχε κοκκινίσει, δεν είχε γελάσει με τρόπο που να κρύβει αμηχανία, ούτε της είχε αφήσει εκείνη τη μικρή χαραμάδα που πάντα άφηναν οι άντρες,  ένα ίχνος πιθανότητας για κάτι περισσότερο. Οι απαντήσεις του ήταν ήρεμες, καθαρές, σχεδόν… αδιάφορες. Και αυτή η αδιαφορία ήταν που την είχε ταράξει.

   Καθισμένη τώρα έξω από το σπίτι της, με τα χέρια της ακουμπισμένα στα γόνατα, προσπαθούσε να θυμηθεί κάθε του λέξη. «Το αλεύρι είναι για να ζυμώνονται ψωμιά, όχι για καρδιές που δεν είναι έτοιμες.» Τότε είχε γελάσει. Όλες είχαν γελάσει. Μα τώρα η φράση αυτή έμοιαζε να έχει άλλο βάρος. Ήταν πράγματι απόρριψη; Ή μήπως ήταν κάτι που δεν είχε καταλάβει; Ίσως… ίσως να μην μπορούσε να της μιλήσει ανοιχτά μπροστά στις άλλες. Ίσως να υπήρχαν πράγματα που δεν λέγονταν εύκολα, όχι σε έναν χώρο γεμάτο μάτια και αυτιά. Ίσως η σιωπή του να ήταν μια διαφορετική μορφή απάντησης.

   Κι όμως… Η Τσενγκ-Λι ήξερε καλά τους άντρες, τουλάχιστον τις αντιδράσεις τους. Ήξερε πότε προσποιούνταν και πότε επιθυμούσαν. Και ο Χουάνγκ Λιν δεν είχε δείξει τίποτα από τα δύο. Αυτό ήταν που την μπέρδευε περισσότερο. Για πρώτη φορά, δεν ένιωθε ότι είχε τον έλεγχο σε αυτό το παιχνιδιάρικο παιγνίδι πειρασμών.

   Σηκώθηκε απότομα, σαν να ήθελε να ξεφύγει από τις ίδιες της τις σκέψεις, και περπάτησε λίγα βήματα μπροστά. Ο αέρας κουνούσε απαλά τα δέντρα, κι εκείνη θυμήθηκε το νερόμυλο, τη μυρωδιά του αλευριού, τα γέλια των γυναικών, το ήρεμο βλέμμα του μυλωνά. «Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να μην παίζει;» ψιθύρισε σχεδόν άθελά της. Γιατί για εκείνη, όλα ήταν παιχνίδι μέχρι τώρα. Τα βλέμματα, τα λόγια, τα μισά χαμόγελα. Πλησίαζε, απομακρυνόταν, άφηνε πίσω της ίχνη και μετά τα έσβηνε.

   Τώρα ένιωθε σαν να είχε σταματήσει μπροστά σε κάτι που δεν μπορούσε να διαβάσει. Ίσως για πρώτη φορά, δεν ήθελε απλώς να παίξει. Η σκέψη αυτή την τρόμαξε λίγο.

   Η Τσενγκ-Λι καθόταν κάτω από τη σκιά μιας μουριάς, με ένα κομμάτι ύφασμα στα χέρια της που υποτίθεται πως έραβε, μα η βελόνα της είχε μείνει ακίνητη. Το βλέμμα της ήταν χαμένο κάπου ανάμεσα στον δρόμο και στις σκέψεις της. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε έλξη για έναν άντρα μεγαλύτερό της. Αντίθετα, αυτό ήταν σχεδόν κανόνας. Οι νεαροί… της φαίνονταν εύκολοι. Πολύ εύκολοι. Ένα χαμόγελο, μια ματιά λίγο πιο παρατεταμένη, μια λέξη ειπωμένη με μισό τόνο πείραγμα, και ήδη τους είχε κερδίσει. Ήξερε πότε θα γελάσουν, πότε θα κομπιάσουν, πότε θα προσπαθήσουν να φανούν πιο θαρραλέοι απ’ όσο ήταν. Ήταν σαν να έπαιζε ένα παιχνίδι που το είχε μάθει απ’ έξω. Και ακριβώς γι’ αυτό… την άφηναν αδιάφορη. Δεν υπήρχε τίποτα να ανακαλύψει εκεί.

   Αντίθετα, οι μεγαλύτεροι άντρες είχαν κάτι που δεν μπορούσε να αγγίξει τόσο εύκολα.
Μια απόσταση. Μια σιωπή. Ένα βάθος που δεν αποκαλυπτόταν με ένα χαμόγελο. Κι αυτό την τραβούσε. Όμως τώρα, για πρώτη φορά, αναρωτιόταν. Τι ήταν στ’ αλήθεια αυτό που ζητούσε;

   Έσφιξε ελαφρά το ύφασμα στα χέρια της. Ήθελε κάποιον να τη σταματήσει; Η σκέψη ήρθε απότομα και την έκανε να ανασηκώσει το κεφάλι της. Να της πει «αρκετά». Να μη γελάσει με τα πειράγματά της. Να μην υποχωρήσει. Ήθελε κάποιον που να μην την αφήνει να φεύγει όπως πάντα;

   Η καρδιά της χτύπησε λίγο πιο δυνατά. Μήπως… δεν ήταν απλώς παιχνίδι για εκείνη;
Μήπως τόσα χρόνια δοκίμαζε τα όρια χωρίς ποτέ να βρίσκει κάποιον που να τα κρατήσει; Σηκώθηκε αργά και άρχισε να περπατά χωρίς προορισμό. «Όχι…» μουρμούρισε μέσα της. «Δεν είναι μόνο αυτό.» Δεν ήθελε έναν αυστηρό δάσκαλο.
Ούτε έναν πατέρα να τη μαλώνει.
Ούτε έναν κριτή που θα της έδειχνε τα λάθη της σαν να ήταν παιδί. Αυτό θα την έκανε να αντιδράσει. Να φύγει. Να γελάσει ειρωνικά και να κλείσει την πόρτα πίσω της. Αυτό που την τραβούσε… ήταν κάτι πιο δύσκολο να το πει. Ήθελε κάποιον που να στέκεται απέναντί της χωρίς να μετακινείται. Που να μην παρασύρεται, αλλά και να μην την απορρίπτει από αδυναμία ή φόβο. Κάποιον που δεν θα γινόταν πιόνι της. Και τότε το κατάλαβε. Δεν ήταν ότι πίστευε πως μόνο ένας έμπειρος άντρας μπορούσε να την ελέγξει. Ίσως, σκέφτηκε, δεν ήθελε κάποιον να την ελέγξει.

Ίσως ήθελε κάποιον που να μην χρειάζεται να την ελέγξει για να μην τη χάσει.

   Έμεινε για λίγο ακίνητη. Ύστερα, σχεδόν ασυναίσθητα, το βλέμμα της στράφηκε ξανά προς τον δρόμο του μύλου. Και αυτή τη φορά δεν υπήρχε μόνο περιέργεια μέσα της. Υπήρχε κάτι πιο ήσυχο. Πιο σοβαρό. Σαν να είχε αρχίσει, χωρίς να το καταλάβει, να αφήνει πίσω της το παιχνίδι, όχι επειδή κάποιος της το πήρε… αλλά επειδή δεν της αρκούσε πια.

   Έστρεψε το βλέμμα της προς τον δρόμο που οδηγούσε στον μύλο. Το νερό θα κυλούσε ακόμη. Ο τροχός θα γύριζε. Και ο Χουάνγκ Λιν θα ήταν εκεί, ήρεμος, σιωπηλός, αμετακίνητος. Η Τσενγκ-Λι δίστασε για μια στιγμή. Ύστερα χαμογέλασε ελαφρά, όχι με εκείνο το γνωστό, παιχνιδιάρικο χαμόγελο, αλλά με κάτι πιο συγκρατημένο, σχεδόν σκεπτικό. «Ας δούμε,» είπε χαμηλόφωνα, «αν αυτό είναι παιχνίδι… ή κάτι άλλο.» Και χωρίς να το καταλάβει πλήρως ούτε η ίδια, είχε ήδη αποφασίσει πως θα ξαναπήγαινε στο νερόμυλο.

 

 

 

ο μυλωνάς Χουάνγκ Λιν… από τη Γιν-Τσόου  

    Πολύ πριν ο νερόμυλος γίνει το ήσυχο καταφύγιο του Χουάνγκ Λιν, πριν οι γυναίκες των χωριών γεμίσουν τον χώρο με γέλια και ψιθύρους, πριν ακόμη το όνομά του συνδεθεί με τον αργό, σταθερό ρυθμό του νερού, υπήρχε ένας άλλος άνθρωπος. Όχι απλώς διαφορετικός. Σχεδόν αγνώριστος.

   Τότε ζούσε στην πόλη Γιν-Τσόου. Ήταν μια πόλη ζωντανή, γεμάτη φώτα, φωνές, εμπόριο και ίντριγκα. Οι δρόμοι της δεν κοιμούνταν ποτέ πραγματικά· τη μέρα έσφυζαν από εμπόρους και πελάτες, και τη νύχτα από μουσικές, γέλια και συμφωνίες που κλείνονταν πίσω από κλειστές πόρτες. Εκεί, ανάμεσα σε καπνό, μετάξια και νομίσματα που άλλαζαν χέρια με ταχύτητα, ο Χουάνγκ Λιν ήταν γνωστός. Όχι ως μυλωνάς. Αλλά ως άνθρωπος της κίνησης και του χρήματος.   Ασχολείτο με το εμπόριο σιτηρών και μεταφορών. Οργάνωνε αποστολές, διαπραγματευόταν τιμές, έκλεινε συμφωνίες πριν καν οι άλλοι προλάβουν να σκεφτούν. Ήταν γρήγορος στο μυαλό, αιχμηρός στη γλώσσα και απρόβλεπτος στις κινήσεις του. Από τα χέρια του περνούσαν ποσά που άλλοι δεν θα έβλεπαν σε ολόκληρη τη ζωή τους. Και όμως, δεν τα κρατούσε. Το χρήμα για εκείνον ήταν ρεύμα, ερχόταν και έφευγε. Δεν τον ενδιέφερε να το συσσωρεύει. Τον ενδιέφερε να κινείται μαζί του.

   Ήταν άνθρωπος που γελούσε δυνατά, που μιλούσε έντονα, που ζούσε χωρίς όρια. Οι φίλοι του τον ακολουθούσαν, οι αντίπαλοί του τον φοβόντουσαν, και οι γυναίκες… δεν έμεναν ποτέ αδιάφορες. Στους δρόμους και στους οίκους της πόλης, το όνομά του κυκλοφορούσε μαζί με ψιθύρους και βλέμματα. Όπου εμφανιζόταν, τα μάτια στρέφονταν προς το μέρος του, όχι μόνο για την εμφάνισή του ή για το θάρρος που εξέπεμπε, αλλά για εκείνη τη σπάνια αίσθηση πως τίποτα δεν τον κρατούσε, πως μπορούσε να δώσει και να πάρει χωρίς μέτρο.

   Οι γυναίκες των τεϊοποτειών, εκείνες που ζούσαν μέσα στη νύχτα και γνώριζαν καλά την αξία της γοητείας και του χρήματος, τον ξεχώριζαν αμέσως. Δεν ήταν ένας ακόμη πελάτης· ήταν ευκαιρία, πρόκληση, λάφυρο. Ανταγωνίζονταν μεταξύ τους σιωπηλά και φανερά. Ποιά θα τον κάνει να μείνει περισσότερο; Ποια θα τον κάνει να επιστρέψει; Ποια θα τον πείσει να ξοδέψει όχι μόνο χρήματα, αλλά και προσοχή;

   Άλλες γελούσαν πιο δυνατά όταν περνούσε. Άλλες χαμήλωναν τη φωνή τους, σαν να μιλούσαν μόνο για εκείνον. Κάποιες τον άγγιζαν δήθεν τυχαία. Κάποιες άλλες κρατούσαν απόσταση αλλά χωρίς να πάψουν που και που να περνούν το βλέμμα τους από εκείνον, γνωρίζοντας πως η σπανιότητα γεννά επιθυμία. Μα όλες, με τον τρόπο τους, έπαιζαν το ίδιο παιχνίδι. Ποιά θα τον κλέψει από τις άλλες. Ποιά θα τον κρατήσει έστω για μια νύχτα παραπάνω. Ποιά θα γίνει εκείνη που δεν θα την ξεχάσει.

   Και ο Χουάνγκ Λιν… δεν ανήκε σε καμία. Περνούσε από κοντά τους σαν άνεμος. Άφηνε πίσω του γέλια, νομίσματα, υποσχέσεις που ποτέ δεν διατύπωνε καθαρά. Έδινε απλόχερα, χωρίς να μετρά, και αυτό έκανε την παρουσία του ακόμη πιο επικίνδυνη· γιατί δεν υπήρχε τρόπος να τον κρατήσουν με όσα εκείνες και αν του πρόσφεραν. Για εκείνον, ήταν νύχτες. Για εκείνες, ήταν ευκαιρίες.

   Μέχρι που εμφανίστηκε εκείνη που δεν προσπάθησε να τον κρατήσει με τον ίδιο τρόπο. Και τότε… το παιχνίδι άλλαξε. Μόνο εκείνη τον είχε σταματήσει. Η Τζιν-Γιν. Το όνομά της σήμαινε «Χρυσός και Ασήμι», και δεν ήταν τυχαίο. Ήταν παλλακίδα σε έναν από τους οίκους της πόλης, μα δεν έμοιαζε με τις άλλες. Δεν πουλούσε απλώς συντροφιά. Πουλούσε προσοχή, επιθυμία, υπόσχεση. Ήξερε να διαβάζει τους άντρες, να τους δίνει αυτό που ήθελαν πριν καν το ζητήσουν. Και πάνω απ’ όλα… ήξερε να επιλέγει.

   Όταν γνώρισε τον Χουάνγκ Λιν, είδε σε εκείνον κάτι που άξιζε να επενδύσει. Κι εκείνος, που μέχρι τότε δεν είχε σταματήσει ποτέ για κανέναν, σταμάτησε για εκείνη. Της έδινε χρήματα χωρίς να μετρά. Της αγόραζε υφάσματα, κοσμήματα, της άνοιγε δρόμους. Κι εκείνη, με τη σειρά της, του έδινε αυτό που εκείνος δεν είχε ζητήσει ποτέ συνειδητά, την ψευδαίσθηση πως κάποια του ανήκε.

   «Αν με αφήσεις, θα πεθάνω», του είχε πει κάποτε, ακουμπώντας το κεφάλι της στον ώμο του. Και εκείνος την είχε πιστέψει.

   Ύστερα ήρθαν οι Τσινγκ και άλλαξαν τα πάντα. Η εξουσία μετατοπίστηκε, οι παλιοί άρχοντες έχασαν έδαφος, και νέοι άντρες, πιο πρόθυμοι να υπηρετήσουν το νέο καθεστώς, ανέβαιναν γρήγορα. Η πόλη Γιν-Τσόου δεν έμεινε ανεπηρέαστη. Οι συμφωνίες έγιναν πιο επικίνδυνες. Τα πρόσωπα πιο σκληρά. Το χρήμα άρχισε να συγκεντρώνεται αλλού.

   Η Τζιν-Γιν το κατάλαβε νωρίς. Πολύ νωρίτερα από τον Χουάνγκ Λιν. Εκείνος ακόμη πίστευε πως μπορούσε να κινηθεί όπως πριν, να βρει δρόμους, να προσαρμοστεί, να παραμείνει στο παιχνίδι. Εκείνη όμως… δεν έπαιζε πια. Επέλεγε. Και η επιλογή της ήταν ένας νέος τοπικός άρχοντας, άνθρωπος των Τσινγκ, με εξουσία, στρατιώτες και πλούτο που δεν κινδύνευε. Η μετάβαση έγινε σχεδόν αθόρυβα.

   Μια μέρα, η Τζιν-Γιν δεν τον περίμενε. Την επόμενη, δεν του απαντούσε. Και λίγο αργότερα… δεν υπήρχε πια για εκείνον. Ο Χουάνγκ Λιν δεν το δέχτηκε αμέσως. Την αναζήτησε. Την περίμενε. Ρώτησε. Μα η πόλη είχε ήδη αλλάξει. Και ένα βράδυ, σε έναν στενό δρόμο πίσω από τους φωτισμένους οίκους, τρεις άντρες τον περίμεναν. Δεν μίλησαν πολύ. Τα λόγια τους ήταν λίγα και καθαρά. «Δεν υπάρχεις πια εδώ.» Τα χτυπήματα που ακολούθησαν δεν ήταν για να τον σκοτώσουν. Ήταν μετρημένα. Υπολογισμένα. Αρκετά για να πονέσει. Αρκετά για να καταλάβει. «Αν μείνεις,» του είπαν, «το επόμενο μάθημα θα είναι το τελευταίο.»

   Έμεινε στο έδαφος για λίγη ώρα, κοιτάζοντας τον σκοτεινό ουρανό. Και τότε, για πρώτη φορά στη ζωή του… δεν είχε κίνηση να κάνει. Έφυγε από τη Γιν-Τσόου χωρίς να κοιτάξει πίσω. Δεν πήρε σχεδόν τίποτα μαζί του.

Ούτε χρήματα. Ούτε φίλους, αν βέβαια υπήρχαν κάποιοι ακόμη. Ούτε εκείνη. Μόνο τον εαυτό του, κι αυτόν, μισοσπασμένο.

   Ο άνθρωπος που του έδωσε καταφύγιο ήταν ο έμπορος Τσεν Γιουνσάν, ο πατέρας της Λιάν-Χουά. Είχαν συνεργαστεί παλιότερα, όταν οι καιροί ήταν ακόμη σταθεροί. Ο Τσεν Γιουνσάν δεν έκανε πολλές ερωτήσεις. Τον κοίταξε μόνο μία φορά, είδε το πρόσωπό του και κατάλαβε. «Υπάρχει ένα μέρος,» του είπε. «Μακριά από την πόλη. Ανάμεσα σε χωριά. Δεν θα σε ψάξει κανείς εκεί.» Του μίλησε για το Τσιουτζιά. Για τον νερόμυλο ανάμεσα στο Λο Τιανγκ και το Τσιουτζάι.
Για τα γύρω χωριά, το Μπαϊχέ, το Νανσούι, το Γκουανλίν, το Χεϊνγκού και το Σιανγκσάν, που έφερναν εκεί το σιτάρι τους. «Είναι το κέντρο ενός κύκλου,» του είπε. Ο νερόμυλος ανήκε στον Τσεν Γιουνσάν. Θα χρειαζόταν ένα  έμπιστο άνθρωπο να τον δουλέψει.

   Ο Χουάνγκ Λιν δέχθηκε. Ίσως γιατί δεν είχε άλλη επιλογή. Ίσως γιατί, για πρώτη φορά, δεν ήθελε επιλογές. Κι έτσι, ο άνθρωπος που κάποτε ζούσε μέσα στον θόρυβο, βρέθηκε στην καρδιά της σιωπής. Έμαθε να ακούει το νερό. Να μετρά τον χρόνο όχι με χρήματα, αλλά με στροφές του τροχού. Να μιλά λιγότερο. Οι ρυτίδες του βάθυναν, μα το βλέμμα του ηρέμησε. Κανείς στα χωριά δεν ήξερε ποιος ήταν πραγματικά.
Μόνο ότι ήρθε μια μέρα… και έμεινε. Σαν να ρίζωσε εκεί. Άλλωστε τον έβλεπαν για λίγο. Μόλις αλεθόταν το σιτάρι τους, έφευγαν. Και ο Χουάνγκ Λιν δεν ήθελε να καθυστερεί κανέναν με κουβέντες και συζητήσεις. Πάντα έδειχνε να βιάζεται να τελειώσει το επόμενο φορτίο. Άλλωστε είχε τόσο πολύ συζητήσει, διαπραγματευτεί μέχρι τότε στη ζωή του, τί του χρειαζόταν περισσότερο. 


το πείσμα της νεαρής Τσενγκ-Λι

   Πέρασαν λίγες ημέρες μέχρι να φανεί ξανά η Τσενγκ-Λι στον νερόμυλο. Δεν ήρθε με τις άλλες γυναίκες, ούτε κουβαλούσε σακιά όπως εκείνες. Είχε βρει μια πρόφαση. Είπε στη μητέρα της πως το αλεύρι που είχαν πάρει την προηγούμενη φορά ήταν πιο χοντροκομμένο απ’ όσο έπρεπε και πως έπρεπε να ρωτήσει τον μυλωνά αν μπορούσε να το διορθώσει. Ήταν μια δικαιολογία αρκετά καλή για να μην εγείρει ερωτήσεις. Δεν πήγαινε για το αλεύρι. Πήγαινε για τον Χουάνγκ Λιν. Για τον άντρα που δεν την είχε προσέξει.

   Όταν έφτασε, ο νερόμυλος ήταν πιο ήσυχος απ’ όσο τον θυμόταν. Το νερό κυλούσε κανονικά, ο τροχός γύριζε, μα οι φωνές έλειπαν. Μόνο ένας άνθρωπος βρισκόταν εκεί. Ο νεαρός βοηθός. Στεκόταν δίπλα στα σακιά, σκυμμένος, τακτοποιώντας τα με προσοχή. Όταν την είδε, σήκωσε για λίγο το βλέμμα του και της έκανε ένα μικρό νεύμα. Η Τσενγκ-Λι τον πλησίασε. «Ο μυλωνάς;» ρώτησε, προσπαθώντας να κρατήσει τη φωνή της αδιάφορη. «Έφυγε νωρίς το πρωί,» απάντησε εκείνος ήσυχα. «Πήγε προς το Γκουανλίν. Να φέρει σιτάρι από τους αγρότες.» Η φωνή του ήταν χαμηλή, χωρίς περιττές λέξεις. «Και πότε θα γυρίσει;» Ο νεαρός σήκωσε ελαφρά τους ώμους. «Όταν γεμίσουν τα μουλάρια.»

   Η Τσενγκ-Λι τον κοίταξε για λίγο πιο προσεκτικά. Ήταν λιγομίλητος, όπως είχαν πει και οι άλλες, μα τώρα που στεκόταν απέναντί του, πρόσεξε κάτι ακόμη. Το πόδι του. Το έσερνε ελαφρά καθώς μετακινούνταν, σαν κάθε βήμα να είχε ένα μικρό βάρος παραπάνω. Δεν παραπονιόταν, δεν έδειχνε ενόχληση, απλώς συνέχιζε.

«Πώς σε λένε;» τον ρώτησε.

«Λιν Σάο.»

«Δουλεύεις καιρό εδώ;»

«Αρκετά.»

   Οι απαντήσεις του έρχονταν κοφτές, χωρίς διάθεση για κουβέντα. Η Τσενγκ-Λι χαμογέλασε ελαφρά, μα δεν συνέχισε. Δεν είχε έρθει για εκείνον. Πήγε και στάθηκε κοντά στο ξύλινο κιγκλίδωμα, εκεί όπου είχε σταθεί και την προηγούμενη φορά. Και περίμενε.

   Η ώρα περνούσε αργά. Ο ήλιος ανέβαινε, ζέσταινε τις πέτρες, και ο ήχος του νερού γινόταν σχεδόν υπνωτικός. Ο Λιν Σάο συνέχιζε τη δουλειά του σιωπηλά, σαν να μην υπήρχε κανείς άλλος εκεί. Η Τσενγκ-Λι άλλαζε θέση, σταυρώνοντας και ξεσταυρώνοντας τα χέρια της. Κάποιες στιγμές κοίταζε τον δρόμο, άλλες το νερό, άλλες απλώς το κενό. Ο εκνευρισμός άρχισε να ανεβαίνει μέσα της. Γιατί αργούσε εκείνος τόσο; Δεν της άρεσε αυτή η αίσθηση. Μα δεν έφευγε.

   Τελικά, ακούστηκαν κουδούνια. Από μακριά, στην αρχή αμυδρά, και ύστερα πιο καθαρά. Η Τσενγκ-Λι γύρισε απότομα το κεφάλι της. Στον δρόμο εμφανίστηκε ο Χουάνγκ Λιν, οδηγώντας δύο μουλάρια φορτωμένα με σακιά. Περπατούσε σταθερά, με τον ίδιο ήρεμο ρυθμό που είχε και στον μύλο, σαν να μην υπήρχε καμία βιασύνη στον κόσμο. Η καρδιά της χτύπησε λίγο πιο δυνατά. Τον είδε να πλησιάζει, να περνά την είσοδο, να σταματά τα ζώα. Και… να μην την κοιτάζει.

   «Λιν Σάο,» είπε απλά ο μυλωνάς στο βοηθό του, «ξεφόρτωμα.» Ο νεαρός έγνεψε και πλησίασε. Και οι δυο τους άρχισαν να κατεβάζουν τα σακιά. Η Τσενγκ-Λι έμεινε εκεί. Περίμενε. Ένα βλέμμα. Μια λέξη. Ένα «ήρθες». Τίποτα. Ο Χουάνγκ Λιν σήκωνε, κατέβαζε, στοίβαζε. Μιλούσε μόνο όταν χρειαζόταν. Η προσοχή του ήταν ολόκληρη στη δουλειά. Ο εκνευρισμός της έγινε πιο έντονος. Στα σακιά; σκέφτηκε. Στα σακιά πρώτα; Έσφιξε τα χείλη της.

   Όταν έφτασαν στο τελευταίο σακί, η υπομονή της είχε σχεδόν εξαντληθεί. Και τότε, χωρίς να το σκεφτεί πολύ, κινήθηκε. Πλησίασε γρήγορα, έπιασε το σακί την ίδια στιγμή που το κρατούσε ο Χουάνγκ Λιν, και το τράβηξε απότομα προς το μέρος της, περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Το σακί γλίστρησε, χτύπησε στο πλάι και άνοιξε ελαφρά. Μια λεπτή γραμμή αλευριού χύθηκε στο έδαφος. Ο Χουάνγκ Λιν σταμάτησε. Για πρώτη φορά από τότε που είχε επιστρέψει, σήκωσε το βλέμμα του κατευθείαν πάνω της. Η Τσενγκ-Λι στεκόταν απέναντί του, με το χέρι ακόμη στο σακί, την ανάσα της λίγο πιο γρήγορη.

   «Φαίνεται,» είπε, με ένα χαμόγελο που έκρυβε περισσότερα απ’ όσα έδειχνε, «πως το αλεύρι σου θέλει προσοχή.» Μια στιγμή σιωπής απλώθηκε ανάμεσά τους. Το νερό συνέχισε να κυλά. Και αυτή τη φορά… εκείνος δεν γύρισε αμέσως το βλέμμα του αλλού.

   Ο Χουάνγκ Λιν κοίταξε το σκισμένο σακί, ύστερα το λεπτό αυλάκι από αλεύρι στο χώμα, και τέλος τη νεαρή κοπέλα που στεκόταν απέναντί του με βλέμμα πεισματικό. Έσκυψε, έπιασε το σακί και το ανασήκωσε με προσοχή, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. «Το αλεύρι,» είπε ήρεμα, «πάντα βρίσκει τρόπο να ξεφεύγει αν το τραβήξεις απότομα.» Ύστερα σήκωσε το βλέμμα του πάνω της. Αυτή τη φορά, δεν υπήρχε αδιαφορία μέσα του, μόνο μια ήρεμη παρατήρηση.

   Η Τσενγκ-Λι έσφιξε ελαφρά τα χείλη της. «Δεν ήρθα εδώ για να σε ξεγελάσω,» είπε, με μια ένταση που δεν ταίριαζε με την υποτιθέμενη αφορμή της. «Ούτε για να κερδίσω περισσότερα απ’ όσα μου οφείλεις.»

   Ο Χουάνγκ Λιν χαμογέλασε. Ήταν ένα χαμόγελο ήσυχο, σχεδόν ανεπαίσθητο, μα μέσα του υπήρχε μια σκιά διασκέδασης. Όχι ειρωνείας. Κάτι πιο μαλακό. Λίγο η ένταση της φωνής της, λίγο εκείνη η νεανική της χροιά που ακόμη δεν είχε βρει το βάθος της ωριμότητας… τον έκανε να τη δει όχι σαν αντίπαλο στο παιχνίδι, αλλά σαν κάτι πιο απλό. Κάποια που ακόμη δοκίμαζε τον κόσμο.

   «Αν δεν ήρθες για να πάρεις περισσότερα,» της είπε, «τότε μάλλον ήρθες για να αφήσεις κάτι.» Έκανε μια μικρή παύση, και μετά, με ελαφρώς παιγνιώδη διάθεση τη ρώτησε: «Και πώς θα πατσίσουμε τη διαφορά;»

   Η Τσενγκ-Λι σήκωσε το πηγούνι της, σαν να περίμενε αυτή την ερώτηση. Σκέφτηκε για μια στιγμή ή τουλάχιστον έτσι φάνηκε.

«Θα μπορούσα,» είπε αργά, «να σου φέρω κάτι καλύτερο την επόμενη φορά.»

«Καλύτερο από αλεύρι;» ρώτησε εκείνος.

«Κάτι που δεν ζυμώνεται,» απάντησε εκείνη, με μια μικρή σπίθα στο βλέμμα.

   Ο Χουάνγκ Λιν την κοίταξε για λίγο, χωρίς να απαντήσει αμέσως. Ύστερα έγνεψε ελαφρά προς τα σακιά. «Οι λογαριασμοί του μύλου είναι πιο απλοί,» είπε. «Δίνεις σιτάρι, παίρνεις αλεύρι.»

   Εκείνη δεν μετακινήθηκε. Ούτε έκανε κίνηση να πάρει το σακί που της είχε ήδη χαρίσει. Η σιωπή της ήταν πιο εύγλωττη από οποιαδήποτε λέξη.

   Ο Χουάνγκ Λιν το πρόσεξε. «Θα σε περιμένουν οι γονείς σου,» της είπε ήρεμα.

   Η Τσενγκ-Λι χαμογέλασε ελαφρά, αυτή τη φορά με κάτι πιο σταθερό. «Η μάνα μου ξέρει πού είμαι,» απάντησε. «Και αν με κοροϊδέψεις… θα έρθει εδώ με τα αδέλφια της.»

   Για μια στιγμή, το χαμόγελο του Χουάνγκ Λιν μεγάλωσε. Όχι κοροϊδευτικά. Σαν να άκουγε κάτι που του ήταν γνώριμο από παλιά — μα και μακρινό. «Εσένα δεν σε κοροϊδεύει κανείς,» της είπε. «Ούτε χρειάζεται.» Έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε, πιο ήρεμα: «Πες στη μάνα σου να μην ανησυχεί.»

   Η Τσενγκ-Λι τον κοίταξε προσεκτικά. Κάτι είχε αλλάξει. Δεν ήταν πια ο ίδιος τοίχος που είχε συναντήσει την πρώτη φορά. Υπήρχε… μια μικρή χαραμάδα. Και αυτό της έφτανε. Έκανε ένα βήμα πιο κοντά. «Κι εσύ;» τον ρώτησε. «Δεν ανησυχείς;»

   «Για τι πράγμα;»

   «Για το ποια στέκεται τόση ώρα στον μύλο σου χωρίς να φεύγει.»

   Ο Χουάνγκ Λιν την κοίταξε ήρεμα. «Αν ήθελες να φύγεις,» είπε, «θα είχες φύγει.»

   Η Τσενγκ-Λι χαμογέλασε. Αυτή τη φορά, το χαμόγελό της δεν ήταν πρόκληση. Ήταν… αναγνώριση. «Και αν δεν θέλω;»

   Ο Χουάνγκ Λιν σήκωσε ελαφρά τους ώμους. «Τότε,» είπε, «θα πρέπει να βρεις έναν λόγο να μείνεις που να μην είναι το αλεύρι.»

   Η Τσενγκ-Λι έμεινε για λίγο σιωπηλή. Ύστερα, με μια πιο χαμηλή φωνή απάντησε: «Ίσως τον ψάχνω.»

   Ο μυλωνάς την κοίταξε χωρίς να βιαστεί να απαντήσει. Και για πρώτη φορά… δεν φαινόταν να θέλει να τελειώσει γρήγορα αυτή τη συζήτηση. Ο Χουάνγκ Λιν την παρατηρούσε χωρίς να το δείχνει φανερά. Όχι μόνο τα λόγια της. Παρατηρούσε το πρόσωπό της, τις μικρές αλλαγές στο βλέμμα της, τον τρόπο που στεκόταν, πότε έγερνε ελαφρά μπροστά και πότε κρατιόταν πίσω, σαν να ζύγιζε κάθε της κίνηση.

   «Περίεργο,» της είπε σκουπίζοντας τα χέρια του από το αλεύρι. «Όλοι όσοι έρχονται εδώ βιάζονται να φύγουν… κι εσύ δεν βιάζεσαι καθόλου.» Έγειρε ελαφρά το κεφάλι του, σαν να δοκίμαζε μια σκέψη. «Θα σου αρέσει το μέρος.»

   Η Τσενγκ-Λι δεν δίστασε. «Όχι μόνο το μέρος.»

   Το βλέμμα του χαμήλωσε για μια στιγμή στα χέρια της, δεν έπαιζαν νευρικά όπως πριν. Είχαν σταθεροποιηθεί. «Θα σου αρέσει τότε ο ήχος του νερού.»

    «Όχι μόνο το νερό.»

   Μια ανεπαίσθητη σκιά χαμόγελου πέρασε από τα χείλη του. «Θα σου αρέσει η ρόδα που γυρίζει… και σε κάνει να ξεχνάς τον χρόνο.»

   Η Τσενγκ-Λι έκανε ένα μικρό βήμα προς το μέρος του. «Όχι μόνο αυτό.»

   Τώρα την κοίταξε πιο προσεκτικά. Το βλέμμα της δεν ήταν πια μόνο παιχνιδιάρικο, υπήρχε μέσα του επιμονή. «Θα σου αρέσει τότε να διακόπτεις τους ανθρώπους από τη δουλειά τους.»

«Όχι μόνο αυτό.»

   Έγειρε ελαφρά προς τα πίσω, σταυρώνοντας για μια στιγμή τα χέρια του. «Θα σου αρέσει να βρίσκεις δικαιολογίες για να απομακρύνεσαι από το χωριό σου.»

   Η Τσενγκ-Λι χαμογέλασε λίγο πιο φανερά. «Όχι μόνο αυτό.»

   «Θα σου αρέσει να μετράς τα σακιά… να υπολογίζεις σε πόσο χρόνο ο μύλος θα τα αλέσει.»

   «Όχι μόνο αυτό.»

   Ο Χουάνγκ Λιν άφησε μια μικρή ανάσα, σχεδόν σαν γέλιο που δεν βγήκε. «Θα σου αρέσει να συναντάς κόσμο.»

   «Όχι μόνο αυτό.»

   «Να διαπραγματεύεσαι.»

   «Όχι μόνο αυτό.»

   Τώρα τα μάτια του στένεψαν ελαφρά, όχι από καχυποψία, αλλά από ενδιαφέρον. Έψαχνε πίσω από τις λέξεις της. «Θα σου αρέσει να προκαλείς ερωτήματα.»

   Η Τσενγκ-Λι δεν απάντησε αμέσως. Έγειρε λίγο το κεφάλι της, σαν να απολάμβανε το παιχνίδι. «Όχι μόνο αυτό.»

   Ο Χουάνγκ Λιν άλλαξε ελαφρά τόνο. «Θα σου αρέσει τότε να μιλάς με ώριμους άντρες.»

   Το βλέμμα της δεν έσπασε. «Όχι μόνο αυτό.»

   Την κοίταξε πιο βαθιά τώρα. Προσπαθούσε να δει αν πίσω από την επιμονή υπήρχε επίγνωση ή απλώς πείσμα. «Ναι… αλλά πρόσεξε. Οι μεγάλοι άντρες δεν είναι σαν τα νεαρά αγόρια.»

   Η απάντησή της ήρθε γρήγορα. «Δεν με νοιάζει.»

   Για μια στιγμή, ο Χουάνγκ Λιν έμεινε σιωπηλός. Τα μάτια του πέρασαν από το πρόσωπό της στους ώμους της, στον τρόπο που στεκόταν, εκείνη δεν είχε υποχωρήσει ούτε ένα βήμα. «Σου αρέσει τότε να μεγαλώνεις απότομα;»

   Η Τσενγκ-Λι πήρε μια πιο ήρεμη ανάσα. «Ίσως.»

   Η λέξη αυτή τον έκανε να χαμογελάσει λίγο πιο καθαρά. «Ναι… αλλά έχεις σκεφτεί αν είσαι έτοιμη;»

   Εκείνη τον κοίταξε χωρίς να αποφύγει το βλέμμα του. «Το έχω σκεφτεί.»

   Ο Χουάνγκ Λιν έγνεψε αργά, σαν να δεχόταν την απάντηση, αλλά όχι ολοκληρωτικά. «Ε, τότε… μια άλλη μέρα θα έρθεις να μου πεις την απάντηση.» Χωρίς να προσθέσει κάτι άλλο, πήρε το σακί που της είχε χαρίσει και το φόρτωσε στο γαϊδουράκι της με κινήσεις σίγουρες. Ύστερα γύρισε προς εκείνη. Για μια στιγμή δίστασε ή ίσως απλώς υπολόγισε την κίνηση. Έπειτα την έπιασε από τη μέση με τα δυνατά, σκληραγωγημένα χέρια του και την ανέβασε πάνω στο ζώο με ευκολία, σαν να μην ζύγιζε τίποτα.

   Η Τσενγκ-Λι ένιωσε τη δύναμή του όχι βίαιη, όχι επιδεικτική, αλλά σταθερή. Για μια στιγμή δεν μίλησε. Ο Χουάνγκ Λιν χάιδεψε απαλά τον λαιμό του ζώου. «Πήγαινε,» του είπε χαμηλόφωνα. Το γαϊδουράκι ξεκίνησε αργά τον δρόμο.

   Η Τσενγκ-Λι γύρισε το κεφάλι της προς τα πίσω. Το βλέμμα της τον βρήκε ξανά. «Θα ξανάρθω,» του φώναξε.

   Ο Χουάνγκ Λιν στάθηκε ακίνητος, με ένα ήρεμο χαμόγελο. «Όταν θα έχεις βρει την απάντηση,» της είπε, «τότε θα σε περιμένουμε.»

   Το νερό συνέχιζε να κυλά, η ρόδα να γυρίζει. Και αυτή τη φορά… ούτε εκείνος ούτε εκείνη ένιωθαν πως ήταν απλώς ένα παιχνίδι.

 

 

 

 

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Ζ

 

 

η πηγή της αλήθειας

   Στα χρόνια πριν σβηστούν τα μονοπάτια γύρω από το Λο Τζιάνγκ, οι παλαιότεροι μιλούσαν για μια πηγή που δεν είχε τότε όνομα. Έλεγαν πως δεν χρειαζόταν γιατί όσοι την ήξεραν, δεν την ονόμαζαν, και όσοι τη μνημόνευαν, το έκαναν χαμηλόφωνα.

   Ώσπου έγινε εκείνο το πράγμα που έδωσε στο νερό μνήμη και όνομα. Δύο αδέλφια ζούσαν στο ίδιο σπίτι. Ο μεγαλύτερος είχε πάρει γυναίκα από καλό σπιτικό· ήταν άνθρωπος σταθερός, δεμένος με τη γη και τις συνήθειες. Ο μικρότερος, αντίθετα, δεν στεκόταν πουθενά. Ανήσυχος, με βλέμμα που πάντα ζητούσε κάτι πέρα από όσα είχε.

   Λένε πως πρώτα γεννήθηκε η επιθυμία. Ο μικρότερος άρχισε να κοιτά τη γυναίκα του αδελφού του. Στην αρχή κρυφά. Ύστερα λιγότερο κρυφά. Και εκείνη… δεν γύρισε το βλέμμα της. Δεν ξέρει κανείς ποιος έκανε το πρώτο βήμα. Άλλωστε τί σημασία έχει; Ξέρουν μόνο το τέλος.

   Ένα βράδυ, μακριά από τα μάτια του χωριού, ο μικρότερος σκότωσε τον αδελφό του. Όχι σε έκρηξη οργής, αλλά σαν να έκλεινε έναν δρόμο για να ανοίξει έναν άλλον. Και μετά… πήρε τη θέση του. Όχι μόνο στο σπίτι. Αλλά και στο κρεβάτι. Σε εκείνες τις στιγμές του ιλίγγου δεν μιλούσαν. Δεν το ομολογούσαν ούτε μεταξύ τους. Πως είχε θαφτεί ο ένας για να χαίρεται την γυναίκα του ο άλλος. Μα κάθε φορά, κάτι τους τραβούσε πιο βαθιά, όχι μόνο ο ένας προς τον άλλον, αλλά προς ένα μέρος που είχαν πρωτοξεκινήσει την ανομία τους, εκείνη τη θερμή πηγή, τη μικρή λιμνούλα μέσα στα βράχια. Κρυμμένη μέσα σε χαράδρα, με τον ατμό να στέκεται χαμηλά σαν πέπλο και το νερό να ανασαίνει αργά, σαν να περίμενε.

   Εκεί πήγαιναν για να μην τους δει κανείς. Για να μην τους ακούσει. Για να μην τους κρίνει. Εκεί σχεδίασαν μέσα στο θερμό νερό και την θερμότητα του πάθους τους, τον φόνο. Εκεί θέλησαν να πάνε για να ξεπλυθούν από τις ενοχές τους. Εκεί θέλησαν να πάνε για να ανανεώσουν τον έρωτά τους, τώρα που δεν υπήρχε πια κανείς ανάμεσά τους. Στην αρχή στάθηκαν στην άκρη.
Μετά έβγαλαν τα ρούχα τους. Και μπήκαν. Το νερό ήταν ζεστό, πιο ζεστό απ’ όσο έπρεπε. Μα όχι τόσο ώστε να πονά. Αντίθετα, τους τύλιγε, τους μαλάκωνε, σαν να τους δεχόταν. Είπαν, ο καθένας μέσα του, πως δεν έφταιγαν. Πως αυτό που έγινε ήταν αναπόφευκτο. Πως η ζωή απλώς διόρθωσε μια πορεία που ήταν λάθος από την αρχή. Εκείνοι απλά βοήθησαν. Δεν έφταιγαν αυτοί αν τα σώματά τους ταίριαζαν. Και το νερό… τους άκουσε. Ο ατμός πύκνωσε. Η θερμότητα ανέβηκε, αργά, σχεδόν τρυφερά.

   Λένε πως τότε η γυναίκα άρχισε να κλαίει.
Όχι για τον νεκρό — αλλά για κάτι που δεν μπορούσε πια να κρύψει ούτε από τον εαυτό της. Και ο μικρότερος, για πρώτη φορά, ένιωσε το βλέμμα του δολοφονημένου αδελφού του σαν να τον κοιτούσε μέσα από το νερό.

   Το νερό ανέβηκε στο στήθος τους. Στον λαιμό τους. Και τότε κατάλαβαν. Η πηγή δεν ζητούσε λόγια. Δεν δεχόταν ιστορίες. Δεν άκουγε αυτό που έλεγαν, αλλά αυτό που ήταν. Η θερμότητα τους τύλιξε πιο σφιχτά. Όχι σαν χάδι πια, αλλά σαν μέγγενη. Προσπάθησαν να βγουν. Μα το έδαφος είχε μαλακώσει κάτω από τα πόδια τους και εκείνα βυθίζονταν μέσα του. Σαν να τους τραβούσε. Οι ατμοί κάλυψαν τα πάντα. Και όταν το θερμό νέφος καθάρισε… εκείνοι δεν ήταν πια εκεί.

   Από τότε αυτοί που γνωρίζουν την ονομάζουν Η πηγή της αλήθειας. Γιατί λένε πως το θερμό νερό ξεχωρίζει. Ξέρει ποιος έρχεται με αλήθεια και ποιος με ψέμα. Και σε όσους δεν μετανοούν πραγματικά, δεν δίνει λύτρωση. Δίνει μόνο βάθος.

Και τους κρατά.

 

 

 

οι παραισθήσεις της Τανγκ-Σου στην πηγή

   Στους λόφους έξω από το Λο Τζιάνγκ, εκεί όπου τα μονοπάτια δεν ήταν ποτέ σταθερά και η γη άλλαζε σχήμα από τις βροχές και τα χρόνια, η Τανγκ-Σου δεν σκόπευε να πάει πουθενά ιδιαίτερα εκείνο το πρωινό. Η νύχτα που είχε προηγηθεί ακόμα ζεμάτιζε μέσα της. Ο νεαρός βοηθός του μυλωνά, με χέρια άγουρα αλλά πρόθυμα, είχε μείνει πάνω της σαν ανάμνηση ζωντανή. Τώρα, καθώς καθόταν πάνω στο γαϊδουράκι της, το σώμα της ήταν ήρεμο, μα όχι άδειο. Το ζώο ξεστράτισε μόνο του από το μονοπάτι, τραβώντας προς τα χαμηλά, εκεί όπου η βλάστηση γινόταν πιο πυκνή και η γη πιο υγρή. Η Τανγκ-Σου δεν αντέδρασε αμέσως. Είχε μάθει να αφήνει τα πράγματα να την οδηγούν — και πολλές φορές αυτό την είχε πάει εκεί που έπρεπε.

Μόνο όταν ο αέρας άλλαξε, όταν έγινε βαρύτερος, πιο θερμός, και μια αχνή μυρωδιά θείου άγγιξε τη μύτη της, κατέβηκε. Ο γάιδαρος προχώρησε λίγο ακόμα και στάθηκε. Μπροστά τους, κρυμμένη μέσα σε μια χαμηλή χαράδρα, η πηγή ανέπνεε.

   Ο ατμός δεν ανέβαινε ψηλά, έμενε χαμηλά, τυλίγοντας το νερό σαν πέπλο. Το έδαφος γύρω ήταν υγρό, ζεστό. Η Τανγκ-Σου δεν δίστασε πολύ. Έβγαλε τα ρούχα της αργά, χωρίς ντροπή, σαν να ανταποκρινόταν σε κάτι που ήδη την περίμενε. Το σώμα της, ώριμο, γεμάτο, με τις καμπύλες μιας γυναίκας που είχε ζήσει και είχε δοθεί, γυάλισε για μια στιγμή στον υγρό αέρα. Και μπήκε.

   Το νερό την αγκάλιασε αμέσως. Όχι απλώς ζεστό, αλλά ζωντανό, στροβιλίστηκε γύρω από τους αστραγάλους της, ανέβηκε στις γάμπες, στους μηρούς, σαν να την αναγνώριζε. Σαν να ήξερε ήδη το σχήμα της. Έκλεισε τα μάτια. Η ανάσα της βάθυνε. Μια θαλπωρή και θωπεία πρωτόγνωρη της πρόσφερε γλυκειά ηδονή, ηδονή που την έκανε να έχει παραδοθεί ολότελα. 

   Και τότε… άρχισαν. Πρώτα ο νεαρός της νύχτας.
Το πρόσωπό του, κοντά της, γεμάτο επιθυμία και αμηχανία. Τα χέρια του πάνω της σαν προέκταση των δικών της αισθήσεων.

  Ύστερα άλλος… πιο πίσω, πιο θολός, σαν ψίθυρος μνήμης. Ο πρώτος της έρωτας — η ανάμνηση του σώματός της όταν ακόμα δεν ήξερε πώς να δίνεται, μόνο πώς να ανοίγεται, να παραδίδεται στον χρόνο και στη ζεστασιά της αίσθησης. Εκείνος. Ο άρχοντας Λιου Γκουανγκ-Γιν. Το βλέμμα του, βαρύ και σίγουρο, όπως τότε που την είχε διαλέξει· τα δώρα του, τα υφάσματα, τα κοσμήματα, η προστασία που ποτέ δεν ήταν δωρεάν· η φωνή του, ο τόνος που καθόριζε τη ζωή της. Και μαζί με αυτόν, η εντολή του, η απόφαση, η συμφωνία που την είχε δέσει με τον σύζυγό της, σαν μεταβίβαση, σαν υποχρεωτική υπηρεσία, κάτι σαν μόνιμη μίσθωση χωραφιού.

   Ο άντρας της εμφανίστηκε μετά, λεπτός, σχεδόν διάφανος, με μάτια που την κοιτούσαν σαν να γνώριζαν ότι ποτέ δεν τον είχε δεχθεί η καρδιά της. Τον είχε ξεγελάσει με ψέμματα: πως δεν ήθελε, πως αν ήταν στο χέρι της, ποτέ δεν θα δεχόταν τα χάδια του Λιου Γκουανγκ-Γιν. Μα οι δικοί της την είχαν παραχωρήσει· αντάλλαγμα για τα χωράφια που τους είχε αφήσει να καλλιεργούν, και εκείνος την πίστεψε. Και για όσα είχε προσφέρει στον άρχοντα, τόσο διστακτική και απρόθυμη ήταν να προσφέρει στον ίδιο· έλεγε πως δεν είχε ξανακάνει κάτι τέτοιο. Άλλο αν το νεανικό της κορμί συστρεφόταν και θέρμαινε τα βράδυα τα γερασμένα μέλη του άρχοντα.

   Και ύστερα… πλήθος σώματα. χέρια, αναπνοές. Άντρες που την είχαν ποθήσει, που την είχαν αγγίξει, που την είχαν κρατήσει έστω και για μια νύχτα. Η θερμότητα ανέβαινε. Το σώμα της άρχισε να αλλάζει. Ένιωσε το δέρμα της να μαλακώνει, να λιώνει σχεδόν, όχι με πόνο, αλλά με μια παράξενη ευχαρίστηση. Σαν να γινόταν πιο δεκτική, πιο ανοιχτή. Οι καμπύλες της διαλύονταν και ξανασχηματίζονταν, κάθε φορά διαφορετικές, άλλοτε νεανικές, άλλοτε βαριές, άλλοτε ξένες. Τα χέρια της… δεν ήταν πια δικά της.
Έμοιαζαν να γίνονται περισσότερα. Να αγγίζουν και να αγγίζονται ταυτόχρονα. Το στήθος της ανέβαινε και έπεφτε σαν να ανέπνεε κάποιος άλλος μέσα της. Το νερό την τύλιξε πιο σφιχτά. Σαν να την ήθελε. Σαν να την αναγνώριζε ως κάτι που του ανήκε.

   Για μια στιγμή, μόνο μία, σκέφτηκε να μείνει.
Να αφήσει το σώμα της να διαλυθεί τελείως, να γίνει μέρος αυτού του θερμού, αέναου αγγίγματος. Μα κάτι μέσα της αντιστάθηκε. Ίσως πείσμα. Ίσως φόβος. Ίσως η μνήμη του εαυτού της πριν γίνει όλα αυτά. Άνοιξε τα μάτια απότομα. Το νερό ήταν πιο ψηλά απ’ όσο θυμόταν. Ο ατμός  τώρα πιο πυκνός. Και η θερμότητα… σχεδόν ασφυκτική.

   Με κόπο, σαν να τραβούσε τον εαυτό της μέσα από λάσπη, με το σώμα της να τρέμει και την ψυχή της να μοιάζει να διαστέλλεται και να συμπιέζεται ταυτόχρονα, κατάφερε να συρθεί έξω. Το έδαφος ήταν ψυχρότερο ή ίσως εκείνη καιγόταν ακόμα. Με τα χέρια, με τα γόνατα, προχώρησε μέχρι που έφτασε δίπλα στο γαϊδουράκι της. Το ζώο την περίμενε ακίνητο, σαν να μην είχε κουνηθεί καθόλου. Ακούμπησε το κεφάλι της στα πόδια του. Η ανάσα της ήταν βαριά, η θερμότητα έκαιγε ακόμα μέσα της σαν φλόγα που δεν μπορεί να σβήσει. Τα μάτια της μισόκλειστα. Και για μια στιγμή ακόμα, μέσα από τον ατμό που έβγαινε από το ίδιο της το δέρμα, δεν ήξερε αν είχε βγει στ’ αλήθεια ή αν ένα μέρος της είχε μείνει πίσω, μέσα στο νερό που δεν ξεχνούσε.

 

 

 

μια γυναίκα περιμένει καρτερικά να λουστεί

   Μακριά από τους δρόμους των εμπόρων και τις φωνές των αγορών, κρυμμένη ανάμεσα σε πυκνά δάση από μπαμπού, υπήρχε αυτή η λίμνη που δεν ανήκε ούτε στους ανθρώπους ούτε στους θεούς ή ίσως σε κανέναν από τους δύο.

   Το νερό της ανέβλυζε ζεστό, σχεδόν καυτό, και αχνιστά νέφη σκέπαζαν την επιφάνειά της σαν πέπλο. Όσοι γνώριζαν το μονοπάτι έφταναν εκεί κρυφά, με καρδιές βαριές από ελπίδα ή απόγνωση. Άλλοι έλεγαν πως θεράπευε το σώμα. Άλλοι ψιθύριζαν πως έδειχνε πρόσωπα αγαπημένα, χαμένα στον χρόνο, τόσο ζωντανά που μπορούσες σχεδόν να τα αγγίξεις. Μα υπήρχαν κι εκείνοι που δεν γύρισαν ποτέ, γιατί πιο βαθιά, εκεί όπου το νερό σκοτείνιαζε, υπήρχε μια καταβόθρα που τραβούσε όποιον τολμούσε να προχωρήσει χωρίς προσοχή.

    Η νεαρή γυναίκα περίμενε κρυμμένη πίσω από τα μπαμπού, κρατώντας την ανάσα της.  Η Τσιού-Γιουέ που είχε πάρει το όνομά της από μια ευχή που δεν είχε ακόμη εκπληρωθεί, κι ίσως ποτέ να μην έπρεπε, είχε ταξιδέψει ώρες πάνω στο γάϊδαρό της από  τη Γκουανγκχάν.

    Η Τανγκ-Σου μόλις είχε φύγει, απομακρυνόμενη αργά πάνω στον γάιδαρό της. Η φιγούρα της χάθηκε μέσα στην ομίχλη του μονοπατιού, και η σιωπή επέστρεψε. Η Τσιού-Γιουέ περίμενε λίγο ακόμα. Τα δάχτυλά της έσφιγγαν το ύφασμα του φορέματός της. Έπειτα, βεβαιώθηκε πως δεν υπήρχε κανείς.

   Είχε φτάσει μέχρι εδώ εξαιτίας μιας γριάς γου, γυναίκας που οι άνθρωποι απέφευγαν να κατονομάσουν φανερά που ζούσε στις παρυφές της πόλης, εκεί όπου τελειώνουν οι δρόμοι και αρχίζουν οι ψίθυροι. «Θα πας μόνη», της είχε πει. «Γυμνή. Θα μπεις στο νερό. Θα βυθίσεις το κεφάλι σου. Και όταν ξαναβγείς, θα κρατήσεις την επιθυμία σου καθαρή. Αν το νερό σε δεχτεί… θα σου δώσει αυτό που ζητάς. Αν όχι… θα πάρει κάτι από σένα.»

   Η Τσιού-Γιουέ θυμόταν καθαρά πότε άρχισε να σπάει μέσα της κάτι που δεν θα ξαναγινόταν ποτέ ολόκληρο. Ήταν το έβδομο έτος του γάμου της. Στο σπίτι τους, στην Γκουανγκχάν, οι εποχές είχαν περάσει ήσυχα, σχεδόν απαρατήρητα. Άνοιξες και κλειστές αυλές, μετάξια στοιβαγμένα σε κιβώτια, ευγενικές σιωπές ανάμεσα σε εκείνη και τον Τσεν Γουέι. Στην αρχή υπήρχε προσμονή. Μετά υπομονή. Ύστερα ψίθυροι. Επτά χρόνια χωρίς παιδί.

   Στην αρχή, εκείνος δεν έλεγε τίποτα. Της έφερνε μικρά δώρα από τα ταξίδια του, της μιλούσε για εμπόρους και ποτάμια. Τα βράδια την άγγιζε με τρυφερότητα που είχε μέσα της ακόμη ελπίδα.

Μετά, άρχισε να λείπει περισσότερο. Κι έπειτα, μια μέρα, επέστρεψε με μια άλλη γυναίκα.

   Η Τσιού-Γιουέ θυμόταν τη στιγμή σαν να είχε χαραχτεί στο δέρμα της. Το κορίτσι στεκόταν λίγο πιο πίσω του, με χαμηλωμένο βλέμμα. Ήταν όμορφη, μα όχι με τρόπο επιδεικτικό. Με εκείνη τη νεότητα που δεν προσπαθεί. Δεκαοχτώ, ίσως δεκαεννιά ετών. Σχεδόν παιδί.

   «Θα μείνει εδώ», είχε πει ο Τσεν Γουέι, χωρίς να την κοιτάξει για πολλή ώρα.

   Η Τσιού-Γιουέ είχε υποκλιθεί ελαφρά. Δεν είχε φωνάξει. Δεν είχε ρωτήσει. Ήξερε ήδη. Ένα χρόνο αργότερα, το παιδί γεννήθηκε. Αγόρι. Θυμόταν ακόμη τον ήχο του πρώτου του κλάματος. Πώς αντήχησε μέσα στο σπίτι, σαν κάτι που της ανήκε και της είχε κλαπεί ταυτόχρονα. Οι υπηρέτες χαμογελούσαν πιο εύκολα. Οι συγγενείς άρχισαν να επισκέπτονται ξανά το σπίτι. Ο Τσεν Γουέι γελούσε, ανοιχτά αυτή τη φορά. Κρατούσε το παιδί στην αγκαλιά του σαν να κρατούσε το μέλλον του.

   Η Τσιού-Γιουέ στεκόταν λίγο πιο πέρα. Πάντα λίγο πιο πέρα. Μπορούσε να ανεχτεί την παρουσία της άλλης γυναίκας. Μπορούσε να ανεχτεί τα χαμηλωμένα βλέμματα, τις ψιθυριστές συνομιλίες πίσω από τις πόρτες. Μα όχι το παιδί. Όχι το γέλιο του. Όχι τον τρόπο που άπλωνε τα μικρά του χέρια προς τον πατέρα του. Όχι τον τρόπο που εκείνος ανταποκρινόταν. Η Τσιού-Γιουέ μπορούσε να ανεχτεί πολλά. Τις σιωπές, τις απουσίες, τις ψεύτικες ευγένειες. Μα όχι αυτό. Όχι το παιδί μιας άλλης γυναίκας να γεμίζει το σπίτι της με ζωή που δεν ήταν δική της.

   Τότε ήταν που άρχισε να ψάχνει. Όχι φανερά. Όχι απελπισμένα, τουλάχιστον στην αρχή.  Ρωτούσε προσεκτικά, άκουγε περισσότερο απ’ όσο μιλούσε. Κάποιοι της μίλησαν για βότανα. Άλλοι για θεραπευτές. Κάποιοι, πιο διστακτικά, για πράγματα που δεν έπρεπε να λέγονται. Και τελικά της είπαν πως στο τέλος της πόλης, εκεί που τα όριά της αρχίζουν να σβήνουν, υπήρχε μια γρια γου. Εκείνη γνώριζε για μια λίμνη με μια πηγή, μια λίμνη που δεν υπήρχε σε κανέναν χάρτη.  

   Η γυναίκα που της μίλησε για εκείνη τη γρια μάγισσα δεν το έκανε εύκολα. Στο τέλος της είπε. Όποιος συγχέει τις δυνάμεις, μπορεί να κερδίζει αλλά μετά πληρώνει βαρύ τίμημα. Η Τσιού-Γιουέ με προφυλάξεις έφτασε στο σπίτι της γριάς γου. Η γριά την έδιωξε την πρώτη φορά. Τη δεύτερη, δεν της άνοιξε καν την πόρτα. Μόνο την τρίτη, όταν η Τσιού-Γιουέ άφησε μπροστά της ένα μικρό πουγκί με σχεδόν όλα της τα χρήματα, η πόρτα άνοιξε.

   Τα μάτια της μαγιολογίστρας ήταν σκοτεινά. «Δεν ζητάς μικρό πράγμα», της είπε. Κι έπειτα της εξήγησε. Το μονοπάτι. Την ώρα. Το νερό. «Γυμνή», της τόνισε. «Χωρίς τίποτα που να σε δένει με τον κόσμο των ανθρώπων. Θα βυθίσεις το κεφάλι σου. Και όταν ξαναβγείς… θα κρατήσεις την επιθυμία σου καθαρή.»

   Η Τσιού-Γιουέ δεν ρώτησε τι θα συνέβαινε αν αποτύγχανε. Ίσως ήδη το ήξερε. Έτσι βρέθηκε εκείνο το πρωινό, κρυμμένη πίσω από τα μπαμπού, να περιμένει να φύγει η άλλη γυναίκα, η Τανγκ-Σου πάνω στον γάιδαρό της. Περίμενε μέχρι που ο ήχος των βημάτων χάθηκε. Μέχρι που έμεινε μόνη. Τότε βγήκε από την κρυψώνα της.

    Η λίμνη άχνιζε μπροστά της, σαν να ανέπνεε. Το νερό της έτρεμε ελαφρά, και τα νέφη ανέβαιναν αργά, κρύβοντας ό,τι υπήρχε πιο πέρα.  Η Τσιού-Γιουέ στάθηκε για μια στιγμή ακόμη στην άκρη της λίμνης. Οι αμφιβολίες δεν είχαν φύγει, αντίθετα, είχαν απλωθεί μέσα της σαν λεπτή ρωγμή. Κι αν ήταν ψέμα; Κι αν είχε ξεπουλήσει ό,τι είχε για έναν μύθο; Κι αν… δεν ήταν για εκείνη;

   Η Τσιού-Γιουέ στάθηκε για λίγο ακίνητη. Έπειτα άρχισε να γδύνεται. Δεν υπήρχε επιστροφή πια. Όχι πραγματικά. Όταν το πόδι της άγγιξε το νερό, ένιωσε τη ζεστασιά να την διαπερνά. Όχι μόνο στο σώμα, βαθύτερα. Σαν κάτι να την αναγνώριζε.  

   Προχώρησε. Κάθε βήμα την έφερνε πιο κοντά σε αυτό που είχε ονομαστεί για εκείνη πριν ακόμη γεννηθεί: μια ευχή. Το νερό έφτασε στη μέση της, στη βουβωνική της χώρα. Και τότε… κάτι άλλαξε. Η ζεστασιά δεν ήταν πια απλώς θερμότητα. Έγινε αφή. Έγινε παρουσία. Σαν να την τύλιγαν απαλά, αόρατα χέρια, όχι εχθρικά, ούτε βιαστικά. Υπομονετικά. Αναγνωριστικά. Όταν το νερό έφτασε στο στήθος της, έκλεισε τα μάτια. Η Τσιού-Γιουέ πήρε μια αργή ανάσα. Και βυθίστηκε.  Το νερό έκλεισε πάνω από το κεφάλι της σαν σιωπηλό πέπλο. Ο κόσμος διαλύθηκε.

  Στο σκοτάδι κάτω από την επιφάνεια, δεν υπήρχε φόβος. Δεν υπήρχε ήχος, μόνο ένας βαθύς, υπόκωφος παλμός, σαν καρδιά που δεν ήταν δική της. Το σώμα της ελάφρυνε. Τα όρια της ύπαρξής της άρχισαν να θολώνουν. Δεν ήξερε αν επέπλεε ή αν βυθιζόταν. Βρισκόταν κάπου ανάμεσα. Όχι ξύπνια. Όχι κοιμισμένη. Όχι ακριβώς ζωντανή όπως πριν. Μια κατάσταση απαλή, σχεδόν γλυκιά, σαν ονειροπόληση που σε κρατά λίγο πριν χαθείς μέσα της.

   Και τότε άρχισαν οι εικόνες. Στην αρχή, θολές. Σκιές που έπαιρναν μορφή. Ένα σπίτι. Το δικό της,  μα διαφορετικό. Φως πιο ζεστό.  Και μέσα… Ένα παιδί. Μικρό. Μαλακό. Ζεστό. Το κρατούσε. Το ένιωθε. Τα «χέρια» του νερού την κρατούσαν τώρα πιο σφιχτά. Όχι για να την τραβήξουν αλλά για να τη στηρίξουν. Να τη λικνίσουν. Σαν να την προετοίμαζαν. Σαν μήτρα. Η Τσιού-Γιουέ δεν ήθελε να φύγει από εκεί.

   Αναδύθηκε αργά. Ο αέρας μπήκε στα πνευμόνια της απότομα, μα ο κόσμος δεν επέστρεψε όπως πριν. Όλα είχαν μια απαλή θολούρα, σαν να τα έβλεπε μέσα από νερό. Οι ήχοι έφταναν καθυστερημένα. Το σώμα της δεν της ανήκε πλήρως. Βρισκόταν ακόμη… ανάμεσα. Χαμογέλασε αμυδρά. «Το θέλω…» ψιθύρισε. «Δώσε μου—» Δεν πρόλαβε να τελειώσει. Ο πρώτος πόνος ήρθε σαν κύμα. Διπλώθηκε στα δύο. Ένα σφίξιμο βαθύ, βίαιο, που ξεκινούσε από τα σωθικά της και απλωνόταν παντού. Δεν ήταν πόνος όπως τον ήξερε. Ήταν πίεση. Ήταν ώθηση. Ένας δεύτερος πόνος. Πιο δυνατός. Η Τσιού-Γιουέ άνοιξε το στόμα της και φώναξε, μια κραυγή που έσκισε τους αχνούς και ανέβηκε ψηλά. Τα πόδια της λύγισαν, μα το νερό την κράτησε όρθια. Τα χέρια του, τα αόρατα χέρια, ήταν ξανά εκεί. Τώρα όχι απαλά. Τώρα την κρατούσαν. Την σταθεροποιούσαν. Την… οδηγούσαν. «Όχι—» ψιθύρισε μέσα από δάκρυα. Ο τρίτος πόνος την διέλυσε. Σπασμοί διέτρεξαν το σώμα της. Η κοιλιά της σφίχτηκε, σαν κάτι να πίεζε από μέσα προς τα έξω. Σαν κάτι να ζητούσε να γεννηθεί. Φώναξε, μα δεν υπήρχε κανείς. Μόνο η λίμνη. Μόνο η ομίχλη. Μόνο εκείνη και… αυτό. Οι ωδίνες ήρθαν η μία μετά την άλλη, αμείλικτες. Το σώμα της λύγιζε, τιναζόταν, άνοιγε χωρίς να ξέρει πώς. Τα δάκρυα ανακατεύονταν με το νερό. Ένιωθε καθαρά πια. Κάτι μέσα της ήθελε να βγει. Κάτι που δεν υπήρχε πριν. Κάτι που το νερό είχε φυτέψει. Η Τσιού-Γιουέ ούρλιαξε. Όχι πια από φόβο. Από τον πόνο της γέννας. Μιας γέννας που δεν ανήκε στον κόσμο των ανθρώπων.

   Η Τσιού-Γιουέ έτρεμε σύγκορμη. Το σώμα της είχε γίνει ξένο, ένα πεδίο όπου κάτι είχε συμβεί χωρίς τη θέλησή της και όμως μέσα από την πιο βαθιά της επιθυμία. Η ανάσα της ερχόταν κοφτή, σπασμένη, καθώς ένιωθε ακόμη εκείνη την πίεση, εκείνη την αδιανόητη ώθηση. Κάτι είχε περάσει μέσα από εκείνη. Κάτι είχε φύγει. Ή είχε δοθεί.

   Το νερό γύρω της δεν έβραζε πια όπως πριν, μα διατηρούσε μια βαριά, επίμονη θερμότητα. Κι όμως, πάνω στο δέρμα της είχαν μείνει ίχνη, όχι πληγές ανοιχτές, αλλά βαθιά αποτυπώματα. Στον λαιμό της, στο στήθος της, στους γοφούς της. Σαν το νερό να είχε δόντια. Σαν να την είχε δαγκώσει για να τη συγκρατήσει, να την κρατήσει εκεί, να την διαπεράσει.

   Ένα ρίγος τη διέτρεξε. Τα δάχτυλά της κινήθηκαν αδύναμα προς τον λαιμό της, μα δεν βρήκαν αίμα. Μια βαριά, βαθιά αίσθηση πως το σώμα της είχε ανοιχτεί πέρα από τα όριά του. Ανάμεσα στους μηρούς της, η υγρασία ήταν πυκνή, σχεδόν αποπνικτική. Το νερό είχε εισχωρήσει βαθιά μέσα της, όχι απλώς σαν στοιχείο, αλλά σαν παρουσία. Σαν να είχε κατοικήσει για λίγο εκεί, σε εκείνη τη σκοτεινή, κρυφή κοιλότητα του σώματός της. Και τώρα… Τώρα αποχωρούσε. Αργά. Σαν να τραβούσε πίσω κάτι από τη δύναμή του. Τα «χέρια» που την είχαν κρατήσει, που την είχαν λικνίσει, που την είχαν σφίξει μέχρι να σπάσει και να ξαναγεννηθεί, χαλάρωναν. Η πίεση υποχωρούσε. Το αγκάλιασμα διαλυόταν μέσα στο νερό. Άφηνε πίσω του σιωπή. Και κάτι άλλο. Μια παράξενη, ήρεμη αναμονή.

   Η Τσιού-Γιουέ δεν είχε ανοίξει ακόμη τα μάτια της. Προσπαθούσε. Μα ήταν σαν τα βλέφαρά της να είχαν βαρύνει από έναν γλυκό λήθαργο. Ένα λήθαργο που την προστάτευε. Σαν μαλακός επίδεσμος απλωμένος πάνω στους πόνους, πάνω στις μελανιές που δεν είχε δει ακόμη, πάνω σε εκείνη την αθέατη φθορά. Η ανάσα της άρχισε να ηρεμεί. Οι σπασμοί είχαν σταματήσει. Το σώμα της, που λίγο πριν είχε γίνει τόπος μάχης, τώρα βυθιζόταν σε μια ήπια, σχεδόν θαλπωρή. Το νερό την κρατούσε ακόμη, μα όχι πια σαν δύναμη που απαιτεί — σαν κάτι που παρηγορεί. Η θερμότητα είχε αλλάξει. Δεν έκαιγε. Θεράπευε.

   Η Τσιού-Γιουέ έμεινε έτσι, μισοβυθισμένη, με τα μάτια κλειστά, ανάμεσα σε δύο κόσμους. Ο εφιάλτης, αν ήταν εφιάλτης, απομακρυνόταν, όχι απότομα, αλλά σαν να ξεθώριαζε, αφήνοντας πίσω του μόνο αίσθηση. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, μέσα σε αυτή τη γλυκιά, σχεδόν αφύσικη γαλήνη… κάτι περίμενε. Ίσως κι εκείνη. Χωρίς ακόμη να τολμά να δει τι είχε απομείνει.

 

 

Λιάνγκ Ζε: το ανθρωπόμορφο ερπετό της λίμνης

   Η λίμνη ησύχασε ξανά, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Μόνο οι ατμοί συνέχισαν να ανεβαίνουν, σιωπηλοί, κρύβοντας τα μυστικά της. Μέσα από τη λίμνη, σιωπηλά, χωρίς τον παραμικρό κυματισμό, κάτι αποσπάστηκε από τη θερμή επιφάνειά της. Ήταν σώμα. Ανδρικό. Γυμνό, γυαλιστερό από το νερό και τον ιδρώτα, βαρύ ακόμη από μια ορμή που μόλις είχε εκτονωθεί. Η ανάσα του ήταν βαθιά, μα ελεγχόμενη. Δεν υπήρχε πανικός στις κινήσεις του, μόνο συνήθεια. Σαν να είχε ξαναγίνει. Σαν να γινόταν πάντα.

   Σύρθηκε αργά προς την άκρη της λίμνης, τα χέρια του σπρώχνοντας απαλά το χώμα χωρίς να αφήνουν ήχο. Το σώμα του έμοιαζε να γνωρίζει το έδαφος, τις ρίζες, τις σκιές. Σηκώθηκε χαμηλά, σχεδόν ερπυστικά, και χάθηκε μέσα στα μπαμπού.

   Η λίμνη έμεινε πάλι ήσυχη. Ο άνδρας λεγόταν Λιάνγκ Ζε. Ο Λιάνγκ Ζε ζούσε στο μικρό χωριό Πινγκλέ, κοντά στο Τσιουτζιά, μέσα σε μια κοιλάδα που σφύζει από ήχους ποταμιών και πουλιών, στους πρόποδες χαμηλών βουνών. Το χωριό ήταν ήσυχο μόνο με την πρώτη ματιά· οι δρόμοι του ήταν στενοί και λιθόστρωτοι, με σπίτια από πέτρα και ξύλο που μοσχοβολούσαν από ζεστή τροφή και καμένο κερί.

   Η καθημερινότητα του Λιάνγκ Ζε ήταν απλή και ρουτινιάρικη: φρόντιζε τη μικρή του έκταση, βοήθαγε στις δουλειές των γύρω χωραφιών, φρόντιζε τα ζώα του και, όταν υπήρχε ανάγκη, μετέφερε αγαθά προς τα γύρω χωριά. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο, σχεδόν αδιάφορο· μιλούσε λίγο, γελούσε σπάνια, και έτσι όλοι τον θεωρούσαν άνθρωπο σταθερό και αξιόπιστο.

   Μα μέσα στην ήρεμη αυτή καθημερινότητα υπήρχαν οι ψίθυροι, οι κρυφές συζητήσεις στις αυλές και τις σκάλες, οι περίεργες σχέσεις μεταξύ των κατοίκων. Οι συγγενείς και οι γείτονες παρακολουθούσαν ο ένας τον άλλο με μια διακριτική, αλλά επίμονη περιέργεια. Υπήρχαν δεσμοί και φιλίες που δεν ήταν πάντα ξεκάθαροι, αγαπημένα πρόσωπα που προκαλούσαν ζήλια ή υποψίες, μυστικά που μεταφέρονταν από στόμα σε στόμα σαν μικρές δηλητηριώδεις σταγόνες. Οι γυναίκες συχνά μιλούσαν χαμηλόφωνα για τους άντρες που τους γύριζαν το μυαλό, οι άντρες παρατηρούσαν σιωπηλά, και τα παιδιά μάθαιναν γρήγορα να διακρίνουν τα βλέμματα και τις σκιές που έκρυβαν αλήθειες.

    Για τον Λιάνγκ Ζε, αυτή η αδιάκοπη παρατήρηση, η ανάγκη να κινείται με προσοχή σε κάθε βήμα, να μην δίνει ποτέ δικαίωμα, να φαίνεται πάντα «καλός άνθρωπος», ήταν ασφυκτική. Ήξερε τα μυστικά όλων, αλλά κανείς δεν ήξερε τα δικά του. Ήξερε πώς να κρύβει τις επιθυμίες του, να τις αφήνει μέσα του χωρίς να φαίνονται, μα το βάρος της συνεχούς επαγρύπνησης, της υποκρισίας, της «ορθότητας» του χωριού τον έκανε να νιώθει φυλακισμένος μέσα στη δική του κοινότητα.

   Ήταν παντρεμένος. Είχε δύο παιδιά. Δούλευε τη γη και, όποτε μπορούσε, βοηθούσε σε μικρές μεταφορές εμπορευμάτων. Μιλούσε λίγο, γελούσε σπάνια, δεν έδινε αφορμές. Η γυναίκα του τον θεωρούσε ήσυχο άνθρωπο. Σταθερό. Προβλέψιμο. Και πράγματι, ήταν. Τουλάχιστον εκεί. Γιατί υπήρχε κι ένα άλλο μέρος της ζωής του. Ένα μέρος που δεν φαινόταν, που δεν άφηνε ίχνη, που δεν χρειαζόταν μάρτυρες. Η λίμνη.

    Η λίμνη, με τον αχνό καπνό που ανέβαινε πάνω από τα νερά της, τα μυστικά και τις παραζαλιστικές ψευδαισθήσεις που προσέφερε, έγινε για εκείνον ένα καταφύγιο. Εκεί μπορούσε να αφήσει την ορμή του, τις επιθυμίες του, χωρίς να τον κατακρίνει κανείς, χωρίς να αφήνει ίχνη. Εκεί ήταν ελεύθερος, και μόνο μετά μπορούσε να επιστρέψει στο σπίτι του, στη γυναίκα του και τα παιδιά του, με την ψευδαίσθηση μιας ήρεμης, φυσιολογικής ζωής, ενώ στην πραγματικότητα είχε ήδη αφήσει κάπου αλλού ό,τι δεν χωρούσε στην αυστηρή και περίεργη κοινωνία του Πινγκλέ.

   Τη λίμνη δεν την είχε ανακαλύψει μόνος του. Ήταν χρόνια πριν, όταν είχε κρυφακούσει δύο γυναίκες, η μία συγγένισσά του, η άλλη γειτόνισσα, να μιλούν χαμηλόφωνα πίσω από έναν τοίχο. Μιλούσαν για μια πηγή. Για νερό που έδινε παιδιά. Για οράματα. Για κάτι που δεν έπρεπε να ειπωθεί φωναχτά.

    Εκείνος δεν είχε δείξει ότι άκουσε. Μα θυμόταν.

Και κάποια μέρα, ακολούθησε τις σκόρπιες οδηγίες. Την πρώτη φορά, είχε μείνει κρυμμένος. Είχε δει μόνο. Μια γυναίκα να μπαίνει στο νερό. Να αλλάζει. Να χάνεται μέσα σε κάτι που δεν μπορούσε να καταλάβει. Και τότε… είχε καταλάβει κάτι άλλο. Όχι τη δύναμη της λίμνης. Την αδυναμία των ανθρώπων μέσα σε αυτήν.

    Τη δεύτερη φορά, πλησίασε. Η γυναίκα που είδε ο Λιάνγκ Ζε στη λίμνη δεν ήταν κάποια άγνωστη, αλλά μια γνώριμη μορφή από το χωριό.  Η Λιού-Γιάν, είχε μεγαλώσει στο Πινγκλέ, αλλά  είχε χαθεί για μερικά χρόνια και όλοι νόμιζαν πως είχε παντρευτεί μακριά. Όταν την είδε μέσα στο νερό, η Λιού-Γιαν δεν αισθανόταν φόβο ούτε ντροπή. Τα μάτια της έλαμπαν από μια ήρεμη αποδοχή και μια παράξενη γνώση. Στα χείλη της σχηματίστηκε μια φράση που μοιάζει ταυτόχρονα με προειδοποίηση και παρηγοριά: «Άφησέ το να σε πάρει… μην κρατάς τίποτα πια για τον κόσμο έξω από εδώ.» Η φωνή της ήταν απαλή, σαν ψίθυρος που σπάει μέσα στο νερό και ανακατεύεται με το κοχλάζον ρεύμα. Φαινόταν σαν να τον κοίταζε με τα μισάνοιχτα μάτια της, αλλά να μην τον έβλεπε.

   Την τρίτη φορά… δεν υπήρχε πια επιστροφή. Η τρίτη γυναίκα που συνάντησε ο Λιάνγκ Ζε μέσα στη λίμνη ήταν γνώριμη· την είχε δει πολλές φορές στο χωριό. Ήταν η Μινγκ-Γιουέ, «Φωτεινό Φεγγάρι» σήμαινε το όνομά της, μια γυναίκα που έλαμπε με έναν τρόπο που δεν μπορούσε κανείς να αγνοήσει· η παρουσία της προκαλούσε παρορμήσεις και ψίθυρους, ακριβώς όπως το φως του φεγγαριού που διαχέεται μέσα στο σκοτάδι. Ήταν η γυναίκα του συγχωριανού του, του Τσανγκ Γιάν. Στο χωριό είχαν ακουστεί πολλά γι’ αυτήν. Λέγονταν πως ζούσε μαζί με τον σύζυγό της και τον αδελφό του, ότι τα βράδια άλλαζε κρεβάτια, πότε στο δικό του, πότε στο δικό του αδελφού· μα κανείς δεν είχε επιβεβαιώσει τις φήμες. Η Μινγκ-Γιουέ ήταν θερμή, πολύ θερμή· κι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος άντρας μπορούσαν να την ικανοποιήσουν πλήρως, λέγαν οι ψίθυροι.

   Τώρα, μέσα στο νερό, η Μινγκ-Γιουέ βρισκόταν σε μια κατάσταση έκστασης, σχεδόν υπνωτικής. Κινώντας τα χέρια της, φώναζε ονόματα αντρών από το χωριό, καλώντας τους να έρθουν να την γαληνέψουν, να σβήσουν τη φωτιά που έκαιγε μέσα της. Τα χέρια της άπλωναν στο νερό σαν να αγκάλιαζε φανταστικούς επισκέπτες, σαν να ήθελε να γεμίσει την αχανή κίνηση του νερού με τη δική της ένταση και επιθυμία. Η φωνή της δεν είχε πια κανέναν περιορισμό· δεν υπήρχε ντροπή ή φόβος. Η λίμνη την υποδέχτηκε με το κοχλάζον νερό της, λικνίζοντας το σώμα της σε μια κατάσταση σχεδόν εκστατικής εμπειρίας, απελευθέρωσης, όπου η παραζάλη, η ηδονή και η σιωπή αναμειγνύονταν .

   Κινώντας τα χέρια της, φώναζε ονόματα αντρών από το χωριό, καλώντας τους να έρθουν να την γαληνέψουν, να σβήσουν τη φωτιά που έκαιγε μέσα της. Τα χέρια της άπλωναν στο νερό, σαν να αγκάλιαζε φανταστικούς επισκέπτες, σαν να ήθελε να γεμίσει την αχανή κίνηση του νερού με τη δική της επιθυμία και την ένταση που έκρυβε για χρόνια.

   Η φωνή της, παρά τους ψιθύρους που διέτρεχαν το χωριό για εκείνη, δεν είχε πια κανέναν περιορισμό· δεν υπήρχε ντροπή ή φόβος. Η λίμνη την υποδέχτηκε με το δικό της κοχλάζον νερό, λικνίζοντας το σώμα της σε μια κατάσταση σχεδόν θρησκευτικής απελευθέρωσης, όπου η παραζάλη και η ηδονή αναμειγνύονταν με τη σιωπή και την ψυχή του νερού.

   Και τότε ο Λιάνγκ Ζε μπήκε για πρώτη φορά στην πηγή και προχώρησε προς την Μινγκ-Γιουέ. Εκείνη τον περίμενε. Τον αγκάλιασε και δεν ήθελε να τον αφήσει. Ταλαιπωρημένος και κατάκοπος κατάφερε να βγει από το νερό που ζεμάταγε. Τα νύχια της είχαν μπηχθεί στο δέρμα του, και ο λαιμός του έχει τα σημάδια της. Την άλλη μέρα που τον είδε στο χωριό δεν τον αναγνώρισε.

   Την τέταρη φορά που ο Λιάνγκ Ζε παραμόνευε κρυμμένος γύρω από την πηγή είδε μια άγνωστη, μεσόκοπη γυναίκα· τα μαλλιά της είχαν σκορπίσει στα νερά, και τα χείλη της ψέλιζαν το όνομα ενός άντρα, με μια θλίψη που κολλούσε στην ατμόσφαιρα σαν λεπτή υγρασία.

   Χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο, ο Λιάνγκ Ζε βυθίστηκε μέσα στο νερό και πλησίασε δίπλα της. Τα χέρια του αγκάλιασαν το σώμα της, και εκείνη, σαν να τον αναγνώρισε ως καταφύγιο μέσα στη θύελλα του πόθου και της μοναξιάς της, του δόθηκε. «Γιατί έφυγες;» του είπε με ψίθυρο. Ο Λιάνγκ Ζε νόμιζε ότι μιλούσε σε εκείνον· η καρδιά του ταράχτηκε. Μα εκείνη δεν μιλούσε σε εκείνον. Απευθυνόταν στον άντρα της, τον Τιαν-Χάο, που είχε χάσει πριν πολλά χρόνια. «Σε περιμένω τόσο καιρό…» ψιθύρισε, και τότε είπε δυνατά το όνομα του αγαπημένου της, αφήνοντας το νερό να κρυφοτραγουδάει τη λύπη της.

   Τα μάτια της είχαν δάκρυα, κι όταν τον φίλησε, ο Λιάνγκ Ζε ένιωσε τον κόσμο να σταματά· δεν ήταν πλέον μόνο παρατήρηση ή κρυφή επιθυμία· ήταν μια στιγμή πλήρους παραδοχής, όπου η αγκαλιά του γέμισε με ξένες ελπίδες και απώλειες. Μόλις το νερό άρχισε να ηρεμεί, η φωνή της άλλαξε τόνο, σταθερή και απαλή: «Τώρα πρέπει να φύγεις. Αν είναι να ξανάρθεις, πρέπει να φύγεις τώρα. Πριν ανοίξω τα μάτια μου.»

   Και ο Λιάνγκ Ζε κατάλαβε. Έπρεπε να εξαφανιστεί πριν η γυναίκα ηρεμήσει και επιστρέψει στη διαύγεια του νου, πριν το σώμα και η ψυχή της αναγνωρίσουν τι είχε συμβεί. Βγήκε αθόρυβα από το νερό.  

   Δεν ήξερε ή δεν τον ενδιέφερε να ξέρει τί ακριβώς συνέβαινε στις γυναίκες μέσα στο νερό. Αν έβλεπαν, αν ονειρεύονταν, αν ένιωθαν κάτι άλλο πέρα από αυτό που τους έδειχνε η λίμνη. Ήξερε μόνο ότι δεν αντιστέκονταν. Ότι τα σώματά τους ήταν αλλού. Ότι η συνείδησή τους βυθιζόταν κάπου ανάμεσα σε ύπνο και επιθυμία. Και εκεί… έβρισκε χώρο.

   Εκεί, ανάμεσα στο κοχλάζον νερό και την πυκνή ομίχλη, ο Λιάνγκ Ζε μετατρεπόταν σε κάτι βέβηλο, κάτι σαν λαθροχείρα και κλέφτη των ψυχών. Σαν πνεύμα του Φέι-Λινγκ, κινείτο αθόρυβα ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και των μεταρσιωμένων, εκμεταλλευόμενος την παραζάλη, την ονειροπόληση και την παράξενη ευπιστία των γυναικών. Έπαιρνε χωρίς άδεια την επιθυμία τους, μπαίνοντας στην αγκαλιά τους στη θέση εκείνου που σκέφτονταν, σαν ένα είδος αόρατου θεού που δεν μιλά, δεν κρίνει, αλλά εκμεταλλεύεται το κενό ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ψευδαίσθηση.

   Ήταν κλέφτης ανάμεσα στον ύπνο και την ελπίδα· και καθώς οι γυναίκες παραδίνονταν, νιώθοντας το νερό να τις παίρνει μακριά, εκείνος απορροφούσε την εκστατική τους απελευθέρωση, χωρίς να αφήνει ίχνη στον δικό του κόσμο.

   Ο Λιάνγκ Ζε ένιωθε μια ακατανόμαστη ευχαρίστηση. Η ενοχή υπήρχε, αλλά δεν τον σταματούσε· αντίθετα, τον τροφοδοτούσε. Κάθε φορά που άγγιζε, που εκμεταλλευόταν την παραζάλη τους, ένιωθε ένα κύμα ενδυνάμωσης, σαν να κατέβαινε βαθύτερα μέσα του ένας εθισμός που δεν είχε όνομα. Ήξερε πως έκανε πράξεις ακατανόμαστες και αδιανόητες για τους άλλους, αλλά δεν έδινε λόγο σε κανέναν· είχε αποφύγει κάθε φορά να δικαστεί, είτε από θεούς είτε από ανθρώπους, και αυτό τον έκανε να νιώθει ασταμάτητα δυνατό και ανεξέλεγκτο, ένα είδος κρυφής παντοδυναμίας μέσα στην παράνομη ηδονή του.

   Ο Λιάνγκ Ζε δεν αναρωτιόταν. Δεν χρειαζόταν. Η λίμνη είχε γίνει για εκείνον τόπος. Όχι επικίνδυνος. Αναγκαίος. Ένα μέρος όπου μπορούσε να αφήνει ό,τι δεν χωρούσε στη ζωή του. Ό,τι δεν μπορούσε να δείξει στο σπίτι του, στη γυναίκα του, στα παιδιά του. Γιατί στο σπίτι του ήταν άλλος. Ήρεμος. Σχεδόν τρυφερός. Οι κινήσεις του προσεκτικές, οι νύχτες του ήπιες. Χωρίς βία, χωρίς ένταση. Σαν να είχε ήδη ξοδέψει κάπου αλλού ό,τι περίσσευε. Και κάθε φορά που έφευγε από τη λίμνη, όπως τώρα, κι έμπαινε ξανά μέσα στο δάσος… κουβαλούσε μια βαριά, σιωπηλή πληρότητα. Σαν να είχε πάρει κάτι που του ανήκε. Ή που είχε μάθει να πιστεύει πως του ανήκε. Κι η λίμνη, πίσω του, συνέχιζε να αχνίζει. Περιμένοντας την επόμενη ευχή κάποιας γυναίκας. Και αυτόν που παραμόνευε να την μολύνει.

   Μόλις είχε τελειώσει το σημερινό του σιωπηλό κυνήγι. Είχε δαγκώσει το θύμα του, το είχε πονέσει, το είχε κάνει δικό του με κάθε τρόπο. Όλο και περισσότερο έβλεπε ότι η βία που ασκούσε πάνω στις γυναίκες της πηγής του έδινε μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Ήθελε να φτάσει μέχρι το βάθος της σάρκας τους, όπως τώρα που είχαν ματώσει τα χείλη του τελευταίου του εύρετρου, και το αίμα της γυναίκας ήταν γύρω από τα δικά του χείλη, χείλη που δεν ήθελε να τα σκουπίσει, σαν να ήταν η απόδειξη ενός ζωντανού τροπαίου.

   Αλλά ακριβώς αυτή η οσμή του αίματος πάνω του ήταν που ξύπνησε μια ασιατική τίγρη που περιφερόταν. Τα ουρλιαχτά της Τσιού-Γιουέ, ανάμεικτα με πόνο και μια παράξενη, ανεξήγητη ένταση, είχαν ταξιδέψει μέσα στην ομίχλη. Η οσμή του αίματος είχε ήδη τραβήξει την προσοχή της, αλλά οι φωνές της γυναίκας την έκαναν να κινηθεί γρηγορότερα, σαν να αναγνώριζε την παρουσία ενός αδύναμου ή πληγωμένου όντος.

   Στο δρόμο για την επιστροφή για το Πινγκλέ η ασιατική τίγρη, σαν η ψυχή της γυναίκας της λίμνης τον παραμόνευε. Αυτή τη φορά, η φύση δεν παρέμενε αδιάφορη. Η φύση είχε αποφασίσει να ανακαλέσει την αδικία. Η τίγρη εμφανίστηκε μπροστά του, σαν ο κριτής και ο φύλακας της  λίμνης. Ήταν σαν η ίδια η λίμνη να αναζητούσε την ενέργεια που της είχε κλέψει. Η φύση δεν άφηνε τίποτα ατιμώρητο. Μέσα σε αυτή την τελεσίδικη τιμωρία, ο Λιάνγκ Ζε ένιωσε καθαρά για πρώτη φορά και τελευταία φορά πως η ηδονή που αναζητούσε είχε πάντα κόστος, και ότι η ισορροπία ανάμεσα στη ζωή και τη βία δεν μπορούσε ποτέ να αγνοηθεί.

   Η Τσιού-Γιουέ έμεινε μέσα στη λίμνη περισσότερο χρόνο απ’ όσο υπολόγιζε, προσπαθώντας να ηρεμήσει και να συγκεντρώσει τις σκέψεις της. Κάθε κύμα, κάθε αναβρασμός του νερού, της θύμιζε τις παράξενες εικόνες που είχε βιώσει· την αίσθηση ενός ανθρώπινου σώματος δίπλα της, και όμως δεν υπήρχε κανείς γύρω της. Η εμπειρία ήταν τόσο ζωντανή που η πραγματικότητα και η φαντασία έμοιαζαν να συγχέονται, αφήνοντας πίσω της μια αίσθηση παράξενης σύγχυσης.

   Όταν τελικά αποφάσισε να βγει στην όχθη, ένιωσε το σώμα της να πονά σε πολλά σημεία. Ο λαιμός της, τα χείλη της, οι γλουτοί της· οι μηροί της είχαν σημάδια, μελανιές που άρχιζαν να σκουραίνουν, και τα χείλη της έσταζαν λίγο αίμα. Μάλλον είχε χτυπήσει σε κάποιο από τα βράχια της λίμνης ή σε κάποια φυτά, αλλά η αίσθηση του πόνου ήταν κάτι περισσότερο από σωματική. Ήταν το τίμημα της ευχής που είχε ψιθυρίσει· μια ευχή τόσο δύσκολη, τόσο βαθιά, που μόνο η ίδια η λίμνη γνώριζε το πραγματικό της αντίτιμο.

   Είχε ευχηθεί να γεννήσει· και η γέννα ποτέ δεν ήταν ανώδυνη. Με μυστική πίστη, η Τσιού-Γιουέ συγκέντρωσε όλες τις δυνάμεις της και πήρε τον δρόμο για την επιστροφή στο σπίτι της στη  Γκουανγκχάν. Σε εννέα μήνες θα έφερνε στον κόσμο έναν γιο για τον σύζυγό της, τον Τσεν Γουέι. Η ζωή του Λιάνγκ Ζε, του άνδρα που είχε βρει την τιμωρία του από τα δόντια της τίγρης, είχε αφήσει μέσα της ένα ανεξίτηλο ίχνος. Κανείς δεν θα μάθαινε την αλήθεια· και κυρίως, ούτε η ίδια η Τσιού-Γιουέ.  



ΜΕΡΟΣ Η  

 

ο παλαιός ξυλουργός

   Στον μύλο του Χουάνγκ Λιν, οι μέρες κυλούσαν με τον ίδιο ρυθμό όπως το νερό που έσπρωχνε τη φτερωτή αργά, επίμονα, χωρίς να ρωτά. Ο νεαρός βοηθός, όταν τον ρωτούσαν πια το όνομά του, απαντούσε χωρίς δισταγμό: «Λιν Σάο.» Το έλεγε απλά, σαν να το είχε από πάντα. Κανείς δεν επέμενε. Έσερνε το ένα του πόδι, όχι συνεχώς, αλλά όσο χρειαζόταν. Ένα ελαφρύ λύγισμα στο γόνατο, μια καθυστέρηση στο βήμα, αρκετή ώστε όποιος τον πρόσεχε για λίγο να καταλάβει πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Όχι αρκετή όμως για να τον κάνει εντελώς άχρηστο.

   Οι κοπέλες που μαζεύονταν στο μύλο — για νερό, για κουβέντα, για να ρίξουν ματιές στους λίγους άνδρες που είχαν απομείνει — στην αρχή τον κοιτούσαν με περιέργεια. Ύστερα, όλο και λιγότερο. Μερικές χαμήλωναν τα μάτια. Άλλες απλώς τον προσπερνούσαν. Κι όταν καμιά πιο τολμηρή ρωτούσε τον Χουάνγκ Λιν, εκείνος σκούπιζε τα χέρια του στο πανί και έλεγε την ίδια ιστορία, πάντα με τον ίδιο τόνο: «Κρίμα το παλληκάρι… Έπεσε, από σκεπή όταν δούλευε. Από τότε τον πονάει. Και πριν λίγες μέρες, ξανάπεσε από άλογο. Στο ίδιο σημείο. Δεν τον θέλει η τύχη του.» Κούναγε το κεφάλι του, σαν να το πίστευε κι ο ίδιος. «Νέος άνθρωπος… και να μη μπορεί να περπατήσει ίσια.»

   Οι μέρες περνούσαν έτσι, ώσπου ένα πρωινό,  από εκείνα που δεν διαφέρουν από τα άλλα,  εμφανίστηκε ανάμεσα στους άνδρες που έφερναν σακιά για άλεσμα ένας ξένος. Ήταν γύρω στα σαράντα πέντε, ίσως και παραπάνω. Ψηλός, αλλά ελαφρώς σκυφτός, σαν να κουβαλούσε χρόνια δουλειάς στους ώμους του. Τα χέρια του ήταν μεγάλα, γεμάτα παλιές χαρακιές και κάλους — χέρια τεχνίτη. Το πρόσωπό του ηλιοκαμένο, με λεπτές ρυτίδες στις άκρες των ματιών, όχι από γέλια αλλά από στένεμα, σαν να κοιτούσε συνεχώς κάτι μακριά.

   Άφησε το σακί του με έναν βαρύ ήχο και για λίγο στάθηκε παρατηρώντας τον νεαρό. Δεν τον κοίταξε όπως οι άλλοι, ούτε με λύπηση ούτε με αδιαφορία. Κάτι πιο μετρημένο. Πλησίασε. «Άκουσα πως κάποτε ήσουν ξυλουργός», του είπε. Ο Λιν Σάο σήκωσε το βλέμμα του, χωρίς να δείξει έκπληξη. «Βοηθός», απάντησε κοφτά.

   Ο άνδρας χαμογέλασε ελαφρά. «Φαίνεσαι νέος για να έμαθες τόσο γρήγορα την τέχνη.» Ο νεαρός ανασήκωσε τους ώμους. Δεν απάντησε. «Σε ποιον δούλευες;» συνέχισε ο άλλος, σαν να μην τον πείραζε η σιωπή.

«Στο Λο Τζιανγκ. Σε έναν παλιό μάστορα… τον Γου-Λεν.» απάντησε ο νεαρός βοηθός του μυλωνά.

   Ο άνδρας συνοφρυώθηκε αμέσως. «Αυτός πέθανε εδώ και χρόνια.»

   Η σιωπή που ακολούθησε κράτησε λίγο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Ύστερα ο άνδρας ένευσε αργά, σαν να αποδεχόταν την απάντηση χωρίς να την πιστεύει. «Ξέρεις… κι εγώ ξυλουργός ήμουν.»

   Έκατσε πάνω σε ένα χαμηλό δοκάρι, ακουμπώντας τους αγκώνες στα γόνατά του. «Δούλευα χρόνια στο αρχοντικό ενός εμπόρου… στο Τσιουτζιά. Του Τσεν.» Έφτυσε στο χώμα, όχι από αγένεια, από συνήθεια.

   «Μεγάλη δουλειά. Έφτιαξα την αποθήκη του. Τη μεγάλη, με τις δοκούς από σκληρό ξύλο. Ακόμη θα στέκει.»

   Ο νεαρός έμεινε ακίνητος, αλλά τα μάτια του είχαν στενέψει ελαφρά.

   «Είχε και μια κόρη…» συνέχισε ο άνδρας, σαν να έψαχνε το όνομα μέσα του. «Πώς τη λέγανε… Λιάν-Χουά, νομίζω.» Σήκωσε το βλέμμα του. «Τους ξέρεις;»

   «Τους έχω ακουστά», απάντησε ο Λιν Σάο ήρεμα. Ο άνδρας χαμογέλασε, αυτή τη φορά πιο πικρά. «Εγώ τους γνώρισα καλύτερα απ’ όσο θα έπρεπε.» Σταμάτησε για λίγο. Τα δάχτυλά του άρχισαν να τρίβουν έναν παλιό κάλο στην παλάμη του. «Με κράταγε συχνά μετά τη δουλειά», είπε σχεδόν αφηρημένα. «Όταν οι άλλοι έφευγαν. Πάντα υπήρχε κάτι ακόμη να διορθωθεί. Ένα δοκάρι που δεν της άρεσε, ένα σκάλισμα που ήθελε πιο λεπτό…» Ένα μικρό, ειρωνικό χαμόγελο. «Είχε καλό μάτι. Πολύ καλό.»

   Ο νεαρός δεν μίλησε.

   «Μερικοί το πρόσεξαν», συνέχισε ο άνδρας χαμηλώνοντας τη φωνή. «Όχι αυτά που λέγονται… αλλά τον τρόπο. Το πόσο συχνά με φώναζε. Το πόσο αργούσα να φύγω.» Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε προς τη φτερωτή του μύλου.   Η φωνή του έγινε πιο σκληρή. «Και τότε… ξαφνικά… με κατηγόρησε “ότι μου φεύγουν λόγια, ότι Δεν ήμουν εχέμυθος. Και  αυτό που την ενδιέφερε πρώτα, με τους ανθρώπους της, με όσους συνεργάζονταν μαζί της, ήταν η εμπιστοσύνη.»

   Γέλασε ξερά. «Εγώ δεν είχα πει τίποτα. Δεν χρειαζόταν. Οι τοίχοι ακούνε, ξέρεις.»  Σηκώθηκε αργά, τινάζοντας τα ρούχα του. «Άκουσα πως τα ίδια έκανε και στον επόμενο», πρόσθεσε. Έριξε μια ματιά στον νεαρό, πιο διαπεραστική τώρα. «Έτσι είναι αυτοί οι πλούσιοι. Σε κρατούν όσο τους είσαι χρήσιμος. Σου μιλούν αλλιώς όταν είσαι μόνος μαζί τους… και μετά, όταν τελειώσουν μαζί σου… δεν σε ξέρουν καν.»

   Ο Λιν Σάο έμεινε ακίνητος. Το πρόσωπό του δεν πρόδιδε τίποτα. Ο άνδρας σήκωσε το σακί του. «Πρόσεχε», του είπε πριν φύγει. «Όχι το πόδι σου.»

   Στάθηκε για μια στιγμή ακόμη, σαν να δίσταζε αν έπρεπε να πει τα υπόλοιπα. Ύστερα έγειρε ελαφρά προς το μέρος του, χαμηλώνοντας τη φωνή. «Αυτά που σου λένε οι άνθρωποι όταν δεν τους βλέπει κανείς.»

   Ο νεαρός δεν κινήθηκε. Ο άνδρας συνέχισε, πιο αργά τώρα, σαν να ξετύλιγε κάτι που είχε κρατήσει μέσα του για χρόνια. «Κυρίως αυτά που σου λέει μια γυναίκα όταν είσαστε μόνοι.» Ένα μικρό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη του, όχι χαρούμενο — κουρασμένο. «Θα σου μιλήσει αλλιώς. Θα σε κοιτάξει αλλιώς. Θα σου πει πράγματα που δεν θα τα πει ποτέ μπροστά σε άλλους. Θα σε κάνει να νομίζεις πως σε ξεχωρίζει. Πως βλέπει σε σένα κάτι που δεν βλέπει στους άλλους.» Σήκωσε το χέρι του και έδειξε αόριστα γύρω, σαν να περιλάμβανε όλο τον κόσμο. «Θα σου πει πως κουράστηκε από τους ανόητους. Πως εσύ είσαι διαφορετικός. Πως μαζί σου μπορεί να μιλήσει. Πως σε εμπιστεύεται.» Η φωνή του έπεσε ακόμη πιο χαμηλά. «Και σιγά σιγά… θα αρχίσει να σου δείχνει πράγματα. Μικρά στην αρχή. Ένα βλέμμα που κρατάει λίγο παραπάνω. Ένα άγγιγμα που δεν είναι τυχαίο. Ένας λόγος για να σε κρατήσει όταν οι άλλοι φεύγουν.»

   Κοίταξε τον νεαρό κατευθείαν στα μάτια. «Και τότε θα αρχίσεις να πιστεύεις.» Μια παύση. «Πως ίσως… κάτι από όλα αυτά θα σου ανήκει. Πως ίσως θα σου χαρίσει κάτι. Όχι μόνο λόγια. Κάτι από τη ζωή της. Από τον κόσμο της.»

   Το βλέμμα του σκοτείνιασε. «Εκεί να φοβάσαι.» Άφησε μια μικρή, κοφτή ανάσα. «Και να φοβάσαι ακόμη περισσότερο… αν είναι πλούσια.» Έσφιξε τα χείλη του. «Γιατί τότε, ό,τι σου δίνει δεν της κοστίζει τίποτα. Και ό,τι νομίζεις πως θα σου χαρίσει… δεν ήταν ποτέ δικό σου για να στο δώσει.»

   Σήκωσε το σακί του στον ώμο του. «Θα σου πάρει τον χρόνο σου, τη δύναμή σου… και αν είσαι ανόητος, και το μυαλό σου. Και στο τέλος θα σου αφήσει μόνο αυτό που είχες από την αρχή.»

   Έκανε ένα βήμα, μετά κοντοστάθηκε για τελευταία φορά «Κι αν είσαι τυχερός… θα είναι αρκετό για να συνεχίσεις» και χωρίς να περιμένει απάντηση, γύρισε και έφυγε.

   Ο νεαρός έμεινε εκεί, ακίνητος, με το χέρι του ακόμη πάνω στο ξύλο του μύλου. Και για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα, το κουτσό του βήμα φάνηκε απολύτως αληθινό.

 

 

 

 

η περίπολος των Τσινγκ στο νερόμυλο

   Ο νερόμυλος δούλευε βαριά εκείνο το απόγευμα· το νερό κατέβαινε φουσκωμένο, χτυπώντας τη φτερωτή με δύναμη. Ο Χουάνγκ Λιν στεκόταν δίπλα στις μυλόπετρες, τα μάτια του ήρεμα αλλά προσεκτικά. Από μακριά, μέσα από τα δέντρα, ακούστηκε ο μεταλλικός ήχος πανοπλίας. Σήκωσε το κεφάλι «Ήρθαν…» είπε στον βοηθό του, τον Γιούν-Τσεν.

   Ο Γιούν-Τσεν πάγωσε. «Η περίπολος;»

   Ο Χουάνγκ Λιν έκανε ένα βήμα προς την πόρτα, κοίταξε για μια στιγμή τον δρόμο και γύρισε απότομα. «Άκουσε με. Φεύγεις τώρα.»

   Ο Χουάνγκ Λιν πλησίασε, χαμηλώνοντας τη φωνή: «Τρέξε γρήγορα. Τώρα δεν χρειάζεται να υποκρίνεσαι ότι κουτσαίνεις.»

   Ο Γιούν-Τσεν έμεινε άφωνος. «Πώς… το κατάλαβες;»

   Με ένα χαμόγελο, ελαφρώς ειρωνικό απάντησε: «Όταν πρωτοήρθες εδώ δεν είχες κανένα πρόβλημα. Περπατούσες ίσια, σταθερά. Μετά από λίγες μέρες άρχισες να σέρνεις το πόδι σου. Πολύ απότομα για πραγματικό τραύμα.»

   Ο νεαρός κατέβασε το βλέμμα.

   Ο Χουάνγκ Λιν συνέχισε ήρεμα. «Ο καθένας εδώ κρύβει κάτι. Αλλά τώρα δεν υπάρχει χρόνος για θέατρο.»

  Από μακρυά ακούγονταν φωνές.

   «Μην πάρεις το λευκό άλογο,» πρόσθεσε κοφτά. «Θα αφήσεις ίχνη. Τράβα από το ρέμα, ανάμεσα στις πέτρες.»

   Ο Γιούν-Τσεν πήρε μια ανάσα. «Και εσύ;»

   «Εγώ θα μείνω. Ένας μυλωνάς δεν φοβάται ερωτήσεις. Φύγε.»

   Αυτή τη φορά δεν υπήρχε χώρος για άλλη κουβέντα. Ο Γιούν-Τσεν έφυγε από την πίσω πόρτα, όχι κουτσαίνοντας πια, αλλά τρέχοντας γρήγορα και σιωπηλά, όπως του είχε πει.

   Λίγο αργότερα, οι στρατιώτες των Τσινγκ μπήκαν στον μύλο. «Ψάχνουμε τρεις ληστές. Πέρασαν από εδώ;»

   Ο Χουάνγκ Λιν σκούπισε τα χέρια του αργά.
«Εδώ έρχονται μόνο χωρικοί με σιτηρά.»

   «Και ποιοι πέρασαν σήμερα;»

   «Όσοι πεινούν.»

   Η ένταση άρχισε να βαραίνει τον χώρο. Ένας στρατιώτης κινήθηκε προς τα πίσω.

   Ο επικεφαλής της περιπόλου τον κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. «Είδα ότι έχεις ωραίο άλογο. Εσείς οι μυλωνάδες συνήθως έχετε μουλάρια και γαϊδούρια. Παράξενο για έναν μυλωνά να έχει τόσο ωραίο άλογο. Τι σου χρειάζεται; Μήπως σ’ αρέσει να τρέχεις;»

   Ο Χουάνγκ Λιν σκούπισε ήρεμα τα χέρια του και απάντησε χωρίς να διστάσει: «Όχι, δεν τρέχω. Το άλογο ανήκει στον άρχοντα Τσεν Γιουνσάν, όπως και ο νερόμυλος. Το έχει αφήσει εδώ ώστε, αν κάτι δεν πάει καλά, να τρέξω να τον ειδοποιήσω.»

    Ο επικεφαλής της περιπόλου τον κοίταξε εξεταστικά. «Έμαθα ότι έχεις και βοηθό.»

   Ο Χουάνγκ Λιν ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους.
«Όποιον μου στέλνει ο άρχοντας Τσεν Γιουνσάν. Άλλοτε μου έστειλε έναν κουτσό, άλλοτε έναν που δεν μπορούσε να σηκώσει ούτε ένα σακί, άλλοτε έναν που δεν είχε όλα του τα δάχτυλα στο ένα του χέρι. Αναρωτιέμαι πού πάει και τους βρίσκει. Κάθονται λίγο και μετά φεύγουν. Δεν αντέχουν τη δουλειά.»

   Ο αξιωματικός χαμογέλασε με κάποια κατανόηση. Ήταν δύσκολο να βρεθούν νέοι, γεροί και αρτιμελείς εργάτες. Οι περισσότεροι ικανοί είχαν ήδη στρατολογηθεί ή χαθεί στους πολέμους.
Ό,τι είχε απομείνει στην περιοχή ήταν σαν τα χωράφια μετά τον θερισμό του ρυζιού και του κεχριού. Τα καλύτερα στάχυα είχαν κοπεί, και ό,τι έμενε ήταν φτωχό και λιγοστό.

    «Σε βρήκα επιτέλους» είπε η Τσενγκ-Λι μπαίνοντας στον μύλο με ανάσα κομμένη αλλά χαμόγελο ζωντανό. Πλησίασε τον Χουάνγκ Λιν σαν να ανήκε εκεί. «Είπες πως θα τελείωνες νωρίς.»

   Ο επικεφαλής συνοφρυώθηκε. «Ποια είσαι;»

   «Ήρθα για δουλειά με τον μυλωνά,» απάντησε ήρεμα.

   Ο Χουάνγκ Λιν έγνεψε ελαφρά. «Της υποσχέθηκα να δω το σιτάρι της.»

   Η Τσενγκ-Λι άγγιξε ένα σακί, παίζοντας τον ρόλο της με φυσικότητα. Η ένταση έπεσε, σαν να χαμήλωσε ξαφνικά η πίεση του νερού στη φτερωτή.

   Ο επικεφαλής κοίταξε γύρω για λίγο ακόμη.
«Αν δεις κάτι, θα το αναφέρεις. Ελπίζω να λες την αλήθεια…»

   Οι στρατιώτες έφυγαν. Η σιωπή επέστρεψε μαζί με τον ήχο του νερού.

   Η Τσενγκ-Λι γύρισε προς τον Χουάνγκ Λιν.
«Δεν σε πείραξαν;»

   Ο μυλωνάς κοίταξε προς το ρέμα, σαν να μπορούσε να δει μέσα από τα δέντρα. Έπειτα την κοίταξε. «Γιατί να με πειράξουν; Πάντως ήρθες την κατάλληλη στιγμή.»

   Εκείνη χαμογέλασε απαλά. «Ίσως δεν ήταν τυχαίο, άγνωστε από το Γιν-Τσόου.»

   Ο Χουάνγκ Λιν δεν απάντησε αμέσως. Μόνο έστρεψε το βλέμμα ξανά στο νερό που κυλούσε,  σταθερό, αδιάκοπο.

  «Και συ που ξέρεις για μένα».

  Η Τσενγκ-Λι χαμογέλασε πονηρά «Ξέρω πολλά περισσότερα από όσα φαντάζεσαι.»

  «Σαν τι δηλαδή» τη ρώτησε ο Χουάνγκ Λιν.

   «Ξέρω ότι ήσουν έμπορος. Ξέρω ότι σε έδιωξαν από το Γιν-Τσόου. Για αυτό ήρθα μήπως σε έψαχναν» είπε με ανησυχία η Τσενγκ-Λι.

  «Και που τα έμαθες αυτά» τη ρώτησε ο μυλωνάς.

  «Ο πατέρας μου σε είχε δει στο Γι-Τσόου. Τα άλλα μας τα είπε μια φίλη της μάνας μου που δουλεύει στον Τσεν Γιουνσάν. Δεν μας τα είπε τώρα. Μας τα είχε πει από τότε που ήρθες εδώ.

   Η οικογένεια της Τσενγκ-Λι είχε μάθει πολλά για τον μυλωνά Χουάνγκ Λιν από την παλιά φίλη της μητέρας της, που υπηρετούσε στον Τσεν Γιουνσάν. Η γυναίκα είχε μεταφέρει ιστορίες για τον άνδρα που κάποτε ήταν έμπορος στη Γιν-Τσόου και είχε αναγκαστεί να φύγει εξαιτίας εκβιασμών. Ο Τσεν Γιουνσάν, γνωρίζοντας την ικανότητά του στα σιτηρά και την αξιοπιστία του, του είχε παραχωρήσει τον νερόμυλο για να τον δουλεύει, όχι μόνο για την οικονομική αξία αλλά και για λόγους εμπιστοσύνης που προέκυπταν από παλιά γνωριμία.

    Η φίλη της μητέρας της είχε επίσης τονίσει πως ο Χουάνγκ Λιν ήταν άνθρωπος εχέγγυος και συνεπής· δεν ήθελε ποτέ να χρωστά και αυτός ήταν ένας λόγος που ο Τσεν Γιουνσάν τον εκτιμούσε. Μάλιστα, όταν ο Τσεν Γιουνσάν δεν μπορούσε να διαθέσει τα χρήματα για κάποια εμπορεύματα, ο Χουάνγκ Λιν δεν τον πίεσε, αφήνοντάς τον να καθυστερήσει την αποπληρωμή πάνω από ένα χρόνο. Είχε πει τότε: «Το εμπόριο στηρίζεται στην καλή πίστη. Αν αυτή χαθεί, χάνονται όλα.» Έτσι, ακόμα και όταν έμποροι φαινομενικά ισχυροί και επεκτατικοί εξαφανίζονταν από την αγορά, η φήμη του Χουάνγκ Λιν ως σταθερού και τίμιου ανθρώπου παρέμενε.

   «Ξέρουμε πολύ περισσότερα για σένα, μεγάλε και τρανέ Χουάνγκ Λιν που τώρα παριστάνεις τον μυλωνά».

  «Μπορεί να μ’ αρέσει ο τόπος σας» της απάντησε ο Χουάνγκ Λιν.

 «Ο τόπος μας ή οι άνθρωποί του» τον ρώτησε η νεαρή Τσενγκ-Λι.

   Ο Χουάνγκ Λιν δεν ήταν έτοιμος να απαντήσει.

   «Αγαπά κανείς έναν τόπο όταν τον αγαπούν οι άνθρωποί του και όταν τους αγαπά και αυτός» απάντησε η Τσενγκ-Λι. «Κι εσύ ακόμη δεν ξέρεις…»

  «Δεν ξέρω, τί» ρώτησε ο Χουάνγκ Λιν.

  «Μπορεί να ήσουν καλός έμπορος Χουάνγκ Λιν, αλλά δεν φαίνεται να διαβάζεις τους ανθρώπους».

   «Είμαι μεγάλος για σένα Τσενγκ-Λι.»

   «Κι ο πατέρας μου ήταν μεγάλος για τη μάνα μου και έκαναν οικογένεια. Δεν με φοβίζει η ηλικία.»

   «Και τώρα τί θέλεις, Τσενγκ-Λι».

   «Να έρχομαι στο μύλο και να σε βλέπω»

   «Αυτό το κάνεις και τώρα».

  «Θες δεν θές μυλωνά Χουάνγκ Λιν θα γίνω η μυλωνού και θα το δεις» είπε η Τσενγκ-Λι και τον πλησίασε αγγίζοντας το στήθος του. Ο απόβλητος από τη Γιν-Τσόου, κάποτε καρδιοκατακτητής, κάποτε πρωταγωνιστής της νύχτας, ο περιβόητος Χουάνγκ-Λιν, έβαλε στην αγκαλιά του την Τσενγκ-Λι και την σκέπασε. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της νεαρής Τσενγκ-Λι. Ήταν σίγουρη ότι θα γινόταν η μυλωνού του νερόμυλου. Είχε κερδίσει το μεγάλο στοίχημα της ζωής της.

  

 

 

ο εντοπισμός του Γιούν-Τσεν

    Και κάπου μακριά, ο Γιούν-Τσεν έτρεχε ελεύθερος, χωρίς να κουτσαίνει πια. Το δάσος των κερασιών απλωνόταν σκοτεινό και πυκνό, αλλά ο δρόμος του ήταν γνωστός. Πολλές φορές είχε περάσει μέσα από εκεί τα βράδυα για να κόψει δρόμο, για μην γίνει αντιληπτός, όταν εργαζόταν στο αρχοντόσπιτο της Λιάν-Χουά.

   Ο Χουάνγκ Τζιν, ο έμπιστος επιστάτης των Μα, μόλις είχε μάθει για την εμφάνιση της περιπόλου των Τσινγκ στην περιοχή, ξεκίνησε αμέσως για τη Σιού-Λαν. Μόλις πληροφορήθηκε τον κίνδυνο, του έδωσε σαφείς οδηγίες.

   «Ο Γιούν-Τσεν εργάζεται στον νερόμυλο του δάσους των κερασιών,» είπε η Σιού-Λαν. «Όταν τον βρεις, πες του να κρυφτεί σε κάποιο από τα υψώματα πίσω από τον μύλο. Από εκεί περνάει μια μικρή πηγή με μια λίμνη, κρυμμένη καλά ανάμεσα στα δέντρα. Είναι σκεπασμένη με νέφη που βγαίνουν από μέσα της, σαν αναπνοές ενός δράκου. Λίγοι την ξέρουν. Το νερό της είναι πάντα ζεστό. Εκεί να μείνει αλλά να μην μπει στο νερό της λίμνης.»

   «Γιατί όχι;» ρώτησε ο Χουάνγκ Τζιν.

   «Κάθε φορά που κάποιος μπαίνει, λένε ότι μένει μαγεμένος. Κανείς δεν βγαίνει όπως μπήκε. Θέλω να θυμάσαι όλα τα σημάδια που θα σου δείξω καλά, κάθε σημείο από το οποίο καταλαβαίνει κανείς ότι φθάνει σε αυτή.» Η Σιού-Λαν, βάζοντας πάνω στο τραπέζι αντικείμενα έβαλε το δάχτυλό της και δείχνοντας πως θα πήγαινε κανείς εκεί, από ποια σημεία με πέτρες και δέντρα θα περνούσε. «Αποστήθισε τα καλά και μετέφερε τα λόγια μου ακριβώς. Δεν υπάρχει περιθώριο για λάθη.»

   Ο Χουάνγκ Τζιν έφυγε από τη Σιού-Λαν με δύο μουλάρια φορτωμένα. Στο ένα φόρτωσε δύο σακιά, προκειμένου να δείχνει ότι πήγαινε στον μύλο για να αλέσει σιτηρά, μια πρόφαση που κανείς δεν θα αμφισβητούσε. Καθώς πλησίαζε τον νερόμυλο, σκεφτόταν τις οδηγίες της Σιού-Λαν ξανά και ξανά. Η περίπολος των Τσινγκ τον προσπέρασε χωρίς να του δώσει σημασία. 

    Μέσα από τα πυκνά φυλλώματα, ο Χουάνγκ Τζιν άκουσε ξαφνικά ένα σφύριγμα· ήταν ένα λεπτό, καθαρό «τσιτ-τσιτ» σαν το κελάηδημα του σκίουρου που πετάει ανάμεσα στα κλαδιά, ακριβώς όπως του είχε διδάξει κάποτε να αναγνωρίζει ο μικρός Γιούν-Τσεν τους ανθρώπους από μακριά. Ο Χουάνγκ Τζιν σταμάτησε και απάντησε με τον ίδιο ήχο, ένα σύνθημα κατανοητό μόνο για αυτούς. Από το βάθος των φυλλωμάτων, ακούστηκε το ίδιο σφύριγμα δύο φορές, σα να επιβεβαίωνε την ταυτότητα του.

    Ο Γιούν-Τσεν εμφανίστηκε μέσα από τις σκιές, κάνοντας με το χέρι του νόημα στον Χουάνγκ Τζιν να προχωρήσει αργά. Όταν βρέθηκαν κοντά, ο Χουάνγκ Τζιν του παρέδωσε ό,τι είχε φέρει για την ασφάλειά του: ένα μουλάρι φορτωμένο με σκεπάσματα, λίγο πρόχειρο φαγητό — ρύζι και αποξηραμένα φρούτα — ένα μικρό μαχαίρι, ένα ξύλινο δοχείο για νερό, και μια μικρή φιάλη με βότανα για τις πρώτες βοήθειες· όλα απαραίτητα για έναν ταξιδιώτη. Του έδωσε και τις σαφείς οδηγίες της Σιού-Λαν  πως να βρει την κρυμμένη πηγή με την μικρή λίμνη πίσω από τα υψώματα. Να μην μπει όμως μέσα στη λίμνη για κανένα λόγο. Δεν του εξήγησε το λόγο.

   Ήταν ακόμη μεσημέρι, και ο Χουάνγκ Τζιν κατέβηκε αργά προς τον νερόμυλο του δάσους των κερασιών, σταματώντας εκεί για να αλέσει τα σακιά. Ο Γιούν-Τσεν έχοντας αποστηθίσει τα σημάδια που θα τον οδηγούσαν κάθε πέτρα, κάθε δέντρο, κάθε μικρή στροφή του μονοπατιού, νωρίς το απόγευμα, καθώς ο ήλιος έγερνε πίσω από τα βουνά, βρήκε την περίεργη τοποθεσία την μικρή, κρυμμένη πηγή με τη λίμνη, θερμή και φιλόξενη, με μια θερμότητα που απλωνόταν γύρω της, που θα τον προστάτευε μέχρι να περάσει ο κίνδυνος.

   Ο Γιούν-Τσεν κινήθηκε προσεκτικά ανάμεσα στα ψηλά μπαμπού, τα φύλλα τους να θροΐζουν ελαφρά στον αέρα. Κάθε κλαδί που έκοβε με το μικρό του μαχαίρι θα γινόταν η βάση για ένα πρόχειρο κρεβάτι πάνω από τα κλαδιά και τα φύλλα του δάσους.

   Βρήκε έναν μεγάλο βράχο και έφερε τα μπαμπού γύρω του, φτιάχνοντας κάτι σαν μικρή σκηνή που ακουμπούσε πάνω στο βράχο, προστατεύοντάς τον από τον άνεμο. Την πρώτη νύχτα κοιμήθηκε εκεί, ξαπλωμένος πάνω στο πρόχειρο στρώμα που είχε φτιάξει. Μέσα σε τρεις ημέρες είχε καταφέρει να ολοκληρώσει μια μικρή υποτυπώδη καλύβα: τα μπαμπού στερεώθηκαν μεταξύ τους, σχηματίζοντας ένα καταφύγιο που μπορούσε να τον προφυλάξει από τη βροχή και το ψύχος της νύχτας. Η μικρή αυτή καλύβα ήταν πια ο χώρος του. Η καλύβα ήταν απλή αλλά λειτουργική· αρκετά ψηλή για να μπορεί να καθίσει μέσα, με έναν στερεό πάγκο από μπαμπού για να ξαπλώνει, και μια φυσική οροφή από φύλλα που συγκρατούσαν τη βροχή.

   Μετά από λίγες ημέρες κατέβηκε δειλά προς τον νερόμυλο, προσέχοντας κάθε βήμα. Βεβαιώθηκε ότι εκεί ήταν μόνο ο μυλωνάς, ο Χουάνγκ Λιν.  «Είναι επικίνδυνο να επιστρέψεις και να δουλεύεις εδώ,» του είπε. Τον προειδοποίησε ότι η περίπολος των Τσινγκ είχε ξαναπεράσει και είχε πάρει το λευκό άλογο. «Μόνο τα βράδυα μπορείς να πλησιάζεις. Αν θέλεις να κοιμηθείς εδώ, ξέρεις τον χώρο σου. Αλλά πριν χαράξει πρέπει να φεύγεις. Θα σου έχω πάντα έτοιμο φαγητό να σε περιμένει.»

   Η μικρή καλύβα στα μπαμπού, ο βράχος που τον προστάτευε, και οι οδηγίες του Χουάνγκ Λιν έγιναν οι σιωπηλοί φύλακες της ελευθερίας του, μέχρι η νύχτα να του επιτρέψει να κινείται ξανά.

 

 

 

η επιθεώρηση του νερόμυλου

   Στην περιοχή έξω από το Τσιουτζιά, εκεί όπου το νερό χαμήλωνε τη φωνή του περνώντας μέσα από πέτρινα αυλάκια, στεκόταν ο νερόμυλος της οικογένειας του Τσεν Γιουνσάν. Οι τοίχοι του, σκοτεινοί από την υγρασία των χρόνων, κρατούσαν μέσα τους τον σταθερό ρυθμό της πέτρας που γύριζε, αλέθοντας σιωπηλά το σιτάρι των γύρω χωριών.

   Ο Τσεν Γιουνσάν σπάνια έφευγε πια από το σπίτι. Τα γόνατά του δεν τον υπάκουαν όπως άλλοτε, και οι υποθέσεις του μύλου περνούσαν όλο και περισσότερο σε χέρια νεότερα, σε χέρια που εκείνος πίστευε πως ήταν άξια εμπιστοσύνης.

   Η Λιάν-Χουά, η κόρη του, είχε παντρευτεί μόλις λίγους μήνες τον Τσάο Γουεντάο. Ο γάμος είχε τακτοποιηθεί με προσοχή, όπως αρμόζει σε ανθρώπους που γνωρίζουν την αξία των συμφωνιών. Στο γαμήλιο συμβόλαιο είχε τεθεί ρητά: οι εμπορικές του απουσίες δεν θα ξεπερνούσαν τις δώδεκα ημέρες κάθε μήνα. Ήταν ένας όρος που έμοιαζε πρακτικός, κι όμως, για τη Λιάν-Χουά, είχε ήδη αρχίσει να βαραίνει αλλιώς.

   Γιατί υπήρχε κάτι που δεν είχε γραφτεί σε κανένα χαρτί. Εδώ και ενάμισι χρόνο, πριν ακόμη φορέσει τα μεταξωτά του γάμου, το σώμα της είχε μάθει έναν άλλον ρυθμό, εκείνον του νεαρού ξυλουργού, του Γιούν-Τσεν. Τα χέρια του, μαθημένα να λειαίνουν το ξύλο και να ενώνουν αρμούς, είχαν αφήσει πάνω της μνήμες που δεν ξεθώριαζαν. Τώρα, ακόμη και μέσα στην ησυχία του σπιτιού της, τα κύτταρά της ανακαλούσαν εκείνα τα αγγίγματα, σαν ξύλο που τρίζει ελαφρά πριν δεχτεί ξανά το εργαλείο. Το σώμα της ήταν ανήσυχο. Και όπως κάθε οίκημα, όσο γερό κι αν είναι, χρειάζεται κατά καιρούς μια μικρή επιδιόρθωση, έτσι κι εκείνη ένιωθε πως κάτι μέσα της ζητούσε να τακτοποιηθεί, διακριτικά, χωρίς θόρυβο.

   Όταν έφτασαν οι φήμες για την περίπολο στρατιωτών των Τσινγκ στην περιοχή, η ανησυχία βρήκε εύκολα τόπο να σταθεί. Ο νερόμυλος ήταν εκτεθειμένος, μακριά από τα σπίτια· και ο Γιούν-Τσεν, που δούλευε εκεί τελευταία, δεν είχε την προστασία που προσφέρουν οι κλειστές αυλές.

   Η απόφαση ήρθε χωρίς πολλές σκέψεις. Τη δεύτερη ημέρα από την αναχώρηση του Τσάο Γουεντάο για το εμπορικό του ταξίδι, η Λιάν-Χουά ζήτησε να ετοιμαστεί το μικρό φορείο. Δεν πήρε μεγάλη συνοδεία, μόνο έναν γέρο υπηρέτη και ένα κορίτσι του σπιτιού, όσο χρειαζόταν για να μη γεννηθούν σχόλια. Η επίσκεψη μπορούσε να δικαιολογηθεί εύκολα. Ο νερόμυλος ήταν της οικογένειάς της, και κάποιος έπρεπε να επιβλέπει, τώρα που ο πατέρας της δεν κατέβαινε πια ως εκεί.

   Ο δρόμος ως το ποτάμι ήταν στενός και σκονισμένος. Τα καλάμια έγερναν πάνω από το νερό, και ο ήχος του μύλου έφτανε πριν ακόμη φανεί το κτίσμα, εκείνος ο μονότονος, καθησυχαστικός παλμός που έμοιαζε να μετρά τον χρόνο. Όταν κατέβηκε από το φορείο, στάθηκε για μια στιγμή ακίνητη. Ο τροχός γύριζε. Το νερό έπεφτε με την ίδια επιμονή. Τίποτα δεν είχε αλλάξει.

   Η Λιάν-Χουά ίσιωσε το μανίκι της και προχώρησε προς το νερόμυλο, σαν να πήγαινε απλώς να ελέγξει μια ιδιοκτησία. Μα το βήμα της ήξερε ήδη τον λόγο.

   Μέσα στον νερόμυλο, ο αέρας ήταν βαρύς από αλευρόσκονη και υγρασία. Η μεγάλη πέτρα γύριζε με τον γνώριμο, υπομονετικό της ρυθμό, ενώ το νερό χτυπούσε τον τροχό απ’ έξω με σταθερή επιμονή. Ο Χουάνγκ Λιν στεκόταν σκυφτός δίπλα στον μηχανισμό, ρυθμίζοντας την παροχή του σιταριού με έμπειρες κινήσεις, τινάζοντας πότε-πότε τη σκόνη από τα μανίκια του. Λίγοι χωριανοί περίμεναν στην άκρη, σιωπηλοί, κρατώντας τα σακιά τους.

   Η είσοδος της Λιάν-Χουά άλλαξε αμέσως την ισορροπία του χώρου. Οι χωριανοί παραμέρισαν σχεδόν ενστικτωδώς, κατεβάζοντας τα βλέμματα. Εκείνη δεν στάθηκε· προχώρησε κατευθείαν προς τον Χουάνγκ Λιν.  Ο μυλωνάς την είδε και, χωρίς να μιλήσει, σήκωσε το χέρι του και με μια γρήγορη κίνηση χαμήλωσε την παροχή του νερού. Ο τροχός άρχισε να επιβραδύνει, και ο βαθύς ήχος της πέτρας έσβησε σιγά-σιγά, αφήνοντας πίσω του μια απότομη, σχεδόν αμήχανη σιωπή.

— «Αρχόντισσα», είπε, σκύβοντας ελαφρά.

   Η Λιάν-Χουά στάθηκε απέναντί του, το βλέμμα της καθαρό και σταθερό.

— «Πόσο σιτάρι πέρασε σήμερα από τις πέτρες;» ρώτησε χωρίς εισαγωγή.

— «Τέσσερα μεγάλα σακιά πριν το μεσημέρι, και άλλα τρία μετά», απάντησε εκείνος.

— «Και η απόδοση; Το αλεύρι βγαίνει καθαρό;»

— «Ναι, αρχόντισσα. Η πέτρα κρατά ακόμη καλό δάγκωμα.»

   Εκείνη έγειρε ελαφρά, αγγίζοντας με τα δάχτυλά της τη χοντρή επιφάνεια της μυλόπετρας.
— «Πότε ακονίστηκε τελευταία;»

— «Πριν από δύο σελήνες.»

— «Αργά», είπε κοφτά. «Αν χάσει το κράτημά της, θα χάνουμε σιτάρι χωρίς να το καταλαβαίνουμε.»

Ο Χουάνγκ Λιν έσκυψε το κεφάλι.

— «Θα το φροντίσω άμεσα.»

— «Οι αυλακιές του νερού; Καθαρίζονται τακτικά;»

— «Κάθε τρίτη ημέρα, αρχόντισσα.»

— «Κάθε δεύτερη», τον διόρθωσε. «Με τις περιπόλους στην περιοχή, δεν θέλω να μας βρουν απρόσεκτους ούτε στη ροή ούτε στη λογαριασμένη ποσότητα.»

   Στο άκουσμα της λέξης «περίπολοι», οι χωριανοί αντάλλαξαν γρήγορες ματιές. Ένας-ένας, σχεδόν αθόρυβα, άρχισαν να βγαίνουν έξω από το οίκημα, παίρνοντας μαζί τους τα σακιά. Κανείς δεν ήθελε να μείνει περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Η Λιάν-Χουά συνέχισε, χωρίς να τους δώσει σημασία.
— «Οι μετρήσεις κρατιούνται σωστά; Δεν λείπει τίποτα από τα κατάστιχα;»

— «Όλα είναι καταγεγραμμένα.»

— «Θα τα δω αργότερα», είπε ψυχρά.

   Μια μικρή παύση απλώθηκε ανάμεσά τους. Η φωνή της, όταν μίλησε ξανά, ήταν ελαφρώς χαμηλότερη, μα εξίσου σταθερή.

— «Είχες και έναν βοηθό.»

   Ο Χουάνγκ Λιν δεν σήκωσε αμέσως το βλέμμα.
— «Ναι, αρχόντισσα.»

— «Τι έγινε;»

Τώρα την κοίταξε, με προσοχή.

— «Κρύβεται στα βουνά», είπε τελικά. «Δεν ξέρω ακριβώς πού. Οι καιροί δεν είναι ήσυχοι.»

   Η Λιάν-Χουά δεν αντέδρασε.

— «Όμως…» πρόσθεσε εκείνος, μετρώντας τα λόγια του, «τα βράδια κατεβαίνει. Δουλεύει όσο κρατά το σκοτάδι… και μετά κοιμάται για λίγες ώρες πριν φύγει ξανά.»

   Για μια στιγμή, το πρόσωπό της έμεινε ακίνητο. Ύστερα, ανεπαίσθητα, φωτίστηκε. Ένα χαμόγελο,   μικρό, σχεδόν κρυφό, πέρασε από τα χείλη της, σαν σκιά που βρίσκει επιτέλους τη θέση της. Η Λιάν-Χουά στάθηκε για λίγο κοντά στη μυλόπετρα, το βλέμμα της σταθερό πάνω στον Χουάνγκ Λιν. Η φωνή της έμεινε χαμηλή, μυστική, μα με αποφασιστικότητα που δεν άφηνε περιθώρια.

— «Χουάνγκ Λιν», είπε, σχεδόν σαν να ακούει τον ήχο του νερού πίσω της, «αν συναντηθείς με τον βοηθό σου σήμερα… να του πεις ότι θα χρειαστώ δύο σακιά αλεύρι. Να τα φέρει σήμερα ή αύριο το βράδυ.» Έκανε ένα μικρό βήμα πίσω, αφήνοντας τον τόνο φυσικό, σαν να μιλούσε για την καθημερινή δουλειά του μύλου. «Και μετά, μπορεί να επιστρέψει σε σένα για να συνεχίσει τη δουλειά του.»

   Ο μυλωνάς αντιλήφθηκε τον υπαινιγμό και κατάλαβε ότι η επιλογή ήταν περιορισμένη, μα δεν υπήρχε λόγος να αμφισβητήσει.

— «Κατανοητό, αρχόντισσα», είπε. «Θα του μεταφέρω το μήνυμα για σήμερα ή αύριο.»

   Η Λιάν-Χουά χαμογέλασε ελαφρά, με την ικανοποίηση της γνώσης ότι το μήνυμά της είχε φτάσει, διακριτικά αλλά ξεκάθαρα, στον προορισμό του.

 

 

 

τα εγκαίνια της νέας μεγάλης αποθήκης

   Η νύχτα είχε απλωθεί βαριά πάνω από τον νερόμυλο, σαν μια γυναίκα που καθόταν στην κορυφή του λόφου και παραμόνευε. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της κυλούσαν ανάμεσα στα δέντρα, η σκιά της έγερνε πάνω στο ποτάμι και η ανάσα της γέμιζε τα αυλάκια, σαν να περίμενε ακριβώς τη στιγμή που κάποιος θα τολμούσε να περάσει στο έδαφός της, και τότε θα τον αγκάλιαζε με τη σιωπή της.

    Ο νεαρός βοηθός προχώρησε αθόρυβα, σαν κλέφτης που περπατάει με προφυλάξεις και στέκεται ακίνητος σα φάντασμα στο παραμικρό άκουσμα ήχου. Κάθε βήμα του ήταν μετρημένο. Ο τροχός του νερόμυλου κυλούσε ήσυχα, και τα δέντρα γύρω ψιθύριζαν σαν να γνώριζαν τα μυστικά του. Μόλις έφτασε κοντά, ο Χουάνγκ Λιν τον περίμενε ήδη, όρθιος στην είσοδο του μικρού κτιρίου, η φιγούρα του σταθερή κάτω από το φως της σελήνης.

— «Ήρθες», είπε με σταθερή φωνή, αλλά χωρίς θόρυβο. «Η αρχόντισσα σε περιμένει, έστειλε εντολή.»

   Ο νεαρός έγειρε το κεφάλι του, σιωπηλός. Ο μυλωνάς συνέχισε, χαμηλώνοντας ακόμη περισσότερο τη φωνή του:

— «Δύο σακιά αλεύρι, σήμερα ή, το αργότερο, αύριο. Κανένα λάθος, κανένας καθυστέρηση. Μόλις τελειώσεις, όταν τελειώσεις, μπορείς να επιστρέψεις εδώ για να συνεχίσεις τη δουλειά.»

   Ο βοηθός έγνεψε. Ο Χουάνγκ Λιν τον κοίταξε με ένα βλέμμα που συνδύαζε αυστηρότητα και προστασία. «Δεν είναι ανάγκη να βιαστείς. Σήμερα δεν είχαμε πολύ δουλειά».  

   Ο νεαρός βοηθός αμέσως ζώστηκε το ένα μετά το άλλο σακί και τα φόρτωσε πάνω στο γαϊδουράκι του νερόμυλου.

   Όταν έφτασε στην είσοδο του αρχοντικού, ένας υπηρέτης που στεκόταν σιωπηλός δίπλα στη μεγάλη ξύλινη πόρτα τον σταμάτησε:

— «Άφησέ τα στη νέα αποθήκη. Η πόρτα είναι ανοιχτή», του είπε  δείχνοντάς με το χέρι του το σκοτεινό κτίσμα στην αυλή.

   Ο βοηθός υπάκουσε και, με λίγα αθόρυβα βήματα, εισήλθε στην μεγάλη αποθήκη με τους πολλούς διαφορετικούς χώρους και τα μικρά δωμάτια. Η Λιάν-Χουά βρισκόταν ήδη στο βάθος  κρατώντας το φως της λυχνίας που έριχνε χρυσές ανταύγειες πάνω στις σανίδες και τα δοκάρια. Ο ήχος των βημάτων του ανάμεσα στις σανίδες αντηχούσε χαμηλά. Ο νεαρός βοηθός πήγε προς το μέρος της, προς το βάθος της αποθήκης. Όταν την πλησίασε είδε το χαμόγελό της.

 — «Πεινάς;» ρώτησε, αφήνοντας τη φωνή της να κυλήσει σαν ήρεμη μελωδία στον χώρο. «Έφερα κάτι πρόχειρο για σένα… λίγο φαγητό, λίγο κρασί, λίγο νερό.»

— «Δεν χρειαζόταν», ψιθύρισε, αλλά η φωνή του ήταν γεμάτη εκτίμηση.

Η Λιάν-Χουά γέλασε απαλά, με ένα χαμόγελο που δεν κρύβει τίποτα:

— «Μπορεί να μην χρειαζόταν… μα ήξερα ότι θα έρθεις κουρασμένος.» Έκανε ένα βήμα πιο κοντά, το χέρι της αόριστα κινήθηκε προς το τραπέζι, σαν να του προσέφερε και την ίδια τη φροντίδα της.

— «Δεν φαίνεσαι πολύ ταλαιπωρημένος», του είπε απαλά, χαμογελώντας.

— «Όχι, αρχόντισσα», απάντησε ο νεαρός βοηθός.

   Η Λιάν-Χουά προχώρησε κοντά του και, με ένα σχεδόν αβέβαιο άγγιγμα στον ώμο του, πρόσθεσε:

— «Κι όμως, είσαι… λίγο.»

   Το χέρι της παρέμεινε εκεί για μια στιγμή, σαν να ήθελε να τον σταματήσει, να τον κρατήσει για λίγο. Ο νεαρός ένιωσε ένα ρίγος να τον διαπερνά.

   Η Λιάν-Χουά στάθηκε λίγο πιο κοντά, το φως της σελήνης να ζωγραφίζει ασημένιες ανταύγειες στα μαλλιά της. Το άγγιγμα στον ώμο του νεαρού ξυλουργού ήταν πλέον πιο σίγουρο, πιο προσωπικό, αλλά η φωνή της παρέμενε ήρεμη, με μια αποφασιστικότητα που δεν άφηνε περιθώρια για παρεξηγήσεις.

— «Πρέπει να προσέχουμε περισσότερο», είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά, ενώ τα μάτια της τον κοίταζαν σταθερά. «Δεν μπορώ πλέον να σε προσλάβω ανοιχτά ως ξυλουργό μου. Ο άντρας μου θα λείπει τακτικά· εκείνες τις μέρες όμως… μπορούμε να συναντιόμαστε.»

   Ο νεαρός βοηθός χαμογέλασε διστακτικά, σκύβοντας ελαφρά, δείχνοντας ότι καταλάβαινε.  Μέσα στην καινούργια μεγάλη αποθήκη, που είχε χτιστεί με τα δικά του χέρια πάνω στα σχέδια της Λιάν-Χουά, η μυρωδιά του ξύλου και της φρεσκοκομμένης σανίδας έδινε έναν βαρύ τόνο στις ανάσες. Ο αέρας ήταν πυκνός, σχεδόν αποπνικτικός, σαν το κρασί που έχει κλειστεί σε βαρέλι πολύ γεμάτο και θέλει να ξεχειλίσει, σαν να ζητάει να βρει διέξοδο και να πλημμυρίσει τον χώρο με τον παφλασμό του. Οι ανάσες τους,  σιωπηλές και ταυτόχρονα γεμάτες ένταση, έμοιαζαν να προσπαθούν να σπάσουν αυτό το βάρος, να ακουστούν σαν χτύποι καρδιάς που ανυπομονούν να βγουν στην επιφάνεια.

   Το καλαφάτισμα που έκανε με τα εργαλεία του ήταν αθόρυβο, κάθε κίνηση ακριβής, όπως όριζε το σχέδιο που είχαν εκπονήσει μαζί. Το σώμα της Λιάν-Χουά απολάμβανε την τέχνη του ξυλουργού της, μια τέχνη που είχε γίνει τώρα πιο εφευρετική, πιο ολοκληρωμένη, μετά τα διδάγματα της νυχτερινής του μαθητείας κοντά στην Τανγκ-Σου. Αρχικά πιο υπηρετική και μετά πιο κατακτητική, σαν να ήθελε να διεκδικήσει το σώμα της για δικό του, για αποκλειστικά δικό του. 

   Ήταν τα πραγματικά εγκαίνια της μεγάλης αποθήκης· χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς διακηρύξεις, χωρίς θεατές που χειροκροτούν, μόνο η σιωπηλή ικανοποίηση της δημιουργίας. Η Λιάν-Χουά αφέθηκε στα χέρια του σιωπηλά, αφήνοντάς τον να ολοκληρώσει το έργο του. Σκέφτηκε πόσο σημαντικό ήταν να χτίζεις πάντα με σχέδιο, στρατηγική και υπομονή· όταν το κάνεις έτσι, η ανταμοιβή έρχεται με τρόπο που κανείς δεν περιμένει. Και η επιτυχία δεν χρειάζεται πάντα να ανακοινώνεται. Υπάρχουν κάποιες φορές που η επιτυχία την ξέρει μόνον αυτός που την απολαμβάνει και αυτή φαίνεται στο ήπιο χαμόγελό του, στην ανάταση του σώματός του, όπως τώρα όλα αυτά είχαν διαγραφεί στο σώμα της Λιάν-Χουά.

    Όταν η ένταση της νύχτας υποχώρησε και είχαν ξαπλώσει ακόμη μέσα στην ησυχία της αποθήκης, ο Γιούν-Τσεν πήρε μια λεπτή πετσέτα από το κιβώτιο με τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν για τις μικρές φροντίδες και τα καθαρίσματα μετά το φαγητό. Από ένα μικρό κύπελλο κρασιού, που είχε μείνει στο τραπέζι, έριξε λίγες σταγόνες πάνω στην πετσέτα και, αφού την στράγγισε προσεκτικά, άρχισε να καθαρίζει απαλά το σώμα της εργοδότριάς του. Το δέρμα της ανατρίχιασε στην επαφή, σαν ένα φύλλο που αγγίζει ελαφρά το πρωινό αεράκι· κάθε άγγιγμα ήταν μια σιωπηλή υπόσχεση φροντίδας και τρυφερότητας.

   Η τεχνική της Τανγκ-Σου, που είχε διδαχθεί ο Γιούν-Τσεν, τώρα φαινόταν δικαιωμένη. Ύστερα πήρε ένα κομμάτι από μετάξι, προσεκτικά από τον δίσκο με τα υπολείμματα του φαγητού που η Λιάν-Χουά είχε φροντίσει να αφήσει στο πλάι, και το βούτηξε σε καθαρό νερό. Το μαλακό ύφασμα το πέρασε αργά πάνω στο δέρμα της, λειαίνοντας τις υγρασίες και αφήνοντας μια αίσθηση φρεσκάδας και καθαριότητας, σαν να είχε πλυθεί η αποθήκη από την ένταση και την υγρασία της νύχτας.

   Όταν τελείωσε, η Λιάν-Χουά έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή, αφήνοντας την ανατριχίλα να κυλήσει μέσα στους πόρους της, μια γλυκιά φλόγα που γέμιζε το σώμα της με ηρεμία. Το φως της λυχνίας έπεφτε πάνω τους απαλά.

— «Ο Τσάο θα λείπει κάποιες μέρες τον μήνα», είπε η Λιάν-Χουά, με φωνή χαμηλή και ήρεμη. «Τότε μπορείς να έρχεσαι αθόρυβα στην αποθήκη.» Έφερε το πρόσωπό της ακόμη πιο κοντά στο δικό του, τα μάτια της φωτίζονταν από τη φλόγα της λυχνίας. «Η είσοδος θα έχει σβηστά τα φώτα. 

   Ο νεαρός ξυλουργός άκουγε προσεκτικά, καταλαβαίνοντας ότι κάθε λέξη ήταν γεμάτη νόημα, κάθε οδηγία υπαινιγμός για την προσοχή που έπρεπε να δείξει.

— «Θα βγαίνεις πάντα από τη μικρή πόρτα στα αριστερά», συνέχισε η Λιάν-Χουά, δείχνοντας με ένα ανεπαίσθητο νεύμα την ξύλινη πόρτα που ήταν σχεδόν κρυμμένη στη γωνία. «Όχι από την κεντρική. Κάθε κίνηση πρέπει να μένει αθόρυβη, όπως τα χτυπήματα των εργαλείων σου.»

   Η νύχτα, που από νωρίς τους είχε υποδεχθεί σαν μια γυναίκα υπομονετική, τώρα φαινόταν να θέλει να αποσυρθεί. Η αποθήκη είχε γίνει κρυφό καταφύγιο. Ο νεαρός ξυλουργός έφυγε αθόρυβα για να επιστρέψει στο νερόμυλο, η Λιάν-Χουά στάθηκε για λίγο μέσα στην αποθήκη, αφήνοντας τη σιωπή να την περιβάλλει. Το επόμενο βράδυ, την ίδια ώρα, ήξερε ήδη ότι θα φέρει και πάλι δύο σακιά αλεύρι. Δεν θα χρειαζόταν πια να ρωτήσει· ήξερε ακριβώς πού θα τα άφηνε. Η καρδιά της χαμογέλασε, και ένα ήσυχο συναίσθημα ικανοποίησης πλημμύρισε το σώμα της· τα πράγματα είχαν αλλάξει, αλλά η στρατηγική και η υπομονή της, όπως πάντα, απέδιδαν καρπούς.

 

 

 

οι δέκα νύχτες στη μεγάλη αποθήκη

    Οι δέκα νύχτες κύλησαν αργά, κάθε μία σαν ξεχωριστό κεφάλαιο σε μια σιωπηλή συμφωνία ανάμεσα στη Λιάν-Χουά και τον νεαρό ξυλουργό. Κάθε βράδυ, ο Γιούν-Τσεν έφτανε αθόρυβα, σαν να κινείται μέσα στο μισοσκόταδο των μεγάλων δοκαριών, χρησιμοποιώντας πάντα τη μικρή πόρτα από τα αριστερά, όπως του είχε υποδείξει η Λιάν-Χουά. Τα φώτα της εισόδου ήταν σβηστά, και μόνο η φλόγα μιας λυχνίας μέσα στην αποθήκη τον καθοδηγούσε.

   Μέσα στον χώρο, η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και πυκνή, σαν να περίμενε να διαρραγεί, αλλά κάθε βράδυ υπήρχε μια τελετουργία που μετέφερε την ένταση σε κάτι πιο γλυκό και αθόρυβο. Ο νεαρός ξυλουργός έφερνε τα δύο σακιά αλεύρι, τα άφηνε στη θέση που η Λιάν-Χουά είχε ορίσει, και ύστερα η ίδια τον οδηγούσε στο βάθος της αποθήκης, όπου η φροντίδα και η τρυφερότητα είχαν τη δική τους ώρα.

   Σταδιακά, οι κινήσεις τους έγιναν ρυθμικές και συντονισμένες, σαν χορός που γνώριζαν μόνο οι ίδιοι. Το καθάρισμα του δέρματος, το άγγιγμα της πετσέτας και του μεταξιού, η φροντίδα του σώματος και της αναπνοής της Λιάν-Χουά επαναλαμβάνονταν κάθε νύχτα, αλλά ποτέ δεν έχαναν την ένταση της πρώτης φοράς· κάθε επαφή ήταν καινούργια, φρέσκια, σαν η αποθήκη να ανασαίνει μαζί τους και να κρατάει τα μυστικά τους ανάσες.

   Καθώς οι νύχτες περνούσαν, η Λιάν-Χουά έβλεπε ότι η παρουσία του Γιούν-Τσεν γέμιζε την αποθήκη με ζωή, και η ίδια ένιωθε ότι η ένταση και η φροντίδα είχαν γίνει μέρος του χώρου, σαν οι σκούρες αχτίνες του φεγγαριού να αναπνέουν μαζί τους. Η κάθε νύχτα ήταν μια μικρή ανανέωση, μια σιωπηλή επιβεβαίωση ότι η υπομονή και η στρατηγική τους απέδιδαν καρπούς, και κάθε τελετουργία φαινόταν να απομακρύνει την ανασφάλεια και να γεμίζει τον χώρο με ένα είδος απαλή φωτιάς.

    Καθώς παρατηρούσε τις κινήσεις του Γιούν-Τσεν, η σκέψη της γύριζε συνεχώς στο γάμο της με τον Τσάο Γουεντάο. Ίσως ήταν λάθος της που είχε δεχθεί να παντρευτεί· ίσως θα ήταν καλύτερα να έμενε μόνη, να κρατούσε μόνιμα τον νεαρό ξυλουργό στο αρχοντικό της, να μη χρειάζεται να κρύβονται στις νύχτες, να μη μοιράζεται μαζί του τις μικρές στιγμές φροντίδας. Κάθε βράδυ, η καρδιά της φούσκωνε με ανάμικτα συναισθήματα· η ευχαρίστηση της δημιουργίας, η τρυφερότητα της παρουσίας του και η σιωπηλή απαγόρευση που της επέβαλε η κοινωνική τάξη.

   Την τελευταία νύχτα πριν επιστρέψει ο Τσάο Γουεντάο, η ατμόσφαιρα ήταν ακόμα πιο πυκνή. Τα εργαλεία είχαν τελειώσει τη δουλειά τους· το ξύλο ευώδιαζε, το αλεύρι είχε τακτοποιηθεί, και η αποθήκη φαινόταν να κρατάει την ανάσα της. Η νύχτα τους περιέκλεισε, σαν να ήθελε να αποθηκεύσει μέσα της κάθε ψίθυρο, κάθε άγγιγμα, κάθε βλέμμα.

   Όταν ο νεαρός ξυλουργός έφυγε, η Λιάν-Χουά έμεινε να κοιτάει τις σανίδες, νιώθοντας ότι η αποθήκη είχε γίνει κάτι περισσότερο από ξύλο και σχέδια. Ήταν ένας τόπος μυστικός, γεμάτος με τον παφλασμό της καρδιάς τους, όπου η φροντίδα και η σιωπηλή ένταση είχαν αφήσει τη δική τους ανεξίτηλη σφραγίδα, σαν η νύχτα να κρατούσε για πάντα μέσα της τον ψίθυρο των δέκα μυστικών βραδιών, τον ψίθυρο της απαγορευμένης τρυφερότητας.

 

 

 

η επιστροφή του συζύγου

   Η επιστροφή του Τσάο Γουεντάο συνέβη σε μια ανοιξιάτικη μέρα, όταν ο ήλιος έριχνε το φως του στα δοκάρια της αυλής και στις καμάρες του αρχοντικού. Η Λιάν-Χουά τον υποδέχθηκε με την τυπική ευγένεια που όριζαν οι κοινωνικοί κανόνες· τα ρούχα της τακτοποιημένα, το βλέμμα ήρεμο, τα χέρια της καθαρά από τις φροντίδες της αποθήκης.

   Το βράδυ, όταν η αυλή είχε βυθιστεί στο ημίφως των λυχνιών, βρέθηκαν στο κρεβάτι, και η επαφή τους ήταν τυπική, με την ευγένεια και την αποδοχή που όριζε το καθήκον της συζύγου. Όταν ο Τσάο Γουεντάο επιχείρησε να προχωρήσει περισσότερο, η Λιάν-Χουά τον σταμάτησε απαλά, αλλά με αποφασιστικότητα:

— «Δεν είμαι παλλακίδα για να ικανοποιώ όλες τις επιθυμίες σου», του είπε, η φωνή της καθαρή και σταθερή. «Είμαι αρχοντοπούλα· πρέπει να με σέβεσαι. Είμαι μαζί σου, ναι, κάθε βράδυ, αλλά με όρους σεβασμού.»

   Ο Τσάο Γουεντάο παρέμεινε για λίγο σιωπηλός, κοιτάζοντας την απόλυτη ηρεμία της συζύγου του· και ίσως, για πρώτη φορά, κατάλαβε ότι η Λιάν-Χουά δεν ήταν απλώς ένα αντικείμενο προς ικανοποίηση, αλλά μια γυναίκα με δύναμη και βούληση.

   Οι μέρες περνούσαν, και η Λιάν-Χουά παρατηρούσε το σώμα της προσεκτικά. Όταν ήρθε η ώρα που περίμενε την έμμηνο ρύση της, διαπίστωσε ότι δεν είχε καμία παρουσία. Μια αίσθηση γνώριμη αλλά και ανατριχιαστική πλημμύρισε το κορμί και το μυαλό της· κατάλαβε αμέσως την αλήθεια: ήταν έγκυος. Κι ενώ η καρδιά της χτυπούσε ανάμεικτα, η σκέψη της πήγε αμέσως στις νύχτες στην μεγάλη αποθήκη· το μυστικό, η τρυφερότητα, η σιωπηλή ένταση που είχε μοιραστεί με τον Γιούν-Τσεν, όλα έπεσαν σαν φως σε μια αλήθεια που δεν μπορούσε πια να κρυφτεί. Το παιδί που κυοφορούσε ήταν δικό του.

 

 

 

η ανακοίνωση της Λιάν‑Χουά

   Η Λιάν‑Χουά τον κοίταξε με τα μάτια που δεν άφηναν τίποτα κρυφό. Κάθε κίνηση, κάθε ανάσα του Τσάο Γουεντάο ήταν υπό παρατήρηση.

— «Τσάο… πες μου», άρχισε η φωνή της ήρεμη, αλλά γεμάτη ένταση, «εκείνες τις δώδεκα ημέρες που ταξίδευες, πού ήσουν πραγματικά; Στην κωμόπολη Γιόνγκ-αν, όπως είπες, ή σε κάποια άλλη στάση;»

    Σταμάτησε για μια στιγμή, σαν να ζύγιζε τις επόμενες λέξεις της.

— «Μήπως επισκέφθηκες τεϊοποτεία; Μήπως συναντήθηκες με γυναίκες που δεν μου είπες; Ή με την παλιά σου ερωμένη;»

Ο Τσάο Γουεντάο ανασήκωσε τα φρύδια του, η φωνή του ήρεμη αλλά αποφασιστική:

— «Λιάν‑Χουά… δεν υπήρξε τίποτα από όλα αυτά. Δεν επισκέφθηκα τεϊοποτεία ούτε τέτοιους οίκους. Δεν συνάντησα καμία άλλη γυναίκα, ούτε παλιά ερωμένη. Πέρασα μόνο δύο ημέρες στο πατρικό μου στη Γιόνγκ-αν, για να ξεκουραστώ, όπως σου είπα.»

   Η Λιάν‑Χουά δεν υποχώρησε· οι ερωτήσεις της συνέχιζαν να πέφτουν σαν μικρές βολές, ακριβείς και επιτακτικές:

— «Και οι μέρες που πέρασες μόνος σου κατά μήκος του ποταμού; Μήπως ήρθες τόσο γερός και ικανός από κάποια άλλη εμπειρία που δεν μου ανέφερες; Μήπως άφησες πίσω σου πράγματα που θα έπρεπε να ξέρω;»

   Τα μάτια του Τσάο Γουεντάο παρέμειναν ήρεμα, αλλά η αλήθεια και η υπομονή τον κρατούσαν σιωπηλό για λίγο.

— «Σε παρακαλώ, μην έχεις άδικες υποψίες», είπε τελικά, αγγίζοντας απαλά το χέρι της. «Δεν υπήρξε τίποτα. Δεν υπήρξε άλλη γυναίκα, ούτε τεϊοποτεία, ούτε οίκοι. Μόνο το πατρικό μου στη Γιόνγκ-αν. Κι αυτό μόνο για λίγες ώρες, για να ξεκουραστώ.»

   Ο Τσάο Γουεντάο στεκόταν απέναντί της, τα μάτια του να αναζητούν ισορροπία ανάμεσα στην ειλικρίνεια και στην ήρεμη υπεράσπιση του εαυτού του. Η Λιάν‑Χουά συνέχισε, χωρίς να αφήσει την αμφιβολία να σωπάσει:

— «Ήρθες αλλαγμένος, Τσάο… πιο ζωηρός, πιο θερμός, πιο δυνατός απ’ όσο σε θυμόμουν πριν φύγεις. Τι ήταν αυτό που σε έκανε να αλλάξεις; Τι συνέβη σ’ εκείνο το ταξίδι που δεν μου είπες;»

   Ο Τσάο σταμάτησε· η φωνή της, ήρεμη αλλά πιεστική, είχε αγγίξει μια ανάμνηση που δεν μπορούσε να αποφύγει. Τα μάτια του σκοτείνιασαν ελαφρώς, και για μια στιγμή αφέθηκε στη σκέψη του.

— «Υπάρχει κάτι που θυμάμαι…» είπε τελικά, με ήρεμο τόνο, «ένα χωριό κατά μήκος του δρόμου, πριν φτάσω στη Γιόνγκ‑αν. Οι κάτοικοι με καλωσόρισαν και μου πρόσφεραν φαγητό όταν σταμάτησα να ξεκουραστώ.»

   Η Λιάν‑Χουά αναζητούσε την αλήθεια όχι μόνο στις λέξεις αλλά και στις σιωπές ανάμεσά τους.

— «Αλλά…» είπε, τα μάτια της να τον μετρούν με ακρίβεια, «αυτό το χωριό που αναφέρεις… θυμάσαι πώς λεγόταν;»

   Ο Τσάο Γουεντάο πήρε μια μικρή αναπνοή, ψάχνοντας στα βάθη της μνήμης του εκείνες τις ημέρες στο δρόμο. Οι εικόνες της κίνησης, των εμπορευμάτων και των ξενώνων μπλέχτηκαν με ανάμνηση ενός μικρού χωριού στο πέρασμά του προς την κωμόπολη Γιόνγκ‑αν· ένα μέρος που οι ντόπιοι αποκαλούσαν απλώς «το χωριό του Τσιγκλίν», ένα χωριό επάνω στο ποτάμι, γνωστό στους ταξιδιώτες για τα φαγητά και τα βότανα που προσέφεραν στους ξένους.

— «Ναι… το όνομα ήταν Τσιγκλίν», είπε τελικά, με μια φωνή που ήταν ήρεμη αλλά αληθινή. «Εκεί με φιλοξένησαν για μια νύχτα πριν φτάσω στη Γιόνγκ‑αν. Μου πρόσφεραν ένα γεύμα, ένα πιάτο από ρίζες και βότανα που οι ντόπιοι ισχυρίζονταν ότι ήταν τα καλύτερα σε όλη την Κίνα, αφροδισιακά και τονωτικά για όσους ταξιδεύουν πολύ…»

   Η Λιάν‑Χουά τον κοίταξε στα μάτια· δεν ήταν χαμηλοί τόνοι αμφιβολίας πια, αλλά η επιθυμία της να καταλάβει κάθε πτυχή της εμπειρίας του εκείνων των δώδεκα ημερών.

— «Και… πραγματικά ήταν απλώς ένα πιάτο; Ή κάτι περισσότερο;»

   Ο Τσάο σιώπησε, και για μια στιγμή, η φωνή του φάνηκε να σφίγγει από την προσπάθεια να βρει τα σωστά λόγια.

— «Ήταν μόνο αυτό που είπα», απάντησε, τα μάτια του να παραμένουν σταθερά στα δικά της. «Τίποτα παραπάνω. Μόνο το φαγητό που μου έδωσαν εκεί για να αντέξω το υπόλοιπο ταξίδι.»

   Ο Τσάο έκανε ένα βήμα πίσω στη μνήμη· οι εικόνες επανήλθαν καθαρές και γεμάτες χρώμα. «Μου είπαν ότι είχε μέσα κομμάτια από ρίζες και βότανα… . Γέμισα δυνάμεις εκείνη την ημέρα· ένιωσα μια ζωτικότητα που δεν είχα νιώσει πριν.»

   Η Λιάν‑Χουά τον κοίταξε προσεκτικά, το βλέμμα της να τον ζυγίζει, αλλά χωρίς να κατηγορεί, περισσότερο με το ενδιαφέρον μιας γυναίκας που ήθελε την αλήθεια.

— «Τα ίδια βότανα που λένε ότι ξυπνούν την ζωή;» ρώτησε με μια ελαφριά έμφαση.

   Ο Τσάο αναστέναξε, έπειτα έγνεψε. «Ναι. Μου είπαν ότι όποιος τ’ αναζητήσει, θα βρει ενέργεια και δύναμη. Μου είπαν πως ήταν διάσημο σε εκείνη την περιοχή· ότι κανείς δεν φεύγει χωρίς να νιώσει τη διαφορά.»

— «Και τι έγινε μετά;» τον ρώτησε τελικά, με μια φωνή που δεν ήταν πλέον καχύποπτη… αλλά ζητούσε να καταλάβει.

   Ο Τσάο την κοίταξε βαθιά

— «Μετά», είπε, «πέρασα λίγες ώρες με την οικογένειά μου και συνέχισα τον δρόμο μου. Κι όταν γύρισα, ήρθα σε σένα.»

   Η Λιάν‑Χουά, για μια στιγμή, άφησε τα βλέφαρά της να μαλακώσουν· είχε λάβει την απάντηση που ζητούσε, αλλά αυτό που ακολούθησε ήταν μια εσωτερική βεβαιότητα, μια βαθύτερη γνώση για τον σύζυγο της, για τον ίδιο της τον εαυτό, και για τα μυστικά που πλέον κρατούσε μέσα της· ένα παιδί που ήταν ήδη μέρος της δικής της ιστορίας, και όχι του Τσάο Γουεντάο.

— «Και…» ψιθύρισε τελικά, ακουμπώντας το χέρι της απαλά στο δικό του, «υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να ξέρεις… κάτι δικό μου, κάτι δικό σου.»

    Στάθηκε για μια στιγμή, λες και κρατούσε την ανάσα της όλου του κόσμου.

— «Τσάο, είμαι… έγκυος.»

   Ο Τσάο Γουεντάο πάγωσε για μια στιγμή, τα μάτια του ανοιχτά, οι σκέψεις του να τρέχουν. Η Λιάν‑Χουά, ωστόσο, δεν έδειξε φόβο. Το βλέμμα της ήταν σταθερό, ήρεμο και αποφασισμένο. Η Λιάν‑Χουά άφησε το χέρι του, αλλά η φωνή της παρέμεινε μέσα στον χώρο, σαν απαλή υπενθύμιση της δύναμής της. Η αλήθεια είχε απελευθερωθεί, έστω ένα κομμάτι της· και η νύχτα, που βυθιζόταν γύρω τους, κρατούσε τώρα μέσα της και το μυστικό και την ένταση, σαν μια ανάσα που δεν θα έσβηνε ποτέ.



ΜΕΡΟΣ Θ

 

ο τραυματισμός του Γιούν-Τσεν

   Ο Γιούν-Τσεν από καιρό προσποιούνταν  σέρνοντας λίγο το πόδι όταν συναντούσε ανθρώπους, όταν περνούσαν από το νερόμυλο, αφήνοντας το βλέμμα του να θολώνει τάχα από πόνο, ώστε να μοιάζει πειστικός στους στρατολογητές που τριγυρνούσαν. Ήταν ένα παιχνίδι ανάμεσα στο σώμα και στη θέληση, μια μικρή απάτη απέναντι σε έναν κόσμο που απαιτούσε περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να δώσει.

   Η ζωή του είχε κάποιες σταθερές. Την ημέρα κυνηγούσε, μετά ξαπόσταινε στην πηγή με τη μικρή λίμνη με το θερμό νερό. Αλλά δεν τολμούσε να μπει μέσα στη λίμνη. Μετά αποσυρόταν στην πρόχειρη καλύβα δίπλα στο βράχο που είχε φτιάξει, και εκεί απίθωνε τα πρόχειρα σύνεργα του κυνηγιού, και έψηνε το φαγητό του. Το βράδυ επέστρεφε για την νυχτερινή του βάρδια και ύπνο στον νερόμυλο. Είχε ήδη κουραστεί εκείνη τη μέρα. Στο κυνήγι, ένας φασιανός τον είχε παιδέψει περισσότερο απ’ όσο περίμενε· το πουλί τιναζόταν ξαφνικά μέσα από τα χόρτα, και εκείνος το σημάδεψε με το αυτοσχέδιο τόξο του, φτιαγμένο από ευλύγιστο ξύλο αγριοφτελιάς που είχε διαλέξει ο ίδιος και κατεργαστεί με υπομονή, με χορδή από στριμμένες ίνες κάνναβης. Τα βέλη του ήταν από ίσια, καλοστεγνωμένα καλάμια, ελαφριά και σταθερά, με αιχμές σκαλισμένες από σκληρό ξύλο και φτερά στο πίσω μέρος για ευθυβολία. Σε μια απότομη καταδίωξη σε ανώμαλο έδαφος, καθώς ακολουθούσε το θήραμα που μόλις είχε πληγωθεί, παραπάτησε ελαφρά, νιώθοντας το πόδι του να λυγίζει για μια στιγμή. Δεν έδωσε σημασία, η αγωνία να το πιάσει ήταν πιο δυνατή από τον πόνο.

   Το ίδιο βράδυ το έφερε στον νερόμυλο του Χουάνγκ Λιν. «Σήμερα θα φάμε καλά», του είπε με ένα χαμόγελο που έγερνε προς την υπερβολή, «σαν αυτοκράτορες». Έριξε τον γδαρμένο φασιανό πάνω στην πυρωστιά, εκεί όπου άναβαν τη φωτιά για να ζεσταθούν και να μαγειρεύουν, κι η μυρωδιά άρχισε σιγά σιγά να γεμίζει τον χώρο. Έπειτα έπιασε αμέσως δουλειά· οι ώρες κύλησαν βαριές, τρεις, ίσως τέσσερις, και το ψήσιμο προχωρούσε αργά, πότε πηγαίνοντας εκείνος να ελέγξει το θήραμα, πότε ο Χουάνγκ Λιν, σε μια σιωπηλή εναλλαγή που ταίριαζε με τον ρυθμό της νύχτας.

  Ίσως από την κούραση, ίσως από την απροσεξία, ίσως από την υπερβολική βεβαιότητα της γνώσης του χώρου, καθώς μετέφερε ένα σακί, πάτησε άτσαλα σε μια λειασμένη πέτρα· το πόδι του γύρισε απότομα προς τα μέσα, και ένας ξερός ήχος, σχεδόν ανεπαίσθητος μέσα στο βουητό του νερού, προηγήθηκε του πόνου. Έπεσε βαριά, το γόνατό του χτυπώντας στο ξύλινο πλαίσιο, κι ένα κύμα καυτού πόνου ανέβηκε ως τη μέση του, κόβοντάς του την ανάσα.

   Αυτή τη φορά δεν υπήρχε τίποτα το προσποιητό. Ο Χουάνγκ Λιν τον άκουσε πριν τον δει. Βγήκε από το ημίφως του μύλου σκουπίζοντας τα χέρια του στο ρούχο του, κι όταν αντίκρισε τον Γιούν-Τσεν στο έδαφος, δεν έκανε ερωτήσεις. Τον σήκωσε προσεκτικά, περνώντας το χέρι του κάτω από τους ώμους του, και με κόπο τον οδήγησε μέσα. Εκεί, ανάμεσα στα σακιά με το αλεσμένο αλεύρι, τον απίθωσε απαλά, σαν να φοβόταν μήπως το σώμα του διαλυθεί.

   Το αλεύρι σήκωσε μια λεπτή σκόνη στον αέρα, που κόλλησε στον ιδρώτα του προσώπου του Γιούν-Τσεν. Το πόδι του ήδη πρηζόταν, και κάθε μικρή κίνηση έφερνε έναν πόνο βαθύ, σταθερό, αδιαπραγμάτευτο. Ο Χουάνγκ Λιν έδεσε πρόχειρα τον αστράγαλό του με ένα κομμάτι ύφασμα, σφίγγοντας όσο χρειαζόταν για να κρατηθεί, όχι για να γιατρευτεί. Δεν υπήρχαν γιατροί για τέτοιους ανθρώπους, ούτε χρόνος για σωστή ανάρρωση. Μονάχα υπομονή και σιωπή.

   Ο Γιούν-Τσεν έμεινε ξαπλωμένος, κοιτώντας τις δοκούς του μύλου που έτριζαν ρυθμικά. Ένα αχνό χαμόγελο, σχεδόν πικρό, πέρασε από τα χείλη του. Για καιρό είχε ξεγελάσει τους άλλους. Τώρα είχε ξεγελάσει τον ίδιο του τον εαυτό.

   Από εκείνη τη νύχτα, δεν χρειαζόταν πια προσπάθεια να καμώνεται τον κουτσό. Όποιος κοροϊδεύει τη μοίρα, εκείνη βρίσκει τρόπο να του το ανταποδώσει, όχι πάντα αμέσως, αλλά με ακρίβεια που δεν συγχωρεί.

 

 

 

η αποθεραπεία

   Για τέσσερις μέρες δεν μπορούσε να σταθεί. Το πόδι του, τυλιγμένο πρόχειρα με υφάσματα, φλεγόταν κάθε φορά που επιχειρούσε να το κινήσει. Ο Γιούν-Τσεν έμενε ξαπλωμένος ανάμεσα στα σακιά με το αλεύρι, εκεί όπου ο νερόμυλος του Χουάνγκ Λιν μύριζε σκόνη και υγρασία, ακούγοντας το νερό να χτυπά τον τροχό σαν αδιάκοπη υπενθύμιση πως ο κόσμος συνέχιζε να γυρίζει χωρίς αυτόν.

   Ο Χουάνγκ Λιν δεν τον άφησε μόνο. Τον σήκωνε προσεκτικά, όταν χρειαζόταν να αλλάξει θέση, περνούσε το χέρι του κάτω από τους ώμους του και τον μετέφερε λίγα βήματα πιο πέρα, κοντά στη φωτιά. Του έδινε νερό, του έσφιγγε το επίδεσμο όταν χαλάρωνε, και μιλούσε λίγο, με φωνή χαμηλή, σαν να μην ήθελε να ξυπνήσει τον πόνο του. «Υπομονή», του έλεγε μόνο, και τίποτε άλλο.

   Η Τσενγκ-Λι ερχόταν νωρίς τα απογεύματα. Νεαρή, με κινήσεις γρήγορες και μάτια που πρόσεχαν τα πάντα, έφερνε ζεστό φαγητό τυλιγμένο σε πανί, ρύζι, λίγα λαχανικά, ό,τι μπορούσε να περισσέψει από το σπίτι της. Το άφηνε δίπλα του και, χωρίς να μιλά πολύ, τον βοηθούσε να καθίσει πιο άνετα, να του δροσίσει το μέτωπο με ένα υγρό πανί.

   Το βράδυ έπεσε αργά πάνω στον νερόμυλο, κι ο ήχος του νερού έγινε πιο καθαρός μέσα στη σιωπή. Η φωτιά τρεμόπαιζε χαμηλά, ρίχνοντας σκιές στους τοίχους, και οι δύο άντρες κάθονταν αντικριστά, χωρίς βιασύνη να μιλήσουν.

    Ο Γιούν-Τσεν έσπασε πρώτος τη σιωπή. «Σε προσέχει… και φαίνεται πως σ’ αγαπά. Δεν έφερε φαγητό μόνο για σένα, σκέφτηκε και εμένα.»
Έριξε μια ματιά στον Χουάνγκ Λιν, ήρεμη, σχεδόν παρατηρητική. «Δεν είναι λίγο αυτό. Δεν το κάνουν όλοι.»

   Ο μυλωνάς έσφιξε ελαφρά το ύφασμα στα γόνατά του, χωρίς να σηκώσει αμέσως το βλέμμα.
«Οι νεαρές…» είπε χαμηλά, «δεν μένουν. Γρήγορα αλλάζουν. Γρήγορα εντυπωσιάζονται από κάτι καινούριο… και μετά το ίδιο γρήγορα το αφήνουν πίσω.»

   Ο Γιούν-Τσεν χαμογέλασε αχνά. «Ναι… αλλά αυτή δείχνει διαφορετική. Δείχνει να αγαπά τον τόπο της, να αγαπά τον νερόμυλο… να αγαπά τον μυλωνά. Θέλει να είναι εδώ, συνέχεια. Πόσο μπορεί να αλλάξει κάποιος που θέλει να ανήκει κάπου;»

    Σιωπή απλώθηκε ανάμεσά τους για λίγο. Ο Χουάνγκ Λιν σήκωσε επιτέλους το βλέμμα του. «Κι εσύ;» τον ρώτησε. «Τι πιστεύεις;»

   Ο Γιούν-Τσεν δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε τη φωτιά. «Πιστεύω πως όταν κάποιος θέλει να μείνει, δεν είναι ποτέ τυχαίο. Αλλά…» έκανε μια μικρή παύση, «αν εσύ σκέφτεσαι να φύγεις και δεν θέλεις δεσμεύσεις… τότε…»

   Ο Χουάνγκ Λιν χαμήλωσε το βλέμμα. Οι λέξεις έμειναν να αιωρούνται μέσα στη ζεστασιά της φωτιάς. Παραδέχτηκε τελικά. «Ξέρω τι είχα.» Σιώπησε, σαν να ζύγιζε τις λέξεις. «Και δεν ξέρω αν αξίζει να το ξαναπιάσω από την αρχή.»

   Ο Γιούν-Τσεν έγνεψε αργά. «Τουλάχιστον είναι καλό που δεν αποφασίζεις βιαστικά.»

   Ο μυλωνάς αναστέναξε, κοιτάζοντας προς τη θύρα όπου ακουγόταν το νερό. Η παλιά του ζωή…
Ήταν ακόμη εκεί, σαν κάτι που τον περίμενε υπομονετικά. Κι όμως, για πρώτη φορά, δεν ήταν σίγουρος αν ήθελε να επιστρέψει.

   Τις επόμενες μέρες, ο πόνος άρχισε να υποχωρεί, αλλά ποτέ δεν έφυγε. Όταν η υγρασία γέμιζε τον αέρα ή το κρύο που έμπαινε από τις χαραμάδες του μύλου, το πόδι του αντιδρούσε. Ένα βαθύ τράβηγμα, σαν να ξυπνούσε κάτι θαμμένο μέσα στην άρθρωση, τον έκανε να σφίγγει τα δόντια. Ο Χουάνγκ Λιν το πρόσεξε, αλλά δεν είπε τίποτα. Μονάχα έγνεφε, σαν να καταλάβαινε πως κάποια πράγματα δεν γιατρεύονται, μόνο μαθαίνει κανείς να τα αντέχει.

   Στην πέμπτη μέρα, με τη βοήθεια του μυλωνά, κατάφερε να καθίσει. Την έκτη, να στηριχθεί για λίγες στιγμές στα πόδια του. Στην έβδομη, έκανε τα πρώτα του βήματα, αργά, άνισα, με το σώμα να αντιδρά σε κάθε κίνηση. Κι από τότε, δεν περπάτησε ποτέ ξανά όπως πριν. Το πρόβλημα στο βάδισμά του γινόταν πιο έντονο όταν έπιανε το κρύο, και λιγότερο αισθητό όταν η ζέστη μαλάκωνε το σώμα του. Μα πάντα ήταν εκεί, σαν υπενθύμιση, σαν αποτύπωμα της στιγμής που το ψέμα του έγινε αλήθεια.

   Οι στρατολόγοι των Τσινγκ επέστρεψαν χωρίς προειδοποίηση, όπως συνήθιζαν. Η σκόνη από τα άλογά τους σηκώθηκε προτού ακόμα φανεί καθαρά η φιγούρα τους στην αυλή του νερόμυλου. Ο Γιούν-Τσεν είδε το λευκό του άλογο, πήγε να το χαϊδέψει αλλά μετά σταμάτησε. Στάθηκε εκεί, δουλεύοντας, με το βάδισμά του να φανερώνει μόνο του την ιδιαιτερότητά του, μια ανεπαίσθητη αστάθεια, αρκετή όμως για να τραβήξει το βλέμμα.

   Ο επικεφαλής του αποσπάσματος τον παρατηρούσε σιωπηλός, από την κορφή ως τα νύχια, σαν να ζύγιζε κάθε του κίνηση. Έκανε ένα νεύμα σε έναν από τους άντρες του και, χωρίς πολλά λόγια, έδειξε προς τον Γιούν-Τσεν.

   «Πήγαινε σε εκείνο το σακί,» είπε κοφτά στον Γιούν-Τσεν, δείχνοντας ένα βαρύ σακί αλεύρι ακουμπισμένο δίπλα στον τοίχο. «Σήκωσέ το και φέρε το ως εδώ.» Ήταν μια απλή δοκιμασία. Καθαρή δύναμη και ισορροπία. Ο Γιούν-Τσεν έσκυψε, έπιασε το σακί και προσπάθησε να το σηκώσει. Το βάρος τον τράβηξε αμέσως προς τα κάτω. Το πόδι του λύγισε, το σώμα του έγειρε, και για μια στιγμή πάλεψε να σταθεί. Το προσπάθησε ξανά, πιο σφιχτά, πιο επίμονα, αλλά το σακί γλίστρησε από τα χέρια του και έπεσε με θόρυβο στο χώμα. Δεν είπε τίποτα. Ούτε εκείνος, ούτε οι άντρες του αποσπάσματος.

   Ο επικεφαλής γύρισε αργά προς τον Χουάνγκ Λιν, που στεκόταν λίγο πιο πίσω, σκουπίζοντας τα χέρια του στο ρούχο του. «Την προηγούμενη φορά δεν τον βρήκαμε εδώ,» είπε.

   Ο Χουάνγκ Λιν έγνεψε ήρεμα. «Σας είπα. Έρχονται και φεύγουν. Δεν αντέχουν τη δουλειά.»

   Έκανε μια μικρή παύση, κοιτώντας τον Γιούν-Τσεν χωρίς να τον προδώσει. «Κι αυτός εδώ… αν δεν είχε πεινάσει, δεν θα ξαναρχόταν.»

   Οι στρατολογητές απομακρύνθηκαν από τον νερόμυλο αφήνοντας πίσω τους μόνο το ίχνος της σκόνης και μια βαριά σιωπή που άργησε να διαλυθεί. Ο ήχος του νερού φάνηκε ξανά πιο καθαρός, σαν να είχε κρατηθεί κι εκείνος για λίγο.

   Ο Χουάνγκ Λιν γύρισε αργά προς τον Γιούν-Τσεν. «Δεν χρειάζεται πια να κρύβεσαι,» είπε ήρεμα. «Τώρα μπορείς να γυρίσεις στο σπίτι σου, στο Λο Τζιανγκ.»

    Ένα ίχνος έκπληξης πέρασε από το πρόσωπο του Γιούν-Τσεν. «Πώς το ξέρεις;»

   «Έρχεται κάποιος,» του είπε. «Λέγεται Χουάνγκ Τζιν.»

   Ο Γιούν-Τσεν σάστισε ελαφρά.

«Ρωτά για σένα,» συνέχισε ο Χουάνγκ Λιν. «Αφήνει και μερικές φορές λίγο φαγητό. Δεν έχει πει το όνομά σου, αλλά από τις ερωτήσεις του καταλαβαίνει κανείς.»

   Ο Χουάνγκ Λιν έστρεψε ξανά το βλέμμα του στον Γιούν-Τσεν, πιο σταθερά αυτή τη φορά. «Όταν ξανάρθει,» είπε, «να του πεις να σε πάρει πίσω. Τώρα δεν υπάρχει φόβος.»

 

 

 

 

η επιστροφή του εξαφανισμένου γιου

   Ο Χουάνγκ Τζιν έφτασε στον νερόμυλο χωρίς φασαρία. Στάθηκε στην άκρη της αυλής, κοιτώντας πρώτα το νερό που έτρεχε, ύστερα τον ίδιο τον μύλο, και στο τέλος τον Γιούν-Τσεν που δούλευε σκυφτός, με το σώμα του να κουβαλά ακόμη τα σημάδια εκείνης της πτώσης. Δεν μίλησε αμέσως. Έβγαλε μόνο το βλέμμα του, σαν να μετρούσε τον χρόνο που είχε περάσει.

   «Ήρθε η ώρα να γυρίσεις,» είπε τελικά, με φωνή χαμηλή.

   Ο Γιούν-Τσεν σταμάτησε. Για μια στιγμή δεν αντέδρασε, σαν να μην είχε ακούσει. Ύστερα γύρισε αργά προς το μέρος του.

   Ο Χουάνγκ Τζιν έγνεψε. Έκανε ένα βήμα πιο κοντά. «Η μητέρα σου…» σταμάτησε για μια στιγμή, «περιμένει ακόμη.»

   Σιωπή απλώθηκε ανάμεσά τους. Ο νερόμυλος συνέχιζε να γυρίζει. Ο Γιούν-Τσεν χαμήλωσε το βλέμμα. Το πόδι του κινήθηκε ελαφρά, η αστάθεια φάνηκε για μια στιγμή, κι ύστερα κρύφτηκε ξανά μέσα στη στάση του.

   «Δεν είμαι πια ο ίδιος,» είπε.

   Ο Χουάνγκ Τζιν τον κοίταξε χωρίς να κρίνει.
«Κανείς δεν είναι.»

   Έμειναν έτσι για λίγο, μέχρι που ο Χουάνγκ Τζιν έλυσε το σακίδιο που κουβαλούσε στον ώμο του. Το άφησε στο έδαφος.

«Έφερα λίγο φαγητό,» είπε. «Και δρόμο.»

   Ο Χουάνγκ Λιν, που στεκόταν πιο πίσω, δεν παρενέβη. Μονάχα παρατηρούσε, με εκείνη τη σιωπηλή κατανόηση που είχαν οι άνθρωποι που ξέρουν πότε κάτι τελειώνει και πότε κάτι αρχίζει.

«Νόμιζα…» άρχισε, αλλά δεν συνέχισε.

«Δεν υπάρχει τίποτα να νομίζεις πια,» είπε ο Χουάνγκ Τζιν. «Υπάρχει μόνο να γυρίσεις.»

   Ο Γιούν-Τσεν έγειρε ελαφρά το κεφάλι του, σαν να ζύγιζε τις λέξεις μέσα του. Ύστερα, αργά, σήκωσε το βλέμμα.

«Τότε πάμε.»

   Ο Γιούν-Τσεν αγκάλιασε τον Χουάνγκ Λιν σαν να τον ευχαριστούσε για όλα. «Γειά σου Λίν Σάο» του είπε ο μυλωνάς. «Γιούν-Τσεν» τον διόρθωσε ο νεαρός βοηθός του. «Γειά σου Γιούν-Τσεν» ήταν το κατευόδιο του μυλωνά.

   Ο Χουάνγκ Τζιν δεν χαμογέλασε. Μονάχα γύρισε και πήρε τον δρόμο προς την έξοδο. Ο Χουάνγκ Τζιν ανέβηκε στο δικό του μουλάρι, και ο Γιούν-Τσεν στο μουλάρι που του είχε φέρει πριν καιρό ο Χουάνγκ Τζιν. Ο νερόμυλος έμεινε πίσω τους.
Και μαζί του, ένα κομμάτι από τη ζωή που είχε τελειώσει, κι ένα άλλο που μόλις άρχιζε να ξαναγράφεται.

   Το πατρικό σπίτι τον υποδέχτηκε με τη σιωπή που αφήνουν τα γνώριμα μέρη όταν επιστρέφεις μετά από καιρό. Η αυλή ήταν όπως την θυμόταν,  το χώμα πατημένο, οι τοίχοι χαμηλοί, η μυρωδιά της γης και του ρυζιού που στέγνωνε στον ήλιο.

   Η μητέρα του, η Σιού-Λαν, στεκόταν στην πόρτα πριν προλάβει καν να φωνάξει το όνομά του. «Γιούν-Τσεν…» είπε και η φωνή της έσπασε ελαφρά.

   Τον πλησίασε γρήγορα, τον άγγιξε στο πρόσωπο, στα χέρια, σαν να βεβαιωνόταν πως ήταν αληθινός. Έπειτα τον αγκάλιασε σφιχτά. «Γύρισες…» ψιθύρισε.

   Ο Γιούν-Τσεν δεν απάντησε αμέσως. Έμεινε μέσα στην αγκαλιά της για λίγο, αφήνοντας το βάρος να πέσει.

«Ο πατέρας μου;» ρώτησε τελικά.

   «Στα χωράφια,» είπε η Σιού-Λαν. «Και ο Μινγκ-Τάο μαζί του.»

   Τον οδήγησε μέσα, δίπλα στο χαμηλό τραπέζι, και τον έβαλε να καθίσει. Τα χέρια της δεν έμεναν ακίνητα, του έφερε νερό, τον κοίταζε συνεχώς, σαν να φοβόταν μήπως χαθεί ξανά αν πάψει να τον προσέχει. «Πού κρυβόσουν όλο αυτόν τον καιρό;» ρώτησε ήσυχα.

   Ο Γιούν-Τσεν πήρε μια ανάσα. «Στην αρχή… με έκρυψε η γεροντοκόρη, η Λιάν-Χουά,» είπε. «Στην αποθήκη της. Δεν έβγαινα παρά μόνο τη νύχτα.»

   Η Σιού-Λαν έγνεψε, με τα μάτια χαμηλωμένα, θέλοντας ίσως να προσπεράσει γρήγορα αυτό το ζήτημα.  «Κι ύστερα;»

   «Μετά με έστειλε στο νερόμυλο,» συνέχισε. «Δίπλα στον Χουάνγκ Λιν.»

   «Και πώς ήταν εκεί;» ρώτησε εκείνη.

   Ο Γιούν-Τσεν έμεινε για λίγο σιωπηλός, σαν να διάλεγε τις εικόνες που θα της έδινε. «Ο μύλος δεν σταματούσε ποτέ,» είπε. «Το νερό έτρεχε μέρα και νύχτα. Και ο Χουάνγκ Λιν…» χαμογέλασε ελαφρά, «ήταν άνθρωπος που μιλούσε λίγο, αλλά έβλεπε πολλά.»

   Η Σιού-Λαν τον άκουγε προσεκτικά.

   «Με προστάτευσε,» συνέχισε ο Γιούν-Τσεν. «Και όταν ήρθαν οι στρατολογητές… είπε όσα έπρεπε να ειπωθούν.»

   Η μητέρα του σκούπισε τα μάτια της με το μανίκι της.

   «Κι εσύ; Πώς άντεξες;»

Ο Γιούν-Τσεν κοίταξε για μια στιγμή το πάτωμα.

«Έμαθα να περιμένω,» είπε. «Και να αντέχω.»

   Η Σιού-Λαν δεν άφησε τη σιωπή να κρατήσει για πολύ. «Την πηγή με τη λίμνη… τη βρήκες;»

   Ο Γιούν-Τσεν έγνεψε. «Ναι. Ευτυχώς. Έστησα εκεί μια πρόχειρη καλύβα και πέρασα αρκετές μέρες.» Έκανε μια μικρή παύση. «Τα βράδια κατέβαινα στον νερόμυλο.»

   Η μάνα του τον κοίταξε πιο προσεκτικά.
«Δεν πιστεύω να μπήκες στο νερό…» είπε με μια δόση ανησυχίας.

   Ο Γιούν-Τσεν χαμήλωσε το βλέμμα για μια στιγμή και έπειτα απάντησε ήρεμα:
«Όχι.»

   Η Σιού-Λαν έγνεψε αργά, σαν να δέχτηκε την απάντηση χωρίς να την εξετάσει περισσότερο, και συνέχισε: «Ήρθε κανείς εκεί; Στη λίμνη… για να λουστεί; Καμιά γυναίκα;»

   Ο Γιούν-Τσεν δεν δίστασε αυτή τη φορά.
«Όχι,» είπε. «Τουλάχιστον… όσο ήμουν εγώ εκεί.»

Έκανε μια μικρή παύση, πριν προσθέσει «Αλλά δεν έμενα πάντα εκεί. Έφευγα. Πήγαινα για κυνήγι.»

   Η Σιού-Λαν τον παρατήρησε για λίγο ακόμη, χωρίς να μιλά. Έπειτα έστρεψε το βλέμμα της αλλού, σαν να ταίριαζαν τα λόγια του με όσα ήθελε να πιστέψει. Η Σιού-Λαν άφησε ένα μικρό αναστεναγμό και, σαν να θυμήθηκε κάτι ακόμη, συνέχισε: «Ξέρεις… έχει επιστρέψει και η αδελφή του πατέρα σου, η Λαν-Ρονγκ.»

   Ο Γιούν-Τσεν σήκωσε τα μάτια του. «Δεν την θυμάμαι.»

   Η μητέρα του έγνεψε. «Φυσικά. Ήσουν πολύ μικρός όταν παντρεύτηκε.»

   Έκανε μια παύση και συνέχισε, χαμηλώνοντας τη φωνή της. «Ήρθε τις μέρες του γάμου του αδελφού σου, του Γκουάν-Σεν.» Σταμάτησε για λίγο. «Δεν έχουμε πει ακόμη σε κανέναν πως είναι η αδελφή του πατέρα σου.»

   Ο Γιούν-Τσεν συνοφρυώθηκε ελαφρά, αλλά δεν μίλησε.

   «Περίεργη κοπέλα,» συνέχισε η Σιού-Λαν. «Άλλοτε τρώει μαζί μας, άλλοτε μας αποφεύγει. Της αρέσει να δουλεύει στα χωράφια, όπως όταν ήταν μικρή.» Έγνεψε προς το βάθος της αυλής. «Την βάλαμε στον ξενώνα.»

   Έπειτα τον κοίταξε με μια μικρή, σχεδόν απολογητική έκφραση. «Άδικα τον έφτιαξες για σένα. Τώρα θα υποχρεωθείς να μένεις μαζί μας στο κεντρικό οίκημα…» Έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε πιο ήπια: «…εκτός αν φτιάξεις κάτι καινούργιο για σένα, στην αυλή.»

   Έξω, στον δρόμο, ακούστηκε ένας ήχος, τα βήματα ανθρώπων που επιστρέφουν από τα χωράφια. Η Σιού-Λαν σήκωσε το κεφάλι. «Έρχονται…» είπε χαμηλά.

   Σε λίγο ακούστηκε από την αυλή και η φωνή του Μα Σιούν μαζί με εκείνη του Μινγκ-Τάο. Η πόρτα άνοιξε και οι δύο άντρες μπήκαν, φέρνοντας μαζί τους τη μυρωδιά της γης και της δουλειάς.

   Οι τυπικές φιλοφρονήσεις, οι αγκαλιές τέλειωσαν γρήγορα. Μα κάτω από την επιφάνεια, το βλέμμα του Μα Σιούν είχε ήδη καρφωθεί στον Γιούν-Τσεν. «Μου είπαν ότι κουτσαίνεις,» είπε τελικά, η φωνή του σταθερή. «Είναι αλήθεια ή υποκρίνεσαι;»

   Ο Γιούν-Τσεν δεν δίστασε. «Είναι αλήθεια,» απάντησε. «Έπεσα στο νερόμυλο που δούλευα τα βράδια. Δεν είχε πολύ φως, δεν πρόσεξα… και δεν έφτανε μόνο αυτό—» έκανε μια μικρή παύση «—μου έπεσε κι ένα βαρύ σακί από πάνω.»

   Ο Μινγκ-Τάο, έγνεψε αργά. «Τουλάχιστον θα αποφύγεις τις περιπολίες των Τσινγκ,» είπε. Η φωνή του είχε μια ξηρή, πρακτική χροιά.

   «Γυναίκα είναι… γραπτό σε αυτό το σπίτι να μην τρώμε ποτέ όλοι μαζί,» είπε ο Μα Σιούν με μια πικρή σχεδόν ειρωνεία. «Μία έλειπε ο Γιούν-Τσεν… τώρα που ήρθε, λείπει και ο πρωτότοκός σου, ο Γκουάν-Σεν.»

    Η Σιού-Λαν αναστέναξε. «Αφού είναι παντρεμένος,» είπε. «Τι θέλεις; Να αφήνει τη γυναίκα του και να έρχεται να τρώει μαζί μας;»

   Ο Μα Σιούν κούνησε το κεφάλι. «Δεν είπαμε αυτό. Αλλά κάπου-κάπου καλό είναι να μας θυμάται.»

   Η Σιού-Λαν απάντησε «Έρχεται η γυναίκα του και με βλέπει… και μου φτάνει αυτό.»

Για μια στιγμή, η κουβέντα μαλάκωσε.

   «Δεν θα φωνάξουμε τη θεία του, τη Λαν-Ρονγκ;» ρώτησε ο Μα Σιούν, κοιτώντας γύρω.

   «Η Λαν-Ρονγκ είχε πονοκέφαλο… ξέρεις, από εκείνους που την πιάνουν πότε πότε και δεν θέλει να δει κανέναν.»

   Ο Μα Σιούν έγνεψε χωρίς να επιμείνει. Η κουβέντα δεν χρειάστηκε να συνεχιστεί. Ο Γιούν-Τσεν άκουγε σιωπηλός, παρατηρώντας την οικογένεια που ξαναμαζευόταν γύρω του, όχι πια όπως την θυμόταν.

 

 

μια εργοδότρια αναζητά τον εργάτη της

    Η αυλή του νερόμυλου ήταν βουτηγμένη στην υγρασία. Ο τροχός γύριζε αργά, με έναν μονότονο ήχο που έμοιαζε να μετρά τον χρόνο. Ο Χουάνγκ Λιν στεκόταν σκυφτός, με τα χέρια γεμάτα αλεύρι, όταν άκουσε τα βήματα πίσω του. Δεν χρειάστηκε να γυρίσει για να καταλάβει ποια ήταν. Η Λιάν-Χουά στάθηκε στην είσοδο, ντυμένη προσεγμένα, σαν να μην άγγιζε ποτέ η σκόνη τα ρούχα της. Το βλέμμα της περιηγήθηκε στον χώρο, ψυχρό και υπολογιστικό. «Ο Γιούν-Τσεν έφυγε», είπε χωρίς πρόλογο.

   Ο Χουάνγκ Λιν κατάπιε. «Ναι… κυρία. Έφυγε πριν λίγες μέρες.»

«Χωρίς να ειδοποιήσει.»

Δεν ήταν ερώτηση.

   «Δεν… δεν πρόλαβε, ίσως—»

   «Πού πήγε;»

   Η φωνή της ήταν χαμηλή, αλλά κοφτερή σαν λεπίδα. Ο μυλωνάς δίστασε, σκούπισε τα χέρια του στο πανί της μέσης του. «Στο… στο Λο Τζιάνγκ. Στην οικογένειά του.»

    Για μια στιγμή, μόνο ο ήχος του νερού ακούστηκε. Η Λιάν-Χουά έκανε ένα βήμα πιο κοντά. «Θα τον φέρεις πίσω.»

   Ο Χουάνγκ Λιν σήκωσε απότομα το κεφάλι. «Εγώ; »

   «Θα του στείλεις μήνυμα. Θα του πεις πως ο μύλος πνίγεται στη δουλειά. Πως τον χρειαζόμαστε.»

   «Κυρία… αν δεν θέλει να επιστρέψει…»

   Εκείνη χαμογέλασε ελαφρά. Όχι με καλοσύνη.

«Τότε θα βεβαιωθείς ότι θα θέλει.»

Ο μυλωνάς ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται.    «Και αν… αν δεν μπορέσω να τον βρω;»

   Η Λιάν-Χουά γύρισε αργά γύρω από τον χώρο, αγγίζοντας αφηρημένα το ξύλο του μύλου. «Όλοι ξέρουν το Λο Τζιάνγκ. Δεν είναι πόλη για να χαθεί κάποιος.»

«Και ο μύλος;»

   «Θα κλείσει για λίγες μέρες».

   «Μα τί θα του πώ;»

   «Παρακάλεσέ τον, πες του ότι τον χρειάζεσαι, μόνο για λίγες μέρες. Μετά μπορεί και  πάλι να φύγει. »

«Θα κάνω ό,τι μπορώ. Κι αν δεν τον πείσω;»

   «Ξέρεις σε ποιον ανήκει αυτό το μέρος, έτσι δεν είναι;»

Ο Χουάνγκ Λιν δεν απάντησε.

   «Ο πατέρας μου, ο Τσεν Γιουνσάν, σου το παραχώρησε. Ή μήπως το ξέχασες;»

Η φωνή της έγινε πιο χαμηλή.

«Χάρη στη γενναιοδωρία του έχεις στέγη. Έχεις δουλειά. Έχεις… καταφύγιο.»

Ο μυλωνάς κατέβασε το βλέμμα.

«Αν δεν φέρεις πίσω τον Γιούν-Τσεν…» συνέχισε, «θα πρέπει να βρω κάποιον πιο… αξιόπιστο για να φροντίζει τον μύλο.»

   Η απειλή αιωρήθηκε στον αέρα, πιο βαριά κι από την υγρασία. Για λίγο, κανείς δεν μίλησε.

   Ο Χουάνγκ Λιν έσφιξε τα χέρια του. «Θα… θα τον βρω.»

   Η Λιάν-Χουά ένευσε ελαφρά, σαν να είχε ήδη πάρει αυτό που ήθελε.

«Φρόντισε να το κάνεις. Αύριο κιόλας πρέπει να πας.»

   Γύρισε και έφυγε, αφήνοντας πίσω της μόνο τον ήχο του νερού και έναν άνθρωπο που ήξερε πως δεν είχε άλλη επιλογή.

   Το επόμενο πρωί, ο Χουάνγκ Λιν δεν έχασε χρόνο. Τα δύο άλογα που του είχε αφήσει η Λιάν-Χουά περίμεναν δεμένα έξω από τον νερόμυλο, ανυπόμονα σαν να ένιωθαν κι αυτά το βάρος της αποστολής. Χωρίς πολλές σκέψεις, καβάλησε το ένα και πήρε μαζί του και το άλλο για συνοδεία, σε περίπτωση που ο Γιούν-Τσεν επέστρεφε στον νερόμυλο. Η Λιάν-Χουά γνώριζε καλύτερα απ’ όλους την αδυναμία του Γιούν-Τσεν στα άλογα.

   Η απόσταση δεν ήταν μεγάλη. Ο δρόμος στένευε όσο πλησίαζε στο Λο Τζιάνγκ, ώσπου χάθηκε μέσα σε χαμηλά σπίτια και χωμάτινα μονοπάτια. Ρώτησε δυο περαστικούς και δεν άργησε να βρει το σπίτι των Μα. Στάθηκε μπροστά στην εξώθυρα και χτύπησε.

   Η πόρτα άνοιξε διστακτικά. Η Σιού-Λαν τον κοίταξε με απορία. Δεν τον είχε ξαναδεί.

«Ναι;»

   Ο Χουάνγκ Λιν έσκυψε ελαφρά το κεφάλι. «Είμαι ο μυλωνάς από τον νερόμυλο. Ψάχνω τον Γιούν-Τσεν. Έχουμε… πολύ δουλειά.»

   Η γυναίκα συνοφρυώθηκε. «Ο γιος μου μόλις γύρισε. Δεν είναι για να φεύγει ξανά.»

   Πριν προλάβει να συνεχίσει, μια σκιά φάνηκε πίσω της. Ο Γιούν-Τσεν στάθηκε στο κατώφλι, κι όταν αντίκρισε τον μυλωνά, το πρόσωπό του φωτίστηκε.

«Χουάνγκ Λιν!»

    Βγήκε έξω και τον αγκάλιασε σφιχτά. Για μια στιγμή, όλα τα υπόλοιπα έμοιαζαν να σβήνουν. Δεν είχε ξεχάσει, ούτε τη βοήθεια, ούτε τη μέρα που ο άνθρωπος αυτός στάθηκε δίπλα του όταν κανείς άλλος δεν το έκανε.

   Ο Χουάνγκ Λιν του έπιασε τους ώμους και τον κοίταξε σοβαρά.

«Πρέπει να γυρίσεις μαζί μου.»

Ο Γιούν-Τσεν τον κοίταξε σιωπηλός.

   «Σε θέλει πίσω. Για λίγες μέρες μόνο. Μετά… θα είσαι ελεύθερος ξανά.» Η φωνή του χαμήλωσε. «Κάν’ το για χάρη μου. Είπε ότι… θα με διώξει.»

   Μια βαριά σιωπή απλώθηκε.

   Η Σιού-Λαν έκανε ένα βήμα μπροστά. «Δεν θα πάει πουθενά.»

   Αλλά ο Γιούν-Τσεν δεν την κοίταξε καν. Το βλέμμα του είχε χαθεί κάπου αλλού, μακριά από το σπίτι, μακριά από το χωριό. Ήξερε. Η επιστροφή του ίσως ήταν μια λύση, πρόσκαιρη μεν, αλλά λύση.

«Θα έρθω», είπε τελικά.

   Γύρισε μέσα χωρίς άλλη κουβέντα. Πήρε τα πρόχειρα σύνεργα του κυνηγιού του, τύλιξε δυο σκεπάσματα και τα πέρασε στον ώμο του. Όταν ξαναβγήκε, δεν κοίταξε τη μητέρα του. Ο Γιούν-Τσεν ανέβηκε στο άλογο με μια αποφασιστικότητα που δεν είχε δείξει ποτέ πριν. Αυτή τη φορά δεν πήγαινε για χάρη κανενός. Ούτε για τον μυλωνά. Ούτε για τη Λιάν-Χουά. Έφευγε γιατί δεν μπορούσε να μείνει. Και καθώς τα άλογα ξεκινούσαν, αφήνοντας πίσω τους το Λο Τζιανγκ, ο δρόμος μπροστά έμοιαζε γνώριμος.

   Ο ήχος του νερού δυνάμωνε όσο πλησίαζαν. Ο νερόμυλος παρουσιάστηκε από απόσταση μπροστά τους. Μα η αυλή του δεν ήταν άδεια. Μερικοί χωρικοί είχαν ήδη φτάσει· τα σακιά τους ήταν ακουμπισμένα στο χώμα, βαριά, φουσκωμένα με σιτάρι, περιμένοντας τη σειρά τους.

   Ο Χουάνγκ Λιν κατέβηκε πρώτος από το άλογο και έριξε μια γρήγορη ματιά. Τα μέτρησε σχεδόν μηχανικά, με το μάτι ανθρώπου που είχε μάθει να υπολογίζει χωρίς λόγια. «Μέχρι το απόγευμα θα έχουμε τελειώσει», μουρμούρισε.

   Ο Γιούν-Τσεν στάθηκε δίπλα του, σιωπηλός, με το βλέμμα να περιπλανιέται για λίγο στον γνώριμο χώρο. Ο Χουάνγκ Λιν γύρισε προς το μέρος του. «Το βράδυ… είσαι ελεύθερος», είπε χαμηλά, με μια μικρή παύση που έδινε άλλο βάρος στα λόγια.

   Δεν πρόλαβαν να πουν περισσότερα. Ήχος από βήματα έκοψε την ησυχία. Ένας άντρας απίθωσε ένα σακί μπροστά τους χωρίς να χαιρετήσει.

   «Η αρχόντισσα είπε: μέχρι το βράδυ να το έχετε αλέσει.» Έδειξε με το βλέμμα του τα σακί, μα δεν σταμάτησε εκεί. «Και να της το φέρει ο βοηθός σου.»

   Η λέξη έμεινε να αιωρείται, βαριά, στοχευμένη. Ο Χουάνγκ Λιν έσφιξε τα δόντια του. «Θα γίνει.»

   Ο υπηρέτης ένευσε ελαφρά, σαν να μην περίμενε άλλη απάντηση, και γύρισε την πλάτη του για να επιστρέψει στο αρχοντικό της Λιάν-Χουά.

   Ο Γιούν-Τσεν πήγε προς τα σακιά και έσκυψε να σηκώσει το πρώτο. Το βάρος του τον τράβηξε προς τα κάτω, μα δεν διαμαρτυρήθηκε.

«Ας αρχίσουμε», είπε απλά.

   Ο τροχός του μύλου άρχισε να γυρίζει πιο γρήγορα. Το νερό έπεφτε με δύναμη, και ο γνώριμος ρυθμός της δουλειάς κάλυψε ό,τι δεν λεγόταν. Μα πίσω από κάθε κίνηση, πίσω από κάθε σακί που άδειαζε και κάθε κόκκο που γινόταν αλεύρι, υπήρχε κάτι που περίμενε. Το βράδυ. Και ό,τι θα έφερνε μαζί του.

 

 

ένας εργάτης ξαναπιάνει δουλειά

   Η νύχτα είχε απλώσει βαριά το πέπλο της πάνω από τον νερόμυλο και το μονοπάτι προς το αρχοντικό της εργοδότριάς του. Ο Γιούν-Τσεν ανέβασε με προσοχή στο άλογο το σακί με το αλεύρι, ζυγισμένο, αλλά γνώριμο. Το γνώριμο δρομολόγιο τον οδήγησε μέσα στο σκοτάδι. Δεν υπήρχαν φώτα. Κάποιος στην είσοδο του έδειξε να πάει το φορτίο στη νέα μεγάλη αποθήκη. Στο βάθος της αποθήκης, ένα αχνό φως φάνηκε να τρεμοπαίζει. Κρατώντας μια λάμπα στα χέρια της, η Λιάν-Χουά στεκόταν εκεί. Το φως έπεφτε πάνω της και αποκάλυπτε κάτι που δεν είχε παρατηρήσει ο εργαζόμενός της πιο πριν. Οι μαστοί της ήταν ελαφρώς πιο εύρωστοι, το πρόσωπό της έλαμπε με μια απαλή σφριγηλότητα, σαν να είχε αποκτήσει μια ήπια λάμψη από μέσα, και η κοιλιά της φαινόταν ελαφρώς πιο στρογγυλεμένη κάτω από τα ρούχα της κρύβοντας ένα μυστικό που μόλις άρχιζε να παίρνει μορφή.

   Μόλις αντίκρισε τον Γιούν-Τσεν, η έκφρασή της μαλάκωσε. «Συγχώρεσέ με που δεν ήρθα όταν χτύπησες», είπε χαμηλόφωνα, η φωνή της γεμάτη τρυφερότητα και ελαφρά ντροπή. «Δεν μπορούσα… ήταν ο άντρας μου εδώ. Ελπίζω να επανορθώσω.»

   Χωρίς άλλη κουβέντα, τον αγκάλιασε. Η ζεστασιά της ήταν πιο βαριά από το φως της λάμπας, πιο σταθερή από τον ίδιο τον αέρα γύρω τους. Ο Γιούν-Τσεν ένιωσε το βάρος της νύχτας να πέφτει πίσω τους· το φορτίο του αλευριού, η αποθήκη, αφήνοντας μόνο αυτό που υπήρχε ανάμεσά τους: ένα σιωπηλό, βαθύτατο δέσιμο, που ούτε η νύχτα ούτε ο χρόνος μπορούσαν να αγγίξουν. Μου έλειψες του εξομολογήθηκε η εργοδότριά του. Εκείνος δεν της απάντησε. Τώρα θα λείπεις και στους δυο μας, του είπε και έφερε το χέρι του μαλακά πάνω από την κοιλιά της. Έχουμε λίγες νύχτες ακόμη. Αυτή την φορά δεν θα λείψει πολύ ο Τσάο.

   Μετά από αυτές τις λίγες νύχτες της επιστροφής του εργάτη στην εργασία του ο Γιούν-Τσεν δεν έφυγε. Αποφάσισε να μείνει στο νερόμυλο. Τώρα δεν κρυβόταν από τους στρατολογητές των Τσινγκ, τώρα κρυβόταν, χωρίς να το ξέρει, από αυτό με το οποίο δεν έπρεπε να συναντηθεί.

 

 

 

Λιού-Γιέν: μια γυναίκα στο νερόμυλο

    Το μεσημέρι ο ήλιος είχε ψηλώσει στον ουρανό όταν η Λιού-Γιέν πλησίασε τον νερόμυλο. Το άλογο τράνταζε στα χωμάτινα μονοπάτια και η σκόνη ανέβαινε γύρω της, αλλά εκείνη δεν φαινόταν να την ενοχλεί. Είχε ακούσει για αυτόν τον μύλο από την Τανγκ-Σου, μια περιπλανώμενη εργάτρια της γης που της είχε διηγηθεί πως εδώ υπήρχε ένας νεαρός βοηθός, ένας μυλωνάς που έκανε καλά τη δουλειά του και το κυριότερο η Τανγκ-Σου είχε ζήσει εκεί μια έντονη νύχτα στο δάσος των κερασιών.

   Η Λιού-Γιέν ήθελε να δει αν οι ιστορίες ήταν αλήθεια ή υπερβολές∙ αν ο μύλος και οι άνθρωποι ήταν όπως της είχαν πει. Ήταν σχετικά νέα, τα μάτια της γυάλιζαν από περιέργεια, αλλά η έκφρασή της έμενε συγκρατημένη, σαν να είχε μάθει να μη φανερώνει εύκολα ό,τι σκεφτόταν.

   Έφτασε πάνω σε μια μικρή, μονήλατη άμαξα, ελαφριά και προσεγμένη, που την οδηγούσε η ίδια με σιγουριά. Το άλογο ήταν καλοθρεμμένο, με γυαλιστερό τρίχωμα, και τα γκέμια του καθαρά, χωρίς φθορές. Λίγο πιο πίσω ακολουθούσε ένας υπηρέτης, σκυφτός αλλά προσεκτικός, οδηγώντας ένα μουλάρι φορτωμένο με διπλωμένα κλινοσκεπάσματα, ένα ξύλινο κιβώτιο δεμένο με σχοινί και δύο υφασμάτινους σάκους που δεν έμοιαζαν με ταπεινά υπάρχοντα χωρικών.

   Όταν η άμαξα σταμάτησε στην αυλή, εκείνη κατέβηκε αργά, χωρίς βιασύνη, σαν να είχε συνηθίσει να την περιμένουν. Το ρούχο της δεν ήταν φανταχτερό, μα το ύφασμα έπεφτε βαρύ και καθαρό, χωρίς μπαλώματα ή ξεθώριασμα. Τα μανίκια της ήταν μακριά και τακτοποιημένα, και η ζώνη της δεμένη με φροντίδα που δεν συναντούσε κανείς εύκολα σε γυναίκες του χωριού.

   Τα μαλλιά της ήταν το πιο παράξενο απ’ όλα: μαζεμένα ψηλά και στερεωμένα με επιμέλεια, όχι απλώς δεμένα πίσω όπως των άλλων γυναικών, αλλά δουλεμένα σε περίτεχνη κόμμωση, με λίγες διακριτικές φουρκέτες που έπιαναν το φως όταν γύριζε το κεφάλι της. Δεν υπήρχε τίποτα κραυγαλέο, κι όμως όλη της η όψη έδινε την αίσθηση ανθρώπου που είχε ζήσει αλλού, ανάμεσα σε τάξη και άνεση.

   Ο υπηρέτης δεν μίλησε· στάθηκε λίγο πιο πίσω, κρατώντας το μουλάρι, περιμένοντας οδηγίες.

Ο υπηρέτης δεν μίλησε∙ στάθηκε λίγο πιο πίσω, κρατώντας το μουλάρι, μα το βλέμμα του πήγαινε διαρκώς από το φορτίο στην άμαξα της κυρίας του. Έλεγξε σιωπηλά τα δεσίματα, πλησίασε μισό βήμα για να ισιώσει το γκέμι του αλόγου και ύστερα στάθηκε πάλι στη θέση του, έτοιμος να επέμβει πριν καν του δοθεί εντολή. Η παρουσία του και μόνο αρκούσε για να καταλάβει κανείς πως η Λιού-Γιέν δεν ήταν μια περαστική χωριατοπούλα.

   Ο μυλωνάς και ο βοηθός του είχαν σταματήσει τη δουλειά τους. Δεν την κοίταζαν επίμονα, μα ούτε και μπορούσαν να πάρουν τα μάτια τους από πάνω της. Δεν ήταν μόνο η άμαξα ή το ζώο — ήταν ο τρόπος που στεκόταν, η ησυχία με την οποία κοίταζε τον χώρο, σαν να ζύγιζε κάθε λεπτομέρεια πριν μιλήσει.

   Η Λιού-Γιέν άφησε το βλέμμα της να περάσει από τη μυλόπετρα, στα σακιά, στους άντρες. Για μια στιγμή δεν είπε τίποτα. Κι αυτή η μικρή σιωπή έκανε την παρουσία της ακόμη πιο αισθητή, σαν να είχε φέρει μαζί της έναν άλλο αέρα που δεν ταίριαζε με τη σκόνη και την υγρασία του μύλου.

   Ο χώρος ήταν γνώριμος από τα λόγια της Τανγκ-Σου, και κάθε λεπτομέρεια — οι δοκοί του νερόμυλου, ο ήχος του νερού, τα σακιά με τα δημητριακά — της έδινε επιβεβαίωση. Τα πάντα ήταν όπως της είχαν πει.

    Η Λιού-Γιέν στάθηκε για μια στιγμή και κοίταξε γύρω της, σαν να χρειαζόταν να συγκρατήσει την πρώτη εντύπωση. Είχε προπορευτεί από τους άλλους κατά μια ολόκληρη μέρα δρόμο, όχι από ανυπομονησία, μα από μια σιωπηλή ανάγκη να απομακρυνθεί. Πίσω της ερχόταν μια μικρή συντροφιά ανθρώπων συνηθισμένων στην άνεση και την αργή ζωή, άμαξες πιο στολισμένες, γέλια που θα ακούγονταν από μακριά, συνομιλίες ελαφριές, χωρίς το βάρος της δουλειάς.

   Κατευθύνονταν προς μια γιορτή που θα κρατούσε μέρες —έναν γάμο μεγάλου σπιτιού, με μουσικούς, τραπέζια στρωμένα ως αργά τη νύχτα και θεάματα που δεν προορίζονταν για μάτια κουρασμένα από τον μόχθο. Ήταν από εκείνες τις περιστάσεις όπου οι άνθρωποι του κόπου δεν είχαν θέση, όχι γιατί τους την αρνούνταν κανείς ανοιχτά, αλλά γιατί ο ίδιος ο τρόπος της διασκέδασης τούς κρατούσε μακριά.

    Η Λιού-Γιέν όμως δεν φαινόταν να ανήκει πραγματικά σ’ αυτό το ρεύμα ευθυμίας. Είχε αφήσει πίσω της τον θίασο της ευφορίας εσκεμμένα, ίσως γιατί την κούραζε, ίσως γιατί δεν ήθελε να χαμογελά εκεί που περίμεναν να χαμογελάσει. Ίσως, ακόμη, γιατί ήθελε για λίγο να ξεφύγει από το βλέμμα εκείνου που χρηματοδοτούσε το ταξίδι της και, κάθε της κίνηση.

   Είχαν συμφωνήσει να ξανασυναντηθούν το επόμενο πρωί, στο μικρό ιερό του Τσιέν Γκουαν, προστάτη των δρόμων και των ταξιδιωτών, κοντά στο Τσιουτζιά, εκεί όπου υψωνόταν ένας ταπεινός βωμός και παράλληλα ένας μικρός χώρο αφιερωμένος στον Γκουάν Γιου, προστάτη των ερωτευμένων. Αυτός ήταν ο φανερός σκοπός του ταξιδιού της: να αφήσει ένα τάμα, να ανάψει θυμίαμα και να δείξει το πρόσωπό της όπως όφειλε, μα ίσως και να ψιθυρίσει την επιθυμία της να βρει λίγη ελευθερία μέσα από τα δεσμά του έρωτα και των σχέσεων.

   Ήξερε πως, όταν θα έφταναν για να συνεχίσουν όλοι  μαζί την πορεία τους, ο τόπος θα γέμιζε πάλι φωνές και κίνηση. Γι’ αυτό και στάθηκε λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν, παίρνοντας μια ανάσα ησυχίας πριν την προλάβουν.

   Η Λιού-Γιέν ρώτησε ευγενικά τον μυλωνά, αν θα μπορούσαν να αφήσουν εκεί την άμαξα και τα πράγματά τους για να διανυκτερεύσουν. Ο Χουάνγκ Λιν της απάντησε με ηρεμία, αλλά και μια διάθεση φιλοξενίας: «Νερό υπάρχει, και χώρος επίσης —για εσάς και για τον άνθρωπό σας— μέσα στον μύλο, αν δεν σας ενοχλεί η μυρωδιά από το άλεσμα». Ο βοηθός, χωρίς να μιλήσει, πλησίασε τα ζώα, τα τάισε γρήγορα με λίγο χορτάρι που είχε φυλάξει, και φρόντισε να ελέγξει τα δεσίματα.

   «Υπάρχει εδώ κοντά ένας βωμός του Τσιέν Γκουαν, προστάτη των δρόμων», είπε η Λιού-Γιέν, και ο Χουάνγκ Λιν χαμογέλασε ελαφρά. «Δεν είναι μακριά. Κατηφορίζοντας θα τον βρείτε. Πάει κανείς και με τα πόδια. Να φαίνεται από εδώ», της είπε, δείχνοντας με το χέρι του το σημείο ανάμεσα στα δέντρα όπου το φως έπεφτε πάνω στο ταπεινό ιερό.

   Χωρίς να μιλήσει άλλο, η Λιού-Γιέν ξεκίνησε μόνη, αφήνοντας πίσω την άμαξα και τον υπηρέτη της. Καθώς περπατούσε κατά μήκος του μικρού μονοπατιού, η σιωπή του δάσους την περιέβαλλε, και κάθε βήμα της φαινόταν σαν να τη φέρνει πιο κοντά σε έναν άλλο κόσμο, πιο προσωπικό, πιο δικό της. Όταν έφτασε στον βωμό, στάθηκε για λίγο μπροστά στον ταπεινό ξύλινο ναό, με το κεφάλι ελαφρώς σκυμμένο. Τα χέρια της ένωσαν με σεβασμό και αργά, και το σώμα της έφερε μια υπόκλιση που δεν ήταν μόνο τελετουργική, αλλά και εσωτερική, σαν να έθετε εκεί όλα όσα ήθελε, όλα όσα φοβόταν να πει με λέξεις.

   Ανάβοντας λίγο θυμίαμα, άφησε τις πρώτες φλόγες να ξεκινήσουν το ταξίδι τους στον αέρα. Κι ύστερα μίλησε σιγανά, με φωνή που μόλις έφτανε στα αυτιά των περαστικών ανέμων: ζήτησε από τον Γκουάν Γιου, προστάτη των ερωτευμένων και των δεσμών, να επιστρέψει κοντά της ο άντρας που την είχε αφήσει, να επανορθώσει το χάσμα που άφησε πίσω του. Δεν ήταν απαίτηση ούτε εντολή· ήταν ικεσία, ευγενική αλλά γεμάτη επίγνωση της δύναμης των θεών και της τρωτής ανθρώπινης καρδιάς.

   Κάθισε εκεί για λίγο, αφήνοντας τα χέρια της να ακουμπήσουν τον βωμό, και ένιωσε την ψυχή της να απλώνεται στην ανοιχτή γη, ανάμεσα στο φως του ηλιοβασιλέματος και τη μυρωδιά από το θυμίαμα. Η προσευχή της ήταν λεπτή, υπόγεια, σαν ψίθυρος σε έναν κόσμο όπου η αγάπη και η τύχη διασταυρώνονται με τις αποφάσεις των ανθρώπων.

   Η Λιού-Γιέν στάθηκε για λίγο δίπλα στον βωμό, αφήνοντας τη μυρωδιά του θυμιάματος να απλωθεί γύρω της, και η σκέψη της ταξίδεψε πίσω στον καιρό που η ζωή της είχε αλλάξει για πάντα. Όταν παντρεύτηκε τον ευκατάστατο άντρα της, δεν τον γνώριζε όπως θα έπρεπε· ήταν μια συμφωνία που τη δελέασε η οικογένεια, η κοινωνική θέση και η ασφάλεια. Σιγά-σιγά, όμως, αποκάλυψε ο ίδιος τον πραγματικό του χαρακτήρα: την αγάπη του για τα πειράγματα, τις μικρές γιορτές, τα αστεία και τις μιμήσεις. Η διάθεσή του να μιμείται γυναικείους τύπους, να παίζει με τα λόγια και να φτιάχνει χαρούμενη ατμόσφαιρα, δημιούργησε έναν περίεργο, σχεδόν «λευκό» δεσμό ανάμεσά τους, ένα γάμο που δεν ήταν καθαρά σωματικός, αλλά γεμάτος αμοιβαία ανεκτικότητα. Εκείνος της άφηνε χώρο, και εκείνη έκανε πως δεν έβλεπε· όπως δύο ξένοι που μοιράζονται μια οικεία συνήθεια χωρίς να μιλούν πολύ για τα βαθύτερα πάθη τους.

   Θυμόταν ακόμη τη σκηνή εκείνη της αποκάλυψης, σαν να είχε τραβηχτεί για λίγο η αυλαία πάνω σε μια κρυφή πλευρά της ζωής τους.  Καθώς ανέβαινε τα σκαλιά του διαδρόμου, κάτι την έκανε να σταματήσει· μια ανεπαίσθητη κίνηση, ένας ψίθυρος γέλιου που δεν θα έπρεπε να ήταν εκεί. Με αθόρυβα βήματα πλησίασε την πηγή του ήχου και τότε τον είδε. Ο άντρας της, πάντα κομψός, είχε αφήσει στην άκρη τις συνήθειες της δημόσιας ζωής του και είχε ενδώσει σε μια εκκεντρική, παιχνιδιάρικη μεταμόρφωση. Μιμούνταν γυναικείους τύπους, έπαιζε με αξεσουάρ και κοσμήματα, γελούσε με την ίδια του την εικόνα. Ήταν μια στιγμή που κανένας επισκέπτης δεν θα έπρεπε να δει· κι όμως η Λιού-Γιέν είχε μπει στην κάμαρά του χωρίς να χτυπήσει.

   Η έκπληξη στα μάτια της τον έκανε να γυρίσει αργά προς αυτήν, χωρίς να χάσει το χαμόγελο. «Δεν πειράζει που με είδες», είπε με ήρεμη φωνή, όπως θα μιλούσε σε κάποιον που είχε ανακαλύψει ένα μυστικό που πάντα υπήρχε. «Κάθε άνθρωπος έχει τις επιθυμίες του. Ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι τον προστάζει η φύση του.»

   Η Λιού-Γιέν στάθηκε για μια στιγμή, σιωπηλή. Το σώμα της δεν σφίχτηκε από ντροπή ούτε από θυμό. Τον κοίταξε στα μάτια, και η φωνή της, όταν βγήκε, ήταν ήρεμη, σχεδόν παιχνιδιάρικη: «Κι αν το αποδεχτώ;»

   «Τότε είσαι ελεύθερη να ακολουθήσεις και εσύ τη δική σου», απάντησε.

   Ήταν αλήθεια· για πρώτη φορά από τότε που είχαν παντρευτεί, ένιωσε την πλήρη ελευθερία μέσα στο ίδιο σπίτι που κάποτε είχε φανεί περιοριστικό. Ο γάμος τους δεν ήταν απλώς ένας δεσμός κοινωνικής θέσης· ήταν ένας χώρος όπου η αλήθεια, όσο παράξενη κι αν ήταν, μπορούσε να υπάρξει χωρίς καταδίκη.

   Η Λιού-Γιέν άφησε ένα χαμόγελο να περάσει στα χείλη της. Δεν υπήρχε πλέον ανάγκη να προσποιείται. Ο άντρας της της άφηνε χώρο. Αυτή, με τη σειρά της, μπορούσε να επιλέξει πώς θα ζήσει. Αρκεί βέβαια όλα να διατηρούνταν κόσμια και να μην θίγεται η δημόσια εικόνα τους. Οι γιορτές διαδέχονταν η μία την άλλη, γιατι μέσα εκεί βρισκόταν πάντα ο χώρος να εκφραστούν με τον τρόπο που ήθελαν, χωρίς αυτό να αποτελεί αφορμή για σχόλια. Η θυμηδία, η ευωχία, η πολυτέλεια, και οι αστεϊσμοί ήταν το κάλυμμα για έκφραση που δεν επιτρεπόταν να βγει στην κανονική καθημερινότητα. 

   Η Λιού-Γιέν ήταν τότε δύο χρόνια νεότερη από ό,τι τώρα, και η ζωή της έμοιαζε να κινείται σε μια σειρά από υποχρεώσεις και τελετουργίες που οι άλλοι θα αποκαλούσαν κοσμικές. Ο άντρας της είχε ως προστατευόμενο έναν θηλυπρεπή νεαρό σπουδαστή, μαθητή της φιλοσοφίας και των κλασικών γραμμάτων, γόνο μιας εύπορης οικογένειας. Μία από τις μεγάλες γιορτές στην οικία τους είχε προγραμματιστεί για τον εορτασμό της άνοιξης· οι αυλές ήταν στολισμένες με μεταξωτές σημαίες, τα τραπέζια γεμάτα με ιδιαίτερα εδέσματα, και οι προσκεκλημένοι όλοι επίλεκτοι. Ανάμεσα στους καλεσμένους, ο θηλυπρεπής σπουδαστής είχε φέρει μαζί του έναν νεαρό ποιητή, ο οποίος είχε αρχίσει να αποκτά φήμη ως ανερχόμενο ταλέντο· οι επιδέξιοι στίχοι του κυκλοφορούσαν ήδη σε κύκλους της υψηλής κοινωνίας, και οι έπαινοι για το πνεύμα και την ευαισθησία του είχαν ξεπεράσει τα όρια των φιλικών οικιών.

    Όταν η Λιού-Γιέν τον συνάντησε για πρώτη φορά, ο νεαρός ποιητής στάθηκε μπροστά της με ένα χαμόγελο ελαφρύ, αλλά τα μάτια του γυάλιζαν με περιέργεια και θαυμασμό. «Αφέντισσα του φεγγαριού», είπε, κάνοντας μια μικρή υπόκλιση, «η μοναξιά κρύβεται συχνά μέσα στις γιορτές, αλλά η ομορφιά δεν κρύβεται ποτέ. Είναι σαν να φέρνετε φως σε μια αίθουσα γεμάτη ψίθυρους.»

   Η Λιού-Γιέν χαμογέλασε απαλά, ακούγοντας τη ζεστή φωνή του και τον τρόπο που τα λόγια του αιωρούνταν σαν μουσική ανάμεσα στις θορυβώδεις συζητήσεις των καλεσμένων. «Και εσείς φέρεστε σαν να ξέρετε καλά τα μυστικά του κόσμου, παρά την ηλικία σας», απάντησε με παιχνιδιάρικο ύφος.

    «Ακτίνα της ανοιξιάτικης αύρας», ανταπάντησε, σκύβοντας ελαφρά προς το μέρος της, «η παρουσία σας γεμίζει την αίθουσα με μια αίσθηση γλυκιάς ηρεμίας, και το χαμόγελό σας φωτίζει ακόμα και τα μυστικά μονοπάτια των πιο κρυφών στιγμών. Οι μυστικές επιθυμίες είναι οι καλύτερες πηγές έμπνευσης. Και τι καλύτερο από μια πηγή τόσο φωτεινή όσο εσείς;»

   Γέλασε με απαλότητα, νιώθοντας ένα ρίγος στην καρδιά της. Το παιχνίδι των βλεμμάτων και των λέξεων ήταν διακριτικό, ευγενικό, αλλά γεμάτο νόημα· τα λόγια του, η φωνή του, η προσοχή που της έδινε, δημιουργούσαν μια στιγμή που ξεχώριζε μέσα στην πολύβουη, πολυτελή γιορτή.

    «Προσοχή, νεαρέ», είπε, αφήνοντας ένα υπονοούμενο χαμόγελο, «μην με κάνετε να πιστέψω πως τα λόγια σας είναι μόνο για τις εντυπώσεις, για τα μάτια των άλλων.»

   «Λάμψη των ανοιξιάτικων λουλουδιών», είπε με ελαφρύ τόνο παιχνιδιού, «και οι εντυπώσεις, και τα μάτια των άλλων κρύβουν αλήθειες. και την αλήθεια σας βλέπω μπροστά μου.»

   Ήταν η πρώτη σπίθα της σύνδεσης που θα ακολουθούσε, μια λεπτή, διακριτική ένταση, γεμάτη κομψότητα, γοητεία και υπόνοια — η στιγμή όπου η Λιού-Γιέν συνειδητοποίησε ότι ανάμεσα στους καλεσμένους και τις γιορτές, υπήρχε ένας νεαρός άνδρας που μπορούσε να την δει πέρα από την επιφάνεια, που μπορούσε να δει την ψυχή της με έναν τρόπο που κανείς άλλος δεν είχε κατορθώσει.

   Στον κόσμο της Λιού‑Γιέν είχε υπάρξει αυτός ο νεαρός εραστής, λίγο μεγαλύτερος από εκείνη. Όμορφος, γοητευτικός, δεινός στα λόγια, κατάφερνε με ένα χαμόγελο ή ένα ψιθυριστό αστείο να την κρατά σε εγρήγορση, να της προκαλεί ανατριχίλες που δεν τις γνώριζε με κανέναν άλλο. Αλλά ο νεαρός ποιητής είχε πρόσκληση για την Αυλή της Νανκίν, μια μεγάλη πόλη όπου η αυλή συγκέντρωνε καλλιτέχνες, λόγιους και επίδοξους ποιητές από κάθε άκρη της χώρας. Χωρίς προειδοποίηση, έπρεπε να φύγει για να παρουσιάσει τα έργα του και να συμμετάσχει σε επίσημες τελετές και αναγνώσεις, αφήνοντας τη Λιού‑Γιέν μόνο με την ανάμνηση του χαμόγελού του. Από τότε, κανένα σημείο ζωής, κανένα γράμμα ή ψίθυρος δεν έφτασε στα αυτιά της· μόνο η αίσθηση της παρουσίας του εξακολουθούσε να τριγυρίζει μέσα της σαν απαλό άρωμα που αρνείται να σβήσει.

   Καθώς σήκωνε τα χέρια της προς τον βωμό του Γκουάν Γιου, προστάτη των ερωτευμένων, η σκέψη της πήγε ξανά στον άντρα που την είχε αφήσει. Ζήτησε με σιωπηρή ικεσία να επιστρέψει, όχι για να ξαναμπεί στη ζωή της, αλλά για να αποκατασταθεί η τάξη που εκείνος είχε διαταράξει, για να επουλωθεί η αίσθηση της απουσίας. Κάθε λέξη της προσευχής της ήταν λεπτή, υπονοούμενη, μια συνδυασμένη έκκληση για επανένωση και για αναγνώριση — για τον έρωτα που δεν είχε χαθεί τελείως, και για τη δύναμη που είχε πια να διαλέξει ποιον δρόμο θα ακολουθήσει η καρδιά της.

   Μετά από λίγη σιωπή, σηκώθηκε, δίχως να περιμένει σημάδι ή απάντηση, και γύρισε στο δρόμο για τον μύλο, με την καρδιά της γεμάτη ελπίδα και την αίσθηση ότι για μια στιγμή, τουλάχιστον, είχε επανακτήσει τον έλεγχο πάνω σε ό,τι της είχε αρνηθεί η τύχη.

   Μέχρι τότε, θα έμενε κοντά στον μύλο, προστατευόμενη από τον μυλωνά και τον βοηθό του, περιμένοντας την επόμενη φάση του ταξιδιού της — τον γάμο που περίμενε εκείνη και τον θίασο της ευφορίας, που σε λίγο θα αποτελούσε και εκείνη μέρος του.

   Καθώς η σιωπή του δάσους την περιέβαλλε, ένιωσε τη διαφορά ανάμεσα στον νεαρό εραστή, γοητευτικό και φευγαλέο, και στον Γιούν-Τσεν, σταθερό και αξιόπιστο. Και μέσα σε αυτή τη σύγκριση, μια αίσθηση ειρήνης άγγιξε την ψυχή της: για πρώτη φορά μπορούσε να παραδεχθεί πως η επιθυμία και η δύναμη δεν ήταν πάντοτε ίδια· και ότι η καρδιά μπορούσε να έχει χώρο για δύο είδη γοητείας, χωρίς να χάσει τον έλεγχο.

   Τώρα, μπροστά της, ο βοηθός του μύλου, της φαινόταν εντελώς διαφορετικός. Ψηλός, ρωμαλέος, σταθερός, αλλά όχι όμορφος. Σχεδόν αμίλητος, με λίγα λόγια, δεν είχε τα γοητευτικά τεχνάσματα του νεαρού ποιητή, καμία ικανότητα να ξεδιπλώσει τα λόγια σαν μουσική ή να παίξει με τη φαντασία της.

   Κι όμως, υπήρχε κάτι γοητευτικό στον Γιούν-Τσεν· μια σταθερότητα που μιλούσε πιο δυνατά από τα λόγια, μια παρουσία που δεν απαιτούσε πειράγματα για να γίνει αισθητή. Στο μυαλό της Λιού-Γιέν, οι μορφές της γοητείας διαχωρίζονταν σε δύο κόσμους. Ο ένας λεπτός, ευκίνητος, μα προσωρινός· ο άλλος γεμάτος σιωπηλή δύναμη, λιγότερο συναρπαστικός στα μάτια, αλλά βέβαιος και σταθερός σα ρίζα δέντρου.

   Ο νεαρός βοηθός έσκυβε πάνω στο σακί, προσπαθώντας να ισορροπήσει το φορτίο, όταν η Λιού-Γιέν περπάτησε αργά προς το μέρος του. «Αυτό το σιτάρι φαίνεται βαρύ», είπε, αφήνοντας το χέρι της να περάσει απαλά πάνω από το σακί σαν να το αγγίζει τυχαία, «σχεδόν τόσο βαρύ όσο τα μυστικά που κουβαλάει κανείς.»

   Ο βοηθός κοίταξε το σακί και μετά το πρόσωτης, προσπαθώντας να συγκεντρωθεί στη δουλειά.

   «Μερικές φορές», συνέχισε εκείνη, «τα πιο καλά αλεσμένα δημητριακά κρύβουν τις πιο γλυκές εκπλήξεις. Δεν ξέρεις τι θα βρεις μέχρι να τα δεις από κοντά.» Το χέρι της έγειρε λίγο προς τον ώμο του, μια απλή κίνηση που έμοιαζε να ταιριάζει με τη στάση της, αλλά είχε νόημα. «Και μερικές φορές», πρόσθεσε, «πρέπει να δίνεις προσοχή στις λεπτομέρειες, ακόμα και σε εκείνα που φαίνονται μικρά… όπως ένα αόρατο σημάδι ή μια κρυφή γραμμή.»

   Ο βοηθός σήκωσε το βλέμμα του, αλλά εκείνη είχε ήδη στραφεί ελαφρά, αφήνοντας να φανεί ένα χαμόγελο που δεν ήταν ακριβώς χαμόγελο, αλλά υπόσχεση. «Ξέρεις», του είπε με φωνή γλυκιά, σχεδόν ψίθυρο, «μερικές φορές πρέπει να ακολουθείς τον ρυθμό του νερού, να αφήνεις τον τροχό να σε οδηγήσει, ακόμα και αν δεν ξέρεις πού θα σε πάει…» Και καθώς μιλούσε, το βλέμμα της έπαιζε πάνω του, παρακολουθώντας κάθε μικρή κίνηση. «Μου αρέσει», συνέχισε, «όταν κάποιος ξέρει πώς να κρατάει την ισορροπία… και ταυτόχρονα ξέρει πότε να αφήσει το φορτίο του να γλιστρήσει.»

   Ο βοηθός ένιωσε την καρδιά του να χτυπά πιο γρήγορα, αλλά δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από εκείνη. Κάθε λέξη της είχε πλάγιο νόημα, κάθε κίνηση ένα υπονοούμενο, και εκείνη ήξερε πως τον είχε πιάσει στον δικό της ρυθμό, χωρίς να πει ούτε μια λέξη ευθέως.

   «Θα μείνω κοντά», είπε τέλος, αφήνοντας την τελευταία λέξη να κρέμεται σαν υπόσχεση, «μέχρι να φτάσουν οι υπόλοιποι… αλλά μέχρι τότε, μπορείς να με… καθοδηγήσεις;»

   Ο νεαρός ανέβασε το βλέμμα του πάνω της, και για μια στιγμή, μόνο το νερό που γύριζε τον τροχό και τα σακιά που γεμίζονταν ήταν πραγματικά — όλα τα υπόλοιπα ήταν μια υπόσχεση που αιωρείτο ανάμεσά τους.

   Η Λιού-Γιέν τον άφησε για μια στιγμή και στάθηκε μπροστά στον μυλωνά, η φωνή της χαμηλή αλλά σταθερή. «Είχατε πει πως υπάρχει χώρος στον μύλο για ύπνο. Μπορώ να τον δω, για να ετοιμάσω τη γωνιά μου; Οι δικοί μου θα έρθουν αύριο να με βρουν. Ο Λιάν, θα μείνει κοντά στην άμαξα και το μουλάρι να τα προσέχει.»

    Ο Χουάνγκ Λιν τη μέτρησε με το βλέμμα του, προσπαθώντας να αξιολογήσει την τόλμη της. «Μπορείς να μείνεις», είπε τελικά. «Εγώ θα φύγω για λίγο. Αν δεν φοβάσαι να μείνεις μόνη με τον βοηθό μου… τότε δεν υπάρχει πρόβλημα.»

   Η Λιού-Γιέν γύρισε το κεφάλι της προς τον Γιούν-Τσεν, που στεκόταν διακριτικά στο πλάι, η φιγούρα του να χάνεται στο φως της φλόγας του φαναριού. Ένα μικρό χαμόγελο πέρασε στα χείλη της. «Δεν φοβάμαι», είπε, και η φωνή της είχε κάτι παιχνιδιάρικο αλλά και αποφασιστικό.

    Ο Χουάνγκ Λιν κούνησε το κεφάλι του και χαμογέλασε ελαφρά. «Εντάξει, τότε. Ο Γιούν-Τσεν θα κοιμηθεί έξω από τον μύλο, και εσύ μπορείς να ξαπλώσεις εδώ.»

   Η Λιού-Γιέν έκανε μια υπόκλιση, σαν να αποδέχεται τη συμφωνία, και τα μάτια της συνάντησαν για μια στιγμή τα μάτια του Γιούν-Τσεν. Ο Λιάν ξεδίπλωσε από την άμαξα τα κλινοσκεπάσματα και τα έστρωσε στη γωνιά που του υπέδειξε η Λιού-Γιέν. Μαζί είχε φέρει και μια αλαβάστρινη κανάτα για νερό και μια μικρή κασσετίνα με αρώματα, αντικείμενα που μαρτυρούσαν την προσοχή στη λεπτομέρεια και την πολυτέλεια της κυρίας του. Έστρωσε προσεκτικά τα στρώματα και αθόρυβα επέστρεψε κοντά στα ζωντανά για να ετοιμάσει το δικό του πρόχειρο σημείο ύπνου.

   Ο Χουάνγκ Λιν τον προσέγγισε και του έδωσε μια συμβουλή. «Καλύτερα να ξαπλώσεις κοντά στον περίβολο της αυλής, ακριβώς από κάτω. Ο πέτρινος τοίχος θα σε προστατεύει από τον άνεμο.»

   Ο Χουάνγκ Λιν γύρισε προς την έξοδο, πήρε τα πράγματά του και είπε με έναν ήρεμο τόνο: «Καληνύχτα, Λιού-Γιέν.»

   «Καληνύχτα», απάντησε εκείνη, και είδε τον μυλωνά να φεύγει. Τα τελευταία βράδυα ο Χουάνγκ Λιν κατηφόριζε για το δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι της Τσενγκ-Λι, της αρραβωνιαστικιάς του.

   Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω του, η Λιού-Γιέν γύρισε αργά προς τον Γιούν-Τσεν. Ήταν πλέον μόνοι τους και το παιχνίδι που είχε αρχίσει να στήνει μπορούσε να συνεχιστεί. Απαλά άνοιξε την κασσετίνα με τα αρώματα και τα βότανα, αρωματίζοντας τον χώρο με σταγόνες ελαίων και φυτικά μίγματα. Το άρωμα απλώθηκε αργά, γεμίζοντας τη γωνιά του μύλου με μια λεπτή, γλυκιά ευωδιά, που θύμιζε ανοιξιάτικα λουλούδια και νωπή γη.

   Ο Γιούν-Τσεν ένιωσε μια μικρή αναστάτωση· το άρωμα επικάθησε πάνω του σαν μια αόρατη προέκταση της Λιού-Γιέν, υπενθυμίζοντάς του την παρουσία της με τρόπο πιο ισχυρό από κάθε βλέμμα ή χειρονομία. Υπήρχε κάτι στον αέρα που τον έκανε να νιώθει ταυτόχρονα γοητευμένος και του προκαλούσε ελαφρά δυσφορία· σαν να του υπενθύμιζε την απόσταση ανάμεσα στην απλότητα της ζωής του και την κομψότητα και πολυτέλεια της ζωής της Λιού-Γιέν.

   Ο Γιούν-Τσεν πήρε λίγα από τα δικά του σκεπάσματα και βγήκε έξω στο βάθος της αυλής που υπήρχε μια στοίβα από αποθηκευμένα σακιά, σακιά που τις επόμενες ημέρες θα έπρεπε να αλεστούν. Πλησίασε αυτό το «τείχος» από τα σακιά, που σχημάτιζαν έναν μικρό χώρο, σαν δωμάτιο χωρίς ταβάνι. Μετά από λίγο άνοιξε η ξύλινη πόρτα του νερόμυλου και η  φιλοξενούμενη εκείνης της νύχτας βγήκε έξω. Η Λιού-Γιέν έσκυψε λίγο πίσω από το πρώτο σακί, το φως του φαναριού της άγγιζε απαλά το πρόσωπό της. «Αυτά τα στοιβαγμένα σακιά μπορεί να κρύψουν καλά κάποια μυστικά;» είπε, αφήνοντας τη φωνή της να παίξει σαν ψίθυρος, ενώ τα δάχτυλά της άγγιξαν απαλά την πάνω στοίβα, σαν να τον καλούσε να πλησιάσει. Η Λιού-Γιέν έκανε ένα βήμα πιο κοντά, σχεδόν αόρατα, αφήνοντας να φαίνεται ότι προσπαθεί να βάλει μια μικρή τάξη στα σακιά. «Θέλεις να με βοηθήσεις;» είπε με μια ελαφριά δόση παιχνιδιάρικου τόνου. «Ίσως να χρειάζονται δύο χέρια για να φτιάξουν ένα σωστό… καταφύγιο.»

   Η λέξη «καταφύγιο» αιωρήθηκε ανάμεσά τους, με διπλό νόημα. Ο Γιούν-Τσεν πλησίασε λίγο, οι παλάμες του κοντά στις δικά της καθώς τα σακιά σχημάτιζαν ένα στενό πέρασμα, σαν μικρή είσοδος για αυτό το πρόχειρο τετράγωνο δωμάτιο που δεν είχε σκεπή και έβλεπε τα αστέρια. Η Λιού-Γιέν κούνησε το κεφάλι της με νόημα, με ένα χαμόγελο που ήταν ταυτόχρονα υπομονετικό και υπονοούμενο.

   «Κάποιοι λένε», συνέχισε, η φωνή της γλυκιά και χαμηλή, «ότι όταν κλείνεις τον κόσμο απ’ έξω, μπορείς να ακούσεις καλύτερα τι λέει η καρδιά σου…»

   Ο Γιούν-Τσεν πλησίασε ακόμα πιο κοντά, και τα σακιά γύρω τους δημιουργούσαν μια αίσθηση μικρού δωματίου, κρυφού, προστατευμένου. Η Λιού-Γιέν γέλασε απαλά, και κούνησε το φανάρι προς τα μέσα, υποδεικνύοντας τον χώρο που ήταν δικός τους για εκείνη τη νύχτα.

   Η μυρωδιά του σιταριού, το απαλό φως και οι σκιές των σακιών έδεναν τη στιγμή με ένα αίσθημα εμπιστοσύνης και παιχνιδιού. Η Λιού-Γιέν άφησε το χέρι της να περάσει απαλά πάνω από το σακί που χώριζε τα σώματά τους, σαν να προκαλούσε, αλλά και σαν να προσκαλούσε, και άγγιξε το χέρι του Γιούν-Τσεν.

   Η Λιού-Γιέν ήρθε κοντά του, το σώμα της τεντωμένο, κάθε κίνηση γεμάτη ένταση, σαν να χόρευε σε ρυθμό γύρω από το σώμα του.

   Κάθε της ανάσα, κάθε μικρός σπασμός στα χέρια της, έμοιαζε με μικρές δονήσεις της γης κάτω τους. Το χώμα κάτω από τα πόδια τους έτρεμε ελαφρά, σαν να συμμετείχε κι αυτό στο παιχνίδι τους, ενώ τα καλάμια γύρω στροβιλίζονταν στον αέρα σαν κινούμενη άμμος.

    Η Λιού-Γιέν γέλασε ξαφνικά, ένας ήχος άγριος, σαν ύαινα που ακούγεται στο μακρινό δάσος, και ο Γιούν-Τσεν ένιωσε το σώμα του να τεντώνεται ακούγοντας τη δύναμη μέσα σε εκείνη τη φωνή. Οι κινήσεις τους ήταν παράλληλες, σαν δύο κύματα που χτυπούν πάνω στα βράχια του ποταμιού, δυνατές και ακατάπαυστες, η ενέργεια τους σπρώχνοντας τη νύχτα σε μια δίνη που μόνο εκείνοι γνώριζαν. Το σώμα της Λιού-Γιέν σπασμωδικό και ζωηρό, σαν μικρές σεισμικές δονήσεις που διαπερνούσαν τα σακιά και τη γη, ενώ ο Γιούν-Τσεν ακολουθούσε τον ρυθμό της με ένταση και προσοχή.

   Οι σκιές που έπεφταν γύρω τους χόρευαν στους τοίχους του προσωρινού τους καταφυγίου, και το φως του φαναριού έκανε τα πρόσωπά τους να μοιάζουν με γλυπτά σε κίνηση, άλλοτε ανθρώπινα και άλλες στιγμές ζωόμορφα.

   Ήταν μια συνάντηση όπου έσμιγαν τα φυσικά στοιχεία, η τρεμάμενη γη, η κινούμενη άμμος, ο αέρας που στροβιλιζόταν στα καλάμια, και γίνονταν καθρέφτης της ακατανίκητης δύναμης της στιγμής. Κάθε κραυγή της, κάθε μικρός σπασμός του σώματός της ήταν μέρος ενός παιχνιδιού ενέργειας και έντασης, που έκρυβε μέσα του όλα τα υπονοούμενα που δεν χρειάζονταν λόγια.

   Η Λιού-Γιέν και ο Γιούν-Τσεν βρισκόντουσαν  εκεί, ανάμεσα στα σακιά, τη μικρή τους φωλιά, σαν ένας μικρός κόσμος όπου ο χρόνος σταματούσε, γεμάτος δύναμη, αίσθηση, και αμοιβαία πρόκληση — ένα παιχνίδι έντασης και παρουσίας, όπου τα σώματά τους, τα μάτια τους και η νύχτα μιλούσαν όσα η γλώσσα δεν μπορούσε.

   Η Λιού-Γιέν τέντωσε τα χέρια της, το σώμα της σχεδόν να αιωρείται να θέλει να σηκωθεί ψηλά, να μην αγγίζει το έδαφος, και ψιθύρισε με φωνή που έτρεμε: «Ελευθέρωσέ με…»

    Δεν ήταν μόνο λόγια· ήταν αίτημα για να την απελευθερώσει από την αγωνία που την έπνιγε, από την ενοχή που σφίγγονταν σαν θηλιά γύρω της, από τη συνήθεια που την κρατούσε δέσμια, από τη φωτιά που έκαιγε στα σωθικά της, από τη ζωή που έπρεπε να ζήσει, από το παρελθόν που την κυνηγούσε.

   Ο Γιούν-Τσεν μεθυσμένος από την ένταση που ξεχείλιζε από μέσα της, η κάθε του κίνηση ήταν μια σιωπηλή υπόσχεση να τη στηρίξει. Κάθε φορά που έτεινε τα χέρια του για να τη «σώσει», η φωνή της Λιού-Γιέν γινόταν πιο δυνατή, πιο παθιασμένη, σαν να τον προκαλούσε να δοκιμάσει τη δύναμή του πάνω της.

   Κι όσο εκείνος προσπαθούσε να την απελευθερώσει, εκείνη τον παρακαλούσε ακόμη περισσότερο, τα δάκρυά της κυλούσαν αθόρυβα, αναμειγνύοντας τους λυγμούς με χαμόγελα γεμάτα μια παράξενη, γλυκιά ικανοποίηση. Οι κραυγές της, οι ψίθυροι και τα γέλια της, αντηχούσαν ανάμεσα στα σακιά και τις καλαμιές  γύρω τους, σαν δονήσεις που διαπερνούσαν το χώρο και τα σώματά τους.

    Κάθε αναστεναγμός, κάθε τρεμάμενη κίνηση του σώματός της ήταν σαν μικρή δόση φωτιάς που έκαιγε και αναζωπυρωνόταν. Κι έτσι, πίσω από τα σακιά που σχημάτιζαν τον μικρό τους κόσμο, η Λιού-Γιέν και ο νεαρός βοηθός του μυλωνά βυθίστηκαν σε μια στιγμή που ήταν ταυτόχρονα έντονη, ελευθερωτική και ακαθόριστα αρχέγονη, μια στιγμή όπου κάθε κραυγή, κάθε ψίθυρος, κάθε χαμόγελο και δάκρυ έδεναν τον χρόνο και τη νύχτα σε μια ακαταμάχητη δίνη συναισθημάτων, συναισθημάτων όμως που δεν μπορούσαν να διασταυρωθούν.

   Η Λιού-Γιέν τον κοίταξε στα μάτια με μια σοβαρότητα που δεν είχε πριν. Δεν περίμενε απάντηση, ούτε ήθελε συζήτηση. «Μην ρωτήσεις τίποτα», ψιθύρισε, και η φωνή της έτρεμε σαν τον άνεμο που στροβιλίζεται ανάμεσα στα καλάμια γύρω τους. «Μην με ψάξεις. Μόνο να θυμάσαι… μια γυναίκα, μια βραδυά. Αύριο φεύγω.»

   Στάθηκε λίγο, αφήνοντας τα λόγια να αιωρηθούν, και μετά άρχισε να του λέει μια περίεργη, τραγική ιστορία: «Υπήρξε κάποτε ένας τόπος», ξεκίνησε, «όπου οι άνθρωποι ζούσαν με τους φόβους τους σαν να ήταν αόρατα φαντάσματα. Εκείνη η γυναίκα… δεν ήταν ποτέ ελεύθερη να διαλέξει τη ζωή της. Κάθε χαμόγελο που έστελνε έξω, κάθε λέξη που ψιθύριζε, πληρωνόταν με μια σιωπηλή τιμωρία. Ο άντρας που αγάπησε την πρόδωσε. Κι έτσι, έμαθε να ζει με τον πόνο της σαν δεύτερη φύση, να κρύβεται πίσω από τη φωτιά των συναισθημάτων της και να αφήνει τα δάκρυα να πέφτουν κρυφά, σαν βροχή πάνω σε πέτρινο δρόμο.»

   Η Λιού-Γιέν έκανε μια μικρή παύση, τα μάτια της σκοτεινά αλλά ζωντανά, γεμάτα τη θλίψη και τη δύναμη μιας ζωής που είχε μάθει να επιβιώνει. «Αυτή τη βραδιά», συνέχισε, «Μην τη θυμάσαι με λύπη… μόνο ότι υπήρξε, για λίγο, μια γυναίκα που τόλμησε να είναι πραγματικά ελεύθερη για λίγες ώρες.»

    Και καθώς η νύχτα κύλησε γύρω τους, τα σακιά και ο ήχος του νερού έγιναν οι μόνοι μάρτυρες μιας ιστορίας που κανείς άλλος δεν θα άκουγε, μια ανάμνηση που θα έμενε ζωντανή μέσα του, παρά την πρόωρη αναχώρησή της. Την είχε πραγματικά προδώσει κάποιος άντρας; Αυτό ήταν το άλλοθί της για να γνωρίζει άλλους άντρες στη ζωή της και να της δείχνουν συμπόνοια και ενδιαφέρον; Αυτό ήταν το έτοιμο ανοιχτό πανί όταν θα ήθελε να φύγει από κάποια σχέση, να έλεγε ότι επέστρεψε εκείνος που είχε αγαπήσει και την είχε προδώσει; Μόνο εκείνη γνώριζε ποια ήταν η πραγματική αλήθεια, και πώς την διαχειριζόταν κάθε φορά.

 

 

 

 

το τρίτο ταξίδι του Τσάο Γουεντάο στη Γιόνγκ-αν

    Η Γιόνγκ-αν είχε μόλις ξυπνήσει από τον καυτό ήλιο της άνοιξης, όταν στα σοκάκια της πόλης εμφανίστηκε ξανά μπροστά του η Γιού-Χουά, η παλιά παλλακίδα που κάποτε είχε ξοδέψει γι’ αυτήν ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας του. Τον πλησίασε αργά, σαν να φοβόταν να τον τρομάξει με την παρουσία της, και τα μάτια της, γεμάτα ντροπή αλλά και φωτεινή αποφασιστικότητα, κοιτούσαν τα δικά του.

    Ο Τσάο Γουεντάο τη σταμάτησε με ένα σήμα  του χεριού του, τα δάχτυλά του τρέμανε ελαφρά, όχι από θυμό, αλλά από μια ανάμεικτη αίσθηση παλιάς γνώριμης θλίψης και αινιγματικής ανακούφισης. «Γιού-Χουά…» είπε, με φωνή γεμάτη απορία.

   Η Γιού-Χουά γονάτισε ελαφρά μπροστά του, με σεβασμό, αλλά αυτή τη φορά δεν υπήρχε υποκρισία στα λόγια της. «Αφέντη μου Γουεντάο, ήρθα…» Άφησε μια παύση να κυλήσει, πριν προσθέσει: «Ήρθα μετανοιωμένη, όχι πια για τα υλικά αγαθά που κάποτε σας αφαίρεσα. Η ζωή μου ήταν σκοτεινή, ανήθικη… μα τώρα έχω βρει τη διδασκαλία του Λευκού Λωτού. Μαθαίνω να αγαπώ, να σέβομαι, να μην ακολουθώ μόνο το κέρδος… Και η ψυχή μου, απελευθερώνεται.»

    Ο Τσάο Γουεντάο σιώπησε, παρακολουθώντας την αλλαγή της. Η Γιού-Χουά δεν ήταν πια η ίδια κοπέλα που ήξερε· τα μάτια της φλόγιζαν από έναν εσωτερικό φωτισμό που δεν είχε ποτέ δει πριν.

   Η μητέρα του, η Τσάο Γιν-Λαν, είχε ήδη γνωρίσει τη Γιού-Χουά. Η καρδιά της γυναίκας αυτής, αν και πικραμένη από τα παλιά, είχε αρχίσει να λυπάται την κοπέλα που είχε έρθει μετανοιωμένη, μόλις είχε μάθει ότι ο γιος της είχε παντρευτεί. Η ίδια έβλεπε τα πράγματα με άλλη οπτική· η Γιού-Χουά ήταν γλυκιά, νέα, ευγενική, και φερόταν με σεβασμό. Η Τσάο Γιν-Λαν ένιωσε αρχικά οίκτο και ίσως κάποια νεοεμφανιζόμενη  στοργή, για εκείνη την πρώην ερωμένη του γιου της, την ερωμένη για την οποία ο γιος της είχε ξοδέψει τόσα χρήματα.

   Και όμως, ένα κομμάτι της καρδιάς της γκρίνιαζε. Ο γιος της τώρα ζούσε μόνιμα στο Τσιουτζιά, μακριά από τη Γιόνγκ-αν, και η Λιάν-Χουά, η νύφη της, δεν είχε απευθύνει ποτέ στην πεθερά της ένα γλυκό λόγο, ούτε είχε επισκεφθεί μέχρι τότε την γενέτειρα του Τσάο Γουεντάο, δείχνοντας ότι δεν ήθελε να έχει καμμία σχέση με τους συγγενείς του εκεί. Η Τσάο Γιν-Λαν ένιωθε την αποξένωση να βαραίνει την καρδιά της, και η ξαφνική αυτή επανεμφάνιση της Γιού-Χουά, της θύμιζε την απουσία του γιου της.

    Στη διάρκεια αυτών των τριων μηνών από τον γάμο του Τσάο Γουεντάο, η Γιού-Χουά επισκεπτόταν τη Τσάο Γιν-Λαν για να βοηθήσει στα μικρά καθημερινά έργα που η ηλικία της  τα καθιστούσαν δύσκολα. Έφερνε φρέσκα φρούτα και τρόφιμα από την αγορά, καθάριζε και τακτοποιούσε μικρά αντικείμενα στο σπίτι, πρόσεχε τις φλόγες του φούρνου, και πολλές φορές διάβαζε φωναχτά για την μητέρα του τέως αγαπημένου της κλασικά ποιήματα, αποσπάσματα ιστορικών κειμένων ή ηθικά διηγήματα, ώστε να περάσει η ώρα ευχάριστα. Η Γιού-Χουά, παρά την ταπεινή της θέση, συμπεριφερόταν με αξιοπρέπεια και σεβασμό, πάντα φροντίζοντας να μην φέρει σε δύσκολη θέση τη μητέρα του Τσάο Γουεντάο. Μέσα από αυτές τις μικρές εξυπηρετήσεις, η Τσάο Γιν-Λαν άρχισε να την βλέπει με μια σχεδόν μητρική τρυφερότητα, λυπόμενη για τη μοίρα της νεαρής γυναίκας που είχε επιστρέψει μετανοιωμένη.

    Η Γιού-Χουά στάθηκε μπροστά του, τα μάτια της γεμάτα ηρεμία και βαρύτητα. «Αφέντη μου Γουεντάο…» άρχισε, η φωνή της σταθερή αλλά τρυφερή. «Το Κίνημα του Λευκού Λωτού υπόσχεται κάτι που δεν προσφέρουν τα πλούτη ή οι τίτλοι: καθαρή καρδιά, προστασία της ψυχής, δύναμη να περνά κανείς μέσα από δοκιμασίες χωρίς να καταστρέφεται. Η ζωή μπορεί να φέρει απιστίες, ξαφνικά σκαμπανεβάσματα στον πλούτο, ερωτικές απογοητεύσεις. Όποιος αγνοεί τη σοφία θα βρεθεί εκτεθειμένος, όπως εκείνος που υπογράφει συμβόλαιο χωρίς να διαβάσει τους όρους. Αν όμως ακολουθήσει κανείς τα διδάγματα με αρετή και σύνεση, όλους αυτούς τους κινδύνους μπορεί να τους αποφύγει. Η καρδιά μένει καθαρή, οι σχέσεις ασφαλείς, η οικογένεια προστατευμένη, και η ψυχή γαλήνια. Είναι η επιλογή σας, Αφέντη μου Γουεντάο: να ζήσετε όπως οι άλλοι ή να βαδίσετε στον δρόμο που σώζει και διδάσκει.»

   Σιώπησε, αφήνοντας το νόημα να βαρύνει στην αυλή. Ο Τσάο Γουεντάο ένιωσε το βάρος της αλήθειας που έφερε η Γιού-Χουά· δεν ήταν πια η νεαρή παλλακίδα που ήξερε, αλλά κάποιος που είχε βρει γνώση και σκοπό και τώρα του άνοιγε ένα μονοπάτι προς τη σωτηρία της ψυχής.

   Η Γιού-Χουά μιλούσε, και τα λόγια της έπεφταν σαν ήρεμα νερά πάνω στην ψυχή του Τσάο Γουεντάο: «Δεν είναι μόνο τα υλικά αγαθά,. Υπάρχει η αγάπη, η πίστη, η αλήθεια, η σωτηρία… Η διδασκαλία του Λευκού Λωτού με βοήθησε να δω το σκοτάδι που άφησα πίσω μου και να αρχίσω να βαδίζω στη νέα μου ζωή με τιμή.»

   Τα παλιά λάθη δεν μπορούσαν να ξεχαστούν, αλλά τώρα έβλεπε μια κοπέλα που είχε αλλάξει, που είχε καταλάβει την αξία της ζωής πέρα από τα χρήματα και τα κέρδη. Ο ήλιος της Γιόνγκ-αν έπεφτε πάνω στα σοκάκια, φωτίζοντας τα πρόσωπά τους, και για μια στιγμή, όλα φάνηκαν δυνατά, καθαρά, σχεδόν αγνά και αμόλυντα.

   Η νύχτα είχε απλώσει το πέπλο της πάνω από την πόλη, και το φως του φεγγαριού έμοιαζε να οδηγεί όσους γνώριζαν πού να κοιτάξουν. Η Γιού-Χουά περπατούσε αθόρυβα μέσα από στενά δρομάκια, ώσπου έφτασε σε μια παλιά αυλή, κρυμμένη πίσω από εγκαταλελειμμένα σπίτια. Εκεί, κάτω από μια ξεθωριασμένη πύλη, είχε  συγκεντρωθεί η σέκτα του «Λευκού Λωτού».

   Λίγο αργότερα, από την αντίθετη πλευρά, εμφανίστηκε και ο Τσάο Γουεντάο. Τα βήματά του ήταν διστακτικά. Τα λόγια της Γιού-Χουά αντηχούσαν ακόμη μέσα του, σαν ψίθυρος που δεν έλεγε να σβήσει. Στην αυλή επικρατούσε σιωπή. Μονάχα λίγα φανάρια έκαιγαν, ρίχνοντας ένα απαλό, κιτρινωπό φως. Μερικές σκιές στέκονταν ακίνητες, σαν να περίμεναν. Ανάμεσά τους, στο βάθος, βρισκόταν ένας άντρας ντυμένος με λευκά και γκρίζα υφάσματα. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο, σχεδόν ανέκφραστο, μα τα μάτια του έμοιαζαν να βλέπουν πέρα από το παρόν.

    Η Γιού-Χουά πλησίασε πρώτη και έσκυψε ελαφρά το κεφάλι.

«Διδάσκαλε», είπε χαμηλόφωνα.

   Ο άντρας έγνεψε. «Ήρθες… και δεν είσαι μόνη.»

Το βλέμμα του στράφηκε στον Τσάο Γουεντάο. Για μια στιγμή, ο χρόνος έμοιαζε να σταματά.

   «Δεν ανήκεις ακόμη εδώ», είπε ο διδάσκαλος απευθυνόμενος στον Τσάο Γουεντάο, με φωνή ήρεμη αλλά βαθιά. «Κι όμως, η καρδιά σου σε έφερε.»

   Ο Τσάο Γουεντάο δίστασε. «Ήρθα για να καταλάβω… τι είναι αυτό που την άλλαξε.»

   Ο διδάσκαλος χαμογέλασε αχνά. «Οι άνθρωποι πιστεύουν πως η αλλαγή έρχεται από έξω, από διδασκαλίες, από λόγια, από υποσχέσεις. Μα η αλήθεια είναι απλούστερη και πιο δύσκολη. Η αλλαγή γεννιέται όταν αντικρίσεις τον εαυτό σου χωρίς φόβο.»

    Έκανε ένα βήμα προς το μέρος τους. «Ο Λευκός Λωτός δεν είναι δύναμη, ούτε εξουσία. Είναι καθρέφτης. Όσοι έρχονται εδώ, δεν βρίσκουν σωτηρία… βρίσκουν την ευθύνη της σωτηρίας τους.»

   Η Γιού-Χουά σήκωσε το βλέμμα της. «Εγώ τη βρήκα, διδάσκαλε.»

   «Την άγγιξες», τη διόρθωσε εκείνος απαλά. «Η πορεία δεν τελειώνει ποτέ.»

    Ο Τσάο Γουεντάο ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από μέσα του, αλλά ταυτόχρονα να γεννιέται κάτι νέο, μια ανησυχία, μια ανάγκη. «Κι εγώ;» ρώτησε. «Τι πρέπει να κάνω;»

   Ο διδάσκαλος τον κοίταξε για λίγο σιωπηλά. «Να μείνεις… ή να φύγεις. Και τα δύο είναι δρόμοι. Μα αν μείνεις, θα πρέπει να αφήσεις πίσω σου ό,τι νομίζεις πως είσαι.»

    Τελικά ο Τσάο Γουεντάο σήκωσε το κεφάλι προς τον γέροντα. «Αν μείνω…», είπε αργά, «πώς ξέρω ότι δεν θα γίνω απλώς ένας ακόμη που ακολουθεί χωρίς να σκέφτεται;»

   Ο διδάσκαλος δεν φάνηκε να εκπλήσσεται. Αντίθετα, ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο πέρασε από τα χείλη του. Πλησίασε λίγο περισσότερο, τόσο που το φως του φαναριού φώτισε καθαρά τα χαρακτηριστικά του. «Η τυφλή πίστη είναι εύκολη. Είναι καταφύγιο για όσους δεν αντέχουν την αμφιβολία. Εμείς δεν ζητούμε αυτό.»

   Ο Τσάο Γουεντάο συνοφρυώθηκε. «Τότε τι ζητάτε;»

   «Να αμφισβητείς», είπε ο διδάσκαλος. «Να αμφισβητείς εμάς, τη διδασκαλία, ακόμη και τον ίδιο σου τον εαυτό. Αν κάτι παραμένει όρθιο ύστερα από αυτό, τότε αξίζει να το κρατήσεις.»

   Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά, αλλά όχι εχθρική. Η Γιού-Χουά παρακολουθούσε χωρίς να μιλά, σαν να ήξερε πως αυτή η στιγμή δεν της ανήκε.

   Ο Τσάο Γουεντάο ρώτησε: «Κι αν δεν βρω τίποτα;»

   Ο αρχι-διδάσκαλος έγειρε ελαφρά το κεφάλι. «Τότε θα έχεις κερδίσει κάτι πιο πολύτιμο από κάθε απάντηση. Την ελευθερία να μην ζεις με ψευδαισθήσεις.»

   Τα λόγια αυτά έπεσαν βαριά μέσα του. Δεν είχαν τη γλυκύτητα των λόγων της Γιού-Χουά, ούτε την παρηγοριά που ίσως περίμενε. Ήταν κοφτά, σχεδόν σκληρά, κι όμως, ένιωθε πως έκρυβαν μια παράξενη ειλικρίνεια. «Δεν μπορώ να υποσχεθώ πίστη», είπε τελικά ο Τσάο Γουεντάο.

   Ο διδάσκαλος ένευσε. «Ούτε εμείς τη ζητάμε.»

    «Τότε… μπορώ να μείνω για να δω;»

   Για πρώτη φορά, το βλέμμα του διδασκάλου μαλάκωσε. «Μπορείς να μείνεις για να δεις. Αλλά να θυμάσαι—ό,τι δεις εδώ, θα σε αλλάξει. Δεν υπάρχει επιστροφή στην άγνοια.»

    Η φωνή του διδασκάλου απλώθηκε στον χώρο, ήρεμη, σταθερή, χωρίς καμία προσπάθεια επιβολής. Οι συγκεντρωμένοι στέκονταν ακίνητοι. Κάποιοι είχαν χαμηλωμένα τα μάτια, άλλοι κοιτούσαν μπροστά σαν υπνωτισμένοι.

   Ο διδάσκαλος έκανε λίγα αργά βήματα, κοιτάζοντας τα πρόσωπα ένα προς ένα. «Σκεφτείτε», συνέχισε, «πόσες φορές γελάσατε ενώ μέσα σας δεν υπήρχε χαρά. Πόσες φορές είπατε “είμαι καλά”, ενώ γνωρίζατε πως κάτι μέσα σας είχε ήδη ραγίσει.» Στάθηκε για μια στιγμή, αφήνοντας τη σιωπή να βαραίνει. «Σκεφτείτε πόσες φορές φοβηθήκατε να πείτε την αλήθεια,  όχι επειδή ήταν επικίνδυνη, αλλά επειδή θα άλλαζε την εικόνα που έχουν οι άλλοι για εσάς.»

   Ένα ελαφρύ αεράκι πέρασε από την αυλή. Κανείς δεν κινήθηκε. «Σκεφτείτε πόσες φορές προσαρμόσατε τον εαυτό σας για να χωρέσει στις προσδοκίες. Πόσες φορές μικρύνατε τα όνειρά σας για να μη φαίνεστε υπερβολικοί. Πόσες φορές σωπάσατε για να μη διαταράξετε μια ψεύτικη ισορροπία.»

    Ο αρχι-διδάσκαλος άφησε τα λόγια να αιωρηθούν για λίγο, σαν να ήθελε να ριζώσουν μέσα στους ακροατές του. Έπειτα συνέχισε, με την ίδια ήρεμη, αμείλικτη καθαρότητα: «Σκεφτείτε, κοιτάξτε γύρω σας, κοιτάξτε και τον ίδιο σας τον εαυτό. Πόσες σχέσεις, πόσοι γάμοι δεν έγιναν μόνο και μόνο επειδή οι άλλοι το θέλησαν — οι γονείς, οι συγγενείς, η κοινωνία. Σκεφτείτε πόσα ζευγάρια ζουν σε ένα καθημερινό ψέμα, γνωρίζοντας ότι ο ένας λέει ψέματα στον άλλον,  ότι τον αγαπά, ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτόν.»

    Έκανε μια μικρή παύση, και το βλέμμα του σκλήρυνε ανεπαίσθητα. «Και όμως ζουν. Πλαγιάζουν στο ίδιο κρεβάτι, μοιράζονται το ίδιο τραπέζι, λένε τις ίδιες λέξεις κάθε μέρα, λέξεις άδειες, λέξεις που έχουν χάσει το νόημά τους.»

   Μερικά κεφάλια χαμήλωσαν ακόμη περισσότερο. «Σκεφτείτε», συνέχισε, «πόσοι φοβήθηκαν να μείνουν μόνοι και προτίμησαν να ζήσουν μαζί με έναν άνθρωπο που δεν γνώρισαν ποτέ πραγματικά. Πόσοι διάλεξαν τη συνήθεια αντί για την αλήθεια. Πόσοι μπέρδεψαν την ασφάλεια με την αγάπη.»

   Η φωνή του έγινε πιο βαριά. «Και πόσοι έμαθαν να παίζουν τον ρόλο τους τόσο καλά, που ξέχασαν πως είναι ρόλος.»

    Ο Τσάο Γουεντάο ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Κάποιες μνήμες που είχε θάψει άρχισαν να αναδύονται, παρά τη θέλησή του.

   «Σκεφτείτε πόσες φορές δεν μιλήσατε με μειλίχιο τρόπο σε ανθρώπους που θα θέλατε να αποφύγετε. Σκεφτείτε πόσες φορές δώσατε υποσχέσεις πάνω από τις δυνάμεις σας. Σκεφτείτε πόσες φορές ζηλέψατε κάποιον επειδή είχε από σας μεγαλύτερο σπίτι, ωραιότερη γυναίκα.»

    Έσκυψε ελαφρά προς το πλήθος. «Και ρωτήστε τον εαυτό σας. Ήταν δική σας η επιθυμία; Ή σας την έμαθαν; Σας έμαθαν να θέλετε, να συγκρίνετε, να επιθυμείτε αυτό που έχουν οι άλλοι. Σας έμαθαν να μετράτε την αξία σας με ξένα μέτρα.»

    Ένα από τα φανάρια έτριξε απαλά καθώς το φυτίλι του καιγόταν. «Ακόμη και στην αγάπη», συνέχισε, «σας έμαθαν να επιθυμείτε όχι τον άνθρωπο, αλλά την εικόνα του. Να αγαπάτε αυτό που φαίνεται, όχι αυτό που είναι.»

   Η σιωπή είχε γίνει πλέον σχεδόν αφόρητη. «Κι έτσι», είπε πιο ήσυχα, «δημιουργείτε σχέσεις που δεν αντέχουν το φως της αλήθειας. Γάμους που στηρίζονται στον φόβο, φόβο της μοναξιάς, φόβο της απόρριψης, φόβο του τι θα πει ο κόσμος.»

   Σήκωσε το βλέμμα του προς τον ουρανό για μια στιγμή. «Δεν είναι η αγάπη που σας δένει. Είναι ο φόβος.»

   Τα λόγια αυτά έπεσαν βαριά, σαν πέτρα σε ακίνητο νερό. «Και τώρα σας ρωτώ», είπε, κοιτάζοντας ξανά τους συγκεντρωμένους. «Αν αφαιρούσατε τον φόβο, πόσες από αυτές τις σχέσεις θα έμεναν όρθιες; Πόσοι από εσάς θα μένατε εκεί που είστε;»

   Κανείς δεν μίλησε. Ο Τσάο Γουεντάο ένιωσε την ανάσα του να βαραίνει.

   «Η αλήθεια», συνέχισε ο διδάσκαλος, «δεν καταστρέφει τις αληθινές σχέσεις. Καταστρέφει μόνο τις ψεύτικες. Και αυτό που καταστρέφεται… δεν ήταν ποτέ αληθινό.»

   Έκανε ένα τελευταίο βήμα πίσω. «Γι’ αυτό φοβάστε. Όχι την αλήθεια, αλλά αυτό που θα απομείνει όταν αυτή φανερωθεί.»

   Η αυλή βυθίστηκε ξανά στη σιωπή. Και μέσα σε αυτή, ο καθένας είχε μείνει μόνος, όχι με τους άλλους, αλλά με τον ίδιο του τον εαυτό.

   Ο Τσάο Γουεντάο ένιωσε το στήθος του να σφίγγεται. Χωρίς να το καταλάβει, τα χέρια του είχαν γίνει γροθιές. Ο διδάσκαλος τον κοίταξε για μια στιγμή, όχι επίμονα, αλλά σαν να αναγνώριζε κάτι.

   «Και τώρα», είπε πιο χαμηλά, «σκεφτείτε το πιο δύσκολο απ’ όλα.» Η φωνή του σχεδόν ψιθύριζε, κι όμως ακουγόταν καθαρά. «Ποιοι θα ήσασταν… αν όλα αυτά έπαυαν; Αν δεν υπήρχε φόβος, αν δεν υπήρχε κρίση, αν δεν υπήρχε ανάγκη να ανήκετε;»

   Μια βαριά σιωπή απλώθηκε. Κάποιος στο βάθος πήρε μια κοφτή ανάσα. «Θα αναγνωρίζατε τον εαυτό σας;» συνέχισε. «Ή μήπως θα στεκόσασταν μπροστά σε έναν ξένο;»

    Η Γιού-Χουά είχε σκύψει το κεφάλι της. Το πρόσωπό της δεν φαινόταν, αλλά οι ώμοι της ήταν ακίνητοι, σαν να κρατούσε μέσα της κάθε λέξη.

   «Ο Λευκός Λωτός», είπε ο διδάσκαλος, υψώνοντας ελαφρά τη φωνή, «δεν σας προσφέρει παρηγοριά. Δεν σας υπόσχεται ευτυχία. Σας προσφέρει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο.» Σήκωσε το χέρι του αργά. «Την αλήθεια χωρίς στολίδια.»

  Τα φανάρια τρεμόπαιξαν ξανά, σαν να αντιδρούσαν στα λόγια του. «Και η αλήθεια», συνέχισε, «δεν είναι όμορφη. Δεν είναι ευγενική. Δεν σας χαϊδεύει. Σας γδύνει από όλα όσα δεν είστε.»

    Ο Τσάο Γουεντάο ένιωσε ένα ρίγος να τον διαπερνά.

   «Γι’ αυτό σας ρωτώ», είπε ο διδάσκαλος, κοιτάζοντά τους πλέον όλους. «Έχετε το θάρρος να δείτε; Όχι τον κόσμο — αλλά τον εαυτό σας μέσα σε αυτόν;»

   Κανείς δεν απάντησε. Κι όμως, μέσα σε εκείνη τη σιωπή, κάτι είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει. Η σιωπή που είχε απλωθεί μετά τα λόγια του διδασκάλου έμοιαζε σχεδόν εύθραυστη. Κανείς δεν τολμούσε να την ταράξει, ώσπου μια φωνή, διστακτική αλλά καθαρή, υψώθηκε μέσα από το πλήθος. Ήταν ο Τσάο Γουεντάο.

   «Κι αν δεν μπορούμε να αλλάξουμε;» ρώτησε. «Κι αν είναι αργά τώρα για αλλαγή;»

   Μερικά κεφάλια γύρισαν προς το μέρος του. Ο αρχι-διδάσκαλος δεν απάντησε αμέσως. Τον κοίταξε για λίγο, σαν να ζύγιζε όχι τα λόγια, αλλά αυτό που κρυβόταν πίσω τους.

   «Κανείς δεν αλλάζει απότομα», είπε. «Ούτε εύκολα. Ούτε επειδή έτσι το θέλησε.» Άρχισε να περπατά αργά ανάμεσα στους συγκεντρωμένους. «Ο χρόνος, η ζωή και οι δοκιμασίες είναι εκείνα που μας οδηγούν να σκεφθούμε. Και όταν σκεφτόμαστε… αλλάζουμε. Λίγο λίγο. Κάθε φορά.» Σταμάτησε κοντά σε έναν άντρα που κρατούσε τα χέρια του σφιγμένα. «Η αλλαγή δεν είναι μια στιγμή. Είναι μια πορεία. Και οι περισσότεροι την εγκαταλείπουν όχι επειδή δεν μπορούν, αλλά επειδή δεν αντέχουν να δουν πόσο δρόμο έχουν ακόμη.»

   Ο Τσάο Γουεντάο έσκυψε ελαφρά το κεφάλι, σαν να δεχόταν το βάρος των λόγων. Τότε, από το πλάι, μια άλλη φωνή ακούστηκε, πιο βαριά, σχεδόν σπασμένη.

   «Κι αν τα κρίματά μας είναι μεγάλα;» ρώτησε κάποιος. «Αν δεν μπορούν να συγχωρεθούν;»

   Ο διδάσκαλος γύρισε προς τη φωνή. «Μπορεί οι άλλοι να μη μας συγχωρήσουν ποτέ», είπε ήρεμα. «Και ίσως… ούτε να πρέπει.»

   Μια ανεπαίσθητη αναταραχή διαπέρασε τους συγκεντρωμένους.

   «Η συγχώρεση των άλλων δεν είναι δικαίωμά μας», συνέχισε. «Δεν μπορούμε να την απαιτήσουμε, ούτε να την επιβάλουμε.» Σήκωσε το βλέμμα του, διαπεραστικό. «Αλλά μέσα μας… όταν γνωρίζουμε ότι έχουμε γίνει κάποιος άλλος, όταν έχει γεννηθεί ένας λευκός λωτός… τότε μπορούμε να βρούμε παρηγοριά.» Έφερε το χέρι του στο στήθος του. «Όχι γιατί ξεχάσαμε. Όχι γιατί διαγράψαμε το παρελθόν. Αλλά γιατί δεν είμαστε πλέον εκείνος που το δημιούργησε.» Η φωνή του μαλάκωσε. «Και τότε έχουμε ένα χρέος — όχι προς τους άλλους, αλλά προς αυτή τη νέα ύπαρξη μέσα μας.» Έκανε ένα βήμα πίσω. «Για την υπόλοιπη ζωή μας… να μην επιστρέψουμε εκεί που ποτέ δεν έπρεπε να είμαστε. Εκεί που ποτέ δεν έπρεπε να ανήκουμε.»

   Η σιωπή που ακολούθησε ήταν διαφορετική τώρα. Πιο βαριά, αλλά και πιο ζωντανή.

   Κάποια γυναίκα σήκωσε διστακτικά το χέρι της. «Κι αν αποτύχουμε ξανά;» ρώτησε χαμηλόφωνα. «Αν ξαναγίνουμε αυτό που ήμασταν;»

   Ο διδάσκαλος την κοίταξε με κατανόηση. «Θα αποτύχετε», είπε απλά. «Όχι μία φορά. Πολλές.»

   Πλησίασε λίγο περισσότερο προς την πλευρά της. «Η διαφορά δεν είναι αν θα πέσετε. Είναι αν, κάθε φορά που πέφτετε, θυμάστε ότι δεν θέλετε πια να μείνετε στο χώμα.»

   Τα λόγια του έμοιαζαν να διαπερνούν τον καθένα ξεχωριστά.

   «Η παλιά σας ζωή θα σας καλεί πίσω. Θα σας υπόσχεται ευκολία, συνήθεια, ασφάλεια. Και κάθε φορά θα πρέπει να επιλέγετε ξανά.»

   Έστρεψε το βλέμμα του προς όλους. «Αυτό είναι το τίμημα της επίγνωσης. Δεν υπάρχει επιστροφή στην άγνοια.»

   Ο διδάσκαλος σιώπησε για λίγο, κι έπειτα είπε: «Δεν ζητώ από εσάς να γίνετε τέλειοι. Ζητώ να γίνετε ειλικρινείς.»

   Τα φανάρια τρεμόπαιξαν ξανά. Και μέσα σε εκείνη τη νύχτα, κανείς δεν ένιωθε πια ακριβώς όπως πριν. Ένα από τα φανάρια έσβησε ξαφνικά.

Ο Τσάο Γουεντάο πήρε μια βαθιά ανάσα. Ένιωσε πως δεν περπατούσε απλώς σε έναν νέο χώρο,  αλλά σε μια νέα εκδοχή του ίδιου του εαυτού του.

   Το επόμενο πρωί βρήκε τον Τσάο Γουεντάο ξύπνιο πριν ακόμη χαράξει καλά καλά. Το φως ήταν αχνό, σχεδόν γκρίζο, και η αυλή της αποθήκης του έμοιαζε πιο άδεια απ’ ό,τι συνήθως. Κάθισε στο ξύλινο γραφείο του, εκεί όπου άλλοτε οι αριθμοί του έδιναν βεβαιότητα και τάξη. Τώρα, όμως, οι λογαριασμοί ήταν ανοιχτοί μπροστά του και το βλέμμα του περνούσε από πάνω τους χωρίς να τους βλέπει.

   Τα λόγια του διδασκάλου δεν τον είχαν αφήσει ούτε στιγμή. «Πόσες σχέσεις… πόσοι γάμοι…» Έσφιξε τα χείλη του. Ο δικός του γάμος. Ήταν άραγε διαφορετικός; Σκέφτηκε τη Λιάν-Χουά. Την πρώτη τους συνάντηση, τις προσεκτικές κουβέντες, τη συγκρατημένη ευγένεια. Δεν υπήρξε ποτέ εκείνη η φλόγα που καίει και παρασύρει. Υπήρξε, όμως, κάτι άλλο μια συμφωνία. Ίσως είχε βιαστεί. Η ηλικία του είχε περάσει σε ένα σημείο που οι άλλοι άρχισαν να τον κοιτούν με απορία. Ίσως είχε φοβηθεί τη μοναξιά. Ίσως, βαθύτερα, είχε φοβηθεί τον έρωτα, εκείνον τον έρωτα που κάποτε τον είχε προδώσει, που τον είχε αφήσει εκτεθειμένο και γελοίο.

   Έτσι διάλεξε κάτι πιο ασφαλές. Με τη Λιάν-Χουά δεν αναζήτησε πάθος. Αναζήτησε τάξη. Ένα έντιμο συμβόλαιο. Έναν γάμο όπου οι όροι ήταν ξεκάθαροι, συμφωνημένοι από την αρχή, σχεδόν με τη σχολαστικότητα εμπορικής συναλλαγής. Τι θα έδινε ο ένας, τι θα έπαιρνε ο άλλος. Τι θα περίμεναν, τι θα απέφευγαν.

    Μέσα σε αυτές τις σκέψεις του, που απομακρύονταν αλλά πάλι μετά από λίγο επέστρεφαν έφτασε το μεσημέρι κι έπειτα, λίγο αργότερα, η επίσκεψη.

   Ο οικονομικός επιθεωρητής Λιού Σενγκ-Τσάι, ο γαμβρός του, είχε εμφανιστεί στην αυλή του χωρίς προειδοποίηση. «Αυτή η συζήτηση πρέπει να μείνει μεταξύ μας», είπε ο Σενγκ-Τσάι χαμηλόφωνα. Δεν υπήρχαν αποδείξεις. Μόνο λόγια. Λόγια ενός ανθρώπου που δεν άξιζε εμπιστοσύνη, του Λιου Τσενγκχάο. Απατεώνας, καυχησιάρης, ένας από εκείνους που ντύνουν τα ψέματα με θάρρος. Κι όμως… Ένα βράδυ, είχε κορδωθεί πως ήταν εκείνος που «πήρε τον ανθό» μιας πλουσιοκόρης από το Τσιουτζιά. Χωρίς όνομα. Χωρίς λεπτομέρειες. Μα δεν υπήρχαν πολλές τέτοιες οικογένειες στο μικρό αυτό χωριό.

   Ο Λιου Σενγκ-Τσάι είπε στον Τσάο Γκουεντάο πως τώρα εντελώς πρόσφατα τα πληροφορήθηκε. Ένας ελεγχόμενος ίσως θέλοντας να του παραστήσει τον έμπιστο, ίσως θέλοντας να του το περάσει ως χάρη, για να έχει την εύνοια του οικονομικού επιθεωρητή, ένας από εκείνους που ήταν εκείνο το βράδυ σε εκείνη την ανδροπαρέα που καυχιώνταν για τις ερωτικές του κατακτήσεις. Γι’ αυτό ήρθε στον χώρο εργασίας του και όχι στο σπίτι του. Είχε διστάσει, αλλά καλύτερα κάποιος να γνωρίζει, έστω αυτό που κυκλοφορεί και σαν άδικη φήμη, παρά να μην γνωρίζει.  

   Ο Τσάο Γουεντάο είχε ακούσει χωρίς να διακόψει. Δεν ρώτησε πολλά. Ίσως γιατί δεν ήθελε να ακούσει περισσότερα. Τώρα, καθισμένος στο ίδιο σημείο, εκεί που τον είχε βρει η άγνωστη εκείνη προξενήτρα άρχισε να βλέπει το γαμήλιο συμβόλαιό του με αμφιβολία. «Ήταν δική μου επιλογή;» σκέφτηκε. «Ή απλώς άλλη μια συμφωνία για να αποφύγω κάτι;» Τα λόγια του διδασκάλου αντήχησαν ξανά μέσα του.

“Αν αφαιρούσατε τον φόβο…”

   Πήρε μια βαθιά ανάσα. Αν αφαιρούσε τον φόβο,  της μοναξιάς, της ντροπής, της αποτυχίας, τι θα έμενε από τον γάμο του; Και πιο τρομακτικό ακόμη… τί θα έμενε από τον ίδιο; Ο Τσάο Γουεντάο μετά από αυτό το τρίτο του ταξίδι στην Γιόνγκ-αν δεν ξαναγύρισε ποτέ ο ίδιος στο Τσιουτζιά.

 

 

 

η μεταμόρφωση του Τσάο Γουεντάο

   Οι υπόλοιπες μέρες που ακολούθησαν κατά την παραμονή του Τσάο Γουεντάο στην Γιόνγκ-αν δεν έφεραν καμία θεαματική αλλαγή στη ζωή του. Στην αρχή, η συμμετοχή του στη σέκτα του «Λευκού Λωτού» ήταν σιωπηλή, σχεδόν διακριτική. Δεν πήρε όρκους, δεν άλλαξε ενδυμασία, δεν απομακρύνθηκε από τις υποχρεώσεις του. Συνέχισε να πηγαίνει στην αποθήκη, να ελέγχει τα εμπορεύματα, να κρατά λογαριασμούς. Όμως κάτι είχε μετακινηθεί μέσα του. Κάθε βράδυ, ή σχεδόν κάθε βράδυ, επέστρεφε στην αυλή με τα φανάρια. Άκουγε. Σκεφτόταν. Δεν μιλούσε πολύ. Ο διδάσκαλος δεν του ζητούσε τίποτα περισσότερο. Σιγά σιγά, όμως, άρχισε να κάνει κάτι που δεν είχε ξανακάνει ποτέ με τέτοια ένταση — να παρατηρεί τον εαυτό του. Παρατηρούσε τις λέξεις του, πότε ήταν αληθινές και πότε όχι. Παρατηρούσε τις κινήσεις του, τις μικρές προσποιήσεις, τις ευγένειες που δεν ένιωθε. Παρατηρούσε ακόμη και τη σιωπή του, αν ήταν ειλικρινής ή αν ήταν φυγή. Και όσο περισσότερο έβλεπε, τόσο λιγότερο μπορούσε να επιστρέψει στην παλιά του αδιαφορία.

  Με την επιστροφή του στο Τσιουτζιά η Λιάν-Χουά δεν πρόσεξε τίποτα. Ο άντρας της ήταν πάντα συγκρατημένος, πάντα λιγομίλητος. Η αλλαγή δεν ήταν θορυβώδης. Ύστερα, όμως, άρχισε να τη νιώθει. Ήταν στον τρόπο που την κοιτούσε, όχι με ψυχρότητα, αλλά με μια περίεργη απόσταση, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει κάτι που μέχρι τότε θεωρούσε δεδομένο. Ήταν στις στιγμές που δεν απαντούσε αμέσως. Στις φορές που, αντί να συμφωνήσει, απλώς έμενε σιωπηλός. Ένα βράδυ, καθώς κάθονταν στο τραπέζι, εκείνη άφησε κάτω τα ξυλάκια της.

   «Έχεις αλλάξει», είπε.

   Ο Τσάο Γουεντάο δεν αρνήθηκε. «Ίσως», απάντησε.

   «Ίσως;» Η φωνή της είχε μια συγκρατημένη ένταση. «Δεν με κοιτάς όπως πριν. Δεν μου μιλάς όπως πριν.»

   Εκείνος την κοίταξε για λίγο. Για πρώτη φορά, δεν βιάστηκε να απαντήσει με κάτι που θα έκλεινε τη συζήτηση. «Πριν…», είπε αργά, «ήξερα τι έπρεπε να πω.»

   Η Λιάν-Χουά συνοφρυώθηκε. «Και τώρα;»

   «Τώρα δεν θέλω να λέω πράγματα μόνο και μόνο επειδή πρέπει.»

   Η σιωπή που ακολούθησε ήταν διαφορετική από τις άλλες σιωπές τους. Δεν ήταν άνετη. Δεν ήταν συμφωνημένη. Ήταν ανοιχτή. Οι μέρες περνούσαν και η απόσταση μεγάλωνε, όχι με καβγάδες, αλλά με κάτι πιο λεπτό και πιο επικίνδυνο. Με ερωτήματα που δεν είχαν τεθεί ποτέ πριν.

   Ο Τσάο Γουεντάο άρχισε να βλέπει τον γάμο του, έβλεπε τη συμφωνία, τη σταθερότητα, την έλλειψη σύγκρουσης. Αλλά έβλεπε και κάτι άλλο. Την απουσία αλήθειας. Όχι επειδή υπήρχαν απαραίτητα ψέματα, αλλά επειδή πολλά πράγματα δεν είχαν ειπωθεί ποτέ.

   Από την άλλη, η Λιάν-Χουά ένιωθε να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Ο άντρας που είχε παντρευτεί ήταν προβλέψιμος, αξιόπιστος, σταθερός. Τώρα, μπροστά της, στεκόταν κάποιος που αμφισβητούσε, όχι φωναχτά, αλλά σιωπηλά, επίμονα. Και αυτή η αμφισβήτηση δεν είχε στόχο μόνο τον εαυτό του.

 

 

 

το τέταρτο ταξίδι του Τσάο Γουεντάο

   Το τέταρτο ταξίδι του Τσάο Γουεντάο στη Γιονγκ-αν δεν έμοιαζε με τα προηγούμενα. Αυτή τη φορά, τα βήματά του ήταν ήσυχα αλλά σταθερά, σαν να ήξερε ήδη τον δρόμο, όχι μόνο μέσα από τα στενά και τις αυλές, αλλά και μέσα του. Οι νυχτερινές συναντήσεις είχαν γίνει μέρος της ζωής του. Δεν ήταν απλώς λόγια πια· ήταν μια συνήθεια σκέψης, ένας τρόπος να βλέπει. Και όσο περισσότερο άκουγε, τόσο περισσότερο δυσκολευόταν να επιστρέψει στην παλιά, αδιατάρακτη βεβαιότητα.

   Εκείνο το βράδυ, η αυλή ήταν γεμάτη. Τα φανάρια έκαιγαν πιο δυνατά, και οι σκιές των συγκεντρωμένων σχημάτιζαν έναν αργό, ζωντανό κύκλο γύρω από τον διδάσκαλο. Ο Τσάο Γουεντάο στάθηκε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα, σαν να είχε πάρει ήδη την απόφασή του, μίλησε: «Πώς στεκόμαστε απέναντι σε κάποιον που δεν μας λέει την αλήθεια για το παρελθόν του;»

   Η φωνή του δεν ήταν δυνατή, αλλά ακούστηκε καθαρά. Ο διδάσκαλος γύρισε προς το μέρος του.

   «Εννοείς», είπε ήρεμα, «κάποιον που λέει ψέματα; Ή κάποιον που απλώς αποκρύπτει;»

   Ο Τσάο Γουεντάο δίστασε. «Δεν ξέρω», απάντησε. «Ίσως και τα δύο.»

   Ο διδάσκαλος έγνεψε αργά, σαν να αποδεχόταν όχι μόνο την απάντηση, αλλά και την αβεβαιότητά της. «Τότε δεν ρωτάς για τον άλλον», είπε. «Ρωτάς για τη φύση της αλήθειας.» Μια ήρεμη ένταση απλώθηκε στον χώρο. «Οι άνθρωποι», συνέχισε, «πιστεύουν ότι το ψέμα και η αλήθεια είναι αντίθετα. Ότι το ένα αποκλείει το άλλο. Αλλά η ζωή δεν είναι τόσο καθαρή.» Άρχισε να περπατά αργά. «Υπάρχουν ψέματα που λέγονται για να εξαπατήσουν. Υπάρχουν όμως και σιωπές που γεννιούνται από φόβο, από ντροπή, από ανάγκη να προστατευθεί κάτι εύθραυστο.» Σταμάτησε. «Πες μου, Τσάο Γουεντάο. Έχεις πει ποτέ όλη την αλήθεια για τον εαυτό σου;»

   Η ερώτηση τον βρήκε απροετοίμαστο. Δεν απάντησε.

   Ο διδάσκαλος χαμογέλασε ελαφρά. «Κανείς δεν το κάνει», είπε. «Όχι γιατί όλοι είναι απατεώνες. Αλλά γιατί ο άνθρωπος φοβάται να εκτεθεί πλήρως, ακόμη και στον ίδιο του τον εαυτό.» 

   Ένας από τους συγκεντρωμένους μετακινήθηκε ανήσυχα. «Το ψέμα», συνέχισε ο διδάσκαλος, «δεν είναι πάντα μια πράξη. Μερικές φορές είναι μια άμυνα. Μια σκιά που στέκεται ανάμεσα σε εμάς και σε κάτι που δεν αντέχουμε να δούμε.»

   Ο Τσάο Γουεντάο ένιωσε τα λόγια να βαραίνουν μέσα του. «Τότε τι κάνουμε;» ρώτησε. «Αν δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε;»

   Ο διδάσκαλος τον κοίταξε σταθερά. «Πρώτα, σταματάμε να βιαζόμαστε να κρίνουμε.» Σήκωσε το χέρι του ελαφρά. «Αν κάποιος σου λέει ψέματα για να σε εκμεταλλευτεί, η αλήθεια θα φανερωθεί μέσα από τις πράξεις του. Το ψέμα που θέλει να κρύψει κάτι άδικο δεν αντέχει στον χρόνο.» Έπειτα χαμήλωσε τη φωνή του. «Αν όμως κάποιος σιωπά για κάτι που τον πληγώνει, τότε η αλήθεια του δεν είναι λιγότερο αληθινή επειδή δεν ειπώθηκε.»

   Η αυλή έμεινε ακίνητη. «Το ερώτημα δεν είναι μόνο “αν λέει την αλήθεια;”», συνέχισε ο διδάσκαλος. «Το ερώτημα είναι — μπορείς εσύ να αντέξεις την αλήθεια, όποια κι αν είναι;»

   Ο Τσάο Γουεντάο ένιωσε μια ελαφριά ταραχή. «Και αν δεν μπορώ;»

   Ο διδάσκαλος δεν δίστασε. «Τότε δεν φοβάσαι το ψέμα του άλλου. Φοβάσαι αυτό που θα αλλάξει μέσα σου όταν μάθεις.»

   Η φράση έμεινε να αιωρείται. «Γι’ αυτό», κατέληξε ο διδάσκαλος, «όταν στέκεσαι απέναντι σε κάποιον που ίσως δεν σου λέει όλη την αλήθεια, μην ξεκινάς από την κατηγορία. Ξεκίνα από την κατανόηση και από τη δική σου ετοιμότητα να δεις.»

   Ο διδάσκαλος στράφηκε ξανά προς όλους. «Γιατί η αλήθεια δεν είναι μόνο αυτό που λέγεται. Είναι και αυτό που μπορεί να ακουστεί.»

   Ο Τσάο Γουεντάο έμεινε σιωπηλός. Πήρε θάρρος και προσδιόρισε περισσότερο το αρχικό του ερώτημα. Η φωνή του ήταν πιο βαριά τώρα. Δεν ήταν πια μια γενική απορία· ήταν κάτι προσωπικό, σχεδόν εκτεθειμένο: «Ναι, αλλά όταν μία πράξη είναι τόσο καθοριστική που μπορεί να αλλάξει ένα συμβόλαιο, μια σχέση, ένα γάμο;» 

   Ο διδάσκαλος τον κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλά. Οι υπόλοιποι σώπασαν, σαν να καταλάβαιναν ότι η ερώτηση είχε βάρος που ξεπερνούσε τη θεωρία. «Τότε», απάντησε, «δεν ρωτάς πια για την αλήθεια. Ρωτάς για τις συνέπειές της.» Έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. «Υπάρχουν πράξεις που δεν είναι απλώς γεγονότα. Είναι ρήγματα. Ρήγματα που, όταν αποκαλυφθούν, αλλάζουν τον τρόπο που βλέπεις τον άλλον και τον εαυτό σου μέσα στη σχέση.»

   Ο Τσάο Γουεντάο δεν κουνήθηκε.

   «Σε αυτές τις περιπτώσεις», συνέχισε ο διδάσκαλος, «η απόκρυψη δεν είναι ουδέτερη. Δεν είναι απλώς σιωπή. Είναι επιλογή που διατηρεί κάτι όπως είναι, ενώ ίσως δεν θα έπρεπε να είναι.»

   Μια βαριά σιωπή απλώθηκε.

   «Αν η αλήθεια μπορεί να αλλάξει ένα συμβόλαιο», είπε πιο αργά, «τότε το συμβόλαιο αυτό δεν βασίζεται μόνο σε όσα ειπώθηκαν… αλλά και σε όσα δεν ειπώθηκαν.»

   Ο Τσάο Γουεντάο ένιωσε το στήθος του να σφίγγεται. «Τότε είναι άδικο;» ρώτησε. «Να μην ειπωθεί;»

   Ο διδάσκαλος δεν απάντησε αμέσως. «Η δικαιοσύνη», είπε τελικά, «είναι λέξη που οι άνθρωποι χρησιμοποιούν όταν θέλουν να μετρήσουν τον κόσμο με σταθερά μέτρα. Αλλά οι σχέσεις δεν είναι δικαστήριο.» Έσκυψε ελαφρά προς το μέρος του. «Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο. Αν γνώριζες αυτή την αλήθεια από την αρχή, θα είχες επιλέξει το ίδιο;»

   Ο Τσάο Γουεντάο κατέβασε το βλέμμα. Δεν απάντησε.

   Ο διδάσκαλος συνέχισε, πιο ήπια τώρα: «Αν η απάντηση είναι “όχι”, τότε έχεις μπροστά σου ένα ρήγμα που δεν μπορείς να αγνοήσεις. Όχι επειδή κάποιος έφταιξε απαραίτητα, αλλά επειδή η επιλογή σου έγινε πάνω σε ατελή γνώση.»

   Σήκωσε το βλέμμα του προς όλους. «Και τότε υπάρχουν μόνο δύο δρόμοι.» Σήκωσε δύο δάχτυλα. «Ο πρώτος: να δεχθείς ότι η επιλογή σου ανήκει στο παρελθόν και να αποφασίσεις εκ νέου,  τώρα που βλέπεις πιο καθαρά.» Κατέβασε το ένα. «Ο δεύτερος: να κρατηθείς από αυτό που ήδη υπάρχει και να πεις “ακόμη κι έτσι, επιλέγω να μείνω”. Όχι από φόβο. Όχι από συνήθεια. Αλλά από επίγνωση.» Η φωνή του έγινε πιο σταθερή. «Αυτό που δεν μπορείς να κάνεις… είναι να συνεχίσεις σαν να μην γνωρίζεις.»

   Ο Τσάο Γουεντάο ένιωσε σαν να του είχαν αφαιρέσει κάτι, μια άνεση, μια δικαιολογία. «Και ο άλλος;» ρώτησε χαμηλά. «Αυτός που έκρυψε;»

   Ο διδάσκαλος τον κοίταξε ήρεμα. «Κι εκείνος έχει το δικό του βάρος να κουβαλήσει. Γιατί κάθε αλήθεια που δεν λέγεται… δεν εξαφανίζεται. Απλώς περιμένει. Το ερώτημα δεν είναι αν θα έρθει στο φως», συνέχισε. «Το ερώτημα είναι πότε και με ποιο κόστος.»

   Η σιωπή που ακολούθησε ήταν σχεδόν απόλυτη. Ο Τσάο Γουεντάο στάθηκε ακίνητος, μα μέσα του όλα είχαν αρχίσει να κινούνται. Γιατί τώρα ήξερε. Δεν μπορούσε πια να προσποιείται ότι δεν έβλεπε. Η ερώτηση του Τσάο Γουεντάο δεν ήταν πια ερώτηση για όλους. Ήταν εξομολόγηση. Η φωνή του είχε χαμηλώσει, αλλά μέσα της υπήρχε μια ένταση που δεν μπορούσε να κρυφτεί.

   «Και τι κάνει κάποιος… που δεν πιστεύει πια στον γάμο του; Που δεν ευθύνεται ο ίδιος, γιατί η σχέση αυτή στηρίχθηκε σε θεμέλια γεμισμένα με ψέμα;»

   Η αυλή βυθίστηκε σε μια σιωπή σχεδόν βαριά. Μερικοί απέστρεψαν το βλέμμα, σαν να ένιωθαν ότι βρίσκονταν μπροστά σε κάτι πολύ προσωπικό.

Ο διδάσκαλος δεν απάντησε αμέσως. Τον κοίταξε για ώρα — όχι με κρίση, αλλά με μια προσοχή που έμοιαζε να αγγίζει κάτι βαθύτερο από τα λόγια.

   «Λες ότι δεν ευθύνεσαι», είπε τελικά ήρεμα.

   Ο Τσάο Γουεντάο σήκωσε το βλέμμα του. «Δεν γνώριζα», απάντησε. «Η επιλογή μου δεν ήταν πλήρης.»

   Ο διδάσκαλος έγνεψε αργά. «Ίσως», είπε. «Αλλά τώρα γνωρίζεις.» Τα λόγια αυτά έπεσαν βαριά. «Από αυτή τη στιγμή και μετά», συνέχισε, «δεν μπορείς να σταθείς μόνο στο παρελθόν για να ορίσεις τη θέση σου. Το ερώτημα δεν είναι πια πώς ξεκίνησε ο γάμος σου.» Έκανε ένα μικρό βήμα προς το μέρος του. «Το ερώτημα είναι: τι κάνεις εσύ τώρα που βλέπεις;»

   Ο Τσάο Γουεντάο έσφιξε τα χέρια του. «Αν δεν πιστεύω πια;»

   «Η πίστη», είπε ο διδάσκαλος, «δεν είναι υποχρέωση. Δεν διατάσσεται. Αν έχει χαθεί, δεν μπορείς να την προσποιηθείς χωρίς να προδώσεις ξανά αυτή τη φορά τον εαυτό σου.» Η φωνή του έγινε πιο σταθερή. «Αλλά πρόσεξε κάτι. Άλλο είναι να μην πιστεύεις πια… και άλλο να μην θέλεις να πιστεύεις.»

   Ο Τσάο Γουεντάο συνοφρυώθηκε ελαφρά. «Δεν είναι το ίδιο;»

   «Όχι», απάντησε ο διδάσκαλος. «Το πρώτο είναι αποτέλεσμα. Το δεύτερο είναι απόφαση.» Η διάκριση έμεινε να αιωρείται. «Αν μέσα σου έχει τελειώσει», συνέχισε, «τότε έχεις καθήκον να το δεις καθαρά. Όχι με θυμό, όχι με εκδίκηση, όχι με την ανάγκη να αποδώσεις ευθύνες.» Έκανε μια μικρή παύση. «Αλλά με αλήθεια.»

   Ο αέρας στην αυλή έμοιαζε πιο βαρύς. Ο διδάσκαλος κοίταξε προς το έδαφος, μετά σήκωσε το κεφάλι του ανιχνεύοντας τις εκφράσεις των προσώπων των συγκεντρωμένων. «Και τότε», είπε ο διδάσκαλος, «υπάρχουν ξανά δρόμοι — αλλά αυτή τη φορά είναι πιο δύσκολοι.» Σήκωσε το βλέμμα του και το κατεύθυνη προς τον Τσάο Γουεντάο. «Μπορείς να μείνεις. Όχι γιατί όλα είναι όπως πριν, αλλά γιατί επιλέγεις συνειδητά να χτίσεις κάτι νέο πάνω στα παλιά ερείπια. Αυτό απαιτεί θάρρος — και από τους δύο.» Κατέβασε ελαφρά το κεφάλι. «Ή μπορείς να φύγεις. Όχι ως φυγή, αλλά ως αποδοχή ότι αυτό που υπήρχε δεν μπορεί να συνεχίσει χωρίς να σε διαστρεβλώνει.»

   Ο Τσάο Γουεντάο ένιωσε την ανάσα του να βαραίνει. «Και το δίκιο;» ρώτησε. «Δεν έχει σημασία ποιος έφταιξε;»

   Ο διδάσκαλος τον κοίταξε βαθιά. «Το δίκιο μπορεί να σε δικαιώσει», είπε. «Αλλά δεν θα σε καθοδηγήσει.» Η φράση έμεινε μετέωρη. «Αν σταθείς μόνο σε αυτό, θα μείνεις δεμένος με το παρελθόν. Αν θέλεις να προχωρήσεις, πρέπει να δεις τι είναι ζωντανό τώρα και τι έχει ήδη πεθάνει.»

   Τα φανάρια τρεμόπαιξαν απαλά.

   «Και κάτι ακόμη», πρόσθεσε πιο χαμηλά. «Μην βιάζεσαι να πεις ότι ο άλλος σε εξαπάτησε… αν δεν έχεις πρώτα δει με ειλικρίνεια τι εσύ επέλεξες να μη δεις.»

   Ο Τσάο Γουεντάο πάγωσε. Η φράση αυτή βρήκε μέσα του κάτι που δεν ήταν έτοιμος να αντικρίσει.

   Ο διδάσκαλος έκανε ένα βήμα πίσω κοιτάζοντας αυτούς που τον άκουγαν. «Δεν σας λέω τι να κάνετε», είπε. «Σας λέω μόνο αυτό: ό,τι κι αν επιλέξεις… να είναι αλήθεια. Όχι αντίδραση.»

   Η νύχτα είχε απλώσει τη σκιά της βαριά πάνω στην αυλή της σέκτας του «Λευκού Λωτού». Οι συγκεντρωμένοι κάθονταν γύρω από τα φανάρια, και ο διδάσκαλος στεκόταν στο κέντρο, η φωνή του σταθερή, αλλά γεμάτη βαρύτητα. «Αλλά πρέπει να ξέρετε», είπε, και το βλέμμα του περιέπαιξε όλους γύρω του, «όποιος λέει ψέμματα, δεν τα λέει για πρώτη φορά. Τα έχει ξαναπεί. Και θα τα ξαναπεί και αργότερα.»

   Έκανε μια παύση, αφήνοντας τα λόγια να βουλιάξουν μέσα στις συνειδήσεις των ακροατών.

«Και πάντα βρίσκει προφάσεις για να δικαιολογεί τον εαυτό του», συνέχισε. «Ότι δεν έφταιγε αυτός που είπε ψέμματα, αλλά αναγκάστηκε από τους άλλους, από τη ζωή, από την κατάσταση.»

   Η φωνή του έγερνε πιο κοντά στους ακροατές. «Εάν δεν αλλάξει αυτό, θα συνεχίσει. Και αυτή η αλλαγή είναι επίπονη. Και γι’ αυτό ξαναγυρίζει στα ψέμματα.»

   Και τότε, σαν να ήθελε να διδάξει όχι μόνο με λόγια αλλά και με παραδείγματα, πρόσθεσε: «Το ψέμμα είναι εθισμός. Όπως κάποιος που πίνει κρασί για να ξεχάσει την ντροπή, ή που καπνίζει τσάι ή καπνό για να περάσει τη νύχτα, ή που καταφεύγει σε μικρές κλοπές ή παιχνίδια τύχης για να νιώσει δύναμη, έτσι και το ψέμμα γίνεται συνήθεια. Κάθε φορά που το λέει, το σώμα και η ψυχή συνηθίζουν την ανακούφιση που προσφέρει. Και κάθε φορά που προσπαθεί να σταματήσει, η συνήθεια τον τραβά πίσω.»

   Έστρεψε το βλέμμα του στους νέους, αλλά και στους πιο ηλικιωμένους μέσα στην αυλή. «Αν θέλετε να ελευθερωθείτε, πρέπει να αναγνωρίσετε αυτόν τον εθισμό. Να δείτε πόσες φορές ξεγελάσατε τον εαυτό σας, πόσες φορές σκεφτήκατε “μόνο αυτή τη μία” — και να σταθείτε απέναντι στην αλήθεια, όσο οδυνηρή κι αν είναι.»

   Η φωνή του χαμήλωσε, αλλά κράτησε τη δύναμή της. «Η αλήθεια δεν είναι πάντα ευχάριστη. Το ψέμμα όμως, ποτέ δεν τελειώνει με ευχαρίστηση. Και όσο περισσότερο το λες, τόσο περισσότερο σου γίνεται δεύτερη φύση.»

   Η αυλή έμεινε σιωπηλή. Οι συγκεντρωμένοι ένιωθαν βαριά την πραγματικότητα των λόγων του διδασκάλου. Το ψέμμα δεν ήταν μόνο πράξη, αλλά ένας κύκλος, ένας εθισμός που έπρεπε να σπάσει με κόπο και επίγνωση.

   Την επόμενη νύχτα στη συγκέντρωση της ομάδας του «Λευκού Λωτού» ο Τσάο Γουεντάο στεκόταν κοντά στο κέντρο των συγκεντρωμένων και όχι στα πλάγια όπως τις προηγούμενες φορές. Η μορφή του είχε εξοικειωθεί με κάποια από τα πρόσωπα που συναθροίζονταν σε αυτές τις συναντήσεις. Δεν ένιωθε εντελώς ξένος ανάμεσά τους. Τα φωτεινά τους χαμόγελα, του δήλωναν ότι πλέον ήταν και αυτός κομμάτι τους. Μα το βλέμμα του Τσάο Γουεντάο ήταν χαμηλωμένο. Είχε παντρευτεί τη Λιάν-Χουά μόλις τέσσερις μήνες πριν. Ο γάμος τους δεν είχε ούτε ζεστασιά ούτε σύγκρουση, μόνο μια ψυχρή, ευγενική απόσταση. Τώρα εκείνη ήταν έγκυος, και ο ίδιος ένιωθε πως το παιδί ήταν δικό του. Κι όμως, η καρδιά του δεν είχε κινηθεί.

   Απέναντι, καθισμένος σε υπερυψωμένο ξύλινο κάθισμα, ο διδάσκαλος της σέκτας παρατηρούσε το πλήθος με βλέμμα γαλήνιο και διαπεραστικό. Όταν ήρθε η σειρά του, ο Τσάο προχώρησε μπροστά, γονάτισε και έσκυψε το κεφάλι.

   «Διδάσκαλε», είπε με φωνή που πρόδιδε την εσωτερική του ταραχή, «έχω σύζυγο, και εκείνη κυοφορεί το παιδί μου. Όμως η καρδιά μου είναι κενή. Σκέφτομαι να τη χωρίσω. Είναι αυτός ο δρόμος της αλήθειας;»

   Ένα ελαφρύς ψίθυρος διαπέρασε το πλήθος. Από πιο πίσω, σχεδόν κρυμμένη ανάμεσα στους άλλους, η Γιού-Χουά παρακολουθούσε. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στον Τσάο. Κάποτε υπήρξε η ερωμένη του, η παλλακίδα του, όπως και παλλακίδα κι άλλων εύπορων ανδρών. Τώρα πιστό μέλος της σέκτας, όλα τα δώρα που είχε συγκεντρώσει από τους εραστές της, τα είχε χαρίσει στη σέκτα. Δεν τα ήθελε. Την έκαναν να νιώθει ένοχη. Τα ξεφορτώθηκε από πάνω της σαν βάρος. Τουλάχιστον τώρα μπορούσαν σε κάτι αληθινό να χρησιμεύσουν.

    Ο διδάσκαλος δεν απάντησε αμέσως. Σήκωσε αργά το βλέμμα του και άφησε τη σιωπή να βαραίνει. «Λες ότι αναζητάς την αλήθεια», είπε τελικά. «Μα η αλήθεια δεν είναι αυτό που σε ανακουφίζει. Είναι αυτό που σε αποκαλύπτει.»

Ο Τσάο σήκωσε ελαφρά το κεφάλι του.

   «Αν η καρδιά σου είναι κενή», συνέχισε ο διδάσκαλος, «ρώτα πρώτα: ήταν ποτέ γεμάτη; Παντρεύτηκες από αλήθεια ή από καθήκον; Και τώρα, θέλεις να φύγεις από αλήθεια ή από φόβο;»

   Ο Τσάο δεν απάντησε.

   «Η γυναίκα σου φέρει μια ζωή», είπε ο διδάσκαλος. «Αν την εγκαταλείψεις, δεν εγκαταλείπεις μόνο εκείνη, αλλά και την ευθύνη σου. Η αλήθεια δεν είναι να κυνηγάς το συναίσθημά σου, αλλά να στέκεσαι απέναντι στις πράξεις σου χωρίς ψεύδος.»

   Η φωνή του έγινε πιο σταθερή.

   «Αν δεν την αγαπάς, πες το. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Μα μην κρύβεσαι πίσω από δικαιολογίες. Και μην ζητάς από την αλήθεια να σου δώσει άδεια. Η αλήθεια δεν συγχωρεί τη δειλία.»

   Στο άκουσμα αυτών των λόγων, η Γιού-Χουά ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται. Ήξερε, ίσως καλύτερα από όλους, τί σήμαινε να δίνεις τα πάντα χωρίς να τα ζητάς πίσω.

Ο Τσάο υποκλίθηκε βαθιά, αλλά το πρόσωπό του είχε αλλάξει. Δεν είχε βρει ανακούφιση. Είχε βρει καθρέφτη.

   Το επόμενο βράδυ, ο Τσάο Γουεντάο επέστρεψε στη συγκέντρωση. Αυτή τη φορά δεν στάθηκε στο κέντρο αμέσως. Έμεινε πίσω, ανάμεσα στο πλήθος, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει αν ανήκε ακόμη εκεί. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε και για μια στιγμή συνάντησε εκείνο της Γιού-Χουά. Κανείς δεν μίλησε.

   Ο διδάσκαλος τον κοίταξε για αρκετή ώρα πριν μιλήσει. «Επέστρεψες», είπε ήρεμα. «Άρα δεν φοβήθηκες αρκετά την αλήθεια για να την αποφύγεις.»

   Ο Τσάο έσκυψε το κεφάλι. «Σκέφτηκα τα λόγια σας», είπε. «Αλλά τώρα ο φόβος μου είναι μεγαλύτερος. Αν μείνω, ίσως ζήσω μέσα σε ένα ψέμα. Αν φύγω, ίσως καταστρέψω κάτι αθώο.»

   Ο διδάσκαλος ακούμπησε τα χέρια του στα γόνατά του. «Τίποτα δεν καταστρέφεται από την αλήθεια», είπε. «Μόνο από το ψεύδος που προσποιείται την αλήθεια.» Έκανε μια παύση και το βλέμμα του απλώθηκε στο πλήθος. «Άκουσε, λοιπόν, και άκουσε βαθιά. Ένα παιδί δεν γεννιέται μόνο από σώματα. Γεννιέται από την πρόθεση. Αν η πρόθεση είναι διχασμένη, αν είναι αβέβαιη, αν είναι αποτέλεσμα καθήκοντος χωρίς καρδιά, τότε αυτό χαράσσεται μέσα του. Όχι ως μοίρα, αλλά ως σκιά.» Η φωνή του έγινε πιο αυστηρή. «Αν το παιδί που έρχεται δεν είναι καρπός κοινής βούλησης, τότε θα μεγαλώσει νιώθοντας αυτό που δεν ειπώθηκε ποτέ. Τα παιδιά ακούν όσα οι γονείς τους κρύβουν. Και κουβαλούν ευθύνες που δεν τους ανήκουν.»

   Ένα ρίγος πέρασε από το πλήθος. Η Γιού-Χουά, πάλι στο βάθος, έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή. «Όταν κάτι δημιουργείται χωρίς αλήθεια», συνέχισε ο διδάσκαλος, «μοιάζει όμορφο εξωτερικά, αλλά μέσα του υπάρχει μια σιωπηλή διαμαρτυρία. Γιατί δεν του δόθηκε αυτό που το κάνει ζωντανό: η συνειδητή αγάπη.»

   Ο Τσάο ένιωσε τα λόγια σαν βάρος στο στήθος του. «Τι μπορώ να κάνω, διδάσκαλε;» ρώτησε τελικά.

   Ο διδάσκαλος σήκωσε το χέρι του ελαφρά, σαν να χώριζε τον δρόμο σε τρεις κατευθύνσεις. «Έχεις τρεις επιλογές. Καμία δεν είναι εύκολη. Και καμία δεν σε απαλλάσσει από τον πόνο. Η πρώτη επιλογή σου είναι να μείνεις. Όχι από καθήκον, αλλά να επιλέξεις συνειδητά να αγαπήσεις. Να καλλιεργήσεις αυτό που δεν υπάρχει ακόμη. Η αγάπη δεν είναι πάντα αρχή· μπορεί να γίνει και απόφαση. Αν το κάνεις αυτό με αλήθεια, το παιδί θα το νιώσει. Αλλά αν προσποιηθείς, θα το πληρώσει εκείνο.»

   Έπειτα, κοίταξε τους συγκεντρωμένους που τον άκουγαν. Μετά κατεύθυνε το βλέμμα του στον Τσάο Γουεντάο. «Η δεύτερη επιλογή» σταμάτησε για λίγο για να ηρεμήσει κάποιος ψίθυρος από το βάθος και να ακουστεί καθαρά σε όλους ο λόγος του. «Να φύγεις. Να πεις την αλήθεια στη γυναίκα σου, χωρίς να την ταπεινώσεις, χωρίς να την κατηγορήσεις. Να αναλάβεις όμως πλήρως την ευθύνη για το παιδί, όχι ως σύζυγος, αλλά ως πατέρας. Η παρουσία σου μπορεί να αλλάξει μορφή, αλλά δεν μπορεί να εκλείψει χωρίς συνέπειες.»

   Κάποιοι ψίθυροι διαμαρτυρίας κυκλοφόρησαν στο πλήθος των συγκεντρωμένων. Αλλά ο διδάσκαλος δεν έδωσε σημασία. «Και η τρίτη επιλογή» συνέχισε «είναι να μείνεις και να ζεις στο ψέμα. Να κάνεις τον σύζυγο χωρίς καρδιά, τον πατέρα χωρίς παρουσία, τον άνθρωπο χωρίς αλήθεια. Αυτός είναι ο πιο εύκολος δρόμος… και ο πιο καταστροφικός. Γιατί δεν πληγώνει μόνο εσένα και εκείνη, αλλά δηλητηριάζει και το παιδί σιωπηλά, κάθε μέρα.»

   Ο Τσάο έτρεμε ελαφρά. «Ποιος είναι ο σωστός δρόμος;» ψιθύρισε.

   Ο διδάσκαλος τον κοίταξε βαθιά. «Δεν υπάρχει σωστός δρόμος χωρίς κόστος. Υπάρχει μόνο αληθινός δρόμος. Και αυτόν δεν μπορώ να σου τον πω εγώ. Μπορώ μόνο να σου δείξω πού τελειώνουν τα ψέματα.»

   Σιωπή απλώθηκε ξανά. Και τότε, για πρώτη φορά, ο Τσάο δεν έψαχνε απάντηση. Έψαχνε το θάρρος να την αντέξει.


ο συμβιβασμός

    Το σπίτι στο Τσιουτζιά ήταν βυθισμένο σε μια ήσυχη, σχεδόν αποπνικτική γαλήνη όταν ο Τσάο Γουεντάο πέρασε το κατώφλι. Ήταν η τέταρτη επιστροφή του από τη Γιόνγκ-αν, κι όμως τίποτα μέσα του δεν ένιωθε οικείο. Η Λιάν-Χουά στεκόταν κοντά στο παράθυρο. Το σώμα της είχε αρχίσει να αλλάζει, η κοιλιά της ήταν πλέον εμφανώς στρογγυλεμένη, τεντώνοντας απαλά το ύφασμα του φορέματός της. Τα χέρια της κινούνταν πιο αργά, σαν να προστάτευαν ασυναίσθητα τη ζωή που μεγάλωνε μέσα της. Το πρόσωπό της είχε μια παράξενη λάμψη, αλλά και μια κόπωση στα μάτια· εκείνη τη βαθιά, σιωπηλή κούραση που δεν προερχόταν μόνο από το σώμα, αλλά και από όσα δεν λέγονταν.

   Γύρισε και τον κοίταξε. Για μια στιγμή, δεν μίλησε. Ο Τσάο δυσκολεύτηκε να αρχίσει. Τα λόγια του διδασκάλου αντηχούσαν ακόμη μέσα του, αλλά τώρα έπρεπε να πάρουν μορφή.

   «Λιάν-Χουά…» είπε χαμηλά. «Δεν μπορώ να ζήσω μαζί σου.»

   Η σιωπή που ακολούθησε ήταν απότομη, κοφτερή. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Για μια στιγμή, ο φόβος πέρασε από μέσα τους σαν σκιά. Το χέρι της πήγε ενστικτωδώς στην κοιλιά της. Το έμαθε, σκέφτηκε. Το πρόσωπό της σκλήρυνε σχεδόν αμέσως.

   «Α, έτσι λοιπόν;» είπε με οξύτητα. «Στα ταξίδια σου στη Γιόνγκ-αν σου άλλαξαν τα μυαλά. Κάθε φορά που γυρίζεις, είσαι άλλος άνθρωπος.»

Προχώρησε ένα βήμα προς το μέρος του.

   «Να φανταστώ πως εκείνη η παλλακίδα ξαναβρέθηκε στον δρόμο σου;» συνέχισε, με μια πίκρα που έκαιγε. «Μόνο ερωτευμένοι άνθρωποι μιλούν έτσι. Μόνο όταν υπάρχει άλλη γυναίκα.»

   Ο Τσάο έσφιξε τα χέρια του. «Δεν είναι αυτό», είπε σταθερά. «Δεν πρόκειται για άλλη γυναίκα.»

   Εκείνη γέλασε ειρωνικά, αλλά το γέλιο της δεν κράτησε. «Τότε τι είναι;»

   Ο Τσάο την κοίταξε—πραγματικά αυτή τη φορά. «Εμείς», είπε. «Η σχέση μας. Δεν έχει αλήθεια. Δεν είχε ποτέ.»

   Τα λόγια του έπεσαν βαριά. Για μια στιγμή, η Λιάν-Χουά δεν απάντησε. Το βλέμμα της σκοτείνιασε, αλλά όχι από οργή, από κάτι πιο περίπλοκο.

   Εκείνος πήρε ανάσα. «Θα επιστρέψω στη Γιόνγκ-αν», πρόσθεσε.

   Η απάντησή της ήρθε κοφτά, σχεδόν πριν ολοκληρώσει τη φράση του. «Όχι.» Στάθηκε πιο ίσια, σαν να συγκρατούσε όχι μόνο το σώμα της, αλλά και την κατάσταση.

   «Μέχρι να γεννηθεί το παιδί, δεν θα αλλάξει τίποτε», είπε ψυχρά. «Θα πηγαίνεις—δώδεκα μέρες κάθε μήνα—στην πόλη σου. Αν αυτό χρειάζεσαι.»

   Ο τόνος της δεν σήκωνε αντίρρηση. «Μετά… θα δούμε.» Έκανε μια μικρή παύση, και η φωνή της χαμήλωσε, αλλά έγινε ακόμη πιο σκληρή. «Σιγά σιγά, αυτά τα ταξίδια σου μπορούν να κρατούν περισσότερο. Ίσως φτάσουμε στο σημείο να έρχεσαι εδώ μόνο λίγες μέρες. Και τις υπόλοιπες… να πηγαίνεις όπου θέλεις.»

   Ο Τσάο την κοίταζε σιωπηλός.

   «Αλλά δεν πρέπει να μάθει κανείς τίποτα», συνέχισε η Λιάν-Χουά «Κυρίως ο πατέρας μου.»

   Το χέρι της έσφιξε το ύφασμα πάνω από την κοιλιά της. «Από αυτή τη στιγμή», είπε, «μην με αγγίξεις.»

   Η φράση της ήταν καθαρή, απόλυτη. «Αυτός ο γάμος θα διατηρηθεί», κατέληξε, «έστω και εικονικά. Δεν θα ρωτά κανείς τί κάνει ο άλλος. Ούτε εγώ για την παλλακίδα σου, ούτε εσύ για μένα. Θα συγκατοικούμε απλά για λίγες μόνο μέρες. Για τους άλλους θα είμαστε παντρεμένοι. »

   Η σιωπή που ακολούθησε δεν είχε πλέον αβεβαιότητα. Είχε συμφωνία. Μια συμφωνία χωρίς αγάπη. Χωρίς αλήθεια ή ίσως, με μια διαφορετική, πιο σκοτεινή μορφή της. Ο Τσάο κατάλαβε τότε πως οι επιλογές που του είχε δείξει ο διδάσκαλος δεν ήταν θεωρητικές. Ήταν ήδη εδώ. Και τον περίμεναν.

   Η Λιάν-Χουά από αυτό το νέο συμβόλαιο ίσως είχε βγει κερδισμένη. Ο γάμος της, ένας γάμος στον οποίο είχε συγκατατεθεί όχι γιατί τον ποθούσε, αλλά για να σιγήσουν τα ψιθυρίσματα που την ήθελαν γεροντοκόρη, θα συνεχιζόταν «εικονικά». Και οι ερωτικές επαφές της με τον Τσάο Γουεντάο, που μέχρι τώρα τις ανεχόταν  σχεδόν οριακά, τυπικά, σαν την εργάτρια που αδημονεί να τελειώσει η εργασία της και να φύγει όσο το δυνατόν γρηγορότερα, από τον τόπο που δουλεύει, θα έπαυαν. Το παιδί, το παιδί που θα έφερνε στον κόσμο, το παδί με τον εργάτη της, τον Γιούν-Τσεν, θα αποκτούσε όνομα, θέση,  πατέρα. Ένα όνομα που θα το προστάτευε από τα στόματα των άλλων. Και το σημαντικότερο: ο χρόνος θα της ανήκε. Σε λίγους μήνες, οι μέρες θα άνοιγαν μπροστά της σχεδόν ελεύθερες. Ο νεαρός ξυλουργός της δεν θα ήταν πια μια κρυφή παρένθεση, αλλά μια παρουσία που θα μπορούσε να αναπνέει μέσα στη ζωή της, χωρίς τον ίδιο φόβο. Ο Τσάο Γουεντάο θα ερχόταν στο Τσιουτζιά σαν επισκέπτης, δύο, το πολύ τρεις ημέρες τον μήνα. Τόσο όσο να συντηρείται η εικόνα. Τόσο όσο να στέκεται όρθιο το ψέμα που όλοι είχαν ανάγκη να πιστεύουν. Δεν τον χρειαζόταν περισσότερο. Οι εμπορικές του υποθέσεις στη Γιόνγκ-αν θα τον κρατούσαν μακριά ή τουλάχιστον έτσι θα έδειχνε.

   Και ίσως, βαθιά μέσα του, να το προτιμούσε κι εκείνος. Γιατί για τον ίδιο, αυτή η νέα προφορική συμφωνία σιωπηλής λύσης του γάμου ήταν λύτρωση μεταμφιεσμένη σε υποχρέωση. Του επέστρεφε την ελευθερία του. Το πατρικό του σπίτι, η επιχείρηση, οι νυχτερινές συναθροίσεις της σέκτας του «Λευκού Λωτού», όπου οι ψίθυροι για κάθαρση και αλήθεια ανακατεύονταν με τις σκιές. Και ίσως… η Γιού-Χουά. Η μορφή της δεν είχε φύγει ποτέ εντελώς. Μόνο που τώρα δεν μπορούσε πια να τη δικάσει. Όχι μετά από όλα. Εκείνος είχε γνωρίσει άλλη γυναίκα. Εκείνη είχε δοθεί σε άλλον άντρα. Οι δρόμοι τους είχαν σπάσει, μα όχι οριστικά. Ίσως, αν η αναζήτηση της αλήθειας ήταν κάτι περισσότερο από λόγια, αν η μετάνοια δεν ήταν απλώς μια στάση της στιγμής… ίσως κάποτε να συναντιόντουσαν ξανά. Όχι όπως πριν. Αλλά ως άλλοι άνθρωποι. Ή ίσως να μην άλλαζε τίποτα πραγματικά. Να ήταν όλα αυτά απλώς κύκλοι, επιθυμίας, ενοχής, ανάγκης, που έμοιαζαν με πορεία, μα γύριζαν πάντα στο ίδιο σημείο.

   Η Λιάν-Χουά στάθηκε για λίγο ακίνητη, σαν να ζύγιζε μέσα της το αόρατο κέρδος.
Έξω, ο άνεμος είχε αρχίσει να φυσά απαλά, γλιστρώντας ανάμεσα στα ξύλινα δοκάρια. Σπάνια μια συμφωνία αφήνει και τις δύο πλευρές κερδισμένες. Και προσποιούνταν πως ζημιώθηκαν, μέσα τους φωτίζονταν σιωπηλά, γιατι είχαν αποσπάσει ακριβώς αυτό που επιθυμούσαν, και μάλιστα χωρίς να δώουν τίποτα.   

 

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Ι

 

οι πληροφορίες

   Η Τανγκ-Σου είχε επιστρέψει προσωρινά στο Λο Τζιάνγκ, μετά από μήνες που ταξίδευε ανάμεσα σε χωράφια και αφεντικά, αναζητώντας δουλειά και ευκαιρίες όπου υπήρχαν. Το πρόσωπό της, μαυρισμένο από τον ήλιο και τα στοιχεία της γης, δεν έκρυβε τη σκληρή ζωή της, αλλά τα μάτια της έλαμπαν ζωντάνια και αποφασιστικότητα.

   Συναντήθηκε τυχαία με την Λαν-Ρονγκ στο μονοπάτι κοντά στην αγορά. Η νεαρή γυναίκα, που είχε πάντα ένα ήρεμο χαμόγελο, την κοίταξε λίγο επιφυλακτικά και προσπάθησε να την αποφύγει στρέφοντας το πρόσωπό της αλλού. Μα η Τανγκ-Σου δεν άργησε να σπάσει τον πάγο «Μιν-Γι» της φώναξε καλώντας την κοντά της. Η Λαν Ρονγκ, δηλαδή αυτή που έβγαινε έξω από το σπίτι των Μα ως Μιν-Γι και όταν επέστρεφε εκεί ξαναγινόταν πάλι η Λαν-Ρονγκ, δεν μπορούσε πλέον να αποφύγει αυτή τη συνάντηση.

   «Μιν-Γι, δεν έχω δει τον άντρα σου να έχει έρθει ακόμη;» ρώτησε με φωνή παιχνιδιάρικη αλλά και παρατηρητική η Τανγκ-Σου.

   Η Λαν-Ρονγκ χαμογέλασε και βρήκε μια αβλαβή πρόφαση. «Έχει δουλειές, ξέρεις…», είπε, προσπαθώντας να κρατήσει τη συζήτηση ανοιχτή αλλά απλή.

  – «Ξέρω οι άντρες γρήγορα ξεχνάνε…» σχολίασε η Τανγκ-Σου με μια ελαφρά ειρωνεία που μόνο οι έμπειρες γυναίκες ξέρουν να βάζουν στη φωνή τους. «Και συ τον περιμένεις ακόμα; Άραγε αξίζει να περιμένει κανείς κάποιον τόσο καιρό…»

   Η Λαν-Ρονγκ δεν απάντησε ούτε καταφατικά ούτε αρνητικά. Έμεινε σιωπηλή.

   «Κι αν έχει πάρει την απόφαση να μην επιστρέψει, τί θα κάνεις; Και πόσο καιρό θα μένεις στους Μα; Κάποια στιγμή θα σε διώξουν. Όσο φιλόξενοι και να είναι – δεν ξέρω τί υποχρεώσεις έχουν στον άντρα σου – αλλά και η φιλοξενία έχει κάποια όρια. » 

  Η Τανγκ-Σου σταμάτησε για λίγο. Και χαμήλωσε τον τόνο της φωνής της, σχεδόν συνωμοτικά. «Αν έρθεις μαζί μου Μιν-Γι…», είπε, «θα βρούμε πολλούς. Κοντά στη δουλειά, στα χωράφια, πάντα υπάρχουν ευκαιρίες. Άλλοι κάνουν δώρα, άλλοι σε δελεάζουν να μείνεις περισσότερο στα κτήματα τους… και ύστερα υπάρχουν και οι γεροδεμένοι νέοι. Όποια γυναίκα αισθάνεται περισσότερο γυναίκα, είναι η καλύτερη λύση. Δεν μιλάνε, δεν έχουν απαιτήσεις, και κυρίως εργάζονται σκληρά, όχι σαν τους μεγάλους άντρες.»

   Η Λαν-Ρονγκ την κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα, σαν να μην ήξερε αν έπρεπε να τρομάξει ή να θαυμάσει την τόλμη της Τανγκ-Σου. «Και τι βρίσκεις σε αυτούς;» τόλμησε τελικά να ρωτήσει, σχεδόν ψιθυριστά.

   Η Τανγκ-Σου χαμογέλασε, όχι δυνατά, μα με εκείνο το μισό, γνώριμο χαμόγελο μιας γυναίκας που έχει δει και αντέξει πολλά.

   «Μια μεστή γυναίκα, τους τραβά σαν φωτιά στο σκοτάδι», είπε. «Όχι ένα κοριτσόπουλο που ακόμα φοβάται το ίδιο του το σώμα. Εκείνοι θέλουν να αποδείξουν πως αξίζουν, όχι σαν τους άλλους που γυρνούν πλευρό και αφήνουν τη νύχτα μισή. Όσο πιο θερμή είναι η γυναίκα, τόσο πιο πολύ φουντώνουν. Σαν να ρίχνουν κούτσουρα σε φωτιά που ήδη καίει.»

    Έγειρε λίγο πιο κοντά, η φωνή της χαμήλωσε, σχεδόν έγινε ανάσα. «Και το πιο σημαντικό… κανείς δεν μαθαίνει. Είναι δρόμοι που δεν αφήνουν ίχνη. Για γυναίκες που έμειναν μόνες όχι γιατί το διάλεξαν, αλλά γιατί έτσι τις άφησαν. Και εσύ μάλλον τέτοια δείχνεις… όσο κι αν θέλεις να το κρύψεις Μιν-Γι.»

   Η Μιν-Γι δεν μίλησε. Τα χέρια της είχαν σφιχτεί μέσα στα μανίκια της. Η Τανγκ-Σου την κοίταξε προσεκτικά, σαν να διάβαζε κάτι που η άλλη δεν τολμούσε να πει.

   «Ξέρω πώς είναι», συνέχισε πιο ήρεμα. «Όταν ο πόθος θεριεύει μέσα στο σώμα… δεν είναι απλώς σκέψη. Είναι άνεμος καυτός που σηκώνεται τη νύχτα. Δεν βρίσκει τοίχο να σπάσει, ούτε βουνό να σβήσει. Τριγυρνά μέσα σου. Μπαίνει στα όνειρα, και αν δεν σε βρει εκεί, σε κρατά ξύπνια μέχρι να ξημερώσει.»

   Έκανε μια μικρή παύση. «Και τότε η γυναίκα πρέπει να διαλέξει. Ή θα αφήσει αυτόν τον άνεμο να τη φθείρει, να την ξεραίνει σιγά σιγά… ή θα του ανοίξει ένα πέρασμα, να φύγει από μέσα της χωρίς να την κάψει.»

   Η φωνή της δεν είχε πια πονηριά· μόνο βεβαιότητα.

   «Στη περίπτωσή σου, Μιν-Γι… αυτό είναι που σε συμφέρει. Αν ο άντρας σου επιστρέψει, δεν θα μάθει τίποτα. Δεν θα φανταστεί καν πως κάποιος άλλος κράτησε τη νύχτα σου ζωντανή. Και ο νεαρός; Τι μπορεί να κάνει; Να ζητήσει λόγο; Δεν τολμούν τέτοια πράγματα.»

   Σήκωσε ελαφρά τους ώμους. «Αυτές είναι οι πιο ασφαλείς σχέσεις. Οι πιο αόρατες. Εκείνες που κανείς δεν πιστεύει… κι όμως υπάρχουν.»

   Η Μιν-Γι χαμήλωσε το βλέμμα. Δεν απάντησε αλλά μέσα της, ο άνεμος είχε ήδη αρχίσει να φυσά. Η Λαν-Ρονγκ αισθάνθηκε ένα ρίγος να περνάει από πάνω της, αλλά η Τανγκ-Σου συνέχισε, χαλαρά, σαν να μιλούσε για την καθημερινότητα και όχι για ερωτικά παιχνίδια: «Και στο νερόμυλο του δάσους των κερασιών υπάρχει ένας νεαρός βοηθός του γερο-μυλωνά. Θα πρέπει να βρω αφορμή να ξαναπεράσω από εκεί. Για αυτόν αξίζει μια μικρή θυσία.»

   Η Λαν-Ρονγκ, λίγο αμήχανη, ρώτησε: «Μα καλά… δεν σε νοιάζει η διαφορά στα χρόνια; Θα μπορούσε να είναι γιος σου.»

   Η Τανγκ-Σου κούνησε τους ώμους της αδιάφορα. «Γιατί να με νοιάζει; Παιδιά δεν έχω, άντρα δεν έχω… ή μάλλον είχα, και έφυγε με την ξαδέρφη μου. Ωραία ξαδέρφη να σου πετύχει… Τί με νοιάζει;»

   Στάθηκε για λίγο, κοιτάζοντας τη γη κάτω από τα πόδια της, με τα δάχτυλα να χαϊδεύουν απαλά το χώμα. «Όταν ήμουν μικρή, μεγάλοι άντρες με δελέασαν, με αποπλάνησαν στα χωράφια… πάνω στη γη τους. Και από τότε ξέρω κάτι. Η γη είναι το πιο ζεστό μέρος όταν μια γυναίκα ξαπλώνει.»

   Η Λαν-Ρονγκ δεν είπε τίποτα. Απλώς την κοίταζε. Η Τανγκ-Σου χαμογέλασε και της έβαλε το χέρι στον ώμο, σαν να της έδινε μια υπόσχεση και μια προτροπή ταυτόχρονα. «Έλα μαζί μου Μιν-Γι», είπε. «Η ζωή είναι μεγάλη, και η τύχη περιμένει εκεί που οι γυναίκες δεν φοβούνται… ούτε τον ήλιο, ούτε τους άντρες, ούτε κανέναν.»

   «Και αν δεν θέλεις να ξεχάσεις τον άντρα σου, τότε ψάξε να βρεις την πηγή. Είναι πέρα από το νερόμυλο στο δάσος με τις κερασιές. Εκεί πηγαίνουν οι γυναίκες για να συναντήσουν τους χαμένους τους έρωτες, τους άνδρες που δεν γύρισαν πάλι σε αυτές. Το θερμό νερό έχει μια μαγική ιδιότητα, είναι σαν να σε αγκαλιάζουν όλοι οι άνδρες που έχεις γνωρίσει, αυτοί που θα ήθελες. Αρκεί μόνο να τους σκεφτείς  μέσα στο νερό. Και εκείνοι έρχονται σαν ζωντανοί και σε αγκαλιάζουν.

    Ένα μικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της, αλλά τα μάτια της έλαμπαν από προειδοποίηση. «Μα πρόσεξε», είπε, σφίγγοντας ελαφρά τον ώμο της Μιν-Γι. «Δέσου καλά με ένα σχοινί… γιατί η ευχαρίστηση είναι τόσο ζωντανή, που μπορεί να σε κάνει να μην θέλεις να βγεις ποτέ. Να θέλεις να μείνεις εκεί για πάντα.»

   Και με αυτή τη φράση, η Τανγκ-Σου γύρισε και συνέχισε το δρόμο της, αφήνοντας την Λαν-Ρονγκ, αυτή δηλαδή που συστηνόταν στους άλλους αλλά και σε αυτή ως Μιν-Γι, να σκεφτεί τις ευκαιρίες, τη δύναμη και την ελευθερία που έκρυβε η ζωή έξω από τα σταθερά μονοπάτια του χωριού. Αλλά η Λαν-Ρονγκ σκέφθηκε πως αυτός ο νεαρός ίσως ήταν εκείνος που έχει γνωρίσει. Δεν της είχε πει ότι ήταν από το Τσιουτζιά; Ο νερόμυλος του δάσους των κερασιών δεν ήταν στο δρόμο προς το Τσιουτζιά; Ίσως ήταν εκείνος. Μπορεί βέβαια και όχι. Θα έπρεπε να βρει τρόπο να πάει εκεί, να δει μόνη της.

   Η Λαν-Ρονγκ κουβαλούσε μια ανάμνηση. Ήταν παιδί όταν την είχε ακούσει πρώτη φορά. Οι μεγάλοι δεν μιλούσαν ανοιχτά, μόνο ψιθυριστά, σαν να φοβούνταν ότι τα ίδια τα λόγια μπορούσαν να ξυπνήσουν κάτι. Έλεγαν για μια θερμή πηγή, βαθιά κρυμμένη, εκεί όπου η γη ανέπνεε αργά και βαριά, και ο ατμός δεν σκόρπιζε αλλά έμενε χαμηλά, σαν να περίμενε.

   Της είχαν πει τότε, σχεδόν σαν παιχνίδι, πως αν κάποιος έμπαινε στο νερό, η πηγή θα του πρόσφερε αυτό που πραγματικά ζητούσε — όχι αυτό που έλεγε, αλλά αυτό που κουβαλούσε μέσα του χωρίς να το ξέρει. Άλλοι γελούσαν και έλεγαν πως ήταν απλώς νερό που θεράπευε πληγές. Άλλοι χαμήλωναν τη φωνή τους.

   Μια γριά, που πέθανε τον ίδιο χειμώνα, είχε πει πως εκεί πήγαιναν οι τραυματισμένοι. Οι πληγές τους έκλειναν γρήγορα, πολύ γρήγορα, τόσο που το δέρμα γινόταν λείο σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ τραύμα. Μα ύστερα, δεν θυμόντουσαν πώς τραυματίστηκαν. Και με τον καιρό, δεν θυμόντουσαν ούτε ποιοι ήταν πριν.

   Ένας άλλος είχε πει πως εκεί κατέφευγαν όσοι είχαν διαπράξει βαριά ανομήματα. Το νερό τούς έπαιρνε το βάρος από το στήθος, τούς άδειαζε από ενοχή. Τους έδινε λήθη. Αλλά η λήθη δεν σταματούσε εκεί. Έπαιρνε κι άλλα. Ονόματα. Πρόσωπα. Μέχρι που έμεναν μόνο ένα σώμα που ανέπνεε, χωρίς παρελθόν.

   Και υπήρχε και η άλλη ιστορία — αυτή που δεν έλεγαν μπροστά στα παιδιά, αλλά η Λαν-Ρονγκ την είχε ακούσει κρυμμένη πίσω από την πόρτα. Πως όσοι έχασαν κάποιον, όσοι δεν πρόλαβαν να αποχαιρετήσουν, όσοι κουβαλούσαν ένα όνομα που δεν μπορούσαν πια να φωνάξουν, πήγαιναν εκεί. Έμπαιναν στο νερό και ο ατμός άρχιζε να πυκνώνει, να παίρνει σχήμα. Και τότε… τον έβλεπαν. Ζεστό, κοντινό, αληθινό. Τον άγγιζαν. Τους άγγιζε. Και το νερό γινόταν πιο ζεστό, πιο βαθύ, σαν αγκαλιά.

   Κάποιοι έβγαιναν κλαίγοντας, κρατώντας ακόμα τη μνήμη εκείνης της επαφής σαν πληγή που δεν έκλεινε. Άλλοι… δεν έβγαιναν ποτέ. Έλεγαν πως το νερό τους κρατούσε. Απαλά, όπως κρατάς κάποιον που αγαπάς για να μη φύγει. Μα όσο έμεναν, τόσο η αγκαλιά έσφιγγε. Μέχρι που το σώμα δεν ξεχώριζε από το νερό. Και τότε, αθόρυβα, χωρίς κραυγή, τους έπαιρνε προς τα κάτω, στα έγκατα της γης, εκεί όπου η θερμότητα δεν ήταν πια ανθρώπινη.

    Κάποτε υπήρχε μονοπάτι. Μα τα χρόνια της ταραχής, τότε που η Σετσουάν καιγόταν από πολέμους και σφαγές, το μονοπάτι χάθηκε. Δέντρα έπεσαν, το χώμα μετακινήθηκε, μια κατολίσθηση σκέπασε το πέρασμα. Ή έτσι έλεγαν.

Άλλοι πίστευαν κάτι χειρότερο. Πως δεν ήταν το μονοπάτι που χάθηκε, αλλά η ίδια η μνήμη του.
Πως όσοι είχαν πάει, ακόμα κι αν γύρισαν, δεν μπορούσαν να δείξουν τον δρόμο. Ότι κάτι μέσα τους — κάτι από το νερό — δεν τους άφηνε να τον θυμηθούν. Σαν η πηγή να ήθελε να παραμένει κρυφή, να καλεί μόνο όσους ήταν έτοιμοι να χαθούν.

 

 

η καθοδήγηση της Χουάι

   Η Λαν-Ρονγκ άρχισε να ρωτά με προσοχή. Πάντα έμμεσα. Ποτέ δύο φορές τον ίδιο άνθρωπο.
Μα κάθε φορά έπαιρνε το ίδιο βλέμμα, ένα ανεπαίσθητο σφίξιμο στο στόμα, και μετά άρνηση. Οι πιο ηλικιωμένοι γύριζαν αλλού το κεφάλι. Κάποιοι έλεγαν πως δεν είχαν ακούσει τίποτα. Κάποιοι άλλοι… απλώς δεν απαντούσαν.

   Στις ερωτήσεις της Λαν-Ρονγκ για την πηγή, η Σιού-Λαν σιώπησε για μια στιγμή, η σκέψη της να αναπολεί μια μνήμη που ήθελε και δεν ήθελε να ξαναζήσει. Κάτι είχε ακούσει, αλλά δεν θυμόταν… ή μήπως θυμόταν πολύ καλά. Μια φορά, τότε που ακόμα ήταν ελεύθερη, είχε επισκεφθεί κι εκείνη τη μυστική πηγή. Σχεδόν γυμνή είχε βουτήξει μέσα στα θερμά νερά, αφήνοντας το σώμα της να υποταχθεί στη ζεστασιά και στη μαγεία του. Εκεί, με το μυαλό της, είχε προσκαλέσει τον νεαρό Μα Σιούν, και για μια στιγμή, σαν όνειρο, τον είχε δει να εμφανίζεται μέσα στους στροβιλισμούς του νερού. Λίγο καιρό αργότερα, είχε έρθει πραγματικά, σα μαγεμένος, κοντά της.

   Η Σιού-Λαν κοίταξε την αδελφή του άντρα της, την Λαν-Ρονγκ, και κατάλαβε ότι έπρεπε να μιλήσει με μέτρο. Πώς να εξηγήσει τη δύναμη της πηγής χωρίς να αποκαλύψει υπερβολικά πολλά; «Κάτι είχα ακούσει παλιά», είπε τελικά, με φωνή διστακτική, σαν να φοβόταν ότι οι λέξεις της θα μπορούσαν να ξυπνήσουν ξανά τη μαγεία. «Αλλά μετά από τους σεισμούς που έγιναν… το βάραθρο είχε εξαφανιστεί. Κάπως έτσι έλεγαν τουλάχιστον.»

   Η Σιού-Λαν χαμογέλασε απαλά, με ένα βλέμμα γεμάτο κατανόηση και έναν τόνο προειδοποίησης. «Να ξέρεις, κοπέλλα μου», ψιθύρισε, «η πηγή είναι δυνατή… και ύπουλη. Αυτό που φαντάζεσαι μέσα της μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Αλλά κανείς δεν ξέρει πόσο βαθιά είναι, ούτε ποιοι μπορούν να την αντέξουν.»

   Η Λαν-Ρονγκ ένιωσε το αίμα της να τρέχει πιο γρήγορα· μια ανάμειξη φόβου, περιέργειας και επιθυμίας.

   Η Λαν-Ρονγκ καθώς δούλευε στα χωράφια με την Χουάι, η μεγάλη γυναίκα με τα χέρια σαν ξύλα από τη δουλειά και το βλέμμα που είχε δει δεκαετίες, την πλησίασε και την άγγιξε απαλά στον ώμο. Η Χουάι γύρισε στη Λαν-Ρονγκ «Σε βλέπω, κοπέλλα μου», είπε με φωνή γεμάτη κατανόηση και τρυφερότητα. «Ο άντρας σου ακόμη δεν ήρθε;»

   Η Λαν-Ρονγκ χαμήλωσε το βλέμμα. «Νομίζω… νομίζω πως τον έχασα», ψιθύρισε. «Ίσως μ’ έχει εγκαταλείψει. Πέρασε καιρός… και δεν ήρθε ακόμη να με δει. Άλλα είχε πει τότε…»

   Η Χουάι κούνησε το κεφάλι της καθώς θυμήθηκε τα δικά της χρόνια νεότητας. Τις νύχτες που περίμενε τον άντρα της να γυρίσει από ταξίδια ή δουλειές, μόνο για να επιστρέφει με κενά λόγια και μισές υποσχέσεις, ή να μην επιστρέφει καθόλου. Θυμήθηκε τη μοναξιά της, το βάρος της ευθύνης για τα χωράφια, τα παιδιά, τα μυστικά που δεν μοιραζόταν κανείς μαζί της. Κι ένιωσε ξανά τη θλίψη που είχε νιώσει τότε, σαν να καθρεφτίζεται στα μάτια της Λαν-Ρονγκ.

   Η Χουάι, σφίγγοντας απαλά τον ώμο της Λαν-Ρονγκ είπτε «Ξέρω πώς είναι να περιμένεις και να μην έρχεται, να νιώθεις ότι σε αφήνουν πίσω ενώ η ζωή συνεχίζει γύρω σου. Κι εγώ… κι εγώ ήμουν κάποτε σε παρόμοιο σημείο, μόνη…»

   Η Λαν-Ρονγκ κοίταξε την Χουάι, βρίσκοντας  στα λόγια της κατανόηση.

«. Υπάρχουν πράγματα που πρέπει να δεις και να νιώσεις, για να βρεις την αλήθεια σου.»

   Η φωνή της χαμήλωσε ακόμα, γεμάτη εμπειρία.
«Υπάρχει ένα μέρος, πέρα από τον νερόμυλο, μέσα στο δάσος με τις κερασιές. Εκεί μπαίνουν μυστικά οι χήρες, οι γυναίκες που αγαπούσαν και έχασαν. Το νερό δένει με τους ζωντανούς και τους νεκρούς, και η αίσθηση είναι τόσο ισχυρή που πολλοί δεν μπορούν να την αντέξουν. Κάποιοι εθίζονται και μένουν… κάποιοι βυθίζονται και δεν ξαναβγαίνουν. Η πηγή είναι ύπουλη· το νερό μπορεί να ανέβει ξαφνικά. Κάποιοι πνίγηκαν έτσι. Κανείς δεν ξέρει το βάθος της. Ούτε εγώ.»

   Μετά από λίγα λεπτά σιωπής και διστακτικής σκέψης, η Χουάι βλέποντας τη νέα γυναίκα να εργάζεται αμίλητη κουβαλώντας ένα κρυφό πόνο μέσα της χαμήλωσε ακόμα πιο πολύ τη φωνή της. «Θα σε βοηθήσω. Πρώτα θα πας μέχρι το δάσος με τις κερασιές. Στο βάθος θα δεις τον παλιό νερόμυλο. Στρίψε αριστερά λίγο πριν φτάσεις εκεί, θα το καταλάβεις από τα κόκκινα φύλλα μιας συγκεκριμένης καρυδιάς που στέκει μόνη της. Προχώρα περίπου μισή ώρα, μέχρι να φτάσεις σε έναν γκρεμισμένο ναό. Από εκεί πάρε το μονοπάτι στα δεξιά· το έδαφος αλλάζει, γίνεται βραχώδες, και ανεβαίνεις. Πίσω από τα βράχια, θα δεις μια ήρεμη πράσινη λίμνη με βαθύ σκούρο νερό. Οι κίτρινοι ατμοί της θα σου πουν ότι έφτασες. Αν έχει ομίχλη ή συννεφιά, δεν θα τη δεις. Πρέπει να φτάσεις μέρα με ήλιο. Μην το προσπαθήσεις με άσχημο καιρό. Αν είσαι έτοιμη να βρεις την αλήθεια, βούτηξε μέσα της. Αλλά μόνο αν είσαι έτοιμη. Λένε πως όσοι βουτάνε μετά έχουν παραισθήσεις, έχουν μνήμες που τους ακολουθούν για πάντα.»

   Η Λαν-Ρονγκ κοίταξε τα μάτια της Χουάι και ένιωσε τη σταθερότητα και την εμπιστοσύνη που της έδινε τη δύναμη να ακολουθήσει το μονοπάτι που θα την οδηγούσε στην πηγή.

 

 

 

στην πορεία για την πηγή της αλήθειας

   Η Λαν-Ρονγκ ξεκίνησε ένα ηλιόλουστο πρωινό, όταν η ομίχλη είχε ήδη λυθεί και το φως του ήλιου έπεφτε ζεστό πάνω στα φύλλα των δέντρων. Δεν μπορούσε άλλο να υποφέρει. Η καρδιά της τραβούσε προς την πηγή, προς το μέρος που της είχαν υποδείξει, για να συναντήσει την εικόνα εκείνου του νεαρού που είχε γνωρίσει και που εξαφανίστηκε απότομα, αφήνοντάς την με ερωτήματα και πόθο. Δεν επρόκειτο να αναζητήσει τίποτε άλλο· μόνο εκείνον.

   Όταν έφτασε στον τόπο, στάθηκε πίσω από τα βράχια και κοίταξε τη λίμνη. Οι κίτρινοι ατμοί ανέβαιναν από το σκοτεινό, βαθύ νερό, σαν λεπτοί πίδακες φωτός που χόρευαν στον αέρα. Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα. Έβγαλε προσεκτικά τα ρούχα της, ένα ένα, βήμα βήμα, σαν να φοβόταν ότι κάθε κίνηση θα μπορούσε να διαταράξει την ευαίσθητη ισορροπία του τόπου.

   Μπήκε δειλά στο νερό, νιώθοντας πρώτα το χλιαρό χάδι του να τυλίγει τα πόδια της, μετά τους αστραγάλους, και τελικά ολόκληρο το σώμα της βυθίστηκε στα βαθιά νερά. Κάθε σταγόνα που την άγγιζε φαινόταν ζωντανή, σαν να ήθελε να τη γνωρίσει, να την υποδεχτεί.

   Η αγαλλίαση την τύλιξε αμέσως· ένα κύμα ζεστασιάς ανέβηκε από τα πόδια ως την καρδιά της, και η κούραση, η θλίψη και η αγωνία των τελευταίων ημερών άρχισαν να διαλύονται. Τα δάκρυά της ανακάθονταν στις άκρες των ματιών της, αλλά αυτή τη φορά ήταν δάκρυα ελευθερίας, ανακούφισης και απαλότητας.

   Και τότε, σχεδόν αμέσως, η εικόνα του νεαρού άνδρα που είχε αφήσει πίσω της ήρθε στο μυαλό της. Τον είδε καθαρά, με το χαμόγελό του. Στο μυαλό της, το νερό άρχισε να στροβιλίζεται γύρω της, σαν να σχημάτιζε ελαφριά την μορφή του, να την αγκαλιάζει απαλά και να της ψιθυρίζει όσα ποτέ δεν είχε ακούσει. Η καρδιά της γέμισε πόθο, αλλά και μια αίσθηση ασφαλείας, σαν να είχε βρει επιτέλους το μέρος όπου η φαντασία και η πραγματικότητα συναντιούνται.

  Με κάθε λεπτό που περνούσε, η θερμότητα του νερού την ηρεμούσε, η αγαλλίαση γινόταν πιο έντονη και η εικόνα του νεαρού γινόταν πιο καθαρή, πιο ζωντανή· σαν να ήταν εκεί, κοντά της, χωρίς να χρειάζεται να μιλήσει ή να κινηθεί. Η Λαν-Ρονγκ έκλεισε τα μάτια, αναπνέοντας βαθιά, και άφησε τον εαυτό της να νιώσει, για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό, πως η καρδιά της είχε ξαναβρεί τον ρυθμό της.

   Οι στροβιλισμοί του νερού γύρω της έμοιαζαν να σχηματίζουν τα χέρια του, να την τραβούν απαλά κοντά του. Ο ατμός πλεκόταν σαν λεπτή κουρτίνα γύρω από τα κορμιά τους, σαν να τους ένωνε χωρίς λέξεις. Ένιωσε τον πόθο και την τρυφερότητα να συγχωνεύονται — η φαντασία της τον έκανε πραγματικό.

Μια αγαλλίαση την πλημμύρισε, μια γλυκιά σύγχυση ανάμεσα στο όνειρο και στην αίσθηση του ζεστού νερού που αγκάλιαζε κάθε μέλος του σώματός της. Σχεδόν μπορούσε να νιώσει το φιλί του, τη ζωντάνια του, τον ρυθμό της καρδιάς του παράλληλο με τη δική της. Κι όταν έκλεισε τα μάτια, όλα τα όρια ανάμεσα σε αυτό που ήταν αληθινό και σε αυτό που ήθελε να είναι, χάθηκαν μέσα σε έναν κύκλο ευχαρίστησης και πόθου.

   Το νερό γύρω της στροβιλιζόταν ακόμα, αλλά ξαφνικά η εικόνα που είχε ζωντανέψει μέσα στο μυαλό της πήρε σάρκα και οστά. Ο νεαρός άνδρας στεκόταν στην όχθη της μικρής λίμνης και την κοιτούσε. Εκείνη άπλωσε τα χέρια της και τον κάλεσε. Ο νεαρός άνδρας βούτηξε και εκείνος στην πηγή, και την πλησίασε αθόρυβα, σαν μορφή που ξεπήδησε από τα όνειρά της. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά· τον είχε καλέσει μέσα στη φαντασία της τόσες φορές, και τώρα εκείνος ήταν εδώ, πραγματικός, ανάμεσα στους αχνιστούς ατμούς και τη ζεστασιά του νερού. 

   Όταν έφτασε κοντά της, η Λαν-Ρονγκ άπλωσε τα χέρια της και τον αγκάλιασε. Εκείνος δεν δίστασε· η απόσταση που τους χώριζε εξαφανίστηκε με μια κίνηση τόσο φυσική όσο η ανάσα τους. Το νερό τους τύλιξε, ζεστό και στροβιλιστικό, σαν να ήθελε να σμίξουν οι μορφές τους και η ψυχή τους. Οι ατμοί ανέβηκαν ψηλά και περικύκλωσαν την πηγή.

   Τα χέρια τους συναντήθηκαν, τα κορμιά πλησίασαν, και η πρώτη τους επαφή μέσα στη λίμνη ήταν μια γλυκιά συμφωνία τρυφερότητας και πάθους. Η Λαν-Ρονγκ ένιωσε τον πόθο που είχε ζωντανέψει μόνο στη φαντασία της να γίνεται πραγματικότητα, χωρίς λόγια, μόνο με ψίθυρους αναπνοών και απαλά αγγίγματα. Κάθε κίνηση ήταν διακριτική, κάθε χάδι ένα διστακτικό μυστικό που μοιράζονταν μόνο οι δύο τους.

   Το θερμό νερό γύρω τους έγινε η σιωπηλή μαρτυρία της ένωσής τους· οι στροβιλισμοί του, οι αχνιστοί ατμοί που ανέβαιναν γύρω από τα σώματά τους, έμοιαζαν να χορεύουν στον ρυθμό της καρδιάς τους. Κι εκεί, μέσα στη θερμή αγκαλιά της πηγής, η φαντασία μεταμορφώθηκε σε αλήθεια, και η αλήθεια έγινε όνειρο που μπορούσαν να αγγίξουν.

   Η Λαν-Ρονγκ άνοιξε τα μάτια της και για μια στιγμή ένιωσε πως βρισκόταν ακόμα μέσα στο όνειρό της. Και όμως… εκεί, μπροστά της, μέσα στο νερό που ακόμα έτρεμε γύρω τους, ήταν ένας άνθρωπος που αναπνέει, ζωντανός, πραγματικός. Η καρδιά της χτύπησε γρήγορα, γεμάτη αμφιβολία και δέος. Δεν ήταν σίγουρη ακόμη αν ήταν αυτός που περίμενε, ο νεαρός άνδρας των φαντασιώσεών της. Με διστακτικότητα, άπλωσε το χέρι και τον άγγιξε. Τα δάχτυλά της βρήκαν το δικό του δέρμα, ζεστό και αληθινό. Η αβεβαιότητα έλιωσε μέσα της· ήταν εκείνος. Τα μάτια τους συναντήθηκαν και χωρίς άλλη σκέψη, τον αγκάλιασε σφιχτά, σαν να μην ήθελε να τον αφήσει ποτέ ξανά.

   «Εσύ είσαι;» ψιθύρισε, η φωνή της σχεδόν μισοχαμένη μέσα στους ατμούς και τα νερά που στροβιλίζονταν.

   «Εγώ», απάντησε εκείνος, και τα χείλη τους ενώθηκαν σε ένα φιλί απαλό αλλά βέβαιο, σαν να είχαν περιμένει αιώνες για αυτήν τη στιγμή.

   Μα καθώς τα κορμιά τους ενώθηκαν οι ατμοί πύκνωσαν, κι ένα ψυχρό ρίγος πέρασε από τη Λαν-Ρονγκ. Το νερό έτρεμε γύρω τους σαν να ήθελε να τους προειδοποιήσει· κάτι εκεί μέσα δεν ήταν φιλικό, κάτι που ζούσε στον πυθμένα της λίμνης, παρακολουθούσε και περίμενε.

   Η Λαν-Ρονγκ ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά, αλλά αντί να απομακρυνθεί, κράτησε τον νεαρό πιο σφιχτά. Κάθε ανάσα τους ανακατευόταν με τον ατμό και τη ζεστασιά του νερού, ενώ η πηγή, ζωντανή και άγρυπνη, τους παρατηρούσε, υπενθυμίζοντας ότι η ευχαρίστηση εδώ δεν ήταν ποτέ χωρίς κίνδυνο.

   Κι ενώ τα χείλη τους ενώνονταν και το νερό γύρω τους στροβιλιζόταν, ένας ξαφνικός κρότος ξεπήδησε από τα έγκατα της γης, σαν η ίδια η φύση να διαμαρτυρόταν ή να καταδίκαζε την ένωση τους. Η λίμνη γύρω τους άρχισε να αναδεύεται ανεξέλεγκτα· κύματα σηκώθηκαν ψηλά, παφλασμοί και κυματισμοί που ξέσχιζαν την επιφάνεια, σαν να ήθελε η πηγή να τους καταπιεί.

   Η καρδιά της Λαν-Ρονγκ πάγωσε· ο νεαρός άνδρας δίπλα της πάγωσε κι εκείνος. Το νερό γύρω τους έγινε ζωντανό, σχεδόν απειλητικό, και το έδαφος κάτω από τα πόδια τους δονήθηκε. Σαν να άνοιγε το βάραθρο κάτω από τη λίμνη, έτοιμο να τους καταπιεί μαζί. Ένα κρύο δέος τους τύλιξε, ανακατεύοντας τον πόθο με τον τρόμο, ζωντάνεψε η ενοχή για την ένωση τους, κάτι απαγορευμένο, κάτι κρυφό, ένας νέος άντρας με μια μεγαλύτερή του γυναίκα.

   Η Λαν-Ρονγκ ένιωσε την αγωνία να την κατακλύζει, το σχοινί που είχε δέσει γύρω από τη μέση της σε έναν βράχο ήταν η σωτηρία τους.  Χωρίς αυτό, τώρα θα τους είχαν καταπιεί τα βάθη της πηγής. Κράτησαν σφιχτά το σχοινί και  εκείνο τους συγκράτησε από το να ρουφηχτούν μέσα στην απειλητική αγκαλιά του νερού.

   Οι στροβιλισμοί άρχισαν αργά να υποχωρούν, αλλά η αίσθηση της ενοχής, της παρανομίας, και του τρόμου για αυτό που είχαν διαπράξει, παρέμεινε. Η πηγή είχε αφήσει ένα σημάδι· είχε δείξει τη δύναμή της, υπενθυμίζοντας ότι η ηδονή εδώ δεν ήταν ποτέ αθώα, ούτε χωρίς κόστος. Κι ενώ αναπνέανε βαριά, το νερό γυάλιζε γύρω τους, παφλασμός και αναταράξεις αχνές ακόμα, σαν να τους υπενθύμιζε ότι η πηγή ποτέ δεν συγχωρούσε εύκολα.

   Όταν τελικά κατάφεραν να βγουν από τη λίμνη, στάθηκαν για μια στιγμή στην όχθη, γυμνοί σαν τους πρωτόπλαστους, τα σώματά τους ακόμα αναδεμένα από τη ζεστασιά του νερού και τη δόνηση της γης. Ο ήλιος έπεφτε πάνω τους, φωτίζοντας τις σταγόνες νερού στο δέρμα τους, και η αίσθηση της γυμνότητας τους έκανε να μοιάζουν μικροί, ευάλωτοι και ταυτόχρονα αληθινοί.

   Η Λαν-Ρονγκ τον κοίταξε και, νιώθοντας την ανάγκη να αρχίσει από κάπου, ρώτησε ψιθυριστά:
«Πώς σε λένε;»

   «Λιν Σάο», απάντησε εκείνος.

   Η Λαν-Ρονγκ σκέφτηκε γρήγορα ένα ψεύτικο όνομα, κάτι που να μην αποκαλύπτει ποια είναι πραγματικά. «Εγώ… με λένε Μιν-Γι», ψιθύρισε, προσθέτοντας μια δόση μυστηρίου στον τόνο της φωνής της.

   Η Λαν-Ρονγκ ένιωσε να την κατακλύζει ένα κύμα  μεταμέλειας, ένα θέατρο ευπρέπειας που έπρεπε να διατηρήσει αλλά που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τα αισθήματά της:
«Ίσως… ίσως δεν θα έπρεπε να  ξανασυναντηθούμε», ψιθύρισε, «Ίσως να ήταν λάθος…»

   Εκείνος την κοίταξε, με βλέμμα χωρίς ίχνος ενοχής. «Δύο άνθρωποι που αγκαλιάστηκαν όταν η γη έτρεμε… δεν μπορεί να τους χωρίσει τίποτα», είπε. «Αν δεν τους χώρισε η ίδια η γη, δεν μπορεί να τους χωρίσει κανένας.»

    Η Λαν-Ρονγκ αναστέναξε, μισοσυγκρατώντας την αναστάτωση μέσα της. Οι αναστολές της, οι φοβίες της, οι κανόνες που είχε μάθει να ακολουθεί, όλα συγκρούονταν με την αλήθεια της στιγμής. Δεν μπορούσε να αρνηθεί αυτό που ένιωθε. Η Λαν-Ρονγκ έκλεισε τα μάτια της και σκέφτηκε πως ίσως, τελικά, το νερό, οι ατμοί, και η ίδια η φύση τους είχαν συνδέσει με έναν τρόπο που κανένα άλλο εμπόδιο δεν θα μπορούσε να σπάσει.

   Ο νεαρός άνδρας την αγκάλιασε ξανά αυτή τη φορά στο χώμα, έξω από την πηγή. Οι πυκνοί βλαστοί μπαμπού τους έκρυβαν από κάθε παρατηρητή ακόμη και από τους θεούς. Το έδαφος ήταν στέρεο και σταθερό κάτω από τα γυμνά τους κορμιά, και η Λαν-Ρονγκ, με την πλήρη συναίνεσή της, άφησε για πρώτη φορά όλες τις αμφιβολίες και τις αναστολές να χαθούν.

    Αυτή ήταν η τρίτη γυναίκα μεγαλύτερη από εκείνον που είχε αγγίξει, αλλά η Μιν-Γι ήταν η μικρότερη από όλες και η ομορφότερη, και πάνω της η αθωότητα μιας περασμένης νεότητας αναμειγνυόταν με την ωριμότητα. Κάθε αναπνοή της, κάθε δισταγμός που εκείνη άφηνε να φανεί, του έδινε την αίσθηση ότι κρατούσε κάτι εύθραυστο και ταυτόχρονα παντοδύναμο.

   Οι σκέψεις του περιπλέκονταν ανάμεσα στη δύναμη της έλξης που ένιωθε και στην αίσθηση ευθύνης απέναντι σε αυτή τη γυναίκα που τον εμπιστευόταν τόσο εύθραυστα. Κάθε φορά που η Λαν-Ρονγκ άφηνε τη φωνή της να ξεφύγει, εκείνος ένιωθε πως η σύνδεσή τους γινόταν πιο πραγματική· όχι μόνο μια σωματική ένωση, αλλά κάτι βαθύτερο, που ξεπερνούσε κάθε φαντασίωση και κάθε προηγούμενη εμπειρία του.

Το έδαφος, οι σκιές των μπαμπού, η ζεστασιά του ήλιου και η αίσθηση του νερού που ακόμα κυλούσε από τα μαλλιά της Λαν-Ρονγκ, δημιουργούσαν ένα σκηνικό όπου το σώμα και η ψυχή τους συγχωνεύονταν. 



ΜΕΡΟΣ ΙΑ

 

 

οι δύο παράλληλες σχέσεις

   Η ζωή του Γιούν-Τσεν είχε πάρει τώρα άλλη τροπή. Την μέρα εργαζόταν στον νερόμυλο, τα βράδυα, όποτε τον καλούσε η Λιάν-Χουά,  επισκεπτόταν την νέα μεγάλη αποθήκη της εργοδότριάς του. Τις ημέρες που δεν υπήρχε εργασία στο νερόμυλο έβγαινε για κυνήγι, κάποιες φορές πήγαινε και μέχρι την πηγή για να ελέγξει την κατασκευή της καλύβας του ή να προσθέσει κάποια επιδιόρθωση. Κάποιες φορές έπαιρνε το νέο άλογό του, εκείνο που του είχε δώσει η εργοδότριά του και ξεμάκραινε μέχρι τις παρυφές του Λο Τζιάνγκ, πάντα με το πρόσχημα ότι κυνηγούσε. Εκεί συναντιόταν με την Μιν-Γι. Μετά πριν πέσει ο ήλιος επέστρεφε πίσω στο νερόμυλο. Η αρχόντισσα μπορεί να τον περίμενε. Και αυτές οι ολονύχτιες συναντήσεις με την εργοδότριά του γίνονταν όλο και περισσότερες, αφού ο άνδρας της, ο Τσάο Γουεντάο, παρέμενε όλο και περισσότερες ημέρες στην πόλη του, στην Γιόνγκ-αν.

  Και οι δύο παράλληλες σχέσεις που διατηρούσε ο νεαρός βοηθός του μυλωνά, η μία στο φως της ημέρας και η άλλη στο φως της νύχτας, η μία στα περίχωρα του Λο Τζιάνγκ και η άλλη στο Τσιουτζιά, τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, σχέσεις που δεν θα μπορούσαν να διασταυρωθούν, είχαν το κοινό χαρακτηριστικό ότι καμμία από αυτές δεν θα μπορούσε να γίνει φανερή. Αυτό συνέφερε τον νεαρό βοηθό του μυλωνά, συνέφερε και τις δύο γυναίκες που τον συναντούσαν. Και η συνήθεια είχε δημιουργήσει τα σφιχτά και αποκλειστικά ωράρια και για τους δύο τύπους σχέσεων, τη σχέση της ημέρας, τη σχέση στην ύπαιθρο, και τη σχέση της νύχτας, τη σχέση στον εσωτερικό προστατευμένο χώρο.

   …Και όμως, μέσα σε αυτή την διπλή ζωή, ο Γιούν-Τσεν δεν ένιωθε το βάρος της ενοχής. Αντίθετα, υπήρχε μέσα του μια παράξενη αίσθηση ισορροπίας, σαν να είχε καταφέρει να μοιράσει τον εαυτό του σε δύο κόσμους που δεν συγκρούονταν ποτέ. Δεν ανήκε ολοκληρωτικά σε κανέναν από τους δύο, και ακριβώς αυτό του έδινε μια ιδιότυπη ελευθερία.

   Η σχέση του με τη Λιάν-Χουά ήταν δεμένη με τη νύχτα, με τη σιωπή των κλειστών χώρων, με την αίσθηση της δύναμης και της προστασίας. Εκείνη τον καθοδηγούσε, τον διαμόρφωνε σχεδόν, και του έδινε μια θέση, όχι σταθερή, αλλά υπαρκτή,  μέσα σε έναν κόσμο πιο ισχυρό από τον δικό του. Μαζί της ένιωθε πως ανήκε κάπου, έστω και προσωρινά, έστω και κρυφά.

   Αντίθετα, η Μιν-Γι του προσέφερε κάτι εντελώς διαφορετικό. Στην ύπαιθρο, κάτω από τον ανοιχτό ουρανό, η παρουσία της είχε μια αίσθηση φυγής και ελαφρότητας. Δεν υπήρχαν ρόλοι να τηρηθούν. Ήταν μια σχέση πιο κοντά στην ανάγκη, στην τρυφερότητα που γεννιέται από την εγκατάλειψη και την κοινή μοναξιά. Μαζί της, ο Γιούν-Τσεν δεν ένιωθε υποχρεωμένος να γίνει κάτι άλλο από αυτό που ήδη ήταν.

   Αυτές οι δύο διαφορετικές όψεις της ζωής του δεν τον διαχώριαν, αντιθέτως τον συμπλήρωναν. Όμως ακριβώς εκεί, σε αυτή τη φαινομενική ισορροπία, ρίζωνε και η βαθύτερη του ανασφάλεια. Γιατί ο Γιούν-Τσεν δεν χρειαζόταν να διαλέξει. Και επειδή δεν χρειαζόταν να διαλέξει, δεν μάθαινε ποτέ τι πραγματικά επιθυμούσε. Δεν επένδυε ολοκληρωτικά σε καμία από τις δύο γυναίκες. Δεν ρίσκαρε την απώλεια, δεν δοκίμαζε την απόρριψη, δεν δοκίμαζε ούτε την πλήρη αφοσίωση. Αυτό τον προστάτευε, αλλά ταυτόχρονα τον κρατούσε στάσιμο. Η απουσία ενοχής δεν ήταν μόνο ένδειξη ελευθερίας· ήταν και ένδειξη αποστασιοποίησης.

   Μέσα του υπήρχε ένας σιωπηλός φόβος: ότι αν άφηνε τον εαυτό του να δεθεί πραγματικά, θα έχανε την ισορροπία που τόσο προσεκτικά είχε χτίσει. Ότι η επιλογή της μίας ζωής θα σήμαινε την απώλεια της άλλης, και μαζί, την απώλεια εκείνης της εσωτερικής ασφάλειας που του έδινε η διπλή ζωή. Και έτσι, χωρίς να το συνειδητοποιεί πλήρως, ο Γιούν-Τσεν μάθαινε να ζει χωρίς ρίζες. Να κινείται, να προσαρμόζεται, να υπάρχει μέσα σε ενδιάμεσους χώρους. Αυτό του χάριζε ευελιξία, αντοχή και μια σπάνια ικανότητα να κατανοεί τους ανθρώπους χωρίς να τους ανήκει.

   Αλλά ταυτόχρονα, του στερούσε κάτι βαθύτερο: την εμπειρία του να ανήκει ολοκληρωτικά κάπου ή σε κάποιον. Και ίσως, μέσα στις σιωπηλές επιστροφές του στο νερόμυλο, όταν το νερό κυλούσε αδιάκοπα χωρίς να σταματά ποτέ, να υπήρχε μια αδιόρατη επίγνωση πως και ο ίδιος είχε αρχίσει να μοιάζει με αυτό το ρεύμα: πάντα σε κίνηση, ποτέ πραγματικά σταθερός.

 

 

 

η σχέση με την Μιν-Γι

   Η σχέση τους βασιζόταν στην πλασματική ταυτότητα που έχει δώσει ο ένας στον άλλον. Ο νεαρός άνδρας της έχει συστηθεί ως Λιν Σάο και η ώριμη γυναίκα του έχει συσταθεί ως Μιν-Γι. Αγνοούσαν και οι δύο ότι μεταξύ τους υπήρχε κάποια συγγένεια. Εκείνο που τους χώριζε ήταν μόνο η διαφορά στα χρόνια. 

    Ο νεαρός άνδρας, γνώριζε τα κατατόπια, τα μονοπάτια και τα κρυμμένα μέρη του βουνού. Οι σπηλιές, οι φωλιές των βράχων, οι αθέατες κοιλότητες ανάμεσα στα δέντρα, όλα αυτά γίνονταν τόποι όπου οι ψυχές τους μπορούσαν να συναντηθούν, μακριά από τα βλέμματα και τα κουτσομπολιά του χωριού.

   Ο νεαρός βοηθός του μυλωνά την οδήγησε μέσα από τα δασώδη μονοπάτια, ανάμεσα σε θάμνους και κρυφές ρεματιές, μέχρι να φτάσουν σε μια μικρή φωλιά, σκαλισμένη στους βράχους, που μόνο εκείνοι γνώριζαν. Το φως φίλτραρε διακριτικά μέσα από τα κλαδιά, ζωγραφίζοντας ανταύγειες στους τοίχους της κρυψώνας.

   «Εδώ», είπε εκείνος απαλά, «κανείς δεν μπορεί να μας βρει… ούτε ο άνεμος, ούτε τα μάτια του χωριού».

   Η Μιν-Γι στάθηκε για λίγο στην είσοδο, νιώθοντας την καρδιά της να χτυπά σαν τύμπανο. «Είναι παράξενο…» ψιθύρισε, «να νιώθω ξανά ζωντανή, σαν να ξαναγεννιέμαι. Κανείς δεν ξέρει πού είμαι, κανείς δεν ξέρει τίποτα…»

   Ο Λιν Σάο την κοίταξε με τρυφερότητα. «Και εδώ μπορείς να είσαι ολόκληρη. απλώς εσύ».

   Η Μιν-Γι χαμογέλασε, αφήνοντας την ανάσα της να γίνει πιο βαθιά, πιο αργή, σαν να ξεπλένονταν από όλα τα βάρη της προηγούμενης ζωής της. Ο Λιν Σάο πλησίασε, τα χέρια του προσεκτικά, σαν να μην ήθελε να σπάσει τη μαγεία της σιωπής. Η φωλιά γύρω τους έγινε καταφύγιο, η φύση σιωπηλός μάρτυρας της στιγμής τους. Οι αναμνήσεις και οι φόβοι του κόσμου έξω από τη σπηλιά χάθηκαν, αφήνοντας μόνο τη ζεστασιά της παρουσίας τους και την αόριστη υπόσχεση ότι, όσο θα υπήρχε αυτή η κρυψώνα, θα μπορούσαν να συναντηθούν ξανά.

   Ο ερειπωμένος ναός, αφιερωμένος στον Τσενγκ  Χουάνγκ, τον Θεό της Πόλης, στεκόταν αθόρυβος, τα χρόνια και η φύση είχαν καταπιεί τα μισογκρεμισμένα τοιχώματα, αφήνοντας μόνο το σκιερό περίγραμμα της στέγης. Τα ψηλά δέντρα  που είχαν καταπιεί τις πέτρες, έδιναν στον χώρο μια αίσθηση ιερότητας και μακροχρόνιας σιωπής. Εδώ, οι προσκυνητές είχαν χρόνια να φέρουν προσφορές, αλλά η αίσθηση του ιερού και η δύναμη του θεού παρέμεναν, σαν να περιμένουν να χαιρετίσουν ξανά όποιον τους αναζητούσε με σεβασμό.

    Για την Μιν-Γι και τον Λιν Σάο, η συνάντηση εκεί είχε μια ξεχασμένη ευλογία που τους αγκάλιαζε απαλά, σαν ο ίδιος ο Τσενγκ Χουάνγκ να τους προστάτευε και να ευλογούσε τη σιωπηλή τους ένωση. Ο ήλιος φίλτραρε ανάμεσα στις σχισμές και τα φύλλα, χαρίζοντας χρυσά φιλιά φωτός στη σιωπή του χώρου. Το μέρος έδινε την αίσθηση ότι κάθε πέτρα, κάθε δέντρο και κάθε δροσερό αεράκι ήταν φύλακας της στιγμής, ξεχασμένος μάρτυρας μιας ευλογημένης μυστικότητας.

   Ο Λιν Σάο οδήγησε την Μιν-Γι γύρω από το ναό, ανάμεσα στα χαλάσματα και τα ψηλούς θάμνους, μέχρι μια μικρή προφυλαγμένη γωνιά, όπου κανείς δεν μπορούσε να τους δει από τα μονοπάτια ή τα χωράφια. Η Λαν‑Ρονγκ σταμάτησε, ένιωσε την καρδιά της να χτυπά γρήγορα, αλλά μέσα στη σιωπή του τόπου και την αίσθηση της προστασίας, άφησε κάθε φόβο να φύγει.

   «Εδώ κανείς δεν θα μας βρει», ψιθύρισε ο νεαρός άνδρας.

   Η Μιν-Γι χαμογέλασε δειλά. «Σαν να μας δίνει μια ξεχασμένη ευλογία», είπε, «που περιμένει να την ξαναζήσουμε».

    Και εκεί, ανάμεσα στα χαλάσματα και το δροσερό αεράκι, αφέθηκαν ο ένας στον άλλον. Το φως που περνούσε ανάμεσα στα δέντρα και τις πέτρες έκανε το δέρμα τους να λάμπει απαλά. Οι χειρονομίες τους ήταν αργές, τρυφερές, σαν να προσπαθούσαν να αιχμαλωτίσουν την αίσθηση της στιγμής χωρίς να την καταστρέψουν. Η έλξη και η επιθυμία, που είχε ξεκινήσει στο ποτάμι, βρήκαν εδώ το δεύτερο καταφύγιό τους, πιο ώριμη, πιο βαθιά, μέσα σε έναν τόπο που ένιωθαν ότι τους ευλογούσε, κρυφό και ασφαλές.

    Ο ναός πίσω τους, έρημος αλλά ιερός, ήταν αόρατος μάρτυρας του δεσμού τους, σαν να τους επέτρεπε για λίγα λεπτά να ζήσουν την απόλυτη ένωση, προστατευμένοι από τον κόσμο και τις υποψίες.

    Το απομονωμένο ύψωμα υψωνόταν πάνω από την κοιλάδα, με μια μικρή, επίπεδη πλαγιά που έμοιαζε σμιλεμένη από τη φύση για να τους φιλοξενήσει. Κάθισαν εκεί, ο ένας δίπλα στον άλλον, και κάτω τους απλωνόταν το χωριό, μικρό και ήσυχο, αόρατο μέσα από την απόσταση. Κανένα μάτι δεν μπορούσε να τους διακρίνει, και αυτό έδινε στην παρουσία τους μια αίσθηση ελευθερίας και μυστικού.

   Ο άνεμος, που έφερνε ψίθυρους από τα δέντρα και μυρωδιές της γης, χάιδευε τα πρόσωπά τους και τα ρούχα τους. Κάθε φύσημα, κάθε θρόισμα ήταν σαν να τους συνόδευε σε μια ιδιωτική τελετή. Το φως του ήλιου έπεφτε πλαγίως, φωτίζοντας τα πρόσωπά τους και τα κορμιά τους με χρυσές ανταύγειες, σαν να ήθελε κι αυτό να τους ευλογήσει.

   «Κανείς δεν μας βλέπει…», ψιθύρισε η Μιν-Γι, η φωνή της αργή, σαν να αγγίζει τα φύλλα γύρω τους.

Ο Λιν Σάο την καθησύχασε «Εδώ είμαστε μόνο εμείς και η κοιλάδα».

    Σιγά-σιγά, άφησαν τις επιφυλάξεις και τα βάρη του κόσμου να φύγουν, και η επαφή τους έγινε φυσική, απαλή, σαν τα κύματα του ανέμου που χάιδευαν τα βράχια. Ο χρόνος φαινόταν να σταματά, μόνο οι ήχοι της φύσης συνέχιζαν, ρυθμικοί και ατελείωτοι.

   Κάθε άγγιγμα, κάθε ψίθυρος, κάθε βλέμμα είχε τη δύναμη να ξυπνήσει όσα χρόνια η Λαν‑Ρονγκ είχε ξεχάσει — την αίσθηση της επιθυμίας, της ζωντάνιας, της γυναίκας μέσα της. Και ο Λιν Σάο, δίπλα της, ένιωθε την ίδια ιερή συνύπαρξη, σαν η κοιλάδα και ο άνεμος να τους είχαν σμίξει για να ζήσουν αυτή τη στιγμή μακριά από τον κόσμο.

   Οι συναντήσεις τους ήταν ένα παιχνίδι κρυφτού με τη μοίρα και τον χρόνο. Η Μιν-Γι έπρεπε να είναι προσεκτική· το χωριό κοιτούσε πάντα και η παραμικρή απουσία θα γινόταν αντικείμενο ψιθύρων. Έτσι, έπαιρνε προφάσεις που φαίνονταν φυσικές, καθημερινές, αναπόφευκτες:

   Κάποιες φορές έλεγε ότι πήγαινε να συγκεντρώσει χόρτα για τα ζώα ή να μαζέψει άγρια βότανα στην πλαγιά· και ο Λιν Σάο την περίμενε στο πετρώδες ύψωμα, εκεί που τα δέντρα και οι βράχοι έκρυβαν τις σκιές τους.

    Άλλες φορές δήλωνε ότι έπρεπε να πλύνει ρούχα στο ποτάμι, ή να φέρει νερό για το σπίτι· και εκείνος την ακολουθούσε, πάντα διακριτικά, πάντα από απόσταση, σαν σκιά που δεν αφήνει ίχνη.

   Υπήρχαν μέρες που έλεγε ότι θα περπατήσει για να δει τις σοδειές του αδελφού της ή να ελέγξει τα χωράφια, και εκείνος έβρισκε μικρές κρυψώνες στην πλαγιά, ανάμεσα στα δέντρα ή πάνω στα βράχια, όπου μπορούσαν να καθίσουν χωρίς φόβο.

  Η συγκέντρωση ξύλων για τη φωτιά
ήταν άλλο ένα άλλοθι για να βγει εκτός χωριού και να πλησιάσει απομονωμένα σημεία, χωρίς να κινεί υποψίες. Τα ξύλα μπορούσαν να φαίνονται σκορπισμένα σε διάφορα σημεία, δίνοντας έναν λόγο για μακρινές βόλτες.

  Η συλλογή φυτών για παραδοσιακά τελετουργικά που απαιτούσε η προετοιμασία για διάφορες γιορτές ή θρησκευτικές τελετές, πρόσφεραν την ευκαιρία για μεγάλες βόλτες και κρυφές συναντήσεις.

   Με αυτές τις προφάσεις, η Μιν-Γι μπορούσε να παίζει το παιχνίδι του κρυφτού με τον Λιν Σάο, να συναντιούνται σε σπηλιές, πετρώδη ύψη, πλαγιές, ή κοντά σε ποτάμια, χωρίς να κινεί υποψίες. Κάθε δικαιολογία έμοιαζε φυσική, καθημερινή, και ταυτόχρονα τους χάριζε στιγμές απομόνωσης, ιερότητας και μυστικής

 

 

 

με ψεύτικη ταυτότητα

    Το ζευγάρι περιπλανιόταν σιωπηλά ανάμεσα σε αγρούς και δύσβατα μονοπάτια, εκεί όπου η γη γινόταν άγρια και οι άνθρωποι σπάνιζαν. Κανείς από τους δύο δεν ήξερε — ή ίσως δεν τολμούσε να σκεφτεί — πως ανάμεσά τους υπήρχε κάτι αόρατο, μια σκιά που στεκόταν σαν όριο και δεν τους επέτρεπε να ονειρευτούν πραγματικά ένα κοινό μέλλον.

    Ο Λιν Σάο, εργάτης στον νερόμυλο του δάσους με τις κερασιές, είχε μάθει να ζει προσεκτικά. Για μήνες απέφευγε το χωριό Λο Τζιάνγκ, σαν να ήταν τόπος επικίνδυνος, όχι γιατί τον φοβόταν, αλλά γιατί ήξερε πως εκεί μπορούσε να χαθεί. Οι στρατολογητές των Τσινγκ δεν χρειάζονταν πολλά — μια υπόνοια, ένα βλέμμα, μια προδοσία για λίγα νομίσματα. Και πάντα υπήρχαν πρόθυμοι.

   Όταν επέστρεφε στον νερόμυλο του Χουάνγκ Λιν, περνούσε την πόρτα σκυφτός, με ένα ελαφρύ βήξιμο να τον συνοδεύει. Ένα τέχνασμα απλό, σχεδόν αφελές, μα αρκετό για να αποφεύγει πολλές ερωτήσεις. Ένας άρρωστος δεν τραβά την προσοχή. Ένας κουρασμένος εργάτης δεν θεωρείται επικίνδυνος.

   Η Λαν-Ρονγκ, όμως, δεν ήταν πια απλώς η γυναίκα που είχε συναντήσει στην πηγή. Στα μάτια του ήταν η Μιν-Γι — το όνομα που του είχε δώσει, ένα όνομα ελαφρύ σαν ψέμα που λέγεται συχνά και αρχίζει να μοιάζει αληθινό.

    Εκείνη, με τη σειρά της, είχε χτίσει προσεκτικά τη δική της ιστορία. Μια εργάτρια της γης, φιλοξενούμενη σε μια οικογένεια φίλων του άντρα της στο Λο Τζιάνγκ. Μια γυναίκα απλή, χωρίς παρελθόν που να αξίζει ερωτήσεις.

   «Είμαι από το Τσινγκσί… της επαρχίας Σετσουάν.» Όπως θυμόταν η ίδια, ή έπλαθε με την φαντασία της τα λόγια της ο άνδρας της, ο Λι Σουρέν, δεν ήταν απλός άνθρωπος. Παλαιότερα, πριν ακόμη οι εξεγέρσεις απλωθούν σαν φωτιά, είχε υπηρετήσει ως γραφέας και σύμβουλος σε έναν τοπικό άρχοντα. Εκεί είχε γνωρίσει τον Μα Σιούν. Ο Μα Σιούν τότε ήταν νεότερος, στρατιώτης ακόμη. Ο Λι Σουρέν τον είχε βοηθήσει. Τον είχε προστατεύσει από μια κατηγορία που μπορεί και να του κόστιζε τη ζωή. Δεν το έκανε από καλοσύνη, αλλά από διορατικότητα. Είδε σε εκείνον έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να επιβιώσει όταν όλα τα άλλα θα κατέρρεαν. Χρόνια αργότερα, όταν οι στρατοί άλλαξαν σημαίες και οι πόλεις άλλαξαν αφέντες, ο Μα Σιούν ήταν από τους λίγους που είχαν βγει κερδισμένοι. Όμως ο Λι Σουρέν δεν στάθηκε το ίδιο τυχερός. Κατηγορήθηκε για προδοσία — ίσως άδικα, ίσως όχι. Σ’ εκείνους τους καιρούς, η αλήθεια δεν είχε σημασία. Αναγκάστηκε γρήγορα να φύγει από το Τσινγκσί και μετά από δύο μέρες δρόμο, μέρα και νύχτα έφτασαν στο Λο Τζιάνγκ. Νύχτα του χτύπησαν την πόρτα, και ο Μα Σιούν τους άνοιξε. Ο Λι Σουρέν δεν ζητούσε σωτηρία. Μόνο ένα πράγμα: «Αν χρωστάς ακόμη, πάρε τη Μιν-Γι.» Τώρα, βρισκόταν φιλοξενούμενη στο σπίτι των Μα.

    «Ο γάμος μου…» συνέχισε, χωρίς να κοιτάζει τον Λιν Σάο. «Δεν ήταν επιλογή.» Σταμάτησε για λίγο, σαν να δοκίμαζε τις λέξεις πριν τις αφήσει να βγουν. «Ο Λι  Σουρέν ήταν μεγαλύτερός μου. Όχι πολύ… αλλά αρκετά ώστε να μην μπορώ να τον δω όπως θα έπρεπε μια νύφη τον άνδρα της.» Ένα αχνό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της, χωρίς χαρά. «Δεν τον ήθελα.»

   Η παραδοχή έπεσε βαριά στον χώρο, μα εκείνη συνέχισε, ήρεμη, σχεδόν αφηγούμενη τη ζωή κάποιας άλλης. «Ο πατέρας μου είχε χρέη. Ο αδερφός μου… είχε παντρευτεί και με δυσκολίες τα κατάφερνε. Και εγώ ήμουν το μόνο που μπορούσε να ανταλλαχθεί χωρίς να ειπωθεί ποτέ έτσι.»

   Σήκωσε ελαφρά το βλέμμα της, όχι για να ζητήσει κατανόηση, αλλά για να διαπιστώσει αν την άκουγε πραγματικά. «Ο Λι Σουρέν δεν ήταν σπουδαίος αξιωματούχος. Αλλά είχε σταθερότητα. Σπίτι. Ρύζι για κάθε εποχή. Και, το σημαντικότερο… δεν ζητούσε πολλά.»

    Έγειρε ελαφρά προς τα πίσω καταλήγοντας σε ένα πικρό συμπέρασμα. «Ήταν η πιο συμφέρουσα επιλογή. Για όλους.»

   «Τη μέρα του γάμου μου δεν έκλαψα,» συνέχισε. «Όχι γιατί ήμουν γενναία… αλλά γιατί είχα ήδη καταλάβει πως δεν υπήρχε τίποτα να αλλάξει.»

   Μια μικρή παύση. Το βλέμμα της σκοτείνιασε ελαφρά, σαν σκιά που περνά από νερό. «Εκείνος…» είπε πιο χαμηλά, «δεν ήταν σκληρός άνθρωπος.» Ήταν ίσως η πρώτη φορά που η φωνή της μαλάκωσε. «Δεν με ρώτησε ποτέ αν τον αγαπώ. Και εγώ δεν του είπα ποτέ ψέματα.» Σήκωσε τα χέρια της και τα έκλεισε ξανά μέσα στα μανίκια της. «Ζούσαμε όπως ζουν πολλοί. Χωρίς πάθος. Χωρίς μίσος. Μόνο… με αποδοχή.»

   Τότε, για πρώτη φορά, κοίταξε κατευθείαν τον Λιν Σάο. «Αλλά σε τέτοιους καιρούς,» πρόσθεσε, «η ζωή… αποδεικνύεται εύθραυστη.»

   Και έτσι, ανάμεσα σε αλήθειες μισές και ψέματα ολόκληρα, συναντιόντουσαν. Στην αρχή, η έλξη τους ήταν άμεση, σχεδόν βίαιη, σαν εκείνη τη στιγμή μέσα στην πηγή της αλήθειας που τους είχε ενώσει. Μα όσο περνούσε ο καιρός, κάτι άλλαζε. Οι συναντήσεις τους γίνονταν πιο ήσυχες, πιο αργές. Τα λόγια πλήθαιναν.

    Μιλούσαν. Για πράγματα μικρά στην αρχή — τον καιρό, τη δουλειά, τους ανθρώπους που είχαν συναντήσει. Έπειτα για πράγματα πιο βαθιά. Για φόβους που δεν είχαν ομολογήσει ποτέ. Για στιγμές που τους είχαν σημαδέψει. Για απώλειες που δεν είχαν ακόμα κλείσει.

    Κάθε εξομολόγηση έφερνε τους δύο πιο κοντά.

Και κάθε εγγύτητα απομάκρυνε το σώμα.

   Δεν ήταν ότι δεν επιθυμούσαν ο ένας τον άλλον. Ήταν ότι κάτι πιο σιωπηλό, πιο βαρύ, άρχιζε να παίρνει τη θέση του πάθους. Μια ανάγκη να κατανοήσουν. Να αναγνωρίσουν. Να κρατήσουν κάτι που δεν ήταν μόνο στιγμιαίο.

   Ο χρόνος, όμως, δεν τους ανήκε. Η Λαν-Ρονγκ, ή Μιν-Γι όπως του είχε συστηθεί, έπρεπε πάντα να επιστρέφει πριν πέσει ο ήλιος. Η φιλοξενία είχε όρια, και τα βλέμματα στο χωριό ήταν πολλά. Μια καθυστέρηση, μια απουσία, θα αρκούσε για να αρχίσουν οι ψίθυροι. Και οι ψίθυροι γίνονται εύκολα κατηγορίες.

    Ο Λιν Σάο, από την άλλη, δεν είχε μεγαλύτερη ελευθερία. Κάθε του κίνηση έξω από τον νερόμυλο ήταν ρίσκο. Κάθε καθυστέρηση, κάθε απουσία, μπορούσε να κινήσει υποψίες. Και οι άνθρωποι που παρατηρούν, σπάνια το κάνουν χωρίς λόγο.

   Έτσι, έμαθαν να ζουν μέσα σε όρια. Να μετρούν τις ώρες. Να κόβουν τις στιγμές τους σε μικρά, ασφαλή κομμάτια. Να φεύγουν πριν προλάβει η επιθυμία να γίνει απερισκεψία. Κι όμως, μέσα σε αυτή την προσεκτική ζωή, κάτι μεγάλωνε. Δεν ήταν μόνο η έλξη. Δεν ήταν μόνο η συνήθεια. Ήταν η αίσθηση ότι ο ένας έβλεπε τον άλλον πιο καθαρά από όσο θα έπρεπε.

   Κάποιες φορές, όταν σιωπούσαν, υπήρχαν στιγμές που τα βλέμματά τους κρατούσαν λίγο περισσότερο απ’ όσο επέτρεπε η ασφάλεια. Σαν να πλησίαζαν μια αλήθεια που κανείς δεν είχε ακόμη πει. Σαν να αναγνώριζαν κάτι γνώριμο. Μα πάντα, εκείνη τη στιγμή, κάτι τους σταματούσε. Ίσως ο φόβος. Ίσως η ανάγκη να διατηρηθεί το ψέμα. Ίσως εκείνη η αόρατη μορφή που στεκόταν ανάμεσά τους από την αρχή.

   Και έτσι, συνέχιζαν. Δύο άνθρωποι που συναντιόντουσαν σαν ξένοι, μιλούσαν σαν γνωστοί, και ένιωθαν, χωρίς να το παραδέχονται,  σαν να είχαν ήδη συναντηθεί σε μια άλλη ζωή ή  σε μια άλλη αλήθεια που ακόμη δεν είχε αποκαλυφθεί.

   Εκείνη καθόταν δίπλα του, και τα λόγια της έτρεχαν αργά, σαν να ξεδιπλώνονταν ένα κουβάρι που δεν ήθελε να κοπεί. Του μιλούσε για το χωριό της, για τον γάμο που της είχαν επιβάλει, για τον άγνωστο άντρα που έπρεπε να παντρευτεί όταν ήταν ακόμα μικρό κορίτσι. Δεν το ήθελε. Κανείς τους δεν το ήθελε. Αλλά εκείνα τα χρόνια ήταν δύσκολα, και η ζωή δεν επέτρεπε επιλογές.

   Ήταν αναγκασμένη να αφήσει την οικογένειά της, να ακολουθήσει μια μοίρα που δεν είχε επιλέξει. Στο ξένο χωριό, η ζωή της έμοιαζε με εκείνη που άφησε πίσω. Δεν ήξερε αν ο άντρας της είχε πεθάνει. Κάποτε είχαν φτάσει στα αυτιά της ότι οι δυνάμεις του Ζανγκ Σιαζόνγκ είχαν αποδεκατιστεί. Αλλά υπήρχαν ακόμη οπαδοί του. Ίσως να είχε καταφέρει να γλυτώσει εκεί.  Ήταν καλός άνθρωπος, μα η αγάπη δεν γεννιέται όπου δεν υπήρχε εξαρχής. Και η καλοσύνη, όσο ζωντανή κι αν ήταν, δεν μπορούσε να γεμίσει το  κενό που άφησε η υποχρέωση.

   Η οικογένεια που τη φιλοξενούσε την δέχθηκε κοντά τους, για να δουλεύει και να ζει με ασφάλεια. Ήταν καλοί άνθρωποι, φιλικοί και ευγενικοί, αλλά και αυτοί είχαν τους δικούς τους περιορισμούς.

   Έτσι η Μιν-Γι έγινε γνωστή σε όλο το Λο Τζιάνγκ, όχι ως η γυναίκα που είχε ζήσει και υπέφερε, αλλά ως ένα πρόσωπο ανάμεσα στην πραγματικότητα και το ψέμα. Και κάθε φορά που το έλεγε, η φωνή της κρατούσε μια τρυφερότητα, αλλά και μια πικρία που μόνο η εμπειρία μπορεί να γεννήσει.

   Ο Λιν Σάο την άκουγε σιωπηλά. Κάθε λέξη που έβγαινε από τα χείλη της ήταν σαν να ανοίγει μια πόρτα στο παρελθόν της, ένα παρελθόν που κανείς από τους δυο δεν μπορούσε να αγγίξει, αλλά που διαμόρφωνε τη γυναίκα που καθόταν τώρα απέναντί του. Και όσο την άκουγε, καταλάβαινε πως η σύνδεση που είχαν αναπτύξει δεν ήταν μόνο έλξη ή ανάγκη για συντροφιά, ήταν η συνύπαρξη δύο ψυχών που αναζητούσαν καταφύγιο μέσα στη σιωπή και την κατανόηση του άλλου.

   Η ζωή τους φαινόταν σαν να είχε στήσει έναν αθέατο λαβύρινθο γύρω τους. Η Μιν-Γι καθόταν κοντά του και μιλούσε με μια πικρή γλυκύτητα για το πώς η μοίρα τους είχε φέρει έτσι. “Πόσο άδικο είναι,” έλεγε, “που δεν γεννήθηκα μερικά χρόνια αργότερα… ή που εσύ δεν είσαι λίγο μεγαλύτερος. Πόσο πιο εύκολα θα ήταν όλα.”

   Ο Λιν Σάο την άκουγε σιωπηλά, γνωρίζοντας πως κάθε λέξη της έκρυβε την αλήθεια των καιρών. Η ζωή τους είχε φέρει ανάποδα. Τώρα, σαν κυνηγημένοι, κρυμμένοι από τον κόσμο, ζούσαν μια σχέση που φαινόταν απαγορευμένη, ακόμα κι αν το μόνο που είχαν διαπράξει ήταν να αγαπηθούν. Και ακόμη κι αν μπορούσαν να φύγουν, να πάνε αλλού, η διαφορά ηλικίας τους θα παρέμενε φανερή, κι η Μιν-Γι ήξερε πως δεν θα ήθελε ποτέ να στερήσει τη ζωή του Λιν Σάο.

   “Θα μείνω μαζί σου,” έλεγε, “μέχρι μια νέα κοπέλα, στην ηλικία σου, να σε γνωρίσει. Και τότε… τότε θα μπώ σε χηρεία. Μια χηρεία σιωπηλή. Από έρωτα, όχι από υποχρέωση.”

   Ο Λιν-Σάο σκέφτηκε τις λέξεις της, αλλά ένιωθε μια παράξενη ελευθερία. Είχε βρει μια γυναίκα που τον καταλάβαινε, που δεν του έβαζε περιορισμούς, που δεν τον πίεζε με προοπτικές ενός μέλλοντος που εκείνος δεν μπορούσε να εγγυηθεί ούτε στον εαυτό του ούτε σε κανέναν άλλον. Ήταν φυγάς από τους στρατολόγους των Τσινγκ, κι όσο ο μυλωνάς, ο Χουάνγκ Λιν, τον φιλοξενούσε στον νερόμυλό του, εκεί σταματούσαν τα σύνορα της ζωής του.

   Δεν φοβόταν τη δουλειά, αλλά δεν μπορούσε να παρουσιαστεί αλλού, να ζητήσει εργασία, να ζήσει σαν φυσιολογικός άνθρωπος. Τα μάτια παρακολουθούσαν. Οι καιροί ήταν δύσκολοι, κι η ελευθερία τους, όσο μικρή κι αν ήταν, γινόταν το πιο πολύτιμο πράγμα που είχαν.

   Ήταν μια ζωή κρυμμένη, αλλά μαζί είχαν μια στιγμή αλήθειας, και μέσα σε αυτήν βρήκαν χώρο να αναπνεύσουν.

   Η Μιν-Γι άφηνε τη σκέψη της να ταξιδεύει σε κόσμους που ποτέ δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν. Σκεφτόταν τον Λιν-Σάο όταν θα επέστρεφε από τη δουλειά, κουρασμένος από το άλεσμα του σιταριού, και πόσο θα ήθελε να είναι εκεί για να τον περιποιηθεί, να του φέρει νερό, να του σκουπίσει τον ιδρώτα. Ήταν στιγμές που η φροντίδα γινόταν αγάπη, αθόρυβα, χωρίς λόγια, και εκείνη ήθελε να του δείξει όλη την τρυφερότητα που έκρυβε στην καρδιά της.

   Κάθε της σκέψη γλιστρούσε σε ένα σπιτικό που ποτέ δεν θα υπήρχε, σε ένα σπίτι γεμάτο φως, με μικρά παράθυρα, με αρώματα από φρεσκοψημένο ψωμί και βραστά λαχανικά. Ονειρευόταν ένα τραπέζι όπου θα καθόντουσαν μαζί, και εκείνος θα μιλούσε για την ημέρα του ενώ εκείνη θα τον άκουγε με προσοχή και στοργή, χαμογελώντας στις λεπτομέρειες που εκείνος θεωρούσε ασήμαντες.

   Και όμως, ήξερε πως αυτά ήταν όνειρα που δεν θα γίνονταν ποτέ πραγματικότητα. Η ζωή τους ήταν φτιαγμένη από θόρυβο μύλων, ψιθύρους ανάμεσα στις σκιές, κρυφές ματιές και απαγορευμένα αγγίγματα. Παρ’ όλα αυτά, μέσα στην καρδιά της, η αγάπη της για εκείνον ήταν  αληθινή. Δεν χρειαζόταν σπίτι, ούτε προοπτική για το μέλλον· αρκούσε να είναι κοντά του, να τον καταλαβαίνει, να τον αφήνει ελεύθερο όπως κανείς άλλος δεν θα μπορούσε.

   “Ακόμα και αν δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί όπως οι άλλοι άνθρωποι,” ψιθύριζε στον εαυτό της, “θα σε αγαπώ όπως μόνο εγώ ξέρω. Και θα βρίσκω τρόπους να σου δείχνω την αγάπη μου, ακόμα και μέσα στη σιωπή μου.”

   Η καρδιά της σκιρτούσε σε κάθε βλέμμα του, σε κάθε χειρονομία, σε κάθε λέξη που του άφηνε να ξεφύγει. Και μέσα σε αυτή την κρυφή ζωή, ένιωθε ότι είχε βρει μια μορφή σπιτιού — όχι με τοίχους και κεραμίδια, αλλά με αγάπη, κατανόηση και αφοσίωση, ένα σπιτικό που ζούσε μέσα τους και μόνο εκεί μπορούσε να υπάρξει.

   Αλλά ήξερε πως δεν υπήρχε μέλλον για αυτούς. Ο χρόνος τους ήταν κλεμμένος, κάθε στιγμή πολύτιμη και ταυτόχρονα εφήμερη. Κι όμως, κάθε χαμόγελό του, κάθε λέξη του, γινόταν για εκείνη σαν φως μέσα στο σκοτάδι. Σκέφτονταν μαζί σιωπηρά, με μάτια που μιλούσαν περισσότερο από τις λέξεις, και μέσα σε αυτή τη σιωπή έβρισκαν τη δύναμη να συνεχίσουν, να υπάρξουν έστω και για λίγο στον ίδιο χώρο, στον ίδιο χρόνο.

   Η Μιν-Γι ψιθύριζε μέσα στην καρδιά της: “Δεν χρειάζομαι σπίτι, δεν χρειάζομαι μέλλον. Αρκεί να είναι αυτός δίπλα μου.”

   Η αγάπη τους ήταν μια φωτιά που έκαιγε μέσα τους χωρίς να καίει τον κόσμο γύρω. Ήταν κρυφή, αθόρυβη, γεμάτη συμπόνοια και τρυφερότητα, μια αγάπη που υπήρχε μόνο στο φως της καρδιάς τους και στις στιγμές που μπορούσαν να κλέψουν από τη μοίρα τους. Και ίσως, σκέφτονταν και οι δύο, αυτή η αγάπη ήταν πιο δυνατή επειδή ήταν απαγορευμένη, πιο αληθινή γιατί υπήρχε μόνο μεταξύ τους.

 

 

 

 

η μονομερής αποκάλυψη της μιας ταυτότητας

   Η Λαν-Ρονγκ περπατούσε ανάμεσα στις σειρές των χωραφιών, τα πόδια της βουτηγμένα στη μαλακή υγρασία της γης. Τα δέντρα των κερασιών σιγοψιθύριζαν με τον άνεμο, και το φως του απογεύματος έπεφτε χρυσό πάνω στις φυλλωσιές, δημιουργώντας σκιές που κινούνταν σαν ζωντανές. Οι εργάτριες της γης ήταν δυο γυναίκες με γυμνά χέρια και πρόσωπα μαυρισμένα από τον ήλιο, οι κορμιά τους κυρτωμένα από την κούραση. Η μία, νεαρή αλλά με βλέμμα σοφό, λεγόταν Χουάι-Λιν, η άλλη ήταν μεγαλύτερη, με βαθιές ρυτίδες στα μάγουλα από τον χρόνο και τον ήλιο.

   Οι φωνές ήταν χαμηλές, σαν να φοβόντουσαν μήπως τις ακούσουν οι αφεντάδες τους. «Μήπως άκουσες τίποτα;» ρώτησε η μεγαλύτερη, κοιτώντας τη Χουάι-Λιν.

   «Λένε…», συνέχισε τελικά, «ότι αυτός που δουλεύει στον νερόμυλο του δάσους των κερασιών… είναι ο τρίτος γιος της οικογένειας των Μα. Έχει χτυπήσει, κουτσαίνει. Πολύ τον ταλαιπώρησαν».

    Η Λαν-Ρονγκ πάγωσε. Κάθε λέξη έπεφτε βαριά, σαν πέτρες στα αυτιά της. Ήταν αυτός; Αυτός που είχε δει, που είχε γνωρίσει;

   Η Χουάι-Λιν έσκυψε λίγο πιο κοντά και ψιθύρισε, σαν να μεταφέρει την είδηση κρυφά: «Και η μητέρα του, η Σιού-Λαν… από τότε που χάθηκε ο γιος της έχει μαραζώσει. Δεν την βλέπεις; Πού είναι εκείνη που ξέραμε;»

   Η μεγαλύτερη εργάτρια ανασήκωσε τους ώμους και είπε με σιγανή φωνή, «Ναι, και οι φήμες λένε ότι ο δεύτερος γιος, ο Μινγκ-Τάο, πρόκειται κι αυτός να παντρευτεί. Ο πρώτος μένει με τη γυναίκα του… τους άφησε.»

   Η Χουάι-Λιν κούνησε το κεφάλι της και πρόσθεσε, «Έ, αν βρει κανείς πλουσιόσπιτο, τί θα κάνει; Θα καθήσει με τους γονείς του; Σε λίγο να δεις που θα μείνει μόνη η Σιού-Λαν και ο Μα Σιούν…»

   Η Λαν-Ρονγκ έμεινε ακίνητη, τα μάτια της γεμάτα απορία και φόβο. Κάθε λέξη ήταν σαν σπαθί που χαράκωνε το μυαλό της. Ο νεαρός που γνώριζε, ο φυγάς που είχε δει στα χωράφια, ήταν αυτός. Και ο πόνος, η ταλαιπωρία του, οι κουρασμένες κινήσεις του τώρα αποκτούσαν νόημα. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, αλλά δεν κουνήθηκε. Έπρεπε να ακούσει, να γνωρίζει, πριν η αλήθεια γίνει φως σε έναν κόσμο που μπορούσε να τους καταστρέψει.

   Η σιωπή που ακολούθησε ανάμεσα στις εργάτριες ήταν βαριά, και η Λαν-Ρονγκ κατάλαβε πως είχε ακούσει περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. Σιγά-σιγά υποχώρησε πίσω από τα καλαμιά, αφήνοντας το ψίθυρο να μείνει αιωρούμενος ανάμεσα στις σειρές των χωραφιών. Η αλήθεια ήταν τώρα εκεί, κρυφή και απειλητική, σαν σκιά που παραμονεύει ανάμεσα στους κερασιώνες.

   Η Λαν-Ρονγκ επέστρεψε στον ξενώνα της σιγανά, χωρίς να μιλήσει σε κανέναν, τα βήματά της βαριά από την αλήθεια που είχε μόλις ακούσει. Μπαίνοντας, έκλεισε την πόρτα πίσω της και βυθίστηκε σε μια σιωπή που ήταν βαρύτερη από τη νύχτα. Καθισμένη στο μικρό κρεβάτι της, το κεφάλι της γονάτιζε από τις ενοχές, και τα χέρια της έτρεμαν ελαφρά.

   Ντρεπόταν για τον αδελφό της, ντρεπόταν για αυτούς που την είχαν φιλοξενήσει, για την οικογένεια που της είχε ανοίξει τις πόρτες τους και την είχαν εμπιστευτεί. Τι θα μπορούσε να τους πει; Πως η καρδιά της είχε βρει τρόπο να αγαπήσει τον γιο τους;

   Κάθε σκέψη έφερνε δάκρυα στα μάτια της. Αυτή η αγάπη ήταν παράνομη, ανεπιθύμητη, καταδικασμένη πριν καν ανθίσει. Ήταν μεγαλύτερη δυστυχία κι από τη χηρεία της, μεγαλύτερη κι από την πρώτη φορά που είχε φύγει νεαρή κοπέλα από το Λο Τζιανγκ, αφήνοντας πίσω την οικογένειά της και τα όνειρά της για ένα αβέβαιο αύριο. Τώρα είχε επιστρέψει σε έναν τόπο που γνώριζε καλά, αλλά με ένα μυστικό τόσο βαρύ που θα μπορούσε να καταστρέψει τα πάντα: την αγάπη της για τον γιο της πατρικής της οικογένειας.

   Έκλαιγε σιωπηλά, τα δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό της χωρίς να κάνει θόρυβο. Πώς θα μπορούσε να παραμείνει σε αυτό το σπίτι, ανάμεσα σε ανθρώπους που θα θεωρούσαν τον έρωτά της αμάρτημα; Πώς θα μπορούσε να κοιτάξει τον αδελφό της, τη γυναίκα του, χωρίς να νιώθει ότι τους προδίδει;

    Η καρδιά της πονούσε και τα μάτια της ήταν γεμάτα φόβο και απελπισία. Το σπίτι, που κάποτε είχε θεωρήσει καταφύγιο, τώρα φαινόταν φυλακή. Κι εκείνη, εγκλωβισμένη ανάμεσα στην αγάπη και την τιμή, δεν ήξερε πώς θα μπορούσε να αντέξει.

   Η Λαν-Ρονγκ έμεινε στο δωμάτιο ώρες ολόκληρες, η σιωπή γύρω της βαρύτερη από κάθε θόρυβο. Κάθε σκέψη για τον Λιν-Σάο της έφερνε μια ανάμεικτη αίσθηση ζεστασιάς και τρόμου. Ήθελε να τρέξει στον νερόμυλο, να τον δει, να τον αγκαλιάσει, αλλά η λογική της, η τιμή και η αίσθηση καθήκοντος την κρατούσαν πίσω. Το σπίτι της οικογένειας των Μα, που κάποτε είχε ονειρευτεί σαν καταφύγιο, τώρα της φαινόταν παγίδα: κάθε γωνιά του κρύβει μαρτυρία για τα λάθη και τα μυστικά της.

   Καθισμένη δίπλα στο παράθυρο, κοίταζε τα χωράφια που έσβηναν στο σκοτάδι, και φανταζόταν πώς θα ήταν η ζωή της αν όλα ήταν διαφορετικά: να υποδέχεται τον Λιν-Σάο όταν επέστρεφε κουρασμένος από τον νερόμυλο, να του σερβίρει τσάι ζεστό, να μαγειρεύει για εκείνον, να μοιράζεται την καθημερινότητα σαν αληθινή γυναίκα του. Να γεμίζει το σπίτι με φωνές και γέλια, και όχι με κρυμμένα βλέμματα και μυστικά. Αλλά αυτά τα όνειρα ήταν απαγορευμένα, σαν θραύσματα μιας ζωής που ποτέ δεν θα ανήκε σε εκείνη.

   Ένιωθε την καρδιά της να σφίγγεται κάθε φορά που σκεφτόταν το μέλλον του Λιν-Σάο. Δεν μπορούσε να του προσφέρει τίποτα σίγουρο. Δεν είχε σπίτι δικό του, δεν μπορούσε να του εγγυηθεί ασφάλεια από τους στρατολόγους των Τσινγκ, ούτε ήρεμες μέρες χωρίς κίνδυνο. Η αγάπη τους, όσο αληθινή κι αν ήταν, βρισκόταν υπό περιορισμό, κρυμμένη μέσα σε σιωπές και φευγαλέες συναντήσεις στα δάση και τα μονοπάτια των χωραφιών.

   Κι όμως, δεν μπορούσε να ξεχάσει το πρόσωπό του, τη φωνή του, τον τρόπο που τα μάτια του αντανακλούσαν την εμπιστοσύνη και την τρυφερότητα για πρώτη φορά στη ζωή της. Κάθε σκέψη για το μέλλον χωρίς εκείνον ήταν κενή, σαν ο ήλιος να μην θα ανατείλει ποτέ ξανά.

   Με ένα σφίξιμο στο στήθος, η Λαν-Ρονγκ κατάλαβε ότι η μοναξιά της τώρα ήταν αναπόφευκτη, αλλά η καρδιά της είχε βρει καταφύγιο στο πρόσωπο του Λιν-Σάο. Κι αν η μοίρα ήταν σκληρή, τουλάχιστον εκείνες οι λίγες στιγμές που μοιράζονταν στα χωράφια και στο δάσος των κερασιών, ήταν δικές τους, και κανείς δεν μπορούσε να τις ακουμπήσει.

 

 

 

η πρώτη συνάντηση μετά την αποκάλυψη

   Η πρώτη συνάντηση μετά την αποκάλυψη της ταυτότητας ήταν βαριά, γεμάτη σιωπή και κρυφές σκέψεις. Ο Λιν Σάο περπάτησε προς τη Μιν-Γι, αλλά εκείνη στάθηκε διστακτική, σαν να ζύγιζε κάθε λέξη που θα έβγαινε από τα χείλη της.

   «Θέλω να σου πω κάτι…» άρχισε, με φωνή σχεδόν ψίθυρο, «μια ιστορία από τον… τόπο  μου». Ο Λιν-Σάο την κοίταξε σιωπηλά, κατανοώντας ότι δεν ήταν τυχαίο.

   «Μια φορά, μια μεγαλύτερη γυναίκα είχε ερωτευτεί έναν νέο άντρα», συνέχισε, τα λόγια της αργά, με προσοχή. «Τα άστρα είχαν παίξει το πιο σκληρό παιχνίδι. Κανείς τους δεν ήξερε ότι ήταν αδέρφια. Έζησαν τον έρωτα τους μυστικά, με κάθε ένταση και πάθος. Αλλά κάποια στιγμή, εμφανίστηκε μια γυναίκα… η μάνα τους. Τους είχε δώσει σε διαφορετικές οικογένειες να μεγαλώσουν, και τώρα, λίγο πριν πεθάνει, ήρθε να τους ζητήσει συγγνώμη, να τους πει ότι τους αγαπά… Ο ένας παντρεύτηκε, η άλλη… δεν παντρεύτηκε ποτέ.».

    Ο Λιν Σάο την άκουγε προσεκτικά. Τα λόγια της δεν ήταν μόνο ιστορία· ήταν ένα μήνυμα, μια εξομολόγηση κρυμμένη μέσα σε παραμύθι, ένας τρόπος να της πει ότι ήξερε τις συνέπειες του πάθους και της μοίρας.

    Τότε, ο Λιν Σάο ανασήκωσε τα μάτια και πρόσθεσε, με τρυφερό χαμόγελο: «Μην φοβάσαι… αυτοί ήταν από τον ίδιο τύπο… κανείς από εμάς δεν είναι από τον ίδιο τόπο. Ούτε εσύ, ούτε εγώ. Και καμία μάνα δεν μας ψάχνει». Και χωρίς άλλη σκέψη, την αγκάλιασε.

   Σφίχτηκαν ο ένας στον άλλο σαν να ήθελαν να κλειδώσουν τον χρόνο γύρω τους. Κάθε φόβος, κάθε δισταγμός, κάθε μυστικό, έμοιαζε να εξαφανίζεται για λίγο. Η καρδιά της Μιν-Γι χτυπούσε δυνατά, αλλά για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό ένιωσε ότι δεν ήταν μόνη· και ο Λιν  Σάο, παρά τη σιωπή και τους περιορισμούς του κόσμου, ήξερε ότι εκείνη η αγκαλιά ήταν το καταφύγιό τους. 



ΜΕΡΟΣ ΙΒ    

 

η πρόταση των Ζου

   Ήταν τότε που ήρθε η πρόταση. Ο άνθρωπος που την έφερε δεν μπήκε κατευθείαν στο θέμα. Δεν ήταν άγνωστος της Σιού-Λαν· είχε περάσει πολλές φορές από το σπίτι τους στο παρελθόν, άνθρωπος των συναλλαγών, που ήξερε να μιλάει με σεβασμό και να αφήνει τις λέξεις να ζυγίζουν. Η Σιού-Λαν απάντησε με την ηρεμία που είχε μάθει να κρατά. Είπε πως ο Μινγκ-Τάο τη βοηθούσε όσο μπορούσε. Ο Γιούν-Τσεν δούλευε μόνιμα στο νερόμυλο του δάσους των κερασιών. Οι δουλειές του πήγαιναν καλά, και  ίσως μαζί με τον μυλωνά να αγόραζαν τον νερόμυλο από τον ιδιοκτήτη του. Δεν έκρυψε, όμως, την πικρή αλήθεια για τον πρωτότοκό της, τον Γκουάν-Σεν. Είχε αποτραβηχτεί σχεδόν εντελώς από τις υποχρεώσεις της οικογένειας, απασχολημένος με την περιουσία της γυναίκας του, σαν να ανήκε αλλού η ζωή του.

   Ο μεσολαβητής άκουσε, έγνεψε, και μόνο τότε άρχισε να μιλά για τη σοδειά, για τις τιμές, για τον καιρό που αργούσε να σταθεροποιηθεί. Έπειτα, σαν να θυμήθηκε κάτι δευτερεύον, ανέφερε το όνομα μιας οικογένειας από την απέναντι πλευρά του Λο Τζιάνγκ, οικογένειας εμπόρων σιτηρών και υφασμάτων, ανθρώπων με αποθήκες γεμάτες και λογαριασμούς καθαρούς, του Ζου Γουέν-Τάο και της Ζου Μινγκ-Τσου.

    Η οικογένεια Ζου είχε καλή φήμη στην περιοχή, από εκείνες που δεν χρειάζονται συστάσεις για να αναγνωριστούν. Ήταν άνθρωποι που είχαν χτίσει την περιουσία τους με σταθερότητα και μέτρο, όχι με ρίσκο ή υπερβολές. Τα αποθέματά τους σε σιτηρά και υφάσματα ήταν επαρκή, οι συναλλαγές τους καθαρές, και το όνομά τους σπάνια ακουγόταν σε διαφωνίες ή χρέη.

   Στις αγορές και στα χωριά γύρω από τον Λο Τζιάνγκ, οι Ζου θεωρούνταν αξιόπιστοι. Όταν έδιναν τον λόγο τους, τον κρατούσαν. Όταν έκαναν συμφωνία, δεν υπήρχε ανάγκη για δεύτερη σκέψη. Αυτή η σταθερότητα ήταν που τους είχε χαρίσει σεβασμό ανάμεσα σε εμπόρους, χωρικούς και οικογενειάρχες.

   Είχαν μια κόρη. Την έλεγαν Τσεν-Γι. Ήταν δεκαεννέα ετών. Δεν ήταν από εκείνες που τραβούν τα βλέμματα με χαχανητά και ζωηρές κινήσεις. Ήταν ήσυχη, συγκρατημένη. Το πρόσωπό της είχε μια φυσική καθαρότητα· το δέρμα της λείο, σχεδόν διάφανο στο φως, τα χαρακτηριστικά της αρμονικά χωρίς να επιζητούν την προσοχή. Τα μάτια της έμεναν χαμηλωμένα περισσότερο απ’ όσο απαιτούσε η ευγένεια, όχι από ντροπή, αλλά από έναν χαρακτήρα που είχε μάθει να παρατηρεί, όχι να επιδεικνύεται.

   Η Τσεν-Γι μεγάλωσε μέσα σε αυτή την τάξη πραγμάτων. Δεν ήταν από εκείνες τις κοπέλλες που αναζητούν την προσοχή, που κάνουν θόρυβο για να τις προσέξουν. Η ανατροφή της είχε διαμορφωθεί με την ίδια αρχή που χαρακτήριζε και την οικογένειά της, να στέκεται με αξιοπρέπεια, να παρατηρεί, και να κρατά τις κινήσεις της μετρημένες.

       Είχαν μάθει για τον Μινγκ-Τάο ότι δούλευε χωρίς να παραπονιέται, ότι δεν σύχναζε σε κακόφημα μέρη, ότι δεν είχε μπλέξει το όνομά του σε κουβέντες. Και κυρίως: ότι ήταν μόνος. Αυτό είχε ειπωθεί με ιδιαίτερη έμφαση.

   Η Σιού-Λαν ένιωσε τότε μια σκέψη να σκληραίνει μέσα της. Ίσως αυτή να ήταν η ευκαιρία. Η Σιού-Λαν κάλεσε τον Μινγκ-Τάο να τα ακούσει από την αρχή. Ο Μινγκ-Τάο δεν απάντησε αμέσως. Δεν ρώτησε πολλά. Μόνο άκουσε.  Όταν ο μεσολαβητής έφυγε, το σπίτι έμεινε για λίγο πιο σιωπηλό απ’ ό,τι συνήθως. Έμεινε με τη μητέρα του, τη Σιού-Λαν, και εκείνη, κοιτάζοντάς τον, ένιωσε την ανάγκη να μιλήσει πιο καθαρά, πιο αυστηρά απ’ ό,τι είχε συνηθίσει.

   «Παιδί μου,» είπε, «πρέπει να σκεφθείς το μέλλον σου.» Η φωνή της δεν είχε θυμό, αλλά είχε βάρος. «Όσο είσαι έτσι… δεν υπάρχει μέλλον.» Σιώπησε για μια στιγμή, σαν να ζύγιζε τις λέξεις πριν τις αφήσει να πέσουν. «Είναι άνθρωποι σοβαροί και ευκατάστατοι. Και η κόρη τους… είναι όμορφη. Νέα. Με σεβασμό. Δεν θα σου ζητήσει περισσότερα απ’ όσα μπορείς να δώσεις. Δεν θα σε τραβήξει σε κάτι που δεν σου ανήκει.»

   Ο Μινγκ-Τάο δεν απάντησε. Μόνο ένευσε ελάχιστα, χωρίς να προδώσει τί ένιωθε. Η Σιού-Λαν την γνώριζε αυτή τη σιωπή, δεν ήταν άρνηση, αλλά ούτε και αποδοχή. Ήταν ο τρόπος του να κρατά μέσα του ό,τι δεν ήταν ακόμη έτοιμος να ονομάσει.

   Τις επόμενες ημέρες, ο μεσολαβητής επέστρεψε. Αυτή τη φορά δεν έφερε μόνο λόγια ευγένειας και υπαινιγμούς· ήρθε με συγκεκριμένους όρους. Η οικογένεια Ζου δεν ζητούσε προίκα υπερβολική, ούτε απαιτούσε επιδείξεις πλούτου. Ο όρος τους ήταν άλλος. Σαφής, πρακτικός, και αδιαπραγμάτευτος.

   Ο γαμπρός, ο Μινγκ-Τάο, μετά τον γάμο, θα έπρεπε να εγκατασταθεί στο σπίτι της οικογένειας της νύφης. Δεν ειπώθηκε με τρόπο επιτακτικό, αλλά με εκείνη τη σταθερότητα που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Οι Ζου είχαν πολλές αποθήκες, σκορπισμένες στις άκρες του Λο Τζιάνγκ και πέρα από αυτόν. Οι δουλειές τους τούς ανάγκαζαν συχνά να ταξιδεύουν, να λείπουν για ημέρες, ακόμη και εβδομάδες. Κάποιος έπρεπε να μένει πίσω. Κάποιος έμπιστος. Κάποιος που να μπορεί να επιβλέπει, να φυλά, να ελέγχει. Δεν ζητούσαν απλώς έναν γαμπρό· ζητούσαν έναν άνθρωπο που να μπορεί να γίνει μέρος της δομής τους.

   «Τις ημέρες,» πρόσθεσε ο μεσολαβητής, «ο νεαρός θα είναι ελεύθερος να έρχεται σε εσάς. Να βοηθά, να κρατά τη σχέση με την οικογένειά του. Δεν υπάρχει πρόθεση να τον αποκόψουν. Όμως τα βράδια… και όταν οι Ζου θα λείπουν, η παρουσία του στις αποθήκες θα είναι απαραίτητη.»

   Η Σιού-Λαν άκουσε χωρίς να διακόψει. Μέσα της, οι σκέψεις κινήθηκαν γρήγορα. Ο όρος δεν ήταν ελαφρύς. Σήμαινε πως ο Μινγκ-Τάο δεν θα ήταν πια καθημερινά στο σπίτι τους. Σήμαινε πως η ισορροπία της οικογένειας θα άλλαζε.

   Ο Μινγκ-Τάο, όταν το άκουσε, έμεινε και πάλι σιωπηλός. Αυτή τη φορά, όμως, η σιωπή του είχε άλλο βάρος. Για πρώτη φορά, του ζητούσαν να σταθεί κάπου σταθερά. Όχι προσωρινά, όχι σαν βοηθός ή περαστικός. Να αναλάβει ευθύνη που δεν θα μπορούσε να αφήσει πίσω του όποτε το ήθελε. Η πρόταση δεν ήταν απλώς ένας γάμος. Ήταν μια μορφή ρίζας, από εκείνες που, μόλις τις δεχτείς, δεν μπορείς εύκολα να τις ξεριζώσεις.

   Η Σιού-Λαν τον κοίταξε προσεκτικά. «Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό που σου ζητούν,» είπε ήρεμα. «Αλλά δεν είναι και μικρό αυτό που σου δίνουν.»

    Ο Μινγκ-Τάο σήκωσε για λίγο το βλέμμα του, σαν να ήθελε να σταθεί απέναντι σε κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή απέφευγε. «Και εσείς τι θα κάνετε;» ρώτησε χαμηλά. «Ο Γκουάν-Σεν δεν βοηθά. Ο Γιούν-Τσεν δουλεύει στον μύλο. Πώς θα βγει η δουλειά στα χωράφια;»

   Η ερώτηση δεν είχε τόνο αμφισβήτησης· είχε ευθύνη. Ήταν η πρώτη φορά που έθετε τον εαυτό του έξω από το σπίτι και ταυτόχρονα μέσα σε αυτό, σαν να δοκίμαζε τα όρια της θέσης του.

   Η Σιού-Λαν δεν βιάστηκε να απαντήσει. Τον κοίταξε με μια ήρεμη σταθερότητα, εκείνη που είχαν οι άνθρωποι που είχαν ήδη περάσει μέσα από δυσκολίες και είχαν μάθει να μην τις φοβούνται.

   «Όπως έβγαινε και τότε, πριν εσείς μεγαλώσετε,» είπε τελικά. «Θα πάρουμε εργάτες.»

   Σταμάτησε για λίγο, αφήνοντας τη φράση να σταθεί. «Δεν είναι η πρώτη φορά που το σπίτι αυτό στηρίζεται σε ξένα χέρια. Το έχουμε ξαναζήσει. Και θα το ξανακάνουμε.»

   Ο Μινγκ-Τάο έμεινε σιωπηλός, αλλά το βλέμμα του δεν χαμήλωσε αυτή τη φορά. Η Σιού-Λαν συνέχισε, πιο ήπια τώρα, αλλά με μεγαλύτερη καθαρότητα. «Εκείνο που προέχει είναι να καλοπαντρευτείς.»

   Η φράση αυτή δεν ειπώθηκε σαν ευχή, αλλά σαν απόφαση που είχε ήδη παρθεί μέσα της. «Η δουλειά στα χωράφια θα βγει. Πάντα βγαίνει. Με κόπο, με ανθρώπους, με χρόνο. Αλλά το μέλλον…» δίστασε για μια στιγμή, «το μέλλον… δεν περιμένει.»

   Πλησίασε λίγο περισσότερο, χαμηλώνοντας τη φωνή της. «Αν μείνεις εδώ, θα συνεχίσεις όπως τώρα. Λίγα από δω, λίγα από εκεί. Χωρίς δικό σου σπιτικό, χωρίς δική σου θέση. Θα γερνάς και θα λες “αύριο”.»

   Τα λόγια της δεν είχαν σκληρότητα, αλλά δεν άφηναν και περιθώριο παρηγοριάς. «Εκεί, τουλάχιστον, θα έχεις έναν ρόλο. Δεν θα είσαι ο δεύτερος, ούτε ο βοηθός. Θα σε υπολογίζουν.»

   Ο Μινγκ-Τάο κατέβασε αργά το βλέμμα του. Τα λόγια της είχαν βρει τον στόχο τους, όχι γιατί τον πίεζαν, αλλά γιατί έλεγαν κάτι που ήδη υποψιαζόταν. «Και εσύ;» ρώτησε μετά από λίγο, πιο ήσυχα. «Δεν θα σου είναι δύσκολο;»

   Για πρώτη φορά, η Σιού-Λαν δεν απάντησε αμέσως. Έστρεψε το βλέμμα της προς την αυλή, εκεί όπου το χώμα έφερε ακόμη τα σημάδια από τα περάσματα των παιδιών της, από χρόνια που είχαν ήδη φύγει. «Δύσκολο είναι ήδη,» είπε τελικά. «Αλλά αυτό δεν αλλάζει με το να μείνεις.»

   Γύρισε πάλι προς το μέρος του. «Η μάνα δεν κρατά τα παιδιά κοντά της για να μην πονά. Τα αφήνει να φύγουν για να μην χαθούν.»

   Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν βαριά. Ήταν από εκείνες τις σιωπές που δεν ζητούν απάντηση αμέσως, αλλά ξέρουν πως η απάντηση έχει ήδη αρχίσει να σχηματίζεται.

 

 

 

μια μάνα εκλιπαρεί

   Η ομίχλη εκείνο το πρωί δεν ήταν σαν τις άλλες. Δεν ερχόταν μόνο από τα νερά και τη γη· έμοιαζε να ξεπηδά από μέσα της. Η Σιού-Λαν καθόταν στην άκρη της αυλής, με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατά της, κοιτάζοντας τα χωράφια που απλώνονταν μπροστά της. Ο αέρας κουβαλούσε τη μυρωδιά της υγρής γης και της άνοιξης που πλησίαζε, μα εκείνη δεν ένιωθε καμία ανακούφιση.

    Ο Μινγκ-Τάο θα παντρευόταν. Η σκέψη αυτή, που κάποτε θα της έφερνε χαρά, τώρα της έσφιγγε το στήθος. Ένας γιος φεύγει για να φτιάξει το δικό του σπίτι, έτσι έπρεπε να γίνει. Έτσι γινόταν πάντα. Μα τα χωράφια; Ποιος θα τα φρόντιζε; Ποιος θα στεκόταν πάνω από τους εργάτες, ποιος θα έπαιρνε τις αποφάσεις;

    Ο πρωτότοκος είχε ήδη το δικό του βάρος. Και ο τρίτος… Ο Γιούν-Τσεν. Το βλέμμα της σκοτείνιασε. Δούλευε στον νερόμυλο του Τσιουτζιά. Η Σιού-Λαν έσφιξε τα δάχτυλά της. «Θα μπορούσα να στείλω μήνυμα…» μουρμούρισε. «Να ζητήσω μέσω κάποιου άλλου…» Μα ήξερε ήδη την απάντηση. Όχι. Τέτοια χάρη δεν ζητιόταν με λόγια τρίτων. Ούτε με χαρτιά. Ούτε με υπαινιγμούς που χάνονταν στον δρόμο. Αν ήθελε να έχει ελπίδα, έπρεπε να σταθεί η ίδια μπροστά στην αρχόντισσα.

   Και μόνο η σκέψη την έκανε να νιώθει ένα παλιό, γνώριμο βάρος. Το Τσιουτζιά. Τα δέντρα. Το νερό. Η σιωπή. Η πηγή. Έκλεισε τα μάτια της απότομα, σαν να ήθελε να διώξει την εικόνα. Μα αυτή ήρθε πιο καθαρή. Το νερό που κυλούσε ήρεμο… υπερβολικά ήρεμο. Το δέρμα της τότε που το είχε αγγίξει. Η αίσθηση πως κάτι την παρατηρούσε, κάτι που δεν έβλεπε αλλά ήξερε. Από τότε δεν ξαναγύρισε. Δεν ήθελε να ξαναπεράσει από εκείνα τα μονοπάτια. Πίστευε πως η περιοχή ήταν σημαδεμένη. Πως κατοικούνταν από γκουέι, ανήσυχες ψυχές που δεν έβρισκαν ανάπαυση, και από πνεύματα των νερών που κρατούσαν μνήμη και εκδίκηση. Εκεί, έλεγαν, τα πράγματα δεν ξεχνιούνται. Μόνο περιμένουν.

   «Δεν πρέπει να πάω…» ψιθύρισε. Μα η εικόνα των χωραφιών ήρθε ξανά μπροστά της. Ξερά. Αφρόντιστα. Το όνομα της οικογένειας να χάνεται.

Και τότε σκέφτηκε τον Μινγκ-Τάο. Τη νέα του ζωή. Τη ντροπή αν η οικογένεια δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της. Άνοιξε τα μάτια της. «Δεν έχω επιλογή.» Η φωνή της ήταν χαμηλή, μα σταθερή. Ό,τι κι αν υπήρχε στο Τσιουτζιά — πνεύματα, σκιές ή αναμνήσεις — δεν μπορούσε να είναι πιο βαρύ από το χρέος της. Σηκώθηκε αργά. Θα πήγαινε η ίδια. Θα περνούσε ξανά από εκείνα τα μέρη, ακόμη κι αν κάθε βήμα ξυπνούσε κάτι που είχε προσπαθήσει να θάψει. Θα στεκόταν μπροστά στη Λιάν-Χουά και θα ζητούσε τη χάρη, όπως έπρεπε: με το κεφάλι σκυμμένο, αλλά με τη θέληση όρθια.

   Κοίταξε προς τον δρόμο που οδηγούσε στο Τσιουτζιά. Για μια στιγμή, της φάνηκε πως η ομίχλη κινήθηκε αντίθετα από τον άνεμο. Σαν να της άνοιγε δρόμο. Ή σαν να την καλούσε πίσω. Η Σιού-Λαν έσφιγγε το μαντήλι της καθώς ξεκίνησε να ετοιμάζεται.

   Η ομίχλη είχε καλύψει τα χωράφια, σαν να μην ήθελε να αφήσει τη γη να φανερωθεί. Η Σιού-Λαν πάνω στο γάϊδαρό της προχωρούσε αργά, με το βλέμμα χαμηλωμένο, κρατώντας σφιχτά το μαντήλι της. Δίπλα της ο Χουάνγκ Τζιν, ο έμπιστος επιστάτης, βάδιζε σιωπηλός, ρίχνοντας πότε-πότε μια ματιά προς το μέρος της, μα χωρίς να τολμά να μιλήσει.

   Το Τσιουτζιά ξεπρόβαλε τελικά μέσα από την υγρασία, επιβλητικό και ξένο. Η Σιού-Λαν ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται. Πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε που είχε έρθει σε εκείνα τα μέρη… Κι όμως, τίποτα δεν της φαινόταν πραγματικά παλιό. Αντίθετα, όλα έμοιαζαν σαν να την περίμεναν. Η σκέψη της γύρισε, άθελά της, στην πηγή. Στο νερό που κάποτε την είχε αγκαλιάσει. Στο μυστικό που είχε θάψει βαθιά μέσα της. Από τότε πίστευε πως εκείνος ο τόπος δεν ήταν καθαρός. Πως τα δέντρα ψιθύριζαν με φωνές που δεν ανήκαν σε ανθρώπους. Πως αόρατα πνεύματα, γκουέι και ανήσυχες ψυχές,  περιπλανιόνταν ανάμεσα στις ρίζες και στα νερά, κρατώντας λογαριασμό για όσα δεν έπρεπε να είχαν συμβεί.

   Έσφιξε τα δόντια της. Δεν είχε έρθει για το παρελθόν. Είχε έρθει για τον γιο της. Στάθηκαν μπροστά στην εξώθυρα του αρχοντικού. Δύο φύλακες τους κοίταξαν με δυσπιστία.

«Τι ζητάτε;» ρώτησε ο ένας κοφτά.

Η Σιού-Λαν χαμήλωσε το κεφάλι με σεβασμό.
«Ήρθα να δω την αρχόντισσα Λιάν-Χουά. Έχω ένα αίτημα… σημαντικό.»

   Οι φύλακες αντάλλαξαν βλέμματα. Τα ρούχα της πρόδιδαν την ταπεινή της θέση. Δεν ήταν γυναίκα που θα περνούσε εύκολα το κατώφλι.

«Η αρχόντισσα δεν δέχεται τον καθένα.»

   Ο Χουάνγκ Τζιν έκανε ένα βήμα μπροστά. «Η γυναίκα αυτή δεν ήρθε για μικρό πράγμα. Δείξτε έλεος.»

   Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά. Τελικά, ο ένας φύλακας έγνεψε. «Περιμένετε.»

   Η πόρτα έκλεισε μπροστά τους, αφήνοντάς τους έξω, κάτω από τον γκρίζο ουρανό. Η αναμονή φάνηκε ατέλειωτη. Όταν επιτέλους η πόρτα άνοιξε ξανά, ένας υπηρέτης τους έκανε νόημα να περάσουν. Η Σιού-Λαν ένιωσε τα πόδια της βαριά καθώς διέσχιζε την αυλή. Όλα ήταν καθαρά, τακτοποιημένα, σχεδόν άψογα. Ένας κόσμος τελείως διαφορετικός από τον δικό της.

   Την οδήγησαν σε μια εσωτερική αίθουσα. Εκεί στεκόταν η Λιάν-Χουά. Ήταν νέα, με πρόσωπο γαλήνιο και μάτια που παρατηρούσαν χωρίς να αποκαλύπτουν πολλά. Στην αγκαλιά της κρατούσε ένα νεογέννητο παιδί, τυλιγμένο σε απαλό ύφασμα. Το βρέφος κοιμόταν ήσυχα, σαν να μην άγγιζε τίποτα τον κόσμο του.

   Η Σιού-Λαν γονάτισε αμέσως. «Αρχόντισσα… εύχομαι το παιδί σας να έχει μακροζωία, υγεία και καλή τύχη. Να φέρει τιμή στον οίκο σας.»

   Η Λιάν-Χουά την κοίταξε για λίγο σιωπηλά. «Σήκω,» είπε τελικά, με φωνή ήρεμη.

   Η Σιού-Λαν υπάκουσε, αλλά κράτησε το βλέμμα χαμηλωμένο. Για μια στιγμή, οι δύο γυναίκες στάθηκαν απέναντι, με μια παράξενη αίσθηση αναγνώρισης να αιωρείται ανάμεσά τους. Δεν είχαν συναντηθεί ποτέ. Κι όμως, η καθεμία είχε ακούσει ψιθύρους για την άλλη.

   Η Σιού-Λαν πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ήρθα… να ζητήσω μια μεγάλη χάρη.»

   Η Λιάν-Χουά δεν μίλησε. Μόνο χάιδεψε απαλά το κεφάλι του παιδιού.

   «Δεν θα τολμούσα να έρθω, αν δεν με πίεζαν οι περιστάσεις,» συνέχισε η Σιού-Λαν. «Ο γιος μου, ο Μινγκ-Τάο… πρόκειται να παντρευτεί. Τα χωράφια μας στο Λο Τζιάνγκ θα μείνουν χωρίς επίβλεψη.» Σήκωσε για λίγο το βλέμμα της, με δισταγμό. «Ζητώ μόνο λίγες ημέρες… να επιτρέψετε στον εργάτη σας, τον Γιούν-Τσεν, να έρχεται να βοηθά την οικογένειά του.» Η φωνή της μαλάκωσε. «Θα σας το χρωστάμε. Και…» δίστασε, πριν συνεχίσει πιο προσεκτικά, «όταν οι οικογένειες των εργατών νιώθουν καλοσύνη από τα αφεντικά… τότε κι εκείνοι δουλεύουν με περισσότερη πίστη και προθυμία.»

   Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαθιά. Το παιδί κουνήθηκε ελαφρά στην αγκαλιά της Λιάν-Χουά. Εκείνη το κοίταξε, και για μια στιγμή το βλέμμα της μαλάκωσε με τρόπο που δεν φαινόταν πριν. Έπειτα σήκωσε τα μάτια της προς τη Σιού-Λαν.

   «Μιλάς με σύνεση για γυναίκα της θέσης σου,» είπε αργά. «Και γνωρίζεις πώς λειτουργεί ο κόσμος.»

   Μετά από μια μικρή διακοπή συμπλήρωσε: «Ο Γιούν-Τσεν είναι χρήσιμος στο σπίτι μου. Ο νερόμυλος δεν σταματά επειδή κάποιος παντρεύεται.»

  Η Σιού-Λαν ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Η Λιάν-Χουά συνέχισε, με τόνο που δεν πρόδιδε εύκολα τα συναισθήματά της:

   «Κι όμως… ένας εργάτης που ανησυχεί για το σπίτι του δεν είναι καλός εργάτης.»

   Έγειρε ελαφρά το κεφάλι της, σαν να ζύγιζε κάτι αόρατο. «Θα του επιτρέψω να πηγαίνει στο Λο Τζιάνγκ… για λίγες ημέρες.»

    Η Σιού-Λαν ένιωσε την ανάσα της να επιστρέφει. «Όμως,» πρόσθεσε η αρχόντισσα, «θα επιστρέφει πάντα. Και δεν θα ξεχάσετε αυτή τη χάρη.»

   Η Σιού-Λαν έσκυψε βαθιά. «Δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ.»

   Η Λιάν-Χουά κοίταξε ξανά το παιδί στην αγκαλιά της. «Ούτε κι εγώ ξεχνώ εύκολα,» είπε χαμηλόφωνα.

   Η φράση της έμεινε να αιωρείται, βαριά και διφορούμενη. Και κάπου έξω, πέρα από τους τοίχους του αρχοντικού, ο αέρας πέρασε μέσα από τα δέντρα, σαν ψίθυρος που δεν είχε ακόμα τελειώσει να λέει την ιστορία του.

 

 

 

 

η κλήση της Λιάν-Χουά

   Το σούρουπο είχε ήδη πέσει όταν το μήνυμα έφτασε στον νερόμυλο. Δεν ήταν παρά λίγες λέξεις, κοφτές και σαφείς: ένα σακί αλεσμένο αλεύρι να σταλεί το ίδιο βράδυ στη νέα αποθήκη.

Κανείς δεν ρώτησε γιατί. Τέτοιες εντολές είχαν γίνει συνηθισμένες. Η αποθήκη γέμιζε ολοένα και περισσότερο, και όμως πάντα υπήρχε χώρος για άλλο ένα σακί. Οι άνθρωποι του σπιτιού είχαν μάθει να μην απορούν. Οι έμποροι έχουν τους λόγους τους, κι αυτοί δεν αφορούν τους εργάτες.

   Ο Γιούν-Τσεν σήκωσε το σακί στους ώμους του και το φόρτωσε στο άλογο χωρίς να πει λέξη. Ήξερε πως το μήνυμα δεν ήταν απλώς για το αλεύρι. Ο δρόμος μέχρι την νέα μεγάλη αποθήκη ήταν ήσυχος. Η νύχτα είχε απλωθεί βαριά, κι ο αέρας κουβαλούσε τη γνώριμη υγρασία του νερού και της γης. Όταν έφτασε, κατέβηκε και οδήγησε το άλογο από την πλαϊνή είσοδο, όπως του είχε ζητηθεί.

   Η πόρτα άνοιξε με έναν χαμηλό τριγμό. Μέσα, το φως ήταν λιγοστό. Και εκείνη ήταν ήδη εκεί. Η Λιάν-Χουά στεκόταν ακίνητη, κρατώντας το παιδί στην αγκαλιά της. Το βρέφος κοιμόταν, το μικρό του πρόσωπο ήσυχο, σχεδόν άυλο μέσα στο μισοσκόταδο.

   Ο Γιούν-Τσεν άφησε το σακί στην άκρη. Για μια στιγμή δεν μίλησε. Μόνο την κοίταξε.

   «Σε λίγες μέρες,» είπε εκείνη ήρεμα, «ο αδελφός σου, ο Μινγκ-Τάο, θα παντρευτεί.» Η φωνή της δεν είχε καμία αμφιβολία μέσα της. «Μετά τον γάμο… η οικογένειά σου θα σε χρειάζεται στα χωράφια.»

   Ο Γιούν-Τσεν έκανε ένα βήμα μπροστά, σχεδόν αυθόρμητα. «Μπορώ να πηγαίνω το πρωί,» είπε γρήγορα. «Και το βράδυ να επιστρέφω στον μύλο. Δεν είναι μακριά.»

   Η Λιάν-Χουά τον κοίταξε σταθερά. «Όχι.» Η λέξη έπεσε βαριά. «Δεν μπορείς,» συνέχισε, «και δεν πρέπει να είσαι σε δύο μέρη ταυτόχρονα.»

   Έκανε ένα μικρό βήμα προς το μέρος του. «Όσο λείπει ο Τσάο, θα βρίσκεσαι εδώ.» Μια παύση. «Όταν επιστρέφει, θα πηγαίνεις στο Λο Τζιάνγκ.»

   Τα μάτια της χαμήλωσαν για μια στιγμή προς το παιδί. Ύστερα σήκωσε ξανά το βλέμμα της πάνω του. «Μην ξεχνάς,» είπε πιο χαμηλά, «πως εδώ πλέον έχεις υποχρεώσεις.» Και τότε, σχεδόν ανεπαίσθητα, έγνεψε προς το βρέφος. «Εσύ τις δημιούργησες.»

   Ο Γιούν-Τσεν δεν απάντησε. Τα λόγια της δεν ήταν κατηγορία, ήταν κάτι πιο βαρύ. Ήταν αλήθεια. Η Λιάν-Χουά πλησίασε σε ένα χαμηλό σημείο, όπου βρισκόταν ένα μικρό, υφασμάτινο κρεβατάκι. Με προσοχή, σχεδόν τελετουργικά, ακούμπησε το παιδί μέσα. Το βρέφος αναστέναξε ελαφρά, μα δεν ξύπνησε. Εκείνη γονάτισε δίπλα του. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη, κοιτάζοντάς το. Ύστερα, χωρίς να πει λέξη, ξάπλωσε στο πλάι, κοντά στο μικρό σώμα. Σήκωσε το χέρι της και έκανε μια ήρεμη, σιωπηλή κίνηση. Τον καλούσε. Ο Γιούν-Τσεν δίστασε μόνο για μια αναπνοή. Ύστερα πλησίασε. Ξάπλωσε δίπλα της, από την άλλη πλευρά του παιδιού. Το φως ήταν χαμηλό, σχεδόν ανύπαρκτο. Κανείς δεν μίλησε. Δεν υπήρχε ανάγκη.

   Η Λιάν-Χουά άπλωσε το χέρι της και άγγιξε απαλά το παιδί. Ο Γιούν-Τσεν έμεινε ακίνητος για λίγο, κι ύστερα άφησε κι εκείνος το χέρι του να πλησιάσει. Τρεις ανάσες, στον ίδιο ρυθμό. Σαν να είχαν, έστω για εκείνη τη νύχτα, τον ίδιο κόσμο. Κι έτσι έμειναν. Σιωπηλοί. Σαν ζευγάρι. Δίπλα στο παιδί που τους ένωνε — και τους έδενε.

 

 

 

 

η περίπολος ζητά σιτάρι

    Ο χειμώνας είχε πέσει βαρύς πάνω από την επαρχία Σετσουάν. Τα βουνά γύρω από το χωριό Τσιουτζιά στέκονταν γυμνά και σιωπηλά, ενώ ο ποταμός που τροφοδοτούσε τον νερόμυλο κυλούσε πιο αργά απ’ ό,τι συνήθως, σαν να συμμεριζόταν κι αυτός τη φτώχεια της χρονιάς.

   Ο νερόμυλος του Χουάνγκ Λιν έτριζε καθώς η φτερωτή γύριζε με κόπο. Μέσα, η μυλόπετρα άλεθε ό,τι λίγο είχε απομείνει από τη σοδειά: ρύζι, κεχρί, σόργο, σιτάρι, κριθάρι, ακόμα και λίγους σπόρους από φαγόπυρο και φασόλια που κάποιοι χωρικοί είχαν φέρει από ανάγκη. Η παραγωγή ήταν φτωχή, πολύ φτωχή για την εποχή.

   Ο Χουάνγκ Λιν, τυλιγμένος με χοντρό βαμβακερό πανωφόρι, παρακολουθούσε τη διαδικασία με σκυμμένο κεφάλι. Δίπλα του, ο νεαρός βοηθός του έριχνε προσεκτικά τους σπόρους, μην πάει χαμένο ούτε ψίχουλο. Τότε ακούστηκαν οπλές. Ησυχία έπεσε σαν πέπλο.

   Μια περίπολος στρατολογητών των Τσινγκ πλησίαζε. Τα άλογά τους σταμάτησαν μπροστά στον μύλο, και οι άνδρες κατέβηκαν με βαριά βήματα. Τα βλέμματά τους ήταν κοφτερά, μαθημένα να διαβάζουν ανθρώπους και πράγματα.

   «Απογραφή,» είπε ο επικεφαλής αξιωματικός κοφτά. Χωρίς άλλη κουβέντα, μπήκαν μέσα και άρχισαν να ελέγχουν. Άνοιξαν σακιά, μέτρησαν ποσότητες, σημείωσαν πρόχειρα σε χαρτιά. Ένα-ένα τα σιτηρά περνούσαν από τα χέρια τους.

«Ρύζι… λίγο.»

«Κεχρί… λιγοστό.»

«Σόργο… σχεδόν τίποτα.»

«Σιτάρι και κριθάρι… κάτω από το αναμενόμενο.»

«Φαγόπυρο… ελάχιστο.»

   Ο αξιωματικός συνοφρυώθηκε. «Κακή χρονιά.» Ο Χουάνγκ Λιν έσκυψε το κεφάλι. «Ο χειμώνας ήρθε νωρίς. Και οι βροχές δεν ήταν αρκετές.»

   Ο αξιωματικός δεν απάντησε. Έκλεισε το σημειωματάριο και τον κοίταξε ευθεία.

«Ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του νερόμυλου;»

«Ο γαιοκτήμονας Τσεν Γιουνσάν.»

   Μια μικρή παύση. Ένας άλλος στρατιώτης, νεότερος, έδειξε προς τα έξω. «Και το άλογο; Το σκούρο καφέ. Δεν είναι ζώο χωρικού αυτό.»

   Ο Χουάνγκ Λιν σήκωσε για λίγο το βλέμμα. «Όχι. Είναι του αφέντη Τσεν. Ένα γρήγορο άλογο… από τα καλά. Το έχουν αφήσει εδώ για να μπορούμε να στέλνουμε μήνυμα στο αρχοντικό του γρήγορα.»

   Ο αξιωματικός πλησίασε την πόρτα και κοίταξε το ζώο. Το άλογο, με το βαθύ καφέ τρίχωμα και τη δυνατή σωματοδομή, στεκόταν ήρεμο, αλλά υπήρχε ένταση στους μυς του, ένα ζώο φτιαγμένο για ταχύτητα, από εκείνες τις περίφημες βόρειες ράτσες που χρησιμοποιούσαν οι στρατοί.

   «Και τα μουλάρια;» ρώτησε χωρίς να γυρίσει.

   «Κι αυτά του αφέντη είναι,» απάντησε ο Χουάνγκ Λιν. «Για μεταφορά και δουλειές του μύλου.»

   Ο αξιωματικός έγνεψε αργά. Έπειτα γύρισε προς τους άνδρες του. «Θα πάμε στο σπίτι του.»

   Ο Χουάνγκ Λιν δίστασε για μια στιγμή, αλλά μίλησε: «Ανηφορίζοντας για το χωριό Τσιουτζιά, θα το βρείτε εύκολα. Ξεχωρίζει. Έχει δύο μεγάλες αποθήκες, μία δεξιά και μία αριστερά.»

   Ο αξιωματικός τον κοίταξε για λίγο, σαν να ζύγιζε τα λόγια του. Έπειτα έκανε ένα νεύμα. Η περίπολος ανέβηκε ξανά στα άλογα. Οι οπλές αντήχησαν πάνω στο παγωμένο έδαφος καθώς απομακρύνονταν προς το χωριό. Ο ήχος χάθηκε μέσα στον χειμωνιάτικο αέρα.

   Ο Χουάνγκ Λιν έμεινε στην είσοδο του μύλου, κοιτάζοντας τον δρόμο. Ο βοηθός του στάθηκε δίπλα του, σιωπηλός.

   «Δύσκολοι καιροί,» ψιθύρισε ο νεαρός.

   Ο Χουάνγκ Λιν δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε τη φτερωτή που συνέχιζε να γυρίζει αργά. «Ναι,» είπε τελικά. «Και μάλλον θα γίνουν δυσκολότεροι.»

   Και μέσα στον μύλο, η πέτρα συνέχισε να αλέθει το λιγοστό σιτάρι, σαν να μετρούσε τον χρόνο μέχρι την επόμενη δοκιμασία.

   Η περίπολος ήταν επτά άνδρες. Αρκετοί για να επιβληθούν, όχι τόσοι πολλοί ώστε να φαίνονται στρατός εκστρατείας. Μπροστά βάδιζε ο αξιωματικός, ένας υπαξιωματικός βαθμού περίπου αντίστοιχου με λοχία, άνθρωπος που είχε μάθει να δίνει διαταγές αλλά και να διαπραγματεύεται εκεί όπου χρειαζόταν. Πίσω του, έξι στρατιώτες με βαριά βήματα και βλέμματα που δεν άφηναν περιθώρια αμφισβήτησης.

   Το αρχοντικό του Τσεν Γιουνσάν ξεχώριζε από μακριά, όπως είχε πει ο Χουάνγκ Λιν. Δύο αποθήκες, μία δεξιά και μία αριστερά, πλαισίωναν το κυρίως κτίριο σαν φρουροί σιωπηλοί. Ο χειμωνιάτικος αέρας σφύριζε ανάμεσα στις ξύλινες δοκούς, και η αυλή ήταν πατημένη από πολλά βήματα, σημάδι δραστηριότητας, ακόμη και σε δύσκολους καιρούς.

   «Ανοίξτε!» φώναξε ο αξιωματικός.

   Οι εργάτες έσπευσαν. Τα κεφάλια χαμηλά, τα χέρια γρήγορα. Κανείς δεν μιλούσε αν δεν του απευθύνονταν. Οι στρατιώτες διασκορπίστηκαν. Δύο έμειναν στην είσοδο, οι υπόλοιποι άρχισαν να ελέγχουν τις αποθήκες. Ξύλινα θυρόφυλλα άνοιξαν με τριξίματα, και η μυρωδιά του σιταριού και του αλευριού ξεχύθηκε στον παγωμένο αέρα.

   Στη νέα, μεγάλη αποθήκη, σταμάτησαν. Σακιά. Σειρές από σακιά. Ο αξιωματικός πλησίασε, άγγιξε ένα, το πίεσε ελαφρά. Αλεύρι. Καλοαλεσμένο, καθαρό.

   «Μετρήστε,» είπε.

   Οι στρατιώτες άρχισαν να αριθμούν χαμηλόφωνα. Πάνω από εκατό. Ίσως και περισσότερα. Ο αξιωματικός δεν χαμογέλασε, αλλά κάτι στο βλέμμα του μαλάκωσε. Σε έναν χειμώνα φτώχειας, αυτό δεν ήταν απλώς απόθεμα. Ήταν δύναμη.

   Τότε εμφανίστηκε ένας υπηρέτης και κάλεσε τον αξιωματικό στο αρχοντικό του Τσεν Γιουνσάν.  «Η σεβαστή Λιάν-Χουά σας καλεί. Θα θέλατε να περάσετε μέσα…»

   Η Λιάν-Χουά στάθηκε στην είσοδο του αρχοντικού, κρατώντας ένα βρέφος στην αγκαλιά της. Το πρόσωπό της ήταν ήρεμο, σχεδόν γαλήνιο, σαν να μην την άγγιζε η ένταση της στιγμής. Μια μικρή παύση. Ο αξιωματικός την κοίταξε, το παιδί, τα ρούχα της, τη στάση της. Έγνεψε.

   Μέσα στο αρχοντικό, η ζεστασιά και η τάξη δημιουργούσαν έναν άλλο κόσμο. Ξύλινα έπιπλα καλοδουλεμένα, μεταξωτά υφάσματα, διακριτική πολυτέλεια. Όχι υπερβολική, αλλά αρκετή για να εντυπωσιάσει. Ο αξιωματικός το πρόσεξε. Όλα. Κι όμως, το βλέμμα του μαλάκωσε περισσότερο όταν το παιδί κουνήθηκε ελαφρά στην αγκαλιά της.

   Έξω, κάτω από το υπόστεγο της μεγάλης αποθήκης, οι στρατιώτες είχαν ήδη καθίσει. Υπηρέτες τους πρόσφεραν ζεστό τσάι και πρόχειρο φαγητό. Κανείς δεν αρνήθηκε.

   «Έχετε φροντίσει καλά,» είπε ο αξιωματικός τελικά. «Ιδίως για τέτοιους καιρούς.»

Υπήρχε μια χροιά ειρωνείας στη φωνή του.

   «Παρατηρούμε τον καιρό,» απάντησε η Λιάν-Χουά ήρεμα, «και παίρνουμε τις σωστές αποφάσεις.»

   Ο αξιωματικός την κοίταξε λίγο πιο προσεκτικά τώρα. «Το στράτευμα χρειάζεται αλεύρι.» Η φράση έπεσε βαριά, αλλά όχι απειλητικά. Ήταν δήλωση, όχι αίτημα.

   Η Λιάν-Χουά έγνεψε ελαφρά. «Μπορούμε να προσφέρουμε μια μικρή δωρεά. Αρκετά σακιά αλεύρι… και λίγα σακιά ρύζι.»

   Σιωπή. Ο αξιωματικός έδειξε ικανοποιημένος. «Θα αποζημιωθείτε αργότερα.»

   Εκείνη χαμογέλασε αμυδρά. «Είναι μια μικρή δωρεά από μέρους μας. Για την επόμενη αποστολή… θα δούμε.»

   Για μια στιγμή, ο αξιωματικός έμοιαζε σχεδόν ευγενικός. «Ο άνδρας σας… Τσάο Γουεντάο, σωστά;»

«Ναι.»

   «Δεν τον βλέπω εδώ.»

   «Τις περισσότερες μέρες βρίσκεται στην επιχείρησή του, στην Γιόνγκ-αν. Οι εμπορευόμενοι έχουν κάποια ευχέρεια…» είπε, χαμηλώνοντας ελαφρά το βλέμμα η Λιάν-Χουά, «…αλλά πληρώνουν το τίμημα. Δεν έχουν οικογένεια όπως θα έπρεπε.»

   Ο αξιωματικός έγειρε ελαφρά μπροστά. Η φωνή του χαμήλωσε.

   «Ο άνδρας σας… θεωρείται… κάπως ύποπτος.»

   Η Λιάν-Χουά δεν αντέδρασε αμέσως. Μόνο το παιδί στην αγκαλιά της κινήθηκε ξανά.

   «Στη Γιόνγκ-αν,» συνέχισε εκείνος, «φέρεται παράξενα. Πηγαίνει σε συναντήσεις… του “Λευκού Λωτού”.» Η λέξη έμεινε στον αέρα.

   «Τι είναι αυτό;» ρώτησε εκείνη.

   Ο αξιωματικός την παρατήρησε προσεκτικά πριν απαντήσει. «Μια αίρεση. Μιλούν για σωτηρία, για αλλαγή… και συχνά φέρνουν αναταραχή. Οι αρχές δεν τους εμπιστεύονται.» Μια μικρή παύση από την πλευρά του. «Προσεγγίζουν εύπορους ανθρώπους και τους πείθουν να δωρήσουν την περιουσία τους στην ομάδα. Δεν γνωρίζουμε ακόμη πόσο πολύ έχουν πλησιάσει τον άντρα σας. Ακόμη δεν του έχουν ζητήσει χρήματα. Μόνο μικρές χάρες. Ήδη δύο από τα μέλη της ομάδας αυτής εργάζονται στην αποθήκη του.» Άλλη μία μικρή διακοπή στη ροή του λόγου του αξιωματικού. Την κοίταξε κατάματα σαν να ήθελε να αναγνωρίσει τις αντιδράσεις της: «Ελπίζω να μην έχετε επηρεαστεί.»

   Η Λιάν-Χουά κούνησε ελαφρά το κεφάλι. «Μην φοβάστε. Εδώ είναι το Τσιουτζιά. Δεν χωρούν τέτοιες υποθέσεις.»

   Η φωνή της ήταν σταθερή. Αλλά όχι ψυχρή. «Αν μάθετε κάτι περισσότερο,» συνέχισε, «να με ειδοποιήσετε. Έχουμε ένα παιδί… και θα ήταν άδικο να χαθεί η περιουσία του άνδρα μου. Να εξαφανιστεί… και το παιδί να στερηθεί όσα του ανήκουν.»

   Ο αξιωματικός άλλαξε θέμα με τρόπο σχεδόν ανεπαίσθητο, σαν να ήθελε να δει πόσο εύκολα θα τον ακολουθούσε.

   «Στο νερόμυλο πόσα άτομα απασχολούνται;»

   Η Λιάν-Χουά δεν δίστασε.«Δύο. Ο μυλωνάς και ο βοηθός του.»

   Εκείνος έγνεψε αργά, μα το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο πάνω της, γεμάτο μια αδιάκριτη περιέργεια.
   «Και αυτός ο νέος… ο βοηθός. Πώς και ξέφυγε τη στρατολόγησή του από εμάς;»

   Η Λιάν-Χουά κράτησε την ψυχραιμία της.
«Έχει πρόβλημα με το πόδι του. Δεν βαδίζει καλά, δεν μπορεί να περπατήσει για μεγάλες αποστάσεις.»

   Ο αξιωματικός ανασήκωσε ελαφρά το φρύδι. «Είναι όμως χειροδύναμος.»

   «Για αυτά θα πρέπει να ρωτήσετε τον μυλωνά,» απάντησε εκείνη ήρεμα. «Πάντως δεν μας έχει δημιουργήσει προβλήματα.»

  Ο αξιωματικός συνέχισε με πιο επικεντρωμένες ερωτήσεις, ερωτήσεις ίσως που υπονοούσαν κάποια βαθύτερη γνώση των πραγμάτων γύρω από το Τσιουτζιά. «Απ’ όσο γνωρίζω, είναι εκείνος που σας φέρνει τα σακιά με το αλεσμένο αλεύρι.»

    «Ναι…» απάντησε η Λιάν-Χουά.

   Αφού για λίγο σταμάτησε, ο αξιωματικός συνέχισε σκεφτικός «Έχετε αφήσει στον μύλο κι ένα γερό άλογο, και δυο μουλάρια.»

   Η Λιάν-Χουά ένευσε.

  «Μπορεί όμως και ιππεύει άλογο, έτσι δεν είναι;»

   «Λογικά ναι,» απάντησε εκείνη. «Δεν είμαι παρούσα όταν μεταφέρουν το αλεύρι στις αποθήκες.»

   Ο αξιωματικός έκανε μερικά βήματα στον χώρο, σαν να μετρούσε κάτι αόρατο. «Και γιατί μόνο στη μεγάλη αποθήκη αποθηκεύετε το αλεύρι;»

   «Η μεγάλη αποθήκη είναι κυρίως για τρόφιμα. Η παλαιά αποθήκη χρησιμοποιείται για υφάσματα και άλλα εμπορεύματα.»

   Εκείνος χαμογέλασε αχνά. «Είδα πως η μεγάλη αποθήκη έχει πολλούς ξεχωριστούς χώρους… σαν μεγάλα δωμάτια.»

   Η Λιάν-Χουά τον κοίταξε σταθερά. «Όποτε τη χρειαστείτε, θα μπορούσε να σας φιλοξενήσει για λίγες μέρες. Με τέτοιον χειμώνα… εσάς και τους στρατιώτες σας.»

   Για μια στιγμή, κάτι σαν ικανοποίηση πέρασε από το πρόσωπό του. Μετά επανήλθε στο θέμα του. «Και αυτός ο νεαρός βοηθός… από πού είναι; Από εδώ;»

   «Όχι. Από το Λο Τζιάνγκ.»

   Ο αξιωματικός έγνεψε ξανά. «Θα τον χρειάζεστε…»

   Η Λιάν-Χουά του απάντησε: «Ένας εργάτης μόνος δεν επαρκεί για τη δουλειά στο μύλο.»

   «Πάντως τους προσέχετε, όσους δουλεύουν για εσάς,» συνέχισε εκείνος, με έναν τόνο που δεν ήταν ξεκάθαρο αν έκρυβε έπαινο ή έλεγχο.

    «Φροντίζουμε τους ανθρώπους μας,» είπε η Λιάν-Χουά ήσυχα. «Αν δεν προσέχει κανείς τους ανθρώπους που δουλεύουν γι’ αυτόν, τότε σταματούν να εργάζονται σωστά. Σταματούν να του είναι πιστοί. Και μερικές φορές… μπορεί να υπονομεύσουν τη δουλειά. Η σωστή παραγωγή διασφαλίζεται μόνο όταν ο ιδιοκτήτης δείχνει ενδιαφέρον για τους εργάτες του.»

   Ο αξιωματικός την παρατήρησε με προσοχή.
«Οι δικοί σας πάντως δεν νομίζω ότι θα έχουν παράπονο. Ακόμη και με άλογο τους έχετε εφοδιάσει.»

   Ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο άγγιξε τα χείλη της. «Ελπίζω να μην έχουν παράπονο.»

   «Μην ανησυχείτε,» είπε εκείνος, και αυτή τη φορά η φωνή του χαμήλωσε. «Δεν θα πειράξουμε κανέναν εργάτη σας. Πάντα προσέχουμε τους φίλους μας.»

   Στάθηκε για λίγο, αφήνοντας τα λόγια του να αιωρηθούν. «Και εσείς,» πρόσθεσε τελικά, «υπολογίζω ότι είστε φίλη μας. Όσο παραμένετε πιστή σε εμάς… θα έχετε την αθόρυβη προστασία μας.»

   Η Λιάν-Χουά δεν απάντησε αμέσως. Μόνο έσφιξε ελαφρά το παιδί στην αγκαλιά της, ενώ το βλέμμα της έμεινε ήρεμο, μα όχι αθώο.

   Ο αξιωματικός την κοίταξε για λίγο ακόμα. Ύστερα έγνεψε. Η συμφωνία είχε ήδη κλειστεί, χωρίς να ειπωθεί ποτέ ξεκάθαρα. Έξω, το χιόνι άρχιζε να πέφτει ξανά, σκεπάζοντας σιγά-σιγά τα ίχνη στην αυλή.

 

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΙΓ

 

όταν οι μάσκες έπεσαν

    Ο Γιούν-Τσεν δεν είχε κλείσει μάτι όλη τη νύχτα. Τα λόγια του περαστικού χωρικού στριφογύριζαν στο μυαλό του σαν το νερό που γύριζε ασταμάτητα τη φτερωτή του μύλου. Η οικογένεια των Ζου είχε χαρές∙ η κόρη τους θα παντρευόταν τον Μινγκ-Τάο, τον γιο των Μα. Κι εκείνος, μακριά στο νερόμυλο, το έμαθε σαν ξένος.

    Πριν ακόμη φανεί το πρώτο φως πίσω από τους λόφους της Σετσουάν, είχε ήδη σαμαρώσει το σκούρο καφέ άλογό του. Ο αέρας της αυγής ήταν ψυχρός και μύριζε υγρασία και χώμα. Έδεσε προσεκτικά στο σαμάρι ένα μικρό δεμάτι: λίγες χούφτες φρεσκοαλεσμένο ρύζι, λίγο αλεύρι από σιτάρι, καθαρό και ψιλό, σαν σκόνη, και ένα μικρό σακουλάκι με ξερά δαμάσκηνα που είχε φυλάξει από το φθινόπωρο.

   Στάθηκε για μια στιγμή δίπλα στο άλογο. Το αριστερό του πόδι, το «καλό», το φύτεψε σταθερά στο χώμα. Το δεξί, εκείνο που τον πρόδιδε από παλιά, το κράτησε λίγο πίσω. Πιάστηκε από τη σέλα, έβαλε το πόδι του στον αναβολέα και με μια ελεγχόμενη, γνώριμη κίνηση ανασηκώθηκε. Δεν ήταν πια κάτι που τον δυσκόλευε∙ το είχε μάθει, όπως μαθαίνει κανείς να ζει με μια μικρή ατέλεια.

   Μόλις κάθισε στη σέλα και έβαλε και το άλλο πόδι στον αναβολέα, ένιωσε εκείνη τη γνώριμη ανακούφιση. Το βάρος δεν έπεφτε πια στο πόδι του. Το σώμα του ισορροπούσε αλλιώς. Έδωσε ένα ελαφρύ νεύμα στο άλογο και ξεκίνησαν.

   Στον δρόμο προς το Λο Τζιάνγκ, η χωλότητά του σχεδόν έσβησε από τη σκέψη του. Ο ρυθμός του αλόγου τον παρέσερνε, και για λίγο ένιωθε όπως παλιά, ελαφρύς, γρήγορος, σχεδόν ελεύθερος. Ο ψυχρός αέρας της αυγής του καθάριζε το μυαλό, μα η ανυπομονησία έκαιγε μέσα του.

   Όταν επιτέλους αντίκρισε τις χαμηλές στέγες του χωριού, η καρδιά του χτύπησε δυνατότερα. Δεν σταμάτησε να μιλήσει σε κανέναν. Πέρασε το μικρό ρυάκι, διέσχισε την αυλή του σπιτιού του και τράβηξε τα γκέμια. Το άλογο σταμάτησε με ένα ελαφρύ φύσημα. Ο Γιούν-Τσεν έμεινε για μια στιγμή ακίνητος στη σέλα, σαν να υπολόγιζε την κίνησή του. Έβγαλε πρώτα το δεξί πόδι από τον αναβολέα, έγειρε το σώμα του προς τα αριστερά και κατέβηκε προσεκτικά, χωρίς βιασύνη. Το «καλό» του πόδι βρήκε πρώτο το έδαφος∙ το άλλο ακολούθησε πιο διστακτικά. Μια μικρή σύσπαση πέρασε από το πρόσωπό του, μα χάθηκε αμέσως. Έδεσε πρόχειρα τα γκέμια και άρπαξε το δεμάτι με τα δώρα. Η πόρτα έτριξε καθώς την άνοιξε βιαστικά.

   Μέσα, το σπίτι ήταν ήσυχο. Μια αχνή μυρωδιά από ρύζι που έβραζε γέμιζε τον αέρα. Στην κουζίνα, δίπλα στη χαμηλή εστία, στεκόταν η μητέρα του. Ανακάτευε αργά το πρωινό, όταν άκουσε τα βήματα — λίγο άνισα, γνώριμα.

   Γύρισε και τον κοίταξε, ξαφνιασμένη. «Γιούν-Τσεν;» είπε χαμηλόφωνα. «Τόσο νωρίς; Τι συνέβη;»

   Εκείνος στάθηκε για μια στιγμή στην είσοδο, λαχανιασμένος από τη διαδρομή. Το βλέμμα του έλαμπε. «Μητέρα… είναι αλήθεια;» ρώτησε. «Για τους Ζου… για την κόρη τους και τον Μινγκ-Τάο;»

   Η γυναίκα άφησε το ξύλινο κουτάλι στην άκρη και σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά της. Ένα μικρό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της. «Έφτασαν τα νέα και ως τον μύλο, λοιπόν», είπε. «Ναι… σε λίγες μέρες θα γίνει ο γάμος.»

   Ο Γιούν-Τσεν ακούμπησε το δεμάτι πάνω στο χαμηλό τραπέζι. «Έφερα… ό,τι μπορούσα», είπε κάπως αμήχανα. «Δεν είναι πολλά.»

   Η μητέρα του πλησίασε και άνοιξε το ύφασμα. Τα μάτια της μαλάκωσαν βλέποντας το ρύζι, το αλεύρι και τα δαμάσκηνα. «Είναι αρκετά», απάντησε ήρεμα. «Πάντα είναι αρκετά, όταν δίνονται με καλή καρδιά.»

   Έξω, το φως της μέρας δυνάμωνε. Το χωριό ξυπνούσε σιγά-σιγά, μα μέσα στην κουζίνα επικρατούσε μια ήσυχη στιγμή, γεμάτη προσμονή, σαν την ανάσα πριν αρχίσει μια γιορτή.

   Η μητέρα του κρατούσε ακόμη το ύφασμα με τα δώρα ανοιχτό μπροστά της, μα το βλέμμα της είχε χαθεί αλλού. Έπειτα αναστέναξε βαθιά. «Υπάρχει κι ένα πρόβλημα», είπε τελικά.

   Ο Γιούν-Τσεν συνοφρυώθηκε ελαφρά.

   «Οι Ζου… απαιτούν από τον Μινγκ-Τάο να μένει στο σπίτι τους. Το πρωί θα έρχεται στα χωράφια μας, ναι… αλλά το βράδυ θα γυρίζει στη γυναίκα του. Και κάποιες μέρες… ίσως τον χρειάζονται εκεί περισσότερο.» Σώπασε για λίγο, και η φωνή της χαμήλωσε. «Το βλέπω… θα τον χάσουμε κι αυτόν. Όπως χάσαμε τον Γκουάν-Σεν.»

   Ο Γιούν-Τσεν έκανε ένα βήμα μπροστά. Το βαρύ του πόδι ακούμπησε προσεκτικά στο πάτωμα, μα δεν έδωσε σημασία. «Μην ανησυχείς», είπε ήρεμα. «Θα έρχομαι εγώ να βοηθάω όταν θα λείπει ο Μινγκ-Τάο. Ο νερόμυλος δεν είναι μακριά. Τα βράδια θα επιστρέφω εκεί και θα συμπληρώνω τη δουλειά μου.»

   Η Σιού-Λαν άπλωσε τα χέρια της και τον αγκάλιασε σφιχτά. «Παιδί μου…» ψιθύρισε. «Θα δούμε πώς θα τα βολέψουμε.»

Τραβήχτηκε λίγο πίσω και τον κοίταξε πιο προσεκτικά, με εκείνη τη σιωπηλή ανησυχία που δεν φεύγει ποτέ από τα μάτια μιας μάνας. «Εκείνο που με ανησυχεί περισσότερο… είναι ο πατέρας σου. Τελευταία έχει πόνους στο στήθος. Του το λέω συνέχεια να ντύνεται πιο βαριά… μα εκείνος νομίζει πως είναι ακόμη νέος.»

   Δεν πρόλαβε να πει άλλα. Βήματα ακούστηκαν. Στην πόρτα φάνηκε πρώτος ο Μα Σιούν,  με τους ώμους ακόμη γερούς παρά τα χρόνια, μα με ένα πρόσωπο σκαμμένο από τον καιρό και τις έγνοιες. Πίσω του, λίγο πιο ανάλαφρος στο βήμα, μπήκε ο Μινγκ-Τάο.

   Ο Γιούν-Τσεν γύρισε αμέσως. Τα μάτια του φωτίστηκαν. «Αδελφέ!» φώναξε και προχώρησε. Αγκαλιάστηκαν σφιχτά. «Γαμπρέ!» πρόσθεσε με ένα μισό χαμόγελο. «Έμαθα τα νέα.»

   Ο Μινγκ-Τάο γέλασε χαμηλά, μα πριν προλάβει να απαντήσει, η φωνή του πατέρα τους ακούστηκε κοφτή.

   Ο Μα Σιούν κοίταζε τον Γιούν-Τσεν με ένα βλέμμα μισό αυστηρό, μισό πικραμένο. «Μας θυμήθηκες, βλέπω.»

    Η Σιού-Λαν πετάχτηκε ανάμεσά τους. «Πάντα όταν ένα παιδί σου επιστρέφει, κάτι έχεις να του πεις», είπε με μια δόση επίπληξης. «Τώρα είμαστε όλοι μαζί. Είναι στιγμή να χαρούμε.»

   Ο Μα Σιούν δεν απάντησε αμέσως. Έριξε μια ματιά και στους δύο γιους του και ύστερα είπε, πιο χαμηλά: «Τρεις γιους έχω… και ποτέ δεν τους βλέπω όλους μαζί.»

   Ο Μινγκ-Τάο ανασήκωσε τους ώμους. «Και τι μας θες, πατέρα, όλους μαζί; Η δουλειά δεν βγαίνει; Αν χρειαστεί, θα έρθουμε και οι τρεις.»

   Ο Μα Σιούν κοίταξε για λίγο ακόμη τον Γιούν-Τσεν, σαν να ήθελε να πει κάτι περισσότερο, μα τελικά το άφησε. «Θα καθίσεις να φας το μεσημέρι;» ρώτησε τον Γιούν-Τσεν.

   «Ναι», απάντησε εκείνος. «Είπα πως θα επιστρέψω το βράδυ. Μέχρι νωρίς το απόγευμα θα είμαι εδώ.»

   Ο Μα Σιούν έγνεψε. «Ξεκουράσου τώρα». Γύρισε στη γυναίκα του «Και συ μην τον κανακεύεις. Εσύ τον χάλασες.»

   Ήδη είχε στραφεί προς την πόρτα. Ο Μινγκ-Τάο τον ακολούθησε χωρίς άλλη κουβέντα. Οι δυο τους βγήκαν στην αυλή, ετοιμαζόμενοι για τα χωράφια. «Μεγάλη παγωνιά φέτος…» είπε ο Μα Σιούν, καθώς έδενε τα ρούχα του πιο σφιχτά. Ο Γιούν-Τσεν, που είχε βγει ως το κατώφλι, αποκρίθηκε: «Ναι… και δεν έχει η γη γεννήσει. Στον μύλο φέρνουν όλοι τα μισά και λιγότερα από πέρυσι.»

   «Και αυτά φτάνουν», παρενέβη η Σιού-Λαν από μέσα. Η φωνή της ήταν ήρεμη, μα σταθερή. «Αν υπάρχει αγάπη, και αυτά αρκετά είναι. Σάμπως τα παλιά χρόνια παράγαμε περισσότερα; Ρώτα τον πατέρα σου να σας πει.»

   Ο Μα Σιούν δεν γύρισε να απαντήσει, μα ένα ανεπαίσθητο νεύμα έδειξε πως άκουσε. Οι δυο άντρες πήραν τον δρόμο για τα χωράφια, τα βήματά τους βαριά πάνω στο παγωμένο χώμα. Η Σιού-Λαν στάθηκε στην πόρτα και τους κοίταξε να απομακρύνονται. «Να ντύνεστε!» φώναξε πίσω τους. «Η παγωνιά θερίζει!»

   Ο αέρας της αυγής πήρε τα λόγια της και τα σκόρπισε πάνω από τα γυμνά χωράφια, εκεί όπου η μέρα μόλις άρχιζε. Η πόρτα έμεινε μισάνοιχτη για λίγο ακόμη, σαν να δίσταζε να κλείσει πίσω από τις φιγούρες που απομακρύνονταν. Ύστερα η Σιού-Λαν την έσπρωξε απαλά και γύρισε μέσα. Η κουζίνα φάνηκε ξαφνικά πιο ήσυχη.

   Ο Γιούν-Τσεν είχε καθίσει στο χαμηλό σκαμνί, αφήνοντας για πρώτη φορά το σώμα του να χαλαρώσει. Το «κακό» του πόδι ήταν απλωμένο λίγο πιο μπροστά, όπως πάντα όταν κουραζόταν. Η μητέρα του τον παρατήρησε χωρίς να μιλήσει. Στα μάτια της πέρασε εκείνη η γνώριμη τρυφερότητα, ανακατεμένη με κάτι σαν νοσταλγία. Πλησίασε και κάθισε απέναντί του.

   «Σου έλειψε το σπίτι;» τον ρώτησε ήρεμα.

   Ο Γιούν-Τσεν χαμογέλασε αμυδρά. «Πάντα μου λείπει», είπε.

   Η Σιού-Λαν έμεινε για λίγο σιωπηλή, σαν να ζύγιζε μια ανάμνηση. Έπειτα έγειρε ελαφρά το κεφάλι της και τον κοίταξε με ένα διαφορετικό βλέμμα, πιο μακρινό. «Θυμάσαι…» άρχισε, «τότε που ήσουν μικρός… και είχες χαθεί;»

    Ο Γιούν-Τσεν ανασήκωσε τα φρύδια του, ξαφνιασμένος. «Χαθεί;»

   Η μητέρα του χαμογέλασε. «Ναι… ήσουν δεν ήσουν επτά χρονών. Είχες πει πως θα πας ως το ρυάκι, να δεις τα βατραχάκια. Και αντί να γυρίσεις… προχώρησες πιο πέρα, προς τα χωράφια των Λι.»

   Ο Γιούν-Τσεν άφησε ένα μικρό γελάκι. «Δεν το θυμάμαι καλά…»

    «Εγώ το θυμάμαι», είπε εκείνη. «Έπεσε το βράδυ και δεν είχες γυρίσει. Ο πατέρας σου είχε θυμώσει, μα εγώ…» σταμάτησε για μια στιγμή, «εγώ φοβήθηκα.» Τα μάτια της σκοτείνιασαν ελαφρά, σαν να ξαναζούσε εκείνες τις ώρες. «Σε ψάχναμε παντού. Και σε βρήκαμε τελικά… ξαπλωμένο δίπλα στο νερό, να κοιμάσαι. Είχες κουραστεί και απλώς… αποκοιμήθηκες.»

   Ο Γιούν-Τσεν χαμογέλασε πιο πλατιά τώρα. «Ακούγεται σαν εμένα…»

   Η Σιού-Λαν ακούμπησε απαλά το χέρι του. «Όταν σε σήκωσα, έκαιγες από πυρετό. Έμεινα όλη τη νύχτα δίπλα σου. Δεν έκλεισα μάτι. Κάθε τόσο άγγιζα το μέτωπό σου… να δω αν πέφτει ο πυρετός.» Η φωνή της μαλάκωσε. «Και θυμάμαι… κάποια στιγμή, μέσα στον ύπνο σου, είπες “μητέρα, είμαι εδώ”. Σαν να ήξερες ότι σε έψαχνα.»

   Ο Γιούν-Τσεν κατέβασε για λίγο το βλέμμα. Το χαμόγελό του έσβησε σε κάτι πιο ήσυχο. Η Σιού-Λαν τον κοίταξε για λίγο ακόμη, σαν να έβλεπε μπροστά της και το παιδί που ήταν κάποτε.

   «Πάντα έτσι ήσουν», είπε. «Έφευγες… μα πάντα γύριζες.»

   Μια μικρή σιωπή απλώθηκε ανάμεσά τους. Από την εστία ακούστηκε το ελαφρύ βράσιμο του ρυζιού.

   Ο Γιούν-Τσεν αναστέναξε ήρεμα. «Και θα γυρίζω», είπε. «Όσο μπορώ.»

   Η μητέρα του έγνεψε, χωρίς να μιλήσει. Μονάχα έσφιξε λίγο το χέρι του, σαν να ήθελε να κρατήσει εκείνη τη στιγμή λίγο περισσότερο.

   Η πόρτα της κουζίνας άνοιξε αργά, και η Λαν-Ρονγκ μπήκε μέσα με ένα μικρό, διστακτικό βήμα. Κρατούσε τα μάτια της χαμηλωμένα, όπως συνήθιζε, μα για μια στιγμή το βλέμμα της γλίστρησε πάνω στον Γιούν-Τσεν. Πάγωσε. Το ίδιο κι εκείνος. Ο χρόνος σχίστηκε στα δύο∙ το παρόν έμεινε ακίνητο, ενώ το παρελθόν ξεχύθηκε ανάμεσά τους, γεμάτο μισές αλήθειες, σιωπές και υποσχέσεις που δεν κράτησαν ποτέ το βάρος τους. Οι εικόνες γύρισαν απότομα, βλέμματα που κράτησαν λίγο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε, λόγια που ειπώθηκαν για να κρύψουν άλλα, στιγμές που έμοιαζαν αθώες και όμως δεν ήταν. Στέκονταν τώρα αντικριστά, δυο ξένοι που γνώριζαν ο ένας τον άλλον καλύτερα απ’ όσο θα έπρεπε. Δύο άνθρωποι που δεν έπρεπε να συναντηθούν. Δύο άνθρωποι που είχαν πει ψέματα ο ένας στον άλλον. Κι όμως, κάτω από όλα αυτά, κάτι επέμενε να υπάρχει ακόμη: εκείνη η αδιόρατη, επικίνδυνη σύνδεση που δεν κόπηκε ποτέ πραγματικά. Η Λαν-Ρονγκ και ο Γιούν-Τσεν. Δύο άνθρωποι που είχαν ήδη ενωθεί, και ίσως γι’ αυτό δεν μπορούσαν πια να κάνουν πως δεν βλέπουν.

   Η Σιού-Λαν, αμέριμνη, γύρισε προς την πόρτα και χαμογέλασε. «Έλα, έλα,» είπε με ζεστή φωνή. «Σήμερα έχουμε γιορτή. Επέστρεψε ο χαμένος γιος μου, ο Γιούν-Τσεν.»

   Η Λαν-Ρονγκ έσφιξε ελαφρά τα χέρια της, προσπαθώντας να κρύψει τη στιγμιαία ταραχή της.

   «Γιούν-Τσεν,» συνέχισε η Σιού-Λαν, «από εδώ η θεία σου, η Λαν-Ρονγκ.»

   Έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε, σχεδόν με προσοχή: «Όταν υπάρχουν ξένοι, να την φωνάζεις Μιν-Γι.»

   Για μια στιγμή, ο αέρας στην κουζίνα βάρυνε. Ο Γιούν-Τσεν έγνεψε ελαφρά, χωρίς να μιλήσει.
Η Λαν-Ρονγκ έστρεψε το βλέμμα της αλλού, σαν να προσπαθούσε να απομακρύνει κάτι που δεν έπρεπε να υπάρχει εκεί. Η Σιού-Λαν δεν φάνηκε να αντιλαμβάνεται τίποτα.  

   Η Λαν-Ρονγκ έκανε ένα μικρό βήμα πίσω. «Καλύτερα να φύγω,» είπε ήρεμα. «Να σας αφήσω να μιλήσετε.»

   Η Σιού-Λαν την κοίταξε με απορία.
«Μα και εσύ οικογένειά μας είσαι, Λαν-Ρονγκ.»

   Η Λαν-Ρονγκ χαμογέλασε ελαφρά, σχεδόν πικρά. «Καλύτερα να φύγω,» επανέλαβε. «Θα τα πούμε αργότερα.»

   Δεν περίμενε απάντηση. Γύρισε και βγήκε από την κουζίνα, περνώντας αθόρυβα μέσα από την αυλή, κατευθυνόμενη προς τον ξενώνα.

   Η Σιού-Λαν την παρακολούθησε να απομακρύνεται για λίγο και μετά αναστέναξε ελαφρά. «Πάντα περίεργη ήταν από μικρή…» μουρμούρισε, επιστρέφοντας στο τραπέζι.

 

 

 

κάποιοι στρατιώτες συζητούν μια νύχτα

    Η φωτιά έτριζε χαμηλά μέσα στον νερόμυλο, κι ο ήχος του νερού που γύριζε τη φτερωτή δεν σταματούσε ούτε στιγμή. Έξω, το σκοτάδι είχε καταπιεί τα πάντα γύρω από το Τσιουτζιά. Μέσα, οι στρατιώτες της περιπόλου των Τσινγκ είχαν μαζευτεί κυκλικά, άλλοι ακουμπισμένοι σε σακιά με σιτάρι, άλλοι στο χώμα.

   Ο παλιότερος από όλους, ο Γουέι Τζεν, έσπρωξε ένα ξύλο στη φωτιά. Το πρόσωπό του φωτίστηκε από τις φλόγες, βαθιά χαραγμένο από χρόνια πορείας.

   «Εσείς οι καινούργιοι…» είπε, κοιτάζοντας τους νεαρούς που είχαν στρατολογηθεί εκείνη τη χρονιά «Δεν είδατε τι ήταν η Σετσουάν πριν έρθουμε και δεν έχουν περάσει από τότε ούτε δύο χρόνια.»

   Κάποιος από τους νεότερους ρώτησε χαμηλόφωνα: «Ήταν αλήθεια όσα λένε για τον Ζανγκ Σιαζόνγκ;»

   Ο Γουέι Τζεν δεν απάντησε αμέσως. Έξω, το νερό χτύπησε πιο δυνατά τη ρόδα. «Δεν έχει σημασία πια τι έκανε εκείνος,» είπε τελικά. «Σημασία έχει τι βρήκαμε εμείς μετά.»

   Ο μυλωνάς, ο Χουάνγκ Λιν, δεν γύρισε να κοιτάξει. Συνέχισε να ρίχνει σιτάρι στη χοάνη, αλλά το αυτί του ήταν εκεί. Δίπλα του, ο βοηθός του, ο Γιούν-Τσεν, είχε σταματήσει για λίγο τη δουλειά.

    Ο Γουέι Τζεν συνέχισε «Πριν δυό χρόνια… κατεβαίναμε προς το Γιμπίν με ποταμόπλοια. Ο ποταμός ήταν γεμάτος ξύλα… όχι μόνο ξύλα. Μερικά τα σπρώχναμε στην άκρη με κοντάρια. Κανείς δεν μιλούσε.»

   Ένας νεαρός ανακάθισε ανήσυχος. «Και όταν φτάσατε;»

   «Δεν υπήρχε πόλη όπως την περιμέναμε. Υπήρχαν τείχη… και μέσα σιωπή. Οι πύλες μισάνοιχτες. Μπήκαμε χωρίς μάχη.»

   Η φωτιά έσκασε, πετώντας σπίθες. «Μας είπαν να προχωρήσουμε δυτικά, προς ένα χωριό. Το έλεγαν Σουϊχέ. Κοντά σε έναν μικρό παραπόταμο.  Νομίζαμε πως θα βρίσκαμε αντάρτες. Πάντα αυτό νομίζεις. Αλλά το χωριό…»

   Ο Γουέι Τζεν σταμάτησε.

   «Ήταν άδειο;» ρώτησε κάποιος.

   «Όχι,» είπε ήρεμα. «Ήταν χειρότερα.»

   Σιωπή έπεσε στον μύλο. Ακόμα και το νερό έμοιαζε πιο μακρινό. «Οι πόρτες ανοιχτές. Τα σπίτια μισοκαμένα. Κάποια ακόμα κάπνιζαν. Δεν ξέραμε ποιος το είχε κάνει. Άνθρωποι του Ζανγκ; Ληστές; Ή κάποια άλλη μονάδα πριν από εμάς.»

    Ο νερόμυλος έτριζε με κάθε γύρισμα της φτερωτής, και το ποτάμι απ’ έξω κυλούσε βαριά, σαν να κουβαλούσε ακόμη μνήμη. Η υγρασία είχε ποτίσει τα δοκάρια, και οι νεοσύλλεκτοι στέκονταν σιωπηλοί, άλλοι όρθιοι, άλλοι καθισμένοι σε σακιά με σιτάρι. Κανείς δεν μιλούσε. Ο Γουέι Τζεν έριξε ένα κομμάτι ξύλο στη μικρή φωτιά και σήκωσε το βλέμμα του.

    «Ήταν λίγο μετά τον θάνατο του Ζανγκ Σιαζόνγκ. Ήμασταν λίγοι. Ούτε τριάντα καλά καλά. Δεν ήμασταν μόνοι μας εκείνες τις μέρες…Κάποιοι από τις περιοχές που περνάγαμε ήρθαν μαζί μας. Άλλοι από φόβο. Άλλοι από μίσος για τον Ζανγκ Σιαζόνγκ. Άλλοι… από μίσος για τους ίδιους τους συγχωριανούς τους. Ποιος ξέρει.»

  Ο Γουέι Τζεν συνέχισε «Γύρω από το χωριό ομίχλη παντού. Από εκείνες που δεν σου αφήνουν ούτε το πόδι σου που περπατά να δεις.»

   Έκανε μια παύση, σαν να ξαναέβλεπε το τοπίο. «Τον ακούσαμε πριν τον δούμε. Μετά διαγράφηκε μέσα στην ομίχλη κάποια ανδρική φιγούρα. Ένας άνθρωπος μόνος, ακίνητος, να μας περιμένει.»

   Ο Γουέι Τζεν χαμογέλασε αχνά, χωρίς χαρά. «Ήταν νέος. Σαν κι εσάς. Δεν έτρεμε. Αυτό να το θυμάστε. Οι πιο επικίνδυνοι δεν είναι αυτοί που φοβούνται.»

     Ένας άλλος νεοσύλλεκτος έσκυψε μπροστά.
«Και τι έκανε;»

    Ο Τζεν γύρισε το κεφάλι του ελαφρά. «Δεν υποκλίθηκε όπως έπρεπε. Όχι πλήρως. Μόνο όσο χρειαζόταν. Τότε κατάλαβα ότι δεν ήρθε να ζητήσει έλεος.»

   Η φτερωτή του μύλου έτριξε πιο δυνατά. Για μια στιγμή, ο ήχος σκέπασε τη φωνή του. « Μόλις τον πλησιάσαμε μας είπε: “Ξέρω τί ψάχνετε.” Ήμουν από εκείνους που προπορεύονταν.»

   Ο αξιωματικός τον κοίταξε προσεκτικά, σαν να ζύγιζε την ψυχή του. «Και γιατί να σε πιστέψουμε;»

   Ο Ρενσί σήκωσε τα μάτια του. Μέσα στην ομίχλη, έμοιαζαν πιο σκοτεινά απ’ όσο ήταν. «Γιατί,» απάντησε, «είμαι από εδώ.»

  «Πώς λέγεσαι τον ρώτησε ο αξιωματικός»

  «Τσεν Ρενσί, εκείνος απάντησε.

  «Και λες ότι είσαι από εδώ»

  «Ναι και θα το διαπιστώσετε σε λίγο».

Έπειτα, έκανε ένα βήμα στο πλάι και άπλωσε το χέρι του προς το εσωτερικό του χωριού, εκεί όπου τα σπίτια ήταν πιο πυκνά, εκεί όπου οι άνθρωποι, όσοι είχαν απομείνει, πίστευαν πως ήταν ακόμη ασφαλείς.

   «Οι περισσότεροι κρύβονται κοντά στην παλιά αποθήκη του ρυζιού,» είπε. Μας οδήγησε εκεί. Μπήκε και εκείνος μαζί μας στην αποθήκη.  Το μόνο που υπήρχε εκεί μέσα ήταν μεγάλες γυναίκες, και γέροντες. Ένας από αυτούς τον αποκάλεσε φίδι του Σουϊχέ. Εκείνος ατάραχος δεν απάντησε. Απλά ειρωνικά χαμογέλασε στον γέροντα. Τον παρατήρησα καλύτρα. Δε θα ‘ταν πάνω από είκοσι. Είχε πρόσωπο στενό, μάτια που δεν έμεναν ποτέ ακίνητα. Το δεξί του αυτί ήταν κομμένο στην άκρη, σαν να το είχε πάρει λεπίδα. Δεν μιλούσε πολύ. Μόνο έδειχνε.»

   Ο Γουέι Τζεν σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε έναν έναν τους νεοσύλλεκτους. «Να θυμάστε αυτό. Σε κατεστραμμένη γη, οι πιο χρήσιμοι άνθρωποι δεν είναι οι πιστοί… αλλά αυτοί που δεν ανήκουν πουθενά.»

   Ένας από τους νεότερους έσφιξε τα χέρια του. «Και τι κάνατε;»

   Ο Γουέι Τζεν τον κοίταξε κατευθείαν. «Ό,τι μας είπαν.»

   Η φράση έπεσε βαριά. «Ψάξαμε κάθε σπίτι. Ό,τι είχε απομείνει. Αν βρίσκαμε κάποιον… τον φέρναμε έξω. Αν έτρεχε…»

    Δεν τελείωσε τη φράση. Η φωτιά έσβηνε σιγά σιγά. Ο Χουάνγκ Λιν σταμάτησε για λίγο το άλεσμα. Κοίταξε προς το σκοτάδι, σαν να έβλεπε κάτι παλιό.

    Κανείς δεν μίλησε. Μόνο το νερό συνέχισε να γυρίζει τη φτερωτή, όπως τότε, όπως τώρα. Ο Γουέι Τζεν έμεινε για λίγο σιωπηλός, κοιτώντας τη φωτιά. Οι νεότεροι είχαν σκύψει μπροστά, σαν να φοβόντουσαν πως αν κουνηθούν, θα χαθεί η συνέχεια.   

   Ο Γουέι Τζεν πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε: «Είμαστε έτοιμοι να σταματήσουμε. Αλλά ο Τσεν Ρενσί μας είπε ότι ήταν κι αλλού κρυμμένοι. Μας πήγε πίσω από ένα καμένο σπίτι, εκεί που το έδαφος είχε ανοίξει. Ήταν μια αποθήκη σκαμμένη στο χώμα. Μέσα βρήκαμε τρεις γυναίκες και έναν γέρο.»

   Η φωτιά χαμήλωσε. «Μετά μας οδήγησε σε έναν μικρό ναό. Μισογκρεμισμένο. Πίσω από το άγαλμα υπήρχε πέρασμα. Εκεί… άλλοι τέσσερις.»

   Ο    νερόμυλος έτριζε ρυθμικά, σαν να μετρούσε τον χρόνο αντί για το νερό. Ο Γουέι Τζεν στεκόταν κοντά στο άνοιγμα, εκεί όπου το κρύο περνούσε μαζί με τη μυρωδιά του ποταμού. Οι νεοσύλλεκτοι είχαν σωπάσει· ήξεραν πως η ιστορία δεν είχε τελειώσει.

   «“Δεν είναι όλοι εδώ.” είπε στο διοικητή μας. είπε. Ο διοικητής μου έκανε νόημα. Πήγα κοντά του. Πάρε μερικούς άνδρες και ακολούθησέ τον. Αν είναι παγίδα, ξέρεις τί πρέπει να κάνεις. Αν είναι αλήθεια φέρε κι αυτόν πίσω. Θα μας χρειαστεί»

   Ο Γουέι  Τζν έκανε μια μικρή παύση. «Μας οδήγησε έξω από το Σουϊχέ. Λίγο πιο πέρα από τα χωράφια, εκεί που η γη ανοίγει και γίνεται πέτρα. Υπήρχε μια παλιά στοά. Εγκαταλελειμμένη. Από τότε που έβγαζαν αλάτι. ‘‘Η στοά είχε ένα παλιό πέρασμα στο βάθος. Κατεστραμμένο. Χωρίς έξοδο’’ μου είπε. ‘’Είναι όλοι τους εκεί μέσα εγκλωβισμένοι. Δεν υπάρχει άλλη έξοδος’’.

 

   Ο Γουέι Τζεν σαν να ξαναζούσε τις στιγμές που έμπαιναν στη στοά του αλατιού συνέχισε: «Η είσοδος ήταν στενή. Ένας ένας μπαίναμε. Οι τοίχοι… έσταζαν. Το έδαφος γλιστρούσε. Και μέσα… σκοτάδι. Όχι απλό σκοτάδι. Βαρύ. Σαν να σε πίεζε.»

   Οι νεοσύλλεκτοι κρατούσαν την ανάσα τους.

   «Ο Τσεν Ρενσί δεν μπήκε μαζί μας. Έμεινε πίσω για λίγο. Σαν να ήξερε ήδη τι θα βρούμε. Μαζί του είχα αφήσει στην είσοδο δύο στρατιώτες και για να τον φυλάνε και μήπως πέσουμε σε παγίδα. »

    Η φωνή του Γουέι Τζεν χαμήλωσε κι άλλο. «Οι πρώτοι προχωρήσαμε βαθύτερα. Οι υπόλοιποι παρέμεναν μέσα στη σπηλιά, αλλά αρκετά πίσω από εμάς, σε απόσταση ώστε να προλάβουν να βγουν. Και τότε τους ακούσαμε. Όχι φωνές. Ανάσες. Πολλές. Πνιγμένες. Κάποιος έκλαιγε… σιγανά. Ήταν εκεί μέσα. Δεκάδες. Στριμωγμένοι. Κυρίως γυναίκες. Νέες. Μερικές κρατούσαν ακόμη παιδιά. Άλλες απλώς κοιτούσαν.»

   Ο Γουέι Τζεν έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια. «Δεν έτρεξαν. Δεν φώναξαν. Ήξεραν.»

    Η φτερωτή του μύλου έτριξε δυνατά, σαν να διαμαρτυρόταν. «Όταν τους βγάλαμε όλους, ο Τσεν Ρενσί στεκόταν στο άνοιγμα, σαν να τους μετρούσε, σαν να σιγουρευόταν ότι δεν ξέφυγε κανείς. Δεν είπε τίποτα. Μόνο μας κοίταξε με ένα χαμόγελο ικανοποίησης.»

 Ένας νεοσύλλεκτος ψιθύρισε: «Γιατί;»

   Ο Γουέι Τζεν δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε τη φωτιά, σαν να έψαχνε κάτι μέσα στις στάχτες. «Γιατί κάποιοι άνθρωποι,» είπε τελικά, «δεν προδίδουν για να σωθούν.» Σήκωσε το κεφάλι του. «Προδίδουν για να βεβαιωθούν ότι κανείς άλλος δεν θα σωθεί.»

   Η φτερωτή γύρισε άλλη μια φορά. Και για μια στιγμή, μέσα στον ήχο του νερού, έμοιαζε σαν να ακούγονται ακόμη εκείνες οι πνιγμένες ανάσες από τη στοά του αλατιού..Ο Γουέι Τζεν πήρε μια ανάσα. «Ο διοικητής έδωσε εντολή να τους χωρίσουμε. Κατά ηλικία, είπε.»

    Τα μάτια του έμειναν στη φωτιά. «Βάλαμε τις νεαρές γυναίκες χωριστά. Τις πιο μεγάλες αλλού. Και τους γέρους… μαζί.»

   Ο Χουάνγκ Λιν σταμάτησε για μια στιγμή. Ο τροχός συνέχισε να γυρίζει.

   «Στο παλιό σχολείο, εκεί που μάθαιναν τα παιδιά να γράφουν χαρακτήρες, βάλαμε όσες δεν είχαν παντρευτεί. Τα ξύλινα τραπέζια ήταν αναποδογυρισμένα… και οι τοίχοι καμένοι.»

   Ένας από τους στρατιώτες έσφιξε το παλτό του.

   «Στον στάβλο, δίπλα στα χωράφια, βάλαμε τις παντρεμένες. Μύριζε ακόμα ζώα.»

   Η φωνή του χαμήλωσε. «Και στον ναό… εκεί που τους βρήκαμε… βάλαμε τους γέρους και τις γριές.»

   Δεν κοίταξε κανέναν τώρα. Η φωτιά έσβηνε σιγά σιγά. «Μερικές φορές,» είπε ο Γουέι Τζεν, «ο χειρότερος δρόμος δεν είναι αυτός που σε  διατάζουν να πάρεις…» Σήκωσε το βλέμμα του προς τους νεότερους «…είναι αυτός που σου δείχνει κάποιος άλλος.»

    Ο Γουέι Τζεν σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τους νεότερους. Τα μάτια του ήταν βαριά, από χρόνια πορείας και πολέμου. «Εμείς είμαστε όλοι κι όλοι είκοσι πέντε,» είπε, «και πέντε ή έξι ακόμα από τους ντόπιους μας βοηθούσαν. Όχι πολλοί. Αλλά αρκετοί για να μας δείξουν τα κρυφά περάσματα και τις κρυψώνες.»

   Σηκώθηκε λίγο, σαν να ήθελε να φανεί ψηλότερος από την ηλικία του. «Ο διοικητής μας είπε τότε…» Και έκανε μια παύση, αφήνοντας τη φλόγα να παίξει στα χέρια του. «“Είστε ελεύθεροι να διαλέξετε. Φιάνουν για όλους σας.”»

   Οι νεαροί στρατιώτες γύρισαν τα κεφάλια τους, σχεδόν να σιγουρευτούν ότι κατάλαβαν. Ο Γουέι Τζεν συνέχισε με χαμηλή φωνή: «Οι ελεύθερες ήταν είκοσι. Οι παντρεμένες ήταν είκοσι πέντε.»

   Ένας αναστεναγμός πέρασε ανάμεσα τους. Το νερό έξω γύριζε αδιάκοπα τη φτερωτή, σαν να μετρούσε τον χρόνο για αυτούς που έμεναν πίσω.   Ο μυλωνάς Χουάνγκ Λιν έσκυψε στο αλεύρι, ενώ ο Γιούν-Τσεν έμεινε ακίνητος δίπλα του. Μέσα στον νερόμυλο, μόνο η φωτιά και ο ήχος του νερού συνέχιζαν τη νυχτερινή τους μουσική.

   Και ο Γουέι Τζεν, καθισμένος πάλι στο έδαφος, άφησε τη φωνή του να πέσει σχεδόν σαν ψίθυρος: «Θα πρέπει να θυμάστε… όταν σας λένε ότι “είστε ελεύθεροι να διαλέξετε”, σημαίνει ότι η επιλογή είναι πάντα δική σας…»

   Μοιραστήκαμε. Άλλοι προτιμήσαμε τις ελεύθερες γυναίκες, οι περισσότεροι κατευθύνθηκαν προς τις παντρεμένες. Μαζί μου ήρθε και ο Τσεν Ρενσί, ο νεαρός που μας είχε βοηθήσει να ξετρυπώσουμε τους κρυμμένους. Στεκόταν δίπλα μου, σιωπηλός, τα μάτια του κοφτερά, το κομμένο αυτί του φωτισμένο από τη φλόγα της φωτιάς.

   Καθώς τις κοιτούσαμε οι γυναίκες δεν μιλούσαν. Σαν να ήξεραν τι έρχεται, σαν να είχαν ήδη παραδοθεί στην ακινησία. Ο νεαρός πλησίασε, χαμηλόφωνα, και μου είπε: «Άσε με να διαλέξω … οι περισσότερες είναι γνωστές μου. Αδελφές φίλων, κόρες συγγενών… μόνο αυτή δεν ξέρω.

   Τον άφησα να την επιλέξει. Δεν ήταν μεγάλη χάρη. Δεν ήταν η πιο όμορφη. Αλλά για εκείνον είχε σημασία.

    Όλο το βράδυ μέσα στο σχολείο ακούγονταν ήχοι, κραυγές, σιωπές, μερικά αφημένα αναφιλητά. Ο χρόνος κύλαγε βαριά, κάθε λεπτό σφράγιζε το χωριό με τη σιωπή του. Κάποιοι, οι πιο θερμοί ή ίσως οι πιο ανυπόμονοι, όταν τελείωσαν με τις νεαρές γυναίκες, πέρασαν και στον χώρο όπου ήταν οι παντρεμένες.

    Δεν μάθαμε ποτέ τα ονόματά τους. Δεν θυμόμαστε τα πρόσωπά τους. Ίσως βιαστήκαμε να τα ξεχάσουμε, ή ίσως ήταν καλύτερα έτσι. Την άλλη μέρα, οι περισσότεροι από εμάς φύγαμε. Ο διοικητής άφησε πίσω πέντε από εμάς και τρεις από τους ντόπιους που μας είχαν βοηθήσει. Θα έδιναν αναφορά μόλις θα επιστρέφαμε. Και εκεί, μέσα στο χωριό που είχε σιγήσει από τον φόβο, έμειναν μόνο οι κραυγές που κανείς δεν θα θυμόταν ποτέ.

    Ένας μήνας πέρασε πριν ξαναπεράσουμε από το χωριό. Ο ήλιος έριχνε το ίδιο φως πάνω στα ίδια καμένα σπίτια και στις ίδιες ανοιχτές αυλές. Ο νεαρός ήταν εκεί, μαζί με την κοπέλα που είχε διαλέξει εκείνο το βράδυ.

   Κάποιος από τους πέντε στρατιώτες που είχαν μείνει πίσω με πλησίασε. «Εσύ δεν ήσουν στο σχολείο με τις ελεύθερες;» με ρώτησε.

   Ναι, σκέφτηκα. Εκείνος, μου είπε, είχε επιλέξει τον στάβλο με τις παντρεμένες. Τώρα, όμως, η σχέση του με την παντρεμένη εκείνης της βραδυάς είχε στερεωθεί, αλλά στο σπίτι της πλέον και όχι στον στάβλο.

  «Δεν έχω στεριώσει μόνο εγώ, αλλά και ο φίλος σου με την κοπέλλα από το σχολείο»

  «Ποιος φίλος μου;» τον ρώτησα.

  «Εκείνος που μας βοήθησε να ξετρυπώσουμε τους κρυμμένους κατοίκους. Αυτός που μας οδήγησε σε όλες τις κρυψώνες.»

  «Αυτός με το κομμένο αυτί;»

  «Ναι» απάντησε ο στρατιώτης που είχε παραμείνει. «Ο Τσεν Ρενσί. Τους γονείς του τους εκτέλεσαν άνδρες του Ζανγκ Σιανζόνγκ. Ο ίδιος γλύτωσε παρά τρίχα.»

   Μου χαμογέλασε με ένα παράξενο τρόπο και μου είπε: «Ξέρεις ποια διάλεξε τότε;»

   «Όχι» απάντησα «Ήταν η μοναδική άγνωστη στο χωριό. Με παρακάλεσε να του την αφήσω γιατι οι υπόλοιπες κοπέλλες ήταν κόρες γνωστών του».   

    «Όχι… είναι η μικρότερη αδερφή της μάνας του, η όγδοη κατά σειρά. Είναι σχεδόν συνομήλική του… Ίσως δυο ή τρία χρόνια μεγαλύτερή του.    Τώρα ζούνε μαζί, στο σπίτι του».

   Ο Γουέι Τζεν σταμάτησε για λίγο την αφήγησή του. «Κι εγώ, που είχα δει τα πάντα από εκείνο το πρώτο βράδυ, κατάλαβα πως μερικές ιστορίες βρίσκουν τέλος εκεί που κανείς δεν το περιμένει.»

   Ο νερόμυλος είχε σχεδόν σωπάσει. Η φτερωτή γύριζε πιο αργά τώρα, σαν να κουράστηκε κι αυτή από τις ιστορίες των ανθρώπων. Ο Γουέι Τζεν είχε τελειώσει, μα κανείς δεν μιλούσε. Η φωτιά είχε πέσει, και οι σκιές είχαν μακρύνει.

   Τότε ένας από τους νεοσύλλεκτους, νεότερος απ’ τους άλλους, με φωνή που δεν είχε ακόμη σκληρύνει, σήκωσε το βλέμμα του.

   «Περάσαμε από το Σουϊχέ πριν τρεις μήνες» είπε διστακτικά. «Ακούσαμε… μια ιστορία,» συνέχισε ο νεοσύλλεκτος. «Έλεγαν για ένα ζευγάρι. Αυτός… νεότερος. Δύο χρόνια μικρότερός της. Λέγανε πως ήταν η μικρότερη αδελφή της μητέρας του. Είχαν… και παιδί μαζί. Εκείνη τον αγαπούσε. Κανείς δεν μιλούσε. Κανείς δεν ανακατευόταν. Έτσι… μπορούσαν να ζουν στο ίδιο σπίτι.»

   Ο Γουέι Τζεν τον κοίταξε πιο προσεκτικά τώρα. «Πώς τον έλεγαν;»

   Ο νεοσύλλεκτος απάντησε: «Τσεν Ρενσί. Θυμήθηκα το όνομά του τώρα που το έλεγες λίγο νωρίτερα.»

   «Εσύ τον είδες;» ρώτησε ο Γουέι Τζεν.

   «Όχι. Λίγες μέρες πριν φτάσουμε στο Σουϊχέ τον είχαν σφάξει.»

   Ο νεοσύλλεκτος κατάπιε. «Λένε πως δεν μπήκαν στο σπίτι αμέσως. Στάθηκαν έξω. Άκουσαν πρώτα. Το παιδί να αναπνέει. Εκείνη να ψιθυρίζει.» Μια παύση. «Μετά μπήκαν.»

   Ο μύλος έτριξε ξανά, πιο δυνατά αυτή τη φορά.

«Τον έσφαξαν χωρίς φωνή. Μπροστά της.»

   Ο Γουέι Τζεν δεν άλλαξε έκφραση. «Και μετά;»

   «Εκείνη δεν την άγγιξαν,» είπε ο νεοσύλλεκτος χαμηλά. «Ούτε το παιδί. Έφυγαν πριν χαράξει.»

   Οι νεοσύλλεκτοι κάθονταν γύρω από τη φωτιά μέσα στο νερόμυλο. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα από τη ζέστη και τον καπνό, αλλά και από την ένταση που έφερνε η αφήγηση του Γουέι Τζεν. Κάποιοι μισοκατέβαζαν το κεφάλι, άλλοι κοίταζαν τα σπασμένα ξύλα στο πάτωμα, φαντάζοντας σκηνές που ποτέ δεν θα ζούσαν.

   «Τι θα έκανες αν ήταν ωραία και ήταν η γυναίκα του αδελφού σου;» ψιθύρισε ένας, σα να μονολογούσε στον ίδιο του τον εαυτό.

   «Αν ήταν εξαδέλφη σου;» ρώτησε ένας άλλος, το χέρι του να τρέμει ελαφρά.

  «Κι αν ήταν η παντρεμένη γυναίκα του φίλου σου;» πρόσθεσε ένας τρίτος, η φωνή του σφιγμένη από φόβο και περιέργεια.

   Σιωπή. Ο καθένας έβλεπε τις φαντασιώσεις του να συγκρούονται με την ηθική και τον φόβο.

   «Θα είχες τη δύναμη να πεις όχι, αφού κανείς ποτέ δεν θα το μάθαινε;» ρώτησε ο τέταρτος, μισοχαμογελώντας, μισοτρομάζοντας.

   Ένας νεαρός, ο πιο σιωπηλός από όλους, σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του και ψιθύρισε: «Εγώ… θα έβαζα κάποιον να μας έκλεινε τα μάτια, και σε εμάς και σε αυτές. Ό,τι και να γινόταν, να μη μάθαινε η γυναίκα ποιος ήταν ο σύντροφός της…»

   Υπήρξε παύση. Το ξύλινο πάτωμα έτριζε. «Μα δεν θα είχες την απορία να πετάξεις στο τέλος τη λουρίδα και να δεις; Και αν έβρισκες κάτι που σε τρόμαζε;» είπε κάποιος άλλος.

   Οι νεοσύλλεκτοι γύρισαν τα βλέμματα στη φωτιά. Είχαν οδηγηθεί σε σκέψεις που δεν ήθελαν να ομολογήσουν ούτε στον εαυτό τους. Κάποιοι ένιωσαν μια θλίψη, άλλοι μια ενοχή. Ο Γουέι Τζεν τους παρατηρούσε από την άκρη, σιωπηλός, και ήξερε πως οι νεαροί στρατιώτες θα κουβαλούσαν αυτά τα ερωτήματα μαζί τους για καιρό, χωρίς ποτέ να τα πουν δυνατά. Η νύχτα περνούσε αργά, κι οι φαντασιώσεις τους έσμιγαν με τη μυρωδιά του νερού και του καμένου ξύλου, σαν να ήθελαν να τους θυμίζουν πως η δύναμη και η επιλογή μπορούν να γίνουν παγίδες της σκέψης.

   Εκείνος όμως που είχε βυθιστεί περισσότερο σε σκέψεις από όλους ήταν ο Γιούν-Τσεν, ο νεαρός βοηθός του μυλωνά. Κάθισε λίγο μακριά από τη φωτιά, τα χέρια του στα γόνατα, και κοίταζε το σκοτεινό νερό που κυλούσε γύρω από το μύλο. Ο καταδότης με το κομμένο αυτί είχε επιλέξει την μικρότερη αδελφή της μάνας του, τη θεία του, και εκείνη τον είχε επιλέξει. Μετά από εκείνη την πρώτη επαφή, συνέχισαν να ζουν μαζί, στο ίδιο σπίτι, στο σπίτι των γονιών του άνδρα με το κομμένο αυτί.

    Για τον Γιούν-Τσεν, όμως, κάθε σκέψη γύρω από αυτή την ιστορία γέμιζε την καρδιά του με αίσθημα περίεργο, ένα μίγμα ζήλιας, θαυμασμού και ανησυχίας. Δεν ήταν μόνο η σχέση του καταδότη με τη θεία του· ήταν οι ρωγμές της δικής του οικογένειας που ξαναζωντάνευαν. Η Λιάν-Ρονγκ, η αδελφή του πατέρα του, η γυναίκα στο νεκροταφείο, η γυναίκα στο ποτάμι, η γυναίκα στην πηγή της λίμνης, είχε  ενωθεί μαζί του, και τότε μπορεί να μην γνώριζε ποια ήταν,  αλλά πριν λίγο καιρό είχε αποκαλυφθεί η συγγένειά τους. Κάθε φορά που σκεφτόταν την ιστορία του καταδότη, οι μνήμες αυτής της  σχέσης επέστρεφαν στον νου, σαν καθρέφτης που του θύμιζε πως οι δεσμοί, η οικογένεια και η επιλογή μπορούν να μπλεχτούν με τρόπους που κανείς δεν μπορεί να ελέγξει πλήρως. Και ενώ οι υπόλοιποι νεοσύλλεκτοι κουβέντιαζαν για φαντασιώσεις και υποθετικά σενάρια, ο Γιούν-Τσεν ένιωθε το βάρος της πραγματικότητας. Οι επιλογές των ανθρώπων, οι σχέσεις, και οι συνέπειες τους μπορούσαν να ακολουθούν για χρόνια, αόρατες αλλά αμείλικτες, όπως το νερό που κυλούσε αθόρυβα γύρω από τον μύλο εκείνο το βράδυ. 


το στενό μονοπάτι προς το βουνό

    Ο Γιούν-Τσεν περπατούσε αργά κατά μήκος του στενού μονοπατιού που ανέβαινε στο βουνό. Τα κλαδιά των πεύκων έσκιαζαν το μονοπάτι, και ο ήχος του ποταμού που κυλούσε στην πλαγιά ήταν σαν ψίθυρος που τον καλούσε να ηρεμήσει.

    Στη σπηλιά, που είχε ακούσει ότι κατοικούσε ένας σοφός άνδρας, βρήκε έναν ηλικιωμένο καθισμένο σε ένα στρώμα χόρτων, με ένα μικρό δοχείο τσαγιού μπροστά του. Τα μάτια του σοφού, φωτεινά και ήρεμα, ακολούθησαν την κίνηση του νεαρού καθώς πλησίαζε.

   Ο Γιούν-Τσεν στάθηκε αμήχανα στην είσοδο της μικρής σπηλιάς. Τα δάχτυλά του έπαιζαν νευρικά με τα άκρα του μανικιού, και το βλέμμα του έπεφτε συχνά στο έδαφος. Ο σοφός τον κοίταξε ήρεμα, χωρίς να μιλήσει, σαν να ήξερε ήδη τι είχε μέσα του ο νεαρός.

   Στην είσοδο της σπηλιάς στεκόταν ο γέροντας. Ήταν ισχνός, σχεδόν διάφανος μέσα στα φθαρμένα του ρούχα. Τα μαλλιά και τα γένια του, μακριά και λευκά, έπεφταν σαν νερό πάνω στους ώμους του. Τα μάτια του όμως είχαν μια παράξενη ζωντάνια· βαθιά, ήρεμα, σαν λίμνη που δεν την ταράζει ούτε ο πιο δυνατός άνεμος. Ζούσε χρόνια μόνος του, αναχωρητής από τον κόσμο των ανθρώπων, έχοντας αφήσει πίσω του θόρυβο, επιθυμίες και φόβους.

   «Θα έρθεις μέσα;» ρώτησε με φωνή ήρεμη, σχεδόν ψιθυριστή.

   Ο Γιούν-Τσεν στάθηκε για λίγο ακίνητος. Κοίταξε το σκοτάδι της σπηλιάς, σαν να φοβόταν ότι θα αντικρίσει εκεί μέσα κάτι περισσότερο από πέτρα και σιωπή.

   Ο γέροντας χαμογέλασε ελαφρά. «Όσοι έρχονται μέχρι εδώ, ποτέ δεν έρχονται τυχαία», είπε. «Κανείς δεν κάνει τόσο δρόμο για να μη βρει τίποτε. Μη φοβάσαι, νέε μου. Εδώ έρχονται όσοι βασανίζονται από σκέψεις… από σκέψεις που δεν μπορούν να πουν πουθενά.»

   Ο Γιούν-Τσεν κατέβασε το βλέμμα. Τα χέρια του έτρεμαν ελαφρά. «Γέροντα…» είπε τελικά, «οι σκέψεις παλεύουν σαν δράκοι μέσα μου.»

   Ο γέροντας έγνεψε αργά, σαν να είχε ακούσει την ίδια φράση αμέτρητες φορές. «Έτσι γίνεται με όλους», απάντησε. «Οι δράκοι δεν γεννιούνται από το σκοτάδι, αλλά από όσα κρατάμε κρυμμένα μέσα μας.»

   Τον παρατήρησε για λίγο σιωπηλός. «Δεν φαίνεσαι να έχεις περάσει από μονοπάτι της φωτιάς. Δεν δείχνεις να έχεις σκοτώσει. Για κλέφτης δεν φαίνεσαι…» συνέχισε, με μια σκιά καλοσύνης στη φωνή του. «Στην ηλικία σου, τα σφάλματα είναι της καρδιάς.»

   Ο Γιούν-Τσεν ένιωσε σαν να τον είχαν διαβάσει ολόκληρο. Σήκωσε το βλέμμα του, αυτή τη φορά χωρίς να το αποστρέψει. Έκανε ένα βήμα μπροστά. Και πέρασε το κατώφλι της σπηλιάς.

   Με δισταγμό, σχεδόν ψιθυριστά, άρχισε να μιλάει. «Κάνω κάτι… κάτι που οι περισσότεροι θα έλεγαν αμάρτημα», είπε, η φωνή του σπασμένη από την αμηχανία και τον φόβο. Σταμάτησε για μια στιγμή, κοίταξε τα μάτια του σοφού και συνέχισε: «Έχω… έχω ερωτική σχέση με τη θεία μου. Όταν τη γνώρισα, ήταν χήρα… Πριν από εκείνη τη στιγμή δεν την ήξερα καθόλου. Κι όμως τώρα… τώρα δεν μπορώ να ησυχάσω. Κάθε σκέψη, κάθε στιγμή, με κυνηγάει η αμφιβολία. Τι έκανα; Τι είναι σωστό; Τι είναι λάθος;»

   Ο σοφός παρέμεινε σιωπηλός για λίγο, αφήνοντας τον νεαρό να αδειάσει το βάρος από την καρδιά του. Ο ήχος του ποταμού που κυλούσε κοντά στη σπηλιά γέμιζε τον χώρο σαν μακρινό ψίθυρο, και οι σκιές των κλαδιών χόρευαν στους τοίχους.

    Ο σοφός τον κοίταξε για λίγο σιωπηλός, σαν να άκουγε όχι μόνο τα λόγια του, αλλά και τις σκιές που τα συνόδευαν. Μετά μίλησε αργά, με τη φωνή να κυλάει σαν νερό:

   «Γιούν-Τσεν, η καρδιά σου έχει καταλάβει τη διαφορά μεταξύ του τι είναι αληθινό και του τι επιβάλλει ο κόσμος. Κανείς δεν μπορεί να κρίνει την πρόθεση που γεννά την ένωση δύο ανθρώπων. Αν υπάρχει σεβασμός, αμοιβαιότητα και κανείς δεν πληγώνεται, τότε η πράξη αυτή δεν είναι αμάρτημα· είναι μια επιλογή, μια μορφή σύνδεσης ανάμεσα σε δύο ψυχές μέσα σε έναν κόσμο που δεν σταματά ποτέ να αλλάζει».

   Ο νεαρός τον άκουγε, η αναπνοή του πιο ήρεμη με κάθε λέξη. «Αλλά πώς μπορώ να ησυχάσω; Πώς να κοιτάξω τον κόσμο και τον εαυτό μου χωρίς ενοχή;»

   «Δεν θα ησυχάσεις αν αναζητάς τη σιγουριά του κόσμου», είπε ο σοφός. «Η ηρεμία έρχεται από μέσα. Αν η πράξη σου δεν γεννά βία, θυμό ή μίσος, τότε η καρδιά σου μπορεί να βρει ειρήνη. Μάθε να ζεις με την επιλογή σου, και άσε τον χρόνο να δείξει την αλήθεια της».

    Ο Γιούν-Τσεν αναστέναξε και κοίταξε τα μάτια του σοφού. «Ξέρω ότι είναι μεγαλύτερή μου», είπε, η φωνή του σπασμένη από τη σύγχυση, «και όμως αυτό δεν με επηρεάζει. Η γλυκύτητά της την κάνει να φαίνεται νεότερη. Δείχνει κατανόηση και υπομονή. Μου έχει εξομολογηθεί ότι μόνο εγώ υπήρξα ο έρωτας της ζωής της… Και όλα αυτά πριν μάθουμε ότι υπάρχει συγγένεια μεταξύ μας».

   Ο γέροντας έμεινε για λίγο σιωπηλός, κοιτώντας τον Γιούν-Τσεν με εκείνο το βαθύ, διαπεραστικό βλέμμα που έμοιαζε να φτάνει πέρα από τις λέξεις.

   «Αυτή η ένωση…» είπε τελικά ήρεμα, «έγινε με βία;»

   «Όχι», απάντησε ο Γιούν-Τσεν χωρίς δισταγμό.

   «Με απάτη;»

   «Όχι.»

   Ο γέροντας έγνεψε ελαφρά. «Ήταν κάτι περαστικό; Συνέβη μία φορά και έπειτα οι δρόμοι σας χώρισαν;»

   Ο νεαρός κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

   «Γνωρίζατε την ηλικία ο ένας του άλλου;»

   «Ναι…»

  «Άρα, είχατε επίγνωση»

   «Στην αρχή δεν γνωριζόμασταν. Δεν ξέραμε ποιος είναι ο άλλος.»

   Ο γέροντας ανασήκωσε ελαφρά τα φρύδια. «Και οι δύο; Και εσύ και εκείνη;»

   «Ναι», απάντησε χαμηλόφωνα ο Γιούν-Τσεν.

   Μια σύντομη παύση ακολούθησε, πριν ο γέροντας συνεχίσει.

   «Υπήρχε κάποιο εμπόδιο; Κάποιος άλλος άνθρωπος ανάμεσά σας; Από τη δική σου πλευρά ή από τη δική της;»

   «Όχι.»

   «Ήταν μια σχέση ανάγκης; Μια ένωση που γεννήθηκε επειδή ο καθένας σας ζητούσε να κερδίσει κάτι από τον άλλο;»

   Ο Γιούν-Τσεν σήκωσε το βλέμμα του. «Όχι.»

  «Ήταν μία σχέση που την οδήγησαν εκεί οι συνθήκες, όπως ενώσεις ανάμεσα σε απομονωμένους ανθρώπους, ενώσεις που έγιναν γιατι ήταν μόνο αυτοί οι δύο και κανείς άλλος;»

  «Δεν καταλαβαίνω» είπε ο Γιούν-Τσεν.

  «Υπήρχαν δηλαδή άλλοι άνδρες και άλλες γυναίκες γύρω σας που θα μπορούσατε να κοιτάξετε ή ήσασταν μόνο εσείς οι δύο, όπως απομονωμένοι σε μια ορεινή καλύβα βοσκών  μέσα σε βαρύ χειμώνα, άνθρωποι σε μια νησίδα που δεν περνά κανείς από εκεί κοντά ή ….σαν δύο άνθρωποι χαμένοι σε ένα πρόχειρο ορεινό καταφύγιο, αποκλεισμένοι από τα χιόνια για μήνες, χωρίς καμία ελπίδα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο;» συνέχισε, με μια φωνή που ακροβατούσε ανάμεσα στην απορία και στην κατανόηση.

   Ο Γιούν-Τσεν τον κοίταξε πιο προσεκτικά τώρα, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει κάτι πίσω από τα λόγια του.

    «Εννοείς… ότι αν γινόταν κάτω από αυτές τις καταστάσεις δεν θα ήταν επιλογή;»

   «Εννοώ ότι ίσως η επιλογή να ήταν ψευδαίσθηση,» απάντησε ο γέροντας. «Σκέψου έναν άνδρα μόνο του σε μια έρημο, για χρόνια, που ξαφνικά συναντά μία και μοναδική γυναίκα. Ή μια γυναίκα χαμένη σε έναν τόπο όπου δεν υπάρχει κανείς άλλος, και ο μόνος άνθρωπος που εμφανίζεται είναι ένας άνδρας. Δεν είναι απαραίτητα έρωτας αυτό που τους ενώνει. Είναι η ανάγκη. Η ανάγκη για επαφή, για ζεστασιά, για επιβεβαίωση ότι δεν έχουν χαθεί ολοκληρωτικά.»

    Ο Γιούν-Τσεν χαμήλωσε το βλέμμα. «Δηλαδή πιστεύεις ότι… δύο άνθρωποι μπορούν να ενωθούν μόνο και μόνο επειδή δεν υπάρχει κανείς άλλος;»

   «Ναι,» είπε ήρεμα. «Όταν η απομόνωση γίνεται ασφυκτική, το σώμα και η ψυχή ψάχνουν διέξοδο. Ένας άνδρας και μια γυναίκα, μόνοι σε έναν κόσμο που μοιάζει να έχει σβήσει, μπορεί να στραφούν ο ένας προς τον άλλον όχι επειδή το διάλεξαν πραγματικά, αλλά επειδή δεν είχαν τίποτε άλλο. Όπως δύο ναυαγοί σε ένα ξεχασμένο νησί· δεν ερωτεύονται απαραίτητα — επιβιώνουν μαζί.»

   Έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε πιο χαμηλόφωνα: «Και μερικές φορές, με τον καιρό, αυτή η ανάγκη μπερδεύεται με κάτι που μοιάζει με συναίσθημα. Ίσως γιατί ο άνθρωπος δεν αντέχει να πιστεύει ότι όλα όσα έκανε ήταν απλώς αποτέλεσμα μοναξιάς.»

   Ο Γιούν-Τσεν έμεινε σιωπηλός για λίγο.

   «Και εσύ;» ρώτησε τελικά. «Πιστεύεις ότι ήταν κάτι τέτοιο;»

   Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε μακριά, σαν να έβλεπε μπροστά του εκείνες τις εικόνες που μόλις είχε περιγράψει ο γέροντας, τη στάνη μέσα στον χειμώνα, το παγωμένο καταφύγιο, το άδειο νησί. «Όχι» είπε τελικά.

   Ο γέροντας αναχωρητής τον κοίταξε προσεκτικά, σαν να ζύγιζε όχι μόνο τα λόγια του αλλά και τα κενά ανάμεσά τους. Η φωνή του ήταν ήρεμη, μα οι ερωτήσεις του έμοιαζαν να σκαλίζουν βαθύτερα απ’ όσο φαινόταν. «Εκείνη πιο πριν είχε γνωρίσει άντρα. Εσύ πριν από εκείνη είχες γνωρίσει άλλες γυναίκες;»

    Ο Γιούν-Τσεν χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα, σαν να δίσταζε να φέρει στο φως κάτι που δεν τον τιμούσε απόλυτα. «Ναι», είπε τελικά με κάποια μικρή συστολή. «Τρεις». Έκανε μια παύση και πρόσθεσε: «Όλες μεγαλύτερες από μένα. Η πρώτη κράτησε καιρό. Τις άλλες δύο γυναίκες τις συνάντησα μόνο για ένα βράδυ και από τότε δεν τις έχω ξαναδεί».

    Ο γέροντας άκουσε χωρίς να τον διακόψει. Μόνο όταν ο Γιούν-Τσεν τελείωσε, έγειρε ελαφρά το κεφάλι, σαν να αναγνώριζε όχι τα γεγονότα, αλλά τη διαδρομή που κρυβόταν πίσω τους.

   «Η πρώτη γυναίκα», είπε αργά, «είναι σχεδόν πάντα καθοριστική. Όχι γιατί είναι η πιο μεγάλη αγάπη, αλλά γιατί γίνεται το μέτρο με το οποίο, χωρίς να το καταλαβαίνεις, θα συγκρίνεις όλες τις επόμενες».

    Σταμάτησε για λίγο και τον κοίταξε πιο βαθιά. «Με βάση εκείνη χαράζεις μια αρχή, μια πορεία. Εκεί μαθαίνεις τι σημαίνει να πλησιάζεις έναν άλλον άνθρωπο, τι σημαίνει να περιμένεις, να αμφιβάλλεις, να φοβάσαι, να ελπίζεις. Όμως εσύ… δεν ξεκίνησες από την αρχή».

    Ο Γιούν-Τσεν έμεινε ακίνητος.

   «Ξεκίνησες αντίστροφα», συνέχισε ο γέροντας. «Αντί να ερωτευθείς μια κοπέλα της ηλικίας σου, να βαδίσεις μαζί της μέσα στην αμηχανία και την ανακάλυψη, πέρασες απότομα ένα ποτάμι και μάλιστα πατώντας σε μια έτοιμη γέφυρα».

   Σήκωσε το χέρι του ελαφρά, σαν να σχεδίαζε αυτή τη γέφυρα στον αέρα. «Δεν κουράστηκες. Δεν διερωτήθηκες. Δεν έμεινες ξάγρυπνος να αναρωτιέσαι αν σε θέλει, αν την θέλεις, τι σημαίνει αυτό που νιώθεις. Δεν γνώρισες την αργή φωτιά του έρωτα. Βυθίστηκες κατευθείαν στη σωματική επαφή».

   Η φωνή του μαλάκωσε, όχι όμως η αυστηρότητά της. «Και έτσι έχασες κάτι πολύ λεπτό. Την προσμονή. Εκείνη την αγωνία που κάνει την καρδιά να βαραίνει και να ελαφραίνει μαζί. Εκείνο το διστακτικό βήμα πριν από το άγγιγμα, που δίνει νόημα στο ίδιο το άγγιγμα».

   Ο Γιούν-Τσεν κατέβασε ξανά το βλέμμα.

   «Και οι άλλες δύο γυναίκες», συνέχισε ο γέροντας, «ήρθαν σαν επιβεβαίωση αυτού του δρόμου. Σου δόθηκαν εύκολα και έφυγαν γρήγορα. Δεν σου ζήτησαν να σταθείς, να επενδύσεις, να ριζώσεις».

   Έγειρε προς τα εμπρός. «Άκουσε καλά αυτό. Δεν μπορούν να αναπτυχθούν βαθιά συναισθήματα μόνο με σώματα που μας προσφέρονται, όσο όμορφα κι αν είναι αυτά τα σώματα. Το σώμα ανοίγει την πόρτα, αλλά δεν χτίζει το σπίτι».

   Μια μικρή σιωπή απλώθηκε. «Όταν όλα δίνονται χωρίς κόπο», συνέχισε πιο ήρεμα, «ο άνθρωπος μαθαίνει να μην αναζητά το βάθος. Μαθαίνει να περνά, όχι να μένει. Να παίρνει, όχι να γνωρίζει».

   Σήκωσε το βλέμμα του προς τον νεαρό. «Δεν σου λέω αυτά για να σε κρίνω. Σου τα λέω γιατί ακόμη βρίσκεσαι στην αρχή, ακόμη κι αν νομίζεις πως έχεις προχωρήσει. Αυτό που έχασες δεν είναι ανεπανόρθωτο. Αλλά πρέπει πρώτα να το αναγνωρίσεις».

   Και έπειτα, με πιο ήσυχη φωνή «Μάθε να καθυστερείς. Μάθε να αντέχεις την αβεβαιότητα. Μάθε να επιθυμείς χωρίς να αγγίζεις αμέσως. Τότε, ίσως για πρώτη φορά, θα καταλάβεις τι σημαίνει να πλησιάζεις πραγματικά έναν άνθρωπο».

   Ο γέροντας έμεινε για λίγο σιωπηλός, σαν να ξαναζύγιζε μέσα του τα ίδια τα λόγια του Γιούν-Τσεν. Ύστερα σήκωσε αργά το βλέμμα του. «Πιο πριν», είπε, «μίλησες για αυτή τη γυναίκα και είπες: “Η γλυκύτητά της την κάνει να φαίνεται νεότερη.”»

    Επανέλαβε τη φράση πιο αργά, σχεδόν ψιθυριστά, σαν να την τοποθετούσε μπροστά τους για να την παρατηρήσουν. «Δεν είναι μια απλή παρατήρηση αυτή», συνέχισε. «Είναι ένα παράθυρο».

   Ο Γιούν-Τσεν τον κοίταξε χωρίς να μιλά.

   «Στο βάθος», είπε ο γέροντας, «αναζητάς τη νεότητα. Όχι απαραίτητα την ηλικία, αλλά εκείνη την αίσθηση της αρχής, της καθαρότητας, της δυνατότητας, της ανεπιτήδευτης ζεστασιάς που δεν έχει ακόμη φθαρεί».

    Έκανε μια μικρή κίνηση με το χέρι, σαν να προσπαθούσε να πιάσει κάτι άυλο. «Οι τρεις γυναίκες που γνώρισες πριν… ήταν ήδη περάσματα. Δεν στάθηκαν για σένα ως αρχές. Ήταν πιο μεγάλες, πιο έτοιμες, πιο ολοκληρωμένες και εσύ μπήκες στη ζωή τους σαν επισκέπτης, όχι σαν συνοδοιπόρος».

   Ο Γιούν-Τσεν χαμήλωσε ελαφρά το βλέμμα. «Αυτή όμως… είναι διαφορετική», συνέχισε ο γέροντας. «Γιατί ενώ είναι μεγάλη, δεν είναι “κλεισμένη”. Ενώ έχει ζήσει, δεν έχει σκληρύνει. Η γλυκύτητά της, όπως είπες, την κάνει να φαίνεται νεότερη. Όχι στα μάτια μόνο, αλλά και μέσα σου».

   Ο γέροντας πλησίασε λίγο πιο κοντά στον Γιούν-Τσεν. «Και εδώ αρχίζει η σύγχυση σου. Γιατί δεν ξέρεις πού να την τοποθετήσεις».

    Ο νεαρός σήκωσε τα μάτια του, σαν να περίμενε να ακούσει κάτι που ήδη φοβόταν.

   «Δεν είναι ούτε πολύ μεγάλη, ώστε να την δεις όπως είδες τις άλλες, ως μια εμπειρία που σε προσπερνά. Ούτε όμως είναι κοπέλα της ηλικίας σου, ώστε να βαδίσεις μαζί της από την αρχή, αργά, διστακτικά».

    Η φωνή του γέροντα έγινε πιο ήρεμη, σχεδόν συμπονετική. «Έχει και από τα δύο. Και αυτό σε αποσυντονίζει. Γιατί μέσα της συναντάς δύο επιθυμίες σου ταυτόχρονα: την ανάγκη για καθοδήγηση και την ανάγκη για ισότητα. Τη ζεστασιά της ωριμότητας και τη λάμψη της νεότητας».

    Έξω, ο αέρας ακούστηκε να περνά ανάμεσα από τα δέντρα. Ο Γιούν-Τσεν έμεινε ακίνητος.

   «Και όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατατάξει κάτι», συνέχισε ο γέροντας, «δεν μπορεί ούτε να το κατανοήσει. Και όταν δεν το κατανοεί… μπερδεύεται. Όχι επειδή αυτό που βλέπει είναι περίπλοκο αλλά επειδή μέσα του συγκρούονται διαφορετικές ανάγκες».

   Σταμάτησε για λίγο. «Δεν σε έλκει μόνο εκείνη», είπε πιο χαμηλά. «Σε έλκει αυτό που νομίζεις ότι βρίσκεις μέσα της».

   Ο Γιούν-Τσεν ένιωσε τα λόγια να τον βαραίνουν.

   «Αν ήταν μόνο μεγαλύτερη, θα την είχες ήδη ξεπεράσει. Αν ήταν μόνο νεότερη, θα ήξερες πώς να σταθείς. Μα τώρα… στέκεσαι ανάμεσα».

   Ο γέροντας ίσιωσε την πλάτη του. «Και εκεί είναι που πρέπει να προσέξεις. Γιατί όταν βλέπουμε σε έναν άνθρωπο κάτι διπλό, συχνά δεν αγαπάμε τον ίδιο αλλά την αντανάκλαση των δικών μας ελλείψεων».

   Μια μακριά σιωπή απλώθηκε ανάμεσά τους. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, ο Γιούν-Τσεν άρχισε για πρώτη φορά να αναρωτιέται όχι τι είναι εκείνη η γυναίκα — αλλά τι είναι αυτό που ο ίδιος ζητά από εκείνη.

   Τα μάτια του γέροντα έμειναν σταθερά πάνω στον νεαρό. «Μήπως αυτή η γυναίκα που λες μοιάζει σε κάποιο μέλος της οικογένειάς σου; Μήπως μοιάζει στη μητέρα σου;»

   Ο Γιούν-Τσεν συνοφρυώθηκε ελαφρά. «Όχι… είναι αδελφή του πατέρα μου».

   «Και δεν μοιάζει ούτε σε αυτόν;» συνέχισε ο γέροντας.

   «Όχι.»

   «Ούτε στις εκφράσεις του προσώπου;»

    «Όχι, ούτε στις εκφράσεις του προσώπου. Μα γιατί επιμένεις σε αυτό;»

   Ο γέροντας ήρεμα απάντησε: «Γιατί εκείνοι που μοιάζουν μπορεί να ξυπνούν μνήμες που δεν θυμόμαστε»

   Ο γέροντας έγειρε ελαφρά προς τα εμπρός. «Μήπως μοιάζετε μεταξύ σας;»

   Ο νεαρός δίστασε περισσότερο αυτή τη φορά. «Νομίζω όχι. Αλλά και πάλι γιατί το ρωτάς;»

   Ο γέροντας απάντησε: «Γιατί εκείνοι που μοιάζουν μπορεί να αγαπούν τον εαυτό τους μέσα στον άλλον»

   «Και δεν την είχες δει ποτέ πριν;»

   «Όταν παντρεύτηκε, εγώ ήμουν μικρός. Δεν μέναμε στο ίδιο σπίτι».

   «Και εκείνη δεν έτυχε να έρθει πάλι ποτέ από το χωριό σας;»

   «Όχι. Ήταν δεκαέξι χρόνια παντρεμένη στο χωριό του άνδρα της» απάντησε ο Γιούν-Τσεν.

   Ο γέροντας έμεινε για λίγο σιωπηλός, σαν να έδενε όλες τις απαντήσεις σε ένα αόρατο νήμα. «Έκανε παιδιά με αυτόν;»

   «Όχι. Μα γιατί ρωτάς κάτι τέτοιο;» ρώτησε ο Γιούν-Τσεν κοιτάζοντας τον γέροντα πιο έντονα.

  Ο γέροντας απάντησε: «Γιατί εκείνοι που δεν δημιουργούν κάτι έξω από τον εαυτό τους στρέφονται προς τα μέσα.»

   Ο γέροντας πήρε μια βαθιά ανάσα και, για πρώτη φορά, απάντησε συνολικά και όχι με άλλη ερώτηση. «Ρωτώ», είπε ήρεμα, «γιατί οι άνθρωποι σπάνια αγαπούν τυχαία. Νομίζουν πως επιλέγουν, μα συχνά επαναλαμβάνουν. Αναζητούν οικεία πρόσωπα, γνώριμες κινήσεις, σκιές από το παρελθόν τους. Άλλοτε αγαπούν αυτό που τους έλειψε, άλλοτε αυτό που τους πλήγωσε, και άλλοτε τον ίδιο τους τον εαυτό σε άλλη μορφή. Αν εκείνη σου έμοιαζε ή έμοιαζε σε κάποιον που σε σημάδεψε τότε η επιθυμία σου δεν θα ήταν μόνο για εκείνη, αλλά για κάτι βαθύτερο, πιο παλιό. Και αν δεν έμοιαζε καθόλου, τότε πρέπει να αναρωτηθείς γιατί μια τόσο ξένη μορφή σε τράβηξε τόσο δυνατά. Δεν εξετάζω την πράξη σου», συνέχισε, «αλλά τη ρίζα της. Γιατί εκεί βρίσκεται η αλήθεια και η ελευθερία».

   Ο Γιούν-Τσεν έμεινε σιωπηλός. Οι ερωτήσεις, που πριν του φαίνονταν παράξενες, τώρα άρχισαν να βαραίνουν διαφορετικά μέσα του.

   Ο γέροντας χαμογέλασε αμυδρά. «Τότε άκου», είπε. «Όταν δύο σώματα και δύο ψυχές συναντιούνται χωρίς καταναγκασμό, χωρίς υποχρέωση, χωρίς πίεση… τα σώματα μπορούν να πουν την αλήθεια. Και, κάποιες φορές, την ακολουθούν και οι ψυχές.»

   Τα λόγια του έπεσαν μέσα στη σιωπή της σπηλιάς σαν ήρεμο νερό.

  «Μάθατε νωρίς ότι σας συνέδεε κάτι βαθύτερο;» ρώτησε έπειτα.

  Ο Γιούν-Τσεν δίστασε. «Όχι… Το μάθαμε πρόσφατα. Και από τότε… δεν ξαναβρεθήκαμε.»

   Ο γέροντας έκλεισε για λίγο τα μάτια, σαν να ζύγιζε την αλήθεια πίσω από τα λόγια.

   «Αν μια σχέση την θέλουν και οι δύο», είπε αργά, «και είναι έτοιμοι να ακολουθήσουν το δύσκολο μονοπάτι που τη συνοδεύει… τότε η επιλογή ανήκει σε αυτούς. Όμως μόνο αν τη θέλουν στον ίδιο βαθμό.»

   Άνοιξε ξανά τα μάτια του και τον κοίταξε ευθέως. «Εσύ είσαι σίγουρος για τον εαυτό σου; Θέλεις να συνεχίσει αυτή η σχέση;»

   Ο Γιούν-Τσεν πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ναι.»

  «Για εκείνην όμως δεν γνωρίζεις», συνέχισε ο γέροντας.

   Ο νεαρός χαμήλωσε το βλέμμα. «Όχι… δεν γνωρίζω.»

   Ο γέροντας έγνεψε καταφατικά, σαν να επιβεβαίωνε κάτι που ήδη ήξερε.

  «Τότε άκου καλά», είπε ήσυχα. «Μόνο αν το θελήσει και εκείνη… μπορεί να υπάρξει επανένωση.»

   Η σπηλιά βυθίστηκε ξανά στη σιωπή. Μα αυτή τη φορά, δεν ήταν βαριά. Ήταν μια σιωπή που άφηνε χώρο για αλήθεια.

    Ο σοφός με σταθερή και γαλήνια φωνή, ρώτησε: «Και τι σε φοβίζει περισσότερο, Γιούν-Τσεν; Η πράξη σου ή η γνώση ότι η κοινωνία θα σε κρίνει;»

   «Και τα δύο», απάντησε ο νεαρός. «Φοβάμαι ότι αυτό που νιώθουμε είναι λάθος, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτήν. Πώς να ξεχωρίσω την αλήθεια από την ενοχή; Πώς να είμαι βέβαιος ότι δεν βλάπτω κανέναν;»

    Ο σοφός χαμογέλασε ελαφρά. «Η αλήθεια δεν κρύβεται στους τίτλους ή στους δεσμούς αίματος, αλλά στην καρδιά και στη δράση. Αν η ένωση σας είναι γλυκιά, αμοιβαία και χωρίς βία, τότε η ηθική της επιλογής είναι καθαρή. Το πρόβλημα δεν είναι η φυσική συγγένεια, αλλά η πρόθεση και η αγνότητα της καρδιάς».

   Ο Γιούν-Τσεν σκέφτηκε. «Και αν η αγάπη μας συνεχιστεί; Τι πρέπει να κάνω για να μην υπάρξει καταστροφή; Πώς να ζήσω με τη γνώση της συγγένειας χωρίς να νιώθω μόνιμη ενοχή;»

   «Ζήσε με επίγνωση», είπε ο σοφός. «Μην κρύβεσαι ούτε από τη φύση ούτε από τον εαυτό σου. Η αγάπη που γεννά σεβασμό, υπομονή και κατανόηση δεν είναι αμαρτία· είναι μάθημα. Και το μάθημα αυτό πρέπει να το κρατήσεις καθαρό, χωρίς φόβο και χωρίς να επιβάλεις βία».

  Ο νεαρός αναστέναξε ξανά, και για πρώτη φορά ένιωσε μια αίσθηση εσωτερικής ηρεμίας. Η νύχτα είχε πέσει πλήρως γύρω από τη σπηλιά, και ο ήχος του ποταμού ήταν σαν μια υπόσχεση ότι, ακόμη και μέσα στο χάος του κόσμου, η καρδιά μπορεί να βρει την αλήθεια της και τη γαλήνη της.

   Ο Γιούν-Τσεν έκλεισε τα μάτια. Ο ήχος του ποταμού και η γαλήνη της σπηλιάς τον περιέβαλαν. Για πρώτη φορά μετά από μέρες, ένιωσε πως ίσως υπήρχε τρόπος να ζήσει με την αλήθεια του, χωρίς να τον καταδιώκει η ενοχή, χωρίς να τον σέρνει η κρίση των άλλων. Ένιωσε τη σκιά της αμφιβολίας να ελαφρώνει, σαν να την είχε πλύνει ο ψίθυρος του νερού και η σοφία του αναχωρητή.

   Ο Γιούν-Τσεν βγήκε από τη σπηλιά του γέροντα με βήματα αργά, σαν να κουβαλούσε κάτι βαρύτερο από το ίδιο του το σώμα. Ίσως είχε πάρει κάποιες απαντήσεις στις αναζητήσεις του ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. Μα στην πραγματικότητα είχε διαλέξει μόνο εκείνες τις λέξεις που ταίριαζαν με όσα ήδη είχε αποφασίσει βαθιά μέσα του. Είχε κρατήσει τις φράσεις που τον παρηγορούσαν, που δικαιολογούσαν τις σκέψεις του, που έντυναν με σοφία τις επιθυμίες του. Δεν είχε δει ολόκληρη την αλήθεια. Κανείς δεν τη βλέπει. Γιατί η αλήθεια δεν έχει μία μόνο πλευρά. Έχει πολλές και οι άνθρωποι, σχεδόν πάντα, διαλέγουν εκείνη που τους βολεύει.

 

 

 

η νύχτα μετά τη διαφώτιση

   Ο Γιούν-Τσεν κατηφόρισε προς τον νερόμυλο, που τον τελευταίο καιρό είχε γίνει η μόνιμη βάση του. Ο ήχος του νερού που γύριζε τη φτερωτή ήταν σταθερός, σχεδόν υπνωτικός, σαν να προσπαθούσε να σβήσει τις σκέψεις του.

   Ο Χουάνγκ Λιν τον είδε από μακριά και σήκωσε το κεφάλι. «Πού χάθηκες σήμερα;» τον ρώτησε. «Είχες πάει για κυνήγι;»

   Ο Γιούν-Τσεν κοντοστάθηκε για λίγο πριν απαντήσει. «Έπρεπε να ξεδιαλύνω μερικά πράγματα.»

   Ο μυλωνάς τον κοίταξε πιο προσεκτικά τώρα. Τα μάτια του είχαν εκείνη τη σιωπηλή οξυδέρκεια ανθρώπου που έχει ζήσει αρκετά για να αναγνωρίζει τα βάρη των άλλων.

   «Δεν σε βλέπω ήρεμο τις τελευταίες μέρες,» είπε ήπια. «Από τότε που κατέβηκες εκείνη τη μέρα στο Λο Τζιανγκ, έχεις αλλάξει. Το παρατήρησε και η Τσενγκ-Λι. Είσαι κακόκεφος… και δεν αγγίζεις το φαγητό που σου φέρνει. Νομίζει ότι δεν σου αρέσει, ότι δεν μαγειρεύει καλά.»

   Ο Γιούν-Τσεν ανασήκωσε το βλέμμα. «Όχι… πες της ότι δεν είναι αυτό. Δεν φταίει εκείνη.» Έκανε μια μικρή παύση. «Έμαθα κάτι που δεν έπρεπε να μάθω.»

   Ο Χουάνγκ Λιν χαμογέλασε αχνά, όχι ειρωνικά,  περισσότερο με μια πικρή κατανόηση. «Η ζωή είναι γεμάτη από τέτοια,» είπε. «Είσαι νέος ακόμη. Πόσα άλλα έχεις να μάθεις και να ακούσεις… Και ίσως είναι καλύτερα να τα μαθαίνει κανείς νωρίς.»

   Σώπασε για λίγο, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να συνεχίσει. Ύστερα πρόσθεσε: «Όχι σαν κι εμένα.»

   Το βλέμμα του χάθηκε για μια στιγμή στο νερό που κυλούσε. Δεν χρειαζόταν να πει περισσότερα. Είχε μάθει αργά. Είχε πιστέψει, με εκείνη τη βεβαιότητα που μόνο οι άνθρωποι που αγαπούν μπορούν να νιώσουν, ότι ήταν ο ένας και μοναδικός στη ζωή της. Ότι οι στιγμές που μοιραζόταν μαζί της ήταν αληθινές, ότι τα λόγια της είχαν βάρος. Και εκείνη… εκείνη περίμενε απλώς τη στιγμή. Τη σωστή στιγμή για να φύγει. Όταν πια είχε εξασφαλίσει την άνοδό της, τη θέση της σε ένα πλουσιότερο σπίτι, μια ζωή πιο άνετη. Και τον άφησε. Όχι απότομα, αλλά σιγά, σχεδόν ανεπαίσθητα, αφήνοντάς τον για μήνες να πιστεύει πως ήταν ακόμα ο εκλεκτός της. Ο μόνος άνδρας που απολάμβανε την εύνοιά της.

   Ο Χουάνγκ Λιν τίναξε ελαφρά το κεφάλι, σαν να έδιωχνε τη σκέψη. «Το βράδυ ετοιμάσου για το δρομολόγιό σου,» είπε πιο πρακτικά. «Ήρθε μήνυμα από την αρχόντισσα. Θέλει ένα σακί.»

   Ο Γιούν-Τσεν έγνεψε χωρίς να μιλήσει. Ο ήχος του νερού συνέχιζε αδιάκοπα. Ο Γιούν-Τσεν φόρτωσε σιωπηλά το σακί στο άλογό του και πήρε τον γνώριμο δρόμο. Η νύχτα είχε απλωθεί απαλά πάνω από τα χωράφια, και ο αέρας ήταν ακίνητος, σαν να κρατούσε κι εκείνος την ανάσα του. Δεν βιαζόταν. Ήξερε πως όλα ήταν κανονισμένα.

   Όταν έφτασε στο αρχοντικό της Λιάν-Χουά, δεν πέρασε από την κύρια είσοδο. Όπως πάντα, κατευθύνθηκε προς την πλάγια πόρτα της νέας μεγάλης αποθήκης. Εκεί τον περίμενε. Στεκόταν στο μισοσκόταδο, σαν να ανήκε ήδη σε εκείνον τον χώρο περισσότερο απ’ ό,τι στο ίδιο της το σπίτι. Μόλις τον είδε, πλησίασε και πήγε να τον φιλήσει, όπως έκανε κάθε φορά. Μα αυτή τη φορά, κάτι ήταν διαφορετικό.

   Ο Γιούν-Τσεν δεν ανταποκρίθηκε όπως συνήθιζε. Δεν υπήρχε εκείνη η άμεση ανταπόκριση, εκείνη η σιωπηλή βεβαιότητα του σώματος. Έμεινε για μια στιγμή ακίνητος, σαν να είχε απομακρυνθεί ελαφρά, χωρίς να έχει κάνει βήμα.

   Η Λιάν-Χουά το κατάλαβε αμέσως. «Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε χαμηλόφωνα.

   Εκείνος δίστασε. Τα μάτια του απέφυγαν τα δικά της. «Τίποτα…» πήγε να πει, μα η φωνή του δεν είχε πειθώ.

   Η Λιάν-Χουά τον κοίταξε πιο σταθερά.
«Μεταξύ μας», είπε, «πρέπει να υπάρχει αλήθεια. Δεν είμαστε πια ξένοι». Έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε, σχεδόν με μια ήρεμη περηφάνια: «Έχουμε περάσει τόσα μαζί. Χτίσαμε μια αποθήκη… και θα χτίσουμε κι έναν ξενώνα. Δεν υπάρχει πια λόγος να κρυβόμαστε εδώ μέσα». Έδειξε με το βλέμμα της προς το πίσω μέρος του αρχοντικού. «Θα είναι δίπλα στο σπίτι. Θα συναντιόμαστε εκεί».

   Ο Γιούν-Τσεν την άκουγε, μα η σκέψη του ήταν αλλού. «Μαζί σου άρχισα», είπε τελικά. «Αλλά εσύ… είχες άλλες γνωριμίες πριν από μένα». Η Λιάν-Χουά δεν αιφνιδιάστηκε. «Για μια γυναίκα», απάντησε ήρεμα, «δεν έχει σημασία ποιος ήταν ο πρώτος. Σημασία έχει με ποιον είναι τώρα».

   Ο Γιούν-Τσεν την κοίταξε πιο έντονα. «Και ο παλιός ξυλουργός;»

   Για μια στιγμή, το πρόσωπό της σκλήρυνε. «Ακόμη μιλά αυτός ο παλιάνθρωπος;» είπε κοφτά.

   «Δεν μιλά», απάντησε ο Γιούν-Τσεν. «Αλλά αφήνει υπονοούμενα».

   Η Λιάν-Χουά αναστέναξε με ενόχληση. «Το παρελθόν είναι παρελθόν. Όποιος δεν μπορεί να το καταλάβει, δεν φταίει ο άλλος. Του έχω πει να μην ξαναπατήσει στο χωριό. Όσοι απολύονται, αποζημιώνονται και φεύγουν». Τον κοίταξε με μια σπίθα αυστηρότητας. «Έβγαλε καλά λεφτά. Περισσότερα απ’ όσα άξιζε η δουλειά του. Ή μήπως δεν θυμάσαι πόσες επιδιορθώσεις έκανες στην παλιά αποθήκη;»

   Ο Γιούν-Τσεν δεν απάντησε. Έμεινε για λίγο σιωπηλός και ύστερα ρώτησε: «Και ποιο είναι το δικό μας μέλλον;»

   Η Λιάν-Χουά χαλάρωσε ελαφρά. Πλησίασε. «Τι ανησυχείς;» του είπε. «Ο Τσάο Γουεντάο θα έρχεται όλο και λιγότερο. Δεν αγγίζει πια χέρι πάνω μου. Είμαι αποκλειστικά δική σου, εδώ και μήνες. Δεν το καταλαβαίνεις; Δεν το νιώθεις;» Άπλωσε το χέρι της και το ακούμπησε στο στήθος του, αργά, σχεδόν καθησυχαστικά.

   Ο Γιούν-Τσεν πήρε μια ανάσα. «Με ανησυχεί… που σε λίγο θα πρέπει να πηγαίνω στο Λο Τζιάνγκ. Ο Μινγκ-Τάο όπου να ’ναι παντρεύεται».

   Η Λιάν-Χουά χαμογέλασε αχνά. «Αυτά τα ξεκαθαρίσαμε. Θα είσαι εκεί όσο και όταν σε χρειάζονται. Δεν έχω καμία διάθεση να σε κλέψω από την οικογένειά σου». Έκανε μια μικρή παύση. «Κάποιες μέρες θα ξεκλέβεις και θα έρχεσαι εδώ. Ζητάω πολλά; Ίσως αυτό μας κάνει καλό. Ίσως… όταν λείπει για λίγο ο ένας, να γίνεται πιο επιθυμητός στον άλλον».

   Τα λόγια της έμειναν να αιωρούνται ανάμεσά τους, απαλά, σαν τον αέρα της νύχτας. Δεν ειπώθηκε τίποτα άλλο. Σαν να είχαν εξαντληθεί οι λέξεις, άφησαν τα σώματα να συνεχίσουν εκεί όπου σταματούσε ο λόγος. Ξάπλωσαν. Ο ρυθμός που ακολούθησε δεν είχε βιασύνη ούτε ένταση. Δεν είχε κορυφώσεις ούτε απότομες μεταβολές. Ήταν μακρόσυρτος, ήρεμος, επαναλαμβανόμενος,  σαν κάτι γνώριμο που δεν χρειάζεται πια να αποδείξει την αξία του. Σαν το νερό ενός ποταμού που κυλά χωρίς αντίσταση, χωρίς θόρυβο, χωρίς να βιάζεται να φτάσει κάπου. Και μέσα σε αυτή την ηρεμία, ο Γιούν-Τσεν ένιωθε ακόμη εκείνη την ανεπαίσθητη ανησυχία, όχι αρκετά δυνατή για να διακόψει τη ροή, αλλά αρκετή για να του θυμίζει πως, κάτω από την επιφάνεια, κάτι δεν είχε ακόμη ησυχάσει.

 

 

 

η σύλληψη στην Γιόνγκ-αν

   Η Γιόνγκ-αν εκείνο το απόγευμα έμοιαζε ήσυχη, σχεδόν αδιάφορη απέναντι σε ό,τι ετοιμαζόταν να συμβεί. Στην άκρη της πόλης, σε μια αυλή που άλλοτε χρησίμευε για αποθήκη, είχε συγκεντρωθεί μικρός κύκλος ανθρώπων. Άνδρες και γυναίκες, σκυμμένοι ελαφρά, άκουγαν τον γέροντα διδάσκαλο. Η φωνή του δεν ήταν δυνατή, μα είχε εκείνη τη σταθερότητα που δεν ζητούσε προσοχή,  την κέρδιζε.

   «Ο άνθρωπος», έλεγε, «δεν ανήκει σε εκείνον που τον εξουσιάζει, αλλά σε εκείνο που κατανοεί μέσα του».

   Μερικοί αντάλλαξαν βλέμματα. Ήταν λόγια που, αν ειπώνονταν αλλού, θα περνούσαν απαρατήρητα. Μα εκείνη την εποχή, σε εκείνη την πόλη, μπορούσαν να γίνουν επικίνδυνα. Η Γιού-Χουά στεκόταν λίγο πιο πίσω. Το πρόσωπό της ήταν ήρεμο, μα τα μάτια της παρακολουθούσαν κάθε κίνηση. Λίγο πιο πέρα, σχεδόν χαμένος ανάμεσα στους άλλους, βρισκόταν και ο Τσάο Γουεντάο.

   Και τότε, χωρίς προειδοποίηση, η πόρτα άνοιξε με δύναμη. Βήματα βαριά, μεταλλικός ήχος, φωνές. «Σταματήστε! Στο όνομα του νόμου!»

   Οι στρατιώτες μπήκαν στην αυλή σαν κύμα που δεν μπορούσε να ανακοπεί. Ο επικεφαλής προχώρησε ευθεία προς τον γέροντα. «Κατηγορείσαι για διάδοση ετερόδοξων διδασκαλιών και υποκίνηση του λαού με ανατρεπτικές ιδέες», είπε ψυχρά. «Θα μας ακολουθήσεις».

   Ένα ρίγος πέρασε από το πλήθος. Κάποιοι υποχώρησαν. Άλλοι έμειναν ακίνητοι. Ο γέροντας δεν αντιστάθηκε. Μόνο χαμογέλασε ελαφρά. «Τα λόγια δεν αλυσοδένονται», είπε. Οι στρατιώτες τον άρπαξαν. Εκείνη τη στιγμή, η Γιού-Χουά προχώρησε μπροστά. «Σταθείτε!» φώναξε. «Ο άνθρωπος αυτός δεν—» Δεν πρόλαβε να τελειώσει. Δύο στρατιώτες την άρπαξαν. «Συνεργός», είπε ο επικεφαλής χωρίς να την κοιτάξει.

   Το πλήθος αναταράχθηκε. Ο Τσάο Γουεντάο έκανε ένα βήμα μπροστά, ένα μόνο, αλλά αρκετό.

«Προσέξτε», είπε με φωνή που προσπαθούσε να μείνει σταθερή. «Ξέρετε ποια είναι αυτή;»

    Ο επικεφαλής τον κοίταξε για πρώτη φορά. «Ξέρουμε αρκετά», απάντησε ψυχρά. «Και εσείς φαίνεστε υπερβολικά πρόθυμος να παρέμβετε».

    Η σιωπή που ακολούθησε ήταν πιο βαριά από τις φωνές πριν. Για μια στιγμή, φάνηκε πως και ο Τσάο Γουεντάο θα συλλαμβανόταν. Οι στρατιώτες αντάλλαξαν βλέμματα. Ένας από αυτούς πλησίασε τον επικεφαλής και του ψιθύρισε κάτι. Εκείνος συνοφρυώθηκε.

   «Το όνομά σας;» ρώτησε κοφτά.

   Ο Τσάο Γουεντάο το είπε.

   Ο επικεφαλής δίστασε ελάχιστα. Ύστερα έκανε ένα νεύμα. «Θα εξεταστείτε», είπε. «Μην φύγετε από την πόλη».

   Οι στρατιώτες δεν τον άγγιξαν, αλλά η απειλή έμεινε στον αέρα.

    Ο γέροντας και η Γιού-Χουά οδηγήθηκαν έξω.

   Οι κατηγορίες κατά του γέροντα ήταν σαφείς:
διάδοση απαγορευμένων δογμάτων, συγκέντρωση οπαδών, υπονόμευση της τάξης.

   Η Γιού-Χουά κατηγορήθηκε ως υποστηρίκτρια και προστάτιδα, όχι ως ηγετική μορφή, αλλά ως πρόσωπο που ενίσχυε και κάλυπτε τη δράση του. Το όνομα του Τσάο Γουεντάο εμφανίστηκε στα πρακτικά. Και τότε παρενέβη ο γαμπρός του, ο Λιου Σενγκ-Τσάι. Με διακριτικές κινήσεις, με λόγια εκεί που έπρεπε, με υπενθυμίσεις δεσμών και υποχρεώσεων, κατάφερε να απομακρύνει τη σκιά της κατηγορίας από πάνω του. Το όνομα του Τσάο Γουεντάο έσβησε από την υπόθεση σχεδόν την τελευταία στιγμή.

    Η απόφαση εκδόθηκε χωρίς τελετή. Ο γέροντας διδάσκαλος καταδικάστηκε σε εξορία, μακριά από τη Σετσουάν, προς τις απομακρυσμένες δυτικές περιοχές. Μια ποινή που δεν σκότωνε άμεσα, αλλά απομάκρυνε οριστικά. Όταν του ανακοινώθηκε, δεν αντέδρασε. «Ο δρόμος», είπε μόνο, «είναι πάντα μπροστά».

   Η αίθουσα του τοπικού δικαστηρίου στη Γιόνγκ-αν ήταν γεμάτη, μα όχι θορυβώδης. Η σιωπή εκεί δεν ήταν από σεβασμό· ήταν από φόβο. Στο βάθος, πίσω από το χαμηλό ξύλινο κιγκλίδωμα, στέκονταν οι κατηγορούμενοι.

   Ο γέροντας διδάσκαλος είχε ήδη ακούσει την ποινή του. Η σειρά της Γιού-Χουά ήρθε αμέσως μετά. Στεκόταν όρθια, με τα χέρια ενωμένα μπροστά της. Το βλέμμα της δεν ήταν προκλητικό, ούτε ικετευτικό, ήταν ήσυχο, σαν να είχε ήδη αποδεχτεί ό,τι θα ακολουθούσε.

   Ο δικαστικός γραφέας διάβασε την κατηγορία:
«Συμμετοχή και υποστήριξη ετερόδοξης συνάθροισης. Παρουσία και συνδρομή εις την διάδοση απαγορευμένων διδασκαλιών».

   Μια μικρή παύση.

   «Δεδομένης της μη ηγετικής θέσεως της κατηγορουμένης, το δικαστήριο δύναται να εξετάσει επιεικέστερη μεταχείριση, εφόσον παρουσιαστεί αξιόπιστος εγγυητής».

     Στο άκουσμα αυτό, μια φιγούρα κινήθηκε από το πίσω μέρος της αίθουσας. Ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη απλά, αλλά καθαρά. Βάδιζε αργά, με μια ελαφρά δυσκολία, μα χωρίς δισταγμό. Όσοι την αναγνώρισαν, αντάλλαξαν σιωπηλά βλέμματα. Ήταν η μητέρα του Τσάο Γουεντάο. Στάθηκε μπροστά, έσκυψε με σεβασμό και ύστερα σήκωσε το βλέμμα της προς τον δικαστή.

   «Κύριε», είπε, «ζητώ να μιλήσω για την κοπέλα».

    Ο δικαστής την κοίταξε για λίγο. Δεν την διέκοψε.

   «Την γνωρίζω», συνέχισε εκείνη. «Έρχεται στο σπίτι μου. Με φροντίζει όταν δεν μπορώ. Δεν είναι μόνο για μένα, βοηθά και άλλες γυναίκες στη γειτονιά. Δεν είναι ταραχοποιός. Είναι καλό παιδί… με χρυσή καρδιά».

    Η φωνή της δεν έτρεμε. Ήταν απλή, σχεδόν γήινη. Αυτό την έκανε πιο βαριά από κάθε ρητορεία. Η Γιού-Χουά, ακούγοντας τα λόγια, χαμήλωσε το βλέμμα της. Για πρώτη φορά, κάτι άλλαξε στο πρόσωπό της.

   Ο γραφέας έγραψε βιαστικά.

   Τότε, από την πλευρά των αξιωματούχων, παρενέβη ο Λιου Σενγκ-Τσάι. Δεν μίλησε δυνατά. Πλησίασε, αντάλλαξε λίγες λέξεις με τον ανώτερο γραμματέα, και ύστερα περίμενε.

    Η διαδικασία συνεχίστηκε.

   «Το δικαστήριο», ακούστηκε τελικά, «δέχεται την παρουσία εγγυητή υπό όρους».

   Μια ανάσα διαπέρασε την αίθουσα.

   «Η κατηγορουμένη τίθεται υπό καθεστώς επιτήρησης. Θα παραμείνει εντός της Γιόνγκ-αν. Δεν θα συμμετέχει σε συναθροίσεις ούτε θα συνδέεται με πρόσωπα υπό υποψία».

   Ο γραφέας σταμάτησε για μια στιγμή, και ύστερα συνέχισε: «Η ευθύνη της συμπεριφοράς της ανατίθεται στους εγγυητές της. Ορίζεται ως κύριος εγγυητής η οικία του Τσάο Γουεντάο, δια της μητρός αυτού, με επικύρωση υπό την ευθύνη του Λιου Σενγκ-Τσάι».

    Ο δικαστής έγειρε ελαφρά μπροστά. «Θα κατατεθεί χρηματική εγγύηση εκ των προτέρων. Το ποσόν θα δεσμευτεί από το δικαστήριο και θα καταπέσει εάν η κατηγορουμένη παραβεί τους όρους».

    Η αναφορά του ποσού δεν ειπώθηκε δυνατά,  μα όσοι γνώριζαν, καταλάβαιναν. Δεν ήταν μικρό. Ήταν αρκετό για να δεσμεύσει όχι μόνο την ίδια, αλλά και εκείνους που στάθηκαν υπέρ της.

   Η μητέρα του Τσάο Γουεντάο έσκυψε ξανά. «Αναλαμβάνω», είπε απλά. Ο Λιου Σενγκ-Τσάι ένευσε ελαφρά, επιβεβαιώνοντας.

    Η απόφαση καταγράφηκε.

    Όταν βγήκαν από την αίθουσα, η Γιού-Χουά στάθηκε για λίγο έξω, στο φως. Η ηλικιωμένη γυναίκα στάθηκε δίπλα της. «Έλα», της είπε ήσυχα. «Τώρα θα προσέχεις περισσότερο». Η Γιού-Χουά έγνεψε.

   Πιο πέρα, ο Τσάο Γουεντάο παρακολουθούσε χωρίς να πλησιάζει. Ήξερε πως το τίμημα είχε ήδη πληρωθεί, όχι μόνο σε χρήμα, αλλά και σε δέσμευση. Και σε εκείνη την πόλη, σε εκείνη την εποχή, μια τέτοια δέσμευση δεν λυνόταν εύκολα. Η Γιού-Χουά θα γινόταν μόνιμη ένοικος στο σπίτι του.

 

 

η επίσκεψη του αξιωματικού

   Το μονοπάτι που οδηγούσε στο αρχοντικό της σεβαστής Λιάν-Χουά ήταν στενό και ανηφορικό, στρωμένο με πατημένο χώμα και σκιές από ψηλά κυπαρίσσια. Ο νεαρός αξιωματικός το γνώριζε καλά· δεν ήταν η πρώτη φορά που ανέβαινε ως εκεί. Ωστόσο, εκείνη τη μέρα, κάθε του βήμα έμοιαζε βαρύτερο.

    Πρώτα ξεπρόβαλε η μεγάλη αποθήκη με τους γεμάτους σιτηρούς αχυρώνες· έπειτα το κυρίως σπίτι, επιβλητικό αλλά λιτό· και πιο πέρα, η παλαιά αποθήκη, σημάδι παλαιότερων, ίσως πιο εύπορων καιρών. Στάθηκε για μια στιγμή, σαν να ήθελε να συγκεντρώσει τη σκέψη του, και κατόπιν προχώρησε προς την πύλη.

    Οι υπηρέτες έσπευσαν να παραλάβουν το άλογό του χωρίς πολλές ερωτήσεις. Η παρουσία του ήταν γνωστή. Εκείνος κατευθύνθηκε κατευθείαν στην είσοδο και χτύπησε την πόρτα με σταθερότητα.

   Μια νεαρή υπηρέτρια άνοιξε και υποκλίθηκε ελαφρά.

   «Θα επιθυμούσα να δω τη σεβαστή Λιάν-Χουά», είπε με συγκρατημένη ευγένεια.

   Η υπηρέτρια τον οδήγησε στον χώρο αναμονής. Το δωμάτιο ήταν ήσυχο, με ξύλινα έπιπλα και ένα άρωμα τσαγιού που είχε μόλις σερβιριστεί. Ο αξιωματικός δεν κάθισε αμέσως. Κοίταξε για λίγο τα παράθυρα, σαν να αναζητούσε μια διέξοδο από τα λόγια που θα έπρεπε σύντομα να ειπωθούν.

   Ύστερα από λίγο, η ίδια υπηρέτρια επέστρεψε. «Η σεβαστή κυρία θα σας δεχθεί στο γραφείο της.»

   Η Λιάν-Χουά στεκόταν όρθια όταν εισήλθε. Η παρουσία της ήταν ήρεμη, επιβλητική, με μια αυστηρότητα που δεν άφηνε περιθώρια για ελαφρότητες.

   «Αξιότιμε διοικητά», είπε με ελαφρά υπόκλιση.

   «Σεβαστή κυρία», ανταπέδωσε ο αξιωματικός.

    Αντάλλαξαν τις τυπικές φιλοφρονήσεις. Εκείνος την ευχαρίστησε για τη δωρεά αλευριού προς τις αρχές. Εκείνη απάντησε με τη γνωστή της πρακτικότητα: «Ό,τι χρειάζεται η διοίκηση, το σπίτι μου θα το φροντίζει.»

    Μια σύντομη σιωπή ακολούθησε. Ο αξιωματικός χαμήλωσε ελαφρά το βλέμμα. Όταν ξαναμίλησε, η φωνή του είχε αλλάξει. «Σεβαστή κυρία… πρόκειται για κάτι που σας αφορά.»

    Η Λιάν-Χουά τον κοίταξε πιο προσεκτικά. Κάτι στη στάση του την έκανε να σκληρύνει ανεπαίσθητα. «Ελπίζω να μην είναι κάτι δυσάρεστο.»

   Ο αξιωματικός δίστασε. Για μια στιγμή φάνηκε να αναζητά τις σωστές λέξεις. «Δεν αφορά ακριβώς εσάς… αλλά τον σύζυγό σας.»

   Τα δάχτυλα της Λιάν-Χουά ενώθηκαν σφιχτά μπροστά της. «Ο σύζυγός μου», επανέλαβε ήρεμα. «Είχε έρθει πριν από έναν μήνα. Έμεινε ελάχιστα. Μου είπε πως είχε υποθέσεις στη Γιόνγκ-αν.»

    Ο αξιωματικός έγνεψε. «Δεν πρόκειται για εμπορικό ζήτημα.»

   Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά.

   «Τότε περί τίνος πρόκειται;» ρώτησε η Λιάν-Χουά.

   «Έχει αναμειχθεί… σε μια σύλληψη και σε μια υπόθεση αντιφρονούντων.»

   Η Λιάν-Χουά δεν κινήθηκε. Μόνο το βλέμμα της πάγωσε. «Δικάστηκε;»

   «Όχι. Το ζήτημα είναι πιο περίπλοκο.» Μια μικρή παύση. «Η μητέρα του και ο γαμβρός του εγγυήθηκαν για μια νεαρή γυναίκα… η οποία τώρα φιλοξενείται στην οικία του.»

   Η λέξη έπεσε σαν πέτρα.

   «Στην… οικία του;»

  «Ναι, σεβαστή κυρία.»

    Για πρώτη φορά, η Λιάν-Χουά απέστρεψε το βλέμμα της. Μια σκέψη πέρασε σαν σκιά από το πρόσωπό της. Όχι πάλι. «Το δυσκολότερο πράγμα για μια γυναίκα», είπε αργά, «είναι να βρει έναν άνθρωπο αξιόπιστο… έναν άνθρωπο στον οποίο να μπορεί να στηριχθεί.»

   Σήκωσε το βλέμμα της ξανά, σταθερό τώρα. «Εμείς δεν έχουμε καμία σχέση με τέτοια ζητήματα. Και ούτε επιθυμούμε να έχουμε.»

    «Το γνωρίζουμε, σεβαστή κυρία. Δεν υπάρχει καμία υπόνοια εις βάρος σας.»

   «Και όμως», συνέχισε εκείνη, «το όνομά μου είναι δεμένο με το δικό του. Το παιδί μου… τι θα ακούσει αύριο; Τι θα λένε για τον πατέρα του; Για εμένα;»

   Ο αξιωματικός έσκυψε ελαφρά το κεφάλι. «Κατανοώ τη δυσκολία.»

   Η φωνή της έγινε κοφτή. «Αν επικοινωνήσετε μαζί του, να του μεταφέρετε το εξής: δεν είναι πλέον ευπρόσδεκτος σε αυτό το σπίτι. Άνθρωποι που παρουσιάζονται με άλλο πρόσωπο και αποδεικνύονται διαφορετικοί δεν έχουν θέση εδώ.»

   Ο αξιωματικός έγνεψε αργά. «Θα το μεταφέρω, σεβαστή κυρία.»

    Η ένταση δεν έσπασε αμέσως. Αντίθετα, η Λιάν-Χουά πρότεινε κάτι απρόσμενο. «Θα μείνετε για το γεύμα.»

   Εκείνος ξαφνιάστηκε. «Δεν είναι απαραίτητο…»

   «Πάντα υπάρχει χρόνος, όταν υπάρχει βούληση», απάντησε η Λιάν-Χουά αφήνοντας να διαγραφεί στο πρόσωπό της ένα ήπιο μειδίαμα, μειδίαμα πρόσκλησης που έκανε τον αξιωματικό να αποδεχθεί την πρότασή της.

   Λίγο αργότερα, στην αίθουσα εστίασης, κάθονταν αντικριστά. Το τραπέζι ήταν λιτό αλλά προσεγμένο. Η υπηρέτρια σέρβιρε κρασί και αποσύρθηκε σιωπηλά.

   Η Λιάν-Χουά μίλησε πρώτη. Και, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, άρχισε να αφηγείται. Για τη μητέρα που έχασε νωρίς. Για τα χρόνια που αναγκάστηκε να γίνει κυρία του σπιτιού ενώ ήταν ακόμη στην εφηβεία της. Για τον πατέρα της, τον Τσεν Γιουνσέν, που έλειπε διαρκώς σε ταξίδια. Για τον συνέταιρό του, έναν άνδρα που της είχε υποσχεθεί γάμο και αποδείχθηκε ψεύτης.

    «Και τώρα», είπε χαμηλά, «άλλος ένας.» Σήκωσε το ποτήρι της, αλλά δεν ήπιε. «Παρά τους όρους. Παρά τις επιφυλάξεις. Συμφώνησε σε όλα.»

    Ο αξιωματικός την άκουγε χωρίς να διακόπτει.

   «Μου είπατε πως παρασύρθηκε», συνέχισε η Λιάν-Χουά.

   Εκείνος δίστασε. «Είναι πιθανό…»

   Η φωνή της τον έκοψε. «Οι άνθρωποι δεν παρασύρονται αν δεν το θέλουν πρώτα οι ίδιοι.»

    Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαθιά.

    «Και η κοπέλα;» τον ρώτησε μετά από λίγο.

   «Ήταν κοντά σε έναν γέροντα της αίρεσης του Λευκού Λωτού. Κάποιοι λένε… πως γνώριζε τον σύζυγό σας από παλιά.»

    Η Λιάν-Χουά έκλεισε για λίγο τα μάτια. «Όσοι δεν έχουν ξεκαθαρίσει με το παρελθόν τους, δεν πρέπει να δημιουργούν νέες σχέσεις.»

    Ο αξιωματικός έγνεψε.

   «Το ενδεδειγμένο», είπε προσεκτικά η Λιάν-Χουά, «θα ήταν να ζητήσει διαζύγιο. Με ένα τέτοιο ψεύδος, δεν υπάρχει συνέχεια.»

    Έπειτα, σαν να ήθελε να απομακρυνθεί από το ίδιο της το βάρος, άλλαξε θέμα. «Μιλήστε μου για εσάς, αδιότιμε διοικητά. Συζητούμε και όμως δεν γνωρίζω τίποτα για εσάς.»

    Εκείνος χαμογέλασε αμυδρά. «Δεν υπάρχουν πολλά να ειπωθούν. Μόνο ο πατέρας μου με περιμένει στον τόπο μας.»

   «Κάποια σύζυγος;»

   «Όχι.»

   Η Λιάν-Χουά τον κοίταξε για λίγο πιο προσεκτικά αυτή τη φορά. «Είναι σκληρό για έναν άνδρα να περιπλανιέται… και όταν επιστρέφει, να μην υπάρχει κανείς να τον περιμένει. Είναι σαν όλα αυτά που έχει κατορθώσει, αυτά για τα οποία έχει μοχθήσει, για τα οποία έχει θυσιαστεί να μην έχουν νόημα.»

    Η ατμόσφαιρα στην αίθουσα είχε μαλακώσει. Το κρασί είχε ζεστάνει ελαφρά τη σιωπή, και οι λέξεις πλέον κυλούσαν πιο φυσικά, σαν να είχαν αφήσει πίσω τους το βάρος της αποκάλυψης. Η Λιάν-Χουά παρατήρησε για λίγο τον νεαρό αξιωματικό. Το πρόσωπό του είχε μια αυστηρότητα, μα ταυτόχρονα και μια αδιόρατη αμηχανία, σαν άνθρωπος που δεν είχε συνηθίσει να τον κοιτούν με προσωπικό ενδιαφέρον.

   «Πείτε μου, αξιότιμε διοικητά», είπε με μια ελαφριά, σχεδόν παιχνιδιάρικη αλλαγή στον τόνο της, «πώς ένας νέος άνδρας σαν κι εσάς δεν έχει επιτυχίες με τις γυναίκες; Τόσα κοριτσόπουλα  ονειρεύονται έναν αξιωματικό.»

    Εκείνος χαμογέλασε αμήχανα και κατέβασε για λίγο το βλέμμα στο κύπελλό του. Μετακινούμαστε διαρκώς αυτόν τον καιρό, αξιότιμη Λιάν-Χουά», απάντησε. «Δεν μένουμε σε έναν τόπο αρκετά ώστε να… ριζώσουμε.»

    Η Λιάν-Χουά έγνεψε αργά. «Έχετε δίκιο», είπε. «Μοιάζετε, χωρίς ίσως να το γνωρίζετε, με τους εμπόρους. Το ίδιο ακριβώς ήταν και ο πατέρας μου. Πάντα στον δρόμο, πάντα με το βλέμμα στο επόμενο ταξίδι.»

   Σήκωσε ελαφρά το χέρι της, σαν να σφράγιζε μια σκέψη. «Να γνωρίζετε, όμως, ότι εδώ… θα είστε πάντοτε ευπρόσδεκτος.»

   Ο αξιωματικός την κοίταξε ξαφνιασμένος.

   «Σε λίγο καιρό θα αρχίσει η κατασκευή ενός ξενώνα», συνέχισε εκείνη ήρεμα. «Ένας χώρος για επισκέπτες. Εκεί θα μπορούμε να σας φιλοξενούμε όποτε περνάτε από εδώ. Να νιώθετε… έστω και για λίγο… τη ζεστασιά ενός σπιτικού.»

   Έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε: «Προς το παρόν υπάρχει η μεγάλη αποθήκη. Διαθέτει αρκετούς χώρους, διαμορφωμένους σε αυτόνομα δωμάτια. Θα μπορούσε να σας εξυπηρετήσει.»

   Ο αξιωματικός ανακάθισε ελαφρά. «Δεν θα ήθελα να γίνω βάρος—»

   «Δεν θα είστε βάρος», τον διέκοψε ήπια αλλά σταθερά. «Αντιθέτως. Η παρουσία σας εδώ δεν είναι μόνο φιλοξενία για εσάς… είναι και ασφάλεια για εμάς.»

    Τα μάτια της τον κοίταξαν για μια στιγμή περισσότερο απ’ όσο απαιτούσε η ευγένεια. «Μια γυναίκα μόνη, με ένα παιδί… νιώθει πιο ασφαλής όταν υπάρχει ένας άνδρας στο σπίτι.»

   Ο αξιωματικός δίστασε. Ήταν φανερό πως τα λόγια της τον είχαν αγγίξει, αλλά κάτι μέσα του τον συγκρατούσε. «Είναι τιμή μου αυτό που λέτε», απάντησε τελικά, «αλλά δεν θα ήθελα…»

   Η Λιάν-Χουά χαμογέλασε ελαφρά. Όχι ειρωνικά· με εκείνη τη συγκρατημένη αυτοπεποίθηση ανθρώπου που έχει μάθει να διαπραγματεύεται. «Μην λέτε ποτέ “όχι” εκ των προτέρων σε μια πρόταση», είπε ήρεμα. «Είναι ένα από τα βασικά μυστικά των επιχειρήσεων.»

    Έσκυψε ελαφρά προς το μέρος του και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Σκεφθείτε το. Κάποιες φορές, μια πρόταση που αρχικά φαίνεται δύσκολη… αποδεικνύεται επωφελής. Και για τις δύο πλευρές.»

   Η ματιά της δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας. Δεν επρόκειτο απλώς για μια ευγενική προσφορά. Ήταν μια ανοιχτή συμφωνία. Ένα ενδεχόμενο.

   Ο αξιωματικός δεν απάντησε αμέσως.

   «Πότε αναχωρείτε;» τον ρώτησε εκείνη.

   «Αύριο κιόλας. Για τη Γιόνγκ-αν.»

   Η Λιάν-Χουά αναστέναξε ανεπαίσθητα. «Τόσο σύντομα… Δεν προλαβαίνω καν να σας φιλοξενήσω όπως θα έπρεπε.» Έπειτα, με πιο σταθερό τόνο: «Στο επόμενο ταξίδι σας, όμως, θα σας περιμένω.»

   Εκείνη τη στιγμή, η υπηρέτρια εισήλθε σιωπηλά, κρατώντας το μωρό. Το παρέδωσε απαλά στην αγκαλιά της Λιάν-Χουά. Η έκφρασή της άλλαξε αμέσως. «Είναι μικρή ακόμη», είπε χαμηλά, κοιτάζοντας το παιδί. «Πρέπει να την προστατεύσουμε.» Σήκωσε το βλέμμα της προς τον αξιωματικό. «Δεν πρέπει ποτέ να μάθει για τα παραστρατήματα του πατέρα της.»

   Ο αξιωματικός έγνεψε με σοβαρότητα. Η Λιάν-Χουά συνέχισε, τώρα με ψυχρή καθαρότητα: «Θα περιμένω νέα σας. Και μην ξεχάσετε να διαβιβάσετε, εκ μέρους μου, στον κύριο που είχε το θράσος να γίνει σύζυγός μου… σε εκείνον που καταχράστηκε την εμπιστοσύνη τη δική μου και της οικογένειάς μου… ότι το πιο λογικό που έχει να κάνει είναι να ζητήσει διαζύγιο.»

   Η σιωπή που ακολούθησε ήταν τελική. Ο αξιωματικός σηκώθηκε. Υποκλίθηκε βαθιά. «Θα μεταφέρω τα λόγια σας, αξιότιμη Λιάν-Χουά.»

   Λίγο αργότερα, βρισκόταν ξανά στην αυλή. Το άλογό του ήταν έτοιμο. Οι υπηρέτες στέκονταν διακριτικά στο πλάι. Η Λιάν-Χουά στάθηκε στην είσοδο, κρατώντας το παιδί στην αγκαλιά της. Το βλέμμα της τον ακολούθησε μέχρι την πύλη. Όταν εκείνος χάθηκε στον δρόμο, δεν αποσύρθηκε αμέσως. Έμεινε για λίγο ακίνητη. Σκεπτόμενη. Ο Γιούν-Τσεν, ο εργάτης της, τις τελευταίες ημέρες είχε αλλάξει. Η επιμέλειά του είχε μειωθεί, η διάθεσή του είχε γίνει βαριά. Δεν μπορούσε να στηριχθεί πάνω του όπως παλιά. Αντίθετα, ο νεαρός αξιωματικός… Ήταν δυνατός. Πειθαρχημένος. Και, όπως διέκρινε καθαρά πλέον, όχι ανεπηρέαστος από την παρουσία της. Η πρόταση φιλοξενίας δεν ήταν απλώς μια πράξη ευγένειας. Ήταν μια αρχή. Ίσως… κάτι που θα μπορούσε να εξελιχθεί.

   Η Λιάν-Χουά έσφιξε ελαφρά το παιδί στην αγκαλιά της. Όταν μια γυναίκα μένει μόνη, δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει. Πρέπει να σκέφτεται. Και να προνοεί. 



ΜΕΡΟΣ ΙΔ

 

 

δυό γάμοι και ένα διαζύγιο

 

Ο γάμος του Χουάνγκ Λιν και της Τσενγκ-Λι

    Στην επαρχία Σετσουάν, στο μικρό χωριό Τσιουτζιά, εκεί όπου το ποτάμι γύριζε αδιάκοπα τη φτερωτή του παλιού νερόμυλου, τελέστηκε ο γάμος του Χουάνγκ Λιν και της Τσενγκ-Λι. Η τελετή έγινε στην αυλή του ancestral ναΐσκου του χωριού, κάτω από κόκκινα υφάσματα και χάρτινα φανάρια που ανέμιζαν απαλά στον ανοιξιάτικο αέρα. Οι ηλικιωμένοι κάθονταν σε ξύλινα σκαμνιά, οι νέοι στέκονταν όρθιοι γύρω γύρω, και τα παιδιά έτρεχαν ανάμεσα στους πάγκους με τα φαγητά και τα θυμιάματα.

   Η Τσενγκ-Λι, ντυμένη στα κόκκινα, στεκόταν με βλέμμα σταθερό. Είχε καταφέρει αυτό που κάποτε είχε πει με το θράσος της νεότητάς της στον Χουάνγκ Λιν: «Θες δεν θες, εγώ θα γίνω η μυλωνού.»

    Τότε εκείνος είχε γελάσει. Ήταν ένα κοριτσόπουλο. Μα τώρα, μπροστά σε όλο το χωριό, τα λόγια της είχαν επαληθευθεί. Ο Χουάνγκ Λιν δεν ήταν πάντα μυλωνάς. Κάποτε υπήρξε έμπορος στο Γιν-Τσόου, άνθρωπος της αγοράς και της σπατάλης, γνώστης των γλεντιών και των απολαύσεων. Όμως η ζωή του είχε αλλάξει βίαια. Ένα λάθος, μια παλλακίδα, ένας άρχοντας που δεν συγχωρούσε. Τον είχαν δείρει, τον είχαν προειδοποιήσει. «Αυτός ο τόπος δεν σε χωρά πλέον.» Και έτσι έφυγε.

   Το Τσιουτζιά δεν ήταν επιλογή· ήταν καταφύγιο. Χάρη στον άρχοντα Τσεν Γιουνσάν, βρήκε θέση στον νερόμυλο. Από έμπορος έγινε μυλωνάς. Από άνθρωπος της πόλης, άνθρωπος της σιωπής. Και εκεί, χωρίς να το καταλάβει, τον βρήκε η Τσενγκ-Λι. Δεν υπήρξε σχέδιο. Ούτε υστεροβουλία. Μόνο μια επιμονή σχεδόν παιδική, μια παρουσία καθημερινή. Ο πατέρας της και τα αδέλφια της ταξίδευαν συχνά, και το σπίτι έμενε μόνο. Έτσι ο Χουάνγκ Λιν άρχισε να περνά τα βράδια εκεί, για προστασία. Στην αρχή από υποχρέωση. Μετά από συνήθεια. Η Τσενγκ-Λι όμως του είχε θέσει όρια. «Ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει μετά τον γάμο.» Και εκείνος τα σεβάστηκε.

    Η μητέρα της, η Μέι-Ζι, γυναίκα πρακτική και σιωπηλή, δεν έφερε αντίρρηση. Και εκείνη είχε παντρευτεί μεγαλύτερο άνδρα. Ήξερε πως η ασφάλεια μετρά περισσότερο από τα χρόνια. Σιγά σιγά, η φιλοξενία έγινε οικειότητα. Η οικειότητα έγινε ανάγκη. Και μια μέρα, χωρίς να το έχει αποφασίσει, ο Χουάνγκ Λιν κατάλαβε πως δεν ήθελε να φύγει.

   Ο γάμος έγινε μεγάλη υπόθεση για το χωριό. Η αρχόντισσα Λιάν-Χουά παρευρέθηκε τιμητικά, καθισμένη σε υπερυψωμένη θέση. Ο νερόμυλος ανήκε στην οικογένειά της. Ο Χουάνγκ Λιν ήταν άνθρωπός της. Και η παρουσία της ήταν δήλωση ισχύος.

   Η Λιάν-Χουά παραχώρησε στον Χουάνγκ Λιν και επίσημα τη διαχείριση του μύλου για όλη του τη ζωή, όχι απλώς ως εργάτη, αλλά ως διαχειριστή, με δικαίωμα να κρατά ένα μέρος των εσόδων. Και επιπλέον, χάρισε στο ζευγάρι δύο βόδια και ένα κάρο, ώστε να μπορούν να μεταφέρουν σιτηρά από τα γύρω χωριά.

   «Οι άξιοι συνεργάτες μας δικαιούνται την ανταμοιβή μας», είχε πει, και αυτή τη φορά κανείς δεν τόλμησε να το αμφισβητήσει.

   Το χωριό μιλούσε για μήνες για το δώρο της. Άλλοι έλεγαν πως ήταν γενναιοδωρία. Άλλοι πως ήταν επίδειξη δύναμης. Και μερικοί, πιο ψιθυριστά, πως η Λιάν-Χουά είχε τους δικούς της λόγους να κρατά τον Χουάνγκ Λιν και τον Γιούν-Τσεν κοντά της.

   Τις επόμενες μέρες, οι γυναίκες μαζεύονταν και σχολίαζαν. «Ποιος θα το έλεγε…» είπε μία. «Η μικρή να πάρει τον μυλωνά.»

   «Εγώ το είχα δει», απάντησε άλλη. «Στον μύλο, μόνο εκείνον κοιτούσε.»

   « Σα μεγάλος δεν είναι», σχολίασε μια τρίτη.

   «Όχι όμως και πατέρας της», απάντησε κάποια άλλη γελώντας.

   «Οι μεγάλοι έχουν εμπειρία», είπε μια πιο πονηρή.

   «Και οι μικρές ξέρουν να την ζητούν», συμπλήρωσε άλλη.

   «Λένε πως ήταν τρανός έμπορος», είπε μία. «Και πως τον κατέστρεψε μια παλλακίδα.»

   «Εγώ ξέρω πως τον μάζεψε ο Τσεν Γιουνσάν», είπε άλλη.

   Η πιο ηλικιωμένη από όλες χαμογέλασε. «Τον μάζεψε… ή τον προόριζε για την κόρη του;»

  «Λες να είναι έτσι; Και να μπήκε στη μέση η μικρή» είπε κάποια άλλη.

  «Δεν το νομίζω» είπε κάποια άλλη γυναίκα. «Είναι χρόνια εδώ ο Χουάνγκ Λιν. Αν ο άρχοντας τον προόριζε για την κόρη του, θα είχε φανεί».

  «Ναι, αλλά μπορεί να μην άρεσε στην Λιάν-Χουά» σχολίασε κάποια άλλη.

  «Ή να μην άρεσε σε εκείνον η Λιάν-Χουά» συμπλήρωσε μια τρίτη γυναίκα.

  «Πάντως η μάνα της Τσενγκ-Λι είναι πανέξυπνη. Η Μέι-Ζι ήξερε τι έκανε. Έστελνε την κόρη της να του πηγαίνει φαγητό κάθε μέρα. Μετά τον έβαλαν στο σπίτι τους. Για να μην είναι μόνες όταν ταξίδευαν ο άντρας της και οι γιοί της. Και σιγά σιγά… άνοιξε ο δρόμος.»

  «Και τα αδέλφια της Μέι-Ζι; Εκείνοι δεν τις φιλούσαν τόσα χρόνια όταν έλειπε ο άντρας της και οι γιοί της;» ρώτησε κάποια.

   «Όταν εμφανίζεται νέος προστάτης, οι παλιοί κάνουν πίσω.»

   «Άρα το σχέδιο πέτυχε», είπε μία.

   Μια άλλη όμως κούνησε το κεφάλι. «Και εκείνος; Μόνος σε ξένο τόπο… κάπου έπρεπε να στηριχθεί.»

    Συμφώνησαν σχεδόν όλες. Σχεδόν. Γιατί η Σιάο-Χουά, λίγο πιο πέρα, γελούσε χωρίς να γελά. Εκείνη ήξερε. Εκείνη είχε μιλήσει πρώτη για τον Χουάνγκ Λιν. Εκείνη είχε πει: «Στον μύλο υπάρχει ένας άνδρας αληθινός.» Και η Τσενγκ-Λι δεν δίστασε. Πήγε. Μίλησε. Τον κοίταξε. Τον διεκδίκησε. Η Σιάο-Χουά έμεινε πίσω. Και εκεί, μέσα στον θόρυβο των γιορτών, κατάλαβε κάτι που δεν ξεχνιέται: πως στη ζωή δεν κερδίζουν πάντα οι πιο άξιοι, ούτε οι πιο καλοί,
ούτε οι πιο σιωπηλοί. Κερδίζουν εκείνοι που τολμούν πρώτοι. Και ας μην έχουν πάντα δίκιο.

 

 

η ζήλεια της φίλης

   Η Σιάο-Χουά στεκόταν λίγο πιο πέρα από τις άλλες γυναίκες, με το χαμόγελο ακόμη καρφωμένο στα χείλη της, σαν να το είχε ξεχάσει εκεί. Τα μάτια της όμως δεν γελούσαν. Κοίταζε την Τσενγκ-Λι. Όχι όπως κοιτά κανείς μια νύφη.
Όπως κοιτά κανείς κάτι που του ανήκε και του το πήραν.

    Στην αρχή ήταν μόνο ένα σφίξιμο. Ένα μικρό, πικρό αγκάθι. Ένα «αν είχα μιλήσει πρώτη». Ένα «αν είχα τολμήσει». Μα οι μέρες περνούσαν, και το αγκάθι δεν έφευγε. Ρίζωνε. Κάθε φορά που έβλεπε την Τσενγκ-Λι να περνά από το χωριό, τώρα ντυμένη αλλιώς, με εκείνη τη σιγουριά που έχουν οι παντρεμένες γυναίκες, κάτι μέσα της σκλήραινε. Κάθε φορά που άκουγε τον ήχο του μύλου, θυμόταν τα ίδια της τα λόγια:  «Εκεί είναι ένας αληθινός άνδρας.» Δικά της λόγια. Δικό της λάθος.

    Ένα απόγευμα, καθώς περνούσε από το ποτάμι, τους είδε μαζί. Η Τσενγκ-Λι καθόταν χαμηλά, πλένοντας ρούχα. Ο Χουάνγκ Λιν στεκόταν λίγο πιο πίσω, ακουμπισμένος, κοιτάζοντάς την χωρίς να μιλά. Ήταν μια ήσυχη εικόνα. Μια απλή εικόνα.

Και όμως, αυτή η απλότητα την πλήγωσε περισσότερο από οτιδήποτε. Μια ζωή που θα μπορούσε να είναι δική της.

    Η ζήλια της Σιάο-Χουά δεν ήταν πια ένα σιωπηλό αγκάθι, κρυμμένο βαθιά μέσα της. Είχε μεγαλώσει, είχε απλωθεί, είχε γίνει βάρος που δεν μπορούσε να σηκώσει. Κάθε ματιά της προς την Τσενγκ-Λι την πονούσε. Κάθε φορά που άκουγε το όνομα του Χουάνγκ Λιν από τα χείλη των άλλων, ένιωθε σαν να της αφαιρούσαν κάτι που δεν είχε ποτέ της αποκτήσει, κι όμως το θεωρούσε δικό της. Δεν ήταν πια μόνο η απώλεια. Ήταν η αδικία. Εκείνη τον είχε δει πρώτη. Εκείνη τον είχε νιώσει πρώτη. Και αυτή η σκέψη, ξανά και ξανά, την έσπρωχνε προς ένα σημείο χωρίς επιστροφή.

    Σχεδίαζε καιρό τώρα η Σιάο-Χουά. Έψαξε τα δρομολόγια. Έμαθε τις ώρες. Παρατηρούσε χωρίς να φαίνεται. Ήξερε πότε ο Χουάνγκ Λιν έμενε μόνος στον μύλο. Ήξερε πότε ο βοηθός του, ο Γιούν-Τσεν, έφευγε για τις δουλειές της αρχόντισσας.  Δεν ήταν πια ζήλια. Ήταν απόφαση. Μέχρι στιγμής στη ζωή της είχε φανεί δειλή. Τώρα ήταν η ώρα να ρίξει από πάνω της το πέπλο της δειλίας και να τολμήσει.

    Ένα βράδυ, όταν ο Γιούν-Τσεν είχε ξεκινήσει για να μεταφέρει το τακτικό σακί στη μεγάλη αποθήκη της αρχόντισσας, η Σιάο-Χουά κινήθηκε αθόρυβα. Ο μύλος δούλευε ακόμη. Το νερό έπεφτε με σταθερό, μονότονο ήχο. Η φτερωτή γύριζε βαριά. Το φως από το λυχνάρι μέσα στο κτίσμα έτρεμε. Ο Χουάνγκ Λιν ήταν σκυμμένος στη δουλειά. Είχε ειδοποιήσει την Τσενγκ-Λι πως θα αργούσε εκείνο το βράδυ.

   Η Σιάο-Χουά μπήκε χωρίς θόρυβο. Δεν τον πλησίασε αμέσως. Περίμενε. Τον κοίταξε. Σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως ήταν αληθινός.

   Όταν έκανε το πρώτο βήμα, εκείνος γύρισε. «Τι κάνεις εδώ;» την ρώτησε χαμηλά, ξαφνιασμένος.

    Εκείνη δεν απάντησε. Προχώρησε λίγο ακόμη. Ο χώρος πίσω από τον μύλο, εκεί όπου στοιβάζονταν τα σακιά και ο θόρυβος του νερού έπνιγε κάθε ήχο, ήταν σκοτεινός. Ένα σημείο αθέατο. Κρυμμένο από βλέμματα και αυτιά. Ένα σημείο σαν παγίδα. Εκεί στάθηκε. Τα χέρια της δεν έτρεμαν. Δεν υπήρχε ντροπή στο βλέμμα της.

«Είμαι  εδώ για σένα», του είπε. Η Σιάο-Χουά τον πλησίασε ακόμη περισσότερο. Και τότε, χωρίς άλλη λέξη, χωρίς καμία προειδοποίηση, άφησε πίσω της κάθε φραγμό, άφησε τον μανδύα της να πέσει και να μείνει σαν γυμνό άγαλμα μπροστά του. Στάθηκε μπροστά του εκτεθειμένη, σαν να του έδινε όχι μόνο το σώμα της, αλλά όλη τη συσσωρευμένη επιθυμία, την πίκρα, τη ζήλια της.

    Ο Χουάνγκ Λιν έμεινε άναυδος. Για μια στιγμή δεν ήταν ο μυλωνάς. Δεν ήταν ο σύζυγος. Δεν ήταν ο άνθρωπος που είχε βρει επιτέλους μια ήσυχη ζωή. Ήταν πάλι εκείνος που υπήρξε κάποτε. Έκανε ένα βήμα πίσω. Αλλά δεν έφυγε. Δεν την σταμάτησε. Η σιωπή του άνοιξε τον δρόμο. Η Σιάο-Χουά πλησίασε κι άλλο. Και εκείνος… υποχώρησε.

   Έξω, το νερό συνέχιζε να πέφτει αδιάκοπα, σβήνοντας κάθε ήχο. Ο μύλος γύριζε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, σαν να μην άλλαζε τίποτα.

Και όμως, εκείνη τη νύχτα, στο σκοτάδι πίσω από τα σακιά, κάτι έσπασε.

   Και όταν όλα τελείωσαν, ο Χουάνγκ Λιν δεν ήταν πια ο ίδιος άνθρωπος. Ούτε η Σιάο-Χουά. Πολλές φορές, για ένα γράπωμα της σάρκας, για μια στιγμιαία επιθυμία, για την ανάγκη να αποκτήσουν κάτι περισσότερο από αυτό που ήδη έχουν, οι άνθρωποι παραπατούν. Κάνουν λάθη που τη στιγμή εκείνη μοιάζουν μικρά, σχεδόν ασήμαντα. Μα αυτά τα λάθη, όταν καταλαγιάσει το πάθος και επιστρέψει η σιωπή, αποδεικνύονται βαριά, πολύ βαρύτερα από την πρόσκαιρη ευχαρίστηση που τα γέννησε. Και τότε δεν υπάρχει εύκολος δρόμος επιστροφής, μόνο οι συνέπειες της επιλογής που τους ακολουθούν μόνιμα.

    Ο Χουάνγκ Λιν όλο προφασιζόταν τον τελευταίο καιρό ότι είχαν δουλειά στο νερόμυλο, και καθυστερούσε να επιστρέψει στο σπίτι του. Απλά μείωνε τον ρυθμό της παραγωγής και καθυστερούσε τη ροή του αλέματος, ώστε να φθάνει την ώρα που σκοτείνιαζε. Ήξερε ότι ο Γιούν-Τσεν λογικά θα πήγαινε το βραδυνό του δρομολόγιο και ο μύλος θα έμενε άδειος. Αυτή η καθυστέρηση δεν ήταν μεγάλη, αλλά τακτική. Η Τσενγκ-Λι παρατηρούσε τις αλλαγές στα ωράριά του και ανησυχούσε. Εκεί που επέστρεφε πάντα πριν πέσει ο ήλιος ή λίγο αργότερα, τώρα το τράβαγε λίγο παραπάνω. Εκμυστηρεύθηκε τις ανησυχίες της στη μητέρα της, τη Μέι-Ζι, και εκείνη, ανήσυχη, ενημέρωσε τα αδέλφια της.

    Τα δύο αδέλφια της Μέι-Ζι, ο Γιουάν Κάι και ο Γιουάν Λέι, αποφάσισαν να κάνουν μερικές επισκέψεις στο νερόμυλο για να διαπιστώσουν τί συνέβαινε. Κάποιες γλώσσες έλεγαν ότι η Σιάο-Χουά σύχναζε στο νερόμυλο όλο και περισσότερο τελευταία. Στην αρχή υπέθεσαν ότι η νεαρή θα  ενδιαφερόταν για τον Γιούν-Τσεν. Πέρασαν από το νερόμυλο, πάντα με κάποιο πρόσχημα. Την μία φορά μπήκε ο ένας, την άλλη ο άλλος. Αλλά και τις δύο φορές δεν παρατήρησαν τίποτε το περίεργο· ο Χουάνγκ Λιν δούλευε κανονικά. Τις δύο πρώτες φορές, η Σιάο-Χουά τους είχε δει και απομακρύνθηκε, φεύγοντας σιωπηλά. Όμως την τρίτη φορά, δεν υπήρχε κανείς γύρω. Τα αδέλφια της Μέι-Ζι είχαν κρυφτεί, παραμονεύοντας από απόσταση. Είδαν τον Γιούν-Τσεν να φορτώνει το σακί στο άλογό του και να φεύγει, κατάλαβαν ότι ο μυλωνάς είχε μείνει μόνος. Και τότε, μέσα στο ημίφως, μπήκε η Σιάο-Χουά.

    Αμέσως άρχισε η διαδικασία. Ο μυλωνάς επιτάχυνε την κίνηση της ρόδας του νερόμυλου, ώστε οι παφλασμοί του νερού να καλύψουν τον ήχο των κινήσεών τους. Χωρίς καθυστέρηση, αγκαλιάστηκαν. Ο ρυθμός τους είχε επιταχυνθεί σαν το στρίψιμο της ρόδας, ενώ η νύχτα γύρω τους σκοτεινή και μυστική φαινόταν να συγκαλύπτει την απαγορευμένη πράξη.

   Τα δύο αδέλφια της Μέι-Ζι, ο Γιουάν Κάι και ο Γιουάν Λέι, εισέβαλαν στο χώρο του νερόμυλου. Τους βρήκαν γυμνούς να αγκομαχούν και, με φωνές γεμάτες οργή, επιτέθηκαν στην Σιάο-Χουά. Ο Χουάνγκ Λιν προσπάθησε να μπει στη μέση και δέχθηκε κάποια χτυπήματα. Η Σιάο-Χουά, αναμαλλιασμένη, φόρεσε βιαστικά τον χιτώνα της και όπως όπως βγήκε τρέχοντας έξω. Χάθηκε στο σκοτάδι.

   Ο Γιουάν Κάι και ο Γιουάν Λέι κοίταξαν τον Χουάνγκ Λιν με αυστηρότητα. «Αν κατάφερες και έφυγες κάποτε από την Γιν-Τσόου, από εδώ δεν πρόκειται να φύγεις», του είπαν. «Έχουμε μάθει για σένα. Αν ξανάρθει εδώ η ασυγκράτητη αυτή μοιχαλίδα, αυτή που δεν σεβάστηκε ούτε τη φίλη της, τότε δεν θα υπάρχει επιστροφή».

    Η φράση τους αιωρούνταν στον αέρα, σαν προειδοποίηση που σφράγιζε τη μοίρα και τον κίνδυνο. Ο μύλος συνέχιζε να γυρίζει, αλλά μέσα στη σιωπή και το σκοτάδι, όλοι ήξεραν ότι τίποτα δεν θα ήταν ξανά το ίδιο. «Τώρα θα πάς σπίτι σου και δεν θα πεις τίποτα. Θα τα ξεχάσουμε όλα. Και προσοχή μην μάθει τίποτε η Τσενγκ-Λι».

   Η αγωνία της Σιάο-Χουά είχε πια φτάσει στα ύψη. Κάθε φορά που εμφανιζόταν στο χωριό, αισθανόταν τα βλέμματα των αδελφών της Μέι-Ζι να την ακολουθούν. Ο Γιουάν Κάι και ο Γιουάν Λέι δεν της μιλούσαν, δεν την κοίταζαν καν· η παρουσία τους ήταν σαν αόρατη καταδίκη, μια συνεχής υπενθύμιση ότι η αμφιλεγόμενη συμπεριφορά της δεν είχε ξεχαστεί. Τρεις ολόκληρες μήνες πέρασαν έτσι, σε αυτό το καθεστώς ψυχολογικής πίεσης, με τον φόβο να τη συνοδεύει σε κάθε βήμα.

   Τελικά, η Σιάο-Χουά πήρε την απόφαση να φύγει από το χωριό. Η καρδιά της ήταν βαριά, αλλά ήξερε πως δεν μπορούσε να μείνει πια. Έμαθε ότι ένας νεαρός γραμματικός του τοπικού άρχοντα από το γειτονικό χωριό Χουαϊτσέν την είχε ζητήσει να ζήσει εκεί. Ήπιος άνθρωπος, άνθρωπος των γραμμάτων και της ηρεμίας, είχε ακούσει για τη Σιάο-Χουά· οι συστάσεις από το χωριό της και κυρίως από τα αδέλφια της Μέι-Ζι ήταν άριστες.  Κοπέλλα άσπιλη, χωρίς παρελθόν που να δημιουργεί ερωτήματα, με καλή καρδιά και τίμιο χαρακτήρα.

    Με αυτή τη νέα ευκαιρία, η Σιάο-Χουά μετοίκησε μόνιμα στο Χουαϊτσέν. Άφησε πίσω την αναταραχή, την ενοχή και τον φόβο, και άρχισε μια νέα ζωή, ήσυχη και αξιοπρεπή, μακριά από τα φλεγόμενα ίχνη του πάθους που η ζήλια είχε ανάψει μέσα της στο Τσιουτζιά.

    Και το σίγουρο ήταν ότι στο Τσιουτζιά δεν ήθελε να επιστρέψει. Όχι μόνο γιατί το φύλαγαν σαν κέρβεροι τα δύο αδέλφια της Μέι-Ζι, αλλά και γιατί μέσα της μπορεί ακόμα να υπήρχαν υπολείμματα από τις ατίθασες, ασυγκράτητες και άκρως παθιασμένες συνευρέσεις της με τον μυλωνά, τον Χουάνγκ Λιν. Κάθε σοκάκι, κάθε γωνιά του νερόμυλου φαινόταν να ανασαίνει ανάμεσα στις μνήμες τους, κάθε ήχος της ρόδας και του νερού ξυπνούσε μια αίσθηση που ήθελε να έχει ξεχάσει. Το σώμα της ακόμα θύμιζε εκείνες τις νύχτες που η ζήλια και ο απρόσμενος πόθος της την είχαν παρασύρει πέρα από κάθε μέτρο, και η σκέψη ότι θα έπρεπε να ξαναβρεθεί στο ίδιο μέρος, μπροστά στα βλέμματα των αδελφών της Μέι-Ζι, της προκαλούσε έναν συνδυασμό φόβου και αμηχανίας που την έπνιγε. Το Τσιουτζιά ήταν τώρα για εκείνη ένας τόπος γεμάτος απαγορεύσεις και φαντάσματα, ένας τόπος όπου η επιθυμία και η ντροπή είχαν αφήσει ανεξίτηλα ίχνη, και η μόνη λύση φαινόταν να είναι η φυγή, μακριά, σε έναν κόσμο όπου οι μνήμες και οι συνέπειες δεν θα την ακολουθούσαν.

 

 

 

 

ο γάμος του Μινγκ-Τάο και της Τσεν-Γι

   Ο γάμος του Μινγκ-Τάο και της Τσεν-Γι έγινε στην αυλή του σπιτιού των Ζου, στη μακρινή άκρη του χωριού Λο Τζιανγκ. Εκεί όπου τα σπίτια αραιώνουν και τα χωράφια απλώνονται πιο ελεύθερα, οι γονείς της νύφης είχαν στήσει ένα λιτό αλλά προσεγμένο γλέντι. Κόκκινα υφάσματα κρέμονταν από τα ξύλινα δοκάρια, και λίγα φαναράκια φώτιζαν απαλά τον χώρο καθώς έπεφτε το σούρουπο.

   Η οικογένεια των Μα είχε φτάσει σχεδόν σύσσωμη. Ο Μα Σιούν στεκόταν λίγο πιο πίσω από τους υπόλοιπους, με τα χέρια του δεμένα πίσω από την πλάτη. Δίπλα του η Σιού-Λαν κοιτούσε τη νύφη με ένα ήρεμο, συγκρατημένο χαμόγελο. Ο μεγαλύτερος γιος τους, ο Γκουάν-Σεν, συζητούσε χαμηλόφωνα με τη σύζυγό του, τη Γουάν-Γιού, ενώ λίγο πιο πέρα στέκονταν οι γονείς της, ο Χε Ντε-Σενγκ και η Χε Σου-Γιν.

   Η Χε Σου-Γιν, με βλέμμα οξύ και υπολογιστικό, έγειρε ελαφρά προς τον σύζυγό της και ψιθύρισε:

«Δεν είναι άσχημα… αλλά θυμάσαι τον γάμο της Γουάν-Γιού; Τα φαναράκια ήταν διπλάσια. Και τα τραπέζια πιο πλούσια.»

   Ο Χε Ντε-Σενγκ δεν απάντησε αμέσως. Έμεινε να παρατηρεί τον χώρο, τους καλεσμένους, την ηρεμία που επικρατούσε. «Ήταν διαφορετικός,» είπε τελικά. «Όχι απαραίτητα καλύτερος ή χειρότερος.»

    Εκείνη με κάποια μιικρή ειρωνεία σήκωσε ελαφρά το φρύδι. «Εγώ λέω πως ήταν πιο εντυπωσιακός. Και ο κόσμος το θυμάται ακόμα.»

   «Ο κόσμος θυμάται αυτό που θέλει,» αποκρίθηκε εκείνος ήρεμα.

   Η Χε Σου-Γιν δεν επέμεινε. Όμως το βλέμμα της συνέχισε να μετρά, να συγκρίνει, να ζυγίζει. Ήταν γνωστό πως και οι δύο οικογένειες, πρώτα οι Χε και τώρα οι Ζου, είχαν απαιτήσει να κρατήσουν τους γαμπρούς κοντά τους. Μια συμφωνία που έμοιαζε με νίκη, αλλά ταυτόχρονα έφερνε και προβλήματα.

    Ο Μα Σιούν ένιωθε αυτή την απόφαση πιο βαριά από όλους. Ένας ακόμα γιος θα έφευγε από το σπίτι του. Δεν ήταν απώλεια ολοκληρωτική, μα ήταν αρκετή για να αφήσει ένα κενό. Του απέμενε ο μικρότερος, ο Γιούν-Τσεν. Μα ούτε σε εκείνον μπορούσε να στηριχθεί πραγματικά. Ο νερόμυλος στο Τσιουτζιά είχε γίνει το καταφύγιό του τριτότοκού του, σχεδόν το πραγματικό του σπίτι.

   Κι όμως, εκείνη τη μέρα εμφανίστηκε. Ο Γιούν-Τσεν στάθηκε ανάμεσα στους συγχωριανούς του, λίγο πιο σιωπηλός από ό,τι τον θυμόντουσαν. Η Λιάν-Χουά, η εργοδότριά του, του είχε δώσει άδεια. Δεκαπέντε ημέρες για να επιστρέψει, να βοηθήσει, να θυμηθεί. Ύστερα, θα γύριζε για λίγο στον μύλο, και πάλι πίσω αν χρειαζόταν.

   Ο γάμος κύλησε χωρίς υπερβολές. Δεν υπήρξαν επιδείξεις πλούτου ούτε μεγάλες σπατάλες. Ο Μινγκ-Τάο και η Τσεν-Γι αντάλλαξαν τους όρκους τους με απλότητα, σχεδόν με φυσικότητα, σαν να συνέχιζαν μια ήδη υπάρχουσα ζωή. Από την αρχή έδειχναν δεμένοι. Δεν υπήρχαν παρεξηγήσεις, ούτε αμηχανία. Ένα βλέμμα αρκούσε. Μια μικρή κίνηση, και ο άλλος καταλάβαινε. Οι σκέψεις τους έμοιαζαν να κινούνται στην ίδια κατεύθυνση.

   Είχαν αποφασίσει να κρατήσουν τα χρήματα. Να τα επενδύσουν σε κάτι πιο σταθερό. Ένα σπίτι δικό τους, δίπλα στους γονείς της Τσεν-Γι. Ένα ξεκίνημα που δεν βασιζόταν στην εντύπωση, αλλά στη διάρκεια. Για πολλούς, αυτό ήταν σοφία. Για άλλους, απλώς έλλειψη φιλοδοξίας. Μα για εκείνους, ήταν αρκετό.

   Όταν ο γάμος τέλειωσε και ο κόσμος άρχισε να σκορπίζει, ο Γιούν-Τσεν επέστρεψε στο πατρικό του. Και εκεί τον περίμενε η δική του δοκιμασία. Στο πίσω μέρος του σπιτιού, στον ξενώνα που ο ίδιος είχε επεκτείνει με τα χέρια του, κοιμόταν εκείνη. Η παρουσία της ήταν ήσυχη, σχεδόν αόρατη για τους άλλους. Μα για εκείνον, ήταν αδύνατο να την αγνοήσει. Δεν ήταν απλώς επιθυμία αυτό που ένιωθε. Δεν ήταν μόνο η έλξη του σώματος. Ήταν κάτι πιο βαθύ, πιο επικίνδυνο. Και ακριβώς γι’ αυτό, απαγορευμένο.

   Τα βράδια, ο αέρας ανάμεσα στα δύο δωμάτια έμοιαζε να βαραίνει. Κανείς δεν μιλούσε. Κανείς δεν πλησίαζε. Μα και οι δύο ήξεραν. Η επιθυμία και η ενοχή μπλέκονταν μέσα τους, αξεχώριστες. Και όσο ο κόσμος γύρω τους συνέχιζε τη ζωή του,  γάμοι, χωράφια, συμφωνίες, εκείνοι έμεναν παγιδευμένοι σε μια σιωπή που έλεγε περισσότερα από κάθε λέξη. Αλλά ο Γιούν-Τσεν έπρεπε να το υπομείνει. Η ζωή του πλέον μοιραζόταν ανάμεσα στο Λο Τζιάνγκ και στο Τσιουτζιά. Το ίδιο και η Λαν-Ρονγκ, ή όπως την γνώριζαν στο χωριό, η Μιν-Γι. Με τρόπο απέφευγε κάθε πιθανή συνάντησή της με τον νεαρό ανιψιό της. Όταν τον έβλεπε από μακρυά, απομακρυνόταν ή άλλαζε δρόμο, από φόβο μήπως συναντηθούν, μήπως συναντηθούν και δεν ξέρουν τι να πουν. Τον έβλεπε και στεναχωριόταν που έσερνε ελαφρά το πόδι του και που και που κάποιες συσπάσεις πόνου ανέβαιναν μέχρι το πρόσωπό του.

 

 

 

το διαζύγιο

    Ο νεαρός αξιωματικός πέρασε την ξύλινη πύλη της αυλής του Τσάο Γουεντάο με βήμα σταθερό, αλλά χωρίς πρόκληση. Η μυρωδιά της φρεσκοκομμένης ξυλείας απλωνόταν στον αέρα· εργάτες φόρτωναν δοκάρια, και το χτύπημα των εργαλείων έδινε έναν ρυθμό σχεδόν μονότονο.

   Ο Τσάο Γουεντάο στεκόταν κάτω από ένα υπόστεγο, εξετάζοντας έναν κορμό. Σήκωσε το βλέμμα του όταν είδε τον επισκέπτη να πλησιάζει.

«Πώς είπαμε ότι λέγεστε;» ρώτησε, σαν να προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο.

    Ο νεαρός στάθηκε σε απόσταση σεβασμού και έγειρε ελαφρά το κεφάλι. «Ονομάζομαι Ζανγκ Ρούι, κατώτερος αξιωματικός του ιππικού. Η ακτίνα εποπτείας μου περιλαμβάνει τα χωριά γύρω από το Τσιουτζιά.»

    «Τι σας φέρνει εδώ;»

    Ο Ζανγκ Ρούι χωρίς εισαγωγή, χωρίς υπαινιγμούς, μπήκε κατευθείαν στο θέμα. «Ήρθα να σας ρωτήσω τι σκοπεύετε να κάνετε με την οικογένειά σας στο Τσιουτζιά.»

   Για μια στιγμή, μόνο ο ήχος του ξύλου ακούστηκε ανάμεσά τους. Ο Τσάο χαμήλωσε το βλέμμα. Η ερώτηση δεν τον ξάφνιασε. Ήταν όμως από εκείνες που δεν ήθελε να απαντήσει. Η σιωπή του κράτησε λίγο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε.

   Ο Ζανγκ Ρούι συνέχισε, πιο ήρεμα: «Δεν είστε πλέον ευπρόσδεκτος εκεί. Αυτή είναι η ανακοίνωση της συζύγου σας.»

   Ο Τσάο έσφιξε τα χείλη του, αλλά δεν αντέδρασε. Ήταν μια κατάσταση που, κατά βάθος, τον είχε βολέψει. Δύο ζωές, σε απόσταση. Καμία δεν απαιτούσε πλήρως την παρουσία του.

   «Σαν άνδρας όμως,» πρόσθεσε ο Ζανγκ Ρούι, «πρέπει να ξεκαθαρίσετε τη θέση σας. Δεν μπορείτε να κρατάτε όμηρο μια γυναίκα.»

   Ο Τσάο σήκωσε το βλέμμα του αυτή τη φορά. «Και τι μπορώ να κάνω;» ρώτησε, χωρίς ειρωνεία. Ήταν μια ειλικρινής απορία.

   Ο Ζανγκ Ρούι πήρε μια μικρή ανάσα πριν απαντήσει. «Η πιο συμφέρουσα λύση είναι να ζητήσετε διαζύγιο. Ένα διαζύγιο που να μην βλάπτει καμία από τις δύο πλευρές.»

   Ο Τσάο δεν μίλησε. Περίμενε. «Και πώς μπορεί να γίνει αυτό;»

   Ο αξιωματικός συνέχισε, πιο συγκεκριμένα τώρα: «Να δηλωθεί πως ο γάμος σας δεν ευδοκίμησε λόγω της μακρόχρονης απουσίας σας για εμπορικούς λόγους και της αδυναμίας να δημιουργηθεί κοινό νοικοκυριό. Όχι λόγω σφάλματος ή ατίμωσης. Να αναγνωρίσετε στη σύζυγό σας το δικαίωμα να παραμείνει στο Τσιουτζιά, και να της παραχωρήσετε επιπλέον ένα χρηματικό ποσό ως ένδειξη σεβασμού για τον χρόνο που χάθηκε. Από την άλλη, εκείνη να δηλώσει πως η διάλυση γίνεται με κοινή συναίνεση και χωρίς κατηγορία εις βάρος σας.»

    Σήκωσε το βλέμμα του και τον κοίταξε ευθέως.

«Έτσι, ούτε η τιμή της θα θιγεί, ούτε η δική σας θέση θα πληγεί. Και οι δύο θα είστε ελεύθεροι χωρίς σκιές.»

   Ο Τσάο έμεινε σιωπηλός. Το βλέμμα του χάθηκε για λίγο προς τα δοκάρια που στοιβάζονταν στη γωνία. Έπειτα αναστέναξε ελαφρά και είπε: «Ξέρετε… έχουμε ένα παιδί μαζί. Αν δεν υπήρχε το παιδί, τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο εύκολα.»

   Ο Ζανγκ Ρούι τον κοίταξε χωρίς αυστηρότητα αυτή τη φορά, αλλά με μια πιο ανθρώπινη κατανόηση. «Το γνωρίζω,» απάντησε. «Και γι’ αυτό η σύζυγός σας έχει ήδη τοποθετηθεί.»

   Ο Τσάο σήκωσε το βλέμμα του, πιο απότομα τώρα.

   «Η Λιάν-Χουά δήλωσε πως δεν θα εγείρει καμία αξίωση επί της περιουσίας σας για την ανατροφή της κόρης σας. Η δική της περιουσία επαρκεί.»

   Ο Τσάο συνοφρυώθηκε. Αυτό δεν το περίμενε. Ήταν σχεδόν… προσβλητικό, και ταυτόχρονα ανακουφιστικό.

   Ο Ζανγκ Ρούι συνέχισε, με σταθερό τόνο: «Ωστόσο, σας αφήνει ένα περιθώριο. Αν το επιθυμείτε ως πατέρας, μπορείτε να ορίσετε έναν εγγυητή. Μέσω αυτού, να εξασφαλίσετε ένα ποσό ή μια μελλοντική παροχή για την κόρη σας.»

   «Δεν ακούγεται άδικο» απάντησε ο Τσάο Γουεντάο.

   Ο αξιωματικός δίστασε ελάχιστα πριν συνεχίσει. «Έθεσε και άλλον έναν όρο. Εάν επισκέπτεστε το Τσιουτζιά για να δείτε την κόρη σας, αυτό θα γίνεται μόνο παρουσία εγγυητή, ενός προσώπου που δεν μπορεί έχει σχέσεις ούτε με την δική της οικογένεια ούτε βέβαια και με την δική σας.»

   Για πρώτη φορά, ο Τσάο έδειξε καθαρά την ενόχλησή του. «Αυτό… είναι υπερβολικό.»

   Ο Ζανγκ Ρούι έγειρε ελαφρά το κεφάλι. «Ίσως με τα δικά σας μέτρα. Όμως όχι με τα δικά της.»

   Στάθηκε για λίγο, σαν να διάλεγε προσεκτικά τα επόμενα λόγια του. «Στην πραγματικότητα, τέτοιοι όροι δεν είναι άγνωστοι. Όχι με αυτήν ακριβώς τη μορφή… αλλά η χρήση τρίτου προσώπου, ουδέτερου, για την αποφυγή εντάσεων μεταξύ δύο οικογενειών, αυτό έχει προηγούμενα. Ιδίως όταν υπάρχει δυσπιστία ή όταν η τιμή πρέπει να διαφυλαχθεί και από τις δύο πλευρές.»

   Ο Τσάο δεν μίλησε.

   «Η σύζυγός σας,» συνέχισε ο αξιωματικός πιο ήπια, «δεν σας στερεί την πατρότητα. Θέτει όρους για να μην υπάρξουν ούτε κουτσομπολιά, ούτε νέες συγκρούσεις. Ένας ουδέτερος εγγυητής σημαίνει πως κανείς δεν θα μπορεί να πει ότι πιέσατε, ή ότι παραβιάσατε τα όρια που τέθηκαν.»

   Ο Τσάο Γουεντάο χαμήλωσε το βλέμμα του. Δεν ήταν μόνο οι όροι. Ήταν η σαφήνεια της Λιάν-Χουά. Η απόσταση που είχε ήδη δημιουργήσει,  και που τώρα γινόταν κανόνας.

   «Δεν ζητά τίποτα από εσάς,» είπε ο Ζανγκ Ρούι σχεδόν σιγανά. «Και ίσως αυτό είναι που κάνει τη θέση σας πιο δύσκολη.»

   Ο Τσάο δεν απάντησε. Γιατί ήξερε πως αυτό ήταν αλήθεια. Η πρόταση ήταν καθαρή. Σχεδόν… υπερβολικά καθαρή. Για πρώτη φορά, όμως, ένιωθε πως κάποιος έβαζε σε λόγια αυτό που ο ίδιος απέφευγε να σκεφτεί. Και αυτό ήταν που τον έφερνε σε μεγαλύτερη αμηχανία από κάθε κατηγορία. Ύστερα γύρισε προς τον αξιωματικό: «Και πόσο καιρό θα χρειαστεί για να εκδοθεί το διαζύγιο;»

   Ο αξιωματικός δεν απάντησε αμέσως. Σκέφτηκε για λίγο, σαν να μετρούσε όχι μόνο τον χρόνο, αλλά και τις προϋποθέσεις. «Στην εποχή μας,» είπε τελικά, «δεν υπάρχει μία μόνο οδός. Αν το ζήτημα πάρει τον πλήρη διοικητικό δρόμο, με καταγραφές, μαρτυρίες και επιβεβαιώσεις από τις τοπικές αρχές, μπορεί να χρειαστούν μήνες.»

   Έκανε μια μικρή παύση. «Όμως… η περίπτωσή σας δεν είναι τέτοια.»

   Ο Τσάο τον κοίταξε προσεκτικά.

   «Αν ενεργήσετε άμεσα, με κοινή δήλωση λύσης του γάμου, αυτό που αποκαλείται “έγγραφο αποπομπής” ή συμφωνημένο διαζύγιο, και αν υπάρξει η κατάλληλη μεσολάβηση ώστε να επικυρωθεί χωρίς αντιρρήσεις… τότε η διαδικασία μπορεί να επιταχυνθεί. Σε δέκα έως δεκαπέντε ημέρες από τη στιγμή που θα κατατεθούν τα έγγραφα, θα μπορούσε να έχει ολοκληρωθεί.»

   Ο Τσάο ανασήκωσε ελαφρά τα φρύδια. Αυτό ήταν πιο γρήγορο απ’ όσο περίμενε.

   Ο Ζανγκ Ρούι συνέχισε, με ήρεμη σταθερότητα: «Ιδίως όταν δεν υπάρχουν αμοιβαίες κατηγορίες. Όταν και οι δύο πλευρές δηλώνουν πως η διάλυση γίνεται χωρίς σφάλμα, και με διασφαλισμένη την τάξη των πραγμάτων, περιουσία, παιδί, κοινωνική θέση, τότε οι τοπικοί άρχοντες δεν έχουν λόγο να καθυστερήσουν.»

    Ο αέρας πέρασε ξανά ανάμεσά τους, πιο δροσερός αυτή τη φορά.

   «Και να έχετε υπ’ όψιν,» πρόσθεσε ο αξιωματικός «Μόλις εκδοθεί η απόφαση, είστε ελεύθεροι και οι δύο.»

    Μικρή παύση.

   «Και εκείνη… και εσείς.»

   Ο τρόπος που το είπε δεν ήταν τυχαίος. Υπήρχε μια ελαφριά έμφαση, σχεδόν ανεπαίσθητη, αλλά αρκετή. Σαν να γνώριζε. Σαν να είχε ακούσει. Σαν να μην χρειαζόταν να ειπωθούν ονόματα.

   Ο Τσάο Γουεντάο δεν αντέδρασε, αλλά το βλέμμα του σκοτείνιασε για μια στιγμή.

   Ο αξιωματικός συνέχισε, με έναν τόνο που άγγιζε τα όρια της ευγένειας και της υπόνοιας: «Είστε ελεύθεροι να ξαναπαντρευτείτε. Και ελπίζω… αυτή τη φορά να είστε πιο τυχεροί.»

    Ο Τσάο δεν απάντησε. Γιατί, για πρώτη φορά, το μέλλον δεν του φαινόταν αβέβαιο. Του φαινόταν επικίνδυνα ξεκάθαρο.

   Στη Γιόνγκ-αν, πριν ακόμη περάσει το κατώφλι του διοικητηρίου, ο Ζανγκ Ρούι είχε ήδη αποφασίσει. Όχι ως αξιωματικός της Δυναστείας Τσινγκ. Αλλά ως άνθρωπος που αναγνώριζε την ανισορροπία και την απεχθανόταν.

    Δεν ήταν η υπόθεση του διαζυγίου αυτή καθεαυτή που τον είχε κινήσει. Ήταν η Λιάν-Χουά. Όταν την είχε δει στο Τσιουτζιά, δεν είχε κλάψει.
Δεν είχε γονατίσει. Δεν είχε προσπαθήσει να τον συγκινήσει. Δεν είχε χρησιμοποιήσει το παιδί. Δεν το είχε κάνει ασπίδα.

   Αντίθετα, ο Τσάο Γουεντάο… Οι αναφορές γύρω από το όνομά του δεν ήταν καθαρές. Μιλούσαν για συναναστροφές. Για κύκλους που δεν καταγράφονταν επίσημα. Για ανθρώπους που εμφανίζονταν τη νύχτα και εξαφανίζονταν πριν την αυγή. Και πίσω από όλα αυτά, ψιθυριζόταν ένα όνομα ο ‘’Λευκός Λωτός’’.

    Ο Ζανγκ Ρούι δεν είχε αποδείξεις. Αλλά είχε δει αρκετά. Ο «Λευκός Λωτός» δεν ήταν απλώς αίρεση. Ήταν σπόρος αναταραχής και η Σετσουάν δεν χρειαζόταν άλλους.

   Αλλά το πιο ενοχλητικό ήταν οι προτεραιότητες που έβαζε ο Τσάο Γουεντάο. Αντί να παλεύει για τη γυναίκα του και το παιδί του, ακουγόταν, και ο Ζανγκ Ρούι είχε λόγους να το πιστεύει, ότι ενδιαφερόταν περισσότερο για μια άλλη γυναίκα. Μια παλλακίδα. Μια γυναίκα που τώρα κινδύνευε.

    Και εκεί εμφανίστηκε η λεπτομέρεια που τον έκανε να αποφασίσει: ο εγγυητής. Ο Ζανγκ Ρούι είχε δει τα έγγραφα. Η μητέρα του Τσάο.
Ο γαμπρός του. Είχαν υπογράψει για να προστατεύσουν εκείνη. Σε έναν κόσμο όπου η οικογένεια όριζε τη θέση του ανθρώπου, η υπογραφή σήμαινε ευθύνη, και η πίστη εξασφάλιζε επιβίωση, ο Τσάο Γουεντάο επέλεγε κάτι άλλο. Κάτι ασταθές. Κάτι επικίνδυνο.

   Αντιθέτως η Λιάν-Χουά δεν ζήτησε βοήθεια. Αυτό ήταν που τον έπεισε να την δώσει. Το διαζύγιο δεν ήταν χάρη. Ήταν διόρθωση.

   Όταν τελικά μπήκε στο γραφείο του επάρχου στη Γιόνγκ-αν, ο Ζανγκ Ρούι δεν σκόπευε να ζητήσει. Σκόπευε να κατευθύνει. Γιατί για πρώτη φορά, το ζήτημα δεν ήταν μόνο διαταγή. Ήταν επιλογή.

   Το γραφείο του επάρχου, του Χαν Γουεντσίνγκ, μύριζε μελάνι και υγρασία. Πάπυροι στοιβαγμένοι, σφραγίδες, καταγραφές φόρων και κάπου ανάμεσά τους, μια αίτηση διαζυγίου.

   Ο Ζανγκ Ρούι στάθηκε όρθιος, χωρίς να κάθεται.

«Η οικογένεια της Λιάν-Χουά», είπε ήρεμα, «έχει στηρίξει τις φρουρές μας. Ξυλεία, άμαξες, εργάτες. Σε καιρό ανάγκης.»  

   Ο Χαν δεν σήκωσε αμέσως το βλέμμα.
«Το γνωρίζω. Δεν είναι όμως στρατιωτικό ζήτημα.»

   Ο Ζανγκ Ρούι έκανε ένα βήμα πιο κοντά στο γραφείο. «Σε αυτή την επαρχία», είπε, «όλα είναι στρατιωτικό ζήτημα.»

   Ο έπαρχος τον κοίταξε τώρα. Δεν ήταν φόβος,  ήταν υπολογισμός. «Ο Τσάο Γουεντάο είναι νόμιμος σύζυγος», απάντησε. «Έμπορος. Δεν έχει καταγραφεί παράπτωμα που να δικαιολογεί διάλυση γάμου χωρίς συνέπειες.»

    Ο Ζανγκ Ρούι έγνεψε ελαφρά, σαν να συμφωνούσε. «Όχι ακόμη.» Μετά από μια μικρή διακοπή ο Ζανγκ Ρούι συνέχισε: «Υπάρχουν όμως αναφορές ότι καθυστερεί παραδόσεις ξυλείας. Ότι διαπραγματεύεται τιμές σε βάρος των αναγκών του στρατού.» Δεν ύψωσε τη φωνή. Δεν χρειαζόταν.

   Ο Χαν Γουεντσίνγκ αναστέναξε ελαφρά.
«Αναφορές… από ποιον;»

   Ο Ζανγκ Ρούι δεν απάντησε αμέσως. «Από εμένα.»

   Ο έπαρχος έγειρε πίσω. «Και τι ακριβώς ζητάς;»

   Ο Ζανγκ Ρούι τώρα μίλησε πιο καθαρά: «Να εξεταστεί η αίτηση διαζυγίου χωρίς καθυστέρηση. Και να ληφθεί υπόψη ότι η οικογένεια της Λιάν-Χουά είναι χρήσιμη για τη σταθερότητα της περιοχής. Πιο χρήσιμη από τον σύζυγό της.»

   Ο Χαν τον κοίταξε για αρκετή ώρα. «Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη», είπε τελικά.

   Ο Ζανγκ Ρούι έσκυψε ελαφρά το κεφάλι. «Όχι.»

Σήκωσε το βλέμμα. «Είναι προτεραιότητα.»

   Ο έπαρχος γύρισε προς τα έγγραφα. Τα δάχτυλά του στάθηκαν πάνω στην αίτηση. «Θα το ελέγξω και θα δούμε…»

   Ήταν πρωί όταν ο Λιου Σενγκ-Τσάι, ο οικονομικός επιθεωρητής της περιοχής, πέρασε το κατώφλι του γραφείου του Σεβαστού Επάρχου της Γιόνγκ-αν, Χαν Γουεντσίνγκ. Ίσως στην εξώθυρα συναντήθηκε με τον Ζάνγκ Ρούι που μόλις πριν λίγο είχε βγει από το κτίριο.

    «Σεβαστέ Επάρχα», είπε ο Λιου με σεβασμό, «ήλθα για ένα οικογενειακό ζήτημα. Ο αδελφός της γυναίκας μου έχει εμπλακεί τελευταία σε μία περιπέτεια. Δεν έχει αποδειχθεί τίποτε εις βάρος του, αλλά και μόνον οι φήμες μπορεί να επιδράσουν αρνητικά στη δουλειά του.»

   Ο έπαρχος ανασήκωσε τα φρύδια του και περίμενε τον υπόλοιπο λόγο.

   «Υπάρχει και άλλο ένα ζήτημα που συνδέεται», συνέχισε ο Λιου. «Η σύζυγός του στο Τσιουτζιά απαιτεί διαζύγιο. Ο Τσάο Γουεντάο είναι καλοκάγαθος άνθρωπος. Ίσως ο γάμος του ήταν λάθος από την αρχή. Οι εμπορικές του δραστηριότητες είναι στην πόλη μας. Δεν μπορεί εύκολα να μετακινείται από εδώ. Ίσως αυτά τα οικογενειακά προβλήματα να τον ώθησαν να παρακολουθεί τις ομιλίες στο ‘Λευκό Λωτό’».

   Ο έπαρχος τον κοίταξε, σαν να ζύγιζε προσεκτικά τα λόγια του. «Και ο ίδιος; Τί λέει;» ρώτησε.

   «Συμφωνεί», απάντησε ο Λιου, «αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα με το παιδί. Η σύζυγός του έθεσε όρο να το βλέπει με εγγυητή.»

   Ο Χαν Γουεντσίνγκ έγειρε προς τα έγγραφα που είχε μπροστά του και είπε σοβαρά: «Κατανοητό».

    «Αν θα μπορούσατε να επιταχύνετε την αίτηση του διαζυγίου, ώστε όλοι να αναπνεύσουμε, και αυτός και εμείς, αλλά και η άλλη πλευρά;»

   Ο έπαρχος τον διέκοψε «ώστε επιθυμείτε να εκδοθεί το διαζύγιο χωρίς επιβαρυντικούς όρους για κάποια από τις δύο πλευρές.»

  Ο γαμβός του Τσάο Γουεντάο με ύφος που απολογείται συμπλήρωσε: «Ξέρετε τα ονόματα των δύο οικογενειών είναι γνωστά.»

   Ο έπαρχος έκανε ένα μικρό νεύμα. «Γνωρίζω, γνωρίζω…» είπε .

   «Θα σας οφείλω χάρη, σεβαστέ έπαρχε», πρόσθεσε ο Λιου με ένα διστακτικό χαμόγελο.

   Ο Χαν έγνεψε ελαφρά, σοβαρά και αποφασιστικά: «Θα δω τι μπορώ να κάνω. Αλλά μόνο για σας. Και αυτά απολύτως μεταξύ μας. Ούτε στον ίδιο μην αναφέρετε τίποτα από όσα ειπώθηκαν εδώ, ούτε σε κανέναν άλλον.»

   Λίγη ώρα μετά την αποχώρηση του Λιου Σενγκ-Τσάι ο έπαρχος έμεινε μόνος με τα απλωμένα χαρτιά στο γραφείο του. Κοίταξε γύρω του και ένα αμυδρό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Την ίδια μέρα είχε δύο επισκέψεις για την ίδια υπόθεση. Η κάθε πλευρά ζητούσε το ίδιο,  την γρήγορη έκδοση του διαζυγίου. Ο έπαρχος  συνειδητοποίησε πως, χωρίς να το επιδιώξει, βρισκόταν σε πλεονεκτική θέση. Οι άνθρωποι που τον είχαν επισκεφθεί και τον είχαν παρακαλέσει του χρωστούσαν χάρη, και όχι μόνο αυτό: η σωστή διαχείριση της υπόθεσης θα μπορούσε να ενισχύσει τη φήμη του. Κάποιες φορές η ζωή τα φέρνει έτσι που οι καταστάσεις ενώ στην επιφάνεια δείχνουν τραγικές στην ουσία πάντοτε συνυπάρχει και ένα κωμικό στοιχείο, ίσως όχι για αυτούς που τις ζουν, ίσως για αυτούς που τις βλέπουν από απόσταση.

   Το μεσημέρι είχε προχωρήσει όταν ο έπαρχος της Γιόνγκ-αν, Χαν Γουεντσίνγκ, κάλεσε τον γραφέα του και διέταξε να φέρουν την αίτηση στο κέντρο του γραφείου. Το φως έμπαινε λοξά από το παράθυρο, φωτίζοντας τη σφραγίδα που περίμενε να πέσει. Για αρκετή ώρα δεν μίλησε. Τα λόγια που είχε ακούσει το πρωί, άλλα ψυχρά και απειλητικά, άλλα ήπια και ικετευτικά, στέκονταν ακόμη μέσα του σαν δύο αντίθετοι άνεμοι.

    «Γράψε», είπε τελικά.

    Ο γραφέας βούτηξε το πινέλο στο μελάνι.

    «Κατόπιν εξέτασης της αιτήσεως διαζυγίου μεταξύ του εμπόρου Τσάο Γουεντάο και της συζύγου του Λιάν-Χουά, και λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις αμφοτέρων των οικογενειών…»

   Σταμάτησε για μια στιγμή, σαν να ζύγιζε κάθε λέξη πριν αυτή υπάρξει «…αποφασίζεται η λύση του γάμου, άνευ επιβολής ποινών που θα έπλητταν την τάξη της επαρχίας.»

   Ο γραφέας σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα, μα ο έπαρχος συνέχισε ατάραχος «Ως προς το τέκνο, το νεογέννητο θα παραμείνει υπό την προστασία της μητρός έως τη συμπλήρωση του τρίτου έτους της ηλικίας του.»

   Η φωνή του χαμήλωσε ελαφρά. «Ο πατήρ διατηρεί το δικαίωμα να το επισκέπτεται μία φορά κάθε μήνα, παρουσία εγγυητή ορισμένου από τη διοίκηση.»

   Μια μικρή παύση. Έπειτα, πιο κοφτά: «Μετά το τρίτο έτος, το παιδί θα μεταβεί στην οικία του πατρός, όπως ορίζει το έθιμο, εκτός εάν προκύψουν σοβαροί λόγοι που θα κριθούν εκ νέου από το γραφείο του επάρχου.»

   Ο γραφέας ολοκλήρωσε τη φράση και περίμενε. Ο Χαν Γουεντσίνγκ ακούμπησε τα δάχτυλά του πάνω στο έγγραφο. Η απόφαση δεν ήταν ούτε δικαιοσύνη ούτε αδικία· ήταν ισορροπία. Ή, τουλάχιστον, αυτό που μπορούσε να περάσει για ισορροπία σε μια επαρχία όπου τα πάντα ζυγίζονταν με βάση τη σταθερότητα.

   «Πρόσθεσε», είπε ακόμη, «ότι ουδεμία από τις δύο πλευρές δύναται να εγείρει περαιτέρω αξιώσεις χωρίς άδεια της διοίκησης.»

   Ο γραφέας έγραψε την τελευταία πρόταση. Ο έπαρχος πήρε τη σφραγίδα. Για μια στιγμή την κράτησε μετέωρη πάνω από το χαρτί. Ίσως σκέφτηκε τη γυναίκα που θα αποδεχόταν αυτή την απόφαση χωρίς να είναι πλήρως δική της. Ίσως τον άνδρα που θα έπρεπε να περιμένει για να κρατήσει το παιδί του. Ίσως και τους άλλους, εκείνους που δεν αναφέρονταν στο έγγραφο αλλά το είχαν ήδη καθορίσει. Η σφραγίδα έπεσε με έναν βαρύ, οριστικό ήχο. «Να παραδοθεί», είπε.

   Και έτσι, μέσα σε λίγες γραμμές μελανιού, ένας γάμος έληξε, ένα παιδί μοιράστηκε ανάμεσα σε δύο κόσμους, και η τάξη της επαρχίας διατηρήθηκε.

 

 

 

 

η επίδοση του διαζευκτηρίου στον Τσάο Γουεντάο

  Την επόμενη ημέρα της σφράγισης το έγγραφο του διαζευκτηρίου επιδόθηκε στον Τσάο Γουεντάο. Ήταν ακόμη πρωί όταν ο κλητήρας της διοίκησης στάθηκε μπροστά στην οικία του, στη Γιόνγκ-αν. Χτύπησε το ξύλινο ρόπτρο τρεις φορές, με τον μετρημένο ρυθμό της υπηρεσίας. Η πόρτα άνοιξε από έναν νεαρό υπηρέτη, που αμέσως υποχώρησε μόλις είδε το έμβλημα.

   «Εντολή του επάρχου», είπε ο κλητήρας.

   Ο Τσάο εμφανίστηκε σχεδόν αμέσως, σαν να περίμενε. Δεν είχε ειδοποιηθεί, μα υπήρχαν πράγματα που τα καταλάβαινε κανείς πριν ειπωθούν. Ο κλητήρας δεν μπήκε βαθιά στην αυλή. Στάθηκε κοντά στο κατώφλι, άνοιξε τη θήκη και ξεδίπλωσε το έγγραφο. «Αναγιγνώσκεται η απόφαση του επάρχου», είπε τυπικά.

   Ο Τσάο έγνεψε. Οι λέξεις ακούστηκαν καθαρές, χωρίς έμφαση: η λύση του γάμου, η απουσία ποινών, οι όροι για το παιδί. Όταν έφτασε στο σημείο της τριετίας, το βλέμμα του Τσάο χαμήλωσε ανεπαίσθητα. Δεν διέκοψε.

   Ο κλητήρας ολοκλήρωσε την ανάγνωση, τύλιξε το χαρτί και του το παρέδωσε. «Αντίγραφο της απόφασης. Η ισχύς άρχεται από σήμερα.» Μια μικρή παύση. «Οι όροι θα εφαρμοστούν όπως αναγράφονται.»

   Ο Τσάο πήρε το έγγραφο με τα δύο χέρια. «Κατανοητό», είπε.

    Ο κλητήρας έγνεψε και αποχώρησε χωρίς άλλη λέξη. Η πόρτα έκλεισε. Ο Τσάο Γουεντάο στάθηκε στην αυλή του σπιτιού του, κρατώντας ακόμη το έγγραφο μισάνοιχτο στα χέρια του. Το κόκκινο αποτύπωμα της σφραγίδας είχε ήδη στεγνώσει. Οι λέξεις ήταν σαφείς, χωρίς περιθώρια παρερμηνείας. Ο γάμος του είχε λυθεί. Δεν ένιωσε αμέσως ανακούφιση. Μόνο ένα κενό, σαν να είχε αφαιρεθεί κάτι που δεν είχε προλάβει ποτέ να καταλάβει πλήρως. Ξαναδιάβασε το σημείο για το παιδί. Εκεί στάθηκε περισσότερο. Ένα παιδί που δεν βρισκόταν στο σπίτι του. Ένα παιδί που θα μεγάλωνε αλλού, προς το παρόν. Και ύστερα, κάποτε, θα ερχόταν πίσω σε αυτόν σαν κάτι που του ανήκε και ταυτόχρονα του ήταν ξένο. Δίπλωσε αργά το έγγραφο.

   Από το εσωτερικό του σπιτιού ακούστηκαν βήματα. Η μητέρα του εμφανίστηκε στο κατώφλι. Το πρόσωπό της δεν είχε έκπληξη· μόνο βεβαιότητα, σαν να γνώριζε ήδη την έκβαση. «Έφτασε, λοιπόν», είπε. Ο Τσάο έγνεψε. Εκείνη προχώρησε λίγο πιο κοντά, τον κοίταξε προσεκτικά και ύστερα μίλησε με φωνή σταθερή: «Παιδί μου, ελευθερώθηκες.»

    Η λέξη έμεινε για λίγο ανάμεσά τους. «Αυτή η γυναίκα», συνέχισε, «δεν ήθελε σύζυγο. Ήθελε υπάλληλο.»

    Ο Τσάο δεν απάντησε αμέσως. Το βλέμμα του έμεινε χαμηλωμένο, όχι από αντίρρηση, αλλά από σκέψη. «Ίσως…» της απάντησε ο γιός της, «ούτε εγώ ήξερα τι ήθελα.»

   Η μητέρα του τον πλησίασε περισσότερο. «Οι γάμοι δεν είναι παζάρια», είπε. «Και όταν γίνονται έτσι, πάντα κάποιος πληρώνει περισσότερο.»

    Ο Τσάο άφησε ένα αμυδρό χαμόγελο που δεν κράτησε. «Το παιδί», είπε. Η μητέρα του δεν δίστασε. «Μην ανησυχείς για το παιδί. Θα το αντιμετωπίσουμε.» Η βεβαιότητά της ήταν σχεδόν πρακτική· σαν να μιλούσε για μια δύσκολη αλλά διαχειρίσιμη υπόθεση.

   Ο Τσάο έσφιξε ελαφρά το έγγραφο στο χέρι του. «Δεν θέλω να το ‘αντιμετωπίσουμε’ μόνο», είπε χαμηλά. «Είναι… το μόνο που έμεινε.»  

Η μητέρα του τον κοίταξε, αυτή τη φορά πιο προσεκτικά, σαν να έβλεπε κάτι που δεν είχε δει πριν. Δεν απάντησε αμέσως. Από το βάθος του γυναικωνίτη, πίσω από το ξύλινο παραπέτασμα, μια σιωπηλή παρουσία παρακολουθούσε. Η Γιού-Χουά στεκόταν ακίνητη. Δεν πλησίασε. Δεν μίλησε. Τα χέρια της ήταν διπλωμένα μπροστά της, το βλέμμα χαμηλωμένο, μα όχι αφηρημένο. Άκουγε. Ήξερε τη θέση της μέσα σε αυτό το σπίτι,  ούτε οικοδέσποινα ούτε υπηρέτρια. Μια σκιά που είχε παραμείνει, όχι από επιλογή δική της, αλλά από ανάγκη των άλλων. Η προστασία της ηλικιωμένης μητέρας του Τσάο ήταν το μόνο που τη χώριζε από έναν κόσμο όπου το όνομά της θα μπορούσε να γίνει κατηγορία. Η Γιού-Χουά σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα της προς τον Τσάο. Εκείνος δεν την είδε. Είδε μόνο το μέλλον να ανοίγεται μπροστά του, όχι καθαρό, αλλά γεμάτο υποχρεώσεις που δεν μπορούσαν να γραφτούν σε κανένα συμβόλαιο.

 

 

οι οφειλόμενες χάρες ανταποδίδονται

   Το ίδιο απόγευμα, όταν το φως είχε αρχίσει να μαλακώνει πάνω από τα διοικητικά κτίρια της Γιόνγκ-αν, ο αξιωματικός του ιππικού Ζανγκ Ρούι πέρασε το κατώφλι του γραφείου του επάρχου. Ο φρουρός τον άφησε να περάσει χωρίς ερώτηση.

   Ο έπαρχος, Χαν Γουεντσίνγκ, καθόταν ήδη πίσω από το γραφείο του. Μπροστά του ήταν ανοιχτά έγγραφα, μα δεν τα κοιτούσε. Σήκωσε το βλέμμα του μόλις ο Ζανγκ Ρούι στάθηκε απέναντί του. Ο αξιωματικός δεν κάθισε. Ένωσε τα χέρια του μπροστά στο στήθος και υποκλίθηκε ελαφρά. «Σεβαστέ Έπαρχε.»

   «Αξιότιμε αξιωματικέ Ζανγκ», απάντησε ο Χαν με ήρεμη φωνή. «Ποια είναι η αιτία της επισκέψεώς σας;»

   Ο Ζανγκ Ρούι δεν μακρηγόρησε. «Ήλθα να πληροφορηθώ περί της πορείας της αιτήσεως που σας υπεβλήθη.»

   Ο έπαρχος τον κοίταξε για μια στιγμή, σαν να περίμενε αυτή ακριβώς την ερώτηση. «Μην ανησυχείτε», είπε τελικά. «Χάρη στη μεσολάβησή σας, όλα βρήκαν τον δρόμο τους.»

   Μια μικρή παύση. «Το διαζευκτήριο εσφραγίσθη και ήδη επεδόθη εις τον Τσάο Γουεντάο. Αύριον θα αποσταλεί κλητήρας εις το Τσιουτζιά, διά την κοινοποίησιν του εγγράφου εις την προστατευομένην σας.»

   Ο Ζανγκ Ρούι ανασήκωσε ελαφρά το κεφάλι. Για πρώτη φορά, ένα ίχνος ενόχλησης φάνηκε στο πρόσωπό του. «Δεν είναι προστατευομένη», είπε ψυχρά.

   Ο έπαρχος δεν αντέδρασε άμεσα. Έγειρε ελαφρά προς τα πίσω. «Τέλος πάντων», απάντησε ήρεμα. «Αυτό είναι ζήτημα ιδικόν σας.»

   Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν αμήχανη. Ήταν υπολογισμένη. Ο Χαν Γουεντσίνγκ ένωσε τα δάχτυλά του μπροστά του. «Επιτρέψατέ μου, αξιότιμε αξιωματικέ Ζανγκ», είπε με σταθερό τόνο, «να σας εκφράσω την εκτίμησίν μου διά το ενδιαφέρον σας εις τα ζητήματα της επαρχίας.»

   Ο Ζανγκ Ρούι δεν απάντησε. Περίμενε.

   «Και», συνέχισε ο έπαρχος, «επειδή αι σχέσεις μεταξύ διοικήσεως και στρατού πρέπει να διέπονται υπό αμοιβαίας υποστηρίξεως… θα ήθελα να ζητήσω μίαν μικράν εξυπηρέτησιν.»

   Ο αξιωματικός έμεινε ακίνητος. «Ακούω, σεβαστέ έπαρχε.»

  Ο Χαν έστρεψε για μια στιγμή το βλέμμα του προς έναν από τους παπύρους στο πλάι. «Τις τελευταίες εβδομάδες», είπε, «έχουν καταγραφεί καθυστερήσεις εις την μεταφοράν ξυλείας από τα ορεινά χωρία προς τα εργαστήρια της επαρχίας. Οι δρόμοι δεν είναι ασφαλείς. Υπάρχουν αναφορές περί ληστών… αλλά και περί ομάδων που κινούνται χωρίς άδεια.»

   Δεν χρειάστηκε να ονομάσει περισσότερα. «Η διοίκησις δεν διαθέτει τα μέσα να εξασφαλίσει ταυτοχρόνως και την είσπραξιν των φόρων και την προστασίαν των μεταφορών.»

   Σήκωσε ξανά το βλέμμα του προς τον Ζάνγκ Ρούι. «Εάν η μονάς του ιππικού υπό την διοίκησίν σας ηδύνατο να συνοδεύσει δύο εκ των επομένων αποστολών ξυλείας έως την Γιόνγκ-αν, θα ήτο ιδιαιτέρως χρήσιμον διά την σταθερότητα της περιοχής.»

   Ο Ζανγκ Ρούι έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ήξερε τι σήμαινε αυτό. Δεν ήταν απλώς συνοδεία. Ήταν παρουσία. Έλεγχος. Μήνυμα.

   «Και αν κατά την συνοδείαν», πρόσθεσε ήρεμα ο έπαρχος, «εντοπισθούν πρόσωπα ή κινήσεις που χρήζουν προσοχής… η διοίκησις θα εκτιμήσει ιδιαιτέρως την ενημέρωσιν.»

   Τώρα δεν υπήρχε πια καμία ασάφεια. Ο Ζανγκ Ρούι έγνεψε ελαφρά. «Η μονάδα μου θα διαθέσει άνδρες», είπε. «Δύο αποστολές, όπως ζητήσατε.»

   Ο έπαρχος ανταπέδωσε το νεύμα. «Η επαρχία σας ευγνωμονεί.»

   Για μια στιγμή, οι δύο άνδρες έμειναν ακίνητοι, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον. Καθένας γνώριζε τι είχε δοθεί και τι είχε ληφθεί. Ο Ζανγκ Ρούι υποκλίθηκε ελαφρά. «Εάν δεν υπάρχει άλλο ζήτημα, σεβαστέ έπαρχε…»

   «Ουδέν περαιτέρω», απάντησε ο Χαν.

   Ο αξιωματικός γύρισε και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Πίσω του, στο γραφείο, ο έπαρχος έμεινε καθισμένος, με τα έγγραφα ανοιχτά μπροστά του. Η επαρχία είχε διατηρήσει την ισορροπία της. Για την ώρα.

 

 

η επίδοση του διαζευκτηρίου στην Λιάν-Χουά

   Δύο ημέρες μετά τη σφράγιση της απόφασης, ο δρόμος προς το Τσιουτζιά ήταν ακόμη υγρός από την πρωινή ομίχλη όταν ο κλητήρας της διοίκησης πλησίασε το χωριό. Το άλογό του προχωρούσε αργά, συνηθισμένο σε τέτοιες διαδρομές. Στο πλευρό του, η ξύλινη θήκη με τα έγγραφα χτυπούσε ελαφρά σε κάθε βήμα. Δεν υπήρχε βιασύνη· η απόφαση είχε ήδη ληφθεί. Αυτό που απέμενε ήταν η ανακοίνωσή της.

   Οι χωρικοί που τον είδαν να περνά, αποτραβήχτηκαν διακριτικά. Το έμβλημα της διοίκησης δεν προκαλούσε περιέργεια· προκαλούσε σιωπή. Στάθηκε μπροστά στην αυλόπορτα της οικίας της Λιάν-Χουά και χτύπησε δύο φορές.

   Η πόρτα άνοιξε ύστερα από λίγο. Η ίδια η Λιάν-Χουά στάθηκε στο κατώφλι, κρατώντας το παιδί στην αγκαλιά της. Το βλέμμα της πήγε πρώτα στο έμβλημα και ύστερα στο πρόσωπο του άνδρα. Δεν ρώτησε.

   «Εντολή του επάρχου της Γιόνγκ-αν», είπε ο κλητήρας. Έβγαλε το έγγραφο και το ξεδίπλωσε με προσοχή. Δεν της το έδωσε αμέσως. Πρώτα έπρεπε να ακουστεί. «Αναγιγνώσκεται η απόφαση του επάρχου», πρόσθεσε, περισσότερο ως τυπικότητα παρά ως ερώτηση.

    Η Λιάν-Χουά έγνεψε ελαφρά.

   Η φωνή του ήταν σταθερή, χωρίς συναισθηματισμό. Η λύση του γάμου ανακοινώθηκε καθαρά. Καμία ποινή, καμία κατηγορία που να βαραίνει επίσημα καμία από τις δύο πλευρές. Όταν έφτασε στους όρους για το παιδί, η Λιάν-Χουά χαμήλωσε το βλέμμα της.

   «Το τέκνον», συνέχισε ο κλητήρας, «παραμένει υπό την προστασίαν της μητρός έως τη συμπλήρωσιν του τρίτου έτους της ηλικίας του.»

   Τα δάχτυλά της έσφιξαν ανεπαίσθητα το ύφασμα που τύλιγε το βρέφος. «Ο πατήρ διατηρεί το δικαίωμα επισκέψεως μίαν φοράν τον μήνα, παρουσία εγγυητού ορισμένου υπό της διοικήσεως.»

   Μια μικρή παύση. «Μετά το τρίτον έτος, το παιδί θα μεταβεί εις την οικίαν του πατρός.»

   Ο κλητήρας ολοκλήρωσε την ανάγνωση και τότε μόνο της παρέδωσε το έγγραφο. «Αντίγραφον της αποφάσεως», είπε. «Η ισχύς άρχεται από της σήμερον.»

   Η Λιάν-Χουά το πήρε με σταθερά χέρια.

   «Ο εγγυητής θα παρουσιαστεί κατά την πρώτη επίσκεψη του πατρός», πρόσθεσε ο κλητήρας. «Θα ενημερωθείτε εγκαίρως.»

    Δεν υπήρχε τίποτε άλλο να ειπωθεί. Για μια στιγμή στάθηκαν αντικριστά, χωρίς λόγια. Έπειτα εκείνη έγνεψε. Αποδοχή. Ο κλητήρας ανταπέδωσε την κίνηση, γύρισε και κατευθύνθηκε προς την έξοδο της αυλής. Το άλογό του περίμενε υπομονετικά. Η πόρτα έκλεισε.

   Η Λιάν-Χουά έμεινε μόνη. Κοίταξε το έγγραφο χωρίς να το ανοίξει αμέσως. Ύστερα, αργά, το ξεδίπλωσε. Οι γραμμές ήταν ίδιες με αυτές που είχε ακούσει, μα τώρα έμεναν,  χωρίς φωνή να τις συνοδεύει. Στάθηκε στο σημείο που ανέφερε το τρίτο έτος. Τρία χρόνια. Δεν ήταν λίγο. Δεν ήταν και αρκετό. Κατέβασε το βλέμμα στο παιδί. Εκείνο κοιμόταν, αμέριμνο, σαν να μην ανήκε ακόμη σε καμία απόφαση. Το κράτησε πιο κοντά της. Έξω, τα βήματα του αλόγου απομακρύνονταν ήδη στον δρόμο. Και μέσα στην αυλή, χωρίς θόρυβο, η ζωή της είχε αλλάξει οριστικά.

 

 

η Λιάν-Χουά ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον της

   Το χαρτί του διαζυγίου ήταν η επιβεβαίωση μιας απελευθέρωσης που μόλις είχε γίνει πραγματικότητα. Ο γάμος της, τυπικός και δεσμευτικός όσο χρειαζόταν, είχε λυθεί επίσημα. Καμία ενοχή δεν βάραινε το όνομά της, καμία κατηγορία δεν υπήρξε εναντίον της. Ήταν ελεύθερη να συνεχίσει τη ζωή της.

   Κάποιες νύχτες, σκέφτηκε, θα μπορούσε να απολαμβάνει την παρουσία του νεαρού ξυλουργού στην μεγάλη αποθήκη. Μα αυτή η σχέση ήταν ένας παράδρομος, στενός, κρυφός, χωρίς κοινά σημεία πέρα από τη φυσική ανταπόκριση.  Και τώρα τελευταία, ίσως όχι και τόσο τελευταία, το ενδιαφέρον του νεαρού ξυλουργού φαινόταν να μειώνεται, η σχέση να ξεθυμαίνει, οι ρυθμοί να χαλαρώνουν

   Η καρδιά της ζητούσε κάτι μεγαλύτερο. Κάτι που θα την αντιπροσώπευε, που θα αναγνώριζε τη θέση της και την ύπαρξή της. Ο νους της πήγε στον αξιωματικό της επαρχιακής διοίκησης. Η στολή του, η στάση του, η παρουσία του… όλα φαινόταν να υποδηλώνουν έναν άνθρωπο που γνώριζε να δίνει διαταγές και να διοικεί. Και οι ματιές του, τις ανεπαίσθητες στιγμές που του είχαν διαφύγει, ίσως έκρυβαν ένα ενδιαφέρον για εκείνη.

   Αλλά η Λιάν-Χουά ήξερε ότι δεν ήταν μόνο στο δικό της χέρι. Δεν μπορούσε να βιαστεί. Έπρεπε να κινηθεί με αργούς, μετρημένους ρυθμούς, να δείξει πλαγίως το ενδιαφέρον της, να αφήσει να φανεί ντροπαλά η προσέγγισή της, καθώς ήταν διαζευγμένη και μητέρα ενός μικρού παιδιού. Μέσα από φιλοξενία και φιλία, θα άφηνε χώρο στον χρόνο να την καθοδηγήσει. Ίσως, μια μέρα, να άνοιγε διάπλατα το σπίτι της, όχι την μεγάλη αποθήκη, αλλά το αρχοντικό, να προσφέρει καταφύγιο, ηρεμία και γαλήνη σε έναν άνθρωπο που ταλαιπωρείται στις περιπολίες και τους δρόμους της επαρχίας. Έναν άνδρα που μπορούσε να την αντιπροσωπεύσει με την παρουσία του, με τη δύναμη και την αποφασιστικότητά του. Ίσως τότε η ζωή της να έβρισκε μια νέα ισορροπία, γεμάτη σεβασμό, συντροφικότητα και αναγνωρισμένη θέση.

   Η Λιάν-Χουά σιώπησε για λίγο, αφήνοντας το βλέμμα της να χαϊδέψει την κόρη της. Ο παράδρομος ήταν ακόμη εκεί, στενός και σκοτεινός, αλλά μπροστά της ανοίγονταν πια η δυνατότητα του μεγάλου, φωτεινού δρόμου και αυτή η σκέψη γέμιζε την καρδιά της με μια απροσδιόριστη γλυκιά προσμονή.

    Η Λιάν-Χουά καθόταν στο μικρό σκαμνί της αυλής, κοιτάζοντας τη σιλουέτα του παιδιού της. Οι σκέψεις της γλίστρησαν πίσω, σε χρόνια που πλέον ανήκαν σε άλλο κεφάλαιο της ζωής της. Στα δεκαεννιά της, είχε ξεκινήσει με τον Λιού Τσενγκχάο. Νεαρή και γεμάτη περιέργεια, είχε δοκιμάσει την ένταση και τη γοητεία της πρώτης αγάπης, την τρυφερότητα και τον ενθουσιασμό που δεν διαρκούν για πάντα. Η σχέση τους δεν είχε διάρκεια· οι δρόμοι τους χωρίστηκαν πριν προλάβει να αποκτήσει βάθος χρόνου, αφήνοντας πίσω μόνο ανεπαίσθητα αποτυπώματα στον χρόνο της.

     Μετά, περίπου τρία χρόνια αργότερα, ήρθε ένας άνδρας άλλης ηλικίας και κύρους, ώριμος, με εμπειρία και δύναμη. Με εκείνον, η Λιάν-Χουά γνώρισε την πλήρη εκπαίδευση στην τέχνη του έρωτα.

   Ήταν ένα απόγευμα ήσυχο στο χωριό Τσιουτζιά. Οι λοφοσειρές τριγύρω έριχναν μαλακή σκιά, και το ρυάκι που κυλούσε δίπλα στην αποθήκη θρόιζε απαλά. Ένας από τους νεαρούς εργάτες του πατέρα της Λιάν-Χουά είχε πέσει από ένα ξύλινο σκαλοπάτι, χτυπώντας σοβαρά το πόδι του. Η κατάσταση φαινόταν αρκετά επικίνδυνη για να απαιτεί γνώση πέρα από ό,τι μπορούσαν να προσφέρουν οι ντόπιοι θεραπευτές. Ο πατέρας της Λιάν-Χουά, ανήσυχος αλλά αποφασιστικός, έστειλε επιστολή στην Τσενγκντού, καλώντας τον ιατρό-βοτανολόγο που είχε την έδρα του εκεί. Η φήμη του για την ικανότητά του να συνδυάζει γνώση βοτάνων και πρακτική ιατρική είχε φτάσει μέχρι το Τσιουτζιά, και ο πατέρας ήξερε ότι μόνο αυτός μπορούσε να αντιμετωπίσει τον τραυματισμό με αποτελεσματικότητα.

   Όταν έφτασε, η παρουσία του σαραντάχρονου  ιατρού ήταν αμέσως επιβλητική. Το βλέμμα του, ήρεμο αλλά απόλυτα παρατηρητικό, ζύγιζε τα πάντα γύρω του, τον τραυματία, τους εργάτες, την ίδια την αυλή. Η Λιάν-Χουά στάθηκε λίγο πίσω, παρατηρώντας κάθε κίνηση του άνδρα. Η ήρεμη αυτοπεποίθηση και η αθόρυβη δεξιότητά του την γοήτευσαν αμέσως. Δεν ήταν μόνο η γνώση του για τα φυτά και τη θεραπεία, αλλά και ο τρόπος που προσέγγιζε τους ανθρώπους, η λεπτομέρεια με την οποία εκτιμούσε κάθε μικρή κίνηση, κάθε ατέλεια στην εργασία του τραυματία.

    Καθώς περνούσαν οι ημέρες και ο εργάτης επανερχόταν σταδιακά, οι επισκέψεις του ιατρού στο Τσιουτζιά άρχισαν να γίνονται τακτικές. Η Λιάν-Χουά, παρακολουθώντας τον με περιέργεια και θαυμασμό, συνειδητοποίησε σιγά-σιγά ότι αυτή η παρουσία δεν ήταν μόνο επαγγελματική. Κάθε λεπτομέρεια της φροντίδας του, κάθε συμβουλή του, έφερνε μαζί της μια ανεπαίσθητη ένταση, μια αίσθηση γοητείας που άρχισε να την τραβά.

   Οι πρώτες επισκέψεις του σαραντάχρονου ιατρού στο Τσιουτζιά ήταν η αφορμή τελικά για κάτι καθαρά πιο προσωπικό. Η Λιάν-Χουά είχε τακτικά πονοκεφάλους, κληρονομιά των μακρών ωρών μελέτης και της εποχής των εμπορικών υποχρεώσεων του πατέρα της, και ο ιατρός, γνώστης της ανθρώπινης ανατομίας και των σημείων του σώματος, ένας άνδρας που ήξερε να χειρίζεται τα ενεργειακά μονοπάτια όπως οι ειδικοί στον βελονισμό, έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη του χωριού αλλά και του πατέρα της Λιάν-Χουά, της προσέφερε τις πρώτες του θεραπείες.

   Με τα λεπτά του χέρια να εντοπίζουν τις ατέλειες της στάσης, τις εντάσεις στους μυς και τα σημεία πίεσης που προκαλούσαν τον πόνο, κάθε άγγιγμά του είχε κάτι από θεραπευτικό θαύμα. Η Λιάν-Χουά αισθανόταν τον πόνο να υποχωρεί, αλλά και μια ανεπαίσθητη ένταση να γεννιέται μέσα της, μια ζεστασιά που δεν είχε ξαναγνωρίσει. Κάθε θεραπευτική συνάντηση ήταν σύντομη αλλά προσεκτικά μετρημένη. Το χέρι του περνούσε απαλά πίσω από τον αυχένα, πάνω στους ώμους, και με ακρίβεια στα σημεία που η γνώση της ανατομίας του υπαγόρευε. Στην αρχή η Λιάν-Χουά ένιωθε μόνο ανακούφιση. Σιγά-σιγά όμως η αίσθηση αυτή μετατράπηκε σε κάτι πιο βαθύ: μια οικειότητα που υπερέβαινε την απλή θεραπεία.

   Καθώς οι ημέρες κυλούσαν, οι επισκέψεις του ιατρού έγιναν αφορμή για συζητήσεις, ανταλλαγές γνώσης και στιγμές που έμοιαζαν να ανήκουν μόνο σε εκείνους. Τα αγγίγματά του, που αρχικά ήταν πρακτικά, τώρα έφεραν μια ανεπαίσθητη τρυφερότητα, μια υπόσχεση οικειότητας. Η Λιάν-Χουά άρχισε να παρατηρεί τις κινήσεις του, τη φροντίδα του, το πώς οι παλάμες του δεν άγγιζαν μόνο το σώμα αλλά και τα νεύρα της ψυχής της.

   Και έτσι, χωρίς να το καταλάβει αμέσως, η θεραπεία για τους πονοκεφάλους της εξελίχθηκε σε κάτι άλλο. Μια βραδινή στιγμή, η επαφή τους έγινε πιο προσωπική, και η οικειότητα που είχε γεννηθεί ανάμεσά τους μετατράπηκε σε ερωτική ένωση. Κάθε άγγιγμα, κάθε λεπτή κίνηση, είχε τη γνώση του σώματος και την αίσθηση της εμπιστοσύνης, και η Λιάν-Χουά ένιωσε για πρώτη φορά ότι η σωματική επαφή μπορούσε να γίνει μια μορφή προστασίας, απόλαυσης και σύνδεσης μαζί του.

   Η    θεραπεία και ο έρωτας συγχωνεύθηκαν σιγά-σιγά σε μια νέα πραγματικότητα, στην οποία η Λιάν-Χουά δεν ήταν πια μόνο η κοπέλα που περίμενε τον πατέρα της να επιστρέψει από εμπορικά ταξίδια, αλλά μια γυναίκα που ανακάλυπτε τη δύναμη και την ευαισθησία της μέσα από την επαφή με έναν άνδρα που γνώριζε τόσο καλά το σώμα και την ψυχή της.

   Για περίπου δύο χρόνια, ο ιατρός από την Τσενγκντού επισκεπτόταν το Τσιουτζιά, πάντα όταν ο πατέρας της Λιάν-Χουά έλειπε για τα εμπορικά του ταξίδια. Οι συναντήσεις τους εκείνες τις ημέρες της απουσίας του πατέρα της ήταν πυκνές, και κάθε μία γινόταν ευκαιρία για μια βαθύτερη σύνδεση. Και τότε ήρθε η πρόταση που ο επισκέπτης του Τσιουτζιά δεν μπορούσε να αγνοήσει. Μια σημαντική πόλη δυτικά, η Λεσάν, τον είχε καλέσει να αναλάβει ένα έργο φαρμακευτικής έρευνας μεγάλης εμβέλειας. Η θέση αυτή θα άνοιγε μπροστά του δρόμους που κανείς δεν είχε φανταστεί. Ο ίδιος ήξερε ότι η ευκαιρία αυτή ήταν μοναδική και ότι το καθήκον απέναντι στην καριέρα του δεν άφηνε περιθώρια.

   Η Λιάν-Χουά ένιωσε ένα κενό όταν το άκουσε, αλλά δεν υπήρξε πικρία. Αντιλήφθηκε πως ο έρωτας, όσο δυνατός κι αν είναι, δεν μπορεί πάντα να κρατήσει έναν άνθρωπο δεμένο με έναν τόπο ή μια στιγμή. Και έτσι, μπροστά στο άνοιγμα της καριέρας του και στην νέα πόλη της Λεσάν, η σχέση τους ολοκληρώθηκε με σεβασμό και διακριτικότητα.

   Τρία χρόνια μετά, η Λιάν-Χουά είχε ήδη συναντήσει τον αρχιξυλουργό που είχε αναλάβει την επέκταση της παλιάς αποθήκης του σπιτιού της. Μια κρυφή σχέση είχε αναπτυχθεί, γεμάτη αλληλεγγύη και στιγμές σιωπηλής εγγύτητας. Μα και εκείνος, όπως ο Λιού Τσενγκχάο, είχε αποδειχθεί αναξιόπιστος. Λόγια που του είχαν ξεφύγει, υλικά που έλειπαν, η εργασία που εσκεμμένα καθυστερούσε… όλα απέδειξαν πως δεν μπορούσε να στηριχθεί σε αυτόν. Με βαριά καρδιά τον απέλυσε, και η αποθήκη ξαναγέμισε σιωπή και άδειες επιφάνειες.

   Και τότε εμφανίστηκε ο νεαρός ξυλουργός από το Λο Τζιανγκ. Το σπίτι του ήταν μακριά. Κάθε πρωϊ ερχόταν από το Λο Τζιάνγκ στην ώρα του, χωρίς καθυστερήσεις και αμέσως έπιανε δουλειά. Τέλειωνε έδινε αναφορά για την πρόοδο των εργασιών του και αργά το απόγευμα επέστρεφε στο χωριό του. Στις ξυλουργικές εργασίες του ήταν εξαιρετικός· κάθε λάθος ή ατέλεια που είχε αφήσει ο προηγούμενος τεχνίτης, εκείνος τα επιδιόρθωνε με υπομονή και ακρίβεια. Η Λιάν-Χουά τον παρακολουθούσε διακριτικά από μακριά, εκτιμώντας την αφοσίωση και την αδιατάρακτη προσήλωσή του στη δουλειά.

   Δεν τον πλησίασε αμέσως. Άφησε τον χρόνο να κυλήσει, μελετώντας κάθε κίνηση, κάθε χειρονομία. Ώσπου μια μέρα, σιγά-σιγά, τον άγγιξε. Η καρδιά της χτυπούσε έντονα· φοβόταν ότι εκείνος δεν θα ανταποκρινόταν. Μα για μια ακόμη φορά, όπως ακριβώς στην ξυλουργική του εργασία, έδειξε την ίδια προσοχή προς εκείνη. Κάθε άγγιγμα, κάθε χαμόγελο, κάθε βλέμμα ήταν γεμάτα συνέπεια και ευαισθησία.

   Ούτε η ίδια η Λιάν-Χουά είχε φανταστεί ότι αυτή η μυστική σχέση, με τον νεαρό ξυλουργό, η πρώτη της με έναν νεότερο άνδρα από αυτή, θα μπορούσε να διαρκέσει τόσο πολύ. Κάθε βράδυ, όταν τα φώτα έσβηναν στην αποθήκη και η σιγαλιά γέμιζε τους χώρους, εκείνος πλησίαζε με σεβασμό και αφοσίωση. Τα χέρια του, σταθερά και προσεκτικά, γνώριζαν το σώμα της με τρόπο που δεν απαιτούσε λόγια. Τις πρωινές ώρες, όμως, η εικόνα άλλαζε. Ο νεαρός ξυλουργός επέστρεφε στον χώρο της εργασίας του, εργάζονταν με μεθοδικότητα και ακρίβεια. Κάθε κίνηση, κάθε χάραξη στο ξύλο, ήταν απόδειξη της αφοσίωσης και της επιμέλειάς του σε ό,τι τον περιέβαλλε. Η συνέπεια και η σιωπηλή του παρουσία δημιούργησαν ένα πλαίσιο ασφάλειας γύρω από τη Λιάν-Χουά· ήξερε ότι ό,τι συνέβαινε τη νύχτα δεν θα διαρρεύσει, ότι η εχεμύθειά του ήταν απόλυτη.

   Ο νεαρός ξυλουργός ποτέ δεν άφησε να υπονοηθεί τίποτα προς τον έξω κόσμο· καμία λέξη, κανένα βλέμμα δεν αποκάλυπτε τη μυστική τους ένωση. Κάθε πράξη του, μικρή ή μεγάλη, γινόταν σημάδι της αφοσίωσης και της εχεμύθειας που κράτησαν τη Λιάν-Χουά δεμένη σε αυτή την σιωπηλή και αθόρυβα έντονη σχέση.

   Η ζωή τους κυλούσε έτσι, σε δύο παράλληλους ρυθμούς: τη νύχτα της επιθυμίας και την ημέρα της σιωπηλής εργασίας, δημιουργώντας ένα αόρατο δίχτυ προστασίας και εμπιστοσύνης γύρω από την Λιάν-Χουά. Πόσο όμως μπορούσε πλέον να αντέξει αυτή η εν κρυπτεία σχέση; 



 ΜΕΡΟΣ ΙΕ

 

η μετοικεσία στη γη των προγόνων

   Μετά τον γάμο του Μινγκ-Τάο, ο Γιούν-Τσεν σχεδίαζε πως θα έμενε δέκα ημέρες στο Λο Τζιανγκ, ένα διάστημα λογικό μέχρι ο νιόπαντρος αδελφός του να προσαρμοστεί στη νέα του κατοικία, στην άλλη πλευρά του χωριού. Όμως το πατρικό σπίτι είχε ήδη αλλάξει· οι φωνές είχαν σβήσει και η σιωπή απλωνόταν πιο βαριά στους χώρους. Και τα δύο αδέλφια του έλειπαν πια, ενσωματωμένοι στα εύπορα σπιτικά των γυναικών τους.

   Ο πατέρας του, ο Μα Σιούν, καθόταν συχνά σιωπηλός στο χαμηλό σκαμνί, με το βλέμμα χαμένο στην αυλή. Δεν παραπονιόταν· μα η σιωπή του είχε βάρος, σαν να μετρούσε ξανά και ξανά όσα είχαν αλλάξει. Τα βράδια, όταν νόμιζε πως κανείς δεν τον κοιτά, άφηνε έναν βαρύ αναστεναγμό, σαν να ξεφόρτωνε για λίγο κάτι που δεν μπορούσε να πει.

    Μονάχα η Σιού-Λαν κρατούσε ακόμη τον ρυθμό του σπιτιού. Κινούνταν αθόρυβα από δωμάτιο σε δωμάτιο, τακτοποιούσε, μαγείρευε, άναβε το λυχνάρι την ίδια ώρα όπως πάντα, σαν να πίστευε πως, αν τίποτε δεν άλλαζε στις μικρές συνήθειες, ίσως να μην είχε αλλάξει και τίποτε ουσιαστικό. Μιλούσε λίγο, μα όταν το έκανε, η φωνή της είχε εκείνη τη σταθερότητα που δεν άφηνε τον κόσμο να διαλυθεί.

   Ο Γιούν-Τσεν τους παρατηρούσε και δεν έλεγε πολλά. Έβγαινε στην αυλή, στεκόταν για λίγο, κι έπειτα γύριζε μέσα, σαν να είχε ξεχάσει τι είχε βγει να κάνει. Το σπίτι γινόταν δικό του με έναν τρόπο που δεν είχε ζητήσει.

   Εκείνη, η σιωπηλή γυναίκα του ξενώνα, η Μιν-Γι για όλους τους άλλους, η Λαν-Ρονγκ για τα μέλη της οικογένειας του Μα Σιούν, με κάποιον τρόπο δεν εμφανιζόταν ποτέ στο κυρίως σπίτι όσο οι άνδρες ήταν παρόντες. Περνούσε το κατώφλι μόνο τις ώρες της απουσίας τους. Κι έπειτα, με το απόγευμα, όταν εκείνοι επέστρεφαν από τα χωράφια και τις δουλειές τους, αποτραβιόταν ξανά στον ξενώνα της, κλείνοντας πίσω της κάθε ίχνος παρουσίας. Ο Μα Σιούν δεν άργησε να το παρατηρήσει και ρωτούσε, ξανά και ξανά, μα η Σιού-Λαν είχε πάντοτε μια πρόχειρη εξήγηση,  ήρεμη, απλή, σχεδόν πειστική, σαν να προστάτευε όχι μόνο τη Λαν-Ρονγκ, αλλά και την ηρεμία της οικογένειας.

    «Μην την κατηγορείς», είπε η Σιού-Λαν στον άνδρα της, τώρα μπροστά στον Γιούν-Τσεν, με μια ήρεμη αποφασιστικότητα που δεν άφηνε περιθώρια για αντίλογο. «Εμείς δεν την βάλαμε στον ξενώνα; Εμείς δεν της δείξαμε με τρόπο ότι δεν έπρεπε να εμφανίζεται όταν ήταν άλλοι εδώ; Και τί μπορούσαμε να κάνουμε τότε; Σε λίγες μέρες ήταν ο γάμος του Γκουάν-Σεν· πως θα φαινόταν σε όλους ότι μόλις μπάσαμε μια χήρα στο σπίτι μας; Δεν φταίει η αδελφή σου. Και τώρα δεν μπορούμε να μαζέψουμε τα ψέμματα που είπαμε ότι είναι γυναίκα εκείνου του γνωστού σου, του Λι Σουρέν».

   Μα η Σιού-Λαν είχε και έναν ακόμα λόγο που δεν ήθελε την Λαν-Ρονγκ στο κυρίως σπίτι. Τα αγόρια της είχαν μεγαλώσει πια· και μια νέα γυναίκα, όμορφη, γιατί δεν ήταν άσχημη η Λαν-Ρονγκ, μπορούσε να προκαλέσει σκέψεις στα παιδιά της. Και επειδή ήταν θεία τους; Και τί μ’ αυτό; Λίγες φορές οι άνθρωποι δεν σκέφτονται παράτολμες σκέψεις; Και εκείνη είχε έρθει ξαφνικά. Οι δύο γιοί της την είχαν δεί τότε που η Λαν-Ρονγκ έφευγε για νύφη. Και μετά δεν την είχε ξαναδεί κανείς. Πότε να προλάβαιναν να την νιώσουν σαν θεία τους; Για εκείνους ήταν μία ξένη γυναίκα. Οι δύο γιοι της ήταν στην ηλικία του γάμου, και η Σιού-Λαν ήξερε καλά πως έπρεπε να φυλάξει τις ισορροπίες, να προστατεύσει το σπίτι πριν σκέψεις δημιουργηθούν, πριν οι ανάσες συναντηθούν.

   Τις ίδιες ημέρες, η οικογένεια των Ζου αναγκάστηκε να ταξιδέψει, αφήνοντας πίσω τα κτήματα και τις αποθήκες τους. Ο Μινγκ-Τάο δεν μπορούσε να απομακρυνθεί· ως γαμπρός πια του σπιτιού, όφειλε να μείνει και να επιβλέπει, να φυλάει, να δείξει πως άξιζε τη θέση που του είχαν δώσει.

   Έτσι, ο Γιούν-Τσεν παρέμεινε περισσότερο στο πατρικό. Οι ημέρες έγιναν περισσότερες από όσες είχε υπολογίσει, και η παρουσία του άρχισε να γεμίζει ξανά τους χώρους που είχαν αδειάσει.

   Ο Μα Σιούν τον παρατηρούσε τώρα αλλιώς. Τον έβλεπε να ασχολείται με τα κτήματά τους, να επιμένει στις δουλειές, να μην φεύγει όπως παλιά. Και μέσα του γεννήθηκε μια ήσυχη, προσεκτική ελπίδα. Ίσως ο μικρότερος γιος του, ύστερα από τόσες ταλαιπωρίες, να είχε βρει επιτέλους τον δρόμο του. Ίσως να είχε λογικευθεί.

   Καμιά φορά, το βλέμμα του έπεφτε στο βάδισμα του Γιούν-Τσεν, όχι πια γρήγορο, όχι πια ελαφρύ όπως άλλοτε. Εκείνο το ατύχημα είχε αφήσει το σημάδι του, μια μικρή καθυστέρηση σε κάθε του βήμα. Και τότε μια σκέψη, σχεδόν ένοχη, περνούσε από μέσα του. Ίσως αυτή η τροχοπέδη να ήταν εκείνη που τον κράταγε κοντά τους. Ίσως η απώλεια της ταχύτητας να του χάρισε την παραμονή. Δεν το έλεγε ποτέ δυνατά. Μα τις στιγμές που ο Γιούν-Τσεν έσκυβε πάνω από τη γη, ο Μα Σιούν ένιωθε, για πρώτη φορά μετά από καιρό, πως το σπίτι του δεν είχε αδειάσει εντελώς.

 

 

 

μια στάση στις περιπλανήσεις της Τανγκ-Σου 

    Όπως τα αστέρια γυρνούν γύρω από τη γη, όπως οι εποχές εξαφανίζονται και επιστρέφουν στους ίδιους τόπους, όπως οι άνεμοι αλλάζουν την πορεία τους μέσα από τα βουνά και τα ποτάμια, η Τανγκ-Σου έκανε δειλά την εμφάνισή της στο νερόμυλο κοντά στο Τσιουτζιά. Με το γαϊδουράκι της προσεκτικά και υπομονετικά έφθασε έξω από την αυλή του μύλου, περιμένοντας να βρει τον νεαρό βοηθό του μυλωνά, που εκείνο το βράδυ στο δάσος των κερασόδεντρων είχαν μυηθεί στην πρώτη τους ένωση. Κι όταν το σώμα έχει γευτεί το ρίγος εκείνων των στιγμών, η μνήμη σημαδεύεται από αυτές και ζητά να επιστρέψει στον τόπο που τις γέννησε.

   Όμως τίποτα δεν ήταν όπως πριν. Ο μυλωνάς, ο Χουάνγκ Λιν, δούλευε σκυθρωπός∙ δίπλα του στεκόταν ένας άλλος βοηθός, άγνωστος στη Τανγκ-Σου. Και οι δύο σιωπηλοί, με κινήσεις μηχανικές, σαν να είχαν συνεννοηθεί να αφήσουν τις λέξεις έξω από τον μύλο.

   Η Τανγκ-Σου πλησίασε διστακτικά. «Ε, Χουάνγκ Λιν, πού είναι οι φίλες σου;» ρώτησε, με έναν τόνο που προσπάθησε να φανεί ανάλαφρος.

   Ο βοηθός σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα του, την περιεργάστηκε κι έπειτα συνέχισε τη δουλειά του. Ο Χουάνγκ Λιν δεν απάντησε.

   «Θα προλάβεις να αλέσεις το σακί σήμερα;» συνέχισε εκείνη.

  «Ναι», αποκρίθηκε κοφτά, χωρίς να τη κοιτάξει.

  «Βλέπω νέους εργάτες τώρα δίπλα σου», παρατήρησε.

   Ο βοηθός δίπλα του άλλαξε θέση, σκούπισε τα χέρια του στο πανί της μέσης του και γύρισε ελαφρά την πλάτη. Λίγο αργότερα, από τη μισάνοιχτη πόρτα μπήκε ένας ακόμη εργάτης, φορτωμένος. Περνούσε μπαινοβγαίνοντας, με το βαρύ βήμα του ανθρώπου που έχει συνηθίσει το βάρος. Άφησε δύο σακιά στη σειρά με τα άλλα, έριξε μια σύντομη ματιά προς την Τανγκ-Σου και βγήκε πάλι χωρίς λέξη.

   «Βλέπω οι δουλειές πάνε καλά», είπε εκείνη, πιο πολύ για να σπάσει τη σιωπή.

   Καμιά απάντηση. Μονάχα μια αδιόρατη καταφατική κίνηση του Χουάνγκ Λιν, σχεδόν αφηρημένη. Η Τανγκ-Σου περίμενε λίγο, κι ύστερα ρώτησε αυτό που την είχε φέρει ως εκεί: «Εκείνο το παλληκάρι, ο βοηθός σου… πού πήγε;»

   Ο Χουάνγκ Λιν σταμάτησε για μια ανάσα, πριν απαντήσει. «Έφυγε για λίγες μέρες στο χωριό του, το Λο Τζιανγκ.»

   «Και πότε θα γυρίσει;»

  «Δεν ξέρω.» Η φωνή του είχε τώρα μια ελαφριά τραχύτητα. Έσκυψε ξανά στη δουλειά του, πιο επίμονα από πριν, σαν να ήθελε να κλείσει τη συζήτηση.

   Ο βοηθός δίπλα του έσφιξε τα χείλη και συνέχισε να στοιβάζει τα σακιά, αποφεύγοντας επιμελώς να κοιτάξει προς το μέρος της. Από την πόρτα, ο άλλος εργάτης ξαναφάνηκε για λίγο, κοντοστάθηκε σαν να περίμενε κάτι, μα βλέποντας τη σιωπή να βαραίνει, χάθηκε πάλι έξω.

    Η Τανγκ-Σου έμεινε για λίγο ακίνητη. Δεν ξεφόρτωσε το σακί από τον γάιδαρό της. «Θα μας πάρει το βράδυ;» ρώτησε τελικά.

    «Σίγουρα», αποκρίθηκε ο Χουάνγκ Λιν. «Προηγούνται άλλοι, όπως βλέπεις.»

   Εκείνη ένευσε αργά.«Θα ξαναπεράσω σε λίγες μέρες», είπε. Ανέβηκε στον γάιδαρό της και έφυγε, ενώ πίσω της ο μονότονος ήχος του μύλου ξανάρχιζε να γεμίζει τον χώρο, σαν τίποτε να μην είχε συμβεί. Αυτή τη φορά ούτε αλεύρι υπήρχε ούτε ο νεαρός γεροδεμένος βοηθός. Ο νερόμυλος είχε χάσει τη σημασία του για την Τανγκ-Σου· ο τόπος που κάποτε είχε γεμίσει χαρά και προσμονή, τώρα ήταν μόνο εργασία και σιωπή.

   Αλλά η Τανγκ-Σου σκέφτηκε πως ήταν καλή ευκαιρία να περάσει από το Λο Τζιανγκ. Όλο και κάποιος θα χρειαζόταν χέρια για τα κτήματα· είχε δουλέψει στους περισσότερους εκεί και γνώριζε καλά τις ανάγκες τους. Ίσως, σκέφτηκε, ότι μπορεί να  συναντούσε και τον νεαρό βοηθό του μυλωνά. Και είχε καιρό να γευθεί την ερωτική επαφή· αυτή η μακρά απουσία της έκανε την καρδιά της να χτυπά πιο γρήγορα, την ψυχή της να αναζητά με ένταση τα θηράματά της, τους άντρες που κάποτε της είχαν αφιερώσει την προσοχή τους και το ξαλάφρωμά τους, σαν να ήθελε να ξαναβρεί κομμάτια που είχε αφήσει πίσω της, μισοξεχασμένα, σε κάθε χαμένο δρόμο και κάθε άδειο χωράφι.

    Η περιπλανώμενη εργάτρια γης, η γυρολόγα, Τανγκ-Σου ξεκίνησε για το Λο Τζιάνγκ. Δεν ήταν μακρυά από τον νερόμυλο, αλλά έπρεπε να φθάσει πριν δύσει ο ήλιος. Είχε κατά καιρούς και εποχές δουλέψει σε χωράφια κτηματιών εκεί. Στους περισσότερους δεν ήθελε να ξαναπάει, αλλά καμμιά φορά η ανάγκη κάνει τους ανθρώπους να λυγίζουν λίγο περισσότερο τις άκαμπτες κάποτε αποφάσεις τους.

   Η Τανγκ-Σου έφτανε στο χωριό με το φως του ήλιου να γέρνει ήδη προς τα δυτικά. Ο αέρας κουβαλούσε τη μυρωδιά της υγρής γης και των ορυζώνων. Προτίμησε τα μονοπάτια ανάμεσα στα χωράφια, εκεί όπου η γη μιλούσε πιο καθαρά από τους ανθρώπους, να δει ποιά κτήματα χρειάζονταν περιποίηση, ποια έμεναν ακκαλιέργητα, σε ποιά δουλεύαν εργάτες σαν και εκείνη, και πόσοι.

   Τα χωράφια των Ζου την υποδέχτηκαν ψυχρά. Ο νέος επιστάτης ούτε που την άφησε να τελειώσει τη φράση της. Τα λόγια του κοφτά, σαν ξερό κλαδί που σπάει. «Τώρα δεν ισχύουν οι παλιές γνωριμίες. Νέα αφεντικά.»

   Έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Δεν άξιζε.

    Συνέχισε προς τα χωράφια των Μα. Κάποτε είχε δουλέψει σε αυτούς, εδώ και χρόνια βέβαια. Πριν δεκαπέντε χρόνια, ίσως και λίγα περισσότερα… η Τανγκ-Σου, εγκαταλειμμένη τότε από τον άντρα της, είχε αποφασίσει να φύγει από το χωριό Σουανγκσί και να μην ξαναπεράσει από εκεί. Θα περιφερόταν στα γύρω χωριά, στις γύρω περιοχές και θα εργαζόταν μόνη της. Στα χωράφια δούλευε από μικρή, στα χωράφια δούλευε και ως παντρεμένη. Ποιά η διαφορά τώρα; Τα χέρια της ήξεραν πώς να σκάβουν, πώς να σπέρνουν, πώς να θερίζουν. Το σώμα της θυμόταν όσα η ζωή της είχε ήδη διδάξει. Δεν είχε σημασία αν ανήκε σε άντρα ή σε οικογένεια. Η γη δε ρωτούσε ποτέ τέτοια πράγματα. Δεν χρειαζόταν την προστασία κανενός. Τι να την κάνει; Τότε ήταν που είχε πρωτοπατήσει στο Λο Τζιανγκ. Πρέπει, αν θυμόταν καλά, να ήταν στα μέσα της δεύτερης δεκαετίας της ζωής της. Εκεί δεν την ήξερε κανείς. Κι αυτό ήταν η αρχή της ελευθερίας της.

   Ο πρώτος άνθρωπος που γνώρισε στο Λο Τζιανγκ ήταν ένας ψηλός άντρας, ούτε γέρος ούτε και νέος· από εκείνους που η ηλικία τους δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά, αλλά βαραίνει στους ώμους τους. Η Τανγκ-Σου τον πλησίασε χωρίς περιστροφές και τον ρώτησε αν χρειαζόταν βοήθεια με τη γη.

   Εκείνος δίστασε. Το βλέμμα του την περιδιάβηκε από πάνω μέχρι κάτω, αργό, εξεταστικό,  περισσότερο απ’ όσο συνηθίζεται ανάμεσα σε ξένους. Τα μάτια του κοντοστάθηκαν για λίγο στο στήθος της. Η Τανγκ-Σου πήρε μια βαθύτερη ανάσα· ίσως ασυναίσθητα, ίσως όχι. Σήκωσε το κεφάλι της, ίσιωσε τους ώμους της και τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια.

«Και πώς λέγεσαι, κοπέλα μου;» τη ρώτησε.

«Τανγκ-Σου», απάντησε εκείνη.

«Και για πόσο καιρό θα μείνεις στο χωριό μας;»

«Αυτό εξαρτάται από τη δουλειά.»

   Ο άντρας έγνεψε ελαφρά. «Δουλειά έχει.» Έμεινε για λίγο σιωπηλός, σαν να ζύγιζε κάτι μέσα του. «Και πώς βρέθηκες εδώ μόνη σου;»

   Η Τανγκ-Σου χαμήλωσε για μια στιγμή το βλέμμα, μα η φωνή της έμεινε σταθερή. «Αυτοί που ήταν μαζί μου… έφυγαν.» Δεν είπε περισσότερα. Δεν χρειαζόταν.

   «Και έχεις πού να μείνεις;»

   «Όχι.»

   Ο άντρας αναστέναξε ελαφρά. «Υπάρχει μια καλύβα που κρατάω τα εργαλεία. Το βράδυ ίσως να είναι δύσκολα.»

   «Θα τα καταφέρω.»

   «Μπορείς να ανάψεις και φωτιά να πυρωθείς. Κάποιες μέρες, και κάποια βράδια, κάθομαι κι εγώ εκεί, όταν η δουλειά δεν τελειώνει. Δεν είναι παρατημένη. Κρατιέται. Έχει ένα πρόχειρο κρεβάτι… από πλεγμένο μπαμπού και άχυρο, απέναντί του πέτρες στοιβαγμένες σε κύκλο, που κρατούν και φυλάνε τη φωτιά, κι από πάνω τους ένα απλό σιδερένιο πλέγμα για το μαγείρεμα, και σε μια γωνιά σακιά και σκεπάσματα που κόβουν τον αέρα. Σφραγίζει με μια ξύλινη πόρτα· τη μανταλώνω με μια χοντρή δοκό και τη δένω κι από μέσα με σκοινί για σιγουριά. Στον πολύ αέρα τρίζει και τραντάζεται, μα κρατά· κι αν αγριέψει ο καιρός, σφήνωσε πίσω της ένα σακί ή ένα ξύλο για να μην ανοίξει.»

   Έριξε μια ματιά στο ζώο της. «Να φας έχεις;»

   «Λίγο ρύζι. Και αποξηραμένα λαχανικά… ό,τι κουβαλά κανείς στον δρόμο.»

   «Βλέπω στο γαϊδουράκι σου κουβαλάς ολόκληρο βιός.»

   Η Τανγκ-Σου χάιδεψε αφηρημένα το σαμάρι. «Αυτό είναι το μόνο που μου έμεινε.»

   Ο άντρας την κοίταξε ξανά, πιο ήρεμα αυτή τη φορά. «Σε έδιωξαν από τα μέρη σου;»

   «Έφυγα μόνη μου.»

   Ένα αχνό, πικρό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη του. «Τουλάχιστον εσύ πήρες την απόφασή σου. Όχι σαν την κόρη μου… που τη διώξαμε εμείς.»

   Η Τανγκ-Σου σήκωσε το βλέμμα της. «Τη διώξατε;»

   «Την παντρέψαμε μακριά. Μα αυτό δεν είναι σαν να διώχνεις κάποιον; Ειδικά αν εκείνος δεν το θέλει και τόσο πολύ;»

   Η Τανγκ-Σου δεν απάντησε αμέσως. Μόνο έγνεψε, αργά.

   «Έλα», είπε τελικά εκείνος. «Θα σε πάω εγώ. Δεν είναι μακριά. Αύριο το πρωί ξεκινάς δουλειά.»

   Η Τανγκ-Σου τον ακολούθησε και πίσω από αυτή το γαϊδουράκι της. Πέρασαν μέσα από καλαμιές που ψιθύριζαν στον αέρα και έφτασαν σε μια μικρή ξέφωτη γωνιά. Έξω από την καλύβα στεκόταν ένας σκύλος, με γεροδεμένο σώμα και άγρια όψη, κάτι ανάμεσα σε τοπικό κυνηγόσκυλο και φύλακα των αγρών. Τα αυτιά του ήταν μυτερά, το τρίχωμά του τραχύ, και τα μάτια του παρατηρούσαν κάθε κίνηση. Μόλις είδε τον άντρα, η ένταση στο σώμα του χαλάρωσε.

   «Ο Χέι-Γκου», είπε ο άντρας, χαϊδεύοντάς τον πίσω από τα αυτιά, «θα σε προστατεύει.»

   Ο σκύλος πλησίασε διστακτικά την Τανγκ-Σου και μύρισε το χέρι της.

   «Μέσα δεν μπαίνει. Άσ’ τον λίγο να σε μάθει.»

   Η καλύβα δεν ήταν τόσο μικρή όσο φαινόταν απ’ έξω. Οι τοίχοι ήταν από πλεγμένο καλάμι και λάσπη, και η σκεπή από ξεραμένο άχυρο. Μέσα υπήρχε ένα χαμηλό τραπέζι, μερικά πήλινα σκεύη, ένα δοχείο για νερό και μια γωνιά με εργαλεία αξίνες, δρεπάνια και σχοινιά. Δίπλα, μια μικρή εστία από πέτρες, μαυρισμένη από τη φωτιά. Σε ένα ράφι υπήρχαν λίγα τρόφιμα: ένα σακί ρύζι, αποξηραμένα φασόλια, λίγες ρίζες τζίντζερ και ένα κομμάτι παστό ψάρι.

   Ο άντρας έδειξε προς το βάθος. «Εδώ είναι το κρεβάτι σου.»

   Ήταν μια χαμηλή κατασκευή από μπαμπού, στρωμένη με άχυρο και σκεπασμένη με ένα παλιό, αλλά καθαρό υφαντό.

   «Όσο δουλεύεις, εδώ θα μένεις», είπε, καθώς στεκόταν στην είσοδο και χάιδευε τον Χέι-Γκου. Στάθηκε για μια στιγμή, σαν να ήθελε να προσθέσει κάτι ακόμη, αλλά το μετάνιωσε. «Αν έρθει κανείς και σε ρωτήσει, πες ότι σε έβαλε εδώ ο Μα Γιουεντσίνγκ.»

   Η Τανγκ-Σου έγνεψε.

   «Βολέψου τώρα. Θα τα πούμε αύριο. Εγώ θα είμαι εδώ κοντά, στα χωράφια. Αν θελήσεις κάτι έλα να με φωνάξεις. Να ανάβεις φωτιά ξέρεις;»

 «Ξέρω» απάντησε η Τανγκ-Σου.

   Έφυγε χωρίς άλλη κουβέντα, με τον σκύλο να κάθεται για λίγο ακόμα στην είσοδο, σαν άτυπος φρουρός. Η Τανγκ-Σου έμεινε μόνη, μέσα στη σιωπή της καλύβας, ακούγοντας μόνο τον άνεμο να περνά μέσα από τα καλάμια. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, είχε έναν χώρο που, έστω προσωρινά, μπορούσε να αποκαλέσει δικό της.

   Τρεις ημέρες μετά, ο Μα Γουεντσίνγκ μπήκε στην καλύβα με τα εργαλεία. Στο χέρι του κρατούσε ένα δεμάτι. Χοντρά υφαντά σκεπάσματα, ένα μικρό πήλινο δοχείο για νερό και δυο-τρία απλά σκεύη για φαγητό. πράγματα λιγοστά, μα αρκετά για να σταθεί άνθρωπος εκεί μέσα.

   Η Τανγκ-Σου σήκωσε το βλέμμα της.

   «Ο Χέι-Γκου σε έμαθε;»

   «Είναι ο καλύτερος φύλακάς μου», του απάντησε. «Φτιάχνω λίγο ζεστό αφέψημα από τζίντζερ και άγρια φύλλα. Να σου βάλω;»

   Ο Μα Γουεντσίνγν έγνεψε καταφατικά. Εκείνη του γέμισε ένα μικρό μεταλλικό κύπελλο. Ο αχνός ανέβαινε αργά, κουβαλώντας μια γήινη, πικρή μυρωδιά.

   Ο Μα Γουεντσίνγκ κοίταξε γύρω. «Βλέπω έχεις αρκετά πράγματα μαζί σου», παρατήρησε.
   «Μόνο αυτά που μεταφέρονται», του απάντησε εκείνη ήρεμα.

    Έτσι άρχισε μια κουβέντα πιο ανθρώπινη, πιο ζεστή.

   «Η δουλειά πώς σου φαίνεται; Την αντέχεις;»

   «Είμαι μαθημένη. Στο Σουανγκσί δούλευα από μικρή στη γη.»

   «Είναι κάμποσο μακριά…» σχολίασε ο Μα Γουεντσίνγκ.

   Η Τανγκ-Σου χαμήλωσε για λίγο τα μάτια. «Έπρεπε να φύγω από κει. Ο άντρας μου με άφησε. Βρήκε άλλη… την ξαδέρφη μου.»

   Ο Μα Γουεντσίνγκ αναστέναξε βαριά.
«Κάποιες φορές τα μεγαλύτερα μαχαιρώματα έρχονται από τους δικούς μας.»

   «Ναι…» συμφώνησε η Τανγκ-Σου. «Και να φανταστείς ότι εκείνη έκανε τη φίλη μου. Αλλά ας τα αφήσουμε αυτά τώρα.»

   Σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε κατευθείαν. «Κι εσύ;»

   Εκείνος δίστασε μια στιγμή. «Εγώ… πάντρεψα την κόρη μου πριν έναν χρόνο. Έχω κι έναν γιο, παντρεμένος κι αυτός. Βοηθά στα χωράφια.»

  «Η γυναίκα σου;» τον ρώτησε η Τανγκ-Σου.

  «Η γυναίκα μου πέθανε… θα ’ναι πέντε χρόνια τώρα.»

   «Τα κτήματα τα βλέπω περιποιημένα», είπε εκείνη.

   Ο Μα Γουεντσίνγκ ένευσε. Ύστερα την κοίταξε πιο σοβαρά. «Πέρασε κανείς από δω;»

   «Όχι.»
   «Αν έρθει ο γιος μου, ο Σιούν, θα του πεις ποια είσαι και πως εγώ σε έβαλα εδώ. Δεν περνάει πολύς κόσμος. Δεν φαίνεται το μέρος… κι ο Χέι-Γκου το φυλάει καλά. Αν ακούσει κάτι, τους διώχνει. Μόνο όσους ξέρει αφήνει.»

   Οι λίγες εκείνες κουβέντες έγιναν η πρώτη τους σιωπηλή συμφωνία. Η Τανγκ-Σου ήξερε πια: ήταν μόνος, χωρίς γυναίκα. Η καλύβα ήταν κρυμμένη, ασφαλής. Ο γιος του είχε τη δική του ζωή. Κι εκείνος… δεν ήταν ούτε άσχημος ούτε γέρος. Γιατί, λοιπόν, να μη μείνει;

   Έτσι, σχεδόν αθόρυβα, σαν νερό που φουσκώνει πίσω από φράγμα, γεννήθηκε ανάμεσά τους μια κρυφή σχέση. Η καλύβα με τα εργαλεία έγινε ένας κρυφός τόπος ζεστασιάς, όπου τα σώματα αντάμωναν σιωπηλά και οι ανάσες μπλέκονταν μακριά από κάθε βλέμμα. Για δύο χειμώνες, ο Μα Γουεντσίνγκ ξαναβρήκε εκεί μέσα κάτι που νόμιζε χαμένο. Ζεστάθηκε, μαλάκωσε, ξαναχαμογέλασε. Και αυτό ήταν το λάθος του.

   Στο σπίτι, η νύφη του, η Σιού-Λαν, παρατηρούσε. Με λόγια ντυμένα στην έγνοια, μιλούσε στον άντρα της: «Δεν σε νοιάζει ο πατέρας σου; Λείπει συνέχεια… ούτε τα βράδια δεν κοιμάται εδώ. Το χωριό τι θα πει; Ότι τον διώξαμε;»

   Ο Μα Σιούν την άκουγε σιωπηλός. Είχε δει την κοπέλα από το Σουανγκσί στα χωράφια. Είχε καταλάβει περισσότερα απ’ όσα έλεγε. Ένα απόγευμα, αντί να πάρει τον δρόμο για το σπίτι, πήρε τον δρόμο για την καλύβα. Ο Χέι-Γκου δεν γάβγισε. Άνοιξε την πόρτα — και είδε. Ο πατέρας του, ιδρωμένος, πάνω στην ξαπλωμένη Τανγκ-Σου. Ο Μα Γουεντσίνγκ δεν κατάλαβε τίποτε. Η Τανγκ-Σου όμως είδε καθαρά τον Μα Σιούν.

   Λίγες ημέρες μετά, η Τανγκ-Σου έφυγε από την καλύβα στο Λο Τζιανγκ. Ήταν η Σιού-Λαν εκείνη που την έβγαλε από την καλύβα. «Πήγαινε αλλού να ξελογιάσεις κανα γέρο…» Η Τανγκ-Σου μάζεψε τα πράγματά της, τα φόρτωσε στο γαϊδουράκι της, και με σκυμμένο το κεφάλι απομακρύνθηκε. Ο μόνος που ήταν λυπημένος ήταν ο Χέι-Γκου, του είχαν διώξει την παρέα του. Θα έμενε να φυλάει τώρα  μια άδεια καλύβα. Φεύγοντας η Τανγκ-Σου άκουσε την Σιού-Λαν που έλεγε στο σύζυγό της «Ξεφορτωθήκαμε την μία, και παραλίγο να φορτωθούμε αυτή…»

   Δούλεψε σε ξένα χωράφια, όπως πριν. Σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ εκείνη η μικρή, κρυφή ζεστασιά μέσα στην καλύβα με τα εργαλεία. Όταν γύρισε, έναν χρόνο αργότερα, ο Μα Γουεντσίνγκ είχε πεθάνει.

   Η Τανγκ-Σου είδε τον Μα Σιούν να απομακρύνεται προς το χωριό, με βήμα ήρεμο, όπως τον θυμόταν. Πίσω του, αρκετά πιο πίσω, ερχόταν ένας νεαρός. Περπατούσε αργά, με μια ελαφριά χωλότητα, την αξίνα περασμένη στον ώμο. Το βλέμμα του χαμηλωμένο, σαν να μετρούσε τα βήματα ή τις σκέψεις του. Η Τανγκ-Σου στάθηκε. Κρύφτηκε πίσω από έναν κορμό παλιάς μουριάς, με τα φύλλα της να θροΐζουν απαλά πάνω από το κεφάλι της.

   Όταν ο νεαρός πλησίασε, σήκωσε το κεφάλι του.

«Γιούν-Τσεν…» του ψιθύρισε. «Ή μήπως να μη σε λέω έτσι;»

   Εκείνος γύρισε απότομα. «Τανγκ-Σου;» Η φωνή του είχε μέσα της έκπληξη, και κάτι ακόμα, κάτι που δεν είχε χαθεί.

   Για μια στιγμή εκείνη σκέφτηκε να τον αγκαλιάσει. Να ακουμπήσει πάνω του, να του θυμίσει με το σώμα της εκείνη τη νύχτα στο δάσος με τα κερασόδεντρα. Μα συγκρατήθηκε. Το μονοπάτι δεν ήταν τόσο έρημο όσο φαινόταν. Στάθηκαν αντικριστά.

   «Πού χάθηκες;» τη ρώτησε ο Γιούν-Τσεν.

   Η Τανγκ-Σου σήκωσε ελαφρά τους ώμους. «Δούλευα. Από χωριό σε χωριό. Πέρασα από το Χεϊσάν, κι ύστερα ως το Νανγκού…»

   Εκείνος συνοφρυώθηκε. «Έφτασες μέχρι εκεί; Είναι μέρες δρόμος.»

   «Έχω πάει και πιο μακριά», είπε ήσυχα.

   Μια μικρή σιωπή στάθηκε ανάμεσά τους.

   «Εσύ;» τον ρώτησε. «Σε κυνηγάνε ακόμα οι Τσινγκ;»

   Ο Γιούν-Τσεν χαμογέλασε πικρά και χτύπησε ελαφρά το πόδι του στο χώμα. «Όχι. Το πόδι μου φρόντισε γι’ αυτό. Χτύπησα άσχημα. Από τότε…» έκανε μια παύση, «οι στρατολογητές με κοιτάζουν και φεύγουν.»

   Η Τανγκ-Σου τον κοίταξε βαθιά. Τα μάτια της άστραψαν, μια πρόσκληση χωρίς λέξεις. «Θα σε περιμένω αργότερα;»

   Εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Όχι, Τανγκ-Σου. Ας μείνουμε με την ανάμνηση.»

   Εκείνη πλησίασε ένα βήμα. Το χέρι της ανέβηκε στον ώμο του, γλίστρησε λίγο πιο κάτω, αργά, σαν το προσάναμμα της επιθυμίας. «Και θα αρνηθείς μια γυναίκα που ταξίδεψε τόσο δρόμο;»

   Ο Γιούν-Τσεν έπιασε απαλά το χέρι της και το έφερε πίσω στη θέση του.

   «Είμαι ξαναμμένη, Γιούν-Τσεν…» του ψιθύρισε. «Σαν χωράφι που δεν ποτίστηκε.»

   Εκείνος την κοίταξε για λίγο. Κάτι σαν λύπηση, ή ίσως ανάμνηση, πέρασε από το βλέμμα του. Έσκυψε ελαφρά προς το μέρος της και μίλησε χαμηλόφωνα. «Στην άκρη του χωριού, πέρα από τον παλιό φράχτη με τα μπαμπού, υπάρχει μια καλύβα. Εκεί δουλεύει ο σιδεράς, ο Γκαν Φου. Να πας πριν νυχτώσει. Πες του ότι σε έστειλα εγώ.»

   Ο Γιούν-Τσεν έμεινε για λίγο σιωπηλός, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να μιλήσει. Ύστερα έγειρε ελαφρά προς το μέρος της, χωρίς να την κοιτάζει κατευθείαν. «Τον Γκαν Φου… τον ξέρω από μικρός. Πήγαινα στην καλύβα του απ’ όταν ήμουν παιδί. Όχι για δουλειά…» χαμογέλασε αχνά. «Για τη φωτιά. Καθόμουν σε μια γωνιά και τον κοιτούσα. Το σίδερο που κοκκίνιζε… που μαλάκωνε… νόμιζα πως ήταν κάτι ζωντανό.» Σήκωσε λίγο τους ώμους. «Δεν μου έλεγε πολλά. Ούτε με έδιωχνε.»

   Η Τανγκ-Σου έγειρε ελαφρά το κεφάλι. «Και μετά;»

   «Μεγάλωσα. Άρχισα να του φέρνω εργαλεία από τα χωράφια. Δρεπάνια, αξίνες… ό,τι χάλαγε. «Καμιά φορά έμενα και βοηθούσα. Να φυσάω το φυσερό, να κρατάω το σίδερο…»

   Ένα πιο καθαρό χαμόγελο πέρασε από το πρόσωπό του. «Κι όταν φέρναμε ζώα… άλογα ή μουλάρια… εγώ τα κρατούσα. Δεν στέκονται ήσυχα με τη φωτιά. Θέλει να σε εμπιστεύονται.»

   Η φωνή του Γιούν-Τσεν χαμήλωσε λίγο. «Γι’ αυτό σου λέω να πας. Είναι μόνος. Δεν έχει οικογένεια. Και δίπλα του η φωτιά δεν σβήνει ποτέ. Εκεί ίσως βρεις αυτό που ψάχνεις. Αν έχεις κάτι να χαρίσεις σε κάποιον πρόσφερέ το τουλάχιστον σε έναν άνθρωπο που ίσως το αξίζει. Μην το σπαταλά σε όποιον κι όποιον.»

    Δεν περίμενε απάντηση. Σήκωσε την αξίνα στον ώμο και συνέχισε τον δρόμο του, αφήνοντάς την κάτω από τη μουριά, ανάμεσα στο φως που έσβηνε. Η Τανγκ-Σου έμεινε για λίγο ακίνητη. Όσο απομακρυνόταν ο Γιούν-Τσεν τόσο περισσότερο άρχισε να της θυμίζει τον παπού του, τον Μα Γουεντσίνγκ, το ίδιο βαρύ περπάτημα. Ο ήλιος είχε σχεδόν δύσει, και το πρώτο σκοτάδι άρχιζε να αγκαλιάζει τη γη. Ανάμεσα στα χαμηλά σπίτια και τους στενούς δρόμους, μια λεπτή γραμμή καπνού υψωνόταν στον αέρα. Η φωτιά του σιδερά. Και ίσως, μια θέση για τη νύχτα, γιατί όχι και  για την υπόλοιπη ζωή της. Τα χρόνια περνούσαν, οι πορείες γίνονταν όλο και  πιο δύσκολες, οι τόποι δεν της προκαλούσαν το ίδιο εδιαφέρον που εύρισκε σε αυτούς κάποτε. Η Τανγκ-Σου έδεσε το γαϊδουράκι της και μπήκε στην καλύβα του Λου Γκαν. «Είμαι το δώρο από τον Γιούν-Τσεν. Μου είπε να σε φροντίσω» και με ήρεμο και σίγουρο τρόπο έφερε τα σκεπάσματά της και τα άπλωσε κοντά στη φωτιά του σιδερά. Και η φωτιά δεν έσβησε.

 

 

 

οι αλλαγές στο εργασιακό περιβάλλον

   Η παραμονή του Γιούν-Τσεν στο Λο Τζιάνγκ είχε παραταθεί αρκετά περισσότερο απ’ όσο ο ίδιος είχε αρχικά υπολογίσει. Έμενε στα χωράφια μέχρι να αρχίσει να πέφτει το σκοτάδι και μόνο τότε επέστρεφε, αθόρυβα, σχεδόν σαν να ήθελε να περάσει απαρατήρητος. Δεν ήθελε να τη δει. Δεν ήθελε να βρεθεί μπροστά στη Λιάν-Ρονγκ, να διαβάσει στο πρόσωπό της ερωτήσεις που δεν ήταν έτοιμος να απαντήσει.

   Ο μόνος που έδειχνε ικανοποιημένος ήταν ο πατέρας του, ο Μα Σιούν. Ο Γιούν-Τσεν δούλευε ασταμάτητα, είχε καλύψει το κενό που είχαν αφήσει οι άλλοι δύο γιοι· είχε κάνει δουλειά για τρεις. Ο ιδρώτας του γινόταν η σιωπηλή του απολογία για τα διαστήματα που έλειπε. 

    Η Σιού-Λαν, όμως, δεν έδειχνε το ίδιο χαρούμενη. Και αυτό δεν οφειλόταν στον Γιούν-Τσέν. Οι υποσχέσεις των Ζου δεν είχαν πραγματοποιηθεί όπως είχαν συμφωνήσει οι δύο οικογένειες. Ο Μινγκ-Τάο δεν είχε επιστρέψει για να βοηθήσει στα χωράφια των Μα. Αντίθετα, οι φήμες τον ήθελαν συνεχώς δίπλα στη σύζυγό του, την Τσενγκ-Γι. Μαζί επιθεωρούσαν αποθήκες, μαζί λογάριαζαν τις σοδειές, μαζί έπαιρναν αποφάσεις. Δεμένοι αχώριστα, σαν τον Νιουλάνγκ και την Τζινύ, τα δύο άστρα που, ακόμη κι όταν τα χωρίζει ο ουρανός, βρίσκουν τρόπο να συναντηθούν.

    Η Σιού-Λαν δεν χρειαζόταν περισσότερες αποδείξεις. Ο δευτερότοκος γιος της είχε πια περάσει στην πλευρά των Ζου. Δεν ήταν απλώς ένας γάμος· ήταν μια συμφωνία. Οι έμποροι δεν έκαναν ποτέ προτάσεις χωρίς κέρδος. Είχαν εξασφαλίσει έναν άντρα για την κόρη τους και έναν πιστό επιστάτη για τις υποθέσεις τους.

   Ο Γιούν-Τσεν τα παρατηρούσε όλα αυτά χωρίς να μιλά. Ο αδελφός του είχε βρει τη θέση του. Ο πατέρας του είχε τις προσδοκίες του. Η μητέρα του είχε ήδη καταλάβει την αλήθεια. Κι εκείνος; Δεν είχε τίποτα να κρατηθεί.

    Ξεκίνησε για τον νερόμυλο χαράματα, τότε που ο κόσμος ακόμα αιωρούνταν ανάμεσα στη νύχτα και στη μέρα. Η δροσιά της γης ανέβαινε απαλά και τύλιγε τα πόδια του αλόγου του, ενώ η ανάσα του έβγαινε βαριά. Ο δρόμος ήταν γνώριμος, μα το μυαλό του ανήσυχο. Ίσως, σκέφτηκε, ο νερόμυλος να του έδινε αυτό που χρειαζόταν: έναν ρυθμό σταθερό, μια καθημερινότητα που δεν άλλαζε, έναν τρόπο να σβήσει τις σκέψεις του. Ίσως εκεί να μπορούσε να ξεχάσει.

    Όταν έφτασε, ο ήλιος είχε μόλις ανατείλει. Ο ήχος του νερού τον υποδέχτηκε σαν κάτι παλιό και γνώριμο. Ο Χουάνγκ Λιν δεν ήταν μόνος. Δίπλα του στέκονταν τα αδέλφια της Μέι-Ζι. Είχαν έρθει όσο έλειπε· είχαν ήδη βρει τον ρόλο τους. Τη νύχτα φύλαγαν τον μύλο, τη μέρα βοηθούσαν στη δουλειά. Όλα είχαν προχωρήσει χωρίς εκείνον.

   Οι μέρες που ακολούθησαν κύλησαν ήσυχα — υπερβολικά ήσυχα. Δεν ήρθε καμία εντολή από το αρχοντικό της Λιάν-Χουά. Ούτε σακιά για άλεσμα, ούτε μήνυμα. Καμία από εκείνες τις σιωπηλές προσκλήσεις που άλλοτε τον καλούσαν στη μεγάλη αποθήκη τη νύχτα. Κάθε βράδυ περίμενε. Κάθε βράδυ μάταια. Και τότε κατάλαβε πόσο πολύ το είχε ανάγκη. Όχι μόνο τη συνάντηση, αλλά την απόδραση που του πρόσφερε. Εκεί, μέσα στο ημίφως της μεγάλης αποθήκης, μπορούσε να ξεχάσει τη Λιάν-Ρονγκ, να αφεθεί, έστω για λίγο, μέσα σε κάτι που δεν απαιτούσε εξηγήσεις.

    Η τέταρτη μέρα έφτασε αργά, σχεδόν βασανιστικά αργά, σαν να ήθελε να δοκιμάσει την υπομονή του. Και όταν τελικά ήρθε η εντολή από το αρχοντικό της Λιάν-Χουά, δεν έμοιαζε με τίποτα από όσα περίμενε. «Ένα σακί αλεύρι. Αλεσμένο. Να παραδοθεί μέχρι το μεσημέρι.» Τίποτα άλλο.

   Ο Χουάνγκ Λιν δεν είπε πολλά· όπως πάντα, έκανε αυτό που συνήθιζε. Έστειλε τον Γιούν-Τσεν. Ήταν σχεδόν αυτονόητο. Κι όμως, αυτή τη φορά, ο Γιούν-Τσεν ένιωσε ένα ανεπαίσθητο σφίξιμο, σαν να είχε αλλάξει κάτι πριν ακόμη ξεκινήσει. Ο δρόμος προς το αρχοντικό ήταν γνώριμος. Κάθε στροφή, κάθε δέντρο, είχαν συνδεθεί με νύχτες που δεν έμοιαζαν με τις άλλες. Με προσμονή. Με μια σιωπηλή υπόσχεση.

   Εκείνη τη μέρα όμως, όλα έδειχναν πιο άδεια. Όταν έφτασε στην είσοδο, τράβηξε τα ηνία για να σταματήσει το άλογο. Δεν πρόλαβε να κατέβει καλά-καλά, όταν ένας φύλακας στάθηκε μπροστά του. Δεν είχε συμβεί ποτέ ξανά. Για μια στιγμή, ο Γιούν-Τσεν τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει, περιμένοντας ίσως να αναγνωρίσει κάτι οικείο. Μα το βλέμμα του φύλακα ήταν ψυχρό, τυπικό. «Θα το πάτε στην πίσω πλευρά του σπιτιού. Στα μαγειρεία.»

   Ο τόνος του δεν άφηνε περιθώρια για ερωτήσεις. Ο Γιούν-Τσεν έγνεψε μόνο. Σήκωσε το σακί και προχώρησε όπως του υπέδειξαν. Τα βήματά του ακούγονταν βαριά πάνω στο χώμα, πιο βαριά απ’ ό,τι δικαιολογούσε το φορτίο που κουβαλούσε.

   Η πίσω πλευρά του αρχοντικού δεν είχε καμία σχέση με εκείνη που γνώριζε. Δεν υπήρχε ησυχία γεμάτη νόημα· υπήρχε μόνο δουλειά. Καπνός. Φωνές χαμηλές. Η μυρωδιά του φαγητού που ετοιμαζόταν. Σταμάτησε μπροστά στην είσοδο των μαγειρείων. Η μαγείρισσα εμφανίστηκε σχεδόν αμέσως, σαν να τον περίμενε, όχι εκείνον, αλλά το σακί.

   «Τα σακιά θα τα παραδίδετε προσωπικά σε μένα από εδώ και πέρα», του είπε. Η φωνή της ήταν ουδέτερη. Καμία περιέργεια. Καμία αναγνώριση. «Μπορείτε να επιστρέψετε.» Αυτά και μόνο.

   Ο Γιούν-Τσεν έμεινε για μια στιγμή ακίνητος. Όχι επειδή περίμενε να ακούσει κάτι παραπάνω — αλλά γιατί, μέσα σε αυτή τη λιτότητα, είχε ήδη ειπωθεί ό,τι χρειαζόταν. Δεν υπήρχε πρόσκληση. Δεν υπήρχε καθυστέρηση. Δεν υπήρχε νύχτα.

    Καθώς απομακρυνόταν, ένιωσε κάτι να κλείνει μέσα του, όχι απότομα, αλλά αθόρυβα, όπως μια πόρτα που δεν προοριζόταν να ξανανοίξει. Καβάλησε το άλογό του με μηχανικές κινήσεις. Τα χέρια του έπιασαν τα ηνία, το σώμα του πήρε τη σωστή στάση, μα το μυαλό του είχε μείνει πίσω, σε εκείνη τη σύντομη, ψυχρή ανταλλαγή.

   Η διαδρομή της επιστροφής τού φάνηκε πιο σύντομη. Ίσως γιατί δεν υπήρχε πια τίποτα να περιμένει στο τέλος της.

   Ο ήχος από τις οπλές του αλόγου πάνω στο χώμα επανήλθε στον γνώριμο ρυθμό του. Ο νερόμυλος θα τον δεχόταν όπως πάντα. Το νερό θα συνέχιζε να κυλά. Οι μέρες θα περνούσαν. Όλα θα έμεναν ίδια. Μόνο που τώρα, ήξερε. Δεν χρειαζόταν εξηγήσεις. Δεν χρειαζόταν λόγια. Μερικές φορές, το τέλος μιας σχέσης δεν ανακοινώνεται. Παραδίδεται, σιωπηλά, στην πίσω πλευρά ενός σπιτιού.

   Οι μέρες περνούσαν αθόρυβα, σχεδόν ανεπαίσθητα, σαν να είχαν χάσει το βάρος τους. Ο Γιούν-Τσεν ξυπνούσε, δούλευε, κοιμόταν, μα τίποτα από αυτά δεν είχε πια την ίδια σημασία. Ένιωθε πως δεν χρειαζόταν. Πως περίσσευε. Στον νερόμυλο, όλα λειτουργούσαν χωρίς εκείνον. Οι δύο βοηθοί του Χουάνγκ Λιν είχαν καλύψει κάθε κενό. Με μια παράξενη επιμονή, σχεδόν ευγένεια που έφτανε όμως στα όρια της απόρριψης, τον απομάκρυναν από τη βαριά δουλειά.

«Άστο, θα το πάρουμε εμείς.»

«Μην κουράζεσαι.»

«Έχεις και το πόδι σου.»

   Ακόμα κι όταν προσπαθούσε να σηκώσει ένα σακί, ένιωθε τα χέρια τους να προλαβαίνουν τα δικά του. Σαν να μην υπήρχε πια θέση για εκείνον ούτε καν στο βάρος. Ο Χουάνγκ Λιν δεν μιλούσε. Η σιωπή του δεν ήταν απλή σιωπή· ήταν απομάκρυνση. Δούλευε ασταμάτητα, με το κεφάλι χαμηλωμένο, σαν να είχε κλειστεί μέσα στην ίδια την εργασία του. Δεν κοίταζε, δεν ρωτούσε, δεν σχολίαζε.

   Ο Γιούν-Τσεν άρχισε να νιώθει πως έβλεπε μια παράξενη σκηνή να εκτυλίσσεται μπροστά του. Σαν να ήταν κάποιος άλλος ο πρωταγωνιστής, κι εκείνος απλώς ένας θεατής που είχε ξεχάσει να φύγει. Ή ίσως κάτι χειρότερο. Σαν να ήταν κρατούμενος σε έναν χώρο χωρίς κάγκελα. Και γύρω του, δύο άντρες, όχι εχθρικοί, όχι σκληροί, σιωπηλά ρύθμιζαν, περιόριζαν. Δεσμοφύλακες χωρίς διαταγές.

 

 

 

η επανεμφάνιση του παλαιού ξυλουργού

   Ένα απόγευμα, καθώς ο ήλιος έγερνε και το φως μαλάκωνε, ο Γιούν-Τσεν απομακρύνθηκε λίγο από τη δουλειά. Κάθισε στο χαμηλό πέτρινο πεζούλι που περικύκλωνε τον νερόμυλο. Έγειρε μπροστά, αφήνοντας τους αγκώνες του στα γόνατα, και κοίταξε το νερό που κυλούσε. Ήταν το μόνο πράγμα που δεν είχε αλλάξει. Δεν άκουσε βήματα. Δεν κατάλαβε πότε ακριβώς τον πλησίασε. Μόνο όταν σήκωσε το βλέμμα του, τον είδε. Ο παλαιός ξυλουργός.

   Όπως και την πρώτη φορά, είχε εμφανιστεί απρόσκλητος. Σαν να ανήκε σε έναν κόσμο που δεν ακολουθούσε τους ίδιους κανόνες με τους υπόλοιπους. Στάθηκε μπροστά του χωρίς βιασύνη. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε για λίγο στον χώρο, κι έπειτα γύρισε στον Γιούν-Τσεν. Υπήρχε κάτι σε αυτό, μια σκιά ειρωνείας, ίσως και κατανόησης. Σαν να έβλεπε κάτι που ο ίδιος ο Γιούν-Τσεν μόλις άρχιζε να συνειδητοποιεί. Για λίγο δεν είπε τίποτα.

   «Όταν δεν σε χρειάζονται πια», είπε τελικά ήρεμα, «οι πλούσιοι κάνουν πως δεν σε ξέρουν.»

   Ο Γιούν-Τσεν δεν αντέδρασε. Τα λόγια αντήχησαν βαριά. Ο ξυλουργός έγειρε ελαφρά το κεφάλι, σαν να παρατηρούσε μια λεπτομέρεια που τον ενδιέφερε. «Σε ξεκρεμάνε από τα σχοινάκια», συνέχισε, «όπως στο θέατρο σκιών. Και σε αφήνουν να πέσεις.»

   Μια μικρή παύση. Ο ήχος του νερού γέμισε το κενό. «Κι αν είσαι έξυπνος…» πρόσθεσε, με έναν τόνο που δεν ήταν ούτε συμβουλή ούτε προειδοποίηση, «καταλαβαίνεις ότι πρέπει να φύγεις πρώτος.»

   Ο Γιούν-Τσεν δεν απάντησε. Δεν ήξερε αν μπορούσε. Ίσως γιατί, για πρώτη φορά, δεν είχε τίποτα να αρνηθεί. Όταν σήκωσε ξανά το βλέμμα του, ο παλαιός ξυλουργός είχε ήδη στραφεί να φύγει. Δεν περίμενε απάντηση. Δεν χρειαζόταν. Όπως είχε έρθει, έτσι κι έφυγε. Αθόρυβα.

   Ο Γιούν-Τσεν έμεινε καθισμένος στο πεζούλι, κοιτάζοντας το νερό που συνέχιζε να κυλά. Μα τώρα, ο ήχος του νερού δεν ήταν πια ίδιος. Ή ίσως… ήταν ο ίδιος, και είχε αλλάξει εκείνος. Την επόμενη μέρα ο Γιούν-Τσεν άφησε το άλογό του στον Χουάνγκ-Λιν, τον αγκάλιασε και τον ευχαρίστησε. Θα επέστρεφε στο Λο Τζιάνγκ, αυτή την φορά με τα πόδια, όπως όταν είχε πρωτοέρθει. «Να επιστρέψεις το άλογο» είπε στον μυλωνά. «Δεν είναι δικό μου. Είναι του νερόμυλου». Και αργά σέρνοντας το πονεμένο του πόδι περπάτησε την πιο δύσκολη πορεία της μέχρι τότε ζωής του. Αργά το απόγευμα έφθασε στα περίχωρα του Λο Τζιανγκ, στο χωριό του.

 

 

 

 

ο κρατούμενος του Λο Τζιάνγκ

   Ο εικοσιδυάχρονος Γιούν-Τσεν επέστρεψε στο χωριό του με βήματα αργά, σχεδόν απρόθυμα, σαν να τον τραβούσε πίσω ένα αόρατο σκοινί. Τα ίδια μονοπάτια που κάποτε διέσχιζε με λαχτάρα, τώρα του φαίνονταν στενά, ασφυκτικά. Τα δέντρα που άλλοτε του πρόσφεραν σκιά και καταφύγιο, έμοιαζαν να σκύβουν απειλητικά από πάνω του. Ο τόπος που υπήρξε για χρόνια η ανάσα του, είχε μεταμορφωθεί σε τόπο μαρτυρίου.

   Κάποτε, το χωριό ήταν μόνο μια στάση. Ένα σημείο επιστροφής για να ξαναφύγει. Ο Γιούν-Τσεν ζούσε έξω από τα όριά του: στα κυνηγητικά μονοπάτια των βουνών, στα εργοτάξια όπου δούλευε ως ξυλουργός, στο αρχοντικό της Λιάν-Χουά όπου για πρώτη φορά ένιωσε ότι κάποιος εκτιμούσε την επιμονή και το ταλέντο του, στον υγρό, μονότονο ρυθμό του νερόμυλου. Το σπίτι του ήταν απλώς ένα σημείο ανάπαυσης, όχι ο ίδιος ο προορισμός.

   Όμως τώρα είχε επιστρέψει χωρίς σχέδιο διαφυγής. Ο πατέρας του, ο Μα Σιούν, είχε γεράσει απότομα. Η γη απαιτούσε χέρια, και τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια του, ο Γκουάν-Σεν και ο Μινγκ-Τάο που μέχρι τότε είχαν αναλάβει τα περισσότερα, τώρα βρισκόταν ο καθένας τους στο δικό του σπιτικό, στην δική του οικογένεια, και δεν τους περίσσευε χρόνος για τους Μα. Δεν υπήρχε πια χώρος για φυγή, ούτε ανοχή για ιδιοτροπίες. Το όνομα της οικογένειας, η επιβίωση, η τιμή, όλα βάραιναν πλέον και τους ώμους του.

   Οι μέρες ξεκινούσαν πριν ακόμη φανεί ο ήλιος. Το χώμα έπρεπε να οργωθεί βαθιά, με ξύλινα αλέτρια δεμένα σε υπομονετικά βόδια. Τα αρδευτικά κανάλια, που τροφοδοτούσαν τους ορυζώνες, έπρεπε να καθαρίζονται συνεχώς από λάσπη και ρίζες. Η εποχή απαιτούσε σπορά κεχριού και ρυζιού, και κάθε λάθος υπολογισμός μπορούσε να σημαίνει πείνα τον χειμώνα. Ο πατέρας του επαναλάμβανε τις ίδιες οδηγίες ξανά και ξανά: «Το χώμα πρέπει να γυρίζει σε τρεις κινήσεις, όχι δύο. Το νερό να φτάνει μέχρι τον αστράγαλο, όχι παραπάνω.»

   Ο Γιούν-Τσεν άκουγε, αλλά μέσα του αντιστεκόταν. Δεν ήταν ότι δεν μπορούσε να μάθει. Ήταν ότι δεν άντεχε την επανάληψη, την υπακοή χωρίς σκέψη. Τα χέρια του, που μπορούσαν να σμιλέψουν ένα κομμάτι ξύλο με ακρίβεια και φροντίδα, τώρα βούλιαζαν στη λάσπη χωρίς δημιουργία. Δεν υπήρχε τέλος, δεν υπήρχε ολοκλήρωση, μόνο κύκλοι.

   Μόνο η μητέρα του, η Σιού-Λαν, τον κοιτούσε ακόμα με εκείνη τη σιωπηλή κατανόηση. Μα κι εκείνη είχε κουραστεί. Δεν τον υπερασπιζόταν πια όπως παλιά. Μόνο του έριχνε βλέμματα γεμάτα ανησυχία, σαν να φοβόταν πως ο γιος της στεκόταν στο χείλος κάποιου αόρατου γκρεμού.

   Το βράδυ, όταν το σπίτι βυθιζόταν στη σιωπή, ο Γιούν-Τσεν έπιανε κρυφά κομμάτια ξύλου. Έφτιαχνε μικρά αντικείμενα, λαβές εργαλείων, κουτιά, ακόμα και παιχνίδια που κανείς δεν του είχε ζητήσει. Εκείνες τις στιγμές ένιωθε ξανά τον εαυτό του. Κάθε χάραγμα, κάθε λείανση, ήταν μια ανάσα ελευθερίας.

   Αλλά ούτε αυτό αρκούσε πια. Γιατί υπήρχε και εκείνη. Ακριβώς πίσω από το πατρικό του σπίτι, στο χαμηλό οίκημα ζούσε η Λαν-Ρονγκ. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της. Ήταν ο τρόπος που στεκόταν, σαν να μην ανήκε κι εκείνη εδώ. Σαν να υπήρχε ένας άλλος κόσμος μέσα της. Και αυτό ήταν που τον βασάνιζε περισσότερο.

   Γιατί για πρώτη φορά στη ζωή του, δεν ήθελε να φύγει μόνο για τον εαυτό του. Ήθελε να φύγει… μαζί της. Αλλά ήξερε πως αυτό ήταν αδύνατο. Το χωριό δεν συγχωρούσε τέτοιες σκέψεις. Οι οικογένειες όριζαν τις ζωές. Οι δρόμοι ήταν χαραγμένοι πριν καν γεννηθεί.

   Έτσι, κάθε μέρα ένιωθε το δίχτυ να σφίγγει. Η γη τον κρατούσε από τα πόδια. Η οικογένεια από το όνομα. Και η Λαν-Ρονγκ… από την καρδιά. Και για πρώτη φορά, ο Γιούν-Τσεν δεν ήξερε προς τα πού να τρέξει.

   Αλλά πλέον δεν μπορούσε να τρέξει. Το πόδι του δεν τον υπάκουε όπως παλιά. Ένας βαθύς, θαμπός πόνος ανέβαινε κάθε φορά που προσπαθούσε να επιταχύνει το βήμα του, σαν να του θύμιζε ότι εκείνες οι μέρες είχαν τελειώσει. Οι δρόμοι προς το Τσιουτζιά είχαν κλείσει. Ακόμη και το κυνήγι, που κάποτε ήταν αίσθηση ελευθερίας για εκείνον, είχε χάσει τη γεύση του. Δεν μπορούσε να κινηθεί αθόρυβα, δεν μπορούσε να καταδιώξει. Ήταν σαν να του είχαν πάρει ένα κομμάτι από την ίδια του τη φύση.

   Και τότε άρχισε να σκέφτεται. Ότι δεν είχε υπάρξει ποτέ παιδί όπως οι άλλοι. Ότι είχε ζήσει αποσπασματικά, σαν να πηδούσε κεφάλαια από τη ζωή του. Από τη μοναξιά στην περιπλάνηση, από τη δουλειά στην επιθυμία, από την επιθυμία στην απόδραση. Είχε γνωρίσει πράγματα που άλλοι της ηλικίας του ούτε τα φαντάζονταν, το άγγιγμα μιας γυναίκας, τη σιωπηλή συμφωνία ανάμεσα σε δύο ανθρώπους χωρίς λόγια, τη βαριά αίσθηση της ευθύνης όταν κρατάς εργαλείο που μπορεί να τραυματίσει ή να χτίσει.

   Και τώρα; Τώρα ήταν σαν να τον καλούσαν πίσω για να πληρώσει όσα είχε παρακάμψει. Να μάθει να υπακούει. Να αντέχει. Να ριζώσει. Αλλά δεν είχε ρίζες. Δεν είχε φίλους ποτέ. Δεν είχε υπάρξει ποτέ μέρος μιας παρέας, ενός κύκλου. Πάντα κινούνταν στο περιθώριο, ανάμεσα σε κόσμους.

   Και όμως, υπήρχαν δύο άνθρωποι που μπορούσε να πει ότι στάθηκαν κοντά του. Ο Χουάνγκ Τζιν. Τον είχε γνωρίσει όταν ήταν ακόμη παιδί, σε μια από τις πρώτες του αποδράσεις στο δάσος. Θυμόταν ακόμη τη στιγμή που άκουσε το σφύριγμα. Κοφτό, χαμηλό. Σαν κάλεσμα. Ο Χουάνγκ Τζιν εμφανίστηκε μέσα από τα δέντρα χωρίς θόρυβο, σαν να ανήκε εκεί. «Δεν περπατάς σωστά», του είχε πει, κοιτώντας τα ίχνη του στο χώμα. «Φωνάζεις σε ό,τι σε ακούει.»

   Ο μικρός τότε Γιούν-Τσεν δεν απάντησε. Αλλά τον ακολούθησε. Από εκείνη τη μέρα, άρχισαν τα μαθήματα. Όχι με λόγια, με παρατήρηση. Πώς να τοποθετεί το πόδι του στη γη χωρίς να σπάει κλαδιά. Πώς να αναγνωρίζει τα φρέσκα ίχνη ζώων. Πώς να περιμένει. Αυτό ήταν το πιο δύσκολο.

   Μια φορά, είχαν μείνει ακίνητοι για ώρες, κρυμμένοι πίσω από έναν βράχο. Ο Γιούν-Τσεν είχε αρχίσει να τρέμει από την ένταση. «Θα φύγει», είχε ψιθυρίσει. Ο Χουάνγκ Τζιν δεν τον κοίταξε καν. «Αν φύγει, δεν ήταν ποτέ δικό σου.» Όταν τελικά εμφανίστηκε το ελάφι, ο Γιούν-Τσεν ένιωσε για πρώτη φορά τι σημαίνει να είσαι μέρος του δάσους, όχι εισβολέας. Δεν θυμόταν αν ένιωσε χαρά όταν το ζώο έπεσε. Θυμόταν μόνο τη σιωπή μετά. Και ένα νεύμα επιδοκιμασίας. Αυτό ήταν αρκετό.

   Ο άλλος ήταν ο Γκαν Φου, ο σιδεράς. Η πρώτη τους πραγματική συνάντηση δεν ήταν ήρεμη. Ο Γιούν-Τσεν ήταν τότε έφηβος, με τη φωτιά μέσα του να καίει χωρίς κατεύθυνση. Είχε μπλέξει σε καβγά με δύο μεγαλύτερα αγόρια του χωριού. Δεν θυμόταν καν την αφορμή, κάτι ειπώθηκε για τη μητέρα του, κάτι για το ότι «δεν μοιάζει με τους άλλους». Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι του και πριν το καταλάβει, βρέθηκε στο χώμα, με τα χέρια να τον κρατούν και τις γροθιές να πέφτουν βροχή.

Και τότε ακούστηκε η φωνή. «Φτάνει.» Βαριά, κοφτή. Σαν χτύπημα μετάλλου πάνω σε αμόνι.

   Ο Γκαν Φου στεκόταν από πάνω τους. Τα χέρια του μαυρισμένα από τη δουλειά, το βλέμμα του σκληρό. «Αν θέλετε να χτυπηθείτε, ελάτε στο εργαστήρι μου. Εκεί θα μάθετε τι σημαίνει πόνος.»

   Κανείς δεν τόλμησε να απαντήσει. Οι δύο μεγαλύτεροι απομακρύνθηκαν πρώτοι. Ο Γιούν-Τσεν έμεινε στο χώμα, βαριά αναπνέοντας. Ο σιδεράς τον κοίταξε για λίγο. Μετά του άπλωσε το χέρι. «Σήκω. Δεν τελείωσε.»

   Τον πήγε στο εργαστήρι του. Η φωτιά έκαιγε ήδη. Χωρίς πολλές κουβέντες, του έβαλε ένα σφυρί στο χέρι. «Χτύπα.» Ο Γιούν-Τσεν τον κοίταξε απορημένος. «Χτύπα όπως πριν. Με θυμό.» Χτύπησε. Άτσαλα. Άνισα. «Πάλι.» Ξανά και ξανά. Μέχρι που τα χέρια του άρχισαν να πονάνε.

   «Ο θυμός δεν φτιάχνει τίποτα», είπε τελικά ο Γκαν Φου. «Μόνο καταστρέφει. Αν θες να φτιάχνεις, πρέπει να τον κρατάς. Να τον βάζεις εκεί που χρειάζεται.»

   Από εκείνη τη μέρα, ο Γιούν-Τσεν άρχισε να πηγαίνει συχνά στο εργαστήρι. Όχι γιατί του το ζήτησε κανείς. Αλλά γιατί εκεί ένιωθε κάτι διαφορετικό: ότι μπορούσε να αλλάξει τη μορφή των πραγμάτων. Να δώσει σχήμα. Και ο Γκαν-Φου, χωρίς να το λέει, τον προστάτευε. Όχι με λόγια, αλλά με παρουσία. Κανείς δεν τον πείραζε κοντά στο εργαστήρι. Κανείς δεν τον προκαλούσε όταν ήξερε ότι ο σιδεράς τον είχε «υπ’ ευθύνη του».

   Τώρα, όμως, όλα αυτά ανήκαν στο παρελθόν. Ο ίδιος ήταν πάλι εδώ. Στο χωριό που δεν τον χωρούσε και που τώρα δεν μπορούσε να αφήσει. Μόνος. Πιο μόνος από ποτέ.

 

 

 

η ανάγκη για ανθρώπους

   Ο Γιούν-Τσεν ήθελε να ξεφύγει από το πατρικό του σπίτι. Όχι από τους ανθρώπους του. Από κάτι πιο αδιόρατο, πιο επίμονο. Από εκείνη την παρουσία, από την γυναίκα στον ξενώνα, στην πίσω πλευρά της αυλής. Μπορεί να μην συναντιώνταν, μπορεί να μην την είχε δει από κοντά και όμως ήξερε ότι ήταν εκεί.

   Το καταλάβαινε από μικρά πράγματα. Από το νερό στη μεγάλη πήλινη λεκάνη που κάποιος είχε αλλάξει πριν προλάβει να το κάνει η μητέρα του. Από ένα κομμάτι ύφασμα απλωμένο διαφορετικά, με έναν τρόπο που δεν ανήκε στις συνήθειες του σπιτιού τους. Από τα ελαφριά ίχνη πατημάτων στο χώμα της αυλής. πιο στενά, πιο προσεκτικά, σαν να μην ήθελαν να ενοχλήσουν. Μια φορά είχε βρει ένα ξύλινο κουτάλι που είχε αφήσει ο ίδιος πρόχειρα πάνω στο τραπέζι, καθαρισμένο και τοποθετημένο στη θέση του.

   Και υπήρχε και η μυρωδιά. Όχι έντονη. Μια αχνή ευωδιά από βότανα, ίσως από αποξηραμένα άνθη, που δεν υπήρχε ποτέ πριν στον χώρο. Ερχόταν και έφευγε, σαν ανάσα.

   Αυτά τα ίχνη τον αναστάτωναν περισσότερο από μια κανονική συνάντηση. Γιατί του άφηναν χώρο να φαντάζεται. Και αυτό τον φυλάκιζε.

   Που και που, προσπαθούσε να ξεμακρύνει. Να πάρει τον δρόμο προς το ποτάμι. Προχωρούσε όσο άντεχε το πόδι του, νιώθοντας το γνώριμο τράβηγμα σε κάθε βήμα. Έφτανε μέχρι την όχθη και στεκόταν εκεί. Το νερό δεν ήταν πάντα βαθύ — υπήρχαν εποχές που μπορούσε εύκολα να περάσει απέναντι. Κι όμως, δεν το έκανε. Σαν να υπήρχε ένα αόρατο όριο. Σαν να μην ήθελε πραγματικά να φύγει.

   Ένα απόγευμα, περισσότερο για να καθυστερήσει την επιστροφή του στο πατρικό του, πήρε τον δρόμο προς την άλλη πλευρά του χωριού. Εκεί που βρισκόταν η καλύβα του Γκαν Φου. Όταν έφτασε, είδε πρώτα τα ζώα. Το γνώριμο γαϊδουράκι της Τανγκ-Σου στεκόταν δεμένο κοντά στην είσοδο. Δίπλα του, ένα μαύρο άλογο, πιο επιβλητικό, αλλά ήρεμο.

   Η Τανγκ-Σου ήταν στην αυλή, σκυμμένη πάνω από μια ρηχή πέτρινη γούρνα, πλένοντας ρούχα.   Σήκωσε το κεφάλι της και μόλις τον είδε, χαμογέλασε. «Γιούν-Τσεν!» Σηκώθηκε γρήγορα και τον αγκάλιασε. Αυτή τη φορά όχι με εκείνη την παλιά, υπόγεια ένταση, αλλά ζεστά, φιλικά. «Έλα μέσα», του είπε.

   Η καλύβα είχε αλλάξει. Δεν ήταν πια μόνο το σιδεράδικο. Το καμίνι και το αμόνι ήταν ακόμη εκεί, τα εργαλεία σκορπισμένα όπως πάντα — αλλά τώρα υπήρχε τάξη. Ένα στρωμένο χαμηλό τραπέζι, καθαρά σκεύη, υφάσματα διπλωμένα προσεκτικά. Μια αίσθηση σπιτιού.

   «Ήρθε ο φίλος σου», είπε η Τανγκ-Σου.

   Ο Γκαν Φου δεν σταμάτησε να δουλεύει. «Έλα, κάθισε κοντά», είπε στον Γιούν-Τσεν χωρίς να σηκώσει το βλέμμα.

   Η Τανγκ-Σου έφερε μια πήλινη κούπα με ζεστό τσάι από βότανα και λίγα βρασμένα κάστανα. Τα ακούμπησε μπροστά του.

   «Πιες. Δείχνεις κουρασμένος.»

   Ο Γιούν-Τσεν πήρε την κούπα στα χέρια του. «Θες βοήθεια;» ρώτησε τον σιδερά.

   «Σήμερα όχι.»

   «Για κάποιες μέρες έχω λίγο χρόνο… και δεν μπορώ να επιστρέφω νωρίς σπίτι.»

   Ο Γκαν Φου σταμάτησε για μια στιγμή, μόνο για μια ανάσα. «Θα δούμε. Εδώ είμαστε πάντα ανοιχτά. Όποτε θες, πέρνα.»

   Η Τανγκ-Σου πήρε τη σκυτάλη της κουβέντας. «Τι γίνεται με τα κτήματα;»

   «Τα καταφέρνουμε» απάντησε ο Γιούν-Τσεν.

   Εκείνη τον κοίταξε κάπως διερευνητικά. «Έχω μάθει ότι μόνο εσύ δουλεύεις τώρα εκεί. Τα μεγάλα αδέλφια σου δεν βοηθάνε.»

   Ο σιδεράς παρενέβη χωρίς να γυρίσει. «Βοήθησαν τόσα χρόνια, όσο ο Γιούν-Τσεν γύριζε. Τώρα είναι η σειρά του. Το χρέος πάντα πληρώνεται. Και όσο αργεί κανείς να το πληρώσει, το πληρώνει διπλό.»

   Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά. Η Τανγκ-Σου την έσπασε. «Υπάρχει ακόμη εκείνη η καλύβα; Εκεί που ο παππούς σου φύλαγε τα εργαλεία;»

   Ο Γιούν-Τσεν σήκωσε το βλέμμα. «Ποια καλύβα; Δεν ξέρω κάτι τέτοιο.»

   «Δεν θα ξέρεις καλά τα κτήματά σας, φαίνεται.» Έσκυψε λίγο προς το μέρος του. «Άκου. Από το μεγάλο πεύκο, εκεί που αρχίζει η αναβαθμίδα με τα ξερόχορτα, θα πάρεις το στενό μονοπάτι δεξιά. Θα περάσεις μια πέτρινη γούρνα, είναι μισοσπασμένη. Από εκεί, ανέβα λίγο προς τα πάνω. Θα δεις τρεις πέτρες στη σειρά, σαν σκαλοπάτια. Πίσω τους, αν υπάρχει ακόμη, είναι η καλύβα. Γύρω της έχει καλαμιές. »

   Ο Γιούν-Τσεν συνοφρυώθηκε. «Τόσα χρόνια… δεν την έχω δει ποτέ.»

   «Αν υπάρχει ακόμη…», είπε ήρεμα η Τανγκ-Σου.

   «Θα ψάξω να τη βρω.»

  «Τα χέρια του πιάνουν» είπε ο Γκαν Φου. «Και παρατημένη να είναι θα την φτιάξει.»

  Η Τανγκ-Σου πετάχτηκε: «Δεν είπε ότι του περισσεύει χρόνος και δεν ξέρει τί να κάνει; Προκειμένου να μας έρχεται εδώ, καλύτερα να φτιάξει το δικό του μικρό σπίτι.»

  «Και όταν την συνεφέρεις, ελπίζω να μας καλέσεις» είπε ο Γκαν Φου.

   «Μα εσύ δεν πας πουθενά» του απάντησε γελώντας ο Γιούν-Τσεν.

  «Κάποιες φορές, τυχαίνει να πηγαίνω και εγώ κάπου».

   «Εσύ καλά είσαι εδώ» στράφηκε η Τανγκ-Σου προς τον Γκαν Φου. «Ή μήπως δεν είσαι;» ρώτησε δήθεν εκνευρισμένη, σαν τα μικρά αστειάκια, που κάνουν μεταξύ τους τα νέα ζευγάρια, όταν δοκιμάζουν την αντοχή της σχέσης τους.

   Ο Γκαν Φου άφησε το σφυρί του και γύρισε προς το μέρος του. «Έχω κάτι για σένα.» Έγνεψε προς την αυλή. «Ένα άλογο. Μου το άφησε ο Τσεν Ερ. Πήρε νεότερο και δεν μπορούσε να θρέψει και τα δύο. Αυτό αντέχει ακόμη. Δεν είναι για πολλά πολλά. Αλλά είναι ήσυχο.»

   Ο Γιούν-Τσεν σηκώθηκε και βγήκε έξω. Το άλογο τον κοίταξε ήρεμα. Το τρίχωμά του ήταν βαθύ μαύρο, με λίγες γκριζωπές τρίχες γύρω από το ρύγχος. Πλησίασε προσεκτικά.

   Άνοιξε ελαφρά τα χείλη του ζώου και κοίταξε τα

δόντια. Οι κοπτήρες του αλόγου ήταν φθαρμένοι αλλά γεροί, με λίγο επίπεδο σχήμα, σημάδι ότι ήταν γύρω στα δώδεκα χρόνια. Το βλέμμα του ήταν καθαρό και ζωηρό, χωρίς θολούρα. Ο Γιούν-Τσεν χάιδεψε τον λαιμό του αλόγου ήρεμα. Το ζώο σήκωσε τα αυτιά του, ανασήκωσε ελαφρά το κεφάλι και έγειρε προς το χέρι του, σαν να απολάμβανε την προσοχή που είχε καιρό να δεχτεί.

   «Καλό φαίνεται», είπε όταν επέστρεψε μέσα.

   Ο Γκαν Φου τον κοίταξε. «Σ’ αρέσει;»

   Ο Γιούν-Τσεν χαμογέλασε.

  «Δικό σου», είπε ο σιδεράς. «Μόνο εσύ ξέρεις να κάνεις δώρα;»

   Ο Γιούν-Τσεν τον κοίταξε χωρίς να μιλά.

   «Μόλις φύγεις από εδώ, πάρ’ το. Δεν μπορώ να ταΐζω και το γαϊδουράκι της Τανγκ-Σου και αυτό. Το γαϊδουράκι μας αρκεί.»

    Ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να χαμηλώνει όταν ο Γιούν-Τσεν έλυσε το άλογο. Καθώς ανέβηκε στη ράχη του ζώου, ένιωσε κάτι να αλλάζει. Δεν ήταν ελευθερία όπως παλιά. Ήταν κάτι πιο ήσυχο. Μια μικρή δυνατότητα. Και εκείνο το απόγευμα, καθώς το φως έσβηνε και το χωριό τον περίμενε, ο Γιούν-Τσεν γύρισε στο πατρικό του όχι ως πεζοπόρος, αλλά καβάλα σε ένα μαύρο άλογο.

 

 

 

 

 

η γκρεμισμένη καλύβα στις καλαμιές

   Την άλλη μέρα, ο Γιούν-Τσεν ξεκίνησε νωρίς, ακολουθώντας τις οδηγίες που του είχε δώσει η Τανγκ-Σου. Ο δρόμος ήταν γνώριμος και ταυτόχρονα ξένος. Δυσκολεύτηκε να προσανατολιστεί. Πολλά είχαν αλλάξει μέσα σε δεκαπέντε χρόνια. Οι κορμοί των δέντρων είχαν μεγαλώσει, οι θάμνοι είχαν πυκνώσει, και τα ξερόχορτα είχαν καλύψει σημεία του μονοπατιού. Άρχισε από το μεγάλο πεύκο, εκεί που ξεκινούσε η αναβαθμίδα με τα ξερά χόρτα, και στράφηκε δεξιά στο στενό μονοπάτι. Πέρασε μια μισοσπασμένη πέτρινη γούρνα, χαμηλή και φθαρμένη, και ανέβηκε λίγο πιο ψηλά. Τρεις πέτρες στη σειρά, σαν σκαλοπάτια, εμφανίστηκαν μπροστά του. Πίσω τους, η καλύβα που κάποτε είχε στεγάσει τον σιδερά και τα εργαλεία του, ήταν πια γκρεμισμένη.

   Όμως κάποια σημάδια παρέμεναν, σαν ψίθυροι του παρελθόντος. Οι πέτρες που κρατούσαν τη φωτιά ήταν ακόμη εκεί, σκούρες. Μερικά ξύλα, φαγωμένα από τον καιρό και τα έντομα, είχαν παραμείνει πεταμένα στο χώμα. Κάθε στοιχείο μιλούσε για τις μέρες που πέρασαν,

   Κάπου εκεί κοντά, ένα αδέσποτο σκυλί περιφερόταν. Δεν ήταν το παλιό σκυλί που κάποτε φύλαγε την καλύβα· ίσως να ήταν απόγονος του Χέι-Γκου. Όταν τον είδε, το ζώο πήγε ήρεμο προς τον Γιούν-Τσεν, σαν να αναγνώριζε τη φροντίδα και την προσοχή που είχε έρθει να φέρει εκείνος στο μέρος.

   Ο Γιούν-Τσεν γονάτισε, άγγιξε τις πέτρες με τα χέρια του και αισθάνθηκε τη θερμότητα της μνήμης τους. Ο ήχος του ανέμου ανάμεσα στις καλαμιές και το τσίκλισμα κάποιων πουλιών γέμισε την αυλή της γκρεμισμένης καλύβας. Ήταν σαν να του ψιθύριζαν ότι το μέρος μπορούσε πάλι να ζωντανέψει με τα δικά του χέρια, τη δική του φροντίδα, και τον χρόνο που είχε μπροστά του. Μέσα του γεννήθηκε μια υπόσχεση. Θα μπορούσε να φτιάξει τον δικό του χώρο εκεί, να ξαναδώσει ζωή σε ό,τι είχε εγκαταλειφθεί.

 

 

 

 

 

οικοδομώντας κάτι καινούριο

   Ο Γιούν-Τσεν σκεπτόταν πώς θα κατασκευάσει την καλύβα. Λογάριαζε, υπολόγιζε τα ξύλα που θα έβαζε, το πώς θα στεγανοποιούσε τον χώρο, τους αρμούς και πώς θα έδενε τη σκεπή. Δεν τον πίεζε ο χρόνος. Άρχισε μόνος του, σιγά σιγά, με τη μοναδική συντροφιά του το σκυλί που τριγύριζε γύρω-γύρω. Λίγες μέρες αφού είχε αρχίσει να μεταφέρει με το μαύρο άλογο κάποιους κορμούς δέντρων, τον βρήκε ο Χουάνγκ Τζιν. Τον είχε δει να σέρνει με το άλογο έναν κορμό προς την παλιά καλύβα του Μα Γουεντσίνγκ. Ίσως κουβαλούσε ακόμα την ενοχή που ένιωθε όταν, αμέσως μετά τον θάνατο του Μα Γουεντσίνγκ, η Σιού-Λαν είχε δώσει εντολή σε εκείνον και στον άντρα της, τον Μα Σιούν, να γκρεμίσουν την παλιά καλύβα που φύλαγε τα εργαλεία του πεθερού της.

   «Όλο τα χάνουμε,» είχε πει τότε η Σιού-Λαν. «Τα εργαλεία θα φυλάσσονται από εδώ και πέρα στο σπίτι μας.» Οι δύο, ο Μα Σιούν και ο Χουάνγκ Τζιν, είχαν εκτελέσει τις εντολές της.

   Όταν ο Γιούν-Τσεν του εξήγησε το σχέδιό του για τη νέα καλύβα, ο Χουάνγκ Τζιν αισθάνθηκε ανακούφιση και υποσχέθηκε να βοηθήσει. Η εμπειρία του ήταν καθοριστική για τον τόπο· ήξερε καλύτερα από όλους τα μυστικά της γης και των δέντρων εκεί γύρω. «Θα την κάνουμε καλύτερη,» υποσχέθηκε. «Προσοχή όμως: δεν μιλάμε σε κανέναν για το σχέδιο. Όλοι οι περίεργοι θα αρχίσουν να έρχονται, άλλοι για να κλέψουν υλικά, άλλοι για να δουν τι γίνεται. Τόσα χρόνια ήταν ξεχασμένη. Οι καλαμιές και τα μπαμπού την προφυλάσσουν.»

   Ο Χουάνγκ Τζιν κοίταξε γύρω, στα καλαμιές και τα μπαμπού που κούναγαν τα κορμιά τους στον άνεμο, σαν φύλακες της παλιάς αυλής. «Πρώτα θα κάνουμε τη βάση σωστά,» είπε με τη βαθιά, σταθερή φωνή του. «Δεν βάζουμε τίποτα πάνω στα παλιά θεμέλια. Οι πάσσαλοι πρέπει να μπουν σε καθαρό, σταθερό έδαφος, ελαφρά μετατοπισμένο από την προηγούμενη θέση. Το υπερυψωμένο πάτωμα θα μας σώσει από την υγρασία και από τα ζώα. Κοίτα τα σημάδια της παλιάς καλύβας — βλέπεις πού σάπισε πρώτα; Εκεί δεν πατάμε.»

   Ο Γιούν-Τσεν άκουγε προσεκτικά, με το μαύρο άλογο να τρίβεται στους κορμούς που είχε μεταφέρει. Ο Χουάνγκ Τζιν συνέχισε: «Οι τοίχοι θα είναι ξύλινοι, γεροδεμένοι με άχυρο και λάσπη ανάμεσα στις δοκούς. Κάθε αρμός πρέπει να δένεται προσεκτικά, για να μην μπαίνει ούτε νερό ούτε αέρας. Σκέψου τη σκεπή: γείσο, κλίση, σωστή ένωση στο κεντρικό δοκάρι. Θα δέσουμε τις δοκούς με σχοινιά και ξύλινες σφήνες, όχι με μέταλλο. Το σίδερο και τα καρφιά θα βοηθήσουν  αργότερα για ενίσχυση, αλλά πρώτα η ξυλοδεσιά πρέπει να είναι σωστή.»

   «Και τα παράθυρα;» ρώτησε ο Γιούν-Τσεν.

   Ο Χουάνγκ Τζιν χαμογέλασε. «Μικρά, δυο μόνο. Το ένα πάνω από το τζάκι — φως και αερισμός για τον καπνό. Το άλλο στον απέναντι τοίχο, για ρεύμα αέρα, αλλά όχι μεγάλο. Χαρτί ή λεπτό ύφασμα θα τα καλύψει, — θέλουμε φως, όχι πολυτέλεια. Η πόρτα θα είναι διπλή. Η μεγάλη για τα ξύλα και τα εργαλεία, η άλλη για καθημερινή χρήση. Κανείς ξένος δεν πρέπει να μπει.»

   Ο Γιούν-Τσεν έγνεψε καταφατικά, ενώ ο Χουάνγκ Τζιν συνέχισε: «Το τζάκι πρέπει να στηριχτεί στις πέτρες που σώσαμε από την παλιά εστία. Αυτές θα κρατήσουν τη φωτιά ασφαλή, θα κάνουν τον χώρο κατοικήσιμο. Μην ξεχνάς: ο χώρος για ύπνο και κουζίνα είναι ένας. Το τζάκι θα δίνει φως και ζέστη, η κουζίνα θα είναι δίπλα για να μαγειρεύεις πρόχειρα χωρίς να γεμίζει καπνό όλο το δωμάτιο. Τα υπόλοιπα εργαλεία φυλάσσονται έξω ή δίπλα στα μπαμπού, ώστε να μην γεμίζουν τον χώρο.»

   Στάθηκε λίγο και κοίταξε γύρω από τις καλαμιές. «Και τώρα το πιο σημαντικό. Η θέση μας είναι μυστικό. Κανείς δεν ξέρει ότι φτιάχνουμε κάτι εδώ. Οι καλαμιές και τα μπαμπού μας κρύβουν, αλλά μην αφήνεις ίχνη για περίεργους. Αν κάποιος μάθει, θα έρθουν για να κλέψουν ή να χαζέψουν. Δούλεψε με υπομονή, μέρα με τη μέρα. Ο χρόνος δεν είναι εχθρός μας.»

   Ο Γιούν-Τσεν χαμογέλασε, και το μαύρο άλογο γύρισε γύρω από τον κορμό που είχε ήδη σπρώξει. Η καλύβα άρχιζε να παίρνει μορφή, μικρή αλλά σταθερή, ελαφρώς υπερυψωμένη, με γερό τζάκι, δύο στενά παράθυρα και διπλή πόρτα. Γύρω της σαν σιωπηλοί φύλακες υψώνονταν οι καλαμιές και τα μπαμπού. Η μοναξιά και  οι σκοτεινές σκέψεις είχαν παρεμερίσει, έστω και  προσωρινά. Πάντα συμβαίνει αυτό όταν κάποιος έχει να κάνει κάτι σημαντικό, όταν έχει ένα στόχο.

   Ο ήλιος μόλις είχε αρχίσει να ανεβαίνει όταν ο Γιούν-Τσεν και ο Χουάνγκ Τζιν άρχισαν να στήνουν τους πρώτους πασσάλους για το υπερυψωμένο πάτωμα. Το μαύρο άλογο περίμενε υπομονετικά, ενώ το σκυλί τριγύριζε χαρούμενα ανάμεσα στους κορμούς.

   «Ξεκινάμε από τις γωνίες,» είπε ο Χουάνγκ Τζιν, με τη γνώριμη σιγουριά στη φωνή του. «Οι πάσσαλοι πρέπει να μπουν βαθιά στο χώμα, γερά, σταθερά. Μη βιαστείς να τοποθετήσεις τα ξύλα του δαπέδου πάνω πριν βεβαιωθούμε ότι δεν κουνιέται τίποτα.»

   Ο Γιούν-Τσεν έσφιξε τα χέρια γύρω από τον πρώτο κορμό και τον καθοδήγησε στη θέση του, ενώ ο Χουάνγκ Τζιν έλεγχε κάθε σημείο με το μάτι του. «Μην ξεχνάς την κλίση για το νερό,» είπε. «Ακόμα και το υπερυψωμένο έδαφος χρειάζεται να στραγγίζει σωστά.»

    Μόλις οι γωνιακοί πάσσαλοι σφίξανε στη θέση τους, άρχισαν να τοποθετούν τα ξύλα για το δάπεδο, ένα-ένα. Κάθε δοκός έπρεπε να κουμπώνει ακριβώς, με το άχυρο και τη λάσπη ανάμεσα για μόνωση και στεγανοποίηση. Ο Γιούν-Τσεν σιγά-σιγά ένιωθε τον χώρο να παίρνει ζωή κάτω από τα χέρια του.

   «Τώρα, το τζάκι,» είπε ο Χουάνγκ Τζιν, κοιτάζοντας τις πέτρες που είχαν περισώσει από την παλιά εστία. «Θα το βάλουμε εδώ, στο κέντρο, όπως είπαμε. Θα δώσει φως και ζεστασιά, αλλά πρέπει να στηριχτεί καλά. Κάθε πέτρα πρέπει να ταιριάζει στη θέση της.»

   Ο Γιούν-Τσεν άρχισε να στοιβάζει τις πέτρες προσεκτικά, και το σκυλί του καθόταν δίπλα, σαν φύλακας της φωτιάς που θα άναβε εκεί. Ο Χουάνγκ Τζιν έσκυψε να τσεκάρει τους αρμούς, έβαλε μικρές ξύλινες σφήνες και έδεσε με σχοινί τα δοκάρια της μελλοντικής σκεπής. «Θα έχει γείσο,» εξήγησε, «για να προστατεύει το νερό της βροχής. Οι δοκοί πρέπει να είναι δεμένοι γερά, θα βάλουμε μετά και την ενίσχυση από σίδερο.»

   Κάθε μέρα περνούσε αργά αλλά σταθερά. Οι μικρές κινήσεις, οι δοκοί που κουμπώνουν, οι πέτρες που στοιβάζονται, τα παράθυρα που θα μπουν πάνω από το τζάκι, όλα έκαναν την καλύβα να μοιάζει όλο και περισσότερο με σπίτι. Και γύρω της, οι καλαμιές και τα μπαμπού παρέμεναν φρουροί, κρύβοντας τη δουλειά τους από τα αδιάκριτα βλέμματα.

   Τα απογεύματα, ο Γιούν-Τσεν καθόταν δίπλα στο τζάκι με το σκυλί να κοιμάται στα πόδια του. Ο Χουάνγκ Τζιν στέκονταν όρθιος, κοιτάζοντας τις σκιές που έπαιζαν πάνω στους κορμούς της νέας καλύβας. «Η δουλειά είναι σωστή,» είπε. «Υπομονή, Γιούν-Τσεν. Ο χρόνος είναι σύμμαχος.»

    Οι μέρες κυλούσαν ήρεμα, αλλά σταθερά. Ο Γιούν-Τσεν και ο Χουάνγκ Τζιν είχαν τοποθετήσει πλέον όλους τους κορμούς για τα τοιχώματα και είχαν ξεκινήσει να στήνουν τη σκεπή. Το μαύρο άλογο βοήθαγε μεταφέροντας μικρότερα ξύλα, ενώ το σκυλί έτρεχε ανάμεσα στις δοκούς, γαβγίζοντας παιχνιδιάρικα κάθε φορά που ένα ξύλο έπεφτε κοντά του.

    «Πρέπει να ελέγξουμε κάθε αρμό ξανά πριν κλείσουμε τη σκεπή,» είπε ο Χουάνγκ Τζιν. «Μην ξεχνάς πως ο άνεμος και η βροχή θα την χτυπούν από τώρα και για χρόνια. Κάθε ένωση πρέπει να είναι ασφαλής.»

    Ο Γιούν-Τσεν κοίταξε τις δοκούς που είχαν ήδη στερεωθεί και παρατήρησε με προσοχή τις σχισμές. Ο Χουάνγκ Τζιν συνέχισε: «Θα προσθέσουμε ενισχύσεις εδώ και εκεί — μικρές εγκάρσιες δοκούς, επιπλέον σχοινιά και σφήνες. Κάθε σημείο που μπορεί να κουνηθεί πρέπει να στερεωθεί. Το γείσο θα προστατεύει από τη βροχή, αλλά δεν αρκεί μόνο αυτό.»

    Με υπομονή, οι δύο άντρες άρχισαν να δένουν επιπλέον δοκούς κατά μήκος των κεντρικών δοκαριών της σκεπής και στις γωνίες. Ο Χουάνγκ Τζιν τσέκαρε κάθε σύνδεση, έβαζε μικρές ξύλινες σφήνες και, όπου χρειαζόταν, χρησιμοποιούσε σιδερένιες αγκράφες για να ενισχύσει τη σταθερότητα χωρίς να χαλάσει την παραδοσιακή ξυλοδεσία.

    «Η σκεπή πρέπει να είναι δυνατή, αλλά και λίγο ελαστική,» εξήγησε. «Όταν φυσά δυνατός άνεμος, θα πρέπει να στέκεται χωρίς να σπάει. Για αυτό βάζουμε αυτές τις ενισχύσεις. Το ξύλο αναπνέει, αλλά πρέπει να το καθοδηγήσουμε σωστά.»

   Καθώς προχωρούσαν, οι μικρές λεπτομέρειες άρχισαν να δίνουν μορφή σε κάτι περισσότερο από μια καλύβα: τα παράθυρα με το χαρτί να καλύπτει το ένα, το τζάκι με τις πέτρες του να στέκεται σταθερό, η διπλή πόρτα που θα έδινε ασφάλεια και ευκολία. Κάθε στοιχείο ήταν πλέον στη θέση του, αλλά με τον τελευταίο έλεγχο και τις ενισχύσεις, ο Χουάνγκ Τζιν σιγουρευόταν ότι το κτίσμα θα άντεχε το χρόνο.

   Όταν ο ήλιος έπεφτε, τα χέρια τους γεμάτα ξύλα και πριονίδι, ο Γιούν-Τσεν κοίταξε γύρω. Η καλύβα, μικρή αλλά γερή, υψωνόταν μέσα στις καλαμιές και τα μπαμπού. Τώρα ήταν σίγουρος πως δεν ήταν απλώς ξύλα και πέτρες· ήταν ένα σπίτι που θα τον προστάτευε, θα τον ζεσταίνει και θα του έδινε χώρο να ζήσει και να δουλέψει.

    Ο Χουάνγκ Τζιν χαμογέλασε. «Τώρα,» είπε με σταθερή φωνή, «όταν θα φυσά δυνατός άνεμος ή θα πέφτει δυνατή βροχή, θα ξέρεις πως η δουλειά μας κρατάει. Η καλύβα είναι έτοιμη να σε δεχθεί.»

Το σκυλί ξάπλωσε μπροστά στην είσοδο, και το μαύρο άλογο βόλταρε ήρεμα γύρω από το νέο σπίτι. Η δουλειά είχε τελειώσει, αλλά η ζωή στη νέα καλύβα μόλις ξεκινούσε.

   Ο Γιούν-Τσεν κοίταζε το σκυλί που στεκόταν μπροστά στην καλύβα, τα μάτια του να παρατηρούν τα πάντα γύρω, σαν φύλακας. Το ζώο ήταν πάντα μαζί του, πιστό και αθόρυβο, και ο Γιούν-Τσεν ήξερε πως και εκείνο χρειάζονταν τη δική του γωνιά.

    Έφτιαξε ένα μικρό σκυλόσπιτο δίπλα στην καλύβα, απλό, μικρό, αρκετό για να προστατεύει τον φίλο του από τη βροχή και το κρύο. Το σκυλί πλησίασε, μύρισε, και με ένα ήρεμο γάβγισμα σα να του έλεγε «ευχαριστώ». Ο Γιούν-Τσεν γέλασε και σκύβοντας το χάιδεψε, νιώθοντας τη ζεστασιά της σχέσης τους — άνθρωπος και ζώο, συντροφιά και προστασία, ένας δεσμός που υπερέβαινε τα λόγια.

    Το σκυλόσπιτο στάθηκε εκεί, ταπεινό αλλά σημαντικό, και το σκυλί ξάπλωσε δίπλα του, ενώ ο Γιούν-Τσεν στάθηκε στην είσοδο της καλύβας, κοιτάζοντας το μαύρο άλογο να τριγυρνά ήρεμο. Η σιωπή ανάμεσά τους ήταν γεμάτη εμπιστοσύνη και αφοσίωση — η νέα τους ζωή είχε αρχίσει, μαζί. Ο Γιούν-Τσεν ένιωσε ότι ο τόπος αυτός δεν ήταν πια μόνο καταφύγιο για τον ίδιο, αλλά και για τον πιστό σύντροφό του.

   Όταν ο σκύλος μπήκε στο μικρό του σπιτάκι, ο Γιούν-Τσεν στάθηκε να τον κοιτάζει για λίγο. Τόσες ημέρες, πάνω από τρία γεμάτα φεγγάρια, είχαν ζήσει μαζί, σιωπηλά αλλά πειθαρχημένα μέσα στη δουλειά. Τα πρωινά, όταν ο Γιούν-Τσεν ξεκινούσε τη μέρα του, ο σκύλος τον περίμενε πιστά, και αργά τα απογεύματα, όταν εκείνος ετοιμαζόταν να φύγει, το ζώο έμενε ήρεμος φρουρός. Ο Γιούν-Τσεν φώναξε δυνατά «Λινγκ!» Το σκυλί έβγαλε τη μουσούδα του από το σπιτάκι, τα μάτια του να λάμπουν, και κούνησε την ουρά του. Ο Γιούν-Τσεν χάϊδεψε τον Λινγκ και γλυκά του είπε: «Σήμερα θα κοιμηθείς στο σπίτι σου.»

 

 

 

 

όταν μια γυναίκα δεν μαθαίνει

    Είχαν περάσει δύο εβδομάδες από τότε που ο Γιούν-Τσεν είχε χτίσει την καλύβα του. Το απόγευμα είχε αρχίσει να πέφτει και το φως του ήλιου γλίστραγε μέσα από τις καλαμιές, δημιουργώντας χρυσά μοτίβα πάνω στο χώμα. Ξαφνικά, μια σκιά εμφανίστηκε στην είσοδο της καλύβας. Ήταν η Τανγκ-Σου, με το γαϊδουράκι της σταθερό δίπλα της.

   «Είχες υποσχεθεί ότι θα μας καλούσες να δούμε το νέο σου σπιτικό,» είπε χαμογελαστά, τα μάτια της να λάμπουν σαν παιχνίδι.

   Ο Γιούν-Τσεν σήκωσε το κεφάλι από τα καλάμια που συναρμολογούσε. «Περίμενα και τους δυο σας,» απάντησε ήρεμα. «Δεν είμαστε πια οι δυο μας. Ο καθένας είναι μόνος του.»

   Ο Γιούν-Τσεν την κοίταξε για μια στιγμή, απορημένος. «Γιατί;» ρώτησε απαλά.

    «Ίσως δεν έχω μάθει να ριζώνω,» είπε εκείνη, με μια γλυκιά αποδοχή στην φωνή της.

   Ο Γιούν-Τσεν σιώπησε για λίγο, παρατηρώντας τη σκιά της να κινείται κοντά στο φως που έμπαινε από το παράθυρο. «Αν με αφήσεις σήμερα, θα κοιμηθώ εδώ,» είπε η Τανγκ-Σου, το βλέμμα της να τον προκαλεί χωρίς να χρειάζεται λόγια.

    «Όπως θέλεις, Τανγκ-Σου,» απάντησε ο Γιούν-Τσεν, και για πρώτη φορά ένιωσε την ένταση ανάμεσά τους να γεμίζει τον μικρό χώρο της καλύβας. Εκείνη πλησίασε, χαϊδεύοντας με άνεση την επιφάνεια των ξύλων που μόλις είχε δέσει, αφήνοντας τα δάχτυλά της να σκιρτήσουν γύρω από τα καλάμια που ο ίδιος είχε τοποθετήσει. Κάθε κίνηση της ήταν παιχνιδιάρικη, προκλητική, και εκείνος δεν μπόρεσε παρά να την παρατηρεί, νιώθοντας τη ζέστη να ανεβαίνει στο δωμάτιο καθώς ο ήλιος έδυε πίσω από τα μπαμπού.

    «Θυμάσαι εκείνη τη νύχτα στο δάσος με τις κερασιές;» ψιθύρισε η Τανγκ-Σου, τα μάτια της να κλέβουν το φως από τις τελευταίες ηλιαχτίδες που έμπαιναν μέσα από τα παράθυρα. «Με σκεφτόσουν καθόλου αυτό τον καιρό;» συνέχισε, πλησιάζοντας σιγά προς το μέρος του.

   Ο Γιούν-Τσεν σήκωσε τα μάτια του, σταθερά και ήρεμα. «Τανγκ-Σου… είσαι γυναίκα φίλου μου.»

   «Τώρα όμως δεν είμαι κανενός. Τώρα ανήκω σε αυτόν που θα με θέλει,» είπε εκείνη, αφήνοντας τα χέρια της πάνω στο πονεμένο του πόδι, χαϊδεύοντάς το με απαλές κινήσεις, σαν να προσπαθούσε να του δώσει ανακούφιση και ταυτόχρονα να στείλει μήνυμα.

   «Ξέρω ότι είσαι μόνος. Η αρχόντισσα στο Τσιουτζιά έχει άλλο προστάτη τώρα, έναν αξιωματικό. Και οι δύο μόνοι μας είμαστε,» συνέχισε, και γέρνοντας, τον φίλησε απαλά.

    Ο Γιούν-Τσεν δίστασε για λίγο, τα δάχτυλά του αιωρούνταν κοντά της. Η Τανγκ-Σου όμως τον προσέγγισε ακόμη πιο κοντά, σιγά αλλά σταθερά, μέχρι που η ζέστη της έφτασε στο πρόσωπό του.  

   «Κάνε με να ξεχάσω. Η φωτιά μου καίει,» ψιθύρισε, και ο τόνος της ήταν τόσο έντονος που τον έκανε να λυγίσει, χωρίς να χρειάζεται άλλες λέξεις. «Σβήσε όλες τις σκέψεις σου μέσα μου.»

    Μπορεί κάθε άγγιγμα να μην ήταν ένας σιωπηλός όρκος, μπορεί κάθε ψίθυρος να μην ήταν μια υπόσχεση, αλλά τα σώματα είχαν βρει τον παλμό τους, κινούνταν με έναν ρυθμό, με μια ζέστη και μια εγγύτητα που γέμιζε τον χώρο, αφήνοντας τα βλέμματα και τα δάχτυλα να λένε όσα οι λέξεις δεν μπορούσαν.

   Όταν η πρώτη τους ένωση καταλάγιασε, η Τανγκ-Σου αποτραβήχθηκε ελαφρά. Τον κοίταξε με ένα αμυδρό παιχνιδιάρικο χαμόγελο και του ψιθύρισε: «Αν θες να με κρατήσεις εδώ, θα είμαι δική σου, σαν αιχμάλωτη που δεν ζητά να φύγει.»

   Ο Γιούν-Τσεν χαμογέλασε απαλά. «Μπορείς να μείνεις όσο θες, Τανγκ-Σου. Αλλά μόνη σου, χωρίς εμένα.»

   «Το πρωί θα φύγω,» είπε εκείνη, η φωνή της να κρύβει και πίκρα και υπόσχεση. «Μέχρι να έρθει όμως… είμαι δική σου.» Έγειρε πάνω του και τον αγκάλιασε ξανά, σφίγγοντας τα χέρια της γύρω του σαν να ήθελε να κρατήσει τον χρόνο σταματημένο. Η νύχτα ήταν ήρεμη, και το αχνό φως του φεγγαριού που έμπαινε από τα θολά  παράθυρα γλίστραγε πάνω στα σώματά τους. Ήταν αρκετά νωρίς για να ξημερώσει, αλλά για εκείνους οι ώρες είχαν σταματήσει. Κάποιες νύχτες φαίνονται μεγαλύτερες από άλλες — και αυτή η νύχτα, μέσα στην ησυχία της καλύβας, φαινόταν να διαρκεί πολύ περισσότερο, βασανιστικά σαν να μην ήθελε με τίποτα να τελειώσει.

   Το πρωί ξημέρωνε αργά, και οι πρώτες ακτίνες του ήλιου έπεφταν απαλά πάνω στην καλύβα, φωτίζοντας τα καλάμια και τα μπαμπού που κουνιόντουσαν στον άνεμο. Η Τανγκ-Σου σηκώθηκε με προσοχή, νιώθοντας τη ζεστασιά του Γιούν-Τσεν δίπλα της να την ακολουθεί ακόμα.    «Για σένα ήρθα και μόνο. Έστω και την τελευταία νύχτα σε συνάντησα» ψιθύρισε στο αυτί του Γιούν-Τσεν.

   Η Τανγκ-Σου ετοίμασε το γαϊδουράκι της, το βλέμμα της να τρέχει στη μικρή καλύβα. «Αυτή τη φορά έμεινα πολύ περισσότερο στο Λο Τζιανγκ. Περισσότερο από όσο είχα υπολογίσει,» είπε, η φωνή της γεμάτη ένα μίγμα νοσταλγίας και αποφασιστικότητας.

    Ο Γιούν-Τσεν έγειρε προς αυτήν, σχεδόν ψιθυριστά: «Και έχεις να πας κάπου, Τανγκ-Σου;»

    «Πάντα υπάρχουν τόποι,» απάντησε εκείνη, με ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη, αλλά τα μάτια της να λάμπουν από κάτι πιο βαθύ.

   Η Τανγκ-Σου απομακρύνθηκε προς το γαϊδουράκι της. Ο Γιούν-Τσεν την παρακολουθούσε καθώς χάνονταν ανάμεσα στις καλαμιές, η σιλουέτα της να σβήνει στα πρώτα φώτα της ημέρας. Η καλύβα έμεινε ήρεμη, αλλά η παρουσία της, ακόμα και για τόσο λίγο, είχε αφήσει ένα αόρατο αποτύπωμα, σαν να είχε γεμίσει τον χώρο με έναν παλμό που θα κρατούσε για μέρες. 



η λυδία λίθος

   Στο Λο Τζιανγκ, εκεί όπου τα χωράφια απλώνονταν βαριά από υγρασία και σιωπή, την είχαν ήδη τάξει. Όχι με λόγια πολλά, ένα νεύμα, δυο συμφωνίες ανάμεσα σε άντρες, κι έπειτα η απόφαση έπεσε πάνω της σαν εντολή για την υπόλοιπη ζωή της. Ένας ευκατάστατος από άλλο χωριό· «καλή τύχη», είπαν. Εκείνη δεν απάντησε. Τη λέγανε Τάο-Χουά. Κόρη φτωχή, μαθημένη στη δουλειά και στην υπομονή, μα όχι στο να σκύβει το κεφάλι χωρίς να σκέφτεται. Κάτι μέσα της αντιστεκόταν, όχι με φωνές, αλλά με έναν τρόπο ήσυχο, πεισματάρη. Τις τελευταίες μέρες άρχισε να λείπει πιο συχνά από το σπίτι. Με μια στάμνα στο χέρι, ή χωρίς τίποτα, έπαιρνε τον στενό δρόμο προς τα κτήματα. Εκεί ήταν η καλύβα.

    Ο Γιούν-Τσεν δούλευε σκυφτός, όπως πάντα. Το πόδι του τον βάραινε, μα είχε μάθει να το αγνοεί. Δεν την άκουσε να πλησιάζει· μόνο όταν η σκιά της έπεσε πάνω του σήκωσε το κεφάλι.

   «Εδώ κρύβεσαι;» του είπε. Χαμογελούσε παιχνιδιάρικα, σαν να τον ήξερε καιρό.

   Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. Την κοίταξε μόνο, προσπαθώντας να καταλάβει γιατί ερχόταν.

«Δεν κρύβομαι», είπε τελικά.

   «Τότε περιμένεις», αποκρίθηκε εκείνη και πλησίασε λίγο ακόμη. «Κάποιον που δεν έρχεται.»

Τα λόγια της τον βρήκαν απροετοίμαστο. Έστρεψε αλλού το βλέμμα.

   Η Τάο-Χουά κάθισε στο χαμηλό χώμα, χωρίς να ρωτήσει. Άφησε τη στάμνα δίπλα της και τέντωσε τα πόδια, σαν να ήταν δικός της ο τόπος. Τον παρατηρούσε ανοιχτά, το πρόσωπό του, τα χέρια του, το ελαφρύ του χωλό βήμα όταν μετακινήθηκε.

   «Πονάει;» τον ρώτησε.

   «Όχι όπως παλιά.»

   Η Τάο-Χουά έγειρε λίγο το κεφάλι, σαν να ζύγιζε την απάντησή του. Τα μάτια της είχαν εκείνη την ήρεμη επιμονή που δεν ζητά άδεια για να μείνει. «Σε έβλεπα», είπε έπειτα χαμηλόφωνα, σχεδόν σαν να συνέχιζε μια σκέψη που είχε αρχίσει πριν από καιρό. «Που κουβαλούσες τους κορμούς με το άλογό σου και μετά χανόσουν μέσα στις καλαμιές. Από το σπίτι μας αχνοφαίνεται η σκεπή όταν φυσά αέρας και τις λυγίζει. Μόνο τότε φαίνεται πως υπάρχεις.»

    Ένα μικρό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της. «Αποφάσισα να ψάξω να δω τι φτιάχνεις. Δεν με θυμάσαι;»

   Ο Γιούν-Τσεν συνοφρυώθηκε ελαφρά. Την κοίταξε πιο προσεκτικά αυτή τη φορά, σαν να έψαχνε κάτι που του διέφευγε. Μα δεν απάντησε.

   «Κι όμως», συνέχισε εκείνη, χωρίς να δείχνει ενοχλημένη από τη σιωπή του. «Πέρναγες τακτικά από τα χωράφια μας όταν κυνηγούσες. Τα διέσχιζες και συνέχιζες για τα υψώματα. Θυμάμαι…» σταμάτησε για λίγο, και το βλέμμα της μαλάκωσε, «εκείνο το μεγάλο γέρικο πλατάνι, στη ρίζα του αναχώματος, όπου το νερό λιμνάζει την άνοιξη. Στεκόμουν εκεί συχνά. Άλλοτε για να δροσιστώ, άλλοτε… χωρίς λόγο.»

   Τον κοίταξε ξανά, αυτή τη φορά πιο ευθεία. «Σε έβλεπα να περνάς. Δεν κοίταζες ποτέ δεξιά ή αριστερά. Σαν να ήξερες ακριβώς πού πηγαίνεις και τίποτα γύρω να μην είχε σημασία.» Έσφιξε λίγο τα δάχτυλά της στο χώμα. «Και άλλες φορές, κάλπαζες χαράματα…» ένα ίχνος θαυμασμού φάνηκε στη φωνή της, «πάνω στο λευκό σου άλογο. Έμοιαζες αλλιώτικος τότε. Σαν να μην σε κρατούσε τίποτα κάτω.»

   Το βλέμμα της γλίστρησε για μια στιγμή προς τα καλάμια, σαν να έβλεπε μια παλιά εικόνα να ξετυλίγεται μπροστά της. «Τώρα το βλέπω μαύρο», πρόσθεσε πιο ήσυχα. «Ίσως δεν είναι το ίδιο. Ή ίσως… άλλαξες εσύ.»

   Σηκώθηκε αργά, τινάζοντας λίγο το χώμα από τα ρούχα της, μα δεν απομακρύνθηκε. «Δεν σε γνώριζα», είπε τελικά, «μα σε ήξερα.» Έκανε μια μικρή παύση, σαν να δοκίμαζε τα ίδια της τα λόγια. «Και ήθελα να δω αν είσαι όπως σε φανταζόμουν.»

   Ο Γιούν-Τσεν την κοιτούσε τώρα διαφορετικά. Όχι πια σαν ξένη που εμφανίστηκε απρόσκλητη, αλλά σαν κάτι που υπήρχε ήδη στη ζωή του χωρίς να το έχει προσέξει. Κι αυτό, για πρώτη φορά, τον έκανε να μην ξέρει τι να πει. Ο Γιούν-Τσεν έμεινε σιωπηλός για λίγο ακόμη, μα αυτή τη φορά δεν απέφευγε το βλέμμα της. Κάτι είχε αρχίσει να κινείται μέσα του, μια αχνή ενόχληση, σαν μνήμη που χτυπά χωρίς να ανοίγει. «Το πλατάνι…» επανέλαβε χαμηλά. «Στο ανάχωμα…» Τα φρύδια του ενώθηκαν. Έκανε ένα βήμα πιο κοντά της, παρατηρώντας τώρα όχι μόνο το πρόσωπό της, αλλά τον τρόπο που στεκόταν, το ελαφρύ γύρισμα του κεφαλιού της όταν περίμενε απάντηση.

   «Ήσουν εκεί… όχι μόνη.» Η φωνή του έγινε πιο αργή. «Ήταν άνοιξη. Είχαν απλώσει τραπέζια στα χωράφια. Κρασί, ρύζι… και οι οικογένειες μαζεμένες.» Σταμάτησε για μια στιγμή, κι έπειτα η ανάμνηση φάνηκε να καθαρίζει. «Η γιορτή πριν τη σπορά», είπε. «Όταν οι γέροντες κοιτάζουν και αποφασίζουν, κι οι νέοι… προσποιούνται πως διαλέγουν μόνοι τους.»

    Η Τάο-Χουά έγνεψε ελαφρά. «Και οι κοπέλες στέκονται μπροστά», συμπλήρωσε, «με τα καλά τους. Να τις δουν, να τις μετρήσουν.» Ένα ίχνος ειρωνείας πέρασε από τη φωνή της, μα έσβησε γρήγορα.

    Ο Γιούν-Τσεν την κοίταξε πιο έντονα τώρα. «Εσύ… δεν ήσουν με τις πρώτες.»

   Μια μικρή σιωπή.

   «Ήμουν στο πλάι», είπε εκείνη. «Με τις μεγαλύτερες… αλλά όχι αρκετά μεγάλη για να με προσέχουν.»

   Τα μάτια του στένεψαν ελαφρά, καθώς η εικόνα έπαιρνε μορφή. «Κρατούσες κάτι.»

   Η Τάο-Χουά χαμογέλασε, αυτή τη φορά πιο ζεστά. «Άνθη δαμασκηνιάς.» και τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια.

   Ο Γιούν-Τσεν πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να προσπαθούσε να γεφυρώσει εκείνη τη μακρινή στιγμή με το τώρα. «Πέρασα μπροστά σας», είπε. «Δεν στάθηκα. Δεν ήθελα να μπλέξω με όλα αυτά.» Ένα ίχνος σκληρότητας φάνηκε στη φωνή του, σαν παλιά άρνηση.

   Η Τάο-Χουά έγειρε ελαφρά προς το μέρος του. «Το θυμάσαι, λοιπόν.» Η φράση έμεινε ανάμεσά τους, απλή και βαριά μαζί. Η Τάο-Χουά χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα, σαν να διάλεγε αν θα πει το επόμενο. «Σου είχα δώσει κάτι τότε», είπε τελικά.

    Ο Γιούν-Τσεν συνοφρυώθηκε ελαφρά. «Δεν θυμάμαι.»

   «Δεν το πήρες από τα χέρια μου», συνέχισε εκείνη ήσυχα. «Δεν θα τολμούσα. Το άφησα στο σαμάρι σου, όταν στάθηκες για νερό. Ένα μικρό δέσιμο… με άνθη δαμασκηνιάς και μια κόκκινη κλωστή.»

   Ο Γιούν-Τσεν έμεινε ακίνητος. Κάτι πέρασε από το βλέμμα του, αυτή τη φορά πιο καθαρό. «Το βρήκα αργότερα», είπε αργά. «Δεμένο πρόχειρα, να μην πέσει. Νόμιζα πως το είχε αφήσει κάποιο παιδί.»

    «Το κράτησα», είπε τελικά, σχεδόν απρόθυμα. «Για καιρό.»

   Μια ανεπαίσθητη αλλαγή πέρασε από το πρόσωπό της. «Και μετά;»

   Εκείνος δίστασε. «Το έχασα», είπε.

   Η Τάο-Χουά έγνεψε αργά, χωρίς έκπληξη. «Ή δεν ήξερες γιατί το κρατούσες», είπε.

   Ο Γιούν-Τσεν δεν απάντησε. Μα αυτή τη φορά, δεν γύρισε αλλού το βλέμμα.

   Για λίγο έμειναν σιωπηλοί. Ο αέρας περνούσε μέσα από τις καλαμιές γύρω από την καλύβα, κι έμοιαζε σαν να τους άκουγε.

   «Θα με δώσουν», είπε ξαφνικά εκείνη.

   Ο Γιούν-Τσεν γύρισε και την κοίταξε.

   «Σε άνθρωπο με χωράφια και βόδια. Δεν τον έχω δει ποτέ.» Σήκωσε τους ώμους, μα το βλέμμα της δεν ήταν αδιάφορο. «Καλή τύχη, λένε.»

   «Ίσως να είναι», απάντησε εκείνος, χωρίς βεβαιότητα.

   Η Τάο-Χουά γέλασε χαμηλά. «Δεν θέλω τύχη. Θέλω να διαλέξω.»

   Σηκώθηκε και τον πλησίασε. Στάθηκε πολύ κοντά του, πιο κοντά απ’ όσο θα επέτρεπε το χωριό. Εκείνος ένιωσε την παρουσία της σαν ζέστη. «Εσύ τουλάχιστον διάλεξες να είσαι μόνος», του είπε.

   Τα μάτια της τον κράτησαν. Για μια στιγμή, η καλύβα, τα χωράφια, όλα έμοιαζαν να απομακρύνονται. «Εγώ δεν φοβάμαι», συνέχισε εκείνη πιο ήσυχα. «Αν θέλω κάτι, το παίρνω.»

   Έκανε ένα ακόμη βήμα. Ήταν τώρα τόσο κοντά που μπορούσε να δει την αμφιβολία στο πρόσωπό του. Ο Γιούν-Τσεν δεν κινήθηκε. Κάτι μέσα του τραβούσε προς τα εμπρός, κάτι άλλο τον κρατούσε ακίνητο. Η Τάο-Χουά τον κοίταξε για λίγο ακόμη. Ύστερα το χαμόγελό της άλλαξε, έγινε πιο ήρεμο, σχεδόν θλιμμένο.

    «Δεν θέλεις εμένα», είπε τελικά. «Θέλεις εκείνη που δεν μπορείς να έχεις.»

    Τα λόγια της έπεσαν βαριά ανάμεσά τους. Εκείνος δεν απάντησε. Η Τάο-Χουά γύρισε, πήρε τη στάμνα της και άρχισε να απομακρύνεται. Πριν χαθεί ανάμεσα στις καλαμιές, στάθηκε για μια στιγμή χωρίς να τον κοιτάξει.

   «Αν αλλάξεις γνώμη…», είπε, «θα είμαι εδώ… Όχι για πολύ ακόμη.»  Κι έφυγε.

   Ο Γιούν-Τσεν έμεινε μόνος μπροστά στην καλύβα. Ο αέρας συνέχισε να περνά μέσα από τα μπαμπού, όπως πριν. Μα η σιωπή τώρα είχε βάρος.

   Τις επόμενες μέρες ο αέρας άλλαξε. Έφερνε μαζί του μια ανησυχία που δεν είχε όνομα, μα φώλιαζε μέσα στον Γιούν-Τσεν όσο δούλευε, όσο περπατούσε, όσο στεκόταν άσκοπα έξω από την καλύβα. Σαν να περίμενε κάτι που δεν ήθελε να ορίσει.

   Η Τάο-Χουά εμφανίστηκε πάλι ένα απόγευμα, χωρίς προειδοποίηση. Δεν χαμογελούσε όπως πριν. Στάθηκε μπροστά του, με τα χέρια άδεια αυτή τη φορά, και τον κοίταξε κατευθείαν. Ο Γιούν-Τσεν άφησε κάτω το εργαλείο του.

   «Οι δικοί μου έφυγαν στο διπλανό χωριό. Ο θείος μου αρρώστησε — βαριά, λένε. Πήγαν όλοι. Θα μείνουν εκεί ώσπου να περάσει… ή να τελειώσει. Εμένα με άφησαν με τα μικρότερα αδέλφια μου. »

    Έκανε μια μικρή παύση. «Αυτές τις μέρες είμαι μόνη μου.» Τα λόγια της δεν είχαν παράπονο. Ο αέρας πέρασε μέσα από τα μπαμπού και ανακάτεψε τα μαλλιά της. Εκείνη δεν κουνήθηκε. «Δεν έχω πολύ χρόνο», συνέχισε πιο ήσυχα. «Και δεν θέλω να φύγω… χωρίς να έχω ζήσει κάτι που να είναι δικό μου.»

   Ο Γιούν-Τσεν ένιωσε το γνώριμο σφίξιμο., εκείνο που τον τραβούσε προς δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα.

   «Τάο-Χουά…» πήγε να πει.

   Εκείνη όμως δεν τον άφησε. Έκανε ένα βήμα προς την καλύβα, έπειτα άλλο ένα. Στάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας και γύρισε προς το μέρος του. Δεν υπήρχε πια παιχνίδι στο βλέμμα της. Μόνο απόφαση.

   «Έλα», του είπε απλά. Και μπήκε μέσα.

   Ο Γιούν-Τσεν έμεινε για μια στιγμή ακίνητος. Πλησίασε αργά. Η πόρτα της καλύβας ήταν μισάνοιχτη. Από μέσα ερχόταν μια σιωπή διαφορετική, πιο πυκνή. Μπήκε.

    Η Τάο-Χουά στεκόταν στο ημίφως. Είχε αφήσει τα ρούχα της να πέσουν, ένα-ένα, χωρίς βιασύνη, σαν να ακολουθούσε μια απόφαση που είχε πάρει από καιρό. Δεν υπήρχε ντροπή στην κίνησή της· μόνο μια παράξενη ηρεμία. Πλησίασε το πρόχειρο κρεβάτι και ξάπλωσε, γυρίζοντας το πρόσωπό της προς εκείνον. Τον περίμενε.

   Ο Γιούν-Τσεν στάθηκε για λίγο στο κατώφλι. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε, στο σώμα της, στο φως που έπεφτε λοξά από το παράθυρο, στα χέρια του τα ίδια, που έμεναν άτολμα. Ύστερα, χωρίς λέξη, γύρισε και έκλεισε την πόρτα. Ο ήχος του ξύλου που ακούμπησε στη θέση του ήταν χαμηλός, μα οριστικός. Για μια στιγμή δεν ακούστηκε τίποτα. Ύστερα το πάτωμα έτριξε ελαφρά κάτω από τα βήματά του.

   Ο αέρας έξω συνέχισε να περνά μέσα από τις καλαμιές, μα τώρα έμοιαζε πιο μακρινός. Ένα πουλί φώναξε από κάπου, κι έπειτα σώπασε. Μέσα στην καλύβα, οι ανάσες άλλαξαν ρυθμό. Και ο χρόνος, σαν να δίστασε για λίγο, πριν προχωρήσει.

     «Θα έρθω και αύριο», του είπε. «Να με περιμένεις νωρίτερα. Το βράδυ πρέπει να μείνω σπίτι μου. Μπορεί κάποιος να σχολιάσει.»

    Έσκυψε ελαφρά προς το μέρος του, σαν να ήθελε να σιγουρευτεί ότι άκουσε. Ύστερα έφυγε.

   Ο Γιούν-Τσεν κάθισε ακίνητος μέσα στην καλύβα. Το σώμα της Τάο-Χουά ήταν νεανικό, ζωντανό, αλλά ακόμη υπό διαμόρφωση. Κάθε της κίνηση τον γοήτευε, αλλά μέσα του άρχισε να σκέφτεται τις μεγαλύτερες γυναίκες που είχε γνωρίσει. Η εύστηθη Τανγκ-Σου με το γεμάτο σώμα της και τις έντονες δονήσεις της, η Λιάν-Χουά με τη συμμετρία της, η Λαν-Ρονγκ με την ηρεμία και την ισορροπία της, ήταν βαθιά χαραγμένες στη μνήμη του, ακόμη και η νεότερη από όλες τους, η Λιού-Γιέν, με τη λεπτή μέση και τις σμιλεμένες αναλογίες, είχε αφήσει πάνω του με το άρωμά της μια ανάμνηση που ακόμη δεν είχε σβήσει. Τα σωματά τους, ώριμο και ολοκληρωμένο, του έδινε μια αίσθηση σταθερότητας που δεν ένιωθε αλλού.

   Ακόμη και οι μικρές ρυτίδες που διαγραφόντουσαν στα πρόσωπα της Τανγκ-Σου, της Λιάν-Χουά και της Λαν-Ρονγκ είχαν τη δική τους γοητεία. Δεν ήταν σημάδια αδυναμίας, αλλά σημάδια ζωής και εμπειρίας, που πρόσθεταν βάθος στην ομορφιά τους. Κάθε σώμα, με τις μικρές ατέλειες είχε επίσης τη δική του αισθητική γοητεία μια πληρότητα που δεν απαιτούσε τελειότητα, αλλά ζωντάνια, ιστορία και ισορροπία. Αυτές οι λεπτομέρειες έκαναν τα σώματά τους πιο αληθινά και πιο δελεαστικά στα μάτια του Γιούν-Τσεν.

    Το μυαλό του έγερνε προς τις ώριμες γυναίκες. Όχι γιατί απέρριπτε τη νεαρή Τάο-Χουά· αλλά γιατί ήξερε ότι οι μεγαλύτερες δεν τον περιορίζαν σε ένα υποσχόμενο μέλλον. Του άφηναν όρια υποτιθέμενης ελευθερίας. Η Τάο-Χουά ήταν ζωντανή, αλλά η νεότητά της έφερε μαζί της αμφιβολίες, μια αίσθηση ότι κάθε στιγμή ήταν υπό διαμόρφωση, ότι η πληρότητα δεν είχε ακόμα έρθει. Αυτό δημιουργούσε ένταση και ταραχή στον Γιούν-Τσεν, που βρισκόταν ανάμεσα στην ένταση της στιγμής και στη συνειδητή γνώση της σταθερότητας που προσέφεραν οι γυναίκες που είχε γνωρίσει.

   Παρά την επιθυμία του για τη νεαρή κοπέλα, η μνήμη του ώριμου σώματος παρέμενε κάτι καθοριστικό. Εκείνη η αίσθηση της ολοκλήρωσης, αυτοπεποίθησης και ελευθερίας που κανένα υπό διαμόρφωση σώμα δεν μπορούσε να προσφέρει στο ίδιο επίπεδο.

   Το επόμενο πρωί, πριν ακόμη σηκωθεί καλά ο ήλιος, ο Γιούν-Τσεν καθόταν έξω από την καλύβα. Δεν δούλευε. Κρατούσε μόνο ένα κομμάτι ξύλο στα χέρια του, χωρίς να το επεξεργάζεται.

   Το μεσημέρι την άκουσε να έρχεται. Η Τάο-Χουά στάθηκε μπροστά του, πιο κοντά από κάθε άλλη φορά. Σαν να μην υπήρχε πια απόσταση που να έπρεπε να κρατηθεί.

    Με ένα αδιόρατο χαμόγελο, του είπε: «Σημάδεψέ με.» Η φράση της τον συγκλόνισε. Ήταν πρόκληση και εμπιστοσύνη μαζί, μια πρόσκληση που δεν ζητούσε μόνο επιθυμία, αλλά και τη βούληση να αφήσει ίχνη, σημάδια ανεξίτηλα, όπως έλεγε η ίδια.

   Η ένωση που ακολούθησε δεν ήταν απλώς σωματική· ήταν ένας χορός θύελλας και παράδοσης, ανακάτεμα υποταγής και κατάκτησης. Σαν μια πόλη που είχε ανοίξει τα τείχη της και τα στρατεύματα των εχθρών είχαν μπει, χωρίς αντίσταση αλλά με πάθος, η Τάο-Χουά είχε αφήσει τον Γιούν-Τσεν να εισέλθει σε κάθε γωνιά της.

   Καθώς τα σώματα δονούνταν μέσα στην καλύβα, μια καταρρακτώδης βροχή άρχισε να χτυπά την ξύλινη στέγη. Οι σταγόνες χτυπούσαν δυνατά, σαν να ήθελαν να σκεπάσουν κάθε ήχο τους. Οι αστραπές έσκιζαν τον ουρανό, φως που έπεφτε μέσα από τα παράθυρα και στιγμιαία αποκάλυπτε τις κινήσεις τους, την ένταση στα βλέμματα και τη σιγή ανάμεσα στους αναστεναγμούς. Η θύελλα έξω έμοιαζε να καθρεφτίζει την ένταση και την άγρια ζωντάνια της ένωσής τους, μια καταιγίδα μέσα και έξω από την καλύβα ταυτόχρονα.

   Όταν τελείωσε, έμειναν για λίγο σιωπηλοί, σαν την αίσθηση της σιωπής που ακολουθεί μετά από μια μεγάλη καταιγίδα. Ο Γιούν-Τσεν ένιωθε τα χέρια του να τρέμουν, όχι από φόβο, αλλά από την ένταση της στιγμής, από το βάρος της επιθυμίας που είχε αφήσει σημάδια πάνω του και μέσα του.

   Η Τάο-Χουά τον κοίταξε με αποφασιστικότητα που δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας. «Αύριο θα έρθουν οι δικοί μου,» είπε, η φωνή της σταθερή. «Η απόφαση είναι δική σου. Μπορείς να με ζητήσεις… ή αλλιώς θα πάρω το δρόμο για το Μενγκ-Λιάνγκ, όπου πρόκειται να με παντρέψουν.»

  Ο Γιούν-Τσεν δεν είπε τίποτα. Την άφησε να πάρει το δρόμο της. Την είδε να φεύγει, τα μακριά μαύρα μαλλιά της να κυματίζουν στον αέρα, η φιγούρα της να χάνεται στο μονοπάτι που οδηγούσε… προς το Μενγκ-Λιάνγκ. Δεν έκανε βήμα να την σταματήσει.

   Έμεινε εκεί, ακίνητος, σαν να είχε ριζώσει στο χώμα που ο ίδιος είχε σκάψει. Η σκέψη ήρθε αργά, μα καθαρή. Στα δεκαοκτώ του, εκείνη τη μέρα της γιορτής, δεν είχε σταθεί όπως οι περισσότεροι νέοι του χωριού του. Δεν ήθελε να διαλέξει. Δεν ήθελε να δεθεί. Έβλεπε τους άντρες γύρω του, σκυφτούς, με γυναίκες και παιδιά να εξαρτώνται από τα χέρια τους, και μέσα του υψωνόταν κάτι σιωπηλό, πεισματάρικο. Δεν ήθελε να γίνει σαν τον πατέρα του. Να μπει νωρίς στα βάσανα, να κουβαλά ευθύνες πριν προλάβει να σταθεί όρθιος μόνος του. Μια γυναίκα δεν ήταν μόνο συντροφιά, ήταν ζωή ολόκληρη δεμένη πάνω του. Στέγη, τροφή, ασφάλεια. Και εκείνος τότε δεν είχε τίποτα από αυτά να δώσει χωρίς να χάσει κάτι από τον εαυτό του. Ήθελε χρόνο. Χρόνια μπροστά του για να διαλέξει, όχι με τα μάτια των άλλων, αλλά με τα δικά του. Να μάθει πρώτα ποιος είναι, πριν αποφασίσει με ποια θα περάσει τη ζωή του.

   Στην ησυχία της καλύβας, ένιωσε κάτι κοντά σε συνειδητοποίηση. Η Τάο-Χουά δεν ήταν πια το κορίτσι στο πλάι με τα άνθη. Ήταν μια απόφαση. Κι όμως, εκεί που θα περίμενε κανείς βεβαιότητα, κάτι μέσα του έμενε ακίνητο, απρόθυμο να προχωρήσει. Γιατί βαθιά, σχεδόν παρά τη θέλησή του, είχε αρχίσει να καταλαβαίνει κάτι πιο δύσκολο. Εκείνη που πραγματικά ζητούσε η σκέψη του  ίσως δεν ήταν γυναίκα που μπορούσε να σταθεί δίπλα του στον κόσμο όπως αυτός ήταν.

   Η Τάο-Χουά είχε αφήσει πάνω του ένα ανεξίτηλο σημάδι, μα σαν τη λυδία λίθο τον είχε αναγκάσει να δει καθαρά. Εκείνη που πραγματικά ποθούσε ήταν μια γυναίκα που δεν μπορούσε να έχει. Και αυτή η γνώση τον βάραινε περισσότερο από οποιαδήποτε υπόσχεση.

    Για λίγο έμεινε ακίνητος, σαν να μην χωρούσε το σώμα του αυτό που είχε μόλις καταλάβει. Ο Λινγκ περιφερόταν πιο πέρα, ανήσυχος, μυρίζοντας το χώμα, κάνοντας μικρούς κύκλους σαν να ένιωθε τη μεταβολή στη σιωπή του αφέντη του.

     Ο Γιούν-Τσεν σήκωσε το κεφάλι. «Λινγκ», τον φώναξε χαμηλά. Ο σκύλος ήρθε αμέσως κοντά του, χωρίς δισταγμό, με εκείνη την άμεση, αδιαπραγμάτευτη αφοσίωση που δεν ζητά εξηγήσεις. Στάθηκε δίπλα του και σήκωσε το κεφάλι, περιμένοντας.

   Ο Γιούν-Τσεν γονάτισε αργά. Άπλωσε το χέρι και τον χάιδεψε στον λαιμό, εκεί που το τρίχωμα ήταν πιο πυκνό και ζεστό. Η κίνηση στην αρχή ήταν μηχανική, σχεδόν αφηρημένη — μα δεν σταμάτησε. Τα δάχτυλά του βυθίστηκαν λίγο πιο βαθιά στο τρίχωμα, κινήθηκαν πιο αργά. Ο Λινγκ ακούμπησε το βάρος του πάνω του, ήσυχος, σαν να δεχόταν κάτι που του ανήκε.

    Ο Γιούν-Τσεν έσκυψε ελαφρά το κεφάλι. Δεν ήταν μόνο συνήθεια. Δεν ήταν μόνο συντροφιά. Ήταν κάτι που δεν είχε πού αλλού να πάει. Η τρυφερότητα που δεν ειπώθηκε, που δεν δόθηκε, που έμεινε μετέωρη ανάμεσα σε εκείνον και μια μορφή που δεν μπορούσε να κρατήσει — τώρα έβρισκε διέξοδο εκεί, σε αυτό το ζεστό, σιωπηλό πλάσμα που δεν ζητούσε τίποτα πέρα από την παρουσία του.

    Το χέρι του σταμάτησε για μια στιγμή πάνω στον λαιμό του σκύλου. Έπειτα έμεινε εκεί. «Εσύ τουλάχιστον δεν ρωτάς», μουρμούρισε. Ο Λινγκ αναστέναξε χαμηλά και έκλεισε για λίγο τα μάτια. Και μέσα σε εκείνη τη μικρή, ταπεινή επαφή, ο Γιούν-Τσεν ένιωσε για πρώτη φορά πως δεν ήταν εντελώς μόνος — μα ούτε και λιγότερο δεμένος με όσα δεν μπορούσε να αλλάξει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΙΣΤ

 

οι δοκιμασίες των τυχαίων συναντήσεων

    Μετά από μια μέρα που είχε τραβήξει περισσότερο απ’ όσο άντεχαν τα χέρια του, ο Γιούν-Τσεν περπατούσε πίσω από τον πατέρα του στο στενό μονοπάτι που οδηγούσε στο σπίτι. Το χώμα είχε κολλήσει στα πόδια του , και κάθε βήμα το ένιωθε βαρύτερο από το προηγούμενο.

    Ο Μα Σιούν κρατούσε μόνος του το κατσίκι, περασμένο στους ώμους με ένα χοντρό σκοινί. Το σώμα κρεμόταν βαριά στην πλάτη του, ακόμα νωπό από τη δουλειά της ημέρας. Ο Γιούν-Τσεν κουβαλούσε ένα ξύλινο δοχείο και το δέρμα του ζώου. Το κρατούσε διπλωμένο προσεκτικά, με τρόπο που έδειχνε συνήθεια. Το δέρμα είχε αφαιρεθεί χωρίς σκισίματα· το επόμενο πρωί θα απλωνόταν στον ήλιο, να στεγνώσει όπως έπρεπε. Δεν ήταν κάτι που πετιόταν. Τίποτα δεν πετιόταν.

    Το μαχαίρι ήταν τυλιγμένο σε ύφασμα, χωμένο μέσα στο δοχείο. Λίγο νωρίτερα, στα χωράφια, ο Μα Σιούν το είχε τραβήξει με μια καθαρή, σίγουρη κίνηση, χωρίς δισταγμό, χωρίς δεύτερη σκέψη στο λαιμό του ζώου. Το κατσίκι είχε αντισταθεί μόνο για μια στιγμή· ύστερα όλα είχαν κοπεί απότομα, σαν να λύθηκε ένας δεσμός που δεν φαινόταν. Ο Γιούν-Τσεν δεν είχε κοιτάξει, μα είχε νιώσει τη στιγμή. Ήξερε αυτό το κόψιμο. Όχι στο χέρι, αλλά μέσα του. Αν υπήρχε μια μορφή που δεν θα άντεχε να σταθεί απέναντί της, με όσα είχαν υπάρξει ανάμεσα σ’ εκείνον και τη Λαν-Ρονγκ, ήταν η ίδια μορφή που κρατούσε το μαχαίρι. Και όπως το ζώο δεν είχε προλάβει να αντιδράσει δεύτερη φορά, έτσι κι εκείνο που υπήρχε ανάμεσά τους είχε τελειώσει — απότομα, οριστικά, χωρίς φωνή.

   Ακόμα κι έτσι, η κούραση είχε φωλιάσει στα πόδια του. Έσερνε ελαφρά το ένα, σχεδόν ανεπαίσθητα για κάποιον που δεν τον ήξερε. Ο πατέρας του είχε επιβραδύνει. Δεν γύρισε ποτέ να τον κοιτάξει. «Πρέπει να πλυθεί αμέσως,» είπε τελικά. «Πριν πέσει η νύχτα.»

    Ο ήλιος δεν είχε χαθεί ακόμα τελείως. Μια γραμμή φωτός έμενε χαμηλά στον ορίζοντα. Ο Γιούν-Τσεν συνήθως περίμενε στα χωράφια. Μέχρι να σβήσουν όλα, μέχρι να είναι βέβαιος. Σήμερα δεν είχε αυτή την πολυτέλεια.

    Όταν πέρασαν την αυλόπορτα, ο Μα Σιούν γονάτισε και άφησε το κατσίκι δίπλα στον τοίχο της αυλής με έναν βαρύ, πνιχτό ήχο. Ο Γιούν-Τσεν στάθηκε για μια στιγμή πριν προχωρήσει. Το δέρμα στα χέρια του έμοιαζε ξαφνικά πιο βαρύ απ’ όσο ήταν. Ο πατέρας του ίσιωσε την πλάτη του. «Νερό,» είπε. «Φέρε από το πίσω πηγάδι. Πολύ.»

    Η λέξη πίσω έπεσε μέσα του πιο βαριά κι από οτιδήποτε κουβαλούσε. Ο Γιούν-Τσεν δεν κουνήθηκε αμέσως. Τότε ο πατέρας του τον κοίταξε, όχι επίμονα, αλλά αρκετά. «Τώρα.»

    Ο Γιούν-Τσεν πήρε το άδειο δοχείο. Τα δάχτυλά του έκλεισαν γύρω του πιο σφιχτά απ’ όσο χρειαζόταν. Η αυλή ήταν σχεδόν σκοτεινή, βυθισμένη στο γαλάζιο της δύσης. Δεν ήταν ακόμα νύχτα, πολύ νωρίς για να είναι σίγουρος. Έκανε δυο βήματα στην αυλή όταν άκουσε τον ήχο.

   Το σκοινί να τεντώνεται. Ξύλο να τρίζει.
Και μετά… το απαλό, βαρύ πλαφ του ξύλινου κάδου που βυθίζεται στο νερό. Πάγωσε. Το ήξερε πριν καν γυρίσει το κεφάλι.

   Στο πίσω μέρος της αυλής, δίπλα στο πηγάδι, στεκόταν εκείνη. Η μορφή της ήταν μισοκρυμμένη στο μισοσκόταδο. Τα μανίκια της σηκωμένα ελαφρά, τα χέρια της σφιγμένα στο σκοινί. Δεν τον είχε δει ακόμα.

    Ο Γιούν-Τσεν ένιωσε το στήθος του να σφίγγεται. Έκανε ένα βήμα πίσω, σχεδόν ασυναίσθητα.

    Το σκοινί σταμάτησε να κινείται. Σαν να είχε ακούσει την παραμικρή του κίνηση, εκείνη σήκωσε το κεφάλι. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Κανείς δεν μίλησε. Το σκοινί γλίστρησε λίγο από τα χέρια της και ο κάδος  χτύπησε ελαφρά στο τοίχωμα του πηγαδιού. Μια σταγόνα νερού τινάχτηκε έξω και έπεσε στο χώμα.

Εκείνη χαμήλωσε για μια στιγμή τα μάτια, σαν να ήθελε να μαζέψει τον έλεγχο που της ξέφυγε.

   Ο Γιούν-Τσεν δεν κουνήθηκε. Δεν πλησίασε. Δεν έφυγε. Ήταν αρκετά κοντά για να δει το πρόσωπό της. Αρκετά μακριά για να προσποιηθεί ότι δεν είναι. Εκείνη τράβηξε ξανά το σκοινί, πιο αργά τώρα. Με προσοχή που δεν είχε πριν. Σαν κάθε κίνηση να είχε αποκτήσει βάρος.

   Ο κάδος ανέβηκε. Το νερό έσταζε από τα χείλη του, ρυθμικά. Όταν τον έφερε στο ύψος του πηγαδιού, δεν τον ακούμπησε αμέσως κάτω. Σταμάτησε. Για μια στιγμή, φάνηκε σαν να ήθελε να πει κάτι. Αλλά αντί γι’ αυτό, έγειρε ελαφρά το κεφάλι της. Όχι ακριβώς χαιρετισμός. Όχι και άρνηση. Κάτι ανάμεσα.

   Ο Γιούν-Τσεν ένιωσε το χέρι του να σφίγγεται γύρω από το άδειο δοχείο που κρατούσε. Δεν ανταπέδωσε αμέσως. Μετά, σχεδόν μηχανικά, έκανε το ίδιο. Μια ανεπαίσθητη κίνηση. Ούτε βήμα μπροστά. Ούτε πίσω.

   Η σιωπή ανάμεσά τους δεν ήταν πια κενή. Ήταν γεμάτη από όσα δεν μπορούσαν να ειπωθούν. Εκείνη πήρε το δοχείο της. Πέρασε δίπλα από το πηγάδι, προς το πίσω μέρος της αυλής, τον ξενώνα. Δεν κοίταξε ξανά.

   Ο Γιούν-Τσεν έμεινε εκεί για λίγο ακόμα. Μόνο όταν εκείνη έσβησε φτελείως από το οπτικό του πεδίο, πλησίασε το πηγάδι. Κοίταξε μέσα. Το νερό ήταν ήρεμο. Σαν να μην είχε ταραχτεί ποτέ. Άφησε το δοχείο του να κατέβει αργά.

   Ο Γιούν-Τσεν τράβηξε το σκοινί και ανέβασε αργά τον κάδο από το πηγάδι. Το νερό έσταζε πάνω στην αυλή καθώς ο Γιούν-Τσεν επέστρεψε στο σημείο όπου είχαν αφήσει το κατσίκι. Το σώμα του ζώου κειτόταν ατάραχο.

   Ο Γιούν-Τσεν άφησε τον κάδο δίπλα στο ζώο. Το νερό κυλούσε στα χέρια του καθώς άνοιγε το δέρμα, και κάθε σταγόνα που έπεφτε πάνω του φαινόταν να ξεπλένει όχι μόνο τη σκόνη και το αίμα της σφαγής, αλλά και την αμηχανία που είχε αφήσει η συνάντηση με τη Λαν-Ρονγκ.

    Η φωνή του πατέρα του, σταθερή και ήρεμη, έφτασε από το σπίτι: «Πλύνε καλά, Γιούν-Τσεν. Κάθε σταγόνα μετράει.» Δεν υπήρχε πίεση, μόνο η καθοδήγηση ενός ανθρώπου που ήξερε να καθαρίζει, να επαναφέρει τη σειρά των πραγμάτων.

   Τα χέρια του κινούνταν αργά, σχεδόν τελετουργικά, και με κάθε κίνηση ένιωθε ότι κάτι μέσα του ηρεμούσε. Η μυρωδιά του νερού, η υγρασία που έσταζε στο δέρμα, ο ήχος του κάδου που βυθιζόταν και ανυψωνόταν, δημιουργούσαν έναν μικρό κύκλο ηρεμίας μέσα στη νυχτερινή αυλή.

   Ήταν μόνος του τώρα. Ο πατέρας του είχε μπει στο σπίτι, αφήνοντας τη φροντίδα στα χέρια του Γιούν-Τσεν. Τώρα πλέον ήταν κάτι παραπάνω από καθαρισμός του ζώου: ήταν μια μικρή, ήσυχη κάθαρση για τα δικά του συναισθήματα. Η σκηνή με τη Λαν-Ρονγκ δεν μπορούσε να αλλάξει, αλλά εδώ, στο νερό και στη σιωπή, μπορούσε να αφήσει ό,τι τον είχε ταράξει να κυλήσει μακριά.

   Όταν ο τελευταίος κάδος άδειασε, στάθηκε για λίγο, τα χέρια του βρεγμένα, το δέρμα του κατσικιού σχεδόν στεγνό κάτω από το τελευταίο φως. Η ανακούφιση ήταν αργή, σχεδόν ανεπαίσθητη, αλλά υπήρχε. Και αυτή η ηρεμία, έστω για λίγο, του επέτρεπε να κοιτάξει ξανά την αυλή χωρίς τον κόμπο στο στήθος που είχε νιώσει νωρίτερα. Έστω και για λίγο, όλα θα μπορούσαν να είναι καθαρά ξανά.

   Η μέρα ήταν ζεστή, και ο Γιούν-Τσεν περπατούσε αργά από τα χωράφια προς το χωριό. Τον είχε καλέσει επειγόντως ο Γκουάν-Σεν.

Η διπλή ξύλινη πόρτα της μεγάλης αποθήκης των Χε είχε χαλάσει και κρεμόταν λοξά χωρίς να μπορεί πια να κλείσει. Ο Γιούν-Τσεν δεν μπορούσε να αρνηθεί στον αδελφό του. Άλλωστε ήταν και η εντολή του πατέρα του: «Πήγαινε. Η δουλειά στα κτήματα μπορεί να περιμένει. Η γη δεν φεύγει. Αν χρειαστείς βοήθεια θα στείλω και τον Χουάνγκ Τζιν».

   Οι σχέσεις του με τον Γκουάν-Σεν ήταν τυπικές, ίσως και λίγο ψυχρές, αλλά η συγγένεια τους έδενε με κάτι πιο βαθύ και δεσμευτικό από τις τυπικότητες. Οι Χε δεν έπρεπε να έχουν αφορμή να πουν ότι η οικογένεια του γαμβρού τους δεν τους είχε βοηθήσει, έστω και την μια και μοναδική φορά που την είχαν ανάγκη.

   Για να κερδίσει δρόμο και να αποφύγει τα πιο πολυσύχναστα περάσματα του χωριού, ο Γιούν-Τσεν διάλεξε το στενό δρομάκι που περνούσε ανάμεσα από τα σπίτια των οικογενειών Λιού και Τζου. Τα σπίτια αυτά έκλειναν τον δρόμο, και έτσι οι περισσότεροι χωρικοί απέφευγαν να περάσουν από εκεί.

   Αλλά και οι δύο οικογένειες, με τον δικό τους τρόπο, είχαν καταφέρει να κάνουν το στενό ακόμα πιο στενό. Άλλοτε ξέχναγαν στην είσοδο ένα βαρέλι ή ένα ξύλινο δοχείο, άλλοτε καθυστερούσαν με εργασίες για τη μάντρα ή το στέγαστρο των σπιτιών τους, και άλλοτε η γυναίκα της οικογένειας Τζου, η περίφημη Τζου Λιάν, σταματούσε κάθε περαστικό για να τον ανακρίνει με την ακατάπαυστη φλυαρία της, χωρίς να κάνει διακρίσεις· είτε ήταν μεγάλος, είτε μικρός, είτε άνδρας, είτε γυναίκα.

   Έτσι, στην ουσία, το δρόμο αυτόν είχε καταφέρει να τον κάνει σχεδόν ιδιωτικό· ένα πέρασμα που λίγοι τολμούσαν να χρησιμοποιήσουν, αλλά που για τον Γιούν-Τσεν ήταν η πιο σύντομη και αδιάφορη οδός προς την αποθήκη των Χε.

   Την ίδια στιγμή, η Λαν-Ρονγκ περπατούσε προς το ίδιο στενό, κρατώντας ένα καλάθι με φαγητό που της είχε δώσει η Σιού-Λαν. Το φαγητό προοριζόταν να παραμείνει σε ένα συγκεκριμένο σημείο στα χωράφια, όπου ο Μα Σιούν και ο Γιούν-Τσεν θα το παραλάμβαναν αργότερα.

   Όμως, το στενό πέρασμα, τόσο περιορισμένο, έκρυβε εκπλήξεις. Ένα κάρο γεμάτο σανό είχε μπλοκάρει τη διαδρομή, και οι δύο βρέθηκαν αναγκαστικά αντίθετα, πρόσωπο με πρόσωπο. Τα σώματά τους ήρθαν σε ακούσια επαφή· οι ώμοι τους τρίφτηκαν, οι αναπνοές τους σμίξανε για μια στιγμή, τόσο κοντά, θερμές, αμήχανες.

    Πίσω τους, χωρικοί περίμεναν, σπρώχνοντας ελαφρά: «Βιαστείτε λίγο! Άντε, πρέπει να περάσουμε κι εμείς!» Η πίεση τους έκανε να απομακρυνθούν αμέσως. Ένα νεύμα, σχεδόν ανεπαίσθητο, ήταν το μόνο που αντάλλαξαν πριν βρεθούν ξανά χωριστά.

    Και οι δύο ήξεραν γιατί είχαν διαλέξει αυτό το πέρασμα: νόμιζαν ότι θα ήταν ήσυχο, ένας δρόμος μόνο για εκείνους. Αλλά το χωριό είχε τους δικούς του τρόπους να τους αναγκάζει να συναντιούνται, με τον πιο τυχαίο και φορτισμένο τρόπο.

    Ο Γιούν-Τσεν συνέχισε προς την αποθήκη των Χε, νιώθοντας ακόμα τη ζέστη της αναπνοής της στο πρόσωπό του, ενώ η Λαν-Ρονγκ προχώρησε προς τα χωράφια για να αφήσει το καλάθι με το φαγητό. Και οι δύο έσπευσαν να αφήσουν πίσω τη στιγμή, αλλά ήξεραν ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να τη σβήσει εντελώς από τη μνήμη τους.

    Η γιορτή είχε στηθεί στον μικρό βωμό στο κέντρο του χωριού, ανάμεσα στα πετρόχτιστα σπίτια και τα σοκάκια που σπάνια χρησιμοποιούνταν. Ήταν η «Ημέρα αυτών που λείπουν», ένα τοπικό έθιμο μνήμης που γινόταν στα τέλη της άνοιξης, όταν οι αγροτικές δουλειές είχαν χαμηλότερο ρυθμό και το χωριό μπορούσε να συγκεντρωθεί. Οι χωρικοί έφερναν φαγητό, ψωμί, ρύζι και μικρά δώρα για τους προγόνους, τους πρόσφατα αποθανόντες συγγενείς ή όσους έλειπαν για πολύ καιρό, ξενιτεμένους, στρατιώτες,   γαμπρούς που δεν είχαν επιστρέψει, παιδιά που είχαν φύγει για σπουδές στην πόλη, φίλους που είχαν χαθεί σε άλλα χωριά, και όσους είχαν πάει να βρουν τύχη ή εργασία σε μακρινές περιοχές και δεν είχαν νέα.

   Ο ιεροφύλακας, Τανγκ Χουάν, ήταν γέρος άντρας με πρόσωπο σκαλισμένο από τον ήλιο και τα χρόνια που περνούσε επιβλέποντας τις τελετές του χωριού. Τα ξύλινα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στον υπαίθριο βωμό είχαν σαπίσει από τις βροχές, και γι’ αυτό είχε καλέσει τον Γιούν-Τσεν να τα στηρίξει.

    Ο Γιούν-Τσεν έφτασε νωρίς, εργαλεία στα χέρια, και δούλευε προσεκτικά, στερεώνοντας τις σανίδες με ξύλα και σχοινιά. Κάθε κτύπημα του σφυριού ήταν μεθοδικό, κάθε κίνηση ακριβής· ήθελε να προλάβει πριν φτάσει ο κόσμος για τη γιορτή και να μην υπάρξει κανένας κίνδυνος.

   Μόλις ολοκλήρωσε την επισκευή, ο Τανγκ Χουάν πλησίασε και είπε με χαμηλή φωνή:
«Πρόλαβες εγκαίρως. Χωρίς τη βοήθειά σου, τα σκαλοπάτια θα ήταν επικίνδυνα για όσους θα ανέβουν στον βωμό.»

   Ο Γιούν-Τσεν σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του και αποκρίθηκε: «Ήθελα να τα τελειώσω πριν φτάσει ο κόσμος. Καλύτερα να μην υπάρχει κανένα ατύχημα.»

   Τότε, από την άκρη του βωμού, κάτω από το φως της μέρας, ο Γιούν-Τσεν είδε τη Μιν-Γι, όπως την γνώριζε το υπόλοιπο χωριό, να στέκεται με τα καλάθια των προσφορών για τους «απόντες και ξενιτεμένους». Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν χωρίς λέξη, ενώ γύρω τους άρχιζαν να συγκεντρώνονται οι γυναίκες και οι χωρικοί για τη γιορτή.

    Η Μιν-Γι, όπως την ήξερε όλο το χωριό, χωρίς κανείς να γνωρίζει το πραγματικό της όνομα, εκτός από την οικογένεια των Μα, κρατούσε στα χέρια της τα μικρά καλάθια με ρύζι και ψωμί, προσφορές για τα πρόσωπα που είχαν φύγει. Η Σιού-Λαν ήταν εκείνη που την είχε υποκινήσει να συμμετάσχει στη γιορτή. «Όλο το χωριό ρωτά για τον άντρα σου», της είχε πει πριν ξεκινήσει, η φωνή της σφιχτή, σαν να έκρυβε την ανησυχία της. «Άλλοι λένε πως μπορεί να σε έχει χωρίσει. Άλλοι πως εμείς σε κρατάμε εδώ και δεν σε επιστρέφουμε σε αυτόν, γιατί βρήκαμε δωρεάν εργασία για σένα. Και τι σου προσφέρουμε; Μόνο φαγητό και ύπνο».

   Η Μιν-Γι είχε κοιτάξει τη Σιού-Λαν με ένα ελαφρύ νεύμα. Η τελευταία συνέχισε, πιο ήρεμη τώρα, σαν να εξηγούσε το αναπόφευκτο: «Και τι μπορώ τώρα να τους πω; Να πω ότι ο Λι Σουρέν δεν υπάρχει; Ότι είσαι η χήρα αδελφή του άντρα μου; Το κρύψαμε όταν επέστρεψες σε εμάς; Όταν ξεκινήσει κανείς ένα ψέμα, δεν μπορεί να το μαζέψει…» Η Σιού-Λαν τη φίλησε στο μέτωπο απαλά, «Κάν’ το για να μην φανεί πως δεν ενδιαφέρεσαι για τον άνθρωπό σου», της είχε πει.

   Η Μιν-Γι τοποθετούσε τις προσφορές της με προσοχή, ψιθυρίζοντας μικρές ευχές, όταν ένιωσε μια παρουσία δίπλα της. Ο Γιούν-Τσεν είχε σταθεί απέναντι, λίγο μακριά, παρακολουθώντας τις κινήσεις της. Δεν χρειάστηκε να πουν λέξη. Οι ματιές τους συναντήθηκαν, και η αμηχανία ήταν πιο δυνατή από οποιονδήποτε ήχο.

   Μια γυναίκα, η Σι-Γι, που κρατούσε ένα καλάθι με προσφορές για τον γιο της που είχε φύγει για σπουδές στην πόλη, πλησίασε τη Μιν-Γι.
«Πες μου, κορίτσι μου», της είπε ψιθυριστά, «αυτός ο άντρας σου, ο Λι Σουρέν… ακόμη να εμφανιστεί; Δεν τον βλέπω πουθενά. Μήπως σε άφησε και σε ξέχασε;»

   Η Μιν-Γι χαμογέλασε αχνά, χωρίς να κοιτάξει γύρω της. Η φωνή της ήταν χαμηλή, σχεδόν βυθισμένη μέσα στο θόρυβο των άλλων γυναικών που έφερναν τις προσφορές τους. «Όχι, δεν έχει έρθει ακόμη… Που και που στέλνει κάποιο μήνυμα μέσω γνωστών», ψιθύρισε. «Τελευταία, μου είχε μηνύσει πως βρίσκεται σε μια μικρή πόλη στην επαρχία Σαντόνγκ, εκεί που χρειάζονται ειδικούς για τα κανάλια νερού. Έχουν ανοίξει  δουλειές για τις πορείες των ποταμών — λένε ότι θέλουν να διορθώσουν τις κοίτες, να στερεώσουν φράγματα και να καθαρίσουν τα κανάλια. Οι χωρικοί τον φωνάζουν κάθε φορά που χρειάζεται να αλλάξουν τις πορείες των νερών».

   Η Σι-Γι σήκωσε τα φρύδια της. «Είναι σημαντικός λοιπόν… Έχεις κάνει καλά που τον αφήνεις να φύγει».

   Η Μιν-Γι έγειρε ελαφρά το κεφάλι. Η Σι-Γι χαμογέλασε απαλά και έβαλε το χέρι της στο δικό της. «Υπομονή, κορίτσι μου. Όταν έρθει η ώρα, όλα θα φανούν».

   Ο Τανγκ Χουάν στάθηκε λίγο πιο πίσω από τη Μιν-Γι, παρατηρώντας τη νεαρή γυναίκα με τα καλάθια στα χέρια της, τις προσφορές για όσους είχαν φύγει ή έλειπαν. Η έκφρασή της ήταν μισόκλειστη, διστακτική, σαν να κρατούσε μέσα της όλη την αγωνία μιας απουσίας που δεν τελείωνε ποτέ.

   «Κορίτσι μου», είπε χαμηλόφωνα, με φωνή γεμάτη γαλήνη, «θα εμφανιστεί αυτός που περιμένεις. Αρκεί να έχεις πίστη. Μην χάνεις την ελπίδα σου· οι δρόμοι των ανθρώπων και των θεών συχνά είναι αργοί, αλλά δεν αφήνουν ποτέ ανεκπλήρωτες τις προσδοκίες της καρδιάς.»

   Η Μιν-Γι έκρυψε ένα αχνό χαμόγελο, νιώθοντας μέσα της μια μικρή ανακούφιση, αλλά τα βλέφαρά της παρέμεναν βαρύσαρκα, σαν να ήξερε ότι η συνάντηση δεν θα ήταν εύκολη.

   Ο Τανγκ Χουάν απομακρύνθηκε και επέστρεψε  προς τον Γιούν-Τσεν, που στεκόταν αθόρυβος, με τα χέρια του ακόμα λερωμένα από τη δουλειά στα ξύλινα σκαλοπάτια. Το βλέμμα του γεμάτο προσήλωση και σεβασμό. «Και εσύ», είπε ο ιεροφύλακας, «για το καλό που πρόσφερες σήμερα, οι θεοί των απόντων και των ξενιτεμένων θα σε ανταμείψουν.»

   Η Μιν-Γι γύρισε λίγο προς το μέρος του, και τα βλέμματά τους συναντήθηκαν ξανά. Η φλόγα της πίστης και της μικρής ελπίδας που φώλιαζε στις καρδιές τους είχε ανάψει, χωρίς να χρειαστεί ούτε λέξη περισσότερη. 


το όνειρο που καλεί

    Μετά τη γιορτή της μέρας των «απόντων και των ξενιτεμένων», η Μιν-Γι, μόλις πέρασε το κατώφλι του ξενώνα, ένιωσε ένα λεπτό κύμα γαλήνης να απλώνεται μέσα της. Σαν να είχε αφήσει πίσω της την προσποιητή ταυτότητα, άλλαξε το όνομά της, την έκφρασή της, το εικονικό παρελθόν που είχε υφάνει για να γίνει ανεκτή από το χωριό, και έγινε ξανά η Λαν-Ρονγκ. Κάτι μέσα της είχε ξαναζωντανέψει· η ψυχή της, που είχε μείνει διστακτική και προσεκτική για τόσο καιρό, άρχισε να απλώνεται πέρα από τα τείχη της αμηχανίας και της απόστασης. Η απόσταση που την χώριζε από τον Γιούν-Τσεν δεν φαινόταν πια αξεπέραστη· η θέα των προσφορών της, τα βλέμματα των γυναικών που είχαν μοιραστεί μαζί της την ελπίδα και τη θλίψη για τους απόντες, είχαν ξυπνήσει μέσα της την αίσθηση ότι ίσως, για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό, η σύνδεσή της με τον Γιούν-Τσεν ήταν ζωντανή και απτή, σαν ένα νήμα φωτός που τρεμόπαιζε ανάμεσα τους, έτοιμο να την τραβήξει πιο κοντά του. Η απόσταση που τον χώριζε από τον Γιούν-Τσεν δεν φαινόταν πια τόσο αδιαπέραστη.

   Το βράδυ, καθώς τα μάτια της έκλειναν αργά, είδε ένα όνειρο που δεν ήταν σαν όλα τα άλλα. Ήταν σαν η νύχτα να είχε γίνει ομίχλη και η ίδια να περπατούσε σε έναν τόπο ανάμεσα σε φως και σκιές. Μια φωνή ακούστηκε, καθαρή και μακρινή, αλλά οικεία, που την καλούσε. Ήταν η φωνή ενός άντρα που δεν είχε δει ποτέ, και όμως, κάτι της έλεγε πως τον γνώριζε.

   Προχωρούσε μέσα στην ομίχλη, τα βήματά της αργά, σαν να προσπαθούσε να μην σπάσει τη μαγεία της στιγμής. Η φωνή πλησίαζε, καθοδηγώντας τη, και καθώς την ακολουθούσε, η ομίχλη άρχισε να αραιώνει γύρω της. Εκεί, μπροστά της, φάνηκε ένα πρόσωπο· το πρόσωπο του Γιούν-Τσεν όπως όταν τον είχε πρωτοδεί: νεανικό, ήρεμο, με εκείνο το βλέμμα που μπερδεύει και καθηλώνει ταυτόχρονα.

   Χωρίς να σκεφτεί, ένιωσε το χέρι του να πιάνει το δικό της. Η ζεστασιά της αφήνει να φανεί πως δεν ήταν πια μόνος· μαζί περπατούσαν μέσα στην ομίχλη, και η ομίχλη τους ακολουθούσε σαν να τους σκέπαζε από τον έξω κόσμο. Δύο φιγούρες να προχωρούν αργά, συνδεδεμένες, ενώ ο Γιούν-Τσεν δεν είχε κανένα πρόβλημα με το περπάτημα,  δεν υπήρχε κούραση, ούτε φόβος.

   Σιγά-σιγά, το σύννεφο της ομίχλης άρχισε να διαλύεται. Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου έπεφταν πάνω τους, και η Λαν-Ρονγκ ένιωσε ότι η απόσταση ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους — τον πραγματικό και το όνειρο — γινόταν μικρότερη. Το χέρι του Γιούν-Τσεν κρατούσε το δικό της σφιχτά, σαν υπόσχεση ότι δεν θα έμεναν πια μόνοι, και το φως της μέρας τους βρήκε να βγαίνουν μαζί, έτοιμοι να συναντήσουν την πραγματικότητα με τη γαλήνη που είχε αρχίσει να τους αγκαλιάζει.

   Προχωρούσαν μαζί, αθόρυβα, προς το σπιτικό τους, μέσα σε ένα χωριό που δεν ήταν το δικό τους. Κανείς δεν τους κοίταζε με περιέργεια ή αμφιβολία. Εκείνη ήταν νεότερη, εκείνος μεγαλύτερος, κι όμως κανένα βλέμμα δεν τους αμφισβητούσε· ο χρόνος και ο τόπος είχαν σταματήσει να τους χωρίζουν.

    Μα καθώς πλησίαζαν την πόρτα του σπιτιού τους, οι μορφές που προηγουμένως τους αγνοούσαν άρχισαν να αλλάζουν. Οι γνωστές φιγούρες από το Λο Τζιάνγκ εμφανίστηκαν ξανά· οικεία πρόσωπα που γνώριζαν καλά: γείτονες, φίλοι, συγγενείς. Άλλοι τους κοίταζαν με γέλωτα, άλλοι με λύπη, άλλοι με συμπόνοια, κάποιοι με απέχθεια, και μερικοί με μίσος. Η Λαν-Ρονγκ ένιωσε μια ανατριχίλα να διατρέχει την πλάτη της.

    Ο Γιούν-Τσεν γύρισε, και το βλέμμα του ήταν σταθερό· σαν να ήθελε να αντιμετωπίσει αυτούς που τους κοίταζαν με κριτική ή κακία. Κανένα συναίσθημα φόβου δεν φάνηκε στο πρόσωπό του, μόνο μια ήρεμη αποφασιστικότητα. Η Λαν-Ρονγκ, αναστατωμένη από τα βλέμματα, κρύφτηκε γρήγορα μέσα στο σπίτι.

   Κι εκεί, σαν να υπάκουε σε έναν αόρατο νόμο του ονείρου, η γη άνοιξε ξαφνικά. Μια μεγάλη τάφρος σχηματίστηκε, χωρίζοντας το σπίτι τους από όλα τα υπόλοιπα σπίτια του χωριού. Το χωριό που πριν ήταν γνώριμο και ξένο ταυτόχρονα, έγινε ξαφνικά αδιάφορο και απομακρυσμένο. Η ομίχλη εμφανίστηκε και άρχισε να σκεπάζει τον τόπο τους, αφήνοντάς τους μόνους.

   Η Λαν-Ρονγκ κοίταξε τον Γιούν-Τσεν και αισθάνθηκε ότι, ακόμη και μέσα στο παράξενο και ονειρικό τοπίο, η πραγματικότητα που τους χώριζε είχε αρχίσει να γίνεται πιο μικρή. Το χέρι του κρατούσε ακόμα το δικό της, και για πρώτη φορά ένιωσε ότι δεν υπήρχε φόβος, ούτε αμφιβολία· μόνο η βεβαιότητα ότι δεν θα τον έχανε ξανά.

 

 

 

η νύχτα της πανσελήνου

   Τις επόμενες εβδομάδες, η σιωπή τους έγινε πυκνή. Ύστερα ήρθε η νύχτα της πανσελήνου. Οι περισσότεροι από το σπίτι είχαν κατέβει στο χωριό για να τιμήσουν μια τοπική θεότητα του βουνού, μια γιορτή με τύμπανα και θυμιάματα που κρατούσε ως αργά. Το σπίτι έμεινε σχεδόν άδειο.

   Το φως της σελήνης έλουζε την αυλή με ασημένια ησυχία. Η Λαν-Ρονγκ στεκόταν κάτω από το υπόστεγο. Ο Γιούν-Τσεν βγήκε έξω να πάρει αέρα. Για λίγο έμειναν απέναντι, χωρίς λέξεις. Τώρα πλέον γνώριζαν και οι δύο ποιος ήταν ο άλλος. Οι μάσκες είχαν ξεσχιστεί.

   «Δεν σε ευχαρίστησα ποτέ όπως έπρεπε», του είπε εκείνη χαμηλόφωνα, ίσως πιο χαμηλόφωνα από όσο έπρεπε.

   «Δεν χρειάζεται», της απάντησε ο Γιούν-Τσεν, μα η φωνή του δεν ήταν σταθερή. Ήταν η μνήμη εκείνης της στιγμής στο νεκροταφείο. Η αίσθηση ότι, μέσα στον κίνδυνο, είχαν δει ο ένας τον άλλον χωρίς ρόλους.

   Η Λαν-Ρονγκ έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. Μπορεί να ήταν ελαφρώς μεγαλύτερή του, μα εκείνη τη νύχτα δεν φαινόταν να υπάρχει ηλικία, μόνο δύο μοναξιές που συναντήθηκαν.

   Το χέρι της άγγιξε το δικό του. Ούτε εκείνος της το απομάκρυνε, αλλά ούτε και εκείνη το απέσυρε. Όταν τελικά πλησίασαν, δεν υπήρχε βιασύνη. Ήταν σαν να είχαν φτάσει σε ένα σημείο που φοβόντουσαν και οι δύο, μα δεν ήθελαν πια να αρνηθούν. Αυτό ήταν το σημείο της γνώσης, της παραβίασης, του παραμερίσματος των κανόνων. Μέχρι τότε δεν γνώριζαν. Τώρα είχε μπει ανάμεσά τους η γνώση της αλήθειας. Η αγκαλιά τους ήταν πρώτα διστακτική, έπειτα αποφασιστική.

   Η Λαν-Ρονγκ δεν έδειχνε να εξαναγκάζεται· αντίθετα, έμοιαζε να αφήνει πίσω της ένα βάρος χρόνων, τον ρόλο της χήρας, της υπάκουης κόρης, της σιωπηλής φιγούρας. Εκείνη τη νύχτα δεν υποκρινόταν υπομονή. Εκείνη τη νύχτα ήταν πλέον η στιγμή να επιλέξει, να επιλέξει ίσως για πρώτη φορά η ίδια και κανείς άλλος αντί για αυτήν.

   Η Λαν-Ρονγκ όταν ήταν μόλις δεκαέξι, ο πατέρας της συμφώνησε την ένωσή της με τον Πενγκ Γουεϊλίν. Ήταν άνθρωπος από «καλό σπίτι», έλεγαν· είχε χωράφια, είχε όνομα. Κανείς δεν ρώτησε τη γνώμη της. Την έντυσαν στα κόκκινα, της έβαλαν στο κεφάλι το πέπλο και την έστειλαν σε ξένη αυλή.

   Ο Πενγκ Γουεϊλίν δεν ήταν βίαιος, μα δεν ήταν και τρυφερός. Έπινε συχνά. Όχι κάθε μέρα, μα αρκετά ώστε το πρόσωπό του να κοκκινίζει και η φωνή του να βαραίνει. Τις νύχτες που γύριζε μυρίζοντας ρύζι-κρασί, μιλούσε δυνατά, γελούσε μόνος του, και άλλοτε βυθιζόταν σε μια σκυθρωπή σιωπή που πάγωνε το δωμάτιο.

   Η Λαν-Ρονγκ έμαθε να είναι ήσυχη. Να κινείται χωρίς θόρυβο. Να κρατά το βλέμμα χαμηλό. Δεν τον αγάπησε ποτέ. Δεν τον μίσησε κιόλας.

   Όταν ήρθαν οι ταραχές και ο Πενγκ Γουεϊλίν βρέθηκε νεκρός, η Λαν-Ρονγκ θρήνησε όπως όφειλε. Έβγαλε το χρώμα από τη ζωή της, φόρεσε το λευκό. Μα βαθιά μέσα της, σε ένα σημείο που δεν τολμούσε να κοιτάξει κατάματα, υπήρχε κάτι άλλο. Όχι χαρά. Όχι ανακούφιση με κραυγή. Μια μικρή, ένοχη ανάσα.

   Η επιστροφή στην πατρική γη της, στην αυλή όπου είχε μεγαλώσει, ήταν σαν να ξανάβρισκε το σώμα της. Τα δέντρα ήταν γνώριμα. Το χώμα είχε τη μυρωδιά της παιδικής της ηλικίας. Δεν ήταν πια «η γυναίκα του Πενγκ Γουεϊλίν», αλλά ξανά «η Λαν-Ρονγκ των Μα».

   Αυτή η αίσθηση ελευθερίας την τρόμαζε. Τι είδους γυναίκα νιώθει ελαφρύτερη όταν ο άνδρας της πεθαίνει; Γι’ αυτό και στο πρόσωπό της φρόντιζε να υπάρχει η σωστή σκιά λύπης. Έσκυβε το κεφάλι. Μιλούσε για τον «αείμνηστο σύζυγο» με σεβασμό. Κανείς δεν μπορούσε να την κατηγορήσει για ασέβεια.

    Μα όταν ανέβηκε μόνη στο νεκροταφείο εκείνη την ημέρα, τη μέρα που της επιτέθηκαν οι ληστές,  τα λόγια που ψιθύρισε στον τάφο δεν ήταν μόνο θρήνος. «Συγχώρεσέ με», είπε χαμηλά. «Δεν ξέρω αν κλαίω για σένα ή για τα χρόνια που δεν έζησα».

   Η συνάντησή της με τον Γιούν-Τσεν ήρθε σε αυτή τη ρωγμή. Εκείνος δεν την είχε γνωρίσει ως τη σύζυγο κάποιου ξένου. Την έβλεπε ως γυναίκα. Η επιθυμία που γεννήθηκε ανάμεσά τους δεν είχε τη γεύση της προδοσίας, είχε τη γεύση μιας δεύτερης αρχής για εκείνην. Ίσως γι’ αυτό, τη νύχτα της πανσελήνου, όταν επέλεξε να τον πλησιάσει, δεν ένιωσε πως παραβίαζε τη μνήμη του πρώτου της άνδρα. Ένιωσε πως για πρώτη φορά η ζωή της δεν είχε αποφασιστεί από άλλους.

   Κι αν υπήρχε μέσα της μια σκιά ενοχής, συνυπήρχε με μια αλήθεια πιο δυνατή. Η επιστροφή στο πατρικό χώμα δεν ήταν μόνο επιστροφή στον τόπο, ήταν επιστροφή στον εαυτό της.

   Κι ο Γιούν-Τσεν, στιβαρός αλλά άπειρος, κατάλαβε πως η προστασία που της είχε προσφέρει στον λόφο είχε μετατραπεί σε κάτι πολύ πιο περίπλοκο. Όταν οι ήχοι της γιορτής έφτασαν από μακριά, σαν από άλλον κόσμο, εκείνοι είχαν ήδη περάσει ένα αόρατο όριο. Εκεί, κάτω από το ψυχρό φως της σελήνης, είχε ήδη υπογραφτεί το αληθινό τους συμβόλαιο. Μέσα στον ξενώνα που εκείνος είχε φτιάξει. Μέσα στον δικό του χώρο.    

   Το επόμενο πρωί, τίποτα δεν φαινόταν διαφορετικό στο σπίτι. Όμως ανάμεσά τους είχε γεννηθεί μια συμφωνία σιωπηλή και βαριά. Δεν ήταν μόνο επιθυμία. Ήταν δέσμευση και ρίσκο. Ήταν συνένοχοι και οι δύο.

   Οι συναντήσεις τους βρήκαν τον τόπο τους στην καλύβα του Γιούν-Τσεν, εκεί όπου τα μεσημέρια έμοιαζαν να κρατούν την ανάσα τους. Περίμεναν πρώτα να γυρίσει ο Μα Σιούν στο σπίτι, να καταλαγιάσει κάθε υποψία και να σιγουρευτούν πως τα βλέμματα είχαν στραφεί αλλού, κι έπειτα ακολουθούσαν το σχέδιό τους με προσοχή. Πήγαιναν σε απόσταση ο ένας από τον άλλον, χωρίς να ανταλλάσσουν ούτε μια ματιά που θα πρόδιδε κάτι περισσότερο. Πρώτα έμπαινε εκείνη, διακριτικά, και λίγο αργότερα ακολουθούσε εκείνος, σαν να υπάκουαν σε μια συνήθεια αθώα.

Μέσα, όμως, η προσοχή τους άλλαζε μορφή· δεν ήταν πια φόβος αλλά ανάγκη να κρατήσουν ζωντανό εκείνο που τους ένωνε. Πλάγιαζαν για λίγο, μέσα στη σιωπή της ζέστης και του φωτός που έμπαινε από τις χαραμάδες, αφήνοντας τον χρόνο να κυλήσει όσο τους επιτρεπόταν. Κάθε κίνηση είχε μέτρο, όχι από δισταγμό αλλά από επίγνωση πως το παραμικρό λάθος θα μπορούσε να τους προδώσει.

   Όλα γίνονταν σιωπηλά, αθόρυβα· μόνο οι αναπνοές τους ακούγονταν, σπασμένες και βαθιές. Η Λαν-Ρονγκ κρατούσε μέσα της κάθε ήχο που πήγαινε να ξεφύγει, τον έπνιγε στα χείλη της, σαν να φοβόταν μήπως φτάσει έξω από τους τοίχους της καλύβας. Μα τώρα δεν ήταν πόνος, δεν ήταν πένθος· ήταν ο ήχος της χαράς και της ευχαρίστησης, κάτι ζωντανό που ζητούσε να ακουστεί. Κι όσο κατάπινε αυτούς τους ήχους, τόσο το πρόσωπό της άναβε, γινόταν πιο φωτεινό, σχεδόν διάφανο, σαν να φανέρωνε αυτό που δεν τολμούσε να ειπωθεί.

   Κι ύστερα, με την ίδια προσοχή, με τις ίδιες προφυλάξεις, άφηναν στην καλύβα τα ένοχα μυστικά τους και τον Λίνγκ να την φυλά. Έπαιρναν διαφορετικούς δρόμους, ξαναγύριζαν στη δουλειά ή στο πατρικό των Μα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, εκτός από εκείνη τη σιωπηλή συμφωνία που, μέρα με τη μέρα, γινόταν όλο και πιο δυνατή.

 

 

 

οι συμπτώσεις

   Από εκείνη τη μέρα, ο Γιούν-Τσεν ανέβαινε συχνά στον λόφο «για να ελέγχει». Το χωριό άρχισε να παρατηρεί. Η διαφορά των δεκατριών έτων μεταξύ τους δεν φαινόταν πια μεγάλη. Εκείνη, με το πρόσωπο χλωμό από το πένθος, έδειχνε σχεδόν συνομήλική του.

   Στο χωριό οι ψίθυροι δεν χρειάζονταν αποδείξεις για να ριζώσουν. Άλλοι έλεγαν πως κάτι συνέβαινε ανάμεσά τους, πως ο τρόπος που μιλούσε η Μιν-Γι στον Γιούν-Τσεν είχε μια οικειότητα που δεν ταίριαζε. Άλλοι απλώς χαμογελούσαν πονηρά, σαν να γνώριζαν ήδη την απάντηση σε ερωτήσεις που κανείς δεν είχε τολμήσει να θέσει φωναχτά.

   «Ο άντρας της δεν έχει εμφανιστεί ακόμη,» έλεγε μια γυναίκα στην άκρη του πηγαδιού. «Εκείνη είναι μόνη. Σε ποιον θα δώσει λογαριασμό;»

   «Πόσο μπορεί να αντέξει μια γυναίκα;» πρόσθετε μια άλλη, χαμηλώνοντας τη φωνή της, μα όχι αρκετά ώστε να μη φτάσει στα διπλανά αυτιά.

   Και υπήρχε πάντα εκείνη η λεπτή, σχεδόν επικίνδυνη σκέψη που κυκλοφορούσε ανάμεσα στους ψιθύρους: πως μια γυναίκα που μένει χωρίς άντρα, χωρίς προστασία, χωρίς όνομα να τη στηρίζει, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί εκτεθειμένη σε αυτό που οι άλλοι ονόμαζαν «παραστράτημα»   είτε υπήρχε, είτε όχι.

   Ο Γιούν-Τσεν, παρότι λαβωμένο παλληκάρι, δεν έπαυε να είναι νέος. Και τα μυαλά ενός νέου, έλεγαν, δεν χρειάζονται πολύ για να στραφούν αλλού. Μια ματιά, μια στιγμή, μια ανάγκη για ζεστασιά ή απλώς για παρουσία, κι αρκεί.

   «Την ήξερε κανείς νωρίτερα;» ρωτούσε κάποιος, με προσποιητή αθωότητα.

   Άλλοι προχωρούσαν πιο πέρα, πιο τολμηρά:
«Κι αν δεν είναι εκείνος που ξεστράτισε; Αν εκείνη είναι που ευθύνεται;»

   «Ποιος λέει ότι ο άντρας της δεν την έχει παρατήσει;» απαντούσε μια φωνή, σχεδόν δικαιολογώντας τις κακόγλωσσες υποψίες. «Και αν εκείνη είχε πέσει σε παραστράτημα… ποιος θα το μάθει;»

   Άλλος σχολίαζε «Και ποιός θα μάθει ό,τι και αν κάνουν. Εκείνη μένει στον ξενώνα. Είναι δύσκολο για τον Γιούν-Τσεν να την συναντά τα βράδυα; Μια πόρτα είναι. Ποιός θα τον δει τη νύχτα;»

  Άλλος έφερνε τον αντίλογο. «Δεν το πιστεύω. Λένε πως ο Γιούν-Τσεν καιρό τώρα εργάζεται στην Λιάν-Χουά. Αν είναι έτσι, όπως λένε κάποιοι, αποκλείεται η Λιάν-Χουά να τον άφηνε να γυρίζει με άλλη γυναίκα».

   «Μα δεν το πρόσεξες…» του απάντησε κάποιος άλλος. «Ο Γιούν-Τσεν έχει μήνες τώρα να ανηφορίσει για το Τσιουτζιά. Όλο εδώ στριφογυρίζει. »

   Μερικοί έλεγαν πως ήταν πράξη ευθύνης. Πού ήταν το περίεργο; Ένας νεαρός άνδρας που αναλαμβάνει να προστατεύσει μια γυναίκα που εργάζεται στο σπίτι τους;

    Στο χωριό, η φήμη δεν χρειαζόταν απόδειξη για να μεγαλώσει. Χρειαζόται μόνο μια σύμπτωση που να φαίνεται αρκετά συχνή. Και σε εκείνη την περίπτωση, οι συμπτώσεις άρχισαν να μαζεύονται. Τους έβλεπαν συχνά στον ίδιο χώρο,  στο ίδιο μονοπάτι προς τα χωράφια, στο ίδιο σημείο του ποταμού, στην ίδια αυλή την ώρα που η δουλειά το απαιτούσε.

   «Πάλι μαζί τους είδα,» έλεγε κάποιος. «Σαν να μην μπορούν να αποφύγουν ο ένας τον άλλον.»

   Κανείς δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα αν υπήρχε κάτι ανάμεσά τους. Μα αυτό ακριβώς έκανε την κατάσταση πιο επικίνδυνη. Γιατί όταν δεν υπάρχει βεβαιότητα, η φαντασία αναλαμβάνει να την αντικαταστήσει. Κι η φαντασία στο χωριό δεν ήταν ποτέ αθώα.

   Οι λέξεις έπαιρναν μορφή στα στόματα, αλλά ποτέ στα γεγονότα. Κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά. Μα στο χωριό, η αβεβαιότητα ήταν αρκετή για να γεννήσει βεβαιότητες. Και έτσι, ανάμεσα σε σιωπές και μισόλογα, οι ζωές τους άρχισαν να διαμορφώνονται όχι μόνο από όσα έκαναν, αλλά και από όσα έλεγαν οι άλλοι πως έκαναν.

 

 

 

οι υποψίες της Σιού-Λαν

   Λίγους μήνες αργότερα ο πατέρας του Γιούν-Τσέν, ο αδελφός της Λαν-Ρονγκ, ο Μα Σιούν πέθανε.  Ο θάνατος του Μα Σιούν δεν άφησε πίσω του μόνο ένα κενό· ήταν σαν να αφαίρεσε και το τελευταίο εμπόδιο, το τελευταίο βλέμμα που κρατούσε τα πράγματα στη θέση τους. Ίσως αυτό να άνοιξε το μονοπάτι ώστε η σιωπηλή, υπόγεια σχέση ανάμεσα στον ανιψιό και τη θεία να ριζώσει βαθύτερα, να τεντωθεί σαν κλαδί που δεν φοβάται πια να απλωθεί στο φως.

    Τώρα δεν υπήρχε κανείς να επιβλέπει ούτε τη νεαρή χήρα, ούτε τον γιο του Μα Σιούν. Κανείς να θέτει όρια, να υψώνει φωνή, να διακόπτει τις σιωπές που μεγάλωναν επικίνδυνα ανάμεσά τους.     Το ζευγάρι περίμενε, υπομονετικά, σχεδόν πειθαρχημένα, σαν να υπάκουε σε έναν άγραφο νόμο. Δεν αντάλλασσαν πολλά λόγια· δεν χρειαζόταν. Το πρωϊ μαζί ξεκινούσαν για τα χωράφια, εκείνος στο μαύρο του άλογο εκείνη μόνη της. Οι κινήσεις τους συγχρονίζονταν, τα βήματά τους έβρισκαν τον ίδιο ρυθμό, και μέσα σε αυτή την καθημερινή συντροφικότητα κρυβόταν κάτι που δεν έπρεπε να ονομαστεί.

   Τα μεσημέρια, όταν ο ήλιος στεκόταν ακίνητος πάνω από τα χωράφια και οι σκιές μίκραιναν, χάνονταν για λίγο στην καλύβα του Γιούν-Τσεν. Πρώτα έφτανε η Λαν-Ρονγκ, κοιτώντας γύρω της με προσοχή, κι έμπαινε σιωπηλά κλείνοντας την πόρτα πίσω της. Λίγο αργότερα ακολουθούσε εκείνος. Έξω, ο πιστός Λίνγκ έμενε άγρυπνος, σαν να καταλάβαινε πως φύλαγε κάτι περισσότερο από ένα απλό μυστικό.

   Μέσα στην καλύβα, η σιωπή δεν ήταν πια άμυνα αλλά παράδοση. Τα συγκρατημένα βλέμματα έσπαγαν, τα χέρια έβρισκαν το ένα το άλλο με μια βιασύνη που πρόδιδε πόσο είχαν περιμένει. Ό,τι δεν τολμούσαν να πουν, το άφηναν να ειπωθεί αλλιώς, σε ανάσες κομμένες, σε κινήσεις που δεν ζητούσαν άδεια, σε μια ένωση που γεννιόταν κάθε φορά σαν να ήταν η πρώτη και η τελευταία μαζί.

   Κι ύστερα, όταν ο χρόνος τους τελείωνε, όλα επέστρεφαν σιωπηλά στη θέση τους με την ίδια προσοχή. Η Λαν-Ρονγκ έφευγε πρώτη, ισιώνοντας τα ρούχα της και παίρνοντας πίσω την ήρεμη όψη της, επιστρέφοντας μόνη στο πατρικό σπίτι των Μα. Αργότερα, με καθυστέρηση μετρημένη, εμφανιζόταν κι εκείνος, πάνω στο άλογό του, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, εκτός από εκείνο το μυστικό που, μέρα με τη μέρα, ρίζωνε όλο και πιο βαθιά ανάμεσά τους.

   Το σπίτι των Μα υψωνόταν χαμηλό και πλατύ, με την εσωτερική αυλή στρωμένη με πλάκες που γυάλιζαν από την υγρασία. Εκεί, κάθε ήχος αντηχούσε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, κάθε σιωπή βάραινε. Η Σιού-Λαν άρχισε να παρατηρεί μικρά πράγματα, βλέμματα που κρατούσαν λίγο παραπάνω, παύσεις που δεν εξηγούνταν, μια αδιόρατη αλλαγή στον τρόπο που ο γιος της στεκόταν κοντά στη θεία του. Κάτι υποπτευόταν, μα δεν ήθελε να το πιστέψει. Όχι γιατί δεν έβλεπε, αλλά γιατί το να δει καθαρά θα σήμαινε πως θα έπρεπε και να πράξει.

   Οι μέρες περνούσαν με έναν ρυθμό που την ανησυχούσε. Άλλοτε οι δυο τους έμεναν τα μεσημέρια στην καλύβα, εκείνη τη μακρινή, σχεδόν ξεχασμένη καλύβα στα όρια των χωραφιών. Άλλοτε ο Γιούν-Τσεν έμενε μόνος του, κι άλλες φορές επέστρεφαν και οι δύο στο σπίτι, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Η Σιού-Λαν προσπαθούσε να βρει μια λογική εξήγηση, να πείσει τον εαυτό της πως όλα ήταν όπως πριν. Μα η καρδιά της δεν υπάκουε.

   Συχνά τη νύχτα ξυπνούσε με την αίσθηση πως κάτι είχε ήδη συμβεί ή πως ήταν θέμα χρόνου να συμβεί. Σκεφτόταν την καλύβα. Αν υπήρχε ένα μέρος όπου τα όρια μπορούσαν να ξεθωριάσουν, ήταν εκεί. Μακριά από τα μάτια, μακριά από τη σιωπηλή αυστηρότητα του σπιτιού. Την καλύβα που κάποτε η ίδια είχε γκρεμίσει, σαν να ήθελε να προλάβει ένα κακό που τότε δεν είχε ακόμη μορφή. Και όμως, ο γιος της την είχε ξαναφτιάξει, πιο γερή, πιο επίμονη, σαν μια πράξη που δεν ήταν μόνο ανάγκη, αλλά και φωνή του χώρου, φωνή του πεθερού της.

   Αυτή η σκέψη την στοίχειωνε περισσότερο απ’ όλες. Όχι μόνο ότι κάτι μπορούσε να συμβεί, αλλά ότι ίσως είχε ήδη αρχίσει, αργά και αθόρυβα, κάτω από τη δική της στέγη και πέρα από τον έλεγχό της. Και όσο περισσότερο προσπαθούσε να το διώξει από το μυαλό της, τόσο πιο καθαρά το έβλεπε να παίρνει μορφή.

    Μα τα χέρια στα χωράφια είχαν λιγοστέψει. Ο θάνατος του Μα Σιούν δεν άφησε μόνο ένα κενό· άφησε και δουλειές μισές, υποχρεώσεις που δεν περίμεναν το πένθος για να συνεχιστούν. Η γη ζητούσε τα ίδια πράγματα όπως πάντα, ιδρώτα, χρόνο, σώμα. Και σώματα δεν υπήρχαν αρκετά.

   Η Λαν-Ρονγκ είχε προσφερθεί σχεδόν αμέσως. Με μια απλότητα που δεν σήκωνε αντίρρηση, είχε πει πως θα πηγαίνει κι εκείνη στα κτήματα. Ποιος θα μπορούσε να της αρνηθεί; Κάποια από αυτά τα χωράφια ήταν και δικά της. Και τώρα, περισσότερο από ποτέ, η οικογένεια είχε ανάγκη.

   Η Σιού-Λαν δεν είχε μιλήσει τότε. Είχε γνέψει μόνο καταφατικά, με εκείνη τη σιωπηλή συγκατάθεση που δεν είναι επιλογή αλλά ανάγκη. Όμως μέσα της κάτι είχε σφιχτεί. Όχι ακόμη υποψία· κάτι πιο ακαθόριστο, μια ενόχληση χωρίς όνομα.

    Οι δύο μεγαλύτεροι γιοι της δεν είχαν σταθεί όπως θα περίμενε. Έρχονταν, ναι. Περνούσαν από το σπίτι, κάθονταν για λίγο, έσκυβαν το κεφάλι με έναν τρόπο που έδειχνε λύπη. Μα έπειτα, σχεδόν χωρίς να το καταλάβουν, άρχιζαν να μιλούν για τα δικά τους. Ο ένας για τα χρέη του, ο άλλος για τις δυσκολίες στο σπιτικό του. Λόγια, παράπονα, ανάγκες.

   Και ο Μινγκ-Τάο… το σπίτι που έχτιζε παραδίπλα από εκείνο των Ζου είχε καταντήσει μια ατέλειωτη ιστορία. Πέτρες που δεν έφταναν, μάστορες που ζητούσαν περισσότερα, σχέδια που άλλαζαν. Πάντα έτσι ήταν. Όποιος ήθελε μεγάλο σπίτι, μπλεκόταν σε μεγάλες δυσκολίες. Η Σιού-Λαν το ήξερε καλά αυτό. Και κάθε φορά που τον άκουγε να παραπονιέται, ένιωθε μια κούραση να απλώνεται μέσα της, βαριά, σαν υγρή γη.

   Έτσι, χωρίς να το καταλάβει, είχε αρχίσει να στηρίζεται αλλού. Στον Γιούν-Τσεν. Σιωπηλά, σχεδόν ασυναίσθητα. Εκείνος δεν μιλούσε πολύ, δεν ζητούσε, δεν παραπονιόταν. Δούλευε. Και τώρα, δούλευε μαζί με τη Λαν-Ρονγκ. Αυτό ήταν που την ανησυχούσε.

   Στην αρχή το έδιωχνε από το μυαλό της. Ήταν φυσικό, έλεγε. Δύο άνθρωποι στο ίδιο χωράφι, την ίδια ώρα. Τι άλλο να κάνουν; Όμως οι σκέψεις δεν υπάκουαν πάντα στη λογική. Ιδίως τα απογεύματα.

    Κάποιες φορές η Λαν-Ρονγκ επέστρεφε μόνη της. Η μορφή της φαινόταν από μακριά, να πλησιάζει αργά το σπίτι, με εκείνο το σταθερό της βήμα. Και πίσω της, σχεδόν κολλημένος, ο σκύλος,  ο Λινγκ. Η Σιού-Λαν τον παρατηρούσε κάθε φορά.

Ο σκύλος ερχόταν μαζί της μέχρι την αυλόπορτα, και μόλις εκείνη περνούσε μέσα, γύριζε πίσω. Πάντα πίσω. Προς την καλύβα του Γιούν-Τσεν.

    Αυτή η μικρή, επαναλαμβανόμενη κίνηση άρχισε να ριζώνει μέσα της πιο βαθιά από κάθε άλλη υποψία. Δεν ήταν απόδειξη· ήταν όμως ρυθμός. Και οι ρυθμοί λένε αλήθειες που τα λόγια κρύβουν.

   Δεν μπορούσε να πάει στα χωράφια. Η πρόσφατη χηρεία της την κρατούσε δεμένη μέσα στο σπίτι, όχι μόνο από το πένθος αλλά και από τους άγραφους κανόνες που δεν τολμούσε να παραβεί. Μα και πριν από αυτό… ποτέ δεν είχε πλησιάσει στη δουλειά του άντρα της. Εκείνος είχε τον κόσμο του, εκείνη τον δικό της. Έτσι ήταν τα πράγματα. Και τώρα αυτός ο κόσμος της ήταν κλειστός. Δεν έβλεπε. Μόνο φανταζόταν. Και ίσως αυτό να ήταν το χειρότερο.

   Γιατί όσο δεν έβλεπε, όλα μπορούσαν να συμβαίνουν. Κάθε καθυστέρηση, κάθε βλέμμα που δεν είχε προλάβει να πιάσει, κάθε σιωπή ανάμεσα στις λέξεις — όλα μεγάλωναν μέσα της, έπαιρναν μορφή. Η καλύβα στεκόταν στη σκέψη της σαν κάτι ζωντανό. Όχι πια ένα απλό καταφύγιο εργαλείων και σκιάς, αλλά ένας χώρος όπου οι αποστάσεις άλλαζαν, όπου οι ρόλοι μπορούσαν να ξεχαστούν.

    Και ο γιος της… ο γιος της δεν ήταν πια παιδί. Αυτό ήταν που δεν την άφηνε να ησυχάσει. Όχι μόνο η Λαν-Ρονγκ. Όχι μόνο η μοναξιά της χήρας. Αλλά κι εκείνος — η σιωπή του, η επιμονή του, ο τρόπος που είχε ξαναχτίσει την καλύβα, σαν να ήξερε πως θα τη χρειαστεί.

   Η Σιού-Λαν ένιωθε πως κάτι είχε ήδη ξεκινήσει, χωρίς τη συγκατάθεσή της, χωρίς καν να το καταλάβει. Και τώρα στεκόταν στο κατώφλι της ίδιας της της ζωής, ανήμπορη να μπει ή να βγει, κρατώντας μέσα της μια αλήθεια που δεν τολμούσε να ξεστομίσει.

   Και κάθε απόγευμα, όταν έβλεπε τον Λινγκ να γυρίζει πίσω μόνος του, ένιωθε πως εκεί, σε εκείνη τη διαδρομή από την αυλόπορτα ως την καλύβα, κρυβόταν ό,τι δεν μπορούσε να δει.

    Μια μέρα, όταν όλοι είχαν φύγει για τα χωράφια, εμφανίστηκε στην αυλόπορτα των Μα μια νεαρή κοπέλα. Η Σιού-Λαν άργησε μια στιγμή να τη γνωρίσει· είχε καιρό να τη δει. Μα όταν τα μάτια της στάθηκαν πάνω στο πρόσωπό της, κάτι γνώριμο αναδύθηκε μέσα από τη μνήμη. Ήταν η Τάο-Χουά.

   «Εσύ;» ψιθύρισε, περισσότερο στον εαυτό της παρά στην κοπέλα. Η Τάο-Χουά στάθηκε στο κατώφλι αμήχανα, με τα χέρια σφιγμένα μπροστά της. Είχε αλλάξει. Όχι πολύ, μα αρκετά ώστε να φανεί πως είχε περάσει μέσα από κάτι που δεν φαινόταν με την πρώτη ματιά. Το πρόσωπό της είχε χάσει εκείνη την άγουρη ελαφρότητα· είχε βαρύνει, σαν να κουβαλούσε σκέψεις που δεν ήξερε πού να αφήσει.

   Η Σιού-Λαν την κάλεσε μέσα χωρίς πολλές ερωτήσεις. Υπήρχαν πράγματα που δεν ρωτιούνται αμέσως. Κάθισαν απέναντι. Για λίγο δεν μίλησε καμία. Ύστερα η Τάο-Χουά πήρε μια ανάσα, βαθιά, σαν να ετοιμαζόταν να βουτήξει.

   «Παντρεύτηκα… στο Μενγκ-Λιανγκ», είπε χαμηλά. «Το ξέρετε.»

   Η Σιού-Λαν έγνεψε. Το ήξερε. Το χωριό πάντα ήξερε.

   «Είμαι… έγκυος.»

   Η λέξη έπεσε ανάμεσά τους και έμεινε εκεί. Η Σιού-Λαν ένιωσε κάτι να σφίγγεται μέσα της, όχι ακόμη φόβος, όχι ακόμη υποψία· μια αναμονή. «Όχι από τον άντρα μου», πρόσθεσε η κοπέλα, σχεδόν αμέσως, πριν προλάβει να τη ρωτήσει.

    Τότε η σιωπή άλλαξε μορφή. Η Σιού-Λαν δεν μίλησε. Μόνο την κοίταζε.

   «Από τον Γιούν-Τσεν», είπε τελικά η Τάο-Χουά.

   Η φράση δεν ακούστηκε δυνατά, μα ήταν σαν να αντήχησε σε όλο το σπίτι.

   «Πότε;» κατάφερε να πει.

   «Λίγες μέρες πριν φύγω», απάντησε η Τάο-Χουά.

  «Είπα πως ο πατέρας μου ήταν άρρωστος… γύρισα στο χωριό. Πήγα να τον βρω.»

   Σταμάτησε. Τα μάτια της χαμήλωσαν.

   «Πήγα στην καλύβα του.»

   Η Σιού-Λαν ένιωσε την καρδιά της να χτυπά πιο δυνατά. «Αλλά… δεν ήταν μόνος.»

    Τα λόγια ήρθαν σπασμένα, σαν να έβγαιναν με κόπο. «Ήταν με μια άλλη γυναίκα.»

   Η Σιού-Λαν δεν χρειάστηκε να ρωτήσει ποια. Το όνομα σχηματίστηκε μόνο του μέσα της, βαρύ και αναπόφευκτο. Έκλεισε για λίγο τα μάτια. Τώρα πια δεν ήταν υποψία. Δεν ήταν φόβος χωρίς σχήμα. Ήταν κάτι που είχε αρχίσει και είχε  απλωθεί, είχε μπλέξει ζωές.

    Όταν τα άνοιξε, η Τάο-Χουά την κοιτούσε, με ένα βλέμμα που δεν ζητούσε συγχώρεση· ζητούσε τόπο να σταθεί. «Δεν μπόρεσα να του μιλήσω», συνέχισε. «Πώς να του το πω;» Η φωνή της έσπασε. «Και μετά… έφυγα.»

   Η Σιού-Λαν σηκώθηκε αργά και την πλησίασε. Για μια στιγμή δίστασε, σαν να στεκόταν μπροστά σε κάτι που δεν ήξερε αν μπορούσε να αγγίξει. Ύστερα την αγκάλιασε.

   Η κοπέλα έμεινε ακίνητη στην αρχή. Και μετά λύγισε. Η Σιού-Λαν την κράτησε σφιχτά. Ένιωθε το λεπτό της σώμα, την εύθραυστη ζεστασιά της, και κάπου βαθιά μέσα της γεννήθηκε μια σκέψη που δεν περίμενε. Αυτή… αυτή θα μπορούσε να ήταν η νύφη της. Όχι η άλλη. Όχι εκείνη η σιωπηλή, επικίνδυνη παρουσία που είχε αρχίσει να απλώνεται στο σπίτι της. Αλλά αυτή, μια φτωχή κοπέλα, ναι, μα καθαρή μέσα στη δυσκολία της.

   Και τι ήταν η ίδια, όταν παντρεύτηκε τον Μα Σιούν; Τίποτα δεν είχε. Εκείνος είχε τη γη, το σπίτι, το όνομα. Εκείνη είχε μόνο τα χέρια της. Κι όμως, στάθηκε. Η σκέψη αυτή την πίκρανε και την ζέστανε μαζί.

    «Θα μείνω λίγες μέρες ακόμη», είπε η Τάο-Χουά, τραβώντας λίγο πίσω, σκουπίζοντας τα μάτια της. «Αν… αν με θέλει, θα μείνω εδώ. Δεν θέλω να γυρίσω στο Μενγκ-Λιανγκ.»

    Η φωνή της ήταν χαμηλή, μα μέσα της υπήρχε κάτι σταθερό. Η Σιού-Λαν την κοίταξε προσεκτικά.

Έβλεπε μπροστά της όχι μόνο ένα κορίτσι, αλλά μια κατεύθυνση. Μια δυνατότητα. Και μαζί, έναν κίνδυνο που θα έπρεπε να αντιμετωπίσει.

   Για πρώτη φορά μετά από καιρό, ένιωσε πως δεν μπορούσε πια να μείνει σιωπηλή. «Θα μιλήσω εγώ στον γιο μου», είπε. Και καθώς το έλεγε, κατάλαβε πως αυτή η κουβέντα δεν θα ήταν σαν τις άλλες. Δεν θα ήταν μια απλή συζήτηση μητέρας και γιου. Θα ήταν μια γραμμή. Και κάποιος θα έπρεπε να διαλέξει από ποια πλευρά θα σταθεί.

   Η Σιού-Λαν περίμενε να πέσει το βράδυ. Δεν ήθελε αυτή η κουβέντα να γίνει στο φως της ημέρας, εκεί όπου οι σκιές είναι κοντές και τα πράγματα μοιάζουν πιο απλά απ’ όσο είναι. Ήθελε το σκοτάδι, εκεί όπου οι λέξεις βαραίνουν και δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς από αυτές  εύκολα.

   Ο Γιούν-Τσεν γύρισε αργά από τα χωράφια. Τα βήματά του ήταν κουρασμένα, μα σταθερά, όπως πάντα. Μπήκε στο σπίτι χωρίς να μιλήσει. Εκείνη τον περίμενε, καθισμένη χαμηλά, με τα χέρια διπλωμένα στην ποδιά της.

    «Κάθισε», του είπε. Η φωνή της δεν σήκωνε αντίρρηση.

   Εκείνος στάθηκε για μια στιγμή, σαν να ζύγιζε την κατάσταση, και ύστερα κάθισε απέναντί της. Δεν τη ρώτησε τί ήθελε. Ήξερε. Για λίγο δεν μίλησε κανείς.

    Ύστερα η Σιού-Λαν πήρε μια αργή ανάσα. «Η Τάο-Χουά ήρθε», είπε.

   Ο Γιούν-Τσεν δεν αντέδρασε. Μόνο τα μάτια του χαμήλωσαν ανεπαίσθητα.

   «Είναι έγκυος.»

   Σιωπή.

   «Λέει πως το παιδί είναι δικό σου.»

   Εκείνος έμεινε ακίνητος. Σαν να είχε ήδη ακούσει αυτά τα λόγια μέσα του πολλές φορές πριν ειπωθούν. «Δεν έχει σημασία τι λέει», απάντησε τελικά, χαμηλά.

   Η Σιού-Λαν τον κοίταξε έντονα. «Έχει σημασία», είπε. «Έχει μεγάλη σημασία.» Σκύβοντας λίγο μπροστά, τον πλησίασε με το βλέμμα. «Άκουσέ με. Έχεις ακόμη χρόνο.»

   Ο Γιούν-Τσεν δεν σήκωσε το κεφάλι. «Χρόνο για τί;»

   «Να διορθώσεις τα πράγματα.»

   Ένα μικρό, σχεδόν αδιόρατο χαμόγελο πέρασε από τα χείλη του, όχι από χαρά, αλλά από μια πικρή ειρωνεία. «Τί να διορθώσω;» είπε. «Ό,τι έγινε, έγινε.»

   «Δεν είναι έτσι!» Η φωνή της υψώθηκε για πρώτη φορά. «Δεν είναι όλα τελειωμένα. Δεν είναι ανάγκη να την παντρευτείς.»

   Εκείνος σήκωσε τα μάτια του. Για μια στιγμή, μητέρα και γιος κοιτάχτηκαν κατευθείαν.

   «Θα την κρατήσουμε εδώ», συνέχισε η Σιού-Λαν, πιο ήρεμα τώρα, μα με ένταση που δεν είχε φύγει. «Στο σπίτι. Θα δούμε μετά τί θα κάνουμε.»

    Σταμάτησε για μια ανάσα.

   «Αν το παιδί είναι δικό σου… δεν μπορούμε να το αφήσουμε σε έναν ξένο.»

   Η λέξη «ξένος» έμεινε να αιωρείται βαριά ανάμεσά τους. Ο Γιούν-Τσεν γύρισε το βλέμμα του αλλού. Προς την αυλή, προς το σκοτάδι που είχε αρχίσει να γεμίζει τα κενά. «Δεν είμαι έτοιμος για ευθύνες», είπε. Ήταν η πρώτη φορά που το έλεγε τόσο καθαρά.

   Η Σιού-Λαν ένιωσε κάτι να σπάει μέσα της. «Δεν ήσουν έτοιμος ούτε τότε», απάντησε κοφτά. «Κι όμως… έγινε.»

    Εκείνος δεν μίλησε αμέσως. «Δεν την κράτησα όταν έπρεπε», συνέχισε ο ίδιος, μετά από λίγο, πιο χαμηλά. «Τώρα γιατί να την κρατήσω;» Η φράση του έπεσε σαν πέτρα.

    Η Σιού-Λαν τον κοίταξε με δυσπιστία. «Γιατί τώρα ξέρεις», είπε. «Τότε δεν ήξερες.»

   Ο Γιούν-Τσεν κούνησε αργά το κεφάλι. «Δεν αλλάζει κάτι αυτό.»

   «Αλλάζει!» επέμεινε εκείνη. «Αλλάζει τα πάντα!»

   Μα εκείνος είχε ήδη αποσυρθεί. Το πρόσωπό του είχε κλείσει, όπως κλείνει μια πόρτα που δεν πρόκειται να ξανανοίξει εύκολα. Η Σιού-Λαν κατάλαβε. Ό,τι κι αν έλεγε από εδώ και πέρα, δεν θα έφτανε μέσα του. Έμειναν για λίγο έτσι, μέσα στη σιωπή. Και τότε εκείνη ένιωσε κάτι βαρύ να κατακάθεται μέσα της, όχι πια αμφιβολία, αλλά βεβαιότητα.

   Την επόμενη μέρα, η Τάο-Χουά έφυγε. Δεν έγιναν πολλές κουβέντες. Δεν χρειάζονταν. Η Σιού-Λαν την αγκάλιασε ξανά, όπως την πρώτη φορά, μα αυτή τη φορά η αγκαλιά είχε μέσα της κάτι τελικό. Η κοπέλα πήρε τον δρόμο για το Μενγκ-Λιανγκ. Και ο Γιούν-Τσεν δεν την σταμάτησε. Έτσι, για άλλη μια φορά, την άφησε να φύγει.

   Η Σιού-Λαν στάθηκε για ώρα στην αυλόπορτα, κοιτώντας τον δρόμο μέχρι που η μορφή της χάθηκε. Και τότε, αργά, γύρισε το βλέμμα της προς το σπίτι. Προς τον ξενώνα. Εκεί όπου έμενε εκείνη. Η Λαν-Ρονγκ. Τώρα πια δεν υπήρχε αμφιβολία μέσα της. Όλα είχαν πάρει τη θέση τους, όπως κομμάτια ενός παζλ που για καιρό αρνούνταν να ενωθούν. Αυτή η γυναίκα. Αυτή έφταιγε. Είχε έρθει απρόσκλητη και είχε ριζώσει μέσα στο σπίτι τους, μέσα στη ζωή του γιου της. Όχι με θόρυβο, όχι με απαίτηση, αλλά με εκείνη τη σιωπηλή επιμονή που είναι πιο δυνατή από κάθε φωνή. Σαν να είχε πιάσει τη μοίρα του και να την είχε λυγίσει. Να την είχε κλαδέψει. Να μην την αφήσει να υψωθεί, να γίνει δέντρο με κορμό και κλαδιά που απλώνονται. Να μην πάρει το βάρος της ζωής του όπως του άξιζε. Αλλά να μείνει χαμηλός. Σιωπηλός. Σαν θάμνος που μεγαλώνει προς τα μέσα, μπλεγμένος, χωρίς κατεύθυνση.

   Η Σιού-Λαν έσφιξε τα χέρια της. Τώρα ήξερε. Και αυτό που ήξερε δεν μπορούσε πια να το ξεχάσει.

 

 

 

η διαπραγμάτευση

   Εκείνο το απόγευμα, η οικογένεια είχε συγκληθεί σε συμβούλιο. Ο πατέρας, ο Μα Σιούν, είχε πεθάνει πριν από δύο χειμώνες, αφήνοντας πίσω του τρία αγόρια, μια χήρα αδελφή και χωράφια ρυζιού που απαιτούσαν πειθαρχία και σύνεση.

   Στην εσωτερική αυλή του σπιτιού των Μα, η μητέρα των τριών αδελφών, η Μα Σιού-Λαν, καθόταν με την πλάτη ίσια σαν δοκάρι. Το πρόσωπό της ήταν γαλήνιο, μα τα μάτια της είχαν τη σκληρότητα ανθρώπου που είχε αντέξει πένθος και δυσκολίες χωρίς να λυγίσει.

   Ο πρωτότοκος, ο Μα Γκουάν-Σεν, στεκόταν δίπλα στην κολόνα της στέγης. Ο δεύτερος, ο Μα Μινγκ-Τάο, κρατούσε στα χέρια του ένα μικρό ξύλινο κομπολόι υπολογισμού, συνήθεια που δεν εγκατέλειπε ούτε στις πιο προσωπικές στιγμές.  

   Ο πρωτότοκος, ο Μα Γκουάν-Σεν, άνδρας πρακτικός και λιγομίλητος, είχε απομακρυνθεί εδώ και καιρό από την οικογένεια.

   Ο δεύτερος, ο Μα Μινγκ-Τάο, μπορεί να έμενε στο σπίτι της γυναίκας του, αλλά κρατούσε επαφές με την μητέα του, την Σιού-Λαν. Την επισκεπτόταν συχνά, και κάποιες φορές ερχόταν μαζί και η γυναίκα του η Τσεν-Γι φέρνοντας μικρά δώρα στη πεθερά της. Ο Μινγκ-Τάο είχε μυαλό κοφτερό σαν μέτρημα εμπόρου· γνώριζε τι σήμαινε χρέος και τι σήμαινε κέρδος.

   Ο μικρότερος αδελφός, ο Γιούν-Τσεν, στεκόταν απέναντί  τους με το βλέμμα σταθερό, μα τα χέρια του έτρεμαν. Η θεία του, η χήρα Λαν-Ρογκ, καθόταν λίγο πιο πίσω, ντυμένη με απλό γκρίζο ένδυμα.   Όταν ο Γιούν-Τσεν ανακοίνωσε ότι ο λόγος που τους είχε καλέσει ήταν κάτι που θα έπρεπε να μείνει μεταξύ τους και μόνο, κάτι ορθώθηκε. Νόμισαν πως επρόκειτο να ζητήσει το μερίδιό του από την πατρική περιουσία.

  Τους είπε πως αν δεν συμφωνούσαν  θα έπρεπε να του δώσουν το μερίδιό του και το μερίδιο της θείας του, της Λαν-Ρονγκ, γιατι θα έφευγαν μακρυά σε άλλο τόπο και οι δύο. Δεν μπορούσαν πια να κρύβονται. Είχε σχέση με την Λαν-Ρονγκ, τη θεία του, η αυλή πάγωσε. Τα δυο μεγαλύτερα αδέλφια του στην αρχή δεν είπαν τίποτε. Μόνο η μάνα του Γιούν-Τσεν, η Μα Σιού-Λαν, προσπάθησε να μην κοιτάζει την ερωμένη του γιου της.

    Ο Γκουάν-Σεν έσπασε πρώτος τη σιωπή. «Ο πατέρας μας δεν άφησε διαθήκη για τέτοιο πράγμα», είπε αργά. «Μα πρέπει να σκεφτούμε το σπίτι. Αν η Λαν-Ρογκ παντρευτεί εκτός οικογένειας, το μερίδιο της γης της θα περάσει σε ξένα χέρια. Ίσως αν έμενε εδώ χωρίς κάποια υπόνοια, αν έμενε σιωπηλά, χωρίς να προκαλεί, τότε η περιουσία θα παρέμενε ενιαία.»

   Ο Μινγκ-Τάο ένευσε. «Και μαζί και τα ασημένια νομίσματα της προίκας της. Ήδη ο φόρος του φθινοπώρου είναι βαρύς. Αν φύγει, θα χρειαστεί να μοιράσουμε ξανά τα χωράφια. Θα μικρύνει το μερίδιό μας.»

   Η μητέρα αναστέναξε. «Μα είναι η θεία σου», ψιθύρισε προς τον Γιούν-Τσεν. «Οι πρόγονοι…»

   Ο Μινγκ-Τάο την διέκοψε ήπια. «Οι πρόγονοι τιμούν την ενότητα του οίκου. Αν μείνει μέσα στην οικογένεια, δεν θα υπάρξει νέα διανομή. Η γη δεν θα κοπεί στα τρία, μα θα παραμείνει ένα σώμα.»

   Ο Γκουάν-Σεν πρόσθεσε, με το βλέμμα στραμμένο στο έδαφος: «Δεν είναι θέμα επιθυμίας. Είναι θέμα σταθερότητας. Ο νεότερος αδελφός δεν έχει ακόμη μερίδιο ξεχωριστό. Αν ζήσει μαζί της, θα λάβει και το χωράφι της δίπλα στο ποτάμι. Έτσι δεν θα χρειαστεί να απαιτήσει τμήμα από τα υπόλοιπα.»

   Η λογική τους ήταν ψυχρή, σχεδόν λογιστική. Δεν μιλούσαν για έρωτα, ούτε για ντροπή· μιλούσαν για σύνορα χωραφιών, για φοροεισπράκτορες και για τον φόβο της διαίρεσης.

   Ο Γιούν-Τσεν σήκωσε το κεφάλι. «Δεν ζητώ μόνο τη γη της», είπε με φωνή που έσπασε. «Την αγαπώ. Δεν την γνώρισα σα συγγενή μας, τη γνώρισα σαν ξένη.»

   Η Λαν-Ρογκ σήκωσε τα μάτια της για πρώτη φορά. Η μητέρα του Γιούν-Τσεν έγειρε μπροστά. «Και εσύ, Λαν-Ρογκ;» την ρώτησε χωρίς σκληρότητα, μα με βαρύτητα. «Είσαι μεγαλύτερη από τον γιο μου. Θα αντέξεις την περιφρόνηση; Θα τον αφήσεις ελεύθερο αν μια μέρα θελήσει γυναίκα της ηλικίας του;»

    Η σιωπή κράτησε αρκετά ώστε να ακουστεί το νερό από το πηγάδι. Τότε η Λαν-Ρογκ σήκωσε το κεφάλι. «Όταν πέθανε ο αδελφός μου, μου έμεινε ένα όνομα χωρίς στέγη. Αν φύγω από εδώ, το μερίδιο της γης μου θα περάσει σε ξένο οίκο. Οι συγγενείς του άνδρα μου δεν με κάλεσαν ποτέ πίσω. Εδώ είναι το μόνο μου σπίτι.»

   Κατόπιν η Λαν-Ρογκ κοίταξε τους δύο μεγαλύτερους αδελφούς του Γιούν-Τσεν. «Αν φοβάστε διεκδικήσεις, ας γραφτεί συμφωνία μπροστά στον γραμματέα του χωριού. Το χωράφι μου να περάσει στο όνομα του Γιούν-Τσεν, χωρίς δυνατότητα άλλης αξίωσης από τη μεριά μου.»

   Έπειτα στράφηκε προς τη μητέρα του Γιούν-Τσεν. Η στάση της δεν είχε πρόκληση· είχε κάτι πιο δύσκολο, μια ήρεμη αποδοχή του κινδύνου.

   «Όσο για την ηλικία…» είπε, και για μια στιγμή άφησε τα λόγια να σταθούν ανάμεσά τους. «Είμαι δεκατρία χρόνια μεγαλύτερή του. Το ξέρω καλά. Δεν ζητώ να του στερήσω το μέλλον του, ούτε να τον δέσω σε κάτι που αύριο μπορεί να τον βαραίνει.»

   Σήκωσε ελαφρά το βλέμμα της, χωρίς να τολμά ακόμη να συναντήσει ευθέως της Σιού-Λαν. «Αν θελήσει να πάρει γυναίκα, να κάνει οικογένεια, να αφήσει απογόνους… δεν θα σταθώ εμπόδιο. Δεν θα σταθώ ανάμεσα σε εκείνον και τη ζωή που του πρέπει. Μα σήμερα…» σταμάτησε για μια ανάσα, «…σήμερα δεν ζητώ τίποτε περισσότερο από το να πάψω να υπάρχω σαν φιγούρα χωρίς όνομα μέσα σ’ αυτό το σπίτι.»

   Τα μάτια της χαμήλωσαν ξανά, μα αυτή τη φορά δεν ήταν από αδυναμία· ήταν σαν να ζύγιζε τα ίδια της τα λόγια. «Δεν επιδίωξα την καρδιά του», συνέχισε πιο ήσυχα. «Εκείνος ήρθε σε μένα. Περισσότερες από μία φορές τον έδιωξα. Του είπα να το σκεφτεί. Του είπα πως θα εκτεθεί, πως θα δώσει δικαιώματα, πως οι άνθρωποι θα μιλήσουν και δεν θα ξεχάσουν εύκολα.»

   Ένα αχνό, πικρό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της. «Του είπα πως θα στιγματίσει το όνομά του… πως μπορεί να μειωθεί στα μάτια των άλλων. Μα δεν έφυγε.»

   Σήκωσε τότε το βλέμμα της και κοίταξε τη Σιού-Λαν πιο σταθερά. «Αν με απορρίψετε, θα φύγω. Χωρίς λόγια, χωρίς θόρυβο. Δεν θα γίνω αιτία να διχαστεί το σπίτι σας. Δεν θα σταθώ ανάμεσά σας.»

    Η φωνή της χαμήλωσε στο τέλος, μα δεν έσπασε. «Μα αν μείνω… θα μείνω με τα όριά μου καθαρά. Όχι με ψέμματα. Όχι σαν κάτι κρυφό που όλοι βλέπουν και κανείς δεν ονομάζει.»

Και τότε σώπασε.

    Ο μεγαλύτερος αδελφός. ο Γκουάν-Σεν είπε «Ξέρεις τι σημαίνει αυτό για τον οίκο μας;»

    «Το ξέρω καλύτερα από εσάς», του απάντησε ήρεμα η Λαν-Ρογκ. «Εγώ κάποτε θυσιάστηκα. Εγώ δέχθηκα να φύγω από το χωριό. Έβλεπα ότι τότε ήταν δύσκολη η κατάσταση. Και το δέχτηκα.»

   Για μια στιγμή, η φωνή της μαλάκωσε, σαν να πέρασε μέσα της μια παλιά μνήμη. «Δεν έφερα ποτέ ντροπή στο όνομά σας.»

   Ο Μινγκ-Τάο, ο δευτερότοκος, χτύπησε απότομα το πόδι του στο λιθόστρωτο. Ο ήχος αντήχησε κοφτός στην αυλή. «Μπορεί τότε να θυσιάστηκες», είπε με ένταση, «μα τώρα δεν κάνεις το ίδιο.»

   Γύρισε προς τον Γκουάν-Σεν, με το βλέμμα σκληρό. «Για τον οίκο μας, ακόμη δεν σημαίνει τίποτα.» Έκανε μια μικρή παύση, σαν να ζύγιζε τα λόγια του. «Μόνο εμείς οι τρεις και η μάνα μας ξέρουμε ποια είναι. Για όλους τους άλλους είναι μια ξένη, μια γυναίκα που φιλοξενούμε. Μια γυναίκα που την παράτησε εδώ ο άντρας της.»

    Η φωνή του χαμήλωσε, έγινε πιο ψυχρή, πιο υπολογισμένη. «Όσο αυτό μένει έτσι… όσο κρατάμε αυτή την εικόνα… δεν υπάρχει λόγος να ξεσπάσει κουβέντα. Κανείς δεν θα μιλήσει αν δεν του δώσουμε αφορμή.»

   Σήκωσε το βλέμμα του ξανά προς τη Λαν-Ρονγκ. «Το ζήτημα δεν είναι τί είναι. Το ζήτημα είναι τί φαίνεται.» Και αυτή τη φορά, η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν αμηχανία, ήταν συμφωνία που κανείς δεν ήθελε να πει δυνατά.

   Η μητέρα τότε σήκωσε το βλέμμα της. Ήταν ψυχρό, μα όχι τυφλό. «Κι όμως, δεν τον έδιωξες.»

   Η Λαν-Ρογκ γονάτισε τώρα. «Δεν τον έδιωξα στην αρχή γιατι δεν ήξερα. Κανείς από τους δυο μας δεν ήξερε.»

   «Κι όταν το μάθατε;» ρώτησε η Σιού-Λαν;

   «Σκεφτήκαμε να φεύγαμε μαζί, αλλά ήρθε ο θάνατος του Μα Σιούν και είδε πως πλέον δεν μπορούσε να φύγει. Τα χωράφια θα έμεναν μόνα τους. Για σας έμεινε. Μαζί με την ευθύνη ήρθε και η απόφαση να ματαιώσει κάθε σχέδιο που θα τον έβγαζε μακριά… ακόμη κι αν αυτό σήμαινε να κρατήσει την καρδιά του σε κρυφή φυλακή.»

   Η αυλή βυθίστηκε ξανά στη σιωπή. Από τον δρόμο ακούστηκε το πέρασμα ενός πωλητή. Η ζωή συνέχιζε, αδιάφορη για την κρίση ενός σπιτιού.

   Η μητέρα κατέβηκε ένα σκαλοπάτι και στάθηκε μπροστά στη Λαν-Ρονγκ. Το βλέμμα της ήταν βαρύ, με εκείνη τη σιωπηλή αυστηρότητα που δεν σήκωνε αντίλογο. «Αν ο γιος μου εκτεθεί… αν δώσει δικαίωμα να τον κακολογήσουν… θα το κουβαλά μαζί του κι ο οίκος μας.»

    Έκανε μια μικρή παύση, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως κάθε λέξη είχε φτάσει εκεί που έπρεπε. «Η ντροπή δεν μένει ποτέ σ’ έναν μόνο άνθρωπο. Απλώνεται.»

   Η Λαν-Ρονγκ έμεινε για λίγο σιωπηλή, σαν να μάζευε τις λέξεις μέσα της πριν τις αφήσει να βγουν. Όταν μίλησε, η φωνή της δεν είχε πια εκείνη τη σταθερή ψυχρότητα· είχε κάτι πιο ανθρώπινο, πιο κουρασμένο. «Έκανα ό,τι μπορούσα… για να μείνει αυτή η σχέση κρυφή», είπε χαμηλά. «Όλο αυτόν τον καιρό.»

   Σήκωσε το βλέμμα της, περνώντας από τον έναν στον άλλον. «Δεν ήταν δική μου απόφαση να φτάσουμε εδώ. Δεν ήμουν εγώ που θέλησα να βγει στο φως.» Μια μικρή παύση. «Εκείνος επέμενε.»

   Τα λόγια έπεσαν καθαρά, χωρίς προσπάθεια να τα μαλακώσει. «Μου έλεγε να φύγουμε. Να αφήσουμε το χωριό… να πάμε κάπου αλλού, σε τόπους όπου κανείς δεν μας γνωρίζει. Να ξεκινήσουμε από την αρχή.»

    Η Σιού-Λαν ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται, μα δεν μίλησε.

   «Γι’ αυτό…» συνέχισε η Λαν-Ρονγκ, «μπήκε το ζήτημα του χωρισμού της περιουσίας.»

   Η λέξη έμεινε να αιωρείται. Ο  Γκουάν-Σεν, που ως εκείνη τη στιγμή στεκόταν ακίνητος, σαν να άκουγε περισσότερο παρά να κρίνει, ανασήκωσε ελαφρά το κεφάλι.

   «Αν μπόρεσε να μείνει κρυφή μέχρι τώρα αυτή η σχέση…» είπε αργά, μετρώντας τα λόγια του, «γιατί να μη μείνει κρυφή και από εδώ και πέρα;» Τα μάτια του στάθηκαν πρώτα στον αδελφό του, ύστερα στη Λαν-Ρονγκ. «Θα πρέπει, όμως…» πρόσθεσε, και η φωνή του σκλήρυνε ανεπαίσθητα, «να είστε πολύ πιο προσεκτικοί.»

   Έκανε ένα βήμα μπροστά. «Από εδώ και πέρα δεν υπάρχει περιθώριο για λάθη. Ούτε για απροσεξίες. Ό,τι έγινε, έγινε κρυφά. Αν θέλετε να συνεχίσει να υπάρχει… θα μείνει έτσι.»

   Η σιωπή που ακολούθησε ήταν διαφορετική αυτή τη φορά. Όχι γεμάτη ένταση, αλλά γεμάτη όρους.

   Η μητέρα την κοίταξε για πολλή ώρα. Με αυστηρή και επιτακτική φωνή μίλησε στην Λαν-Ρογκ. Ένα είδος διαταγής που ακόμη η τελική της απόφαση δεν είχε εμφανιστεί.  «Σήκω» της είπε. Η χήρα σηκώθηκε αργά. «Αν γίνει αυτό», είπε η μητέρα, «δεν θα γίνει από πάθος. Μόνο μείς εδώ μέσα θα πρέπει να το γνωρίζουμε. Κανείς άλλος.»

   Ο Μινγκ-Τάο αντάλλαξε βλέμμα με τον Γκουάν-Σεν. Η πρακτική του σκέψη ήδη υπολόγιζε: χωρίς νέα μοιρασιά, χωρίς απώλεια γης, με γραπτή συμφωνία. Ο Γκουάν-Σεν τελικά μίλησε: «Αν γίνει γραπτό. Αν το μερίδιο της καθοριστεί καθαρά. Αν ο νεότερος παραιτηθεί από επιπλέον αξιώσεις.»

   Ο Γιούν-Τσεν έγνεψε καταφατικά, χωρίς δισταγμό. Η κίνηση ήταν μικρή, μα απόλυτη, σαν να είχε ήδη πάρει την απόφασή του πριν καν τεθεί το ερώτημα.

   Η Σιού-Λαν τον κοίταξε για μια στιγμή ακόμη. Ύστερα έκλεισε τα μάτια της. Όχι για πολύ. Μα αρκετά ώστε να μαζέψει μέσα της ό,τι είχε απομείνει από θυμό, από αντίσταση, από την ανάγκη να κρατήσει τα πράγματα όπως ήταν. Όταν τα άνοιξε ξανά, το βλέμμα της είχε αλλάξει. Η σκληρότητα είχε υποχωρήσει· στη θέση της είχε μείνει μια βαθιά, βαριά κούραση. Σαν να είχε αποδεχτεί κάτι που δεν μπορούσε πια να αποτρέψει.

   «Ο κόσμος θα μιλήσει», είπε.

   Η φωνή της δεν υψώθηκε· ήταν χαμηλή, μα είχε μέσα της βάρος που δεν σήκωνε αμφισβήτηση. Το βλέμμα της μετακινήθηκε αργά προς τη Λαν-Ρονγκ. Την κοίταξε για ώρα, σαν να προσπαθούσε να τη δει όχι όπως ήταν μπροστά της, αλλά όπως θα έπρεπε να είναι από εδώ και πέρα.

   «Αν μπεις σε αυτό το σπίτι ως ερωμένη του γιου μου…» συνέχισε, με λέξεις κοφτές, προσεκτικά τοποθετημένες, «θα μπεις χωρίς όνομα.»

   Η Λαν-Ρονγκ δεν κινήθηκε. «Θα είσαι υπηρέτριά του», πρόσθεσε η Σιού-Λαν. «Και έτσι θα σε κρίνω.»

   Η σιωπή που απλώθηκε ήταν βαριά, σχεδόν απτή. «Θα είσαι η Μιν-Γι», είπε έπειτα, σαν να όριζε κάτι που δεν μπορούσε να αλλάξει. «Η γυναίκα του Λι Σουρέν. Αυτό θα λέμε. Αυτό θα γνωρίζουν όλοι οι άλλοι. Και ας κάνουν υποθέσεις.»

   Τα λόγια της δεν είχαν θυμό. Είχαν τάξη. Κανόνες. Όρια που έπρεπε να μπουν για να μη διαλυθούν όλα. Έκανε ένα βήμα πιο κοντά.

   «Για εμάς…» συνέχισε πιο αργά, «δεν θα είσαι πια η Λαν-Ρονγκ.» Η φωνή της χαμήλωσε ακόμη περισσότερο. «Η Λαν-Ρονγκ… η αδελφή του Μα Σιούν… πέθανε στα ξένα.»

   Η φράση έπεσε σαν τελεσίδικη απόφαση. Σαν μικρός θάνατος που έπρεπε να συμβεί για να μπορέσει κάτι άλλο να υπάρξει.

   Η Λαν-Ρονγκ δεν αντέδρασε αμέσως. Μόνο τα μάτια της χαμήλωσαν για μια στιγμή, όχι από ντροπή, αλλά σαν να αποχαιρετούσε σιωπηλά κάτι που ήξερε πως δεν θα της ανήκε πια. Ο Γιούν-Τσεν έμεινε ακίνητος. Δεν μίλησε. Μα αυτή τη φορά, η σιωπή του δεν ήταν αποφυγή. Ήταν αποδοχή.

   Η Λαν-Ρογκ έσκυψε βαθιά μπροστά στην καινούργια άτυπη πεθερά της.  Η μητέρα του Γιούν-Τσεν χτύπησε απαλά το γόνατό της, όχι όμως με τη δύναμη που θα έδειχνε ισχυρή αντίσταση. «Ο κόσμος θα μιλήσει», είπε. «Θα πουν πως το σπίτι μας δεν γνωρίζει όρια, πως καταχραστήκαμε τη φιλοξενία μας.»

   Ο Γκουάν-Σεν ανασήκωσε τους ώμους. «Ο κόσμος μιλά όταν χρωστάς. Όχι όταν έχεις αρκετό ρύζι να πληρώσεις τον φόρο.» Η φράση έμεινε να αιωρείται βαριά στην αυλή. Ο Μινγκ-Τάο κοίταξε τον νεότερο αδελφό του, τον Γιούν-Τσεν,  προσεκτικά. «Αν το κάνεις», είπε, «να γνωρίζεις πως δεν θα ζητήσεις άλλο μερίδιο στο μέλλον. Το χωράφι της θα είναι το δικό σου και τίποτε παραπάνω.»

   Ο Γιούν-Τσεν έγνεψε. Το πρόσωπό του είχε χλωμιάσει, μα στα μάτια του είχε ανάψει μια αποφασιστικότητα που δεν ταίριαζε στην ηλικία του.

   Η μητέρα σηκώθηκε αργά. «Αν έτσι διατηρείται το σπίτι ενωμένο… τότε ας γίνει. Μα να θυμάσαι, παιδί μου», είπε στον γιό της, τον Γιούν-Τσεν, «η αγάπη δεν είναι μόνο φωτιά. Είναι και στάχτη.»

   Και μέσα στην παγωμένη αυλή του Λο-Τζιάνγκ, δεν ενώθηκαν μόνο δύο άνθρωποι, αλλά σφραγίστηκε μια συμφωνία όπου ο έρωτας, η ανάγκη και η περιουσία έγιναν ένα και το αυτό.

   Η απόφαση δεν ανακοινώθηκε με τύμπανα ούτε με ευχές. Μα εκείνο το βράδυ, στο Λο-Τζιάνγκ, η γη δεν μοιράστηκε. Και για τους αδελφούς Μα, αυτό ήταν αρκετό.

 

 

 

η παρηγοριά

    Τέτοιες παράνομες σχέσεις δεν ήταν σπάνιες σε χρόνια αναστάτωσης και ανατροπής. Στα χρόνια που έγερνε μια αυτοκρατορία και σηκωνόταν μια άλλη η επαρχία της Σετσουάν δεν ήταν παρά μια πληγή που αργοπέθαινε. Τα χωριά, σκαρφαλωμένα ανάμεσα σε λόφους και ποτάμια, είχαν χάσει τη σιγουριά τους· τα μονοπάτια δεν ένωναν πια ανθρώπους, αλλά φόβους. Καραβάνια σπάνιζαν, αγγελιοφόροι δεν έφταναν, και τα νέα ταξίδευαν πιο αργά κι από τους νεκρούς.

   Η γη, που άλλοτε έδινε ρύζι και γαλήνη, τώρα έμοιαζε να θρέφει μονάχα καχυποψία. Οι άνδρες είχαν λιγοστέψει, άλλοι στρατολογημένοι, άλλοι χαμένοι σε συγκρούσεις, και οι γυναίκες περίσσευαν σιωπηλές πίσω από μισόκλειστες πόρτες. Οι οικογένειες δεν ήταν πια εκείνο που ήταν κάποτε· είχαν γίνει εύθραυστες ενώσεις ανάγκης, μικρά απομονωμένα σπιτικά απέναντι σε έναν κόσμο που κατέρρεε.

   Η παρηγοριά τους, του Γιούν-Τσεν και της Λαν-Ρονγκ, ήταν πως δεν ήταν οι μόνοι που έκρυβαν αυτή την κλειστή σύμπραξη. Σε κάθε γειτονιά υπήρχαν ψίθυροι. Άνδρες που βρέθηκαν με δύο γυναίκες, τη δική τους και τη χήρα του αδελφού τους, για να μη χαθεί το όνομα και η γη· γυναίκες που μοιράζονταν ανάμεσα σε αδέλφια, σαν να ήταν κι αυτές μέρος της περιουσίας που έπρεπε να επιβιώσει· πατέρες που κρατούσαν τις κόρες τους ανύπαντρες, όχι από σκληρότητα αλλά από φόβο μήπως χαθεί ένα ακόμη χέρι από το σπίτι ή σε κάποιες περιπτώσεις όταν αρρώσταινε βαρειά ή πέθαινε η γυναίκα τους· ακόμη και αδέλφια που ανέπτυσσαν  μια περίεργη θερμή σχέση, ακόμη και δεσμοί που δεν τολμούσαν να ονομαστούν, γεννημένοι μέσα στην ασφυξία των λίγων προσώπων και των πολλών αναγκών.

   Η λειψανδρία, η ξαφνική πληθώρα των γυναικών, η αβεβαιότητα για το αύριο, ο περιορισμός στον ίδιο τόπο, και πάνω απ’ όλα η επικινδυνότητα του κάθε ταξιδιού, όλα αυτά, μαζί με την επιστροφή από τις συγκρούσεις ανθρώπων κατεστραμμένων σωματικά, πληγωμένων με βαριά τραύματα, και την παράδοξη επιβίωση όσων δεν είχαν τη σωματική ρώμη να στρατολογηθούν, είτε ανθρώπων μεγαλύτερης ηλικίας είτε απλώς πιο «τυχερών», γεννούσαν από τη γη αυτές τις αταίριαστες φύτρες. Δεν φύτρωναν πάντα από επιθυμία, άλλες φορές μόνο από ανάγκη. Όπως το χορτάρι που σπάζει πέτρα για να βρει ήλιο.

   Όσοι δεν κατάφερναν να φύγουν, να δραπετεύσουν προς τις πόλεις που υπόσχονταν ανωνυμία και νέες ελπίδες, έμεναν όμηροι αυτών των μικρών, ασφυκτικών κοινωνιών με τα λίγα πρόσωπα. Ήταν παγιδευμένοι σε αυτόν τον κίνδυνο που κάποιες φορές νομοτελειακά, κάποιες άλλες φορές και ως επιλογή, ανάμεσα σε περιορισμένες επιλογές. παρουσιαζόταν και τους περικύκλωνε σαν στρόβιλος και τους εξαφάνιζε κοινωνικά. Ένας ψίθυρος αρκούσε για να διαγράψει μια ολόκληρη οικογένεια.

   Υπήρχε όμως και κάτι το παράδοξο σε αυτές τις σχέσεις, σχέσεις που δεν μπορούσαν να ανθίσουν εύκολα σε εποχές ειρήνης. Και αυτό ήταν ότι  κρατούσαν την περιουσία μέσα στο γένος. Δεν άφηναν τη γη να διασπαστεί, ούτε το ρύζι να μοιραστεί σε χέρια ξένα. Σε καιρούς που ένα σακί ρύζι μπορούσε να καθορίσει τη ζωή ή τον θάνατο, οι ηθικές γραμμές γίνονταν πιο θολές από το νερό των ποταμών μετά τη βροχή. Και όταν υπάρχει μεγάλη ανάγκη για ρύζι πολλά μπορούν να προκύψουν στις ζωές των ανθρώπων.

   Ο Γιούν-Τσεν το ήξερε. Κάθε φορά που έφευγε από τον ξενώνα πριν χαράξει, με την καρδιά του βαριά και το βλέμμα χαμηλωμένο, δεν ένιωθε ούτε αθώος ούτε ένοχος. Ένιωθε απλώς ζωντανός και αυτό ήταν αρκετό.

   Η Λαν-Ρονγκ, από την άλλη, δεν σκεφτόταν πια τί θα έλεγαν οι άλλοι αν μάθαιναν. Σκεφτόταν μονάχα τον χειμώνα που ερχόταν, το ρύζι που λιγόστευε, και τη σιωπή που γινόταν όλο και πιο βαριά τα βράδια.

   Σε άλλες εποχές, ίσως να μην είχαν ανταλλάξει ούτε λέξη. Αλλά εκείνα τα χρόνια δεν ανήκαν στην κανονικότητα. Ανήκαν στην ανάγκη, κι η ανάγκη, όπως και η γη της Σετσουάν, γεννούσε πράγματα που κανείς δεν θα τολμούσε να φανταστεί όταν ο κόσμος ήταν ακόμη ακέραιος.

    Άλλοι είδαν κάτι διαφορετικό: πως σε καιρούς όπου ο θάνατος ερχόταν από το μονοπάτι χωρίς προειδοποίηση, οι δεσμοί δεν ήταν πάντα ζήτημα κανόνα, αλλά καταφυγίου. Ο Γιούν-Τσεν και η Λαν-Ρονγκκ δεν έκαναν παιδιά και ποτέ δεν εμφανίζονταν σε γάμους και πανηγύρια του χωριού. Η καθημερινότητα τους σκέπαζε σαν την κίτρινη ομίχλη στην πηγή της αλήθειας.  

 

 

 

έξι χρόνια είχαν περάσει

   Έξι χρόνια είχαν περάσει. Κανείς στο χωριό δεν θα τα μετρούσε έτσι. Για τους άλλους, ο Γιούν-Τσεν ήταν απλώς ένας άντρας που ωρίμαζε αργά, που δεν είχε ακόμη παντρευτεί, που κρατούσε τα κτήματα της οικογένειας των Μα και δούλευε σιωπηλά. Όμως τα χρόνια αυτά είχαν βάρος, όχι στο πρόσωπό του, που έμενε ακόμη νεανικό, αλλά στον τρόπο που στεκόταν, που σιωπούσε, που απέφευγε τα βλέμματα που κρατούσαν λίγο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε.

   Με τη Λαν-Ρονγκ, την Μιν-Γι όπως την ονόμαζαν όλοι πλέον, δεν υπήρχε πια αρχή και τέλος στη μέρα. Δεν υπήρχε προσμονή. Υπήρχε μόνο μια συνήθεια που είχε ριζώσει τόσο βαθιά, ώστε δεν χρειαζόταν πια λόγια. Συναντιούνταν όπως κάποιος περνά από ένα γνώριμο μονοπάτι: χωρίς να κοιτά, χωρίς να σκέφτεται. Τα χέρια τους έβρισκαν το ένα το άλλο, αλλά όχι όπως παλιά· όχι με βιασύνη, ούτε με φόβο. Περισσότερο σαν επιβεβαίωση ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει, κι ας είχε αλλάξει ήδη.

   Εκείνη είχε αρχίσει να τον παρατηρεί αλλιώς. Όχι με επιθυμία, αλλά με μια σιωπηλή ανησυχία, σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί πότε ακριβώς είχε αρχίσει να χάνεται αυτό που τους ένωνε. Εκείνος, από την πλευρά του, έμενε κοντά της μα κάτι μέσα του είχε αρχίσει να κοιτά αλλού, χωρίς να ξέρει ακόμη πού.

   Η βουβή εκείνη σχέση, που άλλοτε του έδινε στήριγμα, είχε αρχίσει να τον βαραίνει. Δεν υπήρχε πια αγωνία, ούτε προσμονή· μόνο μια επανάληψη που τον ακολουθούσε παντού, ακόμη και όταν δεν ήταν μαζί της. Έμενε κοντά της από συνήθεια περισσότερο παρά από επιθυμία, κι αυτό ήταν που τον ανησυχούσε περισσότερο απ’ όλα. Μόνο στο κυνήγι ένιωθε πως απομακρυνόταν. Στα χαράματα, όταν έβγαινε μόνος προς τα χαμηλά δάση και τα υγρά χωράφια, με τον αέρα να κόβει καθαρά στο πρόσωπό του, ένιωθε για λίγο ελαφρύς. Εκεί δεν υπήρχαν βλέμματα, ούτε σιωπές που έπρεπε να κρατηθούν. Μόνο ήχοι, ίχνη, και η απλή ανάγκη να προχωρά μπροστά.

   Άρχισε να λείπει περισσότερο απ’ όσο συνήθιζε.  Η Λαν-Ρονγκ δεν τον ρωτούσε. Δεν ήταν από τις γυναίκες που ζητούν εξηγήσεις. Όμως τον παρατηρούσε. Τις ώρες που έφευγε, τις επιστροφές του, τη σκόνη στα ρούχα του, τη σιωπή που έφερνε μαζί του. Και κάπου μέσα της, αδιόρατα στην αρχή, γεννήθηκε μια σκέψη που δεν μπορούσε να αποδείξει, αλλά ούτε και να αποδιώξει. Ίσως ο Γιούν-Τσεν δεν πήγαινε πάντα για κυνήγι. Ίσως υπήρχε κάποιος άλλος προορισμός.

 

 

η σιωπηλή εκδίκηση

   Τελευταία μια νεαρή γυναίκα μαζί με το μικρό παιδί της πέρναγε συχνά από το σπίτι των Μα. Και όποτε έβλεπε το μικρό παιδί,  η Σιού-Λαν τους σταματούσε και τους έβαζε στην αυλή.  Όπως έλεγε στη Μιν-Γι, η Τάο-Χουά ήταν η  κόρη της φίλης της, της Τσιού-Λινγκ. Η Τάο-Χουά είχε παντρευτεί στο Μενγκ-Λιανγκ, και τώρα που ο άντρας της πέθανε είχε ξαναγυρίσει στο Λο Τζιάνγκ. Η Σιού-Λαν την παρατηρούσε προσεκτικά, προσπαθώντας να κρύψει την ανησυχία της πίσω από ήρεμα λόγια, ενώ η Τάο-Χουά κρατούσε σφιχτά το παιδί στην αγκαλιά της, σαν να ήταν το μόνο που μπορούσε να προστατέψει. Η μόνη που γέλαγε μέσα της ήταν η Σιού-Λαν, σαν τη ζωή, σαν τη μοίρα που είχε πάρει την εκδίκησή της.  




Τα Πρόσωπα

 

Μα Λαν-Ρονγκ: 33 ετών, χήρα

   (Μιν-Γι: από το Τσινγκσί, περιοχή Μιενγιάνγκ

    Λι Σουρέν: ο υποτιθέμενος σύζυγος)

Πενγκ Γουεϊλίν: σύζυγος, (16 χρόνια: Γιονγκμίνγκ)

Πενγκ Χάο: μεγαλύτερος αδελφός του

Σενγκ-Λι: η σύζυγος του Πενγκ Χάο

   χωριό: Γιονγκμίνγκ

 

Μα Γουεντσίνγκ: ο πατέρας της Λαν-Ρονγκ

Μα Σιούν: ο μεγαλύτερος αδελφός της Λαν-Ρονγκ

Μα Σιου-Λαν: η σύζυγός τους

Μα Γκουάν-Σεν: ο πρωτότοκος

Μα Μινγκ-Τάο: ο δευτερότοκος

Μα Γιουν-Τσεν: ο τριτότοκος

  (Λιν Σάο: το όνομα συγκάλυψης στο νερόμυλο)

 

Χε Γουάν-Γιου: η υποψήφια σύζυγος του Γκουάν-Σεν

Χε Ντε-Σενγκ:  πατέρας της νύφης, εύπορος και σεβαστός γαιοκτήμονας στο Λο Τζιάνγκ

Χε Σου-Γιν: η μητέρα της νύφης

Χε Μινγκ-Σεν:  ο μεγαλύτερος γιος και αδελφός της νύφης

 

 

Λιάν‑Χουά: γεροντοκόρη, 34 ετών, στη Τσιουτζιά

Τσεν Γιουνσάν: ο πατέρας της, 63 ετών

Λιου Τσενγκχάο: ο διακορευτής της Λιάν-Χουά

Τσενγκ Γιου-Μιν: Αξιωματικός Επιθεώρησης

 

Ζενγκ Γιουχάν: φίλος οικογένειας Μα, χρωστά χάρη, ειδοποιεί για επικείμενη στρατολόγηση τη Σιου-Λαν

Χουάνγκ Τζιν: έμπιστος επιστάτης των Μα

χήρα Λιού-Μέι: 10 χρόνια χήρα, γλυκίσματα

 

θεός Τσενγκ Χουάνγκ

 

Τανγκ-Σου: εργάτρια της γης, περίπου στα 40, 41 (από το Σουανγκσί)

 

 

Γου Σιάνγκ-Πο: η προξενήτρα

Τσάο Γουεντάο: 38 ετών, έμπορος, σύζυγος της Λιαν-Χουά  (από τη Γιόνγκ-αν)

Γιού-Χουά: η παλλακίδα που τον κατάστρεψε

Τσάο Γιν-Λαν: η μητέρα του γαμπρού

Μεϊ-Λίν: αδελφή του γαμπρού

Λιου Σενγκ-Τσάι: ο σύζυγός της, οικονομικός επιθεωρητής

Μπαν Μινγκ-Τσεν: υπολοχαγός τοπικής φρουράς

 

 

Χουάνγκ Λιν: μυλωνάς του νερόμυλου (τέως έμπορας

σε Γιν-Τσόου)

   γυναίκες στο νερόμυλο:

Τσενγκ-Λι: νεαρή κοπέλλα στο νερόμυλο

   Μέι-Ζι: η μητέρα της )

   Γιουάν Κάι: αδελφός της Μέι-Ζι

   Γιουάν Λέι: αδελφός της Μέι-Ζι)

Γουάνγκ Σου-Γι: γυναίκα μεγάλη στο νερόμυλο

Μαϊ-Λιν: νεαρή κοπέλλα στο νερόμυλο

Σιάο-Χουά: νεαρή κοπέλλα στο νερόμυλο (η ζηλιάρα)

Τζιν-Γιν: η παλλακίδα του Χουάνγκ Λιν στην πόλη Γιν-Τσόου  (παρελόν του Χουάνγκ Λιν)

 

 

 

Τσεν Γκουο-Τσιάνγκ: 35 ετών, φλερτάρει τη νεαρή τότε Λαν-Ρονγκ (παρελθόν)

Χουάι: η καθοδηγήτρια για την πηγή της αλήθειας

 

 

 

  (πρόσωπα και γυναίκες της λίμνης)

Τσιού-Γιουέ: η στέρφα από το Γκουανγκχάν 

Τσεν Γουέι: ο σύζυγός της (έχει παλλακίδα)

Λιάνγκ Ζε: ο βιαστής της λίμνης από το Πινγκλέ

Λιού-Γιάν: από το Πινγκλέ

Μινγκ-Γιουέ : από το Πινγκλέ, νυμφομανής

Τσανγκ Γιάν: ο σύζυγός της  

Τιάν-Χάο: ο άντρας της τέταρτης γυναίκας

 

Λιού-Γιέν: η γυναίκα στο νερόμυλο (παντρεμένη)

Λιάν: ο πιστός υπηρέτης της

 

Ζου Τσεν-Γι (από το Λο Τζιανγκ): η 19χρονη σύζυγος

παντρεύεται τον Μινγκ-Τάο

Ζου Γουέν-Τάο: ο πατέρας της

Ζου Μινγκ-Τσου: η μητέρα της

 

Γουέι Τζεν: παλαίμαχος στρατιώτης των Τσινγκ

αφηγείται την υπόθεση στο χωριό Σουϊχέ

 

γέροντας αναχωρητής στη σπηλιά

 

Ζανγκ Ρούι: αξιωματικός του ιππικού (ακτίνα δράσης χωριά γύρω από το Τσιουτζιά)

Χαν Γουεντσίνγκ : έπαρχος στην Γιόνγκ-αν (διαζύγιο)

 

Γκαν Φου: ο σιδεράς στο Λο Τζιάνγκ

 

Τάο-Χουά: η νεαρή κοπέλλα από το Λο Τζιάνγκ (παντρεύεται στο Μενγκ-Λιανγκ, μένει έγκυος από τον Γιούν-Τσεν στην καλύβα)

Τσιού-Λινγκ: μητέρα της Τάο-Χουά (απλή αναφορά)

 

 

 (οι δοκιμασίες)

οι οικογένεις Λιού και Τζου

Τζου Λιάν: η αρχικουτσομπόλα του Λο Τζιάνγκ

Σι-Γι: γυναίκα στην γιορτή «αυτών που λείπουν»

Τανγκ Χουάν: ιεροφύλακας της γιορτής «αυτών που λείπουν»

 

Χέι-Γκου: ο σκύλος του Μα Γουεντσίνγκ

Λινγκ: ο σκύλος του Γιούν-Τσεν

 

 

 

 

 

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ

eleftherografos.blogspot.com

[ ανάρτηση 5 Απριλόυ 2026:  

η Λάν Ρονγκ και ο Γιούν-Τσεν

(μια ιστορία από το Λο Τζιάνγκ)

σκηνογραφημένο διήγημα 2026

τεχνητή Πεζογραφία ]

 

 

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

η Λαν-Ρονγκ και ο Γιούν-Τσεν (μια ιστορία από το Λο Τζιάνγκ) σκηνογραφημένο διήγημα 2026 τεχνητή Πεζογραφία

  η   Λαν-Ρονγκ και ο Γιούν-Τσεν ( μια ιστορία από το Λο Τζιάνγκ ) σκηνογραφημένο διήγημα 2026 τεχνητή Πεζογραφία           ...