Arrigo Boito
«Nerone»
opera (1924)
[ το κατωτέρω προλογικό σημείωμα από άρθρο στη Βικιπαίδεια
]
O Νέρων (Nerone) είναι όπερα σε τέσσερις πράξεις που συνέθεσε ο Arrigo
Boito, σε λιμπρέττο γραμμένο από τον ίδιο.
Το έργο είναι μια σειρά από σκηνές από την
Ρώμη την εποχή του αυτοκράτορα Νέρωνα που απεικονίζουν εντάσεις μεταξύ της
αυτοκρατορικής θρησκείας και του Χριστιανισμού και τελειώνει με τη Μεγάλη
Πυρκαγιά της Ρώμης.
Ο Boito πέθανε το 1918 πριν τελειώσει το έργο.
Τελικά η πρεμιέρα της όπερας έγινε στη Σκάλα του Μιλάνου την 1η Μαΐου 1924, υπό τη διεύθυνση του Arturo Toscanini σε μια εκδοχή της μουσικής που συμπλήρωσαν οι Arturo Toscanini, Vincenzo Tommasini και Antonio Smareglia.
Η διανομή:
Asteria – (Soprano): Rosa Raisa
Cerinto – (Contralto): Maria Doria
Dositeo – (Baritone): Carlo Walter
Fanuel – (Baritone): Carlo Galeffi
Gobrias – (Tenor): Giuseppe Nessi
Nerone – (Tenor): Aureliano Pertile
Perside – (Soprano): Mita Vasari
Rubria – (Mezzo-soprano): Luisa Bertana
Simon Mago – (Baritone): Marcel Jounet
Tigellino – (bass): Ezio Pinza
άρθρο
Γ.Α. «Νέρων. Το λιμπρέττο της
περίφημης όπερας του Boito»
περ.
«Μηνιαία Επιθεώρησις», Σάμος, 1924
ΝΕΡΩΝ
Το Λιμπρέττο της περίφημης όπερας του Boito
Η τραγωδία ξετυλίγεται ολίγο μετά τη μητροκτονία.
Ο Νέρων δεν τολμά να επιστέψει στη Ρώμη.
Η φρίκη του τελεσθέντος εγκλήματος αλύπητα τον βασανίζει, αλλά εις
την άφθαστο υποκριτική του ακόλαστου αυτοκράτορα αν η εσωτερική της ψυχής
τρικυμία αποκαλύπτεται με απροσδιόριστες χειρονομίες με συνταρακτικές
φρικιάσεις και πνιγμένες απ’ το αποτρόπαιο έγκλημα κραυγές, η τύψη λαμβάνει τη
μορφή της ρητορείας.
Και δεν χάνει τη ψυχραιμία του ο θηριώδης. Με κυνική αναίδεια, εκδήλωσι της ανόσιας και άγριας
ψυχής του, παραλληλίζει τον εαυτό του με τον Ορέστη και το στυγερό δικαιολογεί
έγκλημα με τους μοιραίους λόγους που ώθησαν το γιο του Αγαμέμνονα στο φόνο της μοιχαλίδος
Κλυταιμνήστρας.
Εν τω μεταξύ το ειδεχθές αντικατόπτρισμα των ανίερων διαλογισμών και της εγκληματικής ψυχής του απαίσιου
Αυτοκράτορα, η χαμερπής κάλαξ, η
σύγκλητος ανακαλεί το μητροκτόνο στη
Ρώμη...
Η πρώτη πράξη ξετυλίγεται σε μια πεδιάδα κείμενη κατά μήκος της Αππίας οδού. Είναι νύχτα νεφελώδης.
μέσα απ’ το σκοτάδι της νύχτας μόλις
ξεχωρίζονται η (οι) κατατομές των τάφων. Ανάμεσα σ' αυτούς βρίσκεται μιά κρύπτα
όπου κρυφά οι Χριστιανοί της Ρώμης
έθαπταν τους νεκρούς των.
Η σκοτία είναι γιομάτη λόγια και άσματα αγάπης. κατά καιρούς ο αέρας φέρνει μιά πένθιμη
αποκαλυπτική μελωδία. είναι θρηνώδης Χριστιανική φωνή απ’ την
Ανατολή κι’ απ τη Δύση.
Στην πρώτη φανερώνουνται όλα τα πρόσωπα της τραγωδίας. Πρωταγωνιστούν ο
Tigellino και ο Simon Mago. Ο Tigellino, ο ευνοούμενος του Νέρωνος, ο
σύμβουλος και το απαίσιο όργανο κάθε Νερωνικής αγριότητας. Ο Simon ο θεμελιωτής
της γνωστικής φιλοσοφίας, ο μαθητής του Φίλωνα του Αλεξανδρινού, ο οποίος εξασκούσε
τη μαγική του τέχνη που έμαθε στα βάθη της Ασίας. Αυτός είχε βαφτιστεί για να
μπη στη χορεία των Αποστόλων, ελπίζοντας ότι έτσι θα μπορούσε να ικανοποιήση τη
μανία της θαυματοποιίας που από μικρό παιδί ακόμα τον είχε κυριεύσει. Κατά την
παράδοση είχε προσφέρει αρκετά μεγάλο
ποσό στον Απόστολο Πέτρο για να του πη, το μυστικό των θαυμάτων. Μά ο Πέτρος με
ιερή αγανάκτηση τον καταράστηκε. Από τότε ο Simon έγινε άσπονδος εχθρός και του Πέτρου
και των Χριστιανών.
Στην τραγωδία αυτή όπου με ποιητική υποβολή είναι χρωματισμένα όλα τα
ανήσυχα πνεύματα που ετάραξαν τη Νερώνεια Ρώμη, ο Simon παριστά το θολερό ρεύμα
των Ανατολίτικων θρησκειών οι οποίες ωδήγησαν τον ηδυπαθή και σπασμωδικό
μυστικισμό τους μέσα στους κόλπους των αγροτικών και πολεμικών Θεών των
Λατίνων.
Η Asteria, η γόησσα των φειδιών, φλεγομένη από ηδυπαθή έρωτα για τον Νέρωνα,
η Rubria, η αγνή εστιάς που ιερόσυλα ο Νέρων παρεβίασε και η οποία γι’ αυτό ακριβώς κατόπιν ασπάστηκε
τον Χριστιανισμό. Ο Fanuel, ο ποδηγέτης της Χριστιανικής κοινότητας της Ρώμης.
Στην Αππία οδό, μέσα στο άγριο σκοτάδι της νύχτας ο Tigellino και ο
Simon Mago περιμένουν το Νέρωνα για να καταθέσουν σ’ ένα τάφο μέσα, που
πρόχειρα άνοιξαν, τη Νεκρική υδρία με τη σποδό της Αγριππίνας.
Εν τω μεταξύ ο Tigellino είχε διαδώσει στη Ρώμη την επιστροφή του Νέρωνα, ξέροντας καλά πως η Ρώμη
ταραγμένη απ’ τον τρόμο του εγκλήματος θα ανεκάλει πανηγυρικά τον αιμοσταγή.
Αλλ’ ο Νέρων αργεί να έλθη… πέρασαν λίγες στιγμές. Νά τος, έρχεται
τυλιγμένος σε μιά πένθιμη τήβεννο, ασθμαίνοντας σαν ένας φυγάς. Στα χέρια του
κρατεί τη νεκρική υδρία με τη μητρική σποδό. Του φαίνεται πως οι Εριννύες τον
καταδιώκουν καθώς κατεδίωξαν τον Ορέστη, πέφτει στα πόδια του Simon Mago στις μαγγανείες του οποίου είχε μιά
δεισιδαίμονα και υπερβατική πίστη.
Ah tu mi Salva Lava il mio matricidio.
(Α! συ να με σώσης πλύνε τη μητροκτονία μου.)
Ο Simon πέφτει σε κατανυκτικη προσευχή ενώ ο Νέρων ψιθυρίζει:
«Αυτή την άταφη σποδό αφού πήρα από μιά μοιραία άκτη, φέρνω εδώ όπου η
Ρώμη εξαπλώνει τους τάφους της. Όσιο πάντα είναι ν’ αποδίδη κανείς στους
νεκρούς την πατρίδα.»
Για μιά στιγμή φρικιώντας απ' τα ίδια του τα λόγια σκεπάζει το πρόσωπό
του με τα χέρια. αλλ’ η συναίσθηση ότι είναι τραγικό πρόσωπο τον εξάπτει· «είμαι Ορέστης» φωνάζει με
περήφανεια.
Η σποδός κατεβάστητε στο λάκκο και σκεπάστηκε με χώμα. Ο Simon εξαπλώνει
ένα μαύρο πέπλο στο κεφάλι του Νέρωνος δίνοντάς του ένα κύπελλο γιομάτο αίμα για
να ποτίση με δαύτο τον τάφο της μητέρας
του. Ξαφνικά μιά χλωμή μορφή αδύνατης γυναίκας σηκώνεται από έναν τάφο με
φείδια στο λαιμό και αγριότητα στα μάτια.
Ο Νέρων έντρομος φεύγει ακολουθώντας τον Tigellino ο οποίος λιπόθυμο σχεδόν
τον σέρνει από τα χέρια.. Ο Simon που δεν πιστεύει στα θαύματα πλησιάζει. Είναι
η Asteria. Θαμβωμένος απ’ την ομορφιά της κόρης την ερωτά. «γιατί έτσι
καταδιώκεις το Νέρωνα;» Η Asteria αποκαλύπτει τον ερωτά της στο πανούργο Mago, ο οποίος στο
πρόσωπό της, πρόσωπο ωχρό και μυστηριώδες
βλέπει το μέσο για να δεσπόση του Νέρωνος, ο οποίος είχε ξεχωριστή πίστη στα
θαύματα. Εν ονόματι δε του πάθους της την εξορκίζει να έλθη την άλλη μέρα κατά
το δειλινό στους ίδιους τάφους με την υπόσχεσή του να δώση σάρκα και οστά στα
ερωτικά όνειρά της.
Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου βρίσκουν τη Rubria γονατισμένη να προσεύχεται.
Περνά ένας διαβάτης. Είναι ο Fanuel, αναγνωρίζει τη Rubria και την πλησιάζει, την
ερωτά γιατί κλαίει όταν προσεύχεται: « Έχω ένα κρίμα στην καρδιά» του απαντά η κόρη και στέκεται να εξομολογηθεί το κρίμα
της, ότε απ’ την κρύπτα όπου είχε κατέβη για να κρύψη ό,τι χρησίμεψε για τον ενταφιασμό
της Αγριππίνας σηκώνεται ο Simon Μago.
Οι τάφοι των Χριστιανών απεκαλύφθησαν, ο Fanuel φωνάζει τον Simon, οι δυό
κυττάζονται με βλέμμα υπερήφανης πρόσκλησης και εξαφανίζονται.
Εν τω μεταξύ η Ρώμη πανηγυρίζει την επιστροφή του αιμοσταγή μητροκτόνου.
“Evion Evion ah gioia gioia
al mo sol al ma Roma ave Nerone.”
Στη δεύτερη πράξη βρισκόμεθα στον υπόγειο Ναό του
Simon Mago.
Ο Simon με αγωνία περιμένει το Νέρωνα, έχει ετοιμάσει όλους τους
φαντασμαγορικούς και φρικιαστικούς μηχανισμούς του για να τόν γοητεύση, να τον
συναρπάση με σατανική υστεροβουλία αισχράς εκμεταλλεύσεως.
Πίσω απ’ το μαντείο κρύπτεται ένας ιερέας προφέροντας ασυνάρτητα λόγια. Ένα
χλωμό φώς καντήλας ρίχνει τες άτονες αχτίδες του στο μαγικό καθρέφτη. Σε μια
στιγμή ο βωμός καταρρέει με θορυβο και
στα ερείπια επάνω στέκεται όρθια η Θεά της Νύχτας και του Θανάτου, η μυστηριώδης Asteria.
Ο Νέρων πλησιάζει και εισέρχεται στο μαντείο εν’ ώ ο Simon του δείχνει το
μαγικό καθρέφτη λέγοντάς του «μέσα εδώ το άπειρο αντανακλά το φώς των Άστρων
του». Κατόπιν ο άφθαστος απατεών απομακρύνεται εν’ ώ ο μητροκτόνος προσηλώνεται
στο καθρέφτη όπου απροσδόκητα βλέπει να καθρεφτίζεται η νεκρική μορφή της
Asteria. στρέφει προς το βωμό και θαυμάζει την αιθέρια μορφή της
Θεάς. Γονατίζει και ζητάει συγχώρησι για το σγυγερό του έγκλημα.
«Καθώς ο Ορέστης έτσι κι’ εγώ, όχι χωρίς λόγο, τη μητέρα μου εσκότωσα.
απ’ το φάσμα της, σώσε με.»
«Σήκω και έλπιζε» του μουρμουρίζει με φωνή σαν όνειρο κυττάζοντάς τον η
Asteria.
Αυτός τώρα μεθυσμένος απ' την ωμορφιά της, τρελλός από ηδυπάθεια θέλει να
ενωθή σ’ ένα αιθέριο αναγκαλισμό με την ουράνια εκείνη ύπαρξη. Πηδάει προς το
βωμό και πλησιάζει την Asteria. Μιά φωνή βγαίνει απ' το Μαντείο «Φύγε Νέρων». Αλλ’
ο Νέρων είναι τώρα πιά κοντά της παραληρώντας. Εν’ ώ την ερωτοπαθή ύπαρξη
φλογίζει ερωτική αδημονία ο Αυτοκράτωρ της μειδιά με μια γλυκεία πόθου αγωνία.
«Δός μου τα χείλη σου κι’ ας χαθή ο κόσμος.»
Ένα φλογερό φιλί ενώνει τα δυό στόματα απ’ το οποίο ο Νέρων γνωρίζει τη θνητή γυναίκα. Αμέσως τον
έπιασε μανία. «συμφορά σου» λέγει στην Asteria, η οποία λιπόθυμη από
τρόμο κι’ από έρωτα σπαρταράει χάμω.
Ο πανούργος Simon δοκίμασε να φύγη γιατί πολύ καλά ήξερε τις συνέπειες της
απατηλής σκηνοθεσίας εις βάρος του τρομερού και πανίσχυρου Νέρωνα. Αλλ’ οι
πραιτωριανοί του Αυτοκράτορος τον έπιασαν και δεμένο τον φέρνουν μπρός του.
Ο Νέρων ξαπλωμένος σ’ ένα ανάκλιντρο, γελάει Σατανά γέλοιο, ενώ ευθύς αμέσως
αδυσώπητος απαγγέλει την καταδικαστική απόφασι. Καταδικάζει το Simon να πετάξη
στον αέρα και την Asteria να τη ρίξουν στα φείδια.
Ο Νέρων τώρα είναι ευχαριστημένος, τρελλός από χαρά πηδά στο βωμό, ζητάει μιά κιθάρα κι' αρχίζει να
τραγουδάη:
«Τώρα πιά που ενικήθησαν οι θεοί, εις εμέ η κιθάρα εις εμέ ο βωμός,
τραγουδώ.»
Η τρίτη πράξη αρχίζει με μια γλυκύτητα ειδυλλίου. Γονατισμένοι οι
Χριστιανοί σ’ ένα καταπράσινο κήπο ενώνουν τις προσευχές των στο Θεό, εν ώ ο Fanuel
επαναλαμβάνει τον όρκο των πιστών, κυττάζοντας κατάματα την αγγελόμορφη Rubria.
Μιά κρυμένη ανέκφραστη αγάπη γιομίζει από αγνή μελαγχολία την ψυχή του Fanuel
και τη παρθένα ψυχή της Κόρης.
Αλλά μια γυναίκα ασθμαίνουσα πλησιάζει. Είναι η Asteria. Αφού κατώρθωσε
να ξεφύγη απ’ τα δεσμά του Νέρωνος κουρελιασμένη και αιμόφυρτη έρχεται να
ειδοποιήση τους Χριοτιανούς για τον όλεθρο που ο Simon σύμφωνος με το Νέρωνα τους
ετοιμάζει προτρέποντάς τους να φύγουν.
Η Rubria πλησιάζει τον Fanuel και τον ικετεύει να σωθή, αλλ’ ο Fanuel
κυττάζοντάς την ακίνητος την παρακαλεί να του εξομολογηθή το αμάρτημά της. Η
Rubria δεν μπορεί να μιλήσει, δεν έχει άλλως τε τον καιρό.
Μεταμφιεσμένος ο Simon Mago σε επαίτη, πλησιάζει τους Χριστιανούς εν ώ οι
πραιτωριανοί βρίσκονται εκεί κοντά κρυμμένοι. Τον Simon έφερε εκεί και η δίψα της
εκδίκησής, αλλά και η ελπίδα της σωτηρίας. Εάν ο Fanuel του φανέρωνε το μυστικό
των θαυμάτων θα μπορούσε να σωθή απ' το θάνατο στον οποίον ο Νέρων τον είχε
καταδικάσει. Γι’ αυτό παίρνοντας ύφος ικετευτικό στρέφει προς τον Fanuel και του
ζητεί το χρίσμα του Χριστού. Ο Fanuel τον φωνάζει με το όνομά του. Τότε ο Simon
πέφτει στα πόδια του και τον παρακαλεί να τον σώση μ’ ένα θαύμα. Όχι απαντά ο
Fanuel εν ώ φανερώνονται οι πραιτωριανοί στους οποίους ο Simon παραδίνει το
Χριστιανό. Οι πιστοί θέλησαν ν’ αντισταθούν αλλ’ ο Fanuel τους σταματά.
«Μη ανθίστασθε στον κακούργο. το παράδειγμα το έδωσε ο
Κύριος». Χαιρετά όλους μ' ένα φίλημα εκτός απ’ τη Rubria και δέσμιος σέρνεται
προς το Νέρωνα.
Στην τελευταία πράξη βρίσκεται κανείς στο ιπποδρόμιο. Σε θρόνο υψηλό ο
Νέρων καθισμένος παρακολουθεί μέσα από ένα σμαράγδι τις αποτρόπαιες ετοιμασίες
για την άγρια θανάτωσι των Χριστιανών. Το μαζεμμένο πλήθος ουρλιάζει, αδημονεί.
Αγέρωχος ο Νέρων σηκώνεται και με μιά χαρακτηριστική χειρονομία δίνει το
σύνθημα της έναρξης.
Κατόπιν διατάσσει καγχάζοντας τον Simon να πετάξη. Αλλ’ εν ώ στο ιπποδρόμιο η τρομερά ξετυλίγεται σκηνή, η
φωτιά περικυκλώνει το ιπποδρόμιο και το κατακλύζει από αποπνιχτικό καπνό. Ο κόσμος
ζητάει έξοδο να φύγη, εν ώ οι καταδικασμένοι, βοηθούμενοι απ’ τον πανικό που η
πελώρια φωτιά σκόρπισε στο ιπποδρόμιο, δραπετεύουν.
Η σκηνή αλλάζει. Στο υπόγειο του ιπποδρομίου όπου κατετίθεντο οι νεκροί
εισχωρούν η Asteria και ο Fanuel ζητώντας μέσα στα πτώματα τη Rubria. Είναι
σκοτάδι. Στο δρόμο τους αγγίζουν τα αιμόφυρτα πτώματα. ένα ταράσσει
την Asteria, είναι ο Simon Mago. Ο Fanuel κυττάζει το νεκρό και λέγει μέ αηδία «απ’το
Θεό σκοτώθηκε, καταραμένος να ’ναι.»
Αλλά να η Rubria ακόμα ζωντανή. Αναίσθητη απ’ τη πληγή που είχε στη
καρδιά, αιμόφυρτη, τυλιγμένη σ’ ένα λευκό σάβανο μένει ακίνητη χάμω. Ο Fanuel
την πέρνει στην αγκαλιά του και τη φιλεΐ. Μιά σβυσμένη φωνή, φωνή σαν όνειρο,
φωνή ανέκδηλης αγάπης βγαλμένη απ’ τη ψυχή της Rubria ετάραξε την άγρια γαλήνη
του κοιμητηρίου. Ο Fanuel σκύβει και της δίνει το υστερνό φιλί του. Έτσι
σκυμένον, μια ψυχής ανάλαφρη πνοή απαλά τον εθώπευσε. η Rubria είχε
ξεψυχίσει.
Γ. Α.
[ Το άρθρο του
Γ.Α.
« Νέρων. Το λιμπρέττο της περίφημης
όπερας του Boito »
δημοσιεύθηκε στο
περ. «Μηνιαία
Επιθεώρησις»,
Σάμος, Βαθύ, Έτος Β’, φυλλάδιον 4,
Οκτώβριος 1924, (σ. 60-64).
]
(Το πρωτότυπο κείμενο σε πολυτονικό.)
“Nerone”
(opera)
Nerone
G.A. "Nérōn. The libretto
of Boito’s famous opera"
Magazine "Monthly Review", Samos, 1924
NÉRÔN
The Libretto of Boito’s Famous Opera
The tragedy unfolds shortly after the
matricide.
Nérōn (Nero) does not dare to return
to Rome.
The horror of the committed crime mercilessly
tortures him, but in the incomparable acting of the debauched emperor, if the
inner turmoil of his soul is revealed with indefinite gestures, with shocking
convulsions and cries choked by the atrocious crime, the remorse takes the form
of rhetoric.
And the monstrous man does not lose his
composure. With cynical shamelessness, an expression of his wicked and wild
soul, he compares himself to Orestēs (Orestes) and justifies the atrocious
crime with the fateful reasons that drove the son of Agamemnon to murder the
adulterous Klytaimnēstra (Clytemnestra).
Meanwhile, the hideous reflection of the
unholy meditations and the criminal soul of the dreadful Emperor, the miserable
shell, the Senate recalls the matricide to Rome...
The first act unfolds on a plain lying along
the Appian Way. It is a cloudy night. Through the darkness of night the
outlines of the graves are barely visible. Among them lies a crypt where
secretly the Christians of Rome buried their dead.
The darkness is filled with words and songs
of love. From time to time the air carries a mournful revealing melody. It is a
lamenting Christian voice from the East and the West.
In the first scene all the characters of the
tragedy appear. The protagonists are Tigellinos (Tigellinus) and Simon Magos
(Simon Magus). Tigellinos, Nero’s favorite, his counselor and the atrocious
instrument of every Neronian cruelty. Simon, the founder of Gnostic philosophy,
the disciple of Philo the Alexandrian, who practiced his magic arts learned in
the depths of Asia. He had been baptized to join the ranks of the Apostles,
hoping this way to satisfy the mania for miracles that had possessed him since
childhood. According to tradition, he had offered a considerable sum to Apostle
Petros (Peter) to reveal the secret of miracles. But Petros cursed him with
holy indignation. Since then Simon became an inveterate enemy both of Petros
and the Christians.
In this tragedy, where all restless spirits
that troubled Neronian Rome are poetically suggested, Simon represents the
obscure current of Oriental religions which led their hedonistic and spasmodic
mysticism into the folds of the agricultural and war gods of the Latins.
Asteria, the enchantress of serpents, burning
with sensual love for Nérōn; Rubria, the pure hearth that Nero sacrilegiously
violated and who therefore subsequently embraced Christianity; Fanuel, the
leader of the Christian community of Rome.
On the Appian Way, in the wild darkness of
night, Tigellinos and Simon Magos await Nérōn to deposit inside a grave,
hastily dug, the funerary urn with Agrippina’s ashes.
Meanwhile, Tigellinos had spread in Rome the
news of Nérōn’s return, knowing well that Rome, disturbed by the terror of the
crime, would jubilantly welcome the bloodthirsty one.
But Nérōn is slow to arrive... a few moments
pass. Here he comes, wrapped in a mourning cloak, panting like a fugitive. In
his hands he holds the funerary urn with his mother’s ashes. It seems to him
that the Erinyes pursue him as they chased Orestēs. He falls at the feet of
Simon Magos, in whose magic he had a superstitious and transcendent faith.
“Ah tu mi Salva Lava il mio
matricidio.”
(Ah! you save me, wash away my matricide.)
Simon falls into a devout prayer while Nérōn
whispers:
"This unburied ash, taken
from a fateful shore, I bring here where Rome spreads its graves. It is always
holy to give the dead their homeland."
For a moment, shuddering from his own words,
he covers his face with his hands. But the awareness that he is a tragic figure
excites him; "I am Orestēs," he cries proudly.
The ashes are lowered into the pit and
covered with earth. Simon spreads a black veil over Nérōn’s head, giving him a
cup full of blood to water with it his mother’s grave. Suddenly a pale figure
of a frail woman rises from a tomb with serpents around her neck and fierceness
in her eyes.
Nérōn, terrified, flees, followed by
Tigellinos who almost drags him by the hands fainting. Simon, who does not
believe in miracles, approaches. It is Asteria. Bewitched by the beauty of the
girl, he questions her: "Why do you thus pursue Nérōn?" Asteria
reveals her love to the cunning Magos, who in her pale and mysterious face sees
the means to dominate Nérōn, who had a special faith in miracles. In the name
of her passion, he exhorts her to come the next day at dusk to the same graves
with his promise to give flesh and bones to her erotic dreams.
The first rays of the sun find Rubria
kneeling in prayer. A passerby approaches. It is Fanuel, who recognizes Rubria
and approaches her, asking why she cries while praying: "I have a sin in
my heart," the girl answers and prepares to confess her sin, when from the
crypt where she had descended to hide whatever was used for Agrippina’s burial,
Simon Magos rises.
The Christians’ graves are discovered;
Fanuel calls Simon. The two look at each other with a proud look of invitation
and disappear.
Meanwhile, Rome celebrates the return of the
bloodthirsty matricide.
"Evion Evion ah gioia gioia
al mo sol al ma Roma ave Nerone."
[Evion Evion ah joy joy
to my sun to my sea Rome hail Nero.]
The second act finds us in the underground
temple of Simon Magos.
Simon anxiously awaits Nérōn; he has
prepared all his phantasmagoric and horrific mechanisms to charm him, to
captivate him with satanic malice and vile exploitation.
Behind the oracle hides a priest uttering
incoherent words. A pale lamp light throws its faint rays on the magic mirror.
Suddenly the altar collapses with noise and on the ruins stands the Goddess of
Night and Death, the mysterious Asteria.
Nérōn approaches and enters the oracle while
Simon shows him the magic mirror saying, "Within here infinity reflects
the light of its stars." Then the incomparable impostor withdraws while
the matricide fixes his gaze on the mirror where unexpectedly he sees reflected
the deathly form of Asteria. He turns towards the altar and admires the
ethereal form of the Goddess. He kneels and asks for forgiveness for his terrible
crime.
"As Orestēs, so I too,
not without cause, killed my mother. Save me from her ghost."
"Rise and hope,"
murmurs Asteria in a dreamlike voice looking at him.
Now drunk with her beauty, mad with
sensuality, he wants to unite in an ethereal embrace with that heavenly being.
He leaps toward the altar and approaches Asteria. A voice comes from the
oracle: "Go away, Nérōn." But Nérōn is now near her, delirious. While
the passionate being burns with erotic longing, the Emperor smiles with a sweet
anxious desire.
"Give me your lips,
though the world perish."
A fiery kiss unites the two mouths from
which Nérōn recognizes the mortal woman. Immediately madness seizes him.
"Your misfortune," he says to Asteria, who fainting from terror and
love writhes on the ground.
The cunning Simon tries to escape because he
well knows the consequences of the deceitful staging against the terrible and
all-powerful Nérōn. But the emperor’s Praetorians catch him and bring him bound
before him.
Nérōn lying on a couch laughs a satanic
laugh, then immediately mercilessly pronounces the condemning sentence. He
condemns Simon to be thrown to the beasts and Asteria to be thrown to the
serpents.
Nérōn now satisfied, mad with joy, leaps to
the altar, asks for a lyre and begins to sing:
"Now that the gods are
defeated, the lyre is mine, the altar is mine, I sing."
The third act begins with a sweetness of
idyll. Kneeling, the Christians in a lush garden unite their prayers to God,
while Fanuel repeats the oath of the faithful, looking steadfastly at the
angelic Rubria. A hidden, expressionless love fills Fanuel’s soul with pure
melancholy and the maiden’s virgin soul.
But a panting woman approaches. It is
Asteria. Having managed to escape Nérōn’s bonds, tattered and bleeding, she
comes to warn the Christians of the destruction that Simon, in agreement with
Nérōn, prepares for them, urging them to flee.
Rubria approaches Fanuel and begs him to
save her, but Fanuel, looking at her motionless, asks her to confess her sin.
Rubria cannot speak; indeed, she has no time.
Disguised as a beggar, Simon Magos
approaches the Christians while the Praetorians lurk nearby. Simon was brought
there by thirst for revenge and hope for salvation. If Fanuel revealed to him
the secret of miracles, he could be saved from the death to which Nérōn had
condemned him. Therefore, adopting a beseeching tone, he turns to Fanuel and
asks for the anointing of Christ. Fanuel calls him by name. Then Simon falls at
his feet and begs him to save him with a miracle. "No," replies
Fanuel as the Praetorians appear, to whom Simon hands over the Christian. The
faithful try to resist but Fanuel stops them.
"Do not resist the
evildoer; the Lord set the example." He kisses all except Rubria and,
captive, is dragged before Nérōn.
In the last act, one finds himself at the
hippodrome. On a high throne, Nérōn seated watches through an emerald the
atrocious preparations for the brutal execution of the Christians. The gathered
crowd screams, eager. Proud, Nérōn rises and with a characteristic gesture
gives the signal to start.
Then he orders, laughing, Simon to be
thrown. But while the terrible scene unfolds in the hippodrome, fire surrounds
the hippodrome and fills it with suffocating smoke. The people demand an exit
to flee, while the condemned, helped by the panic that the great fire scattered
in the hippodrome, escape.
The scene changes. In the hippodrome’s
underground where the dead were laid, Asteria and Fanuel enter seeking Rubria
among the corpses. It is dark. On their way, they touch the bloodied bodies.
One shakes Asteria — it is Simon Magos. Fanuel looks at the dead man and says
with disgust, "He was killed by God; cursed be he."
But here is Rubria still alive. Unconscious
from the wound in her heart, bleeding, wrapped in a white shroud, she lies
motionless on the ground. Fanuel takes her in his arms and kisses her. A faint
voice, a voice like a dream, a voice of unspoken love from Rubria’s soul
disturbed the wild peace of the cemetery. Fanuel bends and gives her his last
kiss. Thus bent, a light breath of the soul softly caresses him. Rubria had
breathed her last.
By G.A.
[ The article by
G.A.
“Nérōn. The libretto of
Boito’s famous opera”
was published in
the magazine "Monthly
Review",
Samos, Vathy, Year 2, issue 4,
October 1924, (pp. 60-64). ]
(The original text is in
polytonic Greek.)
Πότε
παραστάθηκε η opera "Nerone" του Arrigo Boito για πρώτη
φορά.
Ποιές άλλες
παραστάσεις της όπερας είναι γνωστές;
Η όπερα «Nerone» του Arrigo Boito έκανε την
παγκόσμια πρεμιέρα της στις 1 Μαΐου 1924 στο Teatro alla Scala του
Μιλάνου, υπό τη διεύθυνση του Arturo Toscanini.
Το έργο
ολοκληρώθηκε μετά τον θάνατο του Boito το 1918 από τους Antonio Smareglia και Vincenzo Tommasini, με την έγκριση
του Toscanini.
Γνωστές παραστάσεις της όπερας:
1928: Η Ρωμαϊκή Όπερα παρουσίασε την όπερα για πρώτη
φορά μετά την πρεμιέρα της, ανοίγοντας τη νέα περίοδο του ανακαινισμένου
θεάτρου της.
1945–1950: Παραστάσεις
πραγματοποιήθηκαν στη Ρώμη, συμπεριλαμβανομένων εξωτερικών παραστάσεων στις
Θέρμες του Καρακάλλα το καλοκαίρι του 1950.
1982: Η πρώτη αμερικανική παρουσίαση ήταν σε κονσέρτο
στο Carnegie Hall της Νέας
Υόρκης, από την Opera Orchestra of New York, υπό τη
διεύθυνση της Eve Queler.
2021: Η όπερα παρουσιάστηκε στο πλαίσιο των Φεστιβάλ
της Βιέννης, με σκηνοθεσία του Olivier Tambosi και
διεύθυνση του Dirk Kaftan.
2024: Η όπερα ανέβηκε στο Teatro Lirico di Cagliari,
σηματοδοτώντας την πρώτη νέα παραγωγή στην Ιταλία μετά το 1957.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ
[ ανάρτηση 8 Μαρτίου 2023 :
Arrigo Boito
“ Nerone ”
opera 1924 ]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου