Τετάρτη 8 Μαρτίου 2023

Arrigo Boito "Nerone" opera 1924 άρθρο του Γ.Α. για το λιμπρέττο της όπερας "Νέρων" του Arrigo Boito ΜΟΥΣΙΚΗ

 





Arrigo Boito  

 «Nerone»

 opera (1924)

 

 

[ το κατωτέρω προλογικό σημείωμα από άρθρο στη Βικιπαίδεια ]

   O Νέρων (Nerone) είναι όπερα σε τέσσερις πράξεις που συνέθεσε ο Arrigo Boito, σε λιμπρέττο γραμμένο από τον ίδιο. 

   Το έργο είναι μια σειρά από σκηνές από την Ρώμη την εποχή του αυτοκράτορα Νέρωνα που απεικονίζουν εντάσεις μεταξύ της αυτοκρατορικής θρησκείας και του Χριστιανισμού και τελειώνει με τη Μεγάλη Πυρκαγιά της Ρώμης.

  Ο Boito πέθανε το 1918 πριν τελειώσει το έργο.

 
  Τελικά η πρεμιέρα της όπερας έγινε στη Σκάλα του Μιλάνου την 1η Μαΐου 1924, 
υπό τη διεύθυνση του Arturo Toscanini σε μια εκδοχή της μουσικής 
που συμπλήρωσαν οι Arturo Toscanini, Vincenzo Tommasini και Antonio Smareglia.

 

          Η διανομή:  

Asteria – (Soprano): Rosa Raisa

Cerinto – (Contralto): Maria Doria

Dositeo – (Baritone): Carlo Walter

Fanuel – (Baritone): Carlo Galeffi

Gobrias – (Tenor): Giuseppe Nessi

Nerone – (Tenor): Aureliano Pertile

Perside – (Soprano): Mita Vasari

Rubria – (Mezzo-soprano): Luisa Bertana

Simon Mago – (Baritone): Marcel Jounet

Tigellino – (bass): Ezio Pinza

 

 

              

 

 

 

άρθρο

Γ.Α. «Νέρων. Το λιμπρέττο της περίφημης όπερας του Boito»  

περ. «Μηνιαία Επιθεώρησις», Σάμος, 1924

 

 

 

 

 

 

                          ΝΕΡΩΝ

    Το Λιμπρέττο της περίφημης όπερας του Boito

 

 

 

 

    Η τραγωδία ξετυλίγεται ολίγο μετά τη μητροκτονία.

    Ο Νέρων δεν τολμά να επιστέψει στη Ρώμη.

   Η φρίκη του τελεσθέντος εγκλήματος αλύπητα τον βασανίζει,  αλλά  εις την άφθαστο υποκριτική του ακόλαστου αυτοκράτορα αν η εσωτε­ρική της ψυχής τρικυμία αποκαλύπτεται με απροσδιόριστες χειρονομίες με συνταρακτικές φρικιάσεις και πνιγμένες απ’ το αποτρόπαιο έγκλημα κραυγές, η τύψη λαμβάνει τη μορφή της ρητορείας.

   Και δεν χάνει τη ψυχραιμία του ο θηριώδης. Με κυνική  αναίδεια, εκδήλωσι της ανόσιας και άγριας ψυχής του, παραλληλίζει τον εαυτό του με τον Ορέστη και το στυγερό δικαιολογεί έγκλημα με τους μοιραίους λόγους που ώθησαν το  γιο του Αγαμέμνονα στο φόνο της μοιχαλίδος Κλυταιμνήστρας.

   Εν τω μεταξύ το ειδεχθές αντικατόπτρισμα των ανίερων  διαλογισμών και της εγκληματικής ψυχής του απαίσιου  Αυτοκράτορα, η χαμερπής κάλαξ, η σύγκλητος ανακαλεί το  μητροκτόνο στη Ρώμη...

   Η πρώτη πράξη ξετυλίγεται σε μια πεδιάδα κείμενη κατά  μήκος της Αππίας οδού. Είναι νύχτα νεφελώδης. μέσα απ’ το  σκοτάδι της νύχτας μόλις ξεχωρίζονται η (οι) κατατομές των τάφων. Ανάμεσα σ' αυτούς βρίσκεται μιά κρύπτα όπου κρυφά οι  Χριστιανοί της Ρώμης έθαπταν τους νεκρούς των.

   Η σκοτία είναι γιομάτη λόγια και άσματα αγάπης. κατά  καιρούς ο αέρας φέρνει μιά πένθιμη αποκαλυπτική μελωδία. είναι θρηνώδης Χριστιανική φωνή απ’ την Ανατολή κι’ απ τη Δύση.

   Στην πρώτη φανερώνουνται όλα τα πρόσωπα της τραγωδίας. Πρωτα­γωνιστούν ο Tigellino και ο Simon Mago. Ο Tigellino, ο ευνοού­μενος του Νέρωνος, ο σύμβουλος και το απαίσιο όργανο κάθε Νερωνικής αγριότητας. Ο Simon ο θεμελιωτής της γνωστικής φιλοσοφίας, ο μα­θητής του Φίλωνα του Αλεξανδρινού, ο οποίος εξασκούσε τη μαγική του τέχνη που έμαθε στα βάθη της Ασίας. Αυτός είχε βαφτιστεί για να μπη στη χορεία των Αποστόλων, ελπίζοντας ότι έτσι θα μπορούσε να ικανοποιήση τη μανία της θαυματοποιίας που από μικρό παιδί ακόμα τον είχε κυριεύσει. Κατά την παράδοση είχε προσφέρει  αρκετά μεγάλο ποσό στον Απόστολο Πέτρο για να του πη, το μυστικό των θαυμάτων. Μά ο Πέτρος με ιερή αγανάκτηση τον καταράστηκε. Από τότε ο Simon έγινε άσπονδος εχθρός και του Πέτρου και των Χριστιανών.

   Στην τραγωδία αυτή όπου με ποιητική υποβολή είναι χρωματισμένα όλα τα ανήσυχα πνεύματα που ετάραξαν τη Νερώνεια Ρώμη, ο Simon παριστά το θολερό ρεύμα των Ανατολίτικων θρησκειών οι οποίες ωδήγησαν τον ηδυπαθή και σπασμωδικό μυστικισμό τους μέσα στους κόλπους των αγροτικών και πολεμικών Θεών των Λατίνων.

   Η Asteria, η γόησσα των φειδιών, φλεγομένη από ηδυπαθή έρωτα για τον Νέρωνα, η Rubria, η αγνή εστιάς που ιερόσυλα ο Νέρων παρεβίασε  και η οποία γι’ αυτό ακριβώς κατόπιν ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Ο Fanuel, ο ποδηγέτης της Χριστιανικής κοινότητας της Ρώμης.

   Στην Αππία οδό, μέσα στο άγριο σκοτάδι της νύχτας ο Tigellino και ο Simon Mago περιμένουν το Νέρωνα για να καταθέσουν σ’ ένα τάφο μέσα, που πρόχειρα άνοιξαν, τη Νεκρική υδρία με τη σποδό της Αγριππίνας.

   Εν τω μεταξύ ο Tigellino είχε διαδώσει στη Ρώμη την  επιστροφή του Νέρωνα, ξέροντας καλά πως η Ρώμη ταραγμένη απ’ τον τρόμο του εγκλήματος θα ανεκάλει πανηγυρικά τον αιμοσταγή.

   Αλλ’ ο Νέρων αργεί να έλθη… πέρασαν λίγες στιγμές. Νά τος, έρχεται τυλιγμένος σε μιά πένθιμη τήβεννο, ασθμαίνοντας σαν ένας φυγάς. Στα χέρια του κρατεί τη νεκρική υδρία με τη μητρική σποδό. Του φαίνεται πως οι Εριννύες τον καταδιώκουν καθώς κατεδίωξαν τον Ορέστη, πέφτει στα πόδια του Simon  Mago στις μαγγανείες του οποίου είχε μιά δεισιδαίμονα και υπερβατική πίστη.

   Ah tu mi Salva Lava il mio matricidio.

   (Α! συ να με σώσης πλύ­νε τη μητροκτονία μου.)

   Ο Simon πέφτει σε κατανυκτικη προσευχή ενώ ο Νέρων ψιθυρίζει:

  «Αυτή την άταφη σποδό αφού πήρα από μιά μοιραία άκτη, φέρνω εδώ όπου η Ρώμη εξαπλώνει τους τάφους της. Όσιο πάντα είναι ν’ αποδίδη κανείς στους νεκρούς την πατρίδα.»

   Για μιά στιγμή φρικιώντας απ' τα ίδια του τα λόγια σκεπάζει το πρόσωπό του με τα χέρια. αλλ’ η συναίσθηση ότι είναι τραγικό  πρόσωπο τον εξάπτει· «είμαι Ορέστης» φωνάζει με περήφανεια.

   Η σποδός κατεβάστητε στο λάκκο και σκεπάστηκε με χώμα. Ο Simon εξαπλώνει ένα μαύρο πέπλο στο κεφάλι του Νέρωνος δίνοντάς του ένα κύπελλο γιομάτο αίμα για να ποτίση με δαύτο  τον τάφο της μητέρας του. Ξαφνικά μιά χλωμή μορφή αδύνατης γυναίκας σηκώνεται από έναν τάφο με φείδια στο λαιμό και αγριότητα στα μάτια.

 

   Ο Νέρων έντρομος φεύγει ακολουθώντας τον Tigellino ο οποίος λιπόθυμο σχεδόν τον σέρνει από τα χέρια.. Ο Simon που δεν πιστεύει στα θαύματα πλησιάζει. Είναι η Asteria. Θαμβωμένος απ’ την ομο­ρφιά της κόρης την ερωτά. «γιατί έτσι καταδιώκεις το Νέρωνα;» Η Asteria αποκαλύπτει τον ερωτά της στο πανούργο Mago, ο οποίος στο πρόσωπό της, πρόσωπο ωχρό  και μυστηριώδες βλέπει το μέσο για να δεσπόση του Νέρωνος, ο οποίος είχε ξεχωριστή πίστη στα θαύματα. Εν ονόματι δε του πάθους της την εξορκίζει να έλθη την άλλη μέρα κατά το δειλινό στους ίδιους τάφους με την υπόσχεσή του να δώση σάρκα και οστά στα ερωτικά όνειρά της.

   Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου βρίσκουν τη Rubria γονατισμένη να προσεύχεται. Περνά ένας διαβάτης. Είναι ο Fanuel, αναγνωρίζει τη Rubria και την πλησιάζει, την ερωτά γιατί κλαίει όταν προσεύχεται: « Έχω ένα κρίμα στην καρδιά» του απαντά η  κόρη και στέκεται να εξομολογηθεί το κρίμα της, ότε απ’ την κρύπτα όπου είχε κατέβη για να κρύψη ό,τι χρησίμεψε για τον ενταφιασμό της Αγριππίνας σηκώνεται ο Simon Μago.

   Οι τάφοι των Χριστιανών απεκαλύφθησαν, ο Fanuel φωνάζει τον Simon, οι δυό κυττάζονται με βλέμμα υπερήφανης  πρόσκλησης και εξα­φανίζονται.

   Εν τω μεταξύ η Ρώμη πανηγυρίζει την επιστροφή του αιμοσταγή μητροκτόνου.

     “Evion Evion ah gioia gioia

      al mo sol al ma Roma ave Nerone.”

 

   Στη δεύτερη πράξη βρισκόμεθα στον υπόγειο Ναό του Simon Mago.

   Ο Simon με αγωνία περιμένει το Νέρωνα, έχει ετοιμάσει όλους τους φαντασμαγορικούς και φρικιαστικούς μηχανισμούς του για να τόν γοητεύση, να τον συναρπάση με σατανική υστεροβουλία αισχράς εκμεταλ­λεύσεως.

   Πίσω απ’ το μαντείο κρύπτεται ένας ιερέας προφέροντας ασυνάρτητα λόγια. Ένα χλωμό φώς καντήλας ρίχνει τες άτονες αχτίδες του στο μαγικό καθρέφτη. Σε μια στιγμή ο βωμός  καταρρέει με θορυβο και στα ερείπια επάνω στέκεται όρθια η Θεά της Νύχτας και του Θανάτου,  η μυστηριώδης Asteria.

   Ο Νέρων πλησιάζει και εισέρχεται στο μαντείο εν’ ώ ο Simon του δείχνει το μαγικό καθρέφτη λέγοντάς του «μέσα εδώ το άπειρο αντανακλά το φώς των Άστρων του». Κατόπιν ο άφθαστος απατεών απομακρύνεται εν’ ώ ο μητροκτόνος προσηλώνεται στο καθρέφτη όπου απροσδόκητα βλέπει να καθρεφτίζεται η νεκρική μορφή της Asteria. στρέφει προς το βωμό και θαυμάζει την αιθέρια μορφή της Θεάς. Γονατίζει και ζητάει συγχώρησι για το σγυγερό του έγκλημα.

    «Καθώς ο Ορέστης έτσι κι’ εγώ, όχι χωρίς λόγο, τη μητέρα μου εσκότωσα. απ’ το φάσμα της, σώσε με.»

   «Σήκω και έλπιζε» του μουρμουρίζει με φωνή σαν όνειρο κυττάζοντάς τον η Asteria.

   Αυτός τώρα μεθυσμένος απ' την ωμορφιά της, τρελλός από ηδυπάθεια θέλει να ενωθή σ’ ένα αιθέριο αναγκαλισμό με την ουράνια εκείνη ύπαρξη. Πηδάει προς το βωμό και πλησιάζει την Asteria. Μιά φωνή βγαίνει απ' το Μαντείο «Φύγε Νέρων». Αλλ’ ο Νέρων είναι τώρα πιά κοντά της παραληρώντας. Εν’ ώ την ερωτοπαθή ύπαρξη φλογίζει ερωτική αδημονία ο Αυτοκράτωρ της μειδιά με μια γλυκεία πόθου αγωνία.

   «Δός μου τα χείλη σου κι’ ας χαθή ο κόσμος.»

   Ένα φλογερό φιλί ενώνει τα δυό στόματα απ’ το οποίο ο  Νέρων γνωρίζει τη θνητή γυναίκα. Αμέσως τον έπιασε μανία. «συμφορά σου» λέγει στην Asteria, η οποία λιπόθυμη από τρόμο κι’ από έρωτα σπαρταράει χάμω.

   Ο πανούργος Simon δοκίμασε να φύγη γιατί πολύ καλά ήξερε τις συνέπειες της απατηλής σκηνοθεσίας εις βάρος του τρομερού και πανίσχυρου Νέρωνα. Αλλ’ οι πραιτωριανοί του Αυτοκράτορος τον έπιασαν και δεμένο τον φέρνουν μπρός του.

   Ο Νέρων ξαπλωμένος σ’ ένα ανάκλιντρο, γελάει Σατανά γέλοιο, ενώ ευθύς αμέσως αδυσώπητος απαγγέλει την καταδικαστική απόφασι. Καταδικάζει το Simon να πετάξη στον αέρα και την Asteria να τη ρίξουν στα φείδια.

   Ο Νέρων τώρα είναι ευχαριστημένος, τρελλός από χαρά πηδά  στο βωμό, ζητάει μιά κιθάρα κι' αρχίζει να τραγουδάη:

   «Τώρα πιά που ενικήθησαν οι θεοί, εις εμέ η κιθάρα εις εμέ ο βωμός, τραγουδώ.»

 

   Η τρίτη πράξη αρχίζει με μια γλυκύτητα ειδυλλίου. Γονατισμένοι οι Χριστιανοί σ’ ένα καταπράσινο κήπο ενώνουν τις προσευχές των στο Θεό, εν ώ ο Fanuel επαναλαμβάνει τον όρκο των πιστών, κυττάζοντας κατάματα την αγγελόμορφη Rubria. Μιά κρυμένη ανέκφραστη αγάπη γιομίζει από αγνή μελαγχολία την ψυχή του Fanuel και τη παρθένα ψυχή της Κόρης.

   Αλλά μια γυναίκα ασθμαίνουσα πλησιάζει. Είναι η Asteria. Αφού κατώρθωσε να ξεφύγη απ’ τα δεσμά του Νέρωνος κουρελιασμένη και αιμόφυρτη έρχεται να ειδοποιήση τους Χριοτιανούς για τον όλεθρο που ο Simon σύμφωνος με το Νέρωνα τους ετοιμάζει προτρέποντάς τους να φύγουν.

   Η Rubria πλησιάζει τον Fanuel και τον ικετεύει να σωθή, αλλ’ ο Fanuel κυττάζοντάς την ακίνητος την παρακαλεί να του εξομολογηθή το αμάρτημά της. Η Rubria δεν μπορεί να μιλήσει, δεν έχει άλλως τε τον καιρό.

   Μεταμφιεσμένος ο Simon Mago σε επαίτη, πλησιάζει τους Χριστιανούς εν ώ οι πραιτωριανοί βρίσκονται εκεί κοντά κρυμμένοι. Τον Simon έφερε εκεί και η δίψα της εκδίκησής, αλλά και η ελπίδα της σωτηρίας. Εάν ο Fanuel του φανέρωνε το μυστικό των θαυμάτων θα μπορούσε να σωθή απ' το θάνατο στον οποίον ο Νέρων τον είχε καταδικάσει. Γι’ αυτό παίρνοντας ύφος ικετευτικό στρέφει προς τον Fanuel και του ζητεί το χρίσμα του Χριστού. Ο Fanuel τον φωνάζει με το όνομά του. Τότε ο Simon πέφτει στα πόδια του και τον παρακαλεί να τον σώση μ’ ένα θαύμα. Όχι απαντά ο Fanuel εν ώ φανερώνονται οι πραιτωριανοί στους οποίους ο Simon παραδίνει το Χριστιανό. Οι πιστοί θέλησαν ν’ αντισταθούν αλλ’ ο Fanuel τους σταματά.

   «Μη ανθίστασθε στον κακούργο. το παράδειγμα το έδωσε ο Κύριος». Χαιρετά όλους μ' ένα φίλημα εκτός απ’ τη Rubria και δέσμιος σέρνεται προς το Νέρωνα.

 

   Στην τελευταία πράξη βρίσκεται κανείς στο ιπποδρόμιο. Σε θρόνο υψηλό ο Νέρων καθισμένος παρακολουθεί μέσα από ένα σμαράγδι τις αποτρόπαιες ετοιμασίες για την άγρια θανάτωσι των Χριστιανών. Το μαζεμμένο πλήθος ουρλιάζει, αδημονεί. Αγέρω­χος ο Νέρων σηκώνεται και με μιά χαρακτηριστική χειρονομία δίνει το σύνθημα της έναρξης.

   Κατόπιν διατάσσει καγχάζοντας τον Simon να πετάξη. Αλλ’ εν  ώ στο ιπποδρόμιο η τρομερά ξετυλίγεται σκηνή, η φωτιά περικυκλώνει το ιπποδρόμιο και το κατακλύζει από αποπνιχτικό καπνό. Ο κόσμος ζητάει έξοδο να φύγη, εν ώ οι καταδικασμένοι, βοηθούμενοι απ’ τον πανικό που η πελώρια φωτιά σκόρπισε στο ιπποδρόμιο, δραπετεύουν.

   Η σκηνή αλλάζει. Στο υπόγειο του ιπποδρομίου όπου κατετίθεντο οι νεκροί εισχωρούν η Asteria και ο Fanuel ζητώντας μέσα στα πτώματα τη Rubria. Είναι σκοτάδι. Στο δρόμο τους αγγίζουν τα αιμόφυρτα πτώματα. ένα ταράσσει την Asteria, είναι ο Simon Mago. Ο Fanuel κυττάζει το νεκρό και λέγει μέ αηδία «απ’το Θεό σκοτώθηκε, καταραμένος να ’ναι.»

   Αλλά να η Rubria ακόμα ζωντανή. Αναίσθητη απ’ τη πληγή που είχε στη καρδιά, αιμόφυρτη, τυλιγμένη σ’ ένα λευκό σά­βανο μένει ακίνητη χάμω. Ο Fanuel την πέρνει στην αγκαλιά του και τη φιλεΐ. Μιά σβυσμένη φωνή, φωνή σαν όνειρο, φωνή ανέκδηλης αγάπης βγαλμένη απ’ τη ψυχή της Rubria ετάραξε την άγρια γαλήνη του κοιμητηρίου. Ο Fanuel σκύβει και της δίνει το υστερνό φιλί του. Έτσι σκυμένον, μια ψυχής ανάλαφρη πνοή απαλά τον εθώπευσε. η Rubria είχε ξεψυχίσει.

 

                                                      Γ. Α.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[ Το άρθρο του

Γ.Α.

« Νέρων. Το λιμπρέττο της περίφημης όπερας του Boito »  

δημοσιεύθηκε στο

περ. «Μηνιαία Επιθεώρησις»,

Σάμος, Βαθύ, Έτος Β’, φυλλάδιον 4,

Οκτώβριος 1924, (σ.  60-64).  ]

 

 

(Το πρωτότυπο κείμενο σε πολυτονικό.)  

 







 Arrigo Boito

“Nerone” (opera)

 

Nerone

G.A. "Nérōn. The libretto of Boito’s famous opera"
Magazine "Monthly Review", Samos, 1924

 

NÉRÔN
The Libretto of Boito’s Famous Opera

 

    The tragedy unfolds shortly after the matricide.

Nérōn (Nero) does not dare to return to Rome.

  The horror of the committed crime mercilessly tortures him, but in the incomparable acting of the debauched emperor, if the inner turmoil of his soul is revealed with indefinite gestures, with shocking convulsions and cries choked by the atrocious crime, the remorse takes the form of rhetoric.

  And the monstrous man does not lose his composure. With cynical shamelessness, an expression of his wicked and wild soul, he compares himself to Orestēs (Orestes) and justifies the atrocious crime with the fateful reasons that drove the son of Agamemnon to murder the adulterous Klytaimnēstra (Clytemnestra).

  Meanwhile, the hideous reflection of the unholy meditations and the criminal soul of the dreadful Emperor, the miserable shell, the Senate recalls the matricide to Rome...

  The first act unfolds on a plain lying along the Appian Way. It is a cloudy night. Through the darkness of night the outlines of the graves are barely visible. Among them lies a crypt where secretly the Christians of Rome buried their dead.

  The darkness is filled with words and songs of love. From time to time the air carries a mournful revealing melody. It is a lamenting Christian voice from the East and the West.

  In the first scene all the characters of the tragedy appear. The protagonists are Tigellinos (Tigellinus) and Simon Magos (Simon Magus). Tigellinos, Nero’s favorite, his counselor and the atrocious instrument of every Neronian cruelty. Simon, the founder of Gnostic philosophy, the disciple of Philo the Alexandrian, who practiced his magic arts learned in the depths of Asia. He had been baptized to join the ranks of the Apostles, hoping this way to satisfy the mania for miracles that had possessed him since childhood. According to tradition, he had offered a considerable sum to Apostle Petros (Peter) to reveal the secret of miracles. But Petros cursed him with holy indignation. Since then Simon became an inveterate enemy both of Petros and the Christians.

   In this tragedy, where all restless spirits that troubled Neronian Rome are poetically suggested, Simon represents the obscure current of Oriental religions which led their hedonistic and spasmodic mysticism into the folds of the agricultural and war gods of the Latins.

  Asteria, the enchantress of serpents, burning with sensual love for Nérōn; Rubria, the pure hearth that Nero sacrilegiously violated and who therefore subsequently embraced Christianity; Fanuel, the leader of the Christian community of Rome.

  On the Appian Way, in the wild darkness of night, Tigellinos and Simon Magos await Nérōn to deposit inside a grave, hastily dug, the funerary urn with Agrippina’s ashes.

  Meanwhile, Tigellinos had spread in Rome the news of Nérōn’s return, knowing well that Rome, disturbed by the terror of the crime, would jubilantly welcome the bloodthirsty one.

   But Nérōn is slow to arrive... a few moments pass. Here he comes, wrapped in a mourning cloak, panting like a fugitive. In his hands he holds the funerary urn with his mother’s ashes. It seems to him that the Erinyes pursue him as they chased Orestēs. He falls at the feet of Simon Magos, in whose magic he had a superstitious and transcendent faith.

“Ah tu mi Salva Lava il mio matricidio.”
(Ah! you save me, wash away my matricide.)

  Simon falls into a devout prayer while Nérōn whispers:

"This unburied ash, taken from a fateful shore, I bring here where Rome spreads its graves. It is always holy to give the dead their homeland."

   For a moment, shuddering from his own words, he covers his face with his hands. But the awareness that he is a tragic figure excites him; "I am Orestēs," he cries proudly.

   The ashes are lowered into the pit and covered with earth. Simon spreads a black veil over Nérōn’s head, giving him a cup full of blood to water with it his mother’s grave. Suddenly a pale figure of a frail woman rises from a tomb with serpents around her neck and fierceness in her eyes.

   Nérōn, terrified, flees, followed by Tigellinos who almost drags him by the hands fainting. Simon, who does not believe in miracles, approaches. It is Asteria. Bewitched by the beauty of the girl, he questions her: "Why do you thus pursue Nérōn?" Asteria reveals her love to the cunning Magos, who in her pale and mysterious face sees the means to dominate Nérōn, who had a special faith in miracles. In the name of her passion, he exhorts her to come the next day at dusk to the same graves with his promise to give flesh and bones to her erotic dreams.

   The first rays of the sun find Rubria kneeling in prayer. A passerby approaches. It is Fanuel, who recognizes Rubria and approaches her, asking why she cries while praying: "I have a sin in my heart," the girl answers and prepares to confess her sin, when from the crypt where she had descended to hide whatever was used for Agrippina’s burial, Simon Magos rises.

   The Christians’ graves are discovered; Fanuel calls Simon. The two look at each other with a proud look of invitation and disappear.

   Meanwhile, Rome celebrates the return of the bloodthirsty matricide.

  "Evion Evion ah gioia gioia
al mo sol al ma Roma ave Nerone."

[Evion Evion ah joy joy
to my sun to my sea Rome hail Nero.]

   The second act finds us in the underground temple of Simon Magos.

   Simon anxiously awaits Nérōn; he has prepared all his phantasmagoric and horrific mechanisms to charm him, to captivate him with satanic malice and vile exploitation.

   Behind the oracle hides a priest uttering incoherent words. A pale lamp light throws its faint rays on the magic mirror. Suddenly the altar collapses with noise and on the ruins stands the Goddess of Night and Death, the mysterious Asteria.

   Nérōn approaches and enters the oracle while Simon shows him the magic mirror saying, "Within here infinity reflects the light of its stars." Then the incomparable impostor withdraws while the matricide fixes his gaze on the mirror where unexpectedly he sees reflected the deathly form of Asteria. He turns towards the altar and admires the ethereal form of the Goddess. He kneels and asks for forgiveness for his terrible crime.

"As Orestēs, so I too, not without cause, killed my mother. Save me from her ghost."

"Rise and hope," murmurs Asteria in a dreamlike voice looking at him.

   Now drunk with her beauty, mad with sensuality, he wants to unite in an ethereal embrace with that heavenly being. He leaps toward the altar and approaches Asteria. A voice comes from the oracle: "Go away, Nérōn." But Nérōn is now near her, delirious. While the passionate being burns with erotic longing, the Emperor smiles with a sweet anxious desire.

"Give me your lips, though the world perish."

   A fiery kiss unites the two mouths from which Nérōn recognizes the mortal woman. Immediately madness seizes him. "Your misfortune," he says to Asteria, who fainting from terror and love writhes on the ground.

   The cunning Simon tries to escape because he well knows the consequences of the deceitful staging against the terrible and all-powerful Nérōn. But the emperor’s Praetorians catch him and bring him bound before him.

   Nérōn lying on a couch laughs a satanic laugh, then immediately mercilessly pronounces the condemning sentence. He condemns Simon to be thrown to the beasts and Asteria to be thrown to the serpents.

   Nérōn now satisfied, mad with joy, leaps to the altar, asks for a lyre and begins to sing:

"Now that the gods are defeated, the lyre is mine, the altar is mine, I sing."

   The third act begins with a sweetness of idyll. Kneeling, the Christians in a lush garden unite their prayers to God, while Fanuel repeats the oath of the faithful, looking steadfastly at the angelic Rubria. A hidden, expressionless love fills Fanuel’s soul with pure melancholy and the maiden’s virgin soul.

   But a panting woman approaches. It is Asteria. Having managed to escape Nérōn’s bonds, tattered and bleeding, she comes to warn the Christians of the destruction that Simon, in agreement with Nérōn, prepares for them, urging them to flee.

   Rubria approaches Fanuel and begs him to save her, but Fanuel, looking at her motionless, asks her to confess her sin. Rubria cannot speak; indeed, she has no time.

   Disguised as a beggar, Simon Magos approaches the Christians while the Praetorians lurk nearby. Simon was brought there by thirst for revenge and hope for salvation. If Fanuel revealed to him the secret of miracles, he could be saved from the death to which Nérōn had condemned him. Therefore, adopting a beseeching tone, he turns to Fanuel and asks for the anointing of Christ. Fanuel calls him by name. Then Simon falls at his feet and begs him to save him with a miracle. "No," replies Fanuel as the Praetorians appear, to whom Simon hands over the Christian. The faithful try to resist but Fanuel stops them.

"Do not resist the evildoer; the Lord set the example." He kisses all except Rubria and, captive, is dragged before Nérōn.

   In the last act, one finds himself at the hippodrome. On a high throne, Nérōn seated watches through an emerald the atrocious preparations for the brutal execution of the Christians. The gathered crowd screams, eager. Proud, Nérōn rises and with a characteristic gesture gives the signal to start.

   Then he orders, laughing, Simon to be thrown. But while the terrible scene unfolds in the hippodrome, fire surrounds the hippodrome and fills it with suffocating smoke. The people demand an exit to flee, while the condemned, helped by the panic that the great fire scattered in the hippodrome, escape.

   The scene changes. In the hippodrome’s underground where the dead were laid, Asteria and Fanuel enter seeking Rubria among the corpses. It is dark. On their way, they touch the bloodied bodies. One shakes Asteria — it is Simon Magos. Fanuel looks at the dead man and says with disgust, "He was killed by God; cursed be he."

   But here is Rubria still alive. Unconscious from the wound in her heart, bleeding, wrapped in a white shroud, she lies motionless on the ground. Fanuel takes her in his arms and kisses her. A faint voice, a voice like a dream, a voice of unspoken love from Rubria’s soul disturbed the wild peace of the cemetery. Fanuel bends and gives her his last kiss. Thus bent, a light breath of the soul softly caresses him. Rubria had breathed her last.

                                             By G.A.

 

[ The article by

G.A.

“Nérōn. The libretto of Boito’s famous opera”

was published in

the magazine "Monthly Review",

Samos, Vathy, Year 2, issue 4,

October 1924, (pp. 60-64). ]

 

(The original text is in polytonic Greek.)

 

 

Πότε παραστάθηκε η opera "Nerone" του Arrigo Boito για πρώτη φορά.

Ποιές άλλες παραστάσεις της όπερας είναι γνωστές;


   

   Η όπερα «Nerone» του Arrigo Boito έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στις 1 Μαΐου 1924 στο Teatro alla Scala του Μιλάνου, υπό τη διεύθυνση του Arturo Toscanini.

   Το έργο ολοκληρώθηκε μετά τον θάνατο του Boito το 1918 από τους Antonio Smareglia και Vincenzo Tommasini, με την έγκριση του Toscanini.

Γνωστές παραστάσεις της όπερας:

1928: Η Ρωμαϊκή Όπερα παρουσίασε την όπερα για πρώτη φορά μετά την πρεμιέρα της, ανοίγοντας τη νέα περίοδο του ανακαινισμένου θεάτρου της.

1945–1950: Παραστάσεις πραγματοποιήθηκαν στη Ρώμη, συμπεριλαμβανομένων εξωτερικών παραστάσεων στις Θέρμες του Καρακάλλα το καλοκαίρι του 1950.

1982: Η πρώτη αμερικανική παρουσίαση ήταν σε κονσέρτο στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης, από την Opera Orchestra of New York, υπό τη διεύθυνση της Eve Queler

2021: Η όπερα παρουσιάστηκε στο πλαίσιο των Φεστιβάλ της Βιέννης, με σκηνοθεσία του Olivier Tambosi και διεύθυνση του Dirk Kaftan.

2024: Η όπερα ανέβηκε στο Teatro Lirico di Cagliari, σηματοδοτώντας την πρώτη νέα παραγωγή στην Ιταλία μετά το 1957.

 

 

 

 

 

 

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ

eleftherografos.blogspot.com

[ ανάρτηση 8 Μαρτίου 2023 :

Arrigo Boito 

Nerone ” 

opera 1924 ]

 

  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

άωρη ενηλικίωση Λίγα σχόλια ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ

  άωρη ενηλικίωση Λίγα σχόλια ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ     H απότομη "ενηλικίωση" και τα ψυχοπαθολογικά προβλήματα.   Τί εννο...