Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Μέλπω Αξιώτη "Δύσκολες Νύχτες" μυθιστόρημα 1938 απόσπασμα ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 


Μέλπω Αξιώτη

απόσπασμα «Δύσκολες Νύχτες»

μυθιστόρημα 1938

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

Εισαγωγή:

   Το περιεχόμενο του μυθιστορήματος «Δύσκολες Νύχτες» (1938) της Μέλπως Αξιώτη απαρτίζεται από αναμνήσεις ενός κοριτσιού. Η διήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Η αφηγήτρια είναι ορφανή από μητέρα. Η οικογένειά της, άλλοτε ευκατάστατη και τώρα σε οικονομική παρακμή (όπως φαίνεται στο απόσπασμά μας), ζει σε κάποιο νησί του Αιγαίου, που δεν ονομάζεται (Μύκονος). Επίσης δεν προσδιορίζεται ούτε ο χρόνος. Επειδή όμως γίνεται λόγος για αλλεπάλληλους πολέμους, υποθέτουμε ότι πρόκειται για τα χρόνια του Α' παγκόσμιου πολέμου.

[ Σημαντική η ανάλυση του Τάκη Καρβέλη για τα χαρακτηριστικά της αφήγησης, τη γλώσσα και το ύφος στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, όπου τα τρία πρώτα κεφάλαια διεξάγονται στο νησί (στη Μύκονο), ενώ το τέταρτο και τελευταίο στην Αθήνα. ]

 

 

 

    «Βλέπεις; μας ήρθε κι άλλος μουσαφίρης, που δεν περιμέναμε!» είπε ο πατέρας, σαν έφυγε ο λήσταρχος. «Σ' άρεσε η βράκα του; Είδες πόσα κύματα γύρω τριγύρω;»

    Πολύ απορήσανε όλοι στο σπίτι. Και τρομάξανε. «Παναγία μου Δέσποινά μου», είπε η θεία Διαλεχτή, που νόμιζε πως έρχεται να μας σφάξει! Η Σοφιδώ όμως την κατάλαβε την καρδιά του την καλή. Της πρόσφερεν από το χέρι του το διοσμαρί, κι εμοσκοβόλησεν ο κόρφος της, βλέπεις από βουνό κατεβασμένο. Του πρόσφερεν εκείνη κάθισμα, κι εκοντοστάθηκεν εκείνος πριν το λάβει, εμισοχαμογέλασε, κι είπε τα χρόνια είναι πολλά, κι εξέμαθεν το κάθισμα.

    «Ανάψετε τα φώτα». Ήρθε το βράδυ. Κατά την ώρα που ξεφτιλίζουνε τα λυχνάρια. Τα σουβλερά του γουρνοτσάρουχα πηγαίνανε μπροστά, κι επιάνανε τον κόσμο, και στον τοίχο ο ίσκιος του ετύλιγεν τον τοίχο, σα θεριό. Απάνω στο ραβδί του αποραβδίζει, τα χέρια ανοιχτά, και ξεκουράζεται, κι όλοι αψηλώνομε για να του φτάσομε τα μάτια. Ήρθε το βράδυ που ξεφτιλίζουνε τα λυχνάρια, όπου εσκιαχτήκαμε και τη νύχτα πολύ, και γιατί είναι φονιάς.

   «Επείνασα», είπε, «και ήρθα». Ξεραΐλα ετούτον το χρόνο. Μια ανυδρίες, μια αγέρηδες».

   «Παναγία μου Δέσποινά μου, και μ' ίντα να τονε χορτάσεις, όπου θα θέλει βούιδι! Εμείς δε συνηθούμε το βράδυ το κρέας...»

   «Κλείσετε τις πόρτες», είπε ο πατέρας, «ας μη γίνει απόψε τίποτα ιδιαίτερο. Το δικό μας δείπνο. Ας μη γίνουνται και πολλοί θόρυβοι... —λίγη ησυχία— κλείσετε τις πόρτες».

   Σταυροκοπιέται, κι ανοίξαν τα νεφρά της, η θεια Διαλεχτή. «Γρουσούζικια χρονιά εφέτος... Ό,τι σου μέλλει η μοίρα σου για να περάσεις, θα το περάσεις. Να κλειδομπαρωθείς με το ληστή!... Ετούτο πάλι; πώς σας εφάνηκε; Της πικροδάφνης το ζουμί το κατακάθι, τέτοια μοίρα εφέτος!...».

   Ήρθε το βράδυ. Κι έλεγε: «Ο τόπος να βαδίσεις μακριά ένα γύρω ήταν παντέρημος. Ήτανε νύχτα, κι ώρα καλιώρα η αποψινή. Εκρύωνα, κι είχα και δίψα. Βλέπω ένα φως στα μακρινά, δρόμο δρόμο τα ξερολίθαρα, αλλού ακονιζιές επαραμέρισα, κι έφτασα την καλύβα του. Ώρα καλή, του λέου, δε μ' αποκρένεται ώρα καλή. Διψώ, του λέου, γιατ' έρχομαι απ' αλάργα, επότισα τα ζωντανά, μα 'χεν αβδέλλες το νερό. Εγώ ’βγαλα μου λέει την κόρη μου για να μην μπερδευτώ σε μοιρασιές, και μου 'ρθες τώρα;...

    »Ως ήταν ώρα δείπνου, είχεν αποσωσμένες καμπόσες ελιές, εστήθηκεν ολόρθος, η κεφαλή του μ' εξεπέρασεν άλλη μια κεφαλή, τα μάτια του εγυαλίσανε, κι εχυθήκανε ελιοκούκουτσα από τα γόνατά του. Είναι φερμένοι, μου λέει, της ακρίβειας καιροί. Πέντε ελιές να φας, για τρεις το ελάχιστο βαραίνουν τα κουκούτσια, ήβαλά τα σε ζυγαριά, ακρίβειες... Εγώ 'βγαλα την κόρη μου ν' απέχω από μοιρασιές, έχω συντρόφισσα τη δύναμή μου τώρα.

   »Φτου σου! του λέου, είμαι χορτάτος. Ήρθα να πιω νερό, και για να ζεσταθώ. Τον ήξερα άρχοντα μεγάλο. Δε θα σ' άφηνα σ' έξοδο, με την ανάπαψη και το νερό, τώρα όμως φτου σου! Του λέου όσο παλεύαμε: μη με ρίξεις στην κρίση.. Όσο που δε φοβούμαι το Θεό, σ' τη λέου την αμαρτία μου, το χωροφύλακα τόνε φοβούμαι.

   »Τα χρόνια μου ήταν τότες λιγοστά. Δεν το στοχαζόμουν, για να σε πιάσει η κρίση πως είναι ανάγκη μαρτυριάς... κι είμαστε καταμόναχοι μέσα στη νύχτα. Του χωροφύλακα ο φόβος ήτανε.

   »Ήταν εκείνος θεριό μονάχο, αντρειωμένος. Τα νιάτα μου όμως ενικήσανε. Καμπόσα δάχτυλα άφησα πάνω στης κατοικιάς του τη γης, μου τ' απόκοψε με το λάζο. Τα βρήκαν ύστερα, θα το θυμόσαστε, οι χωροφυλάκοι. Εμένα δε μ' εβρήκανε ποτές.

   »Εδώ εκεί, μες στα βουνά, το πράμα ζόρικο πολύ δεν είναι. Τα μαθαίνεις και σε μαθαίνουνε. Σε μαθαίνουνε κι οι χωροφυλάκοι. Ψήνεις κανένα γίδι, χορταίνεις για λίγο καιρό, χορταίνουνε κι εκείνοι, και σ' έχουνε παραιτημένο. Πρώτη φορά μου απόψε κατεβαίνω. Άσκημη χρονιά, επείνασα. Πρώτη φορά και που τα ξιστορίζω».

   «Όταν τελειώσεις», του λέει ο πατέρας, «θα 'χουν στρωμένο πια το τραπέζι και θα περάσομε δίπλα. Όλο και κάτι θα 'χουν μαγειρέψει γι' απόψε, οι γυναίκες».

   Ο λήσταρχος λέει: «Δε θ' απομείνω ώρα πολλή. Μέσα στα σπίτια εξέμαθα, και στεναχωριούμαι. Είν' οι σκεπές σας χαμηλές, κι ο καθείς γένεται κοντοβίστας (κοντόφθαλμος). Μέρα με την ημέρα το φως σου αποκόβεται, ντουβάρια, όλο εμπόδια, δε φταις εσύ σα δε βλέπεις και παραπέρα. Μπρε συ Μανούσο, τι είναι εκείνα βρε; στο ξαδερφάκι μου έλεγα, το 'χα μαζί μου όταν επρωτοβγήκα, μήτε συ δεν κατέχεις; Ήμουνε σ' απορία... Κι ήτανε μες στην άνοιξη οι κωλοφωτιές! Πράματα αλλιώτικα! όταν επρωτοβγήκα! Δέντρα! ενόμιζες πως ήτανε μαύρα ποτάμια από ψηλά κι ετρέχανε όσο που σειόντανε τα φύλλα, ενόμιζες πως ήταν ιερέηδες κι ελέγαν το ευλογητό μ' ανοιχτά τα χέρια. Φώκιες μπρε συ Μανούσο, τρέχα, να δεις... φωκοφωλιές!

   »Κι ετρέχαμε με το Μανούσο. Οι φώκιες εμπαλεύανε, κι όσες όπου ενικόνταν εδίνανε ένα μακροβούτι κι αποτραβιόνταν στης θάλασσας το βυθό. Ανοίξανε, Μανούσο, τ' ασφεντρίλια, τρέχα, πάμε να δούμε και τις λυγαριές κατά τα νοτινά π' εγεμίσανε σήμερα πάχνες. Ετρέχαμε με το Μανούσο. Όλο αλλιώτικα πράματα! Από ψηλά όλα είναι ωραία, εφώναζεν ο αγέρας, εφωνάζανε οι άνθρωποι, τραγουδούσαν. Στα χαμηλά ο αγέρας εκατασκεύαζεν την ξεραΐλα, ολοχρονίς επνίγαν οι βροχάδες τα πρόβατα, κι ελασπωνόνταν οι προβιές σ' όποια απομέναν.

   »Έχετε και πολέμους εδώ στα χαμηλά, καθώς όπ' έμαθα, τ' άκουσα πάνε χρόνια, κι ακόμα δεν εξεμπερδέψετε λέει, κι άκουσα απόψε όσο εκατέβαινα, κι ήμουν φτασμένος μες στις κατοικίες, ήτανε μαζεμένες πολλές γυναίκες, και, —ποιος για να 'ναι ο άτυχος, τίνος θα λάχει ο κλήρος, για να το πάει το μήνυμα στη μάνα του!— εμουγκρίζανε, για κείνο λέει, το παιδί, το γνώριζα κι ο ίδιος, ήμαστε συνομήλικοι, πριν απ' το φόνο, όταν εκατοικούσα ανάμεσο μ' εσάς, —κι οι γυναίκες εκλαίγανε, και με το δίκιο, την είχε καλή την καρδιά,— το μάδησεν το βόλι, λέει, κι εκείνο το Αλεκάκι του Σμυρλή».

   Ετρώγαμε ύστερα πιλάφι. Κι ο λήσταρχος με τα κομμένα δάχτυλα είναι πολύ αστείος τρώγοντας πιλάφι. Με έννοιες, με σκιαξίματα και τόσες λύπες, οι περισσότεροι πώς να μην απομείνουν νηστικοί τριγύρω απ' το τραπέζι εκείνο το βράδυ...

   «Μας είπες πράματα καταπληχτικά απόψε, καπετάν Γεντέκα. Και η κόρη μου, το 'δες πως τ' άκουσε με πολλή προσοχή. Δεν είναι κρίμας για όλον τον κόσμο τα ψηλά βουνά. Αραιώνει εκεί πάνω ο αγέρας, και τα πνεμόνια χρειάζουνται να είναι πολύ γερά για να ρουφούν. Μας εσυντρόφιασες όμως απόψε ...είμαστε, ως μας βλέπεις, πάντα το ίδιο μοναχοί. Έφερες ύστερα κάποια νέα θλιβερά, και που δεν εγνωρίζαμε. Πάει και ο Αλέξαντρος Σμυρλής και τα παιδικά του ματάκια».

   «Μα βέβαια, πώς και για να τα μάθομε! εκλείσαμε καλά τις πόρτες, απόψε τέλεια πια από τον κόσμο αποκοπήκαμε, ο κόσμος όξω θα βοά απόψε...»

    Και τότε παίρνει ο λήσταρχος τον πατέρα μου λίγο παράμερα, — τρέμεται η θεια Διαλεχτή και γουρλώνει τα μάτια μήπως και τονε καμακέψει, «δεν έλαβα τον κόπο να κάμω τόσο δρόμο», του λέει, «για το τραπέζι σας, ήρθα να γυρέψω λεφτά. Λεφτά μ' εχρειαζόντανε, κι ο λόγος όπ' εκατηφόρισα πρώτη φορά από τα ψηλά».

   «Δεν έχομε», λέει ο πατέρας. «Ξέρεις, λεφτά δεν έχομε εμείς πια. Σου 'πρεπε εσένα ποσόν κάποιο μεγάλο και δεν έχομε. Σου δίνω», λέει, «το λόγο μου, έλα να δεις το μέρος όπου τα κρύβαμε άλλη φορά, αδειατό, και — δεν έχομε», του λέει με δυσκολίες μέσα στα μάτια και στη φωνή.

   «Βέβαια, δεν έχομε! καλά τα λέει ο πατέρας σου να τονε ξεγελάσει, για να μας γδύσει ο θεομπαίχτης οπ' εροβόλησε, δεν έχομε!», ακούω δίπλα μου πολύ σιγά. Οι δυσκολίες όμως του πατέρα στη φωνή και τα μάτια δεν μπορεί να είναι ψεύτικες, συλλογίζομαι. Εκείνη την καημένη τη γιαγιά συλλογίζομαι, σ' εκείνα τα πρωτινά χρόνια, «να δίνεις χρήματα πάντα σ' όποιον δεν έχει, παιδί μου, έχομε εμείς αρκετά...» και η μυρωδάτη τσάντα της, κι οι ζητιάνοι κάτω στην πόρτα αράδα, —πολύ άσκημα τα κατάφερα να μην προλάβω να την έχω ρωτήσει— ποιος θα μας έδινε εμάς λεφτά; σα δε θα 'χαμε πια... —Δεν έχομε τώρα..

    «Δε σου γυρεύω», λέει τώρα στον πατέρα μου ο λήσταρχος, «τώρα δε σου γυρεύω πια. Ο λόγος σου μ' εχόρτασε, και το πουγκί σου βάστα το, — καθώς που λέει κι η παραλοή". Κι ο λήσταρχος αποτινάχτηκε, ως να δέχτηκε στο κορμί του δυο τρεις φορές μεγάλη προσβολή.

   «Λιγοστές μέρες είναι, επήρα την απόφαση να κατέβαινα. Έβαλα με το νου μου την ειδική σου αρχοντιά — Από κει και να πάει, είπα, ας αρχίσομε, κι ύστερα βλέπω. Τα φέρνομε ύστερα γύρα και τ' άλλα αρχοντικά, άλλη φορά. — Εζώστηκα το λάζο, και για την πάσα ανάγκη και το στιλέτο μες στα καπούλια, εδώ — για τις αντίστασες. Τονε ποφάσισα τον εαυτό μου κατρακυλώντας στα χαμηλά. Μπορεί και να με καταδώκει, είπα, για μπορεί να 'ναι και παλικαράς, και ποφασίστηκα. Όποιος πομένει όποιος θα πάει, είπα. Μα είσαι συ, παλικαράς αλλού, κι α δεν εμέτρησα τα νύχια σου…». Κι ανάμεσα στα στήθια, χτυπώντας τη γροθιά του, κατασκευάζει αντίλαλο σα να χτυπά νταούλια ο ληστής.

    «Είσαι άνθρωπος», λέει, «εσύ, — κατά που θέλει ο Θεός είσ' άνθρωπος, και νιώθεις από ανθρώπους...».

     «Μάρι παιδάκι μου, ετοιμάσετε κάλλιο τα ξίδια! Δεν το πιστεύω για να τ' αντέξω μέχρι το τέλος και λογαριάζω να λιγωθώ. Εγρίεψεν ο δαίμονας, τα βλέπεις τώρα; και χτυπιέται!».

    «Κι η κατοικιά σου, εσένα, δεν είναι πολύ φραχτή. Όμορφη κατοικιά την έχεις, δεν εστενοχωρέθηκα. Και τώρα όθε κινώ τ' απάνω, τον ανήφορο, και μήτε θα ξανακατέβω —και τριγυρίζει ολόγυρα μάτια παράξενα,— θα τη θυμούμαι, στα ψηλά, την όμορφη κατοικιά σου».

    Κι αντίκρυ ένας στον άλλον, ο ληστής κι ο πατέρας μου, κοντός καθώς είναι ο πατέρας μου κι ο λήσταρχος θεόρατος, κι οι δυο μαζί γελούνε σα να φχαριστηθήκανε πολύ, αντίκρυ και γελούνε, και — Καληνύχτα, καλή σας νύχτα, και— Δόξα εν υψίστοις Θεός, Πάτερ ημών...— η θεια καλαναρχά, γιατί πώς εγλιτώσαμε κι εγλίτωσεν τα ξελιγώματα, και πάει στον αγύριστο ο θεομπαίχτης ο φονιάς.

 

 

Λεξιλόγιο:

ξεφτιλίζουνε: αλλάζουν το καμένο φιτίλι κι ανάβουν τα λυχνάρια. 
γουρνοτσάρουχα: γουρουνοτσάρουχα· τσαρούχια από δέρμα γουρουνιού.
πικροδάφνης: η φράση ολόκληρη σημαίνει: φέτος περάσαμε πολλές δοκιμασίες.
ένα γύρω: ολόγυρα.
ακονιζιές: αγκαθωτοί θάμνοι.
έβγαλα την κόρη μου: την έστειλα σε άλλο σπίτι, την πάντρεψα.
κρίση: δικαστήριο.
είναι ανάγκη μαρτυριάς: χρειάζονται μάρτυρες. 
λάζο: μαχαίρι.
κοντοβίστας: κοντόφθαλμος.
ασφεντρίλια: ασφόδελοι, χόρτο με ψηλό στέλεχος και γαλαζωπά άνθη.
πάχνες: εννοεί τα άνθη της λυγαριάς.
Σμυρλής: οικογενειακός φίλος της αφηγήτριας, στρατευμένος.
η κόρη μου: εννοεί την αφηγήτρια.
τρέμεται: ιδιωμ. τρέμει.
καμακεύω: χτυπώ με την κάμα, μαχαιρώνω.
αδειατό: ιδιωμ. αδειανό.
παραλοή: τραγούδι, παροιμία.
α δεν εμέτρησα τα νύχια σου: αν δεν εμέτρησα τη δύναμή σου.
μάρι: μωρέ.
κάλλιο: καλύτερα.
να λιγωθώ: να λιποθυμήσω. 
όθε: όπου. 
καλαναρχά: κανοναρχά, επαναλαμβάνεται όπως ο κανονάρχος, ο οποίος απαγγέλλει ένα στίχο και τον ψάλλει έπειτα ο ψάλτης.

 

 

 

Λίγα Σχόλια

 

/ . - Η πατροπαράδοτη ελληνική φιλοενία:

    Στο απόσπασμα από τις «Δύσκολες Νύχτες» (1938) της Μέλπως Αξιώτη προβάλλονται καθαρά στοιχεία της πατροπαράδοτης ελληνικής φιλοξενίας, ακόμη κι όταν ο φιλοξενούμενος είναι ένας επικίνδυνος λήσταρχος. Η φιλοξενία παρουσιάζεται ως ηθικό καθήκον, βαθιά ριζωμένο στην παράδοση, που υπερισχύει του φόβου και της απειλής.

Τα χαρακτηριστικά της σύμφωνα με το απόσπασμα:

/ - Αποδοχή του ξένου χωρίς ερωτήσεις: Ο λήσταρχος εμφανίζεται απρόσκλητος και απειλητικός, όμως δεν αποδιώχνεται. «μας ήρθε κι άλλος μουσαφίρης, που δεν περιμέναμε!». Η λέξη μουσαφίρης δηλώνει εξαρχής την ένταξή του στον ρόλο του φιλοξενούμενου, ανεξάρτητα από την ταυτότητά του. Η αποδοχή γίνεται πριν από κάθε κρίση.

    ο λήσταρχος προσφέρει το διοσμάρι στη Σοφιδώ.

    Η λεπτομέρεια αυτή είναι πολύ σημαντική ο λήσταρχος δείχνει ότι δεν έρχεται μόνο ως απειλή αλλά και ως άνθρωπος με κώδικα τιμής, το διοσμάρι λειτουργεί σαν δώρο ειρήνης και ευγένειας από τον ξένο. Ττο διοσμάρι λειτουργεί ως καλωσόρισμα, δηλώνει ειρηνική πρόθεση, το άρωμά του «καθαρίζει» τον χώρο και τον φόβο. Στη λαϊκή παράδοση, το διοσμάρι: συμβολίζει καλοσύνη, μνήμη και σεβασμό, χρησιμοποιείται για να τιμηθεί ο ξένος, συχνά δίνεται από γυναίκα, ως πράξη προστασίας του σπιτιού.

    Η Σοφιδώ, από την άλλη: «Του πρόσφερεν εκείνη κάθισμα», δηλαδή εκείνη τηρεί το έθιμο του οικοδεσπότη, ενώ ο ληστής απαντά με δώρο, όπως   ορίζει η παραδοσιακή ανταπόδοση της φιλοξενίας.     Ο λήσταρχος δίνει το διοσμάρι στη Σοφιδώ· εκείνη του προσφέρει κάθισμα. Η σκηνή χτίζεται πάνω σε μια αμοιβαία, τελετουργική ανταλλαγή φιλοξενίας.

/ - Προσφορά καθίσματος – σεβασμός στον ξένο: Η Σοφιδώ «Του πρόσφερεν εκείνη κάθισμα, κι εκοντοστάθηκεν εκείνος πριν το λάβει».  Η πράξη αυτή αποτελεί τυπικό έθιμο φιλοξενίας. Ο φιλοξενούμενος δείχνει επίσης σεβασμό, διστάζοντας να καθίσει αμέσως.

/ - Προσφορά τροφής, ακόμη και σε καιρό έλλειψης:   Παρά τη φτώχεια και τη «ξεραΐλα», η οικογένεια αποφασίζει: «Το δικό μας δείπνο. Ας μη γίνουνται και πολλοί θόρυβοι…»

   Η φιλοξενία εδώ συνδέεται με αυτοθυσία: μοιράζονται το λιγοστό φαγητό τους, παρότι «οι περισσότεροι πώς να μην απομείνουν νηστικοί».

/ - Προστασία του φιλοξενούμενου.

 Ο πατέρας διατάζει: «Κλείσετε τις πόρτες». Η πράξη αυτή δεν προστατεύει μόνο την οικογένεια αλλά και τον ξένο. Σύμφωνα με την παράδοση, ο οικοδεσπότης είναι υπεύθυνος για την ασφάλεια του φιλοξενούμενου, ακόμη κι αν είναι εγκληματίας.

/ - Υπομονή και ακρόαση του λόγου του ξένου.   

    Ο λήσταρχος αφηγείται εκτενώς τη ζωή του. Κανείς δεν τον διακόπτει. Ο πατέρας μάλιστα λέει: «Μας είπες πράματα καταπληχτικά απόψε… Μας εσυντρόφιασες όμως απόψε». Η φιλοξενία δεν είναι μόνο υλική, αλλά και ψυχική: ακρόαση, κατανόηση, συντροφικότητα.

/ - Τιμή στον λόγο του οικοδεσπότη. 

   Όταν ο πατέρας δηλώνει πως δεν έχει χρήματα, ο λήσταρχος απαντά: «Ο λόγος σου μ’ εχόρτασε». Στην παραδοσιακή ελληνική φιλοξενία, ο λόγος τιμής του οικοδεσπότη είναι ιερός και αδιαμφισβήτητος.

/ - Ευλογία και ειρηνικός αποχαιρετισμός.  

    Η αναχώρηση κλείνει με: «Καληνύχτα, καλή σας νύχτα, και— Δόξα εν υψίστοις Θεός, Πάτερ ημών…». Ο αποχαιρετισμός έχει θρησκευτικό χαρακτήρα, στοιχείο άρρηκτα δεμένο με την παραδοσιακή φιλοξενία, που θεωρείται θεάρεστη πράξη.

    Η Μέλπω Αξιώτη παρουσιάζει τη φιλοξενία όχι ως απλή κοινωνική συνήθεια, αλλά ως ηθικό νόμο και μέτρο ανθρωπιάς. Παρά τον φόβο, τη φτώχεια και τον κίνδυνο, η οικογένεια τηρεί απαρέγκλιτα τα έθιμα: αποδοχή του ξένου, προσφορά τροφής και καθίσματος, προστασία, σεβασμός στον λόγο, ειρηνικός αποχαιρετισμός  Έτσι, η πατροπαράδοτη ελληνική φιλοξενία λειτουργεί στο κείμενο ως αντίβαρο στη βία, αναδεικνύοντας την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ακόμη και στις πιο «δύσκολες νύχτες».

 

/ - η διάρκεια της επίσκεψης του λήσταρχου και τα μοτίβα φωτισμού:

   Η χρονική επίσκεψη του λήσταρχου στο σπίτι ορίζεται με αρκετή ακρίβεια μέσα από επαναλαμβανόμενα μοτίβα φωτισμού και νύχτας, που λειτουργούν ως αφηγηματικοί χρονικοί δείκτες. Η Αξιώτη δεν δίνει ώρες· δίνει όμως ρυθμό νύχτας.

/ - Πότε έρχεται ο λήσταρχος (χρονική άφιξη)

    Ο λήσταρχος έρχεται λίγο πριν ή ακριβώς με τη δύση του ήλιου.Καθοριστική φράση: «Ήρθε το βράδυ. Κατά την ώρα που ξεφτιλίζουνε τα λυχνάρια.» Η φράση «ξεφτιλίζουνε τα λυχνάρια» δηλώνει το σούρουπο, τη μετάβαση από φυσικό σε τεχνητό φως, την αρχή της νύχτας. Άρα, η άφιξη τοποθετείται στο λυκόφως, όταν αρχίζουν να ανάβουν τα λυχνάρια.

/ - Τα εναλλασσόμενα μοτίβα φωτισμού

   Ο φωτισμός λειτουργεί συμβολικά και χρονικά:

α) Φως λυχναριών – φόβος – κλειστός χώρος

«Ήρθε το βράδυ που ξεφτιλίζουνε τα λυχνάρια…»

χαμηλός, τρεμάμενος φωτισμός,

μεγάλες σκιές («ο ίσκιος του ετύλιγεν τον τοίχο σα θεριό»),

ενίσχυση της απειλής.

β) Κλειστές πόρτες – εσωτερικό φως

«Κλείσετε τις πόρτες» Το φως μένει μέσα, ο έξω κόσμος αποκλείεται. Δημιουργείται ένα κλειστό χρονικό και χωρικό σύμπαν, όπου εξελίσσεται όλη η επίσκεψη.

γ) Φως του τραπεζιού – προσωρινή εξομάλυνση

«Ετρώγαμε ύστερα πιλάφι.» Το φως εδώ είναι σταθερό, ήρεμο, συνδεδεμένο με τη φιλοξενία και τη συνύπαρξη.

/ - Πόσο διαρκεί η παραμονή του ξένου  

    Η παραμονή του λήσταρχου διαρκεί μία μόνο νύχτα, και μάλιστα μερικές ώρες. Τρώγουν δείπνο, αφηγείται μακρόχρονες ιστορίες, γίνεται συζήτηση και εξομολόγηση, δεν κοιμάται στο σπίτι. Ο ίδιος δηλώνει: «Δε θ’ απομείνω ώρα πολλή.» Άρα πρόκειται για σύντομη νυχτερινή στάση, όχι διανυκτέρευση.

/ - Πότε φεύγει (χρονικά)

   Ο λήσταρχος φεύγει μέσα στη νύχτα, πριν ξημερώσει. Σημαντικές ενδείξεις: «και τώρα όθε κινώ τ’ απάνω, τον ανήφορο» «μήτε θα ξανακατέβω».  Δεν υπάρχει καμία αναφορά σε αυγή, σε φως ημέρας, σε πρωινές κινήσεις. Η αποχώρηση γίνεται βαθιά νύχτα, ενώ τα λυχνάρια ακόμη καίνε, το σπίτι παραμένει κλειστό, ο έξω κόσμος «βοά».

   Η επίσκεψη του λήσταρχου αρχίζει στο λυκόφως,, εκτυλίσσεται ολόκληρη μέσα στη νύχτα, τελειώνει πριν χαράξει. Τα εναλλασσόμενα μοτίβα φωτισμού (λυχνάρια, σκιές, κλειστό φως του τραπεζιού) δεν είναι απλώς περιγραφικά, αλλά δομούν τον χρόνο, μετατρέποντας τη νύχτα σε συμπυκνωμένο χώρο φόβου, φιλοξενίας και ανθρώπινης αναγνώρισης.

 

 

/ -. Η ιστορία του ληστή στο απόσπασμα:  

    Ο λήσταρχος (καπετάν Γεντέκας) δεν εμφανίζεται απλώς ως απειλητική φιγούρα, αλλά ως πολύπλευρος άνθρωπος, με παρελθόν, μνήμη, στοχασμό και ηθικό κώδικα. Η ιστορία του ξεδιπλώνεται προφορικά, μέσα από τη δική του αφήγηση, σαν εξομολόγηση σε έναν κλειστό, νυχτερινό κύκλο.

/ - Η είσοδός του – φόβος και μύθος:  

    Αρχικά ο λήσταρχος παρουσιάζεται σαν θηρίο. Ο ίσκιος του «τυλίγει τον τοίχο σα θεριό», τα γουρνοτσάρουχα και το ραβδί ενισχύουν τη σχεδόν μυθική του μορφή. Η οικογένεια τρομάζει, ιδίως η θεία Διαλεχτή.    Ο ληστής κουβαλά τη φήμη του φονιά, πριν καν μιλήσει. Η νύχτα, τα χαμηλά φώτα, οι σκιές χτίζουν ατμόσφαιρα απειλής.

/ - Η αφήγηση του παρελθόντος – πώς έγινε ληστής: 

     Ο ίδιος αφηγείται την αφετηρία της ληστρικής ζωής του: πείνα, δίψα, μοναξιά, άρνηση φιλοξενίας από έναν «άρχοντα», κοινωνική αδικία και ακρίβεια, σύγκρουση που οδηγεί στη βία και στην καταδίωξη. Ο ληστής δεν γεννήθηκε κακός. Η ληστεία παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα: της φτώχειας, της σκληρότητας των ανθρώπων, της απουσίας κοινωνικής αλληλεγγύης.  Η Αξιώτη τον εντάσσει έτσι στη μεγάλη παράδοση του κοινωνικού ληστή, όχι του κοινού εγκληματία.

/ - Η ζωή στο βουνό – ελευθερία και μοναξιά:

    Ο λήσταρχος μιλά με νοσταλγία και ποίηση για τα ψηλά: φύση ζωντανή και μυθική (δέντρα, αγέρας, φώκιες, άνοιξη), ελευθερία και καθαρό βλέμμα, αντίθεση με τα «χαμηλά», όπου κυριαρχούν πόλεμοι, θάνατος, στενότητα. Τα βουνά συμβολίζουν: την ηθική ανωτερότητα, την πνευματική ελευθερία, την απόσταση από τη φθορά της κοινωνίας. Όμως ταυτόχρονα είναι και τόπος σκληρός, γεμάτος πείνα και καταδίωξη.

/ - Ο ηθικός του κώδικας: Παρότι ληστής: σέβεται τον λόγο του πατέρα, δεν παίρνει χρήματα όταν καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχουν, αναγνωρίζει την «αρχοντιά» και την ανθρωπιά. Η φράση: «Ο λόγος σου μ’ εχόρτασε» δείχνει πως η ηθική αξία υπερέχει του υλικού κέρδους. Δεν είναι τυχαίο ότι φεύγει χωρίς βία, σχεδόν συμφιλιωμένος.

/ - Αντίφαση και τραγικότητα: Ο λήσταρχος είναι: φονιάς αλλά ευαίσθητος, άγριος αλλά ποιητικός, ελεύθερος αλλά καταδικασμένος. Η απόφασή του να κατεβεί «στα χαμηλά» είναι μοιραία. Υπονοείται ότι ο δρόμος του τελειώνει, ότι ανήκει πια σε έναν κόσμο που χάνεται.

    Η ιστορία του ληστή στο «Δύσκολες Νύχτες» δεν είναι απλώς ένα επεισόδιο φόβου. Είναι κοινωνικό σχόλιο, στοχασμός πάνω στη βία, τη φτώχεια και την αξιοπρέπεια. Η Μέλπω Αξιώτη μετατρέπει τον ληστή σε τραγική μορφή, σύμβολο ενός κόσμου άγριου αλλά αυθεντικού, που συγκρούεται με έναν κόσμο «χαμηλό», κλειστό και ασφυκτικό.

 

/ - . Η σχέση του ληστή με τον πατέρα

    Η σχέση τους δεν είναι σχέση θύτη–θύματος, αλλά σχέση αμοιβαίας αναγνώρισης και σεβασμού. Ο λήσταρχος έρχεται στο σπίτι με σκοπό να ζητήσει χρήματα, επειδή θεωρεί τον πατέρα άνθρωπο «αρχοντικό», δηλαδή έντιμο, εύπορο στο παρελθόν και κοινωνικά αξιοσέβαστο. Ο πατέρας, από την άλλη, τον αντιμετωπίζει ψύχραιμα, με αξιοπρέπεια, χωρίς δουλοπρέπεια αλλά και χωρίς πρόκληση. Η στάση του είναι σταθερή, ήσυχη, ανθρώπινη — και αυτό δημιουργεί έναν ηθικό δεσμό ανάμεσα στους δύο άντρες.

  Η οικονομική πτώση του πατέρα

  Η οικογένεια δεν έχει πια χρήματα, κάτι που τονίζεται επανειλημμένα: «λεφτά δεν έχομε εμείς πια», στη δυσκολία στη φωνή και στα μάτια του πατέρα, στην ανάμνηση της γιαγιάς, που άλλοτε έδινε χρήματα σε όσους είχαν ανάγκη

   Η οικονομική πτώση παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της γενικότερης κοινωνικής κρίσης, στοιχείο που ενώνει τον πατέρα με τους φτωχούς και αδύναμους, ένδειξη απώλειας ενός παλιού κόσμου αφθονίας και φιλανθρωπίας. Ο πατέρας δεν προσποιείται τη φτώχεια του· η αφήγηση υπογραμμίζει ότι η αδυναμία του είναι αληθινή και φανερή.

Η αντίδραση του ληστή.

   Ο ληστής δείχνει κατανόηση και σεβασμό. Όταν συνειδητοποιεί ότι ο πατέρας λέει την αλήθεια, αποσύρει το αίτημά του δεν επιμένει, δεν απειλεί. «Ο λόγος σου μ’ εχόρτασε». Η φράση δείχνει ότι η τιμή και ο λόγος έχουν μεγαλύτερη αξία από το χρήμα.

   Ο ληστής αναγνωρίζει την «αρχοντιά» του πατέρα, θαυμάζει το θάρρος και τη δύναμή του («δεν εμέτρησα τα νύχια σου»), αποδέχεται την ήττα του χωρίς ταπείνωση. Η οικονομική αδυναμία του πατέρα δεν μειώνει την αξία του στα μάτια του ληστή· αντίθετα, την αναδεικνύει.

   Η αντίδραση του ληστή είναι σχεδόν συγκινησιακή: χτυπά το στήθος του, μιλά με πάθος, δείχνει πως η συνάντηση τον ταράζει βαθιά. Δεν φεύγει θυμωμένος, αλλά δικαιωμένος ηθικά, σαν να επιβεβαιώθηκε η πίστη του στον άνθρωπο.

   Η οικονομική πτώση του πατέρα λειτουργεί ως δοκιμασία χαρακτήρων. Ο πατέρας αποδεικνύεται έντιμος και αξιοπρεπής μέσα στη φτώχεια, ενώ ο λήσταρχος αποκαλύπτεται ως άνθρωπος με ηθικό κώδικα και ανθρωπιά.

 

/ - Τα άλλα πρόσωπα της σκηνής με τον ληστή 

   Πέρα από τον ληστή και τον πατέρα, στη σκηνή παρευρίσκονται μέλη της οικογένειας, τα οποία λειτουργούν αντιθετικά μεταξύ τους και φωτίζουν διαφορετικές όψεις της παρουσίας του ληστή.

/ - Η θεία Διαλεχτή. Η θεία Διαλεχτή εκφράζει φόβο, δεισιδαιμονία, πανικό. Αντιδρά με σταυροκοπήματα, κραυγές («Παναγία μου Δέσποινά μου»), υπερβολικές εκφράσεις. Βλέπει τον ληστή μόνο ως απειλή και κακό οιωνό («γρουσούζικια χρονιά»). Εκφράζει τη λαϊκή, φοβική αντίδραση απέναντι στη βία και το άγνωστο και λειτουργεί ως αντίβαρο στη νηφαλιότητα του πατέρα.

/ - Η Σοφιδώ. Η Σοφιδώ ξεχωρίζει για διαισθητική καλοσύνη, φιλοξενία, ανθρωπιά. Αντιλαμβάνεται «την καλή καρδιά» του ληστή και του προσφέρει διοσμαρί, του προσφέρει κάθισμα. Η στάση της ανθρωποποιεί τον ληστή και σπάζει τον κύκλο του φόβου. Εκπροσωπεί τη σιωπηλή, γυναικεία φιλοξενία και την πίστη στην καλοσύνη του ανθρώπου.

/ - Η αφηγήτρια (η κόρη). Η κόρη παρατηρεί προσεκτικά, δεν μιλά πολύ, στοχάζεται. Αποτελεί τη συνείδηση της σκηνής, ερμηνεύει τα βλέμματα και τις φωνές, καταλαβαίνει ότι ο πατέρας λέει την αλήθεια, θυμάται τη γενναιοδωρία της γιαγιάς. Μέσα από τα μάτια της, ο ληστής παρουσιάζεται ούτε μονοδιάστατα κακός ούτε εξιδανικευμένος, αλλά ανθρώπινος.

/ - Οι γυναίκες του σπιτιού (συλλογικά): Οι γυναίκες μαγειρεύουν, φοβούνται. σωπαίνουν. Η παρουσία τους τονίζει την ένταση της στιγμής, την εύθραυστη καθημερινότητα που απειλείται, τον ρόλο του σπιτιού ως καταφυγίου.

   Τα υπόλοιπα πρόσωπα της σκηνής δεν είναι απλοί κομπάρσοι. Αντιπροσωπεύουν διαφορετικές στάσεις απέναντι στον ληστή και στη βία. Όλοι μαζί συνθέτουν ένα πολύφωνο σκηνικό, μέσα στο οποίο ο λήσταρχος αποκαλύπτεται ως σύνθετη και ανθρώπινη μορφή.

/ - Η εξομολόγηση του λήσταρχου για τον πρώτο φόνο του

Πώς και γιατί οδηγείται ο λήσταρχος στην εξομολόγηση του πρώτου φόνου του. Πότε γίνεται χρονικά αυτό;

/ α.. Πώς οδηγείται ο λήσταρχος στην εξομολόγηση:

   Η εξομολόγηση δεν είναι προγραμματισμένη ούτε επιδιωκόμενη εξαρχής. Προκύπτει σταδιακά. Αρχικά ο λήσταρχος δηλώνει μόνο την ανάγκη του «Επείνασα… και ήρθα». Η οικογένεια τον φιλοξενεί, ανάβουν τα φώτα, κλείνουν οι πόρτες. Δημιουργείται κλειστός, προστατευμένος χώρος (σπίτι – τραπέζι – νύχτα). Ο πατέρας του μιλά με σεβασμό και ψυχραιμία. Ο ίδιος νιώθει αποδεκτός ως άνθρωπος, όχι μόνο ως «λήσταρχος». Η ανθρώπινη αντιμετώπιση ανοίγει τον λόγο του.

/ β. Γιατί ο λήσταρχος οδηγείται στην εξομολόγηση:

    Ο λήσταρχος έχει ανάγκη κατανόησης, θέλει να δείξει ότι πριν περάσει στην παρανομία ήταν και αυτός κανονικός άνθρωπος, ότι το πέρασμα ήταν ζήτημα συγκυρίας. Θέλει να εξηγήσει πώς έγινε λήσταρχος, ότι δεν γεννήθηκε φονιάς «Τα χρόνια μου ήταν τότες λιγοστά…». Ο λήσταρχος τονίζει ρητά «Πρώτη φορά και που τα ξιστορίζω». Η εξομολόγηση λειτουργεί ως λύτρωση, αποφόρτιση

/ γ. Αντίστιξη με τον πόλεμο:

    Μέσα στην αφήγησή του συγκρίνεται έμμεσα η προσωπική του βία με τη μαζική βία του πολέμου. Επίσης ο ίδιος νιώθει την ανάγκη να μιλήσει πριν ζητήσει χρήματα από τον πατέρα.

/ δ. Ποιο είναι το «κίνητρο»:

    Δεν υπάρχει υλικό όφελος από την εξομολόγηση. Ο λήσταρχος δεν αφηγείται για να εκφοβίσει. Δεν ζητά ακόμη λεφτά. Αντίθετα, η εξομολόγηση προηγείται του αιτήματος, λειτουργεί ως δοκιμή ανθρωπιάς

/ ε. Πότε γίνεται η εξομολόγηση (χρονική τοποθέτηση):

   Η εξομολόγηση του πρώτου φόνου γίνεται πριν από το δείπνο. Συγκεκριμένα γίνεται μετά το άναμμα των φώτων, πριν «στρωθεί το τραπέζι», μέσα στη νύχτα, σε ώρα σιωπής και φόβου. Το δείπνο ακολουθεί «Όταν τελειώσεις… θα ’χουν στρωμένο πια το τραπέζι». Άρα η αφήγηση προηγείται και προετοιμάζει το δείπνο ως πράξη κοινωνικής αποδοχής.

    Ο λήσταρχος εξομολογείται γιατί νιώθει για πρώτη φορά ασφαλής και αποδεκτός, όχι για συμφέρον, αλλά για ανθρώπινη λύτρωση, σε μια μεταιχμιακή στιγμή (πριν το φαγητό, πριν το αίτημα χρημάτων). Η εξομολόγηση είναι πράξη αυτοαποκάλυψης πριν από την πράξη της απειλής.

 

/ - . Τα αίτια του πρώτου φόνου

   Ο φόνος δεν προκύπτει από πρόθεση εγκληματική, αλλά από συσσώρευση συνθηκών ανάγκης και φόβου. Υλική ανάγκη: πείνα, δίψα, κρύο «Εκρύωνα, κι είχα και δίψα… ήρθα να πιω νερό, και για να ζεσταθώ.». Συναντά την άρνηση φιλοξενίας εκ μέρους του άλλου άντρα, που επικαλείται τη φτώχεια και την ακρίβεια «Είναι φερμένοι… της ακρίβειας καιροί.». Απειλείται από ενδεχόμενη καταγγελία και εμπλοκή με τον νόμο «μη με ρίξεις στην κρίση… το χωροφύλακα τόνε φοβούμαι.». Καθοριστικό αίτιο δεν είναι η πείνα καθαυτή, αλλά ο φόβος της μαρτυρίας και της κρατικής τιμωρίας.

Ο χαρακτήρας του πρώτου θύματος (μέσα από την αφήγηση του λήσταρχου)

  Το υποψήφιο θύμα χαρακτηρίζεται από εμμονή στη φράση «έβγαλα την κόρη μου». Η φράση επαναλαμβάνεται σχεδόν απολογητικά «Εγώ ’βγαλα την κόρη μου για να μην μπερδευτώ σε μοιρασιές» Δηλώνει άνθρωπο νοικοκύρη, πατέρα που μεριμνά για την οικονομική τάξη του σπιτιού, έντονη αγωνία για την περιουσία και τη διαχείρισή της, φόβο μήπως μοιραστεί, χαθεί ή απειληθεί ό,τι απέμεινε. Η «κόρη» γίνεται σύμβολο περιουσιακής και κοινωνικής ασφάλειας, όχι συναισθηματικής σχέσης.

  Το υποψήφιο θύμα χαρακτηρίζεται από φιλαργυρία και μικροϋπολογισμό. Ο άντρας εμφανίζεται υπερβολικά προσηλωμένος στο μέτρημα «Πέντε ελιές να φας, για τρεις το ελάχιστο βαραίνουν τα κουκούτσια». εμμονικός με την ακρίβεια και τη στέρηση, έτοιμος να ζυγίσει ακόμη και το φαγητό. Δεν είναι απλώς φτωχός· είναι μικρόψυχος και καχύποπτος.

   Το υποψήφιο θύμα χαρακτηρίζεται από έλλειψη φιλοξενίας και ανθρωπιάς. Παρότι ο λήσταρχος (ξένος) ζητά νερό, ζεστασιά, ο άλλος στέκεται όρθιος, απειλητικός, δεν ανταποκρίνεται στην ιερή λαϊκή αξία της φιλοξενίας, επικαλείται συνεχώς τη στενότητα ως άλλοθι

  Το υποψήφιο θύμα υπονοεί προσφυγή στην «κρίση» (δικαστήριο, δίκη), λειτουργεί μέσα από τον φόβο του νόμου, απειλεί έμμεσα με καταγγελία. Έτσι μετατρέπεται από οικοδεσπότης σε δυνητικό καταδότη, προκαλεί την κρίσιμη αντίδραση του λήσταρχου

   Το πρώτο θύμα δεν παρουσιάζεται ως αθώο εξιδανικευμένο θύμα. Είναι άνθρωπος της ακρίβειας, της καχυποψίας και του φόβου. Χωρίς να δικαιολογείται ο φόνος, η αφήγηση δείχνει πώς η σκληρότητα, ο φόβος και η προσκόλληση στο νόμο χωρίς ανθρωπιά μπορούν να οδηγήσουν στη βία.

  Η πάλη μεταξύ λήσταρχου και του πρώτου θύματος. Η σύγκρουση είναι σωματική, άμεση και άνιση, χωρίς ιδεολογικό ή ηρωικό πλαίσιο. Οι δύο άντρες βρίσκονται καταμόναχοι μέσα στη νύχτα. Ο αντίπαλος παρουσιάζεται ως «θεριό μονάχο, αντρειωμένος». Η έκβαση δεν είναι προαποφασισμένη «Τα νιάτα μου όμως ενικήσανε.». Η βία είναι χαοτική και αιματηρή, ο λήσταρχος τραυματίζεται σοβαρά «μου τ’ απόκοψε με το λάζο». Δεν υπάρχει ηρωισμός, μόνο ένστικτο επιβίωσης.

   Οι συνέπειες είναι σωματικές, κοινωνικές και υπαρξιακές.

α) Σωματικές συνέπειες: μόνιμος ακρωτηριασμός του λήσταρχου «καμπόσα δάχτυλα άφησα…». Το σώμα γίνεται μαρτυρία της βίας. Φυσικά ο θάνατος του θύματος.

β) Κοινωνικές συνέπειες: ο λήσταρχος περνά οριστικά εκτός νόμου, εκτός κοινότητας. Γίνεται στόχος των χωροφυλάκων «Σε μαθαίνουνε κι οι χωροφυλάκοι.»

γ) Υπαρξιακές / ηθικές συνέπειες: Ο φόνος σηματοδοτεί τη ρήξη με τον έντιμο βίο «πριν απ’ το φόνο, όταν εκατοικούσα ανάμεσο μ’ εσάς»

    Η αφήγηση εκ μέρους του λήσταρχου γίνεται χωρίς να το παρουσιάζει ως κατόρθωμα. Είναι απλή, απολογητική. Το γεγονός τον οδηγεί στη μόνιμη ζωή στο βουνό, στην εξορία εκτός κοινότητας. Ο πρώτος φόνος δεν παρουσιάζεται ως επιλογή αλλά ως τραγική αναγκαιότητα. Γεννιέται από φτώχεια, φόβο και κοινωνική ασφυξία. μετατρέπει έναν απλό άνθρωπο σε λήσταρχο.

 

/ - Η σχέση του λήσταρχου με το νόμο και τα όργανα εφαρμογής του νόμου (χωροφυλάκους)

   Η σχέση του λήσταρχου με τον νόμο και τα όργανα εφαρμογής του, τους χωροφύλακες, παρουσιάζεται στο απόσπασμα σύνθετη, βιωματική και αντιφατική, Ο λήσταρχος δεν αναγνωρίζει τον νόμο ως φορέα δικαιοσύνης, αλλά ως δύναμη καταστολής. Δεν Φοβάται τον Θεό, αλλά τον νόμο «δε φοβούμαι το Θεό… το χωροφύλακα τόνε φοβούμαι». Ο νόμος ταυτίζεται με «κρίση» (δικαστήριο), μαρτυρία, καταδίκη.

    Οι χωροφύλακες δεν εμφανίζονται άμεσα στο απόσπασμα είναι όμως διαρκώς παρόντες ως απειλή «Σε μαθαίνουνε κι οι χωροφυλάκοι». Η σχέση είναι της συνεχούς καταδίωξης, της αμοιβαίας γνώσης («τα μαθαίνεις και σε μαθαίνουνε»)

   Υπάρχει όμως άτυπη ανοχή και διαφθορά. Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι το σημείο «Ψήνεις κανένα γίδι… χορταίνουνε κι εκείνοι, και σ’ έχουνε παραιτημένο». Αυτό δείχνει άτυπη συναλλαγή μεταξύ ληστή και κρατικών οργάνων, ανοχή με αντάλλαγμα τροφή, διαφθορά και πρακτικό συμβιβασμό. Ο νόμος δεν εφαρμόζεται αμερόληπτα.

    Η σχέση λήσταρχου – νόμου είναι σχέση φόβου και καταδίωξης, χαρακτηρίζεται από  άτυπη ανοχή εκ μέρους των οργάνων εφαρμογής του, έτσι απογυμνώνεται ο νόμος από το ηθικό του κύρος.

 

 

/ - Ο πόλεμος  

1. Η σχέση του λήσταρχου με τον πόλεμο

    Ο λήσταρχος δεν συμμετέχει άμεσα στον πόλεμο, αλλά στέκεται στο περιθώριό του και τον σχολιάζει από τη σκοπιά του ανθρώπου των «ψηλών» (των βουνών), δηλαδή έξω από τον οργανωμένο κρατικό και στρατιωτικό μηχανισμό. Έχει επιλέξει τη ζωή της παρανομίας και της ελευθερίας, μακριά από τις κοινωνικές δομές των «χαμηλών». Ο λήσταρχος αντιλαμβάνεται τον πόλεμο ως κάτι ξένο, επιβεβλημένο στους απλούς ανθρώπους: «Έχετε και πολέμους εδώ στα χαμηλά… κι ακόμα δεν εξεμπερδέψετε λέει». Δεν τον εξιδανικεύει· τον βλέπει ως συνέχεια της ανθρώπινης βίας, συγγενική με τη δική του, αλλά πιο απρόσωπη και μαζική. Παρότι φονιάς, δείχνει ηθική συνείδηση και συγκίνηση για τα θύματα του πολέμου, ειδικά για τον νεκρό νέο.

   Ο λήσταρχος λειτουργεί ως σχολιαστής και καθρέφτης της κοινωνικής υποκρισίας: εκείνος θεωρείται εγκληματίας, αλλά ο πόλεμος σκοτώνει μαζικά με κρατική νομιμοποίηση.

2. Η σχέση του πολέμου με τους απλούς κατοίκους

    Ο πόλεμος παρουσιάζεται μέσα από τις εμπειρίες των απλών ανθρώπων, όχι από ηρωικές αφηγήσεις. Οι κάτοικοι βιώνουν τον πόλεμο έμμεσα αλλά τραγικά. Θάνατοι νέων, φόβος, πένθος. Κυρίαρχη εικόνα: οι γυναίκες που μοιρολογούν: «ήτανε μαζεμένες πολλές γυναίκες… ποιος θα ’ναι ο άτυχος…»

    Ο πόλεμος εισβάλλει στην καθημερινότητα σαν αναπόφευκτη μοίρα, όχι σαν επιλογή. Οι άνθρωποι είναι ανίσχυροι, παθητικοί αποδέκτες των αποφάσεων της εξουσίας.

 Οι επιπτώσεις του πολέμου στην κοινότητα

α) Υλικές συνέπειες: Φτώχεια, πείνα, ακρίβεια: «ακρίβειας καιροί», «ξεραΐλα», «επείνασα»

Έλλειψη χρημάτων: «λεφτά δεν έχομε εμείς πια»

β) Ψυχικές συνέπειες: Φόβος και διαρκές άγχος, Θλίψη και πένθος για τους νεκρούς, Κλίμα μοιρολατρίας: «Ό,τι σου μέλλει η μοίρα σου…»

γ) Κοινωνικές συνέπειες: Κλείσιμο των σπιτιών, απομόνωση: ρήξη της φυσιολογικής ζωής της κοινότητας. Η κοινότητα συσπειρώνεται από τον φόβο, όχι από ελπίδα ή ιδανικά.

Τα θύματα του πολέμου (Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος)

    Το πρόσωπο–σύμβολο του θύματος είναι ο Αλέξαντρος Σμυρλής, ένας νέος άνθρωπος, γνωστός της οικογένειας, αλλά και του λήσταρχου.   Ο Αλέξαντρος Σμυρλής ως κοινό πρόσωπο του παρελθόντος.

   Το «Αλεκάκι» δεν είναι απλώς ένα ανώνυμο θύμα του πολέμου: είναι γνωστός του λήσταρχου. συνομήλικός του, συνδεδεμένος με τον προγενέστερο έντιμο βίο του, «πριν απ’ το φόνο, όταν εκατοικούσα ανάμεσο μ’ εσάς»

    Αυτό σημαίνει ότι ο λήσταρχος δεν γεννήθηκε περιθωριακός, υπήρξε κομμάτι της ίδιας κοινωνίας που τώρα θρηνεί τα παιδιά της. Ο πόλεμος σκοτώνει ανθρώπους που ανήκαν στον ίδιο κόσμο, ανεξάρτητα από την πορεία που πήραν στη ζωή

    Η αναφορά στον Αλέξαντρο από τον λήσταρχο δεν γίνεται ψυχρά ή πληροφοριακά. Φορτίζεται συναισθηματικά: «το γνώριζα κι ο ίδιος… ήμαστε συνομήλικοι». Τονίζεται ότι ο πόλεμος δεν σκοτώνει “ξένους”, αλλά γνωστά πρόσωπα, παιδιά της ίδιας κοινότητας. Έτσι ο λήσταρχος, αν και φονιάς, συγκινείται και πενθεί, εμφανίζεται πιο ανθρώπινος από τον απρόσωπο μηχανισμό του πολέμου

    Η ειρωνεία που έμμεσα υπογραμμίζει η Αξιώτη είναι σκληρή. Ο λήσταρχος, παρά τη βίαιη ζωή του, επιβιώνει ενώ ο Αλέξαντρος, νέος και «με καλή καρδιά», πεθαίνει στον πόλεμο. Ο  πόλεμος δεν ανταμείβει την αρετή, δεν τιμωρεί την ενοχή, λειτουργεί τυφλά και άδικα

  Ο Αλέξανδρος Σμυρλής σκοτώνεται άδικα: «το μάδησεν το βόλι». Δεν παρουσιάζεται ως ήρωας, αλλά ως παιδί με “παιδικά ματάκια”

   Ο πόλεμος αφαιρεί τη ζωή νέων ανθρώπων, διαλύει οικογένειες, αφήνει πίσω μητέρες που περιμένουν μήνυμα θανάτου. Τα θύματα είναι οι απλοί άνθρωποι, όχι οι ισχυροί ή οι αποφασίζοντες. Στο απόσπασμα η Αξιώτη απογυμνώνει τον πόλεμο από κάθε ηρωισμό, τον παρουσιάζει ως μηχανισμό φτώχειας, πένθους και παραλογισμού, αντιπαραβάλλει τη βία του λήσταρχου με τη θεσμοποιημένη βία του πολέμου, δίνει φωνή στους απλούς ανθρώπους και στα σιωπηλά θύματα.

 

/ - Σύγκριση και αντιδιαστολή της ατομικής βίας του λήσταρχου με την οργανωμένη μαζική βία του πολέμου

/ - Ατομική βία του λήσταρχου.

Η βία του λήσταρχου είναι προσωπική, άμεση και επώνυμη. Τα χαρακτηριστικά της: Ασκείται από ένα άτομο και αφορά συγκεκριμένα πρόσωπα / - Έχει σωματικό κόστος και για τον ίδιο «καμπόσα δάχτυλα άφησα… μου τ’ απόκοψε με το λάζο» / - Συνοδεύεται από φόβο της ευθύνης και της κρίσης «το χωροφύλακα τόνε φοβούμαι» / - Δεν δικαιολογείται ιδεολογικά ή πατριωτικά· ο ίδιος δεν την εξιδανικεύει

    Ο λήσταρχος αναγνωρίζει την ενοχή του («φονιάς») Δείχνει όμως όρια στη βία. Δεν επιτίθεται στην οικογένεια, σέβεται τον λόγο του πατέρα, συγκινείται από τον θάνατο του Αλέξαντρου. Η βία του είναι ορατή, προσωποποιημένη και ανθρώπινα ελέγξιμη.

/΄- Οργανωμένη μαζική βία του πολέμου.

   Η βία του πολέμου είναι απρόσωπη, συλλογική και θεσμοθετημένη. Τα χαρακτηριστικά της: - Ασκείται στο όνομα κράτους και εξουσίας / - Δεν έχει πρόσωπο, μόνο αποτελέσματα «το μάδησεν το βόλι» / - Πλήττει αδιακρίτως νέους ανθρώπους «παιδικά του ματάκια» / - Εμφανίζεται ως μακροχρόνια πληγή «ακόμα δεν εξεμπερδέψετε λέει»

  Ο πόλεμος προκαλεί μαζικό πένθος «μαζεμένες πολλές γυναίκες… εμουγκρίζανε», διαλύει οικογένειες και κοινότητες, νομιμοποιείται, δεν τιμωρείται. Η βία του πολέμου είναι αόρατη ως πράξη, αλλά καθολική ως καταστροφή.

    Η ατομική βία του λήσταρχου παρουσιάζεται ως προσωπική, άμεση και ορατή: ασκείται από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, έχει σαφή φυσική μορφή και συνοδεύεται από προσωπικό κόστος και ευθύνη, καθώς ο ίδιος φέρει τα σημάδια της («κομμένα δάχτυλα») και αναγνωρίζεται κοινωνικά ως «φονιάς». Είναι παράνομη, περιορισμένης έκτασης και ηθικά αναγνωρίσιμη, αφού ο δράστης δεν την ωραιοποιεί, θέτει όρια στη συμπεριφορά του και δείχνει ανθρώπινη συγκίνηση για τον θάνατο του Αλέξαντρου.

   Αντίθετα, η οργανωμένη μαζική βία του πολέμου εμφανίζεται ως απρόσωπη, συλλογική και θεσμοθετημένη: ασκείται στο όνομα της εξουσίας, δεν έχει ορατό υπεύθυνο και πλήττει αδιακρίτως νέους ανθρώπους, όπως το «Αλεκάκι του Σμυρλή». Νομιμοποιείται κοινωνικά, παρουσιάζεται ως καθήκον, έχει μαζικές και μακροχρόνιες συνέπειες και προκαλεί συλλογικό πένθος, χωρίς να αποδίδεται ατομική ευθύνη. Έτσι, ενώ η ατομική βία καταδικάζεται, η μαζική βία του πολέμου γίνεται ανεκτή, παρότι είναι ασύγκριτα πιο καταστροφική.

 

 

/ - Το απόσπασμα αρχίζει με τη δύσκολη νύχτα που πέρασε. Η σχέση αυτή της δύσκολης νύχτας ως λαίτ μοτιφ με τον τίτλο του μυθιστορήματος "Δύσκολες Νύχτες". Γιατί αρχίζει η αφήγηση με αυτό που ήδη έχει τελειώσει;

/ - Η δύσκολη νύχτα ως λαίτ μοτίφ

    Η νύχτα εμφανίζεται επαναλαμβανόμενα στο κείμενο. Η νύχτα είναι ώρα φόβου, αγωνίας και απομόνωσης, συμβολίζει το σκοτάδι του πολέμου, της βίας, της φτώχειας και της αβεβαιότητας. Η πρώτη φράση «Βλέπεις; μας ήρθε κι άλλος μουσαφίρης…» και οι περιγραφές της νύχτας, του τρόμου, του φόβου της θείας Διαλεχτής, τοποθετούν τον αναγνώστη σε ένα πλαίσιο αγωνίας και δυσκολίας. Η νύχτα λειτουργεί και ως ψυχολογικό υπόβαθρο για την αφήγηση του λήσταρχου. η ατμόσφαιρα είναι έτοιμη για εξομολογήσεις, φόβο, ένταση.

/ - Γιατί η αφήγηση αρχίζει με κάτι που έχει ήδη τελειώσει

   Η αφήγηση ξεκινά με αναδρομή («imperfectum» της νύχτας που πέρασε) για να δημιουργήσει αίσθηση συνέχειας: ο αναγνώστης μπαίνει κατευθείαν στο κλίμα των δυσκολιών.

    Ο τίτλος «Δύσκολες Νύχτες» αποκτά άμεση αναφορά: η νύχτα γίνεται μεταφορά για τις δοκιμασίες της ζωής (πόλεμος, φτώχεια, βία, απομόνωση).

   Η επαναληπτικότητα της νύχτας στον λόγο της Μέλπως Αξιώτη δημιουργεί μοτίφ, που ενώνει το προσωπικό δράμα με την κοινωνική κατάσταση. Το ξεκίνημα με αυτό που έχει ήδη τελειώσει αναδεικνύει τη νύχτα ως συνεχή εμπειρία δυσκολίας, όχι μόνο ως μεμονωμένο συμβάν.

 

 

 

 

 

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ

eleftherografos.blogspot.com

[ ανάρτηση 10 Φεβρουαρίου 2026 :  

Μέλπω Αξιώτη

απόσπασμα «Δύσκολες Νύχτες»

μυθιστόρημα 1938

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ]

 

 

 

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μέλπω Αξιώτη "Δύσκολες Νύχτες" μυθιστόρημα 1938 απόσπασμα ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

  Μέλπω Αξιώτη απόσπασμα « Δύσκολες Νύχτες » μυθιστόρημα 1938 ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ     Εισαγωγή:    Το περιεχόμενο του μυθιστορήματος «Δ...