κοπέλλα στις Κάννες
σκηνογραφημένο διήγημα 2026
τεχνητή Πεζογραφία
Το μεσημεριανό φως έπεφτε κάθετα, αμείλικτο
και λαμπερό, πάνω στο ταμπλό του κίτρινου σπορ αυτοκινήτου. Η θάλασσα στα δεξιά
έλαμπε σαν μέταλλο, και οι φοίνικες περνούσαν ένας-ένας, αργά, σαν σκηνικό που
είχε σχεδιαστεί επίτηδες για να μη βιάζεται κανείς.
Από τη θέση του οδηγού, την έβλεπε καθαρά. Εκείνη
καθόταν χαλαρά στο κάθισμα του συνοδηγού, με τα σκούρα καστανά μαλλιά της να
κινούνται ελαφρά από τον αέρα. Τα γαλάζια της μάτια κοιτούσαν μπροστά, προς τον
δρόμο που χάνεται κατά μήκος της ακτής. Δεν χαμογελά. Δεν φαίνεται λυπημένη.
Είναι απλώς… σίγουρη.
Φορά ένα ανοιχτόχρωμο φόρεμα, απλό, σχεδόν
αθώο, αλλά πάνω της δείχνει σαν υπόσχεση. Ο ήλιος φωτίζει το προφίλ της,
τονίζει τη γραμμή του προσώπου της, σαν να την έχει ζωγραφίσει κάποιος που ήξερε
ακριβώς πότε να σταματήσει.
Οι Κάννες απλώνονταν μπροστά τους, λευκά
κτίρια, φοίνικες, καλοκαίρι που μυρίζει αλάτι και παλιά όνειρα. Είναι αρχές της
δεκαετίας του ’60, τότε που όλα φαίνονταν πιθανά και κανείς δεν βιαζόταν να
εξηγήσει ποιος είναι ή από πού έρχεται.
Τη ρώτησε, τελικά, πού πάνε. Εκείνη γυρίζει
ελαφρά το κεφάλι της προς αυτόν. Τα μάτια της συναντούν τα δικά του για ένα
μόνο δευτερόλεπτο — αρκετό για να καταλάβει ότι η απάντηση δεν έχει σημασία.
«Όπου
φτάνει ο δρόμος», του λέει.
Εκείνος
ξανακοιτά μπροστά. Πατάει το γκάζι.
Ο
κινητήρας απαντά χαμηλόφωνα.
Το
καλοκαίρι συνεχίζεται.
Και η κοπέλλα στις Κάννες μένει εκεί —
ανάμεσα στο φως, στη θάλασσα και σε κάτι που δεν χρειάζεται όνομα.
Το μεσημέρι ήταν λαμπρό. Ο ήλιος έπεφτε
ανελέητα πάνω στην «La Croisette» και στο κίτρινο ανοικτό σπορ αυτοκίνητο
γυάλιζε από την καυτή αντανάκλαση. Ο James Miller, βρεταννός δημοσιογράφος κινηματογράφου, είχε πάρει τη
θέση του οδηγού. Στο κάθισμα του συνοδηγού, η Luise Strand, ανερχόμενη ενζενύ του ευρωπαϊκού
σινεμά, με σκούρα καστανά, ελαφρώς κυματιστά μαλλιά και γαλάζια μάτια,
παρακολουθούσε απαθώς το πλήθος.
Ο James βρισκόταν στις Κάννες για να καλύψει το Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών
1962, να γράψει για ταινίες που θα συζητιόντουσαν για χρόνια — και να
συναντήσει νέες φωνές του σινεμά που θα καθόριζαν το επόμενο κύμα της τέχνης. Στο
βάθος των σκέψεών του ήταν ένα βιβλίο με συνεντεύξεις από τα διάσημα αστέρια
της οθόνης, όχι τώρα βέβαια, ίσως σε καμμιά δεκαριά χρόνια.
Καθώς οδηγούσε παράλληλα με την παραλία, ο James
μετρούσε τις ταινίες
που είχε ήδη δει στο πρόγραμμα διαγωνιστικού
τμήματος:
O
Pagador de Promessas (Ο Πληρωτής των Υποσχέσεων)
Σκηνοθέτης: Anselmo Duarte
Πρωταγωνιστές: Leonardo Villar,
Glória Menezes
Αυτή η βραζιλιάνικη ταινία κέρδισε τελικά
την Palme d’Or το 1962,
προκαλώντας αίσθηση με την ανθρώπινη ιστορία της και τη δύναμη της αφηγηματικής
της γραμμής.
L’eclisse
Σκηνοθέτης: Michelangelo Antonioni
Πρωταγωνίστρια: Monica Vitti
Μια από τις πιο στιλιζαρισμένες ταινίες του
ευρωπαϊκού σινεμά της εποχής, με τον χαρακτηριστικό τρόπο του Antonioni να
εξερευνά την αποξένωση και τις ανθρώπινες σχέσεις.
Électre
Σκηνοθέτης: Michael Cacoyannis
Πρωταγωνίστρια: Irène Papas
Ελληνική συμμετοχή στο διαγωνιστικό
πρόγραμμα, βασισμένη στην αρχαία τραγωδία του Ευριπίδη, με έντονη δραματική
παρουσία και κινηματογραφική υφή.
Konga Yo
Σκηνοθέτης: Yves Allégret
Πρωταγωνίστρια: Nicole Courcel
Μια γαλλική περιπέτεια που κέρδισε το
ενδιαφέρον του κοινού για την αισθητική και τον εξωτικό χαρακτήρα της.
All Fall Down
Σκηνοθέτης: John Frankenheimer
Πρωταγωνίστρια: Eva Marie Saint
Ένα δραματικό έργο με αμερικανικό ύφος,
προσελκύοντας το βλέμμα των κριτικών για τον τρόπο που απεικόνιζε τις
ανθρώπινες συγκρούσεις.
·…και
πολλές άλλες ταινίες με διεθνείς δημιουργούς που παρουσίασαν διαφορετικές
προσεγγίσεις στην τέχνη του κινηματογράφου.
Ο James θυμήθηκε μια σκηνή που
είχε δει πριν λίγες μέρες: μια ομάδα δημοσιογράφων και επώνυμων περπατούσε κατά
μήκος του κόκκινου χαλιού, μπροστά από το Palais des Festivals, όπου οι αφίσες
των ταινιών στέκονταν σαν προσκλήσεις σε νέες ιστορίες. Κάθε πρεμιέρα ήταν μια
μικρή γιορτή — και κάθε προβολή μια υπόσχεση ότι το σινεμά δεν παύει ποτέ να
εξελίσσεται.
Η Luise, που είχε έρθει για να κάνει την πρώτη διεθνή
εμφάνιση της καριέρας της, συζητούσε με πάθος για τον ρόλο της στη νέα της
ταινία, που σύντομα θα ελκύσει τα βλέμματα των κριτικών. Ο James την
άκουγε, κρατώντας σημειώσεις, αλλά και παρατηρώντας κάθε λεπτό την αύρα που
είχε γύρω της — μια αύρα που θύμιζε ότι κάποια αστέρια δεν περιμένουν να
λάμψουν, αλλά καίνε ήδη. H
συνάντησή τους είχε κανονιστεί σε ένα παραλιακό ανοιχτό καφέ. Κάποια στιγμή η Luise του εξομολογήθηκε ότι ήθελε να
ξεφύγει για λίγο από αυτά τα αδηφάγα βλέμματα και τους παπαράτσι που
περιτριγύριζαν. Δεν μπορούσε με τόσους πολλούς γύρω τους να μιλήσει άνετα. Έτσι
μπήκαν στο σπορ αυτοκίνητο του James.
Καθώς το αυτοκίνητο συνεχίζει δίπλα στη
θάλασσα, ένα ελαφρύ αεράκι αρπάζει τις σελίδες του σημειωματάριου του James. Αναρωτιέται αν αυτή η ιστορία —
της Λουίζ, του φεστιβάλ, της ίδιας της ζωής — δεν είναι τελικά το πιο σημαντικό
φιλμ που έχει ποτέ καλύψει.
Και οι Κάννες; Μένουν εκεί — ανάμεσα στο φως,
στο καλοκαίρι, και στη λάμψη του σινεμά που ποτέ δεν παύει να συναρπάζει.
Το μεσημεριανό φως έπεφτε αμείλικτο πάνω
στην «La Croisette», φωτίζοντας το λαμπερό κίτρινο ανοικτό σπορ αυτοκίνητο. Στο
τιμόνι βρισκόταν ο James Miller
και δίπλα του η Luise
Strand,
ανερχόμενη ενζενί του σινεμά, με τα σκούρα καστανά μαλλιά της να κινούνται
απαλά στον αέρα και τα γαλάζια μάτια της να κοιτάζουν το πλήθος που περπατούσε
κατά μήκος του κόκκινου χαλιού.
Η Λουίζ βρισκόταν στις Κάννες για το Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του 1962,
αλλά όχι μόνο για τις ήδη υπάρχουσες ταινίες του διαγωνιστικού προγράμματος. Ο
James στοιχημάτιζε ότι εκείνη τη χρονιά η ταινία που θα συζητιόταν για χρόνια ήταν το “Shadows of Venice”, μια δημιουργία
του David
Lean
με τη Λουίζ στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Clara, μιας νεαρής γυναίκας που περπατά ανάμεσα στα στενά δρομάκια
και τα φώτα της Βενετίας, προσπαθώντας να βρει την αλήθεια, την ελευθερία και
την ταυτότητά της.
Η Luise μιλούσε για τον ρόλο
της με πάθος: «Η Clara είναι μια γυναίκα που ξέρει να κρύβει τα συναισθήματά
της πίσω από μάσκες και χαμόγελα. Κάθε σκηνή ήταν μια ανακάλυψη», του έλεγε,
και ο James ήξερε ότι αυτή η ταινία είχε ήδη τη δυναμική να γίνει η φετινή
ατραξιόν των Καννών.
Ο James κοίταξε τη Luise καθώς
του μιλούσε, αναρωτώμενος πως θα έπρεπε να περιγράψει αυτή τη νέα ανερχόμενη
σταρ στους αναγνώστες του. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της ή η χάρη της — ήταν η
αύρα που είχε γύρω της, η αίσθηση ότι η ίδια ήταν ήδη μέρος του μύθου που οι
Κάννες δημιουργούν κάθε χρόνο.
Καθώς το αυτοκίνητο συνεχίζει παράλληλα με
τη θάλασσα, ο James θυμάται τις προεπισκοπήσεις που είχε δει. Κάθε ταινία του
διαγωνιστικού προγράμματος είχε τη δική της φωνή, αλλά η Clara της Λουίζ είχε κάτι που ξεχώριζε
ήδη από το πρώτο λεπτό, μια αίσθηση ανεξαρτησίας, μυστηρίου και
κινηματογραφικού φωτός που δεν χανόταν ποτέ. Ο ρόλος της Clara,
μιας νεαρής γυναίκας που είχε μείνει χήρα και προσπαθούσε να κρατήσει την
αξιοπρέπειά της σε έναν κόσμο γεμάτο υποσχέσεις και παγίδες, δεν ήταν μόνο
ελκυστικός, αλλά απαιτούσε και ικανότητες ερμηνείας. Νέα, όμορφη και μόνη μετά
από ένα τραγικό ατύχημα του συζύγου της, οδηγού αγώνων, περιβαλλόταν από
γνωστούς και φίλους που την έβλεπαν ως το τρόπαιο αλλά και ως μία εύκολη λύση,
αφού εκείνη βρισκόταν σε αδυναμία.
Το μεσημέρι χτυπούσε με ένταση πάνω στο
κίτρινο ανοικτό σπορ αυτοκίνητο. Ο James
Miller οδηγούσε αργά κατά μήκος της «La Croisette». Στο κάθισμα του
συνοδηγού, η Λουίζ Στραντ
κοίταζε μπροστά, τα γαλάζια μάτια της σταθερά, αλλά η έκφρασή της έκρυβε κάτι
που ο James ήξερε ότι θα έπρεπε να ακούσει.
«James», είπε η Λουίζ, με τη φωνή της
χαμηλή αλλά γεμάτη ένταση, «ήθελα να σου πω… δεν ήταν εύκολο. Ο κόσμος της
οθόνης δεν είναι τόσο αθώος όσο φαίνεται. Ο παραγωγός ήθελε να με πιέσει για
πράγματα… ερωτικά, που δεν είμαι διατεθειμένη να παραχωρήσω. Και δεν μπορούσα
να το πω σε κανέναν, γιατί οι περισσότεροι συμπεριφέρονταν σαν να είναι όλα
φυσιολογικά».
Ο James άκουγε προσεκτικά, σημειώνοντας
κάθε λέξη. «Και ο σκηνοθέτης;» την ρώτησε ήρεμα.
«Ο David ήταν άψογος απέναντί μου», του
είπε, και ένα ελαφρύ χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της. «Σαν να καταλάβαινε ότι
ο ρόλος μου ήταν δικός μου, και κανενός άλλου. Και ο συμπρωταγωνιστής μου, ο Michael, ήταν εξίσου επαγγελματίας.
Δεν υπήρξε ποτέ καμία πίεση, μόνο σεβασμός. Με στήριζε σε κάθε σκηνή, γιατί
ήξερε τι περνάει η Clara, και δεν με άφηνε ποτέ να αισθανθώ εκτεθειμένη. Ακόμη
και στο πώς θα πλασαριστώ καλύτερα στο φακό μου έδειχνε με τα νοήματά του.
Χωρίς αυτόν πολλά από τα γκρο πλαν δεν θα είχαν βγει τόσο επιτυχημένα. Αυτό
είναι σπάνιο στον κινηματογράφο, James. Πολύ σπάνιο. Το να σε βοηθά και να σε
εμπιστεύεται κάποιος».
Καθώς το αυτοκίνητο συνεχίζει δίπλα στη
θάλασσα, η Λουίζ κοιτάζει το κύμα που σκάει πάνω στην παραλία και αφήνει μια
ανάσα να ελευθερωθεί από μέσα της. Ο ήλιος φωτίζει τα μαλλιά της, τα χρώματα
του αυτοκινήτου και της θάλασσας ανακατεύονται σε μια κινηματογραφική παλέτα
που θα μπορούσε να είναι σκηνή από την ίδια την ταινία της.
Ο James ξέρει ότι οι σημειώσεις που θα
γράψει σήμερα το βράδυ δεν είναι μόνο για το φεστιβάλ — είναι μια μικρή
καταγραφή της αλήθειας πίσω από τη λάμψη των προβολέων. Και η Λουίζ, παρά την
πίεση και την νεανική της ανερχόμενη καριέρα, έχει ήδη δείξει ότι η αξιοπρέπεια
και το ταλέντο μπορούν να υπερβούν τα παιχνίδια του κόσμου του σινεμά.
Οι Κάννες συνεχίζουν να λάμπουν, ο κόσμος
περνά, αλλά εκείνη τη στιγμή, μέσα στο αυτοκίνητο, υπάρχει μόνο η αλήθεια ενός
ρόλου, μιας καριέρας και μιας νεαρής γυναίκας που ξέρει τι θέλει — και δεν
πρόκειται να το εγκαταλείψει.
Η Λουίζ γύρισε προς τον James. «James»,
είπε χαμηλόφωνα, «ήθελα να σου πω κάτι… δεν ήταν εύκολο. Ο κόσμος της οθόνης
δεν είναι τόσο αθώος όσο φαίνεται. Ο παραγωγός ήθελε να με πιέσει για πράγματα
που δεν ήμουν διατεθειμένη να δώσω. Και δεν μπορούσα να μιλήσω σε κανέναν.
Σκέφτηκα να εγκαταλείψω την ταινία. Με κράτησε όρθια ο David. Χωρίς αυτόν θα είχα φύγει».
Καθώς το αυτοκίνητο συνέχιζε δίπλα στη
θάλασσα, η Λουίζ εξομολογήθηκε: «Η Clara είναι γυναίκα οδηγού αγώνων. Έχασε τον
άντρα της νωρίς. Όλοι γύρω της βλέπουν μόνο τη μοναξιά και τη θλίψη της.
Νομίζουν ότι μπορούν να την εκμεταλλευτούν. Αλλά εκείνος ο άνθρωπος — ο Michael
— της δίνει τη δύναμη να κρατήσει την αξιοπρέπεια της. Νιώθω ότι έχω κάτι κοινό
με την Clara
και ας μην γνώρισα ποτέ κανέναν οδηγό αγώνων, και ας μην έχω ακόμη παντρευτεί.»
Ο James άφησε το βλέμμα του να περιεργαστεί
το φως πάνω στη θάλασσα. Κράτησε τη σιωπή για λίγο — σημείωνε στο μυαλό τους τις
λέξεις της, αλλά κυρίως, παρατηρούσε την αίσθηση ελευθερίας που είχε η ίδια.
Ήταν σαν να είχε βρει το φως που η Clara αναζητούσε μέσα στην ταινία.
Οι Κάννες συνέχιζαν να λάμπουν, οι κάμερες
να κλικάρουν, αλλά μέσα στο αυτοκίνητο υπήρχε η αλήθεια. Μια νεαρή γυναίκα που
μάχεται για την αξιοπρέπειά της, μια ανερχόμενη σταρ που ξέρει να λέει «όχι»,
και ένας συμπρωταγωνιστής που στέκεται δίπλα της — σαν να ξέρουν ότι το σινεμά
δεν είναι πάντα αθώο, αλλά η αξιοπρέπεια και η αλήθεια είναι πιο δυνατές από
κάθε λάμψη φώτων.
Το φεστιβάλ του 1962 ήταν σε πλήρη δράση,
αλλά εκείνη η μέρα είχε κάτι προσωπικό — ο James ήξερε
ότι οι σημειώσεις που θα κρατούσε σήμερα θα αποκαλύπταν περισσότερα από όσα θα
έβλεπε κανείς στο κόκκινο χαλί.
Καθώς μιλούσε στον James, η Λουίζ αποκάλυπτε
την προσωπική πλευρά του ρόλου της: «Ο Michael, ο συμπρωταγωνιστής μου, με
στήριζε σε κάθε σκηνή. Στην αρχή η Clara τον εμπιστεύεται και αρχίζει να τον
ερωτεύεται. Η σχέση τους, μέσα στην ταινία, είναι αληθινή — η ταινία δεν είναι
μόνο δράση στους αγώνες, είναι και μια ιστορία εμπιστοσύνης».
Καθώς η ταινία εξελισσόταν, η Clara αρχίζει
να εμπιστεύεται και να ερωτεύεται τον Michael, έναν δημοσιογράφο που κάνει
ρεπορταζ για τους αγώνες αυτοκινήτων. Στην πραγματικότητα ο Michael ήταν ιδιωτικός
ερευνητής που προσπαθούσε να αποκαλύψει την αλήθεια για μια μεγάλη εταιρεία
στοιχημάτων αγώνων με έδρα το Λονδίνο, που είχε συσχετιστεί με τη δολοφονία του
άντρα της. Ίσως το μόνο που θα έπρεπε να παραξενέψει την Clara ήταν η οικονομική άνεση του Michael, αλλά εκείνος
καλυπτόταν με την πρόφαση ότι τα έξοδα τα χρέωνε στην εφημερίδα και τα
περιοδικά που συνεργαζόταν.
Η Clara δέχεται την πρόταση του Michael να
ταξιδέψουν στη Βενετία. Η χαρά της είναι αληθινή, η αγωνία της μειώνεται για
λίγο, και η καρδιά της ανοίγει στον άνθρωπο που την κατανοεί και την σέβεται.
Στο ταξίδι τους στη Βενετία, λίγο πριν από
την τραγωδία, εκείνος της αποκαλύπτει ένα μυστικό: «Clara», της λέει ψιθυριστά,
«έχω ένα κλειδί για θυρίδα τράπεζας εδώ στη Βενετία… και αυτός είναι ο
κωδικός». Της δίνει ένα μικρό χαρτί με αριθμούς και τα στοιχεία μιας γυναίκας
που είχε ορίσει συνδικαιούχο — έτσι ώστε αν κάτι του συνέβαινε, η Clara θα
μπορούσε να έχει πρόσβαση.
Λίγες ώρες αργότερα, ο Michael σκοτώνεται
ξαφνικά, ένας θάνατος που αρχικά φαίνεται ως τροχαίο δυστύχημα. Αλλά η Clara
ξέρει ότι δεν είναι τυχαίο. Με το κλειδί και τον κωδικό στο χέρι, πηγαίνει στη
θυρίδα της Τράπεζας ως δήθεν σύζυγός του. Μέσα βρίσκει ντοκουμέντα που
αποκαλύπτουν την αλήθεια. Ο άντρας της είχε δολοφονηθεί στον αγώνα αυτοκινήτων,
είχε αψηφήσει τις εντολές να χάσει στον αγώνα. Η ίδια συμμορία που τον σκότωσε
δρούσε για λογαριασμό μιας μεγάλης εταιρείας στοιχημάτων με έδρα το Λονδίνο.
Ανάμεσα στα έγγραφα βρίσκεται η εμπλοκή ενός υπουργού, που κάλυπτε την εταιρεία
και τα παράνομα στοιχήματα.
Η Clara καταλαβαίνει ότι το νήματα της ζωής
τόσο του Michael όσο και του άντρα της είχαν κοπεί για να κρύψουν τα μυστικά
μιας τεράστιας συνωμοσίας, αλλά τα έγγραφα της δίνουν δύναμη. Δεν είναι πια
θύμα, αλλά μάρτυρας και κληρονόμος της αλήθειας.
Καθώς η κάμερα ακολουθεί τη Clara, εκείνη
στέκεται στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου που θα έμεναν με τον Michael στη Βενετία με τα ντοκουμέντα στο χέρι, και η
σκιά των καναλιών αντανακλά την αποφασιστικότητα της. Θα αποκαλύψει την
αλήθεια, ανεξαρτήτως κινδύνου. Η ταινία τελειώνει με τη Clara να στέκεται
ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, μια γυναίκα που κρατά την αξιοπρέπεια, την
αλήθεια και τη μνήμη όσων έχασε. Τα μάτια της κοιτάζουν τα νερά των καναλιών
που λαμπυρίζουν, και η κάμερα ζουμάρει στο πρόσωπό της — ένα μίγμα θλίψης,
αποφασιστικότητας και δύναμης.
Το μεσημέρι χτυπούσε αδυσώπητο πάνω στο κίτρινο ανοικτό σπορ αυτοκίνητο. Το μεσημέρι στις Κάννες ήταν καυτό, και οι ήχοι της «La Croisette» έδιναν έναν παλμό ζωής γύρω τους. Ο James Miller σταμάτησε το αυτοκίνητο έξω από το ξενοδοχείο της Luise.
«Ξέρεις,
James», του είπε με ένα δειλό χαμόγελο καθώς αποβιβαζόταν από το αμάξι, «σπάνια
μιλάει κανείς για όσα γίνονται πίσω από τις κάμερες. Κι ακόμα πιο σπάνια για
όσα συμβαίνουν μέσα στην καρδιά μας».
Ο James γύρισε το βλέμμα του προς εκείνη,
παρατηρώντας τη σοβαρότητα και την ευαισθησία στα μάτια της. «Μπορείς να μου τα
πεις», είπε απαλά. «Δεν είμαι εδώ μόνο για τις σημειώσεις».
Η Luise γέλασε χαμηλόφωνα, αλλά μέσα στο
γέλιο υπήρχε μια αίσθηση τρυφερότητας. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε πως κάποιος
μπορούσε να καταλάβει όχι μόνο τη σταρ, αλλά και την κοπέλα πίσω από τον ρόλο.
Αργά το βράδυ καθώς περπατούσαν κατά μήκος
του λιμανιού μετά την προβολή της ταινίας, η Luise άγγιξε απαλά το χέρι του
James. «Ξέρεις», είπε, «όταν γύριζα την ταινία, η Clara και ο Michael… ήταν σαν
καθρέφτης για όσα φοβόμουν και ήθελα να ζήσω. Αλλά με εσένα… νιώθω ότι μπορώ να
είμαι ειλικρινής».
Ο James έσφιγξε ελαφρά το χέρι της. «Luise, μερικές
φορές… μπορούμε να γίνουμε μέρος της ιστορίας και χωρίς κάμερες».
Και
έτσι, κάτω από το φως των φανοστατών, με τα κύματα να χτυπούν απαλά και τις
κάμερες να κλικάρουν μακριά, γεννήθηκε ένα αθόρυβο, τρυφερό ειδύλλιο: δύο
άνθρωποι που ανακάλυψαν ο ένας στον άλλο τη δύναμη της εμπιστοσύνης και την
ηρεμία που η ζωή τους σπάνια έδινε.
Οι λιγοστές μέρες συνεχίζονταν με τις προβολές
και τις συνεντεύξεις, αλλά ο James και η Luise είχαν δημιουργήσει έναν μικρό,
προσωπικό κόσμο: στιγμές σιωπής πίσω από τα φώτα, βλέμματα γεμάτα τρυφερότητα,
και μια υποσυνείδητη υπόσχεση πως ό,τι
κι αν συνέβαινε στην ταινία ή στον κόσμο των Καννών, θα είχαν ο ένας τον άλλο.
Το βράδυ στις Κάννες ήταν ήρεμο, με τα φώτα
της πόλης να καθρεφτίζονται απαλά στο νερό. Ο James Miller και η Luise Strand
βρέθηκαν μόνοι στο δωμάτιο του James, μακριά από τις κάμερες, τους
δημοσιογράφους και το φως των προβολέων. Για ένα βράδυ, η πραγματικότητα της ζωής
τους και η φαντασία των ιστοριών που ζούσαν συγχωνεύτηκαν. Γέλια, ψίθυροι και
τρυφερά βλέμματα γέμισαν το δωμάτιο, σαν να είχαν όλο τον κόσμο για τον εαυτό
τους.
Το επόμενο πρωί, η πραγματικότητα επέστρεψε
αμείλικτη. Ο James σήκωσε το ακουστικό και έκανε μερικά τηλεφωνήματα. Η
εφημερίδα τον καλούσε πίσω στο Λονδίνο. Η δουλειά του, οι ευθύνες, η καριέρα
του δεν περίμεναν.
Πριν φύγει, γύρισε προς τη Luise. «Θα σε δω
στο Λονδίνο σε μια εβδομάδα», της είπε με ελπίδα. Εκείνη τον κοίταξε με ένα
μακρόσυρτο χαμόγελο, σφίγγοντας απαλά το χέρι του σαν να μην ήθελε να τον
αφήσει να φύγει «Θα είμαι εκεί», του υποσχέθηκε.
Αλλά η εβδομάδα πέρασε χωρίς νέα. Η Luise
δεν εμφανίστηκε ποτέ. Ένας νέος, μεγαλύτερος ρόλος την περίμενε, μια ταινία που
θα καθιέρωνε τη θέση της στο διεθνές σινεμά. Ο James, από την άλλη, επέστρεψε
στο Λονδίνο, παρέμεινε δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου, και κρατούσε
τις αναμνήσεις του σαν μια γλυκόπικρη ανάμνηση ενός καλοκαιριού στις Κάννες.
Κάποιες στιγμές, καθώς έγραφε τις κριτικές
του ή κοιτούσε τις προβολές των ταινιών, θυμόταν το βλέμμα της, τη φωνή της,
και εκείνο το βράδυ στις Κάννες που ανήκε μόνο σε εκείνους. Η Luise είχε
επιλέξει τον δρόμο της, και ο James τον δικό του — δύο ζωές που για μια στιγμή
είχαν συναντηθεί, αφήνοντας πίσω τους μια ανάμνηση που ούτε ο χρόνος ούτε η
δόξα θα μπορούσαν να σβήσουν.
Μερικούς μήνες μετά τις Κάννες, η Luise
Strand βρισκόταν στα στούντιο μιας μεγάλης παραγωγής στο Λος Άντζελες. Η νέα ταινία
ήταν διεθνές εγχείρημα, ένας ρόλος που θα την καθιέρωνε στο παγκόσμιο σινεμά.
Κάθε σκηνή που γύριζε, κάθε λέξη που έλεγε, είχε μέσα της την ίδια
αποφασιστικότητα που είχε δείξει στη Βενετία και στις Κάννες — τη δύναμη της
Clara, την αλήθεια πίσω από τα μυστικά της εταιρείας στοιχημάτων, αλλά και την
ανεξαρτησία της.
Το γραφείο του James Miller στην εφημερίδα ήταν γεμάτο
σημειώσεις, δοκιμές και κριτικές ταινιών. Ήξερε πως είχε χάσει κάτι μοναδικό
στις Κάννες, αλλά η δουλειά του τον κρατούσε στο προσκήνιο του κινηματογράφου
με διαφορετικό τρόπο. Η πρώτη μεγάλη κριτική που έγραψε μετά την επιστροφή του
ήταν για μια διεθνή ταινία — και καθώς την υπέγραφε, θυμόταν τη Luise, το
βλέμμα της, το βράδυ που μοιράστηκαν μαζί.
Κάποιες νύχτες, όταν οι δρόμοι της πόλης
ήταν ήσυχοι και τα φώτα του Λονδίνου αντανακλούσαν στα βρεγμένα πλακόστρωτα, ο
James σκέφτονταν την Luise. Άρα γε και εκείνη σε κάποιο στούντιο στην άλλη άκρη
του κόσμου να τον σκεφτόταν; Ο χρόνος και οι επιλογές τους είχαν χωρίσει τους
δρόμους τους, αλλά η ανάμνηση του καλοκαιριού στις Κάννες και της μυστικής τους
βραδυάς, παρέμενε ζωντανή — ένα αθόρυβο, γλυκόπικρο ειδύλλιο που κανένα φως
προβολέα δεν θα μπορούσε να σβήσει, αλλά ούτε όμως και να παρουσιάσει.
Και έτσι, οι ζωές τους συνεχίστηκαν: η
Luise ανέβαινε στη δόξα του σινεμά, η Clara ζωντάνευε στις οθόνες, και ο James
παρέμενε ο παρατηρητής, ο κριτικός, ο άνθρωπος που κρατούσε μέσα του τη στιγμή
όπου τα όνειρα, η αλήθεια και ο έρωτας είχαν συναντηθεί για λίγο στις Κάννες.
Και τη πιο μεγάλη ιστορία της ζωής του δεν μπορούσε να την αφηγηθεί σε κανέναν,
ούτε και να την γράψει μετά από χρόνια σαν μυθιστόρημα.
η
σκηνογραφία των φωτο-πινάκων από τον Θ. Π.
η
ιστορία συντέθηκε με κατευθυντήριες οδηγίες προς μηχανή τεχνητής νοημοσύνης
ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ
[ ανάρτηση 2 Φεβρουαρίου 2026 :
κοπέλλα στις Κάννες
σκηνογραφημένο διήγημα
2026
τεχνητή
Πεζογραφία ]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου