το δάκρυ του ονείρου
σκηνογραφημένη νουβέλα 2026
part ii.
τεχνητή Πεζογραφία
ΜΕΡΟΣ ΣΤ
η
αποπληρωμή του χρέους
Είχε περάσει πάνω από μήνας και ο Γκούο Ρεν ήξερε ότι η επόμενη διαδρομή
δεν θα ήταν εύκολη. Έπρεπε να αποπληρώσει το χρέος στον χαρτοπαίκτη, να
επιθεωρήσει την κατασκευή των αποθηκών, να περάσει από τη δεύτερη αποθήκη και,
αφού είχε φτάσει εκεί, να πάει στο Νανγκού για να δει τις νέες καλλιέργειες και
πώς είχε μεταμορφωθεί η γη στα νότια κτήματα.
Ξεκίνησε χαράματα μαζί με τη Ρουό-Σι. Εκείνη καθόταν στη μικρή της
άμαξα, εκείνος καβάλα στο άλογό του, με τον αέρα της ευθύνης να βαραίνει στους
ώμους του. Καθώς πλησίαζαν τη γη της «πέτρινης γυναίκας», το νέο σπίτι του Τζου
Μιν είχε ολοκληρωθεί και οι βάσεις για την πρώτη αποθήκη είχαν ήδη μπει.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Γκούο Ρεν ήταν να συναντήσει τον
χαρτοπαίκτη. Ο άνδρας τον κοίταξε με μια ανάμεικτη έκφραση ανυπομονησίας και
ανακούφισης. «Η συμφωνία είναι συμφωνία», είπε ο Γκούο Ρεν και παρέδωσε τα
ασημένια νομίσματα. «Φοβόμουν ότι μπορεί να αργούσες…», παραδέχθηκε ο
χαρτοπαίκτης. «Και εγώ», αποκρίθηκε ο Γκούο Ρεν με ένα ήρεμο χαμόγελο. «Αλλά τα
καταφέραμε», πρόσθεσε με ανακούφιση.
Κοντά στην αναδυόμενη αποθήκη εργάζονταν πέντε άνδρες υπό την επίβλεψη
του Τσεν Μπινγκ. Ο Τσεν Μπινγκ υποκλίθηκε ελαφρά όταν είδε τη Ρουό-Σι, αλλά
εκείνη τον σταμάτησε χαμηλόφωνα: «Εδώ είμαι η Σου-Σι, δεν χρειάζονται
υποκλίσεις». Ο Τσεν Μπινγκ σταμάτησε αμέσως και χαμήλωσε το βλέμμα του.
η
αναγνώριση ενός συμβόλου
Από το βάθος, τρέχοντας, εμφανίστηκε η Χε Τζι. Αλλά μόλις έφθασε κοντά
και αντίκρισε τη Σου-Σι, η κίνησή της κόπηκε ξαφνικά. Το κόκκινο περιδέραιο στο
λαιμό της Σου-Σι φαινόταν μεν διακριτικά κάτω από τα απλά ρούχα της, αλλά η Χε
Τζι αντιλήφθηκε αμέσως τη σημασία του.
«Ώστε…», ψιθύρισε, αφήνοντας τη σκέψη της να γεμίσει από κατανόηση. Η
Σου-Σι δεν απάντησε, αλλά μια μικρή λάμψη ξέφυγε από τα μάτια της.
«Καλύτερα εσύ, παρά κάποια άλλη», της είπε η Χε Τζι και την αγκάλιασε
τρυφερά.
Η Σου-Σι δίστασε για μια στιγμή και έπειτα τη ρώτησε χαμηλόφωνα: «Το
δικό σου περιδέραιο… τί έγινε;»
Η Χε Τζι πήρε μια ανάσα, σαν να ξερίζωνε κάτι από μέσα της. «Το
πούλησα», είπε ήρεμα, «και με τα χρήματα φτιάξαμε το σπίτι όπου μέναμε με τον Λιν
Τάο».
«Συνήθισες εδώ;» τη ρώτησε η Σου-Σι, παρατηρώντας το βλέμμα της.
Η Χε Τζι γύρισε το κεφάλι προς τα χωράφια, εκεί όπου ο άνεμος περνούσε
πάνω από τη γη χωρίς να βρίσκει εμπόδιο. «Δεν είναι το ίδιο», είπε. «Έχει
ερημιά. Και αυτός ο Τζου Μιν είναι λίγο παράξενος». Χαμογέλασε αμυδρά, αλλά το
χαμόγελο δεν έφτασε ποτέ στα μάτια της. «Αλλά η ζωή μου στο Νανγκού έχει
τελειώσει εδώ και πολύ καιρό».
Η Σου-Σι την κοίταξε σταθερά. «Σε λίγο καιρό θα έχει κίνηση το σημείο.
Μόλις γίνουν οι αποθήκες θα δεις. Αργότερα θα στείλει εργάτες ο Γκούο Ρεν για
να καλλιεργήσουν τα κτήματα πίσω από τα δικά σας. Λίγη υπομονή».
Η Χε Τζι έγνεψε αργά, σαν να ήθελε να πιστέψει τα λόγια της, αλλά δεν
ήταν ακόμη έτοιμη.
«Θα έρθετε από το σπίτι;» τη ρώτησε.
Η Σου-Σι χαμήλωσε το βλέμμα. «Δεν ξέρω. Εξαρτάται τί θα αποφασίσει ο
άρχοντας».
Τότε η Χε Τζι έσκυψε λίγο προς το μέρος της και της είπε με έναν πονηρό
τόνο: «Μην ξεχνάς… οι γυναίκες είναι εκείνες που αποφασίζουν. Αρκεί να ξέρουν
τον τρόπο». Ένα συγκρατημένο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα πρόσωπα και των δυο
τους, σαν μια σιωπηλή συμφωνία που δεν χρειαζόταν εξήγηση.
Ο ήχος βημάτων διέκοψε τη στιγμή. Ο Γκούο Ρεν επέστρεφε από το καπηλειό
όπου είχε συναντήσει τον χαρτοπαίκτη. Η παρουσία του έφερε μαζί της μια ανεπαίσθητη
ένταση.
«Θα διανυκτερεύσουμε εδώ;» τον ρώτησε η Σου-Σι.
«Όχι. Έχουμε δρόμο. Θα σταματήσουμε στη δεύτερη αποθήκη. Σε λίγο
ξεκινάμε. Πρέπει να προλάβουμε όσο περισσότερο το φως».
Η φωνή του ήταν σταθερή, σχεδόν κοφτή. Έριξε μια ματιά προς τη Χε Τζι
καθώς εκείνη απομακρυνόταν προς το σπίτι του Τζου Μιν στο βάθος. Το βλέμμα του
ήταν ψυχρό, υπολογιστικό, σαν να ζύγιζε κάτι που δεν έλεγε.
«Η φίλη σου έφυγε», είπε στη Σου-Σι χωρίς να την κοιτάξει. «Μήπως
φοβήθηκε;»
Η Σου-Σι τον κοίταξε για μια στιγμή, προσπαθώντας να διαβάσει πίσω από
τα λόγια του. «Μπορεί», απάντησε απλά.
Ο Γκούο Ρεν δεν συνέχισε. Πλησίασε τον Τσεν Μπινγκ και αντάλλαξαν λίγα
λόγια για την πρόοδο των εργασιών. Ο τόνος του έγινε πρακτικός, σχεδόν
αυστηρός, σαν να έκλεινε μέσα του κάθε άλλη σκέψη. Λίγο αργότερα, ανέβηκε στο
άλογό του. Η Σου-Σι πήρε τη θέση της στην άμαξα. Χωρίς άλλες καθυστερήσεις,
ξεκίνησαν για τη δεύτερη αποθήκη. Ο δρόμος απλωνόταν μπροστά τους μακρύς και
σκονισμένος. Κανείς από τους δύο δεν μιλούσε. Μόνο ο ήχος των τροχών και των
οπλών συνόδευε τη σκέψη τους. Ήταν αμφίβολο αν θα έφταναν πριν πέσει το
σκοτάδι.
η
νυχτερινή στάθμευση στην αποθήκη της
Α-Μέι
Αργά το βράδυ έφτασαν στη δεύτερη αποθήκη. Το φως από το σπίτι της Α-Μέι
έσπαγε το σκοτάδι της νύχτας σαν μικρή υπόσχεση ξεκούρασης. Δεν είχε ακόμη
κοιμηθεί. Όταν τους είδε να πλησιάζουν, βγήκε στην αυλή χωρίς πολλές ερωτήσεις,
σαν να περίμενε την άφιξή τους από ώρα. Τους καλωσόρισε με ήρεμες κινήσεις και
τους έστρωσε να κοιμηθούν. Η σιωπή της δεν ήταν αδιαφορία· ήταν μια σιωπή
ανθρώπου που έχει μάθει να βλέπει περισσότερα απ’ όσα λέγονται. Ο Γκούο Ρεν
κουράστηκε γρήγορα και αποσύρθηκε, ενώ η Σου-Σι έμεινε για λίγο ξύπνια,
ακούγοντας τους νυχτερινούς ήχους που τύλιγαν την αποθήκη και τα χωράφια.
Το πρωί, πριν ακόμη χαράξει καλά, η Α-Μέι την πλησίασε. Η φωνή της ήταν
χαμηλή, σχεδόν ψίθυρος: «Αυτόν τον Χου Σι τον βρήκες;»
Η Σου-Σι κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
«Δεν μπόρεσα… ήταν λίγες οι μέρες. Αλλά ο Γκούο Ρεν δεν μου επιτρέπει να μιλάω
με κανέναν».
Η Α-Μέι χαμογέλασε πικρά, σαν να άκουγε κάτι γνώριμο. «Έτσι είναι αυτοί.
Τα θέλουν όλα μόνο για τον εαυτό τους. Έχε τα μάτια σου… αν σε αγγίξει, μην του
παραδοθείς. Ζήτα του πρώτα εγγυήσεις. Όσα περισσότερα σου υποσχεθεί, τόσο
περισσότερο θα σε θέλει».
Η Σου-Σι δεν απάντησε αμέσως. Τα λόγια έμειναν μέσα της σαν σπόροι που
δεν είχαν ακόμη αποφασίσει αν θα ριζώσουν. Στο μεταξύ, ο Γκούο Ρεν είχε ήδη
βγει έξω. Συζήτησε με τον άνδρα και τον γιο της Α-Μέι για την αποθήκη. Ο τόνος
του ήταν πρακτικός, μετρημένος.
«Σε λίγο καιρό θα έρθει το πρώτο φορτίο από το Νανγκού. Η αποθήκη είναι
έτοιμη;»
«Έτοιμη», τον διαβεβαίωσαν.
Έγνεψε ικανοποιημένος και τους ευχαρίστησε, χωρίς περιττές εκδηλώσεις. Η
αναχώρηση δεν άργησε. Ο Γκούο Ρεν ετοιμάστηκε να ανέβει στο άλογό του, ενώ η
Σου-Σι πήρε τη θέση της στη μικρή άμαξα. Τότε, ένα μικρό σκυλάκι ξεπρόβαλε από
την αυλή του σπιτιού της Α-Μέι και την πλησίασε διστακτικά. Ήταν αδύνατο, με
μάτια που ζητούσαν κάτι περισσότερο από τροφή, ζητούσαν προσοχή.
Η Σου-Σι το κοίταξε και μαλάκωσε το βλέμμα της. «Ανέβα», του είπε ήρεμα.
Το σκυλάκι προσπάθησε να πηδήξει στην άμαξα, αλλά τα μικρά του πόδια δεν το
βοήθησαν. Γλίστρησε πίσω, παραπονιάρικα. Εκείνη χαμογέλασε ανεπαίσθητα, έσκυψε
και το πήρε με τα χέρια της. Το ακούμπησε πίσω της, προστατευμένο, σαν να του
έδινε μια θέση που δεν είχε μέχρι τότε.
Καθώς έφευγαν από τη δεύτερη αποθήκη, οι τροχοί άφηναν πίσω τους βαθιά
ίχνη στη γη. Το σκυλάκι στεκόταν στην άκρη της άμαξας και κοιτούσε όσα
απομακρύνονταν: το σπίτι της Α-Μέι, την αυλή, τη σιωπηλή ζωή που δεν το είχε
ποτέ πραγματικά κρατήσει. Τώρα, μέσα στο ελαφρύ κούνημα της άμαξας και τη
ζεστασιά της Ρουό-Σι, είχε βρει κάτι καινούργιο· όχι απλώς συντροφιά, αλλά μια
αρχή.
ο συννεφιασμένος δρόμος προς το Νανγκού
Ο δρόμος προς το Νανγκού είχε στενέψει καθώς άφηναν πίσω τους τα
τελευταία καλλιεργημένα χωράφια και έμπαιναν σε πιο άγρια γη. Ο Γκούο Ρεν
οδηγούσε το άλογό του με σταθερό ρυθμό, μα τα μάτια του ήταν καρφωμένα στον
ουρανό. Τα σύννεφα είχαν αρχίσει δειλά να μαζεύονται, κρύβοντας πότε πότε τον
ήλιο, πριν ξανασκορπίσουν σαν να δίσταζαν ακόμη να ενωθούν.
«Αν κρατήσουμε αυτόν τον ρυθμό…» είπε χωρίς να γυρίσει, σαν να μιλούσε
περισσότερο στον εαυτό του. «Σε εννέα ώρες θα είμαστε στο Νανγκού. Με λίγες
μόνο στάσεις.»
Έριξε μια σύντομη ματιά πίσω του, προς τη μικρή άμαξα. «Θα φτάσουμε κατά
το σούρουπο.»
Η Ρουό-Σι δεν απάντησε. Ακολουθούσε την πορεία υπομονετικά, κρατώντας
σταθερά τα ηνία του ελαφρού, δίτροχου κάρου που οδηγούσε. Δίπλα της είχε το
μικρό σκυλάκι, που πότε κουλουριαζόταν στην αγκαλιά της και πότε στεκόταν στα
πόδια της, αναζητώντας ασφάλεια στο κούνημα του ταξιδιού. Το κάρο ήταν
μισοσκεπασμένο. Ένα απλό ξύλινο πλαίσιο στήριζε τεντωμένο ύφασμα και ψάθα,
αρκετά πυκνά ώστε να κόβουν τον ήλιο και τη σκόνη, μα όχι τόσο κλειστά ώστε να
πνίγουν τον αέρα. Πίσω, στον χώρο φόρτωσης, ήταν δεμένα στρωσίδια, κουβέρτες
και ψάθες, ένα μικρό κιβώτιο με σκεύη και προμήθειες, καθώς και δέματα με
ρούχα, όλα προσεκτικά στερεωμένα για να αντέχουν τον ανώμαλο δρόμο.
Η άμαξα έτριζε ελαφρά σε κάθε λακκούβα, μα προχωρούσε σταθερά, σαν να
γνώριζε κι εκείνη ότι το ταξίδι τους δεν επέτρεπε καθυστερήσεις. Στο δρόμο δεν
μιλούσαν πολύ. Κάπου κάπου ο Γκούο Ρεν γύριζε το κεφάλι του για να ελέγξει αν
τον ακολουθούσε το κάρο, αν οι τροχοί άντεχαν στο ανώμαλο έδαφος. Κάθε φορά που
την έβλεπε να συνεχίζει σταθερά, χαλάρωνε για λίγο, πριν στρέψει ξανά το βλέμμα
μπροστά.
Οι ώρες κυλούσαν αργά, σχεδόν μονότονα. Ο ήλιος ανέβαινε και έπειτα
άρχισε ανεπαίσθητα να γέρνει. Ύστερα από πέντε ώρες πορείας, ο αέρας άλλαξε. Τα
σύννεφα, που μέχρι τότε συγκεντρώνονταν διστακτικά, άρχισαν τώρα να πυκνώνουν
και να χαμηλώνουν. Το φως θόλωσε, σαν να είχε τραβηχτεί ένα λεπτό πέπλο μπροστά
από τον ήλιο. Μια βαριά αίσθηση απλώθηκε στον ορίζοντα.
Ο Γκούο Ρεν το κατάλαβε πριν ακόμη ακουστεί η πρώτη μακρινή βροντή.
Χαμήλωσε ελαφρά το σώμα του στη σέλα και κοίταξε ξανά πίσω, όχι πια από
συνήθεια, αλλά από ανησυχία. Η Ρουό-Σι, μέσα στο κάρο, κράτησε σφιχτά το
σκυλάκι. Εκείνο έτρεμε, τα αυτιά του πεσμένα, και κάθε μακρινός κρότος το έκανε
να κουλουριάζεται ακόμη περισσότερο στην αγκαλιά της. Ο αέρας είχε αλλάξει· μια
υγρασία απλωνόταν παντού και η μυρωδιά της βροχής ερχόταν πριν ακόμη πέσει η
πρώτη σταγόνα.
Τα σύννεφα είχαν κατεβεί πια βαριά, σαν να κρέμονταν χαμηλά, έτοιμα να
σπάσουν.
«Γρήγορα, να καλυφθούμε κάπου, πριν μας προλάβει!» φώναξε ο Γκούο Ρεν,
γυρνώντας προς τη Ρουό-Σι. Η φωνή του χάθηκε σχεδόν μέσα στον πρώτο δυνατό
κρότο του κεραυνού.
το παλιό ξεχασμένο πέτρινο κτίσμα
Μετά από λίγο, ο δρόμος έστριψε ανάμεσα σε χαμηλούς λόφους, γεμάτους
άγριες συκιές και πυκνά μπαμπού. Εκεί, σχεδόν κρυμμένο πίσω από μια συστάδα
δέντρων, φάνηκε ένα παλιό πέτρινο κτίσμα. Δεν ήταν τόσο μικρό όσο έδειχνε από
μακριά· χαμηλό και μακρόστενο, με μισογκρεμισμένη στέγη και μια ξύλινη πόρτα
που κρεμόταν στραβά από τους μεντεσέδες της. Γύρω του διακρινόταν ακόμη ένας
χαμηλός πέτρινος περίβολος, άλλοτε προφανώς περίφραξη, που τώρα είχε ραγίσει
και καταρρεύσει σε αρκετά σημεία, αφήνοντας το μπαμπού και τα αγριόχορτα να
έχουν εισχωρήσει μέσα του.
Ο Γκούο Ρεν κατευθύνθηκε αμέσως προς τα εκεί. Καθώς πλησίασαν, έμοιαζε
με εγκαταλειμμένο αγροτικό αποθηκάκι, ίσως κάποτε να χρησίμευε για φύλαξη
εργαλείων ή σιτηρών. Κι όμως, κάτι δεν ταίριαζε· οι τοίχοι στέκονταν ακόμη γεροί,
και το κτίσμα έδινε την αίσθηση πως είχε εξυπηρετήσει κάτι περισσότερο από μια
απλή αποθήκη.
Η βροχή ξέσπασε ακριβώς τη στιγμή που κατέβαινε η Ρουό-Σι από την άμαξα.
Οι πρώτες σταγόνες έγιναν γρήγορα καταρρακτώδης βροχή, και ο αέρας σφύριζε μέσα
από τα μπαμπού. Ο Γκούο Ρεν έσπρωξε την πόρτα, που άνοιξε με έναν βαρύ τριγμό,
και βοήθησε τη Ρουό-Σι να μπει μέσα.
Το εσωτερικό ήταν σκοτεινό, μα σχετικά στεγνό, και μεγαλύτερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς. Σε
μια γωνιά υπήρχαν παλιά δεμάτια άχυρου, πιο τακτοποιημένα απ’ ό,τι θα άρμοζε σε
έναν εγκαταλειμμένο χώρο. Δίπλα τους διακρινόταν μια χαμηλή ξύλινη εξέδρα από
σανίδες, μισοσαπισμένη από την υγρασία, σαν να είχε χρησιμεύσει κάποτε για
ανάπαυση. Το χώμα στο πάτωμα ήταν πατημένο και σκληρό, λες και για χρόνια είχαν
περάσει από εκεί περισσότερα βήματα απ’ όσα θα δικαιολογούσε μια απλή αποθήκη.
Κοντά στον τοίχο, μισοσκεπασμένο από σκόνη και ξεραμένα φύλλα, υπήρχε
ένα μικρό κομμάτι υφάσματος, παλιό μετάξι, ξεθωριασμένο. Στην άκρη του
διακρινόταν αμυδρά ένα κεντημένο μοτίβο, σχεδόν σβησμένο πια.
Από μια ρωγμή στη στέγη έσταζε νερό, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του χώρου
προσέφερε ασφάλεια. Η Ρουό-Σι κάθισε πάνω στο άχυρο, κρατώντας το σκυλάκι της
που ακόμα έτρεμε. Ο Γκούο Ρεν έδεσε το άλογο κάτω από μια προεξοχή της στέγης,
ώστε να προστατευτεί όσο μπορούσε, και μετά μπήκε κι εκείνος μέσα. Για λίγη ώρα
δεν μίλησαν. Άκουγαν μόνο τη βροχή να χτυπά με δύναμη τις πέτρες και τη γη, και
τις βροντές που αντηχούσαν στους λόφους.
«Θα περάσει», είπε τελικά ο Γκούο Ρεν, πιο ήρεμα τώρα. «Και τότε θα
συνεχίσουμε.»
Η Ρουό-Σι έγνεψε. Έξω, η καταιγίδα μαινόταν, μα μέσα στο παλιό κτίσμα
είχαν βρει μια μικρή, προσωρινή ηρεμία, σαν να τους είχε αγκαλιάσει για λίγο η
ίδια η γη, προστατεύοντάς τους από τη μανία του ουρανού.
Η βροχή δεν έδειχνε καμία διάθεση να κοπάσει. Αντίθετα, δυνάμωνε, και
κάθε αστραπή φώτιζε για μια στιγμή το εσωτερικό της παλιάς μικρής αποθήκης,
κάνοντας τις σκιές να μοιάζουν σαν να ζωντανεύουν.
Ο Γκούο Ρεν στάθηκε για λίγο στην είσοδο, κοιτάζοντας τον ουρανό. Ύστερα
γύρισε αποφασιστικά. «Δεν θα προλάβουμε να φτάσουμε σήμερα», είπε χαμηλόφωνα.
«Ο δρόμος θα γίνει βούρκος. Θα μείνουμε εδώ.»
Χωρίς να περιμένει απάντηση, βγήκε ξανά στη βροχή. Τα ρούχα του
μούσκεψαν μέσα σε λίγες στιγμές, μα προχώρησε γρήγορα προς την άμαξα. Ξεσκέπασε
προσεκτικά τα δεμένα υφάσματα και πήρε τα χοντρά σκεπάσματα που είχε φέρει μαζί
της η Ρουό-Σι, υφαντά από τραχύ βαμβάκι και μαλλί, βαριά αλλά ζεστά.
Όταν επέστρεψε, τα άπλωσε πάνω στο πιο στεγνό σημείο του δαπέδου, δημιουργώντας
έναν πρόχειρο χώρο για να ξαπλώσουν. Το σκυλάκι πλησίασε διστακτικά, μύρισε τα
σκεπάσματα και κουλουριάστηκε αμέσως πάνω τους, σαν να είχε καταλάβει πως εκεί
θα περνούσαν τη νύχτα.
Ο Γκούο Ρεν δεν σταμάτησε. Βγήκε ξανά, αυτή τη φορά για τα κατσαρολικά, ένα
μικρό χάλκινο δοχείο, μια πήλινη γαβάθα και μια κουτάλα. Όταν τα έφερε μέσα, τα
άφησε κοντά στον τοίχο, μα το βλέμμα του έμεινε ανήσυχο.
Το κρύο άρχισε να τρυπά τα κόκαλα. Η υγρασία απλωνόταν παντού. «Χρειαζόμαστε
φωτιά», μουρμούρισε. Έσκυψε και άρχισε να ψάχνει μέσα στο αποθηκάκι.
Σε μια γωνιά βρήκε παλιά γεωργικά εργαλεία, μια σπασμένη αξίνα και ένα
ξύλινο δρεπάνι με φθαρμένη λεπίδα, πια άχρηστα από τον χρόνο. Ένα καλάθι είχε
παραμείνει μισογεμάτο με ξεραμένα κοτσάνια κεχριού, ξεχασμένα εκεί από παλιά
συγκομιδή. Πιο βαθιά, κάτω από ένα σωρό άχυρο, ανακάλυψε μικρά κομμάτια ξύλου,
πιθανόν υπολείμματα από παλιές επισκευές ή καυσόξυλα που είχαν μείνει
προστατευμένα από την υγρασία.
Τα δοκίμασε με το χέρι. Κάποια ήταν νωπά, μα άλλα, πιο βαθιά μέσα, είχαν
μείνει σχετικά στεγνά. Τα τράβηξε έξω προσεκτικά και τα στοίβαξε στο κέντρο του
χώρου. Από τη ζώνη του έβγαλε ένα μικρό σακουλάκι. Μέσα υπήρχε πυρόλιθος και
ατσάλι. Χτύπησε μερικές φορές, μα οι πρώτες σπίθες χάθηκαν πάνω στο υγρό άχυρο.
Το σκυλάκι τινάχτηκε με μια δυνατή βροντή και άρχισε να γαβγίζει
ανήσυχα. Έπειτα έτρεξε πίσω στη Ρουό-Σι και χώθηκε κάτω από το πανωφόρι της,
τρέμοντας. «Ήσυχα…» ψιθύρισε εκείνη, χαϊδεύοντάς το απαλά.
Ο Γκούο Ρεν δεν εγκατέλειψε. Έσκισε ένα κομμάτι από το εσωτερικό της
επένδυσης του μανικιού του, ύφασμα πιο στεγνό, και το χρησιμοποίησε σαν
προσάναμμα. Το τοποθέτησε κάτω από τα πιο ψιλά ξύλα και ξαναχτύπησε τον
πυρόλιθο. Μια σπίθα έπιασε. Μια πρώτη αχνή φλόγα με καπνό γεννήθηκε, έπειτα άρχισε
να σκορπίζει το φως της. Ο Γκούο Ρεν έσκυψε και φύσηξε προσεκτικά,
προστατεύοντας τη φωτιά με το σώμα του από τα ρεύματα αέρα που έμπαιναν από τις
χαραμάδες. Σιγά σιγά, η φλόγα δυνάμωσε. Τα ξερά κοτσάνια άρχισαν να καίγονται,
και τα μικρά ξύλα πήραν σειρά. Σε λίγο, μια πρόχειρη αλλά σταθερή φωτιά φώτιζε
το αποθηκάκι.
Η ζεστασιά απλώθηκε αργά στον χώρο. Το σκυλάκι ξεπρόβαλε διστακτικά,
πλησίασε τη φωτιά και κάθισε κοντά της, ακόμα νευρικό, μα ήδη πιο ήρεμο. Κάθε
τόσο πεταγόταν με τις βροντές, αλλά δεν έφευγε πια.
Η Ρουό-Σι κοίταξε τον Γκούο Ρεν. Το πρόσωπό του φωτιζόταν από τις
φλόγες, σκληρό αλλά ήρεμο τώρα. Έξω, η καταιγίδα συνέχιζε να μαίνεται, οι
αστραπές έσκιζαν τον ουρανό και οι κρότοι έκαναν το μικρό κτίσμα να τρίζει. Μα
μέσα, δίπλα στη φωτιά, είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν κάτι πολύτιμο, μια
μικρή εστία ασφάλειας, μέσα στην οργή του ουρανού.
Η φωτιά είχε πλέον σταθεροποιηθεί, και οι φλόγες της έγλειφαν τα μικρά
ξύλα με έναν ήρεμο, επίμονο ρυθμό. Έξω η καταιγίδα συνέχιζε, μα μέσα στο πέτρινο
μικρό κτίσμα η ζεστασιά είχε αρχίσει να διώχνει την υγρασία από τα ρούχα και τα
κόκαλά τους.
Η Ρουό-Σι γονάτισε κοντά στη φωτιά και έφερε το μικρό χάλκινο δοχείο.
Από ένα υφασμάτινο σακούλι έβγαλε λίγες χούφτες αποξηραμένο ρύζι και λίγο
κεχρί, ανακατεμένα, τροφή απλή, μα χορταστική για ταξιδιώτες. Πρόσθεσε νερό από
το δοχείο που είχαν γεμίσει νωρίτερα και, ύστερα από λίγο δισταγμό, έριξε μέσα
λίγες λωρίδες από αποξηραμένο κρέας και μια πρέζα αλάτι τυλιγμένο σε χαρτί.
Ανακάτευε αργά, προσέχοντας να μην κολλήσει στον πάτο, ενώ ο αχνός
άρχισε να ανεβαίνει απαλά. Η μυρωδιά, λιτή αλλά ζεστή, γέμισε τον χώρο. Το
σκυλάκι πλησίασε, μύρισε τον αέρα και κάθισε δίπλα της, κουνώντας διστακτικά
την ουρά του. Για λίγο ξέχασε τη βροντή, μέχρι που ένας δυνατός κρότος το έκανε
να τιναχτεί και να κρυφτεί πάλι πίσω από τα πόδια της. Εκείνη χαμογέλασε ελαφρά
και το άγγιξε καθησυχαστικά χωρίς να σταματήσει το ανακάτεμα.
Καθώς μαγείρευε, τα μάτια της γύρισαν προς τον Γκούο Ρεν. Εκείνος
καθόταν απέναντι, κοντά στη φωτιά, τα χέρια του ακουμπισμένα στα γόνατα, το
βλέμμα του χαμένο στις φλόγες. Το πρόσωπό του φαινόταν διαφορετικό στο φως της
φωτιάς, πιο μαλακό, μα και πιο απόμακρο. Τον κοίταξε για λίγο ακόμη, με έναν
θαυμασμό που δεν έκρυβε εντελώς.
«Είδες που τελικά έγινα η Σου-Σι;» του είπε.
Ο Γκούο Ρεν σήκωσε το βλέμμα του αργά και την κοίταξε. «Ναι… έχεις αυτή
την ικανότητα. Να μεταμορφώνεσαι.»
Εκείνη χαμογέλασε ελαφρά, μα το χαμόγελο δεν έφτασε στα μάτια της. «Μόνο
όταν θέλω. Μόνο όταν πρέπει…»
Έσκυψε ξανά πάνω από το δοχείο. Καθώς κουνήθηκε το ύφασμά της, το
κόκκινο περιδέραιο στον λαιμό της φάνηκε καθαρά στο φως της φωτιάς, οι χάντρες
του γυάλιζαν σαν μικρές σταγόνες αίματος.
Το βλέμμα του Γκούο Ρεν στάθηκε εκεί. «Αυτό γιατί το πήρες μαζί σου;» τη
ρώτησε.
Η Ρουό-Σι δεν απάντησε αμέσως. Ανακάτεψε άλλη μια φορά το φαγητό, σαν να
μετρούσε τον χρόνο. «Για να δείχνω ποια είμαι… σε όποιον ξέρει να το
αναγνωρίσει.»
Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε. Πάλι σιωπή. Μια αστραπή φώτισε το αποθηκάκι και
αμέσως μετά ο κρότος έκανε τους τοίχους να τρίζουν. Το σκυλάκι άρχισε να
γαβγίζει νευρικά, μα κανείς δεν γύρισε να το κοιτάξει.
Ο Γκούο Ρεν έμεινε ακίνητος. Μόνο οι φλόγες κινούνταν ανάμεσά τους. Η
Ρουό-Σι είχε φέρει την κουβέντα εκεί που ήθελε. Τα λόγια της έπεσαν βαριά, σαν
τη βροχή έξω.
«Τι θα κάνεις με τα περιδέραια;» τον ρώτησε τελικά.
Για λίγο φάνηκε πως ο Γκούο Ρεν δεν θα απαντούσε. Το βλέμμα του γύρισε
στη φωτιά, σαν να αναζητούσε κάτι μέσα της.
Εκείνη όμως συνέχισε, πιο έντονα τώρα: « Πρέπει να αποφασίσεις. Αν ο Τσενγκ-Γουέι τα
βόλευε, τον βοηθούσε βλέπεις που η Γιάο Γκουάνγκ δεν τον ακολουθούσε στα
ταξίδια του, είχε παιδιά να μεγαλώσει, είχε να φροντίσει το σπίτι της στο Λο
Τζιανγκ…»
Η φωτιά έτριξε καθώς ένα ξύλο υποχώρησε. «Στο Νανγκού θα σε ακολουθώ. Η
γη είναι δική μας. Δεν μπορώ να κάθομαι μόνη μου στο Λο Τζιάνγκ και να
περιμένω…»
Η φωνή της δεν σήκωνε αντίρρηση. Ο Γκούο Ρεν σήκωσε αργά το κεφάλι του.
Το φως της φωτιάς καθρεφτιζόταν στα μάτια του, μα δεν αποκάλυπτε τι σκεφτόταν. Έξω,
η καταιγίδα μαινόταν ακόμα. Μέσα, η ζεστασιά της φωτιάς δεν μπορούσε να διώξει
την ένταση που είχε απλωθεί ανάμεσά τους. Το φαγητό είχε πλέον ετοιμαστεί, μα
κανείς δεν άπλωσε το χέρι του να δοκιμάσει.
Ο Γκούο Ρεν πήρε λίγο από το πιάτο του και το έδωσε στο σκυλάκι. Εκείνο
πρώτα μύρισε διστακτικά, με τη μουσούδα να τρέμει ακόμη από την καταιγίδα, κι
έπειτα άρχισε να γλείφει προσεκτικά.
Ανάμεσα στο φαγητό ξεχώριζαν λίγες χούφτες αποξηραμένο ρύζι και κεχρί,
ανακατεμένα. Το νερό που είχε ρίξει νωρίτερα τα είχε μαλακώσει, κάνοντάς τα πιο
εύκολα στο μάσημα. Εδώ κι εκεί υπήρχαν λεπτές λωρίδες αποξηραμένου κρέατος, πιο
έντονες στη μυρωδιά.
Το σκυλάκι αγνόησε σχεδόν τελείως το ρύζι και το κεχρί στην αρχή. Με
μικρές, βιαστικές κινήσεις της γλώσσας του, έπιανε πρώτα το κρέας, το τραβούσε
έξω, το μάσαγε με λαχτάρα, κι έπειτα γύριζε ξανά στο πιάτο, ψάχνοντας κι άλλα
κομμάτια. Μόνο όταν αυτά λιγόστεψαν άρχισε να τρώει και τα υπόλοιπα, πιο αργά
τώρα, σαν να είχε ήδη καθησυχαστεί.
Η Ρουό-Σι το χάιδεψε απαλά στην πλάτη. Το τρέμουλό του είχε σχεδόν
κοπάσει. Έξω, η βροχή δυνάμωνε, χτυπώντας τη σκεπή με πείσμα, μα μέσα, έστω για
λίγο, υπήρχε μια μικρή αίσθηση ζεστασιάς και ασφάλειας.
«Δεν χρειάζονται τα μεγάλα αρχοντικά», μονολόγησε η Ρουό-Σι, κοιτάζοντας
τις σταγόνες που κυλούσαν από τις χαραμάδες της στέγης.
«Χρειάζονται, όταν έχει κανείς οικογένεια», απάντησε ο Γκούο Ρεν, σχεδόν
χωρίς να τη κοιτάξει.
Η Ρουό-Σι έμεινε σιωπηλή. Έσκυψε το βλέμμα στο πάτωμα, εκεί όπου το νερό
είχε αρχίσει να σχηματίζει μικρές σκοτεινές κηλίδες πάνω στην πέτρα. Η λέξη «οικογένεια»
απλώθηκε μέσα της σαν ψύχος. Άρχισε να αναλογίζεται… αυτό ήταν κάτι που δεν
μπορούσε να του το προσφέρει. Ούτε ένα παιδί, ούτε ένα όνομα που να στέκει
χωρίς ψέμα, ούτε μια ζωή που να μην χρειάζεται να κρύβεται πίσω από άλλες ζωές.
Ακόμη κι αν είχαν ένα μεγάλο σπίτι, ακόμη κι αν είχαν αυλές και δωμάτια άδεια
να γεμίσουν, θα έμεναν άδεια. Σιωπηλά. Σαν σκηνικό χωρίς ανθρώπους. Δεν θα
μπορούσαν ποτέ να είναι κανονικό ζευγάρι. Μόνο να καλύπτονται. Να υποκρίνονται.
Όπως σε λίγο. Όταν θα έφταναν στο Νανγκού, εκείνη θα έπαυε να είναι η Ρουό-Σι.
Θα γινόταν ξανά η Σου-Σι, ένα όνομα πιο ασφαλές, πιο βολικό, πιο ξένο. Ένα
πρόσωπο φτιαγμένο για τα μάτια των άλλων.
Μα εδώ, μέσα σε αυτό το μισοεγκαταλειμμένο πέτρινο σπίτι, με τη βροχή να
σφυροκοπά τον κόσμο απ’ έξω, είχε ακόμη κάτι που έμοιαζε με αλήθεια. Εδώ
μπορούσε να είναι ο εαυτός της. Η Ρουό-Σι. Και ίσως γι’ αυτό πονούσε
περισσότερο. Ο Γκούο Ρεν σαν κάτι να κατάλαβε από την αλλαγή της διάθεσής της
και έβαλε το χέρι του και την αγκάλιασε
προστατευτικά. Εκείνη έγειρε πάνω του. Το μικρό σκυλάκι χώθηκε ανάμεσα στα
πόδια τους, κουλουριασμένο και ζεστό, σαν το μικρό παιδί που εκείνοι δεν θα
μπορούσαν ποτέ να έχουν.
Η νύχτα τους βρήκε κοντά στη φωτιά, μέσα στο μικρό πέτρινο σπίτι. Οι
τοίχοι έσταζαν ακόμη υγρασία, και η μυρωδιά της βρεγμένης πέτρας ανακατευόταν
με τον καπνό που ανέβαινε αργά προς τη μαυρισμένη στέγη. Έξω, η καταιγίδα είχε
κοπάσει. Ο άνεμος είχε σωπάσει σχεδόν απότομα, σαν το άγριο ζώο να είχε
χορτάσει το κυνήγι του, σαν μια λεοπάρδαλη του χιονιού που, αφού ξεσπάσει,
χάνεται ξανά στα βουνά.
Μόνο πού και πού ακουγόταν ακόμη μια μακρινή σταγόνα να πέφτει από τα
δέντρα. Η φωτιά τριζοβολούσε χαμηλά, ρίχνοντας σκιές πάνω στα πρόσωπά τους. Ο
Γκούο Ρεν κρατούσε τη Ρουό-Σι κοντά του χωρίς να μιλά, σαν να άφηνε τη σιωπή να
πει όσα δεν έλεγαν οι λέξεις. Το μικρό σκυλάκι ήταν κουλουριασμένο ανάμεσά
τους, ζεστό πια, ήρεμο, σαν να είχε ξεχάσει τον φόβο της ημέρας.
Όταν το πρώτο φως άρχισε να γλιστρά από τις χαραμάδες, ο κόσμος έξω είχε
αλλάξει. Η γη άχνιζε ακόμα, αλλά ο ουρανός είχε καθαρίσει απότομα. Ο ήλιος
βγήκε λαμπρός, σχεδόν σκληρός, φωτίζοντας τα πάντα με μια καθαρότητα που έκανε
τη νύχτα να μοιάζει μακρινή.
Ο Γκούο Ρεν σηκώθηκε πρώτος και κοίταξε προς το άνοιγμα της πόρτας. Για
λίγο έμεινε σιωπηλός, σαν να υπολόγιζε τον δρόμο ήδη στο μυαλό του. Ύστερα
γύρισε προς τη Ρουό-Σι.
«Αν ξεκινήσουμε αμέσως…» είπε, «ο δρόμος θα είναι ακόμη βαριά
λασπωμένος. Οι τροχοί θα κολλήσουν.»
Έκανε μια παύση και έγειρε λίγο το κεφάλι, σαν να ζύγιζε τις επιλογές
του.
«Αν περιμένουμε να στεγνώσει λίγο, θα χάσουμε χρόνο… αλλά θα κερδίσουμε
σταθερότητα.»
Η Ρουό-Σι δεν απάντησε αμέσως. Έδεσε πιο σφιχτά το μανδύα της και
κοίταξε προς τα έξω, όπου ο ήλιος ήδη άρχιζε να ανεβάζει θερμότητα στο βρεγμένο
χώμα.
Ο Γκούο Ρεν συνέχισε, πιο συγκεκριμένος τώρα, σαν να μιλούσε για να
οργανώσει τη σκέψη του:
«Από την αποθήκη της Α-Μέι μέχρι το Νανγκού είναι περίπου εκατόν είκοσι
λι (50 χιλιόμετρα). Καλύψαμε ήδη τα σαράντα λι (20 χιλιόμετρα) μέχρι εδώ.
Απομένουν περίπου ογδόντα λι (30 χιλιόμετρα).»
Έριξε μια ματιά προς το άλογό του, που έτρωγε ήρεμα, σαν να μην είχε
υπάρξει καταιγίδα.
«Χθες, σε καλό ρυθμό, η συνολική διαδρομή θα μας έπαιρνε γύρω στις εννέα
ώρες, ίσως και λίγο παραπάνω, αν ο δρόμος δεν ήταν σταθερός.» έκανε μια μικρή
παύση. «Ήδη έχουμε κάνει πέντε.»
Γύρισε ξανά προς τη Ρουό-Σι.
«Τα υπόλοιπα ογδόντα λι (30 χιλιόμετρα), αν κρατήσουμε καλό ρυθμό, θα
μας πάρουν περίπου πέντε με έξι ώρες πορείας χωρίς στάση, ίσως λίγο περισσότερο
αν η λάσπη μείνει βαριά.»
Ύστερα ο Γκούο Ρεν κατέληξε, πιο ήρεμα:
«Αν ξεκινήσουμε γύρω στις δέκα με έντεκα πριν το μεσημέρι, θα φτάσουμε
στο Νανγκού αργά το απόγευμα. Ακόμη κι αν καθυστερήσουμε στον δρόμο, θα
προλάβουμε τη νύχτα.»
Η Ρουό-Σι τον κοίταξε τότε, και για μια στιγμή δεν ήταν ταξιδιώτες, ούτε
ρόλοι, ούτε ονόματα που άλλαζαν. Ήταν απλώς δύο άνθρωποι ανάμεσα σε έναν δρόμο
που συνέχιζε να τους ζητά να προχωρήσουν.
Ξεκίνησαν την ώρα του Σι (περίπου δέκα το πρωί), όταν ο ήλιος είχε ήδη
ανέβει αρκετά και το φως έπεφτε καθαρό στη γη. Δεν έκαναν παρά μόνο μία μικρή
στάση, σε μια πηγή λίγο έξω από τον δρόμο. Τα άλογα έσκυψαν βαριά στο νερό, και
εκείνοι μόλις που πρόλαβαν να δροσίσουν τα χείλη τους πριν συνεχίσουν. Η πορεία
δεν είχε χώρο για καθυστέρηση· ο ήλιος, αντί να τους σταματά, τους πίεζε να
προχωρήσουν πιο γρήγορα, κάνοντας τον δρόμο να φαίνεται μακρύτερος μέσα στη
ζέστη που ανέβαινε από το στεγνό χώμα.
Καθώς πλησίαζαν στο Νανγκού, το έδαφος άρχισε να αλλάζει. Τα τελευταία
περίπου είκοσι λι (περίπου 5 χιλιόμετρα) ήταν εντελώς στεγνά. Ούτε λάσπη, ούτε υγρασία, ούτε σκούρα σημάδια στο
χώμα. Μόνο καθαρή, συμπαγής γη, σαν να μην είχε πέσει ποτέ βροχή. Οι τροχοί
κύλαγαν πλέον ελαφρύτερα, και η πορεία τους έγινε πιο σταθερή και γρήγορη.
Ο Γκούο Ρεν δεν μιλούσε πολύ. Μόνο έλεγχε τον ρυθμό του αλόγου και
γύριζε πού και πού το κεφάλι προς τη μικρή άμαξα για να βεβαιωθεί ότι η Ρουό-Σι
ακολουθούσε χωρίς δυσκολία. Το σκυλάκι παρέμενε κουλουριασμένο δίπλα της,
σχεδόν ήρεμο πια.
Ο
Γκούο Ρεν και η φιλοξενούμενή του
Έφτασαν στο Νανγκού λίγο πριν την ώρα του Γιου (περίπου πέντε το
απόγευμα). Ο δρόμος που τους έφερε ως εκεί οδηγούσε στην είσοδο των κτημάτων
των Ντού. Μια αραιή ξύλινη περίφραξη όριζε το σημείο εισόδου, περισσότερο
συμβολικά παρά ως πραγματικό εμπόδιο. Η περίφραξη απλώς σηματοδοτούσε την αρχή
της ιδιοκτησίας και της διοίκησης των Ντού. Το βλέμμα του Γκούο Ρεν σάρωσε για
μια στιγμή το έδαφος πριν περάσουν την είσοδο.
Ο Λι Σαν ήταν εκεί, στην άκρη του πέτρινου σπιτιού, χωρίς να τους έχει
δει να πλησιάζουν. Μόλις ο Γκούο Ρεν σταμάτησε, εκείνος έσκυψε αμέσως με τυπική
ευγένεια.
«Άρχοντα Γκούο Ρεν…»
Η φωνή του ήταν σταθερή, αλλά τα μάτια του κινήθηκαν γρήγορα προς τη Σου-Σι.
Έτσι την είχε γνωρίσει από την προηγούμενη φορά. Το βλέμμα του σταμάτησε στο
κόκκινο περιδέραιο στον λαιμό της. Κατάλαβε. Η μαγείρισσα που είχε γνωρίσει δεν
ήταν πια απλώς μαγείρισσα. Ούτε όμως κάτι ξεκάθαρο που να ορίζεται εύκολα. Δεν
ήταν σύζυγος, αλλά ούτε και ξένη. Ήταν κάτι ενδιάμεσο. Και αυτή η αβεβαιότητα
τον έκανε να διστάσει στην προσφώνηση.
Ο Γκούο Ρεν έκοψε τη σιωπή. «Εγώ και η Σου-Σι θα μείνουμε απόψε στο
πέτρινο σπίτι.»
Ο Λι Σαν υποκλίθηκε βαθύτερα.
«Αύριο,» συνέχισε ο Γκούο Ρεν, «να είναι έτοιμο το σπίτι του Τζου Μιν. Εκεί
θα παραμείνει η φιλοξενούμενή μου.» Η λέξη ειπώθηκε καθαρά, σαν η μόνη ασφαλής
ονομασία που μπορούσε να σταθεί δημόσια.
Ο Λι Σαν υποκλίθηκε βαθιά για δεύτερη φορά, κρατώντας το βλέμμα
χαμηλωμένο. «Όπως επιθυμείτε.»
Η Σου-Σι, που μέχρι τότε δεν είχε μιλήσει, έκανε ένα μικρό βήμα μπροστά.
Το βλέμμα της είχε μείνει σκεπτικό από τη στιγμή που είχαν φτάσει στο κτίσμα
μέσα στη βροχή. Στο μυαλό της είχε συνδέσει την αφήγηση της Χε Τζι για το που
την είχε συναντήσει ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι και κάτι της φαινόταν πως μπορεί να
ταίριαζε.
«Λι Σαν…» είπε ήρεμα.
Εκείνος σήκωσε τα μάτια του.
«Ξέρεις τίποτα για ένα παλιό πέτρινο κτίσμα πάνω στο δρόμο που ερχόμαστε
προς τα εδώ. Αυτό μας προστάτευσε από τη χθεσινή βροχή.»
«Υπάρχει ένα μικρό κτήμα, περίπου πέντε ώρες δρόμος με άλογο από εδώ. Έχει
ένα πέτρινο σπίτι, αν λέμε το ίδιο. Εκεί πήγαινε ο άρχοντας όταν ήθελε να
ξεκουραστεί μετά τις δουλειές στα κτήματα.»
Ο
Γκούο Ρεν τον κοίταξε πιο κοφτά. «Και γιατί δεν το ανέφερες;»
«Νόμιζα ότι το γνωρίζατε…» απάντησε ήρεμα ο Λι Σαν.
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε αργά, σαν να τοποθετούσε ένα νέο κομμάτι σε μια
εικόνα που σχηματιζόταν. Ίσως ένα ακόμη σημείο να είχε βρεθεί, ένα σημείο για
να μοιράζει τις αποστάσεις, ένα σημείο για στάση.
«Και γιατί είναι εγκαταλειμμένο τώρα;»
Ο Λι Σαν πήρε μια μικρή ανάσα πριν απαντήσει. «Το κτήμα γύρω δεν
καλλιεργείται. Δεν είναι εύφορη γη. Έχει χρόνια να χρησιμοποιηθεί. Από τότε που
ανέλαβα εγώ, ο άρχοντας δεν ζήτησε ποτέ να ετοιμαστεί ξανά.»
«Και ποιος ήταν πριν από σένα;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν.
«Ο θείος μου, ο Γουάνγκ Λιου.»
«Και πού είναι τώρα αυτός;»
«Έχει πεθάνει εδώ και επτά χρόνια.»
«Μπορείς να φύγεις.»
Ο Λι Σαν υποκλίθηκε για τελευταία φορά και αποχώρησε. Όταν χάθηκε από το
βλέμμα τους, ο Γκούο Ρεν κοίταξε τη Σου-Σι. «Ούτε ο Τσεν Μπινγκ το γνώριζε; Και
εμείς ψάχναμε σημεία για αποθήκες…»
Η Σου-Σι έχοντας πλέον ταυτίσει τις υποψίες της για τον τόπο που
συναντούσε ο πατέρας τους τις παλλακίδες των κτημάτων απάντησε «Όπως βλέπεις
υπάρχουν πράγματα που οι άρχοντες κρύβουν και από τους πιο έμπιστους ανθρώπους
τους».
Ο Γκούο Ρεν έμεινε για λίγο σιωπηλός, αφήνοντας τις πληροφορίες να
πάρουν θέση μέσα του. Το πέτρινο κτίσμα δεν ήταν πια μια απλή στάση στον δρόμο,
αλλά ένα σημείο με παρελθόν και ίσως με
σκοπό.
Ανακάλεσε στη μνήμη του όσα είχαν δει μέσα στη βροχή. Το μισογκρεμισμένο
εσωτερικό, την παλιά ξύλινη εξέδρα που έμοιαζε περισσότερο με πρόχειρο χώρο
ανάπαυσης παρά με αγροτική αποθήκη. Τα δεμάτια άχυρου, όχι σκορπισμένα τυχαία,
αλλά τοποθετημένα με κάποια παλιά τάξη που δεν ταίριαζε με την εγκατάλειψη.
Και πιο βαθιά, κάτω από τη σκόνη και τον χρόνο, τα ίχνη που δεν
ταίριαζαν με μια απλή αποθήκη: τα φθαρμένα γεωργικά εργαλεία που είχαν μείνει
πίσω χωρίς να καταστραφούν πλήρως, το καλάθι με τα ξεχασμένα κοτσάνια κεχριού,
και τα ξύλα που είχαν διατηρήσει ακόμη λίγη από τη στεγνότητά τους,
προστατευμένα στα πιο στεγνά σημεία του χώρου.
Αλλά εκείνο που δεν ταίριαζε καθόλου ήταν το μικρό κομμάτι υφάσματος από
μετάξι, ξεθωριασμένο και σχεδόν θαμμένο κάτω από σκόνη και φύλλα. Δεν είχε
καμία θέση σε αγροτικό κτίσμα· ούτε η ποιότητά του ούτε η λεπτότητά του
αντιστοιχούσαν σε χρήση για εργάτες ή αποθήκευση.
Όλα μαζί δεν έδιναν την εικόνα μιας τυχαίας αποθήκης. Έμοιαζαν
περισσότερο με έναν χώρο που είχε χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα, όχι μόνο για
εργασία, αλλά για παραμονή. Για χρόνο που δεν ανήκε στα κτήματα. Δεν επρόκειτο
πια για μια απλή στάση στον δρόμο ούτε για ένα ξεχασμένο αγροτικό καταφύγιο. Κάτι
σε αυτό το μέρος δεν ταίριαζε με τη λογική των κτημάτων ούτε με την εγκατάλειψή
του.
Η ξύλινη εξέδρα, το πατημένο χώμα, το μετάξι που δεν ανήκε σε αγρότες,
όλα έδειχναν χρήση που δεν είχε σκοπό να αποτυπωθεί σε επίσημες λειτουργίες.
Όχι αποθήκευση. Όχι εργασία. Σιωπηλή, ιδιωτική στάση.
Αλλά όχι τυχαία στάση. Μια στάση που εξυπηρετούσε ανάγκες που δεν
περνούσαν ποτέ από τα χαρτιά των κτημάτων. Ίσως να ήταν ένα από εκείνα τα
σημεία που χρησιμοποιούνται όταν ο άρχοντας δεν ήθελε να κινητοποιεί όλο τον
μηχανισμό του οίκου του. Ένα μέρος για ιδιωτικές συναντήσεις, μακριά από το
αρχοντικό και τα βλέμματα· για συνομιλίες που δεν έπρεπε να καταγραφούν ούτε να
ερωτηθούν. Ή για συναντήσεις που έπρεπε να μείνουν χωρίς ονόματα — διακριτικές
επισκέψεις με γυναίκες ή παλλακίδες, όπου τίποτα δεν περνούσε από επίσημη
καταγραφή. Ή ακόμη για εκείνες τις σύντομες συναντήσεις με ανθρώπους της γης, διαχειριστές, επιστάτες, ανθρώπους που είχαν
δουλειές να λύσουν επιτόπου και δεν ήθελαν να περάσουν από το αρχοντικό και τα
μάτια του οίκου.
Και απλούστερα ακόμη, ένα ενδιάμεσο σημείο μετακίνησης· μια στάση που
υπήρχε για να σπάει τις αποστάσεις, χωρίς να υπάρχει στα χαρτιά.
Δεν ήταν ανάγκη ένα τέτοιο σημείο να φαίνεται σημαντικό σε κανέναν άλλον
πέρα από εκείνον που το χρησιμοποιούσε. Ένα μέρος σαν αυτό μπορούσε να λειτουργεί
χωρίς όνομα, χωρίς καταγραφή, χωρίς ίχνος μέσα στα κτήματα — μόνο ως απόσταση
από το βλέμμα των άλλων. Και αυτό το έκανε χρήσιμο.
Ο Γκούο Ρεν σήκωσε αργά το βλέμμα του προς τη Σου-Σι, αλλά δεν μίλησε
αμέσως. Για πρώτη φορά, το πέτρινο κτίσμα δεν του φαινόταν απλώς σαν ένας
σταθμός στον δρόμο, αλλά σαν μια σιωπηλή επιλογή κάποιου που ήξερε πολύ καλά
πού δεν έπρεπε να φαίνεται, σαν ένα σημείο όπου η δύναμή του επέλεγε να γίνεται
αόρατη.
Ο Λι Σαν με ήρεμες, μετρημένες κινήσεις έδωσε οδηγίες στους υπηρέτες να
μεταφέρουν τα σκεπάσματα και τα λιγοστά υπάρχοντα από τη μικρή άμαξα στο κυρίως
σπίτι. Φρόντισε να τοποθετηθούν σε καθαρό δωμάτιο, προστατευμένα από την
υγρασία της άνοιξης, που εκείνη τη χρονιά είχε έρθει νωρίς.
Έπειτα στράφηκε προς τα άλογα, γνωρίζοντας πως η φροντίδα τους ήταν
εξίσου σημαντική με την περιποίηση των φιλοξενούμενων. Πήρε πρώτα το άλογο του
Γκούο Ρεν από το χαλινάρι, μιλώντας του χαμηλόφωνα για να το καθησυχάσει μετά
το ταξίδι. Στη συνέχεια έλυσε προσεκτικά το άλογο από την άμαξα της Σου-Σι, έτσι
την γνώριζε, ελέγχοντας τα λουριά για φθορές και σημάδια έντασης.
Τα οδήγησε και τα δύο στον στάβλο, όπου η μυρωδιά από φρέσκο άχυρο και
ξύλο ανακατευόταν με τη ζεστασιά των ζώων. Εκεί, με επιδεξιότητα που μαρτυρούσε
χρόνια εμπειρίας, άρχισε την περιποίησή τους. Πρώτα αφαίρεσε τη δερμάτινη σέλα
από το άλογο του Γκούο Ρεν και την κρέμασε σε ξύλινο δοκάρι να στεγνώσει από
τον ιδρώτα του δρόμου. Ύστερα στράφηκε στο άλογο της άμαξας. Με αργές,
προσεκτικές κινήσεις έλυσε τους ιμάντες του ζυγού, χαλαρώνοντας το στήθος και
τη ράχη του. Άγγιξε τα σημεία όπου το δέρμα είχε πιεστεί και τα έτριψε απαλά με
τα δάχτυλά του, σαν να ζητούσε συγγνώμη για την κόπωση που είχε υπομείνει το
ζώο.
Πήρε έπειτα μια σκληρή βούρτσα από ίνες και άρχισε να καθαρίζει το
τρίχωμα και των δύο αλόγων, απομακρύνοντας τον ιδρώτα και τη σκόνη του δρόμου.
Οι κινήσεις του ήταν σταθερές και ρυθμικές· τα ζώα χαμήλωσαν τα κεφάλια τους,
βρίσκοντας ηρεμία στη φροντίδα. Με ένα μικρό ξύλινο εργαλείο καθάρισε
προσεκτικά τα πέταλα, αφαιρώντας πετραδάκια και ξεραμένη λάσπη, ελέγχοντας για
ρωγμές ή πληγές.
Όταν τελείωσε, έφερε χλιαρό νερό και τα άφησε να πιουν λίγο-λίγο. Ύστερα
ετοίμασε την τροφή τους. Ψιλοκομμένο άχυρο ανακατεμένο με κεχρί και λίγους
κόκκους φασολιών.
Πριν φύγει, πήρε ένα χοντρό ύφασμα και σκούπισε απαλά τα πλευρά τους,
απομακρύνοντας την υγρασία. Έριξε μια τελευταία ματιά στα αυτιά, στην αναπνοή,
στη στάση τους. Τέλος, σκέπασε ελαφρά τα ζώα, καθώς η νύχτα προμηνυόταν
δροσερή, και έδωσε εντολή σε έναν νεότερο υπηρέτη να τα επιτηρεί ώσπου να
ηρεμήσουν πλήρως.
Στο μεταξύ, η Σου-Σι είχε ήδη περάσει το κατώφλι του σπιτιού. Χωρίς να
χάνει χρόνο, κατευθύνθηκε προς την κουζίνα, όπου άναψε τη φωτιά και άρχισε να
ετοιμάζει το δείπνο. Εκείνο το βράδυ, ύστερα από τον δρόμο και την κούραση, θα
έτρωγαν ένα κανονικό, ζεστό γεύμα, μια
μικρή, αλλά πολύτιμη πολυτέλεια.
Ο Γκούο Ρεν περπατούσε αργά στην εσωτερική αυλή, με τα χέρια πίσω από
την πλάτη του. Ο ανοιξιάτικος αέρας δεν κατάφερνε να καθαρίσει το μυαλό του·
αντίθετα, οι σκέψεις του στριφογύριζαν πιο επίμονες από ποτέ.
η αποκατάσταση των κοριτσιών με τα κόκκινα
περιδέραια
Στάθηκε για λίγο κάτω από μια δαμασκηνιά. Το πρόβλημα ήταν το παρελθόν
που δεν είχε ακόμη τακτοποιηθεί. Οι «ευνοούμενες» του πατέρα του. Η Χονγκ-Χουά
και η Λινγκ-Λου είχαν ήδη περάσει, έστω και για μία νύχτα η καθεμία, από τη ζωή
του. Μια νύχτα αρκετή για να ανανεωθούν σιωπηλά εκείνοι οι άγραφοι δεσμοί που
κανείς δεν ομολογούσε αλλά όλοι κατανοούσαν. Και όμως, κάτι μέσα του
αντιστεκόταν. Δεν τις ένιωθε ισότιμες. Όχι από αλαζονεία, αλλά από απόσταση.
Ήταν σαν να ανήκαν σε μια άλλη εποχή, σε έναν άλλον άντρα, στον πατέρα του. Εκείνος, ο Τσενγκ-Γουέι, τις
είχε εντάξει αλλιώς στη ζωή του. Για εκείνον ήταν μια απόδραση, ένα διάλειμμα
από την επανάληψη της συζυγικής ζωής, ένα πεδίο όπου μπορούσε να πειραματίζεται,
να δοκιμάζει χωρίς συνέπειες. Η Γιάο Γκουάνγκ ήταν η σταθερότητα· εκείνες, η
διαφυγή.
Ο Γκούο Ρεν όμως δεν είχε ανάγκη από διαφυγή. Και οι ευνοούμενες… δεν
χωρούσαν σε αυτό. Έκλεισε τα μάτια του
για μια στιγμή. Η τρίτη, η Τσινγκ-Γιά, παρέμενε ακόμη εκτός αυτής της σιωπηλής
συμφωνίας. Δεν την είχε συναντήσει. Ίσως αυτό να έκανε τα πράγματα ευκολότερα. Δεν
μπορούσε να συνεχίσει έτσι. Όμως δεν μπορούσε και να τις απορρίψει. Η απόλυση
θα ήταν προσβολή. Η απόταξη, προδοσία. Αυτά τα κορίτσια είχαν μάθει να ζουν
μέσα στη σιωπή, να προσφέρουν χωρίς να ζητούν. Δεν άξιζαν να φύγουν με πίκρα.
Άρχισε πάλι να περπατά. Έπρεπε να φύγουν από το Νανγκού. Όχι ως
διωγμένες, αλλά ως άνθρωποι που προχωρούν. Να τους δοθεί ένας δρόμος, ίσως
ένας γάμος, ίσως μια νέα θέση, μια ζωή που να μοιάζει επιλογή και όχι
απομάκρυνση. Να φύγουν με το κεφάλι ψηλά, χωρίς να νιώθουν πως
αντικαταστάθηκαν.
Στάθηκε ξανά, αυτή τη φορά με μια αχνή αποφασιστικότητα να σχηματίζεται
στο βλέμμα του. Ναι. Αυτός ήταν ο τρόπος. Όχι ρήξη. Μετάβαση. Όχι τέλος.
Μεταμόρφωση. Και έπρεπε να γίνει γρήγορα. Γιατί όσο καθυστερούσε, τόσο το
παρελθόν απλωνόταν μέσα στο παρόν του.
Ο Λι Σαν βγήκε από τον στάβλο σκουπίζοντας τα χέρια του στο τραχύ ύφασμα
του χιτώνα του. Η μυρωδιά του σανού και των ζώων τον ακολουθούσε ακόμα, μα η
αυλή ήταν πιο καθαρή, πιο ήσυχη. Σήκωσε το βλέμμα του και είδε τον άρχοντα
Γκούο Ρεν να πηγαινοέρχεται αργά πάνω στις πέτρινες πλάκες, με τα χέρια πίσω
από την πλάτη. Ο τρόπος που περπατούσε, λίγο πιο νευρικός, λίγο πιο σκεπτικός, έκανε
τον Λι Σαν να σταθεί για μια στιγμή πριν τον πλησιάσει.
Έσκυψε ελαφρά το κεφάλι. «Άρχοντα, τα άλογα έχουν τακτοποιηθεί. Είναι
ήσυχα και ξεκουράζονται.»
Ο Γκούο Ρεν σταμάτησε, τον κοίταξε για λίγο κι έπειτα έγνεψε. « Έλα, να
περπατήσουμε λίγο.»
Χωρίς άλλη κουβέντα, πήρε τον δρόμο προς την άκρη της αυλής. Ο Λι Σαν
τον ακολούθησε, κρατώντας τη συνήθη απόσταση. Στην αρχή, η συζήτηση κύλησε όπως
πάντα για τα χωράφια, για τη σπορά, για τις μικρές καθυστερήσεις που έφερνε ο
καιρός. Ο Λι Σαν απαντούσε προσεκτικά, μετρημένα. Όμως ένιωθε ότι κάτι δεν
πήγαινε όπως συνήθως. Ο άρχοντας δεν στεκόταν σε λεπτομέρειες, δεν ζητούσε
εξηγήσεις. Ρωτούσε, μα δεν άκουγε πραγματικά.
Ξαφνικά, ο Γκούο Ρεν σταμάτησε και είπε κοφτά:
«Καλά, αυτά θα τα πούμε αύριο
αναλυτικά.»
Συνέχισαν να περπατούν, απομακρυνόμενοι πια από το σπίτι. Στην αρχή
σιωπηλοί.
«Υπάρχει άλλο ένα ζήτημα», είπε τελικά ο Γκούο Ρεν.
Η καρδιά του Λι Σαν σφίχτηκε. Για μια στιγμή, όλες οι μικρές του
αποφάσεις των τελευταίων ημερών πέρασαν από το μυαλό του, μήπως είχε παραλείψει
κάτι, μήπως είχε κάνει λάθος.
Ο Γκούο Ρεν γύρισε ελαφρά το κεφάλι. «Δεν αφορά εσένα. Μη φοβάσαι.»
Ο Λι Σαν πήρε μια μικρή ανάσα, χωρίς να μιλήσει.
«Αφορά τις ευνοούμενες,» συνέχισε ο άρχοντας. «Αποφάσισα ότι δεν θα
ξανασυναντηθώ με κάποια από αυτές. Ο ρόλος τους πρέπει να κλείσει στο Νανγκού.
Από εδώ και πέρα δεν θα υπάρχουν
ευνοούμενες.»
Ο Λι Σαν τον κοίταξε για μια στιγμή, με απορία και με κάποια επιφύλαξη,
μα δεν αντέδρασε.
«Αλλά θα πρέπει με κάποιο τρόπο να αποκατασταθούν.»
Ο Λι Σαν έγνεψε αργά, δείχνοντας ότι
κατανοεί.
«Φτωχά κορίτσια ήταν και φτωχά παραμένουν, και ας φορούν περιδέραιο,»
είπε ο Γκούο Ρεν, σαν να διαπίστωνε κάτι αυτονόητο. «Και μεις πρέπει να φροντίζουμε
τους ανθρώπους μας. Και κυρίως αυτούς που είναι αφοσιωμένοι σε μας.»
Σιωπή.
«Άκου,» συνέχισε. «Θα πας να βρεις την κάθε μια τους ξεχωριστά. Θα τους
πεις ότι οι ιδιαίτερες υπηρεσίες τους και η αφοσίωσή τους δεν γίνεται να
συνεχιστεί.»
Ο Λι Σαν έμεινε ακίνητος, προσηλωμένος.
«Δεν θα τις αφήσω έτσι όμως. Αν θέλουν να παντρευτούν, θα τις προικίσω.
Από σήμερα είναι ελεύθερες.»
Μια ανεπαίσθητη κίνηση στο πρόσωπο του Λι Σαν μαρτυρούσε ότι η λέξη αυτή
δεν πέρασε απαρατήρητη.
«Εσύ θα συνεχίσεις να τις προσέχεις,» πρόσθεσε ο Γκούο Ρεν. «Δεν πρέπει
η αλλαγή να γίνει απότομα. Δεν θα τις κουράζεις στη δουλειά. Αυτό το προνόμιο
θα συνεχίσουν να το έχουν μέχρι να παντρευτούν.»
Μικρή παύση. Τότε ο Γκούο Ρεν γύρισε και κοίταξε τον Λι Σαν.
«Εσύ… ανύπανδρος δεν είσαι;»
Ο Λι Σαν έσκυψε το κεφάλι. «Ναι, άρχοντα.»
«Θα μπορούσες κι εσύ να αποζημιωθείς,» είπε ο Γκούο Ρεν ήρεμα. «Αν
βέβαια συμφωνούσε κάποια από αυτές τις τρεις κοπέλες.»
Ο Λι Σαν δίστασε για μια ανάσα. «Εγώ, άρχοντα… δεν μπορώ να κάνω δώρα.»
«Κανείς από εδώ δεν μπορεί,» απάντησε ο Γκούο Ρεν. «Και να ξέρεις… πολλές
από αυτές που ήταν πολυέξοδες, όταν είδαν ότι οι εύποροι ενδιαφερόμενοι έφυγαν,
συμβιβάστηκαν στη ζωή με κάτι πιο σταθερό, κάτι πιο σίγουρο, κι ας μην είχε τη
δυνατότητα να ξοδεύει.»
Συνέχισε να περπατά. Ο Λι Σαν τον ακολουθούσε, σιωπηλός.
«Σκέφτηκα…» είπε μετά από λίγο ο Γκούο Ρεν. Έκανε μια μικρή διακοπή και
περπάτησαν μαζί λίγα μέτρα ακόμη. «Αυτός ο Γκάο Πινγκ είναι άγαμος.»
Ο Λι Σαν έγνεψε ξανά.
«Λοιπόν, αύριο θα πας να τον φέρεις εδώ. Θα του πεις ότι θέλω να του
μιλήσω. Αν κάποια από τις τρεις κοπέλες τον δει και ενδιαφέρεται, θα μου την
φέρεις μέσα, με τρόπο. Αν βέβαια το θέλει και η ίδια να αποκατασταθεί.»
Μια μικρή παύση, πριν συνεχίσει: «Καλό παιδί είναι. Εργατικό. Έχει τη
δική του γη. Ευκαιρία για όποια φιλοδοξεί να γίνει αρχόντισσα.»
Σταμάτησε και γύρισε ελαφρά προς τον Λι Σαν.
«Λοιπόν. Πήγαινε τώρα και βρες τις κοπέλες. Εξήγησέ τους πώς έχουν τα
πράγματα. Και μετά έλα να με βρεις στο πέτρινο σπίτι.»
Ο Λι Σαν έσκυψε βαθιά το κεφάλι. «Όπως προστάζετε, άρχοντα.»
ο αγγελιαφόρος
Όταν ο άρχοντας μίλησε για τις ευνοούμενες, ο Λι Σαν κράτησε το πρόσωπό
του ανέκφραστο. Μα μέσα του, η είδηση προκάλεσε κύματα από σκέψεις. Το τέλος. Τόσο
απλά. Οι τρεις γυναίκες, που μέχρι τώρα ζούσαν σε μια ιδιότυπη προστασία, θα
έμεναν ξαφνικά χωρίς ρόλο. Ελεύθερες, ναι — αλλά ελεύθερες προς τα πού;
Καθώς άκουγε για προίκες και γάμους, μια αδιόρατη ένταση γεννήθηκε μέσα
του. Η λέξη «αποκατάσταση» αντήχησε διαφορετικά στ’ αυτιά του. Όχι σαν εντολή,
αλλά σαν πιθανότητα. Ήταν κι αυτός ανύπανδρος. Η σκέψη τον αιφνιδίασε. Δεν είχε
επιτρέψει ποτέ στον εαυτό του να σκεφτεί έτσι. Η ζωή του ήταν καθορισμένη:
υπηρεσία, τάξη, σιωπή. Κι όμως… Τώρα υπήρχε ένα άνοιγμα. Όταν ο άρχοντας τον
ρώτησε ευθέως, εκείνος έσκυψε το κεφάλι για να κρύψει όχι μόνο τον σεβασμό,
αλλά και τη σύγχυση. Θα μπορούσε να είναι επιλογή; Ή απλώς μια λύση ανάγκης;
Θυμήθηκε τα πρόσωπά τους, τον τρόπο που μιλούσαν, που κινούνταν. Είχαν
μάθει να ζουν πιο πάνω απ’ αυτόν. Ακόμα κι αν τώρα κατέβαιναν, δεν θα γίνονταν
ίδιες με εκείνον. Και όμως, η ιδέα δεν έφευγε. Όταν ακούστηκε το όνομα του Γκάο
Πινγκ, κάτι σκλήρυνε στιγμιαία μέσα του. Ένας άνθρωπος με δική του γη.
Σταθερός. Ασφαλής. Λογική επιλογή, σκέφτηκε. Κι αυτή η σκέψη τον πείραξε
περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί.
Το φως είχε αρχίσει να χαμηλώνει. Καθώς περπατούσε προς τα σπιτάκια των
γυναικών, ένιωθε το βάρος των λόγων που έπρεπε να μεταφέρει, μα και κάτι άλλο,
πιο προσωπικό. Δεν σκεφτόταν μόνο πώς θα τους ανακοινώσει την απόφαση. Σκεφτόταν
πώς θα τον κοιτάξουν. Αν θα δουν σε αυτόν έναν υπηρέτη που φέρνει ειδήσεις… ή
έναν άντρα που, για πρώτη φορά, ίσως έχει κάτι να προσφέρει. Και αυτή η σκέψη,
όσο μικρή κι αν ήταν, τον ακολουθούσε σε κάθε του βήμα.
η ανακοίνωση στην «Κόκκινη Φλόγα»
Τα λόγια του άρχοντα άρχισαν να χάνονται μέσα σε ένα άλλο ρεύμα σκέψεων
στο μυαλό του Λι Σαν. Τρεις. Τρεις γυναίκες. Και ανάμεσά τους… η Χονγκ-Χουά. Η
«Κόκκινη Φλόγα». Την είχε δει πολλές φορές, μα ποτέ δεν είχε σταθεί να τη
σκεφτεί έτσι. Όχι ως πιθανότητα. Όχι ως γυναίκα που θα μπορούσε να σταθεί δίπλα
του.
Τα μαλλιά της ήρθαν πρώτα στο μυαλό του, εκείνο το πυρόξανθο χρώμα, σχεδόν ξένο για τον
τόπο τους. Όταν τα χτυπούσε το φως, έμοιαζαν σαν να ζωντανεύουν, σαν να έκαιγαν
σιωπηλά. Δεν ήταν απλώς όμορφη. Ήταν κάτι που τραβούσε το βλέμμα χωρίς
προσπάθεια. Και το ήξερε.
Αυτό ήταν που τον τάραζε περισσότερο. Θυμήθηκε τον τρόπο που εκείνη στεκόταν,
ούτε ταπεινά, ούτε προκλητικά. Με μια σιγουριά που δεν ζητούσε άδεια. Που δεν
φοβόταν. Όταν κοιτούσε κάποιον, τον κοιτούσε ευθεία. Σαν να είχε ήδη αποφασίσει
τι αξίζει και τι όχι.
Δεν είναι σαν τις άλλες,
σκέφτηκε.
Οι κινήσεις της… εκείνη η ανεπαίσθητη ρευστότητα. Δεν ήταν τυχαία. Ήταν
γνώση. Έλεγχος. Ήξερε πώς να αφήνει το ύφασμα να πέφτει, πώς να αποκαλύπτει
χωρίς να δείχνει, πώς να υπονοεί χωρίς να μιλά. Και εκείνο το περιδέραιο, άλικο,
σαν σταγόνες αίματος. Το άγγιζε σαν να ήταν προέκταση του εαυτού της. Σαν να
ήξερε ότι κάθε μικρή κίνηση μπορούσε να γίνει μήνυμα.
Ο Λι Σαν έσφιξε ελαφρά τα χέρια του πίσω από την πλάτη. Θα ήταν
σκάνδαλο. Το σκέφτηκε καθαρά. Μια γυναίκα σαν εκείνη δίπλα του… όλοι θα την
πρόσεχαν. Όχι κρυφά. Φανερά. Και εκείνη… δεν θα το απέφευγε. Το αντίθετο.
Φαινόταν να ευαρεστείται από τα βλέμματα, να τα δέχεται σαν κάτι φυσικό, σχεδόν
αναγκαίο. Δεν ήταν ματαιοδοξία απλή. Ήταν τρόπος ύπαρξης.
Και εγώ; σκέφτηκε. Πού
θα στεκόμουν δίπλα της; Ένας άνθρωπος της γης. Σιωπηλός. Συνηθισμένος να
περνά απαρατήρητος. Δίπλα της, θα φαινόταν ακόμη περισσότερο η διαφορά.
Θυμήθηκε τη φωνή της, ήρεμη, με εκείνη τη βεβαιότητα που δεν ζητά
επιβεβαίωση. Θυμήθηκε το χαμόγελό της. Όχι θερμό. Όχι ψυχρό. Ένα χαμόγελο που
υποσχόταν χωρίς να δεσμεύεται.
Θα μπορούσα να την κρατήσω; Ή θα ήμουν απλώς ένα ακόμη σκαλοπάτι;
Η σκέψη τον ενόχλησε. Όχι από ζήλια, αλλά από επίγνωση. Η Χονγκ-Χουά δεν
ήταν γυναίκα που απλώς “ανήκει”. Ήταν γυναίκα που επιλέγει. Και ίσως… που
κουράζεται γρήγορα. Ο Λι Σαν χαμήλωσε το βλέμμα καθώς περπατούσε. Θα ήταν
παράτολμο… Να τη ζητήσει. Να τη φανταστεί στο σπίτι του. Να πιστέψει πως θα
άφηνε εκείνη τη φλόγα να περιοριστεί σε μια ήσυχη ζωή.
Και όμως… Η εικόνα δεν έφευγε. Εκείνη, να στέκεται στην αυλή, με το φως
να πιάνει τα μαλλιά της. Τα βλέμματα των άλλων πάνω της.
Και ο ίδιος… δίπλα της. Μισό βήμα πίσω ή μισό βήμα μπροστά; Δεν ήξερε. Μόνο ένα
πράγμα ήξερε με βεβαιότητα: Αν επέλεγε τη Χονγκ-Χουά, δεν θα επέλεγε ησυχία. Θα
επέλεγε φωτιά. Δεν ήταν γυναίκα για εκείνον. Ίσως… ούτε κι εκείνος ήταν ο
άντρας που θα μπορούσε να σταθεί πλάι της χωρίς να μικραίνει.
Με αυτές τις σκέψεις έφτασε στο σπίτι της Χονγκ-Χουά. Στάθηκε για μια
στιγμή έξω από την πόρτα, κι ύστερα φώναξε το όνομά της και χτύπησε.
Η πόρτα άνοιξε. Η Χονγκ-Χουά στάθηκε μπροστά του, με τα πυρόξανθα μαλλιά
λυτά στους ώμους και ένα χαμόγελο. Είχε μάθει πως ο άρχοντας Γκούο Ρεν είχε
φτάσει και περίμενε την πρόσκληση, ίσως για απόψε, ίσως για την επόμενη νύχτα. Ήταν
έτοιμη. Αλλά οι ειδήσεις που έφερνε μαζί του ο Λι Σαν ήταν διαφορετικές από τις
προσδοκίες της, δεν έμοιαζαν καθόλου με εκείνα που περίμενε.
η ανακοίνωση στην πρασινομάτα Λινγκ-Λου.
Αφού βγήκε από το σπίτι της Χονγκ-Χουά προχώρησε αργά για το σπίτι της
Λινγκ-Λου. Αυτό βρισκόταν στην απέναντι πλευρά του αραιοκατοικημένου χωριού. Τα
βήματά του έγιναν αργά. Μόλις είχε δει ένα χαρούμενο πρόσωπο, ένα πρόσωπο που
γέμιζε περηφάνεια επειδή αποτελούσε επιλογή ενός άρχοντα να χάνει αυτό το
αίσθημα της υπεροχής, της μοναδικότητας, της διάκρισης, της αίσθησης ότι είναι
κάτι διαφορετικό από τους υπόλοιπους και να αποκτά ίσως για πρώτη φορά την
έκφραση των προσώπων των απλών ανθρώπων.
Καθώς ο Λι Σαν προχωρούσε προς το σπίτι της Λινγκ-Λου, το βήμα του δεν
είχε την ίδια αμφιβολία που τον είχε συνοδεύσει νωρίτερα. Ήταν ακόμη βαρύ, μα
διαφορετικά. Η σκέψη της δεν τον έκαιγε όπως της Χονγκ-Χουά. Τον ηρεμούσε. Τη
θυμήθηκε όπως στεκόταν, τα μαύρα της μαλλιά να πέφτουν βαριά στους ώμους, το
σώμα της λεπτό, ευλύγιστο, με εκείνη τη σιωπηλή χάρη που δεν ζητούσε προσοχή
αλλά την κέρδιζε. Δεν υπήρχε επίδειξη πάνω της. Καμία πρόθεση να τραβήξει
βλέμματα. Κι όμως… τα προσέλκυε.
Τα μάτια της, εκείνο το παράξενο, βαθύ πράσινο, του ήρθαν ξανά στο
μυαλό. Δεν ήταν μάτια που φανέρωναν εύκολα σκέψεις. Ήταν μάτια που
παρατηρούσαν, που περίμεναν, που ζύγιζαν. Ξέρει να περιμένει, σκέφτηκε. Το
είχε πει κι η ίδια. Και το είχε αποδείξει. Δύο χρόνια. Δύο χρόνια σε σιωπή, σε
αναμονή, χωρίς να διεκδικεί, χωρίς να ξεφεύγει από τον ρόλο της. Από επιλογή.
Η Λινγκ-Λου είχε γεννηθεί στο μικρό χωριό Τσινγκσούι, στα δυτικά της
Σετσουάν, σε μια περιοχή ήσυχη και απομονωμένη, όπου οι άνθρωποι ζούσαν απλά
και χωρίς μεγάλες μετακινήσεις. Δεν ξεχώριζε ο τόπος, αλλά εκείνη ξεχώριζε από
νωρίς, κυρίως για τα πράσινα μάτια της, κάτι σπάνιο που προκαλούσε πάντα
βλέμματα και ψιθύρους. Η μητέρα της ήταν ντόπια, ενώ από την πλευρά του πατέρα
της υπήρχε μακρινή καταγωγή από τις δυτικές παρυφές της Σετσουάν, κάτι που
εξηγούσε αυτό το ασυνήθιστο χαρακτηριστικό.
Η οικογένειά της, που ζούσε από μια μικρή καλλιέργεια, βρέθηκε ξαφνικά
σε δυσκολία όταν μια σειρά από κακές σοδειές εξάντλησε τα αποθέματα του
σπιτιού. Μέσα σε αυτή τη φθορά, ένας μακρινός συγγενής —άνθρωπος που κινούνταν
συχνά ανάμεσα σε χωριά και κτήματα ως μεσάζοντας— πρότεινε μια λύση. Να τη
μεταφέρει στο Νανγκού, στα κτήματα του άρχοντα Τσενγκ-Γουέι, όπου υπήρχε ανάγκη
για νεαρές υπηρέτριες με καλή παρουσία και στοιχειώδη παιδεία. Η Λινγκ-Λου, με
τη λεπτή της ευφυΐα και την ήρεμη συμπεριφορά, θεωρήθηκε κατάλληλη. Δεν ήταν μια
βίαιη απομάκρυνση, αλλά μια σιωπηλή συμφωνία ανάγκης, όπως συχνά συνέβαινε σε
δύσκολους καιρούς.
Όταν έφτασε στο Νανγκού, πριν τέσσερα χρόνια, δεκαοκτώ ετών τότε, με
εκείνη την αθόρυβη αξιοπρέπεια που δεν χανόταν εύκολα. Ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι
την παρατήρησε σχεδόν αμέσως. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της ή η ήρεμη στάση της,
αλλά εκείνο το σπάνιο πράσινο των ματιών της που έμοιαζε ξένο μέσα στο οικείο
τοπίο. Την κράτησε κοντά του ως παλλακίδα, κι έτσι η ζωή της πήρε οριστικά τη
μορφή που θα καθόριζε τα επόμενα χρόνια της.
Ο Τσενγκ-Γουέι, στα πενήντα επτά του χρόνια, ένιωθε ότι η παρουσία της
Λινγκ-Λου του έδινε μια διαφορετική ισορροπία από ό,τι είχε γνωρίσει με άλλες
γυναίκες. Με τη Χονγκ-Χουά, τον «κόκκινο πυρετό», η σχέση τους είχε περισσότερο
ένταση και στιγμιαία έξαρση· με τη Λινγκ-Λου, αντίθετα, υπήρχε μια πιο ήρεμη
συνέχεια, σαν ροή που δεν διακόπτεται εύκολα.
Τα πράσινα μάτια της, ήρεμα και σταθερά, του θύμιζαν την αφοπλιστική
παρατηρητικότητα του ελαφιού των δασών των Τσινλίνγκ, που δεν φεύγει βιαστικά
αλλά στέκεται και παρακολουθεί. Αυτή η σιωπηλή εγρήγορση ήταν που την έκανε να
ξεχωρίζει στα μάτια του.
Δεν την καλούσε μόνο στο μικρό,
απόμερο κτήμα του, αλλά και στο πέτρινο διοικητήριο όταν αργά τη νύχτα οι ευθύνες και οι θόρυβοι
απομακρύνονταν. Εκεί, η παρουσία της δεν είχε την ένταση της επιβολής, αλλά τη
σταθερότητα μιας συντροφικότητας που αναπτυσσόταν χωρίς βιασύνη. Κι έτσι, ενώ η
Χονγκ-Χουά αντιπροσώπευε για εκείνον τη φλόγα της στιγμής, η Λινγκ-Λου έμοιαζε
περισσότερο με μια ήρεμη ροή που συνέχιζε να υπάρχει ακόμη και όταν όλα τα άλλα
είχαν καταλαγιάσει.
Στο μικρό πέτρινο κτίσμα στο απόμερο κτήμα, όμως, μακριά από το Νανγκού,
ο Τσενγκ-Γουέι έμοιαζε να αλλάζει πρόσωπο, δεν ήταν ο ίδιος άντρας που έδειχνε
στις αίθουσες και στα κτήματα. Η ηρεμία του έσπαγε, σαν να άφηνε πίσω του τον
ρόλο και κρατούσε μόνο την αυθεντική του παρουσία. Η φωνή του χαμήλωνε, αλλά
γινόταν πιο κοφτή, πιο άμεση.
«Δεν είσαι σαν τις άλλες», της έλεγε χωρίς περιστροφές. Η Λινγκ-Λου
στεκόταν ήρεμη, χωρίς να αντιστέκεται ούτε να επιδιώκει. Η στάση της δεν ήταν
υποταγή, αλλά μια παράξενη αποδοχή, σαν να κατανοούσε από πριν τον ρυθμό που θα
ακολουθούσε η στιγμή.
Μέσα του, η εικόνα ήταν καθαρή: όπως ο κυνηγός που έχει ήδη εντοπίσει το
ελάφι στο δάσος των Τσινλίνγκ και γνωρίζει ότι κάθε του βήμα τον φέρνει πιο
κοντά, χωρίς να χρειάζεται να τρέξει.
«Με ηρεμείς και με ταράζεις μαζί», της έλεγε χαμηλά.
Η Λινγκ-Λου δεν απαντούσε. Μόνο με την παρουσία της, σταθερή και ήσυχη,
σαν κάτι που δεν αντιστέκεται γιατί δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Και
μέσα σε αυτή τη σιωπή, η ένταση του Τσενγκ-Γουέι δεν γινόταν χάος, αλλά
συγκέντρωση· σαν το βλέμμα του κυνηγού που δεν χάνει το θήραμα, όχι επειδή το
καταδιώκει άγρια, αλλά επειδή ήδη το έχει εγκλωβίσει μέσα στην προσοχή του.
Η Λινγκ-Λου παρέμενε ήρεμη, σαν να είχε μάθει να αναγνωρίζει αυτή τη
μετατόπιση. Δεν αντιστεκόταν, αφηνόταν στα χέρια του. Απλώς ακολουθούσε τη ροή
της στιγμής, με εκείνη τη σιωπηλή αποδοχή που είχε πάντα μέσα της. Ανάμεσά τους
δημιουργούταν μια ένταση χωρίς λέξεις, σαν παιχνίδι ισορροπίας ανάμεσα σε
έλεγχο και παραχώρηση. Ο Τσενγκ-Γουέι γινόταν πιο απαιτητικός, πιο ορμητικός,
χωρίς αναστολές μπροστά στο γυμνό νεανικό σώμα της, Κι εκείνη επέτρεπε στην πείνα
και τη δίψα των αγγιγμάτων και των φιλιών του να απλωθεί, σαν να ανήκε πάντα σε
έναν ρυθμό που δεν χρειαζόταν εξηγήσεις.
Και ο Λι Σαν και η Λινγκ-Λου ήταν και οι δύο άνθρωποι που δεν μιλούσαν
πολύ. Που δεν ζητούσαν. Που στέκονταν εκεί που έπρεπε, χωρίς να προκαλούν. Μα
εκεί τελείωνε η απλότητα. Γιατί κάτω από τη συστολή της, υπήρχε κάτι άλλο. Μια
ήσυχη διεκδίκηση. Θα ταίριαζε σε μια ήσυχη ζωή; αναρωτήθηκε. Ίσως ναι. Θα
μπορούσε να σταθεί δίπλα του χωρίς να τον εκθέτει. Χωρίς να τραβά πάνω της όλο
το χωριό.
Η Λινγκ-Λου δεν ζητούσε. Αλλά περίμενε. Και η αναμονή… κάποτε ζητά
ανταπόδοση. Θα μπορούσα να της τη δώσω; Ή θα έμενε κι εκείνη… σε μια σιωπή
δίπλα μου;
Το βήμα του επιβραδύνθηκε για λίγο. Δεν τον φόβιζε όπως η Χονγκ-Χουά. Αλλά
δεν ήταν και απλή. Καμία από τις δύο δεν ήταν. Σήκωσε το βλέμμα του. Το σπιτάκι της Λινγκ-Λου φαινόταν πια μπροστά του,
ήσυχο, σχεδόν κρυμμένο. Πήρε μια ανάσα. Ίσως θα ήταν κάτι πιο ήσυχο. Μα όχι
απαραίτητα πιο εύκολο.
Η Λινγκ-Λου τον είδε να πλησιάζει από μακριά και στάθηκε ακίνητη,
περιμένοντας. Δεν έκανε καμία κίνηση να τον προϋπαντήσει· δεν υπήρχε λόγος.
Όταν ο Λι Σαν έφτασε μπροστά της, σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε σταθερά.
Ήξερε. Ίσως όχι τα λόγια, όχι τις λεπτομέρειες, αλλά ήξερε το βάρος που κουβαλούσε. Το έβλεπε
στον τρόπο που στεκόταν, στη μικρή καθυστέρηση πριν μιλήσει, στην αμηχανία που
δεν του ταίριαζε.
Καθώς ο Λι Σαν άρχισε να μιλάει χαμηλόφωνα μεταφέροντας τις αποφάσεις
του Γκούο Ρεν, η στάση της δεν άλλαξε. Δεν υπήρχε μέσα της καμία έκκληση, καμία
ανάγκη για κατανόηση, καμία σιωπηλή παράκληση για στήριγμα. Ο Λι Σαν… δεν ήταν
αυτό για εκείνη. Δεν υπήρξε ποτέ. Ήταν ο άνθρωπος που έφερνε λόγια άλλων. Που
μετέφερε αποφάσεις. Που στεκόταν ανάμεσα. Ένας ενδιάμεσος. Ένας αγγελιαφόρος. Και
όσο κι αν άλλαζαν οι συνθήκες, αυτό δεν θα άλλαζε.
Και μέσα σε αυτή τη σιωπηλή αναμονή, η σκέψη της γύρισε πίσω, λίγες ώρες
πριν. Ήταν κοντά στην είσοδο του φράχτη όταν άκουσε την άμαξα να πλησιάζει. Δεν
έσπευσε· απλώς παρατήρησε. Ο Γκούο Ρεν καθόταν μπροστά, όπως έπρεπε. Μα δεν
ήταν μόνος. Πίσω του, στη μικρή άμαξα μια γυναίκα. Κρατούσε ένα σκυλάκι στην
αγκαλιά της με φυσικότητα, σαν όλα γύρω της να ήταν ήδη δικά της. Και τότε το
είδε. Μια αχτίδα ήλιου έπεσε πάνω στο περιδέραιό της. Άλικο. Η λάμψη του
κράτησε μόνο μια στιγμή, μα ήταν αρκετή. Τα μάτια της Λινγκ-Λου στάθηκαν εκεί,
στο χρώμα, το μόνο που ερχόταν σε έντονη
αντίθεση με το δικό τους πράσινο. Δεν ήταν απλώς ένα κόσμημα.
Η αυτοπεποίθηση της γυναίκας, η άνεση με την οποία καθόταν, η πλήρης απουσία κάθε αμφιβολίας, όλα
φανέρωναν πως δεν φοβόταν καμία άλλη παρουσία. Δεν μετρούσε καν τις υπόλοιπες. Ήταν
ήδη πάνω από αυτές.
Η Λινγκ-Λου το αναγνώρισε αμέσως. Όπως το αναγνωρίζει μια γυναίκα όταν
βλέπει μια άλλη που έχει ήδη επιλεγεί. Όταν η άμαξα χάθηκε από το οπτικό της
πεδίο, δεν έμεινε καμία αμφιβολία. Τα πράγματα είχαν ήδη αλλάξει.
Τώρα, απέναντι στον Λι Σαν, αυτή η γνώση είχε ήδη κατασταλάξει μέσα της.
Δεν υπήρχε έκπληξη. Μόνο αποδοχή. Και μια ήσυχη ετοιμότητα να ακούσει αυτό που
ήδη υπολόγιζε πως θα ειπωθεί. Τυπικά τον καληνύχτισε χωρίς να του αφήσει κανένα
περιθώριο για οποιαδήποτε σκέψη. Της έμεινε αδιάφορο και αυτό το μισοχαραγμένο
χαμόγελο κατανόησης που θέλησε να της εκφράσει.
η ανακοίνωση στην Τσινγκ-Για
Ο Λι Σαν απομακρύνθηκε από το σπίτι της Λινγκ-Λου χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Δεν υπήρχε τίποτα πλέον εκεί που να του αφήνει χώρο για αμφιβολία. Δεν υπήρχε
ενδιαφέρον για εκείνον.
Τώρα έμενε η Τσινγκ-Για. Η τρίτη. Καθώς περπατούσε προς το σπίτι της, το
χωριό έμοιαζε πιο ήσυχο. Όχι επειδή είχε αλλάξει κάτι στον κόσμο, αλλά επειδή
μέσα του είχαν ήδη ειπωθεί δύο από τις τρεις ιστορίες. Η μία γεμάτη φωτιά, η
άλλη γεμάτη σιωπή.
Ο Λι Σαν προχωρούσε με έναν ρυθμό πιο σταθερό απ’ ό,τι πριν, σαν η σκέψη
του να είχε ήδη αρχίσει να οργανώνει τα χαρακτηριστικά της. Μικρόσωμη, όχι
εύθραυστη. Το σώμα της δεν εντυπωσίαζε με όγκο, αλλά με εκείνη τη λεπτή, σφιχτή
αρμονία που έκανε κάθε της κίνηση να μοιάζει υπολογισμένη χωρίς να είναι
τεχνητή. Υπήρχε κάτι σχεδόν χορευτικό στον τρόπο που περπατούσε, μια
ελαστικότητα που δεν διδασκόταν, την είχε από τη φύση της. Και η μέση της… τόσο
στενή που κάθε στροφή του σώματός της αποκτούσε έμφαση, σαν να υπογράμμιζε η
ίδια την παρουσία της χωρίς προσπάθεια.
Το πρόσωπό της ήταν από εκείνα που δύσκολα ξεχνιούνται. Όμορφο με έναν
τρόπο σχεδόν τελειωμένο, σαν πορσελάνη: απαλά χαρακτηριστικά, καθαρές γραμμές.
Και τα μαλλιά της. Μαύρα, με εκείνη τη διακριτική καστανή λάμψη όταν τα άγγιζε
το φως, έπεφταν ίσια ως τη μέση της, δεμένα χαλαρά, αφήνοντας μερικές τούφες να
πλαισιώνουν το πρόσωπό της. Δεν προσπαθούσαν να εντυπωσιάσουν.
Ο Λι Σαν συνειδητοποίησε ότι αυτή ήταν η πιο επικίνδυνη μορφή ομορφιάς:
αυτή που δεν ζητά προσοχή, αλλά τη δημιουργεί. Και η Τσινγκ-Για δεν είχε τη
συστολή της Λινγκ-Λου. Ούτε την απόσταση της Χονγκ-Χουά. Είχε κάτι πιο ευθύ.
Αυτό ήταν που τον έκανε να σταθεί πιο προσεκτικά στη σκέψη της. Θα
μπορούσε να ταιριάξει; Η πρώτη απάντηση που του ερχόταν δεν ήταν ούτε ναι
ούτε όχι. Ήταν «εξαρτάται». Η Τσινγκ-Για δεν θα χανόταν μέσα σε μια ήσυχη ζωή.
Θα έφερνε μέσα στο σπίτι σταθερότητα που απαιτεί χώρο.
Και εκείνος; Ο Λι Σαν ήξερε καλά τι ήταν. Δεν μπορούσε να της υποσχεθεί
κόσμους. Ήταν άνθρωπος πρακτικός. Σιωπηλός. Μετρημένος. Και εκείνη όμως, όταν μιλούσε, δεν έψαχνε
φαντασία. Έψαχνε σταθερότητα. Αυτό ήταν το πρώτο σημείο που ταίριαζε.
Καθώς πλησίαζε το σπίτι της, η εικόνα της στο μυαλό του σταθεροποιήθηκε
όχι ως επιθυμία, αλλά ως πιθανότητα με όρια. Θα μπορούσε να του μιλήσει ως
ίσος. Θα μπορούσε να τον ακούσει χωρίς να τον μειώσει. Αλλά το αν θα μπορούσε
να τον επιλέξει… Αυτό ήταν διαφορετικό ζήτημα.
Είχε υπάρξει για τέσσερα χρόνια ευνοούμενη του Τσενγκ-Γουέι. Το όνομά
της δεν είχε την ένταση της Χονγκ-Χουά ούτε τη σιωπηλή απόσταση της Λινγκ-Λου.
Ήταν πιο πρακτική η παρουσία της στη μνήμη του: μια γυναίκα που είχε μάθει τον
ρόλο της, που είχε υπάρξει κοντά στην εξουσία, και που τελικά είχε παραμεριστεί
όταν ο άρχοντας είχε στραφεί αλλού. Τα τελευταία δύο χρόνια είχε μείνει εκτός
κέντρου. Και αυτό την είχε κάνει διαφορετική. Δεν περίμενε πλέον να είναι η
πρώτη επιλογή.
Όταν ο Λι Σαν έφτασε κοντά στο σπίτι της, στάθηκε για μια στιγμή πριν
φωνάξει το όνομά της. Εδώ τα πράγματα θα ήταν πιο καθαρά. Πιο ανθρώπινα. Η
Τσινγκ-Για βγήκε χωρίς βιασύνη.
Πριν ακόμη ο Λι Σαν προλάβει να μιλήσει, εκείνη είπε ήρεμα: «Φαντάζομαι…
ήρθες μετά από τις άλλες δύο.»
Δεν ήταν ερώτηση. Ο Λι Σαν έγνεψε. «Ναι.»
Η Τσινγκ-Για στεκόταν στην είσοδο του σπιτιού της χωρίς να φορά το
περιδέραιό της, και ο Λι Σαν το παρατήρησε αμέσως, χωρίς να το σχολιάσει.
«Φέρνω ειδήσεις από τον άρχοντα», είπε ήρεμα ο Λι Σαν.
Η Τσινγκ-Για έμεινε στην πόρτα, σταθερή, με εκείνη τη μετρημένη της
παρουσία. Ήξερε πως εάν τον δεχόταν μέσα στο σπίτι μια τέτοια κίνηση θα
μπορούσε εύκολα να παρερμηνευθεί, να γίνει αφορμή για πονηρές ιστορίες.
Ο Λι Σαν το κατάλαβε χωρίς να χρειαστεί εξήγηση. Στάθηκε κι εκείνος έξω,
κρατώντας την απόσταση που έπρεπε, και μίλησε χαμηλόφωνα. Της μετέφερε τις
αποφάσεις του Γκούο Ρεν με ακρίβεια, χωρίς περιττές λέξεις, και στο τέλος
πρόσθεσε την υπόσχεση του άρχοντα. Αν κάποια από τις ευνοούμενες επέλεγε τον
γάμο, ο άρχοντας θα τις ενίσχυε οικονομικά και θα φρόντιζε για την αποκατάστασή
τους.
Η Τσινγκ-Για τον άκουσε χωρίς να τον διακόψει, με το βλέμμα της σταθερό,
σαν να ζύγιζε όχι την πληροφορία, αλλά τις συνέπειές της. Ένα μικρό χαμόγελο
πέρασε από τα χείλη της, όχι ειρωνικό, ούτε πικρό. Περισσότερο κατανοητικό.
«Ποιά γυναίκα δεν θα ήθελε να παντρευτεί;» είπε σχεδόν απλά. «Αυτό δεν
περιμένει στη ζωή της μια κοπέλα;»
Ο Λι Σαν δίστασε για μια στιγμή. Κι έπειτα, σαν να του δόθηκε χώρος,
απάντησε: «Όποιος δεν έχει ένα στήριγμα… δύσκολα προχωρά στη ζωή του.»
Η Τσινγκ-Για τον κοίταξε λίγο πιο προσεκτικά τότε. Όχι εξεταστικά, αλλά
σαν να άκουγε πίσω από τις λέξεις. «Η γυναίκα ψάχνει άνθρωπο. Κάποιον σίγουρο.
Αξιόπιστο. Που εκείνο που λέει αυτό να το εννοεί.» Μετά ανάπνευσε και συνέχισε
«Καμιά έξυπνη γυναίκα δεν ψάχνει άρχοντα. Κάποια άλλη θα της τον κλέψει.»
Ο Λι Σαν δεν μίλησε αμέσως. Για πρώτη φορά μέσα στη μέρα, δεν ένιωθε πως
μετέφερε απλώς μια απόφαση άλλου. Ένιωθε πως στεκόταν απέναντι σε κάποιον που
τον έβλεπε. Όχι ως ενδιάμεσο. Αλλά ως άνθρωπο.
Η Τσινγκ-Για για μια στιγμή έμεινε σιωπηλή, με το βλέμμα χαμηλωμένο. «Ναι…»
είπε τελικά, με μια ήπια πικρία που δεν έκρυβε εντελώς. «Αλλά εμείς εδώ δεν
μπορούμε να έχουμε τύχη.» Σήκωσε ελαφρά το βλέμμα της. «Μόνο κάποιος χήρος… Ποιός
θα μπορούσε να μας συγχωρήσει;»
Ο Λι Σαν δεν βιάστηκε να απαντήσει. Την κοίταξε με εκείνη την
ανεκτικότητα που δεν ήταν ούτε λύπηση ούτε απόσταση, αλλά κάτι ενδιάμεσο. «Μα
αν είχατε παντρευθεί…» είπε ήρεμα, «τώρα δεν θα ήσασταν κάτι σαν χήρες; Κανείς
δεν θέλει τις χήρες;»
«Μπορεί να τις θέλει,» απάντησε εκείνη, «αλλά όχι για γάμο.»
«Πού ξέρεις;» είπε ο Λι Σαν. «Μπορεί να υπάρχουν και μερικοί που δεν
διστάζουν.»
Η Τσινγκ-Για σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε.
«Εκτός αν ζητάς νέο άντρα,» πρόσθεσε εκείνος χαμηλόφωνα.
Η Τσινγκ-Για έγειρε ελαφρά το κεφάλι, και το χαμόγελό της έγινε πιο
ζεστό, πιο ανθρώπινο, χωρίς ειρωνεία. Ήταν σαν να είχε δεχθεί ένα απλό,
ειλικρινές σχόλιο και να το είχε αφήσει να καθίσει μέσα της. «Δεν με ενδιαφέρει
η ηλικία,» είπε ήρεμα. «Ο ένας και μοναδικός που γνώρισα στη ζωή μου… ήταν ήδη
μεγάλος. Όλοι μου φαίνονται νέοι όταν τους συγκρίνω μαζί του.»
Ο Λι Σαν την έβλεπε μπροστά του και, χωρίς να το θέλει, το μυαλό του
γύρισε πίσω στον χρόνο. Όταν η Τσινγκ-Για είχε πρωτοέρθει στο Νανγκού, ήταν δεν
ήταν δεκαέξι. Μια νεαρή παρουσία, που είχε βρεθεί ξαφνικά μέσα σε έναν κόσμο
μεγαλύτερο από εκείνη. Και σχεδόν αμέσως, την είχε διαλέξει ο Τσενγκ-Γουέι, τότε
ήδη περασμένα τα πενήντα πέντε του, με το βάρος της εξουσίας του να καθορίζει
κάθε κίνηση γύρω του.
Ο Λι Σαν θυμόταν καλά εκείνη την περίοδο. Ήταν τότε περίπου τριάντα
πέντε, ήδη επτά χρόνια επιστάτης στα κτήματα του άρχοντα, με τη θέση του
σταθερή αλλά πάντα ενδιάμεση, πάντα υπόλογη. Τώρα, έξι χρόνια μετά, είχε
περάσει τα σαράντα. Και εκείνη είχε γίνει γυναίκα. Είκοσι δύο ετών. Η διαφορά
ανάμεσά τους δεν είχε μικρύνει απλώς
είχε αλλάξει μορφή. Δεν ήταν πια η απόσταση εμπειρίας και ηλικίας ενός άντρα
και ενός κοριτσιού. Ήταν κάτι πιο σύνθετο, πιο ήσυχο, αλλά υπαρκτό. Ο Λι Σαν
την κοιτούσε τώρα και το αντιλαμβανόταν καθαρά.
Η Τσινγκ-Για χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα της, σαν να μην είχε πει όσα
ήθελε να πει.
«Δεν με ενδιαφέρει η ηλικία,» συμπλήρωσε την πρότασή της ήρεμα. «Με
ενδιαφέρει ο άνθρωπος.»
Τα λόγια της δεν είχαν ένταση. Ήταν διαπίστωση. Και ίσως κάτι
περισσότερο. Ένα έμμεσο άνοιγμα προς την πιθανότητα.
Ο Λι Σαν την παρατήρησε όπως στεκόταν εκεί. Είχε ειπωθεί ό,τι ήθελε να ακούσει. Η Τσινγκ-Για έκανε ένα μικρό
νεύμα, σχεδόν ευγενικό, σαν να έκλεινε έναν κύκλο χωρίς δραματικότητα. «Καληνύχτα,»
είπε απλά.
η
μέρα των συναντήσεων
Το πρωινό φως απλωνόταν νωχελικά πάνω από τα κτήματα των Ντου, όταν ο
Γκούο Ρεν άνοιξε τα μάτια του. Για πρώτη φορά μετά από πολλές ημέρες, ο ύπνος
του ήταν βαθύς και αδιατάρακτος. Σηκώθηκε αργά, νιώθοντας το σώμα του βαρύ αλλά
ξεκούραστο.
Στο χαμηλό ξύλινο τραπέζι τον περίμενε το πρωινό που είχε ετοιμάσει η
Σου-Σι: ένα βαθύρυχο πήλινο σκεύος με ζεστό χυλό ρυζιού, ελαφρά αρωματισμένο με
ρίζα τζίντζερ, λίγα τουρσί λαχανικά και μικρές λωρίδες από αποξηραμένο ψάρι.
Δίπλα, ένα μικρό φλιτζάνι με ζεστό αφέψημα φύλλων τσαγιού συμπλήρωνε το λιτό
γεύμα.
Πριν προλάβει να καθίσει, ακούστηκε ένα σταθερό χτύπημα στην ξύλινη
πόρτα. Ο Λι Σαν μπήκε αμέσως μετά, με το βλέμμα του σοβαρό και συγκεντρωμένο. Ο
Γκούο Ρεν τον κοίταξε για μια στιγμή, σαν να ζύγιζε τη σιωπή ανάμεσά τους. «Είναι
όλα έτοιμα;» τον ρώτησε.
Ο Λι Σαν έγνεψε καταφατικά, χωρίς να προσθέσει λέξη.
«Λοιπόν», συνέχισε ο Γκούο Ρεν, «θα πάρεις δύο γυναίκες και θα οδηγήσεις
τη Σου-Σι στο σπίτι του Τζου Μιν. Θα ελέγξετε αν όλα εκεί λειτουργούν. Αφού τις
αφήσεις να τη βοηθήσουν, εσύ θα επιστρέψεις εδώ».
Ένα ελαφρύ νεύμα ήταν αρκετό για να σφραγίσει την εντολή. Ο Γκούο Ρεν
γύρισε προς τη Σου-Σι και της έκανε νόημα να ετοιμαστεί. Εκείνη δεν μίλησε·
απλώς πήρε στην αγκαλιά της το μικρό σκυλάκι και τύλιξε προσεκτικά το εξωτερικό
της ένδυμα. Με ήρεμα βήματα βγήκε από το πέτρινο σπίτι.
Η πορεία μέσα από τα κτήματα ήταν σιωπηλή. Οι καλλιέργειες απλώνονταν σε
τακτικές σειρές, ενώ η πρωινή υγρασία άφηνε μια ελαφριά ομίχλη να αιωρείται
χαμηλά. Ο Λι Σαν προπορευόταν, σταθερός και αμίλητος, ενώ πίσω από τη Σου-Σι
ακολουθούσαν δύο γυναίκες, με τα κεφάλια ελαφρώς σκυμμένα κουβαλώντας τα
πράγματα.
Όταν έφτασαν στο σπίτι του Τζου Μιν, ο Λι Σαν έκανε έναν σύντομο αλλά
σχολαστικό έλεγχο. Άνοιξε πόρτες, κοίταξε στους αποθηκευτικούς χώρους,
επιβεβαίωσε πως όλα βρίσκονταν στη θέση τους. Έπειτα στράφηκε προς τις δύο
γυναίκες. «Θα εκτελείτε ό,τι σας ζητά», είπε με ήρεμη αλλά αυστηρή φωνή. «Θα τη
μεταχειρίζεστε σαν να είναι η αρχόντισσα. Όμως θα την προσφωνείτε “σεβαστή
Σου-Σι”. Μην το ξεχάσετε». Οι γυναίκες έγνεψαν συγχρονισμένα.
Η Σου-Σι στάθηκε στην είσοδο για λίγο, κρατώντας ακόμη το σκυλάκι της,
παρατηρώντας τον χώρο που θα γινόταν προσωρινό δεύτερο σπίτι της. Δεν είπε
τίποτα.
Ο Λι Σαν, έχοντας ολοκληρώσει το καθήκον του, γύρισε χωρίς άλλη
καθυστέρηση. Το μονοπάτι της επιστροφής τον οδήγησε ξανά στο πέτρινο σπίτι, όπου
ο Γκούο Ρεν τον περίμενε.
«Άκου», είπε ο Γκούο Ρεν, με φωνή χαμηλή αλλά σταθερή. «Οι ευνοούμενες
σήμερα δεν θα δουλέψουν. Θα τους παραγγείλεις να στολιστούν και να περιμένουν».
Ο Λι Σαν στάθηκε ακίνητος, προσηλωμένος σε κάθε λέξη.
«Ύστερα θα πας στον Γκάο Πινγκ και θα τον φέρεις εδώ», συνέχισε ο Γκούο
Ρεν. «Θα διαλέξεις ένα σημείο όπου εκείνες θα μπορούν να τον δουν, χωρίς
εκείνος να τις βλέπει. Αν σε κάποια κινήσει το ενδιαφέρον, θα τη φέρεις στο
πέτρινο σπίτι. Θα μας σερβίρει το τσάι… και εσύ θα στέκεσαι δίπλα της. Αν
χρειαστεί, θα παρέμβεις. Πρόσεξε… πρέπει να φανούν μόνο τα καλύτερά τους
στοιχεία».
Ο Λι Σαν έγνεψε αργά. Δεν υπήρχε καμία απορία στο βλέμμα του, μόνο η
βεβαιότητα της εκτέλεσης. Γύρισε και έφυγε χωρίς άλλη λέξη. Λίγη ώρα αργότερα
βρέθηκε στους κοιτώνες των γυναικών. Οι ευνοούμενες άφησαν τις καθημερινές τους
ασχολίες και άρχισαν να ετοιμάζονται. Άνοιξαν μικρά ξύλινα κιβώτια με υφάσματα,
έβγαλαν τα πιο προσεγμένα τους ενδύματα, χτένισαν τα μαλλιά τους με επιμέλεια
και στόλισαν τις κομμώσεις τους με απλά αλλά καλαίσθητα στολίδια. Το άγχος
φαινόταν στις κινήσεις τους, μα καμία δεν μιλούσε δυνατά. Τις οδήγησε έπειτα σε
ένα σκιερό σημείο κοντά στο πέτρινο σπίτι, πίσω από μια σειρά δέντρων και
χαμηλών τοίχων, από όπου μπορούσαν να βλέπουν την αυλή χωρίς να γίνονται
αντιληπτές.
Όταν όλα ήταν έτοιμα, πήρε τον δρόμο που οδηγούσε έξω από το Νανγκού. Ο
αέρας είχε ήδη ζεσταθεί, και η γη ανέδιδε τη μυρωδιά της υγρασίας που χανόταν.
Δεν άργησε να εντοπίσει τον Γκάο Πινγκ σε ένα μονοπάτι κοντά στα χωράφια του.
ο προσκεκλημένος
Ο Λι Σαν τον χαιρέτησε με τον δέοντα σεβασμό και του μετέφερε την
πρόσκληση χωρίς περιττά λόγια. Η επιστροφή έγινε σχεδόν σιωπηλά· μόνο τα βήματά
τους πάνω στο ξερό χώμα και ο μονότονος ήχος των εντόμων συνόδευαν τη διαδρομή.
Όταν έφτασαν στο πέτρινο σπίτι, όλα ήταν ήδη στη θέση τους. Οι «ευνοούμενες»
βρίσκονταν κρυμμένες, ακίνητες σαν ζωγραφισμένες μορφές, ενώ ο Γκούο Ρεν
περίμενε στην αυλή, ήρεμος αλλά σε εγρήγορση. Υποδέχθηκε τον Γκάο Πινγκ με
ήρεμο πρόσωπο. Η στάση του ήταν συγκρατημένη, χωρίς περιττές εκδηλώσεις, μα η
βεβαιότητα της θέσης του φαινόταν σε κάθε κίνησή του. Με αργό βήμα τον οδήγησε
μέσα στο πέτρινο σπίτι, εκεί όπου η δροσιά του εσωτερικού απάλυνε τη ζέστη της
ημέρας. Πριν καθίσουν, έκανε ένα ανεπαίσθητο νόημα στον Λι Σαν. Εκείνος το
κατάλαβε αμέσως και αποσύρθηκε σιωπηλά, για να ανιχνεύσει τις προθέσεις των
αθέατων κοριτσιών που περίμεναν.
Ο Γκούο Ρεν πρόσφερε θέση στον καλεσμένο του και, αφού αντάλλαξαν τις
απαραίτητες τυπικότητες, άρχισε να μιλά. Η φωνή του ήταν σταθερή. Μίλησε για
την αξία της καλής γειτονίας, για το πώς η ειρήνη ανάμεσα σε ανθρώπους που
μοιράζονται την ίδια γη μπορούσε να γίνει πηγή δύναμης για όλους. Τόνισε πόσο
σημαντικοί ήταν οι καλοί άνθρωποι, εκείνοι που δεν άφηναν τις μικρές εντάσεις
να γίνονται πληγές.
«Οι γειτονικές γαίες», είπε, «οφείλουν να βρίσκονται σε ηρεμία. Όταν
υπάρχει τάξη ανάμεσα σε όσους μοιράζονται τα ίδια νερά και τα ίδια όρια, όλοι
ωφελούνται».
Σταμάτησε για μια στιγμή, σαν να σκεφτόταν τα επόμενα λόγια του. «Πριν
λίγες ημέρες», είπε, «μου ανέφερες ένα περιστατικό με έναν άνθρωπο του οίκου
μου». Μικρή παύση. «Ως κύριος αυτής της γης, φέρω ευθύνη για όσα συμβαίνουν
πάνω της. Η συμπεριφορά που περιέγραψες δεν συνάδει με την τάξη που οφείλω να
διατηρώ».
Ο Γκάο Πινγκ έσκυψε ελαφρά το κεφάλι. «Το θέμα έχει περάσει», είπε.
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε για μια στιγμή, σαν να εκτιμούσε την απάντηση. «Ίσως»,
είπε. «Όμως ό,τι διαταράσσει την τάξη, ακόμη κι αν περάσει, αφήνει ίχνος». Έγειρε
ελαφρά προς τα πίσω. «Αν στο μέλλον παρατηρήσεις κάτι ανάρμοστο, θα ήταν ορθό
να ενημερώνεται ο οίκος. Εγώ δεν βρίσκομαι πάντα εδώ».
«Θα πράξω όπως αρμόζει», απάντησε ο Γκάο Πινγκ.
Η ένταση χαλάρωσε ανεπαίσθητα. Η συζήτηση στράφηκε στις καλλιέργειες.
Μίλησαν για το νερό, για τη γη, για τις εποχές. Ο Γκούο Ρεν άκουγε, αλλά τα
μάτια του έμεναν προσεκτικά. Ύστερα, σχεδόν ανεπαίσθητα, άλλαξε κατεύθυνση.
«Στον οίκο μου», είπε, «υπάρχουν γυναίκες που υπηρετούν εδώ και χρόνια.
Ορισμένες δεν έχουν πλέον θέση που να ταιριάζει στην παρούσα τάξη των
πραγμάτων».
Μικρή παύση.
«Αν ένας τίμιος άνθρωπος χρειάζεται σύντροφο για το σπιτικό του, ο οίκος
μου μπορεί να το λάβει υπόψη».
Ο Γκάο Πινγκ δεν απάντησε αμέσως. Το βλέμμα του χαμήλωσε για μια στιγμή.
«Δεν θα τολμούσα να ζητήσω κάτι τέτοιο χωρίς άδεια», είπε τελικά.
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε ελαφρά. «Είναι σωστό να τηρείται η τάξη».
Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο Λι Σαν. «Το τσάι είναι έτοιμο».
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε. Λίγες στιγμές αργότερα, η Χονγκ-Χουά μπήκε στο δωμάτιο.
Κάποτε το όνομά της ψιθυριζόταν με άλλη έννοια. Ήταν γυναίκα που τραβούσε τα
βλέμματα, με κίνηση γεμάτη αυτοπεποίθηση και μάτια που έμοιαζαν να προκαλούν.
Το βάδισμά της είχε φωτιά, και η παρουσία της αναστάτωνε τον αέρα γύρω της. Τώρα,
όμως, τίποτε από αυτά δεν φαινόταν. Προχώρησε αργά, με το κεφάλι χαμηλωμένο. Τα
χέρια της ήταν σταθερά, το βλέμμα της δεν σηκώθηκε ούτε στιγμή. Κάθε της κίνηση
ήταν μετρημένη, σχεδόν αόρατη. Αν κάποιος δεν την ήξερε, θα έβλεπε μόνο μια
ταπεινή υπηρέτρια.
Κι όμως, κάτω από αυτή τη σιωπηλή επιφάνεια, υπήρχε ακόμη η ίδια ένταση,
τώρα όμως χαλιναγωγημένη, μεταμορφωμένη σε πειθαρχία. Σέρβιρε το τσάι με
προσοχή, χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο.
«Υπηρετεί στον οίκο από τα χρόνια του πατέρα μου», είπε ο Γκούο Ρεν.
Η γυναίκα υποκλίθηκε ελαφρά.
«Μπορείς να αποσυρθείς».
Εκείνη υπάκουσε αμέσως και βγήκε χωρίς να ακουστεί. Η σιωπή κράτησε μια
στιγμή παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν. Ο Γκούο Ρεν σήκωσε το φλιτζάνι του, αλλά
δεν ήπιε.
«Ο πατέρας μου είχε αρρωστήσει βαριά, σε ένα ταξίδι του εδώ. Πόνοι στο
στήθος, δύσπνοια, πυρετός που δεν έπεφτε». Άφησε το φλιτζάνι ξανά κάτω. «Οι
γιατροί δεν ήταν κοντά. Οι άνθρωποι του οίκου δεν ήξεραν τί να κάνουν». Κοίταξε
για λίγο τον Γκάο Πινγκ. «Εκείνη έμεινε δίπλα του». Η φωνή του παρέμεινε
σταθερή, αλλά πιο χαμηλή. «Χρησιμοποίησε θερμά επιθέματα με βότανα για τον
πόνο. Έκανε εντριβές με ζεστά έλαια για να χαλαρώσει το στήθος. Έβαλε βεντούζες
για να τραβήξει τη συμφόρηση. Του έδινε αφεψήματα για τον πυρετό και την
αναπνοή». Μικρή παύση. «Δεν έφυγε στιγμή από κοντά του». Ο Γκάο Πινγκ άκουγε
χωρίς να διακόψει. «Ο πατέρας μου ανάρρωσε», συνέχισε ο Γκούο Ρεν. «Και δεν το
ξέχασε. Της χάρισε ένα περιδέραιο. Όχι ως στολίδι μόνο… αλλά ως ένδειξη ότι
είχε ξεχωρίσει από τις άλλες».
Η φράση έμεινε να αιωρείται. «Τέτοια πράγματα έχουν σημασία μέσα σε έναν
οίκο. Δείχνουν ποιός ενδιαφέρεται πραγματικά και ποιος όχι», πρόσθεσε. Ύστερα,
πιο ήρεμα: «Και όμως… ακόμη και όποιος έχει τιμηθεί… δεν παραμένει πάντα στην
ίδια θέση». Το βλέμμα του στάθηκε στον συνομιλητή του. «Όταν αλλάζουν οι
καιροί, αλλάζουν και οι ανάγκες του οίκου». Ο Γκάο Πινγκ έγνεψε αργά.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν ελαφρά βήματα. Η Χονγκ-Χουά εμφανίστηκε ξανά
στο κατώφλι, κρατώντας έναν μικρό δίσκο. «Ένας ζεστός ζωμός», είπε χαμηλά. Προχώρησε
και γονάτισε ελαφρά. Τοποθέτησε τα μικρά κύπελλα μπροστά τους με ακρίβεια. Ο
αχνός ανέβαινε διακριτικά. Το βλέμμα της δεν σηκώθηκε. Για μια στιγμή, καθώς
έσκυψε, το φως άγγιξε τον λαιμό της. Μια λεπτή αλυσίδα φάνηκε και πάνω της ένα
μικρό κόσμημα. Ο Γκούο Ρεν δεν γύρισε να κοιτάξει. «Διατηρεί όσα της δόθηκαν»,
είπε ήρεμα.
Ο Γκάο Πινγκ έμεινε σιωπηλός, αλλά το βλέμμα του στάθηκε για μια στιγμή
περισσότερο απ’ όσο θα όριζε η απλή ευγένεια. Η Χονγκ-Χουά αποσύρθηκε μισό βήμα
πίσω.
Ο Γκούο Ρεν στράφηκε προς τη Χονγκ-Χουά, που στεκόταν ακόμη με το βλέμμα
χαμηλωμένο.
«Χονγκ-Χουά, τι έχουμε για φαγητό σήμερα;»
Εκείνη δεν δίστασε ούτε στιγμή. Σήκωσε ελαφρά το κεφάλι, όχι αρκετά για
να συναντήσει το βλέμμα του, και απάντησε με ήρεμη, σταθερή φωνή:
«Λεπτές λωρίδες χοιρινού, μαγειρεμένες αργά με ρίζες και άγρια χόρτα,
δεμένες με ζωμό ρυζιού. Όπως άρεσε στον παλαιό άρχοντα».
Για μια στιγμή, μια ανεπαίσθητη έκφραση
επιδοκιμασίας πέρασε από το πρόσωπο του Γκάο Πινγκ.
«Ωραία», είπε τελικά. «Πήγαινε να το ετοιμάσεις. Σήμερα θα φάει μαζί μας
και ο άρχοντας Γκάο Πινγκ».
Η Χονγκ-Χουά υποκλίθηκε βαθιά. Για μια στιγμή, καθώς γύρισε να φύγει, η
παλιά της χάρη φάνηκε φευγαλέα στο βήμα της, εκείνη η σχεδόν άγρια ζωντάνια που
κάποτε τραβούσε τα βλέμματα. Μα αμέσως χάθηκε, πνιγμένη μέσα στη συγκρατημένη,
πειθαρχημένη της στάση. Βγήκε αθόρυβα από το δωμάτιο, σαν να μην είχε υπάρξει
ποτέ τίποτε άλλο πέρα από την υπηρέτρια που ήταν τώρα.
Ο Γκάο Πινγκ μετακινήθηκε ελαφρά στη θέση του. Η πρόταση της φιλοξενίας
φάνηκε να τον αιφνιδιάζει, και για μια στιγμή δίστασε. Ο Γκούο Ρεν τον
παρατήρησε και χαμογέλασε ελαφρά.
«Δεν πιστεύω να αρνηθείς τη φιλοξενία μου…» είπε με ήρεμη, σχεδόν ζεστή
φωνή. «Τι γείτονες είμαστε τότε;»
Η ατμόσφαιρα μαλάκωσε. Ο δισταγμός δεν είχε πια θέση. «Η επιμέλεια και η
αφοσίωση», είπε ο Γκούο Ρεν, «είναι σπάνια πράγματα. Και όταν συναντώνται…
πρέπει να τοποθετούνται εκεί όπου μπορούν να διατηρηθούν». Σήκωσε το βλέμμα και
κοίταξε τον Γκάο Πινγκ. «Σε έναν οίκο που γνωρίζει την αξία τους».
Ο Γκάο Πινγκ κατέβασε ελαφρά το βλέμμα.
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε. «Ορισμένοι άνθρωποι», συνέχισε ήρεμα,
«εκπληρώνουν τον ρόλο τους χωρίς θόρυβο. Τέτοιοι άνθρωποι σπανίζουν».
Λίγο αργότερα, δόθηκε εντολή να σερβιριστεί το φαγητό. Το φαγητό ήρθε στη σωστή ώρα. Η
Χονγκ-Χουά εμφανίστηκε αθόρυβα στο κατώφλι, κρατώντας τον δίσκο με σταθερά
χέρια. Το βάδισμά της ήταν προσεκτικό, χωρίς βιασύνη, χωρίς την παραμικρή
περιττή κίνηση. Κάθε της βήμα έδειχνε μέτρο και έλεγχο, σαν να ακολουθούσε έναν
άγραφο κανόνα.
Πλησίασε το χαμηλό τραπέζι και γονάτισε ελαφρά. Ακούμπησε πρώτα το κύριο
πιάτο, φροντίζοντας να το τοποθετήσει ακριβώς στο κέντρο, με τέτοια ακρίβεια
που έμοιαζε σχεδόν τελετουργική. Έπειτα τοποθέτησε τα υπόλοιπα σκεύη με την
ίδια φροντίδα, τίποτε δεν ακούστηκε, τίποτε δεν μετακινήθηκε άτσαλα.
Η ευωδιά του φαγητού απλώθηκε διακριτικά στον χώρο. Το κρέας ήταν
καλοψημένο, τρυφερό στην όψη, δεμένο με τον ζωμό που γυάλιζε ελαφρά. Τα άγρια
χόρτα και οι ρίζες είχαν κρατήσει το σχήμα τους, χωρίς να χάνουν τη ζωντάνια
τους.
Η Χονγκ-Χουά σέρβιρε πρώτα τον Γκάο Πινγκ, όπως όριζε η φιλοξενία, και
έπειτα τον Γκούο Ρεν. Το βλέμμα της δεν σηκώθηκε ούτε στιγμή. Τα χέρια της,
όμως, πρόδιδαν τη δεξιοτεχνία της, σταθερά, ακριβή, χωρίς ίχνος αμηχανίας. Όταν
τελείωσε, αποσύρθηκε μισό βήμα πίσω και αποχώρησε.
Ο Γκούο Ρεν δοκίμασε πρώτος. Μάσησε αργά, χωρίς να βιαστεί να μιλήσει.
Ύστερα άφησε τα ξυλάκια του και έγνεψε ελαφρά, σαν να επιβεβαίωνε κάτι που ήδη
γνώριζε. Γύρισε προς τον Γκάο Πινγκ. «Είναι εξαίρετη μαγείρισσα. Αυτή η κοπέλα…
είναι άξια σε όλα. Απορώ πώς κανείς ακόμη δεν την έχει προσέξει».
Ο Γκάο Πινγκ δεν μίλησε. Μια ανεπαίσθητη κίνηση του κεφαλιού του πρόδωσε
όμως τη συμφωνία του.
Ο Γκούο Ρεν συνέχισε, με τόνο ήρεμο, σχεδόν στοχαστικό: «Έτσι είναι οι κοπέλες
αυτές. Εργάζονται σιωπηλά. Δεν ζητούν επαίνους, δεν επιδιώκουν να ξεχωρίσουν,
δεν διαλαλούν τις ικανότητές τους».
Ο Γκούο Ρεν είχε μόλις ολοκληρώσει τον λόγο του, όταν ακούστηκαν ξανά
ελαφρά, μετρημένα βήματα έξω από τον χώρο. Η Χονγκ-Χουά εμφανίστηκε για τρίτη
φορά, κρατώντας έναν μικρό, σκεπασμένο δίσκο. Η στάση της παρέμενε αμετάβλητη:
σώμα ευθυτενές, βλέμμα χαμηλωμένο, κινήσεις χωρίς την παραμικρή βιασύνη. Πλησίασε
το τραπέζι και γονάτισε απαλά. Με μια ήρεμη, σχεδόν τελετουργική κίνηση,
αφαίρεσε το κάλυμμα. Ένα λεπτό ήπιο ανθώδες άρωμα απλώθηκε στον χώρο. Στο πιάτο
διακρίνονταν διάφανα τεμάχια από διάφανο
πηκτό γλύκισμα λωτού, δεμένα με καθαρό μέλι, πλαισιωμένα από λεπτές
φέτες αποξηραμένου καρπού λωτού και λίγους σπόρους, τακτοποιημένα με τέτοια
ακρίβεια ώστε τίποτε να μη μοιάζει τυχαίο· κομμένο σε μικρά, σταθερά τεμάχια,
ώστε να κρατιέται χωρίς να διαλύεται.
Η φωνή της ακούστηκε χαμηλά:
«Ήταν ένα γλύκισμα που άρεσε στον άρχοντα Τσενγκ-Γουέι.»
Ο Γκούο Ρεν έστρεψε το βλέμμα προς το πιάτο και ύστερα προς εκείνη. «Εσύ
το έφτιαξες;»
Η Χονγκ-Χουά έγνεψε καταφατικά, σηκώνοντας ελάχιστα το κεφάλι.
«Μπορείς να αποσυρθείς.»
Εκείνη υποκλίθηκε βαθιά και απομακρύνθηκε αθόρυβα. Η παρουσία της
χάθηκε, αφήνοντας πίσω μόνο το διακριτικό άρωμα του λωτού.
Ο Γκούο Ρεν πήρε τα ξυλάκια του, μα δεν δοκίμασε αμέσως. Στάθηκε για
λίγο σιωπηλός, κοιτάζοντας το επιδόρπιο σαν να έβλεπε κάτι πέρα από την ύλη
του.
«Λωτός», είπε τελικά. Σήκωσε το βλέμμα προς τον Γκάο Πινγκ. «Στον τόπο
αυτό, τίποτε δεν επιλέγεται χωρίς λόγο. Ο λωτός ριζώνει στη λάσπη, κι όμως
αναδύεται καθαρός. Γι’ αυτό τον συνδέουν με την αρετή· με την πειθαρχία· με τον
άνθρωπο που δεν αφήνει το περιβάλλον να τον ορίσει.»
Άφησε τα ξυλάκια του δίπλα στο πιάτο. «Και όμως, το όνομά του ηχεί ως
ένωση. Ως σύνδεση. Δηλώνει δεσμό που συνεχίζεται, πράγματα που δεν
διακόπτονται.»
Ο Γκάο Πινγκ άκουγε χωρίς να διακόπτει.
«Όταν ο λωτός εμφανίζεται μαζί με τους σπόρους του», συνέχισε ο Γκούο
Ρεν, «μιλά για συνέχεια. Για απογόνους. Για οίκο που δεν σβήνει.» Έκανε μια
μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη κίνηση προς το πιάτο. «Και όταν δύο άνθη μοιράζονται
τον ίδιο μίσχο… τότε δεν είναι πια απλή εικόνα. Είναι ένωση πλήρης. Δύο
υπάρξεις, ένας δεσμός.»
Ο Γκούο Ρεν πήρε τελικά ένα μικρό κομμάτι και το δοκίμασε. Μάσησε αργά,
χωρίς βιασύνη. Έπειτα έγνεψε. «Λεπτό», είπε. «Χωρίς υπερβολές. Όπως πρέπει.» Άφησε
τα ξυλάκια του και κοίταξε ξανά τον προσκεκλημένο του. «Δεν είναι μόνο η
επιμέλεια. Είναι η κατανόηση. Να γνωρίζει κανείς τι φέρει το κάθε πράγμα… και
πότε πρέπει να το παρουσιάσει.»
Ο Γκάο Πινγκ έστρεψε το βλέμμα του στο επιδόρπιο. Πήρε ένα κομμάτι με
προσοχή και το δοκίμασε. Έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός, αφήνοντας τη γεύση να
απλωθεί πλήρως. Ύστερα το βλέμμα του μαλάκωσε, με μια σχεδόν ανεπαίσθητη
έκπληξη. «Εξαιρετικό», είπε χαμηλά. «Καθαρό και πλήρες.» Μικρή παύση. «Σπάνια
συναντά κανείς τέτοια ακρίβεια.» Σήκωσε το βλέμμα προς τον Γκούο Ρεν. «Αυτό δεν
είναι απλώς επιδέξιο. Είναι μελετημένο μέχρι τέλους.»
Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε ανεπαίσθητα. «Ό,τι έχει αξία», απάντησε ήρεμα,
«σπάνια αφήνεται στην τύχη.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε για λίγο σιωπηλός, αφού ο Γκάο Πινγκ είχε δοκιμάσει
το γλύκισμα. Το βλέμμα του δεν ήταν πλέον απλώς φιλικό· είχε γίνει μετρημένο,
σαν να δοκίμαζε όχι το φαγητό, αλλά τον ίδιο τον άνθρωπο απέναντί του. «Υπάρχουν
πράγματα», είπε τελικά, ήρεμα, «που δεν εμφανίζονται συχνά δεύτερη φορά με τον
ίδιο τρόπο.»
Ο Γκάο Πινγκ τον κοίταξε χωρίς να απαντήσει. Ο Γκούο Ρεν έγειρε ελαφρά
προς τον Γκάο Πινγκ και συμβουλευτικά είπε. «Αυτός που ξέρει πότε να αποκτήσει
κάτι», συνέχισε, «δεν περιμένει τους άλλους να ανεβάσουν την τιμή του. Πρώτος
πηγαίνει και το αποκτά.»
Ο Γκάο Πινγκ έστρεψε το βλέμμα του στο τραπέζι, χωρίς να μιλήσει αμέσως.
Ο Γκούο Ρεν συνέχισε, σαν να μιλούσε για κάτι απολύτως πρακτικό: «Εγώ σε λίγες
ημέρες, πριν γεμίσει η σελήνη του επόμενου κύκλου, θα έχω αναχωρήσει. Και δεν
είναι εύκολο να επιστρέψω σύντομα.»
Έκανε μια μικρή παύση. «Και οι άξιες κοπέλες, όπως η Χονγκ-Χουά… θα
προικιστούν από εμένα. Ως ανταμοιβή των κόπων τους και των υπηρεσιών τους στον
οίκο μου. Δεν θα μείνουν χωρίς αναγνώριση.»
Ο Γκάο Πινγκ έμεινε σιωπηλός για λίγο περισσότερο απ’ όσο απαιτούσε η
ευγένεια. Στο μυαλό του πέρασε μια σκέψη, καθαρή ίσως ήταν πολύ νωρίς ακόμη. Ο
Γκούο Ρεν τον παρατήρησε χωρίς να τον πιέσει. Περίμενε. Έπειτα πρόσθεσε, σχεδόν
σαν να έκλεινε μια απλή συζήτηση. «Όποιος έχει να ζητήσει κάτι», είπε ο Γκούο
Ρεν, «θα πρέπει να αποφασίσει σύντομα.»
Δεν υπήρχε πλέον καμία μεταφορά, κανένα περιτύλιγμα. Μόνο μια ευγενική,
σταθερή υπενθύμιση του χρόνου που έκλεινε. Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν
αμήχανη. Ήταν πλήρης. Και το επιδόρπιο, ακίνητο ανάμεσά τους, έμοιαζε να έχει
αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία απ’ όσο η ίδια η γεύση του.
ένα
εγκαταλειμμένο κτήμα αποκτά και πάλι ζωή
Το απόγευμα άρχισε να βάφει με χρυσαφένιες αποχρώσεις τα χαμηλά σπίτια
και τις συστάδες από μπαμπού. Ο Γκούο Ρεν στεκόταν στην αυλή, με τα χέρια
δεμένα πίσω από την πλάτη. Ήταν μόλις είκοσι δύο ετών, κι όμως το βλέμμα του
είχε ήδη τη βαρύτητα ανθρώπου που είχε μάθει να αποφασίζει γρήγορα. Την
περισυλλογή του διέκοψε ο ήχος από το μικρό σκυλάκι. Είχε ξεφύγει από τα χέρια
της Ρουό-Σι και έχει τρέξει πάνω του. «Γιατί ήρθες» της είπε ο Γκούο Ρεν.
«Δεν άντεχα άλλο μόνη μου εκεί. Εδώ τουλάχιστον υπάρχει κίνηση».
«Καλά» της είπε ο Γκούο Ρεν.
Η Ρουό-Σι πήρε το σκυλάκι στην αγκαλιά της και μπήκε μέσα στο σπίτι,
μεταμορφώνοντας και πάλι τον εαυτό της σε Σου-Σι.
Ο Γκούο Ρεν κάλεσε τον Λι Σαν. Ο επιστάτης έφτασε με σταθερό βήμα και
έσκυψε ελαφρά το κεφάλι.
«Έχω μία σκέψη», είπε ο Γκούο Ρεν χωρίς περιστροφές. «Δεν μπορεί να
μένουν ανεκμετάλλευτα κτήματα και τόποι που μου ανήκουν. Ό,τι δεν αποδίδει, είναι
ζημιά.»
Ο Λι Σαν δεν μίλησε αμέσως. Περίμενε.
«Αυτό το ξεχασμένο πέτρινο κτίσμα… ξέρεις πού είναι;»
«Ξέρω, άρχοντά μου», απάντησε εκείνος.
Ο Γκούο Ρεν συνέχισε «Έχει πρόβλημα στη σκεπή. Όμως αντέχει. Θα
χρειαστεί φτιάξιμο η πόρτα και ο φράχτης στον περίβολο. Έχουμε ανθρώπους;»
«Έχουμε. Κι αν χρειαστεί, θα πάω κι εγώ να βοηθήσω.» απάντησε ο Λι Σαν.
«Θα καθαριστούν τα χόρτα, τα μπαμπού, ό,τι έχει φυτρώσει γύρω. Δεν θέλω
τίποτα να πνίγει τη γη.»
Ο Λι Σαν συμφώνησε ξανά.
«Είπες υπάρχει και κτήμα.»
Ο Λι
Σαν απάντησε : «Το κτήμα… είναι πίσω από το σπίτι. Δεν φαίνεται από το δρόμο;»
«Και τι μπορεί να καλλιεργηθεί
εκεί;»
«Παλιότερα καλλιεργούσαν σόργο. Αντέχει σε φτωχά χώματα και στην
ξηρασία. Όμως το κτήμα δεν είναι μεγάλο. Το είχαν κρίνει ασύμφορο και το
άφησαν.» Ο Λι Σαν κοντοστάθηκε για μια στιγμή και πρόσθεσε σκεφτικός: «Ίσως… να
μπορούσε να δοκιμαστεί και φαγόπυρο. Ή γλυκοπατάτα. Δεν ζητούν πολλά από τη
γη.»
Ο Γκούο Ρεν έσκυψε. «Η γη έχει ήδη ξεκουραστεί. Τώρα πρέπει να αποδώσει.
Το κτήμα είναι μικρό — θέλω κάτι πιο αποδοτικό.» Σιώπησε για λίγο, ύστερα μίλησε πιο χαμηλά,
σαν να σκεφτόταν δυνατά. «Τα σπαρτά δίνουν όγκο… όχι αξία. Με τόσο λίγο τόπο,
χρειάζεται κάτι που να πιάνει καλή τιμή. Φαρμακευτικά βότανα, ίσως.»
Σήκωσε το βλέμμα προς τον Λι Σαν. «Αστράγαλος», αυτό που το λένε Χουάνγκ Τσι, όταν οι έμποροι συναλλάσσονται με τους
ξένους.» Έκανε μια μικρή παύση. «Δεν είναι ιδιότροπος. Πιάνει και σε μέτρια
χώματα, δεν ζητά βαριά σκιά, και η ρίζα του μεγαλώνει σταθερά χωρίς να εξαντλεί
τη γη γρήγορα.»
Περπάτησε λίγα βήματα αργά. «Τον θέλουν οι γιατροί. Λένε πως δυναμώνει
το σώμα, δίνει αντοχή, βοηθά στην ανάρρωση και κρατά μακριά τις αρρώστιες. Δεν
είναι σπάνιος σαν το τζινσένγκ… μα έχει σταθερή ζήτηση. Οι έμποροι τον
αγοράζουν κάθε χρόνο.»
Σταμάτησε. «Η γλυκοπατάτα θα απλώνεται χαμηλά. Δεν ζητά πολλά και θα μας
δώσει τροφή. Κι ανάμεσά της μπορούμε να βάλουμε αστράγαλο, θα τραβά τη δύναμή
του βαθύτερα στο χώμα. Δεν θα ανταγωνίζονται πολύ.»
Γύρισε προς τον Λι Σαν. «Έτσι ο ίδιος τόπος θα δίνει και τροφή… και
κέρδος.»
Ο Λι Σαν ένευσε αργά, με μια σκιά σεβασμού στο βλέμμα. «Τότε θα το
δουλέψουμε όπως πρέπει, άρχοντα. Ο αστράγαλος θέλει φροντίδα, μα ανταποδίδει.»
Ο νεαρός άρχοντας γύρισε το βλέμμα του προς τον ορίζοντα. «Το πρόβλημα
δεν είναι μόνο να αποφέρει η γη. Θέλω ανθρώπους εκεί. Μόνιμα. Θα μένουν στο πέτρινο σπίτι. Αργότερα θα το
επεκτείνουμε. Είναι κόμβος. Δεν πρέπει να μένει παρατημένος.»
Σιωπή απλώθηκε για λίγο ανάμεσά τους.
«Υπάρχουν άνθρωποι χωρίς οικογένεια ανάμεσα στους εργάτες μας;» ρώτησε ο
Γκούο Ρεν.
«Υπάρχουν.»
«Θα μου βρεις δύο, τρεις. Όχι περισσότερους. Όποιος θέλει, να έρθει να
με βρει μέχρι το βράδυ. Οι δουλειές πρέπει να τελειώνουν γρήγορα. Δεν έχω χρόνο
να ξοδεύω εδώ.»
Ο Λι Σαν έσκυψε βαθύτερα αυτή τη φορά. «Όπως προστάζετε.» Γύρισε και
έφυγε χωρίς άλλη λέξη. Καθώς απομακρυνόταν από την αυλή, το φως της ημέρας
λιγόστευε. Δύο ή τρεις άνθρωποι. Όχι οικογένειες. Μοναχικοί. Σκέφτηκε τον Σεν
Λούο, που είχε χάσει τη γυναίκα του στον περασμένο χειμώνα. Ήταν σιωπηλός, μα
εργατικός. Θα άντεχε την απομόνωση. Ύστερα τον Τζιν Χουάν, νεότερο, χωρίς
ρίζες, πάντα πρόθυμο να αποδείξει την αξία του. Ίσως κι εκείνη η γυναίκα, η Γιουέ-Σιν,
που δούλευε στα χωράφια χωρίς να μιλά πολύ σε κανέναν. Αλλά θα άντεχαν; Το
απομακρυσμένο κτήμα δεν ήταν για όλους.
Ο άνεμος πέρασε μέσα από τα μπαμπού και του ψιθύρισε κάτι που έμοιαζε με
προειδοποίηση. Και αν μεταξύ τους
δημιουργούνταν προβλήματα; Και αν κάποιος έβλεπε την ευκαιρία να αγγίξει τη
Γιουέ-Σιν. Πάντα όταν υπάρχουν δύο άντρες και μία γυναίκα θα προκύψουν ζητήματα,
ειδικά σε ένα απομονωμένο τόπο.
Όχι, έπρεπε να βρει κάτι σαν ζευγάρι. Ανθρώπους που έμεναν μαζί, που
είχαν ήδη μάθει να μοιράζονται τη σιωπή. Δεν ήταν μόνο η δουλειά· ήταν η
μοναξιά, η βαριά ησυχία μιας γης που είχε ξεχαστεί από όλους. Εκεί έπρεπε να
σταλούν όσοι δεν ζητούσαν περισσότερα από τη ζωή τους, όσοι δεν κυνηγούσαν
όνειρα ή προοπτικές, όσοι είχαν ήδη αποκοπεί, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, από
τον υπόλοιπο κόσμο.
Σκέφτηκε τη Γου Σία. Δεν ήταν μια συνηθισμένη περίπτωση. Είχε χρήματα,
περισσότερα απ’ όσα φαινόταν, και δεν της έλειπε τίποτα ουσιαστικό. Κι όμως
είχε αφήσει πίσω της την πόλη της Χανγκζού ή ίσως η πόλη την είχε αφήσει
εκείνη. Ο θείος του, ο Γουάνγκ Λιού, είχε πετάξει κάποτε δυο-τρεις κουβέντες,
μισοειπωμένες, που έμεναν να αιωρούνται. Δεν κατηγορούσαν ανοιχτά, αλλά άφηναν
μια αιχμή. Υπερβολική οικειότητα με τον ανιψιό της, τον Ζανγκ Κιν. Τίποτα που
να λέγεται καθαρά αλλά αρκετά για να κάνουν τους άλλους να κοιτούν αλλού όταν
περνούσαν.
Ο Λι Σαν έσφιξε τα χείλη του. Αυτή, για την ώρα, του φαινόταν η καλύτερη
επιλογή. Αν δέχονταν, εκεί, στο απομακρυσμένο κτήμα, κανείς δεν θα τους
ενοχλούσε. Κανείς δεν θα σχολίαζε ότι έμεναν στο ίδιο σπίτι. Κανείς δεν θα
αναρωτιόταν τι έκαναν τα βράδια ή γιατί είχαν διαλέξει να ζουν έτσι.
Τους βρήκε στην άκρη του οικισμού. Η Γου Σία καθόταν σε ένα χαμηλό
σκαμνί και ξεχώριζε προσεκτικά αποξηραμένα φύλλα τσαγιού, τα δάχτυλά της
γρήγορα και ακριβή, σαν να εκτελούσαν μια γνώριμη τελετουργία. Δίπλα της, ο
Ζανγκ Κιν καθόταν μισοξαπλωμένος και έπαιζε απαλά ένα γκουτσίν, αφήνοντας τις
νότες να κυλούν ήρεμα μέσα στον απογευματινό αέρα.
Σήκωσαν το βλέμμα όταν τον είδαν. Μετά τον τυπικό χαιρετισμό, ο Λι Σαν
δεν άργησε να μπει στο θέμα. Τους μίλησε για το κτήμα, για το πέτρινο σπίτι,
για τη δουλειά που έπρεπε να γίνει. Τους εξήγησε πως θα ήταν μόνοι τους.
Στάθηκε λίγο στη λέξη. «Μόνοι», επανέλαβε, πιο ήσυχα. «Αν βέβαια μπορείτε να
αντέξετε τη μοναξιά.» Ήξερε ήδη την απάντηση, πριν καν τη δώσουν. Σχεδόν με
κανέναν δεν συναναστρέφονταν. Ζούσαν σαν να βρίσκονταν ήδη μακριά από όλους.
«Η δουλειά… στην αρχή τουλάχιστον, δεν θα είναι βαριά», συνέχισε. «Και
δεν θα έχετε κανέναν πάνω από το κεφάλι σας. Κανέναν να σας επιτηρεί, κανέναν
να σχολιάζει…» Άφησε τη φράση να αιωρηθεί, μακρόσυρτη, σχεδόν δελεαστική. Ύστερα
πρόσθεσε, σαν να το θυμήθηκε τελευταία στιγμή: «…για το αν βγάζετε τη δουλειά
που σας έχει ανατεθεί ή αν καθυστερείτε.» Τους κοίταξε και τους δύο. «Πρέπει να
αποφασίσετε άμεσα. Αν δεν θέλετε, θα βρω άλλους. Όμως είναι καλή ευκαιρία.»
Η Γου Σία δεν δίστασε σχεδόν καθόλου. Άφησε τα φύλλα τσαγιού στην άκρη
και σήκωσε το βλέμμα της. «Και πότε πρέπει να φύγουμε;»
Ο Λι Σαν την κοίταξε σταθερά. «Άμεσα», απάντησε. «Θα έρθω κι εγώ να
βοηθήσω. Το πέτρινο κτίσμα θέλει κάποια μικρή επισκευή. Αν αποφασίσετε μέχρι
νωρίς το βράδυ, θα πρέπει να παρουσιαστείτε στον άρχοντα Γκούο Ρεν.» Ο ήχος του
γκουτσίν είχε σταματήσει. Μια τελευταία νότα έσβησε αργά στον αέρα.
η
Γου Σία ενώπιον του Γκούο Ρεν
Το πέτρινο σπίτι στο Νανγκού κρατούσε ακόμη τη δροσιά της γης μέσα του.
Οι τοίχοι ήταν γυμνοί, βαρείς, και το φως που έμπαινε από το μικρό άνοιγμα της
πόρτας έπεφτε λοξά, κόβοντας τον χώρο στα δύο. Ο Γκούο Ρεν στεκόταν όρθιος, σαν
να δοκίμαζε αν ο τόπος μπορούσε πράγματι να σταθεί στο ύψος των σχεδίων του.
Η Γου Σία μπήκε χωρίς βιασύνη. Δεν χαμήλωσε υπερβολικά το βλέμμα της,
ούτε στάθηκε αμήχανα. Μια σύντομη υπόκλιση, όσο έπρεπε, και τίποτε παραπάνω.
Ο Γκούο Ρεν την παρατήρησε για λίγες στιγμές, σιωπηλά. Δεν ήταν η στάση
μιας κοινής εργάτριας. Το βλέμμα του στάθηκε στο χέρι της. Το δαχτυλίδι. Βαρύ,
καλοδουλεμένο, με μια πέτρα που δεν άστραφτε επιδεικτικά, αλλά κρατούσε μέσα
της βάθος.
«Εντυπωσιακό το κόσμημά σας», είπε. «Ελπίζω να μην το φοράτε την ώρα της
δουλειάς.»
Η Γου Σία χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα στο χέρι της, σαν να το θυμήθηκε
εκείνη τη στιγμή. «Ενθύμιο από την προηγούμενη ζωή μου στη Χανγκζού.» Ο τόνος
της ήταν ήρεμος, σχεδόν επίπεδος.
Καθώς ο Γκούο Ρεν της μιλούσε για το θέμα της μετεγκατάστασης, μια
ανεπαίσθητη οσμή έφτασε ως εκείνη. Τόσο αχνή που κάποιος άλλος ίσως να μην την
πρόσεχε καν. Όμως εκείνη την αναγνώρισε αμέσως. Το δάκρυ του ονείρου. Ένα
υπόλειμμα, ξεθωριασμένο πια, μα υπαρκτό. Έμεινε για μια στιγμή ακίνητη. Ήξερε
καλά αυτή την ουσία. Κάποτε την είχε χρησιμοποιήσει για τον Ζανγκ Κιν, για να
μαλακώσει τους φόβους του, να ησυχάσει τις νύχτες του. Τώρα δεν τη χρειαζόταν
πια. Σήκωσε ξανά το βλέμμα της προς τον Γκούο Ρεν. Τον κοίταξε λίγο πιο
προσεκτικά αυτή τη φορά.
«Το σπίτι θα επεκταθεί», είπε εκείνος, συνεχίζοντας σαν να μην είχε
διακοπεί τίποτα. «Όχι άμεσα, βέβαια. Μην σας τρομάζει που είναι μικρό.»
Η Γου Σία άφησε ένα αδιόρατο χαμόγελο να περάσει από τα χείλη της. «Και
τα μικρά σπίτια… αν έχει κανείς λεπτότητα, μπορούν να μοιάζουν με κομψή
ζωγραφιά.» Δεν ήταν αντίρρηση. Ήταν δήλωση.
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε για λίγο πιο έντονα. Κατάλαβε.
«Ο Ζανγκ Κιν;»
«Ήταν λίγο αδιάθετος και έμεινε στο σπίτι», απάντησε. «Μετά τη δουλειά
του αρέσει να παίζει γκουτσίν.»
«Εκεί θα έχει άφθονο χρόνο να εξασκείται», είπε ο Γκούο Ρεν. Μια σύντομη
σιωπή ακολούθησε. «Αν δεχτείτε, θα πρέπει να ξεκινήσετε άμεσα. Ίσως και αύριο. Το αργότερο μεθαύριο. Θα είστε έτοιμοι;»
Η Γου Σία δεν χρειάστηκε να σκεφτεί. «Ναι. Δεν έχουμε πολλά πράγματα.
Ποτέ δεν είχαμε.» Στάθηκε για μια στιγμή, σαν να μέτραγε τα λόγια της. «Τα
αντικείμενα. Κάτι που χάνεται, που ξεχνιέται, που τελικά τα βαριέται κανείς. Οι
άνθρωποι είναι το βασικό.»
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε αργά. «Είμαστε σύμφωνοι;»
«Σύμφωνοι.»
«Αύριο δεν θα εργαστείτε. Πριν το μεσημέρι να έχετε συγκεντρώσει τα
απαραίτητα. Ο Λι Σαν με δύο εργάτες θα σας μεταφέρει εκεί. Θα σας βοηθήσουν
μέχρι να εγκατασταθείτε.»
Έκανε ένα βήμα προς την έξοδο και πρόσθεσε, σαν να της παρέδιδε κάτι
περισσότερο από μια απλή αποστολή: «Εκεί θα γίνει κόμβος. Εσείς θα ελέγχετε το
μέρος και τα εμπορεύματα που θα περνούν. Είναι εύκολη δουλειά.»
Η Γου Σία έγνεψε ελαφρά. «Καληνύχτα, άρχοντά μου.» Όμως το μυαλό της δεν
ήταν στη δουλειά. Η οσμή. Το δάκρυ του ονείρου δεν ήταν κάτι που κυκλοφορούσε
ελεύθερα. Το γνώριζαν λίγοι και συνήθως όσοι είχαν ζήσει μέσα σε πλούτο και
κλειστούς κύκλους. Ποιος, λοιπόν, εδώ…; Καθώς απομακρυνόταν, διέκρινε μια μορφή
λίγο πιο πέρα. Η Σου-Σι. Στάθηκε για μια στιγμή και γύρισε να την κοιτάξει. Η
άλλη γυναίκα ανταπέδωσε το βλέμμα χωρίς δισταγμό. Ήρεμο, σταθερό, σχεδόν
μετρημένο, το βλέμμα ανθρώπου που δεν είχε μάθει να χαμηλώνει τα μάτια του. Η
Γου Σία μειδίασε ελαφρά. Ήταν κάτι ανάμεσα σε χαιρετισμό… και σε αναγνώριση. Σαν
να καταλάβαιναν και οι δύο περισσότερα απ’ όσα θα έλεγαν ποτέ με λόγια.
Ο
Γκούο Ρεν συζητά με τη φιλοξενούμενή του
Όταν έφυγε η Γου Σία ο Γκούο Ρεν μπήκε στο μέσα δωμάτιο που καθόταν η
«φιλοξενούμενή» του. «Εδώ θα μείνεις;»
«Εδώ» του απάντησε η Ρουό-Σι. «…Υπηρέτριά σου δεν είμαι;» του είπε
χαμογελώντας.
«Εσύ θέλησες να παρουσιάζεσαι έτσι…» της απάντησε ο Γκούο Ρεν.
«Ναι, αλλά μέχρι στιγμής αυτό μας είχε βοηθήσει» γύρισε και τον κοίταξε
η Ρουό-Σι.
«Αυτό το μικρό πέτρινο κτίσμα που βρήκαμε είναι σημείο ελέγχου. Ούτε
μακριά, ούτε κοντά. Ανάμεσα στο Νανγκού και στην αποθήκη στο σπίτι της Α-Μέι.
Αύριο στέλνω εκεί ανθρώπους να εγκατασταθούν.»
«Το άκουσα» του είπε η Ρουό-Σι. «Δεν είναι άσχημη επιλογή. Αυτή η Γου
Σία ήταν πλούσια. Οι πλούσιοι δεν έχουν ανάγκη να κρύψουν λίγα σακκιά ή κάποια
εφόδια. Άλλωστε εγκατέλειψε τα πλούτη της και ήρθε εδώ να βρει την ηρεμία
της». Η Ρουό-Σι απέφυγε να θίξει ή να υπονοήσει
τα ερωτήματα σχετικά με τον συνοδό της Γου Σία.
«Υπάρχει κάτι ακόμη. Δεν ξέρω αν πετύχει…» της είπε ο Γκούο Ρεν.
«Υπολογίζω στη γοητεία της Χονγκ-Χουά. Μάλλον σαγήνευσε τον Γκάο Πινγκ. Θα
δούμε σύντομα… Αν τη ζητήσει τελειώνουμε με μία από τις ‘ευνοούμενες’».
Η Ρουό-Σι έδειξε πιο ευχαριστημένη από όσο θα έπρεπε. Αν έφευγε η μία,
θα καταλάβαιναν και οι υπόλοιπες ποιος έπρεπε να είναι ο δρόμος τους. Έμεινε για λίγο σιωπηλή αφού έφυγε ο Γκούο
Ρεν. Η πόρτα είχε κλείσει, μα ο χώρος δεν της φαινόταν πια ουδέτερος· κάθε
γωνία του πέτρινου κτίσματος έμοιαζε να κρατάει πληροφορίες που δεν είχαν
ειπωθεί φωναχτά.
Η σκέψη της γύρισε στις τρεις παλλακίδες. Η Χονγκ-Χουά ήταν η πιο
επικίνδυνη. Άνθρωποι σαν κι αυτή δεν μένουν ποτέ απλώς στη θέση τους. Η
Λινγκ-Λου, αντίθετα, δεν προκαλούσε με θόρυβο· και αυτό ήταν χειρότερο. Η
ηρεμία της είχε κάτι που δεν μπορούσε να διαβαστεί εύκολα, και εκείνα τα
πράσινα μάτια… σαν να έβλεπαν λίγο πιο πέρα από ό,τι έπρεπε. Η Τσινγκ-Για δεν ήταν
υπολογίσιμη αντίπαλος· περισσότερο παρουσία που υπάρχει για να γεμίζει αριθμούς
παρά ισορροπίες. «Κάποιες φορές οι άντρες δεν ξέρουν τι επιλέγουν… ούτε γιατί
το επιλέγουν», σκέφτηκε, αφήνοντας τη φράση να μείνει χωρίς συνέχεια.
Η επίσκεψή της στο νότιο κτήμα και στο άδειο σπίτι του Τζου Μιν της είχε
δώσει περισσότερα απ’ όσα φαινόταν. Όχι από τα επίσημα λόγια, αλλά από τα κενά
ανάμεσά τους. Οι γυναίκες που την συνόδευαν μιλούσαν χωρίς προσοχή, όπως κάνουν
όσοι δεν πιστεύουν ότι τους ακούει κανείς πραγματικά. Μπορεί όμως και εσκεμμένα να έθιγαν κάποια
θέματα, σηκώνοντας ελαφρά τους ψιθύρους τους, ώστε να είναι ευδιάκριτοι, για να
τα ακούσει αυτή η νέα φιλοξενούμενη με τα γαλαζωπά μάτια.
«Και να σκεφτεί κανείς ότι αυτές έχουν δικό τους σπίτι… προσεγμένο… και
δεν δουλεύουν…»
«Κάνουν ότι δουλεύουν θες να πεις», την
είχε συμπληρώσει η άλλη, μισογελώντας.
«Και εμείς που προσφέρουμε, ωραία ανταμοιβή έχουμε…»
«Σώπα… ποιος ξέρει; Μπορεί ο νέος
άρχοντας να σου χαρίσει και σένα περιδέραιο…»
Η Ρουό-Σι τότε δεν είχε αντιδράσει. Μόνο είχε αποθηκεύσει τις λέξεις. Τώρα,
μόνη, έκανε τον υπολογισμό πιο καθαρά. Πόσα είχε σπαταλήσει ο πατέρας της; Να
ήταν μόνο εδώ ή και αλλού, σε άλλα κτήματα, σε άλλα ονόματα που δεν θα μάθαινε
ποτέ κανείς πλήρως. Μήπως και στο Σιαοχέ γινόταν κάτι ανάλογο;
Έσφιξε αργά τα δάχτυλά της μέσα στο μανίκι. Θα ήθελαν άραγε να φύγουν
από το Νανγκού; Η σκέψη της σταμάτησε για λίγο στη Χονγκ-Χουά. Εκείνη δεν θα
έφευγε εύκολα από το κέντρο των πραγμάτων. Η Λινγκ-Λου, όμως… ίσως να μην
χρειαζόταν καν να πειστεί. Και η Τσινγκ-Για; Γιατι όχι ένας γάμος με κάποιον
από τους εργάτες, γιατί όχι με τον Λι Σαν;
Έξω, ο αέρας πέρασε μέσα από τα μπαμπού και έφερε έναν χαμηλό ήχο,
σχεδόν σαν προειδοποίηση. Η Ρουό-Σι δεν κινήθηκε. Απλώς άφησε τη σκέψη να
μείνει εκεί που ήταν: το Νανγκού δεν ήταν σταθερό. Ήταν ένας τόπος που περίμενε
να αναδιαταχθεί — και εκείνη είχε ήδη αρχίσει να υπολογίζει τα σημεία από όπου
θα μπορούσε να σπρώξει την πρώτη πέτρα.
μια επιπόλαια πρόταση γάμου
Την επόμενη ημέρα, ο Γκάο Πινγκ επέστρεψε στη γη των Ντου πριν ακόμη ο
ήλιος ανέβει ψηλά. Δεν υπήρχε αμφιβολία στα βήματά του· η απόφαση είχε ωριμάσει
μέσα στη νύχτα και τώρα ζητούσε μορφή.
Ο Γκούο Ρεν τον δέχτηκε αμέσως. Η αίθουσα ήταν ήσυχη. Ο Γκάο Πινγκ
υποκλίθηκε. Χωρίς περιττές εισαγωγές και με φωνή μετρημένη είπε: «Σκέφθηκα όσα ειπώθηκαν χθες. Ζητώ την άδεια
του άρχοντα Γκούο Ρεν για την ένωση με τη Χονγκ-Χουά.»
Οι λέξεις ειπώθηκαν καθαρά, χωρίς περιστροφή.
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε για λίγο σιωπηλός. Έγνεψε ελαφρά. «Κατανοητό.» Έπειτα έγειρε ελαφρά προς τα εμπρός. «Η
Χονγκ-Χουά», είπε, «είναι ορφανή.» Η φράση έμεινε ακίνητη στον χώρο.«Δεν
υπάρχει πατρικός οίκος», συνέχισε, «ούτε γραμμή που να μοιράζεται την ευθύνη
μιας τέτοιας ένωσης.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Επομένως, εγγυητής της είναι ο οίκος μου. Και εγώ προσωπικά.»
Ο Γκάο Πινγκ έγνεψε αργά. «Το κατανοώ.»
Η έκφραση του Γκούο Ρεν δεν είχε αυστηρότητα, αλλά είχε έλεγχο. «Τότε θα
μιλήσουμε καθαρά», είπε. Η φωνή του έγινε λίγο πιο χαμηλή, πιο σταθερή. «Δεν
αρκεί η πρόθεση. Πρέπει να υπάρχει εχέγγυο.»
Ο Γκάο Πινγκ τον κοίταξε.
«Μπορείς να της εξασφαλίσεις μια ήρεμη ζωή;» συνέχισε ο Γκούο Ρεν. «Έναν
οίκο σταθερό, χωρίς ταραχές, χωρίς αβεβαιότητα; Μια οικογενειακή τάξη που δεν
θα την φθείρει με τον χρόνο;»
Έκανε μια παύση, σαν να άφηνε το βάρος της ερώτησης να φανεί πλήρως.
«Γιατί δεν μιλάμε για θέση υπηρεσίας», πρόσθεσε. «Μιλάμε για ένωση.»
Το βλέμμα του Γκάο Πινγκ έμεινε σταθερό, χωρίς να διαρρηγνύεται από
αμφιβολία. Ο Γκάο Πινγκ έγνεψε καταφατικά.
Ο Γκούο Ρεν δεν έσπευσε να συνεχίσει. Αντίθετα, γύρισε αλλού το κεφάλι
του χωρίς να κοιτάζει τον Γκάκο Πινγκ.
«Πού προτίθεσαι να μείνετε;»
Η ερώτηση ήρθε απλά, σαν να αφορούσε πρακτικό ζήτημα.
«Στο οίκο μου», απάντησε ο Γκάο Πινγκ. «Με τον πατέρα μου, τη μητέρα μου
και τον μικρότερο αδελφό μου.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Κατανοητό», είπε αργά. «Αλλά αυτό
δεν είναι ιδανικό.»
Ο Γκάο Πινγκ τον κοίταξε χωρίς να απαντήσει.
Ο Γκούο Ρεν συνέχισε, πιο μετρημένα τώρα:
«Μια νέα νύφη σε ηλικία όπως η
Χονγκ-Χουά, δεν είναι σωστό να μοιράζεται τον ίδιο χώρο διαβίωσης με όλη την
οικογένεια του συζύγου της, ιδιαίτερα με νεότερους άνδρες του οίκου.»
Έκανε μια μικρή παύση, αφήνοντας το νόημα να σταθεροποιηθεί. «Αυτό
μπορεί να δημιουργήσει εντάσεις. Ή παρερμηνείες. Και τέτοια πράγματα, όσο μικρά
κι αν φαίνονται στην αρχή, δεν μένουν ποτέ μικρά.»
Ο Γκάο Πινγκ έμεινε σιωπηλός. Δεν είχε εξετάσει αυτή τη διάσταση.
Ο Γκούο Ρεν το αντιλήφθηκε.
«Πρέπει να υπάρχει ξεχωριστή κατοικία», είπε τώρα πιο σταθερά. «Κοντά
στον οίκο των γονιών σου, αλλά όχι μέσα σε αυτόν.»
Ο Γκάο Πινγκ κατέβασε ελαφρά το βλέμμα, σκεπτόμενος. «Δεν το είχα υπολογίσει
έτσι», παραδέχτηκε.
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε, σαν να περίμενε αυτή την απάντηση. «Είναι λογικό»,
είπε. «Αυτά δεν είναι πάντα προφανή σε όποιον ζητά ένωση.» Σταμάτησε για λίγο
και πρόσθεσε: «Αλλά είναι απαραίτητα.»
Ο Γκάο Πινγκ πήρε βαθιά ανάσα. «Θα χρειαστεί χρόνος.»
«Χρόνος υπάρχει», απάντησε ο Γκούο Ρεν, σχεδόν αδιάφορα. Και ύστερα, με
πιο συγκεκριμένο τόνο: «Αρκεί να υπάρχει πρόθεση.»
Ο Γκάο Πινγκ έγνεψε.
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε ξανά, και αυτή τη φορά οι επιφυλάξεις του πήραν
πιο πρακτική μορφή. «Το σπίτι πρέπει να είναι απλό, αλλά σταθερό. Και να μπορεί να επεκταθεί, αν χρειαστεί.» Και
τότε, σαν να έκλεινε τον κύκλο της συζήτησης, ο Γκούο Ρεν πρόσθεσε: «Θα βοηθήσω
και εγώ στην οικοδόμηση του σπιτιού σας.»
Ο Γκάο Πινγκ τον κοίταξε ξαφνιασμένος.
Ο Γκούο Ρεν συνέχισε ήρεμα, σαν να μιλούσε για κάτι ήδη αποφασισμένο: «Αυτό
θα είναι το δώρο μου. Όχι προς εσένα μόνο, αλλά προς την τάξη που θα
δημιουργηθεί.»
Η φωνή του χαμήλωσε ελαφρά. «Η πρόταση», είπε τελικά ήρεμα, «δεν
απορρίπτεται.» Μια μικρή παύση. «Ούτε εγκρίνεται ακόμη.»
Ο Γκάο Πινγκ δεν αντέδρασε. Ο Γκούο Ρεν συνέχισε με την ίδια ψυχραιμία:
«Θα χρειαστώ μία ημέρα. Αύριο, πριν το μεσημέρι, θα υπάρχει απάντηση.»
Ο Γκάο Πινγκ έγνεψε αργά. «Θα περιμένω.»
η
Χονγκ-Χουά ενώπιον του Γκούο Ρεν
Την ίδια ημέρα, λίγο μετά την αναχώρηση του Γκάο Πινγκ, ο Λι Σαν στάθηκε
μπροστά στη Χονγκ-Χουά. «Ο άρχοντας σε καλεί», είπε απλά. Η φωνή του δεν άφηνε
περιθώριο ερώτησης. Η Χονγκ-Χουά έγνεψε ελαφρά και τον ακολούθησε χωρίς δισταγμό.
Το πέτρινο σπίτι ήταν ήσυχο εκείνη την ώρα. Η πέτρα κρατούσε ακόμη τη
ζέστη της ημέρας, αλλά ο αέρας είχε αρχίσει να αλλάζει.
Όταν μπήκαν, ο Λι Σαν υποκλίθηκε και απομακρύνθηκε. Η Χονγκ-Χουά έμεινε
όρθια, με το βλέμμα χαμηλωμένο.
Η Χονγκ-Χουά υποκλίθηκε χαμηλά. Όταν σήκωσε το βλέμμα της, εκείνος την
κοιτούσε χωρίς σκληρότητα, αλλά και χωρίς εκείνη τη θερμότητα που είχε μείνει
για λίγες στιγμές πάνω στο πρόσωπό του το επόμενο πρωί. Αυτό μόνο αρκούσε για
να σφίξει κάτι μέσα της.
Για μια στιγμή, η μνήμη της νύχτας
πέρασε ξανά από μέσα της. Τα τριξίματα του ξύλινου πατώματος. Η βαριά ανάσα
του. Το βλέμμα του όταν είχε πάψει να διστάζει. Η φωτιά που είχε ανάψει μέσα
του με τα ίδια της τα χέρια. Δεν είχε υπάρξει ψυχρή. Δεν είχε υπάρξει μηχανική.
Του είχε δώσει περισσότερα απ’ όσα απαιτούσε ο ρόλος της. Του είχε δώσει
υπομονή, ρυθμό, προσοχή. Και όταν εκείνος είχε χαθεί μέσα στη δύναμη και τη
νεότητά του, εκείνη δεν τον είχε αφήσει να σβήσει. Τον είχε τραβήξει πίσω κοντά
της. Τον είχε κάνει να επιστρέψει.
Και όμως τώρα στεκόταν απέναντί της
σαν να είχαν απομείνει μόνο οι υποχρεώσεις.
Η σκέψη τρύπωσε αργά μέσα της, πικρή
και επίμονη. Ίσως δεν είχε αξιολογήσει σωστά όσα του είχε προσφέρει εκείνη τη
νύχτα. Ίσως είχε δει μόνο μια γυναίκα του οίκου του πατέρα του. Μια ευνοούμενη
που εκπλήρωσε σωστά τον ρόλο της. Τίποτε περισσότερο.
Και ίσως… ίσως έφταιγε και εκείνη η
νεαρή γυναίκα που είχε φέρει μαζί του στα κτήματα. Η ξένη φιλοξενούμενη που τον
συνόδευε διακριτικά τις τελευταίες ημέρες. Η παρουσία της είχε αλλάξει κάτι
στον τρόπο που ο Γκούο Ρεν κοιτούσε τους ανθρώπους γύρω του. Η Χονγκ-Χουά το
είχε παρατηρήσει. Σαν να γινόταν πιο προσεκτικός. Πιο συγκρατημένος. Σαν
κάποιος να του είχε υπενθυμίσει πως όσα συμβαίνουν τη νύχτα δεν πρέπει να
αφήνουν ίχνη μέσα στην ημέρα.
Τα δάχτυλά της ενώθηκαν χαμηλά μπροστά
της για να μη φανεί η ένταση που περνούσε μέσα από τα χέρια της.
Δεν είχε ζητήσει πολλά. Δεν είχε
ονειρευτεί θέση ή εξουσία. Θα της αρκούσε να παραμείνει στα κτήματα του
Νανγκού. Ήσυχα. Αθόρυβα. Να συνεχίσει να τον υπηρετεί όταν εκείνος ερχόταν στα
νότια κτήματα. Να είναι εκεί όταν θα τη χρειαζόταν. Χωρίς απαιτήσεις. Χωρίς
θόρυβο.
Και βαθιά μέσα της υπήρχε ακόμη εκείνη
η επίμονη σκέψη: αν της δινόταν άλλη μία νύχτα, άλλη μία ευκαιρία, ίσως τότε ο
Γκούο Ρεν να καταλάβαινε πραγματικά τι του είχε προσφέρει. Ίσως τότε να έβλεπε
όχι μόνο την παλλακίδα του πατέρα του, αλλά τη γυναίκα που είχε ξαναζωντανέψει
δίπλα του μέσα στο παλιό σπίτι του Τζου Μιν.
Όταν ο Γκούο Ρεν της έκανε τελικά νόημα να πλησιάσει, η Χονγκ-Χουά
ένιωσε ήδη τη λύπη να βαραίνει μέσα της πριν ακόμη ακούσει τα λόγια του. Η
Χονγκ-Χουά βήματα ήσυχα, σχεδόν προσεκτικά πήγε πιο κοντά. Ο αέρας μέσα στο
μεγάλο δωμάτιο ήταν ψυχρός, ακίνητος, και η μυρωδιά της πέτρας έκανε τον χώρο
να μοιάζει ακόμη πιο μακρινός από το παλιό σπίτι του Τζου Μιν. Ο Γκούο Ρεν
στεκόταν ήδη εκεί. Όρθιος. Ήρεμος. Με εκείνη την έκφραση που είχε αρχίσει να
γνωρίζει καλά — όχι του νεαρού άνδρα της νύχτας, αλλά του άρχοντα.
Ο Γκούο Ρεν την παρατήρησε για μια στιγμή χωρίς να μιλήσει. «Πλησίασε
περισσότερο», είπε τελικά. Εκείνη προχώρησε με σταθερό βήμα και στάθηκε μπροστά
του, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα.
Ο Γκούο Ρεν ένωσε τα χέρια του πίσω από την πλάτη. «Έγινε αίτημα για την
ένωση σου.»
Η φράση ειπώθηκε ήρεμα. Σχεδόν
ουδέτερα.
Η Χονγκ-Χουά δεν αντέδρασε
αμέσως. Μόνο το κεφάλι της χαμήλωσε λίγο περισσότερο.
Ο Γκούο Ρεν συνέχισε: «Από εδώ και πέρα, η θέση σου αλλάζει. Δεν θα
είσαι πλέον υπηρέτρια του οίκου.»
Το βλέμμα του παρέμεινε σταθερό πάνω της. «Ούτε “ευνοούμενη” για παρελθόντα
γεγονότα.»
Η τελευταία φράση ειπώθηκε χωρίς ένταση, αλλά με απόλυτη σαφήνεια. Έκανε
μια μικρή παύση, σαν να έκλεινε προσεκτικά ένα κεφάλαιο που δεν έπρεπε να
ξανανοίξει. «Ό,τι έχει συμβεί στο παρελθόν», συνέχισε, «είτε αφορά τον άρχοντα
Τσενγκ-Γουέι, είτε οποιαδήποτε άλλη στιγμή μέσα στον οίκο μου… δεν υπάρχει
λόγος να αναφερθεί ποτέ ξανά.»
Η Χονγκ-Χουά έμεινε ακίνητη μπροστά στον Γκούο Ρεν, με το βλέμμα
χαμηλωμένο.
Η φωνή του συνέχισε, πιο σταθερή τώρα. «Υπάρχει ακόμη κάτι που πρέπει να
κατανοήσεις πλήρως.» Μια μικρή παύση. «Όταν ερωτάσαι για το παρελθόν σου στον
οίκο, η απάντηση είναι συγκεκριμένη.» Το βλέμμα του δεν μετακινήθηκε.
«Οι μόνες υπηρεσίες που προσέφερες
στον άρχοντα Τσενγκ-Γουέι ήταν για την υγεία του και για το φαγητό του.»
Σταμάτησε για μια στιγμή, σαν να όριζε τα όρια της μνήμης. «Τίποτε
άλλο.» Η σιωπή έμεινε ακίνητη ανάμεσά τους. «Αυτό μόνο θα λέγεται, αν ποτέ ερωτηθείς.»
Έκανε μια μικρή κίνηση του κεφαλιού, σχεδόν ανεπαίσθητη, σαν να έκλεινε τελεσίδικα
το ζήτημα.
Η Χονγκ-Χουά δεν μίλησε. Τα χέρια της έμειναν διπλωμένα μπροστά της·
μόνο τα δάχτυλα έκλεισαν λίγο πιο σφιχτά μεταξύ τους.
Ο Γκούο Ρεν την παρατήρησε για λίγο ακόμη. «Από εδώ και πέρα», συνέχισε,
«αλλάζει το παρελθόν που επιτρέπεται να υπάρχει δημόσια.»
Η Χονγκ-Χουά ένιωσε σαν οι τοίχοι γύρω της να μετακινούνταν, κι εκείνη
να έπρεπε να σταθεί σε μια νέα γωνία, σε άλλη κόγχη. Ήταν σαν απότομος ίλιγγος
που έρχεται χωρίς προειδοποίηση και σε κάνει να χάνεις το πάτημά σου. Δεν
σήκωσε το βλέμμα.
«Από εδώ και πέρα», είπε πιο χαμηλά, «είσαι υποψήφια σύζυγος.» Η λέξη
δεν άφηνε περιθώριο για παρεξήγηση. Ήταν απόφαση. «Και αυτό σημαίνει άλλο
πρόσωπο. Άλλο όνομα. Άλλη ζωή. Άλλη μοίρα.»
Η Χονγκ-Χουά έμεινε ακίνητη. Κράτησε την αναπνοή της για μια στιγμή και
την άφησε αργά, προσεκτικά, σαν να δοκίμαζε τα όριά της μέσα στο ίδιο της το
σώμα. Μια σκέψη πέρασε φευγαλέα, να πει
κάτι, να ζητήσει διευκρίνιση, να καθυστερήσει. Την άφησε να χαθεί πριν πάρει
μορφή. Ήταν έτοιμη να γίνει αυτό που της ζητούσαν; Χωρούσε μέσα σε αυτό;
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Το βλέμμα του δεν έμενε απλώς
πάνω της. Μπορούσε αυτή η πυρωμένη γυναίκα, όπως την είχε γνωρίσει εκείνη τη
νύχτα, να λειανθεί σε μια ήπια σύζυγο;
«Μέχρι το βράδυ θα πρέπει να αποφασίσεις.»
Ο Γκούο Ρεν για λίγο έστρεψε το
βλέμμα του προς το πλάι του δωματίου. Έπειτα
γύρισε ξανά προς εκείνη και την κοίταξε σταθερά, βαθιά στα μάτια.
«Χρειάζεται μόνο να καταλάβεις. Να
λογαριάσεις τι συμφέρει. Εδώ οι επιλογές δεν είναι πολλές. Μπορείς να περιμένεις…
ή να διαλέξεις την καλύτερη που σου προσφέρεται τώρα.»
Η Χονγκ-Χουά παρέμεινε σιωπηλή για λίγες στιγμές μετά τα λόγια του Γκούο
Ρεν. Το βλέμμα της έμεινε χαμηλωμένο, μα μέσα της οι σκέψεις κινούνταν άτακτα,
σαν νερό που είχε χάσει την κοίτη του. Η λέξη «σύζυγος» δεν της έφερνε χαρά·
της έφερνε βάρος. Ως παλλακίδα ήξερε τον ρόλο της, τα όριά του, τη θέση της
μέσα στον οίκο. Ως σύζυγος όμως θα έπρεπε να γίνει κάτι άλλο, κάτι καθαρότερο,
πιο ήσυχο, πιο αποδεκτό στα μάτια των άλλων. Και το δυσκολότερο ήταν πως αυτό
της το ζητούσε ο ίδιος ο άνδρας που την είχε κρατήσει στην αγκαλιά του κάποιες νύχτες
πριν.
Ο Γκούο Ρεν την παρατηρούσε Έβλεπε την
ακινησία της, αλλά πίσω από αυτήν διέκρινε την πάλη. Η Χονγκ-Χουά δεν ήταν
αφελής· καταλάβαινε πολύ καλά τι της ζητούσε. Να θάψει ένα κομμάτι του εαυτού
της και να συνεχίσει σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ.
Τελικά εκείνη μίλησε χαμηλά.
«Αν δεχθώ…» Η φωνή της σταμάτησε για
μια στιγμή πριν συνεχίσει. «…τότε όσα υπήρξαν εδώ θα σβήσουν;»
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως. Το
βλέμμα του μετακινήθηκε ελαφρά προς το παράθυρο, εκεί όπου το φως άρχιζε να
χάνει τη δύναμή του.
«Δεν χρειάζεται να σβήσουν», είπε
τελικά ήρεμα. «Χρειάζεται μόνο να μη συνεχίσουν να υπάρχουν για τους άλλους.»
Η Χονγκ-Χουά ένιωσε ένα αδύναμο
σφίξιμο στο στήθος. Δεν ήταν η απάντηση που ήθελε· ήταν όμως ίσως η μόνη που
μπορούσε να της δώσει.
«Και για εσένα;» τον ρώτησε πριν
προλάβει να συγκρατήσει τη σκέψη.
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε τότε
κατευθείαν. Για πρώτη φορά από τότε που είχε μπει στο δωμάτιο, η αυστηρότητα
του άρχοντα υποχώρησε λίγο. Μόνο λίγο.
«Για εμένα», είπε αργά, «θα υπάρχουν
πράγματα που θα θυμάμαι χωρίς να τα αναφέρω.»
Η Χονγκ-Χουά χαμήλωσε ξανά το βλέμμα.
Η απάντηση δεν της έδινε υπόσχεση. Αλλά ούτε και απόρριψη. Και αυτό έκανε τα
πράγματα δυσκολότερα.
Η Χονγκ-Χουά πήρε μια αργή ανάσα και ένωσε πιο σφιχτά τα χέρια της
μπροστά της. Ίσως ο Γκούο Ρεν να είχε ήδη αποφασίσει ποια θέση θα είχε εκείνη
στη ζωή του. Αλλά η ίδια δεν είχε ακόμη αποφασίσει αν μπορούσε να αντέξει αυτή
τη νέα θέση χωρίς να προδώσει εκείνο που είχε νιώσει τη νύχτα μέσα στο παλιό
σπίτι του Τζου Μιν. Ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό της. Δάκρυ χαράς, διάψευσης,
απογοήτευσης; Δάκρυ αληθινό; Κάτι
ανάκατο σε όλα αυτά. Υποκλίθηκε και αποχώρησε αθόρυβα.
ο
ανυπόμονος γαμβρός
Πριν
το μεσημέρι της νέας ημέρας, ο Γκάο Πινγκ έφτασε στο πέτρινο σπίτι με μια
συγκρατημένη ανησυχία που δεν κατάφερνε να κρύψει. Η παρουσία της Χονγκ-Χουά
είχε ήδη κατακλύσει τη σκέψη του· η ομορφιά της, οι κινήσεις της, δεν του είχαν
μείνει απλώς ως εικόνα, αλλά ως υπόσχεση που μπορούσε να χαθεί με μια μόνο
αρνητική απάντηση.
Ο Γκούο Ρεν τον υποδέχθηκε χωρίς περιττές κινήσεις. Τον οδήγησε στο
εσωτερικό και στάθηκε απέναντί του, κρατώντας την απόσταση που ταίριαζε στη
φύση της συνάντησης.
«Πρέπει πρώτα να διευκρινιστούν ορισμένα ζητήματα πριν την τελική μου
απόφαση», είπε ήρεμα.
«Οι γονείς σου είναι ενήμεροι;»
Ο Γκάο Πινγκ έγνεψε καταφατικά.
«Το ζήτημα της νέας στέγης; Έχει γίνει γνωστό;»
Πάλι η ίδια κίνηση.
«Πρόσεξε. Δεν πρόκειται για υπηρέτρια. Πρόκειται για σύζυγο. Υπάρχει
διαφορά.»
Ο Γκάο Πινγκ έσπευσε να συμφωνήσει.
«Υπάρχει κάτι στο παρελθόν σου που θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόβλημα
σε αυτή την ένωση;» συνέχισε ο Γκούο Ρεν, χωρίς να αλλάξει τόνο. «Αν υπάρχει,
πρέπει να ειπωθεί τώρα, καθαρά.»
«Τίποτε παραπάνω από όσα ήδη γνωρίζετε» απάντησε ο Γκάο Πινγκ.
«Ως προς την εγκατάστασή σας», πρόσθεσε ο Γκούο Ρεν, «τον πρώτο καιρό
του γάμου θα διαμένετε σε κατοικία στα νότια κτήματά μου, μέχρι να ολοκληρωθεί
η προετοιμασία του δικού σας σπιτιού.»
Έκανε μια μικρή παύση, σαν να έκλεινε τα πρακτικά του ζητήματος. «Η
απόφασή μου, εφόσον όλοι οι όροι τηρηθούν, είναι να επιτραπεί αυτός ο γάμος. Σε
δύο ημέρες θα προσέλθεις για να ζητήσεις επίσημα τη Χονγκ-Χουά.»
Το βλέμμα του σταθεροποιήθηκε στον Γκάο Πινγκ. «Εγώ πιθανόν να έχω ήδη
αναχωρήσει. Στη θέση μου θα βρίσκεται ο Λι Σαν. Όλες οι προβλεπόμενες
διαδικασίες θα τηρηθούν.»
Ο Γκούο Ρεν δεν έδωσε συνέχεια αμέσως στη συνομιλία. Γύρισε ελαφρά προς
την πόρτα και έκανε ένα νεύμα στον υπηρέτη που στεκόταν διακριτικά στο πλάι.
«Φέρε τον Λι Σαν.»
Η εντολή ειπώθηκε χωρίς ύψος φωνής, σαν να αφορούσε κάτι ήδη
προετοιμασμένο. Ο υπηρέτης υποκλίθηκε και αποχώρησε γρήγορα. Για λίγες στιγμές,
το δωμάτιο έμεινε με τον ίδιο ρυθμό που είχε πριν, μόνο που τώρα είχε αλλάξει η
κατεύθυνσή του· όσα είχαν ειπωθεί δεν ήταν πια μόνο απόφαση, αλλά κάτι που θα
έπρεπε να οργανωθεί.
Δεν χρειάστηκε να περιμένουν πολύ. Η πόρτα άνοιξε και ο Λι Σαν μπήκε με
σταθερό βήμα. Δεν ήταν βιαστικός, αλλά ούτε και χαλαρός· η στάση του έδειχνε
άνθρωπο συνηθισμένο να δέχεται εντολές χωρίς δεύτερη ερμηνεία. Στάθηκε,
υποκλίθηκε ελαφρά προς τον Γκούο Ρεν και κράτησε τη θέση του μέχρι να του δοθεί
λόγος.
«Θα αναχωρήσω σύντομα», είπε ήρεμα ο νεαρός άρχοντας. «Για όσο διάστημα
θα απουσιάζω, εσύ αναλαμβάνεις την επίβλεψη όλων των σχετικών με τον επικείμενο
γάμο.»
Ο Λι Σαν έγνεψε μία φορά, χωρίς ερώτηση.
«Η διαδικασία θα προχωρήσει όπως έχει οριστεί. Σε δύο ημέρες ο Γκάο
Πινγκ θα προσέλθει για την επίσημη αίτηση.»
Ο Γκούο Ρεν έκανε μια μικρή παύση, σαν να τακτοποιούσε μέσα του τη σειρά
των πραγμάτων. «Η Χονγκ-Χουά θα παραμείνει υπό τη φροντίδα του οίκου. Θα
διασφαλίσεις ότι τίποτα δεν θα παρεκκλίνει από το προβλεπόμενο.»
Το βλέμμα του στράφηκε για μια στιγμή προς τον Γκάο Πινγκ, χωρίς να τον
πιέζει, αλλά και χωρίς να τον αφήνει έξω από το πλαίσιο της συζήτησης. «Και ότι
όλα θα γίνουν χωρίς παρερμηνείες.»
Ο Λι Σαν έγνεψε ξανά. Δεν ειπώθηκε τίποτε περισσότερο από καμία πλευρά.
Οι οδηγίες είχαν δοθεί, οι ρόλοι είχαν ήδη κατανεμηθεί, και το μόνο που απέμενε
ήταν η εκτέλεση. Ο Γκούο Ρεν γύρισε ελαφρά το σώμα του προς το παράθυρο, σαν να
είχε ήδη αποσυρθεί νοητά από τη σκηνή, παρότι βρισκόταν ακόμη μέσα της.
η ανάθεση: Οι Νέοι Επιστάτες
Όταν αποχώρησε ο Γκάο Πινγκ, στο πέτρινο διοκητήριο του Νανγκού έμειναν
μόνοι ο Γκούο Ρεν και ο Λι Σαν. Στο βάθος η Ρουό-Σι άκουγε τα πάντα και ήταν
έτοιμη να εμφανιστεί όταν την καλούσε ο αδελφός της.
Ο Λι Σαν ρώτησε «Τι θα γίνει με τη Γου Σία; Θα αναχωρήσουν;»
«Όχι σήμερα. Χάσαμε ήδη πολύ χρόνο. Αύριο. Έχεις βρει ανθρώπους να τους
βοηθήσουν;»
«Ναι» απάντησε ο επιστάτης «τον Σεν Λούο, τον Τζιν Χουάν και τη
Γιουέ-Σιν».
«Είναι ικανοί;»
«Ικανοί και αξιόπιστοι.»
«Αυτός ο συνοδός της, ο Ζανγκ Κιν;»
«Είναι αδύναμος. Δεν κάνει για γεωργικές δουλειές. Είναι άνθρωποι της
πόλης.»
«Αυτό το είδα» του απάντησε ο Γκούο Ρεν, έχοντας στο μυαλό του τη σύντομη συνάντησή του
με την Γου Σία.
«Το ήξερε και ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι και είχε πει στον θείο μου, τον Γουάνγκ-Λιου
να μην τους βαρυφορτώνει.» συμπλήρωσε ο Λι Σαν.
«Τελικά σε αυτά τα κτήματα όλο εξαιρέσεις υπάρχουν….» διαπίστωσε ο Γκούο
Ρεν, σα να μονολογούσε στον εαυτό του. «Αυτό που με φοβίζει είναι μήπως τους
επιτεθούν ληστές. Είναι απομονωμένοι εκεί. Ο Ζανγκ Κιν, όπως λες, δεν θα
μπορέσει να τους απωθήσει. Έχουμε σκυλιά φύλακες;»
Ο Λι Σαν δεν απάντησε αμέσως. Για μια στιγμή έμεινε σιωπηλός. Τα
περισσότερα σκυλιά του ήταν καλά για τα κοπάδια, όχι για ανθρώπους. Κι εκείνο
το μέρος… απομονωμένο, ξεχασμένο. Αν εμφανίζονταν ληστές, θα χρειαζόταν κάτι
περισσότερο από απλή παρουσία. Σήκωσε τελικά το βλέμμα του.
«Έχω δύο πολύ καλά. Θα φέρω τον
μαύρο Τσόου και τη θηλυκή Λαν», είπε. «Ο πρώτος είναι μεγαλόσωμος, πεισματάρης
και σιωπηλός. Η άλλη μοιάζει με ντόπιο ποιμενικό, γρήγορη και προσεκτική. Μαζί…
δεν αφήνουν τίποτα να πλησιάσει.»
«Μήπως είναι άγρια;»
«Είναι… στην αρχή» παραδέχτηκε. «Μέχρι να μάθουν τον χώρο που
προστατεύουν».
«Λες η Γου Σία και ο Ζανγκ Κιν να αντιμετωπίσουν πρόβλημα;»
«Όχι. Αυτοί αγαπούν τα ζώα. Σε αυτά που πιστεύουν, διδάσκουν ότι η αγάπη
δεν πρέπει να σταματά στους ανθρώπους.»
«Άρα, αύριο το πρωί, αμέσως μετά την ανατολή, θα ξεκινήσεις. Εσύ, η Γου
Σία, ο Ζανγκ Κιν, αυτοί οι τρεις που είπες… και τα δυο σκυλιά. Τα κάρα θα είναι
φορτωμένα με εφόδια. Μόλις φτάσεις θα τους δώσεις οδηγίες και αμέσως θα
επιστρέψεις. Στην επιστροφή θα περάσω
από εκεί να δω σε ποιό σημείο θα έχουν φτάσει οι εργασίες. Πρώτα θέλω να καθαριστεί ο τόπος γύρω από το κτίσμα
από τη βλάστηση. Θέλω να φαίνεται ο δρόμος που περνά από κάτω. Τώρα, κάλεσε και
τους δύο εδώ, θέλω να τους δώσω
τελευταίες οδηγίες.»
Μετά την κλήση, αρκετά αργότερα,
η πόρτα άνοιξε αθόρυβα και η Γου Σία στάθηκε στο κατώφλι σαν να ανήκε
ήδη στον χώρο. Ήταν γυναίκα που πλησίαζε στα μέσα της τέταρτης δεκαετία της
ζωής της, όμως το σώμα της διέψευδε τον χρόνο· ευθυτενές, σφιχτό, με μια
ενέργεια που φαινόταν να κινείται κάτω από το δέρμα της, σαν συγκρατημένη
δύναμη. Μόνο το πρόσωπό της πρόδιδε κάτι από τη φθορά των ετών, λεπτές γραμμές
γύρω από τα μάτια, μια σκιά κόπωσης που δεν έσβηνε εντελώς, όσο κι αν το βλέμμα
της παρέμενε καθαρό και σταθερό. Στο δεξί της χέρι φορούσε το βαρύτιμο
δαχτυλίδι, που έπιανε το φως ακόμη και μέσα στο ημίφως του πέτρινου σπιτιού.
Δεν το είχε αποχωριστεί ποτέ.
Πίσω της εμφανίστηκε ο Ζανγκ Κιν. Ψηλός, αδύνατος, με ώμους που έμοιαζαν
να έχουν γείρει ελαφρά προς τα εμπρός, σαν να κουβαλούσε κάτι αόρατο. Το
πρόσωπό του είχε μια πρόωρη τραχύτητα· οι γραμμές του ήταν πιο βαθιές απ’ όσο
θα περίμενε κανείς, το βλέμμα του συχνά χαμηλωμένο, σαν να απέφευγε το φως.
Όταν στεκόταν ακίνητος, έδινε την εντύπωση πως η παρουσία του ήταν πιο ελαφριά
απ’ όσο θα έπρεπε, σαν κάτι να είχε αφαιρεθεί από μέσα του με τα χρόνια.
Ο Γκούο Ρεν τους παρατήρησε για μια στιγμή πριν μιλήσει.
«Καταλαβαίνω ότι είναι δύσκολο να αφήνει κανείς το σπίτι του», είπε.
Η Γου Σία χαμογέλασε αμυδρά. «Δεν είναι η πρώτη φορά που ζούμε κάτι
τέτοιο. Οπότε… είναι πιο εύκολο για μας.»
«Άκουσα ότι είστε από μακριά.»
«Από την πόλη Χανγκζού.»
«Και δεν ξαναπήγατε εκεί;»
«Εγώ, όχι. Ο Ζανγκ Κιν έχει πάει δύο φορές.»
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε και έστρεψε για λίγο το βλέμμα του προς εκείνον. Ο
Ζανγκ Κιν ανταπέδωσε με μια μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη κίνηση του κεφαλιού.
«Δουλεύετε καιρό στα κτήματά μας;»
«Πάνω από δεκαπέντε χρόνια», απάντησε η Γου Σία.
«Γύρω στα δεκαεπτά» διόρθωσε ο Ζανγκ Κιν έχοντας κατεβασμένο το πρόσωπό
του.
«Ο πατέρας μου πώς σας συμπεριφερόταν;»
Για πρώτη φορά, η φωνή της μαλάκωσε.
«Πολύ φιλικά. Δεν έδειχνε να είναι εργοδότης μας. Και κάποιες φορές… όταν
ήμασταν μόνοι, χωρίς άλλους γύρω μας, μας μιλούσε σχεδόν σαν να είμαστε ίσοι.
Είχε ταξιδέψει στη Χανγκζού, πολύ πριν παντρευτεί. Η πόλη του είχε αφήσει
άριστες εντυπώσεις.»
Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε ελαφρά. «Εσάς όμως φαίνεται δεν σας άφησαν θετικές
εντυπώσεις ούτε η πόλη ούτε τα πλούτη της.»
Η Γου Σία έστρεψε το βλέμμα της για μια στιγμή στο πλάι, σαν να έβλεπε
κάτι που δεν υπήρχε πια.
«Όποιος έχει γεννηθεί μέσα στα πλούτη, δεν τον ενδιαφέρουν και τόσο. Αν τα έχει
κανείς από μικρός…» Σταμάτησε και κοίταξε τον Ζανγκ Κιν. Εκείνος έγνεψε αργά,
σχεδόν μηχανικά. «Δεν είναι το ίδιο με εκείνον που αρχίζει να τα αποκτά
αργότερα στη ζωή του», συμπλήρωσε η Γου Σία.
Ο Γκούο Ρεν στράφηκε προς τον άντρα. «Άκουσα ότι παίζετε γκουτσίν.»
«Ναι», απάντησε ο Ζανγκ Κιν.
«Πολλά χρόνια;»
«Από τότε που ήμουν παιδί.»
«Όταν θα έρθω από το νέο σας σπίτι, θα έχω την ευκαιρία να σας ακούσω…»
Ο Ζανγκ Κιν έσκυψε ελαφρά το κεφάλι, χωρίς να απαντήσει.
Ο Γκούο Ρεν έκανε μια μικρή παύση, σαν να άλλαζε θέμα με πρόθεση. «Εκεί
θα καλλιεργηθεί γλυκοπατάτα και αστράγαλος. Το χώμα δεν είναι πλούσιο, μα είναι
ήσυχο, και το νερό καθαρό. Αυτό αρκεί.»
Η Γου Σία έσκυψε, σαν να συμφωνούσε. «Αρκεί… για ταπεινές καλλιέργειες»,
είπε ήρεμα. «Όμως αν θέλετε κάτι που να ξεχωρίζει, χωρίς να εξαρτάται από την
ευφορία του εδάφους… υπάρχει μια άλλη επιλογή.»
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε με ενδιαφέρον. «Μιλήστε.»
«Μύκητες», είπε. «Αλλά όχι όπως τους ξέρουν οι χωρικοί. Μιλάω για το
μανιτάρι των σκιών των δέντρων, το shiitake.»
Ο Γκούο Ρεν ανασήκωσε ελαφρά το βλέμμα του.
«Δεν καλλιεργείται στο χώμα», συνέχισε η Γου Σία, «αλλά πάνω σε κορμούς
δέντρων. Χρειάζεται υγρασία, σκιά και υπομονή. Όχι πλούσια γη. Σε τραπέζια
εμπόρων και λογίων στη Χανγκζού θεωρείται εκλεκτό έδεσμα. Αποξηραίνεται,
μεταφέρεται εύκολα, και μικρή ποσότητα έχει μεγάλη αξία.»
Ο Γκούο Ρεν ρώτησε: «Και δεν θα έρθει σε σύγκρουση με τα υπόλοιπα;»
Η Γου Σία κούνησε αργά το κεφάλι.
«Όχι. Η γλυκοπατάτα θέλει ήλιο και χώρο στο έδαφος. Ο αστράγαλος ριζώνει εκεί
που το χώμα το επιτρέπει. Τα shiitake
μπορούν να αναπτυχθούν στις σκιές, στις άκρες, κάτω από δέντρα, εκεί όπου
τίποτε άλλο δεν αποδίδει. Έτσι θα έχετε τρία στρώματα: τη γη, τις ρίζες… και το
ξύλο.»
Ο Ζανγκ Κιν συμπλήρωσε: «Και αν ένα αποτύχει, τα άλλα ίσως αντέξουν.»
Η Γου Σία έγνεψε. «Δεν αντικαθιστάτε τίποτα. Προσθέτετε.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός για λίγο. Το βλέμμα του δεν ήταν πια εκείνο
ενός νεαρού γαιοκτήμονα που δίνει εντολές, αλλά κάποιου που αρχίζει να
μαθαίνει. «Οι φτωχές γαίες…» είπε αργά.
Η Γου Σία τον πρόλαβε με ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο «…δεν γίνονται
πλούσιες μόνο με κόπο. Αλλά με εξυπνάδα.»
Ο Γκούο Ρεν δίστασε για λίγο σιωπηλός, σαν να είχε μόλις εντοπίσει το
πρακτικό εμπόδιο.
«Και πού θα βρούμε… αυτό που χρειάζεται;» ρώτησε. «Σπόρους, υποθέτω; Ή
κάτι αντίστοιχο; Δεν έχω δει ποτέ κάτι τέτοιο στα κτήματά μας.»
Η Γου Σία δεν χαμογέλασε αυτή τη φορά· απάντησε με την ίδια ήρεμη
βεβαιότητα.
«Δεν είναι σπόροι», είπε. «Είναι ζωντανός μύκητας. Παίρνεις κομμάτια από
ξύλο που ήδη έχουν “πιάσει” ή μεταφέρεις τον μύκητα σε φρέσκους κορμούς, αν
ξέρεις πώς. Στη Χανγκζού υπάρχουν έμποροι που δεν πουλούν μόνο το αποξηραμένο
μανιτάρι. Κρατούν και κορμούς ήδη εμβολιασμένους. Δεν τους εκθέτουν σε όλους, μόνο
σε όσους γνωρίζουν την αξία τους.»
Ο Γκούο Ρεν έγειρε ελαφρά το κεφάλι. «Η Χανγκζού είναι μακριά… Δεν
έχουμε τέτοιες δυνατότητες. Υπάρχει κάποια άλλη λύση; Η πρόταση ακούγεται
ενδιαφέρουσα».
«Και, προ πάντων, αποδοτική» συμπλήρωσε η Γου Σία.
«Εσείς… ξέρετε πως θα το βρούμε;»
«Ξέρω αρκετά», απάντησε. «Και ξέρω και από πού να ξεκινήσουμε.»
Έκανε μια μικρή παύση, σαν να ζύγιζε αυτή τη φορά την απόσταση, όχι τα
λόγια. «Δεν χρειάζεται να φέρουμε τίποτα από μακριά», συνέχισε. «Στα γύρω δάση
θα υπάρχουν άγριοι μύκητες σε πεσμένους κορμούς. Όχι πολλοί, και όχι όλοι
κατάλληλοι. Αλλά αν τους αναγνωρίσεις σωστά… αρκεί ένας.»
Ο Γκούο Ρεν δεν την διέκοψε.
«Θα πάρουμε μικρά κομμάτια από εκείνο το ξύλο», είπε η Γου Σία, «και θα
τα μεταφέρουμε σε φρέσκους κορμούς που θα κόψουμε εμείς. Αν το κάνουμε την
κατάλληλη εποχή και κρατήσουμε την υγρασία, ο μύκητας θα εξαπλωθεί.»
Ο Γκούο Ρεν αναρωτήθηκε. «Και αν αποτύχει;»
Η Γου Σία σήκωσε ελαφρά τους ώμους.
«Τότε θα δοκιμάσουμε ξανά. Δεν είναι γρήγορη τέχνη. Αλλά δεν κοστίζει σχεδόν
τίποτα. Χρειάζεται μόνο χρόνο και προσοχή.»
Μια μικρή σιωπή απλώθηκε.
«Και αν σταθούμε τυχεροί», πρόσθεσε, «σε έναν χρόνο θα έχετε κάτι που οι
άλλοι δεν μπορούν εύκολα να αποκτήσουν.»
Ο Γκούο Ρεν την παρατηρούσε πλέον χωρίς να προσπαθεί να κρύψει το
ενδιαφέρον του. «Και όλα αυτά… από ό,τι βρίσκει κανείς στο δάσος.»
Η Γου Σία τον κοίταξε σταθερά. «Από ό,τι προσπερνούν οι περισσότεροι», τον
διόρθωσε.
Ο Γκούο Ρεν άφησε μια μικρή ανάσα, σχεδόν σαν γέλιο που δεν
ολοκληρώθηκε. «Γνωρίζετε πολύ περισσότερα για τη γη απ’ όσο περίμενα.»
Η απάντησή της ήρθε ήρεμα, χωρίς ίχνος επίδειξης. «Δεν είναι θέμα
γνώσης», είπε. «Αρκεί να παρατηρεί κανείς και να καταλαβαίνει ποια πράγματα
έχουν αξία πριν την αναγνωρίσουν οι άλλοι.»
Ο Ζανγκ Κιν, δίπλα της, χαμήλωσε το βλέμμα του ξανά, μα αυτή τη φορά
υπήρχε μια ανεπαίσθητη συμφωνία στην έκφρασή του.
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως.
Αλλά για πρώτη φορά, η απόσταση ανάμεσα σε εκείνον και τους δύο επιστάτες του
είχε μικρύνει.
«Αύριο το πρωί ξεκινάτε», συνέχισε ο Γκούο Ρεν. «Στην αρχή θα είναι
δύσκολα. Όπως κάθε αρχή. Δυό σκυλιά θα
φυλάνε τον χώρο, ο Λι Σαν έχει ήδη φροντίσει για αυτό.»
Οι δυο τους έγνεψαν.
«Εκείνο που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι η ασφάλεια. Αν δείτε κάτι
που μπορεί να προστεθεί στο κτίσμα ή στον περίβολο, μην διστάσετε να το
υποδείξετε στους ανθρώπους που θα έρθουν μαζί σας. Εκεί θα είστε κάτι σαν
αντιπρόσωποί μου. Θα έχετε μια σχετική αυτονομία, αλλά όλα πρέπει να
λειτουργούν στην εντέλεια.»
Στάθηκε για λίγο και τους κοίταξε. «Ελπίζω να έχετε εμπειρία στο να καθοδηγείτε ανθρώπους.»
Η Γου Σία χαμογέλασε, όχι απλώς ευγενικά, αλλά με μια σκιά ανάμνησης.
Για μια στιγμή φάνηκε να επιστρέφει σε μια άλλη ζωή, γεμάτη διαταγές που
δίνονταν χωρίς δεύτερη σκέψη και εκτελούνταν χωρίς καθυστέρηση.
«Εκεί», συνέχισε ο Γκούο Ρεν, «δεν θα είστε όπως εδώ. Δεν θα ακολουθείτε
οδηγίες. Εσείς θα είστε οι επιστάτες. Οι επιβλέποντες στη θέση μου.»
Σήκωσε το βλέμμα του προς τους δυο τους. «Θα μπορέσετε να
ανταποκριθείτε;»
«Ναι», είπε η Γου Σία σταθερά.
Ο Ζανγκ Κιν έγνεψε, λίγο πιο αργά.
«Οι αποφάσεις σας δεν θα είναι δικές σας», πρόσθεσε ο Γκούο Ρεν. «Θα
είναι δικές μου. Κι όταν κάτι πρέπει να τελειώσει γρήγορα, θα τελειώνει. Δεν
υπάρχει χρόνος για καθυστερήσεις.»
Η Γου Σία έδειξε να συμφωνεί χωρίς επιφύλαξη. Ο Ζανγκ Κιν έμεινε για
λίγο ακίνητος, σαν να μετρούσε μέσα του το βάρος των λέξεων.
«Δεν πρέπει να διστάσετε ακόμη και να τιμωρήσετε, αν κάτι δεν πηγαίνει
σωστά», συνέχισε ο Γκούο Ρεν. «Δεν θα τιμωρείτε εσείς. Θα επιβάλλετε τάξη στο
όνομά μου. Δεν χωρούν προσωπικές ενοχές.» Στάθηκε για μια στιγμή, κοιτάζοντάς
τους έναν-έναν. «Εκεί, δεν έχουν θέση οι δικές σας σκέψεις. Ούτε η επιείκεια.
Ούτε όσα θεωρείτε σωστά.» Η φωνή του χαμήλωσε, μα έγινε πιο σταθερή. «Ό,τι
είστε… θα μένει πίσω εδώ. Εκεί θα ενεργείτε όπως θα ενεργούσα εγώ.» Μια μικρή
παύση. «Η ισχύς δεν θα είναι δική σας. Ούτε η ευθύνη. Θα είναι δικές μου.»
η
επισφράγιση της ανάθεσης
Έκανε μια μικρή παύση και γύρισε προς το βάθος. «Σου-Σι.»
Η αδελφή του εμφανίστηκε σχεδόν αμέσως, σαν να τον περίμενε.
«Πρέπει να σφραγίσουμε την άνοδό τους. Έχουμε κάτι να τους προσφέρουμε;»
Η Σου-Σι έγνεψε και αποσύρθηκε αθόρυβα προς τον χώρο της κουζίνας. Όταν
επέστρεψε, κρατούσε ένα πήλινο δοχείο με στενό λαιμό και τρία μικρά κεραμικά
κύπελλα, λεπτότειχα, με ελαφρά φθαρμένο γυάλωμα από τη χρήση. Τα τοποθέτησε
μπροστά τους, προσεκτικά, σαν να ακολουθούσε μια παλιά, μαθημένη κίνηση.
Μέσα στο δοχείο βρισκόταν ρυζόκρασο, ήπιο, αλλά γεμάτο σώμα, ζυμωμένο
από κολλώδες ρύζι. Είχε κεχριμπαρένια απόχρωση και άφηνε μια γλυκιά, σχεδόν
μελένια ευωδιά να διαχέεται στον χώρο, με μια υπόνοια θερμότητας που προμήνυε
τη δύναμή του. Ήταν από εκείνα τα ποτά που δεν πίνονταν για να μεθύσει κανείς,
αλλά για να δηλώσει πρόθεση, συμφωνία, αρχή.
Η Σου-Σι έσκυψε ελαφρά και άρχισε να γεμίζει τα κύπελλα. Δεν βιαζόταν·
το υγρό κυλούσε σε λεπτή ροή, και κάθε κύπελλο γέμιζε μέχρι ακριβώς το ίδιο
σημείο, χωρίς να ξεχειλίζει.
Ο Γκούο Ρεν παρατήρησε τη σειρά των τριών κύπελλων και συνοφρυώθηκε
ανεπαίσθητα. «Μόνο τρία;» είπε.
Η Σου-Σι σήκωσε το βλέμμα της. «Έτσι το θεώρησα σωστό…»
Εκείνος κούνησε ελαφρά το κεφάλι.«Δεν είναι καλό. Τρία κύπελλα δεν
στέκονται σωστά σε τέτοια στιγμή.»
Έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε, με ήρεμη αλλά σταθερή φωνή: «Αν
πίνουμε τρεις, κάποιος μένει μόνος μέσα στη συμφωνία. Και όποιος μένει μόνος,
δεν στέκεται ισάξιος με τους άλλους. Δεν θέλω να ξεκινήσει έτσι.»
Η Σου-Σι κατανόησε αμέσως. Πήρε ένα τέταρτο κύπελλο από τον πάγκο και το
έφερε κοντά τους.
«Πρέπει να πιεις κι εσύ μαζί μας», της είπε ο Γκούο Ρεν. «Μια αρχή δεν
σφραγίζεται με λιγότερους απ’ όσους τη μοιράζονται.»
Εκείνη έγνεψε σιωπηλά. Αυτή τη φορά, ο ίδιος ο Γκούο Ρεν πήρε το δοχείο
στα χέρια του. Το σήκωσε με προσοχή και γέμισε πρώτα το κύπελλο της Σου-Σι,
έπειτα της Γου Σία, κατόπιν του Ζανγκ Κιν και τελευταίο το δικό του, μια μικρή
αντιστροφή της τάξης που δήλωνε πρόθεση και όχι απλώς την τήρηση των τύπων.
Σήκωσε το κύπελλό του. «Ας είναι αυτή μια καθαρή αρχή», είπε. «Όπως το
νερό που βρίσκει δρόμο και δεν γυρίζει πίσω. Να στεριώσουν τα βήματά σας εκεί
που πηγαίνετε και να μη σας λείψει ούτε δύναμη ούτε τύχη.»
Έφερε το κύπελλο κοντά στα χείλη του, αλλά περίμενε μια στιγμή, ώστε οι
άλλοι να υψώσουν τα δικά τους.
«Και ό,τι ξεκινά αύριο», πρόσθεσε χαμηλότερα, «να ριζώσει πριν το
προλάβει ο φόβος.»
Το ρυζόκρασο άφησε μια απαλή γλυκύτητα στη γλώσσα, που γρήγορα
μετατράπηκε σε θερμότητα και κατέβηκε αργά στο στήθος. Δεν ήταν έντονο, αλλά
είχε βάθος· μια επίγευση που έμενε, σαν υπόσχεση.
Ο Γκούο Ρεν κατέβασε το κύπελλο και κοίταξε για λίγο τους τρεις απέναντί
του. «Αφού ο πατέρας μου είχε μια πιο οικεία σχέση με εσάς», είπε, «είναι σωστό
να συνεχίσω την παρακαταθήκη του.»
Ήπιαν. Το ποτό ήταν γλυκό, με μια υπόκωφη θερμότητα που απλωνόταν αργά
στο σώμα. Για μια στιγμή, κανείς δεν μίλησε. Κι όμως, μέσα σε εκείνη τη σιωπή,
κάτι είχε ήδη σφραγιστεί. Όχι μόνο η προαγωγή δύο εργαζομένων, ούτε απλώς η
μετακίνησή τους σε έναν απομονωμένο τόπο. Ήταν σαν να στέκονταν αντικριστά δύο
ζεύγη ανθρώπων, το ένα δεμένο από καιρό με δεσμούς που δεν ονομάζονταν, και το
άλλο να βαδίζει πάνω σε όρια που είχαν ήδη παραβιαστεί, χωρίς να το έχει ακόμη
συνειδητοποιήσει πλήρως τουλάχιστον ο ένας από τους δύο. Έπιναν αμήχανα και
αθόρυβα σα συνένοχοι. Γιατι μόνο οι συνένοχοι πίνουν όλοι μαζί.
ΜΕΡΟΣ Ζ
η
νέα άφιξη του εκπροσώπου του διοικητηρίου
Ο ήλιος στεκόταν ψηλά, ακίνητος σχεδόν, όταν η μικρή άμαξα εμφανίστηκε
στον χωμάτινο δρόμο που οδηγούσε στο Νανγκού. Δεν προηγήθηκε αγγελιαφόρος, ούτε
σήμα· μόνο ο ξαφνικός ήχος των τροχών και το ξερό χτύπημα των οπλών έσπασαν τη
μεσημεριανή σιγή. Πάνω στην άμαξα, όρθια, τα δύο σκυλιά του, ανήσυχα, μύριζαν
τον αέρα. Πίσω, τέσσερις έφιπποι φρουροί ακολουθούσαν με την ίδια απόλυτη
ευθυγράμμιση.
Η είδηση απλώθηκε χωρίς λόγια. Οι εργάτες σταμάτησαν, τα εργαλεία
έμειναν μετέωρα, και βλέμματα στράφηκαν προς το πέτρινο σπίτι. Ο Γκούο Ρεν
βγήκε βιαστικά στην αυλή. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητος, σαν να μην είχε
προλάβει να ετοιμάσει ούτε σκέψη ούτε πρόσωπο.
Η άμαξα σταμάτησε. Ο άνθρωπος του διοικητηρίου κατέβηκε χωρίς βιασύνη.
Τα ρούχα του ήταν, όπως πάντα, απλά και προσεγμένα· το βλέμμα του καθαρό,
διεισδυτικό, χωρίς ίχνος αιφνιδιασμού, σαν να είχε φτάσει ακριβώς την ώρα που
έπρεπε.
Ο Γκούο Ρεν πλησίασε. «Δεν είχαμε—»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου σήκωσε ελαφρά το χέρι. Η φωνή του ήρθε
χαμηλή και σταθερή. «Υπάρχουν καταγγελίες.» Μια μικρή παύση. «Για ετερόδοξες
διδασκαλίες. Οπαδοί της Μεγάλης Ειρήνης.»
Η αυλή πάγωσε. «Οι αναφορές προέρχονται από ανθρώπους του Χουάνγκ
Σι-Ντε.»
Το όνομα έπεσε βαρύ. Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως. Το πρόσωπό του
έμεινε ακίνητο, μα τα μάτια του πρόδωσαν την αιφνιδιασμένη σκέψη.
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου τον κοίταξε για μια στιγμή ακόμη, σαν να
είχε ήδη καταγράψει την αντίδρασή του. «Το σπίτι του δράστη;» ρώτησε τον Γκούο
Ρεν. «Υπάρχει ακόμη;»
Ο Γκούο Ρεν απάντησε «έχει κατεδαφιστεί».
«Τότε θα ξεκινήσουμε από εκεί», είπε ο άνθρωπος του διοικητηρίου. Δεν
χρειάστηκε να διευκρινίσει περισσότερα.
Ο δρόμος προς τον παλιό τόπο ήταν γνώριμος, μα τώρα φαινόταν
διαφορετικός. Ο Γκούο Ρεν προχωρούσε μπροστά, πίσω του ο άνθρωπος του
διοικητηρίου, οι φρουροί ακολουθούσαν σε απόσταση, ενώ τα σκυλιά κινούνταν
χαμηλά, εξερευνώντας το έδαφος.
Όταν έφτασαν, ο άνθρωπος του διοικητηρίου στάθηκε. Εκεί όπου κάποτε
υψωνόταν το σπίτι, τώρα υπήρχε μόνο γη ισιωμένη, καθαρή, σχεδόν τακτοποιημένη
υπερβολικά. Τα ίχνη είχαν σβηστεί προσεκτικά. Έμεινε σιωπηλός για λίγες στιγμές.
Το βλέμμα του πέρασε αργά πάνω από τον χώρο, σαν να αναζητούσε όχι αυτό που
φαινόταν, αλλά αυτό που είχε λείψει. Έπειτα έγνεψε ελαφρά. «Καλώς.»
Η λέξη ήταν λιτή, αλλά αρκετή. Έκανε μερικά βήματα πιο πέρα,
παρατηρώντας το άδειο άνοιγμα, τη γη που δεν κρατούσε πια μνήμη. Στάθηκε ξανά. «Προσθέστε
δέντρα», είπε χωρίς να στραφεί. «Περισσότερα. Τίποτε δεν πρέπει να μαρτυρά αυτό
που υπήρξε εδώ.»
Ο Γκούο Ρεν έγειρε ελαφρά το κεφάλι. Ο άνεμος πέρασε ανάμεσά τους,
σηκώνοντας ελαφρά τη σκόνη.
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου γύρισε προς τον Γκούο Ρεν. «Θα χρειαστώ
κατάλογο.»
«Κατάλογο;»
«Όλων όσοι εργάζονται στα κτήματά σου.»
Η φωνή του δεν άλλαξε. Δεν υπήρχε βιασύνη, αλλά ούτε και περιθώριο
καθυστέρησης.
«Η εξέταση θα εκκινήσει αύριο.»
Η επιστροφή στο πέτρινο διοικητήριο έγινε μέσα σε σιωπή. Το μεσημέρι
είχε αρχίσει να γέρνει, μα η αίσθηση της ημέρας είχε αλλάξει· σαν να είχε πέσει
μια σκιά που δεν φαινόταν ακόμη. Ο Γκούο Ρεν στάθηκε για λίγο σιωπηλός στην
αυλή, σαν να ζύγιζε τις κινήσεις που έπρεπε να ακολουθήσουν.
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου με πιο ανθρώπινο τόνο, ίσως και φιλικό πρόσθεσε:
«Να, λοιπόν, που ξαναβρεθήκαμε σύντομα.»
Ο Γκούο Ρεν κράτησε το βλέμμα του σταθερό. «Ναι. Λίγες μέρες είναι που
έχω έρθει. Αύριο θα αναχωρούσα.»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου έγνεψε ελαφρά. «Μην φοβάστε. Δεν θα
καθυστερήσουμε.» Η φωνή του ήταν ήρεμη, αλλά δεν άφηνε περιθώριο για
παρερμηνείες. Δεν ήταν διαβεβαίωση· ήταν δήλωση. Έμειναν για λίγο σιωπηλοί, ο
άνθρωπος του διοικητηρίου έριξε μια σύντομη ματιά γύρω του, σαν να κατέγραφε
τον χώρο εκ νέου.
Αλλά ας περάσουμε μέσα είπε ως οικοδεσπότης ο Γκούο Ρεν προς τον
απρόσκλητο ελεγκτή. Ο άνθρωπος του διοικητηρίου τον ακολούθησε.
«Αυτές οι καταγγελίες…» είπε τελικά, «έχουν γίνει από ανταγωνιστή σας.»
Ο Γκούο Ρεν δεν έδειξε έκπληξη. «Έτσι υποθέτω. Πριν καιρό», συνέχισε, «άνθρωπός του είχε
έρθει στο Λο Τζιανγκ. Είχε κάνει πρόταση να αγοράσει τα κτήματά μου στο
Νανγκού. Αυτό με παρακίνησε να έρθω κι εγώ να ελέγξω την περιουσία μου. Είναι
απομακρυσμένη… δεν έχω την ευκολία της εποπτείας.»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου τον κοίταξε προσεκτικά. «Και όχι μόνο
ήρθατε», παρατήρησε, «αλλά επεκταθήκατε σε σύντομο διάστημα.»
Ο Γκούο Ρεν έγειρε ελαφρά το κεφάλι. «Ναι. Απέκτησα τα νότια κτήματα που
ανήκαν στον Τζου Μιν. Εκείνος ήθελε να φύγει.»
«Μάθατε ίσως το γιατί;»
«Όχι ακριβώς.» Ο Γκούο Ρεν δίστασε για ένα κλάσμα του χρόνου. «Αντάλλαξα
τη γη του με κομμάτια δικά μου προς το Λο Τζιανγκ. Κοντά στη γη της “πέτρινης
γυναίκας”.»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου σήκωσε ελαφρά το βλέμμα, σαν να ανακαλούσε
μια πληροφορία. «Έχω ακούσει ότι εκεί είναι απόμερα…»
«Όχι τόσο», απάντησε ο Γκούο Ρεν. «Βρίσκονται κοντά στον δρόμο. Σε λίγο
θα σηκωθούν αποθήκες. Θα μεταφέρονται εμπορεύματα. Η γη θα πάρει άλλη αξία.»
Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν άδεια. Ο άνθρωπος του διοικητηρίου τον
παρατηρούσε, όχι μόνο τα λόγια του αλλά και τον τρόπο που τα έλεγε. Έπειτα
μίλησε. «Δεν ήρθα εδώ για να ελέγξω τις οικονομικές σας δραστηριότητες.» Η φωνή
του ήταν επίπεδη, χωρίς αιχμή και ακριβώς γι’ αυτό πιο βαριά. «Δεν είναι
αρμοδιότητά μου.» Και όμως, καθώς το έλεγε, ήταν φανερό πως τίποτε από όσα
είχαν ειπωθεί δεν είχε περάσει απαρατήρητο.
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου έμεινε για λίγο σιωπηλός, σαν να ετοίμαζε τα
λόγια που δεν είχαν ακόμη ειπωθεί. Το βλέμμα του επέστρεψε στον Γκούο Ρεν,
σταθερό, διαπεραστικό.
«Τους ανθρώπους που δουλεύουν για σας… τους γνωρίζετε καλά;»
Η ερώτηση έπεσε ήρεμα, σχεδόν απλά. Ο Γκούο Ρεν δίστασε ελάχιστα. «Όχι.
Τώρα προσπαθώ να τους μάθω. Είχα έρθει άλλη μία φορά με τον πατέρα μου, πριν
χρόνια, αλλά μείναμε λίγο. Ήταν μια απλή επιθεώρηση. Εκείνος που τους γνωρίζει
είναι ο Λι Σαν. Ο επιστάτης μου.»
«Και που είναι αυτός τώρα;»
«Ξεκίνησε το πρωί μαζί με ανθρώπους μου. Υπάρχει ένα μικρό κτήμα και
σκέφτηκα να το αξιοποιήσω. Κάτι σαν μικρός σταθμός, μια στάση πριν έρθει κανείς
εδώ. Κατά το βράδυ, όμως θα επιστρέψει.»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου έγνεψε αργά, χωρίς να πάρει τα μάτια του από
πάνω του. «Υπάρχει πιθανότητα… εκείνος ο Λιν Γιέ να ήταν οπαδός της Μεγάλης
Ειρήνης;» είπε ύστερα. «Ξέρετε, υπάρχει μια μικρή ομάδα ανάμεσά τους που
επιτρέπει ενώσεις μεταξύ συγγενικών ατόμων…»
Η φράση έμεινε να αιωρείται. Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως. Το βλέμμα
του σκοτείνιασε ελαφρά. «Πώς μπορεί να το γνωρίζω εγώ αυτό;»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου έγειρε ελάχιστα το κεφάλι. «Δεν είναι το
ζήτημα μόνο αν γνωρίζουμε κάτι», είπε αόριστα. «Είναι και το αν το
επιτρέπουμε…»
«Σας διαβεβαιώ ότι δεν—»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου διέκοψε την ολοκλήρωση της πρότασης του
Γκούο Ρεν μετατοπίζοντας τη συζήτηση
«Αυτή τη Χου Λαν… την γνωρίζετε;»
«Όχι. Δεν την έχω δει.»
«Λένε πως μένει με τον μικρότερο αδελφό του άντρα της. Πούλησε την περιουσία της στην Τσανγκτσένγκ και ήρθε
εδώ.» Έκανε μια μικρή παύση. «Κάπως μακριά δεν είναι;»
«Σίγουρα είναι», απάντησε ο Γκούο Ρεν.
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου χαμογέλασε ανεπαίσθητα, χωρίς ζεστασιά. «Και
είναι χήρα, όπως έχω μάθει. Φαίνεται πως το πένθος για τον σύζυγό της την έκανε
να απομονωθεί από τον κόσμο…» Η ειρωνεία στη φωνή του ήταν λεπτή, σχεδόν
αδιόρατη, μα υπήρχε. «Αλλά και αυτός ο μικρότερος αδελφός του άντρα της, της
συμπαραστάθηκε… την ακολούθησε τόσο μακρυά…»
Μετά διέκοψε απότομα αυτές τις ανοιχτού τύπου παρατηρήσεις του, όπου ο
καθένας θα μπορούσε να τις προεκτείνει μέχρι
στο σημείο που θα κατέληγαν στον ουσιαστικό λόγο του γιατί η Χου Λαν
και ο Χου Φενγκ-Ρεν είχαν φθάσει εδώ στο άγνωστο Νανγκού και αλλάζοντας
το ύφος του ρώτησε: «Έχει επαφές μαζί
σας;»
«Ο Λι Σαν με έχει πληροφορήσει ότι την προμηθεύουμε με δικούς μας
ανθρώπους για τα κτήματά της.»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου έμεινε για λίγο σιωπηλός, σαν να
τακτοποιούσε τα στοιχεία μέσα του. Ύστερα ρώτησε: «Μήπως γνωρίζετε κάποια Γου
Σία; Δουλεύει στα κτήματά σας εδώ και χρόνια».
Ο Γκούο Ρεν δεν πρόλαβε να απαντήσει.
«Ήταν πλούσια, λένε, στη Χανγκζού… Και εργάζεται σε σας. Εδώ και πολύ
καιρό…» Ο άνθρωπος του διοικητηρίου άφησε ένα μικρό κενό πριν συνεχίσει.
«Περίεργο πράγμα… αυτοί οι πλούσιοι να θέλουν να εξαφανίζονται.»
«Λένε ότι την προσέχει ο ανιψιός
της…» πρόσθεσε. «Θα γνωρίζετε βέβαια ότι και αυτός εργάζεται για εσάς.»
Ο Γκούο Ρεν κούνησε θετικά το κεφάλι. «Τον λένε Ζανγκ Κιν, αν εννοούμε
τον άνθρωπο που την φροντίζει.»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου κοίταξε για λίγο στο πλάι, σαν να έβλεπε
κάτι που δεν ήταν μπροστά τους. «Ναι, αυτόν εννοούμε.» Μετά από λίγο πρόσθεσε ήρεμα «Ιδιότυπη
περίπτωση και αυτή. Δεν την συναντά κανείς εύκολα. Μια θεία και ένας ανιψιός…» Η
φράση έμεινε μετέωρη, χωρίς συμπέρασμα. Και όμως, μέσα στη σιωπή που
ακολούθησε, ήταν φανερό πως για εκείνον, τίποτε από αυτά δεν ήταν τυχαίο.
«Δεν γνώριζα ότι ήταν ανιψιός της. Σήμερα τους έστειλα για μόνιμη
εγκατάσταση στα κτήματα που σας ανέφερα. Αλλά δεν μου συστήθηκαν σαν
συγγενείς.»
«Λογικό. Κανείς δεν θέλει να ανακοινώνει στους άλλους ότι συγκατοικεί με
ένα συγγενή του. Μπορεί να τους βάλει σε σκέψεις…»
«Μόλις επιστρέψει ο Λι Σαν θα μπορέσετε να έχετε περισσότερες απαντήσεις
στα ερωτήματά σας…»
«Και γιατί τους επιλέξατε για να τους στείλετε εκεί;»
«Η απόφαση ήταν γρήγορη. Δεν υπήρχε χρόνος. Ήταν οι πρώτοι που
δέχθηκαν.»
«Εσάς τί γνώμη σας προκάλεσαν;»
«Χθες που τους είδα και τους δύο, θεώρησα ότι ήταν απλά γνωστοί. Περισσότερο
σκέφθηκα ότι ο Ζανγκ Κιν ήταν υπηρέτης της Γου Σία που τον είχε φέρει μαζί της
από την Χανγκζού.»
«Ενδιαφέρον. Κάποια γυναίκα που δουλεύει στα κτήματα κάποιου πλούσιου να
έχει μαζί της και τον προσωπικό της υπηρέτη…»
«Κάποιοι υπηρέτες είναι αφοσιωμένοι. Ακολουθούν πάντα τους κυρίους τους»
απάντησε ο Γκούο Ρεν.
«Και τί σας έκανε να θεωρήσετε αυτόν τον Ζανγκ Κιν υπηρέτη της;»
«Η Γου Σία διατηρεί τον αέρα του εύπορου ατόμου. Και το ντύσιμό της και τα κοσμήματά της δηλώνουν
κάποιο εύπορο παρελθόν. Ο Ζανγκ Κιν δεν μιλούσε πολύ. Περισσότερο μιλούσε εκείνη
και αυτός συμφωνούσε.»
«Είπατε κοσμήματα…»
«Ναι το δαχτυλίδι της Γου Σία δείχνει ότι είναι βαρύτιμο.»
«Περίεργο…» είπε δυνατά ο
άνθρωπος του διοικητηρίου. «Οι οπαδοί της ‘Μεγάλης Ειρήνης’ απεχθάνονται ό,τι
θυμίζει πλούτο. Δεν θέλουν να προκαλούν.»
Δύο ώρες αργότερα, νέος ήχος έφτασε από τον δρόμο. Τέσσερις ακόμη
έφιπποι φρουροί εμφανίστηκαν, καλυμμένοι με σκόνη από το ταξίδι. Σταμάτησαν
στην αυλή χωρίς να μιλήσουν. Ο άνθρωπος του διοικητηρίου βγήκε να τους
συναντήσει. Τους κοίταξε έναν έναν. «Θα περιπολείτε τη νύχτα.» Έδειξε με μια
μικρή κίνηση το σκοτάδι που θα ερχόταν. «Όλη την περιοχή γύρω από το Νανγκού.» Οι
φρουροί έγνεψαν. «Κανείς δεν κινείται χωρίς να καταγραφεί.» Μια παύση. «Κανείς
δεν συγκεντρώνεται.» Η εντολή έμεινε στον αέρα, καθαρή και απόλυτη.
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου γύρισε την πλάτη του χωρίς άλλη λέξη. Τα
σκυλιά τον ακολούθησαν αμέσως. Σταμάτησαν στην είσοδο του πέτρινου σπιτιού πριν
εκείνος μπει μέσα και πάλι. Πίσω του, το Νανγκού είχε ήδη αλλάξει· όχι από ό,τι
είχε συμβεί, αλλά από ό,τι επρόκειτο να αποκαλυφθεί.
Ο Γκούο Ρεν κάλεσε τη Σου-Σι. Εκείνη εμφανίστηκε αμέσως, αθόρυβη και
συγκρατημένη, με την ακρίβεια ανθρώπου που γνωρίζει τη θέση και τον ρόλο του.
«Ο άνθρωπος του διοικητηρίου θα γευματίσει μαζί μου. Φρόντισε και τους συνοδούς
του.»
Η Σου-Σι υποκλίθηκε ελαφρά, χωρίς να μιλήσει, και αποσύρθηκε.
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου την παρακολούθησε καθώς έφευγε, με βλέμμα
που έμοιαζε να ζυγίζει περισσότερα απ’ όσα φαίνονταν.
«Θα πρέπει να σας είναι πολύ
αφοσιωμένη», είπε τελικά.
«Είναι η προσωπική μου μαγείρισσα.»
«Τέτοια προνόμια έχουν οι εύποροι», συνέχισε εκείνος ήρεμα. «Να παίρνουν
μαζί τους τους ανθρώπους τους, ακόμη και τους μάγειρες. Και τη φέρατε από το Λο
Τζιανγκ, τόσο μακριά.»
«Με ακολουθεί στα περισσότερα ταξίδια μου.»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου έγειρε ελαφρά το κεφάλι, σαν να εξέταζε μια
σκέψη από διαφορετική γωνία. «Και όμως, δεν φέρεται σαν απλή υπηρέτρια. Ούτε
και ντύνεται όπως θα περίμενε κανείς. Το κόκκινο περιδέραιο στον λαιμό της…»
Ο
Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως. «Ήταν δώρο της μητέρας μου, λίγο πριν πεθάνει.
Την είχε σαν ψυχοκόρη. Τη μεγαλώσαμε στο σπίτι. Εκείνη της έμαθε να
μαγειρεύει.»
«Μάλιστα.» Ο άνθρωπος του διοικητηρίου άφησε τη λέξη να σταθεί. «Άρα δεν
είναι απλώς υπηρέτρια. Αλλά ούτε και κάτι που θα ονομαζόταν ανοιχτά.» Στένεψε
ελαφρά τα μάτια του. «Δεν υπάρχει η οικειότητα μιας παλλακίδας. Ούτε η απόσταση
μιας υπηρέτριας. Θα μπορούσε να είναι μακρινή συγγενής, ίσως από κάποιον
ξεχασμένο κλάδο της οικογένειας. Ή ένα παιδί που βρέθηκε υπό την προστασία του
οίκου σας και δεν έφυγε ποτέ.»
«Κάτι τέτοιο. Υποσχέθηκα στην μητέρα μου να την προσέχω» του απάντησε ο
Γκούο Ρεν.
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου δεν έδειξε να ικανοποιείται πλήρως. Το
βλέμμα του επέστρεψε προς την κατεύθυνση όπου είχε χαθεί η Σου-Σι.
«Η συνεννόησή σας είναι άμεση. Δεν χρειάστηκαν περιττά λόγια. Αυτό δεν μαθαίνεται εύκολα.
Χτίζεται με τα χρόνια ή με κάτι βαθύτερο.» Στάθηκε για λίγο και έπειτα
πρόσθεσε, με φωνή χαμηλότερη: «Και δεν έχετε μεγάλη διαφορά ηλικίας…»
Ο Γκούο Ρεν κράτησε το πρόσωπό του ανέκφραστο. «Μεγαλώσαμε σχεδόν μαζί.»
«Τότε εξηγούνται πολλά», είπε ο άνθρωπος του διοικητηρίου. «Η πίστη της
δεν είναι μόνο καθήκον. Και η φροντίδα σας δεν είναι μόνο υποχρέωση. Όπως και
εσείς, έτσι ακριβώς και εκείνη σας προσέχει και σας φροντίζει…»
Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο άγγιξε τα χείλη του, χωρίς ζεστασιά. «Τέτοιες
σχέσεις σπάνια μένουν απλές, όπως κι αν τις ονομάζει κανείς.»
Ο Λι Σαν επέστρεψε λίγο πριν από την ώρα του Σι (εννιά το βράδυ), σχεδόν
λαχανιασμένος. Το άλογό του ήταν ιδρωμένο, τα πλευρά του ανεβοκατέβαιναν βαριά
από την ένταση της διαδρομής. Γλίστρησε βιαστικά από τη σέλα και βρέθηκε
μπροστά στον Γκούο Ρεν, που τον περίμενε ήδη στην αυλή.
«Λοιπόν;»
Ο Λι Σαν υποκλίθηκε όσο του επέτρεπε η ανάσα του. «Εγκατασταθήκαμε.
Καθαρίσαμε τον χώρο γύρω από το σπίτι, κόψαμε θάμνους και μπαμπού. Η σκεπή
χρειάζεται επισκευή, αλλά αύριο μπορούν να ξεκινήσουν. Η πόρτα φτιάχτηκε.»
Ο Γκούο Ρεν τον παρατήρησε για μια στιγμή. «Τα σκυλιά συνήθισαν τη Γου
Σια;»
«Ο μαύρος Τσόου φέρθηκε σαν να τη γνώριζε από χρόνια», απάντησε ο Λι
Σαν.
«Ήρθες γρήγορα.»
«Όσο πιο γρήγορα μπορούσα.»
Ο Γκούο Ρεν ένευσε ελαφρά. «Έχουμε προσκεκλημένους.»
Ο Λι Σαν στάθηκε ακίνητος, περιμένοντας.
«Θα ετοιμάσεις το σπίτι στα νότια κτήματα. Κάλεσε τη Λινγκ-Λου και την
Τσινγκ-Για. Εκεί θα διανυκτερεύσει ο άνθρωπος του διοικητηρίου με τους συνοδούς
του. Θέλω η φιλοξενία να είναι άψογη.»
Ο Λι Σαν κούνησε ελαφρά το κεφάλι.
«Το σπίτι είναι έτοιμο;»
Ο Λι Σαν απάντησε «Από τη μέρα που έχετε έρθει άχοντα.»
«Μόλις φτάσουν εκεί η Λινγκ-Λου και η Τσινγκ- Για, θα επιστρέψεις για να
συνοδεύσεις τον άνθρωπο του διοικητηρίου.» Ο Γκούο Ρεν έριξε μια ματιά στον
σκοτεινό ουρανό. «Όσο πιο γρήγορα γίνεται.»
Ο Λι Σαν υποκλίθηκε και απομακρύνθηκε, οδηγώντας το άλογό του προς τα
πίσω κτίσματα.
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου είχε παρακολουθήσει τη σκηνή χωρίς να
μιλήσει. Το βλέμμα του κινήθηκε από τον ιδρωμένο ίππο στον Λι Σαν και ύστερα
πάλι στον Γκούο Ρεν, σαν να συνέδεε σιωπηλά τα κομμάτια. Όταν ο Λι Σαν χάθηκε
από το οπτικό πεδίο, στράφηκε προς τον οικοδεσπότη του.
«Σας ευχαριστώ», είπε σύντομα.
Ο Γκούο Ρεν ανταπέδωσε με μια ελαφρά κλίση του κεφαλιού. «Είναι
υποχρέωσή μου. Εκεί θα έχετε τον χώρο που χρειάζεστε, για τις έρευνές σας αλλά
και για να βάλετε σε τάξη τις σκέψεις σας. Ησυχία, χωρίς περισπασμούς. Και
αρκετή απόσταση, ώστε να μη δοθεί η εντύπωση πως σας επηρεάζω.»
Ο άνθρωπος από τη Νάμπου τον κοίταξε προσεκτικά.
«Η πρόνοιά σας με τιμά», είπε. «Ιδίως
σε τόπο όπου οι αποστάσεις συχνά κρύβουν περισσότερα απ’ όσα δείχνουν.» Έκανε
μια μικρή παύση.
«Ελπίζω μόνο η νύχτα να παραμείνει ήσυχη. Χωρίς άσκοπες μετακινήσεις, χωρίς
σκιές να αλλάζουν θέση όταν δεν τις κοιτά κανείς. Τέτοιες ώρες, ακόμη και το
παραμικρό βήμα αποκτά σημασία.» Το βλέμμα του σκοτείνιασε.
«Ιδίως όταν υπάρχουν εκκρεμείς καταγγελίες. Δεν θα ήθελα να χρειαστεί να δώσω
ερμηνείες που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί.» Σήκωσε ξανά τα μάτια του προς
τον Γκούο Ρεν. «Είμαι βέβαιος πως με κατανοείτε.»
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε σταθερά. «Στο Νανγκού, τουλάχιστον για απόψε,
τίποτε δεν θα κινηθεί χωρίς λόγο», απάντησε ήρεμα.
πρωϊνό
στα νότια κτήματα
Το πρωί στα νεοαποκτηθέντα νότια κτήματα των Ντου, στο ξύλινο σπίτι, ο
άνθρωπος του διοικητηρίου είχε σηκωθεί νωρίς. Αλλά πριν από αυτόν, οι δύο
κοπέλες που φρόντιζαν για τη φιλοξενία του είχαν ετοιμάσει ένα πλούσιο πρωινό. Λεπτοκομμένες
φέτες πάπιας μαριναρισμένες σε μέλι και μπαχαρικά, αχνιστό ρύζι με άνθη λωτού
και μια καθαρή σούπα με τζίντζερ. Δίπλα, τουρσί δαμάσκηνα και ένα φλιτζάνι
εκλεκτό πράσινο τσάι.
Στάθηκαν διακριτικά στην είσοδο της κεντρικής αίθουσας του ξύλινου
σπιτιου, έγειραν ελαφρά τα κεφάλια τους και μίλησαν με απαλή, σχεδόν ψιθυριστή
φωνή:
«Η αυγή απλώνει το πρώτο της φως πάνω στη γη. Ας είναι η ημέρα σας
γαλήνια σαν ήρεμο νερό και καθαρή σαν τον ουρανό χωρίς σύννεφα», είπε με ήρεμη
φωνή η Λινγκ-Λου.
«Ο άνεμος φέρνει καλούς οιωνούς από μακριά», συνέχισε η Τσινγκ-Για. «Και
ας μη συναντήσετε τίποτε σκληρό στο μονοπάτι σας».
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου έμεινε για λίγο σιωπηλός, αφήνοντας τα λόγια
τους να κατακαθίσουν μέσα του σαν κατακάθι τσαγιού. Το βλέμμα του στάθηκε πάνω
τους, προσεκτικό, διεισδυτικό. Η Τσινγκ-Για γονάτισε δίπλα στο χαμηλό τραπέζι
και του σέρβιρε τη σούπα, προσεκτικά, χωρίς θόρυβο. Η Λινγκ-Λου τοποθέτησε
μπροστά του το ρύζι και την πάπια, ευθυγραμμίζοντας τα πιάτα με φροντίδα. Έπειτα
έφερε ένα μαλακό μαξιλάρι και το ακούμπησε πίσω από την πλάτη του.
«Για να αναπαύεστε καλύτερα, αξιότιμε επιθεωρητά», είπε χαμηλόφωνα.
Η Τσινγκ-Για ανανέωσε το τσάι του· ο αχνός ανέβηκε αργά στον αέρα. «Αυτό
ήταν το πρωινό που άρεσε στον άρχοντα Τσενγκ-Γουέι», είπε ήρεμα η Λινγκ-Λου.
Ο άνθρωπος έγνεψε και δοκίμασε τη σούπα, αφήνοντας τη ζεστασιά της να
τον χαλαρώσει. «Πείτε μου για τον παλαιό σας άρχοντα… τον Ντου Τσενγκ-Γουέι.»
«Ήταν φιλόξενος και γενναιόδωρος», είπε η Λινγκ-Λου. «Το κτήμα του
άνοιγε συχνά για ταξιδιώτες και απεσταλμένους του διοικητηρίου. Λέγεται πως
είχε φιλοξενήσει ακόμη και ανθρώπους της αυτοκρατορικής φορολογικής υπηρεσίας,
χωρίς ποτέ να επιτρέψει να τους λείψει τίποτα.»
«Μια φορά», πρόσθεσε η Τσινγκ-Για, «είχε καταλύσει εδώ ένας απεσταλμένος
από τη Νότια Περιφέρεια της Νάμπου, άνθρωπος με υψηλή θέση στο διοικητικό
συμβούλιο. Ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι είχε διατάξει να μείνει στο καλύτερο δωμάτιο
και είχε προσωπικά ελέγξει το φαγητό του.»
Η Λινγκ-Λου συνέχισε: «Άλλοτε, όταν περνούσε ένας στρατιωτικός
επιθεωρητής από τα βόρεια σύνορα, του παραχώρησε ολόκληρη πτέρυγα του
οικήματος, παρότι δεν είχε προηγηθεί ειδοποίηση.»
«Και όταν ερχόντουσαν τέτοιοι φιλοξενούμενοι», πρόσθεσε η Τσινγκ-Για,
«όλοι οι εργάτες είχαν κι αυτοί το δικό τους όφελος. Το τραπέζι τους γινόταν
πιο πλούσιο· έπαιρναν λίγο καλύτερο ρύζι, περισσότερη σούπα, και μια μικρή μερίδα
κρέας που κανονικά δεν τους αναλογούσε. Τους επέτρεπαν επίσης λίγη παραπάνω
ξεκούραση εκείνες τις μέρες, γιατί το κτήμα έπρεπε να δείχνει άψογο.»
Η Λινγκ-Λου έγνεψε. «Έτσι, ακόμη κι η παρουσία των ξένων έφερνε μια
ήσυχη ευημερία σε όλους.»
Η Τσινγκ-Για χαμήλωσε για μια στιγμή το βλέμμα και ύστερα πρόσθεσε με
ήρεμη φωνή: «Όταν είχε επίσημους φιλοξενούμενους, ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι
πάντοτε καλούσε την Γου Σία και την είχε κοντά του. Ο υπηρέτης της, ο Ζανγκ
Κιν, έπαιζε γκουτσίν. Κάποιες φορές η Γου Σία τραγουδούσε…»
Στάθηκε για λίγο, σαν να θυμόταν. «Η φωνή της ήταν απαλή και μελωδική,
με εκείνη τη νωχελική χάρη που έχουν οι γυναίκες από το Χανγκζού. Κυλούσε
ήρεμα, σαν νερό σε ακίνητη λίμνη, και είχε μια ζεστασιά σχεδόν υπνωτική, που
απλωνόταν στον χώρο χωρίς προσπάθεια. Δεν υψωνόταν για να επιβληθεί· σε
τραβούσε κοντά της αθόρυβα.»
«Ναι… η φωνή της ήταν πολύ καλή», συμπλήρωσε η Λινγκ-Λου, με μια
ανεπαίσθητη νοσταλγία.
Η Τσινγκ-Για συνέχισε πιο χαμηλόφωνα: «Λένε πως είχε μάθει τραγούδι σε τόπους
όπου υπήρχαν θεάματα και μουσικές συναθροίσεις· γι’ αυτό και η φωνή της είχε
τέτοια λεπτότητα, σαν μεταξένιο ύφασμα που γλιστρά απαλά.»
Έπειτα πρόσθεσε: «Είχαμε ακούσει ότι μια κοπέλα πριν από εμάς, η Τσιν-Ρου,
βρήκε την τύχη της. Ένας φιλοξενούμενος του άρχοντα, ανώτερος επιθεωρητής των
αυτοκρατορικών αποθηκών σιτηρών, εντυπωσιάστηκε από αυτήν και τη ζήτησε από τον
άρχοντα. Ο άρχοντας… του την παραχώρησε ως ένδειξη τιμής και εύνοιας, χωρίς να
αξιώσει αντάλλαγμα.»
Καθώς ο αχνός από το τσάι ανέβαινε ανάμεσά τους η Λινγκ-Λου συμπλήρωσε: «Λένε
πως η Τσιν-Ρου τον ακολούθησε και τον παντρεύτηκε στη Σουτσόου… και πως η ζωή
της άλλαξε τελείως.»
«Δίκαιος», πρόσθεσε η Τσινγκ-Για, «αλλά και αυστηρός. Δεν ανεχόταν
αταξία ούτε ψέματα.» Έπειτα, χαμήλωσε ελαφρά το βλέμμα της και είπε πιο ήρεμα: «Είναι
τιμή να υπηρετείς τέτοιους άρχοντες.»
Η Λινγκ-Λου έμεινε για μια στιγμή σιωπηλή. Ύστερα συμπλήρωσε: «Και μόνο
η εμπιστοσύνη τους στο πρόσωπό σου σε τιμά… και σε κάνει να θέλεις να
προσφέρεις τον καλύτερο εαυτό σου.»
Ο άνδρας από τη Νάμπου έγνεψε σκεπτικός.
«Μιλούσε ποτέ για την οικογένειά του;»
«Όχι, αξιότιμε επιθεωρητά», απάντησε η Λινγκ-Λου. «Απέφευγε τέτοιες
συζητήσεις.»
Μια σύντομη παύση.
«Ο Λι Σαν;»
Οι κοπέλες αντάλλαξαν μια ματιά.
«Είναι εργατικός», είπε η Τσινγκ-Για.
«Και μας συμπεριφέρεται καλά», πρόσθεσε η Λινγκ-Λου.
Ο άνθρωπος της Νάμπου άφησε για λίγο τα ξυλάκια του.
«Και ο νέος σας άρχοντας… ο Γκούο
Ρεν;»
Οι δύο κοπέλες στάθηκαν πιο
προσεκτικές.
«Έχει έρθει τρεις φορές μέχρι τώρα»,
είπε η Λινγκ-Λου. «Και δεν έμεινε για πολύ.»
«Φαίνεται αυστηρός», συμπλήρωσε η
Τσινγκ-Για.
«Και θέλει οι εντολές του να
εκτελούνται γρήγορα», πρόσθεσε η Λινγκ-Λου.
Η άλλη κοπέλα χαμήλωσε ελαφρά το βλέμμα.
«Ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι… όταν ζητούσε κάτι, το υπονοούσε. Δεν το έλεγε σαν
διαταγή.» Έκανε μια μικρή παύση πριν συνεχίσει: «Και αυτό σε έκανε να θέλεις να
το προσφέρεις άψογα, από μόνος σου… χωρίς καταναγκασμό.»
Μια σιωπή ακολούθησε.
«Ίσως είναι νέος ακόμη», είπε ήρεμα η Τσινγκ-Για.
«Τον νέο άρχοντα; Τον Γκούο Ρεν; Τον έχετε υπηρετήσει;» τις ρώτησε.
Οι κοπέλες αντάλλαξαν μια σύντομη ματιά. «Δεν κληθήκαμε ποτέ», είπαν
σχεδόν μαζί.
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου άφησε αργά
τα ξυλάκια κάτω, αναπαυμένος πια στο μαξιλάρι, με το τσάι να αχνίζει δίπλα του.
«Περίεργο…» μουρμούρισε. «Για έναν
άνθρωπο που λέγεται πως εμπιστεύεται τόσο το προσωπικό του.»
Η Τσινγκ-Για συμπλήρωσε: «Έχει, απ’ όσο λένε, την προσωπική του
υπηρέτρια. Ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι ποτέ δεν έφερνε υπηρέτριες μαζί του.»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου έγνεψε αργά, σαν να κρατούσε την παρατήρηση.
«Την υπηρέτριά του… τη Σου-Σι; Τη γνωρίζετε;»
«Όχι, αξιότιμε επιθεωρητά», απάντησε η Τσινγκ-Για. «Την έφερε μαζί του
μόνο στο τελευταίο του ταξίδι εδώ.»
Η Λινγκ-Λου σήκωσε το βλέμμα της «Ίσως αυτή η Σου-Σι να φροντίζει ώστε
να μην περνά κανείς που δεν εγκρίνει.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά.
Η Λινγκ-Λου χαμήλωσε το βλέμμα της. «Λένε…» ξεκίνησε.
Η Τσινγκ-Για, σχεδόν ασυναίσθητα, ακούμπησε απαλά το χέρι της στο
τραπέζι, σαν να ζητούσε στήριγμα.
«Λένε τι;» ρώτησε ο άνθρωπος της Νάμπου.
Η κοπέλα δίστασε.
«Ότι η Σου-Σι δεν είναι απλώς υπηρέτρια…»
Ο άνδρας της Νάμπου έγειρε ελαφρά προς τα μπροστά.
«Τότε τι είναι;»
«Σαν να… τον συνοδεύει», ψιθύρισε. «Σαν να τον επιβλέπει.»
Η Λινγκ-Λου έσκυψε και του γέμισε ξανά το μπολ. Ο άνδρας ακούμπησε πιο
βαθιά στο μαξιλάρι.
«Γνωρίζατε κάποια Λιν Σουέ;»
Οι κοπέλες δίστασαν.
«Την γνωρίζαμε… λίγο», είπε η Τσινγκ-Για.
«Δεν μιλούσε πολύ», πρόσθεσε η Λινγκ-Λου. «Ούτε εκείνη… ούτε ο πατέρας της.»
Ο άνθρωπος τις κοίταξε για λίγες στιγμές ακόμη, χωρίς να μιλήσει. Μόνο
το τσάι άχνιζε ανάμεσά τους.
οι
έρευνες στα κτήματα
Όλο το πρωί ο άνθρωπος του διοικητηρίου περιφερόταν στα κτήματα, έχοντας
ήδη αρχίσει τις έρευνές του. Τα δύο σκυλιά του κινούνταν πλάι του, πειθαρχημένα
και σε εγρήγορση. Περνούσε ανάμεσα στους εργάτες χωρίς να διακόπτει τη δουλειά
τους, μα τίποτε δεν του ξέφευγε, ούτε ο τρόπος που κρατούσαν τα εργαλεία τους,
ούτε οι ματιές που αντάλλασσαν μεταξύ τους. Πότε στεκόταν για λίγο, πότε
προχωρούσε αργά, αφήνοντας την παρουσία του να γίνεται αισθητή χωρίς να
επιβάλλεται.
Το φως είχε γίνει καθαρό και σκληρό· δεν άφηνε πολλά να κρυφτούν. Τα δύο
σκυλιά του κινούνταν χαμηλά, σχεδόν αθόρυβα, διαγράφοντας κύκλους γύρω του. Δεν
βάδιζε βιαστικά. Στεκόταν πότε-πότε, σαν να τον ενδιέφερε κάτι ασήμαντο, η
γωνία ενός αυλακιού, η ευθυγράμμιση των φυτών, η κίνηση ενός εργάτη. Μα κάθε
στάση είχε τη σημασία της.
ο
εργάτης από το Γιανγκού
Πλησίασε έναν άνδρα που έσκαβε τη γη με αργές, μετρημένες κινήσεις.
Στάθηκε πλάι του χωρίς να μιλήσει αμέσως.
«Η γη εδώ», είπε τελικά, «δείχνει να αποδίδει σε όσους δεν της ζητούν
περισσότερα απ’ όσα μπορεί να δώσει.»
Ο άνδρας σήκωσε για λίγο το βλέμμα. Δίστασε.
«Όποιος πιέζει τη γη, κύριε, στο τέλος μένει χωρίς τίποτα.»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου έγνεψε ελαφρά.
«Και ο άνθρωπος; Πότε μένει χωρίς βάρη; Όταν αποκτά περισσότερα… ή όταν αφήνει
πίσω του όσα τον δένουν;»
Ο εργάτης χαμήλωσε ξανά το κεφάλι.
«Όταν δεν χρωστά, κύριε.»
Μια μικρή παύση. Ο επιθεωρητής τον κοίταξε προσεκτικά. «Πόσα χρόνια
δουλεύεις εδώ;»
«Γύρω στα δέκα.»
«Και πώς έφτασες;»
Ο άνδρας ακούμπησε για λίγο το εργαλείο του στο χώμα. «Είχα μικρά
κτήματα… στο χωριό Γιανγκού. Δεν άντεξαν. Οι φόροι, οι εισφορές… τα χρέη. Στο
τέλος δεν είχα να πληρώσω. Έφυγα σχεδόν χρεωμένος.»
Σήκωσε το βλέμμα του για μια στιγμή.
«Ο άρχοντας Ντου Τσενγκ-Γουέι με δέχτηκε. Δεν ρώτησε πολλά. Εδώ… τουλάχιστον
δουλεύω. Τρέφω την οικογένειά μου.»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου τον παρατήρησε χωρίς να αλλάξει έκφραση.
«Και οι φόροι;»
Ο άνδρας δίστασε ελάχιστα. «Δεν πληρώνουμε άμεσα. Ό,τι δίνεται… δίνεται
μέσω του οίκου.»
Ο επιθεωρητής έγνεψε. Δεν υπήρχε ούτε επιδοκιμασία ούτε αποδοκιμασία στο
πρόσωπό του. Μόνο καταγραφή.
η
νεαρή χήρα Σιανγκλίν από το Λανσί
Προχώρησε. Λίγο πιο πέρα, κοντά σε μια σειρά από χαμηλούς θάμνους,
στεκόταν μια νεαρή γυναίκα. Τα χέρια της ήταν γρήγορα, μα το βλέμμα της συχνά
χανόταν για λίγο στο κενό, σαν να ακολουθούσε σκέψη που δεν ολοκληρωνόταν.
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου στάθηκε απέναντί της. «Δεν είναι εύκολο να
δουλεύει κανείς μόνος», είπε ήρεμα.
Η κοπέλα έγειρε ελαφρά το κεφάλι.
«Όχι, κύριε.»
«Πόσο καιρό είσαι εδώ;»
«Τρία χρόνια.»
«Ήρθες με την οικογένειά σου;»
Ένα ανεπαίσθητο σκοτείνιασμα πέρασε από το πρόσωπό της.
«Με τον άντρα μου. Ήταν ξυλουργός. Τη χρονιά που πέθανε ο άρχοντας Ντου
Τσενγκ-Γουέι ήρθαμε. Ζήτησε δουλειά για επισκευές.»
Σταμάτησε για λίγο.
«Ένα χρόνο μετά… έπεσε από ψηλά, όταν άλλαζε τα κεραμίδια σε μια
αποθήκη. Δεν άντεξε.»
Ο αέρας πέρασε ελαφρά ανάμεσά τους.
«Και έμεινες;»
«Ο Λι Σαν με κράτησε. Υπάρχει δουλειά… όσο υπάρχει δουλειά.»
Δίστασε.
«Ο νέος άρχοντας… δεν έχει αποφασίσει
ακόμη αν θα με κρατήσει.»
«Αν φύγεις;»
Η κοπέλα χαμήλωσε το βλέμμα. «Στο χωριό Λανσί… δεν έχω τίποτα να
γυρίσω.»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου την κοίταξε για λίγο ακόμη.
«Πώς σε λένε;»
Σήκωσε τα μάτια της. «Σιανγκλίν.»
Το όνομα έμεινε για μια στιγμή στον αέρα, κάτι ανάμεσα σε κάτι ανάμεσα
σε άρωμα που απλώνεται αθόρυβα και σκιά δάσους που κρατά δροσιά ακόμη και στο
φως. Δεν ήταν όνομα που στεκόταν βαρύ· περνούσε απαλά, μα έμενε.
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου δεν απάντησε αμέσως. Το βλέμμα του στάθηκε
πάνω της, πιο προσεκτικά αυτή τη φορά. Η ομορφιά της δεν ήταν επιδεικτική. Είχε
εκείνη τη χαμηλή, ήσυχη αρμονία που δεν ζητά να την προσέξεις, μα σε κάνει να
επιστρέφεις σε αυτήν χωρίς να το καταλάβεις. Το δέρμα της κρατούσε ακόμη μια
καθαρότητα που δεν είχε προλάβει να σκληρύνει από τη δουλειά, ενώ τα μάτια της,
σκούρα, με βάθος, είχαν μια υγρασία συγκρατημένη, σαν να κρατούσαν μέσα τους
περισσότερα απ’ όσα άφηναν να φανερωθούν.
Υπήρχε κάτι στη στάση της, στον τρόπο που στεκόταν χωρίς να
συρρικνώνεται, αλλά ούτε και να προβάλλεται, που θύμιζε ακριβώς αυτό που έλεγε
το όνομά της, παρουσία που δεν επιβάλλεται, αλλά διαχέεται.
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου έγνεψε ελαφρά, σαν να κατέγραψε όχι μόνο το
όνομα, αλλά και ό,τι το συνόδευε. Έμεινε για λίγο σιωπηλός. Το βλέμμα του δεν
έφυγε από πάνω της, αλλά η έκφρασή του έγινε πιο απλή, σχεδόν καθημερινή. Η ερώτησή
του ήρθε σχεδόν απλά, σαν να αφορούσε κάτι καθημερινό. Στην πραγματικότητα ήταν
μια δοκιμή· μια σύντομη διερεύνηση για το αν την είχαν προσεγγίσει άνθρωποι από
τους «Επιστρέφοντες». Συνήθως εκείνοι πλησίαζαν ανθρώπους με πληγές, που είχαν περάσει
δυσκολίες και αναζητούσαν στήριγμα, που θα ήταν εύκολο να τους πείσουν να
ακολουθήσουν τον δρόμο τους.
«Σου μίλησε ποτέ κανείς», τη ρώτησε ήρεμα, «για έναν δρόμο χωρίς δεσμά;
Για μια ζωή πιο δίκαιη;»
Η Σιανγκλίν δεν απάντησε αμέσως. Τα μάτια της χαμήλωσαν για μια στιγμή. Ύστερα
μίλησε.
«Όποιος έχει περάσει δυσκολίες που δεν του αξίζουν, δεν έχει χρόνο να
σκέφτεται τέτοια. Πρέπει να συνεχίσει τη ζωή του.»
Κάποια στιγμή πρόσθεσε, πιο ήσυχα, σαν να μιλούσε από εμπειρία που δεν
ήταν δική της μόνο: «Οι δεσμοί είναι εκείνοι που μας συγκρατούν στη ζωή.
Ρωτήστε μια γυναίκα που έχασε τον άνδρα της και έμεινε μόνη. Θα σας απαντήσει
ότι χωρίς τα δεσμά του γάμου είναι ανίσχυρη, αδύναμη.»
Η φωνή της δεν είχε πικρία ούτε
διδακτικό τόνο· είχε τη βεβαιότητα μιας παρατήρησης που είχε δει να
επαναλαμβάνεται.
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου την κοίταξε για λίγο ακόμη. Έγνεψε ελαφρά,
χωρίς να φανεί αν συμφωνεί ή απλώς καταγράφει. Και προχώρησε.
ο
εργάτης που σέβεται τα όρια της ιδιοκτησίας
Καθώς βάδιζε, στάθηκε ξανά κοντά σε μια ομάδα εργατών που φόρτωναν
δεμάτια.
«Όταν οι άνθρωποι μοιράζονται τον κόπο», είπε ήρεμα, «θα έπρεπε να
μοιράζονται και τον καρπό.»
Κανείς δεν απάντησε αμέσως. Ένας νεότερος άνδρας τόλμησε: «Ό,τι μας
δίνεται… το δεχόμαστε.»
Ο επιθεωρητής τον κοίταξε προσεκτικά. «Και αν δεν υπήρχε διαφορά ανάμεσα
σε εκείνον που έχει και σε εκείνον που δεν έχει;»
Ο άνδρας χαμήλωσε το βλέμμα. «Τότε… ίσως ο κόσμος να ήταν πιο ήσυχος.»
Ο εκπρόσωπος του διοικητηρίου έγειρε ελαφρά το κεφάλι. «Ή ίσως να μην
υπήρχε τάξη που να τον συγκρατεί», είπε χαμηλά, σαν να δοκίμαζε τη σκέψη. Έκανε
μια μικρή παύση και ύστερα ρώτησε: «Αν εσύ ήσουν ο άρχοντας σε αυτά τα κτήματα,
θα δεχόσουν οι άνθρωποί σου να έχουν τα ίδια με σένα;»
Ο άνδρας σήκωσε το βλέμμα, αυτή τη φορά πιο σταθερά. «Όχι», απάντησε.
«Δεν θα ήταν σωστό. Ο καθένας έχει τη θέση του.»
Ο επιθεωρητής τον παρατήρησε για μια στιγμή ακόμη. «Τότε γιατί είπες πως
θα ήταν καλύτερα να μην υπάρχει διαφορά;»
Ο άνδρας δίστασε μόνο για ένα κλάσμα του χρόνου. «Αυτό θα ίσχυε αν
κανείς δεν είχε τίποτα. Όχι όταν κάποιος έχει. Κανείς δεν αφήνει ό,τι του
ανήκει για να γίνει ίδιος με τους άλλους.»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου δεν απάντησε. Το βλέμμα του έμεινε για λίγο
πάνω του, σαν να υπολόγιζε όχι μόνο τα λόγια, αλλά και τη σκέψη που τα γέννησε.
Στην αρχή είχε διακρίνει σε αυτά μια αμυδρή σκιά από τις ιδέες των
«Επιστρεφόντων». Όμως η απάντηση του άνδρα δεν άφηνε περιθώριο παρερμηνείας. Δεν
υπήρχε πίστη σε κάποια διδασκαλία· μόνο αποδοχή της τάξης των πραγμάτων και
μέριμνα για την επιβίωση. Τέτοιοι άνθρωποι, σκέφτηκε, ακόμη κι αν ακούσουν
κηρύγματα, τα εγκαταλείπουν γρήγορα. Δεν είναι άνθρωποι της πίστης ή της ιδέας.
Ακολουθούν για λίγο, όσο τους ωφελεί, και ύστερα απομακρύνονται χωρίς θόρυβο.
Σαν να μπαίνουν σε ένα ποτάμι μόνο για όσο τους μεταφέρει, και να κοιτούν
έπειτα να αποβιβαστούν στην πιο ήσυχη όχθη. Έγνεψε ελαφρά. Είχε ήδη πάρει αυτό
που ήθελε. Και προχώρησε.
ο
άνθρωπος με τα κατάστιχα
Λίγο πιο πέρα, κάτω από μια πρόχειρη σκιά, στεκόταν ο άνθρωπος με τα
κατάστιχα. Το περιβραχιόνιο του οίκου ήταν δεμένο σφιχτά στο μπράτσο του.
Μπροστά του, ξύλινες πινακίδες και δεμένα δεφτέρια.
Ο επιθεωρητής πλησίασε. «Εσύ κρατάς τους λογαριασμούς;»
Ο άνδρας υποκλίθηκε ελαφρά. «Μινγκ Ζενγκ.»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου τον κοίταξε για λίγο. «Περίεργο όνομα. Σαν
να το ταίριαξε κανείς.» Δεν περίμενε απάντηση. Προχώρησε αμέσως. «Η περσινή
σοδειά;»
Ο Μινγκ Ζενγκ άνοιξε ένα από τα δεφτέρια.
«Ρύζι: επτακόσιοι ογδόντα σάκοι. Κριθάρι: διακόσιοι σαράντα. Σιτάρι: εκατόν
ενενήντα. Φασόλια: εκατόν δέκα. Σόργο: εκατόν εξήντα. Σησάμι και έλαια
καταγράφηκαν χωριστά. Τα υπόλοιπα αποδόθηκαν όπως όρισε ο οίκος.»
Ο επιθεωρητής έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός.
«Τα νούμερα είναι πιο κοντά σε ό,τι περιμένει κανείς για τέτοια γη. Μεσαία
κτήματα… ούτε μικρά ούτε μεγάλα.» Το βλέμμα του περιπλανήθηκε για λίγο στον
ορίζοντα. «Και τώρα έχουν επεκταθεί.»
Ο Μινγκ Ζενγκ δεν αντέδρασε.
«Μετακινήσεις προσωπικού;»
«Δεν υπάρχουν νέες προσλήψεις.»
«Και πόσοι λείπουν τώρα;»
«Η Χε Τζι… και τρεις εργάτες. Συνοδεύουν τη Γου Σία στο μικρό κτήμα.»
«Οι τελευταίοι που έφυγαν από εδώ;»
Ο Μινγκ Ζενγκ σκέφτηκε για μια στιγμή. «Πάνω από έναν χρόνο. Ένας
άνδρας.»
«Το όνομά του;»
«Σεν Τζιαν.»
Μια παύση.
«Ξέρεις τον λόγο;»
«Όχι. Εκείνη την περίοδο… είχα φύγει κι εγώ για κάποιο διάστημα.»
Ο επιθεωρητής έγειρε ελαφρά το κεφάλι. «Και γιατί έφυγες;»
«Είχε πεθάνει ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι και δεν γνωρίζαμε για την τύχη των
κτημάτων. Έπρεπε να αναζητήσω άλλον δρόμο.»
«Και γιατί επέστρεψες;»
«Δεν βρήκα κάτι καλύτερο. Εδώ είναι πιο εύκολα.» Σήκωσε ελαφρά το
βλέμμα.
«Είναι αλλιώς να κρατάς κατάστιχα παρά να σκάβεις τη γη. Όπου πήγα, ζητούσαν
μόνο χέρια για δουλειά.»
Ο επιθεωρητής τον παρατήρησε σιωπηλός για λίγο ακόμη. «Από πότε είσαι
εδώ;»
«Πολλά χρόνια. Από τότε που ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι αγόρασε τα κτήματα.»
«Και ήσουν πάντα ο γραμματέας του;»
«Πάντα.»
«Φαίνεται πως σου είχε εμπιστοσύνη…»
Ο Μινγκ Ζενγκ έγειρε ελαφρά το κεφάλι.
«Όταν κάποιος σου αναθέτει μια υπεύθυνη θέση, τότε είσαι υποχρεωμένος απέναντί
του. Και όταν ο άρχοντας δεν είναι συνεχώς εδώ, η ευθύνη σου γίνεται
μεγαλύτερη.»
«Οι σχέσεις σου με τον Λι Σαν;»
«Έχουμε διαφορετικές αρμοδιότητες. Εκείνος εποπτεύει. Εγώ καταγράφω…
επιβλέπω χωρίς να επιβάλλω τάξη.»
Ο επιθεωρητής τον κοίταξε λίγο πιο προσεκτικά.
«Δεν θα είσαι από εδώ.»
«Είμαι από την Τσενγκτού.»
«Και πώς βρέθηκες εδώ;»
Ο Μινγκ Ζενγκ δίστασε ελάχιστα. «Έπρεπε να ξεχάσω.»
Ο επιθεωρητής δεν μίλησε. Περίμενε.
«Μια γυναίκα», συνέχισε πιο χαμηλά. «Μου υποσχέθηκε πως θα ενώναμε τα
σπίτια μας… πως θα φτιάχναμε δικό μας οίκο. Και ύστερα διάλεξε κάποιον πιο
εύπορο. Έτσι έφυγα.»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου τον κοίταξε σταθερά. «Αν οι άνδρες άφηναν τη
γη για κάθε γυναίκα που τους προδίδει», είπε ήρεμα, «οι αγροί θα έμεναν άδειοι.
Και οι δρόμοι θα γέμιζαν ανθρώπους χωρίς προορισμό.»
Ο Μινγκ Ζενγκ δεν αντέδρασε αμέσως. Δέχτηκε τα λόγια χωρίς να τα
αντικρούσει.
«Κάποιοι δεν φεύγουν μόνο για τη γυναίκα», απάντησε τελικά. «Φεύγουν
γιατί δεν θέλουν να μένουν εκεί όπου γελοιοποιήθηκαν.»
Ο επιθεωρητής έγειρε ελαφρά το κεφάλι. «Και εδώ; Τι βρήκες;»
Ο Μινγκ Ζενγκ σήκωσε το βλέμμα.
«Ένα μέρος όπου κανείς δεν ρωτά για το πριν. «Και δουλειά που δεν εξαρτάται από
το ποιος σε άφησε… αλλά από το τι μπορείς να κάνεις.»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου τον παρατήρησε για λίγο ακόμη. «Δηλαδή δεν
έφυγες μόνο για να ξεχάσεις», είπε χαμηλά. «Έφυγες για να αρχίσεις από την
αρχή.»
Ο Μινγκ Ζενγκ έγνεψε ανεπαίσθητα. «Εγώ βρήκα δρόμο», είπε ήρεμα. «Εδώ,
στο Νανγκού.»
Ο επιθεωρητής δεν απάντησε. Μόνο έγνεψε ελαφρά, σαν να δεχόταν την
απάντηση όχι ως εξήγηση, αλλά ως γεγονός. Ο επιθεωρητής τον παρατηρούσε χωρίς
έκφραση. «Θα αντιπαθείς τα πλούτη.»
Ο Μινγκ Ζενγκ κούνησε ελαφρά το κεφάλι.
«Ο πλούτος δεν ευθύνεται για τις αποφάσεις των ανθρώπων. Εξαρτάται πώς τον
χρησιμοποιεί κανείς.»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου έμεινε για λίγο σιωπηλός. Το βλέμμα του
στάθηκε πάνω του, σαν να δοκίμαζε την απάντηση.
«Και ο νέος γαιοκτήμονας… ο Γκούο Ρεν; Σε κράτησε στην ίδια θέση.»
«Δεν είναι πολλοί εδώ που ξέρουν να κάνουν υπολογισμούς», απάντησε ο
Μινγκ Ζενγκ απλά.
«Φαίνεται ότι έχεις κάποια ανεξαρτησία», είπε ο επιθεωρητής,
παρατηρώντας τον με σταθερό βλέμμα.
Ο Μινγκ Ζενγκ έγνεψε ελαφρά, χωρίς να προσβληθεί. «Ο άρχοντας
Τσενγκ-Γουέι έλειπε. Επιθεωρούσε τα κτήματα τέσσερις φορές τον χρόνο. Ήταν
λογικό να υπάρχει κάποια αυτονομία στην καθημερινή διαχείριση.»
«Και αυτό λειτουργεί;» ρώτησε ο επιθεωρητής.
«Λειτουργεί, όσο υπάρχει πειθαρχία», απάντησε ο Μινγκ Ζενγκ χωρίς
δισταγμό. «Η ανεξαρτησία χωρίς αυτοπειθαρχία είναι επιζήμια. Είμαστε εδώ για
έναν κοινό σκοπό. Όσο τον υπηρετούμε, μας θρέφει. Αν χαλαρώσει η εργασία, τότε
και ο σκοπός χάνει τη συνοχή του.»
Ο επιθεωρητής τον παρατήρησε για λίγο ακόμη.
«Παλαιότερα θα υπήρχαν περισσότεροι εργάτες», είπε.
«Ναι», απάντησε ο Μινγκ Ζενγκ. «Αλλά αυτό αποδείχθηκε ασύμφορο. Μπορεί
να αυξανόταν η παραγωγή, όμως οι πληρωμές μειώνονταν. Οι ενδιάμεσοι πόροι δεν
επαρκούσαν για όλους.»
«Και τι έγινε;» ρώτησε ο επιθεωρητής.
«Κάποιοι το κατάλαβαν και έφυγαν μόνοι τους. Πήγαν να εργαστούν σε άλλα
κτήματα.»
«Πού; Εδώ στο Νανγκού;»
Ο Μινγκ Ζενγκ κούνησε το κεφάλι.
«Όχι. Πιο μακριά. Προς τα βόρεια κτήματα, κοντά στο Γιανγκού. Εκεί ζητούν
συνεχώς εργάτες.»
Ο επιθεωρητής έγειρε ελαφρά. «Και γιατί να φύγει κάποιος από εδώ για
εκεί;»
Ο Μινγκ Ζενγκ απάντησε απλά: «Άλλοι πληρώνουν καλύτερα. Άλλοι υπόσχονται
λιγότερη δουλειά. Ο καθένας ακούει αυτό που τον συμφέρει.»
Ο επιθεωρητής τον κοίταξε για μια στιγμή ακόμη, σαν να ζύγιζε την
απάντηση. «Και εσύ;» ρώτησε τελικά. «Γιατί έμεινες;»
Ο Μινγκ Ζενγκ δεν δίστασε. «Γιατί εδώ η εργασία είναι σταθερή. Και οι
κανόνες ξεκάθαροι. Αυτό, για μένα, αξίζει περισσότερο από την υπόσχεση μιας
μικρής διαφοράς στο τέλος του χρόνου.»
Ο επιθεωρητής δεν απάντησε αμέσως. Το βλέμμα του έμεινε πάνω του λίγο
περισσότερο απ’ όσο απαιτούσε μια απλή συνομιλία. Ο επιθεωρητής έκανε ένα μικρό
νεύμα. Τα σκυλιά σηκώθηκαν αμέσως. «Η τάξη των αριθμών», είπε τελικά, «είναι
πιο ήσυχη από την τάξη της γης.»
Ο Μινγκ Ζενγκ δεν απάντησε.
Καθώς απομακρυνόταν, το βλέμμα του επιθεωρητή πέρασε ξανά πάνω από τα
κτήματα, όχι πια σαν να έβλεπε ανθρώπους και γη, αλλά σαν να διάβαζε κάτι
κρυμμένο κάτω από αυτά.
ένας
γαμβρός για μια νύφη με κρυμμένη μνήμη
Καθώς το πρωινό έγερνε προς το μεσημέρι και το φως δυνάμωνε, έκρινε πως
είχε δει αρκετά για εκείνη την ώρα. Επέστρεψε στο πέτρινο σπίτι όπου διέμενε ο Γκούο
Ρεν, φέρνοντας μαζί του τη σκόνη των χωραφιών. Τα σκυλιά ξάπλωσαν κοντά στην
είσοδο, ενώ εκείνος μπήκε μέσα σιωπηλός.
Δεν πέρασε πολλή ώρα. Η άφιξη του Γκάο Πινγκ αναγγέλθηκε διακριτικά. Ο
νεαρός κτηματίας εμφανίστηκε στην αυλή με σταθερό βήμα, συνοδευόμενος από δύο
άνδρες. Η παρουσία του ήταν προσεγμένη, χωρίς επιτήδευση. Στα μάτια του
φαινόταν η αθωότητα ενός ανθρώπου που αγνοούσε τα μυστικά του παρελθόντος της
κοπέλας που τον είχε γοητεύσει. Ό,τι υπήρχε μέσα σε αυτό ήταν μόνο αχνή μνήμη.
Κάτι που κανείς δεν θα αποκάλυπτε ή θα τολμούσε να φέρει στο φως, ακόμη και αν
γνώριζε.
Οδηγήθηκε μέσα. Ο Γκούο Ρεν τον περίμενε, με τον άνθρωπο του
διοικητηρίου παρόντα στο πλάι. Ο χώρος ήταν ήσυχος.
Ο Γκάο Πινγκ υποκλίθηκε.
«Ήρθα για έναν σκοπό σαφή. Ζητώ γαμήλια ένωση με την Χονγκ-Χουά, σύμφωνα
με το έθιμο των οικογενειών.»
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε προσεκτικά. «Αυτό σε τιμά», είπε. «Αλλά αυξάνει
τις υποχρεώσεις σου απέναντί της.»
«Το γνωρίζω», απάντησε ο Γκάο Πινγκ.
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου δεν άλλαξε ύφος, αλλά το βλέμμα του έγινε
πιο σταθερό.
«Δεν έχουμε χρόνο για καθυστέρηση», είπε ο Γκούο Ρεν κοφτά. « Ο γάμος θα
γίνει στα κτήματα των Ντου.»
Ο Γκάο Πινγκ έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός.
«Οι γονείς μου θα θελήσουν να το
σκεφτούν…» ξεκίνησε προσεκτικά.
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε σε αυτόν. Το βλέμμα του μετακινήθηκε προς τον
άνθρωπο του διοικητηρίου. Εκείνος έγνεψε ελαφρά, σαν να είχε ήδη την λύση
διαμορφωμένη.
«Δεν χρειάζεται να θεωρηθεί ως παραχώρηση από τη μεριά τους», είπε ο
άνθρωπος της Νάμπου ήρεμα. «Μπορεί να τεθεί ως τελετουργική τάξη του γάμου.
Ότι, σύμφωνα με το έθιμο, η πρώτη τελετή οφείλει να γίνει στον τόπο της νύφης,
ώστε να τιμηθεί η οικογένειά της και να αναγνωριστεί η ένταξή της στον νέο
οίκο.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Με αυτόν τον τρόπο, δεν καλούνται να αλλάξουν γνώμη. Καλούνται να
ακολουθήσουν την ορθή σειρά των πραγμάτων. Και αυτό γίνεται πιο εύκολα
αποδεκτό, ειδικά όταν παρουσιάζεται ως σεβασμός και όχι ως απαίτηση.»
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε ελαφρά, εγκρίνοντας χωρίς να το πει. Το βλέμμα του
έμεινε σταθερό.
«Και όπως έχουμε συμφωνήσει, θα μένετε στο σπίτι στα νότια κτήματα μέχρι
να ετοιμαστεί το δικό σου, στα κτήματά σου.»
Ο Γκάο Πινγκ έγνεψε καταφατικά. Για μια στιγμή επικράτησε σιωπή. Ύστερα
έκανε ένα ελαφρύ νεύμα στους άνδρες που τον συνόδευαν. Εκείνοι προχώρησαν και
άφησαν μπροστά στο χαμηλό τραπέζι προσεκτικά δεμένα κιβώτια και υφάσματα
τυλιγμένα σε καθαρό μετάξι.
«Ως ένδειξη σεβασμού προς τον οίκο από τον οποίο προέρχεται η
Χονγκ-Χουά, προσφέρω μικρά δώρα, όπως αρμόζει», είπε.
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου έριξε μια σύντομη ματιά στα αντικείμενα,
χωρίς να μιλήσει.
Ο Γκούο Ρεν δεν έσπευσε να τα αγγίξει. «Γνωρίζεις τα έθιμα», είπε ήρεμα.
«Αυτό είναι καλό.» Έπειτα έγνεψε ελαφρά, αποδεχόμενος την προσφορά με
συγκρατημένη επισημότητα.
Ο Γκάο Πινγκ στάθηκε ακόμη όρθιος μπροστά στο χαμηλό τραπέζι, αφού οι
άνδρες του είχαν αφήσει τα δώρα. Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν αβεβαιότητα·
ήταν το σημείο όπου έπρεπε να οριστεί ο χρόνος.
Ο Γκούο Ρεν μίλησε πρώτος. «Η πρόθεση έγινε δεκτή. Απομένει να οριστεί ο
χρόνος.»
Ο Γκάο Πινγκ έγνεψε με προσοχή.
«Οι προετοιμασίες απαιτούν τάξη. Δεν θα ήθελα να επισπευσθούν χωρίς να
είναι έτοιμα τα πράγματα.»
Ο εκπρόσωπος του διοικητηρίου παρενέβη, με τον ίδιο ήρεμο, ελεγκτικό
τόνο. «Η καθυστέρηση δεν είναι προς όφελος κανενός. Η ένωση έχει ήδη
συμφωνηθεί. Η τελετή πρέπει να ακολουθήσει σύντομα.»
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε. «Σε δεκαπέντε ημέρες. Η πρώτη τελετή θα τελεστεί στα
κτήματα των Ντου.»
Ο Γκάο Πινγκ υπολόγισε για μια στιγμή. «Είναι σύντομο διάστημα», είπε.
«Αλλά επαρκές. Συμφωνώ.»
Ο Γκούο Ρεν συνέχισε: «Δεν είναι βέβαιο ότι θα παρίσταμαι. Υπάρχουν
κτήματα που απαιτούν την παρουσία μου. Αν χρειαστεί να απουσιάσω, τη θέση μου
θα λάβει ο Λι Σαν.»
Ο Γκάο Πινγκ έγνεψε καταφατικά. Η συμφωνία είχε ολοκληρωθεί. Ο Γκάο
Πινγκ υποκλίθηκε για τελευταία φορά και αποχώρησε. Οι άνδρες του τον
ακολούθησαν σιωπηλά. Τα βήματά τους χάθηκαν έξω από την πύλη. Το πέτρινο σπίτι
έμεινε ήσυχο.
Ο εκπρόσωπος του διοικητηρίου κοίταξε τον Γκούο Ρεν. «Να, λοιπόν που
υπάρχουν και ευχάριστα στα κτήματά σας.»
Ο Γκούο Ρεν απάντησε χωρίς να μεταβάλει το ύφος του. «Όταν γίνονται
γάμοι, ανανεώνεται η ζωή.»
Ο εκπρόσωπος της Νάμπου τον παρατήρησε για μια στιγμή ακόμη. «Αλλά
φαίνεται ότι δεν έχετε τόση εμπιστοσύνη στον άνθρωπο με τα κατάστιχα. Δεν τον
ορίσατε και αυτόν αντιπρόσωπό σας.»
Μια μικρή παύση.
«Μπορεί ο πατέρας μου να είχε περισσότερες σχέσεις μαζί του», απάντησε ο
Γκούο Ρεν. «Αλλά ανήκει σε άλλη γενιά. Πρέπει να προχωράμε με νέους ανθρώπους.»
Το βλέμμα του επιθεωρητή έμεινε πάνω του λίγο περισσότερο απ’ όσο
απαιτούσε η ευγένεια.
Ο Γκούο Ρεν σήκωσε το χέρι του. Η
ηλικιωμένη γυναίκα εμφανίστηκε από το εσωτερικό. «Πες της», είπε.
η
χαρμόσυνη αναγγελία στην υποψήφια νύφη
Η Χονγκ-Χουά καθόταν κοντά στο παράθυρο. Το ύφασμα ήταν απλωμένο στα
γόνατά της, και τα δάχτυλά της δούλευαν με σταθερό ρυθμό. Η ηλικιωμένη γυναίκα
στάθηκε μπροστά της. Τα δάχτυλα της Χονγκ-Χουά σταμάτησαν. Δεν σήκωσε αμέσως το
κεφάλι.
«Ήρθε πρόταση», είπε. «Από τον Γκάο Πινγκ. Έχει γίνει δεκτή. Η τελετή
ορίστηκε σε δεκαπέντε ημέρες.»
Η φωνή ήταν καθαρή, χωρίς καμία σκιά διαπραγμάτευσης. Η Χονγκ-Χουά
σήκωσε το βλέμμα της. Δεν ρώτησε τίποτα. Η απόφαση δεν ζητούσε απάντηση.
«Το κατάλαβα», είπε.
Η γυναίκα την κοίταξε για μια στιγμή ακόμη και έγνεψε. Δεν υπήρχε κάτι
άλλο να ειπωθεί. Αποσύρθηκε.
Η Χονγκ-Χουά έμεινε μόνη. Το ύφασμα παρέμενε στα χέρια της. Για λίγο δεν
κινήθηκε. Ύστερα, αθόρυβα, η σκέψη της γύρισε πίσω. Όχι σε όλη τη ζωή της —
μόνο σε ένα σημείο. Στη νύχτα εκείνη. Θυμήθηκε τη σιωπή του δωματίου, τη
σταθερότητα της παρουσίας του Γκούο Ρεν, τον τρόπο που τίποτα δεν είχε ειπωθεί
και όμως όλα είχαν συμβεί με μια βεβαιότητα που δεν ζητούσε επιβεβαίωση. Για
μια στιγμή τότε είχε πιστέψει πως αυτό αρκούσε. Πως εκείνη η νύχτα θα την
κρατούσε κοντά του. Η σκέψη αυτή ξεθώριασε γρήγορα. Δεν υπήρξε συνέχεια. Μια
ελαφριά πικρία πέρασε από μέσα της, σύντομη, καθαρή. Όχι για ό,τι έγινε, αλλά
για ό,τι δεν έγινε. Δεν είχε θέση τώρα. Η Χονγκ-Χουά χαμήλωσε το βλέμμα της. Πέρασε
τη βελόνα μέσα από το ύφασμα. Μία φορά. Έπειτα άλλη μία. Ό,τι είχε υπάρξει,
έμενε πίσω, χωρίς αξίωση. Δεν υπήρχε τίποτα να κρατήσει. Ο γάμος είχε οριστεί
από εκείνον που όριζε τη ζωή της. Και αυτό αρκούσε. Η κίνηση των χεριών της
έγινε ξανά σταθερή. Χωρίς βιασύνη, χωρίς αντίσταση. Σαν να έκλεινε προσεκτικά
ένα κομμάτι που δεν θα άνοιγε ξανά.
κάποιες εκκρεμότητες
Ο Γκούο Ρεν στράφηκε προς τον εκπρόσωπο του διοικητηρίου, όταν η
συζήτηση για τον γάμο είχε πια ολοκληρωθεί.
«Θα γευματίσετε μαζί μας;»
ρώτησε, με ευγένεια που πρόδιδε μια ελαφρά αμηχανία.
Ο επιθεωρητής χαμογέλασε ανεπαίσθητα, σχεδόν αφηρημένα, σαν να
παρατηρούσε περισσότερο τον συνομιλητή του παρά την ίδια την πρόσκληση.
«Όχι… θα μου επιτρέψετε να αρνηθώ.» Έγειρε ελαφρά το κεφάλι. «Οι κοπέλες
που είχατε την καλοσύνη να μου στείλετε φαίνεται πως ήδη ετοιμάζουν το
μεσημεριανό μου. Δεν θα ήθελα να ακυρώσω τον κόπο τους. τόση
επιμέλεια σπανίζει στις μέρες μας.»
Έκανε μια μικρή παύση, αφήνοντας τα λόγια να σταθούν. «Ο πατέρας σας
είχε πράγματι ορθή κρίση. Ήξερε ποιους ανθρώπους να κρατά κοντά του…» πρόσθεσε,
με μια λεπτή αιχμή στη φωνή του.
Τα δάχτυλά του χάιδεψαν αφηρημένα το μανίκι του, σαν να απομάκρυνε σκόνη
που δεν φαινόταν.
«Εξάλλου, θα ήταν φρόνιμο να
ξεκουραστείτε. Οι καιροί απαιτούν καθαρό νου… και καθαρές συνειδήσεις.» Ένα
ίχνος χαμόγελου πέρασε από τα χείλη του. «Η υπηρέτριά σας, η Σου-Σι… υποθέτω
πως θα σας περιμένει. Θα ήταν κρίμα να την αφήσετε να περιμένει περισσότερο απ’
όσο πρέπει.»
Το βλέμμα του έμεινε πάνω στον Γκούο Ρεν για μια στιγμή παραπάνω απ’ όσο
επέτρεπε η ευγένεια, πριν αποτραβηχτεί αργά, σαν να είχε ήδη πάρει μια απάντηση
που δεν είχε ακόμη δοθεί.
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε. «Θα σας συνοδεύσω μέχρι τα νότια κτήματα.»
Βγήκαν μαζί. Τα σκυλιά του επιθεωρητή σηκώθηκαν και τους ακολούθησαν
αθόρυβα. Ο δρόμος άνοιγε μπροστά τους μέσα από τα χωράφια, κάτω από ένα καθαρό,
ακίνητο φως.
Για λίγο περπατούσαν χωρίς λόγια.
Ύστερα ο επιθεωρητής μίλησε: «Μέσα σε τόσο σύντομο διάστημα είχαμε ένα
θάνατο και έναν γάμο. Κάποιες φορές η ζωή προχωρά γρήγορα. Και κάποιοι μένουν
ακίνητοι.»
Ο Γκούο Ρεν γύρισε ελαφρά το κεφάλι του. «Τι εννοείτε;»
η σύσταση της Σιανγκλίν
«Στα κτήματά σας συνάντησα μια νεαρή γυναίκα, κάποια Σιανγκλίν. Τη
γνωρίζετε;»
«Όχι. Θα ρωτήσω τον Λι Σαν.»
«Έχει μείνει χήρα. Ο άντρας της σκοτώθηκε εδώ πριν ένα χρόνο.»
«Δεν το γνωρίζω.»
«Και φοβάται για την τύχη της.»
«Δεν έχω σκοπό να διώξω κάποιον», απάντησε ο Γκούο Ρεν.
Ο επιθεωρητής δεν σχολίασε. Παρέκκλινε ελαφρά από το μονοπάτι. Ο Γκούο
Ρεν τον ακολούθησε. Λίγο πιο πέρα, η Σιανγκλίν δούλευε σκυμμένη. Σήκωσε το
κεφάλι όταν τους είδε.
Ο επιθεωρητής στάθηκε μπροστά της. «Πώς περνά η ζωή εδώ;» ρώτησε.
Η Σιανγκλίν τον κοίταξε ήρεμα. «Με δουλειά.»
«Μόνο με δουλειά;» είπε ο επιθεωρητής. «Δεν γίνεται η ζωή μονότονη
έτσι;»
Η Σιανγκλίν έμεινε για μια στιγμή σιωπηλή, σαν να διάλεγε προσεκτικά τη
σκέψη της. «Η δουλειά δεν είναι όλη η ζωή», απάντησε. «Είναι όμως αυτό που τη
στηρίζει. Χωρίς αυτήν, δεν υπάρχει ούτε χρόνος ούτε χώρος για τίποτε άλλο.»
Ο επιθεωρητής έγνεψε ελαφρά, σαν να προχώρησε τη σκέψη ένα βήμα
παραπέρα. «Οι άνθρωποι μεταξύ τους; Δένονται;»
«Γνωρίζονται», είπε η Σιανγκλίν. «Δέσιμο όμως σημαίνει κάτι πιο βαθύ.
Χρειάζεται χρόνος… και εμπιστοσύνη.» Έκανε μια μικρή παύση. «Και δεν δίνεται
εύκολα. Δεν συμβαίνει απλώς επειδή οι άνθρωποι βρίσκονται κοντά. Πρέπει να
αντέξει μέσα στον χρόνο, να δοκιμαστεί.»
«Και όταν αυτοί οι δεσμοί διακόπτονται;»
«Περιμένουν να δημιουργηθούν καινούργιοι.»
«Είναι τόσο απλό;»
«Δεν είναι απλό. Αλλά γίνεται.»
«Ξεχνιούνται οι παλιοί δεσμοί;»
«Όχι. Μένουν εκεί που ανήκουν.»
«Και δεν βαραίνουν;»
«Ό,τι μένει πίσω, δεν πρέπει να εμποδίζει αυτό που έρχεται.»
«Και θα εμπιστευόσουν εύκολα κάτι καινούργιο;»
«Όχι.»
«Και όμως θα ξανάρχιζες…»
«Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.»
Μια μικρή παύση.
«Από το Λανσί δεν είπες ότι είσαι;»
«Ναι. Η περιοχή μας είναι φτωχή.»
«Και δεν θέλεις να ξαναπάς;»
«Τι να κάνω; Και τότε δεν υπήρχαν ευκαιρίες. Και τώρα θα είναι ακόμη
χειρότερα.»
«Έχεις πικρία για τον θάνατο του άντρα σου;»
«Δεν μπορώ να κατηγορήσω κανέναν. Ήταν η δουλειά του.»
«Πριν πόσο καιρό είπες ότι ήρθατε στο
Νανγκού;»
«Πριν τρία χρόνια. Μόλις είχαμε παντρευθεί.
Δουλειές δεν υπήρχαν στο χωριό μας. Χωράφια δεν είχαμε. »
Ο Γκούο Ρεν μίλησε τότε κοιτάζοντάς την. «Στάσου όρθια.»
Η Σιανγκλίν υπάκουσε. Καθώς ανασηκωνόταν, κάτι άλλαξε απότομα, σαν να
αποκαλυπτόταν μια μορφή που πριν δεν μπορούσε να φανεί. Όσο ήταν σκυφτή, ανήκε
στο χώμα και στη δουλειά της· τίποτα δεν ξεχώριζε. Με το σήκωμα του κορμιού της,
η μορφή της άρχισε να ξεδιπλώνεται. Η κορμοστασιά της φάνηκε ολόκληρη,
ευθυτενής, με μια φυσική ισορροπία που δεν ζητούσε επιβεβαίωση. Και τότε έγινε
φανερό: Ήταν πολύ όμορφη. Όχι με τρόπο
επιδεικτικό, αλλά με μια καθαρότητα που δεν περνούσε απαρατήρητη. Κάτι που δεν
μπορούσε να δει κανείς όσο εκείνη ήταν χαμηλωμένη πάνω στη δουλειά της. Δύσκολα
θα πίστευε κανείς ότι ήταν σύζυγος ξυλουργού.
Για μια στιγμή δεν ειπώθηκε τίποτα. Η Σιανγκλίν γύρισε το βλέμμα της
προς τον Γκούο Ρεν. Δεν χαμογέλασε. Αλλά στο βλέμμα της υπήρχε κάτι άμεσο και
καθαρό, μια υπόσχεση χωρίς λόγια, ένα κάλεσμα που δεν διατυπωνόταν, αλλά
υπήρχε. Σαν να μιλούσε το σώμα της πριν από τη σκέψη.
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε χωρίς να αντιδράσει αμέσως. Ο επιθεωρητής
παρατηρούσε. Ο Γκούο Ρεν έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα μίλησε, σχεδόν χωρίς
πρόθεση να την δοκιμάσει, περισσότερο από μια εσωτερική παρόρμηση.
«Αν είχες τη δυνατότητα να αλλάξεις τη ζωή σου από την αρχή, θα το
έκανες;»
Η Σιανγκλίν δεν απάντησε αμέσως. Το βλέμμα της πέρασε για λίγο πάνω από
τα χωράφια, σαν να ζύγιζε κάτι που δεν φαινόταν.
«Όχι όπως το εννοείτε», είπε τελικά.
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε πιο προσεκτικά. «Πώς το εννοώ;»
«Οι άνθρωποι νομίζουν πως αν αλλάξουν την αρχή, θα γλιτώσουν», απάντησε
ήρεμα. «Αλλά το βάρος δεν βρίσκεται στην αρχή. Το κουβαλούν μέσα τους.»
Μια μικρή παύση.
«Αν κάτι αξίζει να αλλάξει», συνέχισε, «είναι ο τρόπος που προχωρά
κανείς από εκεί και πέρα.»
Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε αμέσως. Το βλέμμα του έμεινε πάνω της, αυτή τη
φορά όχι με περιέργεια, αλλά με κάτι πιο σταθερό, σαν να είχε μόλις αντιληφθεί
ότι μπροστά του δεν στεκόταν απλώς μια όμορφη γυναίκα, αλλά ένας άνθρωπος που
δεν μπορούσε εύκολα να διαβαστεί.
«Πες μου κάτι», της είπε με χαμηλή φωνή. «Πώς
προχωρά κανείς στη ζωή;»
Η Σιανγκλίν δεν απάντησε αμέσως. Τα μάτια της στάθηκαν για λίγο μακριά,
εκεί όπου τα χωράφια έσβηναν μέσα στο φως.
«Δεν προχωρά κανείς μόνος του», είπε ήρεμα. «Προχωρά αν έχει παιδιά. Αν
έχει οικογένεια.»
Έκανε μια μικρή παύση, σαν να έδινε χρόνο στα λόγια της να σταθούν. «Μόνος
του, όπου και να φτάσει κανείς… όπου και να προχωρήσει, όσα και να κατακτήσει…
είναι σαν να βαδίζει σε έρημο. Σε τόπους χωρίς ουσία.»
Η φωνή της έμεινε σταθερή, χωρίς ένταση. «Αν δεν υπάρχει πίσω μια ζεστή
γωνιά και ένα χαμόγελο να τον περιμένει, τότε όλα θα είναι χωρίς ουσία.»
Ο Γκούο Ρεν έγειρε ελαφρά το κεφάλι, σαν να αντιστεκόταν στη σκέψη. «Μπορεί
όμως να συναντά νέα χαμόγελα», είπε.
Η Σιανγκλίν τον κοίταξε. Δεν αντέδρασε αμέσως. Όταν μίλησε, η φωνή της
είχε την ίδια ήρεμη βεβαιότητα. «Ναι… αλλά αυτά είναι περαστικά.» Μια
ανεπαίσθητη σκιά πέρασε από το βλέμμα της, χωρίς να το σκοτεινιάσει. «Είναι
χαμόγελα που ξεχνιούνται. Χάνονται μέσα στα πολλά άλλα χαμόγελα.» Κατέβασε για
λίγο τα μάτια της, κι ύστερα τα σήκωσε ξανά. «Δεν μένουν. Δεν σε περιμένουν.
Δεν σε γνωρίζουν πραγματικά.»
Ο αέρας κινήθηκε ελαφρά ανάμεσά τους.
«Ο άνθρωπος χρειάζεται ένα μέρος όπου να επιστρέφει», πρόσθεσε πιο ήσυχα.
«Όχι για να σταματήσει… αλλά για να έχει λόγο να συνεχίζει.»
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε. Το βλέμμα
του είχε αλλάξει ανεπαίσθητα. Δεν ήταν πια μόνο παρατηρητικό· είχε γίνει πιο
εσωτερικό, σαν να είχε στραφεί προς κάτι που δεν μπορούσε εύκολα να απορρίψει.
η θέα από ψηλά
Ο επιθεωρητής μαζί με τον Γκούο Ρεν συνέχισε την παρέκκλιση της πορείας
του. Αντί να ακολουθήσει τον κύριο δρόμο, έδειχνε να τον οδηγεί σταδιακά
ανηφορικά, προς ένα στενότερο μονοπάτι που έφερνε προς τις σπηλιές. Τα σκυλιά
γύρω του είχαν αρχίσει να κινούνται πιο ελεύθερα, ξεφεύγοντας από την αυστηρή
τους εγρήγορση και τριγυρίζοντας μπροστά τους, σαν να αναγνώριζαν τον χώρο.
«Από εδώ έχουμε θέα», είπε όταν έφθασαν σε ένα ψηλό σημείο, σε ένα μικρό
ξέφωτο λίγο κάτω από τις σπηλιές.
Το βλέμμα άνοιγε προς τα χαμηλότερα κτήματα και τις καλλιέργειες, ενώ
πιο πάνω το βράχινο σώμα του βουνού σκοτείνιαζε.
Μόλις σταμάτησαν, από ένα άνοιγμα της σπηλιάς φάνηκε ένας φρουρός. Η
μορφή του ξεχώρισε για λίγο στο σκοτεινό εσωτερικό, σαν φύλακας των ορίων του
χώρου.
«Εδώ ίσως είναι ο τόπος που συγκεντρώνονται οι “άνθρωποι της επιστροφής”»,
είπε ο επιθεωρητής χωρίς να τον κοιτάξει απευθείας. «Αν συγκεντρώνονται
φυσικά…»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Κάποιες φήμες έχουν κυκλοφορήσει για αυτές τις σπηλιές. Μέσα λένε πως
υπάρχει κι ένας λαξευμένος βράχος… που μοιάζει με κρεβάτι.»
Δεν πρόσθεσε τίποτα άλλο. Τα σκυλιά, σαν να είχαν δικό τους ένστικτο,
ξαμολήθηκαν ξαφνικά και ανέβηκαν προς το άνοιγμα της σπηλιάς. Για μια στιγμή
χάθηκαν στο σκοτάδι του εσωτερικού, πριν ακουστούν ξανά οι κινήσεις τους.
«Τα ανοίγματα της σπηλιάς πρέπει να κλείσουν με βαρύ σίδερο», είπε ο
επιθεωρητής ήρεμα. «Κανείς δεν πρέπει να σκεφτεί ότι μπορεί να μπει εκεί.»
Λίγο αργότερα τα σκυλιά επέστρεψαν και στάθηκαν κοντά του, σαν να είχαν
ολοκληρώσει έναν έλεγχο που μόνο εκείνα καταλάβαιναν.
το
αίτημα για τις δύο άνεργες παλλακίδες
Προσπέρασαν τα τελευταία ενδιάμεσα κτήματα της Χου Λαν και κατέβηκαν
προς τη χαμηλότερη γη του νότου, που ο Γκούο Ρεν είχε αποκτήσει μόλις λίγο
καιρό πριν. Τα αναχώματα των ορυζώνων έκοβαν τη γη σε στενές λωρίδες που
λαμπύριζαν κάτω από τον ήλιο.
Ο επιθεωρητής στράφηκε τότε προς τον Γκούο Ρεν. «Σκέφτηκα κάτι», είπε με
τον ίδιο χαμηλό τόνο. «Οι δύο προσωπικές υπηρέτριες του πατέρα σας… θα
μπορούσαν να με ακολουθήσουν στη Νάμπου. Έμαθα ότι δεν τις υπολογίζετε
ιδιαίτερα. Όπως και την άλλη προσωπική του υπηρέτρια, τη Χονγκ-Χουά.»
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε χωρίς να δείξει έκπληξη.
«Έχετε τη δική σας προσωπική βοηθό», συνέχισε ο επιθεωρητής.
«Ναι», απάντησε ο Γκούο Ρεν. «Εκείνος ήταν μεγάλος και είχε ανάγκη από
περιποίηση και ανάπαυση. Εγώ ακόμη δεν χρειάζομαι τέτοιες υπηρεσίες.»
Ο επιθεωρητής έγνεψε ελαφρά, σαν να αποδεχόταν τη λογική της απάντησης
χωρίς να τη σχολιάσει ευθέως.
«Ώστε δεν θα είχατε αντίρρηση να με ακολουθήσουν στη Νάμπου; Το σπίτι μου είναι
μεγάλο και χρειάζομαι προσωπικό.»
Ο τόνος του δεν είχε πίεση· περισσότερο έμοιαζε με πρόταση που αφήνει
χώρο να συμφωνηθεί από μόνη της.
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε σταθερά. «Εφόσον και οι ίδιες συμφωνούν, είναι
ελεύθερες.»
«Και φυσικά», πρόσθεσε ο επιθεωρητής ήρεμα, «θα γνωρίζετε ότι θα τις
συμπεριφέρομαι με την ευπρέπεια και την προσοχή που τους έδειχνε και ο άρχοντας
Τσενγκ-Γουέι. Αν κάποια από αυτές κουραστεί ή αλλάξει γνώμη σας εγγυώμαι ότι θα
φροντίσω να επιστρέψει αμέσως.»
Για μια στιγμή δεν ειπώθηκε τίποτα. Ο αέρας πάνω από τα χωράφια έμεινε
ακίνητος.
«Από το να μείνουν εδώ και να δουλεύουν στα χωράφια», είπε ο Γκούο Ρεν,
«ίσως για εκείνες να είναι καλύτερα να σας συνοδεύσουν.»
Ο επιθεωρητής άφησε για λίγο το βλέμμα του να χαθεί προς το χαμηλό
ξύλινο σπίτι που φαινόταν στο βάθος, στην άκρη των νότιων κτημάτων. Μπροστά από
το σπίτι διακρίνονταν δυο γυναικείες μορφές που περίμεναν ακίνητες κάτω από τη
σκιά μιας μουριάς. Η Λινγκ-Λου στεκόταν
όρθια με τα χέρια κρυμμένα μέσα στα μανίκια της. Δίπλα της η μικρόσωμη
Τσινγκ-Για είχε χαμηλωμένο το κεφάλι, σαν να φοβόταν ακόμη και να κοιτάξει προς
το μέρος τους.
Οι δύο άντρες σταμάτησαν δίπλα σε
μια χαμηλή πέτρα των αναχωμάτων. Ο επιθεωρητής έβαλε τότε αργά το χέρι μέσα στο
μανίκι του επανωφοριού του και έβγαλε ένα μικρό μεταξωτό πουγκί δεμένο με μαύρο
κορδόνι. Το ακούμπησε πάνω στην πέτρα ανάμεσά τους.
Ο Γκούο Ρεν δεν γύρισε καν να το κοιτάξει. «Δεν πουλώ ανθρώπους», του είπε
ήρεμα.
Για μια στιγμή ακούγονταν μόνο τα έντομα από τα αναχώματα των χωραφιών.
Ο επιθεωρητής πήρε αμέσως το πουγκί πίσω. «Δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου.»
Ο Γκούο Ρεν κράτησε το βλέμμα του στραμμένο προς το σπίτι. «Αν οι γυναίκες
θέλουν να σας ακολουθήσουν, θα φύγουν μαζί σας. Αν όχι, θα παραμείνουν εδώ.»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου έγνεψε αργά. Δεν υπήρχε ειρωνεία στο πρόσωπό
του τώρα· μόνο προσοχή. Έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα έλυσε από τη ζώνη του
ένα στενό θηκάρι από σκούρο βερνικωμένο ξύλο. Ήταν απλό, αλλά η μεταλλική
σφραγίδα του διοικητηρίου της Νάμπου φαινόταν καθαρά επάνω του. Το κράτησε με
τα δύο χέρια πριν το προσφέρει. «Τότε δεχτείτε αυτό μόνο ως ένδειξη σεβασμού.»
Ο Γκούο Ρεν το πήρε χωρίς να μιλήσει αμέσως. Άνοιξε προσεκτικά το
θηκάρι. Μέσα βρισκόταν διπλωμένη μια επίσημη άδεια διέλευσης και προστασίας,
γραμμένη σε λεπτό χαρτί με καθαρή διοικητική γραφή και σφραγισμένη με κόκκινη
λάκα.
Ο επιθεωρητής μίλησε χαμηλόφωνα. «Οι δρόμοι προς τα ανατολικά δεν είναι
όπως πριν. Κυκλοφορούν λιποτάκτες, ομάδες πεινασμένων, άνθρωποι που φορούν
ακόμη στολές αλλά υπηρετούν μόνο τον εαυτό τους. Με αυτό, κανένα φυλάκιο της
Νάμπου δεν θα σταματήσει ανθρώπους ή φορτία του οίκου σας. Ούτε θα επιτραπεί
επίταξη των ζώων ή της σοδειάς σας χωρίς ενημέρωση του διοικητηρίου.»
Ο Γκούο Ρεν σήκωσε αργά το βλέμμα. Αυτό δεν ήταν πληρωμή. Ήταν
αναγνώριση.
Στο βάθος, η Τσινγκ-Για μετακινήθηκε ανήσυχα πιο κοντά στη Λινγκ-Λου.
Προφανώς προσπαθούσαν να καταλάβουν από μακριά τι αποφασιζόταν για τις ίδιες.
Ο επιθεωρητής ακολούθησε για λίγο το βλέμμα του. «Στο σπίτι μου θα έχουν
δικά τους δωμάτια και υπηρεσία μέσα στον οίκο.»
Ο Γκούο Ρεν έκλεισε ξανά το θηκάρι. «Η Λινγκ-Λου είναι ικανή», είπε. «Η
Τσινγκ-Για φοβάται εύκολα, αλλά μαθαίνει γρήγορα.»
Για πρώτη φορά ο επιθεωρητής χαμογέλασε ανεπαίσθητα. «Τότε ίσως η Νάμπου
τους φανεί λιγότερο σκληρή απ’ όσο φοβούνται.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός κοιτάζοντας τις δύο γυναίκες που περίμεναν
έξω από το ξύλινο σπίτι. Καθώς κρατούσε στα χέρια του το θηκάρι με τη σφραγίδα
της Νάμπου, κατάλαβε ότι ο οίκος των Γκούο μάθαινε να επιβιώνει σε έναν κόσμο
που μίκραινε.
η ανακοίνωση μιας επικείμενης σύλληψης
Ο επιθεωρητής άρχισε να κατηφορίζει από το ύψωμα. Ο Γκούο Ρεν τον ακολούθησε,
αν και γινόταν ολοένα πιο φανερό ότι ο επιθεωρητής γνώριζε τον τόπο καλύτερα
από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη του. Τα βήματά του ήταν σταθερά, σχεδόν βέβαια, σαν
να είχε ήδη χαρτογραφήσει μέσα του το έδαφος. Καθώς κατέβαιναν, ο επιθεωρητής
μίλησε ξαφνικά, αλλάζοντας πλήρως τον τόνο της φωνής του.
«Υπάρχει και ένα ακόμη ζήτημα.»
Ο Γκούο Ρεν γύρισε ελαφρά το κεφάλι του προς το μέρος του, περιμένοντας.
«Θα σας στερήσω έναν αγρότη σας. Θα έρθει μαζί μας αύριο για τη Νάμπου.»
Έκανε μια μικρή παύση, χωρίς να σταματήσει να περπατά.
«Σας είπα πως δεν θα καθυστερήσουμε πολύ.»
Ο τόνος του είχε γίνει πιο πρακτικός, σχεδόν διοικητικός. «Υπάρχουν
καταγγελίες», συνέχισε. «Είχε μπει στη σπηλιά.»
Δεν εξήγησε περισσότερο. Ο αέρας ανάμεσά τους έμεινε για λίγο βαρύς από
την πρόταση.
«Την κόρη του θα την αφήσουμε προς το παρόν εδώ.»
Ο Γκούο Ρεν τον άκουγε χωρίς να τον διακόπτει, το βλέμμα του σταθερό,
χωρίς εμφανή αντίδραση.
«Αυτοί οι δύο δεν πρέπει να ξανασυναντηθούν», είπε ο επιθεωρητής πιο
χαμηλά. «Το καλύτερο για την κοπέλα θα ήταν να παντρευτεί γρήγορα. Έτσι μόνο
μπορεί να κλείσει το ζήτημα.»
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε τότε πιο σταθερά. «Για ποιον μιλάτε;»
Ο επιθεωρητής δεν απάντησε αμέσως. Το βλέμμα του έμεινε πάνω στο πρόσωπο
του Γκούο Ρεν, παρακολουθώντας την παραμικρή μετατόπιση. «Για κάποιον Χου Σι.
Τον γνωρίζετε;»
«Ακουστά τον έχω», είπε ο Γκούο Ρεν, με τόνο που ήθελε να ακουστεί
αδιάφορος, μα δεν έκρυβε πλήρως τη συγκράτησή του.
Ο επιθεωρητής έγνεψε ελαφρά. «Και την κόρη του… τη Λου Λαν;»
Ο Γκούο Ρεν είχε ακούσει την αδελφή του, τη Ρουό-Σι, να μιλά για αυτούς,
να αφήνει να εννοηθεί ένα παράξενο ταίριασμα, σχεδόν ανάρμοστο· εκείνο το βράδυ
στο Λο Τζιανγκ που είχε πιει εκείνο το κρασί που τον είχε κάνει να ξυπνήσει με
πονοκέφαλο και με έναν ίλιγγο, σαν όλα να γύριζαν γύρω του. Μα αυτά δεν
μπορούσαν να ειπωθούν εδώ. Όχι σε άνθρωπο του διοικητηρίου. Η άρνησή του, όσο
καθαρή κι αν ακουγόταν, δεν στεκόταν εντελώς αβίαστα. «Όχι», απάντησε μονολεκτικά,
κάπως βεβιασμένα.
Η σιωπή κράτησε λίγο περισσότερο αυτή τη φορά. Ο επιθεωρητής έγειρε
ελάχιστα προς το μέρος του.
«Και δεν έχετε ακούσει κάτι για αυτή; Είστε βέβαιος;»
«Βέβαιος», είπε ο Γκούο Ρεν, πιο κοφτά.
«Αν είχε υπάρξει κάτι παράτυπο, θα το μαθαίνατε…» πρόσθεσε, σαν να ήθελε
να κλείσει το θέμα. Ο επιθεωρητής άφησε ένα αχνό, σχεδόν άηχο επιφώνημα, που
πρόδιδε κάποια αμφιβολία.
«Αν ήταν σοβαρό, σίγουρα. Ο Λι Σαν θα το είχε αναφέρει.»
Ο επιθεωρητής κοίταξε κάπου μακρυά. Με ειρωνικό τόνο στη φωνή του
απευθύνθηκε στον Γκούο Ρεν. «Ή ο άνθρωπος που κρατά τα κατάστιχα. Εκείνος με το
περίεργο όνομα… ο Μινγκ Ζενγκ…»
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε. «Ναι, ακόμη κι εκείνος. Αν και η αρμοδιότητά του δεν
είναι να με πληροφορεί για τους εργαζόμενους.»
Για μια στιγμή δεν ειπώθηκε τίποτα. Μόνο το κατηφορικό μονοπάτι
απλωνόταν μπροστά τους και τα σκυλιά που προπορεύονταν λίγο πιο κάτω,
σταματώντας πότε πότε και κοιτάζοντας πίσω, σαν να αφουγκράζονταν τη σιωπή.
Ο επιθεωρητής χαμήλωσε το βλέμμα του στο έδαφος, σαν να ακολουθούσε ίχνη
που δεν φαίνονταν. «Παράξενο», είπε τελικά. «Άνθρωποι που βρίσκονται στα κτήματά σας, αφήνουν
ελάχιστα ίχνη πίσω τους.» Σήκωσε το βλέμμα του ξανά. «Ίσως, βέβαια, τα ίχνη να
υπάρχουν… και απλώς να μη φτάνουν ποτέ εκεί όπου θα έπρεπε.»
Το βλέμμα του έμεινε πάνω στον Γκούο Ρεν μια στιγμή παραπάνω, πριν
αποτραβηχτεί αργά, σαν να είχε ήδη κρατήσει όσα χρειαζόταν.
Τότε ο επιθεωρητής συνέχισε, με
έναν τόνο πιο ήπιο, σχεδόν διδακτικό: «Ακόμη και αν κάποιοι άνθρωποι έχουν
υποπέσει σε σφάλμα, πρέπει να τους δίνουμε μια δεύτερη ευκαιρία. Ιδίως όταν
είναι νέοι και μπορούν ακόμη να κατανοήσουν το λάθος τους και να διορθωθούν.»
Έριξε μια σύντομη ματιά προς τον Γκούο Ρεν. «Ελπίζω η Λου Λαν να
αξιοποιήσει το δώρο που της δίνεται…»
η
εντολή για την πρόσληψη ενός υπαλλήλου
Μετά από μια αθόρυβη και αμίλητη πορεία, όταν πέρασαν τα κτήματα της Χου
Λαν και πριν μπουν στα νότια κτήματα, ο επιθεωρητής κοντοστάθηκε. Το βήμα του
σταμάτησε χωρίς βιασύνη, σαν η απόφαση να είχε ήδη ληφθεί πιο πριν. Γύρισε
ελαφρά προς τον Γκούο Ρεν. «Ελπίζω να μην ξανακουστούν ειδήσεις για
συγκεντρώσεις», είπε ήρεμα. Έπειτα συνέχισε, χωρίς να αλλάξει ύφος: «Θα στείλω
σε λίγες μέρες δικό μου άνθρωπο. Θα εργάζεται σαν εργάτης στα κτήματά σας. Θα
τον προσλάβετε ως βοηθό του Λι Σαν.»
Ο επιθεωρητής έκανε μια μικρή παύση, κοιτώντας προς τα χωράφια σαν να
όριζε ήδη τη θέση του ανθρώπου αυτού μέσα στο τοπίο. «Δεν πρέπει να γίνει
αντιληπτό από κανέναν», πρόσθεσε. «Ούτε από τον Λι Σαν, ούτε από τον άνθρωπο με
τα κατάστιχα… τον Μινγκ Ζενγκ.»
Η φωνή του χαμήλωσε ελάχιστα, χωρίς όμως να χάσει τη σταθερότητά της. «Όταν
υπάρχει καλή συνεργασία, διατηρείται η ευημερία για όλους μας. Και για εσάς,
και για εμάς.»
Ο Γκούο Ρεν τον άκουγε χωρίς να τον διακόψει. Για μια στιγμή μόνο έριξε
το βλέμμα του στο μονοπάτι μπροστά τους, σαν να ζύγιζε την έκταση όσων είχαν
ειπωθεί. «Εγώ θα λείπω», είπε τελικά. «Ποιος θα τον δεχθεί;»
Ο επιθεωρητής δεν δίστασε. «Θα πείτε πως θα έρθει ο γιος ενός φίλου του
πατέρα σας», απάντησε. «Κάποιου στον οποίο ο πατέρας σας είχε κάποτε
υποχρέωση.»
Έκανε μια μικρή παύση, σαν να τακτοποιούσε και την τελευταία
λεπτομέρεια. «Τον λένε Γουέι Τζιαν.»
η σύλληψη του Χου Σι
Ο ήλιος στεκόταν κάθετα πάνω από τα χωράφια του Νανγκού, βαραίνοντας τον
αέρα. Η γη άχνιζε, και ο ιδρώτας κυλούσε από το μέτωπο του Χου Σι, χαράζοντας
αυλάκια μέσα στη σκόνη που είχε κολλήσει στο πρόσωπό του. Έσφιγγε το εργαλείο
του λίγο πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν· κάτι μέσα του είχε ήδη ταραχτεί, πριν
ακόμη φανεί η αιτία.
Πιο ψηλά, κοντά στις σπηλιές, το παλιό σπίτι στεκόταν ακίνητο. Στο
κατώφλι του, ο Λου Γκεν στάθηκε για μια στιγμή. Τρεις εργάτες κάτω. Ένα
ανεπαίσθητο νεύμα, μια κίνηση που χανόταν αν δεν την περίμενες. Οι φρουροί
κατάλαβαν. Ο Λου Γκεν είχε ήδη αποσυρθεί.
Οι δύο φρουροί κατηφόρισαν. Ο Χου Σι σήκωσε το κεφάλι. Τα μάτια του
σκοτείνιασαν για μια στιγμή, όχι από φόβο ακόμη, αλλά από εκείνη τη γνώση που
έρχεται πριν από τον φόβο. Ο ιδρώτας έσταζε από τους κροτάφους του. Άφησε το
εργαλείο του.
«Έλα μαζί μας,» είπε ο ένας φρουρός. Δεν τον άγγιξαν. Κατηφόρισαν μαζί,
σαν να μην υπήρχε τίποτα ασυνήθιστο. Μόνο τα βήματά τους ακούγονταν βαριά μέσα
στη μεσημεριανή σιωπή.
Το πέτρινο σπίτι του Νανγκού φάνηκε
μπροστά τους. Έξω στεκόταν ο Λι Σαν. Το βλέμμα του πέρασε πάνω από τον Χου Σι
και σταμάτησε για λίγο.
Μέσα, στο μισοσκόταδο, η Σου-Σι είχε τραβηχτεί λίγο πίσω από το άνοιγμα
της πόρτας. Τα δάχτυλά της σφιγμένα. Ήξερε. Η ανάμνηση της σπηλιάς, της
τελετής, της σιωπηλής υπόσχεσης, όλα τώρα στέκονταν μπροστά της σαν κατηγορία. Ήταν
εκείνη που τον είχε δει. Τότε… στη σπηλιά, τον είχε παρακολουθήσει να προχωρά
μαζί με τη Λου Λαν, μέσα στο ημίφως, εκεί όπου οι φωνές χαμήλωναν και οι
άνθρωποι άφηναν πίσω τους τα ονόματά τους. Τα μάτια του τότε δεν έψαχναν να
κρυφτούν. Ατένιζαν τον κάμπο του Νανγκού σαν να του ανήκε ήδη ένα μέλλον που
δεν είχε ακόμη έρθει. Υπήρχε μέσα τους βεβαιότητα, μια παράξενη γαλήνη, σχεδόν
προσμονή, σαν να πλησίαζε σε μια δοκιμασία που θα τον λύτρωνε. Κάθαρση, είχαν
πει. Απέκδυση από τα δεσμά.
Τώρα τον κοίταζε ξανά. Και δεν αναγνώριζε τον ίδιο άνθρωπο. Το βλέμμα
του Χου Σι δεν στεκόταν πουθενά. Γλιστρούσε από πρόσωπο σε πρόσωπο και κάθε
φορά έφευγε πριν συναντήσει τα μάτια του άλλου. Δεν υπήρχε πια ούτε βεβαιότητα
ούτε προσμονή. Μόνο μια σφιγμένη αγωνία, η ματιά ενός ανθρώπου που ήξερε πως
είχε ήδη κριθεί, πριν ακόμη μιλήσει.
Από το μονοπάτι που οδηγούσε από τα νότια κτήματα, μια φιγούρα πλησίαζε
πεζή. Ο Γκούο Ρεν. Η φορεσιά του είχε σκόνη από τον δρόμο. Περπατούσε σταθερά,
χωρίς βιασύνη, μα με εκείνη τη συγκρατημένη ένταση που δεν αφήνει τίποτα να
ξεφύγει. Σταμάτησε λίγα βήματα από την είσοδο. Το βλέμμα του έπεσε κατευθείαν
στον Χου Σι. Δεν ρώτησε τίποτα. Η σιωπή κράτησε μια ανάσα περισσότερο απ’ όσο
άντεχε ο Χου Σι. Ο ιδρώτας τώρα κυλούσε ελεύθερα στην πλάτη του. Τα δάχτυλά του
έτρεμαν ανεπαίσθητα.
«Αν είσαι καθαρός, δεν έχεις να
φοβηθείς τίποτα» του είπε ο Γκούο Ρεν κοιτάζοντάς τον.
«Η κόρη μου…» είπε ο Χου Σι.
«Θα τη φροντίσω εγώ. Μην ανησυχείς. Είναι υπόσχεση» ο τόνος της φωνής
του Γκούο Ρεν ακούστηκε περισσότερο σαν εντολή, παρά σαν να ήθελε να τον
καθησυχάσει. «Εσύ πες μόνο την αλήθεια. Η θέση σου θα σε περιμένει εδώ.»
Οι φρουροί έκαναν ένα βήμα μπροστά. Του έδεσαν τα χέρια.
Ο Γκούο Ρεν σήκωσε ελαφρά το χέρι. «Λύστε του τα χέρια μέχρι να
απομακρυνθείτε από το Νανγκού,» είπε ήρεμα. «Δεν πρέπει να υπάρξει αναστάτωση
στους ανθρώπους μου.» Ο τόνος του δεν σήκωνε αντίρρηση.
Τα δεσίματα χαλάρωσαν. Οι φρουροί έκαναν νόημα στον Χου Σι να ανέβει σε
ένα κάρο που περίμενε, το κάρο εκείνων που θα ανακρίνονταν… το κάρο που
μετέφερε εκείνους που θα βασανίζονταν…
«Λι Σαν,» πρόσθεσε ο Γκούο Ρεν, χωρίς να πάρει τα μάτια του από τον Χου
Σι, «φόρτωσε το κάρο.»
Ο Λι Σαν κινήθηκε αμέσως. Σε λίγο, σακιά με σόργο και ρύζι στοιβάχθηκαν
στο κάρο. Από πάνω μπήκαν δεμάτια άχυρου, πρόχειρα, μα αρκετά για να δώσουν την
εικόνα μιας απλής μεταφοράς.
Ο Χου Σι ένιωσε μια στιγμιαία ζάλη. Ανέβηκε στο κάρο σχεδόν μηχανικά.
Ένας φρουρός στάθηκε δίπλα του, οι άλλοι τρεις καβάλησαν τα άλογά τους.
Μέσα από το πέτρινο σπίτι, η Σου-Σι τόλμησε να κοιτάξει. Τα μάτια της
συνάντησαν τη φευγαλέα ματιά του Χου Σι για μια στιγμή. Δεν υπήρξε λέξη. Μόνο η
βεβαιότητα. Το κάρο ξεκίνησε. Οι ρόδες κύλησαν πάνω στο ξερό χώμα. Οι φρουροί
το πλαισίωσαν, σιωπηλοί.
Ο Γκούο Ρεν έμεινε ακίνητος, με τη σκόνη του δρόμου ακόμη πάνω του,
παρακολουθώντας μέχρι που η πομπή άρχισε να χάνεται. Δεν υπήρχε θυμός στο
πρόσωπό του· μόνο μια ψυχρή, υπολογισμένη απόφαση.
η σφραγισμένη πόρτα
Η Λου Λαν θυμόταν καθαρά τη στιγμή της εισόδου της στη σπηλιά. Η φωνή
του αναχωρητή αντηχούσε ακόμη μέσα της:
«Σήμερα, η δοκιμασία αφορά δύο δόκιμα μέλη μας. Τον αδελφό μας Χου Σι
και την αδελφή μας Λου Λαν. Ας τους ευλογήσουμε για το ταξίδι της γνώσης τους.»
Δεν είχε προλάβει να κάνει πολλά βήματα στο σκοτάδι. Μόλις χάθηκαν από
τα βλέμματα των άλλων, έγειρε αθόρυβα το κεφάλι της στον ώμο του Χου Σι. Το
σώμα της πλησίασε το δικό του, σχεδόν χωρίς σκέψη. Ήταν έτοιμη.
Ήξερε γιατί είχε ακολουθήσει τις διδασκαλίες της σέκτας. Κανείς δεν την
είχε αναγκάσει. Η απόφαση ήταν δική της, γεννημένη από κάτι πιο βαθύ από την πίστη,
γεννημένο από την επιθυμία.
Ήταν πλέον γυναίκα. Το ένιωθε στο σώμα της, στους χτύπους της καρδιάς
της, στον τρόπο που τον κοιτούσε. Ζούσαν κάτω από την ίδια στέγη, κι όμως ήταν
σαν να τους χώριζε ένας αόρατος τοίχος. Δεν μπορούσε να τον αγγίξει, να τον
πλησιάσει όπως ήθελε.
η
αντιζηλία μάνας και κόρης
Η μητέρα της, η Μπάο-Τζεν, το είχε καταλάβει από νωρίς. Το έβλεπε στα
βλέμματα της κόρης της, στον τρόπο που στεκόταν κοντά του, στη σιωπή της. Και
αντιδρούσε. Την έστελνε διαρκώς για δουλειές — να φέρει νερό από το πηγάδι, να
μαζέψει καυσόξυλα από το δάσος, να καθαρίσει το ρύζι στην αυλή. Δεν την άφηνε
ποτέ να μείνει μόνη μαζί του. Δεν της επέτρεπε να τον σερβίρει, να του μιλήσει,
ούτε καν να σταθεί δίπλα του χωρίς λόγο.
Ήταν μια παράξενη αντιζηλία. Από εκείνες που δεν ομολογούνται ποτέ. Η
μάνα και η κόρη, δεμένες με αίμα, μα χωρισμένες από κάτι πιο αρχέγονο, την
ανάγκη για τον ίδιο άντρα. Η Μπάο-Τζεν δεν μπορούσε να τον χάσει. Είχε παλέψει
γι’ αυτόν, είχε υπομείνει, είχε περιμένει. Και τώρα έβλεπε την κόρη της να
ανθίζει, να ψηλώνει, να γίνεται κάτι που ταίριαζε περισσότερο δίπλα του απ’
ό,τι η ίδια. Και φοβόταν. Τις νύχτες έκλεινε σφιχτά την πόρτα, χωρίς να αφήνει
ούτε χαραμάδα. Οι σκιές έμεναν μέσα, οι επιθυμίες απ’ έξω.
τα
δάκρυα της χαρμολύπης
Μέχρι τη μέρα που όλα άλλαξαν. Η Μπάο-Τζεν γλίστρησε και χτύπησε το
κεφάλι της. Ο πόνος την λύγιζε. Φώναζε για βοήθεια. Η Λου Λαν επέστρεφε από το
ποτάμι, με τα ρούχα ακόμη υγρά στα χέρια της. Άκουσε τη φωνή της μητέρας της
πριν καν φτάσει στην αυλή. Στάθηκε. Για μια στιγμή μόνο. Ύστερα γύρισε πίσω. Περπάτησε
ξανά προς το ποτάμι, αργά, σαν να μην την αφορούσε τίποτα. Γονάτισε και άρχισε
να πλένει ξανά τα ήδη καθαρά ρούχα. Έτριβε το ύφασμα με επιμονή, σαν να ήθελε
να σβήσει κάτι από μέσα της. Καθυστέρησε όσο μπορούσε. Όσο άντεχε. Μέσα της,
μια ευχή είχε ήδη σχηματιστεί.
Όταν επέστρεψε, ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει. Κόσμος είχε μαζευτεί έξω
από το σπίτι. Ψίθυροι, βαριά βλέμματα. Ο Χου Σι βγήκε και την αγκάλιασε.
Έκλαιγε. «Η μητέρα σου…» ψιθύρισε. Η Λου Λαν ξέσπασε σε δάκρυα. Μέσα στη λύπη
υπήρχε κάτι άλλο. Μια σιωπηλή, βαθιά ικανοποίηση. Μια εκπλήρωση.
μια
φωτιά που δεν σβήνει
Από εκείνη τη μέρα, το πρόσωπό της κράτησε για πάντα μια έκφραση διπλή,
εκείνη της χαρμολύπης. Έπρεπε να
φαίνεται συντετριμμένη. Και ήταν, με τον δικό της τρόπο. Αλλά κάτω από αυτό,
υπήρχε μια φωτιά που δεν έσβηνε. Τώρα ήταν μόνοι. Εκείνη και εκείνος. Το σπίτι
άλλαξε σιωπηλά. Οι αποστάσεις μίκρυναν. Τα αγγίγματα έγιναν πιο συχνά, πιο
φυσικά. Ένα χέρι στον ώμο, ένα βλέμμα που κρατούσε λίγο παραπάνω, μια φροντίδα
που ξεπερνούσε το αναγκαίο. Τον σκέπαζε τα βράδια. Τον παρατηρούσε καθώς
κοιμόταν. Τον θαύμαζε. Και περίμενε.
Η παρουσία της μέσα στο σπίτι δεν
ήταν πια αναγκαία. Είχε αντικαταστήσει σε όλα την μητέρα της, την
Μπάο-Τζεν, σχεδόν σε όλα. Και προσπαθούσε να φανεί πολύ καλύτερη από εκείνη.
Και τα είχε καταφέρει. Όχι μόνο για τις δουλειές, αλλά για κάτι πιο λεπτό, πιο
αόρατο. Τώρα έμενε το τελευταίο όριο, να ανοίξει εκείνη η πόρτα, να εισέλθει η
Λου Λαν, και να την κλείσει ερμητικά, με εκείνη και τον Χου Σι μόνους μέσα στο
δωμάτιο. Αυτό που έκανε η Μπάο-Τζεν να το κάνει τώρα η ίδια κλείνοντας έξω από
το δωμάτιο κάθε ανάμνηση της Μπάο-Τζεν.
Η Λου Λαν από τις γριές του χωριού, από ψιθύρους στις όχθες του ποταμού,
από ξεχασμένες συμβουλές που περνούσαν από στόμα σε στόμα, είχε συλλέξει μικρές
γνώσεις για γιατροσόφια — αρκετές για να φροντίζει, αρκετές για να πλησιάζει.
Όταν ο Χου Σι γύριζε κουρασμένος από τα χωράφια, του ετοίμαζε αφεψήματα.
Έβραζε ρίζες τζίνσενγκ για να δυναμώσει το σώμα του, πρόσθετε αποξηραμένα μούρα
γκότζι για να «ζεστάνει το αίμα», όπως της είχαν πει. Του έδινε να πιει αργά,
καθισμένη κοντά του, παρατηρώντας κάθε του κίνηση.
Άλλες φορές, όταν παραπονιόταν για πόνους, ζέσταινε σακουλάκια με βότανα
και τα ακουμπούσε στους ώμους του. Τα δάχτυλά της έμεναν λίγο παραπάνω απ’ όσο
χρειαζόταν, πιέζοντας απαλά, μαθαίνοντας το σώμα του μέσα από την αφή.
Του έφτιαχνε σούπες με ρίζα αγγελικής, λέγοντας πως «δυναμώνει το αίμα
και φέρνει ισορροπία». Εκείνος δεν αμφισβητούσε. Έπινε. Την εμπιστευόταν. Και
εκείνη χαμογελούσε ελαφρά.
Τα βράδια, άναβε μικρά θυμιάματα από αποξηραμένη αρτεμισία. Ο καπνός
ανέβαινε αργά, γεμίζοντας το δωμάτιο με μια ζεστή, γήινη μυρωδιά. Είχε ακούσει
πως καθαρίζει το πνεύμα, πως διώχνει τις σκιές.
Μα η Λου Λαν ήξερε πως οι σκιές δεν έφευγαν. Απλώς άλλαζαν μορφή. Καθώς
τον σκέπαζε τη νύχτα, τα δάχτυλά της περνούσαν από το μέτωπό του, σαν να
μετρούσαν τον πυρετό. Μερικές φορές, έμεναν εκεί. Μερικές φορές, κατέβαιναν πιο
χαμηλά. Κάθε φροντίδα ήταν και ένα βήμα. Κάθε άγγιγμα, μια δοκιμή. Και ο Χου
Σι, χωρίς να το καταλάβει, άρχισε να συνηθίζει την παρουσία της όχι σαν
υποχρέωση, αλλά σαν ανάγκη. Σαν κάτι που, αν έλειπε, θα άφηνε κενό.
Η Λου Λαν δεν βιαζόταν πια. Είχε μάθει ότι η επιθυμία, θέλει υπομονή. Να σιγοβράσει. Να περάσει μέσα στο
σώμα. Να ριζώσει. Και όταν έρθει η στιγμή— να μην μπορείς πια να την αρνηθείς. Το
τελευταίο όριο δεν ήταν πια έξω από αυτούς — ήταν μέσα τους.
Η διδασκαλία που ακολούθησαν μιλούσε για ελευθερία. Για ισότητα. Για τη
ρήξη όλων των δεσμών που κρατούν τον άνθρωπο φυλακισμένο. Για έναν κόσμο όπου η
επιθυμία δεν είναι αμαρτία αλλά αλήθεια. Αυτή η ιδέα ρίζωσε βαθιά μέσα της.
στο
λαξευμένο βράχο της σπηλιάς
Και μέσα στη σπηλιά, εκεί όπου το φως δεν έφτανε και οι κανόνες έσβηναν,
η Λου Λαν ένιωσε για πρώτη φορά ελεύθερη. Η επιθυμία της δεν ήταν πια κάτι που
έπρεπε να κρυφτεί. Ήταν ο δρόμος της.
Από τότε που το σώμα της είχε αρχίσει να αλλάζει, από τότε που το πρώτο κόκκινο αίμα
κύλησε από μέσα της, ήξερε. Αυτό το αίμα δεν ανήκε σε κανέναν άλλον. Μόνο σε
εκείνον.
Μέσα στη σπηλιά, εκεί όπου το φως χανόταν και ο κόσμος έμενε απ’ έξω, η
Λου Λαν ένιωσε πως όλα όσα κρατούσε μέσα της τόσα χρόνια άρχισαν επιτέλους να
λύνονται. Δεν υπήρχαν πια φωνές να την συγκρατούν. Δεν υπήρχαν βλέμματα να την
κρίνουν. Δεν υπήρχε η σκιά της Μπάο-Τζεν ανάμεσά τους. Μόνο εκείνη και ο Χου
Σι. Και αυτό που περίμενε.
Τον πλησίασε χωρίς δισταγμό. Τα χέρια της τον βρήκαν σαν να τον ήξεραν
από πάντα. Η ανάσα της έγινε βαριά, κοφτή, σαν να έβγαινε από μέσα της κάτι που
χρόνια ζητούσε διέξοδο. Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε, όχι μόνο στο άγγιγμά του,
αλλά σε όλα όσα είχε στερηθεί.
Η σπηλιά γέμισε από ήχους χαμηλούς, σπασμένους, ανθρώπινους. Από ανάσες
που μπλέκονταν, από κινήσεις που δεν υπάκουαν πια σε κανόνες αλλά σε κάτι πιο
αρχέγονο. Αυτό που περίμενε τόσα χρόνια υπομονετικά, ξεχύθηκε, σαν την κόμπρα
που ανασηκώνεται. Και βγήκε σε ανάσες, σε φωνές, σε νυχιές στην πλάτη του Χου
Σι, σε δαγκώματα των πλευρών του, σε σάλια που ξέφευγαν από το στόμα της, σε
ρίγη που η πλάτη της ένιωθε πάνω στον κρύο λαξευμένο βράχο, και από πάνω της
την σκέπαζε το θερμό σώμα του Χου Σι και την πίεζε. Εκείνη δεχόταν αυτό το βάρος
της σύνθλιψης με κλειστά μάτια, χαμογελώντας και κλαίοντας κάποιες στιγμές,
μέχρι που το κόκκινο αίμα της έβαψε το λαξευμένο βράχο, αφήνοντας το αποτύπωμα
της θυσίας της μόνιμα, μιας θυσίας που το θύμα προσφέρεται να θυσιαστεί
προκειμένου να κερδίσει την ευτυχία που τόσο καιρό περίμενε, να απολαύσει την
ηδονή. Το σώμα της αναρίγησε. Κι όμως, μέσα σε εκείνο το ψύχος, ένιωθε μια
θερμότητα να την καλύπτει, να την περικλείει, να τη βαραίνει γλυκά. Δεν
αντιστάθηκε. Το αντίθετο.
Υποδέχτηκε εκείνη τη στιγμή σαν να
ήταν προορισμένη γι’ αυτήν. Άλλοτε τα χέρια της σφίγγονταν πάνω του, άλλοτε
χαλάρωναν. Άλλοτε χαμογελούσε, άλλοτε τα μάτια της γέμιζαν δάκρυα, όχι από
πόνο, αλλά από μια παράξενη πληρότητα, σχεδόν συντριπτική. Σαν να ολοκληρωνόταν
κάτι μέσα της. Σαν να έκλεινε ένας κύκλος που είχε αρχίσει χρόνια πριν, όταν το
σώμα της πρωτοάλλαξε, όταν πρωτοένιωσε εκείνη την αδιόρατη έλξη που δεν
μπορούσε να εξηγήσει.
Και όταν η στιγμή κορυφώθηκε, όταν η ένταση έφτασε στο όριό της και
ξεπέρασε κάθε σκέψη, κάθε φραγμό, η Λου Λαν ένιωσε πως άφηνε πίσω της κάτι από
τον παλιό της εαυτό. Μια σιωπηλή προσφορά. Μια μετάβαση. Το ίχνος του αίματος
που στάλαξε πάνω στον βράχο δεν ήταν απλώς σημάδι σώματος, αλλά σημάδι
επιλογής. Σημάδι μιας απόφασης που είχε παρθεί πολύ πριν από εκείνη τη νύχτα. Η
Λου Λαν άνοιξε τα μάτια της αργά. Δεν ήταν πια η ίδια. Και δεν ήθελε να είναι.
η
μεταμόρφωση ενός νυφικού θαλάμου
Από εκείνη τη νύχτα και έπειτα, ο χρόνος για τη Λου Λαν απέκτησε άλλο
μέτρο. Η μέρα ήταν αναμονή. Η νύχτα, ζωή. Κάθε δειλινό, καθώς το φως έσβηνε
πίσω από τους λόφους της Ναγκού, εκείνη ετοιμαζόταν σιωπηλά. Σαν να
επαναλάμβανε μια ιεροτελεστία που μόνο η ίδια καταλάβαινε. Το σπίτι μύριζε
καθαριότητα, βότανα και κάτι ακόμη, μια προσμονή που είχε ποτίσει τους τοίχους.
Περίμενε. Όχι αν θα έρθει. Αλλά πότε θα κλείσει η πόρτα. Και όταν
έκλεινε, εκείνη την ασφάλιζε προσεκτικά. Με επιμονή. Σαν να ήθελε να κρατήσει
έξω όχι μόνο τον κόσμο, αλλά και κάθε σκιά του παρελθόντος, κάθε ανάμνηση της
Μπάο-Τζεν, κάθε πιθανότητα επιστροφής, κάθε φανταστική απειλή που θα μπορούσε
να σταθεί ανάμεσά τους.
Ο νυφικός θάλαμος, που κάποτε ανήκε σε άλλη, είχε αλλάξει. Δεν ήταν πια
ο ίδιος χώρος.
Είχε μεταμορφωθεί. Η Λου Λαν τον είχε γεμίσει με την παρουσία της, με τη
νεότητά της, τη φροντίδα της, την επιθυμία της. Δεν άφηνε τίποτα στην τύχη.
Κάθε κίνηση, κάθε άγγιγμα, κάθε βλέμμα ήταν μέρος μιας αδιάκοπης προσπάθειας να
δώσει, να προσφέρει, να καλύψει κάθε κενό.
Ο Χου Σι δεν αντιστεκόταν. Στην αρχή, ίσως δεν καταλάβαινε πλήρως τι
είχε αλλάξει. Μα σύντομα βρέθηκε βυθισμένος σε μια εμπειρία που δεν είχε
γνωρίσει ποτέ πριν. Ήταν σαν να είχε γεμίσει μέχρι το χείλος, σαν μια κούπα
κρασί που δεν μπορείς να αγγίξεις χωρίς να ξεχειλίσει. Και κάθε νύχτα, χωρίς να
ξέρει πώς, εκείνη η κούπα γέμιζε ξανά. Δεν υπήρχε έλλειψη. Δεν υπήρχε παύση. Μόνο
μια συνεχής πληρότητα. Σιγά-σιγά, άρχισε να αλλάζει. Την ημέρα έγινε
λιγομίλητος. Οι κουβέντες των άλλων του φαίνονταν μακρινές, αδιάφορες. Τα
βλέμματα, οι συναναστροφές, οι μικρές κοινωνικές υποχρεώσεις, όλα έμοιαζαν ανούσια.
Δεν είχε ανάγκη να μιλήσει. Όταν ο άνθρωπος νιώθει πως έχει γεμίσει τόσο βαθιά,
η ανάγκη για λόγια υποχωρεί. Δεν ζητά εξηγήσεις, δεν επιδιώκει συντροφιά πέρα
από εκείνη που τον έχει ήδη κατακλύσει. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν το τέλος
της ημέρας. Η επιστροφή. Το σπίτι. Εκεί όπου η πόρτα θα έκλεινε ξανά πίσω του,
και ο κόσμος θα έμενε έξω. Και μέσα — θα τον περίμενε η Λου Λαν. Δεν υπήρχαν
σκέψεις, ούτε ενοχές. Και οι δύο είχαν συμφωνήσει πως μεταξύ τους δεν υπήρχε
καμμία συγγένεια, κανένας εξωτερικός
δεσμός, παρά μόνο η επιθυμία πίσω από μια σφραγισμένη πόρτα.
η
απολογία της αμετανόητης Λου Λαν
Όταν την κάλεσε ο Γκούο Ρεν να παρουσιαστεί στο πέτρινο σπίτι, η Λου Λαν
είχε ήδη αποφασίσει. Δεν θα έφευγε από τον δρόμο της. Θα περίμενε τον Χου Σι. Όσο
κι αν κρατούσε αυτό.
Κι αν χρειαζόταν, θα πήγαινε να τον βρει. Όπου κι αν τον είχαν στείλει. Όταν
είναι κάτι τόσο παράλογα δυνατό και να το κόψουν στη μέση, και να το
ξεριζώσουν, εκείνο θα βρει αλλού τόπο να βλαστήσει.
Ο Γκούο Ρεν την περίμενε καθισμένος, ακίνητος, σαν να ζύγιζε ήδη τις
απαντήσεις της πριν τις ακούσει. Το πέτρινο σπίτι κρατούσε μέσα του τη δροσιά
και τη σιωπή· τίποτα δεν ξέφευγε εύκολα από εκεί. Της μίλησε ήρεμα. Της
πρότεινε λύσεις. Να μεταφερθεί σε άλλο σημείο, εκεί όπου θα ετοιμάζονταν οι
αποθήκες. Να ξεκινήσει από την αρχή. Να αφήσει πίσω της τις φήμες. Να
παντρευτεί. Της ανέφερε ονόματα, ένα-ένα, σαν να της πρόσφερε διεξόδους. Τον
Τζιν Χουάν. Τον Λι Γουέι. Τον Τσεν Μιν. Άνδρες νέοι, «κατάλληλοι», εργατικοί, χωρίς
προβλήματα του παρελθόντος. Η Λου Λαν δεν δίστασε. Αρνήθηκε τα πάντα.
«Μας κατηγορούν άδικα», είπε ήρεμα. «Δεν ανήκουμε πουθενά. Από τότε που
πέθανε η μητέρα μου, η Μπάο-Τζεν, ζούσαμε ήσυχα. Πένθος είχαμε. Τι περιμένατε;
Να γελάμε; Να πηγαίνουμε σε γιορτές; Να μιλάμε με όλους;»
Έκανε μια μικρή παύση, σαν να άφηνε τα λόγια της να καθίσουν. «Ο
σεβασμός στους νεκρούς δεν είναι επιλογή. Είναι χρέος. Δεν μπορεί κανείς να τον
παραμελεί.»
Ο Γκούο Ρεν δεν την διέκοψε.
Η φωνή της παρέμενε σταθερή.
«Αν μια κόρη φροντίζει τον χήρα πατέρα της, αυτό είναι ενοχή; Αν του
μαγειρεύει, αν τον περιποιείται όταν επιστρέφει κουρασμένος, αν κρατά το σπίτι…
πρέπει γι’ αυτό να κατηγορείται; Τότε πόσοι άνθρωποι θα έπρεπε να
ανακρίνονται;»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά.
Έπειτα έσκυψε ελαφρά μπροστά. "Αλλά
ξέρω εγώ ποιός μας κατηγόρησε. Εκείνος ο Λου Γκεν. Πάντα είχαν διαφωνίες με τον
πατέρα μου. Δεν τον χώνευε που έπαιρνε καλύτερες δουλειές και είχε μεγαλύτερες
αποδοχές. Λες και έφταιγε ο πατέρας μου που ήταν καλύτερος από εκείνον και πιο
δυνατός... Ο πατέρας μου αποφάσιζε σε ποιούς θα ανατεθούν οι εργασίες"
Τα μάτια της στένεψαν ανεπαίσθητα. «Και εμένα… με κοιτούσε. Από πριν.
Όχι τώρα. Και μετά τον θάνατο της μητέρας μου, έβρισκε αφορμές να με πλησιάζει.
Να με καθυστερεί. Να μιλά για συλλυπητήρια που δεν τελείωναν ποτέ.»
Η Λου Λαν όμως δεν σταμάτησε εκεί. Σαν να είχε ανοίξει μέσα της κάτι που
δεν έκλεινε εύκολα.
«Και είναι παράξενο», είπε πιο κοφτά, «πώς όσοι δεν στάθηκαν ποτέ δίπλα
σου όταν πενθούσες, ξαφνικά ενδιαφέρονται για το πώς ζεις μετά το πένθος.»
Τα μάτια της στένεψαν.
«Πού ήταν όλοι αυτοί όταν η Μπάο-Τζεν ήταν άρρωστη; Όταν το σπίτι μας
ήταν σκοτεινό; Όταν δεν υπήρχε κανείς να ρωτήσει αν αντέχουμε, αν μπορούμε να
σταθούμε όρθιοι; Τότε δεν υπήρχαμε για κανέναν.»
Η Λου Λαν πήρε μια ανάσα, πιο βαθιά αυτή τη φορά.
«Πείτε μου», είπε ήρεμα, «ποιος ενδιαφέρεται για τους άλλους, όταν
κλείνει η πόρτα του σπιτιού;»
Η φράση της έμεινε να αιωρείται. Δεν είχε τόνο κατηγορίας. Είχε κάτι πιο
επικίνδυνο: οικειότητα.
«Ποιος θυμόταν καν ότι υπήρχαμε; Ποιος ρωτούσε αν είχαμε να φάμε; Ποιος
έμπαινε στο σπίτι μας όταν χρειαζόμαστε βοήθεια;»
Έκανε μια μικρή παύση. Τα μάτια της δεν έφυγαν από τον Γκούο Ρεν.
«Κανείς.»
Η λέξη ήταν απλή. Αλλά έκλεινε μέσα της όλο το κενό.
Το βλέμμα της σκλήρυνε ανεπαίσθητα.
«Αυτοί που δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ, τώρα δείχνουν ενδιαφέρον για εμάς.
Ρωτούν τί περάσαμε; Πώς ζήσαμε;»
Γύρισε ελαφρά το κεφάλι της, σαν να άκουγε φωνές που δεν ήταν εκεί.
«Πόσες νύχτες κλάψαμε τη Μπάο-Τζεν…» είπε χαμηλά. Και εκεί, για μια
στιγμή, η φωνή της έσπασε σχεδόν ανεπαίσθητα. Αλλά δεν σταμάτησε. «Και τότε…»
συνέχισε, «όταν τον έβλεπα να κάθεται μόνος του, έναν ολόκληρο άντρα, να κλαίει
για τη γυναίκα που έχασε… τι έπρεπε να κάνω;»
Σήκωσε τα χέρια της ελαφρά, σαν
να ρωτούσε όχι τον Γκούο Ρεν, αλλά κάτι αόρατο ανάμεσά τους.
«Να μην τον αγκαλιάσω; Να μην τον παρηγορήσω; Να τον αφήσω εκεί
συντετριμμένο; Μέχρι πότε η στοργή θα θεωρείται έγκλημα;»
Ο Γκούο Ρεν την παρατηρούσε χωρίς να αλλάζει έκφραση. Αλλά το βλέμμα του
είχε στενέψει. Όχι από θυμό. Από προσπάθεια να ξεχωρίσει το καθαρό από το θολό.
«Μιλάς για στοργή», είπε τελικά. Η φωνή του ήταν χαμηλή.
Η Λου Λαν δεν δίστασε. «Ναι. Γιατί εσείς πώς το λέτε;»
Δεν περίμενε απάντηση. Συνέχισε μόνη της, πιο ήρεμα τώρα, σαν να είχε
περάσει από την ένταση σε κάτι πιο επικίνδυνο: τη βεβαιότητα.
«Όταν δύο άνθρωποι μένουν μόνοι, χωρίς κανέναν άλλον να τους νοιάζεται…
όταν το σπίτι τους κλείνει κάθε μέρα και ο κόσμος μένει απ’ έξω… τι ακριβώς
νομίζετε ότι γεννιέται μέσα σε αυτό το κενό;»
Η λέξη «κενό» έμεινε για λίγο να αιωρείται.
«Μήπως υπήρχε μάρτυρας εκεί μέσα; Ούτε εσείς, ούτε κανείς», πρόσθεσε.
«Μόνο δυο μόνοι άνθρωποι.»
«Είναι εύκολο να τους βουτά κανείς σε υποψίες που θα ήθελε να κάνει ο ίδιος
και δεν τολμά.»
Ο Γκούο Ρεν έγειρε ελάχιστα προς το μέρος της. «Και τι έγινε μέσα σε
αυτό το σπίτι;» τη ρώτησε.
Η ερώτηση δεν ήταν παγίδα. Ήταν καθρέφτης. Η Λου Λαν τον κοίταξε για
λίγο. Και χαμογέλασε αδιόρατα.
«Ζήσαμε. Καταφέραμε και επιβιώσαμε», είπε. Ύστερα πρόσθεσε, πιο αργά: «Ό,τι
κι αν σημαίνει αυτό…»
Και τότε δεν έμοιαζε να απολογείται ούτε να επιτίθεται. Μόνο να δηλώνει
κάτι που δεν χωρούσε πια σε εξήγηση.
Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε αμέσως. Κι αυτό ήταν η πιο βαριά απάντηση μέσα
στο δωμάτιο. Ο Γκούο Ρεν την παρακολουθούσε προσεκτικά. Ούτε έγνεφε, ούτε την
διέκοπτε. Μόνο σημείωνε μέσα του τις μετατοπίσεις: από την απολογία, στην
αιχμή, και τώρα σε κάτι που έμοιαζε με ανοιχτή κατηγορία προς όλους.
«Και
φυσικά υπάρχουν κι εκείνοι», είπε ήρεμα, σχεδόν ευγενικά, «που θυμούνται
ξαφνικά να ανησυχούν όταν τους βολεύει. Που πλάθουν μια ιστορία που πρέπει να
λερωθεί για να χωρέσει στα μέτρα τους.»
Έσκυψε λίγο μπροστά.
«Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη. Δεν μπορεί κανείς να κατηγορεί χωρίς
αποδείξεις.»
Για πρώτη φορά, η φωνή της έσπασε ελαφρά όχι από φόβο, αλλά από απόφαση.
Το βλέμμα της σταμάτησε πάνω στον Γκούο Ρεν. Δεν χρειαζόταν να πει περισσότερα.
Ο Γκούο Ρεν την κοιτούσε σιωπηλός. Τα λόγια της είχαν μια συνοχή που δύσκολα
ράγιζε. Δεν υψωνόταν, δεν υπερασπιζόταν υπερβολικά τον εαυτό της. Απλώς
στεκόταν εκεί σταθερή. Σχεδόν πειστική.
Πίσω από τον τοίχο, η Σου-Σι άκουγε. Δεν την έπειθαν τα λόγια. Είχε δει
τη ματιά της Λου Λαν πριν μπει στη σπηλιά. Μια ματιά καθαρή, ακίνητη, γεμάτη
βεβαιότητα. Όχι φόβο. Όχι δισταγμό. Μια ματιά ανθρώπου που ξέρει ήδη τι θα
συμβεί και το θέλει. Αυτή η ματιά δεν ξεχνιόταν. Και τώρα, η άρνησή της να
δεχτεί οποιονδήποτε άλλο, οποιαδήποτε πρόταση, οποιονδήποτε άντρα, δεν της
άφηνε αμφιβολία. Κάτι είχε ήδη συμβεί. Κάτι που δεν μπορούσε να αναιρεθεί.
Ο Γκούο Ρεν πήρε μια βαθιά ανάσα. «Μέχρι να τελειώσουν οι ανακρίσεις»,
είπε τελικά, «και να βρεθεί η αλήθεια… μπορείς να μείνεις εδώ.» Έκανε μια μικρή
παύση. «Ο Λι Σαν θα σε προσέχει. Θα φροντίζει να μην σου λείψει τίποτα.» Η φωνή
του μαλάκωσε ελάχιστα. «Εύχομαι οι κατηγορίες να αποσυρθούν.»
Η Λου Λαν έγνεψε. Δεν είπε ευχαριστώ. Μόνο χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα της,
όσο χρειαζόταν. Μέσα της, όμως, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. Δεν την ενδιέφεραν
οι κατηγορίες.
Ούτε οι ανακρίσεις. Μόνο ο χρόνος. Και η στιγμή που θα τον έφερνε ξανά κοντά
της.
όταν
ο χρόνος δικαιώνει τις αταίριαστες ενώσεις
Και ο χρόνος θα την δικαίωνε. Σε λίγο μια νέα δυναστεία θα απλωνόταν σε
όλο το βασίλειο και μέσα στις αναταραχές, τις ανακατάξεις και τις αναστατώσεις,
μέσα σε αυτές τις ρωγμές του κόσμου, φυλακές θα ανοίγονταν, κρατούμενοι θα
απελευθερώνονταν ή θα διέφευγαν.
Ένας από αυτούς θα ήταν και ο Χου Σι. Θα εμφανιζόταν μια μέρα στα
περίχωρα του Νανγκού και μυστικά θα της έγνεφε. Εκείνη θα άφηνε τα πάντα πίσω
της και θα ανέβαινε πίσω από τους λόφους, πάνω από τις σπηλιές. Θα πήγαιναν
μαζί στη γενέτειρα του Χου Σι, στο Χε Τζιενγκ, ένα μικρό χωριό πιο βόρεια,
χαμένο ανάμεσα σε λόφους και στενά μονοπάτια όπου τα σπίτια χτίζονταν κοντά το
ένα στο άλλο για να αντέχουν τον χειμώνα. Νέος ακόμη, είχε φύγει από εκεί χωρίς
τίποτα παρά μόνο τα χέρια του και την επιμονή του.
Είχε διασχίσει δρόμους σκονισμένους, χωράφια άγνωστα, μικρές πόλεις που
δεν τον θυμόντουσαν καν, μέχρι που έφτασε στο Ναγκού ζητώντας δουλειά, ζητώντας
μια θέση ανάμεσα στους πολλούς που περίσσευαν. Και εκεί τον είχε δει ο Ντου
Τσενγκ-Γουέι. Νέος τότε κι εκείνος, όχι ακόμη ο αυστηρός ιδιοκτήτης που θα
γινόταν αργότερα, αλλά ένας άντρας που αναζητούσε χέρια ικανά να κρατήσουν
όρθιες τις αποθήκες και τα έργα του. Μέσα στο πλήθος των ανώνυμων εργατών, ο
Χου Σι ξεχώρισε και για τη σωματική του δύναμη και για την ηρεμία με την οποία
στεκόταν σαν να μην φοβόταν τη φτώχεια ούτε τη σκληρότητα. Έτσι είχε μείνει. Έτσι
είχε ριζώσει στη Ναγκού. Εκεί είχε συναντήσει την Μπάο-Τζεν. Θα μπορούσε στη
θέση της να είναι και κάποια άλλη. Αλλά εκείνη ήταν η πιο πρόθυμη.
Στο Χε Τζιενγκ, εκεί στον ξεχασμένο αυτόν τόπο, οι πόρτες του σπιτιού
τους θα σφραγίζονταν και ο κόσμος θα έμενε απ’ έξω. Εκεί δεν θα υπήρχαν πια
κατηγορίες, ούτε κρυμμένα βλέμματα, ούτε ο φόβος της καταδίκης. Εκεί, οι δεσμοί
που είχαν αποκηρύξει πρωτύτερα στο Νανγκού, θα αναγεννιόνταν, πιο δυνατοί, πιο
καυτοί, με μια ένταση που δεν είχε όρια. Κάθε στιγμή, κάθε κίνηση, θα έπαιρνε
την υπόσταση ενός όρκου: να είναι δεμένοι, να ενωθούν με δεσμά που δεν θα
μπορούσαν ποτέ να σπάσουν.
Στο Χε Τζιενγκ δεν θα υπήρχαν ερωτήσεις. Οι ταυτότητες τους δεν είχαν
καμία σημασία. Δεν υπήρχε ανάγκη να δηλώσουν ποιοι ήταν, γιατί κανείς δεν θα
τους γνώριζε. Εκεί, θα ήταν απλά αυτοί, δύο άγνωστοι, που είχαν βρει ο ένας τον
άλλο και είχαν κλείσει πίσω τους την πόρτα του κόσμου. Η ζωή τους τώρα θα
άρχιζε από την αρχή. Θα παντρεύονταν. Θα ήταν ένας δεσμός, ανεξίτηλος και αδιαπραγμάτευτος.
Κανείς και τίποτα δεν θα μπορούσε να τους χωρίσει πια.
Η ένταση της επιθυμίας τους θα μεγάλωνε με κάθε βράδυ που περνούσε. Αυτή
η φωτιά θα καιγόταν μέσα τους με λυσσαλέα πάθος, δεν θα υπήρχε επιστροφή. Εδώ
δεν θα υπήρχαν ούτε η Μπάο-Τζεν, ούτε ο Λου Γκεν, ούτε ο άνθρωπος του
διοικητηρίου, ούτε φαντάσματα του παρελθόντος. Μόνο αυτοί, το σώμα τους, οι
δικές τους επιθυμίες. Και όσο και αν είχαν απαρνηθεί τα πάντα, τώρα ήθελαν να
ενωθούν με δεσμά που δεν θα μπορούσαν να ξελύσουν ποτέ.
Οι απόγονοί τους δεν θα μάθαιναν ποτέ την αλήθεια για το πώς ο Χου Σι
και η Λου Λαν βρήκαν ο ένας τον άλλον. Δεν θα μάθαιναν ποτέ για το παρελθόν
τους, για το Νανγκού, για την κόλαση που πέρασαν για να φτάσουν εδώ. Αλλά αυτό
δεν είχε σημασία. Μόνο στο Χε Τζιενγκ θα άρχιζε το νέο τους τέλος και το νέο
τους ξεκίνημα. Είναι αυτό το παράδοξο που λένε ότι υπάρχει. Κάποιες φορές η ζωή
ταιριάζει επίμονα και αθόρυβα αυτά που δεν πρέπει ποτέ να ταιριάξουν.
η
αναχώρηση του ανθρώπου του διοικητηρίου
Το πρωί είχε καθαρό φως, από εκείνα που δεν αφήνουν τίποτα να κρυφτεί. Η
αυλή του πέτρινου σπιτιού ήταν ήσυχη, μα όχι άδεια, σαν κάτι να είχε ήδη
ειπωθεί και να μην χρειαζόταν επανάληψη.
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου στάθηκε για λίγο πριν ανέβει στην άμαξα. Τα
δύο σκυλιά του ήταν ήδη σε θέση, ακίνητα, με το βλέμμα στραμμένο προς τα
κτήματα. Οι τέσσερις έφιπποι φρουροί περίμεναν χωρίς να κινούνται. Πιο πίσω, η
δεύτερη άμαξα είχε ετοιμαστεί· μέσα της, η Τσινγκ-Για και η Λινγκ-Λου κάθονταν
αντικριστά, σιωπηλές ακόμη.
Ο επιθεωρητής έριξε μια τελευταία ματιά γύρω του. Όχι βιαστική· με
εκείνη τη μεθοδική βραδύτητα που δεν παρατηρεί μόνο το παρόν, αλλά τοποθετεί τα
πράγματα σε σειρά μέσα στο μυαλό. Τα κτήματα έμοιαζαν ήσυχα. Πολύ ήσυχα.
«Ησυχία», είπε τελικά, σαν να απευθυνόταν
περισσότερο στον εαυτό του παρά στον Γκούο Ρεν. «Πάντα η ησυχία είναι το πρώτο
που πρέπει να εξετάζει κανείς.»
Ο Γκούο Ρεν στεκόταν απέναντί του. Δίπλα του, ο Λι Σαν, λίγο πιο πίσω,
ακίνητος, με το βλέμμα χαμηλωμένο.
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου γύρισε
προς τον Γκούο Ρεν.
«Κάνατε ό,τι έπρεπε», είπε. Η φωνή του
δεν είχε έπαινο· είχε καταγραφή. «Και ό,τι δεν έγινε…» έκανε μια μικρή παύση,
«θα φανεί αν έπρεπε ή όχι.»
Το βλέμμα του μετακινήθηκε ελαφρά προς το πέτρινο σπίτι. Δεν χρειαζόταν
να τη δει για να γνωρίζει ότι η Σου-Σι άκουγε.
«Υπάρχουν σχέσεις που δεν δηλώνονται», συνέχισε ήρεμα. «Και όσο δεν
δηλώνονται, δεν κρίνονται. Αυτό, πολλές φορές, είναι χρήσιμο.» Έστρεψε ξανά το
βλέμμα του στον Γκούο Ρεν. «Άλλες φορές… γίνεται ασήκωτο φορτίο. Σιωπηλό φορτίο
που κουβαλά κανείς στη ζωή του για πάντα.»
Δεν περίμενε απάντηση. Δεν είχε τεθεί ερώτηση.
Ανέβηκε αργά στην άμαξα. Τα σκυλιά
κινήθηκαν αμέσως, παίρνοντας τη θέση τους. Έκανε ένα μικρό νόημα στους
φρουρούς. Ήταν έτοιμος να φύγει, μα πριν δοθεί το παράγγελμα, μίλησε ξανά, πιο
καθαρά αυτή τη φορά.
«Θα επιστρέψω.»
Η φράση έμεινε στον αέρα, χωρίς χρόνο.
«Όχι σύντομα», πρόσθεσε. «Αλλά ούτε και αργά.» Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο
πέρασε από τα χείλη του. «Ο χρόνος έχει τη δική του τάξη. Όπως και οι
άνθρωποι.»
Έγειρε ελαφρά προς τα μπροστά.
«Μέχρι τότε…» συνέχισε, «οι “άνθρωποι της επιστροφής” δεν θα πρέπει να
υπάρχουν εδώ. Ούτε ως σκέψη.» Το βλέμμα του χαμήλωσε για μια στιγμή προς το
χώμα. «Η διασπορά είναι σοφότερη από τη συγκέντρωση. Όποιος συγκεντρώνεται,
φαίνεται. Και όποιος φαίνεται… καταγράφεται.»
Σήκωσε ξανά τα μάτια του.
«Και όταν καταγράφεται… παύει να ανήκει στον εαυτό του.»
Σιωπή. Το βλέμμα του πέρασε για μια στιγμή προς τα κτήματα της Χου Λαν,
κάπου μακριά, και σαν συμπέρασμα κατέληξε «Όταν κάποιος πετυχαίνει αυτό που
θέλει, δεν χρειάζεται πλέον την ιδέα που τον οδήγησε εκεί», συνέχισε. «Την
αφήνει πίσω του. Όπως αφήνει ένα ρούχο που τον βάρυνε. Ευτυχώς η Χου Λαν
κατάλαβε πως δεν της χρειάζονται πια οι θεωρίες τους.»
Μια μικρή
παύση. «Αλλά κάποιοι… δεν ξέρουν πότε να το βγάλουν.»
«Κάποια ζητήματα έχουν ήδη λυθεί», είπε χαμηλά. Άλλα… απλώς
μετακινήθηκαν. Όπως η Γου Σία και ο υπηρέτης της… Αλλά απομονωμένοι εκεί, δεν
επηρεάζουν κανένα.»
Έστρεψε πάλι την προσοχή του στον Γκούο Ρεν. Το βλέμμα του έγινε πιο
κοφτερό. «Εσείς θα πρέπει να το γνωρίζετε.»
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε ελαφρά.
Ο επιθεωρητής έμεινε για λίγο ακόμη ακίνητος. Έπειτα μίλησε για
τελευταία φορά, με τόνο σχεδόν αφηρημένο, σαν να κατέγραφε έναν γενικό κανόνα και
όχι μια συγκεκριμένη προειδοποίηση:
«Πάντα οι μικροί τόποι τα έχουν αυτά. Οι άνθρωποι δεν είναι πολλοί… και
κάποια στιγμή αρχίζουν να βλέπουν μέσα στα ίδια τους τα σπίτια πράγματα που δεν
θα έπρεπε. Να επιθυμούν ανθρώπους που δεν έχουν το δικαίωμα.»
Τα σκυλιά ανασηκώθηκαν ελαφρά, σαν να ένιωσαν την αλλαγή στον τόνο του.
«Μόνο στις μεγάλες πολιτείες», συνέχισε, «εκεί όπου οι άνθρωποι
αναμειγνύονται και χάνονται ο ένας μέσα στον άλλον… τέτοιες ζεύξεις σβήνουν
πριν γεννηθούν.»
Το βλέμμα του καρφώθηκε για μια τελευταία στιγμή στον Γκούο Ρεν.
«Πρέπει να προσέχουμε», είπε ήρεμα. «Ο τόπος έχει τρόπο να μας
διαμορφώνει. Να μας τραβά προς ό,τι βρίσκεται πιο κοντά.»
Μια μικρή παύση. «Και τότε… αρχίζουμε να σπέρνουμε σε λάθος χωράφια.»
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως. Τα λόγια του επιθεωρητή δεν ζητούσαν
αντίλογο· ζητούσαν εσωτερική τακτοποίηση. Έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός, σαν
να τοποθετούσε τα νοήματα σε θέσεις που θα μπορούσε αργότερα να ανακαλέσει
χωρίς λάθος.
Ο επιθεωρητής τον παρατηρούσε. Όχι με δυσπιστία· με εκείνη την ψυχρή
προσοχή ανθρώπου που έχει μάθει να διαβάζει όχι αυτά που λέγονται, αλλά αυτά
που αποφεύγονται.
Ο επιθεωρητής άλλαξε θέμα και πέρασε σε συμβουλές που στην πράξη ήταν
οδηγίες για να εφαρμοστούν. «Οι συνεργάτες… είναι πάντα το πρώτο σημείο όπου
φαίνεται η αδυναμία εκείνου που
διευθύνει. Όχι όταν αποτυγχάνουν στα καθήκοντά τους. Όταν σκέφτονται
διαφορετικά από αυτόν.»
Ο Γκούο Ρεν ανασήκωσε ελάχιστα το βλέμμα.
«Θα πρέπει να γνωρίζει τι πιστεύουν», συνέχισε ο επιθεωρητής. «Ακόμη κι
εκείνοι που εκτελούν άψογα ό,τι τους ανατίθεται. Η ακρίβεια στην πράξη… δεν
εγγυάται την πίστη στη σκέψη.»
Μια μικρή παύση.
«Και φυσικά», πρόσθεσε πιο χαμηλά, «αυτός που διοικεί θα πρέπει να
μπορεί να ξεχωρίζει ποιοί άνθρωποι αξίζουν την προστασία του… και ποιοί την εύνοιά
του.»
«Υπάρχουν εδώ… αξιόλογες
γυναίκες», συνέχισε. «Αδικημένες από τη μοίρα της ζωής. Αυτές είναι συχνά οι
πιο κατάλληλες να υπηρετήσουν έναν άνδρα που γνωρίζει να διακρίνει. Έναν άνδρα
που μπορεί να απαλύνει την ατυχία τους.»
Ο τόνος του δεν άλλαξε, αλλά κάτι στο βλέμμα του σκλήρυνε ελάχιστα. «Οι
γυναίκες που ατύχησαν νωρίς…» είπε, «δεν έχουν περιττές προσδοκίες. Έχουν μόνο
ανάγκη για σταθερότητα. Και ανταποδίδουν με πίστη.»
Δεν ανέφερε όνομα. Δεν χρειαζόταν.
Ο Γκούο Ρεν ένιωσε τη σκέψη να παίρνει μορφή μόνη της, τη σιωπηλή εικόνα της
νεαρής χήρας, της Σιανγκλίν, που κινούνταν στον οίκο σαν να μην είχε πλέον θέση
πουθενά, και γι’ αυτό μπορούσε να σταθεί παντού.
«Είπατε ότι περιμένετε τον γιο ενός φίλου του πατέρα σας…» συνέχισε ο
επιθεωρητής, σαν να άλλαζε θέμα, χωρίς να το αλλάζει πραγματικά.
«Ναι», απάντησε ο Γκούο Ρεν. «Με την επέκταση των κτημάτων και τη
δημιουργία των νέων αποθηκών… θα χρειαστώ έναν βοηθό επιστάτη.»
Πίσω του, ο Λι Σαν σήκωσε για μια στιγμή τα μάτια. Ήταν η πρώτη φορά που
το θέμα αποκτούσε συγκεκριμένη μορφή μπροστά του. Δεν είπε τίποτα, αλλά η πλάτη
του τεντώθηκε ανεπαίσθητα.
«Ελπίζω να είναι εργατικός», είπε ο επιθεωρητής.
«Και εγώ.»
Μια μικρή παύση. «Μην φοβάστε», πρόσθεσε ο επιθεωρητής με έναν τόνο
σχεδόν καθησυχαστικό, που όμως δεν άφηνε περιθώριο χαλάρωσης. «Όλοι μαθαίνουν.»
Ο επιθεωρητής έστρεψε πάλι την προσοχή του στον Γκούο Ρεν. «Τελικά
συναντήσατε αυτή την κοπέλα… την κόρη του Χου Σι;»
«Την κάλεσα χθες το απόγευμα.»
«Και τι αποφασίσατε;»
Ο Γκούο Ρεν πήρε μια μικρή ανάσα πριν απαντήσει. «Της πρότεινα κάποιες
λύσεις μετακίνησης. Έδειξε αρνητική. Εδώ λέει μεγάλωσε… δεν θέλει να φύγει.»
Ο επιθεωρητής έγνεψε αργά, σαν να το περίμενε. «Πάντως… όταν επιστρέψει
ο πατέρας της… Αυτό, βέβαια, θα εξαρτηθεί. Δεν θα πρέπει να βρίσκονται και οι
δύο στον ίδιο τόπο.»
Μια παύση.
«Έχετε χρόνο μέχρι να βρείτε τη λύση.»
Ο Γκούο Ρεν έσκυψε ελαφρά το κεφάλι. Το όνομα της Λου Λαν σχηματίστηκε
μέσα του σαν βάρος. Δεν ήταν ζήτημα διαχείρισης· ήταν ζήτημα ισορροπίας. Και οι
ισορροπίες… δεν λύνονται πάντα με αποφάσεις.
Ο επιθεωρητής άφησε το θέμα να σβήσει μόνο του. Το βλέμμα του
μετακινήθηκε προς την άμαξα με τις δύο νεαρές γυναίκες. Η Λινγκ-Λου κρατούσε τα
χέρια της ενωμένα στην αγκαλιά της, με μια ηρεμία που έμοιαζε διδαγμένη. Η
Τσινγκ-Για, αντίθετα, είχε το βλέμμα στραμμένο προς την αυλή, όχι ανοιχτά· μέσα
από τις σκιές των βλεφάρων της.
Ο Λι Σαν την κοίταξε για μια στιγμή που κράτησε περισσότερο απ’ όσο θα
έπρεπε. Στο μυαλό του δεν υπήρχε λέξη· υπήρχε μόνο η αίσθηση μιας πιθανότητας
που κάποτε είχε θεωρήσει πραγματική. Όχι διατυπωμένη, αλλά παρούσα. Μια γυναίκα
σαν εκείνη… θα μπορούσε, ίσως, να σταθεί δίπλα του. Όχι ως υπηρέτρια. Ως
σύζυγος. Τώρα την έβλεπε να φεύγει. Όχι απλώς από τον τόπο, αλλά από κάθε
πιθανότητα που τον περιλάμβανε. Και το χειρότερο δεν ήταν ότι την έχανε. Ήταν
ότι εκείνη… είχε θεωρήσει προτιμότερο να γίνει υπηρέτρια ενός ανθρώπου με
εξουσία σε μια πόλη, παρά η πιθανή σύζυγος ενός απλού εργαζόμενου σαν και
αυτόν.
Το βλέμμα της Τσινγκ-Για δεν στράφηκε προς αυτόν. Ίσως να είχε αισθανθεί
το δικό του· ίσως και όχι. Αλλά αν το είχε αισθανθεί, δεν του έδωσε καμία
απάντηση. Και αυτή η απουσία ήταν πιο καθαρή από κάθε απόρριψη.
Ο επιθεωρητής μίλησε ξανά: «Λυπάμαι που θα σας τις στερήσω…»
Ο Γκούο Ρεν σήκωσε το βλέμμα. «Εάν κάποιος μπορεί να βρει καλύτερη θέση
εργασίας…» είπε ήρεμα, «δεν μπορούμε να τον κρατούμε εδώ. Θα έχει πικρίες
απέναντί μας που του στερήσαμε το μέλλον… μπορεί να γίνει και αντιπαραγωγικός.»
Η φωνή του ήταν σταθερή. «Είμαι σίγουρος ότι θα είναι άψογες στις υπηρεσίες
τους», πρόσθεσε. «Όπως υπηρέτησαν στον οίκο μας… έτσι θα υπηρετήσουν και εσάς.»
Ο επιθεωρητής τον κοίταξε για μια στιγμή παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν. Σαν
να ζητούσε να διαγνώσει την πρόθεση πίσω από τα λόγια του Γκούο Ρεν, το
βαθύτερό τους νόημα. Έπειτα έγνεψε. Η
στιγμή είχε τελειώσει.
Με ένα ελαφρύ νεύμα, έδωσε το παράγγελμα. Οι φρουροί κινήθηκαν πρώτοι.
Τα σκυλιά ακολούθησαν αμέσως. Οι ρόδες της άμαξας άρχισαν να κυλούν αργά πάνω
στο χώμα της αυλής. Στη δεύτερη άμαξα, η Λινγκ-Λου έκλεισε για λίγο τα μάτια. Η
Τσινγκ-Για κοίταξε μπροστά.
Ο Λι Σαν έμεινε ακίνητος, μέχρι που η σκόνη σκέπασε το μονοπάτι. Και ο
Γκούο Ρεν… στάθηκε στη θέση του, γνωρίζοντας πως, μαζί με την αναχώρηση, δεν
είχε φύγει τίποτα.
Απλώς… είχαν αρχίσει να φαίνονται καθαρότερα όσα ήδη υπήρχαν.
δύο
απερχόμενες παλλακίδες σχολιάζουν
Οι φρουροί ξεκίνησαν. Η άμαξα κύλησε αργά πάνω στο ξερό χώμα. Η δεύτερη
ακολούθησε. Μέσα σε αυτήν, η Τσινγκ-Για γύρισε ελαφρά το κεφάλι της προς το
πέτρινο σπίτι.
«Την είδες;» ψιθύρισε.
Η Λινγκ-Λου δεν απάντησε αμέσως. Τα μάτια της έμειναν για λίγο στην
πόρτα, εκεί όπου η σκιά της Σου-Σι μόλις που διακρινόταν.
«Ναι», είπε τελικά. «Την είδα.»
Ένα μικρό, πικρό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της.
«Φορά το ίδιο περιδέραιο.»
Η Τσινγκ-Για χαμήλωσε το βλέμμα της.
«Νομίζει πως πήρε τη θέση μας.»
«Δεν πήρε τίποτα», απάντησε ήρεμα η Λινγκ-Λου. «Βρίσκεται απλώς πιο
κοντά.»
Η άμαξα τραντάχτηκε ελαφρά καθώς έπαιρνε τον δρόμο.
«Ο πατέρας του δεν ήταν έτσι», συνέχισε μετά από λίγο. «Ήξερε να κρατά
απόσταση.»
Η Τσινγκ-Για έγνεψε.
«Δεν μπέρδευε τους ανθρώπους με τον τόπο. Ο γιος του κάνει το αντίθετο.»
Η Λινγκ-Λου άφησε έναν ανεπαίσθητο αναστεναγμό. «Να δεις που αυτή δεν θα
τον αφήνει…» είπε χαμηλά, χωρίς να κοιτάξει απέναντι. «Αφού έφτασε ως εδώ,
φαντάσου πώς θα τον έχει στο Λο Τζιανγκ.»
Η Τσινγκ-Για χαμογέλασε ελαφρά, αλλά το χαμόγελο δεν είχε ζεστασιά· είχε
κρίση. «Να δεις που δεν θα τον αφήσει να κάνει ούτε οικογένεια», απάντησε.
«Εκτός αν τελικά τον κάνει να την παντρευτεί.»
Η Λινγκ-Λου γύρισε και την κοίταξε, αυτή τη φορά καθαρά. «Μην είσαι
αφελής», είπε σχεδόν ψιθυριστά. «Οι άρχοντες ποτέ δεν παντρεύονται τις υπηρέτριές
τους.»
Μια μικρή παύση.
«Ναι…» συμφώνησε η Τσινγκ-Για, σαν να δοκίμαζε τη σκέψη φωναχτά. «Ο
Τσενγκ-Γουέι είχε τη γυναίκα του… και απ’ ό,τι μας είχαν πει, ήταν πολύ
όμορφη.»
Η Λινγκ-Λου έγειρε ελαφρά προς τα πίσω, ακουμπώντας στο ξύλο της άμαξας.
«Ναι», είπε. «Αλλά κάποιος κουράζεται κάποιες φορές. Θέλει να δοκιμάσει και
κάτι διαφορετικό. Εάν μπορεί, βέβαια…»
Η Τσινγκ-Για δεν απάντησε αμέσως. Το βλέμμα της είχε χαθεί για λίγο έξω,
αλλά δεν έβλεπε το τοπίο. Έβλεπε πίσω. «Αυτός…» είπε τελικά. «Είναι πιο σκληρός
από τον πατέρα του. Δεν χαμογελάει ποτέ.»
Η Λινγκ-Λου ανασήκωσε ελαφρά τα φρύδια της. «Είναι νέος ακόμη»,
απάντησε. «Έχει ανάγκη να δείχνει αυστηρός.» Μια μικρή παύση. «Ίσως αργότερα…
όταν όλα θα έχουν τακτοποιηθεί… μπορεί να αφήσει να βγαίνουν και λίγα χαμόγελα
στο πρόσωπό του.» Έστρεψε το βλέμμα της προς την Τσινγκ-Για. «Τώρα τα κρύβει.»
Η Τσινγκ-Για την κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλήσει. «Ή ίσως…» είπε
τελικά, «να μην έχει τίποτα να δείξει.»
Η φράση έμεινε ανάμεσά τους για μια στιγμή.
Η Λινγκ-Λου χαμογέλασε αχνά. «Όλοι έχουν», είπε. «Απλώς δεν το δείχνουν
στον ίδιο άνθρωπο.»
Η άμαξα τραντάχτηκε ελαφρά σε μια ανωμαλία του δρόμου. Οι δύο γυναίκες
σιώπησαν για λίγο, σαν να προσαρμόζονταν ξανά στον ρυθμό της κίνησης.
«Η Σου-Σι…» ξεκίνησε πάλι η Τσινγκ-Για, πιο προσεκτικά αυτή τη φορά.
«Δεν είναι σαν τις άλλες.»
«Επειδή έχει γαλάζια μάτια; Αυτές φέρνουν κακοτυχία…» της απάντησε η
Λινγκ-Λου.
Η Τσινγκ-Για δεν έδειξε έκπληξη που το άκουγε. «Όχι», είπε. «Δεν είναι
γι’ αυτό. Δεν μιλάει πολύ… αλλά όταν μιλάει, κανείς δεν την αγνοεί. Και αυτό…
είναι που φοβίζει.»
Η Λινγκ-Λου χαμήλωσε λίγο το βλέμμα. «Νομίζεις ότι τον αγαπά;»
«Γιατι να μην αγαπήσει κάποια τον νεαρό
άρχοντά της. Νέος είναι. Ο
μοναδικός κληρονόμος είναι. Στο αρχοντικό του μένει…» απάντησε η
Τσινγκ-Για.
Η Λινγκ-Λου σκέφτηκε. «Δεν ξέρω αν είναι αυτό», είπε. «Αλλά ξέρω ότι…
δεν θα φύγει.» Μια μικρή παύση. «Και αυτό», πρόσθεσε, «είναι πιο ισχυρό από την
αγάπη.»
Η Τσινγκ-Για έγνεψε αργά. «Και εκείνος;»
Η Λινγκ-Λου χαμογέλασε ξανά, αυτή τη φορά πιο αχνά. «Εκείνος…» είπε,
«είναι από αυτούς που δεν ανήκουν ποτέ σε κανέναν. Αλλά συνηθίζουν να κρατούν
κοντά τους ό,τι δεν μπορούν να αντικαταστήσουν.»
Σιωπή. Πίσω τους, το πέτρινο σπίτι μίκραινε.
η
μυστηριώδης «ασθένεια του νου»
η νέα ζωή στη Νάμπου
Στη Νάμπου, ο άνθρωπος του διοικητηρίου ένιωθε για πρώτη φορά ύστερα από
χρόνια πραγματική γαλήνη. Η Λινγκ-Λου τον είχε εντυπωσιάσει με την ψυχραιμία
και την ευφυΐα της, ενώ η Τσινγκ-Για είχε έναν πιο ζεστό και αυθόρμητο
χαρακτήρα. Ο ανακριτής φρόντιζε να δείχνει και στις δύο σεβασμό και προσοχή.
Ήθελε να είναι ακριβοδίκαιος.
Καθώς δεν είχε οικογένεια, η παρουσία τους έκανε την κατοικία του να
μοιάζει λιγότερο με ψυχρό διοικητικό οίκημα και περισσότερο με αληθινό σπίτι.
Τα βράδια συζητούσαν, έτρωγαν μαζί και η σκληρότητα της καθημερινότητας
φαινόταν να απομακρύνεται. Έτσι, η ζωή απέκτησε μια ήρεμη τάξη: το ένα βράδυ
περνούσε τον χρόνο του με τη Λινγκ-Λου, το επόμενο με την Τσινγκ-Για. Ήταν
ιδιαίτερα εφευρετικές και υπηρετικές απέναντί του, ίσως επειδή και οι ίδιες
αναζητούσαν ασφάλεια ύστερα από τα δύο τελευταία αβέβαια χρόνια στον οίκο του
Ντου Τσενγκ-Γουέι.
Προσπαθούσαν να τον ευχαριστήσουν με κάθε τρόπο· με λεπτή ευγένεια, με
αθόρυβη φροντίδα, με συζητήσεις γαλήνιες κάτω από το φως των λυχναριών, και με
μικρές καθημερινές περιποιήσεις που γλύκαιναν το σπίτι. Μα περισσότερο απ’ όλα,
γνώριζαν την τέχνη της κρεβατοκάμαρας, σαν δυο άνθη που ανοίγουν αργά μέσα στην
ανοιξιάτικη πάχνη, σκορπίζοντας άρωμα μόνο όταν η νύχτα γίνεται βαθιά και
ήσυχη.
Στις ιδιωτικές τους ώρες, το δωμάτιο έμοιαζε με περιφραγμένο κήπο μετά
τη βροχή· μεταξωτές κουρτίνες ανέμιζαν σαν κλαδιά δαμασκηνιάς, ενώ τα σώματά
τους πλησίαζαν το δικό του όπως τα πέταλα λωτού που αγγίζουν την επιφάνεια μιας
λίμνης.
Ο
ανακριτής, μαθημένος να αναζητά ίχνη αίματος και ψεύδους στους δρόμους της
πόλης, έβρισκε εκεί μια διαφορετική σιωπή — τη σιωπή ανθισμένων ροδώνων, όπου
κάθε άγγιγμα ήταν σαν μπουμπούκι που λύνεται αργά στο φως της αυγής.
Ο πρώτος μήνας της φιλοξενίας τους πέρασε γεμάτος αλλαγές και νέες
εντυπώσεις και ερωτικές συγκινήσεις.
οι
ψίθυροι των γραφείων
Ο ανακριτής άρχισε να πιστεύει πως είχε αφήσει πίσω του τη μοναξιά της
προηγούμενης ζωής του. Οι ώρες στο διοικητήριο της Νάμπου, στο γραφείο του,
φαίνονταν τώρα ασήμαντες μπρος στη διάθεσή του να επιστρέψει στο σπίτι του.
Αυτός που άλλοτε καθόταν μέχρι αργά πάνω από φακέλους, τώρα δεν έμενε
περισσότερο χρόνο στα σκούρα γραφεία του διοικητηρίου· συχνά σηκωνόταν πριν
ακόμα σβήσουν τα μελάνια των καταγραφών, σαν να τον τραβούσε πίσω μια άλλη ζωή
που δεν χωρούσε στα πρωτόκολλα.
Οι συνάδελφοι, αυτοί οι εξιχνιαστές και παρατηρητές συμπεριφορών και
κινήσεων, διέκριναν την αλλαγή πάνω του σχεδόν αμέσως. Στην αρχή ήταν απλώς
βλέμματα που κρατούσαν λίγο περισσότερο από το συνηθισμένο πάνω στο πρόσωπό του.
Κάποιοι υπομειδιούσαν, με εκείνο το λεπτό ειρωνικό μειδίαμα των γραφείων που
δεν απευθύνεται σε κανέναν αλλά δηλώνει τα πάντα· σα να υποπτεύονταν ότι είχε
φέρει κάτι σπάνιο από την τελευταία του επιθεώρηση στο Νανγκού, κάτι που δεν
καταγράφεται σε αναφορές ούτε δηλώνεται σε αρχεία. Άλλοι αντάλλασσαν σύντομα
βλέμματα πάνω από τα τραπέζια, όταν εκείνος περνούσε, σαν να συμφωνούσαν
σιωπηλά σε μια εκδοχή που δεν χρειαζόταν απόδειξη.
Κάποιοι άλλοι, πιο κυνικοί, άφηναν σε μισόλογα να διαρρεύσει ότι οι
υπάλληλοι του διοικητηρίου πρέπει να μένουν αδωρόληπτοι. Το έλεγαν με τον τόνο
εκείνο που δεν μιλά για χρήμα αλλά για «καθαρότητα υπηρεσίας», για να εννοήσουν
όμως προφανώς κάτι πολύ πιο προσωπικό: ότι ο ανακριτής είχε αποδεχθεί κάποιο
δώρο, όχι εξαγορά χρηματική, αλλά δώρο ζωής και ευθυμίας, μια πολυτέλεια
ακατανόητη για όσους είχαν μείνει πίσω στα χαρτιά και στις υπογραφές.
Η φήμη, όπως συμβαίνει πάντα στα διοικητικά γραφεία, δεν χρειαζόταν
επιβεβαίωση. Άρχισε να αλλάζει μορφή από γραφείο σε γραφείο: από «κούραση»
έγινε «αδυναμία», από «αδυναμία» σε «ύποπτη απόλαυση». Κανείς δεν έλεγε τίποτα
ευθέως· όμως όλα λέγονταν.
Ένας παλαιότερος υπάλληλος σχολίασε μια μέρα χαμηλόφωνα πως «ορισμένοι
όταν επιστρέφουν από επαρχιακές επιθεωρήσεις δεν επιστρέφουν μόνοι τους». Το
γέλιο που ακολούθησε ήταν σύντομο, σχεδόν στραγγαλισμένο, σαν να φοβόταν μήπως
ακουστεί και επισήμως. Μόνο ο παλαιός και έμπειρος γραφέας, ο Φαν Σι, που
γνώριζε τις ικανότητες του ανθρώπου του διοικητηρίου κοίταξε τους υπόλοιπους
αυστηρά χωρίς να χαμογελάσει.
Ο ανακριτής απέφευγε να απαντήσει ευθέως ή να τοποθετηθεί στα
υπονοούμενα που αιωρούνταν στα γραφεία του διοικητηρίου. Περιοριζόταν να
υπογράφει, να σφραγίζει, να σηκώνεται νωρίτερα από το συνηθισμένο, αφήνοντας
πίσω του τις ψιθυριστές απορίες να συνεχίζουν τη δική τους υπηρεσία μέσα στον
χώρο.
τα
πρώτα συμπτώματα
Αλλά ο ανακριτής δεν κοιμόταν πια σωστά. Δεν είχε χρόνο, καθώς τον
απορροφούσε πότε η Λινγκ-Λου, πότε η Τσινγκ-Για. Ξυπνούσε λίγο πριν από την
αυγή με την αίσθηση πως κάποιος στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι του. Άλλοτε άκουγε
ανάσες πίσω από τα παραβάν· άλλοτε έβλεπε στον ύπνο του πρόσωπα πρησμένα από το
ξύλο των ανακρίσεων να τον κοιτούν χωρίς μάτια. Εδώ και μέρες είχε αρχίσει να
μυρίζει αίμα ακόμη κι όταν έτρωγε ρύζι.
Τις τελευταίες ημέρες ο ανακριτής είχε αρχίσει να φέρεται παράξενα ακόμη
και μέσα στο διοικητήριο. Δύο φορές αποκοιμήθηκε πάνω σε φακέλους ανακρίσεων
και ξύπνησε απότομα, σαν να είχε ακούσει κραυγή μέσα στ’ αυτιά του. Μια άλλη
φορά άρπαξε ασυναίσθητα το μπράτσο ενός νεαρού γραφέα, βέβαιος πως είχε δει
πίσω του έναν άνδρα με πράσινο πένθιμο ένδυμα.
Οι υπάλληλοι ανησυχούσαν κρυφά. Κάποιοι έλεγαν πως είχε κουραστεί από
τις ανακρίσεις· άλλοι πως είχε πάρει μαζί του από το Νανγκού «ακάθαρτη σκιά». Ο
ηλικιωμένος γραφέας Φαν Σι, πιο δεισιδαίμων από τους υπόλοιπους, είπε τελικά
στον κλητήρα:
— Αν εμφανιστεί κανένας ταοϊστής ή
θεραπευτής, να μην τον διώξετε. Να τον οδηγήσετε στον ανακριτή.
η «νύχτα της διπλής αρμονίας»
Ένα απόγευμα, καθώς καθόταν μόνος στο γραφείο του στο διοικητήριο, ο κλητήρας
τον ενημέρωσε πως ένας περιπλανώμενος ταοϊστής ζητούσε να τον δει.
Ο ανακριτής εκνευρίστηκε.
— Δεν δέχομαι ζητιάνους τέτοια ώρα.
Ο κλητήρας δίστασε.
— Κύριε… είπε πως οι σκιές σας τον
κάλεσαν.
Ο ανακριτής έκλεισε το φάκελλο που μελετούσε και έκανε νόημα να τον
περάσουν μέσα.
Ο γέρος εμφανίστηκε αθόρυβα. Ονομαζόταν Σεν Γιουάν και κάποιοι τον
γνώριζαν στους δρόμους της Σετσουάν ως περιπλανώμενο ταοϊστή που επισκεπτόταν
τόπους θανάτου και επιδημιών. Φορούσε σκούρο, ξεθωριασμένο ένδυμα ταξιδιώτη και
κρατούσε ένα λεπτό δεμάτι από θυμίαμα δεμένο με κόκκινη κλωστή. Τα γένια του
ήταν αραιά, αλλά τα μάτια του καθαρά και ήσυχα. Δεν υποκλίθηκε βαθιά όπως
συνήθιζαν οι χωρικοί μπροστά σε αξιωματούχους. Μονάχα στάθηκε απέναντί του και
τον παρατήρησε.
— Δεν κοιμάστε καλά, είπε.
Ο ανακριτής δεν απάντησε.
— Έχετε πολύ θάνατο επάνω σας.
Η φράση έκανε το δέρμα του ανακριτή να
ανατριχιάσει.
— Είμαι δικαστικός υπάλληλος. Ο
θάνατος είναι μέρος της εργασίας μου.
— «Όχι», αποκρίθηκε ήρεμα ο ταοϊστής. «Άλλο
ο θάνατος που βλέπει κανείς κι άλλο ο θάνατος που μένει μαζί του.»
Έβγαλε τότε από το μανίκι του τρία μικρά ξύλινα πλακίδια χαραγμένα με
σύμβολα και τα ακούμπησε στο τραπέζι.
— Η δύναμή σας έχει γίνει υπερβολικά
σκληρή. Πολύ φωτιά, πολύ σίδερο. Η οργή των ανθρώπων που ανακρίνετε σάς
ακολουθεί μέσα στον ύπνο. Αν συνεχιστεί αυτό, η κακοτυχία θα περάσει το κατώφλι
του σπιτιού σας.
Ο ταοϊστής δεν του μίλησε αμέσως για γυναίκες. Ύστερα είπε πως το τσι του
είχε γίνει άνισο· υπερβολικά γιανγκ από τη βία, την εξουσία και τη συνεχή επαφή
με φόβο και θάνατο.
Αν αυτό μεγάλωνε, η ασθένεια του νου θα ρίζωνε μέσα στο σπίτι του.
Ο ανακριτής προσπάθησε να γελάσει περιφρονητικά, όμως ο λαιμός του ήταν
στεγνός.
— Και τι προτείνεις; Ξόρκια;
Ο γέρος κούνησε αργά το κεφάλι.
— Αρμονία.
Του πρότεινε λοιπόν μια παλιά τελετή εξισορρόπησης, γνωστή στους κύκλους
των περιπλανώμενων ταοϊστών ως «Νύχτα της Διπλής Αρμονίας» — μια νύχτα κατά την
οποία ο άνδρας όφειλε να κοιμηθεί ανάμεσα σε δύο γιν παρουσίες ώστε η αναπνοή
και η θερμότητα τους να συγκρατήσουν το τσι του και να απομακρύνουν τις σκιές
που κουβαλούσε από το δικαστήριο και τα κελιά.
Σώπασε για λίγο, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε
να συνεχίσει.
— Υπάρχει μια παλιά νύχτα
εξισορρόπησης. Η «Νύχτα της Διπλής Αρμονίας». Για μία μόνο νύχτα ο άνθρωπος
κοιμάται ανάμεσα σε δύο γυναικείες παρουσίες ώστε η ήρεμη αναπνοή τους να
σβήσει τη βαριά ανάσα των νεκρών που κουβαλά.
Ο ανακριτής τον κοίταξε δύσπιστα.
Ο ταοϊστής όμως συνέχισε ατάραχος, σαν
να μιλούσε για θεραπεία πυρετού.
— Δεν είναι πράξη απόλαυσης. Είναι
πράξη ισορροπίας. Οι γυναίκες πρέπει να λουστούν πριν νυχτώσει και να φορούν
ανοιχτά χρώματα. Δεν πρέπει να υπάρξει κρασί ούτε θυμός μέσα στο δωμάτιο. Μόνο
θυμίαμα και σιωπή.
Έσκυψε ελαφρά προς το μέρος του.
— Αν οι σκιές σας έχουν ήδη αρχίσει να
τρώνε τον ύπνο σας, θα το καταλάβετε πριν έρθει ο επόμενος μήνας.
Ο ανακριτής έμεινε ακίνητος κοιτώντας τα τρία ξύλινα πλακίδια πάνω στο
τραπέζι. Και για πρώτη φορά ένιωσε πραγματικό φόβο.
ο
κήπος των δύο γυναικών
Εκείνο το βράδυ αποφάσισε να τις συναντήσει και τις δύο. Οι κοπέλες
έδειξαν στην αρχή έναν μικρό δισταγμό, μα τελικά άφησαν τις ανησυχίες τους να
σβήσουν και τον υπηρέτησαν με αφοσίωση και τρυφερότητα. Όταν τον αγκάλιασαν
γυμνές, έμοιαζαν να σκορπίζουν γύρω του κάθε κρυμμένη του φαντασίωση και κάθε
πόθο που κρατούσε τόσα χρόνια μέσα του.
Τα σώματά τους, καθώς μπλέκονταν γύρω και πάνω του μέσα στο μισοσκόταδο,
θύμιζαν ανθισμένες καμέλιες και λεπτές περικοκλάδες από νυχτερινό γιασεμί,
πλεγμένες πάνω σε πέτρινη αυλή. Άλλοτε τα χέρια τους τον τύλιγαν σαν μαλακά
κλήματα, κι άλλοτε οι ανάσες τους άνοιγαν επάνω στο δέρμα του σαν πέταλα που
λυγίζουν κάτω από το φως του φεγγαριού.
Ο ανακριτής, που τόσα χρόνια είχε μάθει να ζει ανάμεσα σε νεκρούς, ψεύδη
και φόνους, ένιωσε εκείνη τη νύχτα πως είχε χαθεί μέσα σε έναν ήσυχο κόσμο από
αρώματα, μεταξωτά αγγίγματα και γυναικεία ζεστασιά, όπου δεν υπήρχε φόβος ούτε
μοναξιά.
Και από τότε κοιμόταν και με τις δύο μαζί. Η συνάντηση με τον ακόρεστο πόθο πάντα φέρνει
ζάλη, ζάλη παροδική και κάποιες φορές μόνιμη. Κι όσο βάδιζε όλο και πιο βαθιά μέσα σε
εκείνον τον πλούσιο αγρό αισθήσεων, τόσο εκείνες τον καλούσαν να προχωρήσει
ακόμη περισσότερο, να εξερευνήσει ό,τι παρέμενε ανεξερεύνητο και ακαλλιέργητο
επάνω τους. Σαν προσεκτικός ανθοκόμος φρόντιζε τον δικό του ανθρώπινο κήπο —
έναν κήπο από αγγίγματα, αρώματα, γεύσεις και σπάνιους, γλυκείς χυμούς που
ανέβαιναν στο στόμα και στο αίμα σαν μεθυστικό νέκταρ νυχτερινών ανθέων.
Δεν είχε προσέξει ότι είχε εξασθενήσει, και σε κάποιους περαστικούς
ιλίγγους δεν έδωσε σημασία. Μέσα σε αυτή τη νέα διπλή ευτυχία ποιος μπορούσε να
κοιτάζει λεπτομέρειες. Αλλά η ζωή, η φύση, οι δυνάμεις που κυβερνούν και
ελέγχουν, σπάνια αφήνουν τους ανθρώπους να γεύονται την ευτυχία, ή αυτό που
εκείνοι νομίζουν ευτυχία, για πολύ.
η προειδοποίηση
Ένα απόγευμα στο διοικητήριο,
όταν σχεδόν όλοι είχαν φύγει, ο
ηλικιωμένος γραφέας Φαν Σι τον πλησίασε διακριτικά. «Κύριε… να προσέχεις τις
γυναίκες που ανήκαν στον οίκο του Τσενγκ-Γουέι. Λέγεται πως όσοι συνδέθηκαν
μαζί τους γνώρισαν δυσάρεστη μοίρα.»
Και του μίλησε για τον Ρεν Λιάνγκ, έναν παλιό στρατιωτικό που είχε απαγάγει
μία από τις παλλακίδες του Ντου Τσενγκ-Γουέι, κάποια Πιάο Γιουάν, και αργότερα έβαλε τέλος στη ζωή του, ύστερα
από μακρά περίοδο φόβου και ταραχής.
Ο ανακριτής απέρριψε τις ιστορίες ως δεισιδαιμονίες και ξαναγύρισε στο
σπίτι του, στη ζωή του και τις διπλές νυχτερινές υποχρεώσεις του. Ωστόσο, λίγες
ημέρες αργότερα άρχισε να βλέπει παράξενα όνειρα.
ο
νεκρός άρχοντας
Στα όνειρά του επέστρεφε συχνά στο παλιό πέτρινο αρχοντικό του Νανγκού. Οι
διάδρομοι ήταν άδειοι και φωτισμένοι από αχνά πράσινα φανάρια. Εκεί εμφανιζόταν
ο Ντου Τσενγκ-Γουέι με επίσημα πένθιμα ενδύματα.
Ο νεκρός του έλεγε:
«Πήρες ανθρώπους του οίκου μου χωρίς
τη συγκατάθεσή μου.»
Ο άνθρωπος του διοικητηρίου απαντούσε:
«Πήρα τη συγκατάθεση του Γκούο Ρεν.»
Τότε ο Τσενγκ-Γουέι τον κοιτούσε
σκοτεινά.
«Ποιος είναι αυτός;»
«Ο γιος σας» του απάντησε ο άνθρωπος του διοικητηρίου.
Η μορφή του Τσενγκ-Γουέι του απάντησε: «Δεν έχω γιο. Δεν έχω παιδιά.»
Και πριν το όνειρο χαθεί,
επαναλάμβανε:
«Κάθε πράξη έχει το τίμημά της.»
Από τότε ο ανακριτής άρχισε να αλλάζει.
Κοιμόταν ελάχιστα, ξυπνούσε εξαντλημένος και δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί στη
δουλειά του. Η Λινγκ-Λου παρατηρούσε ότι η σκέψη του γινόταν όλο και πιο
σκοτεινή. Η Τσινγκ-Για φοβόταν ότι κάποια παλιά κατάρα του οίκου του Νανγκού τις
ακολουθούσε ακόμη. Η Χε Τζι είχε δυστυχήσει στη ζωή της, ο άντρας που ζούσε
μαζί τα τελευταία χρόνια είχε πεθάνει πρόωρα. Δύο άλλες κοπέλλες, πριν από
εκείνη, είχαν φύγει σιωπηρά και κάποιοι είπαν πως τις είδαν σε σπίτια της χαράς.
Μόνο μία, η Τσιν-Ρου, εκείνη που είχε παραχωρήσει ο Τσενγκ-Γουέι ως δώρο σε
κάποιον αξιωματούχο, εκείνη είχε βρει σωστό δρόμο χωρίς προβλήματα. Μπορεί να
είχαν φύγει από το Νανγκού με την άδεια του νέου άρχοντα, του Γκούο Ρεν, αλλά
την άδεια δεν την είχε δώσει ο πραγματικός κύριός τους. Ακόμη φόραγαν στο λαιμό
τους τα κόκκινα περιδέραια του Τσενγκ-Γουέι. Ακόμη ανήκαν σε εκείνον. Ο Γκούο
Ρεν δεν τους είχε προσφέρει το δικό του δώρο, σαν ένδειξη της αποδοχής τους και
της καταχώρησής τους στη δική του ερωτική μυστική ζωή.
Ο ίδιος δεν ήξερε αν υπέφερε από αρρώστια, από ενοχές ή από τον φόβο που
γεννούν οι ιστορίες των νεκρών. Όμως μέρα με τη μέρα ένιωθε ότι κάτι αόρατο
είχε αρχίσει να βαραίνει το σπίτι και το πνεύμα του. Ο άνθρωπος του
διοικητηρίου άρχισε σιγά σιγά να χάνει τη δύναμή του. Δεν έμοιαζε με
συνηθισμένη ασθένεια. Δεν είχε πυρετό ούτε βήχα, όμως ξυπνούσε κάθε νύχτα
εξαντλημένος, σαν να είχε παλέψει στον ύπνο του με αόρατους εχθρούς.
Τα όνειρα επέστρεφαν συνεχώς. Έβλεπε τον Ντου Τσενγκ-Γουέι να στέκεται
ακίνητος κάτω από πράσινα φανάρια και να τον κοιτά χωρίς να ανοιγοκλείνει τα
μάτια.
«Γεύθηκες κρασί από δικά μου ποτήρια. Πρέπει
να πληρώσεις.»
Η φωνή του νεκρού έμενε ακόμη στ’
αυτιά του όταν ξυπνούσε. Ευτυχώς δίπλα του, στα δεξιά του και στα αριστερά του,
είχε τις δύο μειλίχιες παλλακίδες που σαν φρουροί της επιθυμίας τον κρατούσαν
και του γλύκαιναν την αγωνία μόλις εκείνος αφυπνιζόταν.
Η Λινγκ-Λου ήταν η πρώτη που κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Παρατηρούσε πως τα χέρια του έτρεμαν όταν κρατούσε τα έγγραφα του διοικητηρίου
και πως συχνά ξεχνούσε τι ήθελε να πει στη μέση μιας πρότασης. Η Τσινγκ-Για
φοβόταν περισσότερο. Πίστευε ότι ο νεκρός άρχοντας είχε αφήσει πίσω του κάποια
σκιά.
το
λουτρό στον ποταμό
Ένα πρωί πριν ακόμη φανεί καλά ο ήλιος, οι δύο γυναίκες τον ξύπνησαν και
τον οδήγησαν έξω από τη Νάμπου, προς τον ποταμό Τσινγκλιάνγκ.
Η ομίχλη στεκόταν χαμηλά πάνω από το νερό.
Ο ποταμός κυλούσε αργά, σκοτεινός και παγωμένος.
«Το νερό καθαρίζει τον νου», είπε
ήρεμα η Λινγκ-Λου. «Στο Τσινγκσούι υπήρχε μια γριά θεραπεύτρια που είχε πει πως
το κρύο διώχνει τη φωτιά των κακών σκέψεων.»
Του έβρεξαν πρώτα το πρόσωπο και τους καρπούς. Έπειτα τον βοήθησαν να
μπει πιο βαθιά στο ποτάμι. Το νερό τού έκοψε την ανάσα. Για λίγες στιγμές
αισθάνθηκε πραγματικά ξύπνιος. Ο άνεμος φυσούσε από τα βουνά και η ομίχλη άνοιγε
αργά πάνω από το ποτάμι. Οι δύο γυναίκες στέκονταν δίπλα του αμίλητες, σαν να
συμμετείχαν σε κάποια παλιά τελετουργία.
Όταν επέστρεψαν στο σπίτι, εκείνος έτρεμε ακόμη από το κρύο. Η Λινγκ-Λου
άναψε μαγκάλι με κάρβουνα, ενώ η Τσινγκ-Για έκλεισε τα ξύλινα παραθυρόφυλλα για
να μη μπαίνει ο αέρας. Τον τύλιξαν με βαριές κουβέρτες και έμειναν δεξιά και
αριστερά του μέχρι να επανέλθει η
θερμότητα στο σώμα του.
Ήταν μια παλιά πρακτική μετά το ψυχρό λουτρό, το σώμα έπρεπε να ζεσταθεί
αργά και ήρεμα ώστε να ξαναβρεί την ισορροπία του.
Για μερικές ημέρες έδειξε καλύτερα. Το βλέμμα του καθάρισε. Τα χέρια του
σταμάτησαν να τρέμουν. Και τα βράδια κοιμόταν βαθύτερα. Και ξανά επέστρεψε στην
διπλή του απόλαυση, μια απόλαυση που δεν είχε τέρμα, καθώς όταν ολοκλήρωνε με
την μία παλλακίδα του, τον περίμενε ικετευτικά η άλλη.
Ο ίδιος άρχισε να πιστεύει ότι ίσως όλα όσα τον βασάνιζαν δεν ήταν παρά
κούραση και φόβος. Όμως μια νύχτα ξύπνησε απότομα. Η βροχή χτυπούσε τα παράθυρα
της κατοικίας του και το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Για λίγες στιγμές νόμισε πως
κάποιος στεκόταν έξω από την πόρτα. Κράτησε την ανάσα του. Και τότε, μέσα στον
ήχο της βροχής, του φάνηκε πως άκουσε ξανά τη γνώριμη φωνή:
«Το χρέος δεν έχει ακόμη πληρωθεί.»
«Τι πρέπει να κάνω για να το ξεπληρώσω»
είπε μονολογώντας δυνατά στον ύπνο του ο άνθρωπος του διοικητηρίου.
«Θα τις επιστρέψεις και τις δύο στα κτήματά μου.
Εκεί που ανήκουν. Και εσυ θα δουλέψεις στα χωράφια μου. Θα αγοράσεις ένα
βραχιόλι για την κάθε μία και θα το θάψεις στη γη μου. Εκείνη θα σε συγχωρέσει.
Μόνο τότε μπορείς να τις έχεις.»
«Θα τις επιστρέψω» υποσχέθηκε δυνατά ο άνθρωπος του διοικητηρίου.
Οι δύο παλλακίδες που ήταν ξαπλωμένες δίπλα του τρόμαξαν καθώς άκουσαν
την υπόσχεσή του. Θα έκαναν τα πάντα για να μην επιστρέψουν πίσω στο Νανγκού.
Για λίγους μήνες ακόμη η ζωή τους περνούσε μέσα στο φόβο της επιστροφής, τις
ολόθερμες υπηρεσίες τους σε ένα διαταραγμένο ψυχικά ιδιοκτήτη, και τους
μονολόγους του στον ύπνο του. Μάταια με τα σώματά τους προσπαθούσαν να
απορροφήσουν τους φόβους του και τους δικούς τους.
το λύσιμο των κόκκινων περιδέραιων
Λίγες ημέρες αργότερα ο άνθρωπος του διοικητηρίου πήγε μόνος στην αγορά
της Νάμπου.
Τελικά διάλεξε δύο ακριβά χρυσά
βραχιόλια, δουλεμένα με εξαιρετική λεπτομέρεια από τεχνίτες της Νάμπου. Το ένα
ήταν στολισμένο με μικρές πράσινες πέτρες νεφρίτη και λεπτές χαράξεις από άνθη
δαμασκηνιάς για τη Λινγκ-Λου· το άλλο έφερε βαθιές γαλάζιες πέτρες λαζουρίτη
και κυματιστά σχέδια νερού για την Τσινγκ-Για. Ο ηλικιωμένος χρυσοχόος τον κοίταξε
με έκπληξη όταν πλήρωσε χωρίς παζάρι.
Επέστρεψε στο σπίτι αργά το βράδυ χωρίς να μιλήσει πολύ. Ζήτησε μόνο να
ανάψουν θυμίαμα και να φέρουν ένα μικρό πήλινο σκεύος με καθαρό νερό. Οι δύο
γυναίκες γονάτισαν απέναντί του σιωπηλές. Τότε ο ανακριτής άπλωσε αργά τα χέρια
και άγγιξε τα κόκκινα περιδέραια του Τσενγκ-Γουέι που ακόμη φορούσαν στον λαιμό
τους. Για λίγες στιγμές δίστασε, σαν να φοβόταν ότι παραβίαζε κάτι αόρατο και
επικίνδυνο. Ύστερα έλυσε πρώτα της Λινγκ-Λου και μετά της Τσινγκ-Για. Τα
κορδόνια έπεσαν αθόρυβα μέσα στο πήλινο σκεύος. Η Λινγκ-Λου χαμήλωσε το βλέμμα
σαν να συγκρατούσε δάκρυα. Η Τσινγκ-Για άγγιξε ασυναίσθητα τον λαιμό της, σαν
άνθρωπος που μόλις ξύπνησε από μακρύ πυρετό.
Ο ανακριτής είπε με τελετουργική χροιά:
— Από σήμερα, είπε χαμηλόφωνα, δεν
ανήκετε σε νεκρό σπίτι.
Ο ανακριτής πήρε τα κόκκινα περιδέραια από το πήλινο σκεύος και τα
κράτησε για λίγο μέσα στις παλάμες του, σαν να ζύγιζε ακόμη τη σκιά του νεκρού
Τσενγκ-Γουέι.
Οι δύο παλλακίδες μίλησαν μαζί, σχεδόν ψιθυριστά:
— Δεν ανήκουμε πια στον Τσενγκ-Γουέι.
Ο δεσμός μας λύθηκε.
Δίπλα στο θυμίαμα είχε αφήσει ένα μικρό βιβλίο οικιακών καταγραφών,
δεμένο με σκούρο ύφασμα. Ο ανακριτής το άνοιξε αργά και, μπροστά στις δύο
γυναίκες, πήρε τη γραφίδα και έγραψε τα ονόματά τους κάτω από τη σφραγίδα του
οίκου του. Πρώτα της Λινγκ-Λου. Ύστερα της Τσινγκ-Για. Η γραφίδα σταμάτησε για
λίγο πάνω στο χαρτί πριν χαράξει τις τελευταίες λέξεις: «Γυναίκες του
εσωτερικού οίκου.»
Οι δύο παλλακίδες έμειναν ακίνητες κοιτάζοντας τους χαρακτήρες να
στεγνώνουν μέσα στο φως των λυχναριών. Για πρώτη φορά από τότε που είχαν φύγει
από το Νανγκού, δεν αισθάνονταν φιλοξενούμενες ούτε προσωρινά παραχωρημένες
υπάρξεις άλλου άνδρα.
Ο ανακριτής έκλεισε το βιβλίο και ακούμπησε επάνω του τη σφραγίδα του
σπιτιού.
— Τώρα ο οίκος μου σας γνωρίζει, είπε
χαμηλόφωνα.
Ο ανακριτής πέρασε αργά τα χρυσά
βραχιόλια στους καρπούς τους. Για λίγες στιγμές τις κοίταξε σιωπηλός μέσα στο
φως του θυμιάματος.
Ύστερα είπε χαμηλόφωνα:
— Από σήμερα ανήκετε στον δικό μου
οίκο. Μόνο σε μένα. Κανένας νεκρός δεν έχει πια εξουσία επάνω σας.
Οι δύο γυναίκες γονάτισαν βαθύτερα.
Η Λινγκ-Λου ακούμπησε πρώτα το μέτωπό
της στο πάτωμα.
— Αφήνω πίσω τον παλιό άρχοντα και τον
οίκο του Νανγκού. Η ζωή μου ανήκει πλέον σε εσάς.
Έπειτα μίλησε η Τσινγκ-Για:
— Σας προσφέρω πίστη, υπακοή και
αφοσίωση όσο θα αναπνέω.
Έξω ο άνεμος πέρασε ανάμεσα από τα ξύλινα παραθυρόφυλλα και η φλόγα του
θυμιάματος λύγισε στιγμιαία, σαν κάτι αθέατο να αποχωρούσε αργά από το σπίτι.
Εκείνη τη νύχτα το σπίτι έμοιαζε διαφορετικό. Η βαριά αίσθηση ξένου
οίκου που επί μήνες πλανιόταν ανάμεσα στα παραβάν και στα λυχνάρια είχε
υποχωρήσει. Όταν ξάπλωσαν και οι τρεις μαζί, οι δύο γυναίκες δεν κινήθηκαν πια
με τη συγκρατημένη προσοχή ανθρώπων που υπηρετούν προσωρινό αφέντη μέσα σε
αβέβαιο σπίτι. Η Λινγκ-Λου ακούμπησε ήρεμα το κεφάλι της στον ώμο του, ενώ η
Τσινγκ-Για τύλιξε το σώμα της γύρω του με φυσικότητα σχεδόν συζυγική.
Δεν υπήρχε εκείνο το κρυφό άγχος που γεννά η φιλοξενία, ούτε η αίσθηση
πως κάποιος αόρατος κύριος παρακολουθεί ακόμη πίσω από τις σκιές του δωματίου. Τα
χέρια τους τον άγγιζαν τώρα αργά και ελεύθερα, σαν γυναίκες που είχαν πάψει να
φοβούνται την επιστροφή. Και ο ανακριτής, για πρώτη φορά από τότε που τις είχε
φέρει από το Νανγκού, ένιωσε πως δεν μοιραζόταν το κρεβάτι του με αναμνήσεις
άλλου άνδρα αλλά με δύο παλλακίδες του δικού του οίκου. Εκείνη τη νύχτα
κοιμήθηκαν μπλεγμένοι κάτω από τα ίδια σκεπάσματα ώσπου έσβησαν τα λυχνάρια,
και οι ανάσες τους ενώθηκαν σε μία αργή και ήρεμη θερμότητα.
ΜΕΡΟΣ Η
η πρόσληψη
της νεαρής χήρας Σιανγκλίν
Στην αυλή του πέτρινου διοικητηρίου, ο Γκούο Ρεν έμεινε ακίνητος μέχρι
που η πομπή χάθηκε από το βλέμμα. Δίπλα του, ο Λι Σαν δεν μίλησε. Μόνο όταν η
σκόνη του δρόμου κατακάθισε εντελώς, ο Γκούο Ρεν έκανε ένα μικρό βήμα μπροστά.
Έπειτα άλλο ένα. Στάθηκε πλάι στον Λι Σαν, σχεδόν στην ίδια ευθεία, χωρίς να
τον κοιτάξει. Η πλάτη του ήταν στραμμένη προς το πέτρινο σπίτι· σαν να μην
ήθελε κανείς να διαβάσει τα χείλη του και τα λόγια του. Κοίταζε τον ορίζοντα. Όταν
μίλησε, η φωνή του ήταν χαμηλή.
«Θα πας να βρεις την Σιανγκλίν.»
Ο Λι Σαν έγνεψε αμέσως, χωρίς να στρέψει το κεφάλι.
«Θα της παραγγείλεις πως…» έκανε μια μικρή παύση, «θα είναι υπό την
προσωπική μο φροντίδα όταν θα έρχομαι μόνος μου στο Νανγκού.»
Η λέξη έμεινε για μια στιγμή στον αέρα. Δεν χρειάστηκε εξήγηση.
«Αυτό…» πρόσθεσε ο Γκούο Ρεν, «ελπίζω να ξέρει τι σημαίνει.»
Ο Λι Σαν έγνεψε ξανά.
«Θα της εξηγήσεις», είπε χωρίς να τον κοιτάξει. «Δεν θα μιλά με
κανέναν.» Μικρή παύση. «Θα συνεχίσει να είναι χήρα. Έτσι θα δείχνει σε όλους
τους άλλους. Εσύ θα επιβλέπεις μήπως την πλησιάσει κανείς.»
«Αν συμφωνήσει», συνέχισε ο Γκούο Ρεν, «θα την βάλεις να δουλεύει στα
νότια κτήματα.»
Ο τόνος του παρέμενε ίδιος. Σαν να μιλούσε για μετακίνηση εργαλείων, όχι
ανθρώπων.
«Μόλις γίνει ο γάμος του Γκάο Πινγκ με την Χονγκ-Χουά…» είπε, «και
ετοιμαστεί το νέο τους σπίτι στα κτήματά τους… τότε εκείνη θα φροντίζει το
ξύλινο σπίτι.»
Μια μικρή παύση.
«Το σπίτι θα είναι έτοιμο ανά πάσα στιγμή.»
Ο Λι Σαν σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα προς τον ορίζοντα, ακολουθώντας
τη γραμμή που κοιτούσε και ο κύριός του.
«Αν συμφωνήσει…» επανέλαβε ο Γκούο Ρεν, πιο ήσυχα τώρα, «θα έρθεις και
θα μου κάνεις νόημα.»
Ο Λι Σαν έγνεψε αυτή τη φορά πιο αργά. Δεν υπήρχε τίποτα να ρωτήσει. Μόνο
όταν ο Γκούο Ρεν έμεινε εντελώς ακίνητος, σαν να είχε ήδη τελειώσει, ο Λι Σαν
τόλμησε να πει χαμηλά:
«Και… αν δεν συμφωνήσει;»
Ο Γκούο Ρεν δεν γύρισε να τον κοιτάξει. Έμεινε για λίγο σιωπηλός, με το
βλέμμα σταθερό μπροστά. «Τότε…» είπε τελικά, «θα συνεχίσει όπως είναι.» Μια
μικρή παύση. «Αλλά δεν νομίζω ότι θα αρνηθεί.» Η βεβαιότητα δεν ήταν απόλυτη·
ήταν υπολογισμένη.
Ο Λι Σαν χαμήλωσε το κεφάλι. «Θα πάω αμέσως», είπε.
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε. Μόνο έγνεψε ελάχιστα. Ο Λι Σαν έκανε πίσω ένα
βήμα, έπειτα γύρισε και άρχισε να απομακρύνεται με σταθερό βήμα. Ο Γκούο Ρεν
έμεινε μόνος. Για λίγο ακόμη κοίταξε τον ορίζοντα.
Ο Γκούο Ρεν κάθισε τελικά στην άκρη της αυλής, σε ένα χαμηλό πέτρινο
σκαλοπάτι, εκεί όπου ο ήλιος έπεφτε χωρίς εμπόδιο. Δεν είχε τίποτα να κάνει·
και όμως, δεν ήταν αδράνεια. Ήταν αναμονή. Το βλέμμα του έμενε χαμηλά, μα το
μυαλό του κινείτο σταθερά. Για πρώτη φορά, δεν ακολουθούσε μια διάταξη που είχε
οριστεί πριν από εκείνον. Τώρα, θα υπήρχε μια γυναίκα που θα είχε επιλέξει ο
ίδιος. Όχι κάποια που είχε παραχωρηθεί, ούτε κάποια που είχε τοποθετηθεί για
λόγους τάξης. Δική του επιλογή. Δική του ευθύνη. Αυτό, περισσότερο από κάθε τι
άλλο, τον έκανε προσεκτικό. Η μορφή της Σιανγκλίν πέρασε για λίγο από τη σκέψη
του, όχι ως πρόσωπο, αλλά ως κατάσταση. Άκουσε βήματα πίσω του. Δεν γύρισε
αμέσως. Περίμενε.
Ο Λι Σαν στάθηκε λίγο πιο πίσω και έκανε ένα μικρό, καθαρό νεύμα.
«Συμφωνεί». Ύστερα, πολύ αργά, γύρισε το
κεφάλι του προς το πέτρινο σπίτι.
Μέσα
στο σπίτι, η Σου-Σι δεν είχε μετακινηθεί. Και πάνω από τα κτήματα του Νανγκού,
το φως έμενε το ίδιο καθαρό, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα ή σαν όλα να είχαν
μόλις αρχίσει.
Ο Γκούο Ρεν ανασηκώθηκε. Τα λόγια ήρθαν πριν ακόμη απομακρυνθούν από την
αυλή.
«Τα χωράφια πρέπει να ελεγχθούν από την αρχή», είπε ο Γκούο Ρεν, αρκετά
δυνατά ώστε η φωνή του να περάσει μέσα από τους τοίχους. «Δεν θέλω παραφωνίες.
Ό,τι έχει μείνει ατελές, θα διορθωθεί.»
Προχώρησε λίγα βήματα ακόμη.
«Οι σπηλιές», συνέχισε, «θα σφραγιστούν όλες. Δεν θα μείνει τίποτα
ανοιχτό. Δεν θέλω απρόβλεπτα.»
Ο τόνος του ήταν καθαρός, διοικητικός· δεν άφηνε περιθώριο για
ερμηνείες. Μαζί με τον Λι Σαν άρχισαν να περπατούν προς τον έλεγχο των
κτημάτων. Μόνο όταν πέρασαν το χαμηλό πέτρινο περίβολο και το σπίτι έμεινε πίσω
τους, η φωνή του χαμήλωσε.
«Θα με πας εκεί που δουλεύει.»
Ο Λι Σαν έγνεψε. Περπάτησαν για λίγο μέσα από τα χωράφια. Ο αέρας ήταν
ήσυχος, σχεδόν ακίνητος. Από μακριά φαίνονταν οι μορφές των εργατών,
σκορπισμένες.
«Όταν φτάσουμε», είπε ο Γκούο Ρεν χωρίς να τον κοιτάξει, «θα φύγεις.»
Ο Λι Σαν δεν αντέδρασε.
«Θα περιμένεις πιο πέρα. Να μη φαίνεσαι.»
Δεν ειπώθηκε τίποτα άλλο. Λίγο αργότερα τη διέκριναν. Η Σιανγκλίν ήταν
σκυμμένη. Τα χέρια της κινούνταν με τον ίδιο σταθερό ρυθμό, σαν να μην υπήρχε
τίποτε άλλο πέρα από το χώμα μπροστά της.
Ο Λι Σαν σταμάτησε πρώτος. Ο Γκούο Ρεν έκανε ακόμη δύο βήματα. «Εδώ»,
είπε χαμηλά. Ο Λι Σαν υποχώρησε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Σε λίγες στιγμές είχε
χαθεί ανάμεσα στις γραμμές των καλλιεργειών. Ο Γκούο Ρεν έμεινε όρθιος. Η
Σιανγκλίν δεν σήκωσε το κεφάλι. Μόνο όταν η σκιά του έπεσε πιο καθαρά δίπλα
της, τα χέρια της επιβράδυναν ανεπαίσθητα. Δεν σταμάτησαν.
«Δουλεύεις σταθερά», είπε εκείνος.
Η φωνή του δεν είχε την προηγούμενη ένταση· ήταν χαμηλή, συγκρατημένη.
«Ναι, άρχοντα», απάντησε εκείνη. Δεν τον κοίταξε. Μια μικρή παύση
στάθηκε ανάμεσά τους.
«Σου μετέφεραν τα λόγια μου;»
Η Σιανγλίν κούνησε καταφατικά το κεφάλι της χωρίς να μιλήσει. Τα χέρια
της συνέχισαν για λίγο ακόμη. Ύστερα σταμάτησαν για μια στιγμή, μόνο για να
αλλάξουν θέση στο χώμα. Δεν σηκώθηκε.
Ο Γκούο Ρεν την παρατηρούσε από πάνω. Όσο έμενε σκυφτή, η μορφή της
έμοιαζε πάλι δεμένη με τη γη, σχεδόν αδιάκριτη μέσα στη δουλειά της.
«Και συμφώνησες.»
«Ναι.»
Η απάντηση ήρθε ήρεμα, χωρίς δισταγμό, χωρίς έμφαση.
Ο Γκούο Ρεν έγειρε ελαφρά το κεφάλι. «Ξέρεις τι σημαίνει.»
Μια ανεπαίσθητη παύση.
«Ξέρω», είπε η Σιανγκλίν.
Ο τόνος της δεν είχε υποταγή, αλλά ούτε και αντίσταση. Ήταν σαν να
δήλωνε κάτι που είχε ήδη αποδεχθεί μέσα της πριν ειπωθεί.
Ο αέρας κινήθηκε ελαφρά πάνω από τα
χωράφια.
«Δεν θα αλλάξει τίποτα για τους άλλους», συνέχισε εκείνος. «Θα
παραμείνεις όπως είσαι.»
«Ναι.»
«Κανείς δεν θα σε πλησιάζει.»
Τα δάχτυλά της έκλεισαν για μια στιγμή γύρω από το χώμα.
«Όπως ορίσετε.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός για λίγο. Το βλέμμα του στάθηκε πάνω της,
όχι επιθετικά, αλλά επίμονα, σαν να προσπαθούσε να διακρίνει κάτι που δεν
φαινόταν.
«Και εσύ;» είπε τελικά. «Έχεις κάτι να ζητήσεις;»
Η Σιανγκλίν δεν απάντησε αμέσως.
Τα χέρια της έμειναν ακίνητα αυτή τη φορά.
«Όχι», είπε.
Ύστερα, πιο χαμηλά:
«Μόνο να υπάρχει τάξη.»
Η λέξη έμεινε για λίγο στον αέρα.
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε.
«Τάξη;»
«Να ξέρω πού ανήκω», πρόσθεσε εκείνη,
ακόμη χωρίς να τον κοιτάξει. «Και τι πρέπει να κάνω.»
Δεν υπήρχε φόβος στη φωνή της. Υπήρχε
κάτι πιο σταθερό· μια ανάγκη να τοποθετηθεί μέσα σε ένα πλαίσιο που να μην
αλλάζει.
Ο Γκούο Ρεν ίσιωσε ελαφρά.
«Αυτό θα το έχεις.»
Η Σιανγκλίν έγνεψε ανεπαίσθητα.
Μια σιωπή απλώθηκε ξανά. Εκείνος έκανε ένα μικρό βήμα πίσω. Για μια
στιγμή φάνηκε σαν να περίμενε ότι εκείνη θα σηκωθεί. Δεν το έκανε. Έμεινε
σκυφτή. Ο ρυθμός των χεριών της Σιανγκλίν επανήλθε, σαν να μην είχε διακοπεί
ποτέ. Ο Γκούο Ρεν δεν άλλαξε στάση. Η
φωνή του παρέμεινε χαμηλή, αλλά τώρα είχε μια καθαρή, σχεδόν τελετουργική
ακρίβεια, σαν να όριζε όρους που δεν θα επαναλαμβάνονταν.
«Θα πρέπει να υπάρχει εχεμύθεια. Κανείς δεν θα πρέπει να ξέρει τίποτε.»
Η Σιανγκλίν κούνησε ελαφρά το κεφάλι της. Η κίνηση ήταν μικρή, σχεδόν
αόρατη, μα απόλυτη. Δεν σταμάτησε τη δουλειά της.
«Όταν θα έρχομαι», συνέχισε εκείνος, «θα έχεις ετοιμάσει το ξύλινο σπίτι
στα νότια κτήματα. Εκεί θα με περιμένεις.»
Η Σιανγκλίν έγνευσε ξανά καταφατικά. Τα δάχτυλά της κινήθηκαν λίγο πιο
βαθιά στο χώμα, σαν να χάραζαν μια γραμμή που δεν θα φαινόταν στην επιφάνεια.
«Θα παραμείνεις όπως είσαι στα μάτια όλων», είπε. «Μόνη. Χωρίς άλλον.»
Η φράση έμεινε για λίγο στον αέρα. Η Σιανγκλίν δεν αντέδρασε αμέσως. Τα
χέρια της συνέχισαν, αλλά ο ρυθμός άλλαξε ανεπαίσθητα.
«Εκτός αν θέλεις να παντρευτείς γρήγορα…»
Τότε μίλησε. «Δεν θέλω», είπε. Η απάντηση ήταν καθαρή, χωρίς σκιά
δισταγμού. Δεν είχε άρνηση· είχε επιλογή.
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε πιο σταθερά.
«Τότε θα είσαι σαν μόνιμη χήρα μου», επανέλαβε. «Θα αντέξεις;»
Για πρώτη φορά, τα χέρια της σταμάτησαν εντελώς. Μια ανάσα πέρασε από
μέσα της, αργή, μετρημένη. «Έχω μάθει να αντέχω…» του απάντησε. Δεν υπήρχε
πικρία στη φωνή της. Ούτε επίδειξη δύναμης. Ήταν μια απλή διαπίστωση, σχεδόν
ουδέτερη, σαν κάτι που δεν χρειαζόταν απόδειξη.
Ο Γκούο Ρεν έγειρε ελαφρά το κεφάλι, σαν να αποδέχτηκε την απάντηση όχι
ως λόγια αλλά ως δεδομένο.
«Ο Λι Σαν σε λίγες μέρες θα σε μετακινήσει στα νότια κτήματα», συνέχισε.
«Θα δουλεύεις κοντά στο ξύλινο σπίτι. Πρέπει να φαίνεται φυσικό ότι περιφέρεσαι
εκεί κοντά.»
Η Σιανγκλίν έγνεψε.
«Για λίγο καιρό θα μείνουν εκεί ο Γκάο Πινγκ με την Χονγκ-Χουά. Μόλις
φύγουν, θα αναλάβεις την υπηρεσία σου.»
Τα δάχτυλά της έκλεισαν απαλά γύρω από το χώμα, σαν να κρατούσαν κάτι
που δεν έπρεπε να χαθεί.
«Θα φροντίζεις το σπίτι», είπε εκείνος. «Αυτό θα γίνει το σπίτι σου για
όσο θα με υπηρετείς.»
Η λέξη σπίτι έμεινε για λίγο περισσότερο από τις άλλες.
Η Σιανγκλίν δεν μίλησε αμέσως. Το κεφάλι της έγειρε ελάχιστα προς τα
κάτω. «Θα είναι έτοιμο.» του απάντησε.
Ο Γκούο Ρεν έκανε μισό βήμα πίσω. Η σκιά του τραβήχτηκε από πάνω της. «Όταν
θα σε καλώ…» ξεκίνησε, αλλά σταμάτησε. Δεν ολοκλήρωσε τη φράση. Δεν χρειαζόταν.
Η Σιανγκλίν έμεινε ακίνητη για μια στιγμή. «Θα είμαι εκεί», είπε. Τώρα
τα χέρια της ξανάρχισαν να κινούνται με τον παλιό, σταθερό ρυθμό. Σαν να είχε
ήδη ενσωματωθεί η συμφωνία στη ζωή της.
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε για λίγο ακόμη. Έμεινε εκεί, σαν να υπήρχε ακόμη
κάτι που έπρεπε να ειπωθεί πριν κλείσει οριστικά η συμφωνία. «Θα αργήσουμε να
συναντηθούμε. Πρέπει να φύγω. Αλλά θα γυρίσω.»
Μικρή παύση.
«Θα έχεις τον χρόνο να καθαρίσεις με το παρελθόν σου. Δεν θέλω ανθρώπους
με αναμνήσεις.»
Η φωνή του δεν σκλήρυνε· έγινε πιο καθαρή, πιο απαιτητική.
«Είσαι έτοιμη για κάτι τέτοιο;»
Η Σιανγκλίν δεν απάντησε αμέσως. Τα χέρια της έμειναν ακίνητα μέσα στο
χώμα, σαν να κρατούσαν ακόμη κάτι που δεν φαινόταν.
«Έχει περάσει καιρός από τότε που
έχασα εκείνον με τον οποίο μοιραζόμουν τη ζωή μου», του απάντησε.
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε χωρίς να μετακινηθεί. «Μπορεί ο καιρός να έχει
περάσει», είπε, «αλλά μπορεί να σκέφτεσαι ακόμη το παρελθόν σου…»
Έκανε μια μικρή παύση, σαν να ζύγιζε
τη φράση πριν την ολοκληρώσει.
«Δεν θέλω η γυναίκα που μου ανήκει να ανήκει και σε κάποιον άλλον, έστω
και με τη σκέψη…»
Η Σιανγκλίν χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα.
«Ο γάμος δεν ήταν ιστορία που διάλεξα με την καρδιά», είπε ήρεμα. «Ήταν η στέγη
που μου δόθηκε. Οι γυναίκες του χωριού δεν μεγαλώνουν διαλέγοντας ανάμεσα σε
πολλούς δρόμους, άρχοντά μου. Μαθαίνουν μόνο να μένουν όρθιες μέσα σ’ εκείνον
που άνοιξε μπροστά τους.»
Τα τελευταία της λόγια βγήκαν χαμηλόφωνα, σχεδόν άτονα. «Αυτό που έμεινε
πίσω μου ήταν μια ζωή· όχι δεσμός της καρδιάς.»
Τότε η Σιανγκλίν σήκωσε το βλέμμα της. Τον κοίταξε σταθερά. Δεν υπήρχε
πρόκληση σε αυτό το βλέμμα· ούτε υποχώρηση. Ήταν κάτι πιο καθαρό, σαν να δήλωνε
πως δεν υπήρχε πλέον τίποτα πίσω της που να μπορεί να τον ανταγωνιστεί. Τα
χέρια της χαλάρωσαν ελαφρά μέσα στο χώμα.
Ο Γκούο Ρεν κράτησε το βλέμμα του πάνω της για μια στιγμή ακόμη κι
έπειτα μίλησε ξανά.
“Θα είναι δύσκολο”, είπε. “Θα έρχομαι και θα ξαναφεύγω. Και θα είσαι για καιρό
μόνη…”
Την περιεργάστηκε σιωπηλά, ενώ εκείνη δεν χαμήλωνε τα μάτια. “Θα το αντέξεις;”»
Η Σιανγκλίν κατέβασε ξανά το βλέμμα της. Τα δάχτυλά της άρχισαν πάλι να
κινούνται, πιο αργά αυτή τη φορά. «Θα προσπαθήσω», του απάντησε.
Ύστερα, μετά από μια ανεπαίσθητη
παύση, πρόσθεσε: «Χήρα δεν είμαι; Έχω μάθει να ζω με αυτόν τον τρόπο.»
Ο αέρας κινήθηκε ανάμεσά τους. Και τότε, σχεδόν χωρίς να αλλάξει ο τόνος
της, είπε: «Καλύτερα χήρα ενός ζωντανού… παρά χήρα ενός νεκρού.»
Η φράση έμεινε στον αέρα. Δεν είχε δραματικότητα. Είχε κάτι πιο ψυχρό, μια
ήσυχη, και αμείλικτη λογική που δεν ζητούσε κατανόηση.
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως. Για πρώτη φορά, το βλέμμα του
μετακινήθηκε ελαφρά, σαν να αναζητούσε σημείο έξω από εκείνη για να σταθεί.
Όταν επέστρεψε πάνω της, ήταν διαφορετικό, όχι πιο μαλακό, αλλά πιο εσωτερικό. Σαν
να είχε συνειδητοποιήσει πως η συμφωνία που είχε επιβάλει… δεν έπεφτε σε κενό. Δεν
χρειαζόταν.
Ο Γκούο Ρεν στάθηκε για μια στιγμή σιωπηλός.
«Αν τηρηθούν όσα ειπώθηκαν», είπε τελικά, «δεν θα χρειαστεί να αλλάξει τίποτα.»
Η Σιανγκλίν χαμήλωσε ελαφρά το βλέμμα. Τα δάχτυλά της ακούμπησαν ξανά το
χώμα, χωρίς να αρχίσουν ακόμη να κινούνται. Δεν τον κοίταξε. Ο ρυθμός των
χεριών της επανήλθε. «Είθε να μην υπάρξει λόγος να αλλάξει...»
Ο Γκούο Ρεν στάθηκε για μια στιγμή ακόμη, σαν να υπήρχε κάτι που δεν
είχε ολοκληρωθεί. Το χέρι του γλίστρησε αργά μέσα στο μανίκι του. Από εκεί
έβγαλε ένα μικρό άνθος δαμασκηνιάς, ακόμη δεμένο πάνω σε λεπτό, σκούρο κλωνάρι.
Τα πέταλά του ήταν λευκά, τόσο ανοιχτά που στις άκρες έπαιρναν μια σχεδόν
αόρατη ρόδινη σκιά. Οι εργάτριες στο βάθος συνέχιζαν τη δουλειά τους. Κανείς
δεν κοιτούσε προς το μέρος τους. Ο Γκούο Ρεν έσκυψε ελάχιστα και άφησε το μικρό
άνθος κοντά στο χέρι της, πάνω στο αναποδογυρισμένο χώμα. Τα δάχτυλα της
Σιανγκλίν ακινητοποιήθηκαν.
«Για να θυμάσαι», της είπε χαμηλά, «πως ό,τι συμφωνείται σιωπηλά… κρατά
περισσότερο.»
Για πρώτη φορά μετά από ώρα, η Σιανγκλίν δεν άγγιξε αμέσως το χώμα. Πήρε
αργά το μικρό κλωνάρι ανάμεσα στα δάχτυλά της. Το κράτησε για μια στιγμή
ακίνητο. Ύστερα το έφερε κοντά στο πρόσωπό της. Η μυρωδιά ήταν αχνή· καθαρή,
ψυχρή, σχεδόν λεπτή σαν τον αέρα πριν από βροχή. Τα μάτια της έκλεισαν μόνο για
μια ανάσα. Όταν τα άνοιξε ξανά, γύρισε και τον κοίταξε. Κάτι είχε αλλάξει στο
βλέμμα της. Υπήρχε μέσα του κάτι που έμοιαζε ταυτόχρονα με πρόκληση και με
υπόσχεση. Σαν να άνοιγε μια πόρτα που την απελευθέρωνε πλέον από την χηρεία της.
«Θα το φυλάξω…» είπε χαμηλά.
Μικρή παύση.
«Μέχρι να επιστρέψεις.»
Ο Γκούο Ρεν δεν κινήθηκε αμέσως. Έμεινε από πάνω της, σιωπηλός,
κοιτάζοντάς την καθώς εκείνη χαμήλωνε ξανά αργά το βλέμμα. Τα δάχτυλά της
επέστρεψαν στο χώμα με τον ίδιο ήρεμο, σταθερό ρυθμό, σαν να χάιδευαν τη γη
αντί να τη σκάβουν. Η κίνησή της είχε κάτι νωχελικό τώρα· όχι από κούραση, αλλά
από μια βαθιά, σχεδόν κρυφή χαλάρωση που δεν υπήρχε πριν. Καθώς ήταν σκυμμένη,
το λεπτό ύφασμα τραβιόταν πάνω στη μέση και στους γοφούς της κάθε φορά που
μετακινούσε το βάρος του σώματός της. Υπήρχε δύναμη στη γραμμή της πλάτης της,
αλλά και μια αργή θηλυκότητα που δεν προσπαθούσε να φανεί κι ίσως γι’ αυτό
γινόταν πιο αισθητή.
Ο Γκούο Ρεν την παρατηρούσε χωρίς να μιλά. Το μικρό άνθος είχε μείνει
ακόμη μέσα στο χέρι της. Πήρε αργά μια βαθειά ανάσα και απομακρύνθηκε χωρίς
βιασύνη. Πίσω του ακουγόταν μόνο ο απαλός ήχος του χώματος που μετακινούνταν
κάτω από τα χέρια της, σαν να του μετέδιδε τις κινήσεις των χεριών της πάνω στο
σώμα του.
Πίσω του, δεν υπήρχε τίποτα που να δείχνει ότι είχε προηγηθεί κάτι άλλο
πέρα από εργασία. Καθώς απομακρυνόταν, δεν άκουσε τίποτα πίσω του πέρα από τον
ήχο του χώματος που μετακινούνταν ρυθμικά. Μόνο μία φορά, για μια ανεπαίσθητη
στιγμή, η Σιανγκλίν πίεσε το χώμα πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν, σαν να
δοκίμαζε την αντοχή του. Σαν να ήθελε να σφραγίσει για πάντα τη θέλησή της με
την δική του. Ύστερα όλα επανήλθαν. Σταθερά.
Σιωπηλά.
η μυστική συνάντηση του Γκούο Ρεν με τον
Μινγκ Ζενγκ
Το πέτρινο σπίτι ήταν πιο σκοτεινό απ’ ό,τι συνήθως. Έξω, οι τελευταίοι
εργάτες είχαν αποσυρθεί. Οι φωνές είχαν σβήσει. Μόνο τα κανάλια άρδευσης
κρατούσαν έναν σταθερό, σχεδόν μηχανικό ήχο νερού.
Ο Γκούο Ρεν δεν είχε ανάψει περισσότερα φώτα από το απαραίτητο. Ένα μόνο
λυχνάρι πάνω στο τραπέζι. Όχι για άνεση. Για όριο.
Ο Μινγκ Ζενγκ στεκόταν όρθιος.
Όχι απέναντι από τον Γκούο Ρεν — λίγο
πλάγια, εκεί όπου το φως δεν έπεφτε καθαρά στο πρόσωπό του. Σαν να είχε
επιλέξει ο ίδιος τη σκιά.
Ο αναχωρητής δεν έκανε κινήσεις. Μόνο
άκουγε.
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε για μια στιγμή ακόμη, έπειτα μίλησε σταθερά,
χωρίς καμία χαλάρωση στη φωνή.
«Η ελευθερία που είχατε με τον πατέρα
μου τελείωσε. Μπορεί τότε να σας χρειαζόταν. Μπορεί να μην ήθελε να
ανακατεύεται. Μπορεί να χρειαζόταν εργάτες για να δουλέψουν στα κτήματά του.
Μπορεί να ήταν μακριά για να ελέγχει. Μπορεί κανείς να μην τον ενοχλούσε και να
ρωτούσε για εσάς.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Τώρα αυτά δεν μπορούν πλέον να
επαναληφθούν.»
Το φως της λυχνίας τρεμόπαιξε, και για μια στιγμή η σκιά του Γκούο Ρεν
απλώθηκε στο πάτωμα σαν κάτι μεγαλύτερο από το σώμα του.
«Ο πρώτος που ελέγχομαι είμαι εγώ.»
Η φωνή του δεν είχε ούτε ένταση ούτε
υπεράσπιση. Ήταν διαπίστωση.
«Αν φανεί ότι επιτρέπω τέτοιες καταστάσεις, οι συνέπειες θα είναι πρώτα
επάνω μου… και μετά σε σας.»
Ο Μινγκ Ζενγκ τον κοίταξε τώρα πιο προσεκτικά. Όχι με αντίδραση. Με
κατανόηση του μηχανισμού.
Ο Γκούο Ρεν συνέχισε αμέσως, χωρίς να αφήσει χώρο για παρερμηνείες:
«Δεν υπάρχει πλέον ανοχή από πάνω. Ούτε απόσταση. Ούτε “τυχαίες”
ελευθερίες. Αν υπάρχει κάτι υπόγειο που κινείται στους εργάτες, θα σταματήσει.»
Η φωνή του δεν είχε ένταση. Είχε βάρος.
«Κάθε μυστική συγκέντρωση βαραίνει
εμένα. Και τα κτήματα.»
Μικρή παύση.
«Δεν υπάρχει περιθώριο.»
Ο άνεμος έξω χτύπησε ξανά το ξύλο. Ένα λεπτό τρίξιμο πέρασε μέσα στο
δωμάτιο.
Ο Γκούο Ρεν συνέχισε, πιο κοφτά τώρα:
«Όλα τα κτήματα είναι υπό επιτήρηση. Όποιος θέλει να ακολουθήσει άλλο
τρόπο ζωής, θα εγκαταλείψει αυτή τη γη.»
Το βλέμμα του ανέβηκε.
«Εδώ δεν θα ξαναγίνουν μυστικές συγκεντρώσεις.»
Έγειρε ελαφρά το κεφάλι.
«Αν υπάρξει κίνηση, θα φαίνεται.»
Μια μικρή παύση.
«Αν υπάρξει συγκέντρωση, θα θεωρηθεί πρόθεση.»
Ο Μινγκ Ζενγκ δεν απάντησε αμέσως. Τα μάτια του έμειναν χαμηλά, πάνω στο
ξύλινο πάτωμα, εκεί όπου το φως της λυχνίας έσβηνε πριν φτάσει στα πόδια του.
«Ή θα παραμείνετε άπρακτοι, με ασφάλεια και θέση… ή θα πρέπει να
φύγετε.»
Ο Γκούο Ρεν πλησίασε ελάχιστα το τραπέζι.
«Ή θα είσαι ο άνθρωπος με τα κατάστιχα», είπε ήρεμα, «ή θα καθοδηγείς
ανθρώπους.»
Έκανε μια μικρή παύση. «Δεν μπορείς εδώ να είσαι και τα δύο.»
Ο Μινγκ Ζενγκ σήκωσε το βλέμμα. Για πρώτη φορά δεν είχε εκείνη την
απόσταση του παρατηρητή. Ήταν πιο παρών. Πιο βαρύς. «Και αν δεν επιλέξω;»
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε χωρίς να αλλάξει έκφραση.
«Τότε θα επιλέξει η κατάσταση για σένα.»
Ο Γκούο Ρεν συνέχισε, χαμηλότερα:
«Έχεις μεγαλώσει για περιπέτειες και μετακινήσεις», είπε πιο ήρεμα τώρα.
Η φωνή του δεν πίεζε πια. Διαπίστωνε.
«Ρίζωσες εδώ τόσα χρόνια.»
Μικρή παύση.
«Πίσω δεν μπορείς να πας.»
Ο Μινγκ Ζενγκ δεν απάντησε. Ούτε κούνησε το κεφάλι.
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε σταθερά. «Διάλεξε» του είπε.
Η λέξη έπεσε χωρίς δραματικότητα. Αλλά έκλεισε τον χώρο.
«Δεν έχεις κουραστεί τόσα χρόνια να δείχνεις στους πιστούς σας τον
δρόμο; Είσαι σίγουρος ότι όλοι όσοι σε άκουσαν κατάλαβαν αυτό που εννοούσες; Ή το ερμήνευσαν όπως τους βόλευε;
Δεν υπάρχει ευθύνη όταν μια διδασκαλία αλλάζει μορφή από αυτούς που την
ακολουθούν; Δεν φέρεις κι εσύ ευθύνη για όσα έχουν διαστρεβλωθεί από όσα
δίδαξες;»
Ο
Γκούο Ρεν σταμάτησε για λίγο. «Όλοι αλλάζουμε. Εδώ κάποτε ήταν ο πατέρας μου,
τώρα είμαι εγώ. Εδώ κάποτε είχες έρθει νέος, τώρα έχεις μεγαλώσει. Η ζωή είναι
μια διαδοχή. Κάποια στιγμή αναγκαζόμαστε να παραχωρούμε τη σκυτάλη στους
επόμενους, να τους αφήνουμε να περπατούν μόνοι τους. Δεν μπορεί ένας να έχει το
προνόμιο της ‘αλήθειας’ μόνιμα, έστω της δικής σας αλήθειας.»
Ο αναχωρητής έμεινε ακίνητος, μέσα στο μισοσκόταδο, σαν να είχε ήδη
ξεκινήσει η απόφαση πριν ακόμη ειπωθεί.
Ο Γκούο Ρεν τον παρατηρούσε χωρίς βιασύνη. Ύστερα μίλησε ξανά, και αυτή
τη φορά η φωνή του ήταν ακόμη πιο ήρεμη, όχι γιατί είχε μαλακώσει, αλλά γιατί
είχε σταθεροποιηθεί.
«Ο επιθεωρητής γνώριζε για τον καθένα
από εσάς.»
Μικρή παύση.
«Κάποιοι είχαν δώσει πληροφορίες. Και δεν ήταν ένας μόνο. Ήταν αρκετοί.»
Το βλέμμα του δεν μετακινήθηκε.
«Όποιοι δικοί σας ήδη έχουν φύγει, εδώ δεν θα ξαναεπιστρέψουν. Το ίδιο
και όσοι φύγουν τώρα.»
Η λυχνία τρεμόπαιξε ξανά, ρίχνοντας το φως πάνω στο τραπέζι σαν ασταθή
κρίση.
«Αύριο είναι η απόφαση για όλους.»
Η φωνή του δεν άφηνε περιθώριο.
«Μένετε, εργάζεστε, αμείβεστε… ή φεύγετε για να βρείτε αλλού φιλόξενο
τόπο.»
Έκανε μια μικρή παύση, σαν να έδινε χρόνο στις λέξεις να κατακαθίσουν.
«Οι φιλοξενούμενοι και οι ευνοούμενοι έχουν πλέον τελειώσει για το
Νανγκού.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν απόλυτη.
Ο Γκούο Ρεν συνέχισε πιο χαμηλά, αλλά με την ίδια καθαρότητα: «Μέχρι αύριο
το πρωί θα περιμένω.»
Το βλέμμα του έμεινε πάνω στον αναχωρητή. «Φρόντισε να έχουν ειδοποιηθεί
όλοι. Πρέπει αύριο να μάθω τί θα αποφασίσουν.»
Μια παύση, πιο μικρή τώρα. «Δεν θα κρατήσω κακία σε κανέναν.»
Η τελευταία φράση δεν είχε απειλή. Ούτε υπόσχεση. Είχε μόνο τελεσίδικη
απόφαση.
Ο Μινγκ Ζενγκ δεν μίλησε αμέσως. Έγνεψε απλά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Γύρισε
ελαφρά το σώμα του προς την πόρτα. Η λυχνία έριξε τη σκιά του στο πάτωμα,
μακριά και καθαρή. Για μια στιγμή, πριν βγει, το σπίτι έμεινε πίσω του σαν
κλειστή απόφαση. Ο αναχωρητής έμεινε μόνος μέσα στο φως που έσβηνε αργά,
ακούγοντας τα δικά του βήματα να χάνονται στη νύχτα του Νανγκού.
Η ειδοποίηση του Γκενγκ Ντο
Ο Μινγκ Ζενγκ έφτασε στο σπίτι του Γκενγκ Ντο. Επέλεξε αυτόν να
ενημερώσει πρώτο. Ο δρόμος που οδηγούσε εκεί περνούσε ανάμεσα από ξερούς
αναβαθμούς και παλιά χωράφια που είχαν μείνει αθέριστα. Το σπίτι στεκόταν μόνο
του στην άκρη της γης των Ντου, απομονωμένο από τα υπόλοιπα κτίσματα, σαν να
είχε μετακινηθεί αργά προς τα όρια του κόσμου χωρίς να το αντιληφθούν όσοι
ζούσαν μέσα του.
Η Σιαογιού άνοιξε την πόρτα όταν τον είδε να πλησιάζει. Ήταν είκοσι δύο
ετών πια. Το πρόσωπό της είχε χάσει τη νεανική τρυφερότητα των προηγούμενων
χρόνων· υπήρχε επάνω του εκείνη η ήρεμη ακαμψία ανθρώπων που έχουν μάθει να
ζουν περισσότερο μέσα στη σιωπή παρά μέσα στις λέξεις. Πίσω της στεκόταν η
Λιάν, δεκαεπτά χρονών πλέον, ψηλότερη και διαφορετική από όσο τη θυμόταν ο
Μινγκ Ζενγκ την τελευταία φορά. Τα μάτια της παρατηρούσαν περισσότερο τώρα.
Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που πρόσεξε.
Ο Γκενγκ Ντο βγήκε τελευταίος από το πίσω δωμάτιο. Για μια στιγμή κανείς
δεν μίλησε. Ο άνεμος περνούσε μέσα από τις ξύλινες σανίδες της στέγης και
ακουγόταν σαν χαμηλό τρίξιμο από μακριά.
Ο Μινγκ Ζενγκ τούς ανήγγειλε την
απόφαση του Γκούο Ρεν χωρίς περιστροφές. Κανείς δεν μπορούσε πλέον να
παραμείνει στα κτήματα του Νανγκού και να συμμετέχει στις συγκεντρώσεις. Οι
άνθρωποι της επιστροφής έπρεπε να φύγουν. Όσοι συνέχιζαν να ακολουθούν τις διδασκαλίες
δεν θα προστατεύονταν πια από τον άρχοντα.
Η Λιάν χαμήλωσε αμέσως το βλέμμα. Η Σιαογιού δεν κινήθηκε. Μονάχα ο
Γκενγκ Ντο έμεινε να κοιτάζει τον Μινγκ Ζενγκ με εκείνη τη σιωπηλή προσήλωση
ανθρώπου που είχε ήδη καταλάβει ότι η ζωή του άλλαζε ξανά προτού καν ακούσει
τις λεπτομέρειες.
οι
εικόνες στο μυαλό του Γκενγκ Ντο
Και τότε, μέσα σε εκείνη τη βαριά σιωπή του σπιτιού, πέρασαν από το
μυαλό του εικόνες των τελευταίων δύο χρόνων· όχι σαν καθαρές αναμνήσεις αλλά
σαν θραύσματα από νύχτες που είχαν αρχίσει να μοιάζουν μεταξύ τους.
Όταν η Λιάν μεγάλωσε αρκετά ώστε να αντιλαμβάνεται τις κινήσεις μέσα στο
σπίτι, η παλιά τους συνήθεια έπαψε να είναι ασφαλής. Στην αρχή ήταν μικρά
πράγματα. Η Λιάν ξυπνούσε κάποιες νύχτες και έβρισκε το κρεβάτι της αδελφής της
άδειο. Άλλες φορές στεκόταν σιωπηλή στην αυλή όταν η Σιαογιού επέστρεφε λίγο
πριν χαράξει, με τα ρούχα μυρωμένα από υγρασία και χώμα. Δεν ρωτούσε συχνά.
Αλλά όταν ρωτούσε, οι απαντήσεις έρχονταν υπερβολικά γρήγορα.
Έτσι σταμάτησαν να μένουν μαζί μέσα στο σπίτι. Στην αρχή επέστρεψαν στις
παλιές αποθήκες κοντά στα εγκαταλειμμένα όρια των κτημάτων. Το ίδιο ακατοίκητο
δωμάτιο στεκόταν ακόμη εκεί, ξεχασμένο πίσω από σωρούς παλιών εργαλείων και
σαπισμένων σακιών σιτηρών. Η λυχνία δεν υπήρχε πια· χρησιμοποιούσαν μόνο μια
μικρή λάμπα λαδιού που η Σιαογιού άναβε πριν φτάσει εκείνος. Τον περίμενε πάντα
πρώτη. Καθόταν κοντά στον τοίχο, ακούγοντας τον άνεμο να περνά μέσα από τις
χαραμάδες του ξύλου, μέχρι να ακούσει τα βήματά του έξω.
Όμως με τον καιρό ούτε οι αποθήκες τους αρκούσαν. Εργάτες περνούσαν πότε
πότε από εκεί. Κάποιοι νέοι άνθρωποι των κτημάτων άρχισαν να χρησιμοποιούν ξανά
τα παλιά μονοπάτια. Το Νανγκού δεν ήταν πια τόσο έρημο όσο όταν είχαν
πρωτοφτάσει. Μια φορά άκουσαν φωνές απ’ έξω ενώ βρίσκονταν ακόμη μέσα στο
δωμάτιο. Δεν μίλησαν ούτε κινήθηκαν για πολλή ώρα.
Τότε βρήκαν το παλιό σπίτι των επιστατών βαθιά μέσα στα βόρεια χωράφια. Ήταν
ένα μικρό πέτρινο οίκημα που κάποτε χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι των Ντου κατά
την εποχή του θερισμού. Είχε εγκαταλειφθεί χρόνια πριν, όταν άλλαξαν οι
διαδρομές των εργατών και ξεράθηκαν τα κοντινά πηγάδια. Η στέγη είχε αρχίσει να
λυγίζει στη μία πλευρά και οι τοίχοι μύριζαν υγρασία και παλιό ξύλο. Κανείς δεν
πήγαινε πια εκεί. Η Σιαογιού το καθάρισε μόνη της τις πρώτες μέρες χωρίς να του
το πει. Πήγε νερό, παλιά υφάσματα, μια κουβέρτα και λίγα σκεύη. Όταν ο Γκενγκ
Ντο μπήκε πρώτη φορά μέσα, ένιωσε κάτι που δεν μπόρεσε να ονομάσει. Δεν έμοιαζε
με κρυφό καταφύγιο πια. Έμοιαζε περισσότερο με δεύτερο σπίτι.
Από τότε άρχισαν να συναντιούνται εκεί. Τις νύχτες η Σιαογιού έφευγε
πρώτη από το κανονικό σπίτι, συνήθως όταν η Λιάν κοιμόταν. Ακολουθούσε τα στενά
μονοπάτια ανάμεσα στα χωράφια χωρίς φως, σαν να τα ήξερε το σώμα της καλύτερα
κι από τη μέρα. Ο Γκενγκ Ντο έφευγε αργότερα, πάντοτε μόνος, περιμένοντας να
βυθιστεί εντελώς η περιοχή στη σιωπή.
Κάποτε συναντιόντουσαν και αλλού. Σε έναν παλιό αχυρώνα κοντά στις
ξεραμένες καλλιέργειες του νότιου τομέα. Σε μικρές καλύβες εργαλείων που είχαν
απομείνει άδειες μετά τις τελευταίες μετακινήσεις εργατών. Ακόμη και στις άκρες
των χωραφιών, εκεί όπου οι πέτρες και τα άγρια χόρτα σκέπαζαν τα παλιά όρια της
γης. Η νύχτα γύρω τους έμοιαζε ανοιχτή και απέραντη, αλλά ακριβώς γι’ αυτό πιο
επικίνδυνη. Κάθε μακρινή σκιά μπορούσε να είναι άνθρωπος. Κάθε φως μπορούσε να
πλησιάζει προς το μέρος τους.
Με τον καιρό η σχέση τους άρχισε να αλλάζει κάτω από αυτή τη συνεχή
πίεση. Δεν είχε πια την αργή σιωπή των πρώτων χρόνων. Δεν υπήρχε χρόνος για να
μείνουν ξαπλωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον ακούγοντας τον άνεμο ή τη βροχή στις
στέγες. Η επιθυμία τους είχε γίνει απότομη, κοφτή, σχεδόν βίαια σύντομη. Σαν
κάτι που άνοιγε ξαφνικά μέσα στο σκοτάδι και έκλεινε αμέσως μόλις εμφανιζόταν ο
φόβος του κόσμου γύρω τους.
Ο Γκενγκ Ντο πολλές φορές έφτανε ήδη ταραγμένος από την αγωνία μήπως
κάποιος τον είχε δει να φεύγει από το σπίτι ή να περνά μέσα από τα κτήματα. Η
Σιαογιού τον περίμενε ακίνητη μέσα στο σκοτάδι και μόλις άκουγε τα βήματά του,
ένιωθε το σώμα της να σφίγγεται πριν ακόμη την αγγίξει.
Οι συναντήσεις τους έγιναν πιο παθιασμένες ακριβώς επειδή ήταν διαρκώς
διακοπτόμενες. Δεν υπήρχε πια η πολυτέλεια της αργής προσέγγισης. Τα χέρια τους
έβρισκαν γρήγορα το ένα το άλλο, σαν να συνέχιζαν κάτι που είχε κοπεί απότομα
την προηγούμενη νύχτα. Συχνά σταματούσαν πριν ολοκληρωθούν πραγματικά, είτε
γιατί άκουγαν κάποιον να περνά μακριά είτε γιατί ο χρόνος πίεζε και έπρεπε να
επιστρέψουν πριν χαράξει.
Έτσι η επιθυμία τους έμενε μόνιμα ανολοκλήρωτη. Κουβαλούσαν από τη μία
συνάντηση στην άλλη ένα πάθος που ποτέ δεν προλάβαινε να εκτονωθεί πλήρως. Κάθε
νύχτα έμοιαζε συνέχεια της προηγούμενης. Σαν να ζούσαν μέσα σε μια διαρκή
αναβολή. Αυτό που άρχιζε απότομα μέσα στο σκοτάδι έκλεινε το ίδιο απότομα,
αφήνοντας πάντοτε κάτι μισό, κάτι που θα έπρεπε να συνεχιστεί την επόμενη φορά.
Και ίσως γι’ αυτό δεν μπορούσαν να σταματήσουν. Το ίδιο το ανεκπλήρωτο είχε
γίνει μέρος της σχέσης τους.
Ζούσαν σαν φυγάδες μέσα στην ίδια τη γη όπου εργάζονταν. Τα κτήματα του
Νανγκού είχαν μετατραπεί σε έναν μυστικό χάρτη από περάσματα, σκιές και
εγκαταλειμμένα καταφύγια που μόνο εκείνοι γνώριζαν. Και κάθε φορά που
χωρίζονταν πριν ξημερώσει, υπήρχε ανάμεσά τους εκείνη η αίσθηση πως τίποτε δεν
είχε τελειώσει πραγματικά· πως η επιθυμία τους απλώς έκλεινε προσωρινά, σαν πληγή
που δεν προλάβαινε ποτέ να επουλωθεί πριν ανοίξει ξανά.
Και όσο περισσότερο εξαπλωνόταν αυτή η μυστική ζωή μέσα στα κτήματα,
τόσο περισσότερο το ίδιο τους το σπίτι άρχισε να μοιάζει ξένο. Η Λιάν το
αισθανόταν χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει. Υπήρχαν νύχτες που ξυπνούσε και
ένιωθε πως η σιωπή μέσα στο σπίτι ήταν διαφορετική από παλιά, σαν να έλειπε
κάτι αόρατο από τη θέση του.
το
δίλημμα που χωρίζει μια οικογένεια
Ο Μινγκ Ζενγκ τους κοίταξε έναν έναν. Η νύχτα είχε πέσει πια εντελώς
πάνω στο Νανγκού. Και ο Γκενγκ Ντο κατάλαβε, χωρίς να το πει δυνατά, ότι
σύντομα ακόμη και εκείνα τα ξεχασμένα μέρη όπου είχαν κρύψει τη ζωή τους δεν θα
τους ανήκαν πια.
Η σιωπή μέσα στο σπίτι έμεινε βαριά για αρκετή ώρα μετά την αναγγελία
του Μινγκ Ζενγκ. Ο Γκενγκ Ντο στεκόταν ακίνητος κοντά στο τραπέζι. Η Σιαογιού
βρισκόταν λίγο πιο πίσω του, σχεδόν στην ίδια ευθεία με τη σκιά του, όπως
συνήθιζε πάντα χωρίς να το σκέφτεται. Η Λιάν είχε μείνει κοντά στην πόρτα, σαν
να κρατούσε ασυνείδητα μια απόσταση από τους άλλους δύο.
«Πρέπει να φύγουμε τότε», είπε τελικά ο Γκενγκ Ντο χαμηλόφωνα.
Η Σιαογιού δεν μίλησε. Μονάχα έγνεψε αργά καταφατικά.
Η Λιάν σήκωσε το βλέμμα της πρώτη φορά από όταν είχε φτάσει ο Μινγκ
Ζενγκ.
«Εγώ δεν θέλω να φύγω.»
Τα λόγια της έμειναν για λίγο μετέωρα μέσα στο δωμάτιο, σαν να μην τα
είχε περιμένει κανείς πραγματικά.
Ο Γκενγκ Ντο γύρισε αργά προς το μέρος της. «Τι είπες;»
Η Λιάν ένιωσε την καρδιά της να χτυπά γρήγορα, αλλά αυτή τη φορά δεν
χαμήλωσε τα μάτια. «Δεν θέλω να φύγω από το Νανγκού.»
Η Σιαογιού την κοίταξε χωρίς έκφραση. Κάτι σχεδόν ανεπαίσθητο σκλήρυνε
στο πρόσωπό της, αλλά δεν μίλησε ούτε εκείνη.
Για χρόνια η Λιάν είχε μάθει να σωπαίνει. Από παιδί ακόμη ένιωθε πως
υπήρχε κάτι μέσα στο σπίτι που δεν της ανήκε πραγματικά, κάτι που κυκλοφορούσε
ανάμεσα στον πατέρα της και τη μεγάλη της αδελφή χωρίς ποτέ να φτάνει ως
εκείνη. Στην αρχή δεν το καταλάβαινε· μόνο το αισθανόταν σαν κρύο μέσα στα
δωμάτια. Ύστερα άρχισε να παρατηρεί τις νυχτερινές απουσίες, τις ματιές που σταματούσαν
απότομα όταν πλησίαζε, τις σιωπές που βάραιναν ξαφνικά όταν έμπαινε στο
δωμάτιο. Δεν είχε δει ποτέ τίποτε καθαρά. Όμως η αίσθηση είχε ριζώσει μέσα της
με τα χρόνια. Ήταν σαν να ζούσε ανάμεσα σε δύο ανθρώπους δεμένους με τρόπο που
δεν άφηνε χώρο για εκείνη. Και περισσότερο από τις διδασκαλίες της επιστροφής ή
τις συγκεντρώσεις της φράξιας, εκείνο που είχε κουραστεί να αντέχει ήταν αυτό:
να υπάρχει μέσα στο ίδιο σπίτι και ταυτόχρονα να αισθάνεται ξένο σώμα.
Δεν την ενδιέφεραν οι θεωρίες για την ελευθερία από τους δεσμούς ούτε οι
λόγοι των ανθρώπων της επιστροφής. Από μικρή ηλικία είχε δει τι απέμενε όταν οι
οικογενειακοί δεσμοί διαλύονταν αθόρυβα. Η μητέρα της είχε φύγει. Ο πατέρας της
είχε απομακρυνθεί μέσα σε μια σιωπή που δεν μπορούσε ποτέ να σπάσει. Και η
Σιαογιού… η Σιαογιού είχε πάψει εδώ και χρόνια να είναι μόνο αδελφή της.
Καμιά φορά η Λιάν σκεφτόταν πως το μόνο που ήθελε ήταν κάτι απλό και
σχεδόν παιδικό: ένα σπίτι όπου οι άνθρωποι θα ανήκαν καθαρά ο ένας στον άλλον
χωρίς μυστικά. Μια οικογένεια που δεν θα την ανάγκαζε να κάνει πως δεν
καταλαβαίνει.
Ο Γκενγκ Ντο κοίταζε τώρα τη μικρότερη κόρη του σαν να τη έβλεπε πρώτη
φορά πραγματικά. «Και τι θα κάνεις εδώ μόνη σου;»
Η Λιάν δίστασε λίγο πριν απαντήσει. «Θα δουλέψω. Όπως όλοι.»
Η φωνή της ήταν πιο σταθερή απ’ όσο ένιωθε.
Ο Γκενγκ Ντο στράφηκε τότε προς τον
Μινγκ Ζενγκ.
«Εσύ θα φύγεις;»
Ο ηλικιωμένος αναχωρητής χαμογέλασε αμυδρά. Για πρώτη φορά έδειχνε
κουρασμένος με τρόπο που δεν μπορούσε να κρύψει.
«Όχι. Κουράστηκα. Έχω πια μεγαλώσει. Δεν αντέχω άλλες πορείες. Θα
παραμείνω εδώ.»
Ο Γκενγκ Ντο έμεινε σιωπηλός για λίγο.
«Και εμείς; Πού θα πάμε;»
Ο Μινγκ Ζενγκ ακούμπησε αργά τα χέρια του πάνω στο τραπέζι πριν
απαντήσει.
«Υπάρχουν ακόμη αδελφοί της επιστροφής σε άλλα μέρη.»
Σήκωσε το βλέμμα του προς το σκοτάδι έξω από το παράθυρο, σαν να έβλεπε
ήδη τους δρόμους να ανοίγονται μακριά από το Νανγκού.
«Στα βορειοανατολικά, προς τα ορεινά περάσματα του Τονγκτσουάν. Είναι
περίπου διακόσια χιλιόμετρα από εδώ. Μικρή κοινότητα, λίγοι άνθρωποι, αλλά
σταθεροί.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Νοτιοδυτικά υπάρχει το Σουϊνίνγκ, κοντά στα παλιά χωριά των αλατωρύχων.
Κι εκεί υπάρχουν άνθρωποι της επιστροφής.»
Ύστερα έγειρε λίγο το κεφάλι.
«Και ανατολικά, πέρα από τα χαμηλά περάσματα του ποταμού, προς το
Φουλίνγκ. Οι αδελφοί εκεί είναι περισσότεροι.»
Η Σιαογιού άκουγε ακίνητη. Σαν να είχε ήδη αρχίσει μέσα της να
απομακρύνεται από το Νανγκού.
Ο Γκενγκ Ντο όμως κοίταξε ξανά τη Λιάν.
«Και τι θα γίνει με εκείνη;»
Ο Μινγκ Ζενγκ γύρισε προς τη μικρότερη κόρη του Γκενγκ Ντο. «Θα την
προσέχω εγώ. Θα μιλήσω στον άρχοντα να τη βάλει σε κάποια καλή δουλειά.»
Ο Μινγκ Ζενγκ την κοίταξε ήρεμα. «Είσαι σίγουρη για την απόφασή σου;»
Η Λιάν έγνεψε καταφατικά στην αρχή. Ύστερα βρήκε τη δύναμη να μιλήσει. «Σίγουρη.»
Και μέσα της κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνο το Νανγκού που ήθελε να
κρατήσει. Ήταν η δυνατότητα να υπάρξει επιτέλους κάπου χωρίς να χρειάζεται να
σωπαίνει μπροστά σε κάτι που ποτέ δεν είχε όνομα, αλλά γέμιζε το σπίτι
περισσότερο κι από τους ανθρώπους που ζούσαν μέσα του.
η ειδοποίηση του Ταν Ζονγκλί
Αφού έφυγε από το σπίτι του Γκενγκ Ντο, ο Μινγκ Ζενγκ συνέχισε τις
επισκέψεις του μέσα στη νύχτα. Τα κτήματα των Ντου απλώνονταν σκοτεινά γύρω από
το Νανγκού, γεμάτα διάσπαρτες κατοικίες εργατών, παλιές αποθήκες, στάβλους και
στενά μονοπάτια που χάνονταν μέσα στις καλλιέργειες. Οι άνθρωποι της επιστροφής
δεν ζούσαν συγκεντρωμένοι· βρίσκονταν παντού, ανακατεμένοι με τους υπόλοιπους
εργάτες, σαν να είχαν μάθει να κρύβουν τη διαφορετικότητά τους μέσα στην
καθημερινότητα των χωραφιών.
Πέρασε από τον Ταν Ζονγκλί. Ο Ταν Ζονγκλί εργαζόταν στις αποθήκες σιτηρών των Ντου, εκεί
όπου οι άντρες περνούσαν ολόκληρες μέρες κουβαλώντας σακιά ρυζιού και κεχριού
μέσα στη σκόνη και στη μυρωδιά του ξερού καρπού. Ήταν περίπου πενήντα ετών,
λεπτός, με βαθιές ρυτίδες γύρω από το στόμα και χέρια μονίμως πληγωμένα από τα
σκοινιά και το βάρος των φορτίων. Η γυναίκα του είχε πεθάνει χρόνια πριν από
αρρώστια και από τότε ζούσε μόνος σε ένα μικρό σπίτι κοντά στους αχυρώνες. Παιδιά
δεν είχαν κάνει. Τα πρώτα χρόνια πίστευε πως ο χρόνος θα τους λυπόταν και θα
τους χάριζε ένα παιδί αργότερα· ύστερα συνήθισε τη σιωπή του σπιτιού τους, τα
άδεια βράδια και την αίσθηση πως τίποτε δεν θα συνέχιζε τη ζωή τους όταν
εκείνοι θα έφευγαν. Με τον καιρό, η ατεκνία δεν έμοιαζε μόνο με έλλειψη αλλά με
μια αργή εξάντληση κάθε προοπτικής. Οι μέρες περνούσαν ίδιες, χωρίς την
προσμονή κάποιου μέλλοντος, χωρίς την ιδέα ότι κάτι δικό του θα επιβίωνε μέσα
στον κόσμο. Ίσως γι’ αυτό, μετά τον θάνατο της γυναίκας του, ο Ταν Ζονγκλί είχε
πάψει να δένεται βαθιά με οτιδήποτε· ούτε με τον τόπο, ούτε με τους ανθρώπους,
ούτε με την ίδια τη ζωή.
Οι περισσότεροι εργάτες τον θεωρούσαν άνθρωπο σχεδόν αόρατο· δούλευε
αθόρυβα, μιλούσε λίγο και δεν έδειχνε ποτέ να περιμένει τίποτε από τη ζωή. Ο Ταν
Ζονγκλί είχε στραφεί στους ανθρώπους της επιστροφής όχι επειδή πίστευε σε
κάποιο μεγάλο όραμα αλλά επειδή είχε κουραστεί να αισθάνεται δεμένος με έναν
κόσμο που του έπαιρνε συνεχώς ανθρώπους και δεν του επέστρεφε τίποτε. Όταν ο
Μινγκ Ζενγκ του είπε ότι έπρεπε να φύγουν από το Νανγκού, ο Ταν Ζονγκλί έμεινε
για λίγο σιωπηλός και ύστερα είπε:
«Ίσως ο άνθρωπος δεν ανήκει πουθενά όσο νομίζει.»
«Θα μείνεις ή θα φύγεις; Θέλω καθαρή απάντηση» του είπε ο Μινγκ Ζενγκ.
Ο Ταν Ζονγκλί κοίταξε για λίγο πίσω του, σαν να μετρούσε τα χρόνια του.
«Έμαθα να ζω χωρίς να περιμένω τίποτα από τον τόπο που βρίσκομαι.» Μια
παύση. «Θα φύγω.»
η ειδοποίηση των αδελφών Φανγκ
Αργότερα εκείνη τη νύχτα, ο Μινγκ Ζενγκ πήγε προς τα δυτικά χωράφια,
εκεί όπου έμεναν οι αδελφοί Φανγκ. Ο Φανγκ Γιτιάν και ο μικρότερος αδελφός του,
ο Φανγκ Σεν, εργάζονταν μεταφέροντας ξυλεία και πέτρες από τις πλαγιές προς τα
κτίσματα των Ντου. Από παιδιά είχαν μεγαλώσει μέσα στη σκληρότητα των επιστατών
και στις ατέλειωτες εποχές δουλειάς. Η φράξια της επιστροφής ήταν για εκείνους
περισσότερο μια υπόσχεση αποδέσμευσης παρά πνευματική αναζήτηση.
Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Γιτιάν, πίστευε βαθιά στον λόγο του Μινγκ Ζενγκ·
συχνά μιλούσε για μια ζωή χωρίς άρχοντες, χωρίς αφέντες και χωρίς τις αλυσίδες
της γης. Έδινε την αίσθηση ενός νέου
άνδρα που είχε όνειρα, φαντασία και
σοβαρότητα. Δεν φοβόταν τη ζωή, ούτε τη δουλειά ούτε και τον κίνδυνο.
Πριν περίπου από ένα χρόνο, είχε αντιμετωπίσει μόνος του μεγαλόσωμο
αγριόγατο που είχε κατέβει στους λόφους των κτημάτων. Το ζώο ήταν σχεδόν στο
μέγεθος ενός μεγάλου σκύλου, με πυκνό σκούρο καφετί τρίχωμα, δυνατά μπροστινά
πόδια και αιχμηρά νύχια, και τα μάτια του έλαμπαν με άγρια αποφασιστικότητα. Ο
Γιτιάν, οπλισμένος μόνο με ένα ξύλινο ραβδί και την ψυχραιμία του, κατάφερε
στην αρχή να τραυματίσει το ζώο, στέλνοντάς το προσωρινά μακριά. Αλλά ο
αγριόγατος, εξοργισμένος, γύρισε γρήγορα για να επιτεθεί ξανά. Χωρίς να
διστάσει, ο Γιτιάν κατάφερε τελικά να το σκοτώσει, προστατεύοντας έτσι τα ζώα
και τους εργάτες. Από τότε η πράξη του περνούσε από στόμα σε στόμα ανάμεσα
στους εργάτες. Όταν ήθελαν να φέρουν κάποιο παράδειγμα για θαρραλέο άνθρωπο,
εκείνον ανέφεραν πρώτα.
Ο μικρότερος όμως παρέμενε ασταθής. Ακολουθούσε περισσότερο τον αδελφό
του παρά την ίδια τη διδασκαλία των ανθρώπων της επιστροφής. Ο Σεν ήταν πάντα
εκείνος που μέτραγε τα βήματα πριν προχωρήσει. Παρατηρούσε προσεκτικά κάθε
κίνηση δική του και των άλλων,
αξιολογούσε τους κινδύνους και σπάνια έπαιρνε αποφάσεις παρορμητικά. Η λογική
του και η πρακτική του φύση τον έκαναν πολύτιμο σύντροφο στα καθημερινά έργα,
ακόμη κι αν δεν συμμεριζόταν πάντα το όνειρο του μεγαλύτερου αδελφού για μια
ζωή χωρίς αφέντες.
Όταν έμαθαν ότι οι συγκεντρώσεις τελείωσαν και πως έπρεπε να φύγουν, ο
Γιτιάν συμφώνησε αμέσως. Ο Σεν όμως ρώτησε: «Και αν φύγουμε… πού θα σταματήσει
αυτό;»
Ο Μινγκ Ζενγκ τον κοίταξε χωρίς να απαντήσει αμέσως. Στο πρόσωπό του
υπήρχε εκείνη η κουρασμένη ηρεμία ανθρώπου που είχε περάσει τόσα χρόνια στον
δρόμο ώστε είχε πάψει να πιστεύει ότι υπάρχει τελικός προορισμός. Ο Μινγκ Ζενγκ
στράφηκε στον Φανγκ Γιτιάν.
«Θα μείνεις ή θα φύγεις; Ο άρχοντας πρέπει να ενημερωθεί αύριο.»
Ο Γιτιάν απάντησε: «Δεν έχω καμία πρόθεση να τελειώσω τη ζωή μου εκεί
όπου με έβαλαν να τη ξεκινήσω. Θα φύγω.»
Μετά έκανε την ίδια ερώτηση στον Φανγκ Σεν. Ο Φανγκ Σεν έμεινε για λίγο
σιωπηλός, κοιτώντας τα σκοτεινά χωράφια. «Δεν υπάρχει δρόμος που δεν είναι
ίδιος με όλους τους άλλους… Θα μείνω.»
Τα δύο αδέλφια αγκαλιάστηκαν σαν να αποχαιρετιόνταν.
η ειδοποίηση της Γου Μέι
Μετά πέρασε από το σπίτι της Γου Μέι. Η Γου Μέι εργαζόταν στις αυλές
αποξήρανσης των σιτηρών. Ήταν περίπου σαράντα ετών, με πρόσωπο σκληραγωγημένο
από τον ήλιο και βλέμμα που σπάνια στεκόταν πολλή ώρα πάνω σε άλλον άνθρωπο.
Είχε χάσει δύο παιδιά σε λιμό στα βόρεια χρόνια πριν έρθει στο Νανγκού και από
τότε ζούσε μόνη της. Για τους περισσότερους εργάτες ήταν μια γυναίκα ψυχρή και
απόμακρη. Όμως στις συγκεντρώσεις της επιστροφής μιλούσε καμιά φορά με παράξενη
ένταση, σαν να είχε ήδη αποδεχτεί ότι ο κόσμος δεν μπορούσε να διορθωθεί.
Πίστευε πως οι άνθρωποι συνέχιζαν να ζουν μόνο από συνήθεια και φόβο. Όταν ο
Μινγκ Ζενγκ της ανήγγειλε ότι οι αδελφοί έπρεπε να διασκορπιστούν, εκείνη
χαμογέλασε αχνά.
«Η επιστροφή δεν χρειαζόταν ποτέ τόπο», εκείνη του απάντησε. Ήταν ίσως η
μόνη που δεν έδειχνε να φοβάται πραγματικά το άγνωστο.
«Τελικά ποια είναι η απόφασή σου;» τη ρώτησε καθαρά ο Μινγκ Ζενγκ.
Η Γου Μέι δεν σηκώθηκε.
«Δεν έχω άλλο τόπο εκτός από αυτόν που
πάτησα με τα χέρια μου και το σώμα μου. Θα μείνω.»
η
ειδοποίηση του Σουν Σεν
Ο Μινγκ Ζενγκ πλησίασε το σπίτι του Σουν Σεν. Το σπίτι του Σουν Σεν ήταν φιλόξενο, αν και
η νύχτα του έδινε μια σκιά σοβαρότητας. Εκεί ήταν η γυναίκα του, Ζόου-Σιάν, οι
δύο μεγαλύτεροι γιοι και η μικρή κόρη τους.
Τους ενημέρωσε ότι ο νέος
άρχοντας, Ντου Γκούο Ρεν, τον είχε στείλει για να συναντήσει ένα-ένα τα μέλη
της φράξιας των "Ανθρώπων της Επιστροφής" και να τους δηλώσει ότι
έπρεπε να αποφασίσουν: είτε θα παρέμεναν στα κτήματα χωρίς τις μυστικές
συγκεντρώσεις τους, είτε θα έφευγαν, ακολουθώντας την πίστη και την ιδεολογία
τους.
Ο Σουν Σεν μόλις άκουσε το δίλημμα που τους έθεταν με αυστηρό βλέμμα:
"Τί νομίζει αυτός ο νέος άρχοντας; Ποιός μπορεί να μας απαγορεύσει την
πίστη μας;" Ο Μινγκ Ζενγκ τον άφησε να ηρεμήσει. "Τα κτήματα είναι
δικά του," είπε.
Η Ζόου-Σιάν διαμαρτυρήθηκε, "Είμαστε τόσα χρόνια εδώ..." Ο
Μινγκ Ζενγκ απάντησε σοβαρά: "Αν δεν αποφασίσετε, θα βρεθείτε στον έλεγχο
των αρχών. Ευκαιρία ζητούν να μας φυλακίσουν."
Ο Σουν Σεν τον ρώτησε: "Εσύ τι θα κάνεις;"
Ο Μινγκ Ζενγκ απάντησε ήρεμα, "Θα μείνω. Δεν ξέρω για πόσο. Μετά θα
αποφασίσω."
Η Ζόου-Σιάν χαμογέλασε ειρωνικά: "Υπέκυψες και συ;"
"Ίσως," παραδέχτηκε ο Μινγκ Ζενγκ. "Έχω ευθύνη για όσους
παραμείνουν. Κάποιος πρέπει να μεσολαβεί στον άρχοντα Γκούο Ρεν."
Ο Σουν Σεν αντέτεινε, "Δεν χρειαζόμαστε πατέρα."
"Το ξέρω," του απάντησε ο Μινγκ Ζενγκ. "Ίσως έχω
κουραστεί να περιφέρομαι. Έχω μεγαλώσει πια.»
Η Ζόου-Σιάν, με έντονο ύφος, τον υπενθύμισε ειρωνικά: «Εσύ δεν έλεγες
πως η πίστη είναι εκείνη που μας κρατά
πάντα νέους;»
Ο Μινγκ Ζενγκ σκύβοντας ελαφρά το κεφάλι απάντησε «Κρατά νέα τη σκέψη
μας. Το σώμα όμως έχει τα δικά του όρια."
Η Ζόου-Σιαν με θυμό στα μάτια της ξέσπασε σε έντονη διαμαρτυρία: «Είδες
τώρα που οι θεωρίες αποδείχθηκαν στην πράξη λανθασμένες. Να μην ενδιαφερόμαστε
για τον πλούτο, να μην δενόμαστε με τα υλικά αγαθά… Αν είχαμε τώρα δική μας γη,
κανείς δεν θα μας έδιωχνε».
«Το προσπαθήσαμε στην αρχή» απολογήθηκε ο Μινγκ Ζενγκ. «Πριν έρθουμε εδώ
με ένα κομμάτι της περιουσίας μου μαζί με χρήματα άλλων αγοράσαμε ένα κτήμα έξω
από το τη Τσενγκντού. Ήταν κοινό για όλους μας εκεί. Γρήγορα όμως άρχισαν οι διαπληκτισμοί. Όταν μπαίνει στη μέση η ιδιοκτησία
γεννιούνται προβλήματα που δεν μπορεί να τα προβλέψει κανείς. Οι άνθρωποι μικραίνουν, ακόμη και
αυτοί που δεν περίμενες. Σε ποιο τόπο θα εγκατασταθεί ο ένας, πόσες φορές θα
μαζεύει νερό ο άλλος, κάποιος που δεν θέλει να δουλεύει για την κοινότητα. Στην
αρχή όλα δείχνουν όμορφα. Μετά γίνεται κανείς δούλος του τόπου, σαν
φυλακισμένος μέσα στην κοινή γη. Δεν μπορεί να μετακινηθεί, σταματά να έχει την
ελευθερία να φύγει.»
Ο Σουν Σεν, ύστερα από μια στιγμή
σιωπής, αποφάσισε: "Θα
φύγουμε."
Ο Μινγκ Ζενγκ τους κοίταξε έναν-έναν. Οι γιοι κούνησαν το κεφάλι τους
συμφωνώντας. Η Ζόου-Σιάν μίλησε δυνατά: "Η οικογένεια είναι που μας δίνει
δύναμη να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες. Τώρα θα φανεί η αξία της… Θα
φύγουμε."
Ο Μινγκ Ζενγκ κατάλαβε ότι τα κηρύγματα της φράξιας δεν γίνονταν
κατανοητά από όλους το ίδιο. Εδώ, οι οικογενειακοί δεσμοί ήταν σταθεροί, και
κανείς δεν ένιωθε την ανάγκη να ελευθερωθεί από αυτούς. Για την οικογένεια του
Σουν Σεν, η πίστη των "Ανθρώπων της Επιστροφής" σήμαινε δρόμους για
κοινωνική απελευθέρωση, όχι ακραία απελευθέρωση από κάθε ανθρώπινο κανόνα. Ο
Μινγκ Ζενγκ έφυγε ήσυχα, αφήνοντας την οικογένεια να προετοιμαστεί για το
ταξίδι τους, καθώς η νύχτα απλωνόταν βαρύθυμα πάνω στα κτήματα του Νανγκού.
η ειδοποίηση του Λιου Κάι
Μετά ο Μινγκ Ζενγκ ανέβηκε προς τα απομακρυσμένα χωράφια όπου έμενε ο
νεαρός Λιου Κάι. Ο Λιου Κάι ήταν μόλις είκοσι τριών ετών και εργαζόταν ως
αγωγιάτης, μεταφέροντας σιτηρά και εργαλεία ανάμεσα στα διάσπαρτα τμήματα των
κτημάτων των Ντου. Είχε μεγαλώσει χωρίς πατέρα και περνούσε περισσότερο χρόνο
στους δρόμους παρά μέσα σε σπίτι. Για εκείνον, οι άνθρωποι της επιστροφής είχαν
γίνει κάτι σαν οικογένεια. Θαύμαζε τον Μινγκ Ζενγκ σχεδόν με παιδική αφοσίωση
και άκουγε τις διδασκαλίες περισσότερο με την καρδιά παρά με τη σκέψη. Όταν
έμαθε ότι έπρεπε να εγκαταλείψουν το Νανγκού, χλώμιασε.
«Και πού θα πάμε τώρα;»
Η ερώτησή του ακουγόταν περισσότερο φοβισμένη παρά πρακτική.
Ο Μινγκ Ζενγκ ακούμπησε αργά το χέρι στον ώμο του νεαρού. «Όπου υπάρχουν
ακόμη άνθρωποι που θυμούνται τον δρόμο.»
«Εσύ θα έρθεις;» τον ρώτησε με αγωνία ο Λιου Κάι.
«Αυτό το δρόμο πρέπει να τον κάνεις μόνος σου. Δεν χρειάζεσαι πια
καθοδηγητές.» του απάντησε ο Μινγκ Ζενγκ.
Ο Λιου Κάικ δεν ήταν όμως έτοιμος να πάει κάπου που δεν θα είχε έναν
οδηγό, μια πατρική φιγούρα να ακούει.
«Θα μείνω. Αφού θα μείνεις και εσύ» απάντησε σκύβοντας το κεφάλι του.
η ειδοποίηση του Πενγκ Λου
Ο Μινγκ Ζενγκ κατέβηκε από τον λόφο αργά, ακολουθώντας το στενό μονοπάτι
που οδηγούσε προς τα χαμηλότερα σπίτια των εργατών. Το σπίτι του Πενγκ Λου
βρισκόταν κοντά στα χωράφια του ρυζιού, σχεδόν κρυμμένο πίσω από έναν φράχτη
από μπαμπού. Από μέσα ακουγόταν χαμηλή κουβέντα και ο ήχος νερού που έβραζε.
Χτύπησε την πόρτα μία φορά. Ο Πενγκ Λου άνοιξε σχεδόν αμέσως. Το πρόσωπό
του διατηρούσε εκείνη τη συνηθισμένη του ηρεμία, την απαλή έκφραση ανθρώπου που
είχε μάθει να αποφεύγει κάθε ένταση. Πίσω του, η Γου Ζιάν καθόταν στο πάτωμα
καθαρίζοντας ρίζες από ένα καλάθι.
Ο Πενγκ Λου χαμογέλασε ελαφρά. Παραμέρισε χωρίς να ρωτήσει. Ο Μινγκ
Ζενγκ μπήκε μέσα. Το σπίτι τους ήταν πιο ζωντανό από των υπολοίπων. Υπήρχαν
διπλωμένα υφάσματα στη γωνία, αποξηραμένα βότανα κρεμασμένα από τις δοκούς,
ακόμη και μια μικρή πήλινη γλάστρα κοντά στο παράθυρο. Δεν έμοιαζε με κατοικία
ανθρώπων που περίμεναν την εξιλέωση· περισσότερο με σπίτι ανθρώπων που είχαν
αποφασίσει να συνεχίσουν να ζουν. Η Γου Ζιάν σήκωσε τα μάτια της προς τον
επισκέπτη και έγνεψε ευγενικά.
Ο Μινγκ Ζενγκ κάθισε απέναντί τους. «Ο Ντου Γκούο Ρεν έδωσε την απόφασή
του. Δεν θα υπάρξουν άλλες συγκεντρώσεις των Επιστρεφόντων. Όποιος μείνει στα
κτήματα θα παραμείνει μόνο ως εργάτης. Χωρίς τελετές, χωρίς διδασκαλίες και
χωρίς μυστικές συναθροίσεις.»
Ο Πενγκ Λου άκουσε χωρίς να αλλάξει έκφραση. «Και όσοι δεν δεχτούν;»
«Θα πρέπει να φύγουν πριν αρχίσει η νέα καταγραφή των εργατών.»
Ο Πενγκ Λου έμεινε για λίγο σιωπηλός. Έπειτα κοίταξε τη Γου Ζιάν. Εκείνη
συνέχισε να καθαρίζει τις ρίζες αργά, σαν να περίμενε ήδη την απάντησή του. Ο
Πενγκ Λου χαμήλωσε το βλέμμα προς τα χέρια του. «Θα μείνουμε» είπε.
Η Γου Ζιάν δεν έδειξε καμία έκπληξη. Μονάχα άφησε τις ρίζες στην άκρη
και ακούμπησε τα χέρια της στα γόνατά της.
Ο Πενγκ Λου συνέχισε ήρεμα: «Όταν φύγαμε από τη Ντονγκτζιάνγκ, φύγαμε
γιατί δεν μπορούσαμε να ζήσουμε εκεί. Οι Επιστρέφοντες μάς έκρυψαν, μας έδωσαν
δουλειά και σιωπή. Για αυτό τους είμαι ευγνώμων.» Σήκωσε αργά τους ώμους. «Αλλά
δεν έγινα ποτέ άνθρωπος των μεγάλων ιδεών.»
Ο Μινγκ Ζενγκ τον παρατηρούσε προσεκτικά τώρα. Ο Πενγκ Λου γύρισε και
κοίταξε τη Γου Ζιάν. Το βλέμμα του είχε μια ήσυχη οικειότητα, βαθιά ριζωμένη
στη συνήθεια της κοινής ζωής. «Αν φύγουμε ξανά, τι θα βρούμε; Άλλο χωριό; Άλλη
καχυποψία; Άλλους ανθρώπους να μας κοιτούν σαν αμαρτία;»
Η Γου Ζιάν χαμήλωσε τα μάτια της με ένα σχεδόν αδιόρατο χαμόγελο. «Εδώ
έχουμε γη. Έχουμε στέγη. Κανείς δεν μας ρωτά πια ποιοι ήμασταν.»
Ο Μινγκ Ζενγκ έμεινε σιωπηλός.
Ο Πενγκ Λου έγειρε λίγο προς το μέρος του. «Οι διδασκαλίες της
Επιστροφής μιλούσαν για αποκοπή από τον παλιό κόσμο. Εγώ αυτό το έκανα ήδη από
τη μέρα που έφυγα από το χωριό μου. Δεν χρειάζομαι πια τις συγκεντρώσεις για να
θυμάμαι ότι δεν μπορώ να επιστρέψω.» Τα λόγια του δεν είχαν ειρωνεία ούτε
περιφρόνηση. Ήταν απλώς πρακτικά.
«Και αν κάποτε ο νέος άρχοντας αρχίσει να ψάχνει ποιοι ήσασταν;» τον ρώτησε
ο Μινγκ Ζενγκ.
Ο Πενγκ Λου χαμογέλασε αμυδρά. «Τότε θα είμαστε ήδη δύο απλοί εργάτες
ανάμεσα σε πολλούς άλλους. Οι άνθρωποι ξεχνούν εύκολα όσους σκύβουν το κεφάλι
και δουλεύουν σιωπηλά.»
Η Γου Ζιάν σηκώθηκε αργά και άρχισε να γεμίζει τα μικρά κύπελλα με ζεστό
νερό. «Κουραστήκαμε να φεύγουμε,» είπε χαμηλόφωνα.
Ο Πενγκ Λου πήρε το κύπελλο από τα χέρια της. «Ναι,» αποκρίθηκε. «Και η
φυγή δεν κάνει τους ανθρώπους πιο καθαρούς. Μονάχα πιο φτωχούς.»
Ο Μινγκ Ζενγκ κατέβασε το βλέμμα για λίγο. Για πρώτη φορά εκείνη τη
νύχτα ένιωσε πως άκουγε όχι έναν οπαδό της αδελφότητας, αλλά έναν άνθρωπο που
είχε ήδη επιλέξει τη ζωή του χωρίς ανάγκη πίστης.
Όταν σηκώθηκε να φύγει, ο Πενγκ Λου τον συνόδευσε μέχρι την πόρτα. «Αν
μείνεις κι εσύ,» του είπε ήρεμα, «θα είναι καλύτερα. Οι άνθρωποι εδώ σε
εμπιστεύονται ακόμη.»
Ο Μινγκ Ζενγκ δεν αποκρίθηκε αμέσως. Κοίταξε για λίγο το μικρό σπίτι, τη
χαμηλή φλόγα του λυχναριού και τη Γου Ζιάν που είχε ξανακαθίσει ήσυχα στο
πάτωμα. Έπειτα έγνεψε αργά και βγήκε ξανά στη σιωπή του Νανγκού.
η ειδοποίηση της Λιν Σου
Στο μικρό σπίτι κοντά στις αποθήκες βρήκε τη Λιν Σου, μια γυναίκα γύρω
στα τριάντα πέντε, χήρα εργάτη, χωρίς παιδιά. Είχε έρθει στα κτήματα πριν χρόνια,
ακολουθώντας τον άντρα της, και έμεινε όταν εκείνος πέθανε σε ατύχημα στα
χωράφια. Από τότε δούλευε στα πλυσίματα ρούχων των εργατών.
Δεν είχε ακολουθήσει τους ανθρώπους της επιστροφής από ιδεολογική πίστη.
Δεν ήταν από εκείνους που μπορούσαν να σταθούν στα νοήματα των λόγων ή στις
αφαιρέσεις της διδασκαλίας. Αυτό που την είχε κρατήσει κοντά τους ήταν κάτι πιο
άρρητο: η παρουσία του Μινγκ Ζενγκ. Ο τρόπος που στεκόταν όταν μιλούσε, σαν να
μην τον άγγιζε η ίδια η σύγχυση του κόσμου γύρω του. Υπήρχε μέσα του μια ηρεμία
σαν να είχε ήδη διαβεί κάτι που οι άλλοι ακόμη πάλευαν να καταλάβουν.
Τον άκουγε στις συγκεντρώσεις χωρίς να τον αναλύει. Περισσότερο τον
παρατηρούσε. Και με τον καιρό, η παρατήρηση αυτή είχε γίνει κάτι σταθερό,
σχεδόν προσωπικό, χωρίς ποτέ να αποκτήσει όνομα μέσα της.
«Θα μείνεις ή θα φύγεις;» τη ρώτησε ο Μινγκ Ζενγκ.
«Εσύ τί αποφάσισες;» τον ρώτησε εκείνη.
«Θα μείνω» της είπε.
«Αν φύγω, δεν θα έχω πού να επιστρέψω. Αν
μείνω, τουλάχιστον ξέρω πού κοιμάμαι. Θα μείνω.»
Δεν το είπε σαν δήλωση προς τον κόσμο, αλλά σαν επιλογή που είχε ήδη
ριζώσει μέσα της τη στιγμή που άκουσε ότι εκείνος δεν θα έφευγε. Μέσα σε αυτή την ήρεμη απόφαση υπήρχε κάτι
ακόμη, πιο σιωπηλό. Γεννιόταν ελπίδα ότι
θα μπορούσε να πάψει να την βλέπει απλώς σαν μία από εκείνους που τον
ακολουθούσαν — και να γίνει κάποια που θα την έβλεπε, επιτέλους, όχι μόνο ως
μέρος του πλήθους των Επιστρεφόντων, αλλά ως πρόσωπο που στεκόταν απέναντί του.
η ειδοποίηση της Ταν Τσουνχουά, της γυναίκας
των χωραφιών
Στην
άκρη των χωραφιών συνάντησε την Ταν Τσουνχουά, νεότερη, γύρω στα είκοσι οκτώ,
γυναίκα που είχε έρθει μόνη της στα κτήματα πριν χρόνια και ποτέ δεν είχε
μιλήσει για οικογένεια. Τη φώναζαν «γυναίκα των χωραφιών», γιατί περνούσε τις
μέρες της σχεδόν μόνιμα ανάμεσα στις καλλιέργειες, σαν να ζούσε περισσότερο
μέσα στη γη παρά σε σπίτι. Εκεί την βρήκε ο αναχωρητής και ας ήταν βράδυ.
Η Ταν Τσουνχουά («Ανοιξιάτικο Άνθος»), γεννημένη σε χωριό έξω από
το Νανγκού. Είχε φαρδιές παλάμες, δυνατούς ώμους και πρόσωπο θερμό από τον ήλιο και τη λάσπη των ορυζώνων. Δεν
τη θεωρούσαν όμορφη· οι άντρες όμως θυμούνταν το βλέμμα της περισσότερο απ’ το
πρόσωπό της.
Δούλευε ασταμάτητα — κουβαλούσε νερό, έσκαβε, θέριζε, επιδιόρθωνε
εργαλεία — σαν να προσπαθούσε να εξαντλήσει το ίδιο της το σώμα. Όταν όμως
έπεφτε η νύχτα, η ένταση μέσα της άλλαζε μορφή. Στο χωριό ψιθύριζαν ότι «η
Τσουνχουά είχε φωτιά στο αίμα». Άλλοι τη φοβούνταν, άλλοι την αναζητούσαν
κρυφά. Εκείνη δεν απολογούνταν ποτέ για την πείνα της, ούτε για τη δουλειά ούτε
για τον έρωτα. Κάποιοι εργάτες σα δραπέτες απομακρύνονταν σιωπηλά από το σπίτι τους το βράδυ και αν ήταν τυχεροί
την συναντούσαν στα χωράφια. Εκεί χωρίς πολλά λόγια, χωρίς πολλές συστάσεις, η
Ταν Τσουνχουά τους έδινε αυτό που χρειάζονταν. Λίγη θέρμη από το σώμα της. Αλλά
κανείς από αυτούς δεν μπορούσε να κατασβέσει την ηφαιστειακότητά της, τον κοχλασμό της λάβας της.
Δούλευε πάντα περισσότερο από όσο χρειαζόταν. Όχι από πείσμα ούτε από
τάξη. Υπήρχαν μέρες που το σώμα της δεν μπορούσε να ησυχάσει. Τα χέρια της
έτρεμαν ελαφρά όταν σταματούσε, και τότε καταλάβαινε. Δεν το έλεγε ποτέ έτσι,
αλλά ήξερε: εκείνες τις στιγμές χρειαζόταν την παρουσία ενός άντρα δίπλα της,
μια σταθερή σωματική εγγύτητα που να την κρατήσει στη θέση της, να σβήσει αυτή την
υπερένταση που ανέβαινε μέσα της χωρίς προειδοποίηση.
Όταν δεν υπήρχε κανείς, δεν καθόταν. Συνέχιζε να δουλεύει, πιο γρήγορα,
πιο έντονα, σαν να προσπαθούσε να εξαντλήσει αυτό που έπιαναν και έστιβαν τα
χέρια της. Δεν ήταν αυτοτιμωρία. Ήταν περισσότερο ένας τρόπος να αποδιώξει από πάνω της αυτό το ατέλειωτο
περίσσεμα ενέργειας που ξεχείλιζε από μέσα της.
Γι’ αυτό και τη φώναζαν «γυναίκα των χωραφιών». Γιατί μόνο εκεί, μέσα
στη συνεχή κίνηση της γης και της δουλειάς, έμοιαζε να ηρεμεί.
Οι συγκεντρώσεις των Επιστρεφόντων είχαν γίνει για εκείνη ένας άλλος
σταθμός. Δεν ήταν θέμα πίστης με τον τρόπο που το έλεγαν οι άλλοι.
Η Ταν Τσουνχουά είχε γνωρίσει αρκετούς
από τους εργάτες. Κάποιες φορές είχε βρεθεί κοντά τους, γρήγορα, χωρίς σχέδιο,
όπως έρχονται και φεύγουν οι στιγμές στο σώμα. Μετά όμως πάντα έμενε εκείνο το
ίδιο κενό, και η ίδια υπερένταση που την έσπρωχνε ξανά στη δουλειά, μέχρι να
εξαντληθεί.
Κι έτσι, ανάμεσα στη γη και στους ανθρώπους, έμαθε να ζει μέσα σε μια
διαρκή κίνηση. Μόνο όταν βρισκόταν στις συναντήσεις των «ανθρώπων της
επιστροφής» ηρεμούσε. Σαν να έβρισκε για λίγο μια εξωτερική τάξη που κρατούσε
το σώμα της στη θέση του, πριν επιστρέψει ξανά στα χωράφια.
«Θα μείνεις ή θα φύγεις;» τη ρώτησε ο Μινγκ Ζενγκ μόλις της εξήγησε
σύντομα τα νέα δεδομένα.
Η Ταν Τσουνχουά χαμογέλασε αχνά, χωρίς να τον κοιτάξει. «Εγώ δεν έφυγα
ποτέ. Αυτά τα χωράφια με χρειάζονται. Εδώ είναι η γη μου. Θα μείνω.»
η ειδοποίηση της Ντουάν Χου και της Γκου
Μεϊγιού
Ο Μινγκ Ζενγκ ακολούθησε το στενό μονοπάτι προς τα χαμηλά σπίτια κοντά
στις αποθήκες των κτημάτων. Το σπίτι της Ντουάν Χου βρισκόταν στην άκρη του
μικρού συνοικισμού, σχεδόν κολλημένο πάνω στον φράχτη από μπαμπού που χώριζε τα
σπίτια από τα χωράφια.
Πριν ακόμη φτάσει στην πόρτα, σταμάτησε. Από μέσα ακούγονταν πνιχτοί
γυναικείοι ήχοι. Το ξύλινο κρεβάτι έτριζε ρυθμικά πάνω στο πάτωμα. Οι ανάσες
έβγαιναν βαριές, άγριες σχεδόν, σαν να πάλευαν δύο ζώα μέσα στο σκοτάδι.
Κάποιες στιγμές οι φωνές έμοιαζαν με γουργουρητό γάτας· άλλες αποκτούσαν έναν
κοφτό, λαχανιασμένο ήχο, σχεδόν ύαινας.
Ο Μινγκ Ζενγκ έμεινε ακίνητος έξω από την πόρτα. Δεν έδειξε έκπληξη. Εδώ
και χρόνια γνώριζε πως οι άνθρωποι έφερναν μέσα στις διδασκαλίες των
Επιστρεφόντων όσα δεν μπορούσαν να ζήσουν στον έξω κόσμο. Ενοχές, επιθυμίες,
φόβους, μυστικά. Η αδελφότητα γινόταν συχνά λιγότερο πίστη και περισσότερο
καταφύγιο.
Το κρεβάτι σταμάτησε να τρίζει. Ακούστηκε ψίθυρος, ένα χαμηλό γέλιο,
ύστερα βήματα. Ο Μινγκ Ζενγκ χτύπησε την πόρτα. Άργησαν λίγο να ανοίξουν.
Η Ντουάν Χου εμφανίστηκε πρώτη. Τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα, το
πρόσωπό της ζεστό ακόμη από την ένταση. Ήταν γυναίκα γύρω στα πενήντα, με
βαθιές γραμμές γύρω από το στόμα και βλέμμα σκληρό, σχεδόν επιβλητικό. Πίσω της
στεκόταν η άλλη γυναίκα, η νεότερη συγκάτοικός της, η Γκου Μεϊγιού.
Η Μεϊγιού δεν πρέπει να είχε περάσει τα είκοσι πέντε. Ψηλή και λεπτή, με
ήρεμα χαρακτηριστικά και μεγάλα σκοτεινά μάτια που απέφευγαν συχνά το επίμονο
βλέμμα των άλλων. Εκείνη τη στιγμή κούμπωνε βιαστικά τη νυχτικιά της χωρίς να
σηκώσει το κεφάλι της.
Ο Μινγκ Ζενγκ μπήκε μέσα αργά. Το σπίτι μύριζε ιδρώτα, λάδι από λυχνάρι
και βότανα. Τα στρώματα πάνω στο κρεβάτι ήταν ακόμη ανακατεμένα.
Οι δύο γυναίκες στάθηκαν απέναντί του χωρίς αμηχανία. Είχαν περάσει
πολλά χρόνια μαθαίνοντας να κρύβονται. Τώρα δεν προλάβαιναν να κρύψουν τίποτα.
Ο Μινγκ Ζενγκ μίλησε ήρεμα.
«Ο Ντου Γκούο Ρεν έδωσε την απόφασή
του. Δεν θα υπάρξουν άλλες συγκεντρώσεις των Επιστρεφόντων. Όποιος παραμείνει
στα κτήματα θα παραμείνει μόνο ως εργάτης. Χωρίς διδασκαλίες. Χωρίς μυστικές
συναθροίσεις.»
Η Ντουάν Χου δεν χρειάστηκε ούτε
στιγμή να σκεφτεί.
«Τότε θα φύγουμε.»
Η φωνή της ήταν σταθερή, σχεδόν
απόλυτη.
«Δεν θα ζήσω ξανά σε έναν κόσμο που
απαιτεί από τους ανθρώπους να θάβουν τον εαυτό τους για να γίνουν αποδεκτοί.»
Ο Μινγκ Ζενγκ την κοίταξε προσεκτικά.
«Δεν ρώτησα τι θα κάνετε μαζί. Ρώτησα
τι θα κάνει η καθεμία σας ξεχωριστά.»
Η Ντουάν Χου συνοφρυώθηκε ελαφρά,
σαν να την ενόχλησε η διάκριση. Η Γκου Μεϊγιού κατέβασε για λίγο το βλέμμα. Τα
δάχτυλά της έμειναν σφιγμένα πάνω στο ύφασμα της νυχτικιάς της.
Ο Μινγκ Ζενγκ στράφηκε προς εκείνη. «Και εσύ;»
Η νεότερη γυναίκα άργησε να μιλήσει. «Θα φύγω κι εγώ», είπε τελικά
χαμηλόφωνα.
Η Ντουάν Χου γύρισε προς το μέρος της. Για μια στιγμή το σκληρό της βλέμμα
μαλάκωσε.
από
την τρυφερότητα στην ασίγαστη επιθυμία
Οκτώ χρόνια είχαν περάσει από τότε που η Ντουάν Χου και η Γκου Μεϊγιού
άρχισαν να επιστρέφουν τελευταίες από το ποτάμι όπου οι γυναίκες των κτημάτων
έπλεναν τα ρούχα. Η Μεϊγιού ήταν τότε μόλις δεκαεπτά χρονών, ένα αδύνατο και
σιωπηλό κορίτσι που είχε έρθει από φτωχό χωριό για να δουλέψει στα χωράφια των
Ντου. Η Ντουάν Χου πλησίαζε ήδη τα σαράντα. Δούλευε σκυφτή, αμίλητη, με εκείνη
τη βαριά ηρεμία ανθρώπου που είχε μάθει να ζει χωρίς να περιμένει τίποτε από
τους άλλους.
Στην αρχή η Μεϊγιού τη βοηθούσε μόνο να κουβαλά τους κουβάδες με το
νερό. Ύστερα άρχισαν να καθυστερούν όλο και περισσότερο κοντά στο ποτάμι,
μιλώντας χαμηλόφωνα όταν οι υπόλοιπες γυναίκες είχαν ήδη φύγει. Επέστρεφαν
μόνες τους στο χωριό μέσα στο μισοσκόταδο, χωρίς βιασύνη.
Το χωριό δεν υποψιάστηκε τίποτε. Στην αρχή έμοιαζε απλώς με σχέση
προστασίας και κηδεμονίας. Η μεγαλύτερη γυναίκα βοηθούσε τη νεότερη να
προσαρμοστεί και η νεότερη ανταπέδιδε με δουλειές και φροντίδα.
Η πρώτη φορά που η σχέση τους άλλαξε έγινε ένα βράδυ του τέλους του
καλοκαιριού. Είχαν αργήσει περισσότερο από κάθε άλλη φορά στο ποτάμι. Η Ντουάν
Χου είχε κουραστεί και τα χέρια της έτρεμαν ελαφρά από τη δουλειά. Η Γκου Μεϊγιού
επέμενε να κουβαλήσει εκείνη τα βρεγμένα ρούχα μέχρι το σπίτι της. Όταν
έφτασαν, η Ντουάν Χου άφησε τους κουβάδες κάτω με δυσκολία και κάθισε σιωπηλή
δίπλα στον τοίχο. Η Μεϊγιού άρχισε να απλώνει τα ρούχα μέσα στο σπίτι για να
στεγνώσουν. Η ατμόσφαιρα μύριζε νερό ποταμίσιο και υγρό ύφασμα.
Η Ντουάν Χου παρακολουθούσε τη νεαρή κοπέλα χωρίς να μιλά. Υπήρχε κάτι
στη σιωπηλή φροντίδα της που την αναστάτωνε περισσότερο απ’ όσο ήθελε να
παραδεχτεί. Είχε περάσει χρόνια χωρίς να την αγγίζει άνθρωπος με τρυφερότητα. Όταν
η Γκου Μεϊγιού γονάτισε μπροστά της για να σκουπίσει με πανί λίγη λάσπη από το
πόδι της, η Ντουάν Χου ακούμπησε σχεδόν ασυναίσθητα το χέρι πάνω στα μαλλιά
της. Η νεαρή σήκωσε αργά το βλέμμα.
Καμία από τις δύο δεν μίλησε. Η Μεϊγιού έμεινε ακίνητη για λίγες
στιγμές, σαν να περίμενε να απομακρυνθεί το χέρι της μεγαλύτερης γυναίκας. Όμως
το χέρι έμεινε εκεί, βαρύ και αβέβαιο, με μια τρυφερότητα που έμοιαζε σχεδόν
φοβισμένη.
Ύστερα η Μεϊγιού ακούμπησε το πρόσωπό
της στον μηρό της Ντουάν Χου.
Η ανάσα της μεγαλύτερης γυναίκας κόπηκε. Για πρώτη φορά έπειτα από πολλά
χρόνια ένιωσε κάποιον να την πλησιάζει όχι από ανάγκη, ούτε από υποχρέωση, αλλά
από επιθυμία. Η Ντουάν Χου έσκυψε αργά προς το μέρος της και τη φίλησε στα
μαλλιά, ύστερα στο μάγουλο, σχεδόν διστακτικά στην αρχή, σαν να φοβόταν ακόμη
τον ίδιο της τον εαυτό. Η Μεϊγιού δεν τραβήχτηκε. Εκείνο το βράδυ η νεαρή δεν
επέστρεψε στο μικρό σπίτι όπου έμεναν οι ανύπαντρες εργάτριες των κτημάτων. Και
από εκείνη τη νύχτα άρχισαν να κοιμούνται μαζί.
Στους άλλους είπαν αργότερα πως η Μεϊγιού μετακόμισε για να βοηθά τη Ντουάν
Χου στις δουλειές και στη μοναξιά της ηλικίας της. Και πράγματι τη βοηθούσε.
Της κουβαλούσε νερό, της έπλενε τα ρούχα, της άλειφε τα κουρασμένα χέρια με
βότανα ύστερα από τις μέρες στα χωράφια.
Κανείς δεν είχε υποπτευθεί τίποτε περισσότερο. Ποτέ δεν αντάλλασσαν
βλέμματα που κρατούσαν παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Ποτέ δεν άγγιζε η μία την άλλη
δημόσια, εκτός από τις συγκεντρώσεις των Επιστρεφόντων, όπου μέσα στη
συγκινημένη ατμόσφαιρα της τελετής δεν φαινόταν παράξενο δύο γυναίκες να
ακουμπούν για λίγο τα χέρια τους.
Μόνο τα σώματά τους γνώριζαν την αλήθεια. Κρυμμένα πάντοτε κάτω από
βαριά ρούχα, γεμάτα μικρές δαγκωματιές και σκοτεινά μελανιάσματα στα στήθη,
στους μηρούς, στους γλουτούς, αποτυπώματα μιας επιθυμίας που έβγαινε ελεύθερη
μόνο μέσα στη νύχτα.
Η Ντουάν Χου σήκωσε αργά το κεφάλι προς τον Μινγκ Ζενγκ.
«Οι άνθρωποι πρέπει να είναι
ελεύθεροι», είπε.
Η φωνή της τώρα είχε κάτι σχεδόν
ιεροκηρυκτικό.
«Ελεύθεροι από όλα. Ελεύθεροι στις
επιλογές και στις επιθυμίες τους.»
Ο Μινγκ Ζενγκ δεν αποκρίθηκε. Σηκώθηκε αργά και κατευθύνθηκε προς την
πόρτα. Πίσω του άκουσε τη Μεϊγιού να πλησιάζει ξανά τη Ντουάν Χου, το απαλό
άγγιγμα δύο ανθρώπων που είχαν ήδη αποφασίσει πως προτιμούσαν την αβεβαιότητα
της φυγής από τη σιωπηλή επιτήρηση της παραμονής.
Βγαίνοντας στη νυχτερινή σιωπή του Νανγκού, ο Μινγκ Ζενγκ αναρωτήθηκε αν
πράγματι αυτά δίδασκαν οι υποσχέσεις των Επιστρεφόντων. Ίσως όχι. Ίσως όμως,
όταν οι λέξεις αποκτούν τη δύναμη να συνεπαίρνουν ανθρώπους, κανείς δεν μπορεί
πια να ορίσει απόλυτα το νόημά τους. Ο καθένας ακούει μέσα τους αυτό που έχει
περισσότερο ανάγκη. Άλλος λύτρωση. Άλλος δικαιολογία. Άλλος αγάπη. Άλλος
ελευθερία. Και συχνά οι λέξεις απλώνονται πέρα από εκείνον που τις πρόφερε
πρώτος, μέχρι εκεί που φτάνουν οι επιθυμίες, τα όνειρα ή ακόμη και το συμφέρον
εκείνων που τις πιστεύουν.
η ειδοποίηση του Τζάο Γιν
Ήταν αργά τη νύχτα όταν ο Μινγκ Ζενγκ έφτασε στο τελευταίο σπίτι του
λόφου. Όλα τα υπόλοιπα σπίτια των ανθρώπων της αδελφότητας είχαν ήδη σβήσει τα
λυχνάρια τους. Μονάχα στο σπίτι του Τζάο Γιν υπήρχε ακόμη φως. Ο Μινγκ Ζενγκ
στάθηκε για λίγο έξω από την ξύλινη πόρτα. Από μέσα δεν ακουγόταν τίποτα. Ούτε
κουβέντες ούτε κίνηση. Μόνο η ήσυχη αναπνοή ενός σπιτιού που είχε μάθει να ζει
κρυμμένο. Χτύπησε δύο φορές.
Τα βήματα του Τζάο Γιν ακούστηκαν βαριά πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Όταν
άνοιξε την πόρτα, το πρόσωπό του έμεινε ανέκφραστο, σαν να περίμενε ήδη την
επίσκεψη.
«Εσένα άφησα τελευταίο.»
Ο Τζάο Γιν παραμέρισε χωρίς άλλη κουβέντα. Ο Μινγκ Ζενγκ μπήκε μέσα. Το
σπίτι ήταν λιτό. Ένα χαμηλό τραπέζι, δυο στρώματα στη γωνία. Η Σι-Λιν καθόταν
κοντά στο λυχνάρι με μια κουβέρτα στους ώμους. Τα μάτια της σηκώθηκαν αργά προς
τον επισκέπτη.
Ο Μινγκ Ζενγκ κάθισε απέναντί τους.
«Ο Ντου Γκούο Ρεν έδωσε την τελική εντολή. Δεν θα υπάρξουν άλλες
συγκεντρώσεις. Όποιος παραμείνει στα κτήματα, θα ζήσει ως απλός εργάτης. Χωρίς
όρκους. Χωρίς τελετές. Χωρίς τη διδασκαλία της Επιστροφής.»
Ο Τζάο Γιν στάθηκε όρθιος δίπλα στο τραπέζι.
«Ο άρχοντας θέλει ως αύριο να ξέρει ποιοι θα φύγουν και ποιοι θα μείνουν
με τους νέους όρους. Υπάρχουν ακόμη μέρη όπου μπορούμε να συνεχίσουμε.»
Η λέξη «μπορούμε» έμεινε για λίγο
ανάμεσά τους.
Ο Τζάο Γιν τον κοίταξε προσεκτικά.
«Εσύ θα φύγεις μαζί τους;»
Ο Μινγκ Ζενγκ δεν απάντησε αμέσως. Τα
χέρια του έμειναν ακίνητα πάνω στα γόνατά του.
«Όταν ήρθα εδώ πριν χρόνια,» είπε
τελικά, «πίστευα ότι η Επιστροφή μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο. Ότι αν αρκετοί
άνθρωποι απαρνούνταν τον παλιό εαυτό τους, θα γεννιόταν κάτι καθαρότερο.»
Χαμήλωσε το βλέμμα.
«Τώρα βλέπω ανθρώπους κουρασμένους.
Κυνηγημένους. Άλλους να προσποιούνται πως πιστεύουν ακόμη και άλλους να
φοβούνται να φύγουν, γιατί έξω δεν έχουν τίποτα.»
Η Σι-Λιν τον παρατηρούσε σιωπηλή.
Ο Τζάο Γιν έμεινε ακίνητος.
«Και τι απέγινε η πίστη σου;»
Ο Μινγκ Ζενγκ χαμογέλασε αμυδρά.
«Η πίστη μου υπάρχει ακόμη. Αλλά δεν
έχω πια τη δύναμη να την μεταφέρω σε άλλους.»
Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν
εχθρική. Ήταν η σιωπή ανθρώπων που είχαν κουραστεί να κρύβονται.
Ο Τζάο Γιν πήγε αργά προς το λυχνάρι.
«Εγώ δεν θα φύγω. Πέρασα όλη μου τη
ζωή τρέχοντας. Από αφεντικά του
υποκόσμου, από ανθρώπους που ήθελαν αίμα για αίμα. Ύστερα έτρεξα προς την
Επιστροφή, πιστεύοντας πως αν άλλαζα όνομα στην ψυχή μου, θα άλλαζε και το
παρελθόν μου.»
Έσκυψε λίγο το κεφάλι.
«Δεν αλλάζει.»
Η Σι-Λιν έκλεισε τα μάτια της για μια
στιγμή.
«Το μόνο που θέλω τώρα,» συνέχισε ο
Τζάο Γιν, «είναι να τελειώσει η ζωή μου ήσυχα. Να δουλεύω τη γη. Να μην
κρύβομαι άλλο.»
Για πρώτη φορά, η Σι-Λιν χαμογέλασε
αληθινά. Μικρά, κουρασμένα, αλλά αληθινά.
Ο Τζάο Γιν κάθισε αργά απέναντι από
τον παλιό καθοδηγητή.
«Τότε αύριο θα πάμε μαζί στα χωράφια
σαν απλοί εργάτες.»
Ο Μινγκ Ζενγκ έγνεψε.
«Σαν απλοί εργάτες.»
Κανείς τους δεν μίλησε άλλο για την αδελφότητα εκείνη τη νύχτα. Και μέσα
στη μικρή σιωπηλή κατοικία στους λόφους του Νανγκού, οι τελευταίοι δύο άνθρωποι
των «Επιστρεφόντων» εγκατέλειψαν χωρίς τελετή το όνομα που τους είχε κρατήσει
ενωμένους τόσα χρόνια.
Όταν ολοκλήρωσε τις επισκέψεις, η νύχτα είχε σχεδόν τελειώσει. Ο Μινγκ
Ζενγκ στάθηκε μόνος για λίγο στην άκρη των χωραφιών κοιτάζοντας τις σκοτεινές
στέγες του Νανγκού.
Και τότε κατάλαβε πιο καθαρά από ποτέ ότι οι άνθρωποι της επιστροφής δεν
ήταν πραγματικά κοινότητα. Ήταν άνθρωποι κουρασμένοι από τη ζωή που είχαν ζήσει,
άνθρωποι που δεν είχαν κατορθώσει να δεθούν ολοκληρωτικά ούτε με τους τόπους
ούτε με τους ανθρώπους γύρω τους. Άνθρωποι που έμοιαζαν να βρίσκονται πάντα ήδη
μισό βήμα μακριά από τον κόσμο πριν ακόμη ξεκινήσουν να φεύγουν. Όταν τελείωσε, ο Μινγκ Ζενγκ στάθηκε μόνος
στην άκρη των κτημάτων. Οι απαντήσεις είχαν δοθεί.
όταν κάτι δεν είναι γραφτό να γίνει…
Η Χονγκ-Χουά είχε μάθει από νωρίς πως η ζωή ενός ανθρώπου μπορούσε να
αλλάξει όχι με κραυγές, αλλά με μία μόνο απόφαση που λαμβάνεται αθόρυβα πίσω
από κλειστές πόρτες. Στα κτήματα των Ντου, στο Νανγκού, το όνομά της ακουγόταν
χαμηλόφωνα, σχεδόν προσεκτικά. «Κόκκινη Φλόγα». Όχι μόνο για τα παράξενα
πυρόξανθα μαλλιά της, που έμοιαζαν ξένα μέσα στην υγρή γη της επαρχίας, αλλά
γιατί υπήρχε πάνω της κάτι που δεν ησύχαζε ποτέ πραγματικά. Μια θερμότητα
συγκρατημένη. Μια αίσθηση πως ακόμη και όταν στεκόταν ακίνητη, κάτι μέσα της
συνέχιζε να κινείται.
Δεν γεννήθηκε ισχυρή. Έγινε. Ορφανή από μικρή, χωρίς οικογένεια να τη
στηρίζει ή να τη διεκδικεί, έμαθε να επιβιώνει παρατηρώντας. Να ακούει πριν
μιλήσει. Να καταλαβαίνει τι ζητούσε κάθε άνθρωπος πριν το εκφράσει. Στον οίκο
των Ντου δεν ανέβηκε με καταγωγή, αλλά με χρησιμότητα. Έμαθε να φροντίζει
άρρωστους, να αναγνωρίζει βότανα, να μαγειρεύει με ακρίβεια, να υπηρετεί χωρίς
θόρυβο. Και αργότερα έμαθε κάτι ακόμη σημαντικότερο: τη δύναμη της παρουσίας.
Η Χονγκ-Χουά γνώριζε τι προκαλούσε στους ανθρώπους. Δεν ήταν αφέλεια
ούτε ματαιοδοξία. Ήταν επίγνωση. Ήξερε πώς να κοιτάζει χωρίς να προκαλεί
ανοιχτά, πώς να αφήνει τη σιωπή να δουλεύει υπέρ της, πώς να μετατρέπει μια
μικρή κίνηση του χεριού σε υπόσχεση. Δεν χρησιμοποιούσε μόνο την ομορφιά της·
χρησιμοποιούσε την κατανόηση που είχε αποκτήσει για τους άλλους. Γι’ αυτό και
επιβίωσε.
Στα χρόνια του γηραιού άρχοντα Τσενγκ-Γουέι έγινε μία από τις
ευνοούμενες παλλακίδες του οίκου. Όμως ακόμη κι εκεί, δεν έμοιαζε με τις άλλες.
Δεν παραδόθηκε ποτέ ολοκληρωτικά στον ρόλο. Κρατούσε πάντα ένα μικρό κομμάτι
του εαυτού της κρυφό, ανέγγιχτο, σαν φλόγα προστατευμένη από τον άνεμο. Ίσως
γιατί βαθιά μέσα της ήξερε ότι οι εύνοιες αλλάζουν μαζί με τους άρχοντες.
Όταν πέθανε ο παλιός κύριος, η ζωή της πάγωσε για τρία χρόνια. Δεν ήταν
πια νέα υπηρέτρια, αλλά ούτε και ελεύθερη γυναίκα. Ένα πλάσμα ανάμεσα σε δύο
κόσμους. Πολύ έμπειρη για να θεωρηθεί αθώα. Πολύ σημαδεμένη από τον οίκο για να
ξεκινήσει αλλού εύκολα. Και τότε εμφανίστηκε ο Γκούο Ρεν.
Η νύχτα που πέρασε μαζί του δεν είχε για εκείνη μόνο σαρκική σημασία.
Αυτό ήταν που δεν κατάλαβε ποτέ ο ίδιος. Η Χονγκ-Χουά είχε βρεθεί πολλές φορές
κοντά στην επιθυμία. Αλλά εκείνη τη νύχτα ένιωσε κάτι διαφορετικό: πως ίσως
μπορούσε να ξαναγεννηθεί μέσα από μια νέα θέση δίπλα σε έναν νέο άρχοντα. Ο
νεαρός Γκούο Ρεν δεν είχε ακόμη την εμπειρία του πατέρα του. Υπήρχε αμηχανία
μέσα του, νεότητα, απουσία πλήρους ελέγχου. Και η Χονγκ-Χουά, για πρώτη φορά
μετά από χρόνια, δεν ένιωσε μόνο χρήσιμη. Ένιωσε επιθυμητή.
Αυτό ήταν το λάθος της. Γιατί ο Γκούο Ρεν, όσο κι αν τη θέλησε εκείνη τη
νύχτα, έβλεπε τον κόσμο σαν άρχοντας. Και οι άρχοντες δεν κρατούν πάντα ό,τι
αγγίζουν. Τακτοποιούν, μετακινούν, αποφασίζουν τι είναι χρήσιμο για τη
σταθερότητα του οίκου τους.
σκέψεις
μιας μελλόνυμφης
Ο γάμος με τον Γκάο Πινγκ ήταν ακριβώς αυτό: μια τακτοποίηση. Ο Γκάο
Πινγκ ήταν καλός άνθρωπος. Νέος, τίμιος, άπειρος. Τη θαύμαζε πραγματικά. Η
ομορφιά της τον είχε συνεπάρει, η ηρεμία της τον είχε εντυπωσιάσει, η
δεξιοτεχνία της τον είχε πείσει ότι έβλεπε μπροστά του ιδανική σύζυγο. Μα αυτό
ακριβώς ήταν το πρόβλημα. Δεν έβλεπε εκείνη. Έβλεπε την εικόνα που είχε
κατασκευάσει ο Γκούο Ρεν για εκείνον: την επιδέξια, ήρεμη, πειθαρχημένη γυναίκα
του οίκου. Όχι τη γυναίκα που είχε υπάρξει πραγματικά. Όχι τη «Κόκκινη Φλόγα».
Ο Γκάο Πινγκ ήθελε μια σύζυγο που θα έφερνε τάξη στο σπίτι του, που θα τιμούσε
τους γονείς του, που θα γινόταν ήσυχη ρίζα ενός μικρού οικογενειακού οίκου. Και
η Χονγκ-Χουά ήξερε πως δεν μπορούσε να γίνει αυτό χωρίς να σκοτώσει κάτι μέσα
της.
Δεν φοβόταν τη φτώχεια του μικροκτηματία. Ούτε τη ζωή της υπαίθρου.
Φοβόταν τη συρρίκνωση. Την εξαφάνιση. Στο σπίτι του Γκάο Πινγκ θα έπρεπε να
μικρύνει τον εαυτό της καθημερινά. Να χαμηλώσει το βλέμμα περισσότερο απ’ όσο
άντεχε. Να προσποιηθεί πως δεν γνώριζε πράγματα που ήδη γνώριζε. Να σβήσει το
παρελθόν της όχι μόνο δημόσια, αλλά και μέσα της. Και κυρίως, δεν άντεχε την
ιδέα πως ο άντρας αυτός την αγαπούσε χωρίς να γνωρίζει ποια ήταν.
Η εντολή του Γκούο Ρεν την πλήγωσε περισσότερο από όσο άφησε να φανεί:
«Οι μόνες υπηρεσίες που προσέφερες ήταν για την υγεία και το φαγητό του
άρχοντα.» Με μία φράση, η ζωή της έπρεπε να ξαναγραφτεί. Οι νύχτες της να
διαγραφούν. Οι επιθυμίες της να γίνουν σιωπή. Το σώμα της να αποκτήσει νέο
παρελθόν. Η Χονγκ-Χουά κατάλαβε τότε κάτι βαθύτερο. Δεν την πάντρευαν επειδή τη
διάλεγαν. Την απομάκρυναν.
Ο Γκούο Ρεν δεν ήθελε κοντά του μια γυναίκα που γνώριζε υπερβολικά καλά
τον πατέρα του. Ούτε μια γυναίκα που είχε μοιραστεί μαζί του μια νύχτα που δεν
έπρεπε να αποκτήσει συνέχεια. Ο γάμος ήταν τρόπος να κλείσει ένα κεφάλαιο χωρίς
σκάνδαλο.
Και η ίδια; Δεν ήθελε τον Γκάο Πινγκ γιατί δίπλα του θα έπρεπε να ζήσει
σαν σκιά μιας πιο ήρεμης γυναίκας που δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά. Θα γινόταν
σύζυγος, ναι. Ίσως ακόμη και σεβαστή. Αλλά όχι αληθινή.
Μόνο που η Χονγκ-Χουά είχε μάθει κάτι σκληρό. Στα κτήματα των Ντου οι
άνθρωποι σαν εκείνη σπάνια διαλέγουν τη ζωή τους. Συνήθως διαλέγουν απλώς τον
τρόπο με τον οποίο θα επιβιώσουν μέσα στη ζωή που άλλοι αποφάσισαν γι’ αυτούς. Κι
έτσι συνέχισε να ράβει αθόρυβα το ύφασμα στα χέρια της, με κινήσεις σταθερές,
σαν να μπορούσε με τη βελόνα να ενώσει ξανά όλα όσα μέσα της είχαν αρχίσει να
σκίζονται.
Η Χονγκ-Χουά έμεινε ακίνητη δίπλα στο παράθυρο, με το ύφασμα απλωμένο
στα γόνατά της. Η βελόνα περνούσε μηχανικά μέσα από το μετάξι, μα το βλέμμα της
είχε χαθεί αλλού. Κάθε ραφή έμοιαζε σαν σφράγισμα μιας ζωής που άλλοι είχαν ήδη
αποφασίσει γι’ αυτήν. Νύφη. Η λέξη δεν της έφερνε γαλήνη. Της έφερνε ασφυξία. Το
σπίτι του Γκάο Πινγκ. Οι γονείς του. Οι συγγενείς. Τα βλέμματα. Οι ερωτήσεις
που κάποτε θα έρχονταν. Και ύστερα εκείνη η αργή, αναπόφευκτη στιγμή όπου ο
νεαρός άντρας θα καταλάβαινε ότι η γυναίκα που πήρε δεν ήταν αυτό που του
παρουσίασαν.
το
σχέδιο της Χονγκ-Χουά
Η Χονγκ-Χουά σταμάτησε απότομα το ράψιμο. Όχι. Τα προικιά τα ετοιμάζει
μια γυναίκα που θέλει να βαδίσει προς έναν γάμο. Όχι μια γυναίκα που οδηγείται
σε αυτόν σαν σε κλειστό δωμάτιο. Άφησε τη βελόνα πάνω στο ύφασμα και σηκώθηκε
απότομα. Για λίγο έμεινε ακίνητη, σαν να αφουγκραζόταν την ίδια της την
απόφαση. Ύστερα φόρεσε γρήγορα το εξωτερικό της ένδυμα και βγήκε από το σπίτι.
Εργάτες περνούσαν πιο πέρα σκυφτοί πάνω από τη γη, ενώ από τις αποθήκες
ακούγονταν χαμηλές φωνές. Η Χονγκ-Χουά προχώρησε χωρίς βιασύνη, μα με σαφή
προορισμό. Έψαχνε τη γριά Λανφέν.
Η Λανφέν εργαζόταν χρόνια στα κτήματα ως επόπτρια στις αποθήκες των
δημητριακών. Μα αυτή ήταν μόνο η επίσημη θέση της. Στην πραγματικότητα, ήταν το
στόμα του Νανγκού. Καμία είδηση δεν έμενε κρυφή από εκείνη και καμία ιστορία
δεν αργούσε να περάσει από τα χείλη της στα αυτιά των άλλων. Η ίδια δεν έδειχνε
ποτέ πως αναζητούσε νέα. Αντίθετα. Φρόντιζε πάντα να βρίσκεται «τυχαία» στα
σωστά σημεία: κοντά στο πηγάδι, δίπλα στις αποθήκες, στις διασταυρώσεις των
μονοπατιών όπου οι άνθρωποι αναγκάζονταν να επιβραδύνουν το βήμα τους. Εκεί
σταματούσε κάποιον δήθεν αδιάφορα, ρωτούσε για τον καιρό, για τη σοδειά, για
έναν πόνο στη μέση και πριν περάσει πολλή ώρα, μάθαινε όσα ήθελε.
Δεν ήταν δύσκολο να τη βρει. Στεκόταν κοντά στο μονοπάτι που οδηγούσε
προς τις αποθήκες του ρυζιού, με ένα καλάθι μισογεμάτο βότανα στα χέρια. Δύο
γυναίκες είχαν μόλις απομακρυνθεί από κοντά της, και η γριά Λανφέν τις
ακολουθούσε ακόμη με το βλέμμα της, σαν να ανασυνέθετε στη σωστή σειρά όσα της είχαν
πει.
Η Χονγκ-Χουά πλησίασε αργά, με βήμα ήρεμο. Δεν κοίταξε αμέσως προς τη
μεριά της. Υποκρίθηκε πως περνούσε τυχαία από εκεί. Η Λανφέν την πρόσεξε σχεδόν
αμέσως. Τα μάτια της στένεψαν ανεπαίσθητα.
«Χονγκ-Χουά;» είπε με φωνή γεμάτη προσποιημένη ζεστασιά. «Δείχνεις χλωμή
σήμερα.»
Η Χονγκ-Χουά άφησε ένα μικρό, κουρασμένο χαμόγελο. «Δεν αισθάνομαι πολύ
καλά τελευταία», απάντησε χαμηλά.
Η Λανφέν μετακινήθηκε λίγο πιο κοντά της αμέσως, όπως πάντα έκανε όταν
μύριζε ιστορία. «Πυρετός;» ρώτησε. «Ή μήπως κούραση;»
Η Χονγκ-Χουά χαμήλωσε το βλέμμα. Άφησε λίγη σιωπή να περάσει πριν
μιλήσει ξανά. «Ίσως… στενοχώρια περισσότερο.»
Η Λανφέν δεν είπε τίποτα, μα τα μάτια της φωτίστηκαν στιγμιαία.
Η Χονγκ-Χουά δίστασε επίτηδες πριν συνεχίσει. «Αλλά δεν πρέπει να το
πεις πουθενά.»
Η άλλη γυναίκα σχεδόν προσβλήθηκε. «Εγώ; Πότε με άκουσες να μεταφέρω
λόγια;»
Η Χονγκ-Χουά ήξερε πως αυτό ήταν σχεδόν αστείο. Μα ακριβώς γι’ αυτό είχε
έρθει. Έσκυψε λίγο πιο κοντά της.
«Με ζήτησε εκείνος ο νεαρός από τα γειτονικά κτήματα… ο Γκάο Πινγκ.»
Η Λανφέν άφησε ένα επιφώνημα με
θεατρική έκπληξη.
«Αλήθεια;»
Η Χονγκ-Χουά έγνεψε αργά. «Όμως είναι πολύ νέος… και πολύ αθώος.»
Άφησε τη φράση να μείνει μετέωρη.
Η Λανφέν δεν μίλησε. Περίμενε.
«Δεν γνωρίζει τίποτα για μένα», συνέχισε η Χονγκ-Χουά πιο χαμηλά. «Δεν
γνωρίζει ότι υπηρέτησα τον άρχοντα Τσενγκ-Γουέι.»
Η άλλη γυναίκα κοίταξε γρήγορα γύρω της, παρότι δεν υπήρχε κανείς αρκετά
κοντά για να ακούσει.
Η Χονγκ-Χουά συνέχισε με προσεκτικά μετρημένη φωνή. «Δεν θα ήταν σωστό
να το μάθει μετά τον γάμο.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Ίσως τότε να με αποστρεφόταν. Ή να έχανε την εμπιστοσύνη του σε μένα.»
Η Λανφέν άνοιξε ελαφρά το στόμα της, μα η Χονγκ-Χουά δεν της έδωσε χρόνο
να μιλήσει.
«Και δεν έφταιξα εγώ σε τίποτα», είπε γρήγορα, σχεδόν απολογούμενη.
«Μόνοι μας δεν βρεθήκαμε ποτέ. Μία μόνο φορά με είδε, όταν τους ετοίμασα γεύμα
σε εκείνον και τον άρχοντα Γκούο Ρεν στο πέτρινο σπίτι.»
Το βλέμμα της χαμήλωσε ακόμη περισσότερο.
«Δεν έχουμε μιλήσει πραγματικά ποτέ.»
Η φωνή της έγινε πιο αδύναμη, πιο
εύθραυστη.
«Μπορεί ένας γάμος να στηριχθεί έτσι;»
Η Λανφέν έμεινε σιωπηλή για λίγες στιγμές, μα μέσα της οι σκέψεις είχαν
ήδη αρχίσει να τρέχουν σαν νερό που βρίσκει ρωγμή. Και η Χονγκ-Χουά το ήξερε. Γι’
αυτό είχε έρθει. Όχι για συμβουλή. Όχι για παρηγοριά. Αλλά γιατί στα κτήματα
του Νανγκού, τίποτα δεν ταξίδευε γρηγορότερα από ένα μυστικό που είχε δοθεί με
την παράκληση να μείνει κρυφό.
Η γριά Λανφέν την κοίταξε για λίγες στιγμές χωρίς να μιλά. Έπειτα τίναξε
ελαφρά το κεφάλι της, σαν να ήθελε να διώξει μακριά μια κακή σκέψη.
«Μην φοβάσαι», είπε τελικά με ήρεμη φωνή. «Όταν κάτι δεν είναι γραφτό να
γίνει, οι πρόγονοι και τα πνεύματα του ουρανού μπαίνουν στη μέση και το
εμποδίζουν.»
Η Χονγκ-Χουά κράτησε το βλέμμα χαμηλωμένο.
«Εσύ τον θέλεις;» την ρώτησε η Λανφέν τώρα πιο άμεσα κοιτάζοντάς την στο
πρόσωπο.
«Όχι», της απάντησε η Χονγκ-Χουά έπειτα από μια μικρή παύση. «Ούτε καν
τον γνωρίζω.»
Η γριά Λανφέν αναστέναξε αργά, σαν γυναίκα που είχε δει πολλά στους
ανθρώπους και ακόμη περισσότερα στους γάμους τους. «Ο γάμος θέλει άντρα ώριμο»,
είπε. «Να έχει ψηθεί στη ζωή. Να ξέρει τι θέλει και προς τα πού βαδίζει. Ο Γκάο
Πινγκ είναι ακόμη νέος. Θέλει καιρό για να ωριμάσει.»
Η Χονγκ-Χουά κούνησε το κεφάλι της σαν να συμφωνούσε με τις απόψεις της
Λανφέν. Πίσω από τη σιωπή της ένιωσε μια μικρή ανακούφιση. Η Λανφέν είχε
ακούσει ακριβώς όσα έπρεπε να ακούσει.
Η γριά δεν έχασε χρόνο. Μόλις χώρισαν, ανασήκωσε το καλάθι της και πήρε
τον δρόμο προς τα γειτονικά κτήματα των Γκάο με βήμα γρήγορο και σταθερό. Τα
πόδια της πατούσαν το ξερό χώμα με μια ζωντάνια που δεν ταίριαζε καθόλου στο
προσωνύμιό της. Και όμως όλοι τη φώναζαν «γριά Λανφέν». Στην πραγματικότητα δεν
ήταν τόσο μεγάλη όσο πίστευαν οι περισσότεροι. Μα οι άνθρωποι συχνά μπερδεύουν
την ηλικία με το ύφος, τη σκληράδα του βλέμματος ή την κούραση που αφήνει η ζωή
πάνω στο πρόσωπο. Η Λανφέν είχε το βλέμμα ανθρώπου που γνώριζε πάρα πολλά και
αυτό από μόνο του αρκούσε για να τη μεγαλώνει στα μάτια των άλλων.
Καθώς απομακρυνόταν προς τα κτήματα των Γκάο, η Χονγκ-Χουά την
παρακολούθησε για λίγο από μακριά. Ήξερε ήδη πως ο σπόρος που είχε μόλις
φυτέψει είχε αρχίσει να ριζώνει μέσα σε ξένα αυτιά.
η αθώα μεσολάβηση της Λανφέν
Η γριά Λανφέν έφτασε στα κτήματα των Γκάο λίγο πριν το μεσημέρι. Ο ήλιος
ακόμη ανέβαινε και το φως έπεφτε καθαρό
πάνω στα χωράφια. Οι εργάτες μάζευαν ακόμη δεμάτια από τις άκρες των χωραφιών
και από τις αυλές ερχόταν η μυρωδιά βρασμένου ρυζιού που είχε αρχίσει να
ετοιμάζεται για το μεσημεριανό. Κοντά σε μια ξύλινη αποθήκη στεκόταν η μητέρα
του Γκάο Πινγκ, η Γουέν-Σιού, σκουπίζοντας τα χέρια της πάνω στην ποδιά της
έπειτα από τη δουλειά.
Η Λανφέν πλησίασε με το συνηθισμένο της ύφος, σαν να είχε βρεθεί εκεί
δίχως ιδιαίτερο λόγο. «Γουέν-Σιού», είπε με ένα χαμόγελο, «ακόμη δουλεύεις; Θα
σε ρίξει κάτω η κούραση μια μέρα.»
Η άλλη γυναίκα γέλασε κουρασμένα. «Και ποιος θα κάνει τις δουλειές αν
καθίσουμε;»
Αντάλλαξαν λίγες ακόμη συνηθισμένες κουβέντες· για τη σοδειά, για τη
ζέστη, για τις φήμες πως ο καιρός θα γύριζε νωρίς εκείνη τη χρονιά. Η Λανφέν
δεν βιαζόταν ποτέ όταν ήθελε να φτάσει κάπου. Άφηνε πάντα τη συζήτηση να
ανοίγει μόνη της, σαν πόρτα που την σπρώχνει απαλά ο άνεμος.
Ύστερα χαμήλωσε λίγο τη φωνή της. «Άκουσα για τον γιο σου… και τη
Χονγκ-Χουά.»
Η Γουέν-Σιού σήκωσε το βλέμμα της με συγκρατημένη περηφάνια. «Ο Πινγκ φαίνεται
να τη συμπάθησε.»
Η Λανφέν έγνεψε αργά, σαν να ζύγιζε τις επόμενες λέξεις.
«Όμορφο κορίτσι… πολύ όμορφο.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Τόσο όμορφο που ένας λογικός άνδρας
δύσκολα θα το διάλεγε για σύζυγο.»
Η Γουέν-Σιού συνοφρυώθηκε ελαφρά. «Τι εννοείς;»
Η Λανφέν ανασήκωσε τους ώμους με τρόπο σχεδόν αθώο. «Άλλο γυναίκα για το
σπίτι κι άλλο γυναίκα που κάνει όλα τα βλέμματα να πέφτουν πάνω της. Μπορεί
ένας άνδρας να επιθυμεί μια τέτοια γυναίκα στο κρεβάτι του… μα ο γάμος είναι
διαφορετική υπόθεση. Εκτός κι αν θέλει να νιώθει κάθε μέρα πολιορκημένος από τα
μάτια των άλλων ανδρών.»
Η Γουέν-Σιού δεν μίλησε αμέσως. Η Λανφέν το πρόσεξε και συνέχισε πιο
ήρεμα.
«Και βέβαια… υπάρχουν και πράγματα που ίσως δεν γνωρίζετε ακόμη.»
Η άλλη γυναίκα την κοίταξε τώρα πιο προσεκτικά. «Τι πράγματα;»
Η Λανφέν δίστασε επίτηδες, σαν να μετάνιωνε ήδη που είχε αρχίσει να
μιλά.
«Λένε πως η Χονγκ-Χουά είχε προσφέρει υπηρεσίες στον παλαιό άρχοντα, τον
Τσενγκ-Γουέι. Μα ποιος μπορεί να γνωρίζει τι αληθεύει και τι όχι; Οι φήμες
μεγαλώνουν εύκολα στα κτήματα.»
Η Γουέν-Σιού έμεινε ακίνητη.
Η Λανφέν χαμήλωσε κι άλλο τη φωνή της. «Γι’ αυτό λέω πάντα πως πριν
προχωρήσει κανείς σε έναν γάμο, πρέπει να γνωρίζει καλά την άλλη πλευρά. Ίσως ο
Γκάο Πινγκ να βιάστηκε λίγο. Νέος είναι ακόμη. Η ομορφιά κάνει όλους τους νέους
να παίρνουν βιαστικές αποφάσεις.»
Κούνησε αργά το κεφάλι της.
«Μα αλλοίμονο αν ένας γάμος στηριχθεί πάνω στη βιασύνη.»
Για λίγο ακούστηκε μόνο ο αέρας που περνούσε ανάμεσα από τα ξερά στάχυα.
Η Γουέν-Σιού είχε χαμηλώσει το βλέμμα της, σαν να προσπαθούσε να βάλει σε τάξη
σκέψεις που δεν περίμενε να ακούσει εκείνη την ημέρα.
Η Λανφέν άγγιξε ελαφρά το μπράτσο της.
«Μπορεί να σε στενοχώρησα», είπε
χαμηλόφωνα, «μα καλύτερα να γνωρίζει κανείς κάτι από πριν παρά να το μαθαίνει
αργότερα.»
Έπειτα πρόσθεσε σχεδόν απολογητικά: «Συμπάθα με. Σαν γυναίκα ένιωσα πως
ήταν χρέος μου να μεταφέρω αυτές τις κουβέντες. Βέβαια… το κορίτσι είναι καλό
και εργατικό.»
Η Γουέν-Σιού δεν αποκρίθηκε αμέσως. Κοίταζε αφηρημένα προς τα χωράφια,
ενώ η Λανφέν στεκόταν δίπλα της ήσυχη πια, γνωρίζοντας πως είχε αφήσει ακριβώς
το βάρος που ήθελε μέσα στην καρδιά της άλλης γυναίκας.
οι
οδηγίες της μάνας
Μόλις χάθηκε η Λανφέν, η Γουέν-Σιού έτρεξε σχεδόν. Το φως είχε αρχίσει
να δυναμώνει και να βαραίνει πάνω στα κτήματα, προμηνύοντας το μεσημέρι που
πλησίαζε. Η γη έβγαζε μια ζέστη χαμηλή, σχεδόν υπόγεια, ενώ οι εργάτες δούλευαν
σκυφτοί, με ρυθμό σταθερό πάνω στις γραμμές της σοδειάς. Βρήκε τον άντρα της,
τον Γκάο Τζιούν, και τον πρωτότοκο γιο της, τον Γκάο Πινγκ, λίγο πιο πέρα από
τα χωράφια, εκεί όπου το μονοπάτι άνοιγε προς τα υπόστεγα. Τους τράβηξε
παράμερα, σχεδόν χωρίς να πάρει ανάσα.
«Δεν έχουμε χρόνο», είπε κοφτά. «Πρέπει να σκεφτούμε κάτι γρήγορα.»
Ο Γκάο Τζιούν την κοίταξε σαστισμένος. «Τι συνέβη;»
Η Γουέν-Σιού έσκυψε λίγο το κεφάλι, σαν να μην ήθελε να ακουστεί ούτε
από τον αέρα. «Ο γάμος του Γκάο Πινγκ με εκείνη τη Χονγκ-Χουά δεν πρέπει να
γίνει.»
Ο Γκάο Πινγκ έκανε να μιλήσει, αλλά εκείνη τον έκοψε με μια κίνηση του
χεριού.
«Το κορίτσι δεν είναι… καθαρό όπως το νομίζαμε», είπε χαμηλόφωνα,
διαλέγοντας τις λέξεις με προσοχή, σαν να περνούσε πάνω από λεπτό πάγο. «Δεν
είναι άσπρο μετάξι που έμεινε άθικτο στο αργαλειό.»
Έκανε μια παύση.
«Δεν θα φέρουμε στο σπίτι μας γυναίκα που δεν γνωρίζουμε.»
Ο αέρας έμεινε για μια στιγμή ακίνητος.
Η Γουέν-Σιού συνέχισε πιο ήρεμα, μα το βλέμμα της είχε σκληρύνει.
«Νόμιζες πως τα κόκκινα περιδέραια χαρίζονται σε όμορφες κοπέλες χωρίς λόγο;
Επειδή στάθηκαν σε μια αρρώστια ή μια τυχαία στιγμή;» Ένα σύντομο, πικρό
χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της. «Αλλοίμονο αν οι μεγάλοι οίκοι ήταν τόσο
απλόχεροι.»
Ο Γκάο Πινγκ άνοιξε το στόμα του, έτοιμος να διαμαρτυρηθεί.
«Αν εσένα δεν σε πειράζει, εμάς μας πειράζει», τον έκοψε αμέσως. «Δεν θα
βάλω στο σπίτι μου γυναίκα που κάποτε ανήκε αλλού.»
Πιο σκυθρωπός από όλους έμεινε ο Γκάο Τζιούν. Το βλέμμα του βάρυνε.
Ο Γκάο Πινγκ σαν να απολογήθηκε. «Έχω δώσει την υπόσχεσή μου στον
άρχοντα Γκούο Ρεν», είπε χαμηλά, σαν να το έλεγε περισσότερο στον εαυτό του.
«Οι υποσχέσεις μπορούν να αναβληθούν», του απάντησε η Γουέν-Σιού
γρήγορα. «Μπορούν να καθυστερήσουν. Δεν σου είπε πως εκείνος ετοιμάζεται να
φύγει σύντομα; Εμείς είμαστε εκείνοι που βιαστήκαμε ή εκείνος; »
Ο Γκάο Πινγκ έγνεψε αργά, διστακτικά.
Η Γουέν-Σιού πήρε αμέσως απόφαση. «Θα πας τώρα στα κτήματα των Ντου. Θα
του πεις πως ο πατέρας σου αρρώστησε βαριά. Πως δεν μπορείς να σκέφτεσαι γάμους
μέχρι να συνέλθει.»
Ο νεαρός έμεινε για μια στιγμή ακίνητος, αλλά δεν είχε χώρο για
αντίρρηση.
«Εγώ και ο πατέρας σου θα πάμε σπίτι», συνέχισε εκείνη. Γύρισε προς τον
άντρα της και του έπιασε το μπράτσο. «Στηρίξου πάνω μου. Σαν να μην μπορείς να
σταθείς καλά. Πρέπει να φανεί πως είσαι άρρωστος. Για λίγες μέρες δεν θα βγεις
στα χωράφια.»
Ο Γκάο Τζιουν έγνεψε αργά και αφέθηκε πάνω της. Κάτω από το φως που είχε
σχεδόν φτάσει στο μεσημέρι, η Γουέν-Σιού τον οδήγησε βήμα το βήμα προς το
σπίτι, ενώ ο Γκάο Πινγκ είχε ήδη καβαλήσει το άλογό του και έφευγε βιαστικά
προς τα κτήματα των Ντου, σηκώνοντας πίσω του μια λεπτή σκόνη που έσβηνε
γρήγορα στον ζεστό αέρα.
όταν
κάτι αναβάλλεται… δεν έχει νόημα να ξαναγίνει.
Ο Γκάο Πινγκ έφτασε έφιππος στο πέτρινο σπίτι του Νανγκού. Το άλογο δεν
είχε ακόμη προλάβει να κόψει ταχύτητα όταν εκείνος πήδηξε κάτω σχεδόν βίαια,
χωρίς να περιμένει τον υπηρέτη να τον βοηθήσει. Η κίνηση ήταν απότομη, άτσαλη·
έδειχνε καθαρά την ένταση και την αγωνία που τον έσπρωχναν από μέσα. Πέρασε την
αυλή με γρήγορο βήμα και μπήκε στο κατώφλι χωρίς να σταθεί ούτε στιγμή να
τακτοποιήσει την ανάσα του. Η σκόνη του δρόμου είχε κολλήσει ακόμη πάνω του, μα
δεν έδινε σημασία.
«Ο άρχοντας Γκούο Ρεν!» φώναξε προς έναν υπηρέτη. «Πού είναι; Πρέπει να
τον δω αμέσως.»
Η απάντηση ήρθε ήρεμη, σχεδόν αδιάφορη.
«Ο άρχοντας έφυγε για επιθεώρηση στα κτήματα. Δεν έχει επιστρέψει
ακόμη.»
Ο Γκάο Πινγκ έσφιξε τα δόντια. Το βλέμμα του έμεινε για μια στιγμή
άδειο, σαν να μην χωρούσε η καθυστέρηση μέσα στη βιασύνη του. Γύρισε απότομα το
κεφάλι, σαν να περίμενε πως ο ίδιος ο Γκούο Ρεν θα εμφανιστεί αν το απαιτούσε
αρκετά δυνατά η σκέψη του.
Τότε εμφανίστηκε η Σου-Σι. Κατέβηκε αργά τα λίγα σκαλιά του εσωτερικού
διαδρόμου, με το γνωστό της μετρημένο βήμα. Τίποτα πάνω της δεν έδειχνε
βιασύνη, κι όμως το βλέμμα της καρφώθηκε αμέσως πάνω στον νεαρό. Δεν χρειαζόταν
περισσότερα από μια ματιά για να καταλάβει ότι κάτι είχε σπάσει στην πορεία που
μέχρι πριν λίγο έμοιαζε σταθερή.
«Γκάο Πινγκ», είπε ήρεμα. «Τι συνέβη;»
Εκείνος έκανε να μιλήσει αμέσως, αλλά η φωνή του βγήκε κομμένη, γεμάτη
πίεση.
«Πρέπει να δω τον άρχοντα. Είναι επείγον.»
Η Σου-Σι δεν ρώτησε ξανά. Δεν υπήρχε ανάγκη. Η ένταση στο σώμα του, το
βλέμμα που δεν στεκόταν πουθενά, η βιασύνη που δεν άφηνε χώρο για τυπικότητες,
όλα έλεγαν αρκετά. Κάτι είχε αλλάξει. Κάτι είχε ανακληθεί.
«Μπες μέσα», του είπε μόνο.
Καθώς τον οδηγούσε στον εσωτερικό χώρο, η Σου-Σι άρχισε να παρατηρεί πιο
προσεκτικά τις μικρές λεπτομέρειες: τον τρόπο που ανέπνεε, την ανησυχία που δεν
είχε ακόμη μορφή αλλά είχε ήδη κατεύθυνση. Κάτι είχε φτάσει στα αυτιά του. Κάτι
που δεν έπρεπε να έχει φτάσει τόσο γρήγορα. Ίσως οι φήμες. Ίσως τα «κόκκινα
περιδέραια». Ίσως οι παλιές ιστορίες για τις ευνοούμενες του πατέρα της. Δεν
ήξερε ποιο νήμα είχε τραβηχτεί. Κι αυτό την έκανε να ανησυχήσει. Γιατί εκεί που
όλα είχαν αρχίσει να βρίσκουν μια εφικτή πορεία, μια αθόρυβη παροχέτευση των προβλημάτων,
υπήρχε πάντα η πιθανότητα να επιστρέψει η πίεση.
Η Χονγκ-Χουά… Η σκέψη της στάθηκε εκεί λίγο περισσότερο απ’ όσο ήθελε.
Δεν την έβλεπε με ηθικούς όρους. Την έβλεπε ως πραγματικότητα, μια κοπέλα που,
όποιος την κρατούσε υπό την ευθύνη του, αργά ή γρήγορα θα βρισκόταν
εκτεθειμένος στην ομορφιά της. Δεν αδικούσε τον πατέρα της. Όσο κι αν μέσα της
δεν τον δικαιολογούσε για την προδοσία του απέναντι στη μητέρα της, κατανοούσε
τις επιλογές του.
Αλλά τώρα κάτι είχε αλλάξει. Αν η Χονγκ-Χουά επέστρεφε να «λιμνάσει» στα
κτήματα των Γκούο, δεν θα ήταν πια μια παλιά υπόθεση. Θα γινόταν κίνδυνος. Σταθερός.
Υπόγειος. Επίμονος.
Η Σου-Σι σταμάτησε πριν τον οδηγήσει πιο μέσα.
«Περίμενε εδώ», είπε ήρεμα στον Γκάο
Πινγκ.
Σε λίγο επέστρεψε προσφέροντάς του κάτι δροσερό να πιει, σαν να ήθελε να
μαλακώσει την ένταση πριν αυτή γίνει λόγος. Εκείνος πήρε το κύπελλο, δοκίμασε
μια γουλιά, μα αμέσως το άφησε.
«Καλύτερα… να περιμένω έξω», είπε σύντομα.
Δεν είχε υπομονή για σκιές και τοίχους. Βγήκε στην αυλή και άρχισε να
περπατά κυκλικά. Από τη μια άκρη στην άλλη, σαν να μετρούσε τον χώρο με τα
βήματά του. Ο χρόνος, όσο περίμενε, έμοιαζε να απλώνεται αφύσικα, να βαραίνει
τον αέρα, να γίνεται μεγαλύτερος από την πραγματική του διάρκεια. Κάθε τόσο
σταματούσε, κοιτούσε προς τον δρόμο. Και τότε τους είδε. Ο Γκούο Ρεν ερχόταν
μαζί με τον Λι Σαν. Ο άρχοντας περπατούσε ήρεμα, μα μόλις αντίκρισε τον Γκάο
Πινγκ, σήκωσε ελαφρά το βλέμμα του σε χαιρετισμό.
«Καλώς ήρθες», είπε σταθερά.
Μα η απάντηση δεν ήρθε με λόγια. Η ένταση στο πρόσωπο του Γκάο Πινγκ, το
σφιγμένο σαγόνι και τα ανήσυχα μάτια του, πρόδιδαν τα πάντα πριν καν μιλήσει. Ο
Γκούο Ρεν το κατάλαβε αμέσως. Τα νέα που έφερνε δεν ήταν ευχάριστα.
Ο Γκάο Πινγκ χαμήλωσε το βλέμμα του μόλις στάθηκε μπροστά στον Γκούο
Ρεν. Η βιασύνη της προηγούμενης ώρας είχε δώσει τη θέση της σε μια βαριά,
σχεδόν ενοχική ηρεμία.
«Συγχωρέστε με», είπε τελικά. «Δεν περίμενα αυτή την αναποδιά.»
Έκανε μια μικρή παύση, σαν να έψαχνε τις σωστές λέξεις χωρίς να τις
βρίσκει εύκολα.
«Ο πατέρας μου αρρώστησε βαριά. Σε μια τέτοια κατάσταση δεν μπορώ να
σκέφτομαι γάμο. Σας ζητώ λίγο χρόνο υπομονής. Όταν όλα έρθουν σε ισορροπία… θα
επιστρέψω για να ανανεώσω την πρόταση για τη Χονγκ-Χουά.»
Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν βαριά, αλλά καθαρή.
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε για λίγο. Δεν βιάστηκε να απαντήσει. Ήταν σαν να
είχε ήδη καταλάβει πριν καν ειπωθούν οι λέξεις ότι η ασθένεια του πατέρα ήταν
περισσότερο πρόφαση παρά πραγματικότητα.
«Όταν κάτι αναβάλλεται», είπε τελικά ήρεμα, «δεν έχει νόημα να
ξαναγίνει. Όταν χαθεί η κατάλληλη στιγμή, χάνεται και η προσπάθεια μαζί της.»
Έκανε μια μικρή παύση, το βλέμμα του σταθερό.
«Ίσως ήταν γραπτό να μην βρεις σύζυγο
από τα κτήματά μου.»
Ο Γκάο Πινγκ κατέβασε ακόμη περισσότερο το κεφάλι.
«Από μένα είσαι ελεύθερος να φύγεις. Η πρόταση διαλύεται εδώ. Ξεγράφεται
μαζί με τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν. Δεν φταίει κανείς. Ούτε εσύ, ούτε ο
πατέρας σου. Ίσως απλώς η τύχη να μην ήθελε αυτή την ένωση.»
Ο Γκάο Πινγκ υποκλίθηκε βαθιά. Δεν μίλησε άλλο. Έφυγε. Από τη στιγμή που
πέρασε την αυλή του πέτρινου οικήματος ένιωθε ελαφρύτερος. Είχε ξεφορτωθεί από πάνω του ένα βάρος πριν
καν προλάβει αυτό να γίνει μόνιμο. Το άλογό του δεν έτρεχε πια όπως πριν. Δεν
το πίεζε. Άφηνε τα ηνία χαλαρά, και ο δρόμος τον πήγαινε σχεδόν μόνος του πίσω
προς τα κτήματά του. Ο αέρας είχε αλλάξει. Τα χωράφια άνοιγαν γύρω του ήσυχα, η
μυρωδιά της γης ανέβαινε ζεστή και γνώριμη. Για πρώτη φορά μετά από ώρα,
ανέπνευσε χωρίς πίεση στο στήθος.
Ήταν παράξενα ευχάριστο να μην
κουβαλάς μια απόφαση που δεν είχες προλάβει να σκεφτείς καλά αν ήταν δική σου.
Δεν ήξερε γιατι, μα στο πρόσωπό του ασυναίσθητα είχε χαραχτεί ένα μεγάλο χαμόγελο.
Ένα χαμόγελο με διάρκεια που δεν μπορούσε να σβήσει ούτε ακόμη και όταν έφτασε
στην περιοχή του. Η εικόνα της Χονγκ-Χουά πέρασε από το μυαλό του. Όμορφη, ναι.
Πολύ όμορφη. Μα όχι για τον ίδιο. Όχι για τη ζωή που μπορούσε να της προσφέρει.
Ίσως κάποτε, όταν θα είχε γίνει κάτι μεγαλύτερο, να μπορούσε να σταθεί δίπλα σε
μια τέτοια γυναίκα χωρίς να νιώθει μικρός. Τώρα όμως το ήξερε. Δεν θα μπορούσε
να την κρατήσει.
ένας νέος ρόλος για την Χονγκ-Χουά
Το πέτρινο διοικητήριο των Ντου είχε βυθιστεί σε μια βαριά σιωπή μετά
την αποχώρηση του Γκάο Πινγκ. Ο Ντου
Γκούο Ρεν στεκόταν μπροστά στο τραπέζι των λογαριασμών, με το επάνω ένδυμά του
μισάνοιχτο και το βλέμμα σκοτεινό. Ένα φλιτζάνι τσάι είχε μείνει ανέγγιχτο
δίπλα του.
Απέναντί του, γονατισμένη κοντά στο
ψάθινο στρώμα, η Σου-Σι —η Ρουό-Σι κάτω από την ψεύτικη ταυτότητα της
υπηρέτριας— δίπλωνε αργά κάποια έγγραφα. Μόνο όταν έμεναν μόνοι, μέσα σε
κλειστούς χώρους και μακριά από μάτια υπηρετών, άφηνε για λίγες στιγμές τη φωνή
της να αποκτήσει τον φυσικό της τόνο.
«Έπρεπε να τον αφήσεις να την πάρει,»
είπε ήρεμα.
Ο Γκούο Ρεν γέλασε χωρίς χιούμορ. «Δεν
το κατάλαβες πως έψαχνε αφορμή για σπάσει τη συμφωνία;»
Η Ρουό-Σι σήκωσε αργά το βλέμμα.
«Δεν ακύρωσες τον γάμο γι’ αυτό.»
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως.
Περπάτησε ως το παράθυρο και κοίταξε την αυλή, στο βάθος μόλις διακρίνονταν οι
οροφές των αποθηκών.
Η Χονγκ-Χουά ήταν το πραγματικό πρόβλημα. Εκεί που είχε καταφέρει να
αποδεσμευτεί από τις δύο άλλες «ευνοούμενες» του πατέρα του, την Λινγκ-Λου και
την Τσινγκ-Για, εκεί που είχε βρει μια πορεία για την τρίτη «ευνοούμενη» την
Χονγκ-Χουά, την πιο όμορφη απ’ όλες, τώρα χωρίς να ευθύνεται η ίδια, θα παρέμενε στα κτήματα των Ντου, λες
και κάποια δύναμη δεν ήθελε να την ξεκολλήσει από εκεί.
Όταν ακόμη ζούσε ο πατέρας τους, ο Τσενγκ-Γουέι, η πυρόξανθη Χονγκ-Χουά είχε
υπάρξει επίσημα ευνοούμενή του. Όμορφη, λεπτή σαν κλαδί ιτιάς, με εκείνο το
ήρεμο χαμόγελο που έκανε τους άνδρες να πιστεύουν πως τους καταλάβαινε καλύτερα
απ’ όσο καταλάβαιναν οι ίδιοι τον εαυτό τους.
Και ο ίδιος ο Γκούο Ρεν είχε υποκύψει στη σαγήνη της. Είχε παρασυρθεί
και είχε ζήσει μια νύχτα μαζί της,— μια στιγμή αδυναμίας που τώρα του
προκαλούσε περισσότερο ταραχή παρά επιθυμία.
«Δεν μπορεί να παραμείνει εδώ έτσι,» είπε τελικά. «Ούτε ως γυναίκα του
εσωτερικού σπιτιού ούτε ως άχρηστο
στολίδι.»
Η Ρουό-Σι άφησε αργά τα χαρτιά.
«Αν μείνει κοντά σου, θα παρασύρει και σένα, όπως τον πατέρα μας.»
Ο τόνος της ήταν ψυχρός, όμως ο Γκούο Ρεν διέκρινε από κάτω κάτι πιο
προσωπικό. Ζήλια ίσως. Ή φόβο.
Εκείνος γύρισε προς το μέρος της. «Μιλάς σαν να πρόκειται για δαιμόνιο,
για αλεπού-πνεύμα.»
Η Ρουό-Σι δεν χαμογέλασε. Η σιωπή
κράτησε αρκετά. Έπειτα σηκώθηκε και πλησίασε το τραπέζι.
«Τι σκέφτεσαι να κάνεις;»
Ο Γκούο Ρεν άρχισε να απαριθμεί λύσεις σαν να μιλούσε για εμπορεύματα.
Να της δοθεί μικρή κατοικία στα
εξωτερικά κτήματα μαζί με επίδομα σιτηρών.
Να παντρευτεί κάποιον επιστάτη ή
λογιστή των Ντου, άνθρωπο συνετό ώστε να
δεχτεί χωρίς ερωτήσεις.
«Καμία από αυτές τις λύσεις δεν είναι
ασφαλής,»
«Γιατί;»
«Γιατί είναι όμορφη.»
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε έκπληκτος.
«Η ομορφιά δεν είναι έγκλημα.»
«Όχι. Αλλά μέσα σε ένα σπίτι μπορεί να
γίνει συμφορά.»
Η Ρουό-Σι πλησίασε περισσότερο. Χαμήλωσε τον τόνο της φωνής της.
«Η ομορφιά είναι δύναμη. Η Χονγκ-Χουά ξέρει να επιβιώνει. Ξέρει να κάνει
έναν άνδρα να πιστεύει πως χωρίς αυτήν το σπίτι του είναι άδειο. Το έκανε στον
πατέρα μας. Δεν θυμάσαι που αργούσε πάντα να επιστρέψει από το Νανγκού; Δεν θυμάσαι τη μάνα μας που
δεν μίλαγε όταν εκείνος επέστρεφε; Με τον καιρό θα το κάνει και σε σένα.»
Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε, αλλά δεν τη διέκοψε.
«Αν της δώσεις σπίτι, θα αποκτήσει επιρροή στους ανθρώπους των κτημάτων.
Αν την παντρέψεις εδώ κοντά, θα συνεχίσει να κινείται γύρω μας.»
«Και ποια είναι η δική σου πρόταση;»
Η Ρουό-Σι έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Να της δοθεί θέση που να φαίνεται
τιμητική, αλλά να την κρατά μακριά από το κέντρο των κτημάτων.»
Ο Γκούο Ρεν ανασήκωσε το βλέμμα σαν να
βρισκόταν μπροστά σε μια πιθανή διέξοδο.
«Στα
νότια κτήματα υπάρχει το παλιό οίκημα των μεταξοσκωλήκων» συνέχισε εκείνη. «Η
διαχείριση έχει διαλυθεί από χρόνια. Οι γυναίκες εκεί κλέβουν μετάξι. Το μετάξι
χάνεται, οι απογραφές είναι ψεύτικες και κανείς από τους επιστάτες δεν θέλει να
αναλάβει την ευθύνη.»
«Θες να τη στείλω εκεί;»
«Ως επόπτρια των γυναικών του μεταξιού.»
Η λέξη έμεινε για λίγο μετέωρη στον
αέρα.
«Θα έχει θέση, τροφή και αξιοπρέπεια. Δεν θα μπορεί να παραπονεθεί ότι
την πετάξαμε σαν κοινή παλλακίδα. Αλλά θα βρίσκεται μακριά από εδώ. Αν αποτύχει,
θα φταίει η ίδια. Αν πετύχει, τα κτήματα θα ωφεληθούν.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός. Ήταν πράγματι
έξυπνη λύση. Πολύ έξυπνη.
Η Ρουό-Σι χαμήλωσε το βλέμμα για να κρύψει την ένταση στο πρόσωπό της. Δεν
την ενδιέφερε πραγματικά το μετάξι. Ήθελε μόνο τη Χονγκ-Χουά μακριά από τον
αδελφό της. Μακριά από τα βράδια, από τα βλέμματα, από τις αδυναμίες που
γεννούσε η μοναξιά.
Ο Γκούο Ρεν πλησίασε αργά το τραπέζι. «Μερικές φορές,» είπε χαμηλόφωνα,
«νομίζω πως με επιτηρείς περισσότερο κι από σύζυγος.»
Η Ρουό-Σι χαμογέλασε ελαφρά χωρίς να τον κοιτάξει.
«Κάποιος πρέπει να προστατεύει το σπίτι των Ντου από τις γυναίκες που
αγαπούν υπερβολικά την εξουσία, από γυναίκες που γνωρίζουν πολύ καλά τη δύναμη
της ομορφιάς.»
Αλλά μέσα της ήξερε πως η πιο επικίνδυνη γυναίκα στο δωμάτιο δεν ήταν η
Χονγκ-Χουά. Ήταν η ίδια.
ο
ξεριζωμός
Το πρωινό φως απλωνόταν πάνω από τα κτήματα του Νανγκού με εκείνη τη
χλωμή καθαρότητα των ανοιξιάτικων ημερών πριν σηκωθεί η ζέστη. Η υγρασία είχε
μείνει ακόμη πάνω στα φύλλα του κεχριού και στις πέτρες των χαμηλών αναβαθμών.
Από τους στάβλους ακουγόταν το ανήσυχο φύσημα των βοδιών που είχαν ήδη ζευτεί
στα κάρα. Μπροστά στο πέτρινο διοικητήριο των Ντου είχε σχηματιστεί μια αργή
σειρά ανθρώπων. Δεν έμοιαζαν με ταξιδιώτες. Έμοιαζαν με ανθρώπους που ξερίζωναν
τη ζωή τους από τη γη. Πάνω στα ξύλινα κάρα είχαν στοιβάξει όσα μπορούσαν να
πάρουν: δεμένα στρώματα από άχυρο, καλάθια με σκεύη, παλιά βαμβακερά παπλώματα,
ξύλινα εργαλεία, σακιά με κεχρί, μικρά βάζα με αποξηραμένα βότανα, κουβέρτες
που μύριζαν ακόμη καπνό και υγρασία από σπίτια όπου είχαν κοιμηθεί επί χρόνια.
Μερικοί είχαν πάρει πράγματα σχεδόν άχρηστα. Ένα σπασμένο πήλινο μπολ. Ένα
μικρό ξύλινο παιχνίδι. Μια παλιά χτένα. Ένα σκουριασμένο μαχαίρι κουζίνας. Πράγματα
χωρίς αξία για άλλους ανθρώπους, μα βαριά από μνήμες.
Η Γου Μέι στεκόταν λίγο πιο πέρα, ανάμεσα σε όσους έμεναν. Το πρόσωπό
της έμοιαζε ανέκφραστο, όμως τα μάτια της παρακολουθούσαν κάθε κάρο σαν να
μετρούσαν αθόρυβα τα κομμάτια μιας ζωής που έφευγαν.
Ο Πενγκ Λου και η Γου Ζιάν είχαν έρθει επίσης να αποχαιρετήσουν τους
αναχωρούντες. Η Γου Ζιάν κρατούσε ένα μικρό δέμα με ψημένα ψωμάκια από κεχρί
και τα έδινε σιωπηλά σε όσους περνούσαν. Ο Πενγκ Λου βοηθούσε να δεθούν τα
σκοινιά στα φορτία χωρίς πολλές κουβέντες.
Ο Λιου Κάι στεκόταν πίσω από τον Μινγκ Ζενγκ σαν νεαρός ακόλουθος που
δεν ήξερε ακόμη πού να ακουμπήσει τα χέρια του.
Κοντά στην είσοδο του διοικητηρίου, κάτω από τη σκιά των πέτρινων
κιόνων, στεκόταν όρθιος ο επιστάτης Λι Σαν με ξύλινο κιβώτιο λογαριασμών
μπροστά του. Έδινε στους αναχωρούντες τη μικρή αποζημίωση που είχε εγκρίνει ο
Ντου Γκούο Ρεν: λίγα ασημένια νομίσματα, δύο σακιά σιτηρών ανά οικογένεια και
άδεια μετακίνησης με τη σφραγίδα των Ντου ώστε να μην τους σταματήσουν εύκολα
οι τοπικοί φρουροί.
Δίπλα του στεκόταν η Σου-Σι. Το πρόσωπό της ήταν ήρεμο και ψυχρό σαν
λείο πορσελάνινο αγγείο. Κρατούσε ανοιχτό κατάστιχο και σημείωνε ονόματα χωρίς
να σηκώνει συχνά το βλέμμα της.
Όμως θυμόταν τους πάντες. Τους είχε δει στην νυχτερινή συνάντηση των
«Επιστρεφόντων». Τους ψιθύρους. Τα βλέμματα. Τα χέρια που ενώνονταν μέσα στο
σκοτάδι σαν να μπορούσαν να χτίσουν άλλον κόσμο. Και θυμόταν ιδιαίτερα τη Ντουάν
Χου. Η μεγαλύτερη γυναίκα πλησίασε κρατώντας τα ηνία του κάρου της. Πίσω της
ανέβηκε αθόρυβα η Γκου Μεϊγιού, ψηλή,
ντυμένη με σκούρο μπλε βαμβακερό ένδυμα. Τα μάτια της απέφευγαν όλους.
Η Σου-Σι σήκωσε αργά το βλέμμα από το κατάστιχο. Για μια στιγμή θυμήθηκε
καθαρά εκείνη τη νύχτα στο εγκαταλειμμένο σπίτι των συγκεντρώσεων· τη χαμηλή
φλόγα του λυχναριού, τη μυρωδιά του λαδιού, τη Χε Τζι να της χαμογελά και να
της λέει πως οι άνθρωποι της Επιστροφής δεν φοβούνταν τις αλήθειες της καρδιάς.
Και δίπλα της η Ντουάν Χου. Το αργό, γλυκό βλέμμα της.
Η παράξενη ζεστασιά με την οποία της
είχε αγγίξει τότε το χέρι. Πίσω της στεκόταν ήδη τότε η σιωπηλή νεαρή Μεϊγιού
σαν σκιά. Η Σου-Σι είχε αισθανθεί εκείνη τη νύχτα πως προσπαθούσαν να την
τραβήξουν μέσα σε κάτι χωρίς όρια. Όχι μόνο πίστη. Κάτι πιο επικίνδυνο. Έναν
κόσμο όπου οι άνθρωποι δικαιολογούσαν κάθε επιθυμία στο όνομα της ελευθερίας. Το
βλέμμα της ψυχράθηκε περισσότερο.
«Η αποζημίωση σας είναι πλήρης,» είπε κοφτά.
Η Ντουάν Χου ανταπέδωσε το βλέμμα χωρίς να σκύψει το κεφάλι.
«Δεν χρειαζόμαστε τη λύπη κανενός.»
«Δεν προσφέρω λύπη,» αποκρίθηκε η Σου-Σι.
Η Μεϊγιού ακούμπησε διακριτικά το χέρι της πάνω στο μανίκι της συντρόφου
της, σαν να φοβόταν ότι η μεγαλύτερη γυναίκα θα μιλούσε περισσότερο. Το κάρο
τους προχώρησε αργά.
Μετά ήταν η σειρά του Σου Σεν
και της οικογένειάς του. Δύο βαρυφορτωμένες
άμαξες με κάθε είδους σκεύη, στρώματα και αντικείμενα. Η Ζόου-Σιάν καθόταν στην
πρώτη, τα χέρια της να χαϊδεύουν τα δεμένα αγαθά με ένα μείγμα φροντίδας και
προσκόλλησης. Κάθε αντικείμενο ήταν πολύτιμο· όχι για την αξία του, αλλά για τη
χρήση και την ασφάλεια που παρείχε στην οικογένειά της. Δεν ήθελε να κοιτάξει
κανένα, να χαιρετήσει κανένα. Για εκείνη όλοι ήταν υπεύθυνοι που την ανάγκαζαν
να φύγει με την οικογένειά της. Ίσως αν
είχε χρόνο να μετέπειθε τον άνδρα της, τον Σου Σεν. Αλλά εκείνος είχε
αποφασίσει γρήγορα. Δεν ήθελε μπροστά στα παιδιά τους να φέρει αντίρρηση.
Ο Λι Σαν χαμογέλασε φιλικά, αναγνωρίζοντας την αξία του Σουν Σεν. «
Ήσουν από τους πιο άξιους εργάτες μας,» είπε, και η φωνή του είχε μια
ειλικρίνεια που έμοιαζε να ξεπερνά την τυπική ευγένεια.
Η Σου-Σι, χωρίς να χαμογελάσει, πρόσθεσε χαμηλόφωνα: «Η αποζημίωσή σας
είναι διπλή.»
Ο Σουν Σεν σήκωσε αμέσως το κεφάλι του
και πήγε να διαμαρτυρηθεί: «Δεν είναι δίκαιο!»
Η Σου-Σι τον σταμάτησε αυστηρά, τα μάτια της παγωμένα: «Δεν είναι για σένα. Είναι για τα παιδιά σου.»
Ο Σουν Σεν κάμφθηκε. Πήρε το ποσό και ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από
πάνω του, αλλά όχι την αίσθηση λύτρωσης.
Βγαίνοντας, χαιρέτησε τυπικά τον Μινγκ Ζενγκ: «Οι δρόμοι μας χωρίζουν
εδώ,» είπε κοιτάζοντάς τον κάπως υποτιμητικά.
Η πρώτη άμαξα ξεκίνησε. Η Ζόου-Σιάν κοίταξε γεμάτη αντιπάθεια προς τα
κτήρια και τους ανθρώπους του Γκούο Ρεν, κρατώντας σφιχτά τα αγαθά που με τόσο
κόπο είχε οργανώσει. Η δεύτερη άμαξα ακολουθούσε πίσω, με του δύο γιους της και
την μικρή της κόρη, γεμάτη αντικείμενα και μνήμες, καθώς η οικογένεια του Σουν
Σεν άφηνε πίσω της τα κτήματα, ξεκινώντας έναν δρόμο αβέβαιο, αλλά δικό τους.
Πίσω ακολουθούσαν οι αδελφοί Φανγκ. Ο Φανγκ Γιτιάν είχε ήδη ανέβει στο
κάρο, ενώ ο μικρότερος αδελφός του, ο Φανγκ Σεν, στεκόταν κάτω από αυτό χωρίς
να ξέρει πώς να κρατήσει το πρόσωπό του ακίνητο. Οι δυο άντρες αγκαλιάστηκαν
σφιχτά.
«Αν κάποτε βρεις τόπο να σταθείς,» είπε ο Σεν χαμηλόφωνα, «στείλε λέξη.»
Ο Φανγκ Γιτιάν χαμογέλασε κουρασμένα. «Όλοι οι δρόμοι είναι προσωρινοί.»
Ύστερα ανέβηκε στο κάρο χωρίς να ξανακοιτάξει πίσω.
Ο Ταν Ζονγκλί φόρτωσε μόνος τα πράγματά του. Είχε τόσο λίγα που το κάρο
του έμοιαζε σχεδόν άδειο. Ένα στρώμα. Δύο σακιά. Ένα παλιό ξύλινο κιβώτιο
δεμένο με σκοινί. Όταν πέρασε μπροστά από τον Μινγκ Ζενγκ, σταμάτησε για λίγο.
«Στο τέλος,» είπε χαμηλόφωνα, «ο άνθρωπος κουβαλά λιγότερα απ’ όσα
νόμιζε.»
Ο Μινγκ Ζενγκ έγνεψε μόνο. Και τότε ακούστηκε κλάμα. Η μικρή Λιάν είχε
σφιχτεί πάνω στο μανίκι του πατέρα της. Ο Γκενγκ Ντο στεκόταν ήδη πάνω στο κάρο
δίπλα στη Σιαογιού. Το πρόσωπό του ήταν κουρασμένο, βαρύ, σαν άνθρωπος που είχε
χάσει τον δρόμο πριν ακόμη ξεκινήσει το ταξίδι. Η Σιαογιού καθόταν ακίνητη. Δεν
έκλαιγε. Δεν κοιτούσε σχεδόν κανέναν. Μόνο τα χέρια της έμεναν σφιγμένα πάνω
στα γόνατά της.
Η Λιάν όμως δεν μπορούσε να κρατηθεί. «Πατέρα…» Η φωνή της έσπασε. Ο
Γκενγκ Ντο κατέβηκε για μια στιγμή από το κάρο και την αγκάλιασε σφιχτά, σχεδόν
αδέξια, σαν άνθρωπος που δεν είχε μάθει να δείχνει τρυφερότητα χωρίς ενοχή. Η
Σιαογιού τούς κοιτούσε από πάνω. Η έκφρασή της έμεινε ήρεμη, όμως κάτι σκοτεινό
πέρασε βαθιά μέσα στα μάτια της όταν είδε τη μικρότερη αδελφή της να κλαίει
έτσι.
Η Λιάν γύρισε τότε ασυναίσθητα προς τη Σου-Σι.
Και η Σου-Σι, για πρώτη φορά εκείνο το
πρωινό, μαλάκωσε. Πλησίασε αργά το κορίτσι και το αγκάλιασε. Η Λιάν ακούμπησε
πάνω της σαν παιδί που είχε κουραστεί να είναι δυνατό.
«Μη φοβάσαι,» της είπε χαμηλόφωνα η Σου-Σι. «Θα μείνεις στο πέτρινο
σπίτι. Δεν θα σε αφήσουμε μόνη.»
Η Λιάν έκλεισε τα μάτια της και άρχισε να κλαίει πιο σιωπηλά.
Πίσω τους, στην αυλή, ο Ντου Γκούο Ρεν στεκόταν ακίνητος. Δεν είχε
μιλήσει σχεδόν καθόλου όλο το πρωινό. Το φως έπεφτε πάνω στο σκούρο επίσημο
ένδυμά του και έκανε το πρόσωπό του να φαίνεται ακόμη πιο σκληρό. Όμως δεν
κοιτούσε τους ανθρώπους που έφευγαν. Κοιτούσε μόνο τον Μινγκ Ζενγκ. Και ο
ηλικιωμένος αναχωρητής ανταπέδιδε το βλέμμα. Σαν να υπήρχε ανάμεσά τους μια
τελευταία σιωπηλή συνεννόηση ανθρώπων που είχαν καταλάβει ότι καμιά πίστη δεν
μένει καθαρή όταν περάσει μέσα από αρκετές ζωές.
Τα κάρα άρχισαν επιτέλους να κινούνται. Οι τροχοί έτριξαν πάνω στο ξερό
χώμα της αυλής. Οι γυναίκες που έμεναν σήκωσαν αργά τα χέρια σε αποχαιρετισμό. Μερικοί
άντρες έσκυψαν το κεφάλι. Άλλοι δεν τόλμησαν να κοιτάξουν. Ο Μινγκ Ζενγκ
στάθηκε τελευταίος στην πύλη του πέτρινου διοικητηρίου.
Ο αέρας του πρωινού περνούσε μέσα από τα φαρδιά μανίκια του
ξεθωριασμένου ενδύματός του. Και τότε μίλησε με καθαρή, ήρεμη φωνή:
«Είθε οι δρόμοι να μη σας αρνηθούν
καταφύγιο.»
Τα κάρα συνέχισαν να απομακρύνονται.
«Είθε τα βουνά να σας προστατεύσουν
από τους κακούς ανθρώπους.»
Μερικοί χαμήλωσαν το κεφάλι ακούγοντάς τον.
«Είθε οι πρόγονοι να θυμούνται τα
ονόματά σας ακόμη κι αν αλλάξετε τόπο.»
Η φωνή του ακολούθησε τα κάρα ώσπου έφτασαν στον χωμάτινο δρόμο έξω από
τα κτήματα.
«Και είθε οι καρδιές σας να μη γίνουν πιο σκληρές από όσο χρειάζεται για
να επιβιώσουν.»
Ύστερα σώπασε.
Το φως είχε δυναμώσει πια πάνω από το Νανγκού. Και οι άνθρωποι της
Επιστροφής χάθηκαν αργά μέσα στον πρωινό δρόμο, παίρνοντας μαζί τους όχι μόνο
τα υπάρχοντά τους, αλλά και τις σιωπές, τις επιθυμίες και τις μυστικές ζωές που
είχαν αφήσει να ριζώσουν στα κτήματα των Ντου επί τόσα χρόνια.
η
σύσκεψη των τεσσάρων στο πέτρινο διοικητήριο
Μετά την αναχώρηση των πιστών της φράξιας των «ανθρώπων της επιστροφής» στο
πέτρινο σπίτι, το άτυπο διοικητήριο των κτημάτων του Νανγκού, μπήκαν ο Γκούο
Ρεν, ο Λι Σαν, ο Μινγκ Ζενγκ και η Σου-Σι. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, γεμάτη
ανεπίλυτες εκκρεμότητες. Κάθισαν γύρω από το μεγάλο ξύλινο τραπέζι, και για
λίγα λεπτά η σιωπή κάλυπτε κάθε ήχο, εκτός από το ελαφρύ τρίξιμο του πατώματος.
Ο Γκούο Ρεν πήρε το λόγο πρώτος, με φωνή σταθερή αλλά αποφασιστική.
«Πρέπει να με ενημερώσετε για τις κενές
θέσεις και πώς μπορούν να καλυφθούν. Μέχρι αύριο το πρωί θέλω όλα τα στοιχεία
και τις πιθανές λύσεις.»
«Τώρα πλέον μένουν κενά τα σπίτια του Σουν Σεν, της Ντουάν Χου, του Ταν
Ζονγκλί.» καταμέτρησε πρόχειρα ο Γκούο Ρεν.
«Και του Γκενγκ Ντο» τον
συμπλήρωσε η Σου-Σι.
«Μα εκεί μένει η κόρη του, η Λιάν» απόρησε ο Γκούο Ρεν.
«Δεν μπορεί μια κοπέλα μόνη να μείνει τόσο απομακρυσμένα. Θα έρθει να
μείνει εδώ» είπε κάπως απότομα η Σου-Σι, με φωνή βέβαιη που δεν σήκωνε αντίρρηση. Ο Λι Σαν παραξενεύτηκε λίγο
από τον τόνο της φωνής της. Ο Μινγκ
Ζενγκ παρέμεινε ήρεμος χαμογελώντας αμυδρά. Διαισθανόταν ότι κάποια υπόγεια σχέση συνέδεε
εκείνη με τον Γκούο Ρεν, φαινόταν στον τρόπο που συμπεριφερόταν, διακρινόταν
στον τρόπο που κοιτούσε, φαινόταν ότι δεν ήταν μεγαλωμένη σαν υπηρέτρια.
«Έχεις δίκηο» είπε κουνώντας το κεφάλι του καταφατικά ο Γκούο Ρεν. Μετά
σα να ξέχασε εντελώς το ζήτημα απευθύνθηκε στο Λι Σαν. «Θα επιθεωρήσεις τα κενά
σπίτια. Όποιο αντικείμενο έμεινε παρατημένο εκεί, θα καταγραφεί και θα
μεταφερθεί σε ασφαλή χώρο. Δεν θέλω να γεννηθεί στους εργάτες καμιά ιδέα για
λαφυραγωγία. Μινγκ Ζενγκ θα τον βοηθήσεις και εσύ στην καταγραφή.»
Μετά από μικρή παύση και καθώς όλοι αναλογίζονταν τις πιθανές
εκκρεμότητες ο Γκούο Ρεν άλλαξε τον επιτακτικό τόνο της φωνής του, σε πιο ανθρώπινο,
πιο οικείο. «Σε λίγες ημέρες θα έρθει και ένας νέος βοηθός του Λι Σαν. Τα
κτήματα έχουν μεγαλώσει και θα χρειαστούμε βοήθεια. Η Χονγκ-Χουά θα αναλάβει
την αποθήκη με τους μεταξοσκώληκες. Εκείνη θα επιβλέπει όσους εργάζονται εκεί.
Εκεί θα κοιμάται. Για τα νότια κτήματα έχω δώσει οδηγίες στον Λι Σαν.»
Στράφηκε προς τον Λι Σαν: «Λι Σαν
θα ενημερώσεις τον Μινγκ Ζενγκ για τις
νέες καλλιέργειες. Η ακτίνα σας θα είναι μέχρι το μικρό κτήμα με το πέτρινο
κτίσμα. Εκεί θα πηγαίνεις μόνο εσύ για επίβλεψη ή για ό,τι άλλο χρειαστεί. Ο
Γουέι Τζιαν θα έχει δικαιοδοσία μόνο στο Νανγκού, πουθενά αλλού.»
«Κι αν προκύψει κάποια διαφωνία ανάμεσα στους εργάτες;» τον ρώτησε ο
Λι Σαν ανήσυχος.
«Αυτό θα το αναλάβει ο Μινγκ Ζενγκ. Κριτής ανθρώπων δεν ήταν; Έχει την
εμπειρία και την ηλικία. Πιστεύω ότι θα είναι ακριβοδίκαιος.» Ο Λι Σαν συμφώνησε με κίνηση της κεφαλής του.
«Αν το πρόβλημα είναι σοβαρό,
τότε θα πρέπει να το μάθω. Θα στείλεις
αγγελιαφόρους μέχρι την γη της ‘πέτρινης γυναίκας’. Εκεί θα είναι άνθρωποι που
θα μου το μεταφέρουν αμέσως.»
Ο Γκούο Ρεν σταμάτησε και τους κοίταξε έναν έναν. «Υπάρχει κάποια
πρόταση;»
Κανείς δεν απάντησε ή δεν εξέφρασε κάποια απορία. «Μην φοβάστε. Όπως
δουλεύατε τόσα χρόνια χωρίς εμένα, έτσι θα συνεχίσετε. Τη δουλειά τη
γνωρίζετε.»
«Και αν κάποιος εργάτης δείξει ανυπακοή; Αν δείξει αδιαφορία στην εργασία;» τον ρώτησε ο
Λι Σαν.
«Θα το αναφέρεις στον Μινγκ Ζενγκ. Εκείνος θα το εξετάσει. Δεν υπάρχει
πολυτέλεια για υπολειτουργία. Όταν η αμοιβή είναι δίκαιη, τότε η τιμωρία είναι
πιο αυστηρή. Δεν έχει κανείς ελαφρυντικά για να υπονομεύει την ομάδα.»
Ο Γκούο Ρεν χαμήλωσε τη φωνή του ελέγχοντας μήπως κάποια βοηθός του
σπιτιού άκουγε τη συζήτηση. Έκανε ένα νόημα στη Σου-Σι να πάει να ελέγξει.
Εκείνη αμέσως σηκώθηκε από τη θέση της και προσποιήθηκε ότι πήγαινε στους μέσα
χώρους του σπιτιού. Μετά γύρισε αμέσως αφού βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχαν κρυμμένα
αυτιά. Προτίμησε τώρα να σταθεί όρθια, ακριβώς απέναντί του.
«Είμαστε σε επιτήρηση.» είπε ο Γκούο Ρεν. «Μέχρι να ξεκαθαρίσουν
απολύτως τα πράγματα και να διαλυθεί η ομίχλη πρέπει όλα να λειτουργούν
άψογα. Όλα να είναι ορατά.»
Ο Λι Σαν με κάποια καθυστέρηση έκανε μια μικρή ερώτηση. «Και αν ο
πατέρας του Γκάο Πινγκ γίνει καλά και ο Γκάο Πινγκ έρθει και ζητήσει πάλι την
Χονγκ-Χουά;»
Ο Γκούο Ρεν αυστηρά απάντησε «Αυτό έχει
τελειώσει. Συμφωνία που ακυρώθηκε δεν ξανασυζητιέται. Ας κάνουν ο,τι
θέλουν μόνοι τους. Ο οίκος πλέον δεν έχει καμμία ανάμειξη.»
Ο Μινγκ Ζενγκ σχολίασε ήρεμα «Δεν νομίζω ότι η Χονγκ-Χουά ενδιαφέρεται
για τον νεαρό. Αν επανέλθει ο Γκάο Πινγκ, θα έρθει για να ζητήσει άλλη κοπέλλα,
κάποια που να του ταιριάζει».
«Όπως και να έχει… Αυτό δεν αφορά τον οίκο. Ο οίκος δεν γίνεται
εγγυητής» κατέληξε ο Γκούο Ρεν.
«Συνοψίζω» είπε αυστηρά ο Γκούο Ρεν. «Τον τομέα με τους μεταξοσκώληκες
θα τους αναλάβει η Χονγκ-Χουά. Το μικρό κτήμα με το πέτρινο κτίσμα θα το
ελέγχει η Γου Σία. Ο Γουέι Τζιαν θα κινείται μόνο μέσα στο Νανγκού. Δεν θα του
επιτραπεί πέρα από εδώ. Ο Μινγκ Ζενγκ θα ελέγχει το προσωπικό και τα κατάστιχα.
Εσύ, Λι Σαν, είσαι ο γενικός επιστάτης. Μόνο εσύ θα κινείσαι εκτός των
κτημάτων. Πηγαίνετε τώρα να ελέγξετε τα σπίτια που έμειναν κενά. Αύριο περιμένω
αναφορά από τον καθένα σας.»
Οι δύο άνδρες σηκώθηκαν και ετοιμάστηκαν να αποχωρήσουν.
Ο Γκούο Ρεν κοίταξε για λίγο τον Λι Σαν σιωπηλά. «Περίμενε» είπε πριν ο Λι Σαν
κάνει ένα βήμα προς την έξοδο. Ύστερα έβγαλε από το μανίκι του ένα στενό
πλακίδιο από σκούρο ξύλο, δεμένο με μαύρο μεταξωτό κορδόνι. Πάνω του ήταν
χαραγμένο το ιδεόγραμμα του οίκου Ντου. Πλησίασε και το πέρασε ο ίδιος στη ζώνη
του Λι Σαν. «Δεν μπορείς να περιφέρεσαι έτσι, χωρίς κάτι που να δείχνει πως
είσαι άνθρωπός μου.»
Ο Λι Σαν χαμήλωσε αμέσως το βλέμμα.
«Όποιος δει αυτό το σήμα, θα ξέρει ότι μιλάς με τη δική μου εξουσία. Μην
με κάνεις να το μετανιώσω.»
δύο
αδέλφια συζητούν
Στο πέτρινο διοικητήριο του
Νανγκού, όπου οι τοίχοι κρατούσαν ακόμη τη δροσιά του πρωινού, ο Γκούο Ρεν και
η Ρουό-Σι κάθονταν μόνοι τους, ανάμεσα σε χαρτιά και μερικά σπασμένα ξύλινα
καθίσματα. Ο ήλιος έπεφτε στις πέτρες σαν χρυσή σκόνη, ενώ έξω, οι εργάτες
κινούνταν ανάμεσα στα κτήματά τους.
«Έχουμε ξανοιχθεί πολύ οικονομικά», είπε ο Γκούο Ρεν με βραχνή φωνή, τα
χέρια του να παίζουν με ένα κομμάτι κιμωλίας. «Δεν υπάρχει δυνατότητα για νέες
προσλήψεις. Περιμένουμε, εξάλλου, και τον Γουέι Τζιαν.»
Η Ρουό-Σι τον κοίταξε με ανοιχτά τα μάτια. «Ποιος είναι αυτός;»
Ο Γκούο Ρεν σήκωσε τους ώμους του, αποφεύγοντας να μπει σε λεπτομέρειες.
«Είναι… μια υποχρεωτική πρόσληψη. Οφειλόμενη χάρη από το παρελθόν.» Ο Γκούο Ρεν
έκανε μια μικρή παύση προσπαθώντας να στήσει
μια πιστευτή ιστορία «Ο πατέρας του Γουέι Τζιαν, κάποτε, βοήθησε σε μια
δύσκολη στιγμή με τα κτήματα του Νανγκού», είπε. «Δεν ξέρω περισσότερα· με
ειδοποίησαν από την Νάμπου. Ο άνθρωπος του διοικητηρίου μου είπε ότι ο πατέρας
του Γουέι Τζιαν έχει πεθάνει και χρειαζόταν κάποια στήριξη.» Του απάντησα: “Οι οφειλόμενες
χάρες ανταποδίδονται. Δεν πρέπει να ξεχνάμε αυτούς που μας βοήθησαν.”
Μετά σαν να απολογήθηκε για την απόφασή του συνέχισε: «Ίσως αυτός ο
Γουέι Τζιαν να έχει γνωριμίες στη Νάμπου. Δεν ξέρεις πότε μπορεί να μας
χρειαστούν.»
Η Ρουό-Σι αντέτεινε «Ναι… αν είχε γνωριμίες θα ζήταγε δουλειά εδώ…»
Ο Γκούο Ρεν συμπλήρωσε τη δικαιολόγησή του «Υποθέτω ότι κάποια μακρινό
ενδιαφέρον θα έχει και ο άνθρωπος του διοικητηρίου. Πρέπει να έχουμε καλές
σχέσεις μαζί του.»
Η Ρουό-Σι τον κοίταξε με ένα ελαφρύ ύφος ειρωνείας. «Γι’ αυτό του
χάρισες και τις δύο παλλακίδες;»
Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε ελαφρά.
«Δεν λες, που έφυγε από πάνω μας ένα βάρος; Τί θα τις κάναμε;»
«Μπορεί να συνέχιζες εσύ μαζί τους…» του είπε κάπως δηκτικά η Ρουό-Σι.
«Μπορεί. Αλλά τώρα αυτό δεν γίνεται», είπε απότομα ο Γκούο Ρεν, βάζοντας τελεία στη
συζήτηση πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Η Ρουό-Σι άλλαξε τη συζήτηση, πιο απαλά αυτή τη φορά. «Και η Λιάν; Η
κόρη του Γκενκ Ντο… Το κορίτσι κλαίει ακόμη.»
«Πάντα είναι δύσκολο όταν χάνει κανείς τους γονείς του», διαπίστωσε ο
Γκούο Ρεν. «Εσύ δεν έκλαιγες;» .
Η Ρουό-Σι σιώπησε για λίγο.
«Αν θέλεις πρότεινέ της να την πάρεις υπηρέτρια στο Λο Τζιανγκ. Η Λάο Σου
γερνάει. »
Η Ρουό-Σι είχε παρουσιαστεί με άλλη ταυτότητα στο Νανγκού, εκείνη της
έμπιστης υπηρέτριας. Σκέφτηκε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν η καλύτερη λύση.
«Δεν αλλάζω τη Λάο Σου. Ήταν πιστή στη μητέρα μας. Είναι πιστή σε μας.
Μπορεί να της δημιουργήσω αμφιβολίες για τη θέση της αν της φέρω μια νέα
κοπέλλα, έστω και σα βοηθό της.»
Ο Γκούο Ρεν επανήλθε με μια άλλη πρόταση «Μπορούμε να την πάρουμε μαζί
μας στην επιστροφή και να την αφήσουμε είτε στο μικρό κτήμα στη Γου Σία, είτε
στου Τζου Μιν. Ρώτα τη πρώτα αν θέλει. Αν δεν θέλει, ας παραμείνει εδώ. Βρες
της μια δουλειά. Αυτά είναι θέματα που τα λύνουν οι γυναίκες», χαμογέλασε
ελαφρά ολοκληρώνοντας τα λόγια του. Σηκώθηκε και άφησε το πέτρινο διοικητήριο
για να επιθεωρήσει τους εργάτες.
η
Σου-Σι παρηγορεί τη μικρή Λιάν
Η Σου-Σι βγήκε έξω και είδε καθισμένη σε μία πεζούλα τη Λιάν, την κόρη
του Γκενγκ Ντο. Η Λιάν δεν έκλαιγε πια.
Τα δάκρυα είχαν στεγνώσει πριν καν φύγει το κάρο από τον δρόμο. Μόνο τα μάτια
της έμεναν υγρά, όχι από λύπη αλλά από μια παράξενη ένταση, σαν να προσπαθούσαν
να συγκρατήσουν κάτι που δεν έπρεπε να ειπωθεί.
«Ούτε να τους βλέπω δεν θέλω», είπε ξανά, πιο χαμηλά αυτή τη φορά.
Η Σου-Σι δεν μίλησε. Την κράτησε πιο σφιχτά, σαν να ήξερε ότι αν χαλάσει
έστω και λίγο αυτή τη στιγμή, η Λιάν θα διαλυθεί.
Και τότε η Λιάν άρχισε.
«Δεν καταλαβαίνεις… ποτέ δεν ήταν σπίτι αυτό. Όλοι παίζαμε ρόλους. Ο
πατέρας, η Σιαογιού… κι εγώ. Και όλοι κάναμε ότι δεν καταλαβαίναμε. »
Σταμάτησε για λίγο, σαν να δοκίμαζε αν οι λέξεις αντέχουν να ειπωθούν
δυνατά.
«Εγώ έπρεπε να κάνω ότι δεν βλέπω. Να κάνω ότι δεν ξέρω. Να κάνω ότι
κοιμάμαι, ενώ ήξερα ότι τίποτα δεν ήταν όπως το έλεγαν.»
Η φωνή της έσπασε ελαφρά, αλλά δεν σταμάτησε.
«Ξέρεις τι είναι το χειρότερο; Ότι έπρεπε να ζω μέσα σε αυτό και να μην
έχω δικαίωμα να μιλήσω. Όταν έμπαινα στο δωμάτιο, όλα σταματούσαν. Σαν να ήμουν
εγώ το λάθος που δεν έπρεπε να υπάρχει εκεί.»
Έσφιξε τα δάχτυλα της Σου-Σι.
«Έκανα πως κοιμόμουν. Το καταλαβαίνεις; Το έμαθα αυτό. Να μένω ακίνητη
για να μη χαλάω αυτό που δεν έπρεπε να δω. Να αναπνέω σιγανά. Να εξαφανίζομαι
μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.»
Η Σου-Σι άνοιξε το στόμα της να μιλήσει, αλλά η Λιάν συνέχισε πιο
γρήγορα, σαν να φοβόταν ότι αν σταματήσει δεν θα τολμήσει ποτέ ξανά.
«Κι εκείνοι… νόμιζαν ότι δεν καταλαβαίνω. Ή ίσως ήθελαν να πιστεύουν ότι
δεν καταλαβαίνω. Αυτό είναι το ίδιο πράγμα. Με κοιτάγαν σαν να ήμουν μικρή, σαν
να μην είχα μάτια.»
Γύρισε το πρόσωπό της προς τη Σου-Σι.
«Και στις νυχτερινές συγκεντρώσεις εκείνοι πήγαιναν μόνο. Εμένα δεν με
έπαιρναν μαζί τους. Έλεγαν πως δεν θα καταλάβαινα τα λόγια. Όταν τους περίμενα
έρχονταν γαλήνιοι, ατάραχοι, δεν μιλούσαν, σαν υπνωτισμένοι.»
Μετά από λίγο η Λιαν ξανάρχισε.
«Έγώ καθόμουν στο σπίτι και ετοίμαζα το φαγητό. Ήμουνα μικρή λέει για να
δουλέψω στα κτήματα. Ενώ η Σιαογιού ήταν μεγάλη.»
«Στο τραπέζι που τρώγαμε… εκείνος την κοίταζε και εκείνη προσπαθούσε να
αποφύγει το βλέμμα του. Της άγγιζε το χέρι καθώς του έδινε το πιάτο…»
«Γι’ αυτό δεν θέλω να τους βλέπω. Όχι
επειδή τους μισώ. Αλλά επειδή όταν τους βλέπω, θυμάμαι ποια έπρεπε να είμαι για
να αντέξω εκεί.»
Έμεινε σιωπηλή για λίγο.
«Και δεν θέλω πια να είμαι αυτή.»
«Μην φοβάσαι Λιαν» της είπε η Σου-Σι. «Από εδώ και πέρα εδώ θα είναι το
σπίτι σου. Θα κάθεσαι μαζί μου, μαζί θα μαγειρεύουμε. Και όταν λείπω θα το φυλάς σαν να είναι δικό σου.
Εδώ έρχεται κόσμος. Θα γνωρίσεις ανθρώπους. Θα σε βοηθάνε και οι γυναίκες.»
Στοργικά η Σου-Σι, σα μεγαλύτερη αδελφή, ανασηκώθηκε από την πεζούλα και
είπε στη Λιαν:
«Πάμε σιγά-σιγά μέσα να δούμε τι
ξέρεις από την κουζίνα. Αυτός που μαγειρεύει αυτός μαθαίνει τι συζητάνε οι
άνθρωποι, απ’ αυτόν κρέμονται όλοι.»
η
δεύτερη συνάντηση του Γκούο Ρεν με την Σιανγκλίν
Καθώς ο Γκούο Ρεν περπατούσε ανάμεσα στα κτήματα, σκέφτηκε τη Σιανγκλίν,
που εργαζόταν εκεί κοντά. Είχε αφήσει μαζί της μια συζήτηση στη μέση και ίσως
τώρα έπρεπε να ολοκληρωθούν οι προδιαγραφές του ρόλου της. Ο Γκούο Ρεν είχε ήδη
απομακρυνθεί λίγα βήματα όταν σταμάτησε. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητος ανάμεσα
στις γραμμές των καλλιεργειών, σαν να άκουγε κάτι που δεν ερχόταν από τους
αγρούς αλλά από τη σκέψη του. Ύστερα γύρισε πίσω αργά.
Η Σιανγκλίν συνέχιζε να δουλεύει σκυμμένη. Μόνο όταν η σκιά του στάθηκε
πάλι πλάι της, τα δάχτυλά της επιβράδυναν ανεπαίσθητα.
«Δεν έφυγα ακόμη», είπε ο Γκούο Ρεν.
Η Σιανγκλίν γύρισε ελαφρά το πρόσωπό της προς το μέρος του. Δεν έδειξε
να εκπλήσσεται. Ίσως να είχε ακούσει από πριν το αργό βάδισμά του πάνω στο ξερό
χώμα· ίσως απλώς να τον είχε δει που
ανηφόριζε προς το μέρος της.
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλήσει. Ο ήλιος έπεφτε λοξά
πάνω στη γραμμή του λαιμού της και στο λεπτό ύφασμα που είχε κολλήσει ελαφρά
στην πλάτη της από τη ζέστη.
«Δεν ήρθε ακόμη η στιγμή να βρεθούμε», της είπε τελικά. «Θα σε συναντήσω
την επόμενη φορά που θα έρθω.»
Η Σιανγκλίν έμεινε ακίνητη για μια ανάσα. Ύστερα έγνεψε αργά.
«Το σπίτι στα νότια κτήματα θα είναι πλέον το σπίτι σου», είπε ο Γκούο
Ρεν. «Εκεί κοντά θα δουλεύεις. Εκεί θα κοιμάσαι από εδώ και πέρα. Δεν υπάρχει
λόγος να επιστρέφεις πια στο παλιό σου κατάλυμα.» Μικρή παύση. «Τα κλειδιά θα
τα έχεις μόνο εσύ και ο Λι Σαν.»
Εκείνη ένευσε ξανά χωρίς να μιλήσει.
«Δεν πρέπει να δημιουργηθούν υποψίες όταν θα έρχομαι», συνέχισε εκείνος.
«Στα μάτια των άλλων, δεν θα πρέπει να φαίνεται ότι μετακινήθηκες από ένα σπίτι
σε άλλο.»
Η Σιανγκλίν έγνευσε πάλι. Τα δάχτυλά της μετακίνησαν λίγο χώμα μπροστά
της, σαν να ίσιωναν μια αόρατη γραμμή.
Ο Γκούο Ρεν την παρατηρούσε.
«Θα αντέξεις εκεί;»
Η απάντησή της ήρθε χαμηλόφωνα,
χωρίς να τον κοιτάζει. «Έχω μάθει στη σιωπή.» Οι λέξεις της ήταν ήρεμες, αλλά
ακούστηκαν καθαρά μέσα στην ακινησία του αγρού.
«Ό,τι χρειαστείς θα το ζητήσεις από τον Λι Σαν», συνέχισε εκείνος. «Αν
σε ρωτήσουν, θα λες ότι καθαρίζεις το σπίτι γιατί μπορεί να έρθουν
προσκεκλημένοι του άρχοντα.»
Μικρή παύση.
« Σε λίγο το σπίτι θα αδειάσει από τα
έπιπλα. Θα πάνε στον παλαιό κάτοχό τους.»
Η Σιανγκλίν χαμήλωσε λίγο περισσότερο το βλέμμα, σαν να αποδεχόταν ήδη
την εικόνα εκείνου του άδειου σπιτιού πριν ακόμη το δει.
«Τα βράδια πώς θα τα περνάς;» τη ρώτησε τότε.
Για πρώτη φορά κάτι σαν σκέψη φάνηκε να περνά αργά από το πρόσωπό της. «Όπως
τα περνούσα μέχρι τώρα», απάντησε. «Με κέντημα…»
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε λίγο πιο προσεκτικά.
«Κεντάς;»
Η Σιανγκλίν έκανε μια μικρή κίνηση των ώμων.
«Λίγο. Ό,τι θυμάμαι από εικόνες που
είχα δει παλιά. Κλαδιά δαμασκηνιάς… βουνά μέσα στην ομίχλη… νερό, πουλιά σε
κλαδιά.»
Η φωνή της έμεινε χαμηλή. «Τη νύχτα ησυχάζει το μυαλό όταν ακολουθεί τη βελόνα
στο ύφασμα.»
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε αμέσως.
Ο αέρας πέρασε ανάμεσά τους και λύγισε
ελαφρά τις άκρες των καλλιεργειών.
«Και να με βλέπεις το πρωί», είπε
τελικά, «δεν θα μου μιλάς.»
Η Σιανγκλίν ένευσε χωρίς να τον κοιτάξει. Τα χέρια της συνέχισαν να
κινούνται, ή τουλάχιστον έδιναν την εντύπωση ότι συνέχιζαν. Ο ρυθμός τους είχε
αλλάξει· είχε γίνει πιο αργός, πιο προσεκτικός.
Ο Γκούο Ρεν έμεινε για λίγο ακόμη εκεί. Ύστερα γύρισε και συνέχισε την
πορεία του μέσα στους αγρούς χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Η Σιανγκλίν δεν σήκωσε αμέσως το κεφάλι.
Μόνο όταν απομακρύνθηκε αρκετά, μια αχνή λάμψη χαράς διαπέρασε το
πρόσωπό της. Τόσο γρήγορη και ζωντανή που σχεδόν την τρόμαξε. Χαμήλωσε αμέσως
περισσότερο το βλέμμα, σαν να φοβόταν μήπως ακόμη και το χώμα δει την
αντανάκλασή της. Επιτέλους. Η ζωή την δικαίωνε. Για χρόνια ένιωθε πως οι
άνθρωποι που έπρεπε να τη δουν, δεν τη έβλεπαν ποτέ πραγματικά. Σαν μια αόρατη
σκιά να στεκόταν ανάμεσα σε εκείνη και στα μάτια τους. Στο Λανσί οι δρόμοι για
μια γυναίκα ήταν λίγοι. Και όταν ο ξυλουργός είχε έρθει να επισκευάσει τη στέγη
τους, όλα είχαν αποφασιστεί χωρίς να τη ρωτήσει κανείς. Δεν είχε ζητήσει
χρήματα για τη δουλειά του. Είχε ζητήσει εκείνη. Ο πατέρας της δεν δίστασε. Ο
ξυλουργός ήταν εργατικός άνθρωπος, και το κυριότερο χωρίς απαιτήσεις. Ο πατέρας
της είχε άλλες δύο κόρες ακόμη να παντρέψει. Η πρώτη μπορούσε να φύγει από το
σπίτι. Να ελαφρύνει το φορτίο.
Έτσι η Σιανγκλίν, που από παιδί ένιωθε πως είχε γεννηθεί για κάτι
ανώτερο από τη ζωή ενός φτωχού χωριού, έγινε γυναίκα ενός ξυλουργού που μύριζε
πριονίδι και ιδρώτα. Δεν τον είχε μισήσει. Αλλά ποτέ δεν είχε νιώσει ότι ανήκε
πραγματικά δίπλα του. Και ίσως γι’ αυτό, στα λίγα χρόνια του γάμου τους, δεν
είχε μείνει έγκυος. Ίσως επειδή ποτέ δεν στέριωσαν κάπου αρκετά ώστε να ριζώσει
η ζωή. Ίσως επειδή το σώμα της αντιστεκόταν σιωπηλά σε μια μοίρα που δεν
δεχόταν. Ίσως ακόμη γιατί εκείνη, χωρίς να το ομολογεί ούτε στον εαυτό της,
απέφευγε προσεκτικά τις μέρες όπου θα μπορούσε να συλλάβει· άλλοτε με μια
πρόφαση πόνου, άλλοτε με μια κουρασμένη δικαιολογία της δουλειάς. Τώρα όμως όλα
αυτά της φαίνονταν μακρινά, σχεδόν ξένα. Τώρα ήξερε πως είχε κάνει σωστά που
άντεξε. Ήταν μόνη. Και μόνο τώρα μπορούσε να τη διαλέξει εκείνος που πραγματικά
άξιζε. Η ομίχλη που τόσα χρόνια σκέπαζε τα μάτια των αντρών είχε επιτέλους
διαλυθεί.
Ένας δυνατός ήλιος έπεφτε πάνω της, καθαρός και αμείλικτος,
αποκαλύπτοντας κάθε λεπτομέρεια του σώματος και του προσώπου της. Μα η
Σιανγκλίν δεν φοβόταν αυτό το φως. Ήξερε πως δεν είχε κανένα ψεγάδι να κρύψει. Όταν
ο Γκούο Ρεν χάθηκε τελείως μακριά, σηκώθηκε αργά όρθια. Για λίγες στιγμές
έμεινε ακίνητη μέσα στον ήλιο. Το φως κύλησε πάνω στο πρόσωπό της, στον λαιμό
της, στη λεπτή γραμμή της μέσης της. Σαν να άφηνε για πρώτη φορά τον εαυτό της
να φανεί ολόκληρος και να λουστεί μέσα σε αυτό το φως. Τα μάτια της
μισόκλεισαν. Το μόνο που έπρεπε να κάνει τώρα… ήταν να περιμένει. Αλλά πλέον η
αναμονή της είχε αξία.
η
έλευση του περίεργου γελωτοποιού
Ήταν λίγο πριν το μεσημεριανό φαγητό, εκείνη η ώρα που τα κτήματα των
Ντού γέμιζαν μυρωδιές από βρασμένο ρύζι, κρεμμύδι και καπνό από ξύλα που
έκαιγαν στις πίσω κουζίνες. Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά και φώτιζε την πέτρινη
αυλή με ένα σχεδόν λευκό φως. Παρ’ όλα αυτά, η ατμόσφαιρα παρέμενε βαριά.
Οι άνθρωποι της φράξιας των «Επιστρεφόντων» είχαν φύγει το ίδιο πρωί,
και η αναστάτωση της αναχώρησης ήταν ακόμη παντού ορατή. Κάποιοι υπηρέτες
μάζευαν σχοινιά, άλλοι ξαναστοίβαζαν κιβώτια που είχαν μείνει μισοανοιγμένα. Η
Σου-Σι έδινε σύντομες οδηγίες χωρίς να υψώνει τη φωνή της, ενώ το μικρό λευκό
σκυλάκι της τριγυρνούσε ανήσυχο ανάμεσα στα πόδια των ανθρώπων.
Τότε ακούστηκε από μακριά ένας αλλόκοτα εύθυμος σκοπός. Και λίγο μετά
εμφανίστηκε ο καβαλάρης. Το άλογό του μπήκε στην αυλή με αργό τροχασμό, ενώ ο
αναβάτης καθόταν πάνω στη σέλα σαν περιπλανώμενος θεατρίνος. Τα ρούχα του ήταν
παράταιρα — πράσινο πανωφόρι, κόκκινα μανίκια, μπλε γκέτες — και στην πλάτη του
κρεμόταν ένα μικρό σάνξιαν. Πριν καν σταματήσει τελείως, χαιρέτησε μεγαλόπρεπα:
«Αχ! Επιτέλους! Τα κτήματα των Ντού!»
Ψεύδιζε έντονα στο «ρ». Το φώνημα έβγαινε μαλακό και συριστικό, σχεδόν
σαν «λ». Η σοβαροφάνεια του ύφους του έκανε το αποτέλεσμα ακόμη πιο αστείο. Ξεπέζεψε
με άνεση και έδωσε τα γκέμια σ’ έναν υπηρέτη.
«Πλόσεχε το άλογό μου. Είναι πιο τίμιο από τους πελισσότελους
φολοεισπλάκτολες.»
Ο υπηρέτης τον κοίταξε αποσβολωμένος.
Η Σου-Σι βγήκε τότε από το πέτρινο
διοικητήριο.
Ο ξένος υποκλίθηκε βαθιά.
«Κυλία μου… αν η άνοιξη αποκτούσε ανθρώπινη μολφή, θα είχε το δικό σας
βλέμμα.»
Η Σου-Σι δεν φάνηκε να εντυπωσιάζεται.
«Ποιον ζητάτε;»
«Τον άλχοντα Γκούο Λεν.»
«Λείπει.»
Ο άγνωστος έφερε δραματικά το χέρι στο μέτωπο. «Αχ! Όλος ο κόσμος λείπει
όταν τον χλειαζόμαστε.» Έπειτα χαμογέλασε ξανά. «Θα πελιμένω.» Μετά είπε για
δεύτερη φορά πιο δυνατά «Θα πελιμένω.»
Κοίταξε γύρω του με περιέργεια.
«Βλήκα πολλά καλαβάνια στον δλόμο.
Αυτοί μου έδειξαν το δλόμο. Σε αυτή τη διχάλα αλλοίμονο να πάλει κανείς λάθος
πορεία.»
Κάποιος από τους εργάτες τον άκουγε ήδη με μισό χαμόγελο.
Ο ξένος συνέχισε:
«Ένας άνθλωπος μου είπε… “Εμείς
φεύγουμε κι εσύ πηγαίνεις. Εύχομαι να έχεις καλύτελη τύχη από εμάς.”»
Η φωνή του μαλάκωσε λίγο. «Γιατί ήταν όλοι τόσο στεναχωλημένοι;»
Η αυλή σώπασε για μια στιγμή. Κανείς δεν απάντησε. Μόνο κάπου ακούστηκε
ένα ξύλινο καπάκι να πέφτει πάνω σε βαρέλι.
Ο παράξενος επισκέπτης έγνεψε αργά, σαν να κατάλαβε κάτι χωρίς να του το
εξηγήσουν. «Φαίνεται πως αγαπούσαν πολύ αυτόν τον τόπο.»
Χαμογέλασε πάλι ξαφνικά.
«Εγώ όλους τους τόπους τους αγαπώ. Μα
πιο πολύ αγαπώ… το Χανγκτσόου.»
Κάποιοι τον κοίταξαν με απορία. «Γιατί το Χανγκτσόου;» ρώτησε ένας από
τους συγκεντρωμένους.
Ο ξένος έγνεψε μεγαλόπρεπα: «Γιατί δεν
έχω πάει ποτέ!»
Για μια στιγμή επικράτησε σιωπή. Και ύστερα ξέσπασαν γέλια. Ακόμη και
δύο κουρασμένοι εργάτες που κουβαλούσαν σακιά άφησαν κάτω το φορτίο τους για να
τον ακούσουν καλύτερα.
Ο ξένος κάθισε πάνω σ’ ένα κασόνι, ξεκρέμασε το σάνξιαν από την πλάτη
του και άρχισε να παίζει έναν γρήγορο, εύθυμο σκοπό. Η μουσική απλώθηκε στην
αυλή σαν ανοιξιάτικος αέρας. Σιγά σιγά μαζεύτηκε κόσμος γύρω του. Οι υπηρέτες. Οι
αχθοφόροι. Ένας νεαρός σταβλίτης.
Μια γριά μαγείρισσα με τα χέρια ακόμη αλευρωμένα.
Η Σου-Σι έδειχνε όλο και πιο ενοχλημένη από την ευκολία με την οποία ο
ξένος είχε μετατρέψει την αυλή σε πανηγύρι. Γύρισε χωρίς λέξη και μπήκε μέσα
στο πέτρινο σπίτι. Το μόνο πλάσμα που συμμεριζόταν πραγματικά τη δυσαρέσκειά
της ήταν το μικρό σκυλάκι της, που γρύλιζε κάθε φορά που ο μουσικός τραγουδούσε
δυνατότερα.
Ακόμη και η Λιάν, που λίγο πριν έκλαιγε σιωπηλά κοντά στο πηγάδι, είχε
σταματήσει τους λυγμούς της και άκουγε τώρα τη μουσική.
Κι εκείνος, μέσα σε λίγη ώρα, είχε μάθει τα ονόματα όλων. Ρωτούσε έναν
έναν. «Πώς σε λένε;» Και αμέσως αυτοσχεδίαζε τραγουδάκια πάνω στο όνομα που
άκουγε.
«Ο Τσεν τρώει σαν τίγλη,
μα φοβάται τη βλοχή!»
Γέλια.
«Η Μέι έχει μάτια φωτιάς,
και χαστούκι δυνατής γλοθιάς!»
Δυνατότερα γέλια.
Στο τέλος κάθε μικρού σκοπού υποκλινόταν μεγαλόπρεπα.
«Αυτό το τλαγούδι είναι δικό σου!»
Όταν έφτασε στη Λιάν, έπαιξε πιο αργά.
«Η Λιάν κοιτά τη γη θλιμμένη,
μα η ψυχή της δεν πεθαίνει…»
Η κοπέλα χαμογέλασε άθελά της.
Ο μουσικός αναπήδησε θριαμβευτικά.
«Νίκη! Η θλίψη ηττήθηκε!»
Την ίδια στιγμή, κοντά στην πύλη, φάνηκε επιτέλους ο Γκούο Ρεν να
επιστρέφει. Ο ξένος τον είδε αμέσως. Σταμάτησε απότομα το παίξιμο, σηκώθηκε
όρθιος και έκανε βαθιά υπόκλιση προς το μικρό ακροατήριό του.
«Κυλίες και κύλιοι!»
Άπλωσε τα χέρια σαν ηθοποιός όπερας.
«Η παλάσταση τελείωσε! Αύλιο πάλι!»
Η Σου-Σι στάθηκε στην πόρτα του πέτρινου σπιτιού και έκανε νόημα στη
Λιάν να την ακολουθήσει μέσα. Η Λιάν μπήκε μισοχαμογελαστή, μισοθλιμμένη.
περπατώντας
στα χωράφια του Νανγκού
Ο Γκούο Ρεν κοίταξε τον ξένο με ένα αυστηρό βλέμμα. «Ποιός είσαι;»
ρώτησε, η φωνή του βαριά, γεμάτη επιτακτικότητα.
Ο
παράξενος γελωτοποιός έκανε μια βαθιά υπόκλιση και χαμογέλασε πλατιά. «Είμαι ο
Γουέι Τζιαν,» απάντησε, «ο γιός του φίλου του πατέλα σας.»
Ο Γκούο Ρεν άφησε ένα μικρό χαμόγελο, σχεδόν ανεπαίσθητο. «Δεν σε
περίμενα τόσο γρήγορα,» είπε. «Σου βάλανε να φάς;»
«Όχι,» αποκρίθηκε ο Γουέι Τζιαν με τον ίδιο ήρεμο τόνο.
«Πεινάς;» ξαναρώτησε ο Γκούο Ρεν.
«Όχι,» απάντησε πάλι ο Γουέι Τζιαν, αυτή τη φορά με ένα μικρό σαρδόνιο
χαμόγελο να παίζει στα χείλη του.
«Καλά,» είπε ο Γκούο Ρεν, «άσε το όργανό σου και έλα να περπατήσουμε.»
Φώναξε δυνατά: «Σου-Σι! Έλα, πάρε το όργανο του Γουέι Τζιαν!»
Αλλά αντί για τη Σου-Σι, ένα χαμόγελο φώτισε την αυλή. Η Λιάν βγήκε,
έλαμπε, και πήρε το σάνξιαν από τα χέρια του Γουέι Τζιαν.
«Εσένα θα σε μάθω μουσική,» είπε ο Γουέι Τζιαν, δίνοντας της το όργανο. Η
Λιάν κοίταξε το όργανο στα χέρια της, ενθουσιασμένη και λίγο διστακτική.
περπατώντας
στα χωράφια του Νανγκού
Ο Γκούο Ρεν περίμενε υπομονετικά και πιάνοντας από τον ώμο τον
περίεργο ξένο τον οδήγησε αργά έξω από
τον περίβολο της αυλής προστατεύοντάς τον από μία άποψη, και έμμεσα οδηγώντας
τον μακρυά από τους εργαζόμενους.
«Ας περπατήσουμε λίγο μακρύτερα» είπε ο Γκούο Ρεν. «Πάμε να δεις τα
χωράφια» και με συνοδεία τον Γουέι Τζιαν βάδιζαν αργά για τα χωράφια. Ο Γκούο
Ρεν με ήρεμη φωνή, σχεδόν συνωμοτικά, και
προσέχοντας να μην τον ακούει κανείς έσκυψε λίγο και του είπε κοντά στο
αυτί.
«Ο άνθρωπος της Νάμπου είπε ότι θα ερχόσουν. Εδώ θα έχεις τον ρόλο του
βοηθού επιστάτη. Έτσι θα μπορείς να κινείσαι ελεύθερα. Τα όριά σου θα είναι
μόνο μέσα στο Νανγκού. Θα ακούς τις εντολές του Λι Σαν. Δεν θα τον υποσκελίζεις
ποτέ. Δεν θα δημιουργήσεις προβλήματα με τους εργαζόμενους. Ο,τι θα σου
φαίνεται ύποπτο θα το αναφέρεις πρώτα στον Λι Σαν. Θέλω καλή συνεργασία με όλους. Διαφορετικά…
θα σε διώξω.»
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε σαρδόνια, λες και η προειδοποίηση αυτή του
Γκούο Ρεν να μην είχε καμμία δικαιοδοσία
πάνω του. Μόλις είδε ο Γουέι Τζιαν ότι
δεν υπήρχε κοντά κανείς με άρθρωση πλέον
καθαρή και χωρίς το προηγούμενο ψεύδισμα σε χαμηλό τόνο, ίσα ίσα που να
ακούγεται απάντησε στον Γκούο Ρεν: «Μην
φοβάστε, άρχοντα. Όλα θα λειτουργήσουν άριστα.»
Ο Γκούο Ρεν σταμάτησε για μια στιγμή, με τα μάτια του να σαρώνουν τον
χώρο. «Δεν πιστεύω να ψευδίζεις στ’ αλήθεια…» Ο Γουέι Τζιαν κούνησε αρνητικά το
κεφάλι του. «Με αυτή τη φωνή δεν θα μπορέσεις να επιβληθείς στους εργάτες.»
«Ξέρω» είπε ο Γουέι Τζιαν. «Αυτό γίνεται όταν θέλω να πλησιάσω
άγνωστους. Όταν δείχνει κανείς αδύναμος, οι άγνωστοι τον συμπονούν. Δεν τον
θεωρούν επικίνδυνο. Τον αφήνουν να έρθει κοντά τους. Κάποιες φορές ξανοίγονται
και οι ίδιοι, μιλάνε. Όλοι κρύβουν κάποια αδυναμία που θέλουν κάπου να την
πουν, να την μοιραστούν.»
«Και ένας παράξενος άγνωστος μπορεί να τους ακούσει…» συμφώνησε ο Γκούο
Ρεν.
«Ναι, αν έχει καταφέρει να τους κάνει να γελάσουν πρώτα» απάντησε ο
Γουέι Τζιαν.
«Πριν από όλα πρέπει όμως να
βρεις από πού μπορεί να γνωρίζονταν οι γονείς μας,» είπε τελικά. «Υποτίθεται
ότι χρωστάμε χάρη στον πατέρα σου. Πρέπει να φτιάξεις μια ιστορία πιστευτή σε
όλους.»
η
κλοπή της Πιάο Γιουάν
Ο Γουέι Τζιαν σκέφτηκε για λίγο και είπε: «Την έχω. Από την εποχή που
επιστάτης ήταν ο Γουάνγκ Λιου. Στις γιορτές ήταν και η Γου Σία με τον Ζανγκ
Κιν. Εκείνος έπαιζε μουσική και τους διασκέδαζε. Τους σέρβιρε η Πιάο Γιουάν, η
αγαπημένη παλλακίδα του πατέρα σας. Αλήθεια, αυτή τί έγινε;» ρώτησε τον Γκούο
Ρεν, σηκώνοντας το φρύδι του αμυδρά.
«Δεν ξέρω,» του αποκρίθηκε ο Γκούο Ρεν. «Δεν την έχω ακούσει.»
«Κάποιοι λένε ότι ακολούθησε έναν στρατιώτη της φρουράς, έναν αξιωματικό
που τον φιλοξένησαν εδώ. Νομίζω τον λέγανε Ρεν Λιάνγκ.» του συμπλήρωσε το κενό
ο Γουέι Τζιαν.
Ο Γκούο Ρεν σιγοκοίταξε τον Γουέι Τζιαν, που ήδη χαμογελούσε πονηρά. Μόνο
ο ήχος από τα πουλιά και το μακρινό κουδούνισμα του νερού από το πηγάδι έσπαγε
τη σιωπή.
μια ανακεφαλαίωση
«Οι σπηλιές έχουν κλείσει όπως
όρισε ο άνθρωπος του διοικητηρίου. Δεν υπάρχουν πλέον πιστοί της αίρεσης των
‘Επιστρεφόντων’.»
«Των ‘Επιτρεπόντων’ σχολίασε κυνικά ο Γουέι Τζιαν.
«Ονόμασέ
τους όπως σε βολεύει. Αν είχαν απομείνει κάποιοι, έφυγαν σήμερα το πρωϊ.»
«Εύχομαι
να έφυγαν όλοι.»
«Κι αν έμειναν κάποιοι, αυτοί δεν πρόκειται να ξανασχοληθούν. Δεν
μπορούν πλέον να συγκεντρώνονται.»
«Και ο Μινγκ Ζενγκ;»
«Αυτός παρέμεινε. Κρατά τα κατάστιχα και τους λογαριασμούς των κτημάτων.
Δεν θα τον αγγίξεις. Έδωσε το λόγο του πως δεν θα ανακατευτεί ξανά.»
«Λένε ότι κάποτε ήταν δικαστής και από τους πιο καλούς. Περίεργο πράμα
αυτοί οι δικαστές να έχουν πάθος με την δικαιοσύνη… Καμιά φορά όμως τα μπερδεύουν.
Άλλο το δίκαιο των νόμων και άλλο εκείνο
που υπηρετεί το λαό.»
«Λοιπόν άκου. Επιστάτης ο Λι Σαν. Σε αυτόν θα αναφέρεσαι. Εσύ θα είσαι ο
βοηθός του. Ο Μινγκ Ζενγκ είναι ο άνθρωπος με τα κατάστιχα. Σε εκείνον θα
αναφέρετε και οι δυο σας όποιο πρόβλημα ανυπακοής. Εκείνος θα αποφασίζει.
Υπεύθυνη στους μεταξοσκώληκες είναι η Χονγκ-Χουά. Σπίτι θα σου βρει ο Λι Σαν. Υπάρχουν αρκετά κενά σπίτια. Από
σήμερα θα εγκατασταθείς μόνιμα εκεί. Έχεις υπάρχοντα;»
«Ένας περιπλανώμενος δεν χρειάζεται πολλά. Μονάχα όσα είναι απαραίτητα για
να επιβιώσει.»
«Και το σάνξιον…»
«Χρειάζεται και αυτό όταν είναι κανείς μόνος.»
«Το σπίτι που θα διαλέξεις δεν μπορεί να είναι
άδειο. Από σήμερα είσαι βοηθός επιστάτη. Πρέπει και το σπίτι να αντανακλά τη
θέση σου. Ο Λι Σαν θα φροντίσει για τα
υπόλοιπα. Θα φέρει ότι λείπει, ξύλινα έδρανα, τραπέζια, κασέλες για τα ρούχα
σου, λυχνάρια λαδιού και τα αναγκαία οικιακά σκεύη.»
ο
γελωτοποιός, ο αναχωρητής και ο Γκούο Ρεν
Ο δρόμος που οδηγούσε από το πέτρινο διοικητήριο στα χωράφια ήταν
στεγνός από τη μεσημεριανή ζέστη. Ο ουρανός απλωνόταν καθαρός πάνω από τις
μουριές και μόνο ένα ελαφρύ αεράκι λύγιζε τις κορυφές τους. Από μακριά
ακούγονταν χτυπήματα ξύλου και οι φωνές εργατών που κουβαλούσαν δεμάτια ρυζιού.
Καθώς βάδιζαν αργά, ο Γκούο Ρεν διέκρινε έναν άνδρα να έρχεται προς το
μέρος τους κρατώντας κατάστιχα δεμένα με μαύρο κορδόνι. Ήταν ο Μινγκ Ζενγκ. Φορούσε
λευκά, καθαρά ενδύματα, λιτά αλλά προσεγμένα. Στο αριστερό του χέρι υπήρχε
δεμένο το λεπτό περιβραχιόνιο του οίκου των Ντου· σκούρο μετάξι, σχεδόν μαύρο,
με ένα μικρό ορθογώνιο περίαπτο από σκαλισμένο νεφρίτη. Από την άκρη του
κρεμόταν λεπτή χρυσή αλυσίδα με έναν κόκκο κόκκινου λίθου που λαμπύριζε στο
φως. Όταν περπατούσε, ακούγονταν χαμηλά μικρά μεταλλικά κουδουνίσματα, τόσο
διακριτικά που έμοιαζαν περισσότερο με προειδοποίηση παρά με στολίδι. Οι
εργάτες συνήθως σώπαιναν όταν άκουγαν αυτόν τον ήχο.
Ο Γουέι Τζιαν, μόλις τον είδε, χαμογέλασε αχνά. «Γειά σου… αδελφέ.»
Η προσφώνηση έμεινε να αιωρείται για μια στιγμή στον ήσυχο δρόμο. Έτσι
αποκαλούνταν μεταξύ τους οι πιστοί των Επιστρεφόντων.
Ο Μινγκ Ζενγκ όμως δεν έδειξε καμία αντίδραση. Ούτε το βλέμμα του δεν
άλλαξε. Μονάχα έγειρε τυπικά το κεφάλι προς τον Γκούο Ρεν. «Άρχοντα.»
«Ερχόσουν να με βρεις;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν.
«Ναι. Για να σας παρουσιάσω τις ελλείψεις.»
Σήκωσε ελαφρά τα κατάστιχα.
«Έφυγαν αρκετοί ώστε να δημιουργηθεί πρόβλημα.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός κι ο Μινγκ Ζενγκ άρχισε να απαριθμεί ήρεμα,
σαν να διάβαζε απογραφή νεκρών.
«Ο Ταν Ζανγκλί. Αρχιεργάτης στις αποθήκες σιτηρών. Ο Φανγκ Γιτιάν.
Ξυλοκόπος, αγωγιάτης και ξυλουργός. Ο Σου Σεν από τα χωράφια του ρυζιού μαζί με
τους δύο μεγαλύτερους γιους του και τη γυναίκα του, τη Ζόυ-Σιαν. Οι δύο
γυναίκες από τα χωράφια, η Ντουάν Χου και η Γκου Μεϊγιού. Ο Γκενγκ Ντο και η
κόρη του, η Γκενγκ Σιαογιού.»
Ο Γουέι Τζιαν άκουγε αμίλητος.
«Δώδεκα άτομα,» κατέληξε ο Μινγκ Ζενγκ. «Όχι αρκετά για να σταματήσει η
εργασία. Αρκετά όμως για να φανεί το κενό τους.»
Ο Γκούο Ρεν ένευσε αργά. «Θα καλυφθούν οι θέσεις.» Έπειτα έδειξε τον
ξένο. «Αυτός είναι ο Γουέι Τζιαν. Ο νέος βοηθός του Λι Σαν.»
Ο Μινγκ Ζενγκ τον κοίταξε λίγο πιο προσεκτικά αυτή τη φορά. Τα μικρά
κουδουνάκια στο περιβραχιόνιό του ακούστηκαν ξανά όταν μετακίνησε το χέρι.
η
υπόθεση της παλλακίδας Πιάο Γιουάν
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε ευγενικά.
«Να… ο Μινγκ Ζενγκ μπορεί να σας βεβαιώσει την ιστορία που σας έλεγα.»
Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε.
«Ήταν πριν δώδεκα χρόνια,» συνέχισε ο Γουέι Τζιαν. «Τότε είχε περάσει
από το Νανγκού ο πατέρας μου, ο Γουέι Νταο-Λιν, αυτοκρατορικός επιθεωρητής
μεταφορών αλατιού. Ταξίδευε προς τα νότια φυλάκια του Γιουνάν και ο άρχοντας
Τσενγκ-Γουέι τον είχε φιλοξενήσει λίγες ημέρες εδώ για να ξεκουραστεί από το
μακρύ ταξίδι.»
Ο Μινγκ Ζενγκ δεν τον διέκοψε.
«Την ίδια περίοδο είχε φτάσει κι ένα μικρό στρατιωτικό απόσπασμα.
Επικεφαλής τους ήταν ένας αξιωματικός ονόματι Ρεν Λιάνγκ.»
Ο Γουέι Τζιαν έστρεψε λίγο το βλέμμα σαν να ξανάβλεπε τη σκηνή. «Τους
υπηρετούσε μια γυναίκα που ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι ευνοούσε ιδιαίτερα. Την
έλεγαν Πιάο Γιουάν. Ήταν από το απομονωμένο χωριό Τζου-Σαν, κοντά στους
ορεινούς δρόμους.»
Ο Γκούο Ρεν χαμήλωσε ανεπαίσθητα τα μάτια. Το επώνυμο “Πιάο” ακουγόταν
ασταθές, σχεδόν σαν κάτι που παρασύρεται από το νερό ή τον άνεμο.
«Μαζί εκείνο το βράδυ βρίσκονταν και η Γου Σία με τον νεαρό Ζανγκ Κιν.
Και οι δύο μουσικοί. Εκείνη τραγουδούσε και εκείνος έπαιζε γκουντσίν. Οι
καλεσμένοι είχαν πιει πολύ κρασί και τους άκουγαν ως αργά.»
Ο αέρας ανακάτεψε απαλά τα φύλλα των δέντρων.
«Το επόμενο πρωί το απόσπασμα αναχώρησε. Μα μαζί τους εξαφανίστηκε και η
Πιάο Γιουάν.»
Τα μικρά κουδουνάκια του Μινγκ Ζενγκ ήχησαν ξανά καθώς μετακίνησε το
βάρος του.
«Ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι το θεώρησε προσωπική προσβολή,» συνέχισε ο
Γουέι Τζιαν. «Δεν ήταν τόσο η γυναίκα· ήταν η ντροπή. Μια ευνοούμενή του είχε
φύγει χωρίς την άδειά του. Αν διαδιδόταν, θα έλεγαν πως δεν μπορούσε ούτε το
ίδιο του το σπίτι να κρατήσει υπό έλεγχο.»
Ο Μινγκ Ζενγκ παρέμενε ακίνητος.
«Θυμάμαι,» είπε ο Γουέι Τζιαν, «ότι κάλεσε ιδιαιτέρως τον πατέρα μου και
τη Γου Σία. Εκείνη προσπάθησε να τον ηρεμήσει. Του είπε πως όταν μια γυναίκα
φεύγει με τη θέλησή της, δεν πρόκειται για κλοπή.»
Για πρώτη φορά ο Μινγκ Ζενγκ σήκωσε ελαφρά το βλέμμα.
«Ύστερα η Γου Σία είπε: “Καλέστε
τον Μινγκ Ζενγκ. Ήταν δικαστής. Κάτι θα
γνωρίζει περισσότερο από εμάς για τέτοια ζητήματα.”»
Ησυχία απλώθηκε για λίγο στον δρόμο.
Ο Γκούο Ρεν γύρισε προς τον Μινγκ Ζενγκ. «Τα θυμάσαι;»
Ο πρώην δικαστής ακούμπησε τα κατάστιχα πάνω στο χέρι του. Ο κόκκινος
λίθος στο περιβραχιόνιο λαμπύρισε για μια στιγμή κάτω από τον ήλιο. «Ναι,» είπε
ήρεμα. «Τα θυμάμαι.»
Ο Μινγκ Ζενγκ έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ο άνεμος μετακίνησε απαλά το
λευκό μανίκι του και τα μικρά μεταλλικά κουδουνίσματα ακούστηκαν ξανά, χαμηλά
και κοφτά. Ύστερα σήκωσε το βλέμμα του προς τον Γκούο Ρεν, σαν να αποφάσιζε αν
άξιζε να ξαναφέρει στη μνήμη του εκείνη την ιστορία.
«Ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι ήταν πράγματι εξοργισμένος,» είπε τελικά. «Όχι
μόνο επειδή έφυγε η Πιάο Γιουάν. Αυτό θα μπορούσε να το κρύψει. Το χειρότερο
ήταν πως συνέβη ενώ φιλοξενούσε τον Γουέι Νταο-Λιν, αυτοκρατορικό επιθεωρητή
αλατιού. Έναν άνθρωπο της διοίκησης.
Έναν άνθρωπο που αργότερα θα μιλούσε για το Νανγκού σε άλλους άρχοντες.»
Ο Γουέι Τζιαν δεν μιλούσε πλέον. Παρακολουθούσε προσεκτικά.
«Ο Τσενγκ-Γουέι περπατούσε πάνω κάτω σαν πληγωμένη τίγρη,» συνέχισε ο
Μινγκ Ζενγκ. «Θυμάμαι πως είχε αναποδογυρίσει μόνος του ένα τραπέζι από θυμό.
Έλεγε ξανά και ξανά πως κάποιος που του είχε προσφέρει στέγη, τροφή και κρασί,
του ανταπέδωσε τη φιλοξενία του με ύπουλο τρόπο. Έτσι το έβλεπε. Όχι σαν φυγή
γυναίκας. Σαν προσβολή μέσα στο ίδιο του το σπίτι.»
Ο ήλιος έπεφτε λοξά πάνω στον δρόμο και το φως γυάλιζε στον μικρό
κόκκινο λίθο του περιβραχιονίου.
«Όταν έφτασα,» είπε ο Μινγκ Ζενγκ, «ο άρχοντας είχε ήδη αποφασίσει να
στείλει άνδρες να τους κυνηγήσουν. Να φέρουν πίσω την Πιάο Γιουάν δεμένη αν
χρειαζόταν.»
Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε ελαφρά.
«Η Γου Σία ήταν εκείνη που τον συγκράτησε. Του είπε πως αν άρχιζαν να κυκλοφορούν
στρατιώτες στους δρόμους για μια γυναίκα, τότε όλοι θα μάθαιναν τι είχε συμβεί.
Μέχρι κι οι έμποροι των περασμάτων.»
Ο Μινγκ Ζενγκ χαμήλωσε λίγο το βλέμμα, σαν να θυμόταν ακόμη εκείνη τη
νύχτα.
«Ρώτησα τότε αν γνώριζαν κάτι για τον αξιωματικό, τον Ρεν Λιάνγκ. Κι
ένας από τους φρουρούς είπε πως ήταν από το ίδιο χωριό με την Πιάο Γιουάν. Από
το Τζου Σαν.»
Ο Γουέι Τζιαν έγνεψε ελαφρά, σαν να επιβεβαίωνε τα λόγια.
«Έπειτα μάθαμε κάτι ακόμη. Πριν χρόνια, όταν η Πιάο Γιουάν ζούσε ακόμη εκεί,
οι οικογένειές τους είχαν μιλήσει για αρραβώνα. Δεν είχε ολοκληρωθεί ποτέ· η
φτώχεια της οικογένειάς της την έφερε εδώ. Όμως τέτοιες υποσχέσεις στα χωριά
δεν ξεχνιούνται εύκολα.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε αμίλητος.
«Τότε κατάλαβα πως το να τη φέρναμε πίσω θα ήταν πολύ χειρότερο.»
Ο Μινγκ Ζενγκ σήκωσε αργά το κεφάλι.
«Μια γυναίκα που έφυγε μόνη της δεν επιστρέφει ποτέ πραγματικά.
Επιστρέφει μόνο το σώμα της. Το μυαλό της έχει ήδη φύγει αλλού.»
Τα κουδουνάκια ακούστηκαν ξανά.
«Και οι άπιστες… πάντα άπιστες μένουν.»
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε αμυδρά, σχεδόν ανεπαίσθητα.
Ο Μινγκ Ζενγκ συνέχισε:
«Έτσι είπα στον Τσενγκ-Γουέι πως υπήρχε τρόπος να διασωθεί η αξιοπρέπειά
του χωρίς θόρυβο. Να μη μιλήσει κανείς για φυγή. Να ειπωθεί απλώς πως η Πιάο
Γιουάν απομακρύνθηκε επειδή είχε προϋπάρχουσα υπόσχεση γάμου και πως ο ίδιος ο
άρχοντας, δείχνοντας μεγαλοψυχία, της επέτρεψε να φύγει.»
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε προσεκτικά.
«Στην αρχή αρνήθηκε. Ο εγωισμός του δεν το δεχόταν. Ύστερα όμως ο πατέρας
σου…» είπε κοιτώντας τον Γουέι Τζιαν, «του επισήμανε κάτι σωστό.»
Ο Γουέι Τζιαν ανασήκωσε ελαφρά το φρύδι.
«Πως ένας άρχοντας δεν μικραίνει όταν αφήνει μια γυναίκα να φύγει.
Μικραίνει όταν δείχνει πως δεν μπορεί να το αντέξει.»
Για πρώτη φορά κάτι σαν σκιά χαμόγελου πέρασε από το πρόσωπο του Μινγκ
Ζενγκ.
«Αυτό τον ηρέμησε.»
Ο αέρας σκόρπισε λίγη σκόνη στον δρόμο.
«Έτσι το θέμα έκλεισε. Δεν στάλθηκαν άνδρες. Δεν γράφτηκε τίποτα στα
αρχεία. Και μετά από λίγες εβδομάδες, όλοι άρχισαν να μιλούν για άλλο πράγμα.»
Ο Μινγκ Ζενγκ έσφιξε ελαφρά τα κατάστιχα κάτω από το χέρι του. «Αυτό
κάνουν συνήθως οι άνθρωποι. Ξεχνούν γρήγορα… όταν τους δοθεί ένας αξιοπρεπής
τρόπος να ξεχάσουν.»
Για λίγο κανείς δεν μίλησε. Μόνο οι ήχοι του κτήματος έφταναν αμυδρά ως
τον δρόμο· ένα κάρο που έτριζε κάπου μακριά, το χτύπημα ξύλου πάνω σε ξύλο, οι
φωνές δυο παιδιών κοντά στα αυλάκια του νερού.
Ο Γκούο Ρεν είχε μείνει σκεφτικός. «Παράξενη ιστορία,» είπε χαμηλόφωνα.
«Κι όμως… δεν την είχα ξανακούσει ποτέ.»
«Οι περισσότερες ιστορίες δεν λέγονται. Σε κάποιες λέγεται ένα κομμάτι
τους, αλλά ποτέ ολόκληρες,» αποκρίθηκε ο
Μινγκ Ζενγκ. «Μόνο όσο χρειάζεται κάθε φορά.»
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε πάλι με εκείνον τον τρόπο που έκανε δύσκολο να
καταλάβει κανείς αν αστειευόταν ή δοκίμαζε τους άλλους. «Και τώρα χρειάστηκε να
ειπωθεί»
Ο Μινγκ Ζενγκ γύρισε αργά προς το μέρος του. «Εσύ την έφερες στη
συζήτηση.»
Ο Γουέι Τζιαν έσκυψε ελαφρά το κεφάλι, σαν να δεχόταν το χτύπημα χωρίς
να ενοχλείται.
η
κάλυψη των κενών θέσεων
Ο Γκούο Ρεν έκανε ένα βήμα μπροστά. «Αρκετά με τα περασμένα. Οι άνθρωποι
έφυγαν σήμερα το πρωί. Αυτό έχει σημασία τώρα.» Κοίταξε τον Μινγκ Ζενγκ. «Ποιό
είναι το σοβαρότερο κενό;»
«Ο Ταν Ζανγκλί,» απάντησε αμέσως εκείνος. «Οι αποθήκες σιτηρών δεν είναι
εύκολη δουλειά. Ήξερε τα κλειδιά, τις ποσότητες, ποιο σακί είχε υγρασία και
ποιο όχι. Αν γίνει λάθος εκεί, θα το καταλάβουμε μήνες αργότερα.»
«Ποιος άλλος;»
«Ο Φανγκ Γιτιάν. Αυτός είναι πιο δύσκολη απώλεια απ’ όσο φαίνεται. Έκανε
τρεις δουλειές μόνος του. Έκοβε ξυλεία, επισκεύαζε άμαξες και οδηγούσε τα κάρα
μέχρι τον νότιο δρόμο.»
Ο Γκούο Ρεν ένευσε σιωπηλά.
«Για τα χωράφια θα βρεθούν χέρια,» συνέχισε ο Μινγκ Ζενγκ. «Για τις
αποθήκες όμως όχι εύκολα.»
Ο Γουέι Τζιαν ανασήκωσε ελαφρά το κεφάλι. «Ο Λι Σαν ξέρει να μετρά σιτηρά;»
«Ξέρει,» απάντησε ο Γκούο Ρεν πριν μιλήσει ο άλλος. «Αλλά δεν μπορεί να
είναι παντού.»
«Τότε ίσως πρέπει να μάθω κι εγώ.»
Ο Μινγκ Ζενγκ τον παρατήρησε προσεκτικά.
«Οι άνθρωποι που ζητούν γρήγορα ευθύνες συνήθως είτε είναι πολύ πρόθυμοι
και ριψοκίνδυνοι είτε πολύ αφελείς.»
«Και ποιο από τα δύο πιστεύετε πως είμαι;»
Ο πρώην δικαστής δεν απάντησε αμέσως. Το βλέμμα του στάθηκε για λίγο
πάνω στο πρόσωπο του Γουέι Τζιαν, ύστερα κατέβηκε στα χέρια του, σαν να
προσπαθούσε να καταλάβει αν ήταν χέρια ανθρώπου που είχε πραγματικά δουλέψει.
«Στους αφελείς σίγουρα δεν ανήκεις. Τώρα για τα υπόλοιπα είναι νωρίς για
να αποφανθεί κανείς» απάντησε ο Μινγκ Ζενγκ.
τα
ευρήματα στα εγκαταλειμμένα σπίτια
Μια μικρή σιωπή απλώθηκε πάλι ανάμεσά τους.
Έπειτα ο Μινγκ Ζενγκ ξετύλιξε ελαφρά
ένα από τα κατάστιχα. «Υπάρχει κι άλλο
ζήτημα.»
Μια μικρή σιωπή απλώθηκε πάλι ανάμεσά τους.
Έπειτα ο Μινγκ Ζενγκ ξετύλιξε ελαφρά
ένα από τα κατάστιχα. «Υπάρχει κι άλλο ζήτημα.»
Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε. «Τι;»
«Το σπίτι του Σου Σεν.»
«Τι έχει;»
«Έμεινε ανοιχτό όταν έφυγαν.»
Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε.
«Μερικοί από τους εργάτες φοβούνται να μπουν μέσα,» συνέχισε ο Μινγκ
Ζενγκ. «Λένε πως άφησαν πίσω πράγματα περίεργα…»
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε αμυδρά. «Σύμβολα της πίστης τους;»
«Όχι. Φυλαχτά επίκλησης δυνάμεων, σκοτεινών.»
«Σαν τι;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν.
Ο Μινγκ Ζενγκ άνοιξε το κατάστιχο περισσότερο και άρχισε να απαριθμεί: «Ένα
μικρό αγαλματίδιο από μαύρο όνυχα, σκαλισμένο με μορφή Τσι Τσι, του πνεύματος της
γονιμότητας και της γης, το οποίο οι Σου Σεν φοβούνταν να ενοχλήσουν. Πίστευαν
πως αν το σπίτι χρησιμοποιούνταν από άλλους, η γη θα παρέμενε άγονη, σαν
κατάρα.»
«Αυτό μόνο;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν.
Ο
Μινγκ Ζενγκ, έβγαλε από το εσωτερικό του μανδύα του μια σειρά από κοκκάλινες
χάντρες δεμένες σε κόμβους.
«Κόκκινες χάντρες;» είπε με απορία ο Γκούο Ρεν.
«Ναι, αλλά όχι οποιεσδήποτε» του
απάντησε ο Μινγκ Ζενγκ. «Σχηματίζουν το σχήμα του Χου Λονγκ, του μυθικού Δράκου
του Ποταμού. Τοποθετήθηκαν για να προστατεύουν την οικογένεια από ανεπιθύμητες
παρεμβάσεις… και για να θυμίζουν πως η εξουσία της γης δεν παραχωρείται σε
ξένους.»
«Το χειρότερο;» είπε ο Μινγκ Ζενγκ με δισταγμό χαμηλώνοντας τη φωνή του.
«Υπάρχει ένα… πιο σκοτεινό. Το λένε Σιάνγκ Γιου — ένα φυλαχτό που η ίδια η
ενέργειά του μπορεί να επιτεθεί σε ολόκληρη την κοινότητα. Τοποθετήθηκε για να
σαμποτάρει τα χωράφια και τις σοδειές του Νανγκού. Αν ποτέ ενεργοποιηθεί, τα
σιτηρά θα μαραθούν, οι αποθήκες θα στερέψουν και η πείνα θα χτυπήσει το Νανγκού σαν κατάρα. Λένε πως το πνεύμα που
κατοικεί μέσα του είναι μισοζωντανό, μισοκαταραμένο, και τρέφεται από τον φόβο
και τη δυστυχία των ανθρώπων.»
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε με νόημα. «Αυτά θα είναι σύμβολα των
‘Επιστρεφόντων’.»
«Όχι,» απάντησε ο Μινγκ Ζενγκ. «Όσοι ακολουθούν τη λογική δεν βασίζονται
ποτέ σε ανορθόλογες πίστεις…»
«Που ακολουθούν τη λογική;» διέκοψε ειρωνικά ο Γουέι Τζιαν. «Αν είναι
ποτέ λογικό να διαρρηχθούν οι δεσμοί σε μια κοινωνία…»
«Μπορεί να πίστευαν παράλληλα και σε άλλα μονοπάτια,» διαπίστωσε ο Γκούο
Ρεν. «Σε κάποιους ποτέ δεν είναι αρκετός ένας δρόμος. Θέλουν να έχουν και
βοηθητικά μονοπάτια.»
«Ίσως…» απάντησε ο Μινγκ Ζενγκ. «Όπως και να έχει, αυτά είναι σύμβολα εκδίκησης.»
Μια αίσθηση ψυχρής σιωπής έπεσε. «Οι άνθρωποι φοβούνται περισσότερο ό,τι
δεν βλέπουν, φοβούνται για αυτό που θα έρθει.» είπε ο Μινγκ Ζενγκ ψυχρά.
Ο Γκούο Ρεν έδειξε εκνευρισμένος. «Ανοησίες χωρικών.»
«Ίσως,» αποκρίθηκε ο πρώην δικαστής. «Αλλά οι ανοησίες των χωρικών
γίνονται εύκολα φήμες. Και οι φήμες γίνονται φόβος.»
Ο αέρας κόπασε για λίγο. Το μεσημεριανό φως έπεφτε τώρα κάθετα πάνω
τους.
Τότε ο Γουέι Τζιαν είπε ήρεμα: «Θα μείνω εγώ εκεί.»
Ο Γκούο Ρεν γύρισε απότομα. «Στο σπίτι του Σου Σεν;»
«Γιατί όχι; Είναι άδειο. Και αν υπάρχουν φαντάσματα των Επιστρεφόντων…»
χαμογέλασε, «…ίσως θελήσουν να μου μιλήσουν.»
Ο Μινγκ Ζενγκ τον κοίταξε ακίνητος. Για πρώτη φορά, τα μικρά κουδουνάκια
στο περιβραχιόνιό του δεν ακούστηκαν καθόλου.
«Όχι. Σήμερα θα κατεδαφιστεί. Όποιος φέρθηκε αχάριστα στη γη που τον
φιλοξένησε για χρόνια δεν έχει το δικαίωμα της μνήμης, της αναφοράς του
ονόματός του. Η οικογένεια του Σου Σεν θα διαγραφεί από τα αρχεία μας. Δεν
υπήρξαν ποτέ εδώ. Αυτό θα το κάνεις αμέσως. Ο Λι Σαν με εργάτες θα γκρεμίσει το
σπίτι και θα μεταφέρουν έξω από τα κτήματά μου τις πέτρες, τα ξύλα και ό,τι
άλλο έχουν αφήσει εκεί. Τα φυλαχτά θα καούν εκεί μακρυά, εκεί που θα
διασκορπίσουν τα υλικά.»
τα
ξυλόγλυπτα με τις «αδελφές ψυχές»
Ο
Γκούο Ρεν έδειχνε έτοιμος να κλείσει τη συζήτηση, όμως ο Μινγκ Ζενγκ κράτησε
ακόμη ανοιχτό το κατάστιχο.
«Άδειο έμεινε επίσης και το σπίτι της Ντουάν Χου και
της Γκου Μεϊγιού,» είπε.
Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε ανεπαίσθητα. «Εκείνο το σπίτι…»
«Ναι,» αποκρίθηκε ο Μινγκ Ζενγκ ήρεμα. «Το απομονωμένο.»
Ο Γουέι Τζιαν έδειξε ενδιαφέρον. «Πού βρίσκεται;»
«Πίσω από τους παλιούς ορυζώνες. Στο στενό μονοπάτι που οδηγεί προς τα
εγκαταλειμμένα πηγάδια.» Ο Μινγκ Ζενγκ μιλούσε χωρίς συναισθηματισμό, σαν να
κατέγραφε πράγματα ήδη τελειωμένα. «Μικρό σπίτι, αλλά προσεγμένο. Με ξύλινη
βεράντα και χαμηλή περίφραξη από μπαμπού.»
Σταμάτησε για λίγο.
«Οι περισσότερες γυναίκες δεν πλησίαζαν συχνά εκεί.»
«Γιατί;» ρώτησε ο Γουέι Τζιαν.
Ο Μινγκ Ζενγκ σήκωσε ελαφρά το βλέμμα. «Είχαν φυτέψει γύρω από το σπίτι
πικροδάφνες και αγκαθωτούς θάμνους αρτεμισίας. Παλιές προλήψεις. Κάποιοι
πίστευαν πως τέτοια φυτά κρατούν μακριά τα κακά πνεύματα… ή τους ανθρώπους.»
Ο Γκούο Ρεν αναστέναξε χαμηλά.
«Οι χωρικοί έλεγαν πολλά για εκείνες.»
«Οι χωρικοί μιλούν πάντα όταν δεν
καταλαβαίνουν κάτι,» αποκρίθηκε ο Μινγκ Ζενγκ.
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε ελαφρά. «Και τι δεν καταλάβαιναν;»
Ο πρώην δικαστής τον κοίταξε ακίνητος για μια στιγμή.
«Το γιατί δύο γυναίκες προτιμούσαν να ζουν μόνες τους.»
Ο αέρας πέρασε ανάμεσα από τις μουριές και για λίγο κανείς δεν μίλησε.
Ύστερα ο Μινγκ Ζενγκ συνέχισε:
«Όταν ανοίξαμε το σπίτι μετά την
αναχώρησή τους… βρέθηκαν διάφορα πράγματα.»
Ο Γκούο Ρεν χαμήλωσε το βλέμμα σαν να μην ήθελε να επανέλθει σε εκείνη
την εικόνα.
«Η Γκου Μεϊγιού φαίνεται πως είχε ταλέντο στην ξυλογλυπτική,» είπε ο
Μινγκ Ζενγκ. «Υπήρχαν μικρά ξυλόγλυπτα παντού. Κρυμμένα σε κουτιά, μέσα σε
υφάσματα, ακόμη και κάτω από το κρεβάτι.»
Ο Γουέι Τζιαν έδειξε τώρα πραγματική περιέργεια. «Τι παρίσταναν;»
Ο Μινγκ Ζενγκ δίστασε ελάχιστα. «Γυναίκες.
«Μόνο γυναίκες;»
«Ναι.»
Τα κουδουνάκια στο περιβραχιόνιό του ακούστηκαν απαλά καθώς μετακίνησε
το χέρι.
«Γυναίκες που αγκαλιάζονταν. Που φιλιούνταν. Άλλες ξαπλωμένες
αντικριστά, να κοιτά η μία την άλλη. Άλλες πλεγμένες μαζί σαν να χόρευαν.»
Ο Γκούο Ρεν έδειξε δυσφορία. «Χυδαία πράγματα.»
«Ίσως,» είπε ψυχρά ο Μινγκ Ζενγκ. «Όμως καλοφτιαγμένα.»
Ο Μινγκ Ζενγκ δίστασε για πρώτη φορά προτού συνεχίσει, σαν να
αναρωτιόταν αν άξιζε να περιγράψει όσα είχαν βρεθεί μέσα στο σπίτι.
«Η Γκου Μεϊγιού,» είπε τελικά, «δεν έφτιαχνε απλά διακοσμητικά.»
Ο Γουέι Τζιαν έγειρε ελαφρά το κεφάλι. «Τι εννοείτε;»
Ο πρώην δικαστής πήρε μια αργή ανάσα.
«Τα περισσότερα ξυλόγλυπτα ήταν μικρά, αρκετά ώστε να κρύβονται στην
παλάμη. Σκαλισμένα από μαλακό ξύλο καμφοράς. Δύο γυναίκες αγκαλιασμένες γυμνές
κάτω από πέπλα. Άλλες ξαπλωμένες η μία πάνω στην άλλη, με τα πόδια μπλεγμένα.
Υπήρχαν μορφές που φιλιούνταν στόμα με στόμα, άλλες που κρατούσαν η μία το
πρόσωπο της άλλης, ερωμένες που αποχαιρετιούνταν
μετά από χρόνια. Σε ένα άλλο δυο γυναίκες γυμνές όρθιες μέσα στα ενωμένα χέρια
τους κρατούσαν ένα καμτσίκι με πορεία προς το κάτω. »
Ο Γκούο Ρεν χαμήλωσε το βλέμμα με εμφανή δυσφορία.
Ο Μινγκ Ζενγκ συνέχισε ατάραχος: «Ένα από τα ξυλόγλυπτα έδειχνε δύο
γυναίκες καθισμένες αντικριστά πάνω σε άνθη λωτού, γυμνές από τη μέση και πάνω,
με τα μέτωπά τους ενωμένα. Πίσω τους
ήταν σκαλισμένες δύο χρυσές ορχιδέες με μπλεγμένους μίσχους, δουλεμένες με τόση
λεπτομέρεια ώστε έμοιαζαν σχεδόν ζωντανές.»
Ο Γουέι Τζιαν ανασήκωσε ελαφρά το φρύδι.
«Οι Χρυσές Ορχιδέες… Παλιό σύμβολο.»
«Ναι,» είπε ο Μινγκ Ζενγκ. «Σε ορισμένες νότιες επαρχίες οι γυναίκες που
ορκίζονταν πίστη η μία στην άλλη αντάλλασσαν ορχιδέες ή φορούν κεντήματα με
δεμένους μίσχους. Άλλοι το έλεγαν αδελφότητα. Άλλοι το θεωρούσαν κάτι
βαθύτερο.»
Τα μικρά κουδουνάκια στο περιβραχιόνιό του ήχησαν χαμηλά καθώς
μετακίνησε το χέρι.
«Οι χωρικοί πιστεύουν πως οι χρυσές ορχιδέες συμβολίζουν δεσμούς που δεν
λύνονται εύκολα. Σχέσεις που μένουν κρυφές από τα μάτια του κόσμου, αλλά
ριζώνουν βαθιά σαν φυτά που ανθίζουν μακριά από τον ήλιο.»
«Η
Γκου Μεϊγιού φαίνεται πως γνώριζε καλά αυτόν τον συμβολισμό,» συνέχισε ο Μινγκ
Ζενγκ. «Κανένα από τα ξυλόγλυπτα δεν έμοιαζε πρόχειρο ή φτιαγμένο από
περιέργεια. Ήταν έργα ανθρώπου που προσπαθούσε να κρατήσει ζωντανή μια μνήμη… ή
έναν όρκο.»
Για μια στιγμή κανείς δεν μίλησε.
Ύστερα ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε αχνά.
«Τότε ίσως αυτά τα γλυπτά να μην ήταν χυδαία αντικείμενα, αλλά μικρά κρυμμένα
φυλαχτά για γυναίκες που δεν μπορούσαν να αγαπήσουν ελεύθερα, για τις γυναίκες
που προτιμούν άλλες γυναίκες.»
«Στο σπίτι βρέθηκε και κάτι ακόμη,» είπε ο Μινγκ Ζενγκ χαμηλώνοντας
ελαφρά τη φωνή του.
Ο
Γκούο Ρεν τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει.
«Στο πίσω δωμάτιο, κοντά στο παράθυρο που έβλεπε προς τα παλιά πηγάδια,
υπήρχε μια μεγάλη πήλινη λεκάνη. Μέσα της είχε φυτευτεί πικροδάφνη.»
Ο Γκούο Ρεν ανασήκωσε αχνά το φρύδι.
«Μέσα στο σπίτι;»
«Ναι,» αποκρίθηκε ο Μινγκ Ζενγκ. «Καλοφροντισμένη. Κάποιος την πότιζε
συχνά μέχρι την τελευταία ημέρα. Τα άνθη της ήταν ανοιχτά ακόμη όταν μπήκαμε.»
«Σε ορισμένα μέρη γυναίκες που ανταλλάσσουν
άνθη πικροδάφνης δίνουν μεταξύ τους σιωπηλό όρκο πίστης. Θεωρούν πως ο δεσμός
τους είναι όμορφος σαν λουλούδι και επικίνδυνος σαν δηλητήριο. Καλύτερα ένας
επικίνδυνος αληθινός δεσμός παρά ένας ασφαλής ψεύτικος γάμος. Κάποιες βράζουν και πίνουν το ζωμό από τα
φύλλα της όταν βρίσκονται μαζί και οι δύο. Λένε πως έτσι η μνήμη μιας γυναίκας
μένει κοντά στην άλλη ακόμη κι όταν αυτές χωρίζονται.»
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε αχνά. Ο Γκούο Ρεν άκουγε με απορία. Για μια
στιγμή κανείς δεν μίλησε.
«Υπήρχε κι ένα άλλο γλυπτό,» πρόσθεσε ο Μινγκ Ζενγκ χαμηλότερα. «Πιο
χυδαίο από τα υπόλοιπα. Δύο γυναικεία σώματα πλεγμένα μεταξύ τους πάνω σε
στρώμα, με τα μαλλιά τους ενωμένα σαν ένας μόνο μαύρος ποταμός. Όποιος το
έφτιαξε… δεν το έκανε από περιέργεια. Το έκανε από μνήμη.»
Για λίγο κανείς δεν μίλησε.
Ύστερα ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε αχνά. «Ίσως τελικά η Γκου Μεϊγιού να
ήταν καλύτερη τεχνίτρια απ’ όσο εργάτρια στα χωράφια. Αυτή η Γκου Μεϊγιού είχε
περισσότερο ταλέντο απ’ όσο νόμιζαν οι άνθρωποι εδώ. Τα κρυφά ταλέντα
ανακαλύπτονται αργά. »
Ο Γκούο Ρεν του έριξε κοφτή ματιά. «Δεν είναι αστείο.»
«Δεν γελάω με αυτό,» απάντησε ήρεμα ο Γουέι Τζιαν. «Γελάω με το πόσο
φοβούνται οι άνθρωποι ο,τιδήποτε δεν μπορούν να ονομάσουν καθαρά.»
Ο Μινγκ Ζενγκ έκλεισε αργά το κατάστιχο. «Το σπίτι τους παραμένει
κλειστό. Κανείς δεν θέλει να μείνει εκεί.»
«Επειδή φοβούνται τις πικροδάφνες ή τα ξυλόγλυπτα;» τον ρώτησε ο Γουέι
Τζιαν.
«Επειδή φοβούνται πως κάποιοι άνθρωποι αφήνουν πίσω τους περισσότερα από
αντικείμενα.» απάντησε ο Μινγκ Ζενγκ.
«Τα ξυλόγλυπτα τα θέλετε;» είπε ο Γουέι Τζιαν στον Γκούο Ρεν.
«Όχι.»
«Δεν είναι κρίμα να τα πετάξουμε; Φτιάχθηκαν με στοργή και μεράκι.»
«Να μην τα δει κανείς. Καταστρέψτε τα, κάψτε τα, κάνε τέ τα ό,τι θέλετε»
απάντησε ο Γκούο Ρεν.
«Λέω να τα βάλω σε ένα κουτί και
να τα στείλω σε κάποιες γνωστές μου. Έκπληξη,» είπε ο Γουέι Τζιαν με ένα λεπτό
χαμόγελο.
Ο Μινγκ Ζενγκ τον κοίταξε, σα να μην ήξερε αν θα έπρεπε να κουνήσει το
κεφάλι ή να σιωπήσει. «Γνωστές σου;»
«Ναι,» είπε ο Γουέι Τζιαν. «Κάποιες από τις γυναίκες που είναι “αδελφές
ψυχές”. Στη Σαγκάη, η Λιου Τζιν και η Χανγκ Γιου φροντίζουν να κρατούν ζωντανές
τις σχέσεις μεταξύ τους. Στο Σουζού, η Ζενγκ Μεν και η Τσανγκ Λι θα παίζουν με
τα ξυλόγλυπτα που θα τους στείλω σαν να
ξαναζούν τις ιστορίες που είχαν δει και ένιωσαν.»
Ο Γκούο Ρεν σηκώθηκε με δυσπιστία. «Λές πως είναι… αδελφές ψυχές;»
«Ναι,» απάντησε ο Γουέι Τζιαν. «Κορίτσια σαν αυτές ζούν μαζί, μοιράζονται
κρεβάτια, αντικείμενα, και όνειρα. Υπάρχει η Χουάνγκ Τσενγκ και η Σου Γιουάν
στη Χανγκτσόου, που κρατούν μυστικές τελετές συμβίωσης, όχι για να αμαρτήσουν,
αλλά για να μοιραστούν τη ζωή τους και την ψυχή τους.»
Ο Μινγκ Ζενγκ χαμήλωσε το βλέμμα. «Και οι ξυλογλυπτικές παραστάσεις;»
«Είναι για εκείνες,» είπε ο Γουέι Τζιαν. «Κάθε ξυλόγλυπτο από την
επιθυμία της Τζουάν Χου και της Γκου Μεϊγιού θυμίζει εκείνη τη γυναίκα
ευγενικής καταγωγής και της υπηρέτριά της, που μοιράζονταν το ίδιο κρεβάτι και
τα ίδια μυστικά. Μέχρι που η οικογένεια της αρχοντοπούλας έδιωξε την ταπεινή
θεραπαινίδα και ανάγκασε την πλουσιοκόρη να παντρευθεί. Υπήρχε η Σου Τιέν και η
Λιου Τζιν, που κοιτούσαν η μία την άλλη πάνω από άνθη λωτού και ένιωθαν την
καρδιά τους να συνδέεται. Είναι οι «αδελφές ψυχές» που ξαναζούν μέσα από αυτά
τα αντικείμενα. Και οι ιστορίες τους θα ταξιδέψουν από τη Σαγκάη στη Σουζού,
από τη Χανγκτσόου στην Ναντζίνγκ, σαν μικρές εκθέσεις μυστικού έρωτα.»
Ο Γκούο Ρεν σφίγγοντας τα χείλη είπε αργά: «Και θεωρείς ότι είναι…
ασφαλές; Να τα στείλεις σε άλλες
πόλεις;»
«Ασφαλές;» επανέλαβε ο Γουέι Τζιαν, χαμογελώντας απαλά. «Ασφαλές με την
έννοια που οι άνθρωποι φοβούνται. Όχι, ίσως. Αλλά η αγάπη δεν έχει ανάγκη από
ασφάλεια. Θα φτάσουν σε αυτά τα σπίτια, θα κρυφτούν ανάμεσα σε άλλες
καθημερινότητες, και θα θυμίζουν σε όσες τα βλέπουν ότι υπάρχουν σχέσεις που
δεν ορίζονται από την κοινωνία ή το νόμο, αλλά από την καρδιά και την ψυχή.»
«Καλά. Αρκεί να εξαφανιστούν από εδώ.» συγκατάνευσε ο Γκούο Ρεν.
«Θα μπορούσα να εγκατασταθώ εκεί» πρότεινε ο Γουέι Τζιαν. «Γυναίκες
έμεναν, το σπίτι θα πρέπει να είναι σε τάξη.»
«Αν δεν σε ενοχλεί με το ποιές έμεναν λίγο πιο πριν εκεί…» του
ανταπάντησε ο Γκούο Ρεν.
«Το σπίτι δεν ευθύνεται για το ποιοι το χρησιμοποιούν.»
«Κάποιες φορές μένει η παρουσία τους, σαν το άρωμα που είχε διαποτίσει
βαθειά τους τοίχους και δεν φεύγει…» είπε ο Γκούο Ρεν. «Αλλά αφού επιμένεις…
Μόλις εμφανιστεί ο Λι Σαν θα πας μαζί με τα πράγματά σου εκεί.»
Ο Γκούο Ρεν στράφηκε προν τον Μινγκ Ζενγκ. «Πήγαινε και συ μαζί τους.
Ελέγξτε αν δείτε κάτι περίεργο, κάτι ύποπτο. Τα γλυπτά αυτής της Γκου Μεϊγιού θα
συσκευαστούν και δεν θα τα ξαναδεί ανθρώπου μάτι.»
το
κενό σπίτι του πατέρα και της πρωτότοκης
«Με το σπίτι του Γκενγκ Ντο, τί θα γίνει;» ρώτησε ο Μινγκ Ζενγκ τον
Γκούο Ρεν.
«Αυτό θα το κάνουμε…» ξεκίνησε να απαντήσει ο άρχοντας Γκούο Ρεν, μα
ακόμη δεν είχε αποφασίσει για την μελλοντική χρήση του άδειου σπιτιού. Με φωνή
χαμηλή, σχεδόν σιγανή, μίλησε και στους δύο: «Υπάρχουν φήμες, ψίθυροι που
κυκλοφορούν ανάμεσα στους υπηρέτες… για την πρωτότοκη κόρη, τη Σιαογιού, και
τον πατέρα της.»
Ο Μινγκ Ζενγκ ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνά την πλάτη του. «Φήμες;»
ρώτησε, κρατώντας την ψυχραιμία του.
«Ναι,» είπε ο Γκούο Ρεν. «Η Λανφέν είχε υπονοήσει κάποτε ότι τους είχε
δει να βγαίνουν σιωπηλοί από την παλαιά αποθήκη των σιτηρών. Και ο Πενγκ Λου
είπε ότι συνήθως έβλεπε μόνο τη Σιαογιού και τον πατέρα της να ανεβαίνουν
χέρι-χέρι προς τους λόφους. Τίποτα δεν είναι επιβεβαιωμένο, αλλά όταν
συγκεντρώνεται κόσμος, ποτέ δεν ξέρει κανείς μέσα στη γιορτή, μέσα στη μάζωξη,
ποιοι κρύβονται και ανασαίνουν ελεύθερα και αυτοί μέσα της.»
Ο Μινγκ Ζενγκ σκέφτηκε για λίγο, νιώθοντας την αίσθηση μιας ενοχής να
αιωρείται πάνω του και πίσω από τις
συγκεντρώσεις των «Επιστρεφόντων».
Απορροφημένος στο κήρυγμά του δεν έβλεπε τις αντιδράσεις του κοινού, δεν
εξέταζε όλες τις πιθανότητες που εκείνοι τον άκουγαν σιωπηλοί. Νόμιζε ότι ο
λόγος του τους καταπράυνε, τους έδινε μια κοινή ελπίδα. Και όμως αυτή την ελπίδα και την πίστη ο καθένας
την ακολουθούσε ή την κατανοούσε όπως ήθελε ή όπως τον συνέφερε, και κάποιες
φορές ως ευκαιρία για να κρύψει τους δικούς του ακατέργαστους πόθους.
«Και η Λιαν;» ρώτησε τελικά, παρατηρώντας τη μικρή σιωπή που ακολούθησε.
«Αυτή η κοπέλλα δεν τους ακολούθησε όταν έφυγαν οι υπόλοιποι,» είπε ο
Γκούο Ρεν με μια αμφιθυμία στο βλέμμα. «Σαν να μην ήθελε να είναι μαζί τους. Η
Σου-Σι επιμένει ότι πρέπει να κοιμάται μαζί μας, στο πέτρινο διοικητήριο. Δεν
ξέρω ακόμα πώς θα το διαχειριστούμε… Θέλουμε να την προστατεύσουμε, αλλά
ταυτόχρονα δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις υποψίες που αιωρούνται πάνω από το
σπίτι τους.»
Ο Μινγκ Ζενγκ έσκυψε ελαφρά. «Είναι λεπτό ζήτημα,» είπε με χαμηλή φωνή.
«Όσες φήμες κι αν κυκλοφορούν, η Λιαν δεν έχει καμία ευθύνη για όσα λέγονται.
Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να την κρατήσουμε ασφαλή, όσο μπορούμε.»
Ο Γκούο Ρεν αναστέναξε, κοιτάζοντας προς τα μακριά τα σκιερά περιβόλια
και τους λόφους. «Ναι… αλλά η σκιά τους παραμένει. Ακόμα κι αν δεν υπάρχει
απόδειξη, η αίσθηση εκείνου του δωματίου, οι φωνές που δεν ακούστηκαν ποτέ,
μένει μαζί μας. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί.»
Μια σιωπή απλώθηκε, βαριά και ασάλευτη. Μόνο ο ήχος του αέρα που θρόιζε
τα φύλλα των δέντρων γύρω από το πέτρινο διοικητήριο και το μακρινό κελάρισμα
νερού υπενθύμιζαν πως ο κόσμος γύρω συνέχιζε τη ζωή του, ενώ οι υποψίες και τα
μυστικά αιωρούνταν σαν σκοτεινές σκιές.
το
κοινό γεύμα
«Ας επιστρέψουμε στο πέτρινο διοικητήριο» είπε ο Γκούο Ρεν. «Θα φάμε
όλοι μαζί σήμερα. Έχει έρθει ξένος και
πρέπει να τον τιμήσουμε.»
«Μα εγώ ήρθα για δουλειά…»
«Είσαι γιος φίλου του πατέρα μου. Αυτούς που τιμούσε ο πατέρας μου
υποχρέωσή μου είναι να τους τιμώ και εγώ.»
Ο ήλιος είχε αρχίσει πλέον να γέρνει ελαφρά, κι από τα μακρινά χωράφια
ακουγόταν το πρώτο κάλεσμα για νερό στους εργάτες.
Ο Γουέι Τζιαν ακολουθώντας τον Γκούο Ρεν και τον Μινγκ Ζενγκ έφτασαν
στην αυλή του πέτρινου διοικητηρίου. Είδε τη Λιάν, που κρατούσε το σάνξιαν στα χέρια της, και είπε,
μισοαστεία, μισοσοβαρά:
«Τώρα, λοιπόν, ας δούμε αν μπορείς να μάθεις κι εσύ λίγη μουσική. Και
μετά… αν χρειαστεί, θα φτιάξουμε και μια ιστορία.»
Η Λιάν χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι της, ενώ το μικρό σκυλάκι της
Σου-Σι γρύλιζε αμήχανα από τη γωνία της αυλής, σαν να καταλάβαινε ότι κάτι
περίεργο αλλά συναρπαστικό μόλις είχε αρχίσει.
Ο Γουέι Τζιαν κάθισε σε ένα μικρό σκαμνί κοντά στη Λιάν και χτύπησε
απαλά τις χορδές του σάνξιαν με τα δάχτυλά του, βγάζοντας έναν αχνό, γλυκό ήχο
που γέμισε τον χώρο σαν ανοιξιάτικο αέρα. «Θαύμα. Θαύμα!», φώναξε ξανά, και
αυτή τη φορά ο τόνος του είχε κάτι από παιδική έκπληξη. «Ο αοιδός δεν ψελίζει…
Ο αοιδός τραγουδάει! Και κάθε νότα του είναι ένα μικρό θαύμα!»
Η Λιάν κοίταξε τα δάχτυλά του που χόρευαν στις χορδές και γέλασε,
αμήχανα αλλά γεμάτη περιέργεια. Ο Γουέι Τζιαν άρχισε να σφυρίζει μια μελωδία,
και σιγά σιγά άπλωσε τα λόγια του σε μια ιστορία:
«Στα χρόνια που τα βουνά καλύπτονταν
από ομίχλη», ξεκίνησε, «υπήρχε ένα κορίτσι που είχε μείνει μόνο του στον
κόσμο. Κανείς δεν ήξερε από πού ήρθε, … και όμως, η καρδιά του κοριτσιού ήταν
γεμάτη φως και θάρρος. Κάθε πρωί ξυπνούσε και έβρισκε τρόπους να ζήσει, να
γελάσει, να δημιουργήσει… Και τα μικρά της κατορθώματα ήταν σαν νότες σε μια
μουσική που μόνο εκείνη μπορούσε να ακούσει.»
Η Λιάν άρχισε να κινεί τα δάχτυλά της μιμούμενη τον Γουέι Τζιαν. Το
σκυλάκι της Σου-Σι πήδηξε στο πλάι της, και ο ήχος γέμισε το δωμάτιο σαν ένα μικρό,
ζωντανό σύνολο.
«Και καθώς περνούσαν τα χρόνια», συνέχισε ο Γουέι Τζιαν, «το κορίτσι
μεγάλωνε όμορφο, σοφό και γενναίο. Οι δυσκολίες δεν το λύγιζαν, γιατί είχε
μάθει να κάνει θαύματα με τις δικές του δυνάμεις. Και τότε εμφανίστηκε ένας
νέος, ένας νεαρός από μεγάλη γενηά, που είδε το φως μέσα στα μάτια της… και
ήξερε ότι η καρδιά της ήταν πολύτιμη, όπως ένα σπάνιο πετράδι. Μαζί ταξίδεψαν
μέσα από τις νότες και τα όνειρα, και το κορίτσι βρήκε την ευτυχία που της
άξιζε.»
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε πονηρά και γύρισε στη Λιάν δίνοντάς της το
σάνξιον: «Και τώρα, μικρή μου αοιδέ, αν θέλεις, μπορείς κι εσύ να συνεχίσεις
την ιστορία με τη δική σου μουσική… Ποιος ξέρει; Ίσως τα θαύματα να ξεκινήσουν
από εδώ!»
Η Λιάν έσκυψε πάνω από το σάνξιαν και άφησε τα δάχτυλά της να τρέξουν
στις χορδές, και τότε κάτι μαγικό συνέβη: ο ήχος της έμοιαζε να γεμίζει την
αυλή και να αγκαλιάζει τον ήλιο που έπεφτε απαλά ανάμεσα στα δέντρα. Το σκυλάκι
γάβγισε χαρούμενα και η μουσική, σαν να είχε ζωή δική της, άρχισε να διηγείται
την ιστορία ενός κοριτσιού που κανείς ποτέ δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να
αντέξει… αλλά που τελικά τα κατάφερε.
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε και συνέχισε την ιστορία, πιο ζεστά τώρα:
«Ο ήλιος έπεφτε απαλά πάνω στα καταπράσινα χωράφια και τα μικρά μονοπάτια
που ανέβαιναν προς τα βουνά». Καθώς τον
άκουγε η Λιάν φανταζόταν τα νερά να κυλούν γαλήνια μέσα από λιβάδια με ρύζι και
ανθισμένα δέντρα, και ξύλινα σπιτάκια με κεραμοσκεπές ανάμεσα στις πλαγιές.
«Μαζί», συνέχισε ο Γουέι Τζιαν, «Έφτιαξαν ένα μικρό, ζεστό σπίτι κοντά
στα κτήματα και τα βουνά, όπου η μουσική και τα γέλια γέμιζαν κάθε γωνιά. Κάθε
μέρα ήταν σαν ένας μικρός θησαυρός. Το πρωί στολίζονταν τα δέντρα με το φως του
ήλιου, το απόγευμα τα νερά των ρυζοκαλλιεργειών γυάλιζαν σαν καθρέφτης.»
Η Λιάν χαμογέλασε. «Και ζήσαν
αυτοί καλά…;» τον ρώτησε, σαν να ήθελε να ακούσει το τέλος.
«Ναι», είπε ο Γουέι Τζιαν, «ζήσανε ευτυχισμένοι. Κι αν και δεν είχαν
παλάτια χρυσά και θησαυρούς απέραντους, είχαν κάτι πολύ πιο σπάνιο: ηρεμία,
αγάπη και μουσική που έφτιαχναν τα δικά τους θαύματα κάθε μέρα.»
Το σκυλάκι της Σου-Σι γρύλισε χαρούμενα, και η μελωδία φάνηκε στο μυαλό
της Λιάν να ενώνει τα βουνά, τα κτήματα και τον ήλιο σε ένα μικρό παραμύθι
αληθινής ευτυχίας.
Εκείνη την ώρα επέστρεψε και ο Λι Σαν κατάκοπος από τα κτήματα.
Βλέποντας τον άγνωστο δίπλα στη Λιάν κοντοστάθηκε λίγο. Τον κοίταξε κάπως
αυστηρά, φοβούμενος μήπως ο Γουέι Τζιαν είχε έρθει πολύ κοντά στη νεαρή Λιάν. Ο
Γουέι Τζιαν το αντιλήφθηκε και σηκώθηκε από το σκαμνί του. Τότε η Σου-Σι βγήκε
στην πόρτα και τους κάλεσε μέσα για φαγητό. «Εσύ Λιάν, έλα μαζί μου» της είπε
κάπως αυστηρά. Και η Λιάν την ακολούθησε στο εσωτερικό του σπιτιού μέχρι την
κουζίνα.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ
[ ανάρτηση 4 Ιουνίου 2026 :
το δάκρυ του ονείρου
σκηνογραφημένη νουβέλα
2026
part ii
τεχνητή Πεζογραφία ]
υπερσύνδεση για το part i
το
δάκρυ του ονείρου σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 part i. τεχνητή Πεζογραφία
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου