το δάκρυ του ονείρου
σκηνογραφημένη νουβέλα 2026
part iii.
τεχνητή Πεζογραφία
ΜΕΡΟΣ Θ
ο δρόμος της επιστροφής
Ο δρόμος που έβγαινε από το Νανγκού ήταν ακόμη νωπός από τη νυχτερινή
υγρασία όταν ο Γκούο Ρεν έδωσε το ελαφρύ χτύπημα στα πλευρά του αλόγου του. Το
ζώο ξεκίνησε ήρεμα, σχεδόν πρόθυμα, σαν να γνώριζε τη διαδρομή. Πίσω του, η
μικρή άμαξα της Σου-Σι κύλησε απαλά, οι τροχοί της αφήνοντας λεπτά ίχνη στο
χώμα. Το μικρό σκυλί της είχε κουλουριαστεί δίπλα της, με τα μάτια μισόκλειστα,
αδιάφορο για την κίνηση.
Ο Λι Σαν τους συνόδευσε μέχρι την έξοδο των κτημάτων. Δεν μίλησε πολύ·
μόνο τα απαραίτητα. Όταν σταμάτησε, υποκλίθηκε ελαφρά. Ο Γκούο Ρεν έγνεψε και
συνέχισε χωρίς να γυρίσει πίσω. Ήξερε πως ο επιστάτης θα έμενε εκεί, να
κοιτάζει μέχρι να χαθούν από το βλέμμα του.
Λίγο πιο πέρα, στην είσοδο των εξωτερικών κτημάτων, τους περίμενε ο Γκάο
Πινγκ. Στεκόταν όρθιος, με μια στάση που προσπαθούσε να δείξει σταθερότητα. Ο
Γκούο Ρεν πλησίασε, έσκυψε ελαφρά από τη σέλα και του μίλησε χαμηλόφωνα. Ο Γκάο
Πινγκ χαμογέλασε αμυδρά, απάντησε με δύο σύντομες φράσεις. Δεν υπήρχε ένταση·
μόνο μια σιωπηλή κατανόηση. Ύστερα ο δρόμος τους χώρισε.
η
στάση στο μικρό απόμερο κτήμα
Το μεσημέρι τους βρήκε μπροστά στο μικρό πέτρινο κτίσμα. Ο τόπος δεν
έμοιαζε πια εγκαταλελειμμένος. Η βλάστηση γύρω από το σπίτι είχε κοπεί· τα
μπαμπού είχαν τραβηχτεί στην άκρη σε σωρούς, τα αγριόχορτα είχαν καθαριστεί
μέχρι τη ρίζα. Ο δρόμος που περνούσε χαμηλότερα φαινόταν καθαρά πλέον, σαν μια
γραμμή που ένωνε τον τόπο με τον υπόλοιπο κόσμο. Ο περίβολος είχε ξαναστηθεί με
ξύλα ακόμη φρέσκα, και η πόρτα στεκόταν στη θέση της, βαριά αλλά λειτουργική.
Οι τρεις εργάτες κινούνταν στον χώρο με διαφορετικό ρυθμό. Ο Σεν Λούο
δούλευε σιωπηλά, σκυμμένος πάνω από τη βάση της σκεπής, ελέγχοντας τα δοκάρια
με επιμονή. Ο Τζιν Χουάν μετέφερε ξύλα, τακτοποιούσε, έδειχνε πρόθυμος να
αποδείξει την αξία του σε κάθε κίνηση. Η Γιουέ-Σιν είχε αναλάβει τον χώρο γύρω
από το σπίτι· καθάριζε, τακτοποιούσε, δημιουργούσε μια αίσθηση τάξης εκεί όπου
πριν υπήρχε μόνο εγκατάλειψη.
Λίγο πιο πέρα, η Γου Σία στεκόταν δίπλα σε έναν σωρό από κομμένους
κορμούς. Δεν δούλευε με τη δύναμη των άλλων· παρατηρούσε, διάλεγε, ξεχώριζε. Τα
δάχτυλά της άγγιζαν το ξύλο σαν να διάβαζαν κάτι που οι άλλοι δεν έβλεπαν.
Ο Ζανγκ Κιν καθόταν στη σκιά, με το γκουτσίν ακουμπισμένο στα γόνατά
του. Τα χέρια του κινούνταν αργά, σχεδόν διστακτικά. Οι νότες δεν ήταν για
επίδειξη· έμοιαζαν περισσότερο με τρόπο να κρατά τον εαυτό του σταθερό μέσα σε
έναν τόπο που δεν του ανήκε ακόμη.
Ο Γκούο Ρεν κατέβηκε από το άλογο και στάθηκε για λίγο ακίνητος,
αφήνοντας το βλέμμα του να περάσει πάνω από όλα.
«Θα μείνουμε εδώ απόψε», είπε τελικά.
Δεν υπήρξαν αντιρρήσεις.
Έδωσε μερικές σύντομες οδηγίες και
ύστερα γύρισε προς τους δύο άνδρες εργάτες. «Ελάτε μαζί μου. Θα δω τα μικρά
κτήματα.»
Ο Σεν Λούο και ο Τζιν Χουάν τον ακολούθησαν αμέσως. Η αυλή άδειασε. Έμειναν
μόνο δύο γυναίκες. Η σιωπή που απλώθηκε δεν ήταν αμήχανη· ήταν γεμάτη. Η Γου
Σία μπήκε πρώτη στο πέτρινο σπίτι. Η Σου-Σι την ακολούθησε. Το φως έμπαινε
λοξά, όπως και την προηγούμενη ημέρα, κόβοντας τον χώρο στα δύο.
«Ο άρχοντας Ντου Τσενγκ-Γουέι…» ξεκίνησε η Γου Σία, χωρίς να κοιτάζει
απευθείας τη Σου-Σι. «Ήξερε να διοικεί χωρίς να υψώνει τη φωνή του. Δεν
χρειαζόταν να επιβληθεί. Οι άνθρωποι ήθελαν να τον υπηρετούν σωστά.»
Η Σου-Σι δεν απάντησε αμέσως.
«Έκανε τους άλλους να αισθάνονται πως
τους έβλεπε», συνέχισε η Γου Σία. «Και αυτό… είναι σπάνιο.»
Μια μικρή παύση.
Ύστερα γύρισε και την κοίταξε.
«Εσύ δεν μοιάζεις για υπηρέτρια.»
Η φράση έπεσε ήρεμα, χωρίς πρόκληση.
Η Σου-Σι κράτησε το βλέμμα της
σταθερό, μα δεν μίλησε.
Η Γου Σία χαμήλωσε ελαφρά τα μάτια,
σαν να θυμόταν κάτι.
«Ο άρχοντας είχε πει κάποτε πως είχε
έναν γιο… και μια κόρη.»
Σήκωσε ξανά το βλέμμα της.
«Η Ρουό-Σι… τι κάνει;»
Η ερώτηση ήρθε ήρεμα, σχεδόν αθώα.
Η Σου-Σι πάγωσε για μια ανεπαίσθητη
στιγμή.
«Σου συμπεριφέρεται καλά;» πρόσθεσε η
Γου Σία, με τον ίδιο τόνο.
Η σιωπή κράτησε λίγο περισσότερο αυτή
τη φορά.
Η Σου-Σι δεν ήξερε ποια απάντηση θα
ήταν σωστή.
Η Γου Σία χαμογέλασε ελαφρά.
«Μην φοβάσαι», είπε ήσυχα. «Δεν
πρόκειται να πω ποια είσαι.»
Τα λόγια δεν είχαν απειλή· είχαν
βεβαιότητα.
Η ένταση υποχώρησε, όχι εντελώς, αλλά
αρκετά.
Η Γου Σία πλησίασε ένα βήμα.
«Υπάρχει ένα άρωμα…» είπε χαμηλόφωνα.
«Πολύ αχνό. Οι περισσότεροι δεν το καταλαβαίνουν.»
Η Σου-Σι δεν κινήθηκε.
«Το δάκρυ του ονείρου.»
Άφησε τη φράση να σταθεί ανάμεσά τους.
Δεν την κοίταξε κατευθείαν.
«Είναι απλώς ένα μέσον», συνέχισε.
«Δεν μπορεί να στηριχθεί κανείς μόνο σε αυτό.»
Η φωνή της ήταν ήρεμη, σχεδόν διδακτική.
«Αν εκείνος που το πίνει… δεν θέλει να
περάσει έξω από το όνειρο, τότε δεν έχει καμία αξία.»
Η Σου-Σι ένιωσε τα λόγια να την
αγγίζουν πιο βαθιά απ’ όσο περίμενε.
«Θα είστε και οι δύο εγκλωβισμένοι»,
είπε η Γου Σία. «Μέσα σε ένα ψέμα.»
Μια μικρή παύση.
«Μόνο αν δεχθείτε ότι δεν το
χρειάζεστε… μπορεί να υπάρξει κάτι αληθινό.»
Το φως είχε χαμηλώσει.
Οι σκιές μέσα στο δωμάτιο είχαν
βαρύνει.
«Αλλιώς», συνέχισε, «θα είστε
φυλακισμένοι.»
Σήκωσε το βλέμμα της.
«Και εσύ… και εκείνος.»
Η Σου-Σι δεν μίλησε.
«Κανείς δεν πρέπει να κρατιέται
φυλακισμένος», είπε η Γου Σία πιο απαλά τώρα. «Ούτε από τον άλλον… ούτε από την
ανάγκη του.»
Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο πέρασε από τα
χείλη της.
«Ακόμη κι αν τον θέλουμε μόνο για
εμάς.»
Η σιωπή που ακολούθησε δεν ζητούσε
απάντηση.
Η Σου-Σι έμεινε σιωπηλή, μα η σιωπή
της δεν ήταν άδεια· ήταν γεμάτη σκέψεις που δεν έβρισκαν ακόμη μορφή.
Η Γου Σία την παρατηρούσε χωρίς επιμονή. Ύστερα μίλησε ξανά, πιο χαμηλά,
σαν να μοιραζόταν κάτι που δεν λεγόταν εύκολα.
«Το ξέρω… είναι δύσκολο να θέλεις κάποιον που δεν πρέπει.»
Πλησίασε λίγο το άνοιγμα της πόρτας. Το φως είχε σχεδόν χαθεί, και το
βλέμμα της έμοιαζε να πηγαίνει πιο μακριά από τον τόπο.
Η Γου Σία έμεινε για λίγο σιωπηλή, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να προχωρήσει
περισσότερο. Έπειτα μίλησε ξανά, πιο ήρεμα, μα με μια καθαρότητα που δεν άφηνε
περιθώριο παρερμηνείας.
«Είναι σαν να σε έχει αγγίξει το γιουάνφεν… αλλά στραμμένο
λάθος.» είπε αργά. «Το λένε έτσι στην παλιά μας γλώσσα.»
Η Σου-Σι σήκωσε ελαφρά το βλέμμα.
«Δεν είναι απλώς τύχη», συνέχισε η Γου Σία. «Ούτε σύμπτωση. Είναι ο
δεσμός που φέρνει δύο ανθρώπους κοντά… σαν να είχε ήδη αποφασιστεί κάπου αλλού,
πολύ πριν συναντηθούν.»
Πλησίασε το άνοιγμα της πόρτας. Το φως είχε σχεδόν σβήσει· μόνο μια αχνή
γραμμή χώριζε ακόμη το μέσα από το έξω.
«Λένε πως οι άνθρωποι που είναι να συναντηθούν… είναι ήδη δεμένοι. Ακόμη
κι αν αργήσουν, ακόμη κι αν χαθούν, ακόμη κι αν προσπαθήσουν να ξεφύγουν.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Αλλά αυτός ο δεσμός… δεν σημαίνει ότι θα ζήσουν μαζί. Ούτε ότι πρέπει.»
Γύρισε και την κοίταξε.
«Μερικές φορές το γιουάνφεν είναι απλώς για να σε φέρει μπροστά
σε κάποιον. Όχι για να μείνεις μαζί του.»
Η Σου-Σι δεν μίλησε.
«Κι όταν λέω… στραμμένο λάθος…» συνέχισε η Γου Σία, πιο χαμηλά τώρα,
«εννοώ πως ο δεσμός είναι αληθινός. Δεν είναι ψέμα αυτό που νιώθεις.»
Το βλέμμα της μαλάκωσε ελάχιστα.
«Αλλά οδηγεί σε δρόμο που δεν μπορεί να σταθεί.»
Σήκωσε το χέρι της και το άφησε να
πέσει αργά, σαν να ακολουθούσε μια αόρατη γραμμή.
«Σαν εκείνον τον παλιό μύθο… με το κόκκινο νήμα.»
Η Σου-Σι την κοίταξε πιο προσεκτικά.
«Ένα νήμα που δένει δύο ανθρώπους. Δεν σπάει, λένε. Μπορεί να μπλεχτεί,
να τεντωθεί… αλλά πάντα τους φέρνει κοντά.»
Μια σύντομη σιωπή.
«Μόνο που…» πρόσθεσε η Γου Σία, «δεν είναι πάντα δεμένο όπως πρέπει.»
Το βλέμμα της σκοτείνιασε ανεπαίσθητα.
«Υπάρχουν φορές που το νήμα υπάρχει… αλλά έχει περαστεί από λάθος δρόμο.
Δένει ανθρώπους που δεν μπορούν να σταθούν μαζί χωρίς να πληγώσουν τον εαυτό
τους… ή τον κόσμο γύρω τους.»
Η φωνή της έγινε ακόμη πιο ήσυχη.
«Και τότε… δεν είναι ευλογία.»
Μια μικρή παύση.
«Είναι δοκιμασία.»
Η Σου-Σι ένιωσε τα λόγια να βαραίνουν
μέσα της.
Η Γου Σία δεν την πίεσε.
«Δεν μπορείς να το αγνοήσεις», συνέχισε. «Γιατί είναι αληθινό.»
Ένα αχνό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη
της, χωρίς χαρά.
«Αλλά δεν μπορείς και να το ζήσεις… χωρίς τίμημα. Σαν κατάρα. Μια κατάρα
που δεν σε αφήνει να δεις τίποτε άλλο, όσο κι αν προσπαθείς.»
Η Σου-Σι δεν αντέδρασε, αλλά τα δάχτυλά της έσφιξαν ελαφρά το ύφασμα του
μανικιού της.
«Και ακόμη πιο δύσκολο…» συνέχισε η Γου Σία, «είναι να μείνεις μαζί
του.»
Γύρισε και την κοίταξε ευθεία τώρα.
«Γιατί τότε δεν είναι πια μόνο επιθυμία. Είναι επιλογή.»
Μια σιωπή στάθηκε ανάμεσά τους, βαριά
αλλά καθαρή.
«Κάποιος από τους δύο… κάτι πρέπει να αφήσει.» είπε ήρεμα. «Ίσως και οι
δύο.»
Το βλέμμα της χαμήλωσε για μια στιγμή,
σαν να περνούσε μέσα από παλιές εικόνες.
«Εγώ έφυγα. Εγκατέλειψα μια ζωή που οι άλλοι θα ζήλευαν. Πλούτη, όνομα,
ασφάλεια…» Ένα αχνό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της, χωρίς χαρά. «Και δεν
γύρισα πίσω.»
Σήκωσε ξανά το βλέμμα της.
«Αυτά πρέπει να τα υπολογίζει κανείς πριν προχωρήσει.»
Η φωνή της δεν είχε προειδοποίηση·
είχε βεβαιότητα.
«Γιατί δεν είναι ποτέ σίγουρο… αν ο άλλος θέλει να μας ακολουθήσει.»
Η Σου-Σι πήρε μια αργή ανάσα, σχεδόν
ανεπαίσθητη.
Η Γου Σία συνέχισε, πιο ήπια τώρα:
«Δεν είναι εύκολο για έναν άνδρα να απαρνηθεί τη ζωή του. Όταν έχει
θέση… όταν έχει ευθύνη… όταν έχει ανθρώπους που εξαρτώνται από αυτόν.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Όταν πρέπει να διοικεί.»
Το όνομα δεν το είπε αμέσως. Σαν να
του έδινε βάρος.
«Και ο Γκούο Ρεν…» πρόσθεσε τελικά, «είναι από αυτούς που δεν αφήνουν
εύκολα.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν πιο βαριά από πριν. Όχι γιατί δεν υπήρχαν
άλλα λόγια. Αλλά γιατί είχαν ήδη ειπωθεί όλα όσα είχαν σημασία.
Το μικρό πέτρινο κτίσμα στεκόταν βυθισμένο στη σιωπή του μεσημεριού. Το
φως έπεφτε λοξά από το άνοιγμα της πόρτας και σχημάτιζε χλωμές λωρίδες πάνω στο
πατημένο χώμα του δαπέδου. Έξω, οι δύο εργάτες που είχε φέρει μαζί του ο Γκούο
Ρεν είχαν απομακρυνθεί προς την πλαγιά για να δουν το μονοπάτι του νερού. Τα
σκυλιά βρίσκονταν ξαπλωμένα κοντά στον περίβολο· ο μαύρος Τσόου είχε το κεφάλι
ακουμπισμένο στα μπροστινά του πόδια, μα τα μάτια του παρέμεναν ανοιχτά.
Ο Γκούο Ρεν μπήκε στο σπίτι αργά, σκουπίζοντας με την παλάμη λίγη σκόνη
από το μανίκι του. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε στους πέτρινους τοίχους, στη
χαμηλή σκεπή, στα δεμάτια ξύλων που είχαν ήδη στοιβαχτεί προσεκτικά στη γωνία.
Έμοιαζε σκεπτικός.
Η Γου Σία είχε ήδη χαμηλώσει δίπλα στο μικρό τραπέζι. Επάνω του είχε
απλώσει ένα χοντρό υφαντό ύφασμα και τοποθετούσε πήλινα σκεύη με μια ηρεμία
σχεδόν τελετουργική. Ο Ζανγκ Κιν στεκόταν λίγο πιο πίσω, κόβοντας αποξηραμένα
λαχανικά με μικρό μαχαίρι, αθόρυβος όπως πάντα.
Ο Γκούο Ρεν έμεινε όρθιος για λίγο.
«Ίσως τελικά να μην είναι τόσο
κερδοφόρο όσο υπέθετα», είπε. «Δεν είναι τυχαίο που εγκαταλείφθηκε αυτό το
μέρος τα τελευταία χρόνια.»
Η Γου Σία δεν απάντησε αμέσως.
Συνέχισε να τοποθετεί τα σκεύη στις θέσεις τους, σαν να ήθελε πρώτα να
τακτοποιήσει τον χώρο πριν τακτοποιήσει τις σκέψεις του.
«Οι περισσότεροι εγκαταλείπουν ό,τι
δεν δίνει γρήγορο κέρδος», είπε τελικά. «Κυρίως όταν χρειάζεται υπομονή.»
Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε αμυδρά, χωρίς
ιδιαίτερη πεποίθηση. «Η υπομονή δεν πληρώνει εργάτες.»
Η Γου Σία σήκωσε το βλέμμα της προς
εκείνον.
«Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πλεονέκτημα
αυτού του τόπου», είπε ήρεμα. «Δεν χρειάζεται πολλούς.»
Ο Ζανγκ Κιν άφησε το μαχαίρι στην άκρη
και πρόσθεσε χαμηλόφωνα:
«Αν καλλιεργούσατε ρύζι ή σιτάρι, θα
χρειαζόσασταν συνεχώς ανθρώπους. Εδώ όχι.»
Η Γου Σία έγνεψε ελαφρά.
«Η γλυκοπατάτα αντέχει. Ο αστράγαλος
επίσης. Και τα σιτάκε χρειάζονται περισσότερο παρακολούθηση παρά δύναμη.»
Έδειξε προς τα έξω, προς τη σκιά των δέντρων. «Οι κορμοί μπορούν να μείνουν
εκεί μήνες ολόκληρους. Δεν απαιτούν καθημερινό μόχθο.»
Ο Γκούο Ρεν πλησίασε αργά το τραπέζι.
«Ακόμη κι έτσι, κάποιος θα πρέπει να
βρίσκεται εδώ.»
«Εμείς», είπε απλά η Γου Σία.
Η λέξη ειπώθηκε χωρίς έμφαση, σχεδόν
φυσικά, σαν να επρόκειτο για κάτι ήδη αποφασισμένο από καιρό.
«Τις μέρες της συγκομιδής», συνέχισε,
«μπορείτε να στέλνετε λίγους εργάτες από το Νανγκού. Δυο ή τρεις ημέρες θα
αρκούν. Ύστερα θα επιστρέφουν.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός.
Η Γου Σία ακούμπησε τότε το τελευταίο σκεύος
στο τραπέζι και κάθισε αργά απέναντί
του.
«Οι περισσότεροι γαιοκτήμονες», είπε,
«κοιτούν μόνο πόση γη έχουν. Όχι πόσοι άνθρωποι χρειάζονται για να τη
διατηρήσουν.»
Ο Ζανγκ Κιν χαμήλωσε το βλέμμα του, μα
μίλησε κι εκείνος:
«Οι απομονωμένοι τόποι δεν είναι πάντα
βάρος. Μερικές φορές είναι οικονομία.»
Ο Γκούο Ρεν στράφηκε προς εκείνον,
σχεδόν με έκπληξη. Ο Ζανγκ Κιν συνήθως μιλούσε μόνο όταν ήταν αναγκαίο.
Η Γου Σία συνέχισε ήρεμα:
«Αυτό το μέρος δεν μπορεί να γίνει
μεγάλο. Αλλά μπορεί να γίνει πολύτιμο. Και υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα δύο.»
Μια μικρή σιωπή απλώθηκε μέσα στο πέτρινο σπίτι. Ακουγόταν μόνο ο αέρας
που περνούσε ανάμεσα από τα μπαμπού έξω από τον περίβολο.
Ο Γκούο Ρεν κοίταξε ξανά γύρω του. Το
κτίσμα εξακολουθούσε να φαίνεται φτωχικό. Οι πέτρες άντεχαν περισσότερο απ’ όσο
έδειχναν, μα τίποτε εδώ δεν θύμιζε ευημερία. Κι όμως, για πρώτη φορά από τότε
που είχε φτάσει, του πέρασε από το νου ότι ίσως η εγκατάλειψη αυτού του τόπου
να μην οφειλόταν στην αδυναμία του να αποδώσει. Αλλά στο ότι χρειάζονταν
άνθρωποι ικανοί να δουν αξία εκεί όπου οι άλλοι έβλεπαν μόνο απομόνωση.
Η Σου-Σι, που ως εκείνη τη στιγμή καθόταν σιωπηλή κοντά στο άνοιγμα του
παραθύρου, σήκωσε αργά το βλέμμα της προς τον αδελφό της.
«Το μέρος αυτό μάς έσωσε από την
καταιγίδα», είπε ήρεμα. «Γιατί να μην του δώσουμε μια ευκαιρία; Δεν είναι μόνο
μικρός σταθμός. Είναι και κρυμμένο κτήμα. Κτήμα που δεν φαίνεται από τον
δρόμο.»
Ο Γκούο Ρεν γύρισε προς εκείνη χωρίς να μιλήσει. Η Γου Σία συνέχισε
αμέσως, σαν να είχε ήδη επεξεργαστεί αυτή τη σκέψη πολλές φορές μέσα της.
«Και προστατευμένο από μόνο του», είπε. «Η πλαγιά κρύβει το σπίτι. Τα
δέντρα κόβουν τη θέα από χαμηλά. Όποιος περνά από τον δρόμο δεν μπορεί να
καταλάβει τι υπάρχει εδώ επάνω.»
Έκανε μια μικρή κίνηση προς την αυλή.
«Δεν χρειάζεται μεγάλη φύλαξη. Τα δύο σκυλιά αρκούν. Ο μαύρος Τσόου
ακούει πριν εμφανιστεί άνθρωπος στο μονοπάτι. Και η Λαν κινείται χωρίς θόρυβο.
Αν κάποιος πλησιάσει νύχτα, θα το ξέρουμε πριν φτάσει στην πόρτα.»
Ο Ζανγκ Κιν συμπλήρωσε χαμηλόφωνα: «Και υπάρχει μόνο ένα σωστό πέρασμα
προς το σπίτι. Αυτό κάνει εύκολη την επιτήρηση.»
Η Γου Σία έγνεψε.
«Το νερό είναι κοντά. Το έδαφος στραγγίζει καλά. Η υγρασία μένει χαμηλά
στις σκιές, όχι μέσα στο σπίτι. Και τον χειμώνα ο άνεμος σπάει στα βράχια πριν
φτάσει εδώ.» Σταμάτησε για λίγο. «Δεν είναι τόπος για μεγάλο χωριό. Αλλά είναι
εξαιρετικός τόπος για μικρό, διακριτικό κτήμα.»
Ο Γκούο Ρεν την παρακολουθούσε σιωπηλός πλέον. Ήταν παράξενο· όσο
περισσότερο μιλούσε εκείνη για τον τόπο, τόσο λιγότερο φτωχικός του φαινόταν.
Η Γου Σία χαμήλωσε για λίγο το
βλέμμα της, σαν να θυμόταν κάτι μακρινό. «Ο άρχοντας Γκούο Ρεν μάς είχε πει»,
συνέχισε ήρεμα, «ότι πρώτα είχε αγοράσει αυτό το κτήμα. Και μόνο αργότερα
επεκτάθηκε στο Νανγκού, όταν παρουσιάστηκε η ευκαιρία.»
Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε ελαφρά.
«Το θυμάσαι αυτό;»
«Οι άνθρωποι θυμούνται εύκολα τις
πρώτες τους ρίζες», απάντησε εκείνη.
Ο Ζανγκ Κιν σήκωσε για λίγο το βλέμμα
του προς τη φωτιά.
«Τα κτήματα του Νανγκού ανήκαν τότε σ’
έναν Χουάνγκ Γιεν», είπε χαμηλόφωνα. «Είχε γεράσει ήδη.»
Η Γου Σία συνέχισε την αφήγηση.
«Δεν είχε παιδιά. Όταν πούλησε τη γη
στον άρχοντα Τσενγκ-Γουέι, πήρε τα χρήματα και εγκαταστάθηκε στην πόλη
Μιανγιάνγκ για τα τελευταία του χρόνια.» Έκανε μια μικρή παύση. «Και πριν
φύγει, του είπε κάτι που το θυμούνταν όλοι οι παλιοί εργάτες.»
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε χωρίς να
μιλήσει.
Η Γου Σία επανέλαβε αργά τα λόγια:
«“Κοίτα να αποκτήσεις παιδιά. Γιατί η
γη χωρίς απογόνους δεν φέρνει χαρά· είναι κατάρα.”»
Η φράση έμεινε για λίγο μετέωρη μέσα
στο πέτρινο σπίτι.
Ακόμη κι ο αέρας έξω έμοιαζε να είχε
κοπάσει.
Η Σου-Σι χαμήλωσε τα μάτια της. Ο
Γκούο Ρεν δεν έδειξε τίποτε στο πρόσωπό του, μα το βλέμμα του έμεινε ακίνητο
πάνω στο τραπέζι.
Η Γου Σία δεν συνέχισε αμέσως. Αντί
γι’ αυτό, σηκώθηκε αθόρυβα και πλησίασε ένα μικρό ξύλινο κιβώτιο που βρισκόταν
κοντά στον τοίχο. Το άνοιξε προσεκτικά και έβγαλε ένα μικρό κεραμικό πιάτο.
Μέσα υπήρχαν λεπτές φέτες σκούρων
μανιταριών, μαγειρεμένων με σησαμέλαιο και αρωματικά βότανα. Δίπλα τους υπήρχαν
μικρά κομμάτια αποξηραμένου φλοιού πορτοκαλιού και λίγοι σπόροι πεύκου.
Το άρωμα ήταν λεπτό, σχεδόν αδιόρατο·
όχι φτωχικό, αλλά εκλεπτυσμένο με τρόπο που δεν επιζητούσε εντύπωση.
Η Σου-Σι σήκωσε ελαφρά το βλέμμα της
με έκπληξη.
Ο Γκούο Ρεν επίσης φάνηκε να
ξαφνιάζεται.
«Αυτό…» είπε χαμηλά.
Η Γου Σία χαμογέλασε σχεδόν
ανεπαίσθητα.
«Στη Χανγκζού σερβιριζόταν σε σπίτια
λογίων», είπε. «Όχι σε συμπόσια πλούτου. Σε τραπέζια ανθρώπων που εκτιμούσαν
περισσότερο τη γεύση παρά την επίδειξη.»
Τοποθέτησε το πιάτο ανάμεσά τους.
«Μπορεί να βρίσκεται σε φτωχικά σκεύη», συνέχισε ήρεμα, «αλλά δεν χάνει
την αξία του. Αρκεί κάποιος να μπορεί να την αναγνωρίσει.»
Τα δάχτυλά της ακούμπησαν για μια
στιγμή την άκρη του κεραμικού πιάτου.
«Έτσι είναι και οι άνθρωποι», είπε χαμηλότερα. «Δεν κρίνονται μόνο από
την εξωτερική τους εμφάνιση.»
Ο Ζανγκ Κιν χαμήλωσε αμέσως το βλέμμα του. Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε. Μόνο
κοίταξε για λίγο τη Γου Σία, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει αν εκείνη μιλούσε
για το κτήμα, για το φαγητό… ή για τους ίδιους.
Ο Γκούο Ρεν πήρε τελικά ένα από τα μικρά κομμάτια μανιταριού και το
δοκίμασε αργά. Η γεύση ήταν βαθιά, γήινη, μα ταυτόχρονα λεπτή· τίποτε περιττό,
τίποτε κραυγαλέο. Για λίγο δεν μίλησε. Ο Γκούο Ρεν άφησε το ζευγάρι από τα
ξυλάκια του στην άκρη του σκεύους.
«Εδώ…» είπε αργά, κοιτάζοντας γύρω του το μικρό πέτρινο σπίτι, «σε αυτόν
τον ξεχασμένο τόπο, στο Νανγκού… πώς μπορέσατε να ζήσετε τόσα χρόνια;»
Η Γου Σία δεν έδειξε να δυσκολεύεται να απαντήσει. Σαν να είχε σκεφτεί
την ερώτηση πολλές φορές πριν ακόμη της τεθεί.
«Όλοι θέλουν να κρύψουν κάτι», είπε ήρεμα. «Και όλοι θέλουν να αποφύγουν
κάτι.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε ακίνητος.
«Αυτοί οι τόποι», συνέχισε εκείνη, «όπου οι άνθρωποι δεν έχουν ρίζες…
είναι καλές κρυψώνες.»
Η Σου-Σι σήκωσε αργά το βλέμμα της προς τη Γου Σία.
Η γυναίκα συνέχισε με την ίδια σταθερή
φωνή:
«Το καλό με το Νανγκού ήταν ότι σχεδόν όλοι ήρθαν όταν ο άρχοντας
Τσενγκ-Γουέι αγόρασε τα κτήματα. Δεν υπήρχε παλιό χωριό. Δεν υπήρχαν
οικογένειες που να ζούσαν εκεί για γενιές.»
Ο Ζανγκ Κιν μίλησε χαμηλά, σαν να συμπλήρωνε μια σκέψη που ανήκε και
στους δύο: «Οι εργάτες του Χουάνγκ Γιέν έφυγαν μόλις πουλήθηκε η γη.»
Η Γου Σία έγνεψε.
«Ο τόπος έμεινε άδειος. Σαν κάποια
αόρατη δύναμη να τον είχε απολυμάνει από το παρελθόν.»
Ο Γκούο Ρεν παρακολουθούσε χωρίς να τη διακόπτει.
«Κι έτσι», συνέχισε εκείνη, «οι πρώτοι που ήρθαν δεν ήταν άνθρωποι που
αναζητούσαν πατρίδα. Αναζητούσαν αρχή.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Το Νανγκού είχε κάτι από αποικία. Από τόπο που όλοι τον πατούν για
πρώτη φορά. Που κανείς δεν είχε γεννηθεί εκεί πριν από αυτούς.»
Ο Ζανγκ Κιν είχε χαμηλώσει ξανά το βλέμμα του, μα η φωνή της Γου Σία
γινόταν ολοένα πιο ήρεμη όσο μιλούσε, σαν να περιέγραφε κάτι που καταλάβαινε
βαθιά.
«Κανείς δεν ρωτούσε πολλά», είπε. «Γιατί σχεδόν όλοι φοβούνταν μήπως
ερωτηθούν οι ίδιοι.»
Η Σου-Σι έμεινε ακίνητη. Ο Γκούο Ρεν ένιωσε για μια στιγμή πως άκουγε
κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια απλή περιγραφή ενός κτήματος. Σαν η Γου Σία να του
εξηγούσε όχι μόνο το Νανγκού, αλλά και τους ανθρώπους που μαζεύονται σε τόπους
μακρινούς και αθέατους.
«Άλλοι είχαν χρέη», συνέχισε η Γου Σία. «Άλλοι άφησαν πίσω οικογένειες.
Άλλοι ονόματα. Άλλοι αποτυχίες. Και κάποιοι… απλώς δεν ήθελαν να συνεχίσουν να
είναι εκείνοι που ήταν πριν.»
Το βλέμμα της έμεινε για λίγο πάνω στη φλόγα του μικρού λυχναριού. «Έτσι
ήρθαμε κι εμείς.» Η φράση ειπώθηκε απλά. Χωρίς εξήγηση. Χωρίς απολογία.
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε σιωπηλός. Και για πρώτη φορά αντιλήφθηκε ότι το
Νανγκού δεν είχε χτιστεί μόνο με ξύλο, πέτρα και ιδρώτα. Αλλά και με ανθρώπους
που είχαν έρθει εκεί για να σβήσουν κάτι από τη ζωή τους χωρίς να χρειαστεί να
το ομολογήσουν ποτέ.
το
μωβ ρύζι
Ο Γκούο Ρεν έφθασε στη γη της «πέτρινης γυναίκας» λίγο πριν πέσει το
απόγευμα. Η Ρουό-Σι ακολουθούσε με τη μικρή άμαξά της. Ο δρόμος περνούσε
ανάμεσα από χαμηλά αναχώματα και στενούς ορυζώνες που άστραφταν κάτω από τη
θαμπή υγρασία του ουρανού.
Το σπίτι του Τζου Μιν είχε πλέον ολοκληρωθεί. Ο καπνός που έβγαινε από
τη μικρή καμινάδα έδειχνε πως κατοικούνταν ήδη. Λίγο πιο πέρα, κοντά στο
πέρασμα του δρόμου, ο Τσεν Μπινγκ είχε αρχίσει να στήνει τις δύο αποθήκες.
Χοντροί πάσσαλοι είχαν μπει βαθιά στο έδαφος και οι πρώτες ξύλινες δοκοί
υψώνονταν πάνω από το μονοπάτι των καραβανιών.
Ο Τσεν Μπινγκ πλησίασε και υποκλίθηκε ελαφρά.
«Οι θεμελιώσεις κράτησαν καλά,» είπε.
«Αν ο καιρός μείνει στεγνός, η μία αποθήκη θα σκεπαστεί πριν τελειώσει ο
μήνας.»
Ο Γκούο Ρεν έριξε μια ματιά στο πέρασμα του δρόμου. Δύο μεταφορείς με
μουλάρια περνούσαν ήδη αργά προς τα ανατολικά.
«Δεν αρκούν μόνο οι αποθήκες,» είπε
ύστερα από λίγο. «Θέλω κι ένα μικρότερο οίκημα ανάμεσά τους. Κάτι σαν
κατάλυμα.»
Ο Τσεν Μπινγκ συνοφρυώθηκε ελαφρά. «Για τους εργάτες;»
«Για όλους.» Ο Γκούο Ρεν έδειξε τον δρόμο. «Τα καραβάνια θα σταματούν
εδώ. Οι μεταφορείς θα ξεκουράζονται, θα τρώνε, θα ποτίζουν τα ζώα τους. Έτσι οι
αποθήκες θα χρησιμοποιούνται όλο τον χρόνο.»
Για μια στιγμή θυμήθηκε την Α-Μέι και τις παρατηρήσεις της για το
πέρασμα των εμπόρων, για το πώς ένας κουρασμένος άνθρωπος αφήνει ευκολότερα το
ασήμι του εκεί όπου βρίσκει φωτιά και ζεστό νερό.
Ο Τσεν Μπινγκ έγνεψε αργά. «Θα χρειαστούν ακόμη δύο άντρες.»
«Θα τους έχεις. Θα στους στείλω μόλις φθάσω στο Λο Τζιανγκ.»
Η Ρουό-Σι κατέβηκε από την άμαξα κρατώντας το μικρό σκυλί στην αγκαλιά
της.
«Εγώ θα μείνω εδώ κοντά στους εργάτες,» είπε ήρεμα.
Ο Τσεν Μπινγκ την βοήθησε να μεταφέρει την άμαξα σε πιο απάνεμο σημείο,
κοντά σε μια συστάδα από μπαμπού. Ο Γκούο Ρεν τούς άφησε χωρίς άλλη κουβέντα.
«Ο Τζου Μιν;» ρώτησε καθώς απομακρυνόταν.
«Τη μέρα τον βοηθούν η Χε Τζι και μία από τις κόρες του χαρτοπαίκτη,»
αποκρίθηκε ο Τσεν Μπινγκ. «Το βράδυ η Χε Τζι μένει στο σπίτι του χαρτοπαίκτη.»
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε αμυδρά και πήρε το μονοπάτι προς το σπίτι.
Η Χε Τζι βρισκόταν στην ανυψωμένη ξύλινη εξέδρα του σπιτιού του Τζου
Μιν. Είχε σηκώσει τα μανίκια της και τακτοποιούσε πήλινα δοχεία και δεμάτια από
αποξηραμένα χόρτα. Δίπλα της, η μικρή κόρη του χαρτοπαίκτη τίναζε ένα ψάθινο
χαλί.
Η Χε Τζι τον αντιλήφθηκε πριν ακόμη μιλήσει. Δεν έδ ειξε ξαφνιασμένη.
Ο Γκούο Ρεν στάθηκε κάτω από την
εξέδρα.
«Άφησέ τα όπως είναι και έλα να
περπατήσουμε στα χωράφια.»
Η γυναίκα δίστασε ανεπαίσθητα.
«Από σήμερα θα υπηρετείς μόνο εμένα,» συνέχισε εκείνος. «Η αποστολή σου
εδώ τελείωσε.»
Η μικρή σήκωσε το βλέμμα απορημένη. Η Χε Τζι γύρισε προς το μέρος της.
«Περίμενε εδώ,» της είπε ήρεμα. «Αν έρθουν, πες τους πως επέστρεψε ο
άρχοντας Γκούο Ρεν.»
Κατέβηκε αργά από την εξέδρα και τον ακολούθησε χωρίς άλλη κουβέντα. Βάδισαν
προς τα βαθύτερα χωράφια. Ο αέρας μύριζε βροχή και υγρό χώμα κάτω από τον
συννεφιασμένο ουρανό. Κανείς τους δεν κοιτούσε τον άλλον· και όμως η παρουσία
τους γινόταν ολοένα πιο αισθητή όσο απομακρύνονταν από τους ανθρώπους και τα
σπίτια.
«Αυτή η γη κρύβει ένα σπάνιο καρπό» του είπε προλαβαίνοντάς τον πριν
εκείνος αρχίσει τη συζήτηση.
«Δηλαδή;» της απάντησε ο Γκούο
Ρεν.
«Ακολούθησέ
με στα χωράφια και θα δεις μόνος σου».
Η Χε Τζι στάθηκε στην άκρη του αναχώματος, εκεί όπου το νερό των
ορυζώνων έμενε ακίνητο σαν γυαλί. Ο Γκούο Ρεν περπατούσε δίπλα της χωρίς να
μιλά. Ανάμεσά τους υπήρχε ακόμη η παράξενη ζέστη από τα λόγια που είχαν
προηγηθεί· όχι αρκετή για να γίνει ομολογία, μα αρκετή ώστε η σιωπή να βαραίνει
διαφορετικά.
Η Χε Τζι γονάτισε και βούτηξε τα δάχτυλά της στο νερό. «Βλέπεις;» είπε.
Ο Γκούο Ρεν κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει.
«Δεν είναι σαν το νερό των άλλων κτημάτων. Είναι πιο ψυχρό.»
Έφερε τα βρεγμένα δάχτυλά της κοντά του. Εκείνος άγγιξε το νερό πάνω στο
δέρμα της σχεδόν απρόσεκτα, όμως το χέρι του έμεινε μια στιγμή περισσότερο απ’
όσο χρειαζόταν.
«Έρχεται από κάτω απ’ τις λευκές πέτρες του φαραγγιού,» συνέχισε εκείνη
ήρεμα, σαν να μην είχε αισθανθεί τίποτε.
Περπάτησαν λίγο ακόμη. Στα χαμηλά χωράφια οι νεαροί βλαστοί είχαν μια
παράξενη σκοτεινή απόχρωση, σχεδόν αόρατη.
Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε. «Το χρώμα τους είναι διαφορετικό.»
Η Χε Τζι έγνεψε.
«Είναι ο σπόρος του μωβ ρυζιού. Δεν φυτρώνει σωστά αλλού. Πολλοί
προσπάθησαν να το καλλιεργήσουν αλλού.» Σήκωσε το βλέμμα της. «Στο Νανγκού
ωριμάζει γρήγορα και βγαίνει άσπρο σαν κοινό ρύζι. Μόνο εδώ κρατά το χρώμα και
το άρωμά του.»
«Γιατί;»
«Η γη είναι ψυχρή. Και τα σύννεφα και η ομίχλη κρατά τον ήλιο μακριά
ώσπου να δυναμώσει το φυτό.» Έπειτα χαμογέλασε αχνά. «Οι γέροι λένε πως το ρύζι
αυτό φοβάται τον ουρανό.»
Ο Γκούο Ρεν άφησε ένα μικρό γέλιο.
«Κι εσύ τι λες;»
Η Χε Τζι δίστασε πριν απαντήσει: «Λέω πως είναι δύστροπο. Όπως όλα τα
πράγματα που έχουν αξία.»
Τα μάτια τους συναντήθηκαν για μια στιγμή περισσότερο απ’ όσο επέτρεπε η
ευπρέπεια. Από μακριά ακούστηκε ο μονότονος ήχος ενός ξύλινου κουδουνιού από
τις αποθήκες.
Η Χε Τζι έσκυψε, έκοψε έναν βλαστό και τον έτριψε απαλά ανάμεσα στα
δάχτυλά της. Ένα λεπτό άρωμα, γλυκό και γήινο, απλώθηκε στον αέρα.
«Ένας σάκος απ’ αυτό το ρύζι αξίζει όσο τρεις από το κοινό,» είπε
χαμηλόφωνα. «Γι’ αυτό οι φοροεισπράκτορες το μετρούν σαν ασήμι.»
Η Χε Τζι ακούμπησε τα χέρια της μέσα στα μανίκια της. «Οι χωρικοί λένε
πως ο σπόρος θυμάται το χώμα.» Χαμογέλασε αχνά, σαν να ντρεπόταν λίγο για τα
ίδια τα λόγια. «Αν τον πάρεις μακριά από τη γη της Πέτρινης Γυναίκας, θυμώνει.
Κάθε χρόνο γίνεται πιο αδύναμος.»
Ο Γκούο Ρεν γύρισε προς το μέρος της.
«Και πιστεύεις τέτοιες ιστορίες;»
Η Χε Τζι σήκωσε αργά το βλέμμα προς τον μεγάλο γκρίζο βράχο που φαινόταν
αχνά πάνω από τις αναβαθμίδες.
«Λένε πως πριν πολλά χρόνια μια γυναίκα περίμενε τον άντρα της να
γυρίσει από τον πόλεμο. Περίμενε τόσο πολύ, που το σώμα της πέτρωσε κοιτώντας
προς τα δυτικά.» Η φωνή της χαμήλωσε σχεδόν ανεπαίσθητα. «Κι όταν έσπασε η
πέτρα μετά από μια καταιγίδα, το αίμα της κύλησε μέσα στα χωράφια και από τότε το
ρύζι βγαίνει μωβ.»
Ο Γκούο Ρεν άφησε ένα μικρό ειρωνικό χαμόγελο. «Γι’ αυτό ονομάζουν τον
τόπο έτσι;»
«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη. «Κι οι γέροι ακόμη θάβουν την πρώτη χούφτα της
σοδειάς δίπλα στον βράχο. Φοβούνται πως αλλιώς το ρύζι θα χάσει το χρώμα του.»
Για λίγο ακούστηκε μόνο το νερό που κυλούσε αργά ανάμεσα στα αναχώματα. Ύστερα
ο Γκούο Ρεν έσκυψε, έκοψε έναν βλαστό και τον περιεργάστηκε.
«Αργεί να ωριμάσει» είπε η Χε Τζι κοιτάζοντάς τον. «Σχεδόν έναν μήνα
περισσότερο από το κοινό ρύζι. Σους άλλους ορυζώνες έχουν ήδη θερίσει όταν εδώ
οι στάχεις είναι ακόμη βαριοί και πράσινοι.»
Άγγιξε απαλά τον βλαστό που κρατούσε
εκείνος. «Όμως έτσι κρατά περισσότερα έλαια. Το άρωμα γίνεται πιο βαθύ.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή.
« Είπες δοκίμασαν να το καλλιεργήσουν αλλού;»
Η Χε Τζι αναστέναξε αχνά.
«Ο πατέρας σου το προσπάθησε στο Νανγκού όταν ήταν νέος. Βρήκε σπόρους
και τους φύτεψε στα νότια χωράφια.» Έσφιξε τα χείλη της πριν συνεχίσει. «Τα
πρώτα δύο χρόνια η σοδειά στάθηκε καλή. Μετά όμως το χρώμα άρχισε να
ξεθωριάζει. Οι κόκκοι έγιναν μικρότεροι. Το άρωμα χάθηκε.»
Σήκωσε τα μάτια της προς εκείνον.
«Στην τρίτη γενιά ήταν πια κοινό ρύζι.»
Ο Γκούο Ρεν κοίταξε ξανά τα χωράφια με διαφορετικό βλέμμα τώρα, σαν να
έβλεπε όχι καλλιέργεια, αλλά κάτι εύθραυστο που είχε επιβιώσει μόνο επειδή η γη
το κρατούσε ακόμη κοντά της.
Ο Γκούο Ρεν έσπασε πρώτος τη σιωπή.
«Πιστεύεις πως το μωβ ρύζι θα πιάσει στα άσπαρτα χωράφια;»
Η Χε Τζι περπατούσε με τα χέρια κρυμμένα μέσα στα μανίκια της.
«Ίσως σε κάποια από αυτά. Όχι σε όλα.»
«Τι χρειάζεται;»
«Υπομονή πρώτα.» Η φωνή της ήταν ήρεμη. «Το χώμα πρέπει να μείνει ήσυχο
πριν δεχτεί τον σπόρο. Αν βιαστεί κανείς, το φυτό αδυνατίζει.»
Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε αχνά. «Μιλάς σαν να πρόκειται για άνθρωπο.»
«Η γη δεν διαφέρει τόσο από τους ανθρώπους.»
Προχώρησαν λίγο ακόμη ανάμεσα στα αναχώματα. «Χρειάζεται και ψυχρό
νερό,» συνέχισε εκείνη. «Και σκιά τις σωστές ώρες. Αν ο ήλιος πέσει πάνω του
πολύ νωρίς, το ρύζι χάνει το άρωμά του.»
Ο Γκούο Ρεν έστρεψε για λίγο το βλέμμα προς το μέρος της. «Άρα δεν
αντέχει την υπερβολική ζέστη.»
Η Χε Τζι χαμογέλασε ελαφρά. «Ό,τι είναι σπάνιο δεν την αντέχει εύκολα.»
«Και πώς ξέρει κανείς αν η γη είναι έτοιμη;»
ρώτησε εκείνος ύστερα από λίγο.
«Από τον τρόπο που κρατά το
νερό,» είπε. «Από το αν μπορεί να το δεχτεί χωρίς να το διώχνει.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός για λίγες στιγμές. «Κι αν η γη έχει μείνει
πολύ καιρό ακαλλιέργητη;»
Η Χε Τζι χαμήλωσε το βλέμμα προς τους σκοτεινούς βλαστούς. «Τότε
χρειάζεται κάποιον που να επιστρέφει συχνά. Αλλιώς κλείνει.»
Ο αέρας μετακίνησε απαλά τις άκρες του φορέματός της.
«Εσύ φαίνεται πως πρόλαβες και έμαθες καλά αυτά τα χωράφια,» είπε ο
Γκούο Ρεν.
«Τα μαθαίνω σιγά σιγά.» Μια μικρή παύση. «Η γη δεν αποκαλύπτεται
αμέσως.»
Για πρώτη φορά εκείνος την κοίταξε πιο ανοιχτά.
«Ούτε κι εσύ» της είπε.
Η Χε Τζι δεν γύρισε προς το μέρος του, όμως τα βήματά της επιβραδύνθηκαν
ανεπαίσθητα.
«Μερικά πράγματα,» είπε χαμηλόφωνα, «χρειάζονται περισσότερες από μία
εποχές για να δώσουν καρπό.»
Προχώρησαν βαθύτερα μέχρι που οι ήχοι από το πέρασμα του δρόμου χάθηκαν
εντελώς. Μόνο το νερό ακουγόταν πια να κυλά αργά ανάμεσα στα αναχώματα, μαζί με
το μονότονο τραγούδι κάποιων εντόμων που ξυπνούσαν με το σούρουπο.
Η Χε Τζι στάθηκε κοντά σε ένα ακαλλιέργητο κομμάτι γης. Το χώμα εκεί
ήταν πιο σκούρο, σχεδόν μαύρο από την υγρασία. «Αυτά τα χωράφια έμειναν κλειστά
για χρόνια,» είπε. «Θα χρειαστούν προσοχή.»
Ο Γκούο Ρεν στάθηκε δίπλα της. «Τόσο δύσκολο είναι να ξαναζωντανέψει η
γη;»
«Η γη συνηθίζει τη μοναξιά όταν
μένει ακαλλιέργητη πολύ καιρό.» Η φωνή της χαμήλωσε σχεδόν ανεπαίσθητα. «Μετά
δυσκολεύεται να εμπιστευτεί ξανά τα χέρια που την αγγίζουν.»
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλήσει. «Και πώς αλλάζει
αυτό;»
«Όχι με βιασύνη.» Η Χε Τζι χαμογέλασε αχνά. «Ο ανυπόμονος καταστρέφει το
χώμα πριν προλάβει να δώσει καρπό.»
Ο αέρας μετακίνησε ελαφρά τα μαλλιά της στον λαιμό και ο Γκούο Ρεν
ένιωσε ξανά εκείνη την παράξενη αίσθηση πως κάθε της λέξη έκρυβε κάτι
περισσότερο από όσα έδειχνε. «Άρα χρειάζεται υπομονή,» είπε.
«Και επιμονή. Να επιστρέφεις ξανά και ξανά.» του απάντησε γυρίζοντας επιτέλους
προς το μέρος του. «Ο καλλιεργητής πρέπει να μάθει τι φοβάται η γη, τι την
κάνει να ανοίγει, πότε κρατά μέσα της το νερό και πότε το διώχνει.»
Τα μάτια τους έμειναν ενωμένα για λίγες στιγμές. «Μιλάς σαν να γνώρισες
ανθρώπους που δεν ήξεραν να περιμένουν,» είπε εκείνος χαμηλόφωνα.
Η Χε Τζι χαμήλωσε το βλέμμα προς τους ορυζώνες. «Οι περισσότεροι
άνθρωποι θέλουν τον καρπό πριν μάθουν το χωράφι.»
Για λίγο περπάτησαν ξανά χωρίς να αγγίζονται. Κι όμως, η απόσταση
ανάμεσά τους είχε γίνει πιο μικρή από πριν.
«Κι
αν η γη έχει πληγωθεί;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν.
Η Χε Τζι έμεινε σιωπηλή για λίγο. «Τότε χρειάζεται πιο προσεκτικό χέρι.»
Τα δάχτυλά της χάιδεψαν αφηρημένα έναν στάχυ. «Υπάρχουν χωράφια που αν τα
πιέσεις πολύ, σκληραίνουν για πάντα.»
Ο Γκούο Ρεν ένιωσε τον λαιμό του να στεγνώνει ανεπαίσθητα. «Και υπάρχουν
χωράφια που δεν καλλιεργήθηκαν ποτέ σωστά.»
Ένα σχεδόν αδιόρατο χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της. «Ναι» ήταν η
απάντησή της. Ύστερα πρόσθεσε πιο ήρεμα: «Μερικές φορές η γη έμαθε μόνο να την
χρησιμοποιούν. Όχι να την φροντίζουν.»
Η φράση έμεινε βαριά ανάμεσά τους.
Ο Γκούο Ρεν κοίταξε μακριά προς τις
γραμμές πουσχημάτιζαν τα βαριά σύννεφα. «Αν κάποιος ήθελε να ξεκινήσει από την
αρχή;»
Η Χε Τζι τον παρατήρησε τώρα ανοιχτά. «Τότε θα έπρεπε πρώτα να αποδείξει
πως δεν ήρθε μόνο για τη συγκομιδή.»
Για πρώτη φορά ο Γκούο Ρεν γέλασε
χαμηλά.
«Δύσκολη γη.»
«Το μωβ ρύζι δεν φυτρώνει σε εύκολο τόπο.»
Ο αέρας είχε γίνει ψυχρότερος. Τα σύννεφα είχαν χαμηλώσει πάνω από τα
χωράφια και το φως του απογεύματος είχε γίνει μολυβί.
Ο Γκούο Ρεν στάθηκε τόσο κοντά της ώστε μπορούσε πια να μυρίσει πάνω της
το άρωμα του ρυζιού και της βρεγμένης ξυλείας.
«Και αν ο καλλιεργητής θελήσει να μείνει;»
Η Χε Τζι δεν απομακρύνθηκε. «Τότε ίσως,» είπε αργά, «η γη να αρχίσει
κάποτε να τον αναγνωρίζει.»
Η φωνή της ήταν ήρεμη, όμως ο Γκούο Ρεν αισθάνθηκε κάτω από τα λόγια της
κάτι θερμότερο, κάτι που έμοιαζε να ανοίγει αργά ανάμεσά τους όπως το νερό που
απλώνεται σιωπηλά μέσα στους ορυζώνες. Για λίγες στιγμές έμειναν ακίνητοι μέσα
στο σούρουπο χωρίς να μιλούν. Κανείς τους δεν έκανε το τελευταίο βήμα. Όμως και
οι δύο ήξεραν πλέον πως είχε ήδη αρχίσει κάτι που δύσκολα θα έμενε θαμμένο κάτω
από το χώμα για πολύ ακόμη.
Ο Γκούο Ρεν έμεινε για λίγο σιωπηλός κοιτάζοντας τις σκοτεινές λωρίδες
του νερού που χώριζαν τα χωράφια. Τα σύννεφα είχαν κατέβει χαμηλότερα τώρα και
η γη της Πέτρινης Γυναίκας έμοιαζε αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο.
Ύστερα μίλησε πιο άμεσα απ’ όσο πριν. «Ξέρεις… δεν μπορώ να μένω μόνιμα
εδώ.» Η φωνή του είχε χάσει μέρος από την προηγούμενη ελαφρότητα. «Μόνο να
περνώ για λίγες μέρες.»
Η Χε Τζι συνέχισε να κοιτά μπροστά.
«Δεν είναι πάντα ο χρόνος που έχει σημασία,» είπε ήρεμα. «Περισσότερο
μετρά το πόσο θέλει κανείς κάτι. Ακόμη κι αν δεν μπορεί να μείνει πολύ.»
Ο Γκούο Ρεν γύρισε προς το μέρος της. «Έζησες κάτι τέτοιο;»
Για πρώτη φορά εκείνη δεν απέφυγε την ερώτηση. «Ναι.» Μια μικρή παύση.
«Όταν ήμουν μικρή… με τον Τσενγκ-Γουέι.»
Ο Γκούο Ρεν αισθάνθηκε μια ανεπαίσθητη ενόχληση — όχι ζήλια ακριβώς,
αλλά την ξαφνική συνειδητοποίηση πως υπήρχαν κομμάτια της ζωής της που άγγιζαν
τον ίδιο και τον πατέρα του. Δεν θέλησε να αναφερθεί στον Τσενγκ-Γουέι.
«Υπάρχουν και άλλες σχέσεις,» είπε τελικά. «Πιο μακροχρόνιες. Όχι μόνο
σύντομες στιγμές.»
Η Χε Τζι χαμογέλασε αχνά χωρίς να τον κοιτάξει.
«Ναι. Μα συνήθως δεν έχουν την ίδια
ένταση.»
Τα δάχτυλά της άγγιξαν αφηρημένα έναν στάχυ. «Ο χρόνος τις φθείρει. Τις κάνει
να χάνουν τη δύναμή τους.»
Ο Γκούο Ρεν την παρατήρησε σιωπηλά. «Ακόμη κι αν είναι απαγορευμένες;»
Η Χε Τζι έγνεψε αργά. «Ακόμη κι έτσι.» Ύστερα πρόσθεσε πιο χαμηλόφωνα:
«Εξαρτάται τι είδους δεσμός είναι. Άλλο μια σχέση πάθους… κι άλλο μια σχέση
στήριξης. Μια σχέση όπου οι δύο άνθρωποι καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον χωρίς να
χρειάζονται πάντα λέξεις.»
Ο Γκούο Ρεν χαμήλωσε το βλέμμα προς το νερό. «Το πάθος τελειώνει
γρήγορα.»
Η Χε Τζι γύρισε τότε και τον κοίταξε ευθεία. «Εκτός αν δεν προλάβει να
το φθείρει ο χρόνος.»
Για μια στιγμή εκείνος δεν απάντησε.
«Και πώς γίνεται αυτό;»
Η φωνή της έγινε σχεδόν ψίθυρος. «Όταν δεν έχεις συνέχεια κοντά σου
εκείνον που ποθείς.»
Ο αέρας ανάμεσά τους έμοιαζε τώρα βαρύτερος. Ο Γκούο Ρεν αισθάνθηκε πως
κάθε λέξη τους είχε πάψει εδώ και ώρα να αφορά μόνο τα χωράφια ή τις παλιές
ιστορίες.
«Τότε η γη ξανανοίγει;» ρώτησε τελικά.
Η Χε Τζι κοίταξε τους σκοτεινούς ορυζώνες που χάνονταν μέσα στα γκρίζα
σύννεφα.
«Η γη είναι σαν την καρδιά,» είπε αργά. «Ξανανοίγει όταν περάσει ο
χρόνος που χρειάζεται… και όταν φυτρώσουν νέοι βλαστοί μέσα της.»
Τα λόγια της έμειναν να αιωρούνται. Κανείς τους δεν μίλησε αμέσως μετά. Μα
ο Γκούο Ρεν ένιωθε τώρα καθαρά πως κάτω από τη γη που πατούσαν υπήρχε κάτι που
είχε αρχίσει ήδη να κινείται αργά, σαν σπόρος που ξυπνά μέσα στο σκοτάδι πριν
ακόμη φανεί στην επιφάνεια. Ο αέρας είχε κρυώσει αισθητά.
Ύστερα η φωνή του Γκούο Ρεν άλλαξε· έγινε πιο ήρεμη, αλλά και πιο
σταθερή: «Από αύριο δεν θα ξαναπάς στο σπίτι του Τζου Μιν. Η εργασία σου εκεί τελείωσε.»
Η Χε Τζι δεν γύρισε αμέσως προς το μέρος του.
«Μέχρι να ολοκληρωθούν οι αποθήκες, θα συνεχίσεις να κοιμάσαι στο σπίτι
του χαρτοπαίκτη,» συνέχισε εκείνος. «Μετά θα διαλέξεις μόνη σου. Θα είσαι φιλοξενούμενη ή θα μένεις στις αποθήκες.»
Η γυναίκα έμεινε ακίνητη.
Ο Γκούο Ρεν έκανε ένα βήμα πιο κοντά. «Από σήμερα ανήκεις ολόκληρη σ’
αυτή τη γη. Στη γη με το μωβ ρύζι… και στον άρχοντά της.»
Τα τελευταία λόγια ειπώθηκαν χαμηλόφωνα, σχεδόν χωρίς έμφαση· κι όμως
ακούστηκαν βαρύτερα από οτιδήποτε άλλο είχε πει ως τότε. Η Χε Τζι κατέβασε αργά
το βλέμμα προς το νερό.
«Το μωβ ρύζι χρειάζεται φροντίδα,» συνέχισε ο Γκούο Ρεν. «Δεν μπορεί να
το υπηρετεί κανείς μισά. Πρέπει να αφιερώσεις ολόκληρο τον εαυτό σου στη γη…
και σε μένα.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαθιά, σχεδόν απτή μέσα στην ομίχλη. Ο Γκούο
Ρεν την κοίταζε χωρίς να αποστρέφει πια το βλέμμα του. «Ελπίζω να κατάλαβες.»
Η Χε Τζι έσκυψε ελαφρά το κεφάλι. Δεν απάντησε με λόγια. Όμως είχε ήδη
απαντήσει. Από τα βάθη των χωραφιών πήραν το δρόμο της επιστροφής. Ένα δειλό
χαμόγελο φώτιζε το πρόσωπο της Ζε Τζι. Αυτή η γη θα ήταν δική της, εκείνη θα
την φρόντιζε, και ίσως να φρόντιζε και τον άρχοντα της γης με το μωβ ρύζι.
μέσα
στο «δάκρυ του ονείρου»
Η νύχτα είχε απλωθεί βαριά πάνω από την έπαυλη των Ντου στο Λο Τζιάνγκ. Δεν
ήταν μικρό σπίτι· ήταν η παλιά έδρα των γαιοκτημόνων Ντου, χτισμένη με πέτρα
και σκοτεινό ξύλο, με βαθιές αυλές, μακριούς διαδρόμους και δωμάτια που άλλοτε
έσφυζαν από υπηρέτες, επισκέπτες και οικογενειακές τελετές. Τώρα όμως οι
περισσότεροι χώροι έμεναν βυθισμένοι στη σιωπή. Ο Ντου Τσενγκ-Γουέι είχε
πεθάνει. Η Γιάο Γκουάνγκ επίσης. Και η μεγάλη οικία έμοιαζε σαν σώμα που είχε
χάσει την καρδιά του.
Ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι είχαν επιστρέψει εκεί ύστερα από το μακρύ και
περιπετειώδες ταξίδι τους· από το Νανγκού, από τους σταθμούς, τις συμφωνίες,
τους κινδύνους, τις υπόγειες διαπραγματεύσεις και τα χρέη που έπρεπε να
τακτοποιηθούν για να μη γυρίσουν εναντίον τους. Ήταν εξαντλημένοι. Χρειάζονταν
ηρεμία. Ή τουλάχιστον έτσι είχε πει η Ρουό-Σι στον εαυτό της όταν ετοίμαζε το
«δάκρυ του ονείρου». Μόνο που είχε κάνει λάθος. Μικρό. Σχεδόν αόρατο. Μα
αρκετό. Η γριά με τα βότανα της είχε πει ξεκάθαρα:
«Μία σταγόνα. Όχι παραπάνω. Το βότανο
δεν ανοίγει μόνο το σώμα. Ανοίγει και ό,τι κρατά κλειστό ο νους.»
Η Ρουό-Σι όμως, μέσα στην αγωνία της να τον κρατήσει κοντά της, είχε
αφήσει να πέσουν λίγες ακόμη. Ίσως δύο. Ίσως τρεις. Και τώρα έβλεπε το
αποτέλεσμα μπροστά της.
Ο Γκούο Ρεν καθόταν στο μεγάλο δωμάτιο της ανατολικής πτέρυγας, εκεί
όπου άλλοτε ο Ντου Τσενγκ-Γουέι δεχόταν επισκέπτες και τοπικούς αξιωματούχους.
Το φως από τα λυχνάρια τρεμόπαιζε πάνω στα βαριά ξύλινα δοκάρια και στα
ξεθωριασμένα μεταξωτά παραπετάσματα.
Έξω είχε αρχίσει να φυσά. Στην αρχή απαλά. Ύστερα πιο δυνατά. Τα δέντρα
της εσωτερικής αυλής λύγιζαν κάτω από τον αέρα και οι πρώτες σταγόνες βροχής
χτύπησαν τα πέτρινα πλακόστρωτα. Μέσα όμως ο χρόνος άρχιζε ήδη να αλλοιώνεται. Η
Ρουό-Σι στεκόταν απέναντί του όταν ο Γκούο Ρεν σήκωσε αργά το βλέμμα. Τα μάτια
του είχαν αρχίσει να θολώνουν. Σαν να περνούσε νερό πάνω από σκέψεις που
διαλύονταν.
— Εσύ ποια είσαι;
Η φωνή του ήταν χαμηλή, μπερδεμένη.
Η καρδιά της Ρουό-Σι χτύπησε δυνατά. Πλησίασε προσεκτικά.
— Με έφερες από το Νανγκού. Δεν
θυμάσαι;
Εκείνος την κοίταξε επίμονα, σαν να προσπαθούσε να ξεχωρίσει το πρόσωπό
της μέσα από άλλες μορφές.
Κι ύστερα χαμογέλασε αχνά.
— Ο αέρας εδώ σε ομόρφυνε… Ξανάνιωσες.
Εδώ φαίνεσαι πιο ήρεμη…
Η Ρουό-Σι ανατρίχιασε. Η βροχή έξω δυνάμωνε. Ο αέρας χτυπούσε πλέον τα
ξύλινα παντζούρια με βαριές ριπές, μα κανείς τους δεν έδινε σημασία. Το «δάκρυ
του ονείρου» είχε αρχίσει να ξετυλίγεται μέσα στο αίμα τους σαν αργή φωτιά.
— Δεν πρέπει να δημιουργηθούν υποψίες
όταν θα έρχομαι… Στα μάτια των άλλων, δεν θα πρέπει να φαίνεται γνωστή μου…
Η Ρουό-Σι γονάτισε δίπλα του.
— Και πώς σε έφερα εδώ;
Ο Γκούο Ρεν έκλεισε τα μάτια για λίγο.
— Είμαι από τους ανθρώπους της
επιστροφής… εκείνους που έφυγαν από το Νανγκού…
Η φωνή της ακουγόταν σαν να ερχόταν
από μακριά.
— Και γιατί σε διάλεξα;
— Επειδή εμείς δεν πιστεύουμε σε
δεσμά. Δεν έχουμε συγγένεια.
Τα δάχτυλά του ανέβηκαν αργά στο πρόσωπό της.
— Ναι… θυμάμαι… Σου είπα να θυμάσαι
πως ό,τι κρατιέται σιωπηλά… κρατάει περισσότερο…
— Ναι… έτσι μου είπες…
Για μια στιγμή, ανάμεσα στις ριπές της βροχής και στις ανάσες τους, η
Ρουό-Σι έμεινε ακίνητη κάτω από το σώμα του. Το φως του κεραυνού γλίστρησε πάνω
στο πρόσωπό της και τότε ο Γκούο Ρεν είδε πως δάκρυα κυλούσαν αθόρυβα από τις
άκρες των ματιών της. Κι όμως… χαμογελούσε. Όχι με χαρά καθαρή. Αλλά με εκείνο
το εύθραυστο, πονεμένο χαμόγελο ανθρώπου που είχε φτάσει επιτέλους εκεί όπου
λαχταρούσε, μόνο που ο δρόμος είχε περάσει μέσα από σκιές και δόλο.
Είχε πετύχει. Έστω έτσι. Έστω κάτω από την επήρεια από το «δάκρυ του
ονείρου». Εκείνος την κρατούσε. Την ποθούσε. Την είχε σφίξει πάνω του ξανά και
ξανά σαν να φοβόταν να τη χάσει. Ίσως ήταν θολωμένος. Ίσως μπερδεμένος. Μα η
Ρουό-Σι, μέσα στην παράφορη ανάγκη της να αγαπηθεί, άρπαζε ακόμη κι αυτά τα
θραύσματα σαν να ήταν αλήθεια ολόκληρη.
Σήκωσε αργά το χέρι της και χάιδεψε το πρόσωπό του.
— Κάποιες φορές πρέπει να υποδυόμαστε
ότι είμαστε κάποιοι άλλοι… Είτε από φόβο… είτε από ανάγκη… είτε… για να βρούμε
αυτό που μας ταιριάζει…
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε με μάτια μισοσβησμένα από το ελιξήριο και την
επιθυμία.
Κι ύστερα την έσφιξε ακόμη πιο πολύ
πάνω του.
— Έχεις δίκιο…
Η φωνή του βγήκε βαριά, σχεδόν βραχνή.
Η Ρουό-Σι πήρε μια βαθιά ανάσα. Ένιωθε πως αν σταματούσε να μιλά, η
πραγματικότητα θα επέστρεφε και θα διέλυε εκείνο το όνειρο που είχε χτίσει γύρω
τους. Έτσι συνέχισε.
— Ήρθες στο Νανγκού ως ο νέος
άρχοντας… Εκεί με πρωτοσυνάντησες. Είμαι η Σου-Σι… μια εργάτρια στα χωράφια
σου. Εκεί με επέλεξες…
Τα δάχτυλά της γλίστρησαν αργά πάνω στο στήθος του. Ο Γκούο Ρεν έσφιξε
τα χείλη του. Η σιωπή του κράτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο άντεχε η στιγμή. Έξω
η καταιγίδα λυσσομανούσε πάνω από την έπαυλη των Ντου. Ο αέρας χτυπούσε τα
ξύλινα παραθυρόφυλλα σαν να ήθελε να τα σπάσει. Μα εκείνοι παρέμεναν βυθισμένοι
μέσα στη θολή επικράτεια του ελιξηρίου.
— Και μετά από καιρό… — συνέχισε η
Ρουό-Σι πιο χαμηλά τώρα — αποδείχθηκε πως ήμουν κόρη του παλαιού άρχοντα… του
πατέρα σου… κόρη από παλλακίδα του…
Τα λόγια έμειναν να αιωρούνται ανάμεσά τους σαν κάτι επικίνδυνο και
γλυκό μαζί. Απαγορευμένο. Η Ρουό-Σι σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε βαθιά,
σαν να προσπαθούσε να δει πέρα από το θολωμένο πρόσωπό του, πέρα από τις
μισοσβησμένες μνήμες και τις άλλες γυναίκες που περνούσαν μέσα από τις σκέψεις
του.
— Αλλά πρέπει να αφήσουμε πίσω το
μυστικό μας… για να μπορέσουμε να ενωθούμε…
Ο Γκούο Ρεν ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της. Για μια στιγμή η ανάσα
τους ενώθηκε. Και τότε όλα τα όρια άρχισαν να λιώνουν ξανά. Η Ρουό-Σι τον
φίλησε με τρόπο βαθύ, σχεδόν απελπισμένο, σαν να ήθελε να κλείσει μέσα στο σώμα
της κάθε λέξη που είχε πει εκείνος. Τα χέρια της γλίστρησαν κάτω από τα
υφάσματά του, ενώ ο Γκούο Ρεν την τραβούσε πάλι πάνω του με μια ορμή που
έμοιαζε να γεννιέται όχι μόνο από επιθυμία αλλά κι από ανάγκη κατοχής.
Το «δάκρυ του ονείρου» είχε σπάσει μέσα τους τους τελευταίους φραγμούς. Οι
συγγένειες είχαν γίνει θολές. Τα ονόματα άλλαζαν. Οι ρόλοι διαλύονταν. Μόνο το
πάθος έμενε καθαρό.
Η βροχή ξέσπασε ακόμη πιο δυνατή πάνω στη στέγη. Το νερό χτυπούσε με
δύναμη τα κεραμίδια και ο αέρας σφύριζε μέσα στις στοές της μεγάλης έπαυλης σαν
πνεύμα που διαμαρτυρόταν. Μα εκείνοι δεν άκουγαν τίποτε.
Ο Γκούο Ρεν την τράβηξε κοντά του με δύναμη. — Θα είσαι σαν τη χήρα ενός
ζωντανού… Θα το αντέξεις;
— Θα το αντέξω… του υποσχέθηκε εκείνη
με μισόκλειστα τα μάτια της.
Τα χείλη τους ενώθηκαν. Και κάπου εκεί η νύχτα άρχισε να χάνει τα όριά
της. Πέρασαν από το μεγάλο δωμάτιο υποδοχής στον σκοτεινό διάδρομο με τα
κόκκινα ξύλινα υποστυλώματα. Τα βήματά τους αντηχούσαν πάνω στις πέτρινες
πλάκες καθώς ο αέρας έσπρωχνε βίαια να ανοίξει τις εσωτερικές πόρτες, μα εκείνες άντεχαν την
ορμή του λες και είχαν συνεννοηθεί να τους προστατέψουν.
Ο Γκούο Ρεν τη φίλησε πάνω σε μια από τις κολόνες της στοάς, κρατώντας
τη σφιχτά από τη μέση ενώ η βροχή έμπαινε λοξά από την ανοιχτή αυλή και δρόσιζε
τα πρόσωπά τους.
Η Ρουό-Σι γελούσε χαμηλά, σχεδόν ζαλισμένη από το ελιξήριο και την
ένταση του σώματός του. Τα χέρια του γλιστρούσαν ανυπόμονα πάνω της, λύνοντας
ζώνες και υφάσματα καθώς την οδηγούσε βαθύτερα μέσα στην έπαυλη. Πέρασαν από το
δωμάτιο των προγόνων, εκεί όπου ακόμη κρέμονταν οι πινακίδες των νεκρών Ντου,
χωρίς κανείς τους να γυρίσει να κοιτάξει.
Ο αέρας έκανε τα λυχνάρια να τρεμοσβήνουν σαν να ήθελαν να σβήσουν. Μα
το πάθος τους είχε γίνει ήδη ανεξέλεγκτο. Στο παλιό δωμάτιο της Γιάο Γκουάνγκ,
πάνω στα βαριά μεταξωτά στρώματα, ο Γκούο Ρεν την έριξε κάτω σχεδόν
παραληρώντας. Τα λόγια του μπερδεύονταν· άλλοτε μιλούσε στη Ρουό-Σι, άλλοτε σε
γυναίκες που δεν βρίσκονταν εκεί, άλλοτε σε φαντάσματα του ταξιδιού τους.
Κι όμως κάθε φορά επέστρεφε στο σώμα της σαν να ήταν το μόνο αληθινό
πράγμα μέσα στη θολούρα του. Έξω η καταιγίδα λυσσομανούσε. Οι κεραυνοί
άστραφταν πάνω από την έπαυλη των Ντου. Ο ουρανός έμοιαζε να σκίζεται. Μα μέσα
στο σπίτι εκείνοι συνέχιζαν να ενώνονται σαν να είχαν χαθεί έξω από τον χρόνο,
παραδομένοι στην παράξενη, επικίνδυνη ελευθερία που τους είχε χαρίσει το «δάκρυ
του ονείρου».
Πέρασαν από το δωμάτιο της Γιάο Γκουάνγκ πίσω στους μεγάλους διαδρόμους
της έπαυλης. Τα γυμνά τους βήματα αντηχούσαν πάνω στις πέτρινες πλάκες ενώ ο
αέρας στροβίλιζε τις κουρτίνες σαν φαντάσματα.
Πέρασαν από την ανατολική αίθουσα βαθύτερα στο εσωτερικό της έπαυλης των
Ντου, μακριά από τον θόρυβο της καταιγίδας. Έξω ο άνεμος λυσσομανούσε πάνω στις
κυρτές κεραμοσκεπές και η βροχή χτυπούσε αδιάκοπα τα υψωμένα γείσα, όμως μέσα
επικρατούσε εκείνη η βαριά, αποπνικτική ζεστασιά των κλειστών δωματίων όπου το
φως των λυχναριών έτρεμε πάνω στα σκοτεινά ξύλινα δοκάρια. Οι κόκκινες κολόνες
χάνονταν μέσα στις σκιές, ενώ μεταξωτά παραπετάσματα και βαριές κουρτίνες
ανέδιδαν τη μυρωδιά του λιβανιού, του παλιού ξύλου και της υγρασίας. Πάνω από
τη μεγάλη δοκό της αίθουσας κρεμόταν ακόμη το έμβλημα των Ντου: μια μαύρη
λακαρισμένη πινακίδα με το χρυσό ιδεόγραμμα των Ντου, τυλιγμένο μέσα σε λέπια
δράκου και σύννεφα ευδαιμονίας.
Ο Γκούο Ρεν την άρπαξε κοντά του κάτω από το οικογενειακό έμβλημα. Η
Ρουό-Σι, χαμένη μέσα στην παραφορά του «Δάκρυ του Ονείρου», έγειρε πάνω στη
λακαρισμένη πινακίδα κι άφησε το σώμα της να γλιστρήσει επάνω στο ψυχρό ξύλο
και στον χρυσό δράκο, σαν να παραδινόταν ολόκληρη μέσα στην τρέλα της σύμπραξής
τους. Ο Γκούο Ρεν την ακολούθησε αμέσως· τα σώματά τους χτύπησαν πάνω στο παλιό
σύμβολο της οικογένειας και η ξύλινη κατασκευή έτριξε βαριά μέσα στη νύχτα. Το
σπίτι έμοιαζε να τους παρακολουθεί. Από το δωμάτιο των προγόνων, πίσω από τις
σκαλιστές ξύλινες θύρες, οι επιτύμβιες πινακίδες των νεκρών Ντου στέκονταν
βυθισμένες στο μισοσκόταδο.
Η Ρουό-Σι έμεινε για λίγο ακίνητη κάτω από το βάρος του, με την πλάτη
της ακόμη ακουμπισμένη στη λακαρισμένη πινακίδα των Ντου. Το χρυσό ιδεόγραμμα
πάνω από τα κεφάλια τους έτρεμε αχνά κάθε φορά που ο άνεμος ταρακουνούσε τη
στέγη. Οι σκιές των λυχναριών κυλούσαν πάνω στους δράκους και στα σύννεφα του
εμβλήματος, κάνοντάς τα να μοιάζουν ζωντανά μέσα στο μισοσκόταδο.
Ο Γκούο Ρεν έσκυψε στον λαιμό της με ανάσα βαριά και ακανόνιστη. Το
«Δάκρυ του Ονείρου» θόλωνε ακόμη το βλέμμα του· οι σκέψεις του έμοιαζαν να
χάνονται και να επιστρέφουν σαν κύματα. Κάποτε τα δάχτυλά του σφίγγονταν πάνω
της με βεβαιότητα, σαν να την αναγνώριζε από πάντα· κι έπειτα, μια στιγμή
αργότερα, το πρόσωπό του σκοτείνιαζε σαν να φοβόταν πως κρατούσε μια ξένη.
— Εσύ είσαι;… της είπε … σαν να
διαπίστωνε στη ζάλη του κάποια εικόνα.
Η Ρουό-Σι έκλεισε τα μάτια. Η φράση εκείνη τρύπησε βαθύτερα απ’ όσο θα
έπρεπε. Για μια στιγμή ένιωσε πως όλο το ψέμα που είχε υφάνει γύρω τους
κινδύνευε να καταρρεύσει από έναν μόνο ψίθυρο.
Σήκωσε αργά το χέρι της και χάιδεψε το
πρόσωπό του.
—Όσο κρατά η νύχτα… δεν θα είμαι εγώ.
Εκείνος την κοίταξε σαν να προσπαθούσε να κρατηθεί από τα λόγια της.
Ύστερα την τράβηξε ξανά κοντά του με απότομη ανάγκη, παρασύροντάς τη βαθύτερα
στην αίθουσα. Τα μεταξωτά παραπετάσματα μπλέχτηκαν γύρω από τα σώματά τους, ενώ
οι φλόγες των λυχναριών λύγιζαν από τα ρεύματα του αέρα.
Πέρα από τις κλειστές θύρες, το δωμάτιο των προγόνων έμενε βυθισμένο στη
σιωπή. Οι επιτύμβιες πινακίδες των Ντου παρακολουθούσαν ανέκφραστες, σαν
σιωπηλοί δικαστές που δεν μπορούσαν πια να επέμβουν. Κι όμως η παρουσία τους
βάραινε τον χώρο· σαν να είχαν γεμίσει οι τοίχοι με βλέμματα νεκρών.
Η Ρουό-Σι το αισθάνθηκε και αναρίγησε. Όμως δεν σταμάτησε. Ακούμπησε το
μέτωπό της στο στήθος του και παραδόθηκε ξανά στη θερμότητα του σώματός του,
σαν να μπορούσε να πνίξει εκεί μέσα κάθε ενοχή, κάθε φόβο, κάθε αλήθεια που
περίμενε το ξημέρωμα για να επιστρέψει. Έξω η καταιγίδα συνέχιζε να χτυπά την
έπαυλη των Ντου, μα μέσα στην κλειστή αίθουσα υπήρχαν μόνο οι ανάσες τους, το
τρεμόπαιγμα της φωτιάς και η αργή, επικίνδυνη διάλυση των ορίων ανάμεσα στο
ψέμα και στην επιθυμία.
Η Ρουό-Σι τον έσπρωξε απαλά πάνω σε μια ξύλινη κολόνα και κόλλησε το
σώμα της επάνω του.
— Μόνο εμείς γνωρίζουμε ποιοι είμαστε…
— ψιθύρισε ανάμεσα στα φιλιά. — Εσύ από το Λο Τζιάνγκ… κι εγώ από το Νανγκού…
Ο Γκούο Ρεν αναστέναξε βαριά και τα χέρια του έκλεισαν γύρω της ακόμη
πιο σφιχτά. Και κάπως έτσι, μέσα στη θύελλα, ανάμεσα σε ψεύτικες ταυτότητες,
μισές αλήθειες και απαγορευμένες υποσχέσεις, συνέχισαν να παραβιάζουν όχι μόνο
τους κανόνες των ανθρώπων αλλά και τα ίδια τα όρια που κρατούν έναν άνθρωπο
δεμένο με αυτό που πραγματικά είναι.
οι
εφιάλτες της αβεβαιότητας
Το πρωινό μπήκε στην έπαυλη των Ντου στο Λο Τζιάνγκ σαν κάτι που δεν
είχε αποφασίσει ακόμη αν θα γίνει μέρα ή θα μείνει νύχτα. Οι τοίχοι κρατούσαν
ακόμη την υγρασία της καταιγίδας και το ξύλο έτριζε πού και πού, σαν να θυμόταν
όσα είχαν ειπωθεί μέσα στο σκοτάδι. Ο Γκούο Ρεν ξύπνησε με την αίσθηση πως κάτι
τον είχε σημαδέψει βαθύτερα απ’ όσο μπορούσε να εξηγήσει.
Για μια στιγμή δεν ήξερε πού
βρισκόταν. Το σώμα του ήταν βαρύ, σαν να είχε περάσει μέσα από καταιγίδα χωρίς
να θυμάται τη διαδρομή. Και τότε ήρθε η εικόνα: η Ρουό-Σι, η ανάσα της κοντά
στη δική του, οι διάδρομοι, το σκοτάδι, η αίσθηση πως την κρατούσε σαν να ήταν
το μόνο σταθερό πράγμα σε έναν κόσμο που έλιωνε.
Σηκώθηκε απότομα. Το πρώτο που τον χτύπησε δεν ήταν η ανάμνηση, αλλά η
αμφιβολία. Ήταν αλήθεια ή όνειρο; Έμεινε ακίνητος, προσπαθώντας να ξεχωρίσει το
πραγματικό από το θολό. Όμως όσο περισσότερο πίεζε τη μνήμη, τόσο εκείνη
σκοτείνιαζε, σαν να είχε καλυφθεί από νερό.
Βγήκε στους διαδρόμους. Η έπαυλη ήταν σιωπηλή, αλλά όχι ήρεμη. Κάθε βήμα
του αντηχούσε υπερβολικά δυνατά. Του φαινόταν πως πίσω από κάθε πόρτα υπήρχε
μια σκηνή που δεν έπρεπε να θυμηθεί. Και μαζί της ερχόταν κάτι χειρότερο: η
αίσθηση πως είχε επιθυμήσει κάτι που δεν του ανήκε.
Όταν την είδε, η Ρουό-Σι στεκόταν όπως πάντα. Ήρεμη. Τακτοποιημένη. Το
βλέμμα της καθαρό, χωρίς καμία σκιά από όσα εκείνος ένιωθε μέσα του. Τον
κοίταξε με μια απλότητα που τον αποσταθεροποίησε περισσότερο από οποιαδήποτε
κατηγορία. Δεν υπήρχε ντροπή στα μάτια της. Ούτε αναγνώριση.
«Καλημέρα», είπε μόνο, σαν να μην είχε
συμβεί τίποτε.
Ο Γκούο Ρεν ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Έκανε ένα μικρό βήμα
πίσω, σχεδόν ασυναίσθητα. Το μυαλό του άρχισε να κατασκευάζει εξηγήσεις για να
τον σώσει από αυτό που φοβόταν περισσότερο: ότι είχε περάσει το όριο μέσα στο
ίδιο του το όνειρο.
«Δεν… συνέβη τίποτα», ψιθύρισε σχεδόν στον εαυτό του. Όμως η εικόνα
επέμενε. Οι διάδρομοι, η ζέστη, το άγγιγμα, η αίσθηση πως την είχε πλησιάσει
περισσότερο απ’ όσο επιτρεπόταν ποτέ. Και μαζί της ήρθε η ενοχή — όχι για
πράξη, αλλά για επιθυμία.
Μετά θυμόταν αποσπασματικούς διαλόγους «Όσο κρατά η νύχτα… δεν θα είμαι
εγώ…» «Κάποιες φορές αυτά που συμβαίνουν
στα όνειρα… συμβαίνουν και στην αλήθεια. Όλα όσα φανταστήκαμε μπορούν να γίνουν
πραγματικά…»
Άρχισε να την αποφεύγει. Στις συναντήσεις δεν την κοιτούσε για πολλή
ώρα. Στους διαδρόμους άλλαζε κατεύθυνση όταν την έβλεπε να πλησιάζει. Κάθε φορά
που άκουγε το βήμα της, ένιωθε το σώμα του να προδίδει κάτι που δεν είχε ομολογήσει
ούτε στον εαυτό του.
Η Ρουό-Σι δεν άλλαξε συμπεριφορά. Αυτό ήταν που τον βασάνιζε
περισσότερο. Του μιλούσε όπως πάντα. Ήρεμα. Οικεία. Σαν να μην υπήρχε τίποτα
ανάμεσά τους που να απαιτεί εξήγηση.
«Χρειάζεσαι κάτι για τις αναφορές των κτημάτων στο Λο Τζιάνγκ; Για τις
καταγραφές των καλλιεργειών—το ρύζι, το κεχρί, τα σιτηρά των χαμηλών πεδιάδων,
τις αποδόσεις των ορυζώνων και των αρδευόμενων χωραφιών, καθώς και τα όσπρια
που φυτεύουμε μετά τη συγκομιδή των βασικών σιτηρών;» τον ρώτησε, με το βλέμμα
της καθαρό και επαγγελματικό, σαν να μιλούσε μόνο για γη, νερό και αριθ7μούς.
«Ή μήπως θέλεις να ξαναδούμε μαζί
όσα ήδη σημειώθηκαν από τότε που ήρθαμε από το Νανγκού… για να θυμηθούμε τι
αξίζει να κρατήσουμε;»
Εκείνος δίστασε. Για μια στιγμή νόμισε πως πίσω από τα λόγια της υπήρχε
κάτι που δεν έβλεπε. Μια υπενθύμιση. Ή μια παγίδα.
«Όχι», απάντησε απότομα και έφυγε πριν
προλάβει να συνεχίσει.
Την νύχτα, οι εφιάλτες άρχισαν. Δεν ήταν καθαροί.
Δεν είχαν αρχή ή τέλος. Ήταν εικόνες που έσπαγαν τη λογική του: διάδρομοι που
έλιωναν, πόρτες που άνοιγαν σε κενό, και μέσα σε όλα η Ρουό-Σι να τον κοιτά
χωρίς να τον αναγνωρίζει. Άλλοτε τον πλησίαζε. Άλλοτε απομακρυνόταν. Και κάθε
φορά που προσπαθούσε να την κρατήσει, το σώμα της γινόταν σκιώδες, σαν να μην
είχε ποτέ υπάρξει.
Ξύπνησε ιδρωμένος, με την αίσθηση πως
είχε κάνει κάτι ανεπανόρθωτο. Και το χειρότερο δεν ήταν η πράξη που δεν
μπορούσε να θυμηθεί καθαρά, αλλά η σκέψη πως ίσως το μυαλό του είχε
δημιουργήσει μια επιθυμία που τώρα τον κατέστρεφε.
Τις επόμενες μέρες η απόσταση ανάμεσά τους μεγάλωσε. Όχι από εκείνη —
από εκείνον. Η Ρουό-Σι συνέχιζε να εργάζεται, να οργανώνει, να μιλά. Ο κόσμος
της δεν είχε αλλάξει. Μόνο ο δικός του είχε αρχίσει να σπάει από μέσα.
Το επόμενο βράδυ, καθώς περνούσε μόνος από την ανατολική πτέρυγα,
σταμάτησε μπροστά σε μια κολόνα. Εκεί, για μια στιγμή, ένιωσε ξανά το άγγιγμα
που δεν ήταν σίγουρος αν υπήρξε ποτέ. «Ήταν όνειρο», είπε δυνατά, σαν να
προσπαθούσε να πείσει τον ίδιο του τον φόβο. Κανείς δεν απάντησε. Και μέσα στη
σιωπή της έπαυλης, ο Γκούο Ρεν κατάλαβε ότι μερικές ενοχές δεν χρειάζονται
πραγματικότητα για να γεννηθούν. Αρκεί η πιθανότητα.
«Δεν συμβαίνουν αυτά μόνο στα όνειρα…» ψιθύριζε η Ρουό-Σι μέσα στη
θολούρα της νύχτας, με τη φωνή της κομμένη από ανάσα και επιθυμία. «Συμβαίνουν
και στην αλήθεια… όταν κάποιος σταματήσει να φοβάται αυτό που θέλει.» Κι όταν
τα δάχτυλά της άγγιζαν το δέρμα του, έμοιαζε σαν να του υπενθύμιζε ότι δεν
υπήρχε πια διαχωρισμός ανάμεσα σε αυτό που έβλεπε και σε αυτό που ζούσε.
Έπρεπε να φύγει, να βρει μια πρόφαση να περιπλανηθεί όσο γινόταν μακριά.
Να πάει στο Μπαϊλίν, στο Σιαοχέ, οπουδήποτε το βλέμμα της δεν θα μπορούσε να
τον συναντήσει. Όσο βρισκόταν κοντά της αισθανόταν μια ακάθαρτη επιθυμία, μια επιθυμία που δεν έπρεπε να επιτρέψει
να ξεχυθεί από μέσα του, σαν να άνοιγε ρωγμή σε κάτι που δεν έπρεπε ποτέ να
υπάρξει. Όλα έπρεπε να μείνουν φυλακισμένα μέσα στο όνειρο. Εκεί μόνο είχαν
δικαίωμα να υπάρχουν, ακίνδυνα, χωρίς συνέπειες, χωρίς μνήμη. Για τα όνειρα κανείς
δεν λογοδοτούσε.
Δεν έπρεπε να κάνει το λάθος και να περάσει την πόρτα όπου κοιμόταν η
Ρουό-Σι, ακόμη κι αν έμενε μισάνοιχτη, σαν πρόσκληση που δεν είχε ειπωθεί ποτέ.
Γιατί ήξερε πια πως το πρόβλημα δεν ήταν τι είχε συμβεί. Ήταν τι θα συνέχιζε να
συμβαίνει μέσα στη μνήμη του, κάθε φορά που θα προσπαθούσε να το αρνηθεί.
Κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια, ο ύπνος δεν τον απελευθέρωνε· τον
ξανάριχνε στο ίδιο θολό σημείο, εκεί όπου το «όνειρο» δεν είχε όρια και η ενοχή
δεν είχε όνομα. Και το χειρότερο δεν ήταν ότι το είχε ζήσει ή ότι το είχε
ονειρευτεί. Ήταν ότι, ακόμη κι αν ήταν όνειρο, το σώμα του αντιδρούσε σα να
είχε συμβεί στ’ αλήθεια.
Πήρε
το άλογό του και ξεκίνησε στην πορεία για το Μπαϊλίν. Άρχισε να περιπλανιέται
από κτήμα σε κτήμα σαν αλαφροΐσκιωτος διασχίζοντας λασπωμένα μονοπάτια και
μικρούς σταθμούς όπου οι ταξιδιώτες μιλούσαν ψιθυριστά για εξεγερμένους
στρατιώτες, για χωριά που λεηλατήθηκαν στα βόρεια και για φοροεισπράκτορες που
δεν επέστρεφαν ποτέ. Η Σετσουάν άλλαζε. Το ένιωθε ακόμη κι όταν κανείς δεν μιλούσε
ανοιχτά. Οι αποθήκες γέμιζαν πιο αργά. Τα καραβάνια καθυστερούσαν. Στα
πανδοχεία οι κουβέντες κόβονταν μόλις εμφανιζόταν άγνωστος. Κάποιοι μιλούσαν
για συμμορίες στους δρόμους του βορρά· άλλοι για στρατούς που πλησίαζαν σαν
ακρίδες. Και μέσα σε όλα αυτά, ο Γκούο Ρεν είχε αρχίσει να φοβάται περισσότερο
τις σιωπές παρά τις φήμες, τις φήμες του πολέμου που πλησίαζε προς τη Σετσουάν.
Είχε φτάσει κοντά, μα θυμήθηκε τις θείες, τα λόγια τους για την όμορφη
κοπέλλα που περίμενε, τις συμβουλές τους, το ασφυκτικό ενδιαφέρον τους. Το
Σιαοχέ ήταν κάπως μακρυά. Αποφάσισε να γυρίσει
πίσω.
Ο δρόμος της επιστροφής από το Μπαϊλίν ήταν στενός και βρεγμένος. Η γη
της Σετσουάν μύριζε νερό και σάπια φύλλα· οι βροχές των τελευταίων ημερών είχαν
αφήσει το μονοπάτι γεμάτο βαθιές ροδιές από κάρα και πέταλα. Ο Γκούο Ρεν
προχωρούσε αργά, χωρίς πραγματικό προορισμό, σαν άνθρωπος που είχε ξεκινήσει
για να ξεφύγει από κάτι αλλά δεν ήξερε ακόμη αν το είχε αφήσει πίσω του.
Το άλογό του ανησύχησε πρώτο. Σήκωσε το κεφάλι και φύσηξε νευρικά προς
τη στροφή του δρόμου. Λίγο αργότερα ακούστηκαν κουδούνια και χαμηλές φωνές. Ένα
μικρό καραβάνι εμφανίστηκε. Δύο φορτωμένα κάρα, μερικοί έμποροι, ζώα δεμένα με
σκοινιά, και άνθρωποι που δεν έμοιαζαν ντόπιοι. Τα ρούχα τους είχαν διαφορετικές
ραφές, πιο βαριές, σκονισμένες από μακρινά περάσματα.
Ο Γκούο Ρεν τράβηξε στην άκρη για να τους αφήσει να περάσουν. Και τότε
την είδε. Ήταν νέα, ίσως λίγο μικρότερη από τη Ρουό-Σι. Το πρόσωπό της ήταν
κουρασμένο από το ταξίδι, όμως τα μάτια της έμοιαζαν σχεδόν άυλα μέσα στη θαμπή
μέρα, γαλάζια, καθαρά, ψυχρά .
Ο Γκούο Ρεν ένιωσε το σώμα του να παγώνει. Για μια στιγμή νόμισε πως
έβλεπε τη Ρουό-Σι να τον κοιτά μέσα από ξένο πρόσωπο. Η νεαρή κατέβασε αμέσως
το βλέμμα και συνέχισε να περπατά δίπλα στο κάρο. Όμως εκείνος είχε ήδη μείνει
ακίνητος, καρφωμένος στη θέση του.
Ένας ηλικιωμένος άντρας, που οδηγούσε ένα από τα ζώα, παρατήρησε το
βλέμμα του και χαμογέλασε αχνά. Είχε πρόσωπο βαθιά χαραγμένο από τον αέρα των
δρόμων και γενειάδα γκρίζα σαν στάχτη.
«Δεν είναι συνηθισμένα μάτια για τη Σετσουάν», είπε χωρίς να τον
κοιτάξει ευθέως.
Ο Γκούο Ρεν δίστασε προτού απαντήσει.
«Δεν έχω ξαναδεί τέτοια… εκτός από μία φορά.»
Ο γέρος έγνεψε αργά, σαν άνθρωπος που είχε ακούσει πολλές ιστορίες και
δεν βιαζόταν να τις κρίνει.
«Οι άνθρωποι εδώ φοβούνται ό,τι μοιάζει ξένο. Μα οι δρόμοι της
αυτοκρατορίας φέρνουν αίματα από πολύ μακριά. Από τα δυτικά περάσματα, από
εμπόρους της Γκανσού, από φυλές πέρα από τα βουνά, από βόρειους λαούς, από τις
στέπες. Από γυναίκες που αγοράστηκαν ή χάθηκαν στους δρόμους του πολέμου.»
Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε. Ο γέρος συνέχισε να περπατά αργά δίπλα του, σαν
να μιλούσε απλώς για τον καιρό.
«Σπάνιο χαρακτηριστικό. Πολύ σπάνιο. Όταν εμφανίζεται σε οικογένεια όπου
κανείς δεν το είχε ποτέ… οι παλιοί άνθρωποι αρχίζουν να ψιθυρίζουν.»
Η τελευταία φράση έμεινε να αιωρείται βαριά μέσα στην ομίχλη. Ο Γκούο
Ρεν ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Ξαφνικά θυμήθηκε όλα όσα ποτέ δεν είχε
προσέξει πραγματικά μέχρι τότε στη ζωή του. Τη Γιάο Γκουάνγκ να αποφεύγει
πεισματικά το Μπαϊλίν· τη συνήθειά της να κρατά τη Ρουό-Σι και τον ίδιο πάντα
κοντά της· τις παράξενες σιωπές όταν οι συγγενείς μιλούσαν για γεννήσεις και
ομοιότητες· ακόμη και το ότι μια μακρυνή θειά από το σόι του πατέρα του, είχε πει πως η Ρουό-Σι δεν έμοιαζε σε κάποιον πρόγονο.
Το καραβάνι συνέχισε την πορεία του και χάθηκε αργά μέσα στην ομίχλη. Ο
Γκούο Ρεν έμεινε ακίνητος για ώρα, ακούγοντας μόνο τα κουδούνια που
απομακρύνονταν. Και για πρώτη φορά από εκείνη τη νύχτα, ο φόβος του δεν είχε
πια το ίδιο πρόσωπο. Μέχρι τότε φοβόταν πως είχε επιθυμήσει κάτι απαγορευμένο. Τώρα
άρχισε να φοβάται πως ίσως δεν ήταν. Αλλά και πάλι δεν υπήρχε καμμία εξήγηση,
καμμία θεραπεία. Ότι είχε σκεφτεί, ότι είχε αγγίξει και γευθεί στο όνειρό του,
έπρεπε να παραμείνει βαθειά καταχωνιασμένο μόνο εκεί.
Ξαναμπήκε στο ήρεμο σπίτι. Ήταν αργά. Η Ρουό-Σι δεν τον περίμενε αυτή
την φορά, ούτε για να του σερβίρει φαγητό, ούτε για να τον ανακρίνει που είχε
εξαφανιστεί. Καλύτερα έτσι. Τουλάχιστον ήταν ήρεμος. Το πρωϊ θα έφευγε για να
επιθεωρήσει τις εργασίες για την ανένεγερση των αποθηκών στη γη της «πέτρινης
γυναίκας». Μπορούσε να καθυστερήσει. Και πρόφαση είχε και ουσιαστικό λόγο. Δεν
θα έδινε αναφορά.
Η
Ρουό-Σι στο δειλινό της επόμενης μέρας
Ο αέρας από τους λόφους της Σετσουάν κατέβαινε ψυχρός εκείνο το δειλινό,
κουβαλώντας τη μυρωδιά της βρεγμένης γης και των κομμένων ριζών. Η Ρουό-Σι
περπατούσε γρήγορα ανάμεσα στα χαμηλά χωράφια του κεχριού, τραβώντας νευρικά τα
μανίκια της πάνω από τις παλάμες της. Από τη νύχτα εκείνη δεν είχε κοιμηθεί
καλά ούτε μία φορά. Κάθε ανακάτεμα στο στομάχι της, κάθε κάψιμο χαμηλά στην
κοιλιά, της φαινόταν σημάδι.
Τον είχε παρασύρει με το «δάκρυ του
ονείρου». Έτσι το έλεγαν οι γυναίκες ψιθυριστά, λες και ακόμη και το όνομά του
μπορούσε να ντροπιάσει όποια το πρόφερε φανερά. Μα τίποτε δεν είχε κυλήσει όπως
το είχε φανταστεί.
Ο Γκούο Ρεν είχε μείνει ένας άντρας μισοβυθισμένος στα θολά νερά του
«δάκρυ του ονείρου», σαν το σώμα του να βρισκόταν μαζί της ενώ το πνεύμα του
περιπλανιόταν ακόμη ανάμεσα σε μνήμες, επιθυμίες και ενοχές που δεν μπορούσε να
ξεχωρίσει. Τα μάτια του άνοιγαν πότε πότε και την κοιτούσαν χωρίς πραγματικά να
τη βλέπουν· κι ύστερα χάνονταν ξανά σε τόπους που μόνο εκείνος αναγνώριζε. Δεν
ήξερε αν είχε επιστρέψει ποτέ αληθινά από το δεύτερο ταξίδι τους στο Νανγκού. Άλλοτε
νόμιζε πως βρισκόταν ακόμη στη γη του χαρτοπαίκτη, μιλώντας με σβησμένη φωνή
για χρέη, για σπίτια και γυναίκες που έπρεπε να χαθούν από μπροστά του. Άλλοτε
πίστευε πως ήταν πάλι μέσα στο μικρό πέτρινο κτίσμα που είχαν ανακαλύψει στο
απόμερο κτήμα, κι εκεί, ανάμεσα σε κομμένες ανάσες και παραμιλητά, τη φώναζε
Σου-Σι με μια τρυφερότητα που έκανε τη Ρουό-Σι να νιώθει πως έκλεβε τη θέση
κάποιας άλλης γυναίκας.
Ύστερα το πρόσωπό του σκοτείνιαζε. Άλλοτε μιλούσε σαν να διαφωνούσε με
τον Γκάο Πινγκ για τη Χονγκ-Χουά, με θυμό και πείσμα ανθρώπου που υπερασπίζεται
κάτι δικό του. Άλλοτε σαν να στεκόταν μπροστά στον άνθρωπο του διοικητηρίου,
απολογούμενος με πνιγμένη αγωνία:
— Μα δεν είναι αδελφή μου…
Και δεν έλεγε ποτέ σε ποιαν αναφερόταν.
Μια φορά την έσφιξε τόσο δυνατά πάνω του που εκείνη πόνεσε, κι ανάμεσα
στις κοφτές ανάσες του ψιθύρισε: «Ναι, εγώ είμαι.» Αλλά εκείνος δεν συνέδεσε τα
λόγια της με τα δικά του. Συνέχισε τον άρυθμο μονόλογό του.
— Στις χαρίζω… αρκεί να τις πάρεις
μακριά… Εννοώντας προφανώς τις δύο παλλακίδες που είχε πάρει μαζί του ο
άνθρωπος του διοικητηρίου.
Κι έπειτα, λίγο πριν βυθιστεί ξανά
επάνω της με εκείνη τη σχεδόν απελπισμένη ανάγκη που του είχε ξυπνήσει το ελιξήριο,
μονολογούσε σαν άνθρωπος που μιλά μέσα σε όνειρο:
— Σ’ αυτό το σπίτι θα μένει μόνο αυτή…
Κάθε φορά οι λέξεις του άλλαζαν, οι μνήμες του μετακινούνταν, μα το σώμα
του επέστρεφε πάντα στο δικό της. Ήταν σαν να περνούσε από διαφορετικές ζωές
και διαφορετικές γυναίκες, κι εκείνη να βρισκόταν στο κέντρο όλων τους, δεμένη
μαζί του πάνω στο στρώμα από ιδρώτα, ατμούς βοτάνων και μισολιωμένα λυχνάρια.
Και κάθε φορά ένας νέος αγώνας άρχιζε και τελείωνε, σαν οι σκηνές να
ενώνονταν η μία με την άλλη χωρίς αρχή και τέλος. Τα χέρια του την κρατούσαν με
πυρετώδη απληστία, σαν να φοβόταν πως αν την άφηνε θα χανόταν μαζί με όλα όσα
κυνηγούσε μέσα στις παραισθήσεις του.
Η Ρουό-Σι στην αρχή είχε τρομάξει. Ήθελε να τον σταματήσει. Να λυθεί από
πάνω του. Μα όσο περνούσε η ώρα, το ίδιο το ελιξήριο —η βαριά μυρωδιά των
βοτάνων, η θερμότητα των σωμάτων, οι ψίθυροι και οι παραληρηματικές
εξομολογήσεις του— άρχισε να την παρασύρει κι εκείνη.
Για λίγες στιγμές έπαψε να σκέφτεται ποια ήταν.
Δεν ήταν πια η ανύπαντρη κόρη που
έπρεπε να φυλάξει το όνομά της. Δεν ήταν η γυναίκα που όφειλε να φοβάται τα
μάτια του χωριού. Υπήρχε μόνο το σώμα του πάνω της, η αίσθηση πως την ποθούσε
με τρόπο σχεδόν άγριο και η σκοτεινή, απαγορευμένη χαρά ότι, έστω και μέσα σε
θολωμένο νου, εκείνος την κρατούσε σαν να μην ήθελε άλλη γυναίκα στον κόσμο. Κι
έτσι χάθηκε κι εκείνη μαζί του. Τόσο βαθιά. Τόσο απερίσκεπτα.
Τον άφησε να τη γυρίσει ξανά και ξανά κάτω από το κορμί του, ώσπου οι
μηροί της έτρεμαν και η ανάσα της κοβόταν. Κι όταν ένιωσε τη θερμή ροή του να αναπαύεται
μέσα της, μία φορά και μετά άλλη μία, δεν σκέφτηκε να τον απομακρύνει. Μόνο
αργότερα, όταν η νύχτα άρχισε να ξεθωριάζει και το ελιξήριο να υποχωρεί από το
αίμα τους, κατάλαβε τι είχαν κάνει. Και τότε ο φόβος άρχισε να φωλιάζει μέσα
της σαν κάτι ζωντανό.
η
διακοπή της κύησης
Τότε είδε τη γριά να κατεβαίνει από τους λόφους. Η γυναίκα κουβαλούσε
δεμένα στην πλάτη της ματσάκια από αποξηραμένα βότανα και ρίζες τυλιγμένες με
λινό. Το πρόσωπό της ήταν σκαμμένο από τις εποχές, όμως τα μάτια της έμεναν
κοφτερά σαν λεπίδα.
Η Ρουό-Σι έτρεξε προς το μέρος της.
— Θεία…
Η γριά την κοίταξε για λίγο χωρίς να
μιλήσει.
— Έχεις κάτι… Δεν μπορώ όταν σε
συναντώ να είσαι πάντα στεναχωρημένη.
Η Ρουό-Σι χαμήλωσε το βλέμμα.
Η άλλη άφησε αργά το φορτίο της κάτω. Ένα αχνό, σχεδόν πικρό χαμόγελο
φάνηκε στα χείλη της. Σου είπα «Με φωνάζουν όταν πονάνε. Όταν φοβούνται. Όταν
οι άλλοι δεν μπορούν να τους βοηθήσουν. Τότε ψάχνουν όλοι τη Λάο Νινγκ.»
Η φωνή της είχε εκείνη την παράξενη ηρεμία που μόνο άνθρωποι
συνηθισμένοι στον πόνο κρατούν.
Η Ρουό-Σι έσφιξε τα χέρια της.
— Χρησιμοποίησα το «δάκρυ του
ονείρου». Αυτή τη δεύτερη φορά… νομίζω πως κάτι έγινε μέσα μου. Το νιώθω. Νιώθω
να ανακατεύομαι. Κάτι έσταξε από αυτόν…
Η Λάο Νινγκ δεν ρώτησε από ποιον. Το πρόσωπό της δεν άλλαξε καθόλου.
Μονάχα αναστέναξε χαμηλά, σαν να άκουγε μια ιστορία παλιά όσο και τα βουνά γύρω
τους. Ήξερε καλά πως μόνο για απαγορευμένες ενώσεις κατέφευγαν οι γυναίκες στο
«δάκρυ του ονείρου».
— Σου είπα να προσέχεις…
Η Ρουό-Σι έκλεισε τα μάτια.
— Παρασύρθηκα. Για μια στιγμή χάθηκα
κι εγώ μέσα του. Δεν μπορούσα να αποκολληθώ. Φοβάμαι ότι θα φανούν σε λίγους
μήνες οι καρποί… και δεν μπορώ να είμαι έτσι. Είμαι ανύπαντρη.
Η γριά ακούμπησε το χέρι της πάνω στον καρπό της κοπέλας.
— Καλά. Ησύχασε. Έχουμε χρόνο.
Η Ρουό-Σι πήρε βαθιά ανάσα, μα τα μάτια της έμεναν γεμάτα τρόμο.
Η Λάο Νινγκ έσκυψε, άνοιξε τον υφασμάτινο σάκο της και έβγαλε μικρά
δεμάτια από ρίζες, ξερά άνθη και λεπτές φλούδες δεμένες με κόκκινη κλωστή.
— Άκουσέ με καλά τώρα. Ακόμη είναι
νωρίς. Το αίμα δεν έχει προλάβει να δέσει γερά το παιδί μέσα σου.
Σήκωσε πρώτα ένα δεμάτι με μικρά κόκκινα πέταλα.
— Αυτό είναι χονγκ-χουά… κνήκος. Κινεί
το αίμα. Ξυπνά τη μήτρα όταν έχει αρχίσει να κλείνει γύρω από σπόρο.
Δίπλα του ακούμπησε λεπτές καφετιές
φλούδες.
— Φλοιός κανέλας. Ζεσταίνει το σώμα
από μέσα. Θα βάλεις λίγο μόνο. Αν το παρακάνεις, θα σε κάψει και θα σε ρίξει σε
πυρετό.
Ύστερα έβγαλε μια γκρίζα δεμένη αρμαθιά φύλλων.
— Αψιθιά… άι-τσάο. Θα τη βράζεις με το
νερό για τον ατμό. Η θερμότητά της ανοίγει τους δρόμους του αίματος.
Η Ρουό-Σι παρακολουθούσε τα χέρια της
σαν να έβλεπε ξόρκι.
Η γριά συνέχισε, βγάζοντας χοντρές
κιτρινωπές ρίζες.
— Ντανγκ-γκούι. Αγγελική ρίζα. Αυτή τη
δίνουν και στις λεχώνες, μα όταν είναι νωρίς μπορεί να τραβήξει το αίμα προς τα
κάτω.
Έπειτα άνοιξε ένα μικρό δερμάτινο
σακουλάκι.
— Αποξηραμένο τζίντζερ και πιπέρι του
βουνού. Θα τα πίνεις σε ζωμό για να μη κρυώσει η κοιλιά σου. Το κρύο κρατά μέσα
ό,τι πρέπει να φύγει.
Τέλος, έβγαλε λίγους σκούρους σπόρους.
— Αυτούς δεν θα τους αγγίξεις ακόμη.
Είναι σπόροι από άγρια παπάγια. Πικροί. Τους χρησιμοποιώ μόνο όταν το σώμα
αρνείται να αφήσει το παιδί.
Η φωνή της χαμήλωσε.
— Και τότε φέρνουν πολύ πόνο.
Η Ρουό-Σι ένιωσε το στομάχι της να
σφίγγεται.
Η Λάο Νινγκ τύλιξε πάλι προσεκτικά τα
βότανα.
— Θα βράζεις το χονγκ-χουά, λίγο
ντανγκ-γκούι και μια φλούδα κανέλας ώσπου το νερό να γίνει σκούρο σαν παλιό
αίμα. Μόνο μισό κύπελλο κάθε βράδυ. Μετά θα κάθεσαι πάνω από τον ατμό της
αψιθιάς ώσπου να ιδρώσει όλο σου το σώμα.
Σήκωσε το βλέμμα της αυστηρά.
— Αν αρχίσουν οι πόνοι, δεν θα
φοβηθείς. Αν έρθει αίμα, θα με περιμένεις ξαπλωμένη. Και αν ο πυρετός σε πάρει,
θα στείλεις αμέσως να με βρουν.
— Αυτό θα το βράζεις κάθε βράδυ μέχρι
το νερό να γίνει πικρό και σκοτεινό. Θα πίνεις μόνο μισό κύπελλο. Όχι
περισσότερο. Μετά θα ξαπλώνεις με ζεστές πέτρες χαμηλά στην κοιλιά.
Ύστερα έβγαλε ένα μικρό σακουλάκι με
ξερά άνθη.
— Αυτά θα τα βάζεις στο νερό για να
ιδρώνεις. Πρέπει να κρατήσεις το σώμα σου θερμό. Να κινηθεί το αίμα.
Η Ρουό-Σι την άκουγε χωρίς να
ανασαίνει.
— Θα πρέπει όμως να τα ακολουθήσεις
όλα αυστηρά. Και να μην έχεις στο μεταξύ καμμία επαφή. Μέχρι να δούμε αν το
παιδί θα πέσει. Ακόμη είναι νωρίς.
— Και… και πότε θα ξέρουμε;
— Πρώτα θα έρθουν οι πόνοι. Ίσως αίμα.
Ίσως όχι αμέσως. Το σώμα κάθε γυναίκας έχει τον δικό του δρόμο.
Η γριά την κοίταξε σταθερά.
— Πότε έγινε αυτή η ένωση;
— Από προχθές… Από τότε δεν μπορώ να
ησυχάσω.
Η Λάο Νινγκ έγνεψε αργά.
— Ευτυχώς είναι νωρίς. Καλύτερα
γρήγορα παρά μετά. Τυχερή είσαι που με βρήκες. Θα πήγαινα για το χωριό Σαν-Χε.
Με έχουν καλέσει για μια λεχώνα που σε λίγες μέρες θα γεννήσει.
Μάζεψε πάλι προσεκτικά τα βότανά της.
— Μέχρι να γυρίσω θα κάνεις ακριβώς
ό,τι σου είπα. Καθόλου κρασί. Καθόλου κρύο νερό. Θα τρως μόνο λεπτό χυλό ρυζιού
και ζωμό τζίντζερ. Το βράδυ θα πιέζεις την κοιλιά σου με το δεμένο ύφασμα που
θα σου δώσω. Όχι δυνατά — όσο χρειάζεται για να κρατιέται η θερμότητα μέσα.
Έβγαλε ένα στενό κομμάτι λινό και της
το έδωσε.
— Αν δεις δυνατό αίμα, θα με
περιμένεις ξαπλωμένη. Αν πέσεις σε πυρετό, θα στείλεις αμέσως κάποιο παιδί να
με βρει.
Η Ρουό-Σι πήρε το ύφασμα με χέρια που
έτρεμαν.
— Θα περάσει;
Η γριά την κοίταξε για λίγες στιγμές
πριν απαντήσει.
— Πολλά περνούν. Μα τίποτε δεν φεύγει
χωρίς να αφήσει σημάδι.
Έπειτα σήκωσε πάλι το φορτίο της στους
ώμους.
— Μόλις επιστρέψω από το Σαν-Χε, θα
έρθω να σε δω αμέσως.
Και χωρίς άλλη λέξη, η Λάο Νινγκ πήρε το μονοπάτι προς τους λόφους, ενώ
η Ρουό-Σι έμεινε ακίνητη ανάμεσα στα χωράφια, κρατώντας πάνω στο στήθος της τα
πικρά βότανα σαν να ήταν ήδη το βάρος μιας αόρατης μοίρας. Εκείνο το βράδυ θα
έπινε το πικρό δηλητήριο που θα την οδηγούσε να διαλύσει κάθε γλυκειά στιγμή
που είχε ζήσει με το «δάκρυ του ονείρου». Τα χάδια και τα αγγίγματα του Γκούο
Ρεν θα μεταβάλλονταν τώρα σε αφόρητο πόνο, καθώς το σώμα της θα αρνιόταν με
πείσμα να τα ξεκολλήσει από πάνω του, αλλά η αναγκαιότητα απαιτούσε το τίμημά
της, και το τίμημα είχε εγγραφεί στο ίδιο το σώμα της.
ΜΕΡΟΣ Ι
τόση
βιασύνη για μισοτελειωμένες αποθήκες και ακαλλιέργητα κτήματα…
Ο Γκούο Ρεν είχε αποφασίσει να
μεταβεί στη γη της «πέτρινης γυναίκας» περισσότερο για να απομακρυνθεί
από τη Ρουό-Σι παρά από κάποια επείγουσα ανάγκη των κτημάτων του. Η παρουσία
της αδελφής του τον αναστάτωνε όλο και περισσότερο τον τελευταίο καιρό. Τα
γαλάζια μάτια της, τα παράξενα υπονοούμενα των ονείρων και οι εικόνες που
γεννούσαν στο μυαλό του ήταν πράγματα που δεν ήθελε να αντιμετωπίζει.
Αναχώρησε από το Λο Τζιανγκ πριν ακόμη χαράξει. Μαζί του ταξίδευαν δύο
εργάτες οδηγώντας ένα βαρύ κάρο φορτωμένο με δοκάρια, σιδερένια καρφιά και
οικοδομικά υλικά για τις νέες αποθήκες. Η γη της Πέτρινης Γυναίκας βρισκόταν
σχεδόν σαράντα χιλιόμετρα μακριά και ο δρόμος ακολουθούσε λασπωμένα περάσματα
ανάμεσα σε λόφους και ορυζώνες. Έκαναν δύο σύντομες στάσεις για να ξεκουραστούν
τα ζώα και μόνον όταν ο ήλιος είχε ήδη περάσει το μέσο του ουρανού φάνηκαν
μπροστά τους οι πρώτοι ορυζώνες της Πέτρινης Γυναίκας.
Σταμάτησε το άλογό του και έμεινε για λίγο ακίνητος. Η εικόνα που
αντίκρισε τον εξέπληξε. Η πρώτη αποθήκη είχε προχωρήσει πολύ περισσότερο απ'
όσο περίμενε. Οι τοίχοι είχαν ολοκληρωθεί σχεδόν πλήρως και οι ξυλουργοί
εργάζονταν επάνω στις τελευταίες δοκούς της στέγης. Χτυπήματα από σφυριά
αντηχούσαν στον υγρό αέρα, ενώ σωροί από ξυλεία περίμεναν για τις επόμενες
κατασκευές.
Ο Τσεν Μπινγκ τον αντιλήφθηκε αμέσως και πλησίασε βιαστικά. Υποκλίθηκε
ελαφρά.
«Άρχοντα Γκούο.»
Ο Γκούο Ρεν κατέβηκε από το άλογο και
κοίταξε ψηλά τη στέγη.
«Προχωρήσατε γρηγορότερα απ' όσο
περίμενα.»
Ένα συγκρατημένο χαμόγελο φάνηκε στο
πρόσωπο του επιστάτη.
«Σε λίγο κλείνει η στέγη.»
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε ικανοποιημένος και
άρχισε να περπατά γύρω από το κτίριο. Παρατηρούσε τις αποστάσεις, τους χώρους
που είχαν αφεθεί κενoί και το πέρασμα των καραβανιών που θα διέσχιζαν
μελλοντικά τον δρόμο.
«Οι δύο αποθήκες δεν αρκούν πλέον,»
είπε τελικά. «Βλέπεις αυτό το άνοιγμα;»
Ο Τσεν Μπινγκ ακολούθησε το βλέμμα
του.
«Ναι.»
«Μόλις τελειώσει η πρώτη αποθήκη,
αρχίζουμε το επόμενο κτίριο.»
«Ποιο;»
«Μαγειρεία. Στάβλους. Δωμάτια για
ξεκούραση.»
Ο επιστάτης συνοφρυώθηκε ελαφρά καθώς
υπολόγιζε τον επιπλέον κόπο.
Ο Γκούο Ρεν συνέχισε:
«Θέλω μεγάλα υπόστεγα. Για τον ήλιο,
τη βροχή και το χιόνι. Οι μεταφορείς πρέπει να μπορούν να σταματούν εδώ όλες
τις εποχές. Να βρίσκουν τροφή, νερό και στέγη.»
Ο Τσεν Μπινγκ έγνεψε αργά. «Θα χρειαστούν περισσότεροι άντρες.»
«Θα τους έχεις.»
Για λίγο παρακολούθησαν σιωπηλοί τους εργάτες που δούλευαν πάνω στις
δοκούς.
Ύστερα ο Γκούο Ρεν ρώτησε:«Πού είναι η Χε Τζι;»
Ο Τσεν Μπινγκ γύρισε προς τον δρόμο. «Πήγε μέχρι το σπίτι του
χαρτοπαίκτη.»
«Γιατί;»
«Ετοιμάζει το φαγητό για το συνεργείο. Είπε πως θα επέστρεφε πριν το
μεσημέρι.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε για λίγο σιωπηλός. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε ξανά
στον κενό χώρο ανάμεσα στις δύο αποθήκες.
«Να θυμάσαι αυτό που είπα. Εκεί θα γίνει το νέο κτίριο.»
«Μάλιστα.»
Πριν προλάβουν να συνεχίσουν τη συζήτηση, ακούστηκαν φωνές από το
μονοπάτι. Μερικοί εργάτες γύρισαν τα κεφάλια τους. Η Χε Τζι πλησίαζε κρατώντας
ένα μεγάλο καλάθι. Δίπλα της περπατούσε μια νεαρή κοπέλα —η μικρή κόρη του
χαρτοπαίκτη— κουβαλώντας δεύτερο φορτίο με πήλινα δοχεία και δέματα τυλιγμένα
σε ύφασμα.
Η Χε Τζι περπατούσε γρήγορα, με το βλέμμα στραμμένο μπροστά. Μόλις όμως
σήκωσε τα μάτια της και είδε τον Γκούο Ρεν, τα βήματά της επιβραδύνθηκαν
ανεπαίσθητα. Σταμάτησε λίγα μέτρα μακριά. Η έκπληξη ζωγραφίστηκε καθαρά στο
πρόσωπό της. Δεν τον περίμενε τόσο σύντομα. Για μια στιγμή δεν ήξερε τι να
σκεφτεί. Είχε επιστρέψει για να επιθεωρήσει τα έργα; Ή είχε επιστρέψει για
εκείνη; Η ανάμνηση της τελευταίας τους συνομιλίας ανάμεσα στους ορυζώνες πέρασε
από το μυαλό της.
Ο Γκούο Ρεν την παρατήρησε. Ένα αδιόρατο χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη
του. «Σου είπα ότι θα έρθω.»
Η φωνή του ήταν ήρεμη, σχεδόν φυσική. Όμως η Χε Τζι ένιωσε την καρδιά
της να χτυπά λίγο πιο γρήγορα. Έσκυψε ελαφρά το κεφάλι.
«Καλώς ήρθατε, άρχοντα Γκούο.»
Ο χαιρετισμός ήταν τυπικός, όπως απαιτούσε η περίσταση. Κανείς από τους
εργάτες δεν θα μπορούσε να διακρίνει κάτι ασυνήθιστο.
Ο Γκούο Ρεν έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.
«Έφερες φαγητό για όλους;»
«Ναι.»
«Τότε οι άντρες ας ξεκουραστούν λίγο.»
Η Χε Τζι έγνεψε. Καθώς περνούσε δίπλα του για να μοιράσει τα καλάθια,
μια αχνή μυρωδιά από βρασμένο ρύζι και φρέσκα χόρτα έφθασε ως εκείνον. Για μια
στιγμή τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Μόνο για μια στιγμή. Έπειτα εκείνη
συνέχισε τον δρόμο της προς τους εργάτες και ο Γκούο Ρεν γύρισε ξανά προς τις
αποθήκες. Όποιος τους παρατηρούσε θα έβλεπε απλώς έναν άρχοντα που επιθεωρούσε
τα έργα του και μια γυναίκα που φρόντιζε το συνεργείο. Κανείς όμως δεν θα
μπορούσε να γνωρίζει πως κάτω από τις καινούργιες στέγες, ανάμεσα στις ξύλινες
δοκούς και στους ορυζώνες της Πέτρινης Γυναίκας, είχε ήδη αρχίσει να χτίζεται
κάτι ακόμη — αργά, σιωπηλά και με την ίδια υπομονή που χρειάζεται το μωβ ρύζι
για να ριζώσει στο χώμα που το αναγνωρίζει.
Ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να γέρνει προς τη δύση όταν ο Γκούο Ρεν
ολοκλήρωσε την επιθεώρηση των εργασιών. Οι εργάτες είχαν σταματήσει για λίγο
μετά το φαγητό και τώρα επέστρεφαν στις θέσεις τους, ενώ οι ξυλουργοί
τοποθετούσαν τις τελευταίες δοκούς της στέγης.
Ο Γκούο Ρεν στάθηκε δίπλα στον Τσεν Μπινγκ και έδωσε τις τελευταίες
οδηγίες.
«Αύριο να αρχίσετε να καθαρίζετε τον χώρο για το επόμενο κτίριο. Θέλω να
είναι έτοιμα τα θεμέλια πριν έρθουν οι φθινοπωρινές βροχές. Και τα υπόστεγα να
είναι βαθιά. Δεν θα φιλοξενούμε μόνο ανθρώπους αλλά και ζώα.»
Ο Τσεν Μπινγκ έγνεψε καταφατικά.
Ο Γκούο Ρεν κοίταξε γύρω του και το βλέμμα του σταμάτησε στη Χε Τζι, που
μάζευε τα άδεια δοχεία του φαγητού.
«Χε Τζι. Έλα μαζί μου.»
Η γυναίκα άφησε κάτω το καλάθι και πλησίασε.
Πριν ξεκινήσουν, εκείνος τη ρώτησε
χαμηλόφωνα:
«Δεν πιστεύω να ξαναπήγες στου Τζου Μιν;»
Η Χε Τζι σήκωσε το βλέμμα της. «Ακολούθησα τις οδηγίες σας.»
«Και τώρα; Ποιος τους βοηθά;»
«Η γυναίκα του χαρτοπαίκτη. Όταν χρειάζεται να τακτοποιήσουν το σπίτι,
πηγαίνει και η αδελφή του.»
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε χωρίς να σχολιάσει. Άρχισαν να βαδίζουν προς τα
χωράφια. Ο αέρας κουβαλούσε την υγρασία των ορυζώνων και το άρωμα του νερού που
κατέβαινε από τα γύρω υψώματα.
«Σκέφτομαι να σπείρω μωβ ρύζι στα νέα κτήματα,» είπε ο Γκούο Ρεν ύστερα
από λίγο.
Η Χε Τζι γύρισε προς το μέρος του.
«Όχι φέτος.»
«Γιατί;»
«Η κατάλληλη σπορά γίνεται νωρίς την άνοιξη. Συνήθως από τον δεύτερο
μέχρι τον τρίτο σεληνιακό μήνα.»
Εκείνος την κοίταξε ερωτηματικά.
«Δηλαδή;»
«Περίπου από τα τέλη Φεβρουαρίου μέχρι τον Απρίλιο. Τότε το χώμα αρχίζει
να ζεσταίνεται αλλά δεν έχει ακόμη έρθει η μεγάλη ζέστη. Το μωβ ρύζι θέλει
χρόνο. Ωριμάζει αργότερα από το κοινό.»
«Άρα θα πρέπει να περιμένουμε.»
«Ναι.»
Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε αχνά.
«Πάντα καταλήγεις στην υπομονή.»
«Η γη σπάνια βιάζεται.»
Προχώρησαν ανάμεσα στα αναχώματα. Στο βάθος φαίνονταν τα χωράφια που
είχε αγοράσει πρόσφατα. Είχαν μείνει ακαλλιέργητα για χρόνια. Αγριόχορτα
φύτρωναν ακόμη στις άκρες τους και οι αναβαθμίδες είχαν αρχίσει να καταρρέουν
σε ορισμένα σημεία.
Ο Γκούο Ρεν έδειξε προς τα εκεί.
«Αυτά με ανησυχούν. Έμειναν παρατημένα πολύ καιρό.»
Η Χε Τζι ακολούθησε το βλέμμα του.
«Δεν είναι πάντα κακό. Αν η γη δεν έχει διαβρωθεί και αν κρατά ακόμη
νερό, τότε η μακρά ανάπαυση μπορεί να είναι ευεργετική.»
Ο Γκούο Ρεν την άκουγε σκεπτικός δίνοντάς της την άδεια να συνεχίσει.
«Όταν καλλιεργείς ασταμάτητα ένα χωράφι, το εξαντλείς. Χάνει τη δύναμή
του. Μερικές φορές χρειάζεται να μείνει μόνο του για χρόνια ώστε να ανακτήσει
όσα έχασε.»
«Άρα η εγκατάλειψη μπορεί να το ωφελήσει.»
Η Χε Τζι χαμογέλασε αχνά.
«Αν κρατήσει όσο πρέπει.»
Περπάτησαν λίγα βήματα ακόμη.
«Και πώς ξέρεις πότε είναι έτοιμο να δεχτεί ξανά σπόρο;»
«Το δείχνει μόνο του.»
«Πώς;»
«Σταματά να αντιστέκεται. Κρατά το νερό. Τα χόρτα αλλάζουν. Το χώμα
μαλακώνει.»
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε πλάγια.
«Σαν άνθρωπος.»
Η Χε Τζι χαμήλωσε το βλέμμα.
«Ίσως.»
«Δηλαδή πιστεύεις ότι και οι άνθρωποι χρειάζονται χρόνο ακαλλιέργητοι;»
«Μερικές φορές.»
Ο άνεμος μετακίνησε απαλά τις άκρες των μαλλιών της.
«Όταν κάτι τελειώνει,» συνέχισε εκείνη, «δεν σημαίνει πως πρέπει αμέσως
να αρχίσει κάτι άλλο. Υπάρχουν περίοδοι που ο άνθρωπος χρειάζεται να μείνει
μόνος με όσα έζησε.»
Ο Γκούο Ρεν δεν μιλούσε.
«Και ύστερα;» ρώτησε τελικά.
«Ύστερα έρχεται μια στιγμή που είναι έτοιμος να δεχτεί κάτι καινούργιο.
Όχι επειδή το αναζητά, αλλά επειδή μπορεί πλέον να το κρατήσει.»
Η φωνή της ήταν ήρεμη, όμως ο Γκούο Ρεν ένιωσε πως τα λόγια της δεν
αφορούσαν μόνο τα χωράφια.
«Και συ;» τη ρώτησε ξαφνικά.
Η Χε Τζι γύρισε προς το μέρος του.
«Τι εννοείτε;»
«Έχει περάσει ο χρόνος που πρέπει;»
Για πρώτη φορά εκείνη δεν απάντησε αμέσως. Το βλέμμα της στράφηκε προς
τους μακρινούς ορυζώνες.
«Κοιτάξτε το φως,» είπε. «Σε λίγο θα αρχίσει να πέφτει πίσω από τον
βράχο.»
Ο Γκούο Ρεν κατάλαβε πως είχε αποφύγει την ερώτηση. Κι όμως δεν
επέμεινε. Αντίθετα χαμογέλασε ελαφρά.
στο
βράχο της «πέτρινης γυναίκας»
«Έλα.»
«Πού;»
«Θα δούμε τα κτήματα από ψηλά.»
Της έδειξε τον λόφο που υψωνόταν πάνω από τις αναβαθμίδες. Εκεί όπου
στεκόταν ο μεγάλος βράχος της Πέτρινης Γυναίκας. Άρχισαν να ανηφορίζουν το
στενό μονοπάτι. Ο δρόμος γινόταν όλο και πιο απότομος καθώς άφηναν πίσω τους
τους ορυζώνες.
«Ανέβηκες εκεί πάνω;» τη ρώτησε.
«Όχι» του απάντησε.
«Σήμερα θα ανεβούμε μαζί. Θα δούμε αν εκεινη η γυναίκα μιλάει.»
Η Χε Τζι χαμογέλασε.
«Οι άνθρωποι μιλούν πολύ. Ο βράχος όχι.»
Ο Γκούο Ρεν γέλασε χαμηλά.
«Και τι σου λέει η σιωπή του;»
«Διαφορετικά πράγματα κάθε φορά.»
«Σήμερα;»
Εκείνη τον κοίταξε για μια στιγμή.
«Σήμερα λέει πως έρχεται αλλαγή.»
«Στα χωράφια;»
«Ίσως.»
Συνέχισαν να ανεβαίνουν. Το μονοπάτι περνούσε ανάμεσα από πεύκα και
χαμηλούς βράχους. Σε κάποια στροφή ο Γκούο Ρεν άπλωσε το χέρι του για να τη
βοηθήσει να περάσει ένα δύσκολο σημείο. Η Χε Τζι δίστασε μόνο για μια στιγμή
πριν δεχτεί το χέρι του. Κανείς δεν μίλησε.
Μόνο όταν έφθασαν πιο κοντά στην
κορυφή εκείνος είπε:
«Αν το μωβ ρύζι πιάσει στα νέα
χωράφια, αυτή η γη θα αλλάξει.»
Η Χε Τζι κοίταξε μπροστά τον πέτρινο
σχηματισμό που υψωνόταν πάνω από τον λόφο σαν σιωπηλή μορφή γυναίκας.
«Ναι,» είπε ήρεμα.
«Και μερικές φορές η αλλαγή αρχίζει
πολύ πριν την αντιληφθούν οι άνθρωποι.»
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε.
Γιατί εκείνη τη στιγμή δεν ήταν
βέβαιος αν μιλούσαν ακόμη για τα χωράφια.
Ο βράχος της πέτρινης γυναίκας υψωνόταν μόνος μέσα στην πεδιάδα, σαν μια
γιγάντια μορφή που είχε απολιθωθεί περιμένοντας κάποιον που δεν γύρισε ποτέ. Ο
ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει προς τη δύση και οι σκιές απλώνονταν αργά πάνω στα
ξερά χόρτα.
Ο Γκούο Ρεν και η Χε Τζι είχαν περάσει πίσω από τον βράχο, μακριά από τα
βλέμματα των εργατών που δούλευαν στην καινούργια αποθήκη. Από εκεί μπορούσαν
ακόμη να ακούσουν τους μακρινούς χτύπους των σφυριών, όμως ο ήχος έφτανε
εξασθενημένος, σαν να ερχόταν από έναν άλλο κόσμο.
Ο Γκούο Ρεν παρατήρησε πρώτος τα ίχνη. Μικρά θυμιατήρια μισοθαμμένα στο
χώμα. Καμένες στάχτες. Κόκκινες κλωστές δεμένες σε ρωγμές της πέτρας. Κάποια
σύμβολα ζωγραφισμένα πρόχειρα με ώχρα.
Η Χε Τζι πλησίασε και ακούμπησε τα δάχτυλά της πάνω σε ένα από τα
σημάδια.
«Ίσως εδώ έρχονται οι εγκαταλειμμένες
γυναίκες για να ζητήσουν να επιστρέψουν οι αγαπημένοι τους», είπε.
Ο Γκούο Ρεν κοίταξε γύρω του. Ξαφνικά ο τόπος δεν του φάνηκε άδειος.
Έμοιαζε γεμάτος από αόρατες παρουσίες. Από αναμονή. Από προσδοκίες που δεν
είχαν εκπληρωθεί.
«Πιστεύεις πως βοηθά;» τη ρώτησε.
Η Χε Τζι ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους.
«Δεν ξέρω. Ίσως οι άνθρωποι να μην
έρχονται για να αλλάξουν τη μοίρα τους. Ίσως να έρχονται μόνο για να αντέξουν
την αναμονή.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός.
Από τότε που είχε φύγει από το Λο
Τζιανγκ ένιωθε σαν να τον κυνηγούσε κάτι. Όχι κάποιος άνθρωπος. Όχι κάποιος
εχθρός. Μια εικόνα. Ένα πρόσωπο. Μερικές φορές έβλεπε μια νεαρή γυναίκα με
γαλάζια μάτια να στέκεται μέσα στην ομίχλη των ονείρων του. Άλλες φορές τα
χαρακτηριστικά της μεταμορφώνονταν αργά και έπαιρναν τη μορφή της Ρουό-Σι. Κι
άλλοτε το πρόσωπο θόλωνε εντελώς, σαν να μην μπορούσε ούτε το ίδιο να
αποφασίσει ποιο ήταν. Γι’ αυτό είχε φύγει. Είχε πιστέψει πως η απόσταση θα
έφερνε ησυχία.
Αντί γι’ αυτό, οι εφιάλτες τον είχαν
ακολουθήσει.
«Η ιστορία σου με τον Λιν Τάο...» είπε
τελικά.
Η Χε Τζι στράφηκε προς το μέρος του.
«Τι γι’ αυτήν;»
Ο Γκούο Ρεν δίστασε.
Για πρώτη φορά στη ζωή του
δυσκολευόταν να διατυπώσει μια ερώτηση.
«Πώς ήταν δυνατό;»
Η Χε Τζι δεν μίλησε.
«Πώς ήταν δυνατό να ξεπεράσετε το
γεγονός ότι ήσασταν αδέλφια;»
Ο άνεμος φύσηξε ανάμεσά τους. Η γυναίκα τον κοίταξε προσεκτικά. Τότε το
είδε. Μια μικρή σύσπαση γύρω από τα μάτια. Ένα ίχνος αγωνίας που δεν υπήρχε
παλαιότερα. Ένα είδος τρόμου που γνώριζε πολύ καλά. Το είχε δει κάποτε στον
καθρέφτη της. Το είχε δει στα πρόσωπα ανθρώπων που είχαν ανακαλύψει μέσα τους
μια αλήθεια που δεν ήθελαν να αντικρίσουν. Για μια στιγμή δεν απάντησε.
«Δεν ήταν κάτι που συνέβη ξαφνικά»,
είπε τελικά.
Ο Γκούο Ρεν περίμενε.
«Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι μια μέρα
ξυπνάς διαφορετικός. Δεν συμβαίνει έτσι.»
Στάθηκε δίπλα στον βράχο.
«Όταν γνώρισα ξανά τον Λιν Τάο στο
Νανγκού, τον μισούσα. Για χρόνια τον έβλεπα μόνο ως την αιτία της δυστυχίας της
μητέρας μου. Μόνο ως τον γιο του πατέρα μου.»
Χαμήλωσε το βλέμμα.
«Ύστερα άρχισα να βλέπω και άλλα
πράγματα.»
Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε.
«Τον είδα να κουβαλά ξύλα μέσα στο
χιόνι. Να φροντίζει τη μητέρα μου όταν ήταν άρρωστη. Να παραδέχεται όσα είχε
κάνει. Να προσπαθεί να γίνει καλύτερος άνθρωπος.»
Η φωνή της είχε παραμείνει ήρεμη.
«Κάποια στιγμή σταμάτησα να βλέπω μόνο
τον αδελφό που θυμόμουν.»
Η φράση έμεινε να αιωρείται ανάμεσά
τους.
Ο Γκούο Ρεν ένιωσε μια παράξενη πίεση
στο στήθος του.
«Και τότε;»
Η Χε Τζι χαμογέλασε θλιμμένα.
«Τότε άρχισαν οι ερωτήσεις.»
Ο άνεμος ανατάραξε τα μαλλιά της.
«Όχι οι απαντήσεις. Οι ερωτήσεις.»
Σήκωσε το βλέμμα προς τον βράχο.
«Αναρωτιόμουν ποιος ήταν πραγματικά.
Αναρωτιόμουν ποια ήμουν εγώ. Αναρωτιόμουν αν οι άνθρωποι παραμένουν για πάντα
ίδιοι ή αν αλλάζουν τόσο ώστε γίνονται σχεδόν ξένοι ακόμη και στον ίδιο τους
τον εαυτό.»
Ο Γκούο Ρεν ένιωσε τα δάχτυλά του να
σφίγγονται. Δεν ήξερε γιατί. Ή ίσως ήξερε πολύ καλά.
«Είχες ενοχές;» τη ρώτησε τελικά.
Η Χε Τζι δεν απάντησε αμέσως.
«Για ποιο πράγμα;»
«Για όλα όσα συνέβησαν μετά.»
Η γυναίκα χαμήλωσε το βλέμμα προς το
χώμα.
«Η ιστορία είναι πιο περίπλοκη απ' όσο
νομίζουν οι άνθρωποι.»
Ο Γκούο Ρεν περίμενε.
«Δεν είχαμε μεγαλώσει μαζί. Ο Λιν Τάο
ήταν ο γιος του πατέρα μου από τον πρώτο του γάμο. Όταν ήμουν παιδί, ήταν ήδη
σχεδόν ξένος για μένα.»
Σταμάτησε για λίγο.
«Πολύ αργότερα έμαθα τι είχε συμβεί
ανάμεσα σ' εκείνον και τα αδέλφια του. Τον θεωρούσαν προδότη. Επειδή είχε
προσπαθήσει να δείξει έλεος στη μητέρα μου. Επειδή πίστευε ότι δικαιούμασταν
ένα μέρος από όσα μας είχαν στερήσει.»
Ο άνεμος ανατάραξε τα μαλλιά της.
«Τον χτύπησαν άσχημα. Αναγκάστηκε να
φύγει από το Μπαϊσούι. Δεν ήξερε πού να πάει. Αργότερα έμαθε πού μπορεί να
βρισκόμασταν και ήρθε να μας βρει.»
Ο Γκούο Ρεν θυμόταν ήδη αυτό το
κομμάτι της ιστορίας.
«Ήξερε και για τον άρχοντα
Τσενγκ-Γουέι;»
Η Χε Τζι έγνεψε καταφατικά.
«Ναι. Είχε μάθει πως είχα γίνει παλλακίδα
του. Νομίζω πως αυτό τον βάραινε. Ίσως πίστευε ότι, αν δεν μας είχαν διώξει από
το Μπαϊσούι, η ζωή μου θα είχε πάρει διαφορετική πορεία.»
Έμεινε για λίγο σιωπηλή.
«Κουβαλούσε κι εκείνος τις δικές του
ενοχές.»
Ο Γκούο Ρεν κοίταξε τα σημάδια πάνω στον
βράχο.
«Κι εσύ;»
Η Χε Τζι χαμογέλασε αχνά.
«Οι δικές μου ενοχές είχαν να κάνουν
περισσότερο με όσα είχα ζήσει παρά με τον ίδιο τον Λιν Τάο.»
Τα μάτια της έμειναν στραμμένα στον
ορίζοντα.
«Όταν συναντάς έναν άνθρωπο που
γνωρίζει όλο σου το παρελθόν, τις δυσκολίες σου, τα λάθη σου, τα πράγματα που
θα ήθελες να ξεχάσεις, παύεις να χρειάζεται να κρύβεσαι.»
Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε.
«Ο Λιν Τάο ήξερε ποια ήμουν πριν φτάσω
στο Νανγκού. Ήξερε ποια είχε υπάρξει η μητέρα μου. Ήξερε τι είχα περάσει. Δεν
χρειαζόταν να του εξηγήσω τίποτα.»
Ο άνεμος παρέσυρε λίγη στάχτη από τα
παλιά θυμιάματα.
«Κι έπειτα», συνέχισε, «ήμασταν και οι
δύο μακριά από το Μπαϊσούι. Σε μια γη όπου κανείς δεν γνώριζε την ιστορία μας.
Οι άνθρωποι του Νανγκού μας ήξεραν μόνο όπως ήμασταν τότε.»
Ο Γκούο Ρεν έδειξε με το βλέμμα τα
παράξενα σύμβολα που ήταν χαραγμένα στην πέτρα.
«Μπήκατε μαζί στη σπηλιά;»
Για πρώτη φορά ένα ελαφρύ χαμόγελο
φάνηκε στο πρόσωπό της.
«Η σπηλιά είχε σημασία για τον Λιν
Τάο.»
«Γιατί;»
«Επειδή πίστευε πως οι άνθρωποι μπορούν
να αφήσουν πίσω τους ένα μέρος του παρελθόντος τους.»
Η φωνή της έγινε πιο ήρεμη.
«Όταν μπήκαμε εκεί, αφήσαμε τα παλιά
μας ενδύματα. Έτσι έλεγε το έθιμο. Συμβολικά αφήναμε πίσω όσα κουβαλούσαμε από
πριν. Τις ενοχές, τις αποτυχίες, τις πληγές μας.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός.
«Δεν ξύπνησα διαφορετικός άνθρωπος
όταν βγήκα», συνέχισε η Χε Τζι. «Ούτε ο Λιν Τάο. Όμως ίσως από εκείνη τη στιγμή
σταματήσαμε να αφήνουμε το παρελθόν να αποφασίζει μόνο του για το ποιοι θα
είμαστε.»
Ο ήλιος είχε σχεδόν χαθεί πίσω από τους λόφους. Η σκιά του βράχου
απλωνόταν πλέον πάνω στην πεδιάδα. Ο Γκούο Ρεν κοίταξε τη σκοτεινή γραμμή που
προχωρούσε αργά πάνω στο έδαφος και αναρωτήθηκε αν αυτό ακριβώς ήταν που τον
βασάνιζε τις τελευταίες εβδομάδες. Όχι όσα είχαν συμβεί. Αλλά το αν μπορούσε να
συνεχίσει να ζει σαν να μην είχαν συμβεί ποτέ.
Η Χε Τζι γύρισε και τον κοίταξε.
«Δεν ήρθες εδώ για να ακούσεις την ιστορία μου.»
Εκείνος δεν απάντησε.
«Μήπως ήρθες για να καταλάβεις τη δική σου.»
Η φράση τον βρήκε απροετοίμαστο. Για λίγο κανείς τους δεν μίλησε. Μόνο ο
άνεμος περνούσε ανάμεσα στα θυμιάματα και σκόρπιζε λίγη στάχτη πάνω στις
πέτρες. Η Χε Τζι κοίταξε προς την πεδιάδα όπου οι εργάτες συνέχιζαν τη δουλειά
τους.
«Ξέρεις τι έμαθα;»
«Τι;»
«Ότι μερικές φορές δεν μας τρομάζει αυτό που νιώθουμε.»
Ο Γκούο Ρεν σήκωσε το βλέμμα.
«Τότε τι μας τρομάζει;»
Η Χε Τζι έμεινε σιωπηλή για λίγο.
«Το τι σημαίνει αυτό για τη ζωή που πιστεύαμε ότι είχαμε.»
Ο Γκούο Ρεν κοίταξε τον ορίζοντα. Μακριά, πίσω από τα βουνά, βρισκόταν
το Λο Τζιανγκ. Και κάπου εκεί βρισκόταν η Ρουό-Σι. Για πρώτη φορά από τότε που
είχε φύγει, κατάλαβε πως δεν είχε ταξιδέψει ως τη γη της πέτρινης γυναίκας για
να βρει μια εξήγηση. Είχε έρθει για να ακούσει κάποιον να του πει ότι δεν ήταν
ο μόνος άνθρωπος που είχε φοβηθεί τον ίδιο του τον εαυτό.
Και καθώς ο ήλιος βυθιζόταν αργά πίσω από τους λόφους, ο βράχος της
πέτρινης γυναίκας έριχνε τη σκιά του πάνω τους σαν σιωπηλός μάρτυρας παλιών
μυστικών που κανείς δεν είχε κατορθώσει ποτέ να θάψει πραγματικά.
Για λίγη ώρα περπατούσαν σιωπηλοί.
Ύστερα ο Γκούο Ρεν θυμήθηκε κάτι.
«Την προηγούμενη φορά μίλησες για την
τελετή της ανθοφορίας της γης.»
Η Χε Τζι γύρισε ελαφρά το κεφάλι της.
«Ναι.»
«Νομίζω πως την έχω ξανακούσει.»
Ένα αχνό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη
της.
«Όχι αυτή.»
«Πώς εννοείς;»
«Οι περισσότεροι γνωρίζουν μόνο το
πανηγύρι. Τους χορούς, τα θυμιάματα και τις προσφορές στους αγρούς.»
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε με ενδιαφέρον.
«Και υπάρχει κάτι περισσότερο;»
Η Χε Τζι έγνεψε αργά.
«Πίσω από όλα αυτά κρύβεται ένα
βαθύτερο νόημα. Κάτι που λίγοι θυμούνται πια.»
«Ο πατέρας σου το ήξερε.»
Ο Γκούο Ρεν σήκωσε τα φρύδια.
«Ο πατέρας μου;»
«Ναι.»
Η φωνή της έγινε πιο ήρεμη.
«Οι παλιοί καλλιεργητές έλεγαν πως η
τελετή δεν ήταν για τη γη.»
«Τότε για ποιον ήταν;»
«Για τον καλλιεργητή.»
Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε.
Η Χε Τζι συνέχισε:
«Ήταν ένας τρόπος να δηλώσει πως
αναλάμβανε την ευθύνη του χωραφιού. Πως δεν θα περνούσε απλώς για να πάρει τον
καρπό και να φύγει.»
Ο αέρας ανακάτεψε τα μαλλιά της.
«Με την τελετή υποσχόταν ότι θα
επιστρέφει. Ότι θα φρόντιζε τη γη, ακόμη κι όταν δεν έδινε τίποτα.»
Ο Γκούο Ρεν σκέφτηκε για λίγο τα λόγια
της.
«Και πρέπει να γίνεται σε συγκεκριμένη
εποχή;»
«Όχι.»
«Όχι;»
«Όχι αυτή η τελετή.»
Η Χε Τζι έσκυψε να αποφύγει ένα χαμηλό
κλαδί.
«Μπορεί να γίνει οποιαδήποτε στιγμή.»
«Ακόμη και καταχείμωνο;»
«Ακόμη και τότε.»
Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε.
«Αυτό ακούγεται παράλογο.»
«Δεν είναι.»
Σταμάτησε για λίγο και κοίταξε προς τα
χωράφια που απλώνονταν χαμηλά.
«Η τελετή γίνεται μόνο όταν ο
καλλιεργητής αποφασίσει ότι θέλει να σπείρει το χωράφι του.»
«Και αν αποφασίσει σε λάθος εποχή;»
Η Χε Τζι γύρισε προς το μέρος του.
«Ακόμη και τότε.»
«Αφού η σοδειά μπορεί να χαθεί.»
«Ίσως.»
Ένα ήρεμο φως υπήρχε στα μάτια της.
«Όμως η τελετή δεν αφορά τη
συγκομιδή.»
Ο Γκούο Ρεν περίμενε.
«Αφορά τη σπορά.»
Συνέχισαν να περπατούν.
«Σημασία έχει ότι κάποιος αποφάσισε να φυτέψει
κάτι.»
«Ακόμη κι αν αποτύχει;»
«Ναι.»
Η φωνή της παρέμεινε γαλήνια.
«Γιατί τότε η γη γνωρίζει πως κάποιος
ενδιαφέρθηκε γι' αυτήν.»
Ο Γκούο Ρεν αισθάνθηκε ένα παράξενο
σφίξιμο στο στήθος.
Η Χε Τζι κοίταζε μπροστά, σαν να
μιλούσε μόνο για χωράφια.
«Οι άνθρωποι νομίζουν ότι η γη
ανταποκρίνεται στο νερό, στο λίπασμα και στον κόπο.»
«Δεν ανταποκρίνεται;»
«Ανταποκρίνεται και σε αυτά.»
Χαμογέλασε αχνά.
«Όταν η γη καταλαβαίνει ότι κάποιος επέστρεψε
γι' αυτήν, αρχίζει να ανοίγει.»
Τα λόγια της αιωρήθηκαν ανάμεσά τους.
Έπειτα πρόσθεσε χαμηλότερα:
«Οι άνθρωποι δεν διαφέρουν πολύ.»
Ο Γκούο Ρεν γύρισε προς το μέρος της.
Η Χε Τζι συνέχισε να κοιτά το
μονοπάτι.
«Όταν νιώθουμε ότι κάποιος
ενδιαφέρεται πραγματικά για εμάς... γινόμαστε πιο δεκτικοί.»
Ο άνεμος πέρασε ανάμεσά τους.
Για λίγο δεν ακούστηκε τίποτε άλλο.
Ο Γκούο Ρεν την παρατηρούσε καθώς
περπατούσε δίπλα του. Δεν ήξερε αν μιλούσε για τον εαυτό της ή για κάποια παλιά
ιστορία που είχε ακούσει από τους γέροντες των χωραφιών.
Η μορφή της Πέτρινης Γυναίκας υψωνόταν
μπροστά τους, σκοτεινή και επιβλητική μέσα στο απογευματινό φως.
Ο Γκούο Ρεν στάθηκε και κοίταξε χαμηλά
τα χωράφια που απλώνονταν μέχρι τον ορίζοντα.
«Άρα η τελετή δεν είναι παρά μια
υπόσχεση.»
Η Χε Τζι στάθηκε δίπλα του.
«Ναι.»
«Μια υπόσχεση ότι θα επιστρέψεις.»
«Αυτό ακριβώς.»
Τα μάτια τους συναντήθηκαν για μια
στιγμή.
«Και η γη το θυμάται;»
Η Χε Τζι κοίταξε προς τους ορυζώνες
όπου το φως του ήλιου άστραφτε πάνω στο νερό.
«Η γη θυμάται περισσότερα απ' όσα
νομίζουν οι άνθρωποι.»
Και ο Γκούο Ρεν δεν ήταν καθόλου
βέβαιος ότι μιλούσαν πλέον για τη γη.
«Είχες πει ότι είσαι αποφασισμένος.»
«Ναι για αυτά που μου ανήκουν και για αυτά που θέλω να μου ανήκουν».
«Άρα είσαι έτοιμος για την τελετή της ανθοφορίας;»
«Ναι» της απάντησε εκείνος.
«Τότε το βράυ θα δεις», είπε η Χε Τζι χαμογελώντας μυστηριωδώς, «όπως
στα χωράφια του Τσενγκ-Γουέι, η γη χρειαζόταν συμβολικές ενώσεις για να
καρποφορήσει, έτσι και σήμερα τα κτήματά σου θα δεχθούν τον πρώτο σπορέα τους. Μην
ανησυχείς για τα έθιμα — η νύχτα θα αποκαλύψει τα μυστικά της.»
Σταμάτησε για λίγο. Θα έρθεις το
βράδυ μόνος σου στην άκρη των κτημάτων. Θα σε περιμένουμε, αυτές που είναι
έτοιμες να ενωθείς μαζί τους. Αυτή η τελετή δεν πρέπει να ειπωθεί πουθενά και
ποτέ σε κανέναν.
ο
χορός με τις μάσκες
Το φεγγάρι φαινόταν πάνω από την «Πέτρινη Γυναίκα», χρυσίζοντας τις
στέγες και τα χωράφια που μόλις άρχιζαν να καρποφορούν. Ο Γκούο Ρεν περπατούσε
αργά προς τα χωράφια η καρδιά του γεμάτη περίεργη προσμονή για αυτή την τελετή της ανθοφορίας.
Η Χε Τζι τον παρακολουθούσε από απόσταση καιθώς εκείνος πλησίαζε στο
βάθος των χωραφιών, ένα χαμόγελο μισοκρυμμένο πίσω από τη δική της μάσκα, καθώς
οι σκιές των φαναριών χόρευαν ανάμεσα σε ανθρώπους και γη. Όλα ήταν όπως έπρεπε
να είναι: η νύχτα, η τελετουργία, και η υπόσχεση καρποφορίας είχαν ολοκληρωθεί,
αφήνοντας πίσω τους μόνο σιωπή και φως.
Η Χε Τζι χαμογέλασε ελαφρά. Ήξερε ότι η νύχτα είχε φτάσει στο κρίσιμο
της σημείο: η γη θα δεχόταν τη θυσία, η τελετουργία θα ολοκληρωνόταν, και ο
Γκούο Ρεν, παρασυρμένος από τη μυστηριακή ατμόσφαιρα, θα έπρεπε να επιλέξει,
χωρίς να γνωρίζει ποια από τις γυναίκες είχε πραγματικά μπροστά του. Η σιωπή
ήταν πλέον βαρύς χορός σκιών και μυστικών, και το φως των φαναριών έπεφτε πάνω
σε πρόσωπα που κρυβόταν πίσω από μάσκες, έτοιμοι να γράψουν τη δική τους
ιστορία μέσα στη νύχτα.
Η Χε Τζι τον οδήγησε μέσα στον κύκλο. «Φόρεσε τη μάσκα σου», είπε, «και
άφησε τη γη να καθοδηγήσει τη νύχτα.»
Ο Γκούο Ρεν έκανε ό,τι του υπέδειξαν,
νιώθοντας την περίεργη ένταση του αέρα και τον ψίθυρο των φύλλων. Οι τρεις γυναίκες,
καθισμένες γύρω του, παρέμεναν σιωπηλές αλλά ένιωθε τα βλέμματά τους πίσω από
τα περίτεχνα καλύμματα των προσώπων τους. Κάθε κίνηση, κάθε άγγιγμα του
φεγγαριού πάνω στο πρόσωπό του, ήταν φορτισμένη με τον συμβολισμό της γης που
ήθελε την ένωση και τη θυσία.
Η νύχτα κυλούσε αργά. Ο Γκούο Ρεν,
παρασυρμένος από τη μυστηριακή ατμόσφαιρα, τις σκιές των φαναριών, το άρωμα των
λουλουδιών και το αίσθημα ότι συμμετείχε σε κάτι αρχαίο και ιερό, ένιωσε τη
στιγμή να τον παρασύρει. Δεν ήταν μόνο η παρουσία των τριών γυναικών ή οι μάσκες που κρύβανε τα πρόσωπα·
ήταν ολόκληρη η γη, η τελετουργία, η υπόσχεση καρποφορίας που τον έκανε να
χαθεί στη στιγμή.
Φαναράκια με χρωματιστά γυαλιά άπλωναν αχνό φως πάνω σε έναν κύκλο από
λουλούδια και σπαρτά. Οι τρεις γυναίκες φορούσαν ήδη τις δικές τους μάσκες μυστηριώδεις
και σχεδόν άγνωστες. Η Χε Τζι είχε φροντίσει να φέρει τις δύο κόρες του
χαρτοπαίκτη, την Λίνγκ και τη Μινγκ-Τζου, και την αδερφή του, την Ξιού. Η Χε
Τζι τις είχε γνωρίσει στο διάστημα που έκανε την αγγαρεία της στο σπίτι του Τζου Μιν. Οι κοπέλλες βρήκαν κοντά της μια νέα φίλη, μια
πιο έμπειρη γυναίκα που μπορούσαν να μιλήσουν μαζί της μέσα σε αυτή την μοναξιά. Η Χε Τζι τους είχε
υποσχεθεί ότι σε λίγο τα κτήματα πίσω από τον Τζου Μιν θα καλλιεργούνταν, θα
έρχονταν εργάτες από το Λο Τζιανγκ ή από το Νανγκού και μπορεί να άνοιγε η τύχη
τους. Ήταν όμορφες κοπέλλες και οι τρεις τους. Δεν είχαν μέλλον σε αυτό τον
άγνωστο τόπο.
Οι νέες γυναίκες παρακολουθούσαν από μια γωνιά, έτοιμες να βοηθήσουν αν
χρειαζόταν, αλλά επίσης ενσωματωμένες στην τελετουργία, με τα βλέμματά τους να
αντανακλούν την περίπλοκη ισορροπία δύναμης και μυστικού.
Η νύχτα είχε φτάσει στην κορύφωσή της.
Ο Γκούο Ρεν καθόταν στη μέση του κύκλου, οι τρεις γυναίκες γύρω του με τις μάσκες να καλύπτουν
τα πρόσωπά τους. Η Χε Τζι παρατηρούσε προσεκτικά, σαν διευθύντρια ενός αρχαίου
τελετουργικού. Με φωνή χαμηλή, αλλά σαφή, άρχισε να ψέλνει τις ευχές για την
ανθοφορία, στροβιλιζόμενη μαζί με τον άνεμο που περνούσε μέσα από τα χωράφια:
«Είθε η ένωση του Πενγκ Λονγκ, του θεϊκού δράκου των αρχαίων λόφων, με
τη Νου Γουά, τη μυθική δημιουργό των ανθρώπων και της γης, να ευλογεί για πάντα
αυτή τη γη. Είθε οι καρποί να γεμίσουν τα χωράφια, οι ρίζες να κρατούν τη γη
ζωντανή, και οι σπόροι να ανθίζουν με τη δύναμη της νύχτας και της γιορτής.»
Οι λέξεις της χανόντουσαν αργά μέσα στη νύχτα, αλλά ο αέρας γύρω από τον
Γκούο Ρεν φαινόταν να πάλλεται, σαν η γη να είχε ακούσει και να δεχόταν την
ευχή. Ο δράκος Πενγκ Λονγκ και η Νου Γουά, συμβολικά παρόντες στην τελετουργία,
ένωναν το μυθικό τους χάρισμα με την πραγματικότητα των χωραφιών, και η
καρποφορία φαινόταν να ανασαίνει μέσα στα φυλλώματα και τα σπαρτά.
Η Χε Τζι έσκυψε ελαφρά, αφήνοντας τη σιωπή να επικρατήσει, και οι σκιές
των φαναριών χόρεψαν ξανά πάνω στα χωράφια, σα να πανηγύριζαν τη δύναμη της
ένωσης, τόσο μυθική όσο και ανθρώπινη.
Πριν όμως ο Γκούο Ρεν προλάβει να
επικεντρωθεί σε εκείνη, η Χε Τζι φώναξε με αυστηρό αλλά παιχνιδιάρικο ύφος:
«Γυρίστε πλάτη, όλες σας. Αλλάξτε τις
μάσκες μεταξύ σας. Ο άρχοντας δεν πρέπει να ξέρει ποια θα επιλέξει.»
Οι γυναίκες συμμορφώθηκαν αμέσως. Ο
ήχος των μετακινήσεων των ματιών και των σιγανών βημάτων και η μία που παρέμενε
στο κέντρο φορούσε πλέον μάσκα που δεν ήταν η δική της. Ο Γκούο Ρεν,
παρατηρώντας μόνο σκιές και γωνίες, ένιωσε τη σύγχυση να τον τυλίγει σαν απαλό
πέπλο, η επιλογή του να μετατρέπεται σε μυστήριο και η νύχτα να γίνεται
τελετουργία.
«Ήρθε η ώρα», είπε με γλυκό αλλά
αποφασιστικό τόνο, «να συνεχιστεί το έθιμο.»
Η σιωπή είχε γίνει σχεδόν αφόρητη,
καθώς ο Γκούο Ρεν στεκόταν στη μέση του κύκλου. Η στιγμή της επιλογής είχε
φτάσει.
Χωρίς δισταγμό, ο Γκούο Ρεν πλησίασε
την πρώτη γυναίκα που του φάνηκε πιο οικεία. Ήταν η Χε Τζι. Την πήρε απαλά από
τον ώμο, αλλά πριν ολοκληρώσει την κίνηση, εκείνη, ψιθυρίζοντας στο αυτί του,
είπε κάτι που τον πάγωσε: «Με γνωρίζεις…». Τον προειδοποίησε η Χε Τζι.
Αλλά ο Γκούο Ρεν δεν δίστασε. Ίσως γιατι θεωρούσε πως ήταν η συνέχεια
του πατέρα του, ένα δικαίωμα κληρονομικής διαδοχής, αν ο πατέρας του είχε
ενωθεί με την Χε Τζι πριν χρόνια για να καρποφορήσουν τα κτήματα του Νανγκού,
τώρα ήταν η δική του σειρά να την επιλέξει για την καρποφορία των κτημάτων της «πέτρινης
γυναίκας». Ίσως γιατι δεν γνώριζε ποιες ήταν οι άλλες τρεις γυναίκες, και δεν
ήθελε να ανοίξει νέες υποχρεώσεις και δεσμεύσεις. Ίσως στο διοικητήριο του
Νανγκού, όταν την είχε εξετάσει πρόσωπο με πρόσωπο, να είχε αφαιρέσει από πάνω
της τα χρόνια και να την είχε απεικονίσει όπως θα ήταν στη νιότη της, ίσως γιατί ο δυναμισμός της τον έλκυε και ήθελε να
ενωθεί με μια δυναμική γυναίκα για να
κάνει τη γη να παράξει ανθεκτικά σπαρτά.
Και τότε, σχεδόν αβίαστα, στράφηκε
προς τη Χε Τζι. Το βλέμμα τους συναντήθηκε πίσω από τις μάσκες, και ο χρόνος
σαν να πάγωσε. Με ήρεμη αποφασιστικότητα, έπιασε το χέρι της και την οδήγησε
απαλά έξω από τον κύκλο, μακριά από τα φώτα των φαναριών και τις σκιές των
υπολοίπων.
Η Χε Τζι, έκανε ένα διακριτικό νόημα προς τις υπόλοιπες γυναίκες να
αποσυρθούν. Σιγά σιγά, σαν σκιές που διαλύονται οι υπόλοιπες τρεις γυναίκες
εξαφανίστηκαν, αφήνοντας τον Γκούο Ρεν μόνο με την Χε Τζι, και τον αέρα γεμάτο
από μυρωδιά λουλουδιών και υποσχέσεων.
Ο Γκούο Ρεν ένιωσε μια ήρεμη, σχεδόν ιερή ενέργεια να κυλά μέσα, και η Χε
Τζι, με τη μάσκα να κρύβει το χαμόγελό της, ένιωσε ότι η νύχτα αυτή δεν ήταν
απλώς τελετουργία· ήταν η αρχή μιας νέας εποχής για τη γη της «Πέτρινης
Γυναίκας».
Η Χε Τζι ένιωθε την ένωση να κυλάει μέσα της με τον ίδιο τρόπο που η γη
απορροφά τη βροχή μετά από μακρά ξηρασία· κάθε άγγιγμα, κάθε κίνηση, ήταν σαν
το νερό που διαπερνά τα στρώματα του εδάφους και ξυπνά τις ρίζες για να
ανθίσουν. Αυτή ήταν η δεύτερη ολοκληρωμένη της συμμετοχή σε τελετουργία ανθοφορίας
της γης· η πρώτη είχε γίνει όταν ήταν νέα στο Νανγκού, με τον Τσενγκ-Γουέι, τώρα
όμως η τελετή της ανθοφορίας της γης της έδινε μια αίσθηση υπεροχής, σαν να
έβρισκε η ίδια το δικό της έδαφος για να καλλιεργήσει. Ο Γκούο Ρεν γνώριζε άρα
γε ποιά ήταν; Μα για μια στιγμή, αυτό δεν την ενδιέφερε· αρκούσε που ήταν μαζί
του. Ήταν λίγο παράτολμο, ίσως, να εκτεθεί έτσι μπροστά σε μάτια ξένα, αλλά όχι
τώρα, έξω στον ανοιχτό χώρο. Όπως ο γεωργός σηκώνει το άροτρο για να σκάψει τη
γη του πριν σπείρει, έτσι και το σώμα της αναζητούσε την υγρασία της, την
καλλιέργεια που θα γονιμοποιούσε τα νέα
κτήματα· και ο Γκούο Ρεν, σαν γεωργός που ξέρει τον κύκλο της σοδειάς,
ήθελε να σπείρει με τη σειρά του. Δεν υπήρχε βία, μόνο συναίνεση· στο βάθος
κρυβόταν, ίσως με προφάσεις, και η συνενοχή τους, μια αθέατη συμφωνία ανάμεσα
σε δύο ψυχές και στη γη που τις φιλοξενούσε.
Ο Γκούο Ρεν μπορούσε να αποποιηθεί αυτή την ένωση· να ισχυριστεί πως δεν
ήξερε ποια ήταν η γυναίκα κάτω από τη μάσκα. Οι τέσσερις γυναίκες,
όλες περίπου στο ίδιο ύψος, η Χε Τζι, η
οι δύο κόρες του χαρτοπαίκτη, η Λινγκ και η Μινγκ-Τζου, και η αδελφή του
χαρτοπαίκτη, η Ξιού, είχαν φέρει μια ασάφεια στην επιλογή του.
Όταν πρέπει να επιλέξεις ανάμεσα σε τέσσερις, οι πιθανότητες να κάνεις
λανθασμένη επιλογή είναι αρκετές. Και έπρεπε να γνωρίζει ότι ο αριθμός τέσσερα,
στους Κινέζους, θεωρούνταν τόσο κακότυχος όσο και καλότυχος· η γη, όπως και οι
ανθρώπινες αποφάσεις, μπορούσε να ευλογήσει ή να τιμωρήσει με τον ίδιο τρόπο,
ανάλογα με το ποιον διάλεγε η τύχη. Αλλά εκείνη τη στιγμή, ανάμεσα στα χωράφια
που ανασαίναν κάτω από το φεγγάρι, η λανθασμένη ή σωστή επιλογή δεν είχε
σημασία.
Έξω, στα χωράφια που έλαμπαν στο φως του φεγγαριού, η τελετουργία
κορυφώθηκε. Ο Γκούο Ρεν, με τη Χε Τζι πλάι του, ένιωσε τον χτύπο της γης να
συγχρονίζεται με τον δικό του. Η γυναίκα με τη μάσκα —η Χε Τζι,— στεκόταν δίπλα
του, και η ένωση τους κάτω από το φως του φεγγαριού φαινόταν να πλημμυρίζει τα
χωράφια με μια σιωπηλή, ιερή καρποφορία.
Η Χε Τζι του αφιερωνόταν απόλυτα, σαν να είχε γίνει κομμάτι της ίδιας
της γης. Αυτή η γη, η «Πέτρινη Γυναίκα», ήταν δική της και δική του, και μόνο
εκείνοι οι δύο είχαν το δικαίωμα να ενωθούν πάνω της. Τα χωράφια γύρω τους
έμοιαζαν να αναπνέουν μαζί τους, και κάθε σπορά, κάθε ρίζα, κάθε φύλλο ανταποκρινόταν
στην ένωση τους, σαν να αναγνώριζε τη μοναδική τους εξουσία και αγάπη.
Φορούσαν και οι δύο μάσκες, προστατεύοντας τις ταυτότητές τους από τα
ανθρώπινα μάτια, αλλά όχι από την ίδια τη γη, που γνώριζε και αποδεχόταν την
αλήθεια της τελετής. Η νύχτα έγινε ιερή, οι σκιές των φαναριών στροβιλίζονταν
πάνω στα σπαρτά και στα λουλούδια, ενώ η μυστηριακή δύναμη της γιορτής φαινόταν
να ρέει μέσα από κάθε σπιθαμή της γης. Και καθώς ενώνονταν, ο Γκούο Ρεν ένιωσε
πως δεν ήταν μόνο μια τελετή ανθοφορίας· ήταν μια υπόσχεση συνέχειας, μια σκυτάλη ανάμεσα στις γενηές, μια
συμφωνία ανάμεσα σε δύο ανθρώπους και στη γη που τις φιλοξενούσε.
Η ένωση προχωρούσε αργά, σαν τον κύκλο των εποχών που η γη διδάσκει
στους ανθρώπους της. Η Χε Τζι ένιωθε κάθε κίνηση του Γκούο Ρεν σαν το πέρασμα
του άροτρου μέσα στο χώμα· ένα άγγιγμα που ξεσκόνιζε το έδαφος, έσκιζε τη
σκληρότητα και έδινε χώρο στους σπόρους να βλαστήσουν. Κάθε χτύπος της καρδιάς
της, κάθε ανάσα που συγχρονιζόταν με τη δική του, ήταν σαν το νερό που κυλάει μέσα
στα αυλάκια, θρέφοντας την παρθένα γη και ετοιμάζοντάς την να γεννήσει.
Την ίδια στιγμή, η μάσκα προστάτευε το πρόσωπό της από την διαγραφή των
εκφράσεων του πόθου της, και όμως, μέσα της, αισθανόταν μια απερίγραπτη
ελευθερία. Δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε δοκιμάσει την ένωση με κάποιον από
τους Ντου, αλλά τώρα η τελετή της ανθοφορίας, η γη κάτω από τα πόδια τους,
έδινε στην πράξη αυτό το βάθος μιας ένωσης για κάποιο ανώτερο σκοπό, ότι εκείνοι είχαν επιλεγεί να την υπηρετήσουν και
να την ευλογήσουν με το σώμα τους, να της δώσουν τη ζωή που περίμενε χρόνια,
σιωπηλά, υπομονετικά.
Κάθε τους κίνηση είχε μια αρχαία ιεροτελεστία, όπως οι γεωργοί που
μετράνε τον χρόνο με τη σπορά και τη βλάστηση, κάθε άγγιγμα ήταν σαν το
σκάλισμα του χωραφιού πριν σπείρεις· κάθε βαθιά ανάσα τους σαν να χύνει νερό
πάνω στο ξηρό χώμα. Η Χε Τζι ένιωσε τη δύναμη της γης να ανεβαίνει μέσα από τα
πόδια της, σαν να ζητούσε την πλήρη συμμετοχή τους, σαν να ήθελε η ανθοφορία να
μην είναι απλώς σύμβολο αλλά ζωντανή πραγματικότητα.
Και
καθώς η νύχτα κύλησε αργά, και οι δύο κρυμμένοι πίσω από τις μάσκες του, είχαν
δεθεί σε κάτι τόσο περίπλοκο όσο και η μοίρα των ανθρώπων και της γης. Το μόνο
που είχε σημασία ήταν η ένωση τους, η συνενοχή τους με τη γη και μεταξύ τους,
και η σιωπηλή υπόσχεση ότι αυτή η γη θα ανθούσε, τώρα και για πάντα, από τα
δικά τους χέρια, τις καρδιές τους και τη δύναμη της νύχτας.
Η ένωση είχε φτάσει σε μια σιωπηλή κορύφωση. Τα σώματά τους
συγχρονισμένα με τον χτύπο της γης, και ο αέρας γύρω τους έμοιαζε να πάλλεται
με την ίδια τους την αναπνοή. Τώρα η Χε Τζι άρχισε να ψέλνει μέσα της τις ευχές για την
ανθοφορία:
«Είθε η ένωση του Πενγκ Λονγκ, του
θεϊκού δράκου των αρχαίων λόφων, με τη Νου Γουά, τη μυθική δημιουργό της γης
και των ανθρώπων, να ευλογεί αυτή τη γη για πάντα. Είθε οι καρποί να γεμίσουν
τα χωράφια, οι ρίζες να κρατούν τη γη ζωντανή, και κάθε σπόρος να ανθίζει,
θρέφοντας την αγάπη και την υπομονή που φυτεύουμε τώρα.»
Οι τελευταίες της σκέψεις είχαν
διατυπωθεί με χαμηλή φωνή θαμπή και βαριά σαν ψέλισμα. Ο άνεμος που κυμάτιζε τις μετέφερε σαν σπόρους στα χωράφια. Η δύναμη
της τελετής εισχώρησε στα ίδια τα
θεμέλια της γης· η υγρασία των φύλλων και το άρωμα του χώματος φαινόταν να
ανταποκρίνονται στα λόγια της. Η νύχτα
γέμισε με ψίθυρους φυτών, το φως των φαναριών έπαιζε στα φύλλα σαν χρυσές
νιφάδες, και η καρποφορία, η ίδια η υπόσχεση ζωής της γης, φαινόταν να χορεύει
ανάμεσά τους. Η Χε Τζι ένιωσε ότι ήταν
όχι μόνο η ίδια που ευλογούσε, αλλά η ίδια η γη που μιλούσε μέσα από τα λόγια
της, συνδέοντας μύθους και ανθρώπινη αγάπη, όπως ο δράκος και η δημιουργός της
ανθρωπότητας είχαν ενώσει τους αιώνες τους.
Και εκεί, με τον Γκούο Ρεν δίπλα της, η ένωση τους ολοκληρώθηκε μέσα
στην αίσθηση ότι η γη είχε λάβει τη θυσία της· όχι με βία, αλλά με πλήρη
συναίνεση, με συνενοχή ψυχής και σώματος, και με την υποσχόμενη δύναμη του
μυθικού κόσμου να ευλογεί για πάντα τα χωράφια της «Πέτρινης Γυναίκας». Η
νύχτα, ο άνεμος, το χώμα και οι καρδιές τους γέμισαν έναν κύκλο ζωής που θα
αντηχούσε για αιώνες, σαν ένα μυστικό τραγούδι που μόνο η γη και οι δύο τους
μπορούσαν να καταλάβουν.
Ο Γκούο Ρεν έβγαλε τη μάσκα από το πρόσωπο της Χε Τζι και εκείνο του
φάνηκε σαν νεότερο, σαν να είχε φθάσει στην ηλικία των είκοσι χρόνων της. Το
χαμόγελο επιβεβαίωσης το είχε γλυκάνει. Μετά από καιρό ερωτικής ανυδρίας τώρα
οι χυμοί της ανάβλυζαν από το σώμα της, όπως οι σπόροι που ξεπετάγονται στην
επιφάνεια του χώματος με τα πρώτα δειλά κλωναράκια. «Γονιμοποίησε τη γη σου
άρχοντα» είπε στον Γκούο Ρεν και τον κάλεσε να αποταμιεύσει μέσα της τη βροχή
του. Το σώμα της που είχε μαζέψει ενέργεια για δύο και παραπάνω χρόνια χωρίς
ερωτική επαφή τώρα σαν σεισμικό φορτίο εγκλωβισμένο αφηνόταν και ρίγη την συνεπήραν. Είχε βγάλει την ενέργειά της και η ενέργεια βγαίνει μόνο με σεισμό.
Η Χε Τζι μπορεί να είχε αναγκαστεί να
πουλήσει κάποτε το κόκκινο περιδέραιο, αλλά τώρα ήξερε ότι θα κέρδιζε ένα ακόμη πιο σημαντικό και ας ήταν
σε άλλο χρώμα, ένα περιδέραιο χαρισμένο από ένα πολύ νεότερο άρχοντα, ένα
περιδέραιο που το είχε κερδίσει ανάμεσα σε τρεις άλλες νεότερες από αυτήν
γυναίκες. Τα κτήματα στη γη της «πέτρινης γυναίκας» είχαν ευλογηθεί με τον
καλύτερο τρόπο. Όταν μια γυναίκα που τα φροντίζει είναι ευχαριστημένη, τότε και η γη είναι και αυτή ικανοποιημένη σα να
τρέφεται από την πλήρωση της εκπροσώπου της. Εκείνο το βράδυ καταλάβαινε ότι ο
σπόρος του νεαρού Γκούο Ρεν είχε γίνει αποδεκτός από το σώμα της. Αυτό που δεν
είχε καταφέρει να δεχθεί ούτε με τον Τσενγκ-Γουέι ούτε με τον Λιν Τάο, τον
ετεροθαλή αδελφό της, τώρα είχε βρει την δίοδο να εγκατασταθεί βαθειά μέσα της.
Δεν θα γινόταν μόνο η επιστάτρια των κτημάτων
της «πέτρινης γυναίκας» θα γινόταν και η πρώτη γυναίκα που θα του χάριζε έναν απόγονο. Τώρα περίπου στα
σαράντα της είχε ξαναγίνει η νέα κοπέλλα που είχε στερηθεί στην πρώτη νεότητά
της τη χαρά και την επιβεβαίωση της μητρότητας. Ξανάβαλε τη μάσκα της και
χαμογέλασε μέσα από αυτή. Ο ρόλος της ζωής της είχε ολοκληρωθεί. Σαν παλλακίδα
είχε ξεκινήσει, σαν παλλακίδα θα τελείωνε. Η νεαρή ηλικία του Γκούο Ρεν έκανε
ακόμη πιο σημαντικό το ρόλο της. Ας πήγαινε με νεότερες, πιο όμορφες, αλλά πάντα θα περνούσε από την γη της «πέτρινης
γυναίκας». Βρισκόταν στο ενδιάμεσο ανάμεσα στις μετακινήσεις του.
Όταν η αυγή άρχισε να χρυσίζει τους λόφους, ο Γκούο Ρεν βρέθηκε ξεπλωμένος
στο έδαφος, οι μάσκες να παραμένουν μπροστά του και τον κοιτούσαν ήσυχα, σαν να
είχε τελειώσει μια νύχτα που ανήκε περισσότερο στη γη παρά σε ανθρώπους. Η
γιορτή είχε ολοκληρωθεί, η σιωπή είχε γεμίσει τον χώρο, και η καρποφορία των
κτημάτων της «Πέτρινης Γυναίκας» είχε δεχθεί τη δική της θυσία, τη γονιμοποιό
θυσία της Χε Τζι, με τον πιο μυστικό και μυστηριακό τρόπο.
οι
εννέα νύχτες
Το επόμενο πρωί η γη της Πέτρινης Γυναίκας ξύπνησε όπως κάθε άλλη μέρα. Οι
ξυλουργοί είχαν ήδη ανέβει στις σκαλωσιές. Τα σφυριά αντηχούσαν πάνω στις
δοκούς της νέας αποθήκης. Κάποιοι εργάτες καθάριζαν τον χώρο όπου θα άρχιζαν
σύντομα τα θεμέλια των επόμενων κτισμάτων, ενώ άλλοι μετέφεραν ξυλεία από τις
σωρούς που είχαν φτάσει τις προηγούμενες ημέρες.
Από μακριά τίποτε δεν πρόδιδε όσα είχαν συμβεί τη νύχτα. Ο Γκούο Ρεν
βρισκόταν κοντά στο εργοτάξιο, παρακολουθώντας τις εργασίες και ανταλλάσσοντας
σύντομες κουβέντες με τον Τσεν Μπινγκ. Το πρόσωπό του έδειχνε ήρεμο. Ίσως πιο
ήρεμο από κάθε άλλη φορά από τότε που είχε φτάσει εκεί.
Λίγο πριν το μεσημέρι ακούστηκαν
γνώριμες φωνές από το μονοπάτι. Η Χε Τζι πλησίαζε κρατώντας το μεγάλο καλάθι με
το φαγητό των εργατών. Αυτή την φορά
είχε έρθει μόνη της, χωρίς τη συνοδεία της μικρής κόρης του χαρτοπαίκτη. Όταν
τον είδε, επιβράδυνε ασυναίσθητα το βήμα της. Όμως συνέχισε. Όταν έφτασε κοντά,
έσκυψε ελαφρά το κεφάλι.
«Άρχοντα Γκούο.»
Η φωνή της ήταν τυπική. Ακριβώς όπως έπρεπε να είναι. Ο Γκούο Ρεν την
κοίταξε για μια στιγμή χωρίς να απαντήσει αμέσως. Έπειτα είπε: «Χε Τζι. Έλα
μαζί μου.»
Για μια στιγμή εκείνη έμεινε ακίνητη. Το βλέμμα της κινήθηκε προς τους
εργάτες. Ύστερα προς τον Τσεν Μπινγκ. Κανείς δεν έδειχνε να δίνει ιδιαίτερη
σημασία. Έγνεψε καταφατικά.
«Μάλιστα.»
Άφησε το καλάθι στη σκιά ενός υπόστεγου και τον ακολούθησε. Περπάτησαν
ανάμεσα στους ορυζώνες. Ο αέρας ήταν ζεστός και υγρός. Κανείς τους δεν μιλούσε.
Η Χε Τζι είχε την αίσθηση ότι γνώριζε ήδη πού κατευθύνονταν.
Όταν άρχισαν να ανεβαίνουν το γνώριμο μονοπάτι προς τον λόφο, η
βεβαιότητα αυτή έγινε ακόμη πιο έντονη. Λίγο αργότερα έφτασαν στον βράχο. Ο
Γκούο Ρεν δεν σταμάτησε στην μπροστινή πλευρά. Προχώρησε γύρω του. Μέχρι τη
σκοτεινή πλευρά. Εκεί όπου βρίσκονταν τα ξεχασμένα θυμιατήρια. Οι στάχτες. Οι
παλιές κόκκινες κλωστές. Εκεί όπου οι εργάτες δεν μπορούσαν να τους δουν. Η Χε
Τζι στάθηκε λίγα βήματα πίσω του. Ο Γκούο Ρεν γύρισε προς το μέρος της. Για
λίγες στιγμές την κοίταζε χωρίς να μιλά. Εκείνη χαμήλωσε ελαφρά το βλέμμα. Για
πρώτη φορά μετά τη νύχτα έδειχνε αμήχανη. Σχεδόν συνεσταλμένη. Τελικά εκείνος
μίλησε.
«Χθες δεν ήμασταν εμείς.»
Η Χε Τζι σήκωσε αργά το βλέμμα της.
«Όχι;»
«Όχι.»
Ο Γκούο Ρεν ακούμπησε το χέρι του πάνω
στην πέτρα.
«Χθες ήμασταν ρόλοι.»
Η γυναίκα έμεινε σιωπηλή.
«Ήμασταν μέρος μιας τελετής. Μέρος
μιας ιστορίας που υπήρχε πριν από εμάς.»
Ο άνεμος μετακίνησε μια παλιά κόκκινη
κλωστή που κρεμόταν από τη ρωγμή του βράχου.
Η Χε Τζι τον παρατηρούσε προσεκτικά.
«Και σήμερα;»
Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε αχνά.
«Σήμερα θα πρέπει να βρεθούμε χωρίς
μάσκες.»
Για μια στιγμή δεν ακούστηκε τίποτε.
Μόνο ο άνεμος.
Η Χε Τζι χαμήλωσε ξανά το βλέμμα.
«Αυτό είναι δυσκολότερο.»
«Το ξέρω.»
«Η τελετουργία βοηθά.»
Ο Γκούο Ρεν περίμενε να συνεχίσει.
«Εκεί όλα φαίνονται μεγαλύτερα.»
Σήκωσε αργά το κεφάλι.
«Πιο φωτεινά.»
Το βλέμμα της στράφηκε προς την
πεδιάδα.
«Οι άνθρωποι μοιάζουν διαφορετικοί
μέσα στις τελετές.»
Ο Γκούο Ρεν δεν την διέκοψε.
«Οι φόβοι μικραίνουν.»
Χαμογέλασε αμυδρά.
«Και οι επιθυμίες μεγαλώνουν.»
Ο άνεμος πέρασε ανάμεσά τους.
«Όταν κανείς φορά έναν ρόλο, δεν
χρειάζεται να λογοδοτεί πλήρως στον εαυτό του.»
Η φωνή της είχε γίνει χαμηλότερη.
«Έξω από την τελετουργία τα πράγματα
αλλάζουν.»
Σταμάτησε.
«Εδώ μπορεί να απογοητευτείς.»
Ο Γκούο Ρεν την κοιτούσε χωρίς να
αποστρέφει το βλέμμα.
«Ίσως.»
«Ίσως δεις ότι δεν είμαι εκείνη που
φαντάστηκες.»
«Ίσως.»
«Ίσως δω κι εγώ το ίδιο.»
Ένα αχνό χαμόγελο εμφανίστηκε στα
χείλη του.
«Θα το δοκιμάσουμε.»
Η Χε Τζι έμεινε για λίγο σιωπηλή. Σαν να προσπαθούσε να καταλάβει αν
μιλούσε ως άρχοντας ή ως άνδρας. Τελικά ρώτησε:
«Και πότε;»
Ο Γκούο Ρεν κοίταξε τη σκοτεινή πλευρά του βράχου. Το μέρος όπου είχαν
μείνει ακόμη λίγες στάχτες από τα παλιά θυμιάματα.
«Μόλις έρθει το βράδυ.»
Το βλέμμα του επέστρεψε πάνω της.
«Θα σε περιμένω εδώ.»
Η Χε Τζι ακολούθησε με τα μάτια το σημείο που της έδειχνε. Για λίγο δεν
μίλησε. Έπειτα έγνεψε αργά.
«Εντάξει.»
Ο άνεμος πέρασε ανάμεσα στις πέτρες και ανατάραξε τις παλιές κόκκινες
κλωστές που κρέμονταν από τις ρωγμές του βράχου. Κάτω στην πεδιάδα ακούγονταν
αχνά οι φωνές των εργατών.
Εδώ όμως, στη σκοτεινή πλευρά της
Πέτρινης Γυναίκας, ο κόσμος έμοιαζε μακρινός. Η Χε Τζι έκανε να στραφεί προς το
μονοπάτι. Τότε ο Γκούο Ρεν άπλωσε το χέρι του. Για μια στιγμή τα δάχτυλά του
άγγιξαν το μανίκι της. Εκείνη σταμάτησε. Γύρισε αργά προς το μέρος του. Κανείς
τους δεν μιλούσε. Ο Γκούο Ρεν έκανε ένα βήμα πιο κοντά. Έπειτα άλλο ένα. Η Χε
Τζι δεν απομακρύνθηκε. Το βλέμμα της έμεινε επάνω του, ήρεμο αλλά προσεκτικό,
σαν να προσπαθούσε να διακρίνει αν μιλούσε ακόμη ο άρχοντας ή ο άνθρωπος.
«Χθες ήταν εύκολο», είπε χαμηλόφωνα.
«Επειδή υπήρχε η τελετή;»
Εκείνη έγνεψε.
«Επειδή υπήρχε κάτι μεγαλύτερο από
εμάς.»
Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε αχνά.
«Και σήμερα;»
Η Χε Τζι δεν απάντησε αμέσως.
«Σήμερα υπάρχουμε μόνο εμείς.»
Για λίγες στιγμές έμειναν ακίνητοι. Ύστερα ο Γκούο Ρεν σήκωσε αργά το
χέρι του και ακούμπησε το μάγουλό της. Η Χε Τζι έκλεισε για μια στιγμή τα
μάτια. Δεν υπήρχε βιασύνη. Δεν υπήρχε τελετουργία. Δεν υπήρχαν λόγια που έπρεπε
να ειπωθούν. Μόνο η σιωπή του βράχου. Ο Γκούο Ρεν την τράβηξε απαλά κοντά του
και την αγκάλιασε. Για μια στιγμή εκείνη έμεινε ακίνητη μέσα στην αγκαλιά του. Έπειτα
ακούμπησε το μέτωπό της στον ώμο του. Σαν να άφηνε πίσω της μια τελευταία
επιφύλαξη. Ο Γκούο Ρεν χαμήλωσε το κεφάλι του και τη φίλησε. Όχι όπως τη νύχτα
της τελετής, όταν όλα ανήκαν σε παλιούς συμβολισμούς και ξεχασμένα έθιμα. Αλλά
ως ο ίδιος.
Και όταν απομακρύνθηκαν ελαφρά ο ένας από τον άλλο, η Χε Τζι τον κοίταξε
με ένα χαμόγελο που δεν είχε δείξει ποτέ μπροστά στους εργάτες, ούτε στους
επιστάτες, ούτε σε κανέναν άλλο.
«Θα έρθω το βράδυ», είπε απλά.
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε. Κανείς τους δεν πρόσθεσε τίποτε άλλο. Κάτω στην
πεδιάδα ακούστηκε πάλι ο μεταλλικός ήχος ενός σφυριού. Η καθημερινότητα
συνέχιζε αδιάφορη. Όμως πίσω από τον βράχο της Πέτρινης Γυναίκας, εκεί όπου οι
παλιές τελετές άφηναν ακόμη τα ίχνη τους πάνω στην πέτρα, είχε μόλις αρχίσει
κάτι πολύ πιο δύσκολο από οποιαδήποτε τελετουργία. Η συνάντηση δύο ανθρώπων
χωρίς τους μύθους που τους προστάτευαν.
Το ίδιο βράδυ, όταν είχε πέσει πια το σκοτάδι πάνω στους ορυζώνες της
Πέτρινης Γυναίκας, ο Γκούο Ρεν ανέβηκε μόνος το μονοπάτι προς τον βράχο. Οι
εργάτες είχαν αποσυρθεί στα πρόχειρα καταλύματά τους. Οι φωνές είχαν σβήσει.
Μόνο λίγα φανάρια τρεμόπαιζαν κοντά στην αποθήκη που πλησίαζε στην ολοκλήρωσή
της. Πίσω από τον βράχο τον περίμενε η Χε Τζι. Ο αέρας κουβαλούσε ακόμη τη
μυρωδιά παλιών θυμιαμάτων. Στάχτες μισοσβησμένες βρίσκονταν ανάμεσα στις
πέτρες. Κόκκινες κλωστές κρέμονταν από τις ρωγμές του βράχου, ξεθωριασμένες από
τις βροχές και τον ήλιο.
Η Χε Τζι είχε ήδη προετοιμάσει τον χώρο. Το χώμα στη σκοτεινή πλευρά του
βράχου ήταν ασυνήθιστα μαλακό, σαν να το είχαν σκάψει και ξαναστρώσει πρόσφατα
για να δεχτεί σώματα και σιωπή. Πάνω του είχε απλώσει χοντρά στρωσίδια. Δίπλα,
ένα μικρό καλαθάκι από μπαμπού ροδάκινα, λίγα δαμάσκηνα.
Η Χε Τζι κρατούσε ένα μικρό πήλινο λυχνάρι. Η φλόγα του ήταν χαμηλή και
σταθερή, προστατευμένη από τον άνεμο μέσα σε λεπτό περίβλημα από χαρτί λαδιού.
Το φως έπεφτε πάνω στην πέτρα της «Πέτρινης Γυναίκας» και έδινε στο πρόσωπό της
μια σχεδόν ζωντανή σκιά, σαν να ανέπνεε μέσα από τη νύχτα.
Ο Γκούο Ρεν είχε μαζί του, κάτω από τον μανδύα του, ένα μικρό θηκάρι με
κοντό ξίφος. Δεν το κρατούσε ποτέ στις αποθήκες ούτε μπροστά στους εργάτες,
όμως εδώ, στο όριο της ερημιάς και των παλιών τελετών, η σκέψη ενός απρόσμενου
κινδύνου δεν του φαινόταν ξένη. Το άφησε διακριτικά στο πλάι, χωρίς να το
αναφέρει.
Για λίγο στάθηκαν σιωπηλοί.
Ο Γκούο Ρεν άφησε το μικρό θηκάρι με το κοντό ξίφος στο πλάι, πάνω στο
στρωσίδι που είχε απλώσει η Χε Τζι. Η κίνηση ήταν προσεκτική, σχεδόν
τελετουργική, σαν να τοποθετούσε όχι όπλο αλλά ένα κομμάτι της δικής του
επιφυλακής ανάμεσα τους. Η Χε Τζι το παρατήρησε. Έκανε ένα βήμα πιο κοντά και,
χωρίς να μιλήσει, έσκυψε και άγγιξε το θηκάρι με τα δάχτυλά της. Το χάιδεψε για
λίγο, σχεδόν ασυναίσθητα, με μια κίνηση που δεν είχε ούτε φόβο ούτε πρόθεση,
μόνο οικειότητα με το υλικό, με το δέρμα, με τη σιωπηλή του σημασία.
Ύστερα τον βοήθησε να το αποθέσει πιο σταθερά δίπλα της, σαν να το
ενέτασσε κι αυτό στον χώρο που είχε ετοιμάσει. Ο Γκούο Ρεν την παρατηρούσε
χωρίς να μιλά. Η Χε Τζι δεν σήκωσε αμέσως το βλέμμα της. Είχε ακόμη τα δάχτυλά
της πάνω στο θηκάρι, σαν να συνέχιζε μια σκέψη που δεν είχε ειπωθεί.
«Υπάρχει για να ξέρεις πότε κάτι έχει δοκιμαστεί αρκετά.» Σήκωσε τα μάτια της προς εκείνον. «Μόνο την
ένατη φορά καταλαβαίνεις αν αξίζει να ενωθείς με κάποιον ή όχι.»
Ο άνεμος πέρασε χαμηλά ανάμεσα στις πέτρες. Η φλόγα του μικρού λυχναριού
τρεμόπαιξε αλλά δεν έσβησε.
«Οι πρώτες συναντήσεις είναι πάντα
αναγνωριστικές,» συνέχισε ήρεμα. «Κανείς δεν έχει ακόμη ξεπεράσει τον δισταγμό
του.»
Ο Γκούο Ρεν κάθισε απέναντί της. «Και τη μάσκα του;»
Η Χε Τζι χαμογέλασε αχνά. «Κυρίως τη μάσκα.»
Έκανε μια μικρή παύση. «Τη φοράς για
να εντυπωσιάσεις, για να προστατευτείς, για να μη φανεί αυτό που ακόμη δεν
είσαι σίγουρος ότι είσαι.»
Το βλέμμα της έμεινε πάνω του. «Και στις πρώτες φορές, όλοι την κρατούν
σφιχτά.»
Ο Γκούο Ρεν έγειρε λίγο μπροστά. «Και
πότε πέφτει;»
Η Χε Τζι έστρεψε το βλέμμα της προς τον βράχο της Πέτρινης Γυναίκας, που
στεκόταν πίσω τους σαν σκοτεινή σιλουέτα μέσα στη νύχτα.
«Στην ένατη φορά.»
«Γιατί;»
«Γιατί τότε δεν αντέχει πια να σε
προστατεύει από τον άλλον.»
Γύρισε ξανά προς εκείνον.
«Ή από τον εαυτό σου.»
Για λίγο δεν μίλησαν. Η φλόγα του λυχναριού έριχνε κινούμενες σκιές πάνω
στα στρωσίδια και στο θηκάρι του ξίφους, που τώρα έμοιαζε λιγότερο με όπλο και
περισσότερο με σύνορο που είχε ήδη αρχίσει να καταργείται.
Ο Γκούο Ρεν κοίταξε τον βράχο. «Και γιατί εννέα;»
Η Χε Τζι δεν απάντησε αμέσως. Άγγιξε με τα δάχτυλά της μια παλιά κόκκινη
κλωστή δεμένη στην πέτρα.
«Οι γέροντες έλεγαν πως το εννέα είναι ο αριθμός που φτάνει πιο κοντά
στον ουρανό.»
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε.
«Μόνο αυτό;»
«Όχι.»
Ένα ήρεμο χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό
της.
«Είναι ο τελευταίος αριθμός πριν
αρχίσει ξανά ο κύκλος.»
Ο άνεμος πέρασε ανάμεσα στους βράχους.
«Γι' αυτό οι αυτοκράτορες τον αγαπούσαν. Γι' αυτό τον χάραζαν στις πύλες
και στα παλάτια τους. Το εννέα σημαίνει ότι ένας κύκλος ολοκληρώθηκε.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε σιωπηλός.
«Και μετά;»
«Μετά αρχίζει ένας καινούργιος.»
Έτσι άρχισε η πρώτη νύχτα. Τη πρώτη νύχτα δεν υπήρχε τίποτε που να
ξεχωρίζει το σώμα της από τον ρόλο του. Η Χε Τζι είχε έρθει όπως πάντα στη γη
της Πέτρινης Γυναίκας, σαν να έφερνε απλώς φαγητό στους εργάτες, σαν να
μπορούσε η ζωή να συνεχιστεί χωρίς ρωγμές. Κι όμως, πίσω από τον βράχο, εκεί
όπου το φως του λυχναριού έσβηνε τις αποστάσεις, κάτι ανεπαίσθητο μετακινήθηκε:
η χειρονομία της δεν ανήκε πια μόνο στη συνήθεια. Για πρώτη φορά, η παρουσία
της δεν ήταν υπηρεσία. Ήταν απλώς παρουσία.
Τη δεύτερη νύχτα, όταν ανέβηκε ξανά το μονοπάτι, δεν υπήρχε πια η ίδια
σταθερότητα στο βήμα της. Η σκέψη των Επιστρεφόντων, των παλιών κανόνων, των
δοκιμασιών που κάποτε όριζαν τι είναι καθαρό και τι όχι, δεν την ακολουθούσε με
την ίδια αυστηρότητα. Δεν είχε χαθεί· είχε απομακρυνθεί, σαν φωνή που ακούγεται
από άλλο δωμάτιο. Κι αυτό ήταν αρκετό για να αλλάξει η απόσταση ανάμεσα σε
εκείνη και το σώμα της.
Την τρίτη νύχτα, το όνομα του Τσενγκ-Γουέι δεν ειπώθηκε, αλλά ήταν εκεί.
Όχι ως ανάμνηση, αλλά ως βάρος που είχε αρχίσει να χάνει την εξουσία του. Εκεί
όπου άλλοτε υπήρχε η αίσθηση ότι είχε υπάρξει “κάποιου”, τώρα έμενε μόνο μια
παράξενη, σχεδόν ουδέτερη αναγνώριση: ότι τίποτε από όσα είχε προηγηθεί δεν
μπορούσε να την κρατήσει δεμένη στο παρόν με τον ίδιο τρόπο.
Την τέταρτη νύχτα, κάτι πιο βαθύ χαλάρωσε μέσα της. Η μορφή του Λιν Τάο
δεν εμφανίστηκε ως εικόνα, αλλά ως σύγχυση που επιτέλους άρχισε να διαλύεται.
Εκεί όπου υπήρχε κάποτε το αδιαχώριστο των δεσμών, η αγάπη που δεν ήξερε αν
είναι αγάπη ή ενοχή ή συνήθεια, τώρα υπήρχε μια πρώτη καθαρότητα: ότι ο δεσμός
δεν είναι ταυτότητα. Ότι η εγγύτητα δεν είναι συγχώνευση.
Την πέμπτη νύχτα, η ενοχή έχασε τη φωνή της. Δεν εξαφανίστηκε· απλώς δεν
είχε πια το ίδιο δικαίωμα να ερμηνεύει τα πάντα. Ό,τι συνέβαινε ανάμεσά τους
δεν χρειαζόταν απολογία. Δεν χρειαζόταν εξήγηση. Ήταν η πρώτη φορά που η σιωπή
δεν ήταν απόκρυψη αλλά απουσία δικαστηρίου.
Την έκτη νύχτα, η μνήμη του πόνου άλλαξε μορφή. Δεν ήταν πια αφήγηση που
έδενε το παρελθόν με το σώμα της σαν πληγή που δεν κλείνει. Ήταν απλώς κάτι που
είχε συμβεί. Και αυτή η απλή μετατόπιση ήταν πιο βίαιη από κάθε συναισθηματική
έκρηξη, γιατί αφαιρούσε από τον πόνο το δικαίωμα να καθορίζει το τώρα.
Την έβδομη νύχτα, έπαψε να ενδιαφέρεται για το πώς θα την έβλεπαν οι άλλοι.
Ο κόσμος του Νανγκού, οι εργάτες, τα βλέμματα που κάποτε όριζαν τι σημαίνει
“γυναίκα”, “υπηρέτρια”, “παρελθόν”, δεν είχαν πια συνοχή μέσα της. Ήταν σαν να
απομακρύνθηκε από έναν καθρέφτη που δεν αντανακλούσε τίποτε σταθερό.
Την όγδοη νύχτα, η τελευταία άμυνα λύγισε. Εκείνη η λεπτή απόσταση που
κρατά ο άνθρωπος ακόμη κι όταν αγγίζει κάποιον, η αόρατη επιφύλαξη που
προστατεύει το “εγώ”, άρχισε να υποχωρεί. Δεν ήταν παράδοση. Ήταν κούραση από
τη συνεχή επιτήρηση του εαυτού.
Και την ένατη νύχτα, δεν έμεινε τίποτε να αφαιρεθεί. Δεν υπήρχε πια
παρελθόν που να προηγείται της στιγμής. Δεν υπήρχε αφήγηση που να τους περιβάλλει. Η Χε Τζι δεν ήταν “κάποια
που είχε γίνει κάτι”. Δεν ήταν καν “κάποια που άλλαζε”. Ήταν απλώς εκεί, μέσα
στο ίδιο σκοτάδι με εκείνον, χωρίς τις προηγούμενες εκδοχές της να στέκονται
ανάμεσά τους. Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε όπως κοιτά κανείς κάτι που δεν έχει ακόμη
ονοματιστεί. Και εκείνη, για πρώτη φορά, δεν χρειάστηκε να θυμηθεί ποια ήταν
για να μείνει εκεί.
Οι νύχτες δεν έμοιαζαν μεταξύ τους. Και όμως, ο Γκούο Ρεν άρχισε να
καταλαβαίνει ότι όλες οδηγούσαν προς το ίδιο σημείο: όχι προς τη Χε Τζι, αλλά
προς ό,τι έπρεπε να εγκαταλείψει για να μπορεί να τη συναντήσει χωρίς να
διαλύεται μέσα στις ίδιες του τις αναμνήσεις.
Την πρώτη νύχτα, πίσω από τον βράχο, η εικόνα επέστρεψε πριν προλάβει να
την εμποδίσει. Η καταιγίδα στις αποθήκες. Η μυρωδιά της βρεγμένης ξυλείας. Η
Ρουό-Σι, νεαρή τότε, να αλλάζει ρούχα βιαστικά, νομίζοντας ότι κανείς δεν την
βλέπει. Εκείνος δεν είχε μιλήσει. Μόνο είχε σταθεί πίσω από το μισοσκόταδο, σαν
η ίδια η σιωπή να τον είχε φέρει εκεί. Εκείνη τη νύχτα δεν είχε συμβεί τίποτε,
κι όμως είχε ήδη συμβεί το πρώτο ρήγμα: το βλέμμα που δεν ζητά άδεια. Κι όταν ο
άνεμος θώπευσε ελαφρά τον βράχο της Πέτρινης Γυναίκας, ο Γκούο Ρεν ένιωσε πως
κάτι μέσα του απομακρύνθηκε από εκείνη τη στιγμή. Όχι η μνήμη. Η εξουσία της.
Τη δεύτερη νύχτα, ήρθε η κίνηση των ανοιχτών παραθυρόφυλλων. Η πόρτα της
κρεβατοκάμαρας των γονιών του. Το ξύλο που έτριξε ελαφρά. Η νύχτα του σπιτιού
γεμάτη αναπνοές άλλων ανθρώπων. Και η Ρουό-Σι πάλι εκεί, φοβισμένη, με το
νυχτικό της, σαν να είχε χαθεί από τον ίδιο της τον κόσμο και να είχε πέσει
μέσα στον δικό του. Και εκείνος, χωρίς να το σκεφτεί, την είχε κρατήσει στην
αγκαλιά του.
Την τρίτη νύχτα, το άδειο σπίτι στο Νανγκού. Η παλλακίδα Χονγι-Χουά ήταν
εκεί, όχι ως πρόσωπο μόνο αλλά ως επιβεβαίωση εξουσίας χωρίς λέξεις. Το σπίτι
του Τζου Μιν ήταν άδειο, σαν να είχε απογυμνωθεί από την καθημερινότητα για να
αποκαλύψει αυτό που κρυβόταν από κάτω της. Εκείνη τη νύχτα η πράξη δεν είχε μόνο
πάθος μόνο· είχε βαρύτητα κατοχής. Κι όμως, αυτό που έμεινε δεν ήταν η
επιθυμία, αλλά η αίσθηση ότι κάθε κατοχή αφήνει πίσω της κάτι νεκρό.
Την τέταρτη νύχτα, το νότιο κτήμα. Η Λινγκ-Λου, με τα πράσινα μάτια, σαν
κάτι που δεν ανήκει πλήρως σε καμία γη. Εκεί η συνάντηση δεν είχε την ένταση
της εξουσίας αλλά τη βεβαιότητα της επανάληψης. Το σώμα του είχε μάθει ήδη το
μοτίβο. Και αυτό ήταν πιο επικίνδυνο από την επιθυμία: η συνήθεια. Κι εκείνη τη νύχτα ο Γκούο Ρεν ένιωσε πως
απομακρυνόταν από τη μηχανική πλευρά του ίδιου του εαυτού του.
Την πέμπτη νύχτα, ο εφιάλτης. Η Ρουό-Σι πάλι. Όχι όπως ήταν, αλλά όπως
τη φοβόταν. Και μέσα σε εκείνη τη θολή επανάληψη, εκείνος να της χαρίζει ένα
κόκκινο περιδέραιο, σαν να προσπαθούσε να εξαγοράσει κάτι που δεν εξαγοράζεται.
Εκείνη τη νύχτα δεν χάθηκε η εικόνα· χάθηκε η ενοχή της επιθυμίας.
Την έκτη νύχτα, η καταιγίδα στον δρόμο προς το Νανγκού. Η Ρουό-Σι και
εκείνος μέσα στη βροχή, να βρίσκουν ένα μικρό πέτρινο κτίσμα για καταφύγιο. Η
τρυφερότητα εκεί δεν είχε όνομα. Ήταν σχεδόν καθαρή από νόημα, και γι’ αυτό
επικίνδυνη: γιατί έμοιαζε αθώα. Εκείνη τη νύχτα απομακρύνθηκε η ανάγκη να
εξιδανικεύει τη μνήμη.
Την έβδομη νύχτα, οι δύο συναντήσεις με τη νεαρή χήρα. Η Σιανγκλίν στο
Νανγκού, πρώτα διστακτική, μετά δεκτική, σαν η ζωή να της επέτρεπε επιτέλους να
ξαναμπεί σε μια μορφή επιθυμίας. Και εκείνος, να δέχεται την ιδέα ότι μπορεί να
την κρατήσει κοντά του ως “μόνιμη χήρα”, σαν να μπορούσε να οργανώσει την
ανθρώπινη απώλεια σε σταθερότητα. Εκείνη τη νύχτα απομακρύνθηκε η ανάγκη να
μετατρέπει τους ανθρώπους σε θέσεις μέσα σε μια τάξη.
Την όγδοη νύχτα, ο εφιάλτης ξανά. Η Ρουό-Σι, πιο κοντά από ποτέ, και
εκείνος να την αγγίζει με βία πόθου, να τη δαγκώνει στους ώμους, εκείνη γυρισμένη
αλλού, σαν η επιθυμία να μην χρειάζεται πια πρόσωπο. Όταν ξύπνησε, το σώμα του
είχε ακόμα τη μνήμη της κίνησης, αλλά κάτι άλλο είχε αρχίσει να φθείρεται: η
αυταπάτη ότι η επιθυμία και η κατοχή είναι το ίδιο πράγμα.
Την ένατη νύχτα, δεν ήρθε παρελθόν. Ήρθε η τελετή της ανθοφορίας με τη
Χε Τζι. Και μαζί της, όχι μια νέα μνήμη, αλλά η σύγκριση όλων των προηγούμενων
με κάτι που δεν τους έμοιαζε: όχι γιατί ήταν πιο “καθαρή” ή “διαφορετική”, αλλά
γιατί δεν ζητούσε να γίνει ιστορία. Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε και για πρώτη φορά
δεν προσπάθησε να διαλέξει ανάμεσα σε πρόσωπα, σώματα ή παρελθόντα. Και τότε
κατάλαβε: δεν την είχε επιλέξει επειδή ήταν η καλύτερη ανάμεσα στις άλλες. Την
είχε επιλέξει επειδή ήταν η πρώτη που μπορούσε να σταθεί απέναντι σε έναν άνθρωπο
που είχε αρχίσει να χάνει την ανάγκη να κρύβεται πίσω από τις μνήμες του. Και
αυτό, περισσότερο από κάθε επιθυμία, έμοιαζε με αρχή.
Έτσι περνούσαν οι νύχτες. Και η δεύτερη. Και η τρίτη. Και η τέταρτη. Και
η πέμπτη. Και το φεγγάρι άλλαζε μορφή πάνω από τους ορυζώνες, άλλοτε γεμάτο και
ακίνητο σαν σιωπηλή επιβεβαίωση, άλλοτε λεπτό και κομμένο σαν υπόσχεση που δεν
ειπώθηκε ποτέ. Άλλοτε σύννεφα το σκέπαζαν κατά διαστήματα, σαν να ήθελε ο
ουρανός να αποκρύψει όσα συνέβαιναν κάτω από το βλέμμα του.
Άλλοτε φυσούσε ελαφρύ αεράκι που περνούσε ανάμεσα στις πέτρες του βράχου
της Πέτρινης Γυναίκας και έφερνε μαζί του τη μυρωδιά της υγρής γης. Άλλοτε η
υγρασία καθόταν πάνω στο δέρμα τους σαν δεύτερο ένδυμα, πιο επίμονο από κάθε
ρούχο. Κάποιες νύχτες το λυχνάρι έσβηνε νωρίς και τους άφηνε μέσα σε μια
σκοτεινιά σχεδόν απρόσωπη· άλλες φορές έμενε αναμμένο, μικρή σταθερή φλόγα που
αποκάλυπτε τις κινήσεις τους με καθαρότητα.
Και τότε, μέσα σε αυτή τη ρευστότητα του φωτός και της σιωπής, το σώμα
του Γκούο Ρεν γινόταν άλλοτε σφιγμένο, σαν να προσπαθούσε να συγκρατήσει κάτι
που ξεπερνούσε τη βούλησή του, και άλλοτε παραδιδόταν σε μια βαρύτητα που δεν
είχε όνομα. Σε κάποιες στιγμές κάρφωνε το ξίφος του βαθιά στο μαλακό χώμα, όχι
ως απειλή αλλά ως προέκταση έντασης, σαν να ήθελε να στερεώσει τον ίδιο του τον
παλμό μέσα στη γη. Και άλλες φορές εκείνη άπλωνε τα δάχτυλά της στη λαβή του,
όχι για να το πάρει αλλά για να το αναγνωρίσει, σαν να άγγιζε το σημείο όπου η
δύναμη μετατρεπόταν σε εμπιστοσύνη.
Κι άλλοτε η αφή τους είχε μια παράξενη λεπτότητα, σαν να άγγιζαν όχι
μόνο το σώμα αλλά και ό,τι είχε μείνει ανείπωτο πίσω του· κι άλλοτε γινόταν πιο
άμεση, σχεδόν απελπισμένη, σαν να προσπαθούσε να κρατήσει κάτι που ήδη άλλαζε
μορφή. Άλλοτε πεινασμένη και αδυσώπητη
βουτηγμένη σε αβυσσαλέο πόθο και άλλοτε στοργική και κατευναστική.
Ο Γκούο Ρεν ένιωθε κάθε νύχτα να απομακρύνεται λίγο ακόμη από τις
εικόνες που τον ακολουθούσαν από το παρελθόν, όχι γιατί χάνονταν, αλλά γιατί
έπαυαν να έχουν την ίδια εξουσία πάνω του. Και η Χε Τζι, μέσα στην ίδια σιωπή,
έμοιαζε να αφήνει πίσω της κάτι που δεν ονομαζόταν εύκολα, σαν να γινόταν κάθε
φορά λίγο πιο ανάλαφρη και λίγο πιο παρούσα ταυτόχρονα.
Κάθε μέρα ο Γκούο Ρεν επιθεωρούσε τα έργα. Οι αποθήκες προχωρούσαν. Οι
ξυλουργοί ολοκλήρωναν τις στέγες. Οι εργάτες καθάριζαν τον χώρο όπου θα
υψώνονταν τα νέα κτίρια. Κάθε βράδυ όμως, όταν έσβηναν οι φωνές, ακολουθούσε
μόνος το μονοπάτι προς τον βράχο.
Εκεί όπου οι παλιές στάχτες των
θυμιαμάτων ανακατεύονταν με τις καινούργιες. Εκεί όπου η Πέτρινη Γυναίκα
παρακολουθούσε σιωπηλά. Οι νύχτες περνούσαν χωρίς να μοιάζουν μεταξύ τους.
Μερικές φορές μιλούσαν. Άλλες φορές
όχι. Μερικές φορές θυμούνταν. Άλλες φορές ξεχνούσαν.
Κι όσο περνούσαν οι μέρες, ο Γκούο Ρεν άρχισε να αισθάνεται πως η γη
γύρω από τον βράχο δεν ανήκε ούτε στο Λο Τζιανγκ ούτε στο Νανγκού.Ήταν ένας
τόπος έξω από τον χρόνο. Ένας τόπος ανάμεσα σε όσα είχαν υπάρξει και σε όσα δεν
είχαν ακόμη συμβεί.
Όταν ήρθε η ένατη νύχτα, η σελήνη ήταν σχεδόν γεμάτη. Οι σκιές
απλώνονταν πάνω στην πεδιάδα σαν νερό. Για ώρα έμειναν καθισμένοι δίπλα στον
βράχο χωρίς να μιλούν.
Τελικά ο Γκούο Ρεν είπε:
«Αύριο φεύγω.»
Η Χε Τζι έγνεψε αργά.
Σαν να το γνώριζε από την αρχή.
«Εννέα νύχτες.»
«Ναι.»
«Τώρα ο κύκλος έκλεισε.»
Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε.
«Το πιστεύεις πραγματικά;»
Η Χε Τζι κοίταξε τον βράχο.
«Δεν έχει σημασία τι πιστεύω εγώ.»
«Τότε;»
«Σημασία έχει ότι ήρθες και τις
εννέα.»
Ο άνεμος ανατάραξε τις παλιές κλωστές
που κρέμονταν από την πέτρα.
«Οι άνθρωποι σπάνια επιστρέφουν τόσες
φορές στο ίδιο μέρος.»
Το βλέμμα της στράφηκε προς εκείνον.
«Ακόμη σπανιότερα επιστρέφουν στον
ίδιο άνθρωπο.»
Ο Γκούο Ρεν έβγαλε από το θηκάρι του το ξιφίδιο και χάραξε στον βράχο
τον αριθμό εννέα. «Αυτό για να θυμίζει ότι περάσαμε από εδώ.»
«Ή για να θυμόμαστε ότι δεν τελειώνει έτσι εύκολα κάτι που έχει ειπωθεί
εννέα φορές.» του είπε εκείνη κοιτάζοντάς τον
«Στο βάθος των κτημάτων θα χτιστεί ένα μικρό σπίτι. Όταν έρχομαι, θα
μένεις εκεί. Στον χαρτοπαίκτη δεν θα ξανακοιμηθείς μόλις τελειώσει το
μαγειρείο. Εκεί αν θες μπορεί να μένεις όσο λείπω. Εκεί μπορεί να έχεις παρέα.
Διάλεξε μόνη σου ποιες θες, θες τις φίλες σου, θές άλλους…. Στο σπίτι στα
κτήματα δεν θα μπαίνει κανείς. Θα είναι μόνο για μένα όταν θα έρχομαι».
«Θα ξανάρθεις;» τον ρώτησε εκείνη
«Θα ξανάρθω. Τώρα ξέρω τι μου ανήκει και τι θέλω να μου ανήκει. Απλά θα
πρέπει να περιμένεις.»
«Πάντα περίμενα…»
Το επόμενο πρωί, πριν ακόμη φανεί ο ήλιος πάνω από τους ορυζώνες, ο
Γκούο Ρεν ανέβηκε στο άλογό του. Οι εργάτες είχαν ήδη αρχίσει τη δουλειά. Ο
χώρος με το μαγειρείο και τα υπόστεγα κόντευε να ολοκληρωθεί.
Ο Γκούο Ρεν μίλησε με τον Τσενγ Μπινγκ. «Μόλις τελειώσετε θα πάτε στο
βάθος των κτημάτων και θα φτιάξετε ένα μικρό σπίτι. Μικρό και στέρεο. Όχι
πολυτέλειες. Γύρω να έχει περίφραξη. Εκεί θα πηγαίνω όταν έρχομαι εδώ. Εκεί θα
με περιμένει η Χε Τζι.»
Ο Τσεν Μπινγκ έδειξε να καταλαβαίνει…
«Το θέλω όσο πιο γρήγορα γίνεται» ήταν η τελευταία φράση του Γκούο Ρεν.
Ο βράχος της Πέτρινης Γυναίκας υψωνόταν ακίνητος πάνω από την πεδιάδα. Για
μια στιγμή ο Γκούο Ρεν γύρισε και τον κοίταξε. Ύστερα έστρεψε το άλογο προς τον
δρόμο του Νανγκού. Ο κύκλος των εννέα ημερών είχε τελειώσει. Και ακριβώς γι'
αυτό είχε αρχίσει κάτι που δεν μπορούσε πλέον να επιστρέψει στην προηγούμενη
μορφή του.
πηγαίνοντας
μόνος για το Νανγκού
Η τελευταία νύχτα με την Χε Τζι αντί να τον είχε εξαντλήσει, του είχε
δώσει μια αίσθηση εσωτερικής δύναμης. Καθώς έφιππος διέσχιζε τα μονοπάτια του
Σετσουάν, η σκέψη του Γκούο Ρεν στράφηκε προς τον Νανγκού. Εκεί περίμενε η
νεαρή χήρα του, η Σιανγκλίν, η νέα του πρόσληψη, η νέα του «ευνοούμενη». Ίσως
δεν τον περίμενε τόσο γρήγορα, αλλά αυτό τον ικανοποιούσε. Οι αιφνιδιαστικές
επισκέψεις είχαν πάντα τη γοητεία τους· καλύτερα οι άνθρωποι να μην έχουν χρόνο
να προετοιμαστούν, να τους βρίσκει όπως είναι στην καθημερινότητά τους, χωρίς
τη δυνατότητα να κάνουν μικρές διορθώσεις, μικρές κινήσεις εξισορρόπησης· έτσι
ήταν πιο αληθινοί, πιο αυθεντικοί.
Μετά από πέντε ώρες δρόμου, έφτασε κοντά στις αποθήκες της Α-Μέι. Ένα
καραβάνι με χρωματιστά πανιά και κουτιά γεμάτα μπαχαρικά και μετάξι είχε
σταθμεύσει στην αυλή, και η ζωή εκεί έμοιαζε γεμάτη κίνηση και χαρά. Η Α-Μέι
ήταν εκεί, φορώντας την πρακτική της ποδιά, και σέρβιρε φαγητό. Το χαμόγελό
της, η ζωντάνια στην κίνηση των χεριών της, έδιναν στην ατμόσφαιρα μια ζεστασιά
που δεν είχε προλάβει να χάσει ο δρόμος και η σκόνη της πορείας.
Ο Γκούο Ρεν σταμάτησε για λίγο, άφησε το άλογό του να τεντώσει τα πόδια
του, και κοίταξε την εικόνα: μια στιγμή καθημερινότητας που, μέσα στην απλότητά
της, φαινόταν γεμάτη ζωή και αλήθεια.
Ο Γκούο Ρεν κατέβηκε από το άλογο και στάθηκε για μια στιγμή στο όριο του
περιβόλου παρατηρώντας τον χώρο γύρω από τις αποθήκες. Οι ήχοι από το καραβάνι,
τα γέλια των παιδιών και το θρόισμα των φύλλων στα δέντρα δημιουργούσαν μια αίσθηση
ζωντάνιας που τον έκανε να χαμογελάσει αργά.
Η Α-Μέι πλησίασε, κρατώντας ένα δίσκο με ζεστό φαγητό. «Ήρθατε νωρίτερα
από ό,τι περίμενα,» είπε, και τα μάτια της έλαμπαν με μια ανεπιτήδευτη χαρά. Ο
γιος της και τα ξαδέλφια του βοηθούσαν στην τακτοποίηση των αποσκευών και των
εμπορευμάτων, ενώ μερικοί από τους εργάτες στρώναν τα τραπέζια στο νέο υπόστεγο
για να μπορούν οι ταξιδιώτες να φάνε άνετα.
Ο Γκούο Ρεν πήρε μια βαθιά ανάσα, αναλογιζόμενος πόσο πολύ είχε αλλάξει
ο χώρος από την τελευταία του επίσκεψη. Τώρα, κάθε γωνιά είχε σκοπό, κάθε
υπόστεγο και τραπέζι ήταν τοποθετημένα με προσοχή, και οι άνθρωποι κινούνταν με
ρυθμό, σαν να ήξεραν ακριβώς τι έπρεπε να κάνουν.
«Μου φαίνεται πως έχετε ήδη δεύτερο υπόστεγο έτοιμο για τα τραπέζια,»
παρατήρησε ο ίδιος, δείχνοντας προς τον χώρο όπου είχαν στηθεί οι ξύλινες
τάβλες.
«Ναι,» απάντησε η Α-Μέι. «Θέλαμε να δώσουμε στους ταξιδιώτες και ένα
μέρος για να ξεκουραστούν μετά το φαγητό. Αν ο καιρός είναι καλός, μπορούν να
καθίσουν έξω και να απολαύσουν τη θέα.»
Ο Γκούο Ρεν κοίταξε γύρω του και ένιωσε μια απροσδόκητη ηρεμία. Δεν ήταν
μόνο η λειτουργικότητα που τον εντυπωσίαζε — ήταν η ζεστασιά και η αίσθηση
κοινότητας που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται εκεί.
«Ας φάμε,» είπε τελικά, και η Α-Μέι του χαμογέλασε, δείχνοντάς του ένα
καθαρό τραπέζι. Εκείνη η στάση δεν ήταν πια απλώς ένας σταθμός στον δρόμο· ήταν
ένα σπίτι, ένα καταφύγιο, μια μικρή κοινότητα που άνθιζε μέσα στην πεδιάδα.
Ο Γκούο Ρεν κάθισε ανάμεσα τους που τώρα έμοιαζαν όχι απλώς συνεργάτες,
αλλά οικογένεια.
Ο ήλιος είχε ήδη ανέβει ψηλά στον
ουρανό, χρυσίζοντας την πεδιάδα και κάνοντας τα φύλλα των δέντρων να
αστράφτουν. Ήταν περίπου 11 το πρωί, και είχε φέρει μαζί του τη ζέστη, αλλά και
μια γαλήνια αίσθηση ενέργειας στον ανοιχτό χώρο γύρω από τις αποθήκες. Οι
ταξιδιώτες είχαν αρχίσει να κινούνται ανάμεσα στα υπόστεγα, κουβαλώντας σακιά
και κουτιά, ενώ οι ήχοι από τα γέλια των παιδιών γλύκαιναν τον μόχθο.
Ο Μάο Τζουν ψιθύρισε χαμηλόφωνα στον Γκούο Ρεν, σχεδόν εμπιστευτικά:
«Έχουμε μαζέψει τα πρώτα χρήματα. Τα καραβάνια αφήνουν πολλά.»
Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε, κοιτάζοντας
γύρω του τον χώρο που είχε πλέον ζωντάνια και τάξη. «Αυτά θα τα κρατήσεις για
τα έξοδα και για τις επεκτάσεις,» είπε με αποφασιστικότητα.
Η Α-Μέι, που μέχρι εκείνη τη στιγμή τακτοποιούσε μερικά καλάθια με
αποξηραμένα φρούτα, σήκωσε το κεφάλι και παρενέβη με ήρεμη αλλά αποφασιστική
φωνή: «Οι ταξιδιώτες χρειάζονται και άλλα πράγματα,» είπε, κοιτάζοντας τον
Γκούο Ρεν. «Μικρά είδη που συχνά τελειώνουν στον δρόμο. Βελόνες και κλωστές για
επιδιορθώσεις, χτένες, λάδι για λυχνάρια, σανδάλια από άχυρο, χαρτί, μελάνι,
αποξηραμένα φρούτα και βότανα για αφεψήματα. Αυτά πωλούνται εύκολα και αφήνουν
καλό κέρδος.»
Ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε. «Έχεις δίκιο,» παραδέχτηκε. «Πάντα ένα γυναικείο
μάτι βλέπει πράγματα που οι περισσότεροι τα προσπερνούν.»
Η Α-Μέι του είπε: «Δεν φτάνει μόνο στέγη και τροφή. Πρέπει να σκεφτούμε και τι μπορεί να χρειαστεί κάποιος πριν συνεχίσει το ταξίδι
του.»
Έπειτα χαμήλωσε τη φωνή της σαν να μοιραζόταν ένα μυστικό: «Και υπάρχουν
γυναίκες στα καραβάνια. Σύζυγοι εμπόρων, κόρες οικογενειών, μερικές φορές ακόμη
και χήρες που ταξιδεύουν με συγγενείς. Δεν μπορούν να κοιμούνται ή να
ξεκουράζονται μαζί με όλους τους άνδρες. Χρειάζονται έναν ξεχωριστό χώρο, έστω
λίγα δωμάτια ή μια κλειστή αυλή. Εκεί θα μπορούν να αισθάνονται άνετα και
προστατευμένες.»
Ο Γκούο Ρεν κοίταξε γύρω του, βλέποντας τον ήλιο να πέφτει πάνω στα
ξύλινα υπόστεγα και να φωτίζει τις σκιές της αυλής. Το σχέδιο άρχισε να
σχηματίζεται καθαρά στο μυαλό του: ένα δεύτερο κτίσμα, με τραπέζια και μικρά
εμπορεύματα προς πώληση, και μια προστατευμένη πτέρυγα για τις γυναίκες των
καραβανιών.
Η Α-Μέι τον παρακολουθούσε. «Αν το οργανώσουμε σωστά,» είπε, «αυτή η
στάση θα γίνει γνωστή σε όλη τη διαδρομή. Και τα καραβάνια θα επιστρέφουν ξανά
και ξανά.»
Ο Γκούο Ρεν σκέφθηκε για λίγο. «Αν εδώ γίνει κεντρικό σημείο, θα τραβήξει
ανεπιθύμητα βλέμματα. Ποτέ δεν λείπουν
οι κακόβουλοι. Οι καλοί έμποροι φέρνουν κέρδος, αλλά το κέρδος φέρνει και
ληστές. Πριν μεγαλώσουμε άλλο, πρέπει να σκεφτούμε τη φύλαξη. Θέλω ισχυρό
φράχτη γύρω από όλο τον χώρο, με μία μόνο πύλη. Και το σπίτι σας πρέπει να
προστατευτεί το ίδιο. Πρώτα θα περιφράξουμε και μετά θα επεκταθούμε.»
Ο Μάο Τζουν έγνεψε αργά. «Το σκεφτόμουν κι εγώ. Στη δυτική πλευρά
μπορούμε να στήσουμε πασσάλους από κορμούς και να ανοίξουμε μια τάφρο μπροστά
τους. Δεν θα σταματήσει στρατό, αλλά θα κρατήσει μακριά τους κλέφτες της
νύχτας.»
Η Α-Μέι πρόσθεσε: «Και τη νύχτα να μη μένει ποτέ η πύλη χωρίς άνθρωπο.
Δεν χρειάζονται πολλοί. Ένας ξύπνιος αρκεί για να δει ποιος έρχεται και ποιος
φεύγει. Όποιος φτάνει μετά τη δύση του ήλιου να περιμένει έξω ώσπου να τον
αναγνωρίσουμε.»
Ο Μάο Τζουν έγνεψε καταφατικά. «Μπορούμε να οργανώσουμε βάρδιες. Εγώ, ο
Γινγκ και τα ξαδέλφια του. Όσο μεγαλώνει ο σταθμός, θα βρούμε κι άλλους
έμπιστους ανθρώπους.»
Η Α-Μέι συνέχισε: «Και να κρεμάσουμε ένα χάλκινο γκονγκ δίπλα στην πύλη.
Αν συμβεί κάτι τη νύχτα, ένας χτύπος θα ξυπνήσει όλο τον χώρο πριν οι κλέφτες
προλάβουν να κινηθούν.»
Ο Γκούο Ρεν κούνησε το κεφάλι, νιώθοντας ένα κύμα ικανοποίησης. Ο ήλιος
έλουζε τον χώρο με φως, οι άνθρωποι κινιούνταν σαν να χορεύουν με τη ζωή, και
εκείνος κατάλαβε ότι αυτό που χτίζονταν δεν ήταν μόνο αποθήκες και υπόστεγα.
Ήταν μια μικρή κοινωνία, που αναπτυσσόταν αργά αλλά σταθερά μέσα στον δρόμο που
τον τροφοδοτούσε.
το
λουτρό της κάθαρσης
Ο Γκούο Ρεν άφησε τις αποθήκες της Α-Μέι. Δεν χρειαζόταν η παρουσία του.
Τα σχέδια είχαν συμπληρωθεί. Ήταν σίγουρος πως σε λίγο καιρό όλα θα είχαν γίνει
όπως τα είχαν συμφωνήσει. Στο δρόμο για το μικρό απόμερο κτήμα έρχονταν κάποιες εικόνες από το
εννιάμερο με τη Χε Τζι και που και που ανάμεσα ξεφύτρωναν σκηνές θολές με τη
Ρουό-Σι. Αυτό ήταν που τον στοίχειωνε. Νόμιζε πως στο βράχο της «πέτρινης
γυναίκας» είχε τελειώσει ο εφιάλτης του. Όμως, όσο απομακρυνόταν από εκεί η
δύναμη του βράχου της «πέτρινης γυναίκας» εξασθενούσε. Πάλι εμφανίστηκαν εκείνα
τα γαλανά μάτια σαν να τον κοίταζαν μέσα από τους λόφους.
Ο Γκούο Ρεν έφτασε λίγο νωρίς το απόγευμα στο μικρό, απόμερο κτήμα. Ο
ήλιος έπεφτε χαμηλά πίσω από τα δέντρα. Ο μαύρος Τσόυο γάβγισε καθώς πέρασε από
την αυλή. Η Γου Σία ξεπρόβαλλε στην ξύλινη βεράντα. Δεν του είπε τίποτα ευθέως·
απλώς τον κοίταξε με τα γνώριμα, ήρεμα μάτια της. Ήταν μόνη της. Οι υπόλοιποι
δούλευαν στα κτήματα, ακόμη και ο Ζανγκ Κιν.
«Καλώς όρισες. Για να έρθεις τόσο γρήγορα κάτι θα συμβαίνει»
«Έπρεπε να έρθω να δω πως πάει η νέα κατάσταση μετά την αναχώρηση των
ανθρώπων της επιστροφής. Υπάρχουν κενά που πρέπει να συμπληρωθούν.» απάντησε ο
Γκούο Ρεν.
«Τα κενά πάντα συμπληρώνονται. Άλλοτε αμέσως, άλλοτε κάπως αργότερα. »
του απάντησε εκείνη με ήρεμη σιγουριά.
« Μα φαίνεσαι κάπως ανήσυχος»
παρατήρησε.
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε.
Σκεφτόταν. Κάτι ήθελε να εξομολογηθεί. Αλλά δίσταζε.
«Πεινάς;» τον ρώτησε η Γου Σία, με εκείνη τη σταθερή, ήρεμη ευγένεια που
έκανε τις λέξεις της να ακούγονται σαν τελετουργία παρά σαν ερώτηση.
Ο Γκούο Ρεν έγνευσε αρνητικά. Το
βλέμμα του στράφηκε προς δεξιά άκρή του κήπου, και αιχμαλωτίστηκε από
κάτι που μόλις άρχιζε να ξεπροβάλλει από τη γη. Μικρά, ευγενή φύλλα με ασημένια
χνουδάκια, σπάνια για το Νανγκού, σχεδόν μυστικιστικά στη λεπτότητά τους. Η Γου
Σία είχε φυτέψει εκεί σπάνια χρυσάνθεμα που χρησιμοποιούνταν και σε αρωματικά
αφεψήματα. Το χρώμα τους δεν είχε ακόμα ανοίξει, αλλά η υπόσχεση της ομορφιάς
και της δροσιάς που θα έφερναν ήταν σαν μικρές υποσχέσεις ενός κόσμου πιο
σπάνιου και εκλεπτυσμένου από το συνηθισμένο.
«Ομορφαίνουν τη ζωή μας. Οι γεύσεις, τα αρώματα, η ηρεμία των φυτών.
Χωρίς την ομορφία η ζωή δεν θα είχε την ίδια αξία.» του είπε ακολουθώντας το βλέμμα του. Χωρίς άλλη κουβέντα, εκείνη γύρισε στο
εσωτερικό του σπιτιού. Η ξύλινη πόρτα έκλεισε απαλά. Όταν ξαναβγήκε, κρατούσε
ένα μικρό πορσελάνινο δοχείο, λεπτεπίλεπτο, με μπλε σχέδια από γερανούς και
κύματα. Το σέρβιρε σε ένα χαμηλό κύπελλο, σχεδόν διαφανές.
«Είναι δροσιά για τους ταξιδιώτες», είπε. «Αυτό που πίνουν όσοι ανήκουν
στην άρχουσα τάξη όταν το σώμα και το πνεύμα βαραίνουν από δρόμο και σκέψη.»
Το υγρό είχε χρώμα βαθύ κεχριμπαριού με μια ανεπαίσθητη κόκκινη λάμψη.
Ήταν χυμός από αποξηραμένα δαμάσκηνα
και άνθη κράταιγου, εμποτισμένα με άνθη χρυσάνθεμου και λίγη ζάχαρη από πέτρα
— ένα παλιό, εκλεπτυσμένο ρόφημα της εποχής, γνωστό για την ικανότητά του να
«δροσίζει το αίμα» και να καθαρίζει τη ζέστη του σώματος.
Το άρωμά του ήταν ταυτόχρονα γλυκό και ελαφρώς όξινο, σαν ανάμνηση που
δεν αποφασίζει αν θέλει να επιστρέψει ή να χαθεί.
Η Γου Σία του το πρόσφερε με τα δύο χέρια, σε μια κίνηση που είχε περισσότερη
ευγένεια παρά απλή προσφορά.
«Πιες το. Είναι η δροσιά για τους ταξιδιώτες. Για να έχουν τη δύναμη να
συνεχίσουν το ταξίδι στη ζωή τους.»
Ο Γκούο Ρεν το πήρε. Για μια στιγμή, το κύπελλο έμεινε ακίνητο ανάμεσα
στα δάχτυλά του, σαν να ζύγιζε όχι το υγρό, αλλά το νόημα της φράσης. Έπειτα
ήπιε. Η γεύση απλώθηκε αργά — γλυκιά στην αρχή, μετά βαθιά, σχεδόν καθαριστική,
σαν να άνοιγε μέσα του ένας χώρος πιο ήσυχος από τις σκέψεις του.
Η Γου Σία μίλησε με αόριστους υπαινιγμούς.
— Κάποιες φορές, χωρίς να το θέλουμε, οι
άνθρωποι αφήνουν πάνω μας ίχνη… σαν άρωμα, που αργότερα δεσμεύει τις σκέψεις
μας. Κι ακόμη κι όταν νομίζεις πως το ξέχασες, μια αμυδρή ανάμνηση, μια
ανεπαίσθητη οσμή, σε επαναφέρει σε εκείνον…
Ο Γκούο Ρεν κούνησε το κεφάλι του, νιώθοντας να του έρχονται εικόνες
παράλογες στο μυαλό.
«Δεν ξέρω ίσως έχεις δίκηο. Τις τελευταίες μέρες εικόνες παράξενες μου
έρχονται στο μυαλό. Μια κοπέλα με
γαλάζια μάτια. Και εκεί που νομίζω ότι είχε φύγει, εκείνη ξανάρχεται.»
«Συχνά
οι άνθρωποι που είναι δεμένοι μαζί μας πρόσωπα μας αγγίζουν με τη σκέψη τους, θέλουν
να μας προειδοποιήσουν, να μας προστατέψουν».
Ο Γκούο Ρεν δίστασε για λίγο. «Δεν είναι μόνο αυτό. Βλέπω σκηνές από
αταίριαστες ενώσεις μαζί της.»
Η Γου Σία κατάλαβε αμέσως ότι εννοούσε τη Ρουό-Σι, αυτή που είχε
συστηθεί ως Σου-Σι, την αδελφή του. Δεν είπε τίποτα· ένα ελαφρύ μειδίαμα
κατανόησης διαπέρασε το πρόσωπό της.
«Τα γαλάζια μάτια είναι έντονα. Μπορεί να βλέπεις ένα πρόσωπο, αλλά δεν
είναι ο ίδιος άνθρωπος. Μπορεί το σώμα να είναι κάποιας άλλης. Το μυαλό κάνει
περίεργα παιχνίδια. Συνδυάζει, αναμοχλεύει, και μας τα παρουσιάζει σαν ένα.
Εμείς θα πρέπει να τα ξεμπερδέψουμε.»
«Ίσως έχεις δίκηο. Μπορεί να
νομίζω ότι ξέρω το πρόσωπο, αλλά το σώμα;»
«Εκείνο που πρώτα πρέπει να κάνεις είναι να βγάλεις από πάνω σου αυτό το
ανεπαίσθητο άρωμα. Μόλις καθαριστείς, όλα θα επανέλθουν. Πρέπει να τρίψεις το
σώμα σου με φύλλα λωτού και φύλλα
γιασεμιού, και μετά να λουστείς με ένα αφέψημα από άνθη κρίνας και ρόδου.»
Η Γου Σία τον παρατήρησε λίγο που έπινε το αφέφημά του. Η σκέψη του όμως
δεν ήταν συγκεντρωμένη απόλυτα στη συζήτησή τους.
— Το ίδιο είχε συμβεί και στον πατέρα
σου, στο Νανγκού, συνέχισε.
— Αν θυμάμαι καλά, είχε συμβεί πριν
περίπου δεκαέξι χρόνια. Είχε έρθει τότε ένας υψηλά ιστάμενος επόπτης, ο Ουγιάνγκ
Σου, με τη γυναίκα του, τη Ουγιάνγκ Γιουέν, και την κόρη τους, την Ουγιάνγκ Φενγκίν.
Η κόρη είχε δείξει ενδιαφέρον για τον Τσενγκ-Γουέι.
Η νεαρή Φενγκίν δεν περιοριζόταν σε αθώα βλέμματα. Κοίταζε τον
Τσενγκ-Γουέι στα μάτια με μια ανεπαίσθητη γοητεία, κλίνοντας το κεφάλι της πότε
δεξιά πότε αριστερά, αφήνοντας τα μακριά μαύρα μαλλιά να πέφτουν πάνω στους
ώμους της με μια κίνηση που υπονοούσε παιχνίδι και προσοχή. Στα χείλη της
υπήρχε πάντα ένα σχεδόν αόρατο χαμόγελο, ένα μικρό τράνταγμα της φωνής όταν
μιλούσε κοντά του, σαν να τον προκαλούσε ήσυχα. Οι ώμοι της λικνίζονταν με μια
φυσικότητα που μαγνήτιζε, και οι κινήσεις των χεριών της ήταν αργές, σαν να
ήθελε να τον αγγίξει αλλά να κρατήσει την υπόσχεση μυστηρίου.
Ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι τους φιλοξένησε πλουσιοπάροχα. Τραπέζια,
μουσικές, φωτεινά κεριά. Σε αυτά πάντα ήμουν η πρώτη που καλούσε. Με ρωτούσε τι
εδέσματα να προσφέρουμε, τη διακόσμηση. Συνήθως έπαιζε μουσική και ο Ζανγκ Κιν.
Για να ανταποδώσουν τη φιλοξενία τον κάλεσαν στο σπίτι τους, στην πόλη
Τσινγκσέν, κοντά στο Νανγκού. Ήταν δυο μέρες δρόμο. Είχαμε πάει με άμαξες. Είχε
πάρει μαζί και μένα και τον Ζανγκ Κιν, ήμασταν η μόνιμη συντροφιά του.
Το βράδυ, μετά από ένα πλούσιο δείπνο, η κόρη του επόπτη, η Φενγκίν, είχε
ρίξει στο κρασί του Τσενγκ-Γουέι μερικές σταγόνες από το «δάκρυ του ονείρου»,
μόνο σε εκείνον. Κανείς δεν κατάλαβε τίποτε. Τον συνάντησε μυστικά στον ξενώνα,
και την άλλη μέρα ήταν άλλος άνθρωπος. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί· την σκεφτόταν
συνεχώς, σαν να είχε καρφωθεί το μυαλό του σε εκείνη.
— Η Φενγκίν και η μητέρα της, η Γιουέν, ξαναήρθαν στο Νανγκού, συνεχίζει, χωρίς τον Ουγιάνγκ
Σου, που έπρεπε να επιθεωρήσει άλλη περιοχή. Έμειναν μέρες. Δεν ήθελαν να
φύγουν. Κάθε βράδυ η Φενγκίν συναντιόταν με τον Τσενγκ-Γουέι. Κάθε άδεια
αποθήκη είχε γίνει ο τόπος των συναντήσεών τους. Έφυγαν και οι δύο
ευχαριστημένες, μάνα και κόρη. Ο Τσενγκ-Γουέι ήταν πάντα γενναιόδωρος· ήταν οι
μόνες που τους χάρισε περιδέραια χωρίς να ανήκουν στο προσωπικό του Νανγκού.
Θυμάμαι πως είχαμε πάει μαζί στον χρυσοχόο της Τσινγκσέν. Ξόδεψε πολλά τότε. Αυτές
είχαν σκοπό να ξανάρχονται τακτικά, όποτε ο Ουγιάνγκ Σου ταξίδευε για τις
επιθεωρήσεις του. Ήταν και η γαλαντομία του Τσενγκ-Γουέι που κολάκευε τη μάνα
και την κόρη. Αν δεν έφευγε ο Τσενγκ-Γουέι για να επιστρέψει στο Λο Τζιανγκ θα
τις είχαμε μόνιμα εκεί. Ίσως αυτό τον έσωσε. Είχε κτήματα και αλλού και έπρεπε
να τα επιθεωρεί. Τελικά την πάντρεψαν με έναν καλό νέο σεβαστής οικογένειας.
Έτσι γλύτωσε το Νανγκού από την «επισκέπτρια».
Συνέχισε, με μια σοφή αυστηρότητα:
— Αυτές οι μικρές θέλουν να
ξελογιάζουν τους μεγάλους, αυτούς που έχουν δύναμη και είναι επιτυχημένοι. Δεν
τις ενδιαφέρουν οι νέοι, οι εργατικοί, οι άνθρωποι που υπόσχονται μέλλον·
θέλουν να φέρουν το μέλλον στο παρόν, και μόνο ένας μεγάλος το διαθέτει ήδη.
Ο Γκούο Ρεν τη ρώτησε. «Δεν γνώριζαν πως ο πατέρας μου ήταν
παντρεμένος;»
«Το γνώριζαν. Γι΄ αυτό τις άφηνε άλλωστε μόνες
τους μαζί του ο Ουγιάνγκ Σου. Αλλά όταν μία γυναίκα θέλει έναν άντρα, δεν
υπολογίζει σε ποια άλλη αυτός ανήκει. Το μόνο που σκέπτεται είναι να τον κάνει δικό της, αδιαφορώντας για τις
συνέπειες. Μην ξεχνάς ότι το Λο Τζιανγκ είναι μακρυά από το Νανγκού.»
Ο Γκούο Ρεν αναλογιζόταν τα λόγια της. Ήταν νωρίς για να τα συνδυάσει με
τον εαυτό του, με τις εμπειρίες τους. Εκείνος μέχρι στιγμής δεν άνηκε σε καμμία
ή έτσι τουλάχιστον νόμιζε…
«Και που μπορώ να βρω αυτά που μου είπες…»
τη ρώτησε ο Γκούο Ρεν νιώθοντας ότι
ήθελε να απαλλαγεί από τις σκέψεις που ίσως του προκαλούσαν αυτά τα απομεινάρια
αρώματος που είχαν επικολληθεί πάνω του.
«Θα ζεστάνω νερό» του είπε η Γου Σία. «Μετά θα σου φέρω εγώ αυτά που
χρειάζονται. Αρκεί να περιμένεις λίγο.»
Η Γου Σία έριξε φύλλα λωτού στο χλιαρό νερό. Το άρωμά τους ανέβηκε αργά,
γήινο και γλυκό μαζί. Ύστερα πρόσθεσε τα φύλλα γιασεμιού και ανακάτεψε το νερό
με μια ξύλινη κουτάλα.
— Μην σκέφτεσαι τίποτα, είπε. Άφησε το
νερό να πάρει ό,τι δεν σου ανήκει.
Ο Γκούο Ρεν βύθισε τα χέρια του στο χλιαρό νερό. Η θερμότητα απλώθηκε
αργά στους καρπούς του και για μια στιγμή νόμισε πως έβλεπε ξανά τα γαλανά
μάτια. Όμως η εικόνα δεν έμεινε. Διαλύθηκε σαν καπνός πάνω από την επιφάνεια
του νερού. Δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια διαδικασία καθαρισμού, όπως ένα
άρωμα που αφαιρείται από το σώμα: απαλά, με κινήσεις που ξεπλένουν τα ίχνη της
μυρωδιάς και τα δεσμά της μνήμης που είχαν απομείνει πάνω του.
Όταν τελείωσε το λουτρό, ένιωθε παράξενα ελαφρύτερος, σαν να είχε αφήσει
πίσω του όχι μόνο μια ανάμνηση αλλά και ένα κομμάτι φόβου. Η ένταση είχε
υποχωρήσει, η σκέψη του είχε καθαρίσει και οι εικόνες που τον καταδίωκαν
άρχισαν να ξεθωριάζουν, σαν να διαλύονταν μέσα στο φως.
στο
ξύλινο σπίτι της χήρας Σιανγκλίν
Η νύχτα είχε πέσει ήσυχα πάνω στα κτήματα του Νανγκού. Ήταν η ώρα που οι
τελευταίες φωνές των εργατών είχαν σβήσει και μόνο τα έντομα ακούγονταν μέσα
στη ζεστή ακινησία του τέλους της άνοιξης. Το φεγγάρι δεν είχε ακόμη ανέβει
ψηλά· ένα αχνό ασημένιο φως γλιστρούσε ανάμεσα στα δέντρα και άγγιζε τις στέγες
των αποθηκών, τα χωράφια και τα μονοπάτια.
Ο Γκούο Ρεν είχε φτάσει λίγο νωρίτερα στα κτήματά του. Δεν είχε περάσει
από τους κοιτώνες των εργατών ούτε από το διοικητήριο. Δεν είχε καλέσει
κανέναν. Ούτε τον Λι Σαν. Προχώρησε μόνος. Ακολούθησε ένα στενό μονοπάτι που
χανόταν ανάμεσα στις καλλιέργειες και οδηγούσε βαθιά μέσα στα νότια κτήματα,
εκεί όπου βρισκόταν το ξύλινο σπίτι που κάποτε ανήκε στον Τζου Μιν.
Ο αέρας μύριζε χώμα, νερό και νυχτολούλουδο.
Από μακριά φαινόταν μόνο μια μικρή
χρυσή λάμψη πίσω από το χάρτινο παράθυρο. Ήταν ξύπνια.
Ο Γκούο Ρεν στάθηκε για λίγο ακίνητος
έξω από το σπίτι. Μέσα ακουγόταν ένας αργός, επαναλαμβανόμενος ήχος. Τα ξύλα
του αργαλειού. Άνοιξε αθόρυβα την πόρτα. Η Σιανγκλίν καθόταν μπροστά στον
αργαλειό της. Τα χέρια της κινούνταν μηχανικά πάνω στο ύφασμα. Μια λυχνία έκαιγε
δίπλα της και φώτιζε το πρόσωπό της. Χρειάστηκαν λίγες στιγμές για να καταλάβει
πως δεν ήταν μόνη. Σήκωσε το κεφάλι.
Τον είδε. Και πάγωσε. Τα χέρια της
έμειναν ακίνητα πάνω στα νήματα.
«Άρχοντα...»
Η φωνή της βγήκε ψιθυριστή. Για μια στιγμή έμοιαζε να μην πιστεύει πως
στεκόταν πραγματικά μπροστά της. Περίμενε την άφιξή του επί εβδομάδες. Είχε
φανταστεί αυτή τη στιγμή αμέτρητες φορές. Και όμως τώρα που συνέβαινε, η καρδιά
της χτυπούσε σαν να την είχε βρει απροετοίμαστη. Σηκώθηκε αργά.
«Δεν περίμενα να έρθετε τόσο νωρίς.»
Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. «Ούτε τόσο αθόρυβα.»
Ο Γκούο Ρεν έκλεισε πίσω του την πόρτα. «Δεν ήθελα να με δουν.»
Η Σιανγκλίν έγνεψε. Ήξερε. Όλα όσα υπήρχαν ανάμεσά τους ανήκαν ακόμη στη
σιωπή. Για λίγες στιγμές τον κοιτούσε χωρίς να μιλά. Ύστερα πλησίασε τη λυχνία
και πρόσθεσε λίγο λάδι. Η φλόγα μεγάλωσε. Το δωμάτιο γέμισε πιο ζεστό φως.
«Έφτιαξα τσάι.»
Η φωνή της είχε αποκτήσει μια απαλότητα που δεν υπήρχε παλιότερα.
«Σκεφτόμουν πως ίσως ερχόσασταν. Κάθε
βράδυ φανταζόμουν να ανοίγει η πόρτα… »
Δεν υπήρχε ντροπή στην πρότασή της. Μόνο αλήθεια. Άπλωσε τα χέρια της
και πήρε το πήλινο σκεύος. Ο ατμός ανέβηκε αργά ανάμεσά τους. Το δωμάτιο έγινε
μικρότερο. Πιο οικείο. Πιο ασφαλές. Η Σιανγκλίν ένιωθε μια παράξενη ζέστη να
απλώνεται μέσα της. Όχι μόνο επειδή τον έβλεπε. Αλλά επειδή συνειδητοποιούσε
πως έφτανε στο τέλος μια περίοδος που είχε κρατήσει χρόνια. Η ζωή της ως χήρας.
Η ζωή της αναμονής. Η ζωή χωρίς προσδοκία. Τώρα όλα έμοιαζαν να κινούνται ξανά.
Και αυτό την τρόμαζε σχεδόν όσο και την ευχαριστούσε.
Ο Γκούο Ρεν την παρατηρούσε.
«Δείχνεις ταραγμένη.»
Η Σιανγκλίν χαμογέλασε αμυδρά. «Ναι.» Σιώπησε για λίγο. «Είναι
παράξενο.» Περπάτησε ως το παράθυρο. Έξω είχε απλωθεί η νύχτα. «Μια χήρα μαθαίνει να ζει χωρίς να περιμένει
τίποτε.» Η φωνή της έγινε χαμηλότερη. «Στην
αρχή πονά. Μετά συνηθίζεις.» Έστρεψε αργά το βλέμμα προς εκείνον. «Και ύστερα
μια μέρα συνειδητοποιείς πως ξέχασες πώς είναι να σε περιμένει κάποιος. Ή να
περιμένεις εσύ κάποιον.»
Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε, την άφησε να συνεχίσει. Η Σιανγκλίν πλησίασε
πάλι κοντά στη λυχνία.
«Ξέρετε τι σημαίνει το ξύπνημα της γυναίκας μέσα στη χήρα, η αφύπνιση
του σώματος, η επιστροφή του σώματος στη προσμονή.»
Εκείνος σήκωσε ελαφρά το βλέμμα.
Η φλόγα αντανακλούσε στα μάτια της. Ένα αχνό χαμόγελο εμφανίστηκε στα
χείλη της. «Δεν σημαίνει πως ξεχνά.» Έκανε μια μικρή παύση. «Ούτε πως γίνεται
ξανά η γυναίκα που ήταν πριν.» Τα δάχτυλά της ακούμπησαν απαλά το ξύλο του
αργαλειού. «Σημαίνει ότι η καρδιά της αρχίζει να φοβάται ξανά.»
Ο Γκούο Ρεν την κοιτούσε αμίλητος.
«Φοβάται να ελπίσει.»
Η φωνή της είχε γίνει σχεδόν ψίθυρος.
«Φοβάται να αγαπήσει.»
Μια ακόμη παύση.
«Φοβάται να χάσει.»
Το βλέμμα της έμεινε πάνω του.
«Και ακριβώς γι' αυτό μοιάζει πάλι
νέα.»
Το δωμάτιο βυθίστηκε σε σιωπή. Έξω τραγουδούσαν τα τριζόνια. Η νύχτα
προχωρούσε αργά. Η Σιανγκλίν αισθανόταν πως κάθε λέξη που έλεγε αφαιρούσε ένα
μικρό κομμάτι από τη μοναξιά των τελευταίων ετών. Σαν να έβγαινε σιγά-σιγά από
έναν μακρύ χειμώνα.
Ο Γκούο Ρεν πλησίασε λίγα βήματα. Δεν μίλησε αμέσως. Κοίταξε τον
αργαλειό. Το ύφασμα που ύφαινε. Τη γυναίκα που τον περίμενε. Και για πρώτη φορά
το ξύλινο σπίτι στα νότια κτήματα δεν του φάνηκε απλώς ένα κτίσμα κρυμμένο
ανάμεσα στα χωράφια. Του φάνηκε προορισμός.
Η Σιανγκλίν χαμήλωσε το βλέμμα. Μα μέσα της κάτι είχε ήδη αλλάξει. Η
χηρεία της δεν είχε τελειώσει εκείνη τη νύχτα. Όμως είχε πάψει να είναι το
μέλλον της.
Η λυχνία έκαιγε ακόμη χαμηλά, σκορπίζοντας χρυσές ανταύγειες στα ξύλινα
δοκάρια και στα υφαντά που είχε ετοιμάσει η Σιανγκλίν τις προηγούμενες ημέρες.
Έξω, ο αέρας περνούσε ανάμεσα από τις καλλιέργειες με εκείνον τον απαλό ψίθυρο
που μοιάζει περισσότερο με ανάμνηση παρά με ήχο.
Ο Γκούο Ρεν είχε αφήσει στην άκρη το βαρύ, σκονισμένο επανωφόρι του και
καθόταν σε ένα χαμηλό ξύλινο κάθισμα, σιωπηλός, με τα μάτια να ατενίζουν το
μισοσκότεινο δωμάτιο. Η κούραση του ταξιδιού, η αδιάκοπη φροντίδα των κτημάτων
και οι νεανικές του ευθύνες φαινόταν για πρώτη φορά τόσο ξεκάθαρα χαραγμένες
στο πρόσωπό του. Οι ώμοι του είχαν βυθιστεί ελαφρά, τα δάχτυλα των χεριών του
έτρεμαν ελάχιστα από την ένταση.
Η Σιανγκλίν γονάτισε κοντά του. Η κορμοστασιά της αναδιπλώθηκε με φυσική
ευλυγισία, οι κινήσεις των χεριών της είχαν ακρίβεια και ηρεμία. Δεν υπήρχε δουλοπρέπεια
ούτε υποκρισία· υπήρχε φροντίδα, σταθερή και συγκεντρωμένη, σχεδόν
τελετουργική.
Σκύβοντας με χάρη, έπλυνε τα πόδια του νεαρού άρχοντα. Το ζεστό,
φιλτραρισμένο νερό κυλούσε απαλά πάνω στο δέρμα του, ενώ εκείνη τα σκούπιζε
προσεκτικά με ένα υφαντό ύφασμα, καρπό της δουλειάς της στον αργαλειό. Η
φροντίδα της ήταν αθόρυβη, σχεδόν σεβαστική.
«Ήταν κουραστικό το ταξίδι;» ρώτησε, η φωνή της ήρεμη, τα μάτια της
καρφωμένα στην κίνηση των χεριών της.
«Όχι,» απάντησε εκείνος, με ένα μικρό χαμόγελο που έκρυβε ανακούφιση από
την κούραση η ανακούφιση.
«Πεινάς;» συνέχισε εκείνη, και τα μάτια της γυάλιζαν στον αχνό φωτισμό
της λάμπας, όπου οι σκιές χόρευαν στους ξύλινους τοίχους.
«Όχι,» επανέλαβε ο Γκούο Ρεν. Δεν ανέφερε ότι η Γου Σία, πριν αναχωρήσει
από το μικρό κτήμα, είχε φροντίσει να του ετοιμάσει κάτι πρόχειρο.
Η Σιανγκλίν συνέχισε απαλά, αποστραγγίζοντας το νερό σε μια μικρή πήλινη
λεκάνη. τα χέρια της δεν έτρεμαν, δεν βιάζονταν, ακολουθούσαν μια σταθερή ροή.
«Το ταξίδι σε ταλαιπώρησε,» του είπε σαν διαπίστωση, αφήνοντας τη φωνή
της να γεμίσει την ησυχία του δωματίου. «Τα βήματα είναι μακριά και οι δρόμοι
κουραστικοί…»
Ο Γκούο Ρεν ανασήκωσε ελαφρά το κεφάλι του, τα μάτια του συνάντησαν τα
δικά της. «Ήταν μακρύ, αλλά αναγκαίο…» της απάντησε, χωρίς να προσθέσει
περισσότερα· δεν χρειαζόταν, η Σιανγκλίν καταλάβαινε.
Με προσοχή σήκωσε τη λεκάνη και άνοιξε την πόρτα του σπιτιού. Βγήκε στην
ανυψωμένη ξύλινη εξέδρα και άδειασε το νερό σε μια γωνιά, κάτω από ένα μικρό
μπαμπού, φροντίζοντας να μην στάξει στα πατώματα. Μετά, το ύφασμα που είχε
χρησιμοποιήσει το τύλιξε προσεκτικά και
το τοποθέτησε δίπλα στον αργαλειό της, σαν μικρό θησαυρό, ένδειξη φροντίδας που
παρέχει χωρίς να ζητά αντάλλαγμα.
Ο Γκούο Ρεν καθόταν ακόμα, αφήνοντας τη ζεστασιά και την ήρεμη παρουσία
της να ανακουφίσουν τα κουρασμένα του πόδια. Ο αχνός φωτισμός από τη λυχνία που
έτρεμε έριχνε μαλακές σκιές στα πρόσωπά τους, κάνοντας την ατμόσφαιρα μυστική
και οικεία.
Η Σιανγκλίν κάθισε ξανά στα γόνατά της, λίγο πιο πίσω, και κοίταξε τα
μάτια του. «Πρέπει να ξεκουραστείς τώρα,» του είπε, αγγίζοντας απαλά τα πόδια
του.
Ο Γκούο Ρεν απάντησε με μια κίνηση του κεφαλιού, αποδεχόμενος τη σιωπηρή
πρότασή της. Ήταν μια στιγμή σταθερή, ήσυχη, όπου το πέρασμα της ημέρας και η
κούραση του ταξιδιού εξισορροπούνταν από την απλή, αδιάλειπτη φροντίδα ενός
ανθρώπου προς έναν άλλον — μια φροντίδα τόσο φυσική και απαλή όσο το φως που
έμπαινε μέσα από τα χαμηλά ξύλινα παράθυρα.
Η Σιανγκλίν σηκώθηκε από τα γόνατά της, αφήνοντας για λίγο την
κορμοστασιά της να ξεδιπλωθεί στο αχνό φως της λυχνίας, και στάθηκε πίσω από
τον άρχοντα. Άγγιξε απαλά τους ώμους του και άρχισε να τους μαλάσει με
σταθερές, ήρεμες κινήσεις, ακολουθώντας τη γραμμή του αυχένα του. Τα δάχτυλά
της γνώριζαν τα σημεία όπου η ένταση είχε φωλιάσει από τις πολλές ώρες στο
δρόμο και τη σέλα.
«Μερικές φορές,» είπε, «μια γυναίκα πρέπει να ξέρει πότε χρειάζεται
άγγιγμα και ανακούφιση το σώμα ενός άνδρα… ακόμη κι αν εκείνος δεν το ζητήσει.
Δεν είναι μόνο για το σώμα· είναι για την ψυχή, για τη μέρα που πέρασε.»
Ο Γκούο Ρεν δεν γύρισε το κεφάλι· άφησε τον εαυτό του να απολαύσει την
προσοχή και την ηρεμία των κινήσεών της.
«Αναρωτιέμαι,» συνέχισε εκείνη, καθώς τα χέρια της πίεζαν απαλά τους
μύες στους ώμους και τον αυχένα του, «τι σκέφτονται οι άνθρωποι όταν
ταξιδεύουν; Ποιά διαδρομά έχουν στο μυαλό τους; Σε εκείνη που πηγαίνουν ή άλλες
που θα ήθελαν να ακολουθήσουν.»
Σταμάτησε για λίγο την ψαύση με τα δάχτυλά της. Ίσως ήθελε αυτό το
σημείο να το προσέξει εκείνη, εκείνος… «Κι αν η ζωή μάς φέρνει κοντά, πώς
καταλαβαίνει κανείς τι πρέπει να προσέξει… πριν γίνει πολύ αργά;»
Ο Γκούο Ρεν ανασήκωσε ελαφρά το κεφάλι του, η φωνή του χαμηλή: «Η σημασία
στη στιγμή είναι αρκετή. Τις στιγμές θυμόμαστε.»
Η Σιανγκλίν χαμογέλασε ανεπαίσθητα. Τα δάχτυλά της γλίστρησαν πάλι πιο
κάτω στον αυχένα και τη ράχη του, λυγίζοντας και πιέζοντας εκεί όπου η ένταση
είχε φωλιάσει από την κούραση. Κάθε κίνηση ήταν μέτρο και γνώση, σαν να ήξερε
πότε να αφήσει λίγο χώρο και πότε να πιέσει, σαν να διαβάζει τη μέρα του Γκούο
Ρεν μέσα από το σώμα του.
«Μερικές φορές,» συνέχισε ήρεμα, «η ζωή ζητά υπομονή, ακόμα και σε
πράξεις που φαίνονται μικρές… όπως ένα απλό άγγιγμα.»
Ο Γκούο Ρεν άφησε έναν ανεπαίσθητο αναστεναγμό, μια μικρή ανακούφιση που
δεν χρειαζόταν λόγια. Η νύχτα κύλησε ήρεμη, η λυχνία τρεμόπαιζε, και η
Σιανγκλίν συνέχισε τις κινήσεις της με σταθερό ρυθμό, αφήνοντας κάθε ερώτηση
και παρατήρηση να κυλά απαλά, σαν να έπλεκε με λόγια το ίδιο δίχτυ φροντίδας
που έπλεκε με τα χέρια της πάνω στο σώμα του.
Κανείς από τους δύο δεν μιλούσε πολύ. Οι λέξεις έμοιαζαν περιττές. Όσα
είχαν προηγηθεί τους τελευταίους μήνες είχαν ήδη ειπωθεί με άλλους τρόπους: με
αναμονή, με βλέμματα, με σιωπές.
Κάποια στιγμή εκείνος άπλωσε το χέρι του και την κάλεσε κοντά του. Η
Σιανγκλίν δίστασε μόνο για μια στιγμή. Έπειτα κάθισε δίπλα του. Η απόσταση
ανάμεσά τους χάθηκε αργά, χωρίς βιασύνη. Για πολλή ώρα έμειναν έτσι. Ακούγοντας
τη νύχτα. Ακούγοντας ο ένας την αναπνοή του άλλου.
Η Σιανγκλίν ένιωθε μέσα της μια παράξενη γαλήνη. Η ταραχή που τη
συνόδευε όλη την ημέρα είχε αρχίσει να υποχωρεί. Στη θέση της ερχόταν μια
αίσθηση βαθιάς βεβαιότητας. Σαν να είχε φτάσει επιτέλους σε έναν τόπο που
αναζητούσε χρόνια χωρίς να το γνωρίζει.
Η Σιανγκλίν σηκώθηκε ήρεμα. Άνοιξε την ξύλινη κασέλα που φύλαγε τα
υπάρχοντά της και έβγαλε ένα χοντρό υφαντό στρωσίδι. Το άπλωσε προσεκτικά στο
πάτωμα και έμεινε για λίγο γονατιστή, ισιώνοντας τις άκρες του. Έπειτα άρχισε
να φέρνει ένα-ένα τα υφαντά που είχε πλέξει τα τρία χρόνια της χηρείας της.
Άλλα ήταν λεπτά και μαλακά, άλλα παχύτερα για το κρύο των νυχτών. Τα άπλωσε το
ένα πάνω στο άλλο με φροντίδα, σαν να ξετύλιγε μπροστά του τα ίδια τα χρόνια
της μοναξιάς της. Κάθε νήμα είχε περάσει από τα χέρια της· κάθε σχέδιο είχε
γεννηθεί τις ατέλειωτες ώρες που καθόταν μόνη στον αργαλειό.
Όταν τελείωσε, κάθισε πίσω στις φτέρνες της και κοίταξε για μια στιγμή
το πρόχειρο στρώμα. Ο Γκούο Ρεν κατάλαβε την πρόσκληση χωρίς να ειπωθεί λέξη.
Άφησε το σώμα του να χαμηλώσει πάνω στα υφαντά, νιώθοντας κάτω από τις παλάμες
του την πυκνή ύφανση των νημάτων της.
Τα κουρασμένα του μέλη άρχισαν να
χαλαρώνουν. Η γυναίκα άφησε την απόσταση να μικρύνει σταδιακά και, με μια
φυσική, αβίαστη κίνηση, ξάπλωσε δίπλα του, πλάι στα υφαντά που είχε απλώσει,
προσφέροντας ζεστασιά και σταθερότητα.
Για πολλή ώρα έμειναν έτσι, ακούγοντας τη νύχτα. Ακούγοντας ο ένας την
αναπνοή του άλλου. Κάθε μικρή κίνηση, κάθε τρεμόπαιγμα της λυχνίας στα ξύλινα
τοιχώματα, κάθε λεπτό σιωπής, δημιούργησε μια αίσθηση ασφάλειας και οικειότητας.
Η Σιανγκλίν ένιωθε μέσα της μια παράξενη γαλήνη. Η ταραχή που τη
συνόδευε είχε αρχίσει να υποχωρεί. Στη θέση της ερχόταν μια αίσθηση βαθιάς
βεβαιότητας. Σαν να είχε φτάσει επιτέλους σε έναν τόπο που αναζητούσε χρόνια
χωρίς να το γνώριζε.
Λίγο αργότερα, ο Γκούο Ρεν αποκοιμήθηκε. Η αναπνοή του έγινε αργή και
σταθερή. Η Σιανγκλίν έμεινε ξύπνια, ξαπλωμένη δίπλα του, παρατηρώντας τις σκιές
που κινούνταν πάνω στους τοίχους από το τρεμόπαιγμα της λυχνίας. Σκεφτόταν πόσο
παράξενα είχε αλλάξει η ζωή της, πόσο
διαφορετικά μπορούσε να είναι το αύριο. Κάποτε ήταν η κόρη ενός φτωχού χωριού. Ύστερα
η γυναίκα ενός ξυλουργού. Μετά μια χήρα που προσπαθούσε απλώς να επιβιώσει. Και
τώρα βρισκόταν εδώ. Όχι πια ως κάποια που περίμενε να αποφασίσουν οι άλλοι για
εκείνη. Τα μάτια της έκλεισαν αργά.
Λίγο πριν από την αυγή, όταν ο κόσμος βρίσκεται ανάμεσα στο όνειρο και
στην ημέρα, ο Γκούο Ρεν ξύπνησε. Το σπίτι ήταν σχεδόν σκοτεινό. Η λυχνία είχε
σβήσει. Μόνο μια αχνή γαλάζια γραμμή προμήνυε την έλευση του πρωινού πίσω από
τα παράθυρα. Σαν να μην ήταν βέβαιος αν είχε ξυπνήσει πραγματικά ή αν συνέχιζε
να ονειρεύεται. Σαν νυχτοβάτης εισήλθε στο θάλαμα της Σιανγκλίν, αθόρυβα,
γλυκά, χωρίς βιασύνη. Προχώρησε αθόρυβα βαθύτερα μέσα στο σκοτάδι. Ένα μικρό
αναφώνημα βγήκε από τα χείλη της μισοκοιμισμένης Σιανγκλίν. Η νύχτα κρατούσε
ακόμη τον κόσμο κρυμμένο. Κανείς δεν μπορούσε να τους δει. Κανείς δεν μπορούσε
να τους ζητήσει εξηγήσεις. Υπήρχε μόνο εκείνη η παράξενη ώρα πριν από το
ξημέρωμα, όταν οι άνθρωποι μοιάζουν πιο αληθινοί απ' ό,τι μέσα στο φως της
ημέρας.
Η Σιανγκλίν είχε ξυπνήσει. Δεν μίλησε όταν τον είδε. Ούτε εκείνος. Ανάμεσά
τους υπήρχε ακόμη η αμηχανία δύο ανθρώπων που βρίσκονταν μπροστά σε κάτι
καινούργιο. Όχι μόνο ο ένας γι τον
άλλον. Αλλά και για τον ίδιο τους τον εαυτό. Για λίγο έμειναν ακίνητοι
αγκαλιασμένοι. Ακούγοντας μόνο τους μακρινούς ήχους της νύχτας που έσβηνε. Δεν
υπήρχε βιασύνη. Ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει. Είχαν ακόμη λίγες
πολύτιμες στιγμές πριν επιστρέψουν οι υποχρεώσεις, οι ρόλοι, οι κανόνες του
κόσμου.
Και μέσα σε εκείνη τη σιωπή, καθώς η πρώτη αχνή υπόσχεση της αυγής
πλησίαζε από τα ανατολικά, ένιωσαν και οι δύο ότι ένα νέο κεφάλαιο της ζωής
τους είχε ήδη αρχίσει — όχι με θόρυβο, αλλά με την ήρεμη βεβαιότητα με την
οποία έρχεται το φως ύστερα από μια μακριά νύχτα.
η
γέννηση μιας νέας Σιανγκλίν
Από την επόμενη μέρα, η Σιανγκλίν άρχισε να μεταμορφώνεται. Κάτι μέσα
της είχε αφυπνιστεί. Τα χρόνια της ερωτικής απραξίας δεν έμοιαζαν πια να
ανήκουν μόνο στο παρελθόν· ήθελε να τα καλύψει μέσα στον χρόνο που θα παρέμενε
ο Γκούο Ρεν στο Νανγκού. Ήξερε πως κάποια στιγμή θα έφευγε, και δεν ήξερε πότε
θα ξαναγύριζε — ίσως σε μερικούς μήνες. Κάθε στιγμή μαζί του γινόταν πολύτιμη,
κάθε άγγιγμα, κάθε βλέμμα, κάθε σιωπηλή παρουσία του αποκτούσε βαρύτητα.
Η Σιανγκλίν ένιωθε το σώμα της να αφυπνίζεται. Η δίψα που κρατούσε για
χρόνια ξαναγεννιόταν σαν υπόγειο ρεύμα. Ήθελε να δώσει, να δώσει όλο τον εαυτό
της, σαν η γη που διψά και λαχταρά τη βροχή να διαπεράσει τα έγκατά της. Τα
έγκατα του σώματός της ήθελαν να τρέξουν τα υπόγεια ύδατα, να ξεδιψάσουν για
τις άνυδρες μέρες και νύχτες της αναμονής που θα έρχονταν.
Κάθε βράδυ, όταν ο Γκούο Ρεν βρισκόταν κοντά της, η Σιανγκλίν τον
υποδεχόταν με όλη την ένταση της νέας της επιθυμίας. Δεν ήταν πια μόνο η τρυφερότητα
ή η φροντίδα που τον περιέβαλε· ήταν μια διεκδίκηση, ένα ήρεμο αλλά ακαταμάχητο
κάλεσμα. Ήθελε χρόνο μαζί του, περισσότερο χρόνο από όσο η νύχτα μπορούσε να
δώσει. Κάθε λεπτό γινόταν πολύτιμο, κάθε κίνηση, κάθε ανάσα, κάθε χάδι
αποκτούσε σημασία.
Η Χονγκ-Χουά, η απολυμένη παλλακίδα, παρακολουθούσε από μακριά. Τα μάτια
της έκαιγαν από ζήλεια, ίσως και από μίσος. Η Σιανγκλίν το ήξερε. Έπρεπε να
προλάβει. Έπρεπε να κατέχει μόνο αυτή τον Γκούο Ρεν, να είναι η μόνη που θα
γευόταν την παρουσία του, η μόνη που θα μοιραζόταν μαζί του το σώμα και την
ψυχή του.
Και έτσι, κάθε βράδυ, η Σιανγκλίν του έδινε όλο τον εαυτό της. Το σώμα
της, τις κινήσεις της, την ανάσα της, την επιθυμία της. Χωρίς δισταγμό, χωρίς
φόβο. Κάθε βράδυ ήταν μια μικρή νίκη επί του χρόνου, μια εκδίκηση για τα χρόνια
της απραξίας, μια επιβεβαίωση ότι τώρα πια, ό,τι είχε κλειστεί για χρόνια μέσα
της, μπορούσε να κυλήσει ελεύθερα, βαθιά και ζεστά, σαν νερό που πλημμυρίζει τα
κρυφά υπόγεια κανάλια της γης.
Η Σιανγκλίν είχε αλλάξει. Το σώμα της ζητούσε, η ψυχή της απαιτούσε, και
ο Γκούο Ρεν ήταν εκεί, αθόρυβα αποδέκτης αυτής της αφύπνισης. Η νύχτα και η
αναμονή είχαν τελειώσει. Τώρα, υπήρχε μόνο η ένταση της στιγμής, η γλυκιά
βεβαιότητα της επιθυμίας, και η αίσθηση ότι, όσο ήταν μαζί του, ο χρόνος ανήκε
πια σε εκείνη.
Από τη ζωή της με τον σύζυγό της η Σιανγκλίν θυμόταν κάτι σταθερό,
σχεδόν αμετάβλητο· μια οικειότητα χωρίς ένταση, χωρίς μεταβολές, όπου το σώμα
ακολουθούσε μια γνώριμη, προβλέψιμη ρυθμικότητα. Εκεί δεν υπήρχε ανακάλυψη,
ούτε έκπληξη· μόνο η επανάληψη μιας μορφής που είχε από καιρό παγιωθεί, σαν
συνήθεια περισσότερο παρά σαν επιθυμία.
Με τον Γκούο Ρεν, όμως, κάτι είχε αλλάξει ριζικά μέσα της. Το σώμα της
δεν κινούνταν πια μέσα σε ένα στενό πλαίσιο αναμονής και προδιαγεγραμμένης
πράξης. Αντίθετα, έμοιαζε να έχει ξυπνήσει μια ευλυγισία βαθιά, σχεδόν
ξεχασμένη, σαν να είχε λυθεί ένας παλιός δεσμός που περιόριζε την κίνηση και
την έκφραση.
Η οικειότητα μαζί του δεν είχε μία μόνο μορφή. Αντί για μονοτονία,
υπήρχε ποικιλία· αντί για επανάληψη, υπήρχε ανακάλυψη. Η παρουσία του
ενεργοποιούσε μέσα της μια ικανότητα προσαρμογής, μια σωματική ευφυΐα που
ανταποκρινόταν όχι σε κανόνα, αλλά στη στιγμή. Δεν επρόκειτο για επίδειξη ή
πρόθεση, αλλά για φυσική ροή — για έναν τρόπο να υπάρχει μέσα στη σχέση χωρίς
να επαναλαμβάνει τον εαυτό της.
Το σώμα της έμοιαζε τώρα να συνομιλεί
με τον δικό του ρυθμό, να μετακινείται ανάμεσα σε αποστάσεις και εγγύτητες με
τρόπο που δεν ήταν πια σταθερός ή περιορισμένος, αλλά ζωντανός και μεταβαλλόμενος.
Κάθε νύχτα δεν ήταν επανάληψη της προηγούμενης, αλλά μια νέα εκδοχή του ίδιου
δεσμού, σαν η οικειότητα να αποκτούσε συνεχώς διαφορετικές εκφράσεις.
Και μέσα σε αυτή τη μεταμόρφωση, η Σιανγκλίν δεν ένιωθε απλώς ότι
«προσφέρει» περισσότερο· ένιωθε ότι επιτέλους εκφράζει κάτι που για χρόνια είχε
μείνει ανεκπλήρωτο. Όχι ως υπέρβαση του παρελθόντος, αλλά ως επιστροφή σε μια
δυνατότητα που δεν είχε ποτέ πραγματικά ζήσει.
Την ένατη μέρα, καθώς η ζωή μέσα της ακολουθούσε τον δικό της κύκλο,
ήρθε η στιγμή που την υπενθύμισε η ίδια η φύση· η έμμηνος ρύση, ένα απαλό,
ερυθρό φως, σιγανό και επίμονο, που έφερνε μαζί του τον χτύπο της ανανέωσης. Η
Σιανγκλίν στάθηκε για λίγο, νιώθοντας την ξαφνική ένταση ανάμεσα στο παλιό και
το νέο· ανάμεσα στη χηρεία που είχε αφήσει πίσω και στη ζωή που τώρα ξυπνούσε
μέσα της.
Κάλεσε τον Γκούο Ρεν. Δεν υπήρξε βιασύνη, ούτε άγχος· υπήρχε μόνο μια
αργή, ευλαβική κίνηση, σαν να προσκαλεί έναν συνοδοιπόρο σε ένα τελετουργικό
αναγέννησης. Η παρουσία του ήταν συμμετοχή σε μια διαδικασία που ξεπερνούσε τα
σώματα, ένα είδος συμβολικής ένωσης που επανακαθόριζε τη σχέση τους.
Η Σιανγκλίν τον άγγιξε, και η φωνή της, σχεδόν ψίθυρος, έφερε μέσα της
όλο το νόημα της στιγμής: «Είναι η αγνότητά μου». Δεν μιλούσε για παρελθόν ούτε
για αθωότητα που χάθηκε· μιλούσε για την ανανέωση, για μια νέα διακόρευση, όπου
κάθε προηγούμενη εμπειρία υποχωρούσε, και η σχέση τους αποκτούσε έναν καθαρό,
εσωτερικό χυμό.
Ο Γκούο Ρεν εισχώρησε στο χώρο της σιωπηλής πρόσκλησης, και η στιγμή
έγινε ένας λεπτός ιστός εμπιστοσύνης και αμοιβαιότητας. Η Σιανγκλίν δεν έχασε
την δύναμη της θέλησής της· αντίθετα, μέσα σε αυτή την τρυφερή και στοργική
επαφή, ένιωσε την αθωότητά της να ξαναγεννιέται, σαν μια φλόγα που ανάβει αργά
μετά από μακρύ σκοτάδι.
Και καθώς η νύχτα περνούσε απαλά, η αγνότητα αυτή δεν ήταν ακινησία·
ήταν κίνηση, μεταμόρφωση, το σώμα και η ψυχή να ξανασμίγουν με τον κόσμο, να
επαναλαμβάνουν τη ζωή σε νέο ρυθμό, με ευλυγισία, φροντίδα και ανοιχτότητα. Η
Σιανγκλίν ένιωθε ξανά πλήρης· όχι σαν κάποιος να την έσωσε, αλλά σαν να
επέστρεφε στον εαυτό της, έτοιμη να ζήσει ξανά τη χαρά και την πληρότητα της
ύπαρξης.
Το βαθύ, σκούρο αίμα είχε κυλήσει αργά πάνω στα υφάσματα, διαποτίζοντάς
τα σαν να σφράγιζε μια στιγμή μετάβασης, σαν το ίχνος μιας τελετουργίας που δεν
ανήκε ούτε πλήρως στο παρελθόν ούτε στο παρόν. Οι ίνες των υφαντών της
Σιανγκλίν το είχαν απορροφήσει σιωπηλά, κρατώντας μέσα τους τη μνήμη της
νύχτας, όπως η γη κρατά τη βροχή πριν την καταπιεί μέσα της.
Μια βαριά, γήινη μυρωδιά είχε απλωθεί στον χώρο — όχι απλώς οσμή, αλλά
αίσθηση ύλης και χρόνου, σαν ανάσα που ανεβαίνει από τα έγκατα της γης, από
στρώματα χώματος και θερμότητας που κάποτε είχαν βράσει και τώρα είχαν
καταλαγιάσει. Ήταν η μυρωδιά της μεταμόρφωσης, της έντασης που πέρασε και άφησε
πίσω της ίχνη.
Η Σιανγκλίν κινήθηκε αργά, με προσοχή σχεδόν τελετουργική. Με ένα λεπτό,
μαλακό ύφασμα καθάρισε με φροντίδα τον Γκούο Ρεν, σαν να απομάκρυνε όχι μόνο τα
ίχνη της στιγμής, αλλά και την κόπωση του χρόνου που είχε προηγηθεί. Οι κινήσεις
της ήταν ήπιες, μετρημένες, γεμάτες σιωπηλή στοργή, σαν συνέχεια της ίδιας
φροντίδας που τους είχε φέρει κοντά από την αρχή.
Και μέσα σε αυτή την ήρεμη πράξη καθαρμού, η ένταση της νύχτας δεν
έσβηνε απότομα· μετατρεπόταν σταδιακά σε κάτι πιο ήπιο, σχεδόν γαλήνιο, σαν η
εμπειρία να έβρισκε τη θέση της μέσα τους, χωρίς θόρυβο, χωρίς ρήξη — μόνο με
τη βραδεία, ανακουφιστική βεβαιότητα ότι είχε περάσει.
τα
δεδομένα της νέας κατάστασης
Τη δεύτερη ημέρα, ο Γκούο Ρεν συγκέντρωσε στο πέτρινο διοικητήριο του
Νανγκού όλους τους ανθρώπους της
διοίκησης. Ήταν οι τελευταίες εβδομάδες της άνοιξης του 1643 και οι αποθήκες
γέμιζαν σιγά-σιγά με τα πρώτα δεμάτια σιτηρών και τα προϊόντα των λαχανόκηπων.
Η αιφνίδια επιστροφή του Γκούο Ρεν είχε αναστατώσει όλο το κτήμα. Ο επιστάτης
Λι Σαν, ο νέος βοηθός επιστάτη Γουέι Τζιαν και ο Μινγκ Ζενγκ, ο υπεύθυνος για
τα κατάστιχα είχαν συγκεντρωθεί γύρω από το μεγάλο ξύλινο τραπέζι. Ο Γκούο Ρεν
καθόταν σιωπηλός στην κεφαλή. Το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο.
Αφού συζήτησαν τα πρώτα ζητήματα, ο Γουέι Τζιαν ζήτησε τον λόγο.
«Άρχοντά μου, κατά την απογραφή της οικίας των δύο γυναικών, της Ντουάν
Χου και της Γκού Μεϊγιού, βρέθηκαν ορισμένα αντικείμενα που θεώρησα σκόπιμο να
σας αναφέρω.»
Ο Γκούο Ρεν ανασήκωσε το βλέμμα του. «Τι αντικείμενα;»
Ο Γουέι Τζιαν δίστασε για μια στιγμή.
«Όταν μπήκα για πρώτη φορά στο σπίτι με τις πικροδάφνες, όλα έμοιαζαν
τακτοποιημένα. Ήταν σαν οι δύο γυναίκες να είχαν φύγει βιαστικά, αλλά όχι
άτακτα. Κατά την έρευνα των δωματίων ανακαλύψαμε αρχικά μερικά μικρά ξυλόγλυπτα
κρυμμένα σε ένα χαμηλό κιβώτιο κάτω από την κλίνη. Όμως η αναζήτηση αποκάλυψε
και κάτι ακόμη.»
Η αίθουσα βυθίστηκε στη σιωπή.
«Πίσω από ένα ξύλινο διαχωριστικό, στο εσωτερικό ενός μεγάλου
αποθηκευτικού σεντουκιού όπου φυλάσσονταν χειμερινά υφάσματα, υπήρχε ένα
δεύτερο χώρισμα. Εκεί βρέθηκαν κρυμμένα ορισμένα τεχνητά ερωτικά βοηθήματα.
Ήταν κατασκευασμένα από λουστραρισμένο ξύλο και δέρμα, ενώ σε ορισμένα
διακρίνονταν υφασμάτινες προσδέσεις για τη στερέωσή τους στο σώμα.»
Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε. «Είσαι βέβαιος γι' αυτό;»
«Απολύτως, άρχοντά μου.»
«Και πού βρίσκονται τώρα;»
«Τα απέστειλα μαζί με τα ξυλόγλυπτα αντικείμενα που είχαν κατασχεθεί.»
Ο Γκούο Ρεν αντάλλαξε ένα σύντομο βλέμμα με τον Λι Σαν
Όμως η αναφορά του Γουέι Τζιαν έμεινε να αιωρείται στην αίθουσα σαν σκιά
από ένα παρελθόν που το σπίτι με τις πικροδάφνες είχε προσπαθήσει μάταια να
κρατήσει κρυφό.
η
εκδίωξη της Ταν Τσουνχουά
«Υπάρχει και κάτι άλλο. Ένα ζήτημα που χρειάζεται άμεση αντιμετώπιση.» του
είπε ο Μινγκ Ζενγκ.
Ο Γκούο Ρεν έγνεψε.
— Η Ταν Τσουνχουά.
Μερικοί από τους παρόντες αντάλλαξαν
βλέμματα.
— Τι συνέβη;
— Οι γυναίκες που εργάζονται μαζί της
στους αγρούς ανέφεραν πως εδώ και μερικές εβδομάδες παρουσιάζει έλκη και
εξανθήματα στα γεννητικά της όργανα και χαμηλά στην κοιλιά. Η γηραιά
θεραπεύτρια του χωριού υποψιάζεται τη νόσο του ανθού της δαμασκηνιάς.
Ακούστηκαν μουρμουρητά.
— Είσαι βέβαιος; ρώτησε ο Γκούο Ρεν.
— Όχι απολύτως, κύριε. Αλλά τα σημάδια
ταιριάζουν.
Ο Λι Σαν συνοφρυώθηκε.
— Αν είναι πράγματι αυτή η νόσος,
μπορεί να τη μεταδώσει σε όποιον πλαγιάσει μαζί της.
— Πώς κόλλησε; ρώτησε ο Γκούο Ρεν.
Ο Μινγκ Ζενγκ πήρε βαθιά ανάσα.
— Πριν από έναν μήνα είχε έρθει
συνεργείο εποχικών θεριστών από τα βόρεια χωριά για τη συγκομιδή του πρώιμου
κριθαριού και τη μεταφορά των δεματιών στις αποθήκες. Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες
ότι η Ταν Τσουνχουά περνούσε τα βράδια μαζί τους.
Ο Γκούο Ρεν ακούμπησε τα δάχτυλά του στο τραπέζι.
— Πόσοι άνδρες;
— Κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα.
Η ατμόσφαιρα βάρυνε.
Ο Γουέι Τζιαν καθάρισε τον λαιμό του.
— Υπάρχει και κάτι ακόμη.
Όλοι στράφηκαν προς το μέρος του.
— Αφού έφυγε το συνεργείο, κάποιοι
ισχυρίζονται πως τη βλέπουν συχνά να περπατά προς τα χαμηλά χωράφια κοντά στο
αρδευτικό κανάλι.
— Και λοιπόν; είπε ο Γκούο Ρεν.
— Εκεί εργάζονται συνήθως ο Γκάο Πινγκ
και ο μικρότερος αδελφός του, ο Γκάο Λιανγκ.
Η αίθουσα βυθίστηκε για λίγες στιγμές
στη σιωπή.
— Υπάρχουν αποδείξεις; ρώτησε ψυχρά ο
Γκούο Ρεν.
— Όχι, κύριε. Μόνο υποψίες. Κανείς δεν
τους είδε μαζί σε κάτι επιλήψιμο. Αλλά όποτε αναζητούσαν την Ταν Τσουνχουά,
συνήθως κατευθυνόταν προς εκείνη την πλευρά των κτημάτων.
Ο επιστάτης, ο Λι Σαν, χτύπησε το
τραπέζι με την παλάμη.
— Αν υπάρχει έστω πιθανότητα να έχει
μεταδώσει τη νόσο σε εργάτες μας, πρέπει να απομονωθεί αμέσως. Και να
εξεταστούν οι δύο αδελφοί
— Χωρίς αποδείξεις θα προκαλέσουμε
πανικό, αντέτεινε ο Μινγκ Ζενγκ.
Ο Λι Σαν έμεινε για λίγο σκεπτικός.
— Υπάρχει κάποια που ίσως γνωρίζει την
αλήθεια.
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε.
— Ποια;
— Η Λανφέν. Οι δύο γυναίκες μιλούν
καθημερινά. Αν η Ταν Τσουνχουά έχει κάποιον εραστή, η Λανφέν πιθανότατα το
γνωρίζει.
Ο Γκούο Ρεν σηκώθηκε αργά από την
καρέκλα του.
— Τότε δεν υπάρχει λόγος να
μαντεύουμε.
Το βλέμμα του περιπλανήθηκε πάνω στους
συγκεντρωμένους άνδρες.
— Φωνάξτε τη Λανφέν.
Κανείς δεν μίλησε. Ένας υπηρέτης υποκλίθηκε και έσπευσε προς την έξοδο. Καθώς
η βαριά ξύλινη πόρτα έκλεινε πίσω του, οι άνδρες έμειναν να περιμένουν μέσα στη
σιωπή. Έξω, από τα ανοιχτά παράθυρα, έφτανε ο μακρινός ήχος των εργατών που φόρτωναν
τα κάρα της συγκομιδής.
Η μοίρα της Ταν Τσουνχουά ίσως
κρινόταν μέσα στην επόμενη ώρα. Και μαζί της, ίσως αποκαλύπτονταν μυστικά που
κανείς στο κτήμα δεν ήθελε να ακούσει.
Η πόρτα του διοικητηρίου άνοιξε τρίζοντας και μια μικρόσωμη ηλικιωμένη
γυναίκα μπήκε σκυφτή στο δωμάτιο. Η Λανφέν περπατούσε αργά, στηριζόμενη σε ένα
λείο ξύλινο μπαστούνι. Το είχε πάντα μαζί της. Και το χρησιμοποιούσε όταν ήθελε
να τη λυπηθούν. Τις άλλες στιγμές περπατούσε κανονικά. Τα μάτια της παρά τα χρόνια της, παρέμεναν ζωηρά
και παρατηρητικά.
Στάθηκε μπροστά στον Γκούο Ρεν και
υποκλίθηκε.
— Με ζητήσατε, άρχοντα;
— Κάθισε, Λανφέν, είπε ο Γκούο Ρεν.
Θέλω να μου μιλήσεις για την Ταν Τσουνχουά.
Η γριά ανασήκωσε τους ώμους.
— Τι να ξέρω εγώ; Μια γυναίκα των
αγρών είναι. Δουλεύει, τρώει, κοιμάται όπως όλοι οι άλλοι.
Ο Γουέι Τζιαν χαμογέλασε αμυδρά. «Δεν φημίζεσαι για το ότι αγνοείς όσα
συμβαίνουν γύρω σου.»
Η Λανφέν έριξε ένα πλάγιο βλέμμα προς το μέρος του. «Οι άνθρωποι μιλούν.
Εγώ ακούω λίγα.»
Για λίγες στιγμές επικράτησε σιωπή. Έπειτα η ηλικιωμένη γυναίκα
αναστέναξε.
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε. Εκείνη έσκυψε το κεφάλι της. «Λανφέν. Δεν
υπάρχει λόγος να κρύψεις κάτι, εάν το ξέρεις. Εκτός εάν είσαι και συ ένοχη.»
«Τι είναι αυτά που λέτε άρχοντα. Εγώ ποτέ δεν έχω κατηγορήσει κανένα
ούτε κατηγορήθηκα από κάποιον. Όχι και ένοχη για τα σφάλματα των άλλων. Αφού πρέπει να ακούσετε...»
Έσκυψε ελαφρά μπροστά.
— Όταν ήρθε το συνεργείο των θεριστών,
η Ταν Τσουνχουά περνούσε χρόνο με δύο από τους άνδρες τους. Την είχα προειδοποιήσει.
Της είχα πει να μην εμπιστεύεται ξένους που σήμερα είναι εδώ και αύριο έχουν
χαθεί στον δρόμο.
Η φωνή της γέμισε πίκρα.
— Αλλά εκείνη ποτέ δεν άκουγε
συμβουλές. Δεν μπορούσε να αντισταθεί στις επιθυμίες της.
Ο Μινγκ Ζενγκ συνοφρυώθηκε.
— Και μετά;
— Μετά την αναχώρησή τους άρχισε να
παραπονιέται πως είχε ερεθισμό και φαγούρα στα απόκρυφα μέρη της. Τη θυμάμαι να
γκρινιάζει πως δεν άντεχε τη δυσφορία.
Μερικοί από τους παρόντες αντάλλαξαν
ανήσυχα βλέμματα.
«Γι' αυτό απομακρυνόταν προς το αρδευτικό κανάλι;» ρώτησε ο Λι Σαν.
— Ναι. Πήγαινε εκεί για να πλυθεί και
να δροσιστεί. Περνούσε πολλή ώρα στο νερό. Έλεγε πως την ανακούφιζε.
Η γριά σταμάτησε για λίγο. Ύστερα ένα λεπτό, σχεδόν μοχθηρό χαμόγελο
σχηματίστηκε στα χείλη της.
— Εκεί γνώρισε τον μικρό γιο των Γκάο.
Τον Λιανγκ.
Η αίθουσα αναταράχθηκε.
«Τον Λιανγκ;» επανέλαβε ο Λι Σαν έκπληκτος.
— Τον ίδιο.
— Και ο Γκάο Πινγκ;
— Ο Πινγκ δεν την πλησίαζε. Είχε
ακούσει διάφορα. Φήμες ότι η Τσουνχουά πήγαινε με πολλούς άνδρες. Ήταν πιο
προσεκτικός.
Η Λανφέν κούνησε το κεφάλι.
— Ο μικρός όμως δεν έδωσε σημασία.
«Τους είδες μαζί;» τη ρώτησε ο Γκούο Ρεν.
— Τους είδα να συναντιούνται πολλές
φορές τα απογεύματα κοντά στο κανάλι. Τώρα τι ακριβώς έκαναν, δεν μπορώ να το
πω. Δεν τους ακολούθησα πίσω από τα δέντρα.
Το χαμόγελό της έγινε πιο πονηρό.
— Ξέρω μόνο ότι η Ταν Τσουνχουά
επέστρεφε πάντοτε ήρεμη. Πολύ ήρεμη.
Οι άνδρες άκουγαν χωρίς να μιλούν.
— «Και κάτι ακόμη,» συνέχισε η γριά. «Παλαιότερα
τα βράδια τριγυρνούσε στους αγρούς σαν αλεπού που περιμένει λεία. Μετά τις
συναντήσεις της με τον Λιανγκ σταμάτησε να το κάνει. Γυρνούσε στην καλύβα της
και έμενε εκεί.»
Ο Μινγκ Ζενγκ έσφιξε τα χείλη.
— Αν έχει τη νόσο που φοβόμαστε, τότε
ίσως τη μετέδωσε και σε αυτόν.
Η Λανφέν ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους.
— Ίσως.
Ύστερα έγειρε το κεφάλι της.
— Αν και δεν το πιστεύω.
— Γιατί;
— Γιατί είναι ακόμη παιδί.
Μερικοί γέλασαν ειρωνικά.
— Παιδί;
— Δεκαεπτά χρονών. Ίσως δεν τα έχει
κλείσει ακόμη.
– «Οι νέοι σε αυτή την ηλικία νομίζουν
πως είναι άτρωτοι.» παρατήρησε ο Γουέι Τζιαν. «Και επειδή είναι μικρός… Αυτό
δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί…»
Η ηλικιωμένη γυναίκα έμεινε για λίγο σιωπηλή και ύστερα πρόσθεσε:
— Ξέρετε όμως ποιο είναι το πιο
παράξενο;
Κανείς δεν απάντησε.
— Η μητέρα τους. Η Γουέν-Σιού.
Τα μάτια της γυάλισαν.
— Εκείνη δεν ήταν που άκουσε τις φήμες
για τη Χονγκ-Χουά; Εκείνη δεν ήταν που πίεσε ώστε να διαλυθεί ο αρραβώνας του
μεγάλου της γιου με εκείνο το κορίτσι;
Ο Γκούο Ρεν θυμόταν καλά την πρόσφατη ιστορία και συνοφρυώθηκε.
— «Η Χονγκ-Χουά ήταν τίμια κοπέλα,»
συνέχισε η Λανφέν. «Όμως οι φήμες ήταν αρκετές για να τη στιγματίσουν.»
Η γριά χαμογέλασε πικρά.
— Κοιτάξτε τώρα πώς γυρίζει ο τροχός
της μοίρας. Αν όσα λέγονται για τον Λιανγκ είναι αληθινά, τότε η ίδια η
οικογένεια που κατέστρεψε την τύχη μιας αθώας κοπέλας βρίσκεται αντιμέτωπη με
τη δική της ντροπή.
Η αίθουσα βυθίστηκε σε βαριά σιωπή. Ο Γκούο Ρεν παρατηρούσε τη Λανφέν χωρίς να
μιλά. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει ότι η ηλικιωμένη γυναίκα απολάμβανε κάθε
λέξη που έλεγε. Το πρόβλημα όμως παρέμενε. Αν η Ταν Τσουνχουά έπασχε πράγματι
από σοβαρή αφροδίσια νόσο, τότε οι κουτσομπολίστικες ιστορίες είχαν μικρή
σημασία. Εκείνο που έπρεπε να εξακριβωθεί ήταν ποιοι είχαν έρθει σε στενή επαφή
μαζί της. Και το όνομα του νεαρού Λιανγκ μόλις είχε προστεθεί πρώτο στη λίστα.
Η ατμόσφαιρα μέσα στο πέτρινο διοικητήριο ήταν βαριά, γεμάτη αναμονή. Ο
Γκούο Ρεν σηκώθηκε αργά, με το βλέμμα του να διατρέχει κάθε παριστάμενο. Οι
καρδιές όλων χτυπούσαν πιο γρήγορα. Ήξεραν τι θα ακολουθούσε. «Ευχαριστούμε
Λανφέν. Βοήθησες. Δεν θα το ξεχάσουμε.» Έκανε ένα νόημα σε έναν υπηρέτη να την
οδηγήσει εκτός του κτιρίου. «Να περιμένει εκεί» του είπε. Μετά με αυστηρό τόνο
γύρισε προς τους τρεις άνδρες «Η
κατάσταση είναι σαφής», είπε με σκληρή φωνή. Η Ταν Τσουνχουά δεν μπορεί να
μείνει στο κτήμα. Κάθε μέρα που παραμένει εδώ, θέτει σε κίνδυνο τους εργάτες
και την ίδια την οικογένειά μας.»
Ο Μινγκ Ζενγκ άνοιξε το στόμα να μιλήσει, αλλά ο Γκούο Ρεν τον διέκοψε.
— Δεν θα συζητήσουμε αν πρέπει ή όχι.
Η απόφαση έχει ληφθεί. Πρέπει να φύγει από το Νανγκού.
Ο Λι Σαν έγειρε ελαφρά μπροστά, ψιθυρίζοντας:
— Και πώς θα γίνει; Μια γυναίκα σαν
αυτή δεν θα φύγει εύκολα χωρίς αντίσταση.
— «Θα της δώσουμε ένα τέλος αξιοπρεπές»
απάντησε ο Γκούο Ρεν.
— Θα της δοθεί τροφή για μερικές
ημέρες, χρήματα για το δρόμο και θα την συνοδεύσει ένας υπηρέτης και ο Γουέι
Τζιαν μέχρι το χωριό όπου θα βρει καταφύγιο. Κανείς δεν πρέπει να τη βλάψει. Θα
της στέλνουμε εκεί πότε πότε κάποια βοήθεια. Κανείς άλλος δεν πρέπει να μάθει
λεπτομέρειες.
Ο Γουέι Τζιαν, αναστέναξε: «Και αν προσπαθήσει να επιστρέψει;»
— «Τότε θα αναγκαστούμε να τη διώξουμε
με τη δύναμη των ανδρών μας» είπε ο Γκούο Ρεν. «Αλλά πρώτα θα ενημερωθεί. Δεν
θα την εκπλήξουμε.»
Ο Γκούο Ρεν έκανε νεύμα στον υπηρέτη να φέρει πάλι μέσα τη Λανφέν.
«Λανφέν» της είπε αυστηρά ο Γκούο
Ρεν. «Η Ταν Τσουνχουά πρέπει να φύγει από το Νανγκού.»
Η Λανφέν, που στεκόταν στη γωνία, χαμογέλασε πονηρά: «Θα το δεχτεί πιο
εύκολα αν νομίζει πως φεύγει για το δικό της καλό.»
— «Ακριβώς», είπε ο Γκούο Ρεν. «Εσύ
Λανφέν θα πρέπει να της πεις. Εσύ είσαι η φίλη της. Αλλά πρέπει να βρεθεί ένας
τρόπος…»
Η Λανφέν σκέφτηκε για λίγο. «Μπορούμε να της πούμε πως το συνεργείο με
τους εργάτες της συγκομιδής βρίσκεται κοντά και έστειλαν μήνυμα να πάει κοντά
τους.»
«Θα το πιστέψει;» τη ρώτησε ο Μινγκ Ζενγκ.
«Γιατί όχι; Οι γυναίκες που ξαπλώνουν εύκολα, εύκολα πιστεύουν αυτά που
τους λένε. Θα της πω ότι τη ζητούσαν από το συνεργείο. Ότι ένας άνδρας είχε
έρθει να την πάρει μαζί του, αλλά ο Λι Σαν τον είχε διώξει. Τώρα που ήρθε ο Γκούο
Ρεν μόλις το έμαθε έδωσε την άδεια να φύγει. “Εδώ δεν κρατάμε κανένα χωρίς τη θέλησή του. Δεν είμαστε φυλακή” θα της
πω ότι είπε στο Λι Σαν.»
“Πρόσεξε Λανφέν. Δεν θέλουμε σκάνδαλο. Ο Γκάο Λιανγκ δεν πρέπει να μάθει
τίποτα, ούτε οι υπόλοιποι εργάτες.» της είπε ο Γκούο Ρεν.
Ο Λι Σαν γύρισε προς τον υπηρέτη που στεκόταν σιωπηλός δίπλα στην πόρτα:
«Προετοίμασε τα πράγματα της. Ένα σάκο με ρούχα, φαγητό, λίγα ασημένια.»
Ο Γκούο Ρεν πήρε το λόγο: «Θα την
βάλετε σε κάρο να έχει κουκούλα, να μην φαίνεται. Μπροστά θα πηγαίνει ο Γουέι
Τζιαν. Πίσω θα ακολουθεί ο υπηρέτης. Δεν θα την αγγίξει κανείς σας. Δεν θέλω να περάσετε από τα κτήματα των
Γκάο. Υπάρχει άλλος δρόμος;»
«Υπάρχει» του απάντησε ο Λι Σαν.
«Θα ακολουθήσετε το δρόμο που πήρε το συνεργείο. Κάπου κοντά θα θερίζει.
Θα τους βρείτε και θα τους την αφήσετε.»
Μετά ο Γκούο Ρεν κοίταξε προς τον Γουέι Τζιαν: «Θα καταφέρεις να τους βρεις;»
«Θα τα καταφέρω» απάντησε με βεβαιότητα ο Γουέι Τζιαν. «Θα τους
επιστρέψουμε το δώρο που μας κάνανε.»
Ο Γκούο Ρεν έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή. Η απόφαση ήταν δύσκολη,
αλλά αναγκαία. Ο κίνδυνος για την υγεία των ανθρώπων του και η φήμη των
κτημάτων και της οικογένειάς του ήταν πάνω από κάθε προσωπική συμπάθεια ή έλξη.
Η Ταν Τσουνχουά θα έφευγε από το Νανγκού το πρωί. Αθόρυβα, χωρίς
φασαρία. Και κανείς δεν θα έπρεπε να μιλήσει γι’ αυτή την εκδίωξη. Η ζωή του
κτήματος έπρεπε να συνεχιστεί, όπως η άνοιξη που σιγά-σιγά παρέδιδε τη θέση της
στο καλοκαίρι.
Και η Λανφέν βγήκε αθόρυβα από την πόρτα χωρίς να στηρίζεται στο
μπαστούνι της. Δεν της χρειαζόταν εκείνη την ώρα. Οι αδυναμίες των άλλων ήταν
το πραγματικό της στήριγμα. Ενα ειρωνικό χαμόγελο σχηματίστηκε σύντομα στο
πρόσωπό της, σαν να ήξερε ότι η Ταν Τσουνχουά δεν θα ξεχνούσε ποτέ τη μοίρα που
της επιφύλαξε η δύναμη των ισχυρών και η ανάγκη της για ανδρικά σώματα. Γρήγορα
το άφησε και πήρε τη συνηθισμένη της έκφραση. Έπρεπε να βρει την Ταν Τσουνχουά
και να της εκθέσει με πιστευτό τρόπο την ιστορία συγκάλυψης. Άτυχο αυτό το
κορίτσι σκέφτηκε μέσα της. Τί έφταιγε που το σώμα της ήταν τόσο διψασμένο;
η
επιθεωρήτρια των μεταξοσκωλήκων
Η συνάντηση είχε τελειώσει όταν ακούστηκαν βιαστικά βήματα στο μονοπάτι.
Λίγες στιγμές αργότερα εμφανίστηκε η Χονγκ-Χουά. Σταμάτησε λίγα βήματα μακριά
από τον Γκούο Ρεν και υποκλίθηκε.
«Συγχωρήστε με για την καθυστέρηση, άρχοντά μου. Ήμουν στα εργαστήρια
του μεταξιού.»
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Η Χονγκ-Χουά σήκωσε το βλέμμα
της μόνο όσο χρειαζόταν.
«Θα ήθελα να τα επισκεφθείτε όταν βρείτε χρόνο. Έχουν γίνει πολλές
αλλαγές από τότε που τα είδατε τελευταία φορά.»
«Πολλές;» ρώτησε εκείνος.
«Αρκετές ώστε να αξίζουν μια
επίσκεψη.»
Η φωνή της ήταν συγκρατημένη, όμως στα μάτια της υπήρχε εκείνη η γνωστή
ζεστασιά που εμφανιζόταν μόνο όταν απευθυνόταν στον ίδιο.
«Τα παλιά δωμάτια εκτροφής καθαρίστηκαν και ασβεστώθηκαν. Τα σπασμένα
παράθυρα αντικαταστάθηκαν με καινούργια ξύλινα πλαίσια για να κυκλοφορεί σωστά
ο αέρας. Οι πάγκοι όπου απλώνονται τα φύλλα της μουριάς επισκευάστηκαν.
Φτιάξαμε και νέες καλαμωτές για τα κουκούλια. Ακόμη και η αποθήκη των φύλλων
άνοιξε ξανά.»
Ο Λι Σαν έγνεψε επιδοκιμαστικά.
Η Χονγκ-Χουά συνέχισε: «Τα τελευταία χρόνια όλα είχαν σχεδόν
εγκαταλειφθεί. Τώρα οι γυναίκες δουλεύουν ξανά κανονικά. Αν η σοδειά είναι καλή,
το μετάξι του Νανγκού θα ξαναγίνει γνωστό στα εμπορικά καραβάνια.»
Ο Γκούο Ρεν παρατήρησε πως μιλούσε σαν άνθρωπος που υπερασπιζόταν το
έργο του και όχι σαν πρώην παλλακίδα.
«Έκανες καλή δουλειά.»
Για μια στιγμή το πρόσωπό της φωτίστηκε.
«Προσπαθώ να φανώ αντάξια της εμπιστοσύνης σας.»
Η Χονγκ-Χουά άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί για λίγο στα γύρω
κτήματα.
«Τα κτήματα είναι μεγάλα, άρχοντά μου. Κάθε μέρος τους χρειάζεται
προσοχή.»
Ο Γκούο Ρεν κατάλαβε ότι δεν μιλούσε μόνο για μεταξοσκώληκες.
«Έτσι έλεγε πάντοτε ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι. Αν ένας διαχειριστής
φροντίζει μόνο ένα χωράφι, τα υπόλοιπα γεμίζουν αγριόχορτα. Αν ένας άρχοντας
στηρίζεται μόνο σε έναν άνθρωπο, αργά ή γρήγορα χάνει όσα συμβαίνουν γύρω του.»
Ο αέρας κούνησε απαλά μια τούφα από τα πυρόξανθα μαλλιά της.
«Είχε εμπειρία ο Τσενγκ-Γουέι,» συνέχισε. «Ποτέ δεν άφηνε όλη την
προσοχή του σε ένα μόνο σημείο των κτημάτων.»
Η αναφορά ήταν αρκετά διακριτική. Ο Γκούο Ρεν όμως αντιλήφθηκε το
υπονοούμενο. Η χήρα Σιανγκλίν.
Η Χονγκ-Χουά χαμογέλασε ελαφρά.
«Μερικές φορές μάλιστα συνήθιζε να επιθεωρεί μέρη που όλοι οι άλλοι
είχαν ξεχάσει.»
«Όπως;»
«Πίσω από τον λόφο. Πέρα από τις παλιές σπηλιές.»
Ο Γκούο Ρεν δεν έδειξε ενδιαφέρον. Όμως την άκουγε.
«Υπάρχει μια μικρή καλύβα εκεί. Κάποτε έμενε ο φρουρός του περάσματος.
Μετά τον θάνατο του Τσενγκ-Γουέι εγκαταλείφθηκε.»
«Δεν γνώριζα ότι υπάρχει.»
«Δεν χρησιμοποιείται.»
Η Χονγκ-Χουά χαμήλωσε το βλέμμα.
«Είναι άδεια. Μόνο ένα γέρικο σκυλί μένει εκεί. Ο τελευταίος φύλακας των
κτημάτων, θα έλεγε κανείς.»
Για πρώτη φορά ο Γκούο Ρεν χαμογέλασε αμυδρά. «Και πώς επιβιώνει; Κάποιος
πρέπει να το ταΐζει.»
Η Χονγκ-Χουά χαμήλωσε ελαφρά το βλέμμα.
«Πηγαίνω καμιά φορά και του αφήνω λίγο
φαγητό. Το καημένο… αν με δει από μακριά, αρχίζει να κουνά την ουρά του πριν
ακόμη πλησιάσω.»
Ένα αχνό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της.
«Μερικές φορές μένω λίγο μαζί του. Δεν
του αρέσει η μοναξιά. Κάθομαι έξω από την καλύβα ώσπου να τελειώσει το φαγητό
του.»
Σταμάτησε για μια στιγμή και πρόσθεσε:
«Την έχω κιόλας συμμαζέψει κάπως. Το χώμα είχε μπει μέσα από παντού, τα
παλιά στρωσίδια είχαν σαπίσει. Έβαλα καινούργιες ψάθες, καθάρισα το δωμάτιο και
άνοιξα τα παράθυρα να μπαίνει αέρας.»
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε χωρίς να μιλήσει.
«Είναι ήσυχο μέρος,» συνέχισε εκείνη. «Κανείς δεν έχει λόγο να πηγαίνει
εκεί. Μόνο ο λόφος, τα πεύκα και ο γέρικος σκύλος.»
Το βλέμμα της έμεινε πάνω του λίγο περισσότερο απ' όσο απαιτούσε η
ευγένεια.
«Μερικές φορές, όταν τελειώνω τη δουλειά στους μεταξοσκώληκες, κάθομαι
εκεί ώσπου να πέσει ο ήλιος. Η ησυχία βοηθά να βάζει κανείς τις σκέψεις του σε
τάξη.»
«Και κάθεσαι εκεί μόνη;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν.
Έκανε μια μικρή παύση.
«Παράξενο πράγμα τα παλιά σπίτια. Μπορούν να μείνουν χρόνια σιωπηλά και
ξαφνικά να ξαναζωντανέψουν.»
Για μια στιγμή τα μάτια της συνάντησαν
τα δικά του.
«Μερικές φορές αρκεί να περάσει ένας άνθρωπος το κατώφλι τους.»
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε.
Η Χονγκ-Χουά συνέχισε σαν να μιλούσε
μόνο για κτίρια.
«Τα ξύλα θυμούνται. Στην αρχή τρίζουν διστακτικά, ύστερα συνηθίζουν πάλι
την παρουσία.»
Το βλέμμα της έμεινε πάνω του μια στιγμή περισσότερο. Ήταν σαν του υπενθύμιζε
όσα είναι συμβεί σε εκείνο το σπίτι στα νότια κτήματα που είχαν συναντηθεί. Η
εικόνα ήταν τόσο συγκεκριμένη.
Χαμήλωσε ελαφρά τη φωνή της.
«Είναι καλός φύλακας. Κανείς δεν πλησιάζει χωρίς να το καταλάβω.»
Έπειτα χαμογέλασε.
«Και αν κάποιος αργήσει, μπορώ να περιμένω. Έχω μάθει να περιμένω.»
Η τελευταία φράση ακούστηκε απλή. Όμως και οι δυο θυμήθηκαν μια άλλη
νύχτα, όταν εκείνη στεκόταν δίπλα στο παράθυρο ενός παλιού σπιτιού και τον
περίμενε να περάσει το κατώφλι.
Έπειτα χαμογέλασε ανεπαίσθητα.
«Αν ποτέ θελήσετε να δείτε εκείνη την πλευρά των κτημάτων, θα ξέρω πού να σας περιμένω.»
Τα μάτια τους συναντήθηκαν για μια
στιγμή.
«Καταλαβαίνω.»
Η Χονγκ-Χουά υποκλίθηκε ξανά.
«Τέλος πάντων, άρχοντά μου, ελπίζω να
βρείτε χρόνο να δείτε τους μεταξοσκώληκες. Θα χαρώ να σας ξεναγήσω προσωπικά.»
Έπειτα απομακρύνθηκε χωρίς να πει άλλη
λέξη.
Ο Γκούο Ρεν βρέθηκε για λίγο να
σκέφτεται μια εγκαταλειμμένη καλύβα πίσω από τον λόφο. Και ένα σκυλί που,
σύμφωνα με τη Χονγκ-Χουά, την φρουρούσε από όσους δεν έπρεπε να πλησιάσουν.
«Δείχνεις
ικανοποιημένη με τη νέα σου θέση», είπε ο Γκούο Ρεν, παρατηρώντας την
προσεκτικά.
Η Χονγκ-Χουά χαμήλωσε ελαφρά το βλέμμα.
«Είναι κάτι που γνωρίζω από τα μέρη
μου», είπε.
«Από τα μέρη σου;»
«Από το Σανγκσί», απάντησε. «Ένα μικρό χωριό νοτιοανατολικά του Νανγκού,
κοντά στα ρυάκια των λόφων. Εκεί η ζωή είναι απλή· γη, νερό και μουριές. Εκεί
γεννήθηκα.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Το πραγματικό μου όνομα δεν ήταν Χονγκ-Χουά. Με έλεγαν Μινγκγιέ.»
Ο Γκούο Ρεν έγειρε ελαφρά το κεφάλι.
«Και τα μαλλιά σου;» ρώτησε.
Η Χονγκ-Χουά άγγιξε μια τούφα.
«Τα έχω από την οικογένεια του πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν αγωγιάτης.
Μετέφερε εμπορεύματα στα περάσματα. Στην αρχή τα κατάφερνε. Ύστερα ήρθαν οι
κακές σοδειές και οι δρόμοι άδειασαν. Τα χρέη έγιναν πιο βαριά από τα ζώα του.»
Η φωνή της έμεινε σταθερή.
«Δεν άντεξε πολύ. Και όταν οι άνθρωποι του χωριού άρχισαν να απαιτούν
όσα τους όφειλε, δεν υπήρχε χώρος για καλοσύνη. Μόνο για απόφαση.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Ήμουν δεκαοκτώ όταν ήρθαν άνθρωποι του Τσενγκ-Γουέι στο Σανγκσί. Ήθελαν
εργάτες για τα κτήματα του Νανγκού».
Σταμάτησε για λίγο, σαν να ξαναέβλεπε τη διαδρομή. Ο Γκούο Ρεν δεν
μίλησε.
«Δούλευα ως εργάτρια της γης. Στα χωράφια, στις μουριές, στους
μεταξοσκώληκες. Τίποτα περισσότερο.»
Το βλέμμα της σκλήρυνε ανεπαίσθητα.
«Και τότε με είδε ο Τσενγκ-Γουέι. Έπειτα με κάλεσε. Και είπε πως δεν θα
επέστρεφα στα χωράφια.»
Σήκωσε το βλέμμα της προς τον Γκούο Ρεν.
«Έτσι με επέλεξε. Είπε ότι δεν ταίριαζε να λέγομαι Μινγκγιέ. Με ονόμασε
Χονγκ-Χουά.»
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε για λίγο σιωπηλός, πριν μιλήσει.
«Το ατυχές περιστατικό με τον Γκάο
Πινγκ… ελπίζω να μην άφησε μέσα σου στενοχώρια.»
Η φωνή του ήταν ήρεμη, μετρημένη,
χωρίς πίεση.
Η Χονγκ-Χουά έμεινε για μια στιγμή
ακίνητη.
«Δεν υπήρξε στενοχώρια», είπε τελικά.
Ο Γκούο Ρεν έγειρε ελαφρά το κεφάλι.
«Δηλαδή… δεν σε ενδιέφερε ο Γκάο
Πινγκ;»
«Όχι», απάντησε εκείνη χωρίς δισταγμό.
Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν βαριά,
αλλά κοφτή — σαν κάτι που είχε ήδη κριθεί.
Ο Γκούο Ρεν την παρατήρησε πιο
προσεκτικά.
«Τότε… γιατί ήρθες εσύ η ίδια να
ετοιμάσεις το γεύμα εκείνη την ημέρα;» ρώτησε χαμηλά.
Η Χονγκ-Χουά δεν απάντησε αμέσως.
Το βλέμμα της έμεινε χαμηλωμένο,
σταθερό.
«Ίσως…» είπε τελικά, «ήθελα να σας
αποδείξω την αξία μου.»
Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε αμέσως.
Το βλέμμα του στένεψε ελάχιστα, σαν να
προσπαθούσε να θυμηθεί — όχι το γεγονός, αλλά το νόημά του.
Η Χονγκ-Χουά συνέχισε, πιο ήρεμα τώρα:
«Εκείνο το γεύμα… το πρώτο πιάτο με τα
αργομαγειρεμένα κρέατα και τα άγρια χόρτα… και το γλύκισμα με τον λωτό… τα δοκιμάσατε.»
Μια μικρή παύση.
«Είπατε ότι ήταν ακριβές. Ότι τίποτα
δεν είχε αφεθεί στην τύχη.»
Το βλέμμα της ανέβηκε για πρώτη φορά
λίγο.
«Τα θυμάμαι ακόμη, άρχοντά μου.»
Ο Γκούο Ρεν έμεινε για λίγο σιωπηλός.
Το πρόσωπό του δεν άλλαξε, αλλά κάτι
στο βλέμμα του μαλάκωσε ανεπαίσθητα — σαν να επανέφερε εκείνη τη σκηνή όχι ως
πράξη φιλοξενίας, αλλά ως αξιολόγηση που είχε ήδη γίνει.
Η Χονγκ-Χουά χαμήλωσε ξανά το βλέμμα
της.
«Δεν ήρθα τότε για τον Γκάο Πινγκ»,
πρόσθεσε ήρεμα. «Ήρθα για να με δείτε εσείς.»
Η τελευταία φράση δεν ειπώθηκε με ένταση. Ειπώθηκε σαν κάτι που είχε ήδη
ειπωθεί μέσα της πολύ πριν αποκτήσει λέξεις.
Ένα μικρό χαμόγελο πέρασε στο πρόσωπό της, πικρό αλλά ειλικρινές. «Ίσως
ήθελα… ίσως ήθελα να δείτε εσείς, και όχι οι άλλοι, τι είχα να προσφέρω. Και
θυμάμαι ακόμη το βλέμμα σας όταν δοκιμάσατε κάθε πιάτο. Ήταν λίγα λόγια, λίγη
προσοχή… αλλά για μένα εκείνη η μέρα ήταν όλη η αναγνώριση που ήλπιζα να δω.»
Η Χονγκ-Χουά θυμήθηκε την ημέρα στο πέτρινο διοικητήριο. Τον ήχο των
βημάτων της πάνω στο κρύο ξύλινο δάπεδο, τον αέρα βαριάς σιωπής που γέμιζε τον
χώρο, και εκείνον, ακίνητο, με βλέμμα ήρεμο αλλά άκαμπτο. Όταν της ανακοίνωσε
τον νέο της ρόλο ότι θα ήταν υποψήφια σύζυγος ένιωσε μια παγωμένη πίεση να
κλείνει το στήθος της.
«Εκείνη τη μέρα που με καλέσατε στο πέτρινο διοικητήριο και μου είπατε…
πως από εδώ και πέρα δεν θα είμαι υπηρέτρια, ούτε ευνοούμενη, αλλά υποψήφια
σύζυγος… Ένιωσα ένα βάρος αβάσταχτο, ένα ξάφνιασμα που μου έκλεινε τη φωνή. Δεν
είχα λέξεις. Μόνο σιωπή.»
«Και τότε… όταν μιλήσατε για τις υπηρεσίες μου, για το φαγητό, για τη
φροντίδα στον άρχοντα Τσενγκ-Γουέι… θυμάμαι πως ήθελα να σας πω πως δεν ήταν
μόνο καθήκον. Ήταν κάτι από μέσα μου. Ήταν μια φροντίδα που έδωσα ολόκληρη, και
κανείς δεν την είδε. Ούτε εσείς… ούτε οι άλλοι.»
Ο Γκούο Ρεν παρέμεινε ήρεμος. Η Χονγκ-Χουά συνέχισε, με τη φωνή της να
τρέμει λίγο:
«Και μετά … είπατε ότι όλα έπρεπε να αλλάξουν.
Όμως πώς να ξεχάσω; Πώς να γίνω άλλη γυναίκα, όταν κάθε σκέψη, κάθε στιγμή που
ήμουν δίπλα σας, υπήρχε αληθινά; Δεν ήταν για μένα μόνο σιωπηλή υποχρέωση. Αλλά
αυτό δεν είχε σημασία.»
Ο Γκούο Ρεν έκανε μια μικρή κίνηση με
το κεφάλι. «Είπατε πως όσα είχαν
συμβεί μεταξύ μας να τα κρατήσω», είπε ήρεμα, «χωρίς να χρειάζεται να ειπωθούν δυνατά.
Ένα δάκρυ κύλησε αθόρυβα, της πικρίας και της απογοήτευσης. Υποκλίθηκα και
αποχώρησα, και τις επόμενες μέρες
έκλαιγα. Είναι άδικο κάποιος να θέλει να
σε διώξει, και εσύ να θέλεις να του
προσφέρεις τόσα, και εκείνος να μην ξέρει πόσα μπορείς να του προσφέρεις, ούτε
καν να σου δίνει το χρόνο να του τα δείξεις.
στο
εργαστήριο των μεταξοσκωλήκων
Το φως στο εργαστήριο ήταν χαμηλό, φιλτραρισμένο από τα ξύλινα
παραθυρόφυλλα. Οι σειρές με τα κουκούλια απλώνονταν ήσυχα, σαν λευκός χάρτης
που ανέπνεε αργά. Η Χονγκ-Χουά στεκόταν σκυμμένη πάνω από τους πάγκους,
ελέγχοντας τη θερμοκρασία και την υγρασία με κινήσεις συνηθισμένες, σχεδόν
τελετουργικές.
Δεν άκουσε τα βήματα στην αρχή. Όταν όμως η πόρτα έκλεισε πίσω της χωρίς
προειδοποίηση, γύρισε απότομα. Ο Γκούο Ρεν στεκόταν εκεί. Χωρίς συνοδεία. Χωρίς
αναγγελία. Μόλις την προηγούμενη μέρα τον είχε συναντήσει στο πέτρινο
διοικητήριο.
Στεκόταν εκεί χωρίς τη συνήθη απόσταση του άρχοντα. Το βλέμμα του
κινήθηκε αργά στον χώρο, σαν να επιβεβαίωνε ότι δεν υπήρχε κανείς άλλος. Έπειτα
σταμάτησε πάνω της.
Η Χονγκ-Χουά ίσιωσε το σώμα της, αλλά δεν μίλησε. Περίμενε. Ο Γκούο Ρεν
πλησίασε αργά ανάμεσα στους πάγκους. Το βλέμμα του έπεσε στα κουκούλια, στα
εργαλεία, στο μεθοδικό έργο της.
«Δουλεύεις καλά εδώ», είπε τελικά.
«Κάνω ό,τι μου ανατέθηκε», απάντησε εκείνη.
Ένα μικρό νεύμα. Όχι επιδοκιμασία. Ούτε απόρριψη. Μόνο απόφαση. Στάθηκε
μπροστά της.
Πιο κοντά απ’ όσο θα επέτρεπε η
επίσημη θέση του.
«Δεν έχω πολύ χρόνο», είπε ήρεμα.
Η φράση δεν είχε εξήγηση. Ούτε εισαγωγή. Η Χονγκ-Χουά τον κοίταξε για
πρώτη φορά απευθείας. Στα μάτια του δεν υπήρχε εκείνη τη στιγμή διοικητική
απόσταση. Μόνο κάτι συμπιεσμένο, σαν απόφαση που είχε ήδη παρθεί αλλού και
απλώς έπρεπε να εκτελεστεί εδώ.
Δεν απάντησε αμέσως. Αντί γι’ αυτό, το βλέμμα του κινήθηκε για μια
στιγμή προς τα χέρια της. Τα χέρια που ήξεραν να φροντίζουν ζωή μέσα σε σιωπή. Η
σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν άδεια.
Ήταν γεμάτη από όλα όσα είχαν
προηγηθεί χωρίς να ονομαστούν.
Η Χονγκ-Χουά έκανε ένα μικρό βήμα
πίσω, όχι από φόβο, αλλά από συνήθεια να κρατά απόσταση.
Ο Γκούο Ρεν σήκωσε το χέρι του και
σταμάτησε την κίνησή της, όχι βίαια, αλλά αποφασιστικά. Το βλέμμα της χαμήλωσε,
αλλά το σώμα της έμεινε εκεί. Ο αέρας ανάμεσά τους έγινε σχεδόν ακίνητος. Και
τότε ο χρόνος έπαψε να μετριέται με λέξεις.
Το φως έπεφτε πάνω στα κουκούλια, και η σιωπή ανάμεσα τους είχε την
πυκνότητα του υφάσματος που τυλίγει τα αβγά, του αργού σχηματισμού της
μεταξοσκώληκας κάμπιας που περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της.
Κάθε τους κίνηση ήταν αργή, όπως η κάμπια που τυλίγεται στο κουκούλι
της, με προσοχή και υπομονή. Το βλέμμα τους συναντήθηκε και έμεινε εκεί, σαν
δύο νήματα που πλέκονται αόρατα, χωρίς βιασύνη, αλλά ακατάπαυστα, σε μια λεπτή
αλληλεπίδραση που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να διακόψει.
Η Χονγκ-Χουά ένιωσε την καρδιά της να κυλά όπως το ρευστό μετάξι, από
παλιά κουκούλια που μαζεύονται με προσοχή, κάθε σταγόνα σημαντική, κάθε λεπτό
απαραίτητο. Το χέρι του Γκούο Ρεν στο σώμα της ήταν σαν το χέρι που αργά
ξετυλίγει την κλωστή, σταθερά, χωρίς βιασύνη, και την οδηγεί στη μορφή που
θέλει να πάρει.
Ο χρόνος στο εργαστήριο πια δεν μετρούσε με λέξεις. Μετρούσε με την
αργή, λεπτή, σχεδόν μαγική διαδικασία της δημιουργίας. Το μετάξι τυλίγονταν, το
κουκούλι σχηματιζόταν, και ανάμεσα τους η ένταση ανέβαινε, σαν να
παρακολουθούσαν τον ίδιο κύκλο γέννησης ξανά και ξανά: η κάμπια, το κουκούλι, η
υφή, το φως που περνά μέσα από κάθε στρώμα.
Όπως το μετάξι που μένει τυλιγμένο μέσα στο κουκούλι, έτσι και η στιγμή της
ένωσής τους είχε σφραγιστεί στη σιωπή, στην υφή, στην ένταση, αφήνοντας πίσω
της μια θερμότητα που δεν χρειαζόταν λόγια.
Τυλιγμένοι σε σιωπηλό πάθος, μόνο ανάσες που και αυτές έμεναν
καταχωνιασμένες, σαν της κάμπιας η αναπνοή, κολλημένες στον μικρό τους κόσμο.
Τα χέρια τους περιπλέκονταν σαν τις λεπτές κλωστές που πλέκουν το κουκούλι·
κάθε άγγιγμα ένα νήμα, κάθε σφίξιμο ένα γύρισμα γύρω από τον άξονα της έντασης.
Η Χονγκ-Χουά, ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει σαν μικρές δονήσεις μέσα
στο σώμα της κάμπιας που πλάθει το κουκούλι της· μια ζωή κρυφή, προστατευμένη,
και όμως τώρα εκτεθειμένη, ευάλωτη, με το πάθος να την κυκλώνει αργά αλλά
ακατανίκητα.
Ο Γκούο Ρεν έγειρε πάνω της, και κάθε κίνηση, κάθε σιωπηλή δήλωση, ήταν
σαν να ξετυλίγει η κάμπια το μετάξι της: από το λεπτό νήμα έως το πυκνό
κουκούλι, από τη σιωπή της φύσης έως την ολοκλήρωση της δημιουργίας. Κάθε τους
σπασμένη ανάσα γέμιζε τον χώρο όπως το φως που διαπερνά τις νέες κλωστές· κάθε
στιγμή, κάθε βουβό τράβηγμα, ήταν ένα στάδιο της μεταμόρφωσης.
Στο εργαστήριο, ανάμεσα στους πάγκους και τα μικρά κουκούλια, η σμείξη τους
ήταν όπως ο κόσμος των μεταξοσκωλήκων: αργό, επίμονο, σιωπηλά δημιουργικό· και
όσο σφιγγόταν ο ένας στον άλλον, τόσο το περιβάλλον γύρω τους φαινόταν να
συμμετέχει, σαν να αναπνέει μαζί τους, σαν να περιμένει την τελική μεταμόρφωση,
την στιγμή που το λεπτό νήμα της έντασης θα γινόταν ολοκληρωμένο κουκούλι.
Οι ανάσες τους συνέχιζαν να τρέμουν, σχεδόν εγκλωβισμένες, σαν την
κάμπια μέσα στο κουκούλι της· κάθε σιωπηλή κίνηση μια λεπτή, αόρατη κλωστή που
ένωνε δύο κόσμοι. Τα σώματά τους τυλίγονταν βουβά, όπως τα νήματα που
ξετυλίγονται γύρω από το κουκούλι· λεπτό νήμα, πυκνότερο, σαν να σχημάτιζαν μια
ασφυκτική αλλά απαραίτητη ασφάλεια.
Η Χονγκ-Χουά ένιωσε κάθε δόνηση, κάθε πίεση, σαν να ήταν η ίδια μια
κάμπια που πασχίζει να ολοκληρώσει την μετάβασή της· το σώμα της γινόταν νήμα,
το νήμα ένταση, η ένταση προστασία. Ο Γκούο Ρεν, δίπλα της, ήταν το χέρι που
καθοδηγούσε τη δημιουργία, αλλά και η πηγή της ίδιας της μεταμόρφωσης.
Το εργαστήριο γύρω τους έμοιαζε να αναπνέει μαζί τους· τα κουκούλια, οι
πάγκοι, τα φύλλα της μουριάς σιωπηλοί μάρτυρες μιας διαδικασίας τόσο παλιάς όσο
η ίδια η ζωή. Κάθε κίνηση, κάθε απαλή πίεση, ήταν ένα στάδιο της ολοκλήρωσης,
όπως η κάμπια στρέφεται μέσα στο κουκούλι της, μέχρι να σχηματίσει το τέλειο
περίβλημα· κι εκείνοι, μέσα στον κόσμο τους, γίνονταν το ίδιο αργά, βουβά,
αναπόφευκτα.
Η Χονγκ-Χουά ένιωσε την ένταση να κορυφώνεται, όπως η κάμπια που
τελειώνει το τελευταίο γύρισμα του νήματος· μια στιγμή πλήρους αφοσίωσης, μια
στιγμή που δεν απαιτεί λόγια, μόνο αναπνοές που πλέον αναβλύζουν, ανεξέλεγκτες
αλλά ακόμα σιωπηλές. Το κουκούλι είχε σχηματιστεί· η μεταμόρφωση ολοκληρώθηκε.
Και καθώς τα σώματά τους χαλάρωσαν, η σιωπή γύρω τους ήταν βαριά αλλά γλυκιά,
σαν το απαλό θρόισμα των φύλλων της μουριάς όταν ο άνεμος τα αγγίζει αργά.
Η Χονγκ-Χουά έμεινε ακίνητη για λίγο, νιώθοντας την ησυχία να καλύπτει
κάθε και ο Γκούο Ρεν, δίπλα της, ήταν εκεί, σιωπηλός μάρτυρας μιας μεταμόρφωσης
που κανείς άλλος δεν είχε δει. Το πάθος τους είχε γίνει νήμα, και το νήμα είχε
γίνει σιωπή.
Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε. Για μια στιγμή έμεινε εκεί, σαν να άκουγε ακόμη
κάτι που δεν είχε ειπωθεί με λέξεις. Ύστερα ίσιωσε αργά τη στάση του,
απομακρύνθηκε από κοντά της με εκείνη τη σταθερή, μετρημένη κίνηση που ταίριαζε
περισσότερο σε άρχοντα παρά σε άνδρα που είχε μόλις σπάσει τη σιωπή του ίδιου
του του κόσμου.
Δεν υπήρχε βιασύνη στην αποχώρησή του.
Μόνο απόφαση. Σταμάτησε κοντά στην πόρτα του εργαστηρίου για μια στιγμή, σαν να
βεβαιωνόταν πως όλα είχαν μείνει στη θέση τους — τα κουκούλια, οι πάγκοι, η
γυναίκα πίσω του, και κάτι ακόμη που δεν ονομαζόταν εύκολα.
«Αύριο στην καλύβα πίσω από τους λόφους. Το μεσημέρι» είπε και έπειτα
άνοιξε την πόρτα και βγήκε.
Το ξύλο έκλεισε πίσω του με έναν ήχο απαλό, σχεδόν τελετουργικό. Και η
σιωπή επέστρεψε. Η Χονγκ-Χουά έμεινε μόνη. Το εργαστήριο, που πριν λίγο έμοιαζε
να ανασαίνει μαζί τους, είχε ξαναγίνει αυτό που ήταν πάντα: ένας χώρος
εργασίας, γεμάτος υπομονή, υγρασία και λευκή ηρεμία από κουκούλια που ωρίμαζαν
αργά. Μόνο που τώρα τίποτα δεν ήταν όπως πριν.
Στάθηκε ακίνητη ανάμεσα στους πάγκους, χωρίς να κινείται προς καμία
κατεύθυνση. Τα χέρια της έμειναν χαμηλωμένα, αλλά το σώμα της δεν είχε ακόμη
επιστρέψει πλήρως στη γνωστή του πειθαρχία, σαν να κρατούσε μέσα του ακόμη την
τελευταία δόνηση μιας αόρατης μεταμόρφωσης.
Έριξε μια ματιά στα κουκούλια. Ίδια όπως πάντα. Κι όμως διαφορετικά. Σαν
να είχε αλλάξει ο τρόπος που έβλεπε την ίδια τη διαδικασία· σαν η αργή, κλειστή
ζωή μέσα τους να της θύμιζε τώρα κάτι πιο προσωπικό, πιο επικίνδυνα ζωντανό. Η
σιωπή δεν ήταν πλέον άδεια. Ήταν γεμάτη από την απουσία του.
Κάθισε αργά σε ένα χαμηλό σκαμνί δίπλα στον πάγκο. Για μια στιγμή δεν
έκανε τίποτα. Μόνο άκουγε το ίδιο της το αίμα, τον ρυθμό της αναπνοής που είχε
ξαναβρεί την κανονικότητά της, αλλά όχι την ηρεμία της.
Η αφοσίωση. Αυτή η λέξη πέρασε από μέσα της χωρίς να ειπωθεί. Την είχε
δώσει χωρίς να την υπολογίσει, όπως το μετάξι που βγαίνει από το σώμα της
κάμπιας χωρίς επιστροφή. Και όμως τώρα έμενε εκεί, άυλη αλλά βαριά, τυλιγμένη
γύρω από κάτι που δεν είχε ακόμη όνομα.
Ο Γκούο Ρεν είχε φύγει. Χωρίς να υποσχεθεί τίποτα. Και όμως, είχε αφήσει
πίσω του κάτι που δεν μπορούσε να θεωρηθεί απλή απουσία. Η Χονγκ-Χουά ακούμπησε
απαλά τα δάχτυλά της πάνω στο ξύλο του πάγκου. Σαν να δοκίμαζε αν το εργαστήριο
ήταν ακόμη πραγματικό. Αν ήταν ακόμη η ίδια. Αν εκείνο που είχε συμβεί ανήκε
στο παρελθόν ή είχε ήδη αρχίσει να γίνεται μέρος της νέας της μορφής — όπως η
κάμπια που δεν γνωρίζει πότε ακριβώς παύει να είναι αυτό που ήταν και αρχίζει
να γίνεται κάτι άλλο.
Και για πρώτη φορά δεν είχε απάντηση. Μόνο σιωπή. Και μέσα στη σιωπή, το
βάρος μιας αφοσίωσης που δεν είχε ακόμη αναγνωριστεί.
η
ανάγκη για έλεγχο όλων των κτημάτων
Ο Γκούο Ρεν ήδη είχε ακούσει τα λόγια που του είχε πει η Χονγκ-Χουά, τα
λόγια του πατέρα του, ότι έπρεπε να δίνει σημασία σε όλα τα μέρη των κτημάτων
του, σε όλους τους ανθρώπους που δούλευαν για αυτόν. Εκείνες τις μέρες της
παραμονής του στο Νανγκού, το βράδυ θα πήγαινε στη χήρα Σιανγκλίν και το
απομεσήμερο θα συναντούσε τη Χονγκ-Χουά. Ίσως ο Τσενγκ-Γουέι να είχε δίκηο που
διατηρούσε δύο παλλακίδες. Ο Γκούο Ρεν ήταν αρκετά νέος για να συναντά και τις
δύο και αυτό του έδινε μια περίεργη δύναμη, μια περίεργη ανανέωση, ίσως επειδή
ήταν από τους λίγους που είχε το προνόμιο να το γεύεται.
Η πρώτη συνεύρεσή του με την Χονγκ-Χουά είχε ολοκληρωθεί. Έμεναν άλλες
οκτώ, όπως είχε μάθε από την Χε Τζι. Και αυτός θα γινόταν ο κανόνας του. Τις
τελευταίες δύο ημέρες η Χονγκ-Χουά θα είχε μεγαλύτερη προτεραιότητα, καθώς η
νεαρή χήρα Σιανγκλίν ήταν αδιάθετη. Τα μεσημέρια βρισκόταν με την Χονγκ-Χουά
στην καλύβα και τα βράδυα πήγαινε δίπλα στην Σιανγκλίν που τον περίμενε να
επιστρέψει από τις δουλειές του στα κτήματα. Τη δέκατη ημέρα έφυγε από το
ξύλινο σπίτι στα νότια κτήματα. Όλη τη μέρα την πέρασε με συναντήσεις και συσκέψεις
στο πέτρινο σπίτι του διοικητηρίου. Το βράδυ της δέκατης και της ενδέκατης
μέρας της παραμονής του στο Νανγκού το πέρασε στην καλύβα πέρα από τους λόφους
μαζί με την Χονγκ-Χουά.
Ίσως και να αισθανόταν κάποια υποχρέωση στη Χονγκ-Χουά, αφού με αυτή
είχε ξεκινήσει την ερωτική του ζωή, ίσως και κάποια ενοχή που είχε σκεφτεί να
την παντρέψει με τον Γκάο Πινγκ. Μετά σκεφτόταν τον εκνευρισμό του όταν ο Γκάο Πινγκ είχε έρθει και ζητήσει αναβολή
του γάμου. Εκείνος τότε απότομα του είχε απαντήσει πως το ζήτημα είχε λήξει.
Αλλά μήπως εκείνη η τελεσίδικη απάντησή του δεν οφειλόταν μόνο στον εκνευρισμό
του που κάποιο σχέδιό του είχε ναυαγήσει; Μήπως ζητούσε κάτι παραπάνω; Μήπως
ήταν στο βάθος ευχαριστημένος που η Χονγκ-Χουά θα έμενε για πάλι μόνη και διαθέσιμη;
Και εκείνα τα δημόσια σχόλια με τα οποία είχε εκθειάσει την Χονγκ-Χουά όταν την
είχε παρουσιάσει στον Γκάο Πινγκ, ήταν σχόλια μόνο παρουσίασης ή σχόλια που
ήθελε να ακούσει από τον εαυτό του να τα εκφράζει από μέσα του σαν ηχητικό
πίνακα των σκέψεών του, πίνακα που αποτυπώθηκε ηχηρά στη μνήμη και έτσι
απέκτησε μορφή και υπόσταση.
Θυμήθηκε τη σκηνή του διαπληκτισμού του με τη Ρουό-Σι στο πέτρινο
διοικητήριο όταν αποχώρησε ο Γκάο Πινγκ. Τότε η Ρουό-Σι του είχε πει: «Έπρεπε
να τον αφήσεις να την πάρει». Στη διαμαρτυρία του Γκούο Ρεν ότι ο Γκάο Πινγκ
έψαχνε πρόφαση για να σπάσει τη συμφωνία εκείνη του είχε απαντήσει: «Δεν
ακύρωσες τον γάμο γι’ αυτό.»
Τι σήμαινε η φράση της ότι δεν είχε ακυρώσει το γάμο μόνο για αυτό. Τότε
δεν είχε απαντήσει στην Ρουό-Σι. Τώρα η υποψία της Ρουό-Σι είχε επιβεβαιωθεί. Η
πιο όμορφη από τις τρεις ευνοούμενες του πατέρα του παρέμενε ακόμη στα κτήματα
των Ντου λες και κάποια δύναμη δεν ήθελε να την ξεκολλήσει από εκεί. Η Ρουό-Σι
τον είχε προειδοποιήσει: «Αν μείνει κοντά σου, θα παρασύρει και σένα, όπως τον
πατέρα μας. Η ομορφιά είναι δύναμη. Η Χονγκ-Χουά ξέρει να κάνει έναν άνδρα να
πιστεύει πως χωρίς αυτήν το σπίτι του είναι άδειο. Το έκανε στον πατέρα μας. Με
τον καιρό θα το κάνει και σε σένα.»
Ο Γκούο Ρεν θυμήθηκε πως η πρόταση για να γίνει επόπτρια των
μεταξοσκωλήκων ήταν της Ρουό-Σι, να της δώσουν θέση αλλά να την κρατούν μακριά
από το κέντρο των κτημάτων. Να γινόταν επόπτρια των γυναικών του μεταξιού. Και
τώρα από τη νέα της θέση η Χονγκ-Χουά είχε καταφέρει να αγκιστρώσει τον Γκούο
Ρεν. Και αυτή την φορά να τον τυλίξει στο κουκούλι που μαλακά ύφαινε γύρω του.
Το τελευταίο βράδυ στο Νανγκού είχε επιλέξει να το περάσει με εκείνη
στην καλύβα πίσω από τους λόφους. Σαν τελευταίος φρουρός των κτημάτων του, σαν
τελευταίος τόπος όπου είχε τη δικαιοδοσία να απολαμβάνει. Και η Χονγκ-Χουά τον
αποζημίωσε, αυτή τη φορά όχι με σιωπή αλλά με ένταση και απελευθερωμένες
κραυγές, σα να του έδειχνε την αξία της, το πόσο την είχε αδικήσει που θέλησε
κάποτε να την απομακρύνει από κοντά του. Όταν τον ξεπροβόδισε τα χαράματα
έλαμπε ολόκληρη και οι πρώτες αχτίδες του ήλιου φωσφόριζαν στις κόκκινες πέτρες
του περιδέραιού της.
Ο Γκούο Ρεν καβάλησε το άλογό του και αναχώρησε αθόρυβα από την πίσω
πλευρά των κτημάτων του. Όπως είχε έρθει αθέατος έτσι και απαρατήρητος έφυγε. Δεν
υποσχέθηκε τίποτε σε καμμία από τις δύο παλλακίδες του. Μόνο ότι θα ξαναρχόταν.
Το πότε θα εξαρτιόταν από πολλά, και κυρίως από τον ίδιο του τον εαυτό. Η
ζωτικότητά του, δεν ήξερε αν οφειλόταν στον αέρα του Νανγκού ή στο ότι ήθελε να
απομακρυνθεί όσο μπορούσε περισσότερο από τη Ρουό-Σι. Πάντως τώρα δεν την
σκεφτόταν καθόλου. Φαίνεται το λουτρό στη Γου Σία τον είχε βοηθήσει και πολύ
περισσότερο η επαφή με τα σφιγηλά νεανικά σώματα των δύο γυναικών.
τα
τρία πράσινα μενταγιόν
Στην επιστροφή για το Λο Τζιανγκ θα έκανε μια μικρή στάση στο μικρό
απόμερο κτήμα. Και αργότερα μια
ολιγοήμερη στάση στο θερμό ώριμο σώμα της Χε Τζι. Ίσα για να ξεπλυθεί από τα
νεανικά σώματα που είχε απολαύσει αυτές τις μέρες που είχε διαμείνει στο
Νανγκού. Τώρα δεν χρειάζονταν πολλές μέρες. Τα εννιαήμερα συμβόλαιά του είχαν
όλα συμπληρωθεί. Σε αυτό το ταξίδι είχε ξεκινήσει
μόνος με αόριστες υποσχέσεις και επέστρεφε δεμένος με τρεις σχέσεις, τρεις
γυναίκες που τον είχαν δεχθεί για εννέα συνεχόμενες μέρες ή νύχτες η κάθε μία
στο στρώμα της. Και δεν χρειαζόταν να ιεραρχήσει ή να αξιολογήσει. Το μόνο που
θα έδινε εντολή στη Γου Σια, φτάνοντας στο μικρό απόμερο κτήμα, ήταν να πάει με
τον Ζανγκ Κιν στην κοντινότερη πόλη, στο Τσινγκσέν, για να διαλέξει τρία
πράσινα μενταγιόν, ένα για καθεμιά από τις γυναίκες. Όπως είχε αλλάξει ο άρχοντας, έτσι και το
χρώμα της βράβευσης και της προσφοράς, αλλά και της ιδιοκτησίας μιας γυναίκας,
έπρεπε και αυτό να αλλάξει. Τώρα από κόκκινο θα γινόταν βαθύ πράσινο. Τρία
μενταγιόν από σκούρο νεφρίτη θα στόλιζαν τους λαιμούς της Σιαγκλίν, της
Χονγκ-Χουά και της Χε Τζι. Ότι είναι δικό σου το προστατεύεις, ότι αξίζει το
επιβραβεύεις, ότι κατέχεις το οριοθετείς. Αυτό θα διαπίστωνε όταν θα φορούσε το
κάθε μενταγιόν στο λαιμό της καθεμίας από τις ερωτικές συντρόφους τους.
ΜΕΡΟΣ ΙΑ
η
ομηρεία
Το έτος ήταν το 1644. Ένας χρόνος είχε περάσει από τον θάνατο της Γιάο
Γκουάγκ, κι όμως το σπίτι των αδελφών Ντου έμενε σαν να είχε σφραγιστεί από τον
ίδιο τον χρόνο. Οι πύλες του άνοιγαν σπάνια· όχι για επισκέπτες, ούτε για
συγγενείς, αλλά μόνο για τους εργάτες που έφερναν τα σιτηρά και το ρύζι από τα
κτήματα. Έμπαιναν σιωπηλοί, με τα βλέμματα χαμηλωμένα, τακτοποιούσαν το φορτίο
τους με προσοχή, κάθε σακί στη θέση του, κάθε μέτρηση ακριβής, και ύστερα
υποκλίνονταν ελαφρά πριν αποχωρήσουν, σαν να εγκατέλειπαν έναν χώρο που δεν
τους ανήκε ποτέ. Πάνω απ’ όλα στεκόταν η Ρουό-Σι.
Δεν υψωνόταν, δεν φώναζε· κι όμως τίποτα δεν ξέφευγε από την προσοχή
της. Τα χέρια της παρέμεναν ήρεμα, το πρόσωπό της ανέκφραστο, μα η τάξη που
επέβαλλε είχε τη σκληρότητα νόμου. Στο χωριό ψιθύριζαν για τη «σφιχτή» της
πολιτική· για το μεγάλο σπίτι που δεν άνοιγε τις πόρτες του σε κανέναν, για το
ψωμί που δεν μοιραζόταν, ούτε στο Λο Τζιάνγικ ούτε στο μακρινό Μπαϊλίν, απ’
όπου καταγόταν η μητέρα της. Άλλοι τη θεωρούσαν ψυχρή· άλλοι απλώς προσεκτική
σε καιρούς που δεν συγχωρούσαν την αδυναμία.
Ο Γκούο Ρεν τη μέρα χανόταν στα κτήματα, ανάμεσα σε εργάτες και
καλλιέργειες, με τη σιωπή του να βαραίνει περισσότερο κι από τον ιδρώτα της
δουλειάς. Επέστρεφε μόνο όταν έπεφτε το φως, περνώντας την πύλη χωρίς να κοιτά
δεξιά ή αριστερά, σαν να μην υπήρχε τίποτε έξω από εκείνον τον κύκλο γης και
υποχρεώσεων. Δεν μιλούσε, δεν συναναστρεφόταν, δεν ξόδευε. Η ζωή του κυλούσε
λιτή, μετρημένη, σχεδόν άκαμπτη. Δεν βρισκόταν πολλές μέρες στο Λο Τζιανγκ.
Συνήθως ταξίδευε για τις επιθεωρήσεις των κτημάτων του, άλλοτε στη γη της
«πέτρινης γυναίκας» άλλοτε στο Νανγκού, κι όταν επέστρεφε πάλι δεν έμενε πολύ.
Μία στο Μπαϊλίν, μία στο Σιαοχέ. Πότε να προλάβει να κάνει φιλίες, πότε να
προλάβει να ξεκουραστεί.
Κανείς δεν έβλεπε σε αυτόν τον νεαρό τον γιο του Ντου Τσενγκ-Γουέι. Γιατί
ο πατέρας του, όταν βρισκόταν στην ίδια ηλικία, είχε γνωρίσει άλλους δρόμους, δρόμους
γεμάτους φώτα και φωνές. Στα καπηλειά της Σετσουάν, στα σπίτια του κρασιού και
της μουσικής, εκεί όπου οι έμποροι και οι νεαροί γαιοκτήμονες σπαταλούσαν το
ασήμι τους για μια νύχτα λήθης, το όνομά του είχε ακουστεί πολλές φορές. Γέλια,
τραγούδια, άρωμα από ζυμωμένο ρύζι και καπνό, μια ζωή που καιγόταν γρήγορα και
χωρίς μέτρο. Ο Γκούο Ρεν, αντίθετα, ζούσε σαν να πλήρωνε ακόμη εκείνες τις
νύχτες, σαν να μην ήθελε να κάνει τα ίδια λάθη με τον πατέρα του, σα να φοβόταν
ότι στις διασκεδάσεις μπορούσε να ξεχάσει ποιος ήταν, ποιες ήταν οι
προτεραιότητές του, οι οδηγίες που είχε αφήσει παρακαταθήκη η μητέρα του, η
Γιάο Γκουάνγκ, και ίσως φοβόταν μήπως απαγκιστρωθεί από τη σκοτεινή γοητεία που
του ασκούσε η Ρουό-Σι.
Κι έτσι κυλούσαν οι μέρες, ήσυχες μόνο στην επιφάνεια, ώσπου ήρθε εκείνη
η μέρα στο Σιαοχέ. Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά, και τα χωράφια έτριζαν κάτω από το
βάρος της δουλειάς. Οι εργάτες σκυμμένοι, τα δρεπάνια να χαράζουν ρυθμικά τον
αέρα, το χώμα να μυρίζει ζεστό και υγρό. Ο Γκούο Ρεν στεκόταν λίγο πιο πέρα,
παρατηρώντας, μετρώντας, διορθώνοντας με ένα νεύμα ή μια χαμηλή κουβέντα.
Ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες — μέχρι που σταμάτησαν τα πουλιά. Η
σιωπή ήρθε απότομα, σαν να την έριξε κάποιος πάνω στη γη. Και πριν προλάβει
κανείς να σηκώσει το κεφάλι του, εμφανίστηκαν στις άκρες των χωραφιών. Άνδρες
οπλισμένοι, με ρούχα σκονισμένα και πρόσωπα σκληρά, άνδρες που δεν ανήκαν εκεί.
Κινούνταν γρήγορα, συντονισμένα, κλείνοντας κάθε διέξοδο. Ήταν στρατιώτες του
Ζανγκ Σιαζόνγκ, όπως τον έλεγαν με φόβο στα χωριά. Μπροστά τους βάδιζε ο
επικεφαλής.
Τον έλεγαν Γουάνγκ Χουλίν. Πριν το όνομά του αρχίσει να ακούγεται μαζί
με εκείνα των ανδρών του Ζανγκ Σιαζόνγκ, ανήκε σε έναν άλλον κόσμο· έναν κόσμο
χωρίς στολές, χωρίς λάβαρα, μα με δικούς του νόμους.
Στην Τσενγκντού, όταν ακόμη η δυναστεία των Μινγκ κρατούσε τη μορφή της
ακέραιη, ο Γουάνγκ Χουλίν ήταν γνώριμη φυσιογνωμία της νύχτας. Όχι ως απλός
θαμώνας, αλλά ως άνθρωπος που κινούνταν ανάμεσα σε τραπέζια όπου άλλαζαν χέρια
όχι μόνο νομίσματα, αλλά και υποσχέσεις, χρέη και μυστικά. Τα καπηλειά τον
ήξεραν καλά.
Εκεί όπου το κρασί από ρύζι έρρεε άφθονο και η μουσική κάλυπτε τις
ψιθυριστές συμφωνίες, ο Γουάνγκ δεν ήταν ποτέ ο πιο θορυβώδης. Προτιμούσε να
ακούει. Να παρατηρεί. Να θυμάται. Έπαιζε, αλλά σπάνια έχανε, κι όταν έχανε, το
έκανε με τρόπο που του εξασφάλιζε κάτι πιο χρήσιμο από το κέρδος, εύνοια,
πληροφορία, πρόσβαση. Ήξερε ανθρώπους
του υποκόσμου με τα μικρά τους ονόματα, και άρχοντες με τους τίτλους τους. Και
οι δύο πλευρές τον θεωρούσαν «χρήσιμο».
Λέγανε πως είχε σκοτώσει άνθρωπο. Άλλοι έλεγαν πως ήταν καβγάς για
χρήματα· άλλοι για γυναίκα· άλλοι πως δεν ήταν ούτε το ένα ούτε το άλλο, αλλά
κάτι πιο ψυχρό, πιο υπολογισμένο. Κανείς δεν ήξερε με βεβαιότητα κι ο ίδιος δεν
το διόρθωνε ποτέ. Άφηνε τις φήμες να κάνουν τη δουλειά του φόβου.
Υπήρχε όμως και μια άλλη ιστορία. Μια ιστορία που λεγόταν πιο
χαμηλόφωνα. Ότι ένας τοπικός άρχοντας της Τσενγκντού τον είχε βάλει στο μάτι.
Όχι για φόνο, αλλά για προσβολή. Γιατί ο Γουάνγκ Χουλίν, άνθρωπος χωρίς τίτλους
και χωρίς όνομα, είχε τολμήσει να του πάρει κάτι που θεωρούσε ιδιοκτησία του, μια
παλλακίδα.
Κανείς δεν ήξερε αν την είχε κλέψει, αν την είχε πείσει να φύγει, ή αν
εκείνη τον είχε διαλέξει. Σημασία είχε μόνο το αποτέλεσμα. Από εκείνη τη
στιγμή, η πόλη έγινε μικρή για έναν άνθρωπο σαν κι αυτόν. Οι δρόμοι που άλλοτε
τον προστάτευαν, άρχισαν να τον προδίδουν. Οι γνωριμίες του έγιναν επικίνδυνες,
τα χαμόγελα επιφυλακτικά. Και ο ίδιος κατάλαβε κάτι που λίγοι καταλαβαίνουν
εγκαίρως, ότι η επιβίωση δεν ανήκει στους ισχυρότερους, αλλά σε εκείνους που
αναγνωρίζουν την κατάλληλη στιγμή. Έφυγε πριν τελειώσει η παρτίδα… πριν κλείσει
η παγίδα.
Και όταν ο κόσμος άρχισε να αλλάζει, όταν η τάξη της δυναστείας των
Μινγκ ράγιζε και νέες δυνάμεις υψώνονταν, ο Γουάνγκ Χουλίν δεν δίστασε. Δεν
πολέμησε για ιδέα. Δεν ακολούθησε σημαία. Ακολούθησε την ευκαιρία.
Στους άνδρες του Ζανγκ Σιαζόνγκ βρήκε κάτι που καμία πόλη δεν μπορούσε
πια να του δώσει: χώρο να ανέβει. Δεν άργησε. Ήξερε να διαβάζει ανθρώπους.
Ήξερε να ξεχωρίζει ποιος φοβάται, ποιος λέει ψέματα, ποιος αξίζει να ζήσει και
ποιος να χαθεί. Δεν ήταν ο πιο γενναίος, αλλά ήταν από τους λίγους που επέζησαν
αρκετά για να γίνουν χρήσιμοι. Και οι χρήσιμοι, σε τέτοιους καιρούς,
ανεβαίνουν.
Τον φοβούνταν γιατί δεν θύμωνε εύκολα. Τον εμπιστεύονταν γιατί δεν
υποσχόταν τίποτα. Και τον ακολουθούσαν γιατί, μέχρι εκείνη τη στιγμή, όποιος
στεκόταν κοντά του είχε περισσότερες πιθανότητες να ζήσει. Ο Γουάνγκ Χουλίν δεν
πίστευε σε αυτοκρατορίες. Πίστευε μόνο στο επόμενο βήμα.
Δεν ήταν από εκείνους που φώναζαν για να επιβληθούν. Η φωνή του ήταν
χαμηλή, σχεδόν κουρασμένη, κι όμως κανείς δεν τολμούσε να την αγνοήσει. Μιλούσε
κοφτά, χωρίς περιττές λέξεις, σαν άνθρωπος που είχε μάθει να ζυγίζει τον χρόνο
περισσότερο κι από το αίμα.
Το πρόσωπό του ήταν σκαμμένο από ουλές, όχι όλες από μάχες. Κάποιες
έμοιαζαν παλιότερες, πιο προσωπικές. Τα μάτια του δεν έμεναν ποτέ ακίνητα·
μετρούσαν αποστάσεις, ανθρώπους, πιθανότητες. Δεν ήταν πιστός σε ιδέες, ήταν
πιστός στην επιβίωση.
Οι άνδρες του τον φοβούνταν, όχι γιατί ήταν ο πιο σκληρός, αλλά γιατί
ήταν ο πιο υπολογιστικός. Ήξεραν πως δεν σπαταλούσε ζωή χωρίς λόγο, δεν άφηνε
ευκαιρία να πάει χαμένη και δεν συγχωρούσε λάθη που κόστιζαν.
Φοβόταν ένα πράγμα μόνο, το να βρεθεί στη λάθος πλευρά όταν το ρεύμα
αλλάζει. Γιατί ήξερε πως η εποχή των Μινγκ είχε τελειώσει, και η δυναστεία των
Τσινγκ δεν είχε ακόμη ριζώσει. Στο κενό ανάμεσα, άνθρωποι σαν κι αυτόν
μπορούσαν να ανέβουν ή να χαθούν χωρίς ίχνος. Πόνταρε στο ενδιάμεσο. Στο τώρα.
Στο κέρδος που μπορούσε να μεταφερθεί: ασήμι, σιτηρά, άνθρωποι.
Οι εργάτες δεν αντιστάθηκαν. Δεν υπήρχε πού να πάνε. Τους έδεσαν
πρόχειρα, τους έσπρωξαν σε ομάδες, φωνάζοντας διαταγές που δεν χρειάζονταν
εξήγηση. Ήταν όλοι ίδιοι στα μάτια των ανδρών αυτών, σώματα για δουλειά,
στόματα χωρίς αξία. Ο Γκούο Ρεν βρέθηκε ανάμεσά τους πριν προλάβει να σκεφτεί. Τα
χέρια του τραβήχτηκαν πίσω, το σχοινί σφίχτηκε στους καρπούς του, και για μια
στιγμή δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένας ακόμη αιχμάλωτος στο πλήθος. Δεν
μίλησε. Δεν αντιστάθηκε. Μόνο κοίταξε γύρω του, σαν να προσπαθούσε να
αποτυπώσει τη στιγμή με ακρίβεια.
Ο Γουάνγκ Χουλίν πέρασε ανάμεσά τους αργά. Δεν κοίταζε τα πρόσωπα, κοίταζε
τις λεπτομέρειες. Τα χέρια. Τα ρούχα. Τον τρόπο που στεκόταν ο καθένας.
Σταμάτησε μπροστά στον Γκούο Ρεν χωρίς να πει λέξη. Έσκυψε ελαφρά το κεφάλι. Ένας
από τους άνδρες πλησίασε. «Αυτός δεν είναι σαν τους άλλους», του μουρμούρισε.
Ο Γουάνγκ Χουλίν δεν απάντησε αμέσως. Τα μάτια του έμειναν καρφωμένα
πάνω στον νεαρό, σαν να υπολόγιζε κάτι που δεν φαινόταν. Κι ύστερα, σχεδόν
αδιάφορα, είπε: «Αυτόν… χωριστά.»
Τον πήγαν λίγο παράμερα, μακριά από το πλήθος των δεμένων χωρικών. Το
χώμα εκεί ήταν πιο πατημένο, σαν να είχε ήδη χρησιμοποιηθεί για τέτοιες
συνομιλίες.
«Λύστε του τα χέρια», είπε ο Γουάνγκ Χουλίν χωρίς να υψώσει τη φωνή του.
Οι στρατιώτες υπάκουσαν αμέσως. Το σχοινί χαλάρωσε, έπεσε. Δύο από
αυτούς έμειναν κοντά, οι υπόλοιποι άνοιξαν κύκλο, αφήνοντας χώρο, αλλά όχι διέξοδο.
«Δώστε του νερό.»
Ένας ασκός πέρασε από χέρι σε χέρι. Ο Γκούο Ρεν ήπιε χωρίς βιασύνη, σαν
να ήξερε πως η βιασύνη δεν ωφελούσε σε τίποτα.
Ο Γουάνγκ τον παρατηρούσε. Όχι μόνο το πρόσωπο, τον τρόπο που κρατούσε
το δοχείο, τον τρόπο που στεκόταν τώρα που τα χέρια του ήταν ελεύθερα. Δεν
έβλεπε φόβο όπως στους άλλους. Έβλεπε κάτι πιο επικίνδυνο, συγκράτηση.
«Είσαι ακόμη μικρός για να είσαι
γαιοκτήμονας», είπε τελικά.
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε.
«Σε ποιον ανήκουν τα κτήματα;»
«Σε μένα και την αδελφή μου.»
Ο Γουάνγκ έγειρε ελαφρά το κεφάλι.
«Εσείς τα αγοράσατε; Εσείς τα φτιάξατε;» Μια μικρή παύση. «Ή τα
βρήκατε;»
«Τα βρήκαμε», απάντησε ο Γκούο Ρεν.
Ο Γουάνγκ χαμογέλασε ανεπαίσθητα.
«Γι’ αυτό ρωτάω. Σε ποιον ανήκουν.»
Η σιωπή κράτησε λίγο περισσότερο αυτή
τη φορά.
«Στον πατέρα μου. Τον Ντου Τσενγκ-Γουέι.»
Το όνομα έμεινε για μια στιγμή στον αέρα. Κάτι κινήθηκε στο βλέμμα του
Γουάνγκ Χουλίν, όχι έκπληξη, αλλά μια υποψία αναγνώρισης. Σαν να άγγιξε μια
μνήμη που δεν είχε ακόμη πάρει σχήμα. Κοίταξε καλύτερα τον νεαρό. Πιο
προσεκτικά τώρα.
«Ίσως… υπάρχει τρόπος να επιστρέψεις», είπε αργά. «Αν συμφωνήσει και ο
πατέρας σου.»
«Ο πατέρας μου έχει πεθάνει.»
Ο Γουάνγκ δεν αντέδρασε.
«Τότε… η μητέρα σου.»
«Και αυτή έχει πεθάνει.»
Για πρώτη φορά, ο Γουάνγκ πήρε μια
ανάσα πιο βαθιά.
«Τότε ποιος θα συμφωνήσει;»
Ο Γκούο Ρεν τον κοίταξε σταθερά.
«Σου είπα. Έχω μια αδελφή.»
«Μεγαλύτερη ή μικρότερη;»
«Μικρότερη.»
Μια μικρή σιωπή.
«Και θα μπορεί εκείνη να συμφωνήσει;»
«Εκείνη κανονίζει τα πάντα στο σπίτι.»
Το χαμόγελο του Γουάνγκ επέστρεψε, πιο καθαρό αυτή τη φορά. «Πάντα αυτό
κάνουν οι γυναίκες», είπε ήρεμα. Αλλά το μυαλό του δεν ήταν πια εκεί. Το όνομα
Ντου Τσενγκ-Γουέι. Κάτι επέμενε. Και τότε ήρθε. Όχι σαν σκέψη, αλλά σαν εικόνα.
Η Τσενγκντού, χρόνια πριν. Νύχτα. Φως από λυχνάρια. Καπνός που ανέβαινε αργά προς
τα δοκάρια. Και εκείνο το μέρος, όχι απλώς καπηλειό, αλλά σπίτι τυχερών
παιχνιδιών, ένας οίκος παιγνίων όπου το ασήμι άλλαζε χέρια πιο γρήγορα απ’ όσο
μπορούσε κανείς να το μετρήσει. Εκεί τον είχε δει. Καθισμένο δίπλα του. Ανήσυχο.
Με τα δάχτυλα να σφίγγουν τα ζάρια λίγο πιο δυνατά απ’ όσο έπρεπε. Ο Ντου
Τσενγκ-Γουέι έχανε. Όχι θεαματικά, αλλά σταθερά. Κι αυτό ήταν χειρότερο.
Ο Γουάνγκ Χουλίν τον είχε παρατηρήσει για ώρα πριν μιλήσει. «Φύγε όσο
είναι νωρίς», του είχε πει χαμηλά, χωρίς να τον κοιτάξει. «Εδώ δεν θα σε
αφήσουν να φύγεις με κέρδος.»
Ο άλλος δεν απάντησε. Μόνο τον κοίταξε.
«Καλύτερα να τα ποντάρεις όλα σε μια γυναίκα», συνέχισε ο Γουάνγκ, «παρά
να τα ποντάρεις σε αυτούς.»
Ένα ίχνος κατανόησης πέρασε από το πρόσωπο του Τσενγκ-Γουέι.
«Χάσε λίγα ακόμη», του είπε τότε ο Γουάνγκ, «και πες ότι δεν έχεις άλλα.
Σήκω και φύγε.»
Δεν ήταν συμβουλή. Ήταν έξοδος. Και ο άλλος την πήρε. Έχασε λίγο ακόμη.
Σηκώθηκε. Είπε τα σωστά λόγια. Έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Και δεν
ξαναεμφανίστηκε ποτέ. Η μνήμη έσβησε όπως ήρθε.
Ο Γουάνγκ Χουλίν κοίταξε ξανά τον γιο. Τώρα ήξερε. Ο Γουάνγκ Χουλίν τον
κοίταξε για λίγο ακόμη, σαν να ζύγιζε όχι μόνο τα λόγια του αλλά και το βάρος
που είχαν μέσα τους.
«Και πού μένεις;» ρώτησε τελικά.
«Στο Λο Τζιάνγκ», απάντησε ο Γκούο Ρεν.
Κάτι σχεδόν ανεπαίσθητο άλλαξε στο βλέμμα του Γουάνγκ. Από το Λο Τζιάνγκ
ήταν και ο Ντου Τσενγκ-Γουέι. Εκεί είχε πρωτοακουστεί το όνομά του, ή
τουλάχιστον έτσι του το είχαν συστήσει τότε, σε μια εποχή που οι άνθρωποι ακόμη
συστήνονταν πριν χαθούν.
«Και πόσο χρονών είσαι;» ρώτησε.
«Είκοσι τρία.»
Ο αριθμός έμεινε να αιωρείται για μια στιγμή. Είκοσι τρία. Η ηλικία
ταίριαζε. Το καπηλειό της Τσενγκντού. Τα τυχερά παίγνια. Τα ζάρια που κυλούσαν
πάνω στο ξύλο. Κάπου εκεί, κοντά σε μια εποχή που τώρα έμοιαζε σχεδόν ξένη, εικοσιπέντε
χρόνια πριν. Ίσως η ζωή του Ντου Τσενγκ-Γουέι να είχε όντως αλλάξει εκείνη τη
νύχτα. Ίσως να είχε ακούσει τη συμβουλή. Ίσως να είχε «ποντάρει» όλα του τα
υπάρχοντα όχι στο τραπέζι, αλλά σε μια γυναίκα. Και ίσως το κέρδος εκείνου του
στοιχήματος να στεκόταν τώρα μπροστά του.
Ο Γουάνγκ Χουλίν σκέφτηκε μέσα του Η ζωή είναι σαν παρτίδα. Και όταν
κάποιος την εγκαταλείπει πριν το τέλος, εκείνη δεν τελειώνει ποτέ. Απλώς
συνεχίζει αλλού, και κάποτε τον ξαναβρίσκει.
Σήκωσε το βλέμμα. «Άκου τι θα γίνει», είπε. Ο τόνος του δεν είχε απειλή.
Είχε βεβαιότητα.
«Θα σου κάνουμε μια χάρη… αλλά θα τη θυμάσαι. Και κάποτε θα έρθει η ώρα
να την ανταποδώσεις.»
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε. Μόνο άκουγε.
«Κάπου-κάπου θα στέλνω άντρες στο Λο Τζιάνγκ. Θα κάνουν τους εργάτες στα
κτήματα σου. Δεν θα τους πειράζεις. Θα τους δίνεις σιτηρά και ρύζι για να γυρίσουν
πίσω.»
Μια παύση. «Σύμφωνοι;»
«Σύμφωνοι», απάντησε ο Γκούο Ρεν.
Ο Γουάνγκ Χουλίν τον μελέτησε άλλη μια στιγμή. Και τότε ήρθε το δύσκολο
μέρος.
«Το βράδυ», είπε, «θα στείλω άντρες στο σπίτι σου. Και θα πας μαζί
τους.»
Το βλέμμα του Γκούο Ρεν στένεψε ελαφρά.
«Θα σε δει από μακριά η αδελφή σου. Για να πιστέψει πως είσαι όμηρος.
Για να ξέρει πως δεν είναι παιχνίδι.»
Έκανε μια μικρή κίνηση με το χέρι, σαν να όριζε ήδη την τιμή.
«Θέλουμε ασήμι. Και σιτηρά.»
Δεν ήταν τυχαία η επιλογή.
«Ασήμι», συνέχισε ο Γουάνγκ, «και προμήθειες.
Ρύζι, κεχρί, αλάτι. Τόσο όσο να ξέρουμε ότι το σπίτι σου δεν θα λυγίσει από
πείνα.»
«Πόσο ασήμι;» ρώτησε ο Γκούο Ρεν, πιο χαμηλά αυτή τη φορά.
Ο Γουάνγκ δεν απάντησε αμέσως. Γύρισε ελαφρά το βλέμμα του προς τα
χωράφια, σαν να υπολόγιζε αποστάσεις και αποθήκες, όχι ανθρώπους. «Δεν είμαστε
ληστές που καίνε τη γη για να μη φυτρώσει τίποτα.»
Έκανε μια μικρή παύση.
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε.
Ο Γουάνγκ συνέχισε: «Και σιτηρά. Όχι για μήνες. Για άμεση ανάγκη. Ό,τι μπορεί να δώσει ένα σπίτι χωρίς να
μείνει άδειο.»
Η φωνή του έμεινε σταθερή, σχεδόν
πρακτική.
Ύστερα, για πρώτη φορά, έσκυψε λίγο
πιο κοντά.
«Άκου προσεκτικά.»
Η σιωπή γύρω τους έγινε πιο βαριά.
«Αν συμφωνήσουμε, δεν θα πειράξουμε ξανά ούτε εσένα, ούτε την αδελφή
σου, ούτε τα κτήματά σας.»
Η φράση ειπώθηκε καθαρά. Χωρίς υπονοούμενα.
«Θα υπάρχει συμφωνία. Και η συμφωνία
θα κρατηθεί.»
Ο Γουάνγκ Χουλίν ίσιωσε πάλι το σώμα του. Έριξε μια ματιά προς τους
άντρες γύρω.
«Το βράδυ θα γίνει όπως είπα.»
Σταμάτησε.
«Και μετά… αν όλα πάνε όπως πρέπει, τελειώνει εδώ.»
Η φωνή του χαμήλωσε λίγο.
«Αν συμφωνήσει η αδελφή σου… θα μείνεις εκεί. Θα σε αφήσουν μόλις
απομακρυνθούν οι δικοί μου.»
Μια παύση.
«Αν όχι… επιστρέφεις εδώ.»
Δεν χρειάστηκε να το ολοκληρώσει. Ο Γκούο Ρεν κατάλαβε. Ο αέρας ανάμεσά
τους έμεινε ακίνητος για μια στιγμή, σαν να περίμενε κι αυτός την απάντηση. Ο
Γουάνγκ Χουλίν τον κοίταξε για μια στιγμή σιωπηλά, σαν να σταθμίζει ξανά όχι
την απαίτηση, αλλά τον ίδιο τον άνθρωπο απέναντί του.
Η
νύχτα της απελευθέρωσης
Το αρχοντικό των Ντου έμοιαζε ασυνήθιστα ήσυχο. Ο Γκούο Ρεν είχε
επιστρέψει ζωντανός. Οι πύλες είχαν ανοίξει για να τον δεχτούν, οι υπηρέτες
είχαν υποκλιθεί, οι φρουροί είχαν ανακουφιστεί. Κανείς όμως δεν είχε νιώσει το
βάρος εκείνης της επιστροφής όσο η Ρουό-Σι.
Τώρα βρισκόταν απέναντί του στο μικρό εσωτερικό δωμάτιο της ανατολικής
πτέρυγας. Το λυχνάρι έκαιγε χαμηλά. Ο Γκούο Ρεν καθόταν σιωπηλός καθώς εκείνη
καθάριζε προσεκτικά τους κόκκινους κύκλους που είχαν αφήσει τα σχοινιά στους
καρπούς του. Για αρκετή ώρα κανείς τους δεν μιλούσε. Η σιωπή δεν ήταν άβολη. Ήταν
η σιωπή ανθρώπων που είχαν βρεθεί πολύ κοντά στην απώλεια.
— Πονάει; ρώτησε τελικά η Ρουό-Σι.
— Όχι όσο νόμιζα.
Εκείνη χαμογέλασε αμυδρά.
— Πάντα λες ψέματα όταν υποφέρεις.
Ο Γκούο Ρεν την κοίταξε.
Για πρώτη φορά ύστερα από πολλές
ημέρες δεν υπήρχαν φρουροί, απαγωγείς, μεσολαβητές ή εχθροί ανάμεσά τους.
Μόνο η απόσταση δύο ανθρώπων.
Και ξαφνικά ακόμη κι αυτή έμοιαζε
μεγάλη.
— Φοβήθηκες; τη ρώτησε.
Το χέρι της σταμάτησε πάνω στον καρπό
του.
Για μια στιγμή νόμισε πως δεν θα
απαντούσε.
— Κάθε μέρα.
Η φωνή της ήταν τόσο ήρεμη που σχεδόν
τον τρόμαξε.
— Κάθε πρωί ξυπνούσα και αναρωτιόμουν
αν ζούσες ακόμη.
Ο Γκούο Ρεν κατέβασε το βλέμμα. Υπήρχε κάτι μέσα της που ποτέ δεν
ζητούσε αντάλλαγμα για την αφοσίωσή του. Κι αυτό έκανε την παρουσία της πιο
επικίνδυνη από κάθε πειρασμό που είχε γνωρίσει. Θυμήθηκε τη Χε Τζι. Θυμήθηκε τη
νεαρή χήρα Σιανγκλίν. Θυμήθηκε την καλύβα πίσω από τους λόφους και την
Χονγκ-Χουά. Σχέσεις σύντομες, εύκολες, σχεδόν βολικές. Τώρα καταλάβαινε γιατί
καμία τους δεν είχε μείνει στη μνήμη του. Δεν ήταν εκείνες που προσπαθούσε να
πλησιάσει. Ήταν κάποια άλλη που προσπαθούσε να ξεχάσει. Η Ρουό-Σι.
Έξω ο άνεμος περνούσε ανάμεσα στα δέντρα της αυλής. Μέσα, το φως του
λυχναριού τρεμόπαιζε πάνω στα χαρακτηριστικά της. Ο Γκούο Ρεν άπλωσε
ασυναίσθητα το χέρι του. Τα δάχτυλά του άγγιξαν μια τούφα από τα μαλλιά της. Η
Ρουό-Σι πάγωσε. Για μια στιγμή κανείς τους δεν κινήθηκε.
— Υπάρχει ακόμη η πρόταση γάμου;
ρώτησε εκείνος.
Η ερώτηση έπεσε ανάμεσά τους σαν
λεπίδα.
Η Ρουό-Σι χαμήλωσε τα μάτια.
— Ναι.
— Και;
— Περιμένουν απάντηση.
– Εσύ πρέπει να αποφασίσεις.
– Τι παράγγειλες στις θειάδες σου;
– Ότι αν τελειώσει το πένθος δεν είναι σωστό
να συζητιούνται τέτοια ζητήματα.
– Πρέπει να παντρευτείς.
– Ξέρεις ότι δεν μπορώ να σε αφήσω μόνο. Δεν
θέλω να φύγω από το Λο Τζιανγκ.
– Η ζωή πρέπει να προχωρήσει.
– Προχωράει και χωρίς γάμο.
– Θα το
συζητήσουμε αύριο.
Ο Γκούο Ρεν ένιωσε κάτι να σφίγγεται μέσα του.
Δεν ήταν φόβος. Ούτε θυμός. Ήταν η
ξαφνική συνειδητοποίηση πως μπορούσε να τη χάσει. Πραγματικά. Οριστικά. Και
τότε κατάλαβε πως όσα είχε προσπαθήσει να θάψει τόσους μήνες δεν είχαν πεθάνει
ποτέ. Απλώς περίμεναν. Εκείνος την παρακολουθούσε σιωπηλά. Την ίδια γυναίκα που
άλλοτε απέφευγε να κοιτάξει για πολλή ώρα. Την ίδια γυναίκα που είχε
προσπαθήσει να βγάλει από τις σκέψεις του ταξιδεύοντας, ακόμη και αναζητώντας
συντροφιά αλλού.
Τώρα δεν υπήρχε πού να κρυφτεί.
— Με κοιτάς παράξενα, είπε η Ρουό-Σι
χωρίς να σηκώσει το βλέμμα.
— Σε κοιτάζω όπως έπρεπε να σε κοιτάζω
από την αρχή.
Τα δάχτυλά της σταμάτησαν. Δεν υπήρχαν πια όνειρα για να κρύψουν την
αλήθεια. Δεν υπήρχαν δικαιολογίες. Ούτε φόβοι μεταμφιεσμένοι σε καθήκον. Μόνο
δύο άνθρωποι που είχαν βρεθεί πολύ κοντά στο να χαθούν ο ένας από τον άλλον.
Η Ρουό-Σι σήκωσε αργά το κεφάλι.
— Αν σε είχαν σκοτώσει...
Η φωνή της έσπασε πριν ολοκληρώσει τη
φράση.
Ο Γκούο Ρεν άπλωσε το χέρι του και
κράτησε το δικό της.
— Αλλά δεν με σκότωσαν.
Τα μάτια τους συναντήθηκαν. Και μέσα σε εκείνη τη σιωπή υπήρχε
περισσότερη αλήθεια απ' όση είχαν ανταλλάξει σε ολόκληρη τη πορεία τους στα
τελευταία αυτά χρόνια. Η Ρουό-Σι κατάλαβε τότε πως δεν χρειαζόταν πια να
προσποιηθεί κανέναν άλλο άνθρωπο. Δεν χρειαζόταν να γίνει η Σου-Σι. Δεν
χρειαζόταν να κρυφτεί πίσω από ψέματα ή φαντασίες. Την έβλεπε. Ως Ρουό-Σι. Και
αυτό ήταν αρκετό.
— Νόμιζα πως δεν θα σε ξανάβλεπα, είπε
εκείνος.
Η ανάσα της κόπηκε.
— Κι εγώ.
Το λυχνάρι έτριξε απαλά. Ο άνεμος χτύπησε τα παραθυρόφυλλα. Κανείς τους
δεν απομακρύνθηκε. Αντίθετα, η απόσταση ανάμεσά τους έμοιαζε να μικραίνει μόνη
της. Σαν να είχε αποφασίσει η ίδια η μοίρα να πάψει να τους χωρίζει.
Η Ρουό-Σι ακούμπησε το μέτωπό της στον ώμο του. Για μια στιγμή ο Γκούο
Ρεν έκλεισε τα μάτια. Ύστερα πέρασε το χέρι του γύρω της. Όχι σαν άρχοντας. Όχι
σαν προστάτης. Αλλά σαν άνθρωπος που είχε επιστρέψει από το χείλος της απώλειας
και είχε βρει ακόμη εκείνο που φοβόταν πως είχε χαθεί. Έμειναν έτσι για ώρα. Κανείς
δεν ήξερε τι θα έφερνε το πρωί. Για πρώτη φορά δεν υπήρχαν ενοχές. Δεν υπήρχαν
αρνήσεις. Δεν υπήρχε ανάγκη να προσποιηθούν. Καθώς το αρχοντικό βυθιζόταν στη
σιωπή, οι δύο τους έμειναν κοντά ο ένας στον άλλον, κρατώντας τη σπάνια
βεβαιότητα ότι, έστω για μία νύχτα, είχαν νικήσει τον φόβο που τους κυνηγούσε
τόσο καιρό,
την αλήθεια που τους τρόμαζε και τους
δύο. Χωρίς να γνωρίζουν ότι το ξημέρωμα θα έφερνε νέα διλήμματα.
Η Ρουό-Σι σαν να συγκέντρωνε θάρρος μίλησε διστακτικά με φωνή που ακούστηκε
χαμηλή.
— Πρέπει να σου μιλήσω για κάτι που
δεν είπα ποτέ.
Ο Γκούο Ρεν ένιωσε μια παράξενη ένταση
να διαπερνά το στήθος του.
— Τι είναι;
Η Ρουό-Σι πλησίασε αργά.
— Εκείνες τις μέρες... όταν γυρίσαμε
από το Νανγκού... άρχισα να βλέπω όνειρα.
Τα δάχτυλα του Γκούο Ρεν έσφιξαν ασυναίσθητα το μπράτσο της καρέκλας. Η
λέξη μόνη της ήταν αρκετή.
— Τι όνειρα;
Η Ρουό-Σι χαμογέλασε αχνά.
— Αποτρόπαια όνειρα. Έτσι τα έλεγα
στον εαυτό μου.
Σήκωσε το βλέμμα.
— Όμως δεν μπορώ άλλο να προσποιούμαι
ότι τα ξέχασα.
Η σιωπή βάρυνε ανάμεσά τους.
— Σε έβλεπα, συνέχισε. Πάντα εσένα.
Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε.
— Σε έβλεπα να περιπλανιέσαι στους
διαδρόμους της έπαυλης μέσα στην καταιγίδα. Να ανοίγεις πόρτες που δεν
οδηγούσαν πουθενά. Να μου μιλάς σαν να ήμουν κάποια άλλη.
Η καρδιά του χτύπησε δυνατότερα. Οι εικόνες αυτές του ήταν τρομακτικά
γνώριμες.
— Σε ένα από τα όνειρα, είπε η
Ρουό-Σι, μου έλεγες πως κάποιοι άνθρωποι πρέπει να κρύβονται για να επιβιώσουν.
Πως υπάρχουν αλήθειες που δεν μπορούν να ειπωθούν φανερά.
Ο Γκούο Ρεν ένιωσε το αίμα να παγώνει. Θυμόταν. Όχι καθαρά. Όχι
ολόκληρες σκηνές. Μόνο θραύσματα. Σαν κομμάτια σπασμένου καθρέφτη.
Η Ρουό-Σι χαμήλωσε τα μάτια.
— Σε άλλο όνειρο περπατούσαμε στους
ίδιους αυτούς διαδρόμους.
Η φωνή της έτρεμε ελάχιστα.
— Δεν θυμάμαι πρόσωπα. Δεν θυμάμαι
λογική. Θυμάμαι μόνο το συναίσθημα.
Σήκωσε αργά το βλέμμα της.
— Ότι φοβόμουν πως αν ξημέρωνε, θα
χανόσουν.
Ο Γκούο Ρεν δεν κατάφερε να απαντήσει. Γιατί αυτό ακριβώς ήταν που τον
στοίχειωνε τόσους μήνες. Η ίδια αίσθηση. Η ίδια απώλεια.
Η Ρουό-Σι έκανε ακόμη ένα βήμα.
— Ξέρεις τι είναι το πιο παράξενο;
— Τι;
— Ότι τα σώματα θυμούνται.
Ο Γκούο Ρεν πάγωσε.
— Τι εννοείς;
— Εννοώ πως υπάρχουν πράγματα που ο
νους ξεχνά. Τα θάβει. Τα αρνείται.
Η φωνή της έγινε πιο ήρεμη.
— Αλλά το σώμα δεν τα ξεχνά ποτέ.
Κανείς δεν κουνήθηκε.
— Κάποιες φορές ξυπνούσα από αυτά τα
όνειρα και ήξερα πως είχα χάσει κάτι πολύτιμο.
Η Ρουό-Σι τον κοίταξε. Για πρώτη φορά μετά από μήνες πραγματικά τον
κοίταξε.
Ο Γκούο Ρεν σηκώθηκε αργά.
— Γιατί μου τα λες τώρα;
Η Ρουό-Σι έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια. Όταν τα άνοιξε ξανά, δεν
υπήρχε πια χώρος για υπεκφυγές.
— Επειδή κουράστηκα να ζω ανάμεσα σε
αλήθειες που δεν λέγονται.
Η φωνή της έσπασε.
— Κι επειδή φοβάμαι ότι αν φύγεις ξανά
χωρίς να τα ακούσεις, θα περάσουμε το υπόλοιπο της ζωής μας κυνηγώντας σκιές.
Η Ρουό-Σι έμεινε για λίγο σιωπηλή. Το φως του λυχναριού τρεμόπαιξε
ανάμεσα τους. Ο Γκούο Ρεν περίμενε. Είχε την αίσθηση πως η επόμενη λέξη της θα
άνοιγε μια πόρτα που τόσον καιρό κρατούσε κλειστή.
Η Ρουό-Σι χαμήλωσε το βλέμμα.
— Σε ένα άλλο όνειρο...
Η φωνή της βγήκε σχεδόν ψιθυριστή.
— Ήταν διαφορετικά.
Ο Γκούο Ρεν ένιωσε την καρδιά του να
σφίγγεται.
— Διαφορετικά πώς;
Σήκωσε τα μάτια της.
— Γιατί μέσα στο όνειρο δεν ήμουν εγώ.
Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε.
— Ήμουν μια άλλη γυναίκα. Ζούσα στο Νανγκού. Δούλευα στα χωράφια κάποιου
άρχοντα. Δεν είχα όνομα που να θυμάμαι καθαρά. Μόνο ότι ήμουν απλή. Ασήμαντη.
Ο Γκούο Ρεν ένιωσε κάτι να αναδεύεται μέσα του. Μια ανάμνηση. Ή ίσως μια
ψευδαίσθηση.
— Και μετά;
— Με είδες.
Τα μάτια της έμειναν καρφωμένα στα
δικά του.
— Κι αποφάσισες να με πάρεις μαζί σου.
Η ανάσα του βάρυνε. Δεν ήξερε γιατί. Μα κάθε λέξη ακουγόταν γνώριμη. Υπερβολικά
γνώριμη.
— Με έφερες εδώ.
Η Ρουό-Σι άπλωσε αργά το χέρι της προς
το παράθυρο.
— Στο Λο Τζιανγκ.
— Συνέχισε...
Η φωνή του βγήκε σχεδόν παρά τη θέλησή
του.
— Στην αρχή πίστευα πως ήμουν απλώς
μία από τις παλλακίδες σου.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά.
— Κι όμως δεν ήμουν ευτυχισμένη.
Ο Γκούο Ρεν ανοιγόκλεισε τα μάτια.
— Γιατί;
— Γιατί στο όνειρο φοβόμουν συνέχεια. Φοβόμουν
ότι κάποια μέρα θα καταλάβαινες πως δεν ανήκα εκεί.
Η φωνή της έσπασε ελαφρά.
— Κι ύστερα... το όνειρο άλλαξε. Σαν
να σκίστηκε. Όπως σκίζονται τα σύννεφα πριν από καταιγίδα.
Ο Γκούο Ρεν είχε μείνει ακίνητος. Δεν τολμούσε να ανασάνει.
— Κάποιος ανακάλυπτε ένα μυστικό. Όχι
δικό μου. Δικό σου. Της οικογένειάς σου.
Η Ρουό-Σι δίστασε.
— Αποδεικνυόταν πως η γυναίκα που
είχες φέρει στο σπίτι δεν ήταν ξένη. Δεν ήταν υπηρέτρια. Δεν ήταν παλλακίδα. Δεν
ήταν καν κάποια που συνάντησες τυχαία.
Ο Γκούο Ρεν ένιωσε το στομάχι του να
παγώνει.
— Τι ήταν;
Η Ρουό-Σι τον κοίταξε κατάματα.
— Κόρη του Ντου Τσενγκ-Γουέι.
Η φράση έπεσε ανάμεσά τους σαν πέτρα σε ακίνητο νερό.
Ο Γκούο Ρεν κατάπιε δύσκολα.
— Και μετά;
Η Ρουό-Σι χαμογέλασε θλιμμένα.
— Αυτό είναι το παράξενο. Δεν θυμάμαι.
Ούτε στο όνειρο το θυμόμουν. Μόνο μια αίσθηση.
— Ποια αίσθηση;
Εκείνη έκλεισε για λίγο τα μάτια.
— Ότι κι οι δύο τρομάξαμε. Και ότι
κανείς μας δεν ήξερε αν έπρεπε να φύγει ή να μείνει.
Ο Γκούο Ρεν ένιωσε τις παλάμες του να ιδρώνουν. Η περιγραφή της
ακουγόταν υπερβολικά συγκεκριμένη για να είναι τυχαία. Κι όμως δεν μπορούσε να
την κατηγορήσει για τίποτα. Ήταν απλώς ένα όνειρο. Έτσι δεν έλεγε;
Η Ρουό-Σι όμως συνέχισε πιο σιγά.
— Το πιο παράξενο δεν ήταν αυτό.
— Τότε τι ήταν;
Η φωνή του βγήκε βραχνή.
Η Ρουό-Σι τον κοίταξε για πολλή ώρα
πριν απαντήσει.
— Ότι μέσα στο όνειρο κανείς δεν
ενδιαφερόταν για τη συγγένεια. Σαν να φοβόμασταν περισσότερο ότι θα χωρίζαμε
παρά αυτό που υποτίθεται πως είχαμε ανακαλύψει.
Ο Γκούο Ρεν χαμήλωσε το βλέμμα. Και τότε θυμήθηκε. Όχι εικόνα. Όχι
γεγονός. Μόνο μια φράση. Μια φράση που τον είχε στοιχειώσει επί μήνες. «Αλλά
πρέπει να αφήσουμε πίσω το μυστικό μας... για να μπορέσουμε να ενωθούμε...»
Δεν ήξερε από πού ερχόταν η ανάμνηση. Δεν ήξερε αν ήταν όνειρο ή κάτι
άλλο. Για πρώτη φορά όμως αναρωτήθηκε αν η Ρουό-Σι του εξομολογούνταν
πραγματικά εφιάλτες. Ή αν προσπαθούσε, με τρόπο που μόνο εκείνη καταλάβαινε, να
του επιστρέψει χαμένες αναμνήσεις χωρίς να τις ονομάσει ποτέ.
Η Ρουό-Σι χαμήλωσε το βλέμμα για λίγο, σαν να παρακολουθούσε εικόνες που
περνούσαν μπροστά από τα μάτια της και μόνο
εκείνη μπορούσε να δει.
«Θυμάσαι;» είπε τελικά. «Πριν καιρό σου είχα κάνει μια παράξενη ερώτηση.
Τότε νόμιζα πως ήταν απλώς ένα παιχνίδι της φαντασίας μου. Ένα από εκείνα που
γεννιούνται όταν κάποιος προσπαθεί να καταλάβει τι κρύβεται μέσα στην καρδιά
ενός άλλου ανθρώπου.»
Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε.
«Σε είχα ρωτήσει αν θα με επέλεγες, αν ήμουν η Σου-Σι. Αν ήμουν μια
άγνωστη κοπέλα στο Νανγκού. Μια εργάτρια στα χωράφια σου. Κάποια που δεν
κουβαλούσε ούτε όνομα ούτε παρελθόν.»
Ένα αχνό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της. Ο Γκούο Ρεν την
παρακολουθούσε χωρίς να την διακόπτει.
«Τότε δεν καταλάβαινα γιατί εκείνη η ερώτηση με στοίχειωνε τόσο πολύ.
Γιατί επέστρεφε ξανά και ξανά.»
Η Ρουό-Σι έσφιξε τα δάχτυλά της.
«Τώρα νομίζω πως ξέρω.»
Η φωνή της είχε γίνει σχεδόν ψίθυρος.
«Με τρόμαζε κάτι άλλο.»
Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε ελαφρά. «Τι;»
Η Ρουό-Σι τον κοίταξε κατάματα.
«Ότι πριν μάθουμε ποιοι ήμασταν,
είχαμε ήδη αποφασίσει ποιοι θέλαμε να είμαστε ο ένας για τον άλλον.»
Τα λόγια της έμειναν να αιωρούνται ανάμεσά τους.
«Και αυτό ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Γιατί τώρα δεν είναι πια όνειρο.»
Ούτε η φωνή της ούτε το βλέμμα της
έκρυβαν οτιδήποτε πλέον.
«Τώρα θυμάμαι εκείνη τη συζήτηση και
καταλαβαίνω πως δεν σε ρωτούσα για τη Σου-Σι.»
Τα μάτια της γυάλισαν.
«Σε ρωτούσα για μένα.»
Και για πρώτη φορά από τότε που
άρχισε την εξομολόγησή της, δεν προσπάθησε να κρυφτεί πίσω από ιστορίες,
οράματα ή φανταστικά πρόσωπα.
«Ήθελα να μάθω αν υπάρχει κάποιος
κόσμος όπου θα μπορούσες να με διαλέξεις πριν μάθεις ποια είμαι.»
Η Ρουό-Σι έμεινε για λίγο
σιωπηλή. Τα μάτια της ήταν χαμηλωμένα, καρφωμένα κάπου ανάμεσα στα χέρια της
και στις αναμνήσεις που πάλευε να βάλει σε τάξη.
«Εκείνο το βράδυ είχα ονειρευτεί κάτι ακόμη. Ή τουλάχιστον έτσι έλεγα
στον εαυτό μου.»
Ένα αχνό χαμόγελο πέρασε από το πρόσωπό της και χάθηκε σχεδόν αμέσως.
«Στο όνειρο βρισκόμουν στο παλιό δωμάτιο του Τσενγκ-Γουέι και της Γιάο
Γκουάνγκ. Βρσκόμουν εκεί ξαπλωμένη. Με λέγαν Σου-Σι. Με πλησίασες. Άπλωσα τα
χέρια μου. Το δωμάτιο άρχισε να αλλάζει.»
Έστρεψε το βλέμμα της προς το μέρος του.
«Ξύπνησα τότε. Δεν ήθελα να αφήσω το όνειρο να προχωρήσει. Κάθισα κοντά στο παράθυρο. Η
πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Πέρασες τότε μέσα. Κάτι στο βλέμμα σου με έκανε να νιώθω
πως ήταν σαν να με συναντούσες για πρώτη φορά. Στάθηκες απέναντί μου. «Σου-Σι;»
με ρώτησες.»
Μια μικρή παύση. «Σηκώθηκα αργά. «Δεν με αναγνωρίζεις;» σε ρώτησα.
Ο Γκούο Ρεν συνοφρυώθηκε. Οι αναμνήσεις του άρχισαν να μπερδεύονται.
Στιγμές από τα χωράφια, από το αρχοντικό, από συζητήσεις που είχε κάνει με τη
Ρουό-Σι, άρχισαν να ενώνονται με εικόνες της Σου-Σι.
«Ποια είσαι;» ψιθύρισες.
Σου χαμογέλασα λυπημένα. «Αυτό προσπαθείς να αποφασίσεις εδώ και καιρό.»
Εκείνος την κοίταξε σιωπηλά. Για πρώτη φορά δεν προσπάθησε να εξηγήσει
τίποτα. Δεν αναζήτησε λογική ούτε απαντήσεις. Η Ρουό-Σι άπλωσε το χέρι της. Στην
παλάμη της βρισκόταν ένα κόκκινο περιδέραιο. Το κρατούσε σαν να ήταν κάτι
εύθραυστο και πολύτιμο μαζί.
«Θυμάσαι;» τον ρώτησε. «Πήγες στην κασσετίνα της Γιάο Γκούανγκ και το
ξεδιάλεξες. Το πέρασες γύρω από τον λαιμό μου.»
Ο Γκούο Ρεν δεν ήξερε αν θυμόταν ένα γεγονός ή μόνο ένα συναίσθημα. Το
κόκκινο χρώμα έλαμψε σαν μικρή φλόγα. Σαν υπόσχεση, σαν όρκος, σαν αναγνώριση. Σαν
να παραδεχόταν πως, πίσω από όλα τα ονόματα, τις ιστορίες και τα μυστικά, έβλεπε
επιτέλους εκείνη που στεκόταν μπροστά του.
Η Ρουό-Σι χαμήλωσε το βλέμμα προς το περιδέραιο.
«Τρόμαξα. Γιατί ξαφνικά κατάλαβα πως τα όνειρα είναι επικίνδυνα όταν
αρχίζουν να μοιάζουν με αλήθεια. Και υπάρχουν άλλα που μένουν μαζί μας. Τόσο
έντονα, ώστε αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν ήταν ποτέ όνειρα.»
Ο Γκούο Ρεν δεν απάντησε. Έσκυψε το κεφάλι.
«Τότε σε άφησα και πήγα και
κοιμήθηκα στο δωμάτιό μου. Το άλλο πρωί ξύπνησες με πονοκέφαλο στην
κρεβατοκάμαρα των γονιών μας. Από τότε το φοράω συνέχεια.»
Τα μάτια της συνάντησαν τα δικά του.
«Κατάλαβα
πως δεν φοβόμουν το όνειρο.» Η φωνή της έγινε σχεδόν ψίθυρος. «Φοβόμουν ότι
ήθελα να είναι αληθινό.»
Τα λόγια έμειναν ανάμεσά τους. Και για πρώτη φορά από την αρχή της
εξομολόγησης, η Ρουό-Σι δεν μίλησε για τη Σου-Σι. Δεν μίλησε για όνειρα. Δεν
μίλησε για φανταστικούς ανθρώπους. Μόνο χαμήλωσε τα μάτια και είπε: «Ίσως γι'
αυτό δεν σου το είπα ποτέ τότε.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν πιο βαριά από κάθε
προηγούμενη. Έξω, το σκοτάδι είχε σχεδόν καταπιεί την αυλή. Μέσα στην αίθουσα
υπήρχαν μόνο οι δυο τους. Και όλα εκείνα που τόσον καιρό δεν τολμούσαν να
ονομάσουν.
Ο Γκούο Ρεν την κοιτούσε χωρίς να ξέρει τι να πιστέψει. Ήταν όνειρα; Ήταν
μνήμες; Ήταν φόβοι που είχαν φορέσει τη μορφή ονείρων; Δεν ήξερε. Αλλά για
πρώτη φορά κατάλαβε κάτι άλλο. Δεν είχε σημασία. Γιατί είτε είχαν συμβεί είτε
όχι, είχαν αλλάξει και τους δύο. Και καμία λήθη δεν μπορούσε πια να τους
επιστρέψει σε αυτό που ήταν πριν.
Ο Γκούο Ρεν πήρε από τα χέρια της
το κόκκινο περιδέραια και το φόρεσε στο λαιμό της. Τα γαλανά της μάτια
φωτίστηκαν. Δεν είπε λόγια, ούτε και εκείνη. Κάθε φραγμός κατέρρευσε. Ήταν μόνο δύο σώματα που περιέργως ποθούσαν το ένα
το άλλο. Δεν χρειαζόταν ούτε η επίδραση από το «δάκρυ του ονείρου» ούτε κάτι
άλλο να μεσολαβήσει. Ο κίνδυνος να χωριστούν για πάντα είχε παραμερίσει όλες
τις αναστολές. Είτε με συγγένεια του αίματος είτε χωρίς συγγένεια είχαν
αποφασίσει να παραμερίσουν κάθε τι. Έτσι θα πέρναγε η υπόλοιπη ζωή τους. Ο
Γκούο Ρεν θα συνέχιζε τα ταξίδια και τις επιθεωρήσεις του και εκείνη θα τον
περίμενε καρτερικά στο Λο Τζιανγκ. Όπως κάποτε η Γιάο Γκουάνγκ τον
Τσενγκ-Γουέι. Δεν θα αναρωτιόταν αν υπήρχαν στα μακρυνά κτήματα παλλακίδες.
Άρχοντας ήταν. Τρία νεογέννητα παιδιά, το ένα στη γη της «πέτρινης γυναίκας»
και τα άλλα δύο στο Νανγκού, θα περίμεναν τον Γκούο Ρεν να περνά κάποιες φορές
το χρόνο να τα βλέπει. Μαζί και οι μητέρες τους. Σα μικρό διάλειμμα από αυτή
την ασφυκτική σχέση. Η ειρωνεία ήταν ότι το μυστικό ήταν καλά θαμμένο στον τάφο
της Γιάο Γκουάνγκ. Επίσημα ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι ήταν αδέλφια. Άλλο αν δεν
έμοιαζαν.
ΤΕΛΟΣ
Τα
κεφάλαια
ΜΕΡΟΣ Α
η πρόταση
ο έγγαμος βίος
ο θάνατος του Τσενγκ-Γουέι
η χηρεία της Γιάο Γκουάνγκ
η αρρώστεια
η απότομη ανάληψη των ευθυνών
στην αρχή ήταν μικρά πράγματα
το βράδυ που εκείνος άργησε
η αναμονή που έγινε συνήθεια
οι συζητήσεις για ένα γάμο…
η σιωπηλή οικειότητα
οι επαφές στους εξωτερικούς χώρους
οι επαφές στο εσωτερικό του σπιτιού…
η καταιγίδα στις αποθήκες
τα τελευταία λόγια της Γιάο Γκουάνγκ…
η κηδεία της Γιάο Γκουάνγκ
το μυστικό του τάφου
η τυμβωρυχία
τα ομοιώματα που μιλούν
η αυτόκλητη εποπτεία
μόνοι με κάτι περίεργο ανάμεσά τους…
η
αλλαγή της στάσης της Ρουό-Σι
η σκηνή της ζήλειας
ανακαλύπτοντας νέους τρόπους
η παρουσία που απλώνεται τη νύχτα
οι ερωτήσεις που δεν ειπώθηκαν
τα σκηνοθετημένα μικρά ατυχήματα
οι καταστάσεις εγκλωβισμού
εντείνονται
η κατάληψη της κρεβατοκάμαρας των
γονέων
τα ξεχασμένα παραθυρόφυλλα
το σπίτι τη νύχτα και η μεταμόρφωσή του
το δάκρυ του ονείρου
ΜΕΡΟΣ Β
η πρόταση για την εξαγορά
το συμβούλιο
ο δρόμος για το Νανγκού
οι νέες προγραμματικές δηλώσεις
ο δρόμος για την επιστροφή στο Λο
Τζιάνγκ
η αποθήκη κοντά στο Νανγκού
η κοπέλλα με τα γαλάζια μάτια
μετά το πρώτο ταξίδι στο Νανγκού
στο όνειρο της Ρουό-Σι
το μυστικό σχέδιο της Ρουό-Σι
η απόφαση για επέκταση προς το
Νανγκού
ο αγοραστής
στη σκοτεινή αίθουσα με τα
ομοιώματα
ΜΕΡΟΣ Γ
με τα αργύρια της εκποίησης
η «πέτρινη γυναίκα»
στην αποθήκη της Α-Μέι
οι Επιστρέφοντες: η
φράξια της «οδού της Μεγάλης Ειρήνης»
ο Γκένγκ Ντο, η Σιαογιού και η Λιάν
η Γου Σία και ο Ζανγκ Κιν
ο Πενγκ Λου και η Γου Ζιάν
η Χου Λαν και ο Φενγκ-Ρεν
ο Τζάο Γιν και η Σι-Λιν
οι αγρότισσες με τα
περιδέραια
η δοκιμασία της σπηλιάς
η ανταλλαγή
στη γη του χαρτοπαίκτη
η τελική συμφωνία
η πρώτη συνάντηση του
Γκούο Ρεν με την Χε Τζι
η υπόσχεση και η
στήριξη
στα νεοαποκτηθέντα
νότια κτήματα του Νανγκού
ο κληρονόμος
η ευνοούμενη Χονγκ-Χουά
η ευνοούμενη Λινγκ-Λου
η ευνοούμενη Τσινγκ-Γιά
οι αποφάσεις στο ξύλινο
σπίτι των νότιων κτημάτων
η αγωνία μιας
μεταμφιεσμένης υπηρέτριας
η νύχτα με την
Χονγκ-Χουά
ΜΕΡΟΣ Δ
η επιστροφή από το
πρώτο κοινό ταξίδι
στη γη της «πέτρινης
γυναίκας»
η σκοτεινή είδηση
η Λιν Σουέ
μετά το θάνατο της Μπάι Λου
μέσα στη σπηλιά
το βράδυ πριν
την εξαφάνιση της Λιν Σουέ
η εξιχνίαση
η κατάθεση των δύο
γυναικών
η αυτόβουλη εμφάνιση
της Σου Τσιν
ο αναχωρητής απέναντι
στον Γκούο Ρεν
η κατάθεση του Λου Γκεν
ο Γκάο Πινγκ περνά το
κατώφλι του πέτρινου διοικητηρίου
η δεύτερη συνάντηση με
τον αναχωρητή
το περιβραχιόνιο
ο δικαστής Σεν Ζιγιουάν της Τσενγκντού
η απόπειρα της κλοπής
του πτώματος
ο άνθρωπος του
διοικητηρίου
η ποινή και η εκτέλεση
του Λιν Γιέ
η κάθαρση
η νύχτα με την Λινγκ-Λου
ΜΕΡΟΣ Ε
η επιστροφή του Γκούο
Ρεν
η στάση του Γκούο Ρεν στις
αποθήκες της Α-Μέι
πρώτα βρίσκεις γυναίκα
και μετά φτιάχνεις σπίτι
η στάση του Γκούο Ρεν στο
ανεγειρόμενο σπίτι του Τζου Μιν
η δεύτερη συνάντηση του
Γκούο Ρεν με την Χε Τζι
το γεύμα πριν την
αναχώρηση για το Λο Τζιάνγκ
εκείνο το βράδυ στο Λο
Τζιανγκ
η απόφαση
η συζήτηση στο τραπέζι
η γη των ενόχων
οι υποθετικές ερωτήσεις
το πρώτο «δάκρυ του
ονείρου»
το όνειρο του Γκούο Ρεν
σπρώχνοντας την μισάνοιχτη πόρτα
το δώρο
το επόμενο πρωί
το ξαφνικό κάλεσμα από
το Μπαϊλίν
επιστρέφοντας από το
Μπαϊλίν
ΜΕΡΟΣ ΣΤ
η αποπληρωμή του χρέους
η αναγνώριση ενός συμβόλου
η νυχτερινή στάθμευση
στην αποθήκη της Α-Μέι
ο συννεφιασμένος δρόμος
προς το Νανγκού
το παλιό ξεχασμένο πέτρινο
κτίσμα
ο Γκούο Ρεν και η
φιλοξενούμενή του
η αποκατάσταση των
κοριτσιών με τα κόκκινα περιδέραια
ο αγγελιαφόρος
η
ανακοίνωση στην «Κόκκινη Φλόγα»
η ανακοίνωση στην πρασινομάτα Λινγκ-Λου.
η
ανακοίνωση στην Τσινγκ-Για
η μέρα των συναντήσεων
ο προσκεκλημένος
ένα εγκαταλειμμένο
κτήμα αποκτά και πάλι ζωή
η Γου Σία ενώπιον του
Γκούο Ρεν
Ο Γκούο Ρεν συζητά με
τη φιλοξενούμενή του
μια επιπόλαια πρόταση
γάμου
η Χονγκ-Χουά ενώπιον
του Γκούο Ρεν
ο ανυπόμονος γαμβρός
η ανάθεση: Οι Νέοι
Επιστάτες
η επισφράγιση της ανάθεσης
ΜΕΡΟΣ Ζ
η νέα άφιξη του
εκπροσώπου του διοικητηρίου
πρωϊνό στα νότια
κτήματα
οι έρευνες στα κτήματα
ο εργάτης από το Γιανγκού
η νεαρή χήρα Σιανγκλίν από το Λανσί
ο εργάτης που σέβεται τα όρια της
ιδιοκτησίας
ο άνθρωπος με τα κατάστιχα
ένας γαμβρός για μια
νύφη με κρυμμένη μνήμη
η χαρμόσυνη αναγγελία
στην υποψήφια νύφη
κάποιες εκκρεμότητες
η σύσταση της Σιανγκλίν
η θέα από ψηλά
το αίτημα για τις δύο άνεργες παλλακίδες
η ανακοίνωση μιας επικείμενης σύλληψης
η εντολή για την πρόσληψη ενός υπαλλήλου
η σύλληψη του Χου Σι
η σφραγισμένη πόρτα
η αντιζηλία μάνας και κόρης
τα δάκρυα της χαρμολύπης
μια
φωτιά που δεν σβήνει
στο λαξευμένο βράχο της σπηλιάς
η μεταμόρφωση ενός νυφικού θαλάμου
η απολογία της
αμετανόητης Λου Λαν
όταν ο χρόνος δικαιώνει
τις αταίριαστες ενώσεις
η αναχώρηση του
ανθρώπου του διοικητηρίου
δύο απερχόμενες παλλακίδες σχολιάζουν
η μυστηριώδης «ασθένεια
του νου»
η νέα ζωή στη Νάμπου
οι ψίθυροι των γραφείων
τα πρώτα συμπτώματα
η
«νύχτα της διπλής αρμονίας»
ο κήπος των δύο γυναικών
η
προειδοποίηση
ο νεκρός άρχοντας
το λουτρό στον ποταμό
το
λύσιμο των κόκκινων περιδέραιων
ΜΕΡΟΣ Η
η πρόσληψη της νεαρής χήρας
Σιανγκλίν
η μυστική συνάντηση του
Γκούο Ρεν με τον Μινγκ Ζενγκ
η ειδοποίηση του Γκενγκ
Ντο
οι εικόνες στο μυαλό του Γκενγκ Ντο
το δίλημμα που χωρίζει μια οικογένεια
η ειδοποίηση του Ταν
Ζονγκλί
η ειδοποίηση των
αδελφών Φανγκ
η ειδοποίηση της Γου
Μέι
η ειδοποίηση του Σουν
Σεν
η ειδοποίηση του Λιου Κάι
η ειδοποίηση του Πενγκ
Λου
η ειδοποίηση της Λιν
Σου
η ειδοποίηση της Ταν
Τσουνχουά, της γυναίκας των χωραφιών
η ειδοποίηση της Ντουάν
Χου και της Γκου Μεϊγιού
από την τρυφερότητα στην ασίγαστη επιθυμία
η ειδοποίηση του Τζάο Γιν
όταν κάτι δεν είναι
γραφτό να γίνει…
σκέψεις μιας
μελλόνυμφης
το σχέδιο της
Χονγκ-Χουά
η αθώα μεσολάβηση της
Λανφέν
οι οδηγίες της μάνας
όταν κάτι αναβάλλεται…
δεν έχει νόημα να ξαναγίνει.
ένας νέος ρόλος για την
Χονγκ-Χουά
ο ξεριζωμός
η σύσκεψη των τεσσάρων στο
πέτρινο διοικητήριο
δύο αδέλφια
συζητούν
η Σου-Σι παρηγορεί τη
μικρή Λιάν
η δεύτερη συνάντηση του
Γκούο Ρεν με την Σιανγκλίν
η έλευση του περίεργου
γελωτοποιού
περπατώντας στα χωράφια
του Νανγκού
η κλοπή της Πιάο Γιουάν
μια ανακεφαλαίωση
ο γελωτοποιός, ο
αναχωρητής και ο Γκούο Ρεν
η υπόθεση της παλλακίδας Πιάο Γιουάν
η κάλυψη των κενών θέσεων
τα ευρήματα στα εγκαταλειμμένα σπίτια
τα ξυλόγλυπτα με τις «αδελφές ψυχές»
το κενό σπίτι του πατέρα και της πρωτότοκης
το κοινό γεύμα
ΜΕΡΟΣ Θ
ο δρόμος της επιστροφής
η στάση στο μικρό
απόμερο κτήμα
το μωβ ρύζι
μέσα στο «δάκρυ του
ονείρου»
οι εφιάλτες της
αβεβαιότητας
η Ρουό-Σι στο δειλινό
της επόμενης μέρας
η διακοπή της κύησης
ΜΕΡΟΣ Ι
τόση βιασύνη για
μισοτελειωμένες αποθήκες και ακαλλιέργητα κτήματα…
στο βράχο της «πέτρινης
γυναίκας»
ο χορός με τις μάσκες
οι εννέα νύχτες
πηγαίνοντας μόνος για
το Νανγκού
το λουτρό της κάθαρσης
στο ξύλινο σπίτι της
χήρας Σιανγκλίν
η γέννηση μιας νέας
Σιανγκλίν
τα δεδομένα της νέας
κατάστασης
η εκδίωξη της Ταν Τσουνχουά
η επιθεωρήτρια των
μεταξοσκωλήκων
στο εργαστήριο των
μεταξοσκωλήκων
η ανάγκη για έλεγχο
όλων των κτημάτων
τα τρία πράσινα
μενταγιόν
ΜΕΡΟΣ ΙΑ
η ομηρεία
η νύχτα της
απελευθέρωσης
Πρόσωπα και Τόποι
Πρόσωπα:
Ντου
Τσενγκ-Γουέι: κτηματίας
(κτήματα σε Λο Τζιάνγκ, Σιαοχέ, Μπαϊλίν,
Νανγκού)
/
1582: γέννηση
/
1619: ανύπαντρος (συνάντηση με Γουάνγκ Χουλίν)
/
1620: γάμος (38 ετών)
/
1621: γέννηση Γκούο Ρεν / 1624: γέννηση Ρούο Σι
/
1641: πεθαίνει 59 ετών
Γιάο
Γκουάνγκ: σύζυγος (Μπαϊλίν)
/
1603: γέννηση
/
1620: γάμος (17 ετών)
/
1621: γέννηση Γκούο Ρεν (18 ετών)
/
1624: γέννηση Ρουό-Σι (21 ετών)
/
1641: χήρα (38 ετών)
/
1643: πεθαίνει 40 ετών
Γιν Τσεν-Λου: πατέρας της
Λιν Σου-Ζεν: μητέρα της
Ρου-Λιν: μικρότερη αδελφή της Γιάο Γκουάνγκ
Σιάο-Μέι: μικρότερη αδελφή της Γιάο Γκουάνγκ
Γκούο
Ρεν: γιος
/
1621: γέννηση
/
1641: 20 ετών
/
1643: 22 ετών
/
1644: 23 ετών)
Ρουό-Σι:
κορη
/
1624: γέννηση 3 χρόνια μικρότερη)
/
1641: 16 ετών
/
1643: 19 ετών) [Σου-Σι]
/
1644: 20 ετών)
Τσεν
Μπινγκ: ο πιστός επιστάτης
Λάο
Σου: η πιστή υπηρέτρια
Σου
Γουέν-Χάο: ο ερωτευμένος τυμβωρύχος
/1640:
εκείνος 32 ετών, η Γιάο Γκουάνγκ 37 ετών (γιορτή των Φαναριών)
/
1641: εκείνος 33 ετών (χηρεία Γιάο Γκουάνγκ: 38 ετών)
/
1643: εκείνος 35 ετών (κηδεία Γιάο
Γκουάνγκ)
Σου Γιουέ-Λιν: ο πατέρας του, μεγαλέμπορος
Τανγκ
Ζι-Λαν: η όμορφη ψηλή από το Μπαϊλίν (η διεκδικήτρια)
Λάο
Νινγκ: γριά: θεραπεύτρια, μαμή, βοτανολόγος, (Λο Τζιανγκ)
Χούι Τσενγκ: η γυρολόγα, προμηθεύτρια βρεφών
Σαϊρίν:
η βιολογική μητέρα της Ρουό-Σι (Σονγκπάν)
Σεν
Γουτάι: πλούσιοςς έμπορος αλόγων (βιολογικός πατέρας της Ρουό-Σι) από τη
Σονγκπάν
Λι
Τζενγκ: μεσίτης πρόταση εξαγοράς (Νανγκού)
Χουάνγκ
Σι-Ντε: ενδιαφερόμενος αγοραστής
Χουυάνγκ
Γιέν: ο πρώτος ιδιοκτήτης Νανγκού, άκληρος
Λι
Σαν: 35 ετών (το 1643) επιστάτης στο Νανγκού
έχει
αναλάβει 7 χρόνια ως επιστάτης
Γουάνγκ
Λιου: ο πρώτος επιστάτης Νανγκού (θείος
του)
Χε
Τζι: τέως ευνοούμενη Τσενγκ-Γουέι (Μπαϊσούι)
(σχέση με ετεροθαλή αδελφό της Λιν Τάο)
(1643: τελετουργία ανθοφορίας γης με Γκούο
Ρεν)
Λιν
Τάο: ο συμβιώσας μαζί της, ετεροθαλής αδελφός
χρονολόγιο
είναι:
/
1609: γέννηση Χε Τζι
/
1627: 18 ετών φτάνει στο Νανγκού.
/
1627–1629: 18 έως 20 ετών: σχέση με
Τσενγκ-Γουέι.
/
1629–1635: έξι χρόνια χωρίς ερωτική σχέση .
/
1635 περίπου: 26 ετών γίνεται ζευγάρι με Λιν-Τάο.
/
1635–1641 : περίπου έξι χρόνια ερωτικής και συντροφικής σχέσης με Λιν Τάο.
/
1641: 32 ετών πεθαίνει ο Λιν Τάο.
/
1643: 34 ετών. σχέση με Γκούο Ρεν
Ντουάν
Χου: αγρότισσα, ομοφυλόφιλη, Νανγκού, «Επιστρέφοντες», αναχωρεί
Γκου
Μεϊγιού: η ερωμένη της ομοφυλόφιλη (25
ετών στα 1643), αναχωρεί
1635:
η ερωτική συνεύρεσή τους: 8 χρόνια πριν το 1643
η Ντουάν Χου (τότε 40 ετών)
η Γκου Μεϊγιού (τότε 17 ετών)
Μάο
Τζουν: αποθήκη, (50 χλμ από Νανγκού) ο πατέρας
Α-Μέι:
η μάνα στην πρώτη αποθήκη (50 χιλιόμετρα από Νανγκού)
Μάο
Γινγκ: γιος
Χου
Σι: εργάτης (Νανγκού από το Χε Τζιενγκ) (σπήλαιο)
Λου
Λαν: η κόρη του Χου Σι (σπήλαιο)
Μπάο-Τζεν:
η σύζυγος Χου Σι, αντιπαλότητα με κόρη
«Επιστρέφοντες» 1: (ζεύγη)
Γκενγκ
Ντο: πατέρας με δύο κόρες (17 ετών σχέση)
Γκενγκ
Σιαογιού: πρωτότοκη κόρη του, αποφασιστική
Γκενγκ
Λιάν: δευτερότοκη κόρη του ονειροπόλα
Ναν Φενγκ: άπιστη σύζυγος Γκενγκ Ντο (τους
αφήνει)
Γου
Σία: εύπορη από την πόλη Χανγκζού
Ζανγκ
Κιν: γιος της αδελφής της
Πενγκ
Λου: από χωριό Ντονγκτζιάνγκ
Γου
Ζιάν: κόρη της γυναίκας του (από πρώτο γάμο)
Χου
Λαν: χήρα 27 ετών (Τσανγκτσένγκ)
Χου Γιάνγκ: σύζυγός της, έμπορος (7 έτη
γάμου)
Χου
Φενγκ-Ρεν: μικρότερος αδελφός του άντρα της, 22 ετών
Τζάο
Γιν: ληστής
Σι-Λιν:
γερασμένη παλλακίδα,
(Μέι-Χουά: η παλλακίδα, μητέρα του Τζάο Γιν)
( Γουάνγκ Τσου-Λι: σωματέμπορας οίκου χαράς)
Τζου
Μιν: κτηματίας στο Νανγκού (ανταλλαγή γης)
Τζου
Γιέν: εικοσάχρονος γιος του
οι
παλλακίδες «ευνοούμενες» στο Νανγκού
Χονγκ-Χουά
(κόκκινη φλόγα): παλλακίδα Νανγκού
/
1621: γέννηση σο Σανγκσί (όνομα: Μινγκγιέ)
την
ονομάζει «Χονγκ-Χουά»: ο Τσενγκ-Γουέι
1639:
η βασική παλλακίδα τα τελευταία δύο χρόνια πριν πεθάνει ο Τσενγκ-Γουέι (57 ετών
ο Τσενγκ-Γουέι)
1643:
σχέση με Γκούο Ρεν (2 φάσεις)
Λινγκ-Λου:
η πρασινομάτα μελαχροινή παλλακίδα από το Τσινγκσούι
(1639:φθάνει
18 ετών, ο Τσενγκ-Γουέι, τότε 57 ετών)
η συμπληρωματική παλλακίδα τα τελευταία δύο
χρόνια πριν πεθάνει ο Τσενγκ-Γουέι
1643:
μία ερωτική συνάντηση με Γκούο Ρεν
1643:
παλλακίδα του ανθρώπου του διοκητηρίου
Τσινγκ-Για:
η μικρόσωμη παλλακίδα (από Σιάο-Λιν)
1637:
ήρθε 16 ετών, σχέση με Τσενγκ-Γουέι 55 ετών,
1637-1638:
2 χρόνια αποκλειστική παλλακίδα,
μετά
παραμερίζεται από τις Χονγκ-Χουά και Λινγκ-Λου.
1641:
θάνατος Τσενγκ-Γουέι πεθαίνει 59 ετών)
1643:
παλλακίδα του ανθρώπου του διοικητηρίου
Τσιν-Ρου:
παλλακίδα που τη χαρίζει σε ανώτερο επιθεωρητή των αυτοκρατορικών αποθηκών
σιτηρών,
τον παντρεύεται στη Σουτσόου
Πιάο
Γιουάν: παλλακίδα του Τσενγκ-Γουέι, από το χωριό Τζου-Σαν (επί επιστάτη Γουάνγκ
Λιού) (12 χρόνια πριν το 1643, δηλαδή το: 1631)
Ρεν Λιάνγκ: ο αξιωματικός που κλέφθηκε μαζί
του (άδοξο τέλος, τρέλλα)
Λιν
Σουέ: η κοπέλα που αυτοκτονεί (βιασμένη)
Λιν
Γιέ: ο πατέρας (βιαστής)
Γκάο
Πινγκ: ενδιαφερόμενος για την Λιν Σουέ
Γουέν-Σιού:
η μητέρα του Γκάο Πινγκ
Γκάο
Τζιούν: ο πατέρας του Γκάο Πινγκ
Γκάο
Λιανγκ: μικρότερος αδερφός
/ 1643: 17 ετών σχέση με Ταν Τσουνχουά
(σύφιλη)
Σου
Τσιν: γυναίκα στο Νανγκού
Μα
Τονγκ: ο άντρας της (εργάτης Νανγκού)
Μινγκ
Ζενγκ (φωτεινή αλήθεια): ο αναχωρητής
24 χρόνια στο Νανγκού (τέως λογιστής
κτημάτων) στα 1643 είναι 56 ετών (πήγε το: 1621, τότε 32 ετών)
Σεν Ζιγιουάν: το πραγματικό όνομα, δικαστής
στην Τσενγκντού (την εγκαταλείπει 31 ετών)
Τσεν
Τζιάν: ο προετοιμαστής (φεύγει: 1643 ίσως 1642)
Λου
Γκεν: ο αγρότης με το τελευταίο σπίτι (Νανγκού)
ο
άνθρωπος του διοικητηρίου (από τη Νάμπου)
Γουέι Τζιαν (ο πράκτοράς του)
Γουέι Νταο-Λιν:: (ο υποτιθέμενος πατέρας του πράκτορα),
αυτοκρατορικός επιθεωρητής μεταφορών αλατιού
Σεν Γιουάν: ο ταοϊστής γέρος
Φαν Σι: ο ηλικιωμένος γραφέας στο διοικητήριο
Σεν
Λούο: χήρος, εργάτης στο Νανγκού
Τζιν
Χουάν: νέος, εργάτης στο Νανγκού
Γιουέ-Σιν:
εργάτρια στο Νανγκού
Σιανγκλίν:
νεαρή χήρα (από το Λανσί / τρία χρόνια στο Νανγκού, παλλακίδα του Γκούο Ρεν)
/
1643: σχέση με Γκούο Ρεν, ίσως ένα χρόνο μεγαλύτερη
γριά
Λανφέν: η κουτσομπόλα του Νανγκού
Επιστρέφοντες 2: αποχωρήσεις και παραμονή
Ταν
Ζονγκλί: 50 ετών, χήρος, άτεκνος, μέλος αίρεσης, αναχωρεί (αποθήκη σιτηρών)
Φανγκ
Γιτιάν: μέλος αίρεσης, θαρραλέος, νέος, ξυλοκόπος, μεταφορέας, ξυλουργός αναχωρεί
Φανγκ
Σεν: μέλος αίρεσης, αδελφός του, ξυλοκόπος, μεταφορέας, ξυλουργός, παραμένει
Γου
Μέι: μέλος αίρεσης, παραμένει
Λιου
Κάι: νέος, 23 ετών, αγωγιάτης, μέλος αίρεσης, θαυμαστής Μινγκ Ζεν, πατρικό
υποκατάστατο, παραμένει
Λιν
Σου: μέλος αίρεσης, χήρα, ερωτευμένη με Μινγκ Ζενγκ, παραμένει
Ταν
Τσουνχουά: 28 ετών, μέλος αίρεσης, η «γυναίκα των χωραφιών», νυμφομανής, παραμένει
/
1643: 28 ετών, κολλάει σύφιλη, τη μεταδίδει στο Γκάο Λιανγκ (εκείνος τότε 17
ετών)
Σουν
Σεν: μέλος αίρεσης, εργάτης του ρυζιού, αναχωρεί (2 γιοι, μία μικρή κόρη)
Ζόου-Σιαν:
η γυναίκα του, φανατική, αναχωρεί
χαρτοπαίκτης
(χωρίς όνομα)
Λινγκ:
μεγαλύτερη κόρη του χαρτοπαίκτη
Μινγκ-Τζου:
μικρότερη κόρη του χαρτοπαίκτη
Ξιού:
αδελφή του χαρτοπαίκτη
Ουγιάνγκ
Φενγκίν: η «επισκέπτρια» κόρη, η «επισκέπτρια» ερωτευμένη με Τσενγκ-Γουέι
1627:
σχέση Φενγκίν με Τσενγκ-Γουέι σε Νανγκού και Τσινγκσέν (χρήση «δάκρυ του
ονείρου»)
ο
ΝτουΤσενγκ-Γουέι ήταν τότε 45 ετών.
Εκείνη τότε περίπου στα 20.
(Το 1643 αφήγηση της Γου Σία: πριν 16 χρόνια)
Ουγιάνγκ
Σου: πατέρας της, επόπτης
Ουγιάνγκ
Γιουέν: μητέρα της
οι τόποι
Σιαοχέ
Μπαϊλίν
Λο
Τζιανγκ (η έδρα)
η
γη της πέτρινης γυναίκας (40 χλμ από το Λο Τζιανγκ)
οι
αποθήκες της Α-Μέι (50 χλμ από Νανγκού)
απόσταση των δύο αποθηκών: 30 χλμ
το
κτήμα με το μικρό πέτρινο σπίτι (30 χλμ από Νανγκού)
απόσταση μικρού κτήματος με Α-Μέι: 20 χλμ
Νανγκού
(Λο Τζιανγκ-Νανγκού: 120 χλμ)
Νάμπου
(πόλη)
πόλεις
προς τα ανατολικά:
το
Νανγκού βρίσκεται 120 χλμ. ανατολικά του Λο Τζιανγκ
Σινγκσέν
(Xingshen) – «Ανατέλλουσα Ευημερία»
περίπου
100 χλμ ανατολικά του Νανγκού
ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ
[ ανάρτηση 4 Ιουνίου 2026 :
το δάκρυ του ονείρου
σκηνογραφημένη νουβέλα
2026
part iii
τεχνητή Πεζογραφία ]
υπερσύνδεση για το part i
το
δάκρυ του ονείρου σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 part i. τεχνητή Πεζογραφία
υπερσύνδεση για το part ii
το
δάκρυ του ονείρου σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 part ii. τεχνητή Πεζογραφία
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου