Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

το δάκρυ του ονείρου Περίληψη και Πρόσωπα σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 τεχνητή Πεζογραφία

 


το δάκρυ του ονείρου

Περίληψη και Πρόσωπα

σκηνογραφημένη νουβέλα 2026

τεχνητή Πεζογραφία

 

 

 

 

Τα κεφάλαια της νουβέλας

 

ΜΕΡΟΣ Α

 

η πρόταση

ο έγγαμος βίος

ο θάνατος του Τσενγκ-Γουέι 

η χηρεία της Γιάο Γκουάνγκ

η αρρώστεια  

  η απότομη ανάληψη των ευθυνών

  στην αρχή ήταν μικρά πράγματα

  το βράδυ που εκείνος άργησε

  η αναμονή που έγινε συνήθεια

  οι συζητήσεις για ένα γάμο… 

  η σιωπηλή οικειότητα

  οι επαφές στους εξωτερικούς χώρους

  οι επαφές στο εσωτερικό του σπιτιού…

  η καταιγίδα στις αποθήκες

  τα τελευταία λόγια της Γιάο Γκουάνγκ…

η κηδεία της Γιάο Γκουάνγκ  

το μυστικό του τάφου

η τυμβωρυχία  

τα ομοιώματα που μιλούν 

η αυτόκλητη εποπτεία

μόνοι με κάτι περίεργο ανάμεσά τους…

   η αλλαγή της στάσης της Ρουό-Σι  

   η σκηνή της ζήλειας

   ανακαλύπτοντας νέους τρόπους

   η παρουσία που απλώνεται τη νύχτα

   οι ερωτήσεις που δεν ειπώθηκαν

   τα σκηνοθετημένα μικρά ατυχήματα

   οι καταστάσεις εγκλωβισμού εντείνονται

   η κατάληψη της κρεβατοκάμαρας των γονέων

   τα ξεχασμένα παραθυρόφυλλα

   το σπίτι τη νύχτα και η μεταμόρφωσή του

το δάκρυ του ονείρου

 

 

ΜΕΡΟΣ Β

 

η πρόταση για την εξαγορά

το συμβούλιο

ο δρόμος για το Νανγκού

οι νέες προγραμματικές δηλώσεις  

ο δρόμος για την επιστροφή στο Λο Τζιάνγκ

η αποθήκη κοντά στο Νανγκού

η κοπέλλα με τα γαλάζια μάτια

μετά το πρώτο ταξίδι στο Νανγκού

στο όνειρο της Ρουό-Σι

το μυστικό σχέδιο της Ρουό-Σι

η απόφαση για επέκταση προς το Νανγκού

ο αγοραστής

στη σκοτεινή αίθουσα με τα ομοιώματα

 

 

ΜΕΡΟΣ Γ

 

με τα αργύρια της εκποίησης

η «πέτρινη γυναίκα»

στην αποθήκη της Α-Μέι  

οι Επιστρέφοντες: η φράξια της «οδού της Μεγάλης Ειρήνης»

   ο Γκένγκ Ντο, η Σιαογιού και η Λιάν

   η Γου Σία και ο Ζανγκ Κιν

   ο Πενγκ Λου και η Γου Ζιάν

   η Χου Λαν και ο Φενγκ-Ρεν

   ο Τζάο Γιν και η Σι-Λιν

οι αγρότισσες με τα περιδέραια

η δοκιμασία της σπηλιάς

η ανταλλαγή

στη γη του χαρτοπαίκτη

η τελική συμφωνία

η πρώτη συνάντηση του Γκούο Ρεν με την Χε Τζι

η υπόσχεση και η στήριξη

στα νεοαποκτηθέντα νότια κτήματα του Νανγκού 

ο κληρονόμος

  η ευνοούμενη Χονγκ-Χουά

  η ευνοούμενη Λινγκ-Λου

  η ευνοούμενη Τσινγκ-Γιά

οι αποφάσεις στο ξύλινο σπίτι των νότιων κτημάτων 

η αγωνία μιας μεταμφιεσμένης υπηρέτριας 

η νύχτα με την Χονγκ-Χουά

 

 

ΜΕΡΟΣ Δ

 

η επιστροφή από το πρώτο κοινό ταξίδι 

στη γη της «πέτρινης γυναίκας»

η σκοτεινή είδηση

η Λιν Σουέ

  μετά το θάνατο της Μπάι Λου

  μέσα στη σπηλιά

  το βράδυ πριν  την εξαφάνιση της Λιν Σουέ

η εξιχνίαση

η κατάθεση των δύο γυναικών

η αυτόβουλη εμφάνιση της Σου Τσιν

ο αναχωρητής απέναντι στον Γκούο Ρεν

η κατάθεση του Λου Γκεν

ο Γκάο Πινγκ περνά το κατώφλι του πέτρινου διοικητηρίου

η δεύτερη συνάντηση με τον αναχωρητή

   το περιβραχιόνιο

   ο δικαστής Σεν Ζιγιουάν της Τσενγκντού

η απόπειρα της κλοπής του πτώματος

ο άνθρωπος του διοικητηρίου

η ποινή και η εκτέλεση του Λιν Γιέ

η κάθαρση

η νύχτα με την Λινγκ-Λου

 

 

ΜΕΡΟΣ Ε

 

η επιστροφή του Γκούο Ρεν  

η στάση του Γκούο Ρεν στις αποθήκες της Α-Μέι

πρώτα βρίσκεις γυναίκα και μετά φτιάχνεις σπίτι

η στάση του Γκούο Ρεν στο ανεγειρόμενο σπίτι  του Τζου Μιν 

η δεύτερη συνάντηση του Γκούο Ρεν με την Χε Τζι

το γεύμα πριν την αναχώρηση για το Λο Τζιάνγκ

εκείνο το βράδυ στο Λο Τζιανγκ

   η απόφαση

   η συζήτηση στο τραπέζι

   η γη των ενόχων

   οι υποθετικές ερωτήσεις

το πρώτο «δάκρυ του ονείρου»

   το όνειρο του Γκούο Ρεν

   σπρώχνοντας την μισάνοιχτη πόρτα

   το δώρο

   το επόμενο πρωί

το ξαφνικό κάλεσμα από το Μπαϊλίν

επιστρέφοντας από το Μπαϊλίν

 

 

ΜΕΡΟΣ  ΣΤ

 

η αποπληρωμή του χρέους

   η αναγνώριση ενός συμβόλου

η νυχτερινή στάθμευση στην αποθήκη της Α-Μέι

ο συννεφιασμένος δρόμος προς το Νανγκού

το παλιό ξεχασμένο πέτρινο κτίσμα  

ο Γκούο Ρεν και η φιλοξενούμενή του

η αποκατάσταση των κοριτσιών με τα κόκκινα περιδέραια

ο αγγελιαφόρος

   η ανακοίνωση στην «Κόκκινη Φλόγα»

   η ανακοίνωση στην πρασινομάτα Λινγκ-Λου.

   η ανακοίνωση στην Τσινγκ-Για

η μέρα των συναντήσεων

ο προσκεκλημένος

ένα εγκαταλειμμένο κτήμα αποκτά και πάλι ζωή

η Γου Σία ενώπιον του Γκούο Ρεν

Ο Γκούο Ρεν συζητά με τη φιλοξενούμενή του

μια επιπόλαια πρόταση γάμου

η Χονγκ-Χουά ενώπιον του Γκούο Ρεν

ο ανυπόμονος γαμβρός

η ανάθεση: Οι Νέοι Επιστάτες

   η επισφράγιση της ανάθεσης

 

 

ΜΕΡΟΣ Ζ

 

η επιστροφή του ανθρώπου του διοικητηρίου

η άφιξη του εκπροσώπου του διοικητηρίου

πρωϊνό στα νότια κτήματα

οι έρευνες στα κτήματα

   ο εργάτης από το Γιανγκού

   η νεαρή χήρα Σιανγκλίν από το Λανσί

   ο εργάτης που σέβεται τα όρια της ιδιοκτησίας

   ο άνθρωπος με τα κατάστιχα

ένας γαμβρός για μια νύφη με κρυμμένη μνήμη

η χαρμόσυνη αναγγελία στην υποψήφια νύφη

κάποιες εκκρεμότητες

     η σύσταση της Σιανγκλίν

     η θέα από ψηλά

     το αίτημα για τις δύο άνεργες παλλακίδες

     η ανακοίνωση μιας επικείμενης σύλληψης

     η εντολή για την πρόσληψη ενός υπαλλήλου

η σύλληψη του Χου Σι

η σφραγισμένη πόρτα

   η αντιζηλία μάνας και κόρης

   τα δάκρυα της χαρμολύπης

   μια φωτιά που δεν σβήνει

   στο λαξευμένο βράχο της σπηλιάς

   η μεταμόρφωση ενός νυφικού θαλάμου

η απολογία της αμετανόητης Λου Λαν

όταν ο χρόνος δικαιώνει τις αταίριαστες ενώσεις

η αναχώρηση του ανθρώπου του διοικητηρίου

   δύο απερχόμενες παλλακίδες σχολιάζουν

η μυστηριώδης «ασθένεια του νου»

   η νέα ζωή στη Νάμπου 

   οι ψίθυροι των γραφείων

   τα πρώτα συμπτώματα

   η «νύχτα της διπλής αρμονίας»

   ο κήπος των δύο γυναικών

   η προειδοποίηση

   ο νεκρός άρχοντας

   το λουτρό στον ποταμό

   το λύσιμο των κόκκινων περιδέραιων 

 

 

ΜΕΡΟΣ Η

 

η πρόσληψη της νεαρής χήρας Σιανγκλίν

η μυστική συνάντηση του Γκούο Ρεν με τον Μινγκ Ζενγκ

η ειδοποίηση του Γκενγκ Ντο

   οι εικόνες στο μυαλό του Γκενγκ Ντο

   το δίλημμα που χωρίζει μια οικογένεια

η ειδοποίηση του Ταν Ζονγκλί

η ειδοποίηση των αδελφών Φανγκ

η ειδοποίηση της Γου Μέι

η ειδοποίηση του Σουν Σεν

η ειδοποίηση του Λιου Κάι

η ειδοποίηση του Πενγκ Λου

η ειδοποίηση της Λιν Σου

η ειδοποίηση της Ταν Τσουνχουά, της γυναίκας των χωραφιών

η ειδοποίηση της Ντουάν Χου και της Γκου Μεϊγιού

  από την τρυφερότητα στην ασίγαστη επιθυμία

η ειδοποίηση του Τζάο Γιν

όταν κάτι δεν είναι γραφτό να γίνει…

σκέψεις μιας μελλόνυμφης

το σχέδιο της Χονγκ-Χουά

η αθώα μεσολάβηση της Λανφέν

οι οδηγίες της μάνας

όταν κάτι αναβάλλεται… δεν έχει νόημα να ξαναγίνει.

ένας νέος ρόλος για την Χονγκ-Χουά

ο ξεριζωμός

η σύσκεψη των τεσσάρων στο πέτρινο διοικητήριο

δύο αδέλφια συζητούν 

η Σου-Σι παρηγορεί τη μικρή Λιάν

η δεύτερη συνάντηση του Γκούο Ρεν με την Σιανγκλίν

η έλευση του περίεργου γελωτοποιού

περπατώντας στα χωράφια του Νανγκού 

   η κλοπή της Πιάο Γιουάν

   μια ανακεφαλαίωση

ο γελωτοποιός, ο αναχωρητής και ο Γκούο Ρεν

   η υπόθεση της παλλακίδας Πιάο Γιουάν     

   η κάλυψη των κενών θέσεων

   τα ευρήματα στα εγκαταλειμμένα σπίτια

   τα ξυλόγλυπτα με τις «αδελφές ψυχές»

   το κενό σπίτι του πατέρα και της πρωτότοκης

το κοινό γεύμα

 

 

ΜΕΡΟΣ Θ

 

ο δρόμος της επιστροφής

η στάση στο μικρό απόμερο κτήμα

το μωβ ρύζι

μέσα στο «δάκρυ του ονείρου»

οι εφιάλτες της αβεβαιότητας 

η Ρουό-Σι στο δειλινό της επόμενης μέρας

η διακοπή της κύησης

 

ΜΕΡΟΣ Ι

 

τόση βιασύνη για μισοτελειωμένες αποθήκες και ακαλλιέργητα κτήματα…

στο βράχο της «πέτρινης γυναίκας»

ο χορός με τις μάσκες

οι εννέα νύχτες

πηγαίνοντας μόνος για το Νανγκού

το λουτρό της κάθαρσης

στο ξύλινο σπίτι της χήρας Σιανγκλίν

η γέννηση μιας νέας Σιανγκλίν

τα δεδομένα της νέας κατάστασης

   η εκδίωξη της Ταν Τσουνχουά

η επιθεωρήτρια των μεταξοσκωλήκων

στο εργαστήριο των μεταξοσκωλήκων

η ανάγκη για έλεγχο όλων των κτημάτων

τα τρία πράσινα μενταγιόν

 

 

ΜΕΡΟΣ ΙΑ

 

η ομηρεία

η νύχτα της απελευθέρωσης 

 

 

 

 

 

Περίληψη ανά κεφάλαιο

 

 

ΜΕΡΟΣ Α

 

(Εισαγωγή):

    Ο Ντου Τσενγκ-Γουέι ήταν ισχυρός και πλούσιος γαιοκτήμονας στην περιοχή του Λο Τζιάνγκ, γνωστός για την αυστηρότητα και την επιβολή του. Παντρεύτηκε τη Ντου Γιάο Γκουάνγκ από το χωριό Μπαϊλίν, η οποία θεωρούνταν η ομορφότερη γυναίκα της περιοχής. Η Γιάο Γκουάνγκ μεγάλωσε σε οικογένεια με κύρος, με πατέρα τον σοβαρό Γιν Τσεν-Λου και μητέρα τη Λιν Σου-Ζεν, από την οποία κληρονόμησε την ομορφιά της. Είχε δύο μικρότερες αδελφές, τη Γιάο Ρου-Λίν και τη Γιάο Σιάο-Μέι, που ζούσαν στη σκιά της.

   Από μικρή, η Γιάο Γκουάνγκ ένιωθε πως δεν ανήκε στη συνηθισμένη ζωή του χωριού και πίστευε ότι προοριζόταν για κάτι ανώτερο. Ήταν ψυχρή και απόμακρη με τους ανθρώπους, χωρίς όμως να γίνεται σκληρή. Η παρουσία της ενέπνεε θαυμασμό και σεβασμό. Δεν ενδιαφερόταν για την αγάπη ή τη συναισθηματική αφοσίωση, αλλά θεωρούσε τον γάμο μέσο κοινωνικής ανόδου, δύναμης και εξουσίας. Για αυτό επιδίωκε να παντρευτεί έναν άντρα αντάξιο της ομορφιάς και των φιλοδοξιών της.

 

η πρόταση

   Στο Μπαϊλίν, οι γάμοι θεωρούνταν συμφωνίες δύναμης και κύρους. Για αυτό, όταν οι προξενητάδες του Ντου Τσενγκ-Γουέι επισκέφθηκαν το σπίτι του Γιν Τσεν-Λου για να ζητήσουν τη Γιάο Γκουάνγκ, κανείς δεν ξαφνιάστηκε. Η ομορφιά και η φήμη της είχαν ήδη γίνει γνωστές παντού. Στην πρώτη επίσκεψη, οι άνθρωποι του Ντου Τσενγκ-Γουέι έφεραν πολύτιμα δώρα, όμως η Γιάο Γκουάνγκ δεν έδειξε εντυπωσιασμένη και δεν έδωσε απάντηση, παρότι οι γονείς της θεωρούσαν την πρόταση εξαιρετική.

   Λίγες εβδομάδες αργότερα, οι προξενητάδες επέστρεψαν με ακόμη πιο ακριβά δώρα και επίσημα έγγραφα για την ένωση των δύο οικογενειών. Παρόλο που όλο το χωριό πίστευε ότι ο γάμος είχε ήδη συμφωνηθεί, η Γιάο Γκουάνγκ συνέχισε να κρατά αποστάσεις και να δείχνει ότι τίποτα δεν ήταν αρκετό για εκείνη. Η στάση της έκανε τους γονείς της να ανησυχούν, επειδή καταλάβαιναν ότι δεν ακολουθούσε τον συνηθισμένο ρόλο των γυναικών.

   Στην τρίτη επίσκεψη εμφανίστηκε ο ίδιος ο Ντου Τσενγκ-Γουέι, φέρνοντας μαζί του ακόμη περισσότερα πλούτη και έναν τίτλο ιδιοκτησίας γης γραμμένο στο όνομα της Γιάο Γκουάνγκ. Η πράξη αυτή θεωρήθηκε μεγάλη τιμή και αναγνώριση της αξίας της. Τότε, για πρώτη φορά, η Γιάο Γκουάνγκ χαμογέλασε, δείχνοντας ότι αποδεχόταν την πρόταση. Έτσι, ο γάμος τους οριστικοποιήθηκε όχι από την επιθυμία των οικογενειών, αλλά από τη στιγμή που εκείνη ένιωσε πως η αξία και η δύναμή της είχαν αναγνωριστεί πλήρως.

 

ο έγγαμος βίος

   Η Γιάο Γκουάνγκ παντρεύτηκε τον Ντου Τσενγκ-Γουέι, έναν από τους ισχυρότερους γαιοκτήμονες της περιοχής, και ο γάμος τους έγινε θέμα συζήτησης σε όλο το Μπαϊλίν. Οι γονείς της θεώρησαν τον γάμο επιβεβαίωση της αξίας της οικογένειας, ενώ οι αδελφές της είδαν σε αυτόν ευκαιρίες για το μέλλον τους. Η ίδια όμως δεν ένιωσε θρίαμβο, αλλά μια ήρεμη βεβαιότητα ότι είχε φτάσει στη θέση που της άξιζε.

   Μετά τον γάμο, η Γιάο Γκουάνγκ απομακρύνθηκε ακόμη περισσότερο από την πατρική της οικογένεια και έγινε μια σχεδόν απρόσιτη μορφή. Η παρουσία της προκαλούσε σεβασμό και δέος, ενώ ακόμη και οι δικοί της άνθρωποι τη πλησίαζαν με προσοχή. Για τον Ντου Τσενγκ-Γουέι, η σύζυγός του δεν ήταν απλώς μια όμορφη γυναίκα, αλλά πηγή κύρους και ανωτερότητας. Μέσα από εκείνη ένιωθε πως ξεχώριζε από όλους τους άλλους γαιοκτήμονες, επειδή είχε στο πλευρό του μια γυναίκα μοναδική, περήφανη και ακατάκτητη.

   Η στάση και η προσωπικότητα της Γιάο Γκουάνγκ επηρέασαν και τον ίδιο τον Τσενγκ-Γουέι, κάνοντάς τον πιο ήρεμο, σίγουρο και επιβλητικό απέναντι στους ανθρώπους. Μαζί απέκτησαν δύο παιδιά, τον Ντου Γκούο Ρεν και τη Ρουό-Σι. Ο Γκούο Ρεν ξεχώριζε για τη δύναμη και το ανάστημά του, ενώ η Ρουό-Σι διέθετε μια ήρεμη και ξεχωριστή χάρη, παρόμοια με εκείνη της μητέρας της.

 

ο θάνατος του Τσενγκ-Γουέι

   Ο Ντου Τσενγκ-Γουέι πέθανε ξαφνικά το 1641, όταν έντονες βροχές προκάλεσαν μεγάλη πλημμύρα στο Λο Τζιανγκ. Προσπαθώντας να σώσει τις αποθήκες και τα χωράφια του, παρασύρθηκε από τα νερά του ποταμού. Το σώμα του βρέθηκε αρκετές μέρες αργότερα μακριά από τη γη και το σπίτι του. Ο θάνατός του παρουσιάζεται σαν τραγική ανατροπή της ευτυχισμένης και ισχυρής ζωής που είχε χτίσει δίπλα στη Γιάο Γκουάνγκ.

   Κατά τη διάρκεια της πλημμύρας, ο πιστός επιστάτης του, ο Τσεν Μπινγκ, προσπάθησε να τον σώσει. Πήδηξε στο νερό και πάλεψε με το ρεύμα για να τον κρατήσει ζωντανό, όμως δεν τα κατάφερε. Από εκείνη τη στιγμή, ο Τσεν Μπινγκ έμεινε με βαθιά ενοχή και πόνο για την απώλεια του αφέντη του, κουβαλώντας το γεγονός σαν μόνιμο βάρος μέσα του.

 

η χηρεία της Γιάο Γκουάνγκ

   Μετά τον θάνατο του Ντου Τσενγκ-Γουέι, η Ντου Γιάο Γκουάνγκ έμεινε χήρα με δύο παιδιά, τον εικοσάχρονο Ντου Γκούο Ρεν και τη δεκαεπτάχρονη Ρουό-Σι, και ανέλαβε την προστασία της οικογένειας. Παρότι το αρχοντικό στο Λο Τζιάνγκ έδειχνε ισχυρό εξωτερικά, στο εσωτερικό υπήρχε φόβος και ανασφάλεια. Ο πιστός επιστάτης Τσεν Μπινγκ συνέχισε να διαχειρίζεται τα κτήματα και να στηρίζει τον οίκο. Η Γιάο Γκουάνγκ απομονώθηκε από συγγενείς και γνωστούς, επειδή πίστευε πως πολλοί περίμεναν την πτώση της. Δίπλα της στάθηκε η υπηρέτρια Λάο Σου, που τη συμβούλευε και τη βοηθούσε να καταλαβαίνει τις προθέσεις των άλλων. Μετά τη χηρεία της εμφανίστηκαν πολλοί προξενητές και σύντομα κατάλαβε ότι οι προτάσεις γάμου αφορούσαν την ίδια. Η ομορφιά και η αξιοπρέπειά της συνέχιζαν να εντυπωσιάζουν τους άνδρες της περιοχής. Ένας πλούσιος έμπορος μεταξιού της υποσχέθηκε ασφάλεια και πλούτο, ένας αξιωματούχος κύρος και δύναμη, ενώ ένας γαιοκτήμονας πρότεινε ένωση περιουσιών. Ενδιαφέρον έδειξαν επίσης ο Σου Γιουέ-Λιν και ο Λιου Γκουανγκ-Χε, που της υποσχέθηκαν σεβασμό και προστασία. Παρ’ όλα αυτά, η Γιάο Γκουάνγκ συνέχιζε να συγκρίνει όλους τους άνδρες με τον νεκρό σύζυγό της και δεν θεωρούσε κανέναν αντάξιό του. Παράλληλα, δεν ήθελε να εγκαταλείψει τα παιδιά και τον οίκο της σε τόσο δύσκολη περίοδο. Έτσι απέρριπτε σιωπηλά κάθε πρόταση γάμου και γινόταν όλο και πιο ψυχρή και απόμακρη. Ταυτόχρονα μεγάλωνε τα παιδιά της με την πεποίθηση ότι η οικογένειά τους ήταν ανώτερη από τους άλλους χωρικούς, διδάσκοντας στον Γκούο Ρεν να διατηρήσει το κύρος του πατέρα του και στη Ρουό-Σι να μην επιτρέπει ποτέ στους άλλους να τη μειώνουν.

 

 

η αρρώστεια

Η Γιάο Γκουάνγκ αρχίζει να αρρωσταίνει και η δύναμή της μειώνεται, με αποτέλεσμα το σπίτι να αλλάζει ρυθμό και η Ρουό-Σι να αναλαμβάνει σταδιακά τις υποχρεώσεις φροντίδας.

Η απότομη ανάληψη των ευθυνών

   Η Ρουό-Σι, δεκαεπτά ετών, αναλαμβάνει τη διαχείριση του σπιτιού και τη φροντίδα της μητέρας τους, ενώ ο Γκούο Ρεν, εικοσιών, αναλαμβάνει τα εξωτερικά καθήκοντα της οικογένειας. Στο σπίτι, όμως, η Ρουό-Σι διατηρεί τη συνοχή και στηρίζει και εκείνον.

Στην αρχή ήταν μικρά πράγματα…

   Η φροντίδα της Ρουό-Σι ξεκινά με μικρές δουλειές αλλά σύντομα γίνεται πλήρης, καθώς ο Γκούο Ρεν λείπει συχνά και εκείνη φροντίζει τα πάντα.

Το βράδυ που εκείνος άργησε

   Η Ρουό-Σι περιμένει τον Γκούο Ρεν με σιωπηλή ανησυχία, δείχνοντας την αφοσίωσή της και την ανάληψη ευθύνης χωρίς λόγια.

Η αναμονή που έγινε συνήθεια

  Η αναμονή του Γκούο Ρεν γίνεται καθημερινή, ενώ η Ρουό-Σι αναπτύσσει συναισθηματική εξάρτηση από τη σταθερότητά του.

Μέσα στο σπίτι

   Η Ρουό-Σι φροντίζει μητέρα και αδελφό, αντικαθιστώντας σε μεγάλο βαθμό τη μητέρα, και η σχέση της με τον Γκούο Ρεν γίνεται πιο αθόρυβα οικεία.

Οι συζητήσεις για ένα γάμο…

   Η Ρουό-Σι και ο Γκούο Ρεν συζητούν για το μέλλον και το γάμο, εκφράζοντας τις αξίες τους σχετικά με την αγάπη, την επιλογή και τη σταθερότητα στη σχέση.

Η σιωπηλή οικειότητα

   Η σχέση τους ενδυναμώνεται μέσω σιωπηλών κινήσεων και καθημερινών επαφών, που γίνονται σταδιακά συνήθεια και σηματοδοτούν την αμοιβαία στήριξη και τρυφερότητα.

   Οι επαφές στους εξωτερικούς χώρους / στο εσωτερικό του σπιτιού

Μικρές σωματικές επαφές μεταξύ τους γίνονται καθημερινό μοτίβο, εκφράζοντας συναισθηματική εγγύτητα χωρίς λόγια.

Η καταιγίδα στις αποθήκες

   Μια στιγμή έντασης κατά τη διάρκεια καταιγίδας αποκαλύπτει την αλληλοστήριξη και την σιωπηλή οικειότητα μεταξύ τους.

   Η Ρουό-Σι και ο Γκούο Ρεν βρίσκονται στις αποθήκες όταν ξεσπά καταιγίδα. Ο Γκούο Ρεν τη σώζει από τη λάσπη και την οδηγεί σε στεγνό χώρο πίσω από κιβώτια. Καθώς εκείνη αλλάζει ρούχα, αντιλαμβάνεται ότι την βλέπει, και η σιωπηλή παρατήρηση της δημιουργεί αίσθηση επιβεβαίωσης και έντονης παρουσίας. Εκείνος μένει κοντά, διακριτικά αλλά παρατηρώντας την κάθε της κίνηση. Οι χειρονομίες τους ενισχύουν την αίσθηση της οικειότητας και της έντασης χωρίς λόγια. Η καταιγίδα υποχωρεί, και επιστρέφουν μαζί στο σπίτι. Η εμπειρία εμβαθύνει την αλληλοσύνδεση και τη σιωπηλή τρυφερότητα μεταξύ τους. Η Ρουό-Σι βιώνει την παρατήρηση ως ένδειξη φροντίδας και επιβεβαίωσης της παρουσίας της.

Τα τελευταία λόγια της Γιάο Γκουάνγκ…

   Πριν πεθάνει, η Γιάο Γκουάνγκ ζητά να μείνουν ενωμένοι, αφήνοντας παρακαταθήκη για τη συνοχή της οικογένειας. Η ίδια πεθαίνει ήσυχα δύο χρόνια μετά, χωρίς να αφήσει εκκρεμότητες.

 

 

η αρρώστεια (πιο εκτενής παρουσίαση)

   Η υγεία της Γιάο Γκουάνγκ άρχισε να επιδεινώνεται αργά και σχεδόν αθόρυβα, αλλά η αλλαγή επηρέασε βαθιά το σπίτι. Παρότι μπροστά στους άλλους διατηρούσε την αξιοπρέπεια και τη δύναμή της, μέσα στο αρχοντικό εξασθενούσε καθημερινά. Η σιωπή της αντικατέστησε σταδιακά την παλιά της επιβλητική παρουσία και η Ρουό-Σι, μόλις δεκαεπτά ετών, ανέλαβε όλο και περισσότερες ευθύνες. Φρόντιζε τη μητέρα της, κρατούσε το σπίτι σε τάξη, επέβλεπε τους υπηρέτες και προσπαθούσε να αποτρέψει κάθε σχόλιο ή ένδειξη αδυναμίας της οικογένειας.

    Ο Γκούο Ρεν, είκοσι ετών τότε, ανέλαβε τις εξωτερικές υποθέσεις του οίκου. Συνεργαζόταν με τον πιστό επιστάτη Τσεν Μπινγκ, δεχόταν αναφορές και προσπαθούσε να διατηρήσει το κύρος και την περιουσία της οικογένειας. Ωστόσο, μέσα στο σπίτι, η πραγματική σταθερότητα προερχόταν κυρίως από τη Ρουό-Σι. Εκείνη έγινε το αόρατο στήριγμα όλων, ενώ ο Γκούο Ρεν αισθανόταν όλο και μεγαλύτερο βάρος από τις προσδοκίες που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του.

   Καθώς η αρρώστια της μητέρας τους προχωρούσε, η σχέση ανάμεσα στα δύο αδέλφια άρχισε να αλλάζει. Η Ρουό-Σι στρεφόταν όλο και περισσότερο προς τον Γκούο Ρεν, επειδή τον θεωρούσε το μοναδικό σταθερό στοιχείο της ζωής της μέσα στις συνεχείς αλλαγές. Εκείνος, παρότι συχνά έλειπε στα χωράφια ή στο κυνήγι, επέστρεφε πάντα σε ένα σπίτι που εκείνη κρατούσε ασφαλές και ζωντανό. Η καθημερινότητά τους γέμισε μικρές στιγμές φροντίδας και οικειότητας: η Ρουό-Σι τον περίμενε τα βράδια, του ετοίμαζε φαγητό, φρόντιζε τις πληγές του και ανησυχούσε όταν αργούσε να επιστρέψει.

   Σταδιακά, οι συζητήσεις και οι κινήσεις τους άρχισαν να αποκτούν βαθύτερο νόημα. Η Ρουό-Σι μιλούσε για την επιθυμία της να βρει έναν άνδρα ήρεμο και σταθερό, που να τη σέβεται και να μην τη θεωρεί κτήμα. Ο Γκούο Ρεν, από την πλευρά του, αποκάλυπτε ότι επιθυμούσε μια γυναίκα που να μένει δίπλα του χωρίς να χρειάζονται εξηγήσεις ή αποδείξεις. Οι διάλογοί τους γίνονταν όλο και πιο προσωπικοί και υπαινικτικοί, χωρίς όμως να εκφράζουν ανοιχτά όσα ένιωθαν.

   Η μεταξύ τους οικειότητα φάνηκε και στις καθημερινές τους κινήσεις. Τα αγγίγματα, οι σιωπές και οι κοινές στιγμές μέσα στο σπίτι, στις αποθήκες και στους βοηθητικούς χώρους απέκτησαν διαφορετική ένταση. Η Ρουό-Σι άρχισε να αισθάνεται μια βαθιά εσωτερική αναστάτωση κάθε φορά που ο Γκούο Ρεν βρισκόταν κοντά της, ενώ εκείνος έβρισκε συνεχώς αφορμές να μένει περισσότερο μαζί της. Η παρουσία του της έδινε ασφάλεια και η απουσία του έκανε το σπίτι να μοιάζει πιο άδειο και ψυχρό.

   Η ένταση ανάμεσά τους κορυφώθηκε μια νύχτα καταιγίδας, όταν βρέθηκαν μόνοι στις αποθήκες προσπαθώντας να προστατεύσουν τα υπάρχοντα της οικογένειας. Η Ρουό-Σι γλίστρησε στη λάσπη και ο Γκούο Ρεν την κράτησε κοντά του για να μην πέσει. Αναγκάστηκαν να παραμείνουν μόνοι μέσα στην αποθήκη ώσπου να κοπάσει η βροχή. Εκείνος της έφερε στεγνά ρούχα και, ενώ της άφηνε χώρο να αλλάξει, παρέμεινε κοντά της. Η στιγμή αυτή δημιούργησε μια σιωπηλή αλλά ξεκάθαρη αίσθηση οικειότητας και επιθυμίας, χωρίς όμως να ειπωθεί ή να συμβεί κάτι ανοιχτά.

   Παράλληλα, η Γιάο Γκουάνγκ πλησίαζε όλο και περισσότερο στον θάνατο. Οι τελευταίες της συμβουλές προς τα παιδιά της ήταν να μείνουν ενωμένα και να μην επιτρέψουν ποτέ σε κανέναν να τους χωρίσει ή να αποδυναμώσει την οικογένεια. Δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Ντου Τσενγκ-Γουέι, πέθανε και εκείνη σε ηλικία σαράντα ετών. Ο θάνατός της δεν εξηγήθηκε ποτέ ξεκάθαρα· άλλοι μιλούσαν για εξάντληση, άλλοι για κατάρα ή κακό πνεύμα. Παρά τον πόνο και την αρρώστια, το πρόσωπό της παρέμεινε όμορφο και γαλήνιο μέχρι το τέλος, σαν να είχε διατηρήσει την αξιοπρέπειά της ακόμη και μπροστά στον θάνατο.

 

 

η κηδεία της Γιάο Γκουάνγκ

   Η κηδεία της Γιάο Γκουάνγκ πραγματοποιήθηκε μέσα σε βαριά ατμόσφαιρα στο Λο Τζιάνγκ. Το σπίτι των Ντου γεμίζει από συγγενείς, χωρικούς και αξιωματούχους. Η σορός της βρίσκεται σε ξύλινο φέρετρο, ντυμένη με πολυτελή νεκρικά ενδύματα. Το πρόσωπό της παραμένει ακάλυπτο και εντυπωσιάζει με την άφθαρτη ομορφιά του.
Μοναχοί ψάλλουν προσευχές και θυμιάματα γεμίζουν τον χώρο. Άνθρωποι από τα γύρω χωριά καταφθάνουν συνεχώς στο αγρόκτημα.
Άλλοι έρχονται από υποχρέωση, άλλοι από περιέργεια και άλλοι από συμφέρον.
Ο πατέρας της θανούσης, ο Γιν Τσεν-Λου, στέκεται σιωπηλός και συντετριμμένος μπροστά στο φέρετρο. Οι αδελφές της νεκρής, Ρου-Λίν και Σιάο-Μέι, αναλαμβάνουν ενεργό ρόλο στις προετοιμασίες. Παρά τις παρεμβάσεις τους, οι υπηρέτριες και η Λάο Σου κάνουν το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς. Ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι παραμένουν σιωπηλοί και απομονωμένοι μέσα στο πένθος.
   Η Ρουό-Σι δέχεται συνεχώς σχόλια για την ομορφιά και το μέλλον της. Οι θείες της προτείνουν να τη φιλοξενήσουν και υπαινίσσονται πιθανό γάμο. Εκείνη απαντά με ψυχρή και απόμακρη στάση.

   Στην τελετή παρευρίσκεται και ο Σου Γουέν-Χάο, γιος πλούσιου εμπόρου. Παρακολουθεί τη Ρουό-Σι αλλά σκέφτεται συνεχώς τη μητέρα της.
Θυμάται τη γοητεία που του είχε ασκήσει η Γιάο Γκουάνγκ από την πρώτη τους συνάντηση. Παρά τις απορρίψεις της, πίστευε πάντα πως κάποτε θα την αποκτούσε. Της είχε στείλει δύο φορές προξενιά μαζί με πολύτιμα δώρα. Η Γιάο Γκουάνγκ τα είχε επιστρέψει χωρίς εξηγήσεις.
Ο Σου Γουέν-Χάο είχε αρχίσει ακόμη και να χτίζει νέο σπίτι για εκείνη. Ο θάνατός της καταστρέφει οριστικά την επιθυμία του. Παρατηρώντας τη Ρουό-Σι, τη συγκρίνει συνεχώς με τη μητέρα της.
Αρχίζει να σκέφτεται τη νεαρή κοπέλα ως υποκατάστατο της χαμένης γυναίκας. Η Ρουό-Σι αντιλαμβάνεται το βλέμμα του και αντιδρά με ψυχρότητα.
   Κατά τη διάρκεια της τελετής, οι ψίθυροι γύρω από εκείνη πληθαίνουν. Η πομπή προς τον τάφο γίνεται με απόλυτη τάξη και τελετουργική επισημότητα. Το ίδιο βράδυ οργανώνεται μεγάλο δείπνο παρά τη θέληση των παιδιών της νεκρής. Μέσα στον θόρυβο και την υποκρισία, ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι μένουν ενωμένοι στη σιωπή τους. Καταλαβαίνουν πως από εδώ και πέρα θα μπορούν να στηρίζονται μόνο ο ένας στον άλλον.

 

 

το μυστικό του τάφου

   Η Γιάο Γκουάνγκ, ξακουστή για την ομορφιά της, πέθανε κρατώντας μαζί της ένα μεγάλο μυστικό. Ο γάμος της με τον μεγαλοκτηματία Γουέι-Τσενγκ φαινόταν τέλειος, αλλά είχε μια ρωγμή. Αν και έμεινε έγκυος πολλές φορές, αποβολές στον έβδομο ή όγδοο μήνα της στέρησαν τα δικά της παιδιά.Τα γιατροσόφια και τα μυστικά της Λάο Νινγκ δεν απέδωσαν.Η λύση ήρθε με τον δανεισμό παιδιών από φτωχές κοπέλες και απαγορευμένες ενώσεις. Η Χούι Τσενγκ τα έβρισκε, τα φρόντιζε και τα παρέδιδε στη Γιάο Γκουάνγκ με μυστικότητα.Το πρώτο παιδί ήταν ο Γκούο Ρεν, το δεύτερο, τρία χρόνια αργότερα, η Ρουό-Σι. Μόνο η Λάο Νινγκ και η Χούι Τσενγκ γνώριζαν την προέλευση των παιδιών. Τα ταξίδια του Γουέι-Τσενγκ κάλυπταν τις γέννες και την μυστική φροντίδα των παιδιών. Η Γιάο Γκουάνγκ διατήρησε την κοινωνική της θέση και ασφάλεια στο γάμο της. Τα παιδιά ήταν η καρδιά της οικογένειας και η συνέχεια της ίδιας και του Τσενγκ-Γουέι. Η κηδεία της άφησε το μυστικό θαμμένο μαζί της, ασφαλές από αποκαλύψεις. Κάθε φροντίδα και αγάπη που τους πρόσφερε σφράγιζε τη σταθερότητα και τη συνέχεια του γάμου της.

 

 

η τυμβωρυχία

  Οι φήμες για τυμβωρύχους δίνουν στον Σου Γουέν-Χάο την αφορμή να πραγματοποιήσει μια σκοτεινή επιθυμία. Στέλνει ανθρώπους σε μεγάλες πόλεις για να φέρουν τεχνίτες ειδικούς στο κερί, το αλάβαστρο και το μάρμαρο. Υπόσχεται μεγάλη αμοιβή χωρίς να αποκαλύπτει αρχικά τον σκοπό της εργασίας. Παράλληλα, καλεί άνδρες του υποκόσμου για μια μυστική αποστολή. Τους διατάζει να ανοίξουν προσεκτικά τον τάφο της Γιάο Γκουάνγκ και να μεταφέρουν το σώμα της κρυφά. Η νεκρή τοποθετείται σε εσωτερικό δωμάτιο του σπιτιού του. Ένας βοτανολόγος και ένας θεραπευτής εφαρμόζουν μεθόδους διατήρησης του σώματος. Το δωμάτιο γεμίζει με έντονα αρώματα από βότανα, έλαια και ρητίνες. Οι τεχνίτες φτάνουν σταδιακά και αντιλαμβάνονται αμέσως τη φύση της εργασίας τους. Η σιωπή γίνεται απαραίτητη προϋπόθεση για όλους. Πρώτο ολοκληρώνεται το κέρινο ομοίωμα, που μοιάζει σχεδόν ζωντανό.Ακολουθεί το άγαλμα από αλάβαστρο, πιο ψυχρό και απόμακρο στην όψη. Το δυσκολότερο έργο είναι τα μαρμάρινα αγάλματα της Γιάο Γκουάνγκ. Ο γλύπτης δημιουργεί τρεις διαφορετικές μορφές της, συνδεδεμένες με τη μνήμη και τον θάνατο. Οι τεχνίτες αποχωρούν γνωρίζοντας πως τα έργα τους θα παραμείνουν κρυμμένα για πάντα.

  Ο Σου Γουέν-Χάο απομονώνεται στο σπίτι μαζί με τα ομοιώματα. Στην αρχή τα παρατηρεί σιωπηλά, όμως σύντομα αρχίζει να τους μιλά.
Στο κέρινο ομοίωμα αποδίδει μια τρυφερή και ανθρώπινη φωνή. Το αλάβαστρο εκφράζει ψυχρή λογική και φόβο για την κοινωνική τάξη.
Τα μαρμάρινα αγάλματα αποκτούν μεταφυσικό και σχεδόν απειλητικό χαρακτήρα. Ο ήρωας αρχίζει να πιστεύει ότι τα ομοιώματα του απαντούν πραγματικά. Η εμμονή του εντείνεται και χάνει σταδιακά την επαφή με την πραγματικότητα.
Οι φωνές γίνονται δελεαστικές και ενισχύουν την ψευδαίσθησή του. Τελικά αποφασίζει να επιστρέψει μυστικά το σώμα της Γιάο Γκουάνγκ στον τάφο. Όταν επιστρέφει στο σπίτι, τα ομοιώματα μένουν σιωπηλά, σηματοδοτώντας το τέλος της εμμονής του.

 

τα ομοιώματα που μιλούν

   Ο Σου Γουέν-Χάο, ύστερα από την κατασκευή τριών ομοιωμάτων της Γιάο Γκουάνγκ (από κερί, αλάβαστρο και μάρμαρο), απομονώνεται και αρχίζει να ζει μέσα στο σπίτι του, παρατηρώντας τα έργα σαν να είναι ζωντανές εκδοχές της. Στην αρχή τα αντιμετωπίζει ως αντικείμενα, όμως σύντομα αρχίζει να τους μιλά, αναζητώντας απαντήσεις.

  Στο κέρινο ομοίωμα αποδίδει τρυφερή και ανθρώπινη φωνή, που του μιλά για τον χρόνο του πένθους και τη μοναξιά των παιδιών της. Το αλάβαστρο εκφράζει πιο ψυχρή λογική, μιλώντας για κοινωνικούς κανόνες, τάξη και φόβο προδοσίας. Τα μαρμάρινα αγάλματα, αντίθετα, αποκτούν έναν σχεδόν μεταφυσικό τόνο και μιλούν σαν να προέρχονται από άλλο κόσμο, θέτοντας ζητήματα απώλειας, επιθυμίας και μοίρας.

   Σιγά σιγά, ο Σου Γουέν-Χάο αρχίζει να πιστεύει ότι τα ομοιώματα του απαντούν πραγματικά, σαν να έχουν μέσα τους διαφορετικές πλευρές της ίδιας γυναίκας. Οι φωνές τους δεν είναι πλέον μόνο απορριπτικές αλλά και δελεαστικές, καθώς του υπονοούν δυνατότητες, επιστροφές και κρυφές συναντήσεις. Έτσι, η Γιάο Γκουάνγκ παύει να είναι μια νεκρή γυναίκα και μετατρέπεται στο μυαλό του σε πολλαπλές εκδοχές επιθυμίας και μνήμης.

   Η ψευδαίσθηση όμως σταδιακά γίνεται βάρος. Ο ήρωας χάνει την αίσθηση της πραγματικότητας και παγιδεύεται ανάμεσα σε φαντασία και εμμονή. Τελικά αποφασίζει να διακόψει αυτή την κατάσταση και διατάζει να επιστραφεί το σώμα της στον τάφο, με μυστικό και τελετουργικό τρόπο.

   Όταν επιστρέφει στο σπίτι, τα ομοιώματα παραμένουν ακίνητα και σιωπηλά. Για πρώτη φορά ο Σου Γουέν-Χάο τα κοιτά χωρίς να τους μιλήσει και χωρίς να περιμένει καμία απάντηση, σηματοδοτώντας το τέλος της ψευδαίσθησης.

 

η αυτόκλητη εποπτεία

   Μετά την κηδεία της Γιάο Γκουάνγκ, το σπίτι των Ντου δεν βρίσκει ηρεμία. Οι θείες της νεκρής, Ρου-Λιν και Σιάο-Μέι, παραμένουν εκεί ως άτυπες επόπτριες. Η παρουσία τους επηρεάζει διακριτικά αλλά έντονα την καθημερινότητα της οικογένειας.
Τα παιδιά της Γιάο Γκουάνγκ, ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι, έρχονται πιο κοντά μέσα στο πένθος.
Η μεταξύ τους εγγύτητα γεννιέται κυρίως από την ανάγκη στήριξης και κατανόησης. Κάθε προσπάθεια οικειότητας, όμως, ελέγχεται από τις δύο θείες. Η Ρου-Λιν παρεμβαίνει ανοιχτά και αυστηρά στις κινήσεις των παιδιών. Η Σιάο-Μέι λειτουργεί πιο σιωπηλά, αλλά εξίσου πιεστικά. Το σπίτι μετατρέπεται σταδιακά σε χώρο συνεχούς επιτήρησης.
   Τα παιδιά αισθάνονται ότι δεν διαθέτουν πλέον προσωπική ελευθερία. Ακόμη και οι πιο μικρές πράξεις τους φαίνονται εκτεθειμένες στα βλέμματα των θείων. Η ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο βαριά και καταπιεστική. Η κατάσταση αλλάζει προσωρινά όταν εμφανίζεται πρόβλημα στις αποθήκες του ανατολικού κτήματος στο Μπαϊλίν. Οι δύο θείες αποφασίζουν να φύγουν για να επιβλέψουν την υπόθεση. Η αναχώρησή τους προκαλεί ανακούφιση αλλά και αβεβαιότητα στο σπίτι. Κατά τη διαδρομή, οι δύο γυναίκες συζητούν για την οικογένεια και τα παιδιά. Αναφέρονται στη ιδιαίτερη σχέση του Γκούο Ρεν και της Ρουό-Σι που θεωρούν ότι μπορεί να προοινωνίζει κινδύνους. Παράλληλα, προβληματίζονται για τις αιτίες της τραγωδίας της οικογένειας. Αναρωτιούνται αν ο πατέρας φέρει ευθύνη για όσα συνέβησαν. Σκέφτονται επίσης μήπως η μητέρα οδηγήθηκε στην αρρώστια από ενοχές και πίεση.
Η συζήτησή τους δεν καταλήγει σε σαφή συμπεράσματα. Καμία από τις δύο δεν μπορεί να γνωρίζει την πλήρη αλήθεια. Το ταξίδι συνεχίζεται μέσα σε σιωπή και αμφιβολία. Το σπίτι των Ντου μένει πίσω σε μια εύθραυστη ισορροπία.
Η απουσία των θείων δεν σημαίνει απαραίτητα και πραγματική ελευθερία.

 

μόνοι με κάτι περίεργο ανάμεσά τους

   Μετά τον θάνατο των γονιών και την αποχώρηση των συγγενών, ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι μένουν μόνοι στο σπίτι των Ντου.

Η Ρουό-Σι, βυθισμένη στο πένθος, στρέφεται ολοένα περισσότερο προς τον αδελφό της, τον οποίο θεωρεί μοναδικό στήριγμα.

Ο Γκούο Ρεν προσπαθεί να κρατήσει απόσταση, αλλά παραμένει συναισθηματικά εγκλωβισμένος στην ανάγκη της.

Η Ρουό-Σι αρνείται την ιδέα μελλοντικού χωρισμού και επιμένει στη μόνιμη οικογενειακή ενότητα.

Σταδιακά, δημιουργεί συνεχείς συνθήκες εγγύτητας (σωματικές επαφές, παρουσία, αφορμές συνύπαρξης).

Ο Γκούο Ρεν αρχίζει να αντιλαμβάνεται αυτή την εγγύτητα ως πίεση και αδιόρατη παγίδευση.

Η Ρουό-Σι απορρίπτει κάθε εξωτερική πιθανότητα σχέσης και επικεντρώνεται αποκλειστικά στον αδελφό της.

Η συμπεριφορά της γίνεται πιο σταθερή και διεκδικητική μέσω μικρών καθημερινών κινήσεων.

Ο Γκούο Ρεν προσπαθεί να θέσει όρια, αλλά αυτά αποδυναμώνονται από τη συνεχή παρουσία της.

Η μεταξύ τους σχέση μετατρέπεται σε αργή σύγκλιση χωρίς ξεκάθαρη λεκτική σύγκρουση.

   Η Ρουό-Σι μετακομίζει στο δωμάτιο των γονιών, επικαλούμενη σεβασμό προς τους νεκρούς. Η αλλαγή αυτή αυξάνει την εγγύτητα και μειώνει τα όρια ιδιωτικότητας. Ο Γκούο Ρεν αποδέχεται τη μετακίνηση χωρίς πλήρη επίγνωση των συνεπειών της.

   Η καθημερινότητα μετατρέπεται σε σταδιακή συναισθηματική εξάρτηση. Σε νύχτα καταιγίδας, ο φόβος φέρνει έντονη σωματική εγγύτητα μεταξύ τους. Η Ρουό-Σι φιλά τον Γκούο Ρεν, ξεπερνώντας το προηγούμενο όριο της σχέσης τους. Ο Γκούο Ρεν παγώνει, αλλά δεν απομακρύνεται οριστικά. Επιβεβαιώνει ότι θα την προστατεύει και δεν θα φύγει από το Λο Τζιάνγκ.

   Η σχέση τους σταθεροποιείται σε μια ασαφή, έντονα δεσμευτική συναισθηματική κατάσταση. Το σπίτι λειτουργεί πλέον ως κλειστό πεδίο συνεχούς συνύπαρξης χωρίς σαφή όρια.

Ο Γκούο Ρεν βιώνει σύγκρουση ανάμεσα στην ευθύνη και σε μια ανεπίσημη, επικίνδυνη έλξη.

Η Ρουό-Σι παραμένει ο καθοριστικός παράγοντας που διαμορφώνει τη νέα ισορροπία.

 

 

το δάκρυ του ονείρου

   Η Ρουό-Σι ζει απομονωμένη στα χωράφια των Ντου μετά τον θάνατο των γονιών της, νιώθοντας κενή και εγκλωβισμένη σε μια ζωή χωρίς προοπτική και κοινωνική ελευθερία. Βασανίζεται συναισθηματικά, καθώς αγαπά έναν άνδρα που δεν την προσέχει, ενώ αισθάνεται ότι η ζωή της είναι προκαθορισμένη και περιορισμένη από κοινωνικούς κανόνες.

   Καθώς περιπλανιέται στα χωράφια, συναντά μια ηλικιωμένη γυναίκα βοτανολόγο, με την οποία συνδέεται μέσω του παρελθόντος της μητέρας της. Η γριά της αποκαλύπτει ότι την είχε σώσει όταν ήταν παιδί από βαριά ασθένεια με επικίνδυνα βότανα.

   Η συζήτηση εξελίσσεται σε βαθύτερη εξομολόγηση της Ρουό-Σι για την ανεκπλήρωτη αγάπη της και τον εσωτερικό της πόνο. Η γριά την παρηγορεί αλλά ταυτόχρονα της μιλά ρεαλιστικά για τον πόνο, την απώλεια και τη φύση της ανθρώπινης επιθυμίας.

   Στη συνέχεια της αποκαλύπτει την ύπαρξη ενός επικίνδυνου ελιξιρίου, το «Δάκρυ του Ονείρου». Το ελιξίριο αυτό δεν θεραπεύει αλλά χαλαρώνει τις αναστολές, θολώνει τα όρια πραγματικότητας και επιθυμίας και ενισχύει το συναίσθημα. Η γριά εξηγεί ότι μπορεί να οδηγήσει σε έντονη συναισθηματική και ψυχική σύγχυση αν χρησιμοποιηθεί συχνά ή χωρίς έλεγχο. Προειδοποιεί ότι η επαναλαμβανόμενη χρήση μπορεί να διαλύσει τη διάκριση μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας και να οδηγήσει σε εξάρτηση. Αναφέρει επίσης ότι το φάρμακο αφήνει ίχνη στο σώμα και μπορεί να προδώσει τον χρήστη.

   Η Ρουό-Σι, παρότι φοβισμένη, δείχνει ενδιαφέρον λόγω της απελπισίας της για τον έρωτά της. Η γριά της δίνει οδηγίες και της υπόσχεται ένα φιαλίδιο την επόμενη μέρα.

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Β

 

 

η πρόταση για την εξαγορά

   Ο Λι Τζενγκ, απεσταλμένος του Χουάνγκ Σι-Ντε, προτείνει την εξαγορά των οικογενειακών κτημάτων στο Νανγκού, επικαλούμενος δυσκολίες διαχείρισης, κόστος, κινδύνους και απόσταση. Παρουσιάζει την πώληση ως λογική και συμφέρουσα λύση, ειδικά για δύο νέους που έχουν μπροστά τους υποχρεώσεις και έξοδα, τονίζοντας ότι η γη “πρέπει να υπηρετεί τον άνθρωπο”.

   Μετά την αποχώρησή του, ο Γκούο Ρεν εμφανίζεται διατεθειμένος να πουλήσει, θεωρώντας πρακτικά τα προβλήματα της εκμετάλλευσης. Η Ρουό-Σι αντιδρά έντονα και απορρίπτει την ιδέα, υπερασπιζόμενη την αξία της γης ως κληρονομιά του πατέρα τους και ως ευθύνη που δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί.

   Ακολουθεί σύγκρουση μεταξύ τους: εκείνος επιμένει στη δυσκολία και τις απώλειες, εκείνη στην ανάγκη διατήρησης και προσπάθειας αντί για πώληση. Η Ρουό-Σι καταλήγει ότι η πώληση θα ήταν ντροπή και απώλεια τιμής απέναντι στη μνήμη των γονιών τους και στην κοινωνική τους εικόνα.

 

 

το συμβούλιο

   Ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι καλούν τον επιστάτη τους, τον Τσεν Μπινγκ για να αξιολογήσει την πρόταση εξαγοράς των κτημάτων στο Νανγκού. Ο Τσεν Μπινγκ αποκαλύπτει ότι ο αγοραστής είναι ο γιος του προηγούμενου ιδιοκτήτη και ότι πιθανότατα θέλει να επανακτήσει τη γη.

   Εξηγεί πως το Νανγκού είναι ιδιαίτερα εύφορο και στρατηγικά πολύτιμο, αλλά η απόστασή του από το Λο Τζιάνγκ, οι δύσκολοι δρόμοι και οι ληστείες καθιστούν τη διαχείριση προβληματική και δαπανηρή. Η πρόταση για αποθήκες και επιτόπια διαχείριση θα απαιτούσε μόνιμη εποπτεία.

   Ο Γκούο Ρεν προτείνει να αναλάβει ο ίδιος τη διαχείριση, αλλά ο Τσεν Μπινγκ τον αποτρέπει, θεωρώντας ότι χρειάζεται ουδέτερο και αξιόπιστο άτομο. Προτείνει έναν αναχωρητή με φήμη απόλυτης δικαιοσύνης, που δεν υπηρετεί κανέναν και θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ανεξάρτητος κριτής της κατάστασης.  Η Ρουό-Σι συνειδητοποιεί ότι η υπόθεση δεν είναι απλή οικονομική απόφαση, αλλά εμπλέκει παρελθόν, συμφέροντα και ανθρώπινες κρίσεις με σοβαρές συνέπειες.

 

 

ο δρόμος για το Νανγκού

   Ο Γκούο Ρεν και ο Τσεν Μπινγκ ταξιδεύουν στο Νανγκού για να εξετάσουν την κατάσταση των κτημάτων και την απειλή της εξαγοράς από τον Χουάνγκ Σι-Ντε. Κατά τη διαδρομή διαπιστώνουν τις δυσκολίες του τόπου: απόσταση, επικίνδυνοι δρόμοι, ληστές και υψηλό κόστος μεταφοράς, αλλά και τη μεγάλη παραγωγική αξία της περιοχής.

 Φτάνοντας στο πέτρινο σπίτι των κτημάτων, συναντούν τον χωρικό Λι Σαν, ο οποίος αποκαλύπτει ότι ο νέος ενδιαφερόμενος δεν θέλει απλώς τη γη, αλλά τον έλεγχο της ροής εμπορευμάτων και τη μετατροπή του Νανγκού σε εμπορικό κόμβο. Παράλληλα, μαθαίνουν ότι ο αναχωρητής που ζούσε στα όρια των κτημάτων εκδιώχθηκε από τους ανθρώπους του Χουάνγκ Σι-Ντε.

   Ο Τσεν Μπινγκ αποφασίζει να συγκεντρώσει τους εργάτες, ώστε να ξεκαθαριστεί η νέα εξουσία στη γη και να ενημερωθεί ο Γκούο Ρεν για τις προθέσεις του.

   Στη συνέχεια, ο Τσεν Μπινγκ προτείνει στρατηγικό σχέδιο: δημιουργία ενδιάμεσων αποθηκών σε άγονα σημεία της διαδρομής, ώστε να μειωθεί το ρίσκο μεταφοράς και να μετατραπεί η γη από απλή καλλιέργεια σε οργανωμένο δίκτυο εμπορίου και ελέγχου.

   Ο Γκούο Ρεν αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι το Νανγκού δεν είναι απλώς γεωργική περιουσία, αλλά πιθανός εμπορικός κόμβος με ευρύτερη οικονομική και στρατηγική σημασία.

 

 

οι προγραμματικές δηλώσεις του νέου άρχοντα

   Το πρωί στο Νανγκού οι εργάτες συγκεντρώνονται μπροστά στο πέτρινο σπίτι για την πρώτη επίσημη αναφορά υπό τη νέα διοίκηση. Η ατμόσφαιρα είναι ήσυχη και αυστηρή, με τάξη που θυμίζει παλαιότερη πειθαρχία. Ο Τσεν Μπινγκ ανακοινώνει ότι το Νανγκού δεν αλλάζει απλώς αφέντη, αλλά αποκτά διαφάνεια και σαφήνεια στη διαχείριση. Τονίζει ότι οι αναφορές δεν θα χάνονται και ότι οι ευθύνες για απώλειες θα αποδίδονται.

   Ο Γκούο Ρεν απευθύνεται για πρώτη φορά στους εργάτες ως υπεύθυνος, όχι ως γιος. Υπόσχεται δίκαιη ανταμοιβή και σύνδεση της αμοιβής με την πραγματική προσφορά εργασίας. Το πλήθος αντιδρά με προσοχή και συγκρατημένη αποδοχή, καθώς τα λόγια αυτά δεν είναι συνηθισμένα για αυτούς.

   Μέσα στο πλήθος εμφανίζεται ένας άγνωστος άνδρας, προκαλώντας ψιθύρους. Δηλώνει ότι είχε παλαιότερα άδεια παραμονής από τον Ντου Τσενγκ-Γουέι και πως βοηθούσε φτωχές οικογένειες συλλέγοντας περίσσευμα από τη γη. Αναφέρει ότι εκδιώχθηκε από ανθρώπους του Χουάνγκ Σι-Ντε, ο οποίος διεκδικεί πλέον επιρροή στην περιοχή.

   Ο Τσεν Μπινγκ και ο Γκούο Ρεν εξετάζουν την περίπτωσή του. Ο Γκούο Ρεν δηλώνει ότι όσοι είχαν δικαίωμα στο παρελθόν το διατηρούν, ενώ ο Τσεν Μπινγκ επισημαίνει ότι η γη αλλάζει τρόπο διαχείρισης, όχι ουσία.

   Ο Γκούο Ρεν διαβεβαιώνει τους εργάτες ότι οι συμφωνίες του πατέρα του συνεχίζονται και ότι η γη δεν πωλείται ούτε ανήκει αποκλειστικά στον άρχοντα, αλλά πρώτα στους ανθρώπους της. Προτείνει επίσης οι φτωχοί να έχουν δικαίωμα να δανείζονται από το περίσσευμα, όχι ως χάρη αλλά ως θεσμοθετημένη πρακτική.

Η συγκέντρωση ολοκληρώνεται με τη σταδιακή μετάβαση από μια απλή ανακοίνωση σε έναν νέο ορισμό της σχέσης ανάμεσα στη γη, την εξουσία και τους ανθρώπους που τη δουλεύουν.

 

 

ο δρόμος για την επιστροφή στο Λο Τζιάνγκ

   Ο Γκούο Ρεν και ο Τσεν Μπινγκ επιστρέφουν προς το Λο Τζιάνγκ αναζητώντας άγονες, «ξεχασμένες» εκτάσεις γης για μελλοντική αξιοποίηση. Εντοπίζουν περιοχές χωρίς σαφή ιδιοκτησία και στρατηγική αξία για υποδομές. Σε μια στάση συναντούν έναν ηλικιωμένο άνδρα που περιγράφει τη γη ως «κανενός και όλων», δείχνοντας την ασαφή κατοχή της.

   Ο Τσεν Μπινγκ συμπεραίνει ότι η γη μπορεί να αποκτηθεί μέσω μικρών, τοπικών συμφωνιών με τους κατοίκους. Προτείνει σταδιακή εξαγορά σημείων χωρίς μεγάλη αντίσταση, προχωρώντας όπου υπάρχει άρνηση.

 

 

η αποθήκη κοντά στο Νανγκού

   Ο Γκούο Ρεν και ο Τσεν Μπινγκ εντοπίζουν μια άγονη αλλά στρατηγική έκταση κοντά στο Νανγκού, ιδανική για σταθμό καραβανιών και αποθήκη. Διαπραγματεύονται με μια αγροτική οικογένεια, της Α-Μέι, η οποία δέχεται να πουλήσει τη γη χωρίς δυσκολία, αφού δεν την αξιοποιεί.

   Ο Τσεν Μπινγκ προτείνει η οικογένεια να αναλάβει και την επιτήρηση του χώρου, ενώ ο Γκούο Ρεν προσθέτει ότι θα επωφελούνται από τη διέλευση ταξιδιωτών. Η συμφωνία μετατρέπει τη γη από αδρανή σε κόμβο δραστηριότητας.

   Το βασικό ζήτημα αποδεικνύεται η εύρεση εργατών, όμως τελικά η ίδια η οικογένεια συμμετέχει στην κατασκευή. Μέσα από αυτή τη συνεργασία, ξεκινά η δημιουργία της πρώτης αποθήκης και του δικτύου στάσεων.

  Η επιστροφή στο Λο Τζιάνγκ γίνεται με την πρώτη έμπρακτη εφαρμογή του σχεδίου, που αρχίζει ήδη να παίρνει μορφή στο έδαφος.

 

 

η κοπέλλα με τα γαλάζια μάτια

   Η Ρουό-Σι περιμένει τον Γκούο Ρεν να επιστρέψει στο Λο Τζιανγκ. Η Ρουό-Σι ζει στο Λο Τζιανγκ πιστεύοντας ότι είναι κόρη της Γιάο Γκουάνγκ και του Τσενγκ-Γουέι, χωρίς να γνωρίζει ότι πρόκειται για ψευδή ταυτότητα. Αντίστοιχα, ούτε ο Γκούο Ρεν είναι βιολογικό παιδί του ίδιου ζεύγους, καθώς η Γιάο Γκουάνγκ δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδιά και η πραγματική προέλευση και των δύο παιδιών παραμένει άγνωστη. Η οικογένεια έχει συγκροτηθεί πάνω σε μια πλήρη απόκρυψη, όπου κανείς από τους εμπλεκόμενους δεν γνωρίζει την αλήθεια εκτός από την Γιάο Γκουάνγκ. Η Ρουό-Σι και ο Γκούο Ρεν έχουν μεγαλώσει μέσα σε αυτή την κατασκευή, θεωρώντας δεδομένη μια συγγένεια που δεν υπάρχει. Παρά την άγνοιά τους, αναπτύσσουν μια ιδιαίτερη σχέση οικειότητας και αναγνώρισης μεταξύ τους, έξω από τους τυπικούς οικογενειακούς δεσμούς. Η κοινωνία συνεχίζει να τους αντιμετωπίζει ως αδέλφια, στηριζόμενη σε μια συλλογική ψευδαίσθηση που δεν έχει ποτέ αμφισβητηθεί. Έτσι, η ζωή τους εξελίσσεται μέσα σε ένα δίκτυο ταυτότητας που έχει οικοδομηθεί πάνω σε άγνοια, απόκρυψη και αντικατάσταση της πραγματικότητας.

  Η τοπική κοινωνία εξακολουθεί όμως να θεωρεί «ξένη» τη Ρουό-Σι λόγω των γαλάζιων ματιών της. Η Ρουό-Σι γεννήθηκε από τη Σαϊρίν, παλλακίδα εμπόρου αλόγων στο Σονγκπάν, και εγκαταλείφθηκε για να αποφευχθεί το σκάνδαλο και ο στιγματισμός. Μέσω της γυρολόγου Χούι Τσενγκ και της Λάο Νινγκ, το νεογέννητο βρέφος μεταφέρθηκε και δόθηκε στην Γιάο Γκουάνγκ, ως υποκατάστατο χαμένου βρέφους. Στο Λο Τζιάνγκ μεγάλωσε ως Ρουό-Σι με κατασκευασμένη ταυτότητα. Ο Τσενγκ-Γουέι την ανέθρεψε πιστεύοντας την επίσημη εκδοχή της γέννησής της, ότι δηλαδή ήταν κόρη του. Η πραγματική της προέλευση έμεινε κρυφή. 

   Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μόνο ο Γκούο Ρεν τη βλέπει χωρίς προκατάληψη και συνδέεται ουσιαστικά μαζί της. Ο συναισθηματικός δεσμός της με τον Γκούο Ρεν, τον υποτιθέμενο βιολογικό αδελφό της, λειτουργεί ως μοναδική ρωγμή σε αυτή την αποξένωση, καθώς εκείνος δεν αναγνωρίζει πάνω της το στίγμα αλλά μια οικειότητα που υπερβαίνει τις κοινωνικές κατηγορίες. Έτσι, η σχέση τους αποκτά χαρακτήρα επιστροφής σε κάτι που δεν έχει ακόμη ειπωθεί πλήρως, αλλά ήδη υπάρχει ως υποψία ανάμεσά τους.

 

 

μετά το πρώτο ταξίδι στο Νανγκού

   Ο Γκούο Ρεν επιστρέφει στο Λο Τζιάνγκ μαζί με τον Τσεν Μπινγκ μετά το ταξίδι στο Νανγκού, έχοντας πετύχει τον βασικό τους στόχο και με σχέδιο για τη δημιουργία ενδιάμεσων αποθηκών στη διαδρομή. Η Ρουό-Σι τον υποδέχεται έντονα συγκινημένη, επιβεβαιώνοντας τη στήριξή της στις επιλογές του και αναγνωρίζοντας τη μεταμόρφωσή του σε υπεύθυνο ηγέτη.

   Ο Γκούο Ρεν, εξαντλημένος αλλά δικαιωμένος, παρουσιάζει την επιτυχία τους και επιβεβαιώνει ότι δεν θα πουληθεί η γη, ενώ η διαχείριση θα στηριχθεί σε δικαιότερη κατανομή ανταμοιβών. Η Ρουό-Σι τον φροντίζει και μένει κοντά του, ενώ μέσα της αρχίζει να διαμορφώνεται η σκέψη ότι η ζωή τους μπορεί να συνεχιστεί στο Νανγκού, μακριά από το Λο Τζιάνγκ και τους κοινωνικούς περιορισμούς του.

  Καθώς εκείνος κοιμάται, η Ρουό-Σι αναπτύσσει σχέδιο να τον ακολουθήσει στο Νανγκού, όχι ως συγγενής αλλά με άλλη ταυτότητα, ώστε να μπορεί να βρίσκεται κοντά του χωρίς περιορισμούς. Σκέφτεται πρακτικούς τρόπους να γίνει απαραίτητη στις δραστηριότητες του νέου δικτύου αποθηκών και μεταφορών, ώστε η παρουσία της να θεωρείται αναγκαία και φυσική.

Παράλληλα, απορρίπτει άλλες τοποθεσίες και καταλήγει ότι μόνο το Νανγκού ή οι αποθήκες της διαδρομής προσφέρουν την ελευθερία που επιθυμεί. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, η σκέψη της μετατρέπεται από απλή επιθυμία σε οργανωμένο σχέδιο σταδιακής ένταξης στη ζωή του Γκούο Ρεν.

   Ο Γκούο Ρεν, σε στιγμές ημιλήθαργου, επιβεβαιώνει τη σύνδεσή τους και τη μελλοντική κοινή πορεία τους στο έργο. Η Ρουό-Σι ανταποκρίνεται ενισχύοντας αυτή την ιδέα, ενώ η σχέση τους αποκτά πιο στενή και συναισθηματικά φορτισμένη διάσταση.

  Στο τέλος, η Ρουό-Σι αποκοιμιέται δίπλα του, έχοντας πλέον πάρει την απόφαση να κατευθύνει τη ζωή της προς το Νανγκού και το νέο εμπορικό δίκτυο, συνδέοντας προσωπική επιθυμία και πρακτικό σχεδιασμό.

 

 

στο όνειρο της Ρουό-Σι.

   Στο όνειρό της η Ρουό-Σι βλέπει τον Γκούο Ρεν να της μιλά και να την διεκδικεί ολοκληρωτικά, δηλώνοντας ότι είναι «δική του». Εκείνος την αγκαλιάζει και την προστατεύει από κάθε απειλητική μορφή που εμφανίζεται γύρω τους.

   Στο όνειρο παρελαύνουν πρόσωπα από το οικογενειακό και κοινωνικό της περιβάλλον: οι θείες της, άλλες νεαρές γυναίκες που διεκδικούν θέση δίπλα στον Γκούο Ρεν, άνδρες με εξουσία, και ο πατέρας τους, ο Τσενγκ-Γουέι, που συμβολίζει την αυστηρή παράδοση και τον έλεγχο. Όλοι προσπαθούν να την απομακρύνουν από εκείνον.

    Ο Γκούο Ρεν όμως παραμένει σταθερός και την κρατά κοντά του, απορρίπτοντας κάθε διεκδίκηση με μια απλή αλλά απόλυτη δήλωση. Οι σκιές αρχίζουν να υποχωρούν καθώς η δύναμη της σχέσης τους υπερισχύει των εξωτερικών πιέσεων.

Τελικά εμφανίζεται η μητέρα της, η Γιάο Γκουάνγκ, η οποία δεν αντιδρά αρνητικά αλλά δείχνει σιωπηλή αποδοχή, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η σχέση τους μπορεί να γίνει αποδεκτή.

    Η Ρουό-Σι βιώνει έντονη συναισθηματική επιβεβαίωση και το όνειρο συγχωνεύεται με την πραγματικότητα, καθώς νιώθει τον Γκούο Ρεν δίπλα της και την αίσθηση ότι την κρατά πραγματικά.

 

το μυστικό σχέδιο της Ρουό-Σι

   Η Ρουό-Σι ξυπνά δίπλα στον Γκούο Ρεν και η εμπειρία της νύχτας ενισχύει την απόφασή της να μείνει κοντά του. Τον παρατηρεί ενώ κοιμάται και αποφασίζει να τον ακολουθήσει στο Νανγκού. Σχεδιάζει να γίνει απαραίτητη στις δραστηριότητές του, συνδέοντας την παρουσία της με την επέκταση των κτημάτων και το νέο δίκτυο αποθηκών. Παράλληλα σκοπεύει να αλλάξει ρόλο και ταυτότητα, ώστε να μην εμφανίζεται ως αδελφή του αλλά ως απλή, χρήσιμη παρουσία στο περιβάλλον του. Η σκέψη της γίνεται πιο αποφασιστική και οργανωμένη, καθώς μετατρέπει την επιθυμία της σε συγκεκριμένο σχέδιο δράσης για το μέλλον.

 

 

η απόφαση για επέκταση προς το Νανγκού

   Η Ρουό-Σι καλεί τον Τσεν Μπινγκ για να ενημερωθεί για την κατάσταση στο Νανγκού και τα σχέδια επέκτασης. Εκείνος αναφέρει ότι η πρώτη αποθήκη στον δρόμο σχεδόν ολοκληρώνεται, αλλά χρειάζεται και δεύτερη για να σταθεροποιηθεί η εμπορική ροή.

   Η Ρουό-Σι και ο Γκούο Ρεν συζητούν για τον αναχωρητή που ζει στα όρια των κτημάτων, και η Ρουό-Σι προτείνει να του παραχωρηθεί μικρό οίκημα ώστε να συνδεθεί με την προστασία της περιοχής. Ο Τσεν Μπινγκ εγκρίνει την ιδέα ως έξυπνη και οικονομική.

    Η Ρουό-Σι επιμένει στην άμεση επέκταση προς το Νανγκού πριν αυξηθεί η αξία της γης, δείχνοντας αποφασιστικότητα. Για τη χρηματοδότηση προτείνει ακόμη και την πώληση των κοσμημάτων της μητέρας της, δείχνοντας ότι η προτεραιότητά της είναι το σχέδιο και όχι οι προσωπικές παραδόσεις.

    Ο Τσεν Μπινγκ προτείνει έναν πιθανό αγοραστή για τα κοσμήματα, έναν νεαρό γιο μεγαλεμπόρου, και συμφωνούν να γίνουν οι συναλλαγές διακριτικά, σαν να πρόκειται για χαμένα αντικείμενα. Παράλληλα αποφασίζουν να μην πουληθούν όλα μαζί, αλλά σταδιακά, ώστε να δοκιμάσουν την αγορά και να πετύχουν καλύτερη τιμή συνολικά.

   Η συζήτηση καταλήγει σε κοινή απόφαση δράσης. Η Ρουό-Σι αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο στις αποφάσεις και δηλώνει την ανάγκη άμεσης αναχώρησης και προετοιμασίας για το Νανγκού, δείχνοντας ότι το σχέδιό της πλέον καθοδηγεί τις εξελίξεις.

 

 

ο αγοραστής

    Η Ρουό-Σι επιλέγει από τα κοσμήματα της μητέρας της ένα διακριτικό περιδέραιο και το χρησιμοποιεί ως αντικείμενο συναλλαγής για τη χρηματοδότηση των σχεδίων τους προς το Νανγκού. Το θεωρεί θυσία για τον κοινό στόχο της επέκτασης της γης.

   Ο Τσεν Μπινγκ αναλαμβάνει να το πουλήσει μυστικά μέσω μεσολαβητών σε έναν πλούσιο νεαρό, τον Σου Γουέν-Χάο, ο οποίος αναγνωρίζει τη συναισθηματική αξία του αντικειμένου και το αγοράζει χωρίς σοβαρή διαπραγμάτευση.

   Η συναλλαγή γίνεται διακριτικά, με τον Τσεν Μπινγκ να υπονοεί ότι μπορεί να υπάρξουν και άλλα κοσμήματα προς πώληση, ενισχύοντας το ενδιαφέρον του αγοραστή.

   Στο σπίτι του, ο Σου Γουέν-Χάο οδηγείται σε έντονη συναισθηματική και ψυχολογική ανάμνηση, καθώς το κόσμημα τον συνδέει με μια παλιά επιθυμία και μια γυναίκα από το παρελθόν του. Η ανάμνηση μετατρέπεται σε εσωτερική φαντασίωση, όπου η μορφή της γυναίκας φαίνεται να τον προσεγγίζει και να του απευθύνεται, ενισχύοντας τη συναισθηματική του εμμονή με το αντικείμενο και το πρόσωπο που συμβολίζει.

 

 

με τα αργύρια της εκποίησης

   Η Ρουό-Σι αποφασίζει να μετατρέψει τα χρήματα από την εκποίηση κοσμημάτων σε άμεση αποστολή προς το Νανγκού, επιταχύνοντας τα σχέδια επέκτασης. Ανακοινώνει ότι θα ταξιδέψει μαζί τους, αλλά μεταμφιεσμένη ως απλή υπηρέτρια, ώστε να κινείται απαρατήρητη και να συλλέγει πληροφορίες από τους απλούς ανθρώπους. Παρά την αρχική αντίδραση του Γκούο Ρεν, ο Τσεν Μπινγκ υποστηρίζει την ιδέα της, κρίνοντας την χρήσιμη και ασφαλή. Συμφωνείται να ταξιδέψει με μικρή άμαξα και να παρουσιάζεται ως μαγείρισσα ή βοηθητικό πρόσωπο. Η Ρουό-Σι εξηγεί ότι η πραγματική δύναμη βρίσκεται στις πληροφορίες για τη γη και τις τιμές, όχι στην κοινωνική θέση. Παράλληλα, τονίζει ότι η θυσία των κοσμημάτων πρέπει να αποδώσει μεγαλύτερο αποτέλεσμα. Η ομάδα αποδέχεται το σχέδιο και ξεκινά το ταξίδι νωρίς το πρωί προς το Νανγκού. Στον δρόμο, η Ρουό-Σι παραμένει διακριτική, αλλά αρχίζει να μιλά με περαστικούς, κερδίζοντας εμπιστοσύνη και πληροφορίες, ενώ η αποστολή τους αποκτά σταδιακά πιο οργανωμένο και στοχευμένο χαρακτήρα.

 

 

η «πέτρινη γυναίκα»

   Περίπου στα 80–90 λι (40 χλμ) από το Λο Τζιάνγκ, η ομάδα εντοπίζει μια κατάλληλη χέρσα γη σε στρατηγικό σημείο του δρόμου, ανάμεσα στις ήδη σχεδιασμένες αποθήκες. Μετράνε αποστάσεις και επιβεβαιώνουν ότι η θέση είναι λειτουργική για στάση και ανεφοδιασμό. Η Ρουό-Σι παρατηρεί έναν κοντινό βράχο με μορφή γυναίκας, γνωστό ως «Πέτρινη Γυναίκα», για τον οποίο ο Τσεν Μπινγκ αναφέρει τοπικές δοξασίες που συνδέουν τον χώρο με μύθο και προειδοποίηση. Ο Γκούο Ρεν, αντίθετα, αντιμετωπίζει τον τόπο καθαρά πρακτικά ως αξιοποιήσιμη γη. Στη συνέχεια εντοπίζουν τον ιδιοκτήτη, έναν φτωχό και χρεωμένο άντρα σε καπηλειό, και κλείνουν γρήγορα συμφωνία αγοράς, εξοφλώντας και τα χρέη του. Ο άντρας προσπαθεί να προτείνει και άλλη γη, αλλά ο Γκούο Ρεν την απορρίπτει προσωρινά. Η περιοχή εξασφαλίζεται και η ομάδα προχωρά στον σχεδιασμό μετατροπής της σε λειτουργικό σταθμό.

 

 

στην αποθήκη της Α-Μέι

   Στην αποθήκη της Α-Μέι η ομάδα φτάνει σε σχεδόν ολοκληρωμένο σταθμό και αξιολογεί τη λειτουργικότητά του, επιβεβαιώνοντας ότι το δίκτυο αποθηκών μπορεί να επεκταθεί. Η Ρουό-Σι, παρουσιάζοντας ψεύτικη ταυτότητα, κερδίζει την εμπιστοσύνη της οικογένειας που τους φιλοξενεί, λέγοντας πως είναι απλή υπηρέτρια και δημιουργώντας εικόνα αθώας και άνευ σημασίας παρουσίας. Μέσα από συζητήσεις, συλλέγει πληροφορίες για τον δρόμο και τις συνθήκες, ενώ η Α-Μέι την προειδοποιεί για τους κινδύνους των ανδρών. Ο Γκούο Ρεν και ο Τσεν Μπινγκ συνεχίζουν να σχεδιάζουν την επέκταση των αποθηκών, βλέποντας το έργο να σταθεροποιείται.  

   Τη νύχτα, η Ρουό-Σι αναλύει στρατηγικά την κατάστασή της, θεωρώντας ότι η παρουσία της Α-Μέι την προστατεύει προσωρινά, αλλά ότι στο Νανγκού θα έχει περισσότερη ελευθερία δράσης. Παράλληλα αποφασίζει να απομακρυνθεί από την παλιά της ταυτότητα και υιοθετεί το όνομα «Σου-Σι» για να παραμείνει αόρατη. Το νέο όνομα γίνεται αποδεκτό χωρίς ερωτήσεις και το ταξίδι συνεχίζεται προς το Νανγκού με ενισχυμένο σχέδιο και μεταβαλλόμενες ταυτότητες.

 

οι Επιστρέφοντες

   Στο Νανγκού, στα κτήματα των Ντου, η Σου-Σι μαζί με τον Γκούο Ρεν και τον Τσεν Μπινγκ φτάνουν σε έναν τόπο φαινομενικά ήσυχο, αλλά γεμάτο υπόγεια ένταση. Η περιοχή βρίσκεται σε εποχή αναταραχής, λίγο πριν την άνοδο του Ζανγκ Σιαζόνγκ, ενώ ήδη αναπτύσσονται κρυφές κινήσεις και ομάδες.

    Στο Νανγκού κυκλοφορεί η ιδέα της «Οδού της Μεγάλης Ειρήνης», όμως στην πράξη έχει διασπαστεί σε μια φράξια που ονομάζεται «οι Επιστρέφοντες». Η ομάδα αυτή γεννήθηκε από φόβο και λιμό, και πρεσβεύει ότι η σωτηρία δεν έρχεται με τάξη αλλά με κατάλυση της υπάρχουσας κοινωνίας. Απορρίπτει νόμους, οικογένεια και κοινωνικούς δεσμούς, θεωρώντας τα μορφές διαφθοράς.

   Η επίσημη διδασκαλία τους έχει απορρίψει, αλλά αυτοί έχουν κρυφτεί σε απομονωμένες περιοχές, όπως τα κτήματα των Ντου, όπου δεν υπάρχει αυστηρός έλεγχος. Εκεί ζουν και εργάζονται ως εργάτες, ενώ τη νύχτα συμμετέχουν σε μυστικές τελετές. Η διδασκαλία μεταδίδεται μόνο σε λίγους μυημένους.

   Στη βάση της πίστης τους βρίσκεται μια διαστρεβλωμένη ιδέα επιστροφής στην «αρχική ενότητα» πριν τους νόμους και τις συγγένειες, αντλώντας συμβολικά από μύθους όπως της Νούγουα και του Φουσί. Οι οικογενειακοί δεσμοί θεωρούνται δεσμά που πρέπει να αρνηθούν.

Στα κτήματα υπάρχουν πολλοί κρυφοί οπαδοί, όπως ο Χου Σι και η κόρη του Λου Λαν, που κινούνται ανάμεσα στην πίστη και την αμφιβολία. Σε απομονωμένες περιοχές ζουν οργανωμένες ομάδες Επιστρεφόντων, που τη μέρα εργάζονται και τη νύχτα συμμετέχουν σε τελετουργίες αποκοπής από κάθε ταυτότητα.

  Η φράξια απαιτεί πλήρη αποκοπή από οικογένεια, όνομα και κοινωνικούς δεσμούς ως προϋπόθεση «λύτρωσης», οδηγώντας τα μέλη της σε μια σιωπηλή αλλά βαθιά ριζωμένη ιδεολογική απομόνωση μέσα στο Νανγκού.

 

ο Γκενγκ Ντο η Σιαογιού και η Λιάν

   Ο Γκενγκ Ντο ζει στα απομακρυσμένα κτήματα των Ντου με τις δύο κόρες του, τη Σιαογιού και τη Λιάν, μετά την εγκατάλειψη της γυναίκας του, Ναν Φενγκ. Οι πρώτες αναφορές για τους «ανθρώπους της επιστροφής» φτάνουν σε αυτόν μέσω φημών και εργάτες που έχουν μεταμορφωθεί από την πίστη τους. Η έννοια της «επιστροφής» αρχικά τον μπερδεύει, αλλά σταδιακά καταλαβαίνει ότι αναφέρεται σε ανθρώπους που εγκαταλείπουν δεσμούς και ρόλους χωρίς να καταρρέουν, ζώντας εκτός των κοινωνικών και οικογενειακών περιορισμών.

   Ο Γκενγκ Ντο βρίσκει στην πίστη της φράξιας άλλοθι και εσωτερική λύτρωση, διδασκόμενος πως οι δεσμοί αίματος είναι φράγματα που εμποδίζουν την πραγματική ελευθερία. Σκληρός αλλά δίκαιος με τις κόρες του, τους παρέχει μια ζωή πειθαρχημένη και γεμάτη δουλειά στα χωράφια. Η Σιαογιού, η μεγαλύτερη, είναι φιλόδοξη, αποφασιστική και φροντίζει την κατά πέντε χρόνια  μικρότερη Λιάν, η οποία είναι ευαίσθητη και ονειροπόλα.

   Η απουσία της μητέρας αφήνει σιωπή και αίσθηση κενού στο σπίτι, ενώ η καθημερινότητα βασίζεται στην πειθαρχία και την υπακοή. Ο Γκενγκ Ντο αποφασίζει να πάνε στο Νανγκού, όπου η καθημερινότητα παραμένει αυστηρή, αλλά η ατμόσφαιρα φέρνει την αίσθηση μιας νέας μοίρας. Η Σιαογιού αντιλαμβάνεται πρώτα τη σημασία των επιλογών του πατέρα της, ενώ η Λιάν παραμένει σιωπηλή, ακολουθώντας τον δρόμο της οικογένειας.

   Στα δειλινά και τις νύχτες του Νανγκού, αναπτύσσεται μια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του Γκενγκ Ντο και της πρωτότοκης κόρης του, της Σιαογιού, όπου η σιωπή και η παρουσία τους εκφράζουν αφοσίωση και έλεγχο χωρίς λόγια. Η πρωτότοκη κόρη παίρνει τον ρόλο της μητέρας σιωπηλά, φροντίζοντας τον πατέρα και προστατεύοντας τη μικρότερη. Η καθημερινή ζωή γίνεται μια παράξενη κανονικότητα, όπου η αφοσίωση, η σιωπή και οι ρόλοι αντικαθιστούν την αγάπη και την οικειότητα, διατηρώντας την οικογένεια δεμένη μέσα σε αμφίβολες συνθήκες.

 

η Γου Σία και ο Ζανγκ Κιν

   Η Γου Σία και ο Ζανγκ Κιν, ο γιος της αδελφής της, έφυγαν από τη Χανγκζού, αφήνοντας πίσω πλούτο, κοινωνική θέση και ανέσεις που τους φαινόταν κενές και υποκριτικές. Η Γου Σία, με την αστική της καλλιέργεια, δεν μπορούσε πια να αντέξει τις μικρότητες της κοινωνίας, ενώ ο Ζανγκ Κιν αισθανόταν περιορισμένος σε μια «φυλακή πολυτελείας». Η σχέση τους, αμφιλεγόμενη για τους άλλους, έβρισκε δικαίωση στις διδασκαλίες της φράξιας των «Επιστρεφόντων», που τους προσέφερε απελευθέρωση από την παραδοσιακή ηθική, την κοινωνική κριτική και τους οικογενειακούς περιορισμούς.

   Στο Νανγκού βρήκαν ανωνυμία και νέο καταφύγιο, έγιναν εργάτες της γης και ζούσαν  απλά, χωρίς να προκαλούν τη προσοχή. Τα βράδια συζητούσαν για το παρελθόν και για το πώς η φράξια τους είχε αναγεννήσει πνευματικά, απαλλάσσοντάς τους από ντροπή και ενοχές. Η παλιά ζωή φαινόταν μακρινή και ανούσια, ενώ στο Νανγκού ανακάλυπταν καθημερινά την αληθινή ελευθερία, την οποία μόνο οι «Επιστρέφοντες» μπορούσαν να καταλάβουν.

   Η νέα ζωή τους στο Νανγκού ήταν απελευθερωτική, μακριά από κοινωνικά και ηθικά δεσμά, και τους επέτρεπε να ζουν αυθεντικά, σε πλήρη συμφωνία με τις διδασκαλίες της φράξιας, που έδιναν νόημα και αξία στις επιλογές και στη σχέση τους.

 

ο  Πενγκ Λου και η Γου Ζιάν

   Ο Πενγκ Λου ζει στο Νανγκού με τη Γου Ζιάν, την κόρη της γυναίκας του από τον πρώτο της γάμο. Ο Πενγκ Λου συνδέεται σε μια απαγορευμένη σχέση με την Γου Ζιαν,  που ανακαλύφθηκε όμως στο παρελθόν. Για να αποφύγουν τότε την κοινωνική κατακραυγή, έφυγαν από το χωριό Ντονγκτζιάνγκ, ξεκινώντας μια νέα ζωή χωρίς επιστροφή στον παλιό κόσμο.

  Στο Νανγκού βρήκαν ηρεμία και στήριξη στις διδασκαλίες της φράξιας των «Επιστρεφόντων», που τους έδωσε τη δύναμη να αδιαφορούν για τις κρίσεις των άλλων. Κάθε βράδυ οι ερωτικές τους συνομιλίες ήταν κρυφές και απαλλαγμένες από ενοχές, ενώ τα βλέμματά τους έδειχναν ηρεμία και αποδοχή. Η ένταση και οι συγκρούσεις είχαν υποχωρήσει, αφήνοντας χώρο για μια σχεδόν απόλυτη ειρήνη και υπακοή στις δυνάμεις της φύσης.

   Δούλευαν στα χωράφια αθόρυβα, μέσα στην ανωνυμία του Νανγκού, γίνοντας μέρος του τοπίου, αόρατοι και συγχρόνως αναπόσπαστοι από αυτό. Ο χρόνος κυλούσε αργά, αλλά δεν τους απασχολούσε τίποτα άλλο. Η αποδοχή της ζωής τους στην απόλυτη σιωπή τους προσέφερε γαλήνη και μια αίσθηση σταθερής, αόρατης παρουσίας μέσα στη φύση.

   Η ζωή τους στο Νανγκού συνδύαζε την αφοσίωση του ενός προς τον άλλο με την απόλυτη απόσυρση από τον κοινωνικό κόσμο, δημιουργώντας μια παράξενη ηρεμία, σχεδόν απολίθωση, όπου η αγάπη και η σιωπή συνυπήρχαν αδιατάρακτα.

 

η Χου Λαν και ο Φενγκ-Ρεν

   Η Χου Λαν έμεινε χήρα στα είκοσι επτά της χρόνια μετά τον θάνατο του συζύγου της, Χου Γιάνγκ, από ασθένεια στην Τσανγκτσένγκ. Χωρίς παιδιά και γεμάτη θλίψη, ανέλαβε μόνη της την οικογενειακή επιχείρηση. Η ζωή της άρχισε να αλλάζει όταν ο μικρότερος αδελφός του άντρα της, ο Φενγκ-Ρεν, άρχισε να τη βοηθά στο μαγαζί. Εκείνος παρατήρησε τη μοναξιά και τον πόνο της και προσπάθησε να την κάνει να νιώσει καλύτερα με μικρές πράξεις φροντίδας και τρυφερότητας.

   Σιγά-σιγά η Χου Λαν άρχισε να αισθάνεται ξανά συναισθήματα που πίστευε πως είχαν χαθεί. Οι δυο τους ήρθαν πιο κοντά μέσα από συζητήσεις για τις απογοητεύσεις και τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες τους και τελικά δημιούργησαν έναν κρυφό ερωτικό δεσμό. Παράλληλα, επηρεάστηκαν από τις διδασκαλίες της «Οδού της Μεγάλης Ειρήνης», που δίδασκαν την απόρριψη των κοινωνικών δεσμών και των παραδοσιακών υποχρεώσεων.

   Η Χου Λαν συνειδητοποίησε ότι στον γάμο της δεν είχε γνωρίσει ποτέ αληθινή αγάπη, καθώς ο σύζυγός της ενδιαφερόταν περισσότερο για την επιχείρησή του. Έτσι αποφάσισε να πουλήσει την περιουσία της και να φύγει μαζί με τον Φενγκ-Ρεν στο Νανγκού, έναν απομονωμένο τόπο που τους είχαν προτείνει οι άνθρωποι της φράξιας. Εκεί αγόρασαν ένα μικρό κτήμα και εντάχθηκαν στους «Επιστρέφοντες». Μακριά από την κοινωνική κατακραυγή, έζησαν ελεύθερα τη σχέση τους και ονειρεύτηκαν να δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια.

 

ο Τζάο Γιν και η Σι-Λιν

   Ο Τζάο Γιν γεννήθηκε μέσα στον κόσμο του υποκόσμου, χωρίς να γνωρίσει ποτέ τον πατέρα του. Ήταν γιος μιας νεαρής παλλακίδας, η οποία λίγο μετά τη γέννησή του τον έδωσε σε μια πλούσια άτεκνη γυναίκα για να τον μεγαλώσει. Παρά τη φροντίδα που δέχτηκε, μεγάλωσε γεμάτος οργή, βία και αίσθηση ότι δεν ανήκε πουθενά. Από μικρός κατέστρεφε ό,τι κρατούσε στα χέρια του και σύντομα οδηγήθηκε στον κόσμο της παρανομίας. Οι θετοί του γονείς τον έδιωξαν και εκείνος στράφηκε στις ληστείες και στις δουλειές του υποκόσμου, αποκτώντας φήμη για την τόλμη και τη σκληρότητά του.

    Παράλληλα, αισθανόταν έντονη έλξη για ώριμες γυναίκες και περνούσε χρόνο στους οίκους της χαράς. Εκεί γνώρισε τη Σι-Λιν, μια παλιά ξακουστή παλλακίδα που είχε χάσει τη νεότητά της αλλά διατηρούσε μια βαθιά ηρεμία και κατανόηση. Η Σι-Λιν ήταν η μόνη γυναίκα που δεν τον φοβόταν ούτε τον έκρινε και κοντά της ο Τζάο Γιν ένιωθε για πρώτη φορά γαλήνη. Με τον καιρό την αγάπησε βαθιά και κουράστηκε από τη βίαιη ζωή του υποκόσμου.

   Όταν άκουσε για τη μυστική φράξια των «Επιστρεφόντων», πίστεψε πως θα μπορούσε να βρει λύτρωση και να ξεφύγει από το παρελθόν του. Πήρε την τελευταία επικίνδυνη αποστολή του, συγκέντρωσε χρήματα και εξαγόρασε τη Σι-Λιν από τον οίκο της χαράς. Με τη βοήθεια της φράξιας έφυγαν κρυφά στο απομονωμένο Νανγκού, όπου εγκαταστάθηκαν μακριά από τον κόσμο που τους είχε σημαδέψει. Παρότι οι διδασκαλίες των «Επιστρεφόντων» του έδιναν ελπίδα, οι ενοχές και οι φόβοι του δεν εξαφανίστηκαν ποτέ.

   Το μεγαλύτερο βάρος του ήταν ένα μυστικό που του είχε εμφυτεύσει ο ιδιοκτήτης του οίκου της χαράς, ο Γουάνγκ Τσου-Λι, ένας ευτραφής άνδρας με σαρδόνιο χαμόγελο και μεγάλη δύναμη πάνω στις ζωές των γυναικών του οίκου. Με ύπουλα υπονοούμενα έκανε τον Τζάο Γιν να πιστέψει πως η Σι-Λιν ίσως ήταν η βιολογική του μητέρα. Στην πραγματικότητα, η μητέρα του ήταν μια άλλη παλλακίδα, η Μέι-Χουά, που είχε εξαφανιστεί μυστηριωδώς χρόνια πριν. Ο Τζάο Γιν βασανιζόταν από αυτή την αμφιβολία αλλά δεν τολμούσε να ρωτήσει τη Σι-Λιν για το παρελθόν της.

   Παρά τη σκοτεινή αυτή σκέψη, την αγαπούσε με ένα σχεδόν δαιμονιώδες πάθος. Ήθελε να σβήσει από μέσα της κάθε ανάμνηση των άλλων ανδρών και να γίνει ο τελευταίος άνθρωπος της ζωής της. Η αγάπη του συνδύαζε λατρεία, ζήλια και ανάγκη για λύτρωση. Η Σι-Λιν δεν κατάλαβε ποτέ τη βαθύτερη σύγχυση που τον βασάνιζε. Για εκείνη, ο Τζάο Γιν ήταν απλώς ο άνδρας που την έσωσε από την παρακμή και της πρόσφερε μια τελευταία ευκαιρία για αγάπη και ηρεμία.

 

 

οι αγρότισσες με τα περιδέραια

   Στα κτήματα του Ντου Τσενγκ-Γουέι στο Νανγκού η ζωή συνεχίζεται ήρεμα, παρότι όλα έχουν αλλάξει μετά τον θάνατό του. Η νεαρή Σου-Σι, δηλαδή στην πραγματικότητα η Ρουό-Σι,  προσπαθεί να προσαρμοστεί στη δουλειά των αγρών, νιώθοντας ξένη και αμήχανη μέσα στο περιβάλλον. Μια μεγαλύτερη αγρότισσα, η Χε Τζι,  την πλησιάζει και αρχίζει να της μιλά υπαινικτικά για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα κτήματα και για τις σχέσεις εξουσίας που τα καθορίζουν.

   Της εξηγεί ότι ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι, «επέλέγε» κοπέλες από τις εργάτριες, οι οποίες αποκτούσαν ιδιαίτερη θέση. Η Σου-Σι παρατηρεί τρεις κοπέλες που ξεχωρίζουν στο χωράφι, καθώς φορούν περιδέραια και κινούνται με αυτοπεποίθηση και ηρεμία, διαφορετική από τις υπόλοιπες εργάτριες. Η αγρότισσα της αποκαλύπτει ότι κι εκείνη κατά το παρελθόν είχε υπάρξει μία από αυτές και περιγράφει πως οδηγήθηκε σε απομονωμένη καλύβα και έγινε «ευνοούμενη» του άρχοντα Τσενγκ-Γουέι, ζώντας ανάμεσα στη δουλειά και στις κρυφές επισκέψεις του άρχοντα. Με τον καιρό αντικαταστάθηκε όπως συνέβη και με άλλες γυναίκες, αποδεχόμενη σιωπηλά τη μοίρα της.

    Στην αφήγησή της αφήνει να φανεί πως πίσω από αυτή τη φαινομενικά σταθερή τάξη υπάρχει ένα άτυπο σύστημα εξουσίας και σιωπής, όπου τίποτα δεν είναι πραγματικά ελεύθερο. Οι κοπέλες που ξεχωρίζουν περιμένουν πλέον τον νέο άρχοντα, τον Γκούο Ρεν, ο οποίος θα συνεχίσει την ίδια πρακτική. Παράλληλα, η Χε Τζι  αναφέρει ότι μέσα στα κτήματα έχουν αρχίσει να εμφανίζονται και άνθρωποι που μιλούν για τους «Επιστρέφοντες», μια μυστική ομάδα που υπόσχεται λύτρωση και απομάκρυνση από τον παλιό κόσμο, αφήνοντας να εννοηθεί πως κάποιοι εργάτες στρέφονται προς αυτούς αναζητώντας διέξοδο.

   Η Σου-Σι αρχίζει να αντιλαμβάνεται πως βρίσκεται μέσα σε έναν κύκλο όπου οι «επιλογές» δεν είναι πραγματικά ελεύθερες. Καθώς ακούει την ιστορία, η εικόνα του πατέρα της, του Τσενγκ-Γουέι, αρχίζει να αλλάζει μέσα της, αφού συνειδητοποιεί ότι κι εκείνος συμμετείχε σε αυτό το σύστημα. Θυμάται τις ανησυχίες της μητέρας της για τα ταξίδια στο Νανγκού και αρχίζει να συνδέει γεγονότα που μέχρι τότε δεν κατανοούσε.

Η Ρουό-Σι καταλαβαίνει ότι ο κόσμος των κτημάτων κρύβει ένα δίκτυο εξουσίας, μυστικών σχέσεων και υποσχέσεων σωτηρίας, όπου ακόμη και οι «Επιστρέφοντες» φαίνονται να αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης πραγματικότητας. Οι τρεις κοπέλες, τα περιδέραια και η αναμονή για τον νέο άρχοντα αποκτούν για εκείνη απειλητικό νόημα. Μέσα της γεννιέται η αίσθηση ότι το μέλλον της μπορεί να είναι ήδη προδιαγεγραμμένο μέσα σε αυτόν τον αόρατο κύκλο.

 

 

η δοκιμασία της σπηλιάς

   Η Χε Τζι μαζί με τη Ντουάν Χου και μία άλλη νεότερη γυναίκα πλησιάζουν τη Σου-Σι μαζί με δύο γυναίκες και την καλεί στη συνάντηση των «Επιστρεφόντων». Της εξηγούν ότι εκεί θα μιλήσει ο «αναχωρητής» και πως θα γνωρίσει την αλήθεια για τους ανθρώπους των κτημάτων.
Η Σου-Σι αποφασίζει να τις ακολουθήσει προς τις σπηλιές των λόφων. Η νυχτερινή διαδρομή με τα φανάρια δημιουργεί ατμόσφαιρα μυστηρίου και έντονης προσμονής.

   Όταν φτάνουν, οι σπηλιές μοιάζουν σκοτεινές και απειλητικές. Η Χε Τζι της λέει πως εκεί θα ακούσει την αλήθεια. Στη συγκέντρωση ακούγονται ψαλμοί και προσευχές για έναν νέο κόσμο. Η Σου-Σι νιώθει ότι πίσω από τη «Μεγάλη Ειρήνη» κρύβεται κάτι ανησυχητικό. Παρατηρεί τις έντονες σχέσεις και τη συναισθηματική ένωση των παρευρισκόμενων. Ο αναχωρητής προτρέπει όλους να ξεχάσουν το παρελθόν τους. Τους καλεί να απορρίψουν τα υλικά αγαθά και τις κοινωνικές διακρίσεις. Υποστηρίζει ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να βρει τη δική του αλήθεια. Εξηγεί πως η δοκιμασία της σπηλιάς αποκαλύπτει τον πραγματικό εαυτό. Όποιος βγει αλλαγμένος από τη δοκιμασία θεωρείται πνευματικά ξαναγεννημένος. Ανακοινώνεται ότι δύο μέλη θα μπουν στη σπηλιά εκείνη τη νύχτα. Πρόκειται για τον Χου Σι και τη νεαρή Λου Λαν. Οι δύο τους προχωρούν μαζί προς το σκοτάδι της σπηλιάς υπό τους ψαλμούς του πλήθους. Η Σου-Σι αισθάνεται φόβο, δέος αλλά και ανεξήγητη έλξη για όσα συμβαίνουν. Σκέφτεται ακόμη και τον Γκούο Ρεν, φανταζόμενη να συμμετέχουν μαζί στη δοκιμασία.
   Μετά τη τελετή, επιστρέφει με τη Χε Τζι από τον λόφο. Ρωτά ποιοι ήταν οι δύο που μπήκαν στη σπηλιά. Η Χε Τζι αποκαλύπτει ότι ήταν πατέρας και κόρη. Εξηγεί ότι οι «Επιστρέφοντες» δεν αναγνωρίζουν τις συνηθισμένες συγγένειες. Η δοκιμασία γίνεται πάντα από έναν άνδρα και μία γυναίκα, σύμφωνα με το Γιν και το Γιάνγκ. Η Χε Τζι αποκαλύπτει πως και η ίδια είχε συμμετάσχει με τον ετεροθαλή αδελφό της. Περιγράφει ότι πριν από τη δοκιμασία προηγείται αυστηρή πνευματική προετοιμασία. Τέλος, αποκαλύπτει πως μια γυναίκα που μπήκε στη σπηλιά με τον πατέρα της βγήκε βαθιά ψυχικά διαταραγμένη και δεν συνήλθε ποτέ.

 

 

η ανταλλαγή

   Η Σου-Σι αρχίζει να αμφιβάλλει για την επέκταση της οικογένειας στο Νανγκού μετά από όσα έχει δει. Δεν θέλει όμως να πάρει αποφάσεις μόνο από φόβο ή ανησυχία. Αποφασίζει ότι δεν θα πουλήσει άλλο κόσμημα της μητέρας της για την επέκταση. Παράλληλα, υπόσχεται στον εαυτό της να μην αφήσει ποτέ ξανά τον Γκούο Ρεν να ταξιδεύει μόνος στο Νανγκού.

   Την επόμενη μέρα επισκέπτεται το σπίτι τους ο κτηματίας Τζου Μιν. Ο άνδρας ζητά να συναντήσει προσωπικά τον Γκούο Ρεν. Εξηγεί ότι ο γιος του έχει επηρεαστεί από τους «ανθρώπους της επιστροφής». Φοβάται πως σύντομα θα εγκαταλείψει τα κτήματά του και τον παλιό τρόπο ζωής. Για αυτό θέλει να πουλήσει ή να ανταλλάξει τη γη του ώστε να φύγει από το Νανγκού.
   Ο Γκούο Ρεν ζητά πρώτα να γίνει εκτίμηση των χωραφιών. Ο Τσεν Μπινγκ και ο Λιν Σαν επιβεβαιώνουν ότι η γη είναι εύφορη. Ωστόσο διαπιστώνουν πως ο Τζου Μιν δεν μπορεί να διαθέσει εύκολα τη σοδειά του. Ο Γκούο Ρεν αντιλαμβάνεται ότι το σημαντικότερο πρόβλημα είναι ο έλεγχος της μεταφοράς και των αποθηκών. Τότε θυμάται τον χαρτοπαίκτη στην γη της «πέτρινης γυναίκας» που είχε αναφέρει ότι διαθέτει κι άλλα κτήματα. Ο Τζου Μιν επιστρέφει και ο Γκούο Ρεν του προτείνει ανταλλαγή γης αντί αγοράς. Του προσφέρει κτήματα κοντά στον δρόμο του Λο Τζιάνγκ, μακριά από τους «Επιστρέφοντες». Η συμφωνία αρχίζει να διαμορφώνεται και αποφασίζουν να συνεχίσουν τις συζητήσεις.

 

 

στη γη του χαρτοπαίκτη

   Ο Γκούο Ρεν και ο Τσεν Μπινγκ ταξιδεύουν γρήγορα για να συναντήσουν τον χαρτοπαίκτη.
Τον βρίσκουν στο ίδιο καπηλειό όπου τον είχαν γνωρίσει παλαιότερα. Αρχικά δημιουργείται ένταση, επειδή η προηγούμενη γη που τους είχε πουλήσει ήταν χέρσα. Ο χαρτοπαίκτης επιμένει πως τα νέα κτήματα έχουν νερό και είναι εύφορα.
Ακολουθεί σκληρό παζάρι για την τιμή και τον τρόπο πληρωμής. Τελικά συμφωνούν να πληρώσουν τα μισά χρήματα άμεσα και τα υπόλοιπα αργότερα. Ο χαρτοπαίκτης τους δείχνει τα κτήματα, τα οποία αποδεικνύονται πολύ εύφορα. Ο Γκούο Ρεν και ο Τσεν Μπινγκ καταλαβαίνουν ότι αποκτούν πολύ μεγαλύτερη έκταση από όση περίμεναν. Η συμφωνία ολοκληρώνεται και επιστρέφουν στο Νανγκού ικανοποιημένοι. Ο Γκούο Ρεν θεωρεί πως ο νέος κάμπος θα αποτελέσει θεμέλιο για την εξάπλωση της οικογένειας.

 

 

η τελική συμφωνία  

  Την επόμενη μέρα ο Τζου Μιν δέχεται επίσημα την ανταλλαγή γης. Ο Γκούο Ρεν τον ενημερώνει ότι κοντά στα νέα κτήματα θα δημιουργηθούν αποθήκες. Τέλος, οργανώνεται η μεταφορά του Τζου Μιν και του γιου του, ενώ μία εργάτρια των Ντου θα τους βοηθήσει να εγκατασταθούν στον νέο τόπο.

 

 

η υπόσχεση και η  στήριξη

   Ο Τζου Μιν φεύγει από το πέτρινο σπίτι αφήνοντας πίσω αίσθηση προετοιμασίας για τη μετακίνηση. Λίγο αργότερα ο Λιν Σαν φέρνει μπροστά στον Γκούο Ρεν τη Χε Τζι. Ο Γκούο Ρεν τη ρωτά πόσα χρόνια εργάζεται για την οικογένεια Ντου. Η Χε Τζι απαντά ότι δουλεύει περίπου είκοσι χρόνια στα κτήματα τους. Εκείνος τη ρωτά αν έχει οικογένεια και εκείνη απαντά αρνητικά.
Η συζήτηση στρέφεται στο παρελθόν της και στον πατέρα του Γκούο Ρεν. Η Χε Τζι αφήνει να εννοηθεί πως υπήρξε στενή σχέση ανάμεσά τους. Αναφέρει επίσης ότι ο πατέρας του αντάμειβε γενναιόδωρα όσους πρόσφεραν πολλά. Ο Γκούο Ρεν της ζητά να βοηθήσει τον Τζου Μιν και τον γιο του στη νέα τους εγκατάσταση. Της υπόσχεται αποζημίωση και καλύτερες συνθήκες στον νέο τόπο. Η Χε Τζι αποδέχεται χωρίς αντίρρηση την αποστολή. Μέσα της όμως σκέφτεται ήδη τον νεαρό Τζου Γιέν. Τον θυμάται από τις συναντήσεις των «Επιστρεφόντων» και το ενδιαφέρον του για τη δοκιμασία της σπηλιάς. Πιστεύει ότι στον νέο τόπο θα μπορέσουν να έρθουν πιο κοντά. Η αλλαγή αυτή δίνει και στην ίδια την ευκαιρία για μια διαφορετική ζωή.

  Το επόμενο πρωί ετοιμάζονται οι άμαξες για τη μ εταφορά τους. Ο Τζου Μιν, ο γιος του, η Χε Τζι και ο Τσεν Μπινγκ ξεκινούν την προετοιμασία του ταξιδιού. Η Χε Τζι και ο Τζου Γιέν ανταλλάσσουν σιωπηλά βλέμματα γεμάτα υπόσχεση και στήριξη.
Ο Γκούο Ρεν αποφασίζει να στείλει μαζί τους δύο άντρες για να χτίσουν σπίτι στη νέα γη. Υπόσχεται ακόμη στον Τζου Μιν ότι θα δημιουργηθούν αποθήκες και νέα καλλιεργήσιμη γη ώστε να μην αισθανθούν μόνοι στον καινούριο τόπο.

 

 

στα κτήματα του Τζου Μιν

Ο Γκούο Ρεν αποφασίζει να επισκεφθεί με το Λι Σαν τα νέα κτήματα που απέκτησε.
Δίνει επίσης εντολή να μη δουλέψουν οι εργάτες εκείνη την ημέρα, ως τιμή για τον Τζου Μιν που έφυγε. Οι δύο άντρες ξεκινούν έφιπποι και περνούν πρώτα από τα οργανωμένα κτήματα των Ντου.
Στη συνέχεια διασχίζουν τα πιο περιποιημένα αλλά λιγότερο αυθεντικά κτήματα της Λου Χαν. Όταν περνούν ένα ρυάκι, το τοπίο αλλάζει και η γη φαίνεται πιο πλούσια και εύφορη. Ο Λι Σαν εξηγεί ότι εκεί αρχίζουν τα κτήματα του Τζου Μιν. Ο Γκούο Ρεν παρατηρεί προσεκτικά το γερό και πρακτικό σπίτι του κτήματος. Μαθαίνει ότι στα χωράφια καλλιεργούνται ρύζι, κεχρί και σόγια με εναλλαγές για να διατηρείται η γονιμότητα του εδάφους. Ο Λι Σαν δείχνει επίσης μια περιοχή όπου παλαιότερα καλλιεργούσαν φαρμακευτικά βότανα. Στο βάθος ο Γκούο Ρεν παρατηρεί μια εγκαταλελειμμένη αλλά πολύ εύφορη έκταση. Ο Λι Σαν αποκαλύπτει ότι εκεί καλλιεργούσαν παλιά παπαρούνες για παραγωγή οπίου. Ο Τζου Μιν είχε καταστρέψει την καλλιέργεια και από τότε η γη έμεινε ακαλλιέργητη. Ο Λι Σαν προτείνει να φυτέψουν σαφράν, επειδή το χώμα είναι κατάλληλο και η αξία του σαφράν μεγάλη. Τέλος, εξηγεί ότι ανάμεσα στα κτήματα των Ντου και του Τζου Μιν βρίσκονται τα κτήματα της Χου Λαν, τα οποία καλλιεργούν ήδη εργάτες των Ντου.

 

 

ο κληρονόμος

  Ο Γκούο Ρεν και ο Λι Σαν μπαίνουν στο σπίτι των νέων κτημάτων του Τζου Μιν. Το σπίτι είναι λιτό αλλά προσεγμένο. Ο Γκούο Ρεν αποφασίζει πως όταν χτιστεί νέο σπίτι για τον Τζου Μιν, τα υπάρχοντα έπιπλα θα του επιστραφούν. Ο Λι Σαν όμως δείχνει προβληματισμένος και ζητά να μιλήσει για ένα άλλο ζήτημα. Εξηγεί ότι το θέμα δεν αφορά τη γη αλλά τους ανθρώπους του κτήματος. Αποκαλύπτει ότι ο παλιός άρχοντας, ο Τσενγκ-Γουέι, ξεχώριζε ορισμένες εργάτριες. Οι γυναίκες αυτές δεν έκαναν βαριές δουλειές και απολάμβαναν ιδιαίτερη μεταχείριση. Ο Γκούο Ρεν δηλώνει πως αυτό μπορεί να συνεχιστεί και στο μέλλον. Τότε ο Λι Σαν αποκαλύπτει ότι οι εργάτριες αυτές ήταν προσωπικές σύντροφοι του παλιού άρχοντα. Ο Γκούο Ρεν ρωτά αν ανάμεσά τους βρισκόταν και η Χε Τζι. Ο Λι Σαν επιβεβαιώνει ότι παλαιότερα ήταν και εκείνη μία από αυτές. Εξηγεί ακόμη ότι σήμερα υπάρχουν τρεις νεότερες γυναίκες που περιμένουν τον νέο άρχοντα. Ο Γκούο Ρεν συνειδητοποιεί ότι πλέον εκείνος θεωρείται ο διάδοχος του πατέρα του. Ο Λι Σαν τον διαβεβαιώνει ότι κανείς από τους εργάτες δεν γνώριζε τι συνέβαινε στο σπίτι. Προτείνει μάλιστα να μη γίνουν αλλαγές στο απομονωμένο σπίτι του κτήματος. Ύστερα από σκέψη, ο Γκούο Ρεν ζητά να του φέρει τις τρεις γυναίκες μία μία. Μόνος πλέον μέσα στο σπίτι, αρχίζει να αισθάνεται πραγματικός άρχοντας της νέας γης και της εξουσίας που τη συνοδεύει.

 

 

η ευνοούμενη Χονγκ-Χουά

   Ο Λι Σαν οδήγησε μπροστά στον Γκούο Ρεν τη Χονγκ-Χουά, μια εντυπωσιακή γυναίκα με πυρόξανθα μαλλιά και έντονη αυτοπεποίθηση. Εκείνη στάθηκε απέναντί του χωρίς φόβο, δείχνοντας το κόκκινο περιδέραιό της, σύμβολο της σχέσης της με τον παλιό άρχοντα. Με υπαινικτικά λόγια του εξήγησε πως ο άρχοντας πρέπει να είναι «αναζωογονημένος» για να ευημερεί η γη του, αφήνοντας σαφή υπόσχεση για τις υπηρεσίες της. Ο Γκούο Ρεν, γοητευμένος αλλά συγκρατημένος, της ζήτησε να τον περιμένει το βράδυ και αποφάσισε να την τοποθετήσει αργότερα στον τομέα του σαφράν.

 

η ευνοούμενη Λινγκ-Λου

   Έπειτα παρουσιάστηκε η δεύτερη γυναίκα, η Λινγκ-Λου, με πράσινα μάτια και πιο ήρεμη, υποτακτική παρουσία. Ο Λι Σαν αποκάλυψε ότι υπηρετούσε τον παλιό άρχοντα Τσενγκ-Γουέι τα τελευταία δύο χρόνια. Η Λινγκ-Λου έδειξε κι εκείνη το ίδιο περιδέραιο, επιβεβαιώνοντας ότι ανήκε στις «προστατευόμενες» γυναίκες του παλιού αφέντη. Δήλωσε πως περίμενε τον νέο άρχοντα και πως όσο υπηρετεί δεν σκέφτεται γάμο ή άλλη ζωή.

   Ο Γκούο Ρεν αντιλήφθηκε σταδιακά πως μαζί με τα κτήματα είχε κληρονομήσει και έναν ολόκληρο τρόπο εξουσίας, όπου οι γυναίκες αντιμετωπίζονταν ως μέρος της περιουσίας και της προσωπικής άνεσης του άρχοντα. Κατάλαβε ότι η απομονωμένη τοποθεσία του σπιτιού επέτρεπε να συμβαίνουν τα πάντα μακριά από αδιάκριτα βλέμματα. Η σκέψη αυτή δεν τον τρόμαξε· αντίθετα, τον έκανε να αισθανθεί ακόμη περισσότερο την ισχύ και τα προνόμια της νέας του θέσης.

 

 

η ευνοούμενη Τσινγκ-Γιά

   Ο Λι Σαν παρουσίασε στον Γκούο Ρεν την τρίτη «ευνοούμενη» των κτημάτων, την Τσινγκ-Γιά, μια νεαρή και εξαιρετικά όμορφη κοπέλα με λεπτή κορμοστασιά και έντονη αυτοπεποίθηση. Η στάση και οι κινήσεις της έδειχναν πως γνώριζε καλά την αξία και τη θέση της μέσα στο σπίτι του άρχοντα.
Στη συζήτησή τους αποκάλυψε ότι υπηρετούσε τον παλιό άρχοντα Τσενγκ-Γουέι από τα δεκαέξι της χρόνια, όταν η οικογένειά της την έστειλε από το χωριό Σιάο-Λιν στο Νανγκού, ελπίζοντας πως θα είχε καλύτερη τύχη. Πολύ σύντομα την επέλεξε ο Τσενγκ-Γουέι και για δύο χρόνια ήταν η μοναδική «προστατευόμενή» του, γεγονός που η ίδια αντιμετώπιζε με περηφάνια. Η Τσινγκ-Γιά εξήγησε ότι αργότερα προστέθηκαν η Χονγκ-Χουά και η Λινγκ-Λου, ενώ μετά τον θάνατο του παλιού άρχοντα περίμεναν όλες τον νέο αφέντη. Όταν ο Γκούο Ρεν τη ρώτησε τι θα συμβεί από εδώ και πέρα, εκείνη απάντησε πως όλα εξαρτώνται αποκλειστικά από εκείνον. Ο νεαρός άρχοντας της είπε πως ίσως χρειαστεί να αλλάξει το χρώμα του περιδέραιού της, δείχνοντας ότι πλέον ανήκει στη δική του προστασία. Της υποσχέθηκε ότι θα παραμείνει ανάμεσα στις ευνοούμενές του και ότι θα εργαστεί στα νέα κτήματα, σε πιο ελαφριά δουλειά. Η Τσινγκ-Γιά τον ευχαρίστησε με βαθιά υπόκλιση και αποχώρησε αργά και κομψά, αφήνοντας πίσω της μια αίσθηση υπόσχεσης και προσμονής για τη μελλοντική τους σχέση.

 

 

οι  αποφάσεις του Γκούο Ρεν στο ξύλινο σπίτι των νότιων κτημάτων

   Ο Γκούο Ρεν, πλέον νέος άρχοντας των νότιων κτημάτων, περιπλανιέται νευρικά στο ξύλινο σπίτι του Τζου Μιν, προσπαθώντας να κατανοήσει τη νέα του εξουσία και τις δυνατότητες της γης. Από το κιγκλίδωμα παρατηρεί τα χωράφια και σκέφτεται την καλλιέργεια του σαφράν ως ευκαιρία αλλά και ρίσκο, ενώ συνειδητοποιεί ότι ακόμη δεν ελέγχει πλήρως τους ανθρώπους του. Ρωτά τον Λι Σαν για τους «Επιστρέφοντες», μια ομάδα εργατών με ιδιαίτερες ιδέες για κοινότητα, ελευθερία και ισότητα. Μαθαίνει ότι δεν είναι επικίνδυνοι ούτε ανατρεπτικοί, αλλά εργάζονται συντροφικά και κάποτε αποτελούσαν μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού. Σήμερα έχουν μειωθεί, καθώς κάποιοι έφυγαν για να δημιουργήσουν δικές τους μικρές κοινότητες. Ο Λι Σαν του εξηγεί τα χαρακτηριστικά τους: χαιρετισμό με το χέρι στο στήθος, προσφώνηση «αδελφέ» και έναν διακριτικό κώδικα αναγνώρισης. Ο Γκούο Ρεν τους παρατηρεί με ενδιαφέρον αλλά και απόσταση, προσπαθώντας να καταλάβει αν αποτελούν απειλή ή απλώς μια διαφορετική αντίληψη ζωής.

   Η συζήτηση στρέφεται στις «ευνοούμενες» γυναίκες των κτημάτων, τις οποίες ο Γκούο Ρεν αποφασίζει να εντάξει στον νέο τομέα του σαφράν, με αυστηρή μυστικότητα και ελεγχόμενη εργασία. Δίνει εντολές να μην εμπλέκονται οι «Επιστρέφοντες» και να τηρείται απόλυτη διακριτικότητα γύρω από τη νέα καλλιέργεια. Τέλος, οργανώνει τη λειτουργία του χώρου με τον Λι Σαν, καθορίζοντας μέτρα επιτήρησης και μετακίνησης, ενώ η νύχτα και η σιωπή των κτημάτων ενισχύουν την αίσθηση ότι ο Γκούο Ρεν διαμορφώνει πλέον ένα δικό του, ελεγχόμενο σύστημα εξουσίας.

 

 

η αγωνία μιας μεταμφιεσμένης υπηρέτριας

   Η Σου-Σι προετοιμάζει γεύμα στο πέτρινο σπίτι του Νανγκού, ενώ δύο εργάτριες τη βοηθούν και δημιουργούν μια ήρεμη, ζεστή ατμόσφαιρα. Όταν ο άρχοντας Γκούο Ρεν και ο επιστάτης του, Λι Σαν, επιστρέφουν, το φαγητό σερβίρεται.

   Κατά τη διάρκεια του γεύματος, ο Λι Σαν αναφέρει ότι βρέθηκαν ίχνη ζώων κοντά στους λόφους και ότι πρέπει να οργανωθεί νυχτερινή επιτήρηση για την προστασία των καλλιεργειών. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στη Σου-Σι, η οποία ρωτά επίμονα για τον κίνδυνο.

   Ο Γκούο Ρεν της απαντά αυστηρά ότι η ευθύνη της γης του ανήκει αποκλειστικά σε εκείνον και οργανώνει ο ίδιος την επιχείρηση, μαζί με έμπιστους ανθρώπους του Λι Σαν. Η Σου-Σι εκφράζει φόβο, αλλά εκείνος προσπαθεί να την καθησυχάσει πριν φύγει για ξεκούραση. Καθώς ετοιμάζεται για τη νυχτερινή επιτήρηση, ο Γκούο Ρεν σκέφτεται όχι μόνο τον πιθανό κίνδυνο στα χωράφια, αλλά και την επερχόμενη πρώτη συνάντησή του με τη Χονγκ-Χουά, γεγονός που τον απασχολεί εξίσου έντονα.

 

 

η νύχτα με την Χονγκ-Χουά

    Η νύχτα πέφτει βαριά στο απομονωμένο σπίτι του Τζου Μιν στα προσφάτως εξαγορασθέντα νότια κτήματα Εκεί η Χονγκ-Χουά περίμενε τον νέο ιδιοκτήτη των κτημάτων. Είχαν περάσει τρία χρόνια από τον θάνατο του παλαιού άρχοντα, του Τσενγκ-Γουέι και η Χονγκ Χουά πάρεμενε άπρακτη ερωτικά. Η άφιξη του νέου άρχοντα, Γκούο Ρεν, σηματοδοτεί την επανεκκίνηση της ερωτικής ζωής της. Με αργές, προσεκτικές κινήσεις, η Χονγκ-Χουά καθοδηγεί τον Γκούο Ρεν, όχι απλώς ως ευνοούμενη αλλά ως γυναίκα που ξαναβρίσκει τον εαυτό της. Μέσα από σιγανές και σταδιακές επαφές, οι δυο τους δημιουργούν ρυθμό και αλληλεπίδραση, ξυπνώντας το παλιό σπίτι στη ζωή. Η νύχτα κυλά με ένταση, πάθος και προσοχή, και τελικά η Χονγκ-Χουά επιβεβαιώνει τη δύναμη της επιθυμίας και της αυτονομίας της. Το επόμενο πρωί, η καθημερινότητα και οι υποχρεώσεις επιστρέφουν, αλλά η δυναμική μεταξύ τους έχει πλέον οριστεί, και ο Γκούο Ρεν αναλαμβάνει τη νέα θέση του άρχοντα με αποφασιστικότητα.

 

 

στο δρόμο για τη γη της «πέτρινης γυναίκας»

   Ο Γκούο Ρεν, μαζί με τη Σου-Σι και δύο εργάτες, αποχωρούν από το Νανκγού και  επιστρέφουν προς το Λο Τζιανγκ, φέρνοντας υλικά για να ολοκληρωθεί το σπίτι του Τζου Μιν στη γη της «πέτρινης γυναίκας». Η πομπή φτάνει, οι πρώτες κατασκευές έχουν ήδη προχωρήσει, και η ομάδα ετοιμάζεται να συνεχίσει τη δουλειά. Ξαφνικά εμφανίζεται ο Λι Σαν, αναστατωμένος, και ενημερώνει τον Γκούο Ρεν για μια κοπέλα, τη Λιν Σουέ, που έχει χαθεί στο ποτάμι. Ο Γκούο Ρεν φεύγει αμέσως για το Νανγκού, αφήνοντας πίσω τους υπόλοιπους.

   Η Χε Τζι εξηγεί στη Σου-Σι ότι η Λιν Σουέ και ο πατέρας της ήταν μέλη των «Επιστρέφοντων» και ήθελαν να συμμετάσχουν στη δοκιμασία της σπηλιάς, αλλά δεν ήταν ακόμη έτοιμοι. Είχε ενημερώσει τον υπεύθυνο προετοιμαστή, ο οποίος διαφώνησε, θεωρώντας ότι οι δύο τους ήταν επαρκώς προετοιμασμένοι. Κατά τη δοκιμασία της σπηλιάς η Λιν Σουέ είχε εξέλθει ψυχικά διαταραγμένη. Η Σου-Σι εκφράζει φόβους ότι ο Λιν Γιε, ο πατέρας της Λιν Σουέ, θα την άγγιξε εκ νέου ερωτικά. Η Χε Τζι εξηγεί ότι οι αποφάσεις των συμμετεχόντων είναι προσωπικές και βαραίνουν μόνο αυτούς.

 

 

η Λιν Σουέ

( το συγκεκριμένο κεφάλαιο είναι ολόκληρο αφηγηματική αναδρομή) 

μετά το θάνατο της Μπάι Λου  

   Η Μπάι Λου είχε πεθάνει την άνοιξη, αφήνοντας πίσω μια σιωπή και ένα βιαστικό φτωχικό ταφικό τελετουργικό. Ο Λιν Γιέ συνέχισε να δουλεύει στα χωράφια, αφήνοντας τη Λιν Σουέ στο κέντρο του μικρού τους κόσμου. Η έφηβη μεγάλωνε γρήγορα, αναπτύσσοντας σωματικά και ψυχικά, ενώ ο πατέρας της αισθανόταν ένα μείγμα υπερηφάνειας, αμηχανίας και σφραγισμένης επιθυμίας.

   Η ζωή στο σπίτι συνέχιζε με λιγότερα λόγια και περισσότερη σιωπή, και η Λιν Σουέ είχε γίνει το σημείο αναφοράς του σπιτιού και της οικογένειας. Ο Λιν Γιέ παρακολουθούσε κάθε της κίνηση, ενώ η νεαρή γυναίκα γινόταν όλο και πιο σίγουρη για τον εαυτό της. Ο Λιν Γιέ μέσα από ψιθύρους και συζητήσεις στα χωράφια, ανακάλυψε την ύπαρξη των «Επιστρέφοντων».

   Με την πάροδο του χρόνου, μπήκε στον κύκλο τους, παρασύροντας και την κόρη του μαζί. Τώρα, στα δεκαοκτώ της, η Λιν Σουέ ήταν πλήρως γυναίκα και ετοιμαζόταν για τη «δοκιμασία της σπηλιάς». Εκεί θα αποδεικνυόταν αν οι περιορισμοί της συγγένειας θα μπορούσαν να ξεπεραστούν και η σχέση πατέρα-κόρης να μετατραπεί σε μια ελεύθερη και δοκιμασμένη σύνδεση.

 

 

μέσα στη σπηλιά

   Ο Λιν Γιέ και η Λιν Σουέ εισέρχονται μαζί στη σπηλιά της μύησης, γεμάτοι φόβο, μετά την άδεια του τελικού κριτή. Επαναλαμβάνουν σιωπηλά λέξεις-τελετουργίες όπως «Φώτιση», «ελευθερία» και «αναγέννηση», που τους ενώνουν. Το σκοτάδι της σπηλιάς τους τυλίγει προστατευτικά, ενώ οι ανάσες τους μπλέκονται σε κοινό ψίθυρο. Ο Λιν Γιέ πλησιάζει τη Λιν Σουέ με διστακτικότητα, ζητώντας σιωπηρά την άδειά της. Εκείνη ανταποκρίνεται, μειώνοντας την απόσταση και χαμογελώντας με γαλήνη. Η ψύχρα τους φέρνει πιο κοντά, και οι κινήσεις τους γίνονται ήπιες και προσεκτικές. Οι φωνές τους αντηχούν στους βράχους, πολλαπλασιάζοντας την αίσθηση ενότητας. Το βάρος που κουβαλούσε ο Λιν Γιέ υποχωρεί, ενώ τα χέρια του απλώνονται στο κορμί της. Η Λιν Σουέ δεν αντιστέκεται, και η γαλήνη της καθησυχάζει τον Λιν Γιέ. Όμως με το πρώτο φως της μέρας οι μνήμες επανέρχονται στη Λιν Σουέ. Ξυπνώντας, συνειδητοποιεί ποιος είναι δίπλα της και τι συνέβη τη νύχτα. Η συνειδητοποίηση τη συγκλονίζει και τη γεμίζει πόνο. Αρχίζει να ουρλιάζει, προσπαθώντας να διώξει κάθε ανάμνηση και αποδοχή των αγγιγμάτων του.
Η μόνη της διέξοδος γίνεται οι μονολόγοι της, ως αντίδοτο στις εικόνες που την κατακλύζουν.

 

 

το βράδυ πριν την εξαφάνιση της Λιν Σουέ

   Ήταν το βράδυ πριν ο Γκούο Ρεν φύγει με τη Σου-Σι και τους ξυλουργούς για τη γη της «πέτρινης γυναίκας». Ο Λιν Γιέ γύρισε στο σπίτι με βαριά διάθεση και ήπιε λίγο ρυζόκρασο για να χαλαρώσει. Κοίταξε την κόρη του, τη Λιν Σουέ, που τον κοιτούσε σιωπηλή με μισόκλειστα μάτια.
Η ματιά της του θύμισε την ηρεμία πριν την είσοδό της στη σπηλιά και το μειλίχιο χαμόγελό της.
Την πλησίασε και άρχισε να την θωπεύει αργά, εκείνη δεν μιλούσε αλλά φαινόταν να ανταποκρίνεται. Τα χέρια του πέρασαν κάτω από τον χιτώνα της και εκείνη έκλεισε τα μάτια της.
Ο Λιν Γιέ έκλεισε επίσης τα δικά του και οι μνήμες της σπηλιάς αναδύθηκαν μέσα του. Οι εικόνες εμφανίστηκαν σαν σκιές στους υγρούς τοίχους, αναπαριστώντας την ένωση τους εκεί.
Στην αρχή ήταν απαλές, σαν χάδια και τρυφερά αγγίγματα, γεμάτα σιωπηλή συγκατάθεση.
Η ηρεμία όμως δεν κράτησε πολύ· οι σκιές άρχισαν να βαθαίνουν και να γίνονται πιο κοφτερές. Οι κινήσεις τους έγιναν απότομες και τα σώματα μπλέχτηκαν με ένταση, σαν να διεκδικούσαν το ένα το είναι του άλλου.
Οι τοίχοι δεν χωρούσαν πλέον τις μορφές· οι σκιές παραμορφώθηκαν και έγιναν θηρία στο σκοτάδι.
Τα θηρία επιτίθονταν η μία στην άλλη με λύσσα, σε έναν άγριο χορό όπου κανείς δεν υποχωρούσε.
Δεν ήταν πλέον ένωση· ήταν πάλη, αρχέγονη και βίαιη, για να καταστρέψουν και να υπάρξουν.
Ο Λιν Γιέ, ακίνητος στο σπίτι, ένιωσε πως οι σκιές δεν ήταν μνήμη αλλά αλήθεια. Άνοιξε τα μάτια του και είδε τη Λιν Σουέ απέναντί του, σιωπηλή όπως πριν. Αυτή τη φορά η σιωπή της δεν τον γαλήνευε· φαινόταν να κουβαλά ή να γεννά τις σκιές. Δεν χρειαζόταν τους ‘Επιστρέφοντες’, οι σκιές ήταν εδώ και μέσα στο φτωχικό σπίτι. Το μόνο που του έφτανε ήταν η Λιν Σουέ που σιωπούσε και δεχόταν τα φιλιά του. Το πρωί, όμως, η Λιν Σουέ συνειδητοποίησε ποιοι ήταν και τι είχε συμβεί. Βρήκε τον εαυτό της γυμνό, τον άνδρα δίπλα της επίσης γυμνό, και οι μονολόγοι της επανήλθαν. Δεν μίλησε, ντύθηκε και έφυγε όσο πιο μακριά μπορούσε από εκείνον και το σπίτι. Την βρήκαν τελικά στο ποτάμι, απομακρυσμένη και μακριά από την προηγούμενη ένωση.

 

 

η εξιχνίαση

   Ο Γκούο Ρεν και ο Λι Σαν κατευθύνονται προς το Νανγκού για να διερευνήσουν τον θάνατο της Λιν Σουέ. Ο Λι Σαν ενημερώνει ότι η κοπέλα βρέθηκε πνιγμένη στο ποτάμι, με σημάδια δαγκωμάτων από άνθρωπο, και ότι ο πατέρας της, Λιν Γιέ, εξαφανίστηκε. Ο Γκούο Ρεν αναλογίζεται τις συνέπειες και αποφασίζει να ενεργήσει προσεκτικά.

  Ο Γκούο Ρεν εξηγεί στον Λι Σαν ότι πρέπει να διαφυλάξουν το σώμα ακριβώς όπως βρέθηκε, χωρίς να το πειράξουν, ώστε να διατηρηθεί η αλήθεια του θανάτου της. Τονίζει ότι αν το σώμα μετακινηθεί ή αλλοιωθεί, θα αμφισβητηθεί η όποια έρευνα και η ευθύνη θα βαραίνει αυτούς που το διαχειρίζονται.

   Ο Γκούο Ρεν αποφασίζει να σταλούν δύο έμπιστοι στη Νάμπου για να καλέσουν τις αρχές και να ζητήσουν επίσημη εξέταση του πτώματος. Ο Γκούο Ρεν επιμένει σε αυστηρούς κανόνες: κανείς δεν πρέπει να πλησιάσει το σώμα, να το αγγίξει ή να επηρεάσει την έρευνα, ενώ ο Λιν Γιέ, αν εμφανιστεί, θα κρατηθεί μακριά.

   Ο Γκούο Ρεν οργανώνει φύλακες γύρω από το πτώμα και προβλέπει όλα τα πιθανά σενάρια για ψέματα ή παραποίηση της αλήθειας. Υπογραμμίζει ότι η αλήθεια του θανάτου δεν έχει σημασία αν η διαχείρισή της δεν είναι ακριβής και επαγγελματική. Θέτει προσοχή στα σημάδια και τη θέση του σώματος, που αποτελούν κλειδιά για την εξιχνίαση.

   Φτάνοντας στο ποτάμι, αντικρίζουν τη Λιν Σουέ νεκρή, ανάσκελα στο ρηχό νερό, με τα μάτια ανοιχτά. Ο Γκούο Ρεν παρατηρεί προσεκτικά τη θέση των χεριών, τις μελανιές και τη γενική κατάσταση του σώματος, ενώ ο Λι Σαν παραμένει σιωπηλός από φόβο. Ο Γκούο Ρεν διατάζει αυστηρή επιτήρηση και προγραμματίζει τις επόμενες κινήσεις, για να διασφαλιστεί ότι η έρευνα θα είναι αδιάβλητη και ότι κανείς δεν θα παραποιήσει τα γεγονότα.

 

 

η κατάθεση των δύο γυναικών

   Στο πέτρινο σπίτι, δύο γυναίκες καταθέτουν στον Γκούο Ρεν για τη Λιν Σουέ. Περιγράφουν τις συνήθειές της στο ποτάμι: η πρώτη πηγαίνει σχεδόν κάθε δύο μέρες, η δεύτερη λιγότερο. Την ημέρα του περιστατικού, η πρώτη ήταν εκεί πρώτη, η δεύτερη ήρθε λίγο αργότερα, και επιβεβαιώνουν ότι δεν έφτασαν μαζί. Το σημείο όπου τη βρήκαν δεν είναι βαθύ, αν και πιο ψηλά το νερό είναι πιο επικίνδυνο, και τη νύχτα ζώα θα μπορούσαν να την τρομάξουν. Κανένας άνδρας δεν πήγαινε εκεί ούτε μπορούσε να κρυφτεί.

   Σημαντικό στοιχείο είναι οι αλλαγές στη συμπεριφορά της Λιν Σουέ. Τον τελευταίο καιρό: μιλούσε μόνη της, μονολογούσε και έλεγε ακατανόητες λέξεις όπως «ενότητα», «αλήθεια», «δεσμά», «ψέματα» και «μητέρα». Τα ρούχα της ήταν φτωχά και δεν υπήρχε κοφίνι κοντά της. Ο Γκούο Ρεν κλείνει την κατάθεση ζητώντας να τον ενημερώσουν αν θυμηθούν κάτι άλλο, ενώ το απόγευμα πέφτει στο Νανγκού και ο Λι Σαν φτάνει στο σπίτι του άρχοντα, όπου εκείνος στέκεται σιωπηλός κοντά στο παράθυρο.

 

 

η αυτόβουλη εμφάνιση της Σου-Τσιν

   Ο Λι Σαν φέρνει στον Γκούο Ρεν τη Σου Τσιν, γυναίκα του Μα Τονγκ, που θέλει να μιλήσει για τη Λιν Σουέ. Η Σου Τσιν είναι αποφασισμένη, στέκεται μπροστά στον άρχοντα με σεβασμό και ζητά τα λόγια της να μείνουν μυστικά. Ο Γκούο Ρεν της λέει ότι μόνο η αλήθεια μπορεί να την προστατεύσει.
   Η γυναίκα ξεκινάει να μιλά για τον Λιν Γιέ, που είχε αλλάξει τον τελευταίο χρόνο. Εκεί που ήταν σιωπηλός, άρχισε να σιγοτραγουδά και να μιλά με τρόπο διαφορετικό. Ο άντρας της Σου Τσιν τον ρώτησε, και εκείνος απάντησε: «Το μεγαλύτερο βάρος μας είναι η συγγένεια.» Ο Λιν Γιέ του εξήγησε ότι ο θάνατος της γυναίκας του τον έκανε ήρεμο, χωρίς δεσμά, και ότι η γαλήνη προέρχεται από την απελευθέρωση. Συχνά έλεγε: «Μόνο αν είμαστε χωρίς δεσμά βλέπουμε την αλήθεια καθαρά.»
   Ο Γκούο Ρεν παρατηρεί ότι αυτά δεν είναι λόγια απλού εργάτη. Η Σου Τσιν συνεχίζει: ο Λιν Γιέ παρακολουθούσε τα κηρύγματα της οργάνωσης «Μεγάλη Ειρήνη». Η κόρη του τον ακολουθούσε, και πήγαιναν μαζί, χέρι-χέρι, στους λόφους κάθε δεύτερη εβδομάδα. Η γυναίκα πληροφορεί ότι αυτό το ήξερε κάποιος που μένει κοντά στους λόφους. Κανείς δεν μιλούσε για τις συναντήσεις τους, από φόβο. Μετά τον πνιγμό της Λιν Σουέ, η Σου Τσιν αποφάσισε να αποκαλύψει την αλήθεια. Ο Γκούο Ρεν την επιβραβεύει, λέγοντας ότι έκανε σωστά. Η γυναίκα υποκλίνεται και εξηγεί ότι δίσταζε, αλλά τώρα δεν μπορούσε να σιωπήσει. Η λέξη «Μεγάλη Ειρήνη» μένει σαν γεγονός στον αέρα, όχι απλώς ως κουβέντα.

 

 

ο αναχωρητής απέναντι στον Γκούο Ρεν

   Ο Μινγκ Ζενγκ, ο  αποκαλούμενος ως αναχωρητής, φτάνει νύχτα στο σπίτι του Γκούο Ρεν. Ο Γκούο Ρεν τον ρωτά για το όνομά του, τη ζωή και το παρελθόν του. Ο Μινγκ Ζενγκ εξηγεί ότι δούλευε στα κτήματα της οικογένειας εδώ και 24 χρόνια και σταμάτησε όταν ανέλαβε την τελική κρίση στη σπηλιά, όπου λίγοι αποδεικνύουν την αλήθεια και την εντιμότητά τους. Οι παλαιότεροι  οπαδοί  της φράξιας του έφυγαν για άλλες κοινότητες, γιατί η αλήθεια δεν ανήκει σε έναν τόπο και οι μεγάλες ομάδες φέρνουν προβλήματα.

   Η συζήτηση επικεντρώνεται στην υπόθεση της Λιν Σουέ, στη διατήρηση της (εργασιακής)  ειρήνης και στην καταδίωξη του αναχωρητή από ανθρώπους του Χουάνγκ Σι-Ντε. Αυτός τους  θεωρεί επιζήμιους τους ανθρώπους εκτός εμπορικών νόμων. Ο Μινγκ Ζενγκ γνωρίζει την οικογένεια Λιν και διαβεβαιώνει ότι ο ένοχος θα βρεθεί. Φεύγει σιωπηλά, αφήνοντας εντύπωση αταραξίας και βεβαιότητας. Ο Γκούο Ρεν δίνει οδηγίες στον Λι Σαν να αναζητήσει τον άνδρα που έχει το σπίτι κοντά στη σπηλιά.

 

 

η κατάθεση του Λου Γκεν

   Ο Λου Γκεν, χωρικός που ζει κοντά στους λόφους του Νανγκού, παρουσιάζεται στον νεαρό άρχοντα Γκούο Ρεν. Ο χωρικός, πενήντα χρονών, εργάζεται για την οικογένεια του Γκούο Ρεν είκοσι χρόνια, έχοντας πουλήσει τα χωράφια του στον άρχοντα Τσεννγκ-Γουέι λόγω υψηλών φόρων. Το σπίτι του βλέπει όλο τον κάμπο και παρατηρεί όσους περνούν από το μονοπάτι.

    Ο Γκούο Ρεν τον ρωτά για τους “Επιστρέφοντες” και τον Τζου Γιέν, τη Χε Τζι και την οικογένεια Σουν Σεν. Ο Λου Γκεν παρατηρούσε τους περισσότερους που πέρασαν, ενώ λίγοι παρέμειναν στην περιοχή. Ο αναχωρητής δεν περνούσε από το μονοπάτι του. Η Χου Λαν και ο Φενγκ-Ρεν είχαν πολύ καιρό να εμφανιστούν.

   Ο χωρικός γνωρίζει ότι ο Λιν Γιέ και η κόρη του περνούσαν κοντά στο σπίτι του, εισερχόμενοι στη σπηλιά μόνο κατά τις πανσέληνους, δύο-δύο, άνδρας και γυναίκα, κρατώντας φαναράκια. Οι περισσότεροι που συγκεντρώνονταν αποχωρούσαν όταν άρχιζαν οι εισόδοι, ενώ μικρές ομάδες έμεναν μέσα.

   Ο Αναχωρητής είχε φύγει λόγω απειλών από ανθρώπους του Χουάνγκ Σι-Ντε. Τη θέση του πήρε ο Τσεν Τζιάν, που προετοίμαζε τους υποψήφιους για τη σπηλιά, αλλά και αυτός έφυγε. Ο Λου Γκεν παρατηρούσε τις κινήσεις των επισκεπτών, τις στάσεις τους και τα βήματά τους, κατανοώντας τη σιγουριά ή τον φόβο τους.

   Ο Γκούο Ρεν μαθαίνει ότι ο Λιν Γιέ και η Λιν Σουέ εισέρχονταν χέρι-χέρι μόνο όταν ξεκινούσε η ανηφόρα και απομακρύνονταν στη συνέχεια. Η τελευταία επίσκεψή τους στη σπηλιά έγινε πριν έξι μήνες και δεν επανήλθαν. Οι παρατηρήσεις του Λου Γκεν επιβεβαιώνουν τη σταθερότητα, την ψυχραιμία και τη γνώση των κινήσεων των ανθρώπων στη σπηλιά.

   Κάθε ζευγάρι εισέρχονταν ήσυχα, με σταθερό βήμα και φανάρια, χωρίς να μιλούν, και χάνονταν στο άνοιγμα της σπηλιάς, αφήνοντας τον Λου Γκεν να παρατηρεί τις λεπτομέρειες της διαδικασίας.

 

 

ο Γκάο Πινγκ περνά το κατώφλι του πέτρινου διοικητηρίου

   Στα κτήματα των Ντου στο Νανγκού, ο Λι Σαν φέρνει τον Γκάο Πινγκ στον Γκούο Ρεν για ανάκριση σχετικά με τη Λιν Σουέ. Ο νεαρός παραδέχεται πως είχε δείξει ενδιαφέρον για εκείνη, χωρίς όμως να την πλησιάσει ποτέ. Αποκαλύπτει ότι ο πατέρας της, ο Λιν Γιέ, τον είχε επισκεφθεί στα χωράφια του και τον είχε προειδοποιήσει αυστηρά να μείνει μακριά της. Ο Λιν Γιέ του τόνισε πως η κόρη του δεν θα φύγει από το Νανγκού και πως δεν εμπιστεύεται ανθρώπους έξω από τη «Μεγάλη Ειρήνη». Ο Γκάο Πινγκ δηλώνει πως υπάκουσε και από τότε δεν ξαναπλησίασε. Εξηγεί επίσης ότι έλειπε τις τελευταίες ημέρες στη Σιανγκτσένγκ για να αγοράσει βόδι, περιγράφοντας το μακρύ ταξίδι του. Ο Γκούο Ρεν θεωρεί πως η απουσία αυτή λειτουργεί υπέρ του και τον συμβουλεύει να αναφέρει οποιαδήποτε απειλή δεχτεί.
   Αργότερα επιστρέφουν οι αγγελιαφόροι από τη Νάμπου με διαταγές του διοικητή της κομητείας.
Κανείς δεν επιτρέπεται να φύγει από το χωριό και τίποτε δεν πρέπει να αλλάξει ώσπου να φτάσει ο απεσταλμένος του διοικητηρίου. Ο ειδικός ανακριτής θανάτων θα εξετάσει τον τόπο και θα πάρει καταθέσεις. Η ευθύνη για τη διατήρηση της τάξης μένει προσωρινά στον Γκούο Ρεν.
Η σκιά της επίσημης έρευνας πέφτει πλέον βαριά πάνω στο Νανγκού.

 

 

η δεύτερη συνάντηση με τον αναχωρητή

   Ο Γκούο Ρεν καλεί ξανά τον αναχωρητή και τον πιέζει να συνεργαστεί για την εξιχνίαση της υπόθεσης. Τον ενημερώνει πως η περιοχή θα αποκλειστεί και πως οι συγκεντρώσεις στους λόφους απαγορεύονται μέχρι να έρθουν οι άνθρωποι της Νάμπου. Ο αναχωρητής παραμένει ήρεμος και βέβαιος ότι ο ένοχος θα βρεθεί. Για να δικαιολογήσει την παρουσία του στο Νανγκού, ο Γκούο Ρεν αποφασίζει να τον παρουσιάσει ως βοηθό στα λογιστικά των κτημάτων. Ο αναχωρητής αποκαλύπτει πως παλαιότερα κρατούσε τα κατάστιχα για τον πατέρα του Γκούο Ρεν, του Τσενγκ-Γουέι. Εξηγεί ότι με λιγότερους εργάτες και καλύτερη διαχείριση τα κτήματα απέδιδαν πλέον πιο σταθερά κέρδη απ’ ότι στο παρελθόν. Ο Γκούο Ρεν αντιλαμβάνεται ότι ο αναχωρητής γνωρίζει βαθιά τη λειτουργία των κτημάτων και του ζητά να αναλάβει ξανά αυτόν τον ρόλο προσωρινά. Η παλιά σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον αναχωρητή και στον Ντου Τσενγκ-Γουέι φαίνεται να συνεχίζεται τώρα μέσω του Γκούο Ρεν.

      το περιβραχιόνιο

Ο Γκούο Ρεν δίνει στον αναχωρητή ένα περιβραχιόνιο ως σύμβολο της νέας επίσημης θέσης του στα κτήματα. Ο Μινγκ Ζενγκ το αποδέχεται και αναλαμβάνει σπίτι και γραφείο κοντά στις αποθήκες για τη διαχείριση των καταστίχων. Ο Γκούο Ρεν παραμένει επιφυλακτικός για πιθανή εμπλοκή ανθρώπων της φράξιας των «Επιστρεφόντων» στην υπόθεση. Ο αναχωρητής αποκαλύπτεται ότι γνωρίζει καλά πώς γίνεται μια σωστή έρευνα, δίνοντας έμφαση στα ίχνη, τις μαρτυρίες και τα κίνητρα.

  ο δικαστής Σεν Ζιγιουάν της Τσενγκντού

   Το πραγματικό όνομα του αναχωρητή ήταν Σεν Ζιγιουάν, πρώην δικαστικός αξιωματούχος από την Τσενγκντού της Σετσουάν. Στα νιάτα του ανέλαβε υπόθεση θανάτου τοκογλύφου που δηλητηριάστηκε σταδιακά μέσα σε λέσχη τυχερών παιχνιδιών. Η έρευνα τον οδήγησε στον ίδιο του τον αδελφό, ο οποίος είχε εμπλοκή στη σιωπηλή συνωμοσία. Ο Σεν Ζιγιουάν αλλοίωσε συνειδητά την υπόθεση για να προστατεύσει την οικογένειά του. Παρότι κανείς δεν κατάλαβε την αλήθεια, ο ίδιος βασανίστηκε από τις ενοχές και εγκατέλειψε αξίωμα, όνομα και ζωή. Περιπλανήθηκε ώσπου κατέληξε στο Νανγκού και ενώθηκε με τους «Επιστρέφοντες», όπου έζησε για είκοσι τέσσερα χρόνια.
   Τώρα, απέναντι στον Γκούο Ρεν, αναλύει την υπόθεση της Λιν Σουέ με ψυχρή καθαρότητα.
Υποστηρίζει ότι τα σημάδια στο σώμα της δείχνουν επαναλαμβανόμενη επιβολή και όχι απλή βία ή τυχαίο ξέσπασμα. Θεωρεί πως ο δράστης είχε οικειότητα και έλεγχο πάνω της, σαν να τη θεωρούσε κτήμα του. Οι υποψίες του στρέφονται προς τον πατέρα της, Λιν Γιέ, που μετά τη «σπηλιά» απομονώθηκε πλήρως από τους άλλους.
Ο αναχωρητής πιστεύει πως κάτι σκοτεινό ξύπνησε μέσα του και βάρυνε ασφυκτικά τη Λιν Σουέ.
Η υπόθεση παύει να μοιάζει με απλό θάνατο και αποκαλύπτεται ως βαθιά, μακρόχρονη ψυχική και σωματική καταπίεση.

 

 

η απόπειρα της κλοπής του πτώματος

   Τη νύχτα, ενώ φρουροί φυλάνε το σώμα της Λιν Σουέ στην όχθη του ποταμού, εμφανίζεται άγνωστος άντρας. Ο εισβολέας πλησιάζει κρυφά το πτώμα και προσπαθεί να το μετακινήσει ή να αλλάξει τη θέση του. Οι φρουροί τον αντιλαμβάνονται την τελευταία στιγμή και τρέχουν προς το μέρος του. Ο τέταρτος φρουρός, από το ύψωμα, τον σημαδεύει με τόξο και τον τραυματίζει στο πλάι. Παρά το χτύπημα, ο άντρας καταφέρνει να διαφύγει μέσα στο σκοτάδι. Οι φρουροί περιγράφουν έναν ψηλό άνθρωπο που κινιόταν με σιγουριά και γνώριζε καλά την περιοχή. Ο Γκούο Ρεν αντιλαμβάνεται πως δεν επρόκειτο για απλή κλοπή. Θεωρεί ότι κάποιος ήθελε να αλλοιώσει τη σκηνή ή να εξαφανίσει στοιχεία πριν φτάσει ο ανακριτής. Η απόπειρα δείχνει ότι ο θάνατος της Λιν Σουέ συνδέεται με φόβο και συγκάλυψη.
Η νύχτα κλείνει με την αίσθηση πως ο πραγματικός ένοχος βρίσκεται πολύ κοντά.

 

 

ο άνθρωπος του διοικητηρίου

   Ο άνθρωπος του διοικητηρίου φτάνει στο Νανγκού με τέσσερις φρουρούς και δύο εκπαιδευμένα σκυλιά για να αναλάβει την έρευνα.
Εξετάζει αμέσως το σημείο όπου βρέθηκε η Λιν Σουέ, παρατηρώντας ίχνη, πατήματα και τις μελανιές στο σώμα της. Αντιλαμβάνεται μυρωδιά ρυζόκρασου και βρίσκει κρυφά ένα κομμάτι σκισμένου υφάσματος που του φέρνει το σκυλί του. Στέλνει άντρες να ερευνήσουν τις σπηλιές των λόφων, χωρίς αποτέλεσμα, και επιτρέπει την ταφή της κοπέλας. Έπειτα ανακρίνει τους φρουρούς για την πρόσφατη απόπειρα μετακίνησης του πτώματος. Μεταβαίνει στο σπίτι του Λιν Γιέ όπου  εντοπίζει σημάδια πάλης ή βιαστικής φυγής, μαζί με χυμένο κρασί και ανακατωμένα στρωσίδια.
Ο ανακριτής θεωρεί ύποπτο το γεγονός ότι όλα δείχνουν φυσικό θάνατο ενώ τα στοιχεία υποδηλώνουν κάτι διαφορετικό. Παρατηρεί προσεκτικά όλους τους εργάτες του Γκούο Ρεν και δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον αναχωρητή.
Μαθαίνει επίσης για τα γύρω κτήματα και τους κατοίκους της περιοχής, αναζητώντας πιθανούς υπόπτους και διαδρομές διαφυγής.

   Το βράδυ οργανώνει παγίδα: τοποθετούν ομοίωμα της Λιν Σουέ στην όχθη και κρύβουν φρουρούς σε απόσταση. Μέσα στη νύχτα εμφανίζεται μια σκιά από τους λόφους και πλησιάζει προσεκτικά το ψεύτικο σώμα.
Όταν ο άντρας αποκαλύπτει τα άχυρα, οι φρουροί πετάγονται από τις κρυψώνες και τον ακινητοποιούν. Ο ύποπτος συλλαμβάνεται χωρίς αντίσταση, επιβεβαιώνοντας πως κάποιος επέστρεψε για να επέμβει ξανά στον τόπο του θανάτου.

 

 

η ποινή και η εκτέλεση του Λιν Γιέ

   Ο Λιν Γιέ συλλαμβάνεται μετά την απόπειρα παρέμβασης στο σώμα της Λιν Σουέ και οδηγείται δεμένος στο πέτρινο σπίτι. Αρνείται ότι τη σκότωσε, αλλά ο άνθρωπος του διοικητηρίου εντοπίζει στοιχεία που τον συνδέουν με τη σκηνή και με τα ρούχα της. Κατά την ανάκριση αποκαλύπτεται ότι η σχέση του με τη Λιν Σουέ δεν ήταν πατρική, καθώς επιμένει πως δεν είχαν συγγένεια. Ο ανακριτής τον κατηγορεί ότι την οδήγησε στον θάνατο μέσα από εξαναγκασμό και συνεχή κακοποίηση. Ο Λιν Γιέ προσπαθεί να δικαιολογηθεί λέγοντας πως εκείνη άλλοτε τον απέφευγε και άλλοτε τον δεχόταν. Ο άνθρωπος του διοικητηρίου απορρίπτει κάθε δικαιολογία και θεωρεί τον Λιν Γιέ ήδη ένοχο. Ανακοινώνει άμεσα θανατική ποινή για την ατίμωση και το έγκλημα απέναντι στη Λιν Σουέ και στην κοινωνική τάξη.
Οι φρουροί τον οδηγούν στην αυλή των Ντου, όπου οργανώνεται αμέσως η εκτέλεσή του. Ο Λιν Γιέ εκτελείται χωρίς αντίσταση και διατάσσεται να ταφεί μακριά, χωρίς τιμές και χωρίς μνήμα που να θυμίζει την ύπαρξή του.

  Ο άνθρωπος του διοικητηρίου μαθαίνει ότι δεν είχε συγγενείς ή δεσμούς στο Νανγκού. Έπειτα δηλώνει πως το σπίτι του ήταν ο πραγματικός τόπος του εγκλήματος και της μακρόχρονης κακοποίησης της Λιν Σουέ. Θεωρεί ότι το σπίτι δεν πρέπει να παραμείνει ως υπενθύμιση της αμαρτίας και της ντροπής. Δίνει στον Γκούο Ρεν την εξουσία να αποφασίσει για την τύχη του τόπου. Προτείνει να καεί ή να γκρεμιστεί αμέσως, πριν από την ταφή της Λιν Σουέ. Η υπόθεση κλείνει με την προσπάθεια να σβηστεί κάθε ίχνος του Λιν Γιέ και όσων συνέβησαν στο σπίτι του.

 

 

η κάθαρση

   Στο Νανγκού κατεδαφίζεται ολοκληρωτικά το σπίτι του Λιν Γιέ ως πράξη κάθαρσης για τα εγκλήματα που συνδέθηκαν με τη Λιν Σουέ. Οι κάτοικοι συμμετέχουν με μανία, εξαφανίζοντας κάθε ίχνος του σπιτιού. Ο Γκούο Ρεν διατάζει να φυτευτούν ιτιές και δαμασκηνιές στον τόπο, ως σύμβολα θλίψης και αντοχής. Κατά το σκάψιμο αναβλύζει νερό από το έδαφος, γεγονός που οι χωρικοί συνδέουν συμβολικά με τη Λιν Σουέ. Την επόμενη μέρα πραγματοποιείται η ταφή της, τρεις ημέρες μετά τον θάνατό της. Κανείς συγγενής ή χωρικός δεν παρευρίσκεται, από φόβο και αποστροφή. Μόνο οι «Επιστρέφοντες» αναλαμβάνουν την ταφή και γίνονται οι μόνοι άνθρωποι που τη συνοδεύουν στο τέλος της.

 

 

η νύχτα με την Λινγκ-Λου

    Μετά την ταφή της Λιν Σουέ, ο Γκούο Ρεν ζήτησε να συναντήσει κρυφά τη Λινγκ-Λου στο άδειο σπίτι του Τζου Μιν. Η Λινγκ-Λου προετοιμάστηκε ήρεμα και πήγε στο σπίτι, όπου παρέμεναν ακόμη ίχνη της ζωής της οικογένειας που είχε φύγει. Ο Γκούο Ρεν έφτασε αργότερα, κουβαλώντας το βάρος των πρόσφατων γεγονότων και της υπόθεσης της Λιν Σουέ. Οι δυο τους δεν αντάλλαξαν πολλές κουβέντες και πέρασαν τη νύχτα μαζί. Η παρουσία της Λινγκ-Λου λειτούργησε για εκείνον ως παρηγοριά και προσωρινή ανακούφιση από την ένταση και τις σκέψεις.
   Ο Γκούο Ρεν προσπάθησε μέσα από τη σωματική επαφή να αποβάλει τον φόβο, την πίεση και τη μνήμη των τελευταίων ημερών. Η Λινγκ-Λου τον δέχθηκε με ηρεμία και κατανόηση, χωρίς απαιτήσεις ή αντιστάσεις. Η σχέση τους παρουσιάστηκε περισσότερο ως ανάγκη διαφυγής και λήθης παρά ως έρωτας. Το άδειο σπίτι, γεμάτο αναμνήσεις των προηγούμενων κατοίκων, έγινε χώρος προσωρινής φυγής από τον θάνατο και την ενοχή. Ο Γκούο Ρεν ένιωσε για λίγο να απομακρύνεται από τις σκοτεινές σκέψεις που τον βάραιναν. Η νύχτα λειτούργησε σαν αντίβαρο απέναντι στην πρόσφατη τραγωδία του χωριού.
Η Λινγκ-Λου έγινε για εκείνον μια ήσυχη παρουσία που απορροφούσε τη σιωπή και την αγωνία.

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Ε

 

 

η επιστροφή του Γκούο Ρεν στη γη της «πέτρινης γυναίκας»

   Ο Γκούο Ρεν ετοιμάζεται να φύγει από το Νανγκού και δίνει οδηγίες στον Λι Σαν για τη διαχείριση των νότιων κτημάτων. Τονίζει ότι όλοι πρέπει πλέον να αποδέχονται τη νέα ονομασία της περιοχής. Δίνει ιδιαίτερη σημασία στην καλλιέργεια σαφράν και ζητά αυστηρό έλεγχο των ξένων εργατών. Διατάζει να μην επιτραπεί η επιστροφή του Τσεν Τζιάν, του προετοιμαστή, στα κτήματα. Καθώς ταξιδεύει προς τη γη της «Πέτρινης Γυναίκας», βασανίζεται από αμφιβολίες για το οικονομικό ρίσκο της επέκτασης, αλλά αποφασίζει να συνεχίσει.

 

 

η στάση του Γκούο Ρεν στις αποθήκες της Α-Μέι

   Ο Γκούο Ρεν φτάνει στις αποθήκες της Α-Μέι και βλέπει ότι ο χώρος έχει μετατραπεί σε οργανωμένο σταθμό δρόμου. Η αποθήκη, τα υπόστεγα και οι χώροι για ζώα και νερό δείχνουν πως η στάση λειτουργεί ήδη κανονικά.
Ο Μάο Γινγκ αναφέρει ότι αρκετά καραβάνια έχουν ήδη περάσει και διανυκτερεύσει εκεί.
Ο Γκούο Ρεν καταλαβαίνει ότι ο δρόμος αποκτά πλέον κίνηση, ζωή και εμπορική σημασία. Η Α-Μέι προτείνει τη δημιουργία κουζίνας για να εξυπηρετούνται καλύτερα οι ταξιδιώτες. Ο Μάο Τζουν οργανώνει τον χώρο ώστε τα κάρα, οι αποθήκες και η κουζίνα να λειτουργούν σωστά μαζί. Ο Γκούο Ρεν αρχίζει να σκέφτεται ακόμη μεγαλύτερη επέκταση με δεύτερη αποθήκη.
Παρά τον αρχικό δισταγμό του, αποφασίζει να μείνει το βράδυ για να παρατηρήσει καλύτερα τον χώρο.
   Το βράδυ κάθεται με την Α-Μέι και τον Μάο Τζουν γύρω από τη φωτιά. Η Α-Μέι αφηγείται πως εργαζόταν παλιά στο Νανγκού στα κτήματα του Τσενγκ-Γουέι, του πατέρα του Γκούο Ρεν. Ο Μάο Τζουν είχε ζητήσει εργάτες για να χτίσει σπίτι και τότε ο άρχοντας τού πρότεινε την Α-Μέι για σύζυγο. Η Α-Μέι αποδέχτηκε, επειδή ήθελε μια καλύτερη και πιο δική της ζωή μακριά από τα κτήματα. Μετά τον γάμο τους, ο Τσενγκ-Γουέι συνέχισε να τους στηρίζει με δώρα, εργαλεία και προμήθειες. Ο Γκούο Ρεν συνειδητοποιεί ότι ο σταθμός δεν χτίστηκε μόνο με υλικά, αλλά με ανθρώπους που απέκτησαν ελπίδα και σκοπό.

 

 

η στάση του Γκούο Ρεν στο ανεγειρόμενο σπίτι του Τζου Μιν

   Ο Γκούο Ρεν φτάνει στη γη της «πέτρινης γυναίκας» και βλέπει ότι το νέο σπίτι του Τζου Μιν έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Ο Τσεν Μπινγκ τον ενημερώνει πως σύντομα θα τελειώσουν το σπίτι και θα ξεκινήσουν τις αποθήκες. Ο Γκούο Ρεν νιώθει μεγαλύτερη σιγουριά βλέποντας ότι τα σχέδιά του προχωρούν σταθερά. Μαθαίνει επίσης ότι ο Τζου Μιν και η οικογένειά του φιλοξενούνται προσωρινά από τον χαρτοπαίκτη και πηγαίνει προς το σπίτι του χαρτοπαίκτη να τον συναντήσει.

 

 

η δεύτερη συνάντηση του Γκούο Ρεν με την Χε Τζι

   Ο Γκούο Ρεν συναντά ξανά τη Χε Τζι στην αυλή του σπιτιού του χαρτοπαίκτη. Την παρατηρεί και βλέπει πως επιστρέφει στον εαυτό της, πιο ήρεμη και ζωντανή. Την ρωτά αν έχει συνηθίσει στη νέα της ζωή, και εκείνη απαντά αρνητικά. Συζητούν για την ομορφιά της και την αλλαγή που φέρνει η απομάκρυνση από βάσανα. Η Χε Τζι παρατηρεί τα βλέμματά του και σχολιάζει τις συνήθειες των ανδρών. Ο Γκούο Ρεν χαμογελά, νιώθοντας την προσοχή της στα μάτια και στις κινήσεις του.
Αναγνωρίζουν αμοιβαία την ένταση από την πρώτη τους συνάντηση. Η Χε Τζι επιβεβαιώνει ότι διατήρησε φιλίες και δεν κρατά κακία. Ο Γκούο Ρεν της υπενθυμίζει τη θέση της, ότι  ανήκει σε αυτόν, και την ανάγκη υπομονής μέχρι να ολοκληρωθεί το σπίτι του Τζου Μιν. Μιλούν για τις μελλοντικές εργασίες και τη δυνατότητα να διαλέξει κατοικία ανάμεσα στους άλλους. Η Χε Τζι σχολιάζει πως η απομόνωση εντείνει τη μνήμη. Συμφωνούν πως, αν κάποιος θέλει να αφήσει τα πράγματα να εξελιχθούν, πρέπει να ξέρει τι ζητά.
Η Χε Τζι του προτείνει ότι πρέπει να γίνει τελετή της ανθοφορίας πριν την καλλιέργεια των νέων χωραφιών, σύμφωνα με παράδοση. Υπαινιγμοί και χαμηλοί ψίθυροι δημιουργούν ερωτική ένταση ανάμεσά τους. Ο Γκούο Ρεν δίνει αόριστη υπόσχεση ότι θα επιστρέψει μόνος, χωρίς να ορίζει χρόνο. Η Χε Τζι παραμένει ήρεμη, αλλά το βλέμμα της παρακολουθεί κάθε κίνηση του Γκούο Ρεν.
Αυτός φεύγει για τις εργασίες στο ανεγειρόμενο σπίτι του Τζου Μιν, αναλογιζόμενος την Χε Τζι και την ερωτική αίσθηση που του προκαλεί.

 

 

το γεύμα πριν την αναχώρηση για το Λο Τζιανγκ

   Ο Γκούο Ρεν συναντά τη Σου-Σι πριν επιστρέψει στις εργασίες του νέου σπιτιού του Τζου Μιν. Η Σου-Σι φέρνει καλάθι με άγρια χόρτα, βλαστούς μπαμπού και μανιτάρια από τα κτήματα. Συζητούν για την οικογένεια του χαρτοπαίκτη και τη φιλοξενία της Χε Τζι. Η Σου-Σι σχολιάζει τη φλυαρία των κοριτσιών και την ανάγκη να κρατάνε τη θέση τους. Ο Γκούο Ρεν αναγνωρίζει την ωριμότητα και τη σοφία της Σου-Σι. Συμφωνούν ότι η ανάγκη απαιτεί να γίνονται αυτά που χρειάζονται. Η Σου-Σι ετοιμάζει γεύμα για τον Τσεν Μπινγκ και τους εργάτες, οργανωμένα και πρακτικά. Ο Τσεν Μπινγκ επαινεί τη μαγειρική της, ενώ ο Γκούο Ρεν παραμένει σκεπτικός και αφηρημένος. Συζητούν για οικονομικά ζητήματα και πιθανή πώληση κοσμημάτων για το ταξίδι στο Λο Τζιάνγκ. Η Σου-Σι ανησυχεί για το Νανγκού και τα γεγονότα εκεί, αλλά ο Γκούο Ρεν την καθησυχάζει. Η Χε Τζι ρωτά για νέα σχετικά με τη Λιν Σουέ. Ο Γκούο Ρεν αποφασίζει να μιλήσει για αυτά στο Λο Τζιάνγκ, κόβοντας κάθε συνέχεια.
Προετοιμάζονται για αναχώρηση, με φορτωμένα σκεπάσματα και κουζινικά στην άμαξα.
Ο Γκούο Ρεν δίνει οδηγίες για τους εργάτες και την ολοκλήρωση των αποθηκών. Η Σου-Σι και ο Γκούο Ρεν ξεκινούν το δρόμο για το Λο Τζιάνγκ, με σκέψεις για το ταξίδι και τα επόμενα βήματα.

 

 

εκείνο το βράδυ στο Λο Τζιάνγκ

   Η Ρουό-Σι και ο Γκούο Ρεν φτάνουν στο αρχοντικό τους και συναντούν την υπηρέτρια Λάο Σου, η οποία τους καλωσορίζει και τους ενημερώνει ότι έχει ετοιμάσει φαγητό. Η Ρουό-Σι την αποτρέπει από το σερβίρισμα, θέλοντας εκείνη να ξεκουραστεί.

Η απόφαση

   Η Ρουό-Σι πηγαίνει στην κουζίνα με ένα μπουκάλι ρυζόκρασο και ρίχνει μέσα σταγόνα από το ψυχοδραστικό «δάκρυ του ονείρου», νιώθοντας ενοχές αλλά υπερνικώντας τις με την επιθυμία της. Παρά την αβεβαιότητα για τις συνέπειες, αποφασίζει να δράσει. Ρίχνει το κρασί στην κούπα του Γκούο Ρεν και στην δική της, ενώ εκείνος αγνοώντας τι περιέχει το κρασί, σταθεροποιεί το χέρι της για να μην το χύσει έξω από την κούπα του. Η πρώτη γουλιά φέρνει αμφιβολίες για το αν το δώρο θα αποκαλυφθεί ως ευλογία ή παγίδα.

Η συζήτηση στο τραπέζι

   Στο τραπέζι, η Ρουό-Σι ερευνά με ερωτήσεις τα γεγονότα που έζησαν οι «Επιστρέφοντες» και άλλες περίπλοκες καταστάσεις. Αναδεικνύει πιθανές κρυφές προθέσεις και ενέργειες της Λιν Σουέ και συνδέει στοιχεία από την πληροφορία της Χε Τζι. Η συζήτηση αναδεικνύει αβεβαιότητες, υποθέσεις και ηθικά διλήμματα γύρω από ενοχή, έλεγχο και επιλογές των προσώπων.

Η γη των ενόχων

   Η Ρουό-Σι μιλά για κρυφές σχέσεις και ερωτικές ιστορίες στο παρελθόν, όπως η Χε Τζι με τον ετεροθαλή αδελφό της, που ζούσαν για χρόνια ως ζευγάρι μέχρι που εκείνος πέθανε. Ο Γκενγκ Ντο με την κόρη του (ή, σύμφωνα με κάποιες φήμες, με δύο κόρες). Η Γου Σία με τον ανιψιό της. Η Χου Λαν με τον μικρότερο αδελφό του άντρα της, τον Φενγκ-Ρεν. Ο Χου Σι με την κόρη του, τη Λου Λαν. Επιπλέον, γίνεται αναφορά στις παλλακίδες των χωραφιών (ευνοούμενες του πατέρα τους), όπως η Χε Τζι στο παρελθόν, οι οποίες διατηρούν μια δυναμική επιλογής με τον άρχοντα.

   Υπογραμμίζει ότι τέτοιες καταστάσεις είναι συχνές αλλά καλά κρυμμένες. Η συζήτηση προβάλλει την κοινωνική δομή, τα μυστικά και τους ανθρώπους ως «καρπούς» που φυτρώνουν σε απομονωμένους τόπους.

  Οι υποθετικές ερωτήσεις

Η Ρουό-Σι θέτει στον Γκούο Ρεν υποθετικά σενάρια για το ποιον θα επέλεγε αν δεν γνώριζε τίποτα για το παρελθόν ή τη συγγένεια των ανθρώπων. Τα ερωτήματα εξετάζουν αγάπη, επιλογή, προσωπική ταυτότητα και κοινωνικά δεσμά. Ο Γκούο Ρεν απαντά ειλικρινά, αλλά η ατμόσφαιρα μένει φορτισμένη, με έμφαση σε επιθυμία, φόβο και την αμφισημία ανάμεσα στη Ρουό-Σι και την υποθετική Σου-Σι.

 

 

το πρώτο «δάκρυ του ονείρου»

   Ο Γκούο Ρεν δεν μίλησε άλλο εκείνο το βράδυ. Οι λέξεις είχαν εξαντληθεί ή είχαν γίνει επικίνδυνες. Ξάπλωσε νωρίς, σαν να ήθελε να ξεφύγει από όσα είχαν ειπωθεί ή από όσα είχαν αρχίσει να σχηματίζονται μέσα του.

το όνειρο του Γκούο Ρεν

   Ο ύπνος τον πήρε γρήγορα, βαθύς αλλά ανήσυχος, και τότε είδε τη Σου-Σι μπροστά του. Το φως γύρω της ήταν ασαφές, σχεδόν ομιχλώδες, αλλά εκείνη ήταν καθαρή και ζωντανή. Του είπε ότι έχασε το κόκκινο περιδέραιο και ότι είναι δικό του. Ο Γκούο Ρεν αντέδρασε νευρικά, προσπαθώντας να την αποφύγει, αλλά εκείνη επανήλθε και τον κάλεσε στη σπηλιά τους.

σπρώχνοντας την μισάνοιχτή πόρτα

  Μέσα στο λήθαργό του ο Γκούο Ρεν αφυπνίζεται και χωρίς να καταλαβάνει ακριβώς που βρίσκεται  πέρασε την μισάνοιχτη πόρτα, βρέθηκε σε έναν γνώριμο αλλά ταυτόχρονα ξένο χώρο. Η Σου-Σι τον περίμενε ξαπλωμένη και τον τράβηξε κοντά της. Τα ονόματα Σου-Σι και Ρουό-Σι άρχισαν να χάνουν τη σημασία τους, ενώ το δωμάτιο μεταμορφώθηκε σε μια σπηλιά όπου οι δεσμοί και οι συγγένειες δεν είχαν σημασία. Ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι ενώθηκαν σωματικά και ψυχικά, σπάζοντας τα όρια που τους κρατούσαν χωριστά και δημιουργώντας μια δική τους αλήθεια και ελευθερία. Η ένωση τους ήταν βαθιά, υποδόρια και σταθερή, με τον πόθο να μετατρέπεται σε ροή που βρίσκει το μονοπάτι της. Οι κινήσεις τους ήταν ήρεμες και ασφαλείς, και η παρουσία της Ρουό-Σι ήταν ταυτόχρονα γνώριμη και νέα. Όλα τα παλιά διστακτικά συναισθήματα και οι ανείπωτες λέξεις βρήκαν διέξοδο μέσα στη σιωπή και την εγγύτητα τους.

το δώρο

   Ο Γκούο Ρεν διάλεξε από την κασσετίνα με τα κοσμήματα ένα κόκκινο περιδέραιο και το φόρεσε στο λαιμό της Ρουό-Σι. Το περιδέραιο έγινε σύμβολο αναγνώρισης και ένωσης, δηλώνοντας ότι πλέον η Σου-Σι και η Ρουό-Σι ταυτίζονταν για εκείνον, χωρίς να χρειάζονται ρόλοι ή ονόματα.

 το επόμενο πρωί

   Το επόμενο πρωί, η Ρουό-Σι ξύπνησε με το περιδέραιο ακόμα στον λαιμό της και αισθάνθηκε τη μνήμη του «δάκρυ του ονείρου». Προσπάθησε να ξεπλύνει τη μνήμη αλλά τίποτα δεν έφυγε. Ο Γκούο Ρεν ξύπνησε μπερδεμένος, θυμήθηκε θραύσματα του ονείρου και ένιωσε ντροπή χωρίς σαφή λόγο. Η Ρουό-Σι παρέμεινε ήρεμη, και τον καθησύχασε λέγοντάς του ότι είχε πιει πολύ το βράδυ, αφήνοντάς τον να εννοήσει ότι τίποτε δεν είχε συμβεί μεταξύ τους. 

  Η ζωή τους άλλαξε οριστικά: εκείνος στα κτήματα, εκείνη μπορεί να μεταμορφώνεται σε Σου-Σι ή να παραμένει η Ρουό-Σι, με κάθε «δάκρυ του ονείρου» να υπενθυμίζει τη σύνδεσή τους. Η ειρωνεία ήταν ότι δεν είχαν καμία συγγένεια, αλλά η γνώση αυτή της αλήθειας δεν είχε αποκαλυφθεί, προκαλώντας προηγούμενα βασανιστικά εμπόδια στη ζωή τους.

 

 

το ξαφνικό κάλεσμα από το Μπαϊλίν

    Ο αγγελιοφόρος από το Μπαϊλίν φθάνει στο αρχοντικό των Ντου στο Λο Τζιανγκ και ανακοινώνει στον Γκούο Ρεν πως καταστροφή έπληξε τα χωράφια της οικογένειας. Οι θείες του, Ρου-Λιν και Σιάο-Μέι, τον καλούν επειγόντως πίσω. Παρούσα στη σκηνή είναι και η Ρουό-Σι, που παρακολουθεί σιωπηλή με τα παράξενα γαλανά μάτια της. Ο Γκούο Ρεν αποφασίζει να φύγει το επόμενο πρωί. Τη νύχτα πριν την αναχώρηση, η Ρουό-Σι τον πλησιάζει και τον ρωτά πόσο θα λείψει. Η παρουσία της προκαλεί στον Γκούο Ρεν σπασμένες αναμνήσεις από μια θολή ερωτική νύχτα που δεν θυμάται καθαρά. Βλέπει στο μυαλό του εικόνες από γυμνό δέρμα, καπνό λιβανιού, φιλιά και τα γαλανά της μάτια. Νιώθει πως κάτι συνέβη μεταξύ τους, χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει.

   Το επόμενο πρωί αναχωρεί για το Μπαϊλίν μόνο με τον αγγελιοφόρο. Καθ’ οδόν οι μνήμες επιστρέφουν αποσπασματικά, μαζί με μια γλυκιά μυρωδιά που συνδέεται με το «δάκρυ του ονείρου», χωρίς όμως να γνωρίζει την ύπαρξή του. Όταν φθάνει, ανακαλύπτει ότι οι ζημιές στα χωράφια είναι ασήμαντες και καταλαβαίνει πως οι θείες του υπερέβαλαν ίσως σκόπιμα. Εκείνες επιμένουν να μείνει και αρχίζουν να τον προσανατολίζουν προς την Τανγκ Ζι-Λαν, την όμορφη και πλούσια μοναχοκόρη της οικογένειας Τανγκ. Φροντίζουν να τη συναντήσει δήθεν τυχαία. Ο Γκούο Ρεν εντυπωσιάζεται από την ήρεμη και ευγενική ομορφιά της, που θυμίζει στους κατοίκους του Μπαϊλίν τη μητέρα του, τη Γιάο Γκουάνγκ. Παρ’ όλα αυτά, ενώ βρίσκεται κοντά της, οι αναμνήσεις της Ρουό-Σι συνεχίζουν να τον στοιχειώνουν.

   Στο πατρικό σπίτι της μητέρας του, ο παππούς του Γιν Τσεν-Λου παρακολουθεί σιωπηλός καθώς οι δύο θείες προσπαθούν να πείσουν τον Γκούο Ρεν ότι πρέπει να σκεφτεί το μέλλον του και έναν γάμο με τη Ζι-Λαν. Του παρουσιάζουν τα πλεονεκτήματα της ένωσης των δύο οικογενειών και τη δύναμη των Τανγκ. Ο Γκούο Ρεν απαντά πως πρώτα πρέπει να αποκατασταθεί η Ρουό-Σι. Παρά τις πιέσεις, νιώθει διχασμένος ανάμεσα στη γαλήνια παρουσία της Ζι-Λαν και στις σκοτεινές, ακατανόητες αναμνήσεις που τον δένουν με τη Ρουό-Σι. Αποφασίζει να παραμείνει για λίγο στο Μπαϊλίν, τόσο για να ξεκουραστεί όσο και για να βάλει σε τάξη το ταραγμένο μυαλό του.

 

επιστρέφοντας από το Μπαϊλίν

   Ο Γκούο Ρεν έμεινε περισσότερο απ’ όσο περίμενε στο Μπαϊλίν επιβλέποντας τα κτήματα και πουλώντας βιαστικά τη σοδειά, καθώς οι δρόμοι είχαν γεμίσει πρόσφυγες και λιποτάκτες και φοβόταν πως αργότερα τα καραβάνια δεν θα ήταν ασφαλή. Η απόσταση από το Λο Τζιανγκ και η γνωριμία του με την Τανγκ Ζι-Λαν άρχισαν να διώχνουν από το μυαλό του τις παράξενες εικόνες και τα όνειρα που τον βασάνιζαν. Επιστρέφοντας, συνάντησε τη Ρούο-Σι, η οποία τον ρώτησε για τις ζημιές στα χωράφια και για τους συγγενείς τους  στο Μπαϊλίν. Οι δυο τους μίλησαν για τις θείες τους, για πιέσεις σχετικά με γάμο και για τη Ζι-Λαν, γεγονός που φάνηκε να ενοχλεί τη Ρούο-Σι περισσότερο απ’ όσο ήθελε να δείξει. Ο Γκούο Ρεν της εκμυστηρεύτηκε ότι μετά το κρασί που είχαν πιει πριν φύγει έβλεπε επίμονα στα όνειρά του μια άγνωστη κοπέλα, κι εκείνη απάντησε μυστηριωδώς πως στα όνειρα συναντιούνται άνθρωποι που δεν μπορούν να συναντηθούν στην πραγματικότητα. Λίγες μέρες αργότερα, όταν ανακοίνωσε ότι θα φύγει ξανά, η Ρούο-Σι αντέδρασε ψυχρά και επέμεινε να τον συνοδεύσει, υπενθυμίζοντάς του ότι στο προηγούμενο ταξίδι είχε αποκαλύψει «θαμμένα μυστικά». Ο Γκούο Ρεν κατάλαβε πως η εξυπνάδα και η επιρροή της επάνω του άρχιζαν να τον ανησυχούν όλο και περισσότερο.

 

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΣΤ

 

 

η αποπληρωμή του χρέους

   Ο Γκούο Ρεν ξεκίνησε νέο ταξίδι μαζί με τη Ρουό-Σι για να αποπληρώσει το χρέος του στον χαρτοπαίκτη, να επιθεωρήσει τις νέες αποθήκες και να συνεχίσει προς τα νότια κτήματα του Νανγκού. Φτάνοντας στη γη της «πέτρινης γυναίκας», διαπίστωσε ότι το σπίτι του Τζου Μιν είχε ολοκληρωθεί και οι εργασίες για την πρώτη αποθήκη προχωρούσαν κανονικά υπό την επίβλεψη του Τσεν Μπινγκ. Ο Γκούο Ρεν εξόφλησε το χρέος του στον χαρτοπαίκτη, γεγονός που έφερε ανακούφιση και στους δύο.

   Η Ρουό-Σι, χρησιμοποιώντας το όνομα Σου-Σι, συναντήθηκε με τη Χε Τζι, η οποία αντιλήφθηκε αμέσως από το κόκκινο περιδέραιο τη νέα σχέση της με τον Γκούο Ρεν και τη δέχθηκε με τρυφερότητα. Η Χε Τζι αποκάλυψε ότι είχε πουλήσει το δικό της περιδέραιο για να χτίσει σπίτι με τον Λιν Τάο, όμως παραδέχτηκε πως δυσκολευόταν ακόμη να συνηθίσει τη ζωή στη νέα περιοχή. Η Σου-Σι προσπάθησε να την καθησυχάσει, εξηγώντας ότι οι αποθήκες και οι νέες καλλιέργειες σύντομα θα έφερναν ζωή και ανθρώπους στον τόπο. Οι δυο γυναίκες αντάλλαξαν υπαινικτικά λόγια για τη δύναμη των γυναικών μέσα στις σχέσεις, πριν επιστρέψει ο Γκούο Ρεν από το καπηλειό. Η παρουσία του έφερε αμέσως ψυχρότητα και ένταση, ιδιαίτερα όταν σχολίασε απότομα την αποχώρηση της Χε Τζι. Αφού συζήτησε σύντομα με τον Τσεν Μπινγκ για τις εργασίες, ο Γκούο Ρεν συνέχισε το ταξίδι προς τη δεύτερη αποθήκη μαζί με τη Σου-Σι, μέσα σε σιωπή και με την αίσθηση ότι κάτι βάραινε και τους δύο.

 

 

 

η νυχτερινή στάθμευση στην αποθήκη της Α-Μέι

   Ο Γκούο Ρεν και η Σου-Σι έφτασαν αργά τη νύχτα στη δεύτερη αποθήκη, όπου η Α-Μέι τούς υποδέχθηκε και τους φιλοξένησε χωρίς πολλές ερωτήσεις. Το επόμενο πρωί η Α-Μέι ρώτησε τη Σου-Σι αν κατάφερε να βρει τον Χου Σι, όμως εκείνη παραδέχτηκε πως ο Γκούο Ρεν δεν της επέτρεπε να μιλά ελεύθερα με άλλους ανθρώπους. Η Α-Μέι τη συμβούλευσε να μην παραδοθεί εύκολα στον Γκούο Ρεν και να ζητήσει εγγυήσεις πριν δεθεί μαζί του. Στο μεταξύ, ο Γκούο Ρεν συζήτησε με την οικογένεια της Α-Μέι για την ετοιμότητα της αποθήκης ενόψει των πρώτων φορτίων από το Νανγκού και έμεινε ικανοποιημένος από την πρόοδο. Πριν αναχωρήσουν, ένα μικρό αδέσποτο σκυλάκι πλησίασε διστακτικά τη Σου-Σι. Εκείνη το λυπήθηκε, το πήρε στην άμαξα και αποφάσισε να το κρατήσει μαζί της καθώς συνέχιζαν το ταξίδι τους.

 

 

ο συννεφιασμένος δρόμος προς το Νανγκού

   Ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι ταξίδευαν προς το Νανγκού μέσα από στενό, άγριο δρόμο, καθώς ο ουρανός άρχισε να συννεφιάζει και ο αέρας να βαραίνει. Ο Γκούο Ρεν υπολόγιζε την πορεία τους και επέβλεπε συνεχώς την άμαξα, ενώ η Ρουό-Σι ακολουθούσε σιωπηλά κρατώντας το σκυλάκι που είχε πάρει μαζί της. Καθώς περνούσαν οι ώρες, τα σύννεφα πυκνώσαν και η ατμόσφαιρα άλλαξε, προμηνύοντας καταιγίδα. Ο Γκούο Ρεν αντιλήφθηκε πρώτος τον κίνδυνο και άρχισε να ανησυχεί για τον χρόνο και την ασφάλεια του δρόμου. Όταν έπεσαν οι πρώτες βροντές, τους φώναξε να καλυφθούν γρήγορα πριν τους προλάβει η καταιγίδα.

 

 

το παλιό ξεχασμένο πέτρινο κτίσμα

   Ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι βρίσκουν καταφύγιο σε ένα παλιό εγκαταλειμμένο πέτρινο κτίσμα, καθώς η καταιγίδα τους αναγκάζει να σταματήσουν στον δρόμο προς το Νανγκού. Ο Γκούο Ρεν οργανώνει τον χώρο, φέρνει ξύλα και κατσαρολικά και ανάβει φωτιά, εξασφαλίζοντας ζεστασιά και ασφάλεια. Η Ρουό-Σι φροντίζει το σκυλάκι και ετοιμάζει πρόχειρο φαγητό, ενώ παρατηρεί τον Γκούο Ρεν μέσα στο φως της φωτιάς. Μέσα στην ένταση της στιγμής, η συζήτησή τους αγγίζει τη θέση της δίπλα του και το ενδεχόμενο να τον ακολουθεί μόνιμα στα ταξίδια. Ο Γκούο Ρεν απαντά πρακτικά, χωρίς να αποκαλύπτει σκέψεις, ενώ η έννοια της «οικογένειας» δημιουργεί σιωπηλή απόσταση ανάμεσά τους. Η Ρουό-Σι συνειδητοποιεί ότι η σχέση τους δεν μπορεί να υπάρξει ως κανονικό ζευγάρι και ταλαντεύεται ανάμεσα στην αλήθεια και στον ρόλο της. Μέσα στο καταφύγιο, για λίγο, δημιουργείται μια εύθραυστη αίσθηση οικειότητας και ηρεμίας. Το πρωί η καταιγίδα έχει κοπάσει και ο κόσμος έξω έχει καθαρίσει απότομα. Ο Γκούο Ρεν υπολογίζει τη διαδρομή προς το Νανγκού και αποφασίζει την ώρα αναχώρησης με βάση τον δρόμο και τη λάσπη. Οι δύο τους ξεκινούν ξανά, με τον δρόμο ακόμη δύσκολο αλλά σταθερότερο μετά τη βροχή. Ο Γκούο Ρεν ελέγχει διαρκώς τον ρυθμό και την κατάσταση της άμαξας και του αλόγου. Η Ρουό-Σι τον ακολουθεί σιωπηλά, προσαρμοζόμενη στον ρυθμό του ταξιδιού. Το σκυλάκι έχει πλέον ηρεμήσει και παραμένει δίπλα της χωρίς φόβο. Η πορεία προς το Νανγκού συνεχίζεται μέσα σε καθαρότερο και πιο σταθερό καιρό. Η σχέση τους παραμένει ανομολόγητη και τεταμένη, παρά την εξωτερική ηρεμία του δρόμου. Και οι δύο προχωρούν προς τον ίδιο προορισμό, χωρίς να έχουν ξεκαθαρίσει τι σημαίνει αυτό για τους ίδιους.

 

 

ο Γκούο Ρεν και η φιλοξενούμενή του

   Ο Γκούο Ρεν και η Σου-Σι φτάνουν στο Νανγκού και γίνονται δεκτοί από τον επιστάτη τους, τον Λι Σαν. Ο Γκούο Ρεν παρουσιάζει αυτή τη φορά τη Σου-Σι, (δηλαδή την Ρουό-Σι), ως φιλοξενούμενή του και όχι ως μαγείρισσά του, όπως την προηγούμενη φορά. Ο Γκούο Ρεν διατάζει να μείνει το βράδυ στο πέτρινο σπίτι και να ετοιμαστεί το σπίτι του Τζου Μιν. Η Σου-Σι ρωτά για ένα παλιό πέτρινο κτίσμα που τους προστάτευσε από τη βροχή. Ο Λι Σαν αποκαλύπτει ότι είναι παλιό σημείο ανάπαυσης του άρχοντα Τσενγκ-Γουέι. Ο Γκούο Ρεν υποψιάζεται ότι το κτίσμα είχε ιδιωτική και κρυφή χρήση. Συμπεραίνει ότι δεν ήταν απλή αποθήκη αλλά χώρος μυστικών στάσεων. Η ύπαρξη μεταξιού και η εσωτερική διαρρύθμιση ενισχύουν τις υποψίες του. Το κτίσμα φαίνεται να χρησιμοποιούνταν εκτός επίσημων καταγραφών των κτημάτων. Πιθανόν για ιδιωτικές συναντήσεις του άρχοντα μακριά από τα κτήματα του Νανγκού. Ο Λι Σαν φροντίζει τη μεταφορά και την τακτοποίηση των πραγμάτων τους στο σπίτι. Επιβλέπει τα άλογα, τα καθαρίζει και τα περιποιείται με προσοχή.
Η Σου-Σι ετοιμάζει ζεστό γεύμα στην κουζίνα μετά το ταξίδι.Ο Γκούο Ρεν περιφέρεται στην αυλή, βυθισμένος σε σκέψεις για όσα ανακάλυψε.

 

 

η αποκατάσταση των κοριτσιών με τα κόκκινα περιδέραια

   Ο νέος άρχοντας του Νανγκού, ο Γκούο Ρεν, βασανίζεται από την παρουσία των τριών παλλακίδων του πατέρα του, γιατί αισθάνεται ότι ανήκουν στο παρελθόν και όχι στη δική του ζωή. Αν και είχε ήδη συνευρεθεί με δύο από αυτές, δεν μπορούσε να τις δει ως δικές του γυναίκες. Θεωρεί ότι ο πατέρας του τις χρησιμοποιούσε ως διαφυγή από τη συζυγική του ζωή, ενώ ο ίδιος δεν έχει ανάγκη κάτι τέτοιο. Παρ’ όλα αυτά, αρνείται να τις διώξει με τρόπο ταπεινωτικό, επειδή αναγνωρίζει την αφοσίωση και τη σιωπηλή προσφορά τους. Αποφασίζει λοιπόν ότι πρέπει να φύγουν από το Νανγκού με αξιοπρέπεια και προοπτική για μια νέα ζωή. Σκέφτεται να τις βοηθήσει να παντρευτούν ή να αποκτήσουν μια νέα θέση. Θεωρεί πως αυτή η αλλαγή πρέπει να γίνει ομαλά και γρήγορα, ώστε το παρελθόν να μην βαραίνει άλλο το παρόν του. Στη συνέχεια συζητά το θέμα με τον έμπιστό του, τον Λι Σαν, και του ανακοινώνει ότι δεν θα υπάρξουν πλέον παλλακίδες στο κτήμα. Του ζητά να μιλήσει ξεχωριστά στην καθεμία και να της εξηγήσει την απόφασή του. Δηλώνει ότι οι γυναίκες θα παραμείνουν ελεύθερες και ότι ο ίδιος θα τις προικίσει αν θελήσουν να παντρευτούν. Δίνει οδηγίες να συνεχίσουν να αντιμετωπίζονται με σεβασμό και χωρίς βαριά εργασία μέχρι να αποκατασταθούν. Προτείνει μάλιστα στον ανύπαντρο Λι Σαν ότι θα μπορούσε να παντρευτεί κάποια από αυτές, αν υπάρξει αμοιβαία επιθυμία. Παράλληλα σκέφτεται και τον άγαμο Γκάο Πινγκ ως πιθανό σύζυγο για μία από τις κοπέλες, επειδή είναι εργατικός και διαθέτει δική του γη. Τέλος, διατάζει τον Λι Σαν να ενημερώσει άμεσα τις τρεις γυναίκες και να οργανώσει διακριτικά την επόμενη μέρα.

 

 

ο αγγελιαφόρος

   Ο Λι Σαν ακούει την απόφαση του άρχοντα να τελειώσει οριστικά η ζωή των ευνοούμενων και σκέφτεται πως οι τρεις γυναίκες μένουν χωρίς σίγουρο μέλλον. Η ιδέα της αποκατάστασής τους τον ταράζει, γιατί για πρώτη φορά σκέφτεται ότι ίσως κι ο ίδιος θα μπορούσε να είναι υποψήφιος σύζυγος. Αν και πιστεύει πως εκείνες ανήκαν κοινωνικά πιο ψηλά από αυτόν, δεν μπορεί να διώξει αυτή τη σκέψη. Η αναφορά στον Γκάο Πινγκ τον ενοχλεί κρυφά, αφού τον θεωρεί πιο κατάλληλη επιλογή. Πηγαίνοντας να ανακοινώσει τα νέα στις γυναίκες, αναρωτιέται αν θα τον δουν μόνο ως υπηρέτη ή και ως άντρα που μπορεί να τους προσφέρει μια νέα αρχή.

 

η ανακοίνωση στην «Κόκκινη Φλόγα»

   Ο Λι Σαν, καθώς πηγαίνει να ανακοινώσει την απόφαση του άρχοντα, δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό του τη Χονγκ-Χουά, την «Κόκκινη Φλόγα». Τον γοητεύουν η εντυπωσιακή της ομορφιά, τα πυρόξανθα μαλλιά και η σιγουριά με την οποία κινείται και κοιτά τους άλλους. Καταλαβαίνει όμως ότι είναι γυναίκα δυνατή και απρόβλεπτη, που δεν ανήκει εύκολα σε κανέναν. Η σκέψη να τη ζητήσει ως σύζυγο τον ταράζει, γιατί φοβάται πως δίπλα της θα φαίνεται μικρός και ασήμαντος. Παράλληλα νιώθει πως μια ζωή μαζί της δεν θα έφερνε ηρεμία αλλά ένταση και πάθος. Παρότι προσπαθεί να απορρίψει αυτή την ιδέα, η εικόνα της συνεχίζει να τον ακολουθεί. Τελικά φτάνει στο σπίτι της, όπου η Χονγκ-Χουά τον υποδέχεται πιστεύοντας πως έρχεται μήνυμα από τον άρχοντα για μια νέα συνάντηση, χωρίς να γνωρίζει την αληθινή αιτία της επίσκεψής του.

 

η ανακοίνωση στην πρασινομάτα Λινγκ-Λου

   Ο Λι Σαν κατευθύνεται προς το σπίτι της Λινγκ-Λου έχοντας ακόμη στο μυαλό του τη δύσκολη ανακοίνωση που πρέπει να κάνει. Σε αντίθεση με τη Χονγκ-Χουά, η σκέψη της Λινγκ-Λου του προκαλεί ηρεμία και όχι ταραχή, καθώς τη θυμάται ήσυχη, διακριτική και εσωτερικά δυνατή. Τα πράσινα μάτια της και η υπομονετική της φύση τον κάνουν να πιστεύει πως θα μπορούσε ίσως να ταιριάξει σε μια ήσυχη ζωή δίπλα του.

Η Λινγκ-Λου είχε γεννηθεί στο Τσινγκσούι της δυτικής Σετσουάν και ξεχώριζε από μικρή για τα σπάνια πράσινα μάτια της, που έδειχναν μακρινή καταγωγή. Η οικογένειά της φτώχυνε από κακές σοδειές και δυσκολίες στον τόπο τους. Ένας μεσάζοντας, πριν  τέσσερα χρόνια,  την είχε φέρει  στο Νανγκού, στα κτήματα του άρχοντα Τσενγκ-Γουέι. Η Λινγκ-Λου ήταν τότε δεκαοκτώ ετών. Ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι την κράτησε ως παλλακίδα.

   Πίσω από τη σιωπή της κρύβεται μια βαθιά ανάγκη για ανταπόδοση και αναγνώριση. Όταν φτάνει, εκείνη αντιλαμβάνεται αμέσως τον σκοπό της επίσκεψής του πριν ακόμη της μιλήσει. Η Λινγκ-Λου είχε ήδη καταλάβει ότι τα πράγματα είχαν αλλάξει, όταν είδε νωρίτερα μια άλλη γυναίκα, τη Σου-Σι, να συνοδεύει τον Γκούο Ρεν με αυτοπεποίθηση και το άλικο περιδέραιο να λάμπει στον ήλιο. Έτσι ακούει την ανακοίνωση χωρίς έκπληξη, με ήρεμη αποδοχή, βλέποντας τον Λι Σαν μόνο ως αγγελιαφόρο των αποφάσεων των άλλων. Στο τέλος τον αποχαιρετά τυπικά, χωρίς να του αφήσει κανένα περιθώριο να πιστέψει ότι μπορεί να σημαίνει κάτι περισσότερο για εκείνη.

 

η ανακοίνωση στην Τσινγκ-Για

   Ο Λι Σαν φεύγει από τη Λινγκ-Λου συνειδητοποιώντας πως εκείνη δεν τον είδε ποτέ ως κάτι περισσότερο από αγγελιαφόρο και κατευθύνεται προς το σπίτι της Τσινγκ-Για. Στο μυαλό του σχηματίζεται η εικόνα της ως μιας γυναίκας όμορφης, ισορροπημένης και φυσικά γοητευτικής, που δεν επιδιώκει την προσοχή αλλά την κερδίζει. Θεωρεί ότι, σε αντίθεση με τις άλλες δύο, η Τσινγκ-Για ίσως θα μπορούσε να σταθεί δίπλα του ως ίση, αναζητώντας σταθερότητα και όχι φαντασία.

   Η Τσινγκ-Για είχε έρθει στο Νανγκού έξι χρόνια πριν, σε ηλικία δεκαέξι ετών, και σύντομα έγινε ευνοούμενη του άρχοντα Τσενγκ-Γουέι, που τότε ήταν πάνω από πενήντα πέντε χρονών. Έμεινε κοντά του για τέσσερα χρόνια, ενώ τα τελευταία δύο είχε παραμεριστεί. Εκείνη την εποχή ο Λι Σαν ήταν περίπου τριάντα πέντε ετών και ήδη επιστάτης των κτημάτων. Τώρα, έξι χρόνια μετά, εκείνος έχει περάσει τα σαράντα και η Τσινγκ-Για είναι είκοσι δύο χρονών, με τη διαφορά ηλικίας τους να φαίνεται πλέον διαφορετική στα μάτια του.

   Όταν τη συναντά, εκείνη καταλαβαίνει αμέσως γιατί ήρθε και τον ακούει ψύχραιμα, χωρίς να τον καλέσει μέσα για να αποφύγει σχόλια και παρεξηγήσεις. Ο Λι Σαν της μεταφέρει την απόφαση του άρχοντα και την υπόσχεση για οικονομική βοήθεια και αποκατάσταση μέσω γάμου. Η Τσινγκ-Για παραδέχεται πως κάθε γυναίκα επιθυμεί έναν σταθερό άνθρωπο δίπλα της και όχι απαραίτητα έναν άρχοντα που μπορεί εύκολα να την αντικαταστήσει.

   Στη συζήτησή τους, για πρώτη φορά ο Λι Σαν νιώθει πως δεν αντιμετωπίζεται ως υπηρέτης αλλά ως άνθρωπος που ακούγεται και γίνεται κατανοητός. Εκείνη εκφράζει την πικρία ότι γυναίκες σαν αυτές δύσκολα βρίσκουν πραγματική αποδοχή και πιστεύει πως μόνο κάποιος χήρος θα τις δεχόταν για γάμο. Ο Λι Σαν προσπαθεί να της δείξει ότι ίσως υπάρχουν άντρες που δεν φοβούνται το παρελθόν τους και υπαινίσσεται διακριτικά τον εαυτό του. Η Τσινγκ-Για απαντά πως δεν την ενδιαφέρει η ηλικία αλλά ο χαρακτήρας του ανθρώπου, αφήνοντας να φανεί ένα έμμεσο άνοιγμα προς εκείνον. Στο τέλος αποχαιρετιούνται ήρεμα, έχοντας δημιουργήσει ανάμεσά τους μια διαφορετική και πιο ανθρώπινη σύνδεση.

 

 

η μέρα των συναντήσεων

   Ο Γκούο Ρεν ξυπνά για πρώτη φορά ξεκούραστος και δίνει στον Λι Σαν τις πρωινές εντολές για τη διαχείριση των ευνοούμενων.
Ο Λι Σαν συνοδεύει τη Σου-Σι και δύο γυναίκες στο σπίτι του Τζου Μιν, όπου επιβλέπει την τακτοποίηση και την ευθύνη τους. Η Σου-Σι εγκαθίσταται ήρεμα στον νέο χώρο, ενώ ο Λι Σαν επιστρέφει για να λάβει νέες οδηγίες.

  Ο Γκούο Ρεν τον διατάζει να προετοιμάσει τις ευνοούμενες, ώστε να συναντήσουν τον Γκάο Πινγκ με τρόπο που να επιτρέπει αξιολόγηση. Ο Λι Σαν τις οδηγεί να στολιστούν και τις τοποθετεί κρυφά ώστε να παρακολουθούν τη διαδικασία χωρίς να φαίνονται. Οι γυναίκες ετοιμάζονται σιωπηλά, με εμφανή ένταση, αποδεχόμενες τον ρόλο τους. Ο Λι Σαν οργανώνει τη διάταξη με ακρίβεια και φεύγει για να εντοπίσει τον Γκάο Πινγκ. Η διαδικασία έχει στόχο να προβληθούν οι καλύτερες πλευρές των γυναικών υπό έμμεση παρατήρηση. Ο Λι Σαν κινείται προς τα χωράφια έξω από το Νανγκού για να βρει τον Γκάο Πινγκ.

 

 

ο προσκεκλημένος

   Ο Λι Σαν οδηγεί τον Γκάο Πινγκ στο πέτρινο σπίτι του Γκούο Ρεν, όπου οι «ευνοούμενες» παραμένουν κρυμμένες και παρατηρούνται σιωπηλά. Ο Γκούο Ρεν υποδέχεται τον καλεσμένο του και ανοίγει συζήτηση για την τάξη, την ευθύνη και τις σχέσεις ανάμεσα στους γειτονικούς οίκους.
Αναφέρεται σε παλαιότερο περιστατικό και τονίζει ότι κάθε διατάραξη αφήνει συνέπειες που πρέπει να ελέγχονται. Η συζήτηση μεταβαίνει στις καλλιέργειες και στη συνέχεια στις γυναίκες του οίκου, με διακριτική πρόταση για πιθανές αποκαταστάσεις.
   Η Χονγκ-Χουά εμφανίζεται για πρώτη φορά, σε ρόλο ταπεινής υπηρέτριας, σε πλήρη αντίθεση με το παρελθόν της ως ευνοούμενη. Ο Γκούο Ρεν εξιστορεί τη φροντίδα που παρείχε στον πατέρα του και υπογραμμίζει την αξία της αφοσίωσής της.
Ο Γκάο Πινγκ δείχνει συγκρατημένο ενδιαφέρον, ενώ η Χονγκ-Χουά αποχωρεί διακριτικά χωρίς να διαταράξει την τάξη. Ακολουθεί δεύτερη εμφάνισή της με σερβίρισμα γεύματος, όπου η ικανότητά της αναγνωρίζεται έμμεσα από τον Γκάο Πινγκ.
Ο Γκούο Ρεν χρησιμοποιεί το γλύκισμα ως συμβολισμό για ένωση, συνέχεια και δεσμούς μέσα στον οίκο. Η συζήτηση γίνεται πιο άμεση, καθώς αφήνει να εννοηθεί ότι οι αποφάσεις πρέπει να ληφθούν σύντομα. Ο Γκάο Πινγκ παραμένει σιωπηλός, επεξεργαζόμενος την πρόταση, ενώ η ατμόσφαιρα βαραίνει από την υπονοούμενη επιλογή.

 

 

ένα εγκαταλειμμένο κτήμα αποκτά και πάλι ζωή

   Ένα εγκαταλειμμένο κτήμα αρχίζει να ξαναπαίρνει ζωή μέσα από τις αποφάσεις του νεαρού άρχοντα Γκούο Ρεν. Η επιστροφή της Ρουό-Σι στο σπίτι και η παρουσία του σκύλου της αποκαλύπτουν μια πιο ανθρώπινη, προσωπική πλευρά της καθημερινότητας.

   Ο Γκούο Ρεν καλεί τον Λι Σαν και του αναθέτει την αξιοποίηση ενός ξεχασμένου πέτρινου κτίσματος και της γύρω γης. Δίνεται εντολή για επισκευές, καθαρισμό και οργάνωση του χώρου, ώστε να σταματήσει να παραμένει ανεκμετάλλευτος.

  Ο Λι Σαν εξετάζει τις δυνατότητες καλλιέργειας, προτείνοντας ανθεκτικές και χαμηλών απαιτήσεων καλλιέργειες όπως σόργο, γλυκοπατάτα και φαγόπυρο.

  Ο Γκούο Ρεν απορρίπτει τα χαμηλής αξίας σπαρτά και στρέφεται σε πιο αποδοτικές επιλογές, όπως ο αστράγαλος (χουάνγκ τσι). Προτείνει έναν συνδυασμό καλλιεργειών ώστε η γη να δίνει ταυτόχρονα τροφή και οικονομικό όφελος.Αποφασίζει επίσης να εγκατασταθούν μόνιμοι κάτοικοι στο κτήμα, ώστε να μη μείνει ξανά εγκαταλειμμένο.

  Ο Λι Σαν αναλαμβάνει να βρει ανθρώπους χωρίς οικογένεια, ικανούς να αντέξουν τη μοναξιά του τόπου. Καθώς σκέφτεται υποψηφίους, ζυγίζει τον κίνδυνο απομόνωσης και τις πιθανές εντάσεις μεταξύ τους.Τελικά καταλήγει ότι πρέπει να σταλούν άνθρωποι που ήδη είναι συνηθισμένοι στη μοναχική ζωή. Στρέφεται στη Γου Σία και τον Ζανγκ Κιν, θεωρώντας τους κατάλληλους λόγω της αποστασιοποιημένης τους ζωής. Τους ενημερώνει για τη μετακίνηση στο κτήμα, τονίζοντας ότι θα ζουν και θα εργάζονται μόνοι τους.  Η αναχώρηση πρέπει να γίνει άμεσα.

 

 

η Γου Σία ενώπιον του Γκούο Ρεν

   Η Γου Σία φτάνει στο πέτρινο σπίτι στο Νανγκού και συναντά τον Γκούο Ρεν, ο οποίος παρατηρεί τη στάση και την παρουσία της με προσοχή.
Εκείνος σχολιάζει το δαχτυλίδι της και η Γου Σία το αποδίδει στο παρελθόν της στη Χανγκζού.
Καθώς συζητούν για τη μετεγκατάσταση, η Γου Σία αντιλαμβάνεται μια γνώριμη οσμή, το «δάκρυ του ονείρου», που τη συνδέει με τον Ζανγκ Κιν.
Ο Γκούο Ρεν εξηγεί ότι το σπίτι θα επεκταθεί και ότι η εγκατάσταση δεν θα είναι δύσκολη, αν και θα γίνει άμεσα. Η Γου Σία απαντά ήρεμα και πρακτικά, τονίζοντας πως δεν χρειάζονται πολλά αντικείμενα για να ξεκινήσει μια νέα ζωή.
Ο Γκούο Ρεν την ενημερώνει ότι εκεί θα λειτουργεί κόμβος εμπορίου και εκείνη θα έχει ρόλο επίβλεψης.
  Η συμφωνία κλείνει χωρίς εντάσεις, με αμοιβαία αποδοχή της μετακίνησης. Φεύγοντας, η Γου Σία συναντά οπτικά τη Σου-Σι και παρατηρεί τη σταθερή, ανεπιτήδευτη παρουσία της. Η μεταξύ τους σιωπηλή αναγνώριση υποδηλώνει ότι και οι δύο αντιλαμβάνονται περισσότερα από όσα λέγονται.

 

 

ο Γκούο Ρεν συζητά με τη φιλοξενούμενή του

   Η Ρουό-Σι συζητά με τον Γκούο Ρεν για το πέτρινο κτίσμα στο απόμερο κτήμα, που θα λειτουργήσει ως σημείο ελέγχου ανάμεσα σε κτήματα και αποθήκες, και συμφωνούν να εγκατασταθούν εκεί άνθρωποι άμεσα. Η Ρουό-Σι αξιολογεί θετικά τη Γου Σία και τη μετακίνηση του χώρου, σχολιάζοντας έμμεσα τα δίκτυα επιρροής και την αξία των εγκαταλελειμμένων πόρων.
Ο Γκούο Ρεν αποκαλύπτει σχέδιο αξιοποίησης της Χονγκ-Χουά, πιστεύοντας ότι μπορεί να επηρεάσει τον Γκάο Πινγκ ώστε να τη ζητήσει  σε γάμο.
   Η Ρουό-Σι αντιδρά ψυχρά αλλά εσωτερικά   ικανοποιημένη, καθώς μια αποχώρηση θα αποδυνάμωνε τον εσωτερικό κύκλο των παλλακίδων. Μετά τη συνάντηση, μένει μόνη και αναλύει τις τρεις παλλακίδες, θεωρώντας τη Χονγκ-Χουά επικίνδυνη, τη Λινγκ-Λου ύπουλα ασταθή και τη Τσινγκ-Για αμελητέα.
Συνδέει τις πληροφορίες που άκουσε από τις υπηρέτριες με παλαιότερα πρότυπα σπατάλης πόρων και επιρροής μέσα στον οίκο του πατέρα της. Αναρωτιέται αν παρόμοιες πρακτικές συνεχίζονται και αλλού, ενώ αρχίζει να σκέφτεται πιο ενεργά τρόπους αναδιάρθρωσης του Νανγκού.
Παράλληλα εξετάζει πιθανές συμμαχίες και γάμους ως εργαλείο ισορροπίας, ακόμη και με πρόσωπα από το εργατικό προσωπικό όπως ο Λι Σαν. Κλείνει τη σκέψη της με τη βεβαιότητα ότι το Νανγκού δεν είναι σταθερό, αλλά ένας τόπος έτοιμος για αναδιάταξη, την οποία ήδη αρχίζει να σχεδιάζει.

 

 

μια επιπόλαια πρόταση γάμου

  Ο Γκάο Πινγκ επέστρεψε την επόμενη μέρα αποφασισμένος και ζήτησε από τον Γκούο Ρεν την άδεια να ενωθεί με γάμο με τη Χονγκ-Χουά. Ο Γκούο Ρεν του υπενθύμισε ότι η κοπέλα ήταν ορφανή και πως ο ίδιος αναλάμβανε προσωπικά την ευθύνη της ένωσης. Τόνισε ότι η πρόθεση δεν αρκούσε και ζήτησε εγγυήσεις για μια σταθερή και ήρεμη ζωή. Ρώτησε αν μπορούσε να της προσφέρει ασφάλεια, οικογενειακή τάξη και μόνιμο οίκο χωρίς αναταραχές. Όταν έμαθε πως ο Γκάο Πινγκ σκόπευε να ζήσουν μαζί με την οικογένειά του, εξέφρασε τη διαφωνία του. Εξήγησε ότι μια νέα νύφη δεν έπρεπε να συγκατοικεί με όλη την οικογένεια του συζύγου της, ιδιαίτερα με νεότερους άνδρες, αφού υπήρχε και μικρότερος αδελφός στο σπίτι,  γιατί αυτό μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα και παρερμηνείες. Ζήτησε να υπάρξει ξεχωριστή κατοικία κοντά στους γονείς αλλά όχι μέσα στον ίδιο οίκο. Ο Γκάο Πινγκ παραδέχτηκε ότι δεν είχε σκεφτεί αυτή την ανάγκη και αναγνώρισε πως θα απαιτούνταν χρόνος. Ο Γκούο Ρεν απάντησε ότι ο χρόνος δεν ήταν πρόβλημα αρκεί να υπήρχε πραγματική πρόθεση. Πρόσθεσε πως το σπίτι έπρεπε να είναι απλό, σταθερό και ικανό να επεκταθεί στο μέλλον. Δήλωσε ακόμη ότι θα βοηθούσε ο ίδιος στην οικοδόμηση ως δώρο προς τη νέα οικογενειακή τάξη που θα δημιουργούνταν. Τελικά ξεκαθάρισε ότι η πρόταση ούτε απορριπτόταν ούτε εγκρινόταν ακόμη και ζήτησε μία ημέρα πριν δώσει την οριστική του απάντηση.

 

 

η Χονγκ-Χουά ενώπιον του Γκούο Ρεν

   Η Χονγκ-Χουά οδηγήθηκε στο πέτρινο διοικητήριο ύστερα από κάλεσμα του Γκούο Ρεν και στάθηκε μπροστά του γεμάτη ανησυχία και πικρία. Η ψυχρή, επίσημη στάση του της έδωσε την αίσθηση ότι η ερωτική τους νύχτα είχε ήδη μετατραπεί σε κάτι που έπρεπε να ξεχαστεί. Εκείνη θυμήθηκε όσα του είχε προσφέρει με πάθος, προσοχή και αφοσίωση και ένιωσε πως ίσως εκείνος δεν τα είχε εκτιμήσει πραγματικά. Πίστεψε ακόμη πως η νεαρή φιλοξενούμενη που τον συνόδευε τελευταία ίσως είχε επηρεάσει τη στάση και την κρίση του. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια δεν επιθυμούσε αξιώματα ή δύναμη, αλλά μόνο να παραμείνει αθόρυβα στα κτήματα και να τον υπηρετεί όταν την χρειαζόταν. Ο Γκούο Ρεν της ανακοίνωσε ότι είχε ζητηθεί επίσημα η ένωσή της σε γάμο και ότι από εδώ και πέρα η θέση της άλλαζε. Της ξεκαθάρισε πως δεν θα θεωρείται πλέον ούτε υπηρέτρια ούτε παλιά ευνοούμενη του οίκου. Δήλωσε ακόμη ότι το παρελθόν της έπρεπε να αλλάξει δημόσια και πως θα λέγεται μόνο ότι υπηρετούσε τον άρχοντα Τσενγκ-Γουέι για την υγεία και το φαγητό του. Τόνισε ότι πλέον είναι υποψήφια σύζυγος, με νέο όνομα, νέα ζωή και διαφορετική μοίρα. Η Χονγκ-Χουά ένιωσε να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της, καθώς καταλάβαινε ότι της ζητούσαν να θάψει ένα κομμάτι του εαυτού της. Όταν ρώτησε αν όσα είχαν υπάρξει μεταξύ τους θα σβήσουν, εκείνος απάντησε πως δεν χρειάζεται να χαθούν, αρκεί να μη συνεχίσουν να υπάρχουν για τους άλλους. Στην ερώτησή της αν εκείνος θα τα θυμάται, ο Γκούο Ρεν παραδέχτηκε ότι θα υπάρχουν πράγματα που θα θυμάται χωρίς να τα αναφέρει ποτέ. Η απάντησή του δεν ήταν ούτε υπόσχεση ούτε απόρριψη και αυτό έκανε τη θέση της ακόμη πιο δύσκολη. Τελικά η Χονγκ-Χουά αποχώρησε αθόρυβα, με ένα δάκρυ που έκρυβε μαζί χαρά, απογοήτευση, απώλεια και αβεβαιότητα για τη νέα ζωή που ανοιγόταν μπροστά της.

 

 

ο ανυπόμονος γαμβρός

  Το μεσημέρι της επόμενης μέρος ο Γκάο Πινγκ έφτασε ανήσυχος στο πέτρινο σπίτι, έχοντας συνεχώς στο μυαλό του τη Χονγκ-Χουά και τον φόβο μιας αρνητικής απάντησης. Ο Γκούο Ρεν τον υποδέχθηκε ψύχραιμα και άρχισε να ξεκαθαρίζει τα ζητήματα που έπρεπε να λυθούν πριν εγκρίνει τον γάμο. Επιβεβαίωσε ότι οι γονείς του Γκάο Πινγκ γνώριζαν ήδη για την ένωση και για τη δημιουργία νέας κατοικίας. Τόνισε επίσης ότι η Χονγκ-Χουά δεν επρόκειτο να αντιμετωπιστεί ως υπηρέτρια αλλά ως νόμιμη σύζυγος. Αφού βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε κάτι στο παρελθόν του νεαρού που θα δημιουργούσε πρόβλημα, ανακοίνωσε πως εγκρίνει τον γάμο υπό τους συμφωνημένους όρους. Δήλωσε ότι το νέο ζευγάρι θα μείνει προσωρινά σε κατοικία στα νότια κτήματα του Νανγκού μέχρι να ετοιμαστεί το δικό τους σπίτι. Στη συνέχεια ανέθεσε στον Λι Σαν την επίβλεψη όλων των διαδικασιών του γάμου κατά την απουσία του, ζητώντας να τηρηθούν τα πάντα σωστά και χωρίς παρερμηνείες.

 

 

η ανάθεση: Οι  Νέοι  Επιστάτες

   Μετά την αποχώρηση του Γκάο Πινγκ, ο Γκούο Ρεν συζήτησε με τον Λι Σαν για τη μεταφορά της Γου Σία και του Ζανγκ Κιν στα απομονωμένα κτήματα. Ο Λι Σαν πρότεινε τρεις βοηθούς και δύο σκυλιά φύλακες για την προστασία τους από πιθανούς ληστές. Ο Γκούο Ρεν έδωσε εντολές να καθαριστεί η περιοχή και να οργανωθεί η εγκατάσταση άμεσα.

   Όταν εμφανίστηκαν η Γου Σία και ο Ζανγκ Κιν, ο Γκούο Ρεν έμαθε περισσότερα για το παρελθόν τους στη Χανγκζού. Η Γου Σία μίλησε με σεβασμό για τον άρχοντα Τσενγκ-Γουέι και τη φιλική του στάση απέναντί τους. Ο Ζανγκ Κιν παρουσιάστηκε ως ήσυχος και εσωστρεφής άνθρωπος με γνώση του γκουτσίν.

    Η συζήτηση στράφηκε στις νέες καλλιέργειες των κτημάτων. Η Γου Σία πρότεινε την καλλιέργεια shiitake πάνω σε κορμούς δέντρων, εξηγώντας την εμπορική τους αξία. Τόνισε ότι τα μανιτάρια δεν ανταγωνίζονται τις άλλες καλλιέργειες αλλά λειτουργούν συμπληρωματικά. Πρότεινε να χρησιμοποιήσουν άγριους μύκητες από τα γύρω δάση αντί να φέρουν υλικά από μακριά.
  Ο Γκούο Ρεν εντυπωσιάστηκε από τη γνώση και την πρακτική σκέψη της. Η Γου Σία εξήγησε πως η επιτυχία βασίζεται στην παρατήρηση και την υπομονή. Ο Ζανγκ Κιν συμφώνησε διακριτικά, δείχνοντας εμπιστοσύνη στις ιδέες της. Για πρώτη φορά ο Γκούο Ρεν ένιωσε πως οι δυο τους δεν ήταν απλοί εργάτες αλλά πολύτιμοι συνεργάτες.

  Ο Γκούο Ρεν τους ανακοίνωσε ότι θα ενεργούν πλέον ως επιστάτες και αντιπρόσωποί του στα νέα κτήματα. Τους έδωσε εξουσία να επιβλέπουν ανθρώπους, να επιβάλλουν τάξη και να παίρνουν αποφάσεις στο όνομά του.Τόνισε πως έπρεπε να αφήσουν πίσω τις προσωπικές τους σκέψεις και να υπηρετούν μόνο τη δική του βούληση.

 

η επισφράγιση της ανάθεσης

   Έπειτα κάλεσε τη Σου-Σι να φέρει ρυζόκρασο ώστε να σφραγιστεί επίσημα η νέα αρχή.
Όταν είδε μόνο τρία κύπελλα, απαίτησε να πιει και εκείνη μαζί τους, ώστε κανείς να μη μείνει έξω από τη συμφωνία. Ο ίδιος γέμισε τα κύπελλα με ιδιαίτερη προσοχή και ευχήθηκε η νέα τους πορεία να ριζώσει χωρίς φόβο.Το κοινό ποτό δημιούργησε αίσθηση μυστικής συμφωνίας και κοινής ευθύνης ανάμεσά τους. Μέσα στη σιωπή, οι τέσσερις έμοιαζαν πλέον δεμένοι όχι μόνο από καθήκον αλλά και από μια άτυπη συνενοχή.

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Ζ

 

η επιστροφή του ανθρώπου του διοικητηρίου

 

η νέα άφιξη του εκπροσώπου του διοικητηρίου

. Οι καταγγελίες

   Ο εκπρόσωπος του διοικητηρίου φτάνει αιφνιδιαστικά στο Νανγκού με φρουρούς και σκυλιά, προκαλώντας αναστάτωση στους εργάτες και στον Γκούο Ρεν. Ανακοινώνει ότι υπάρχουν καταγγελίες για οπαδούς της «Μεγάλης Ειρήνης», προερχόμενες από ανθρώπους του Χουάνγκ Σι-Ντε. Ο Γκούο Ρεν οδηγεί τον ελεγκτή στο κατεδαφισμένο σπίτι του Λιν Γιέ, όπου ο αξιωματούχος διαπιστώνει ότι τα ίχνη έχουν εξαφανιστεί και ζητά να φυτευτούν περισσότερα δέντρα ώστε να σβηστεί κάθε ανάμνηση του τόπου. Τέλος απαιτεί κατάλογο όλων των εργατών και αναγγέλλει ότι η έρευνα θα αρχίσει την επόμενη μέρα.

   Ο ανακριτής εμφανίζεται ψύχραιμος αλλά απόλυτος. Παρατηρεί τα πάντα, ακόμη και τις αντιδράσεις του Γκούο Ρεν, και δείχνει πως ήδη υποψιάζεται ότι πίσω από τις καταγγελίες υπάρχουν βαθύτερες σχέσεις και κρυμμένα στοιχεία.

 . Οι υποψίες για τα κτήματα και τις επεκτάσεις

  Μέσα στο πέτρινο σπίτι, ο άνθρωπος του διοικητηρίου συζητά με τον Γκούο Ρεν για την αγορά νέων κτημάτων και την επέκταση της περιουσίας του. Ο Γκούο Ρεν εξηγεί ότι απέκτησε τη γη του Τζου Μιν και σκοπεύει να δημιουργήσει αποθήκες και εμπορικό σταθμό. Ο αξιωματούχος δηλώνει πως δεν ερευνά οικονομικές δραστηριότητες, αλλά είναι φανερό ότι κρατά σημειώσεις για όλα όσα ακούει. Η συζήτηση μεταφέρεται στους εργάτες και στον επιστάτη Λι Σαν, που λείπει στα νότια κτήματα.

   Ο ελεγκτής χρησιμοποιεί φαινομενικά ουδέτερες ερωτήσεις για να εξετάσει αν η οικονομική ανάπτυξη του Γκούο Ρεν κρύβει πολιτικές ή αιρετικές διασυνδέσεις. Οι παύσεις και οι υπαινιγμοί του δημιουργούν αίσθηση πίεσης.

. Οι υπαινιγμοί για τον Λιν Γιέ και τη Χου Λαν

   Ο ανακριτής συνδέει την υπόθεση του Λιν Γιέ με φήμες για ομάδες της «Μεγάλης Ειρήνης» που επιτρέπουν σχέσεις μεταξύ συγγενών. Στη συνέχεια αναφέρεται στη χήρα Χου Λαν, που ζει απομονωμένη με τον μικρότερο αδελφό του άντρα της, αφήνοντας να εννοηθεί ότι υποψιάζεται ανάρμοστη σχέση. Ο Γκούο Ρεν προσπαθεί να κρατήσει αποστάσεις, δηλώνοντας ότι δεν γνωρίζει προσωπικά τη γυναίκα, παρά μόνο ότι συνεργάζεται με τα κτήματά του.

   Ο αξιωματούχος δεν κατηγορεί ανοιχτά κανέναν· προτιμά να αφήνει υπονοούμενα ώστε να πιέζει ψυχολογικά τον συνομιλητή του. Οι παρατηρήσεις του λειτουργούν σαν παγίδες που δοκιμάζουν τις αντιδράσεις του Γκούο Ρεν.

. Η υπόθεση της Γου Σία και του Ζανγκ Κιν

   Η συζήτηση στρέφεται στη Γου Σία και τον Ζανγκ Κιν. Ο άνθρωπος του διοικητηρίου αποκαλύπτει ότι η Γου Σία ήταν πλούσια στη Χανγκζού και υπονοεί πως είναι παράξενο να εργάζεται σε αγροκτήματα. Αναφέρει επίσης ότι ο Ζανγκ Κιν παρουσιάζεται ως ανιψιός της, κάτι που γεννά νέες υποψίες. Ο Γκούο Ρεν απαντά ότι τους γνώρισε μόλις πρόσφατα και τους έστειλε στα νότια κτήματα επειδή δέχθηκαν αμέσως την αποστολή. Παρατηρεί ακόμη ότι η Γου Σία διατηρεί αέρα αρχόντισσας και φορά ακριβά κοσμήματα.

   Ο ανακριτής θεωρεί ύποπτη κάθε απόκλιση από την κοινωνική τάξη: μια πλούσια γυναίκα που εργάζεται ως επιστάτρια και ένας «ανιψιός» που τη συνοδεύει παντού. Η αναφορά στο πολύτιμο δαχτυλίδι οδηγεί τον ίδιο να αμφισβητήσει αν οι άνθρωποι αυτοί είναι πράγματι οπαδοί της «Μεγάλης Ειρήνης».

. Η νυχτερινή επιτήρηση και η καχυποψία

   Αργότερα καταφθάνουν επιπλέον φρουροί. Ο άνθρωπος του διοικητηρίου διατάζει νυχτερινές περιπολίες και απαγορεύει κάθε κίνηση ή συγκέντρωση χωρίς καταγραφή. Το Νανγκού μετατρέπεται πλέον σε τόπο επιτήρησης και φόβου.

. η διερεύνηση της σχέσης της Σου-Σι με τον Γκούο Ρεν

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του ανθρώπου του διοικητηρίου στο πέτρινο σπίτι, η παρουσία της Σου-Σι κινεί ιδιαίτερα την προσοχή του. Όταν ο Γκούο Ρεν της ζητά να ετοιμάσει γεύμα για τον φιλοξενούμενο και τους φρουρούς του, εκείνη εμφανίζεται αμέσως, ήρεμη και απόλυτα συντονισμένη με τις ανάγκες του, χωρίς περιττά λόγια. Ο ανακριτής παρατηρεί πως η συμπεριφορά της δεν θυμίζει συνηθισμένη υπηρέτρια και σχολιάζει ότι η αφοσίωσή της προς τον Γκούο Ρεν φαίνεται πολύ βαθύτερη.

Ο Γκούο Ρεν εξηγεί ότι η Σου-Σι είναι προσωπική του μαγείρισσα και ότι μεγάλωσε μέσα στον οίκο της οικογένειάς του. Η μητέρα του τη θεωρούσε σχεδόν ψυχοκόρη, της έμαθε να μαγειρεύει και λίγο πριν πεθάνει του ζήτησε να τη φροντίζει. Ωστόσο, ο άνθρωπος του διοικητηρίου δεν πείθεται πλήρως από αυτή την εξήγηση. Παρατηρεί ότι η Σου-Σι ντύνεται με τρόπο που δεν ταιριάζει σε απλή υπηρέτρια, ιδιαίτερα λόγω του κόκκινου περιδέραιου που φορά, και σημειώνει ότι ανάμεσά τους δεν υπάρχει ούτε η απόσταση μιας τυπικής υπηρετικής σχέσης ούτε η οικειότητα μιας παλλακίδας. Υπονοεί ότι ανάμεσά τους υπάρχει δεσμός βαθύτερος από μια τυπική σχέση κυρίου και υπηρέτριας.

   Ο ανακριτής υπονοεί πως η μεταξύ τους σχέση έχει διαμορφωθεί μέσα από κοινή ανατροφή, συνήθεια και αμοιβαία φροντίδα. Επισημαίνει ότι δεν έχουν μεγάλη διαφορά ηλικίας και ότι «τέτοιες σχέσεις σπάνια μένουν απλές». Ο Γκούο Ρεν παραμένει προσεκτικός και συγκρατημένος, αποφεύγοντας να αποκαλύψει περισσότερα, όμως γίνεται σαφές ότι η Σου-Σι δεν είναι απλώς μέλος του υπηρετικού προσωπικού, αλλά άνθρωπος με ξεχωριστή θέση στη ζωή και στον οίκο του.

   Ο ανακριτής βλέπει παντού κρυμμένες σχέσεις και ανισορροπίες. Εξετάζει όχι μόνο πράξεις αλλά και συναισθηματικούς δεσμούς, θεωρώντας ότι οι προσωπικές σχέσεις αποκαλύπτουν κρυφές αλήθειες.

. Η επιστροφή του Λι Σαν και η προειδοποίηση

   Ο Λι Σαν επιστρέφει αργά το βράδυ από το μικρό απομονωμένο κτήμα και ενημερώνει ότι η εγκατάσταση της Γου Σία και του Ζανγκ Κιν προχώρησε κανονικά.

  Ο Γκούο Ρεν οργανώνει τη φιλοξενία του ανακριτή σε απομονωμένο σπίτι των νότιων κτημάτων, ώστε να υπάρχει άνεση αλλά και απόσταση από το πέτρινο σπίτι. Ο άνθρωπος του διοικητηρίου αποδέχεται την πρόταση, όμως προειδοποιεί ότι τη νύχτα κανείς δεν πρέπει να μετακινηθεί ή να κρύψει στοιχεία. Ο Γκούο Ρεν απαντά πως τίποτε δεν θα κινηθεί χωρίς λόγο.

  Παρά την ευγένεια, ο αξιωματούχος διατηρεί σαφή απειλητικό τόνο. Δείχνει πως θεωρεί το Νανγκού τόπο γεμάτο μυστικά και πως η έρευνά του μόλις αρχίζει.

 

 

πρωϊνό στα νότια κτήματα

   Ο άνθρωπος του διοικητηρίου ξυπνά στο ξύλινο σπίτι στα νεοποκτηθέντα νότια κτήματα των Ντου και η Λινγκ-Λου με την Τσινγκ-Για τού προσφέρουν πλούσιο πρωινό και ευχές για γαλήνη. Εκείνος τις παρατηρεί προσεκτικά και ζητά να μάθει για τον παλιό άρχοντα Ντου Τσενγκ-Γουέι. Οι κοπέλες τον περιγράφουν ως γενναιόδωρο και φιλόξενο απέναντι σε αξιωματούχους, ταξιδιώτες και εργάτες του κτήματος. Εξηγούν πως η παρουσία επισήμων φιλοξενούμενων βελτίωνε ακόμη και τη ζωή των υπηρετών, που λάμβαναν καλύτερο φαγητό και περισσότερη ξεκούραση. Θυμούνται τη Γου Σία, που τραγουδούσε με απαλή φωνή υπό τη συνοδεία γκουτσίν του Ζανγκ Κιν, και μιλούν με νοσταλγία για τη χάρη της. Αναφέρουν επίσης την Τσιν-Ρου, η οποία παντρεύτηκε έναν ανώτερο επιθεωρητή αφού ο άρχοντας την παραχώρησε ως ένδειξη εύνοιας. Όταν ο άνθρωπος ρωτά για τον Λι Σαν, εκείνες τον χαρακτηρίζουν εργατικό και καλοσυνάτο. Η συζήτηση στρέφεται στον νέο άρχοντα Γκούο Ρεν, που φαίνεται αυστηρός, απαιτητικός και διαφορετικός από τον προκάτοχό του. Οι κοπέλες αποκαλύπτουν πως δεν κλήθηκαν ποτέ να τον υπηρετήσουν και αναφέρουν την προσωπική του υπηρέτρια, τη Σου-Σι, η οποία ίσως δεν είναι απλή συνοδός αλλά πρόσωπο που τον επιβλέπει. Τέλος, όταν ο άνδρας ρωτά για τη Λιν Σουέ, εκείνες απαντούν διστακτικά πως ήταν κλειστή και λιγομίλητη, όπως και ο πατέρας της.

 

 

οι έρευνες στα κτήματα

   Ο άνθρωπος του διοικητηρίου περνά το πρωί εξετάζοντας τα κτήματα των Ντου μαζί με τα δύο σκυλιά του. Παρατηρεί αθόρυβα τους εργάτες και, μέσα από έμμεσες ερωτήσεις, προσπαθεί να καταλάβει τις σκέψεις, τις συνθήκες ζωής και αν υπάρχουν επιρροές από τους «Επιστρέφοντες».

Ο εργάτης από το Γιανγκού

   Ο επιθεωρητής συνομιλεί με έναν εργάτη που έχασε τα μικρά του κτήματα εξαιτίας φόρων και χρεών και κατέληξε να εργάζεται στον οίκο των Ντου. Ο άνδρας εξηγεί πως ο άρχοντας Τσενγκ-Γουέι τον δέχτηκε χωρίς πολλές ερωτήσεις και πως οι φόροι αποδίδονται μέσω του οίκου. Ο επιθεωρητής καταγράφει ψυχρά όσα ακούει.

 

Η νεαρή χήρα Σιανγκλίν από το Λανσί

   Ο άνθρωπος του διοικητηρίου γνωρίζει τη Σιανγκλίν, μια νεαρή χήρα που έμεινε μόνη μετά τον θάνατο του άντρα της στα κτήματα. Ο Λι Σαν της επέτρεψε να παραμείνει, όμως ο νέος άρχοντας δεν έχει αποφασίσει ακόμη αν θα τη διατηρήσει στη δουλειά. Ο επιθεωρητής προσπαθεί διακριτικά να διαπιστώσει αν έχει επηρεαστεί από ιδέες των «Επιστρεφόντων», όμως εκείνη απαντά πως οι άνθρωποι χρειάζονται δεσμούς και σταθερότητα για να επιβιώσουν.

Ο εργάτης που σέβεται τα όρια της ιδιοκτησίας

   Σε συζήτηση με άλλους εργάτες, ο επιθεωρητής θέτει ερωτήματα για την ισότητα και την ιδιοκτησία. Ένας νεαρός άνδρας παραδέχεται πως ένας κόσμος χωρίς ανισότητες ίσως να ήταν πιο ήσυχος, αλλά τελικά υποστηρίζει ότι κάθε άνθρωπος έχει τη θέση του και πως κανείς δεν εγκαταλείπει εύκολα ό,τι του ανήκει. Ο επιθεωρητής καταλαβαίνει ότι δεν πρόκειται για άνθρωπο με ιδεολογική πίστη αλλά για κάποιον που ενδιαφέρεται κυρίως για την επιβίωση.

Ο άνθρωπος με τα κατάστιχα

  Ο επιθεωρητής συναντά τον Μινγκ Ζενγκ, τον γραμματέα του κτήματος, ο οποίος του παρουσιάζει τα στοιχεία της παραγωγής και εξηγεί πως τα κτήματα έχουν επεκταθεί χωρίς νέες προσλήψεις. Αναφέρει επίσης ότι αρκετοί εργάτες έφυγαν παλαιότερα προς άλλα κτήματα με καλύτερες απολαβές. Ο ίδιος είχε εγκαταλείψει προσωρινά το κτήμα μετά τον θάνατο του Τσενγκ-Γουέι, φοβούμενος για το μέλλον του, αλλά επέστρεψε επειδή δεν βρήκε καλύτερη θέση.

   Στη συνέχεια αποκαλύπτει πως κατάγεται από την Τσενγκτού και έφυγε από εκεί ύστερα από ερωτική απογοήτευση και προσωπικό εξευτελισμό. Στο Νανγκού βρήκε μια νέα αρχή, όπου τον κρίνουν για τις ικανότητές του και όχι για το παρελθόν του. Ο Μινγκ Ζενγκ δηλώνει πως πιστεύει στην πειθαρχία, στη σταθερότητα και στους ξεκάθαρους κανόνες του κτήματος, γι’ αυτό και προτίμησε να παραμείνει εκεί παρά να κυνηγήσει καλύτερες υποσχέσεις αλλού. Ο επιθεωρητής αποχωρεί προβληματισμένος, βλέποντας πίσω από τους αριθμούς και την τάξη βαθύτερες ισορροπίες μέσα στα κτήματα.

 

 

ένας γαμβρός για μια νύφη με κρυμμένη μνήμη

    Ο άνθρωπος του διοικητηρίου επιστρέφει από τις έρευνες στο πέτρινο σπίτι όπου διαμένει ο Γκούο Ρεν και λίγο αργότερα καταφθάνει ο νεαρός κτηματίας Γκάο Πινγκ συνοδευόμενος από δύο άνδρες. Ο Γκάο Πινγκ ζητά επίσημα σε γάμο τη Χονγκ-Χουά σύμφωνα με τα έθιμα και ο Γκούο Ρεν αποδέχεται την πρόταση, τονίζοντας όμως ότι η ένωση αυξάνει τις υποχρεώσεις του απέναντί της. Με παρέμβαση του ανθρώπου του διοικητηρίου αποφασίζεται η πρώτη τελετή να γίνει στα κτήματα των Ντου, παρουσιάζοντας την απόφαση ως σεβασμό προς την οικογένεια της νύφης και όχι ως απαίτηση προς την οικογένεια του γαμπρού. Ο Γκούο Ρεν ανακοινώνει επίσης ότι το ζευγάρι θα μείνει προσωρινά στο σπίτι των νότιων κτημάτων μέχρι να ετοιμαστεί νέο σπίτι. Ο Γκάο Πινγκ προσφέρει δώρα στον οίκο της Χονγκ-Χουά και αυτά γίνονται επίσημα αποδεκτά. Στη συνέχεια συμφωνείται ότι ο γάμος θα πραγματοποιηθεί σε δεκαπέντε ημέρες και ότι, αν χρειαστεί, ο Λι Σαν θα εκπροσωπήσει τον Γκούο Ρεν στην τελετή. Μετά την αποχώρηση του Γκάο Πινγκ, ο άνθρωπος του διοικητηρίου σχολιάζει ότι ο Γκούο Ρεν δεν δείχνει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στον άνθρωπο με τα κατάστιχα, κι εκείνος απαντά πως προτιμά να στηρίζεται σε νεότερους ανθρώπους αντί σε πρόσωπα της παλαιότερης γενιάς. Στο τέλος καλεί μια ηλικιωμένη γυναίκα και της δίνει εντολή να ενημερώσει τη Χονγκ-Χουά.

 

 

η χαρμόσυνη αναγγελία στην υποψήφια νύφη

   Η ηλικιωμένη γυναίκα ανακοινώνει στη Χονγκ-Χουά ότι ο Γκάο Πινγκ ζήτησε το χέρι της και πως ο γάμος ορίστηκε σε δεκαπέντε ημέρες. Η Χονγκ-Χουά αποδέχεται σιωπηλά την απόφαση χωρίς να φέρει αντίρρηση ή να ζητήσει εξηγήσεις. Μόνη πλέον, θυμάται για λίγο τη νύχτα που είχε περάσει με τον Γκούο Ρεν και την ελπίδα πως αυτό θα τη συνέδεε μαζί του. Συνειδητοποιεί όμως ότι τίποτα δεν άλλαξε και πως εκείνη η στιγμή ανήκει πια στο παρελθόν. Τελικά επιστρέφει ήρεμα στο ράψιμό της, αποδεχόμενη τη μοίρα που άλλοι έχουν αποφασίσει για τη ζωή της.

 

 

κάποιες εκκρεμότητες

    Μετά τη συζήτηση για τον γάμο, ο Γκούο Ρεν προσκαλεί τον επιθεωρητή σε γεύμα, όμως εκείνος αρνείται ευγενικά και με έμμεσους υπαινιγμούς αναφέρεται στις γυναίκες του οίκου και στη Σου-Σι. Μέσα από τη στάση και τα λόγια του δοκιμάζει διακριτικά τον νεαρό άρχοντα και αφήνει να φανεί πως παρατηρεί περισσότερα απ’ όσα λέει. Οι δυο τους ξεκινούν μαζί μια πορεία μέσα από τα κτήματα.

η σύσταση της Σιανγκλίν

   Ο επιθεωρητής οδηγεί εντέχνως τον Γκούο Ρεν στη Σιανγκλίν, μια νεαρή χήρα εργάτρια. Η συζήτηση μαζί της ξεκινά από τη δουλειά και τη φτώχεια, αλλά καταλήγει σε στοχασμούς για τους ανθρώπινους δεσμούς, τη μνήμη και την ανάγκη της οικογένειας. Η Σιανγκλίν αποκαλύπτεται ως γυναίκα με ομορφιά, αξιοπρέπεια και εσωτερική δύναμη, προκαλώντας ιδιαίτερη εντύπωση στον Γκούο Ρεν.

η θέα από ψηλά

   Ο επιθεωρητής οδηγεί τον Γκούο Ρεν προς τις σπηλιές πάνω από τα κτήματα. Από το ύψωμα παρατηρούν την περιοχή, ενώ η παρουσία φρουρού και σκύλων δείχνει ότι ο χώρος ελέγχεται στενά. Ο επιθεωρητής μιλά για φήμες σχετικά με μυστικές συγκεντρώσεις και διατάζει να σφραγιστούν οι σπηλιές, ώστε να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν ξανά.

το αίτημα για τις δύο άνεργες παλλακίδες

    Στα νότια κτήματα ο επιθεωρητής ζητά να πάρει μαζί του στη Νάμπου τις δύο πρώην προσωπικές υπηρέτριες του πατέρα του Γκούο Ρεν, τη Λινγκ-Λου και την Τσινγκ-Για. Ο Γκούο Ρεν δέχεται μόνο αν οι ίδιες το επιθυμούν και απορρίπτει προσβεβλημένος το ασήμι που του προσφέρεται. Τότε ο επιθεωρητής του χαρίζει επίσημη άδεια προστασίας και ελεύθερης διέλευσης για τον οίκο του. Η σκηνή δείχνει ότι ο επιθεωρητής αρχίζει πλέον να αντιμετωπίζει τον Γκούο Ρεν ως πραγματικό άρχοντα.

η ανακοίνωση μιας επικείμενης σύλληψης

   Καθώς επιστρέφουν, ο επιθεωρητής αποκαλύπτει ότι ένας αγρότης, ο Χου Σι, θα συλληφθεί επειδή μπήκε στις σπηλιές, ενώ η κόρη του, η Λου Λαν, θα μείνει προσωρινά στο χωριό. Παρακολουθεί προσεκτικά τις αντιδράσεις του Γκούο Ρεν και αφήνει να εννοηθεί ότι γνωρίζει περισσότερα για τις σχέσεις και τα μυστικά των κτημάτων απ’ όσα δείχνει.

η εντολή για την πρόσληψη ενός υπαλλήλου

   Στο τέλος της διαδρομής ο επιθεωρητής ανακοινώνει ότι θα στείλει στα κτήματα έναν δικό του άνθρωπο, τον Γουέι Τζιαν, ο οποίος θα παρουσιαστεί ως απλός εργάτης και βοηθός του Λι Σαν. Στην πραγματικότητα θα λειτουργεί ως κρυφός άνθρωπος του διοικητηρίου, ώστε οι αρχές να παρακολουθούν διακριτικά όσα συμβαίνουν στα κτήματα του Γκούο Ρεν.

 

 

η σύλληψη του Χου Σι

   Ο Χου Σι εργάζεται στα χωράφια του Νανγκού όταν φρουροί κατεβαίνουν από τις σπηλιές για να τον συλλάβουν. Ο Λου Γκεν δίνει διακριτικά το σύνθημα και οι φρουροί τον οδηγούν χωρίς φασαρία προς το πέτρινο διοικητήριο των κτημάτων. Η Σου-Σι παρακολουθεί κρυφά, θυμούμενη τη μυστική τελετή στη σπηλιά όπου είχε δει τον Χου Σι μαζί με τη Λου Λαν γεμάτο πίστη και βεβαιότητα. Τώρα όμως ο Χου Σι δείχνει φοβισμένος και ήδη ηττημένος. Ο Γκούο Ρεν επιστρέφει από τα νότια κτήματα και στέκεται απέναντί του χωρίς οργή αλλά με ψυχρή αυστηρότητα. Του λέει πως αν είναι αθώος δεν έχει να φοβηθεί τίποτα και υπόσχεται ότι θα φροντίσει την κόρη του. Όταν οι φρουροί του δένουν τα χέρια, ο Γκούο Ρεν διατάζει να λυθούν ώσπου να φύγουν από το Νανγκού, ώστε να μη δημιουργηθεί αναστάτωση στους εργάτες. Με εντολή του φορτώνεται το κάρο με σακιά και άχυρα για να μοιάζει με συνηθισμένη μεταφορά και όχι με μεταγωγή κρατουμένου. Ο Χου Σι ανεβαίνει σχεδόν μηχανικά στο κάρο, ενώ η Σου-Σι ανταλλάσσει μαζί του μια τελευταία σιωπηλή ματιά. Ο Γκούο Ρεν μένει ακίνητος παρακολουθώντας την πομπή να απομακρύνεται, αποφασισμένος και απόλυτα ελεγχόμενος.

 

 

η σφραγισμένη πόρτα

    Η Λου Λαν θυμάται την είσοδό της στη σπηλιά μαζί με τον Χου Σι, κατά τη μυστική τελετή της σέκτας. Από την πρώτη στιγμή νιώθει πως περνά ένα αόρατο όριο: αφήνεται πάνω του και αποδέχεται πλήρως την επιθυμία της. Η πίστη της στη διδασκαλία δεν γεννήθηκε από εξαναγκασμό, αλλά από τη βαθιά ανάγκη να ζήσει ελεύθερα τον πόθο της για εκείνον. Η καθημερινή τους συμβίωση κάτω από την ίδια στέγη είχε μετατραπεί για τη Λου Λαν σε μόνιμη στέρηση, καθώς τους χώριζαν κοινωνικοί και ηθικοί φραγμοί που δεν της επέτρεπαν να τον πλησιάσει όπως ήθελε.

 

η αντιζηλία μάνας και κόρης

   Η Μπάο-Τζεν αντιλαμβάνεται πολύ νωρίς τα αισθήματα της κόρης της και προσπαθεί συστηματικά να την απομακρύνει από τον Χου Σι. Της αναθέτει συνεχώς δουλειές και δεν της επιτρέπει να μένει μόνη μαζί του ούτε να τον φροντίζει. Πίσω από αυτή τη συμπεριφορά κρύβεται μια σιωπηλή αντιζηλία ανάμεσα σε μάνα και κόρη. Η Μπάο-Τζεν φοβάται πως η νεότητα και η ομορφιά της Λου Λαν μπορούν να την αντικαταστήσουν δίπλα στον άντρα που πάλεψε να κρατήσει κοντά της. Έτσι, προσπαθεί να προστατεύσει τη θέση της, κρατώντας συμβολικά κλειστή την πόρτα του κοινού τους βίου.

 

τα δάκρυα της χαρμολύπης

   Όταν η Μπάο-Τζεν τραυματίζεται σοβαρά, η Λου Λαν ακούει τις φωνές βοήθειας αλλά επιλέγει συνειδητά να καθυστερήσει την επιστροφή της. Μέσα της γεννιέται η ευχή να αλλάξει η ζωή της οριστικά. Όταν τελικά επιστρέφει και μαθαίνει τον θάνατο της μητέρας της, ξεσπά σε δάκρυα μαζί με τον Χου Σι. Η λύπη της όμως συνοδεύεται από μια κρυφή αίσθηση εκπλήρωσης. Από εκείνη τη στιγμή το πρόσωπό της μένει σημαδεμένο από αυτή τη διπλή κατάσταση, όπου πένθος και ικανοποίηση συνυπάρχουν.

 

μια φωτιά που δεν σβήνει

   Μετά τον θάνατο της μητέρας της, η Λου Λαν πλησιάζει όλο και περισσότερο τον Χου Σι. Αναλαμβάνει τον ρόλο της φροντίδας μέσα στο σπίτι και προσπαθεί να γίνει καλύτερη από τη Μπάο-Τζεν σε κάθε επίπεδο. Με βότανα, αφεψήματα, φροντίδες και διαρκή παρουσία, δημιουργεί ανάμεσα τους μια εξάρτηση που μεγαλώνει αργά και σταθερά. Η επιθυμία της δεν είναι πια βιαστική· καλλιεργείται υπομονετικά, ώσπου να ριζώσει και στους δύο. Παράλληλα, οι ιδέες της σέκτας για ελευθερία και κατάργηση των δεσμών ενισχύουν μέσα της την πεποίθηση πως η σχέση τους αποτελεί μια ανώτερη αλήθεια.

 

στο λαξευμένο βράχο της σπηλιάς

   Μέσα στη σπηλιά, η Λου Λαν νιώθει πως περνά οριστικά σε μια νέα ύπαρξη. Το σκοτάδι, η απομόνωση και η απουσία κοινωνικών κανόνων μετατρέπουν τον χώρο σε τόπο αποκάλυψης και απελευθέρωσης. Ο λαξευμένος βράχος λειτουργεί σαν τελετουργικός τόπος μετάβασης, όπου η επιθυμία της παύει να είναι κρυφή και γίνεται ολοκληρωτική εμπειρία. Η σωματική ένωση με τον Χου Σι παρουσιάζεται ως έκρηξη χρόνων καταπιεσμένης ανάγκης, όπου ο πόθος, η στέρηση και η αναμονή ενώνονται σε μία στιγμή.

  Το αίμα της διακόρευσής της που μένει πάνω στον βράχο αποκτά συμβολική σημασία: δεν είναι απλώς ίχνος της πράξης, αλλά σημάδι προσφοράς και οριστικής επιλογής. Η Λου Λαν βιώνει τη στιγμή σαν προσωπική θυσία και ταυτόχρονα σαν λύτρωση. Ο βράχος γίνεται μάρτυρας της μετάβασής της από την παλιά της ταυτότητα σε μια νέα, όπου δεν αναγνωρίζει πια ούτε συγγενικούς δεσμούς ούτε κοινωνικά όρια. Όταν ανοίγει ξανά τα μάτια της, αισθάνεται πως έχει αφήσει πίσω της τον προηγούμενο εαυτό της και έχει γεννηθεί εκ νέου μέσα από την επιθυμία.

 

η μεταμόρφωση ενός νυφικού θαλάμου

   Μετά τη νύχτα της σπηλιάς, η ζωή της Λου Λαν οργανώνεται γύρω από την αναμονή της νύχτας και το κλείσιμο της πόρτας του δωματίου. Ο νυφικός θάλαμος μεταμορφώνεται πλήρως: παύει να είναι ο χώρος της Μπάο-Τζεν και γίνεται αποκλειστικά δικός της, γεμάτος από τη φροντίδα, τη νεότητα και την παρουσία της. Η ίδια αντιμετωπίζει κάθε βράδυ σαν ιεροτελεστία, ασφαλίζοντας την πόρτα σαν να θέλει να αποκλείσει κάθε ίχνος του παρελθόντος.

   Ο Χου Σι βυθίζεται ολοένα περισσότερο σε αυτή τη νέα πραγματικότητα. Η σχέση τους γεμίζει ολόκληρη την ύπαρξή του και τον απομακρύνει από τον έξω κόσμο. Γίνεται λιγομίλητος, αδιάφορος για τους άλλους και προσηλωμένος μόνο στην επιστροφή στο σπίτι, εκεί όπου τον περιμένει η Λου Λαν. Μέσα στον κλειστό αυτό χώρο, οι δυο τους αρνούνται κάθε συγγενικό ή κοινωνικό δεσμό και αναγνωρίζουν μόνο την επιθυμία που τους ενώνει πίσω από τη σφραγισμένη πόρτα.

 

 

η απολογία της αμετανόητης Λου Λαν

   Η Λου Λαν καλείται από τον Γκούο Ρεν στο πέτρινο διοικητήριο του Νανγκού για να απολογηθεί σχετικά με τη σχέση της με τον Χου Σι. Εκείνος της προτείνει να εγκαταλείψει τις φήμες, να μετακινηθεί και να παντρευτεί άλλους άντρες, όμως εκείνη αρνείται. Υπερασπίζεται τη ζωή της λέγοντας ότι αυτή και ο Χου Σι, ο πατέρας της,  έμειναν ενωμένοι μέσα στο κοινό πένθος για τη Μπάο-Τζεν, τη μητέρα της. Υποστηρίζει ότι η κοινωνία δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ πραγματικά για εκείνους όταν υπέφεραν. Σταδιακά μετατρέπει την απολογία της σε κατηγορία προς τους άλλους και προς την κοινωνική υποκρισία. Θεωρεί πως η στοργή μεταξύ δύο μοναχικών ανθρώπων παρερμηνεύεται άδικα ως ενοχή. Υπονοεί ότι πίσω από τις κατηγορίες βρίσκονται προσωπικές αντιπαλότητες, κυρίως του Λου Γκεν προς τον πατέρα της. Ο Γκούο Ρεν την ακούει ψύχραιμα, προσπαθώντας να διακρίνει την αλήθεια μέσα στις αντιφάσεις της. Η Σου-Σι παρακολουθεί κρυφά τη σκηνή και δεν πείθεται από τα λόγια της Λου Λαν.
Τη θεωρεί ένοχη, καθώς θυμάται τη ματιά και τη στάση της πριν από τη σπηλιά. Για εκείνη, η συμπεριφορά της Λου Λαν επιβεβαιώνει ότι έχει συμβεί κάτι κρυφό και μη αναστρέψιμο. Η Λου Λαν, ωστόσο, παραμένει σταθερή, αρνούμενη κάθε ενοχή και κάθε άλλη ερμηνεία της σχέσης της.
Ο Γκούο Ρεν της επιτρέπει προσωρινή παραμονή μέχρι να ολοκληρωθεί η έρευνα. Η σκηνή κλείνει με τη Λου Λαν βέβαιη πως το μόνο που μετρά είναι ο χρόνος και η επιστροφή του Χου Σι.

 

 

όταν ο χρόνος δικαιώνει τις αταίριαστες ενώσεις

   Ο χρόνος παρουσιάζεται ως δύναμη που τελικά θα δικαιώσει την ένωση του Χου Σι και της Λου Λαν, πατέρα και κόρης, παρά τις κοινωνικές κατηγορίες και τις αντιδράσεις.  Σε μια μελλοντική περίοδο αναταραχών, ο Χου Σι θα καταφέρει να δραπετεύσει από τις συνθήκες που τον κρατούν και θα επιστρέψει κοντά της. Οι δύο τους θα εγκαταλείψουν το Νανγκού και θα κατευθυνθούν προς το απομονωμένο χωριό Χε Τζιενγκ, τόπο καταγωγής του Χου Σι. Εκεί θα αφήσουν πίσω τους κοινωνικούς ρόλους, κατηγορίες και εξωτερικές κρίσεις, ζώντας ανώνυμα και ελεύθερα. Η σχέση τους παρουσιάζεται ως απόλυτη ένωση, χωρίς παρεμβολές από το παρελθόν ή τους ανθρώπους του Νανγκού. Η ζωή τους στο νέο τόπο θα θεμελιωθεί σε πλήρη αποκοπή από την κοινωνία και σε απόλυτη αμοιβαία αφοσίωση.
Η επιθυμία τους περιγράφεται ως σταθερά εντεινόμενη δύναμη που οδηγεί σε μόνιμη ένωση.
Κανένα πρόσωπο του παρελθόντος, όπως η Μπάο-Τζεν ή ο Λου Γκεν, δεν θα έχει πια θέση στη νέα τους πραγματικότητα. Η κοινωνική μνήμη της προέλευσής τους θα χαθεί, καθώς οι απόγονοί τους δεν θα γνωρίζουν την ιστορία τους. Το κείμενο καταλήγει ότι η ζωή συχνά ενώνει αθόρυβα ό,τι η κοινωνία θεωρεί ασύμβατο, μέσα από μια αναπόφευκτη πορεία χρόνου.

 

 

η αναχώρηση του ανθρώπου του διοικητηρίου

Η αναχώρηση του επιθεωρητή

   Ο επιθεωρητής ετοιμάζεται να φύγει από τα κτήματα μαζί με τις δύο παλλακίδες, τη Λινγκ-Λου και την Τσενγκ-Για, και τη συνοδεία του. Πριν αναχωρήσει, παρατηρεί την υπερβολική ησυχία του τόπου και υπενθυμίζει στον Γκούο Ρεν ότι οι κρυφές σχέσεις και οι σιωπηλές επιθυμίες συχνά μετατρέπονται σε βάρος. Δηλώνει ότι θα επιστρέψει κάποτε και προειδοποιεί πως οι «άνθρωποι της επιστροφής» πρέπει να εξαφανιστούν, γιατί όποιος ξεχωρίζει και συγκεντρώνει δύναμη τελικά καταγράφεται και χάνει την ελευθερία του.

Συμβουλές εξουσίας και κοινωνικής τάξης

   Ο επιθεωρητής εξηγεί ότι η διοίκηση απαιτεί έλεγχο όχι μόνο των πράξεων αλλά και των σκέψεων των συνεργατών. Τονίζει πως οι άρχοντες οφείλουν να διακρίνουν ποιους προστατεύουν και ποιες γυναίκες κρατούν κοντά τους, υπονοώντας ότι οι γυναίκες που έχουν πληγωθεί από τη ζωή γίνονται συχνά πιο πιστές. Παράλληλα, μιλά για τη Λου Λαν και τη δυσκολία να παραμείνουν ορισμένοι άνθρωποι στον ίδιο τόπο χωρίς να διαταράσσεται η ισορροπία. Οι νύξεις του προς τη Σου-Σι και τη Σιανγκλίν είναι σαφείς, χωρίς ποτέ να κατονομάζονται άμεσα.

Ο Γκούο Ρεν και οι σιωπηλές συγκρούσεις

   Ο Γκούο Ρεν ακούει χωρίς αντίδραση, κατανοώντας ότι τα λόγια του επιθεωρητή είναι περισσότερο προειδοποιήσεις παρά συμβουλές. Ο Λι Σαν, από την άλλη, βιώνει σιωπηλά την προσωπική του ήττα, καθώς βλέπει την Τσινγκ-Για να φεύγει και συνειδητοποιεί ότι εκείνη προτίμησε τη ζωή δίπλα στην εξουσία από μια πιθανή ζωή μαζί του. Η αναχώρηση των αμαξών δεν λύνει τίποτα· αντίθετα αποκαλύπτει καθαρότερα τις ήδη υπάρχουσες εντάσεις, επιθυμίες και ανισορροπίες μέσα στον οίκο.

 

 

δύο απερχόμενες παλλακίδες σχολιάζουν

   Μέσα στην άμαξα, η Τσινγκ-Για και η Λινγκ-Λου σχολιάζουν τη Σου-Σι και τη σχέση της με τον Γκούο Ρεν. Θεωρούν ότι η Σου-Σι έχει αποκτήσει ιδιαίτερη επιρροή πάνω του και ίσως καταφέρει να τον κρατήσει κοντά της μόνιμα. Συγκρίνουν τον Γκούο Ρεν με τον πατέρα του και τον περιγράφουν πιο σκληρό, ψυχρό και απόμακρο, αν και πιστεύουν ότι κρύβει όσα αισθάνεται. Παράλληλα, εκφράζουν την πεποίθηση ότι οι άρχοντες δεν παντρεύονται ποτέ γυναίκες κατώτερης θέσης, ακόμη κι αν τις κρατούν διαρκώς κοντά τους.

   Η συζήτηση καταλήγει στη σκέψη ότι η Σου-Σι δεν θα εγκαταλείψει ποτέ τον Γκούο Ρεν και ότι η παρουσία της δίπλα του βασίζεται όχι μόνο στην αγάπη αλλά και στην ανάγκη να παραμείνει αναγκαία και αναντικατάστατη. Ο ίδιος ο Γκούο Ρεν παρουσιάζεται ως άνθρωπος που δεν ανήκει πραγματικά σε κανέναν, αλλά κρατά κοντά του ό,τι θεωρεί πολύτιμο ή χρήσιμο. Καθώς οι άμαξες απομακρύνονται και το πέτρινο σπίτι χάνεται στο βάθος, γίνεται φανερό ότι οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους έχουν ήδη αλλάξει οριστικά, ακόμη κι αν τίποτα δεν έχει ειπωθεί ανοιχτά.

 

 

η μυστηριώδης «ασθένεια του νου»

Η νέα ζωή στη Νάμπου

   Ο άνθρωπος του διοικητηρίου βρίσκει γαλήνη κοντά στη Λινγκ-Λου και την Τσινγκ-Για, οι οποίες του προσφέρουν συντροφιά, φροντίδα και αφοσίωση. Η παρουσία τους μεταμορφώνει το σπίτι του από ψυχρό διοικητικό χώρο σε ζωντανό οίκο. Οι τρεις τους αποκτούν μια σταθερή καθημερινότητα, όπου η συναισθηματική και ερωτική οικειότητα λειτουργεί ως αντίβαρο στη βία και τη σκληρότητα της εργασίας του. Ο ίδιος αρχίζει να πιστεύει ότι αφήνει πίσω του τη μοναξιά και το βάρος των ανακρίσεων.

Οι ψίθυροι των γραφείων

   Η αλλαγή στη συμπεριφορά του γίνεται γρήγορα αντιληπτή από τους συναδέλφους του. Επιστρέφει νωρίτερα στο σπίτι, δείχνει αφηρημένος και χάνει το παλιό του ενδιαφέρον για τη δουλειά. Στα γραφεία κυκλοφορούν υπαινιγμοί ότι έχει παρασυρθεί από προσωπικές απολαύσεις και ότι οι γυναίκες που έφερε από το Νανγκού επηρεάζουν την κρίση του. Οι φήμες διογκώνονται χωρίς αποδείξεις, ενώ ο ίδιος αποφεύγει να απαντήσει και περιορίζεται στα καθήκοντά του.

τα πρώτα συμπτώματα

   Ο ανακριτής αρχίζει να υποφέρει από αϋπνίες, εφιάλτες και παραισθήσεις. Βλέπει πρόσωπα νεκρών, μυρίζει αίμα και ξυπνά τρομαγμένος μέσα στη νύχτα. Η εξάντληση επηρεάζει πλέον και την εργασία του, καθώς αποκοιμιέται πάνω σε φακέλους και αντιδρά νευρικά στους υπαλλήλους του. Οι γύρω του φοβούνται ότι κουβαλά κάποια «ακάθαρτη σκιά» από τις ανακρίσεις και το Νανγκού, ενώ ο ηλικιωμένος γραφέας Φαν Σι ζητά να δεχτούν όποιον θεραπευτή ή ταοϊστή εμφανιστεί.

η «νύχτα της διπλής αρμονίας»

   Ένας περιπλανώμενος ταοϊστής, ο Σεν Γιουάν, τον επισκέπτεται και του εξηγεί ότι έχει μολυνθεί πνευματικά από τη βία και τον θάνατο. Υποστηρίζει ότι το τσι του έχει διαταραχθεί και πως κινδυνεύει να χάσει οριστικά την ψυχική του ισορροπία. Ως θεραπεία προτείνει τη «Νύχτα της Διπλής Αρμονίας», κατά την οποία πρέπει να κοιμηθεί ανάμεσα σε δύο γυναικείες παρουσίες ώστε να εξισορροπηθεί η ενέργειά του. Ο ανακριτής, αν και δύσπιστος, τρομάζει πραγματικά από όσα ακούει.

ο κήπος των δύο γυναικών

   Το ίδιο βράδυ περνά τη νύχτα με τη Λινγκ-Λου και την Τσινγκ-Για μαζί και νιώθει για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια πλήρη ηρεμία. Από τότε συνηθίζει να κοιμάται ανάμεσά τους, παραδιδόμενος όλο και περισσότερο στις απολαύσεις και στη συντροφιά τους. Ωστόσο η συνεχής σωματική και ψυχική ένταση αρχίζει να τον εξασθενεί χωρίς να το αντιλαμβάνεται. Η ευτυχία του μοιάζει έντονη αλλά εύθραυστη, ενώ η σκιά του φόβου παραμένει στο βάθος.

η προειδοποίηση

   Ο γραμματέας Φαν Σι τον προειδοποιεί ότι γυναίκες του οίκου του Τσενγκ-Γουέι έχουν συνδεθεί στο παρελθόν με δυσάρεστες μοίρες ανδρών που τις πήραν κοντά τους.

ο νεκρός άρχοντας

   Λίγο αργότερα ο ανακριτής αρχίζει να βλέπει επαναλαμβανόμενα όνειρα με τον νεκρό Τσενγκ-Γουέι, ο οποίος του δηλώνει ότι πήρε ανθρώπους του οίκου του χωρίς πραγματική άδεια. Ο νεκρός απαιτεί τίμημα και τον προειδοποιεί πως κάθε πράξη έχει συνέπειες. Τα όνειρα εξαντλούν όλο και περισσότερο τον ανακριτή και γεννούν φόβο τόσο στον ίδιο όσο και στις δύο γυναίκες.

το λουτρό στον ποταμό

   Η Λινγκ-Λου και η Τσινγκ-Για προσπαθούν να τον θεραπεύσουν οδηγώντας τον στον παγωμένο ποταμό Τσινγκλιάνγκ, ακολουθώντας παλιά πρακτική εξαγνισμού. Για λίγες ημέρες δείχνει καλύτερα και πιστεύει ότι οι φόβοι του ήταν απλή κούραση. Όμως οι φωνές και τα όνειρα επιστρέφουν. Μέσα στον ύπνο του ακούει τον νεκρό άρχοντα να απαιτεί να επιστρέψει τις δύο γυναίκες στο Νανγκού και να εξαγοράσει τη συγχώρεση με τελετουργικές πράξεις. Οι παλλακίδες τρομάζουν, γιατί φοβούνται περισσότερο από όλα την επιστροφή.

το λύσιμο των κόκκινων περιδέραιων

   Αποφασισμένος να σπάσει τον δεσμό με το παρελθόν, ο ανακριτής αγοράζει δύο χρυσά βραχιόλια και αφαιρεί τελετουργικά τα κόκκινα περιδέραια του Τσενγκ-Γουέι από τον λαιμό των δύο γυναικών. Καταγράφει επίσημα τα ονόματά τους στο βιβλίο του οίκου του ως «γυναίκες του εσωτερικού οίκου» και δηλώνει ότι πλέον ανήκουν μόνο σε εκείνον. Η τελετή λειτουργεί σαν λύσιμο της σκιάς του νεκρού άρχοντα και οι δύο παλλακίδες αισθάνονται για πρώτη φορά ασφαλείς και αποδεκτές. Εκείνη τη νύχτα το σπίτι μοιάζει επιτέλους απαλλαγμένο από τον φόβο και την παρουσία του παλιού αφέντη. 



ΜΕΡΟΣ Η

 

 

η πρόσληψη της νεαρής χήρας Σιανγκλίν

   Μετά την αναχώρηση του επιθεωρητή, ο Γκούο Ρεν αποφασίζει να θέσει τη χήρα Σιανγκλίν υπό την προσωπική του προστασία και ζητά από τον Λι Σαν να της μεταφέρει πως θα τον υπηρετεί κρυφά όταν εκείνος επιστρέφει μόνος στο Νανγκού. Η συμφωνία απαιτεί απόλυτη εχεμύθεια· η Σιανγκλίν θα συνεχίσει να εμφανίζεται ως χήρα και κανείς δεν θα επιτρέπεται να την πλησιάζει. Ο Γκούο Ρεν οργανώνει τη μετακίνησή της στα νότια κτήματα, όπου αργότερα θα φροντίζει το ξύλινο σπίτι που θα χρησιμοποιεί ως ιδιωτικό καταφύγιο στις επισκέψεις του.

   Όταν συναντιούνται στα χωράφια, η Σιανγκλίν αποδέχεται ήρεμα τους όρους χωρίς αντίσταση, ζητώντας μόνο «τάξη» και ένα σταθερό πλαίσιο στο οποίο να γνωρίζει τη θέση της. Δηλώνει ότι δεν επιθυμεί νέο γάμο και αποδέχεται να ζήσει σαν «μόνιμη χήρα» του Γκούο Ρεν, ακόμη κι αν εκείνος θα λείπει συχνά. Παράλληλα, τον διαβεβαιώνει ότι το παρελθόν της δεν αποτελεί δεσμό της καρδιάς και ότι είναι έτοιμη να ανήκει αποκλειστικά στον δικό του κόσμο.

   Η συμφωνία ανάμεσά τους αποκτά σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα, καθώς ο Γκούο Ρεν της προσφέρει ένα μικρό άνθος δαμασκηνιάς ως σύμβολο της σιωπηλής τους ένωσης. Η Σιανγκλίν το δέχεται σαν υπόσχεση και δηλώνει πως θα το φυλάξει μέχρι να επιστρέψει. Η μεταξύ τους σχέση παύει πλέον να είναι απλή συνεννόηση εξουσίας και μετατρέπεται σε βαθύτερο, αμοιβαία αποδεκτό δεσμό, θεμελιωμένο στη σιωπή, την υπομονή και την ανάγκη σταθερότητας.

 

 

η μυστική συνάντηση του Γκούο Ρεν με τον Μινγκ Ζενγκ

   Ο Γκούο Ρεν συναντά μυστικά τον Μινγκ Ζενγκ και του ξεκαθαρίζει ότι η ανοχή που υπήρχε επί του πατέρα του έχει τελειώσει. Δηλώνει πως κάθε μυστική συγκέντρωση ή υπόγεια δράση πλέον θέτει σε κίνδυνο τον ίδιο και τα κτήματα του Νανγκού. Απαιτεί από τους ανθρώπους του αναχωρητή να επιλέξουν ανάμεσα στην ήσυχη παραμονή ως εργάτες ή στην οριστική αποχώρηση. Τονίζει στον Μινγκ Ζενγκ να  διαλέξει: δεν μπορεί πλέον να είναι ταυτόχρονα υπάλληλος και καθοδηγητής πιστών. Παράλληλα αμφισβητεί την ευθύνη και τη διαστρέβλωση των διδασκαλιών του Μινγκ Ζενγκ μέσα στα χρόνια. Αποκαλύπτει ότι οι αρχές γνώριζαν ήδη για όλους τους «ανθρώποπυς της επιστροφής» μέσω πληροφοριοδοτών. Προειδοποιεί ότι όσοι φύγουν δεν θα επιστρέψουν ποτέ στο Νανγκού. Δίνει προθεσμία μέχρι το επόμενο πρωί για τελική απόφαση όλων και ξεκαθαρίζει πως η εποχή των «ευνοούμενων» και προστατευμένων προσώπων έχει λήξει. Ο Μινγκ Ζενγκ ακούει σιωπηλά, κατανοώντας ότι η επιλογή είναι πλέον αναπόφευκτη.

 

 

η ειδοποίηση του Γκενγκ Ντο

   Ο Μινγκ Ζενγκ επισκέπτεται τον Γκενγκ Ντο και την οικογένειά του για να τους ανακοινώσει την απόφαση του Γκούο Ρεν. Δηλώνει ότι οι άνθρωποι της «επιστροφής» δεν μπορούν πλέον να παραμείνουν στο Νανγκού αν συνεχίσουν τις μυστικές συγκεντρώσεις και τις διδασκαλίες τους. Ο Γκενγκ Ντο αντιλαμβάνεται αμέσως ότι η ζωή τους αλλάζει οριστικά, ενώ η Σιαογιού και η Λιάν αντιδρούν σιωπηλά και διαφορετικά στην είδηση.

οι εικόνες στο μυαλό του Γκενγκ Ντο

    Ο Γκενγκ Ντο θυμάται πώς η μυστική σχέση του με τη Σιαογιού, την πρωτότοκη κόρη του, έγινε όλο και πιο δύσκολη καθώς η Λιάν μεγάλωνε και άρχισε να αντιλαμβάνεται τις απουσίες και τις σιωπές μέσα στο σπίτι. Οι δυο τους αναγκάστηκαν να μεταφέρουν τις συναντήσεις τους σε αποθήκες, εγκαταλελειμμένα σπίτια και κρυφά σημεία των κτημάτων. Η συνεχής απειλή αποκάλυψης έκανε τη σχέση τους πιο αγωνιώδη και παθιασμένη, αλλά και μόνιμα ανολοκλήρωτη. Σταδιακά ζούσαν σαν φυγάδες μέσα στο ίδιο το Νανγκού, ενώ το κοινό τους σπίτι γινόταν όλο και πιο ξένο για τη Λιάν.

το δίλημμα που χωρίζει μια οικογένεια

    Μετά την ανακοίνωση, ο Γκενγκ Ντο αποφασίζει ότι πρέπει να φύγουν από το Νανγκού, όμως η Λιάν αρνείται να ακολουθήσει. Αποκαλύπτεται ότι αισθανόταν επί χρόνια ξένη μέσα στο ίδιο της το σπίτι, υποψιαζόμενη τον ιδιαίτερο δεσμό ανάμεσα στον πατέρα της και τη Σιαογιού. Η Λιάν επιθυμεί μια φυσιολογική ζωή χωρίς μυστικά και επιλέγει να μείνει και να εργαστεί στο Νανγκού. Ο Μινγκ Ζενγκ δηλώνει πως είναι πλέον κουρασμένος για νέες μετακινήσεις και θα παραμείνει επίσης εκεί, ενώ προτείνει διαφορετικές κοινότητες της «επιστροφής» όπου μπορούν να καταφύγουν ο Γκενγκ Ντο και η Σιαογιού. Τελικά αναλαμβάνει να προστατεύσει τη Λιάν και να τη βοηθήσει να βρει θέση στα κτήματα, ενώ εκείνη συνειδητοποιεί ότι για πρώτη φορά διαλέγει η ίδια πού θα ανήκει.

 

 

η ειδοποίηση του Ταν Ζονγκλί

  Ο Μινγκ Ζενγκ συνέχισε τις νυχτερινές ειδοποιήσεις προς τα μέλη των ανθρώπων της επιστροφής, ανακοινώνοντας ότι πρέπει να φύγουν από το Νανγκού. Επισκέφθηκε τον Ταν Ζονγκλί, μοναχικό εργάτη των αποθηκών, που μετά τον θάνατο της γυναίκας του είχε αποκοπεί από ανθρώπους και τόπους. Ο Ταν Ζονγκλί είχε στραφεί στη φράξια περισσότερο από απογοήτευση προς τη ζωή παρά από πίστη.
Όταν ο Μινγκ Ζενγκ του ζήτησε να αποφασίσει αν θα μείνει ή θα φύγει, εκείνος παραδέχτηκε πως έμαθε να μην ανήκει πουθενά. Τελικά αποφάσισε να εγκαταλείψει το Νανγκού.

 

 

η ειδοποίηση των αδελφών Φανγκ

  Ο Μινγκ Ζενγκ επισκέφθηκε τους αδελφούς Φανγκ, εργάτες που είχαν ενταχθεί στους ανθρώπους της επιστροφής αναζητώντας ελευθερία από τη ζωή των αφεντικών. Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Φανγκ Γιτιάν, πίστευε βαθιά στη διδασκαλία και ήταν γνωστός για τη γενναιότητά του, ιδιαίτερα μετά τη θανάτωση ενός αγριόγατου που απειλούσε τα κτήματα. Ο μικρότερος, ο Φανγκ Σεν, ήταν πιο πρακτικός και επιφυλακτικός, ακολουθώντας κυρίως τον αδελφό του και όχι το ίδιο το όραμα της φράξιας. Ο Μινγκ Ζενγκ τους ανακοίνωσε ότι οι συγκεντρώσεις τελείωσαν και πως έπρεπε να αποφασίσουν αν θα φύγουν ή θα μείνουν. Ο Γιτιάν δήλωσε αμέσως πως δεν ήθελε να περάσει όλη του τη ζωή στον τόπο όπου γεννήθηκε και αποφάσισε να φύγει. Ο Σεν αμφισβήτησε αν υπάρχει πραγματικά διαφορετικός δρόμος από αυτόν που ήδη ζούσαν. Τελικά αποφάσισε να παραμείνει στο Νανγκού. Τα δύο αδέλφια αγκαλιάστηκαν σαν αποχαιρετισμό πριν χωρίσουν οι δρόμοι τους.

 

 

η ειδοποίηση της Γου Μέι

   Ο Μινγκ Ζενγκ επισκέφθηκε τη Γου Μέι, εργάτρια στις αυλές αποξήρανσης, που είχε χάσει τα παιδιά της σε λιμό και ζούσε απομονωμένη στο Νανγκού. Στις συγκεντρώσεις της επιστροφής εξέφραζε απαισιόδοξες απόψεις, πιστεύοντας πως οι άνθρωποι ζουν κυρίως από φόβο και συνήθεια. Όταν έμαθε ότι οι αδελφοί έπρεπε να διασκορπιστούν, δεν έδειξε φόβο ούτε αναστάτωση. Δήλωσε πως η επιστροφή δεν είχε ποτέ ανάγκη από συγκεκριμένο τόπο. Τελικά αποφάσισε να παραμείνει στο Νανγκού.

 

 

η ειδοποίηση του Σουν Σεν

   Ο Μινγκ Ζενγκ επισκέπτεται την οικογένεια του Σουν Σεν για να τους ανακοινώσει την απόφαση του άρχοντα Γκούο Ρεν: είτε παραμονή στα κτήματα χωρίς μυστικές συγκεντρώσεις είτε αποχώρηση. Ο Σουν Σεν αντιδρά αρχικά με αγανάκτηση, αμφισβητώντας την απαγόρευση της πίστης τους, ενώ η Ζόου-Σιάν, η γυναίκα του,  εκφράζει ανησυχία για την απώλεια της σταθερότητας. Ο Μινγκ Σεν εξηγεί ότι η ιδιοκτησία και η προσκόλληση στη γη δημιουργούν συγκρούσεις και περιορίζουν την ελευθερία των ανθρώπων. Μετά από συζήτηση, ο Σουν Σεν και η οικογένειά του αποφασίζουν τελικά να φύγουν, θεωρώντας ότι η οικογενειακή ενότητα τους δίνει δύναμη. Οι γιοι συμφωνούν, και η Ζόου-Σιάν στηρίζει την απόφαση. Ο Μινγκ Ζενγκ καταλαβαίνει ότι η διδασκαλία της επιστροφής ερμηνεύεται διαφορετικά από κάθε οικογένεια και αποχωρεί ήσυχα καθώς ετοιμάζονται για αναχώρηση.

 

 

η ειδοποίηση του Λιου Κάι

   Ο Μινγκ Ζενγκ επισκέπτεται τον νεαρό Λιου Κάι στα απομακρυσμένα χωράφια για να του ανακοινώσει την ανάγκη αποχώρησης από το Νανγκού. Ο Λιου Κάι, ορφανός και δεμένος συναισθηματικά με τους ανθρώπους της επιστροφής, αντιδρά με φόβο και αβεβαιότητα για το μέλλον. Ο Μινγκ Ζενγκ τον ενθαρρύνει να συνεχίσει μόνος του, χωρίς καθοδηγητές, τονίζοντας την αυτονομία του δρόμου. Ο νεαρός όμως δεν αισθάνεται έτοιμος να αποχωριστεί την καθοδήγηση και την πατρική φιγούρα του Μινγκ Ζενγκ. Τελικά δηλώνει ότι θα παραμείνει, αν μείνει και εκείνος. Η απόφαση δείχνει την εξάρτησή του από τον αναχωρητή και τον φόβο της ανεξαρτησίας.

 

 

 

η ειδοποίηση του Πενγκ Λου

   Ο Μινγκ Ζενγκ επισκέπτεται τον Πενγκ Λου για να του ανακοινώσει την απαγόρευση των συγκεντρώσεων των Επιστρεφόντων και την επιλογή ανάμεσα σε παραμονή ως απλός εργάτης ή αποχώρηση. Το σπίτι του Πενγκ Λου και της Γου Ζιάν, της κόρης της γυναίκας του από προηγούμενο γάμο, παρουσιάζεται ως ήρεμο και σταθερό, σημάδι μιας ζωής προσαρμοσμένης στην καθημερινότητα και όχι στις ιδεολογίες. Ο Πενγκ Λου αποφασίζει να μείνει, δηλώνοντας ότι δεν υπήρξε ποτέ άνθρωπος των μεγάλων ιδεών αλλά της πρακτικής επιβίωσης. Εξηγεί ότι η φυγή και οι συνεχείς μετακινήσεις δεν προσφέρουν καθαρότητα αλλά μεγαλύτερη φθορά και αβεβαιότητα. Η Γου Ζιάν στηρίζει τη στάση του, τονίζοντας ότι προτιμούν τη σταθερότητα της γης και της σιωπής. Ο Πενγκ Λου υποστηρίζει ότι οι Επιστρέφοντες του πρόσφεραν στήριξη, αλλά δεν χρειάζεται πλέον τη διδασκαλία τους. Υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι που εργάζονται σιωπηλά ξεχνιούνται εύκολα και δεν απειλούνται από τον άρχοντα. Ο Μινγκ Ζενγκ αντιλαμβάνεται ότι η απόφαση τους βασίζεται στην ανάγκη για σταθερότητα και όχι σε πίστη. Τελικά αποχωρεί, συνειδητοποιώντας ότι οι άνθρωποι παραμένουν στο Νανγκού επιλέγοντας την ησυχία της επιβίωσης.

 

 

η ειδοποίηση της Λιν Σου

   Ο Μινγκ Ζενγκ επισκέπτεται τη Λιν Σου, χήρα εργάτη που ζει και εργάζεται στα κτήματα μετά τον θάνατο του συζύγου της. Δεν είχε ενταχθεί στους Επιστρέφοντες από ιδεολογία, αλλά από μια σιωπηλή έλξη προς την παρουσία και τη στάση του Μινγκ Ζενγκ. Η Λιν Σου τον παρατηρούσε στις συγκεντρώσεις περισσότερο ως πρόσωπο παρά ως δάσκαλο, χωρίς να εκφράζει ανοιχτά τα συναισθήματά της. Όταν εκείνος τη ρωτά αν θα μείνει ή θα φύγει, εκείνη αντιστρέφει την ερώτηση και μαθαίνει την απόφασή του να παραμείνει. Η δική της επιλογή να μείνει διαμορφώνεται άμεσα από τη δική του στάση και σταθερότητα. Δηλώνει πως προτιμά τη σιγουριά του τόπου της ζωής της από την αβεβαιότητα της φυγής. Στο βάθος, η απόφασή της κρύβει την επιθυμία να πάψει να είναι αόρατη για εκείνον και να αποκτήσει προσωπική παρουσία απέναντί του.

 

 

η ειδοποίηση της Ταν Τσουνχουά, της γυναίκας των χωραφιών

   Ο Μινγκ Ζενγκ συναντά την Ταν Τσουνχουά, εργάτρια των χωραφιών που ζει μόνη της και έχει αφοσιωθεί στη συνεχή σωματική εργασία μέσα στα κτήματα του Νανγκού. Η ζωή της χαρακτηρίζεται από έντονη εσωτερική ενέργεια και ανησυχία που την ωθεί διαρκώς στη δουλειά ή σε στιγμιαίες, σωματικές σχέσεις χωρίς διάρκεια. Οι συγκεντρώσεις των Επιστρεφόντων της προσφέρουν προσωρινή ηρεμία, χωρίς όμως να αποτελούν για εκείνη ζήτημα πίστης. Η παρουσία της συνδέεται βαθιά με τη γη, καθώς εκεί βρίσκει σταθερότητα και εκτόνωση της έντασής της. Όταν ρωτάται για την απόφαση παραμονής ή αποχώρησης, απαντά χωρίς δισταγμό ότι δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από τα χωράφια.Δηλώνει πως η γη την χρειάζεται και πως εκεί ανήκει. Η απόφασή της δείχνει ότι η ταυτότητά της είναι δεμένη με τη φυσική εργασία και τον τόπο της.

 

 

η ειδοποίηση της Ντουάν Χου και της Γκου Μεϊγιού

   Ο Μινγκ Ζενγκ φτάνει στο σπίτι της Ντουάν Χου και της Γκου Μεϊγιού για να τους ανακοινώσει την απαγόρευση των συγκεντρώσεων των Επιστρεφόντων και το δίλημμα παραμονής ως εργάτριες ή αποχώρησης. Πριν ακόμη ανοίξει η πόρτα, ακούγονται από μέσα έντονοι, πνιχτοί και ηχηροί ήχοι ερωτικής πράξης, που αποκαλύπτουν τη σωματική τους οικειότητα.Ο ίδιος δεν αντιδρά, αντιμετωπίζοντας το ως ακόμη μία εκδήλωση της ανθρώπινης ανάγκης που χωρά μέσα στην αδελφότητα. Όταν μπαίνει, οι δύο γυναίκες εμφανίζονται χωρίς αμηχανία και ακούν την απόφαση. Η Ντουάν Χου δηλώνει άμεσα ότι θα φύγουν, αρνούμενη την καταπίεση του νέου καθεστώτος. Η Γκου Μεϊγιού, ύστερα από δισταγμό, αποφασίζει να την ακολουθήσει. Ο Μινγκ Ζενγκ επιμένει να απαντούν ξεχωριστά, αναγκάζοντάς τες να επιβεβαιώσουν την προσωπική τους επιλογή. Η σχέση τους φαίνεται ήδη βαθιά δεμένη, με κοινή ζωή και κοινή απόφαση για αποχώρηση.

 

από την τρυφερότητα στην ασίγαστη επιθυμία

   Η σχέση των δύο γυναικών ξεκινά ως συνεργασία ποταμιού, με τη Ντουάν Χου σε ρόλο προστασίας και τη Μεϊγιού ως βοηθό. Σταδιακά η οικειότητα μετατρέπεται σε τρυφερότητα και μετά σε ερωτική σχέση. Μια στιγμή φροντίδας στο σπίτι οδηγεί στην πρώτη σωματική και συναισθηματική σύνδεση. Από τότε αρχίζουν να ζουν μαζί, κρυφά από το χωριό, με κοινωνικά «αθώα» εξήγηση. Η σχέση τους παραμένει μυστική αλλά σταθερή, εκφρασμένη μόνο στον ιδιωτικό τους χώρο και στη νύχτα.
   Όταν ο Μινγκ Ζενγκ τους ανακοινώνει την απόφαση, η Ντουάν Χου υπερασπίζεται την απόλυτη ελευθερία στις επιθυμίες. Ο Μινγκ Ζενγκ αποχωρεί σκεπτόμενος ότι οι ιδέες των Επιστρεφόντων ερμηνεύονται διαφορετικά από τον καθένα.

 

 

η ειδοποίηση του Τζάο Γιν

   Ο Μινγκ Ζενγκ φτάνει τελευταίος στο σπίτι του Τζάο Γιν, όπου βρίσκει εκείνον και τη Σι-Λιν σε ήρεμη, σιωπηλή κατάσταση. Τους ανακοινώνει την απόφαση του Ντου Γκούο Ρεν: τέλος οι συγκεντρώσεις των Επιστρεφόντων και επιλογή παραμονής ως απλοί εργάτες ή αποχώρησης. Ο Τζάο Γιν τον ρωτά για την πίστη του και ο Μινγκ Ζενγκ απαντά ότι εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά δεν μπορεί πια να την καθοδηγεί. Ο Τζάο Γιν αποκαλύπτει το παρελθόν του, γεμάτο φυγή, βία και προσπάθεια λύτρωσης μέσω της αδελφότητας.
Δηλώνει ότι δεν θέλει πλέον πίστη ή φυγή, αλλά μια ήσυχη ζωή στη γη. Η Σι-Λιν συμμερίζεται σιωπηλά αυτή την επιλογή, με μια στιγμή απλής αποδοχής. Ο Τζάο Γιν αποφασίζει να μείνει και να ζήσει ως εργάτης, χωρίς την ταυτότητα των Επιστρεφόντων. Ο Μινγκ Ζενγκ συμφωνεί, αποδεχόμενος ότι το «μαζί» της αδελφότητας τελειώνει εκεί. Οι δύο άντρες εγκαταλείπουν το όνομα της Επιστροφής χωρίς τελετές ή συγκρούσεις. Ο Μινγκ Ζενγκ συνειδητοποιεί στο τέλος ότι η αδελφότητα αποτελούνταν από ανθρώπους που δεν είχαν ποτέ πραγματικά ριζώσει πουθενά.

 

 

όταν κάτι δεν είναι γραφτό να γίνει…

   Η Χονγκ-Χουά έμαθε από μικρή πως η ζωή αλλάζει από σιωπηλές αποφάσεις και όχι από μεγάλες συγκρούσεις. Ορφανή και χωρίς στήριξη, επέζησε χάρη στην παρατηρητικότητα και την ικανότητά της να καταλαβαίνει τους ανθρώπους. Στον οίκο των Ντου ανέβηκε όχι λόγω καταγωγής αλλά επειδή έγινε απαραίτητη και πολύτιμη.
Απέκτησε δύναμη μέσα από την παρουσία, τη σιωπή και την επίγνωση της επιρροής που ασκούσε στους άλλους. Έγινε ευνοούμενη παλλακίδα του άρχοντα Τσενγκ-Γουέι χωρίς ποτέ να χάσει ολοκληρωτικά τον εαυτό της. Μετά τον θάνατο του άρχοντα έμεινε εγκλωβισμένη ανάμεσα στην παλιά της θέση και σε μια αβέβαιη ελευθερία. Η γνωριμία της με τον Γκούο Ρεν της δημιούργησε την ελπίδα μιας νέας αρχής και μιας διαφορετικής ζωής. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια δεν αισθάνθηκε μόνο χρήσιμη αλλά και πραγματικά επιθυμητή. Όμως ο Γκούο Ρεν αντιμετώπιζε τους ανθρώπους με τη λογική του άρχοντα, βάζοντας τη σταθερότητα του οίκου πάνω από τα συναισθήματα.

 

 

σκέψεις μιας μελλόνυμφης

   Η Χονγκ-Χουά βλέπει τον επικείμενο γάμο της με τον Γκάο Πινγκ ως μια συμφωνία και όχι ως προσωπική επιλογή. Ο Γκάο Πινγκ τη θαυμάζει, αλλά αγαπά την εικόνα που έχουν δημιουργήσει για εκείνη και όχι τον πραγματικό της εαυτό. Εκείνη γνωρίζει πως για να γίνει η ιδανική σύζυγος που περιμένει, θα πρέπει να καταπιέσει την αληθινή της φύση. Δεν φοβάται τη φτώχεια ή τη ζωή στην ύπαιθρο, αλλά την απώλεια της ταυτότητάς της. Η ιδέα ότι πρέπει να κρύψει το παρελθόν και τις γνώσεις της την κάνει να αισθάνεται πως σβήνει ως άνθρωπος. Τα λόγια του Γκούο Ρεν την πληγώνουν βαθιά, επειδή ακυρώνουν όσα έζησε και όσα ένιωσε μέσα στον οίκο. Καταλαβαίνει πως ο γάμος δεν γίνεται επειδή την επέλεξαν, αλλά επειδή θέλουν να την απομακρύνουν σιωπηλά. Ο Γκούο Ρεν επιδιώκει να κλείσει το παρελθόν χωρίς σκάνδαλα και χωρίς να τη διατηρήσει κοντά του. Η Χονγκ-Χουά αντιλαμβάνεται πως δίπλα στον Γκάο Πινγκ θα ζει σαν σκιά μιας γυναίκας που δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά. Παρότι νιώθει παγιδευμένη σε μια ζωή που άλλοι αποφασίζουν για εκείνη, συνεχίζει σιωπηλά να αντέχει και να επιβιώνει.

 

 

το σχέδιο της Χονγκ-Χουά

   Η Χονγκ-Χουά σταματά να ετοιμάζει τα προικιά της, συνειδητοποιώντας πως δεν επιθυμεί πραγματικά αυτόν τον γάμο. Αποφασίζει να δράσει και αναζητά τη γριά Λανφέν, γνωστή για τη διάδοση κάθε κρυφής είδησης στα κτήματα του Νανγκού. Η Λανφέν έχει τη φήμη γυναίκας που μαθαίνει τα πάντα μέσα από φαινομενικά αθώες συζητήσεις. Η Χονγκ-Χουά την πλησιάζει προσποιούμενη πως συναντιούνται τυχαία και αφήνει να φανεί η στενοχώρια της. Με προσεκτικά λόγια αποκαλύπτει ότι ο Γκάο Πινγκ θέλει να την παντρευτεί χωρίς να γνωρίζει το παρελθόν της. Τονίζει πως υπηρέτησε τον άρχοντα Τσενγκ-Γουέι και φοβάται ότι ο νεαρός θα τη μισήσει αν το μάθει αργότερα. Παρουσιάζει τον εαυτό της ως αβέβαιη και πληγωμένη, ώστε να ενισχύσει την ανησυχία της Λανφέν. Στην πραγματικότητα, δεν ζητά συμβουλή αλλά χρησιμοποιεί σκόπιμα τη γυναίκα για να διαδοθούν οι αμφιβολίες γύρω από τον γάμο. Η Λανφέν πιστεύει πως ο Γκάο Πινγκ είναι πολύ νέος και πως ίσως ο γάμος δεν είναι γραφτό να πραγματοποιηθεί. Όταν οι δυο τους χωρίζουν, η Χονγκ-Χουά καταλαβαίνει πως το σχέδιό της έχει ήδη αρχίσει να ξεδιπλώνεται και να οδεύει μαζί με τη Λανφέν προς τα γειτονικά κτήματα του Γκάο Πινγκ.

 

 

η αθώα μεσολάβηση της Λανφέν

   Η Λανφέν επισκέπτεται άμεσα τα κτήματα των Γκάο και συναντά τη μητέρα του Γκάο Πινγκ, τη Γουέν-Σιού. Αρχικά συζητούν ήρεμα για καθημερινά θέματα, ώστε η κουβέντα να εξελιχθεί φυσικά. Στη συνέχεια η Λανφέν αναφέρει διακριτικά τη σχέση του Γκάο Πινγκ με τη Χονγκ-Χουά. Παρουσιάζει τη Χονγκ-Χουά ως υπερβολικά όμορφη για να θεωρηθεί κατάλληλη και ασφαλής σύζυγος. Υπονοεί ότι μια τέτοια γυναίκα μπορεί να προκαλεί την προσοχή και την επιθυμία άλλων ανδρών. Έπειτα αφήνει να εννοηθεί πως υπάρχουν φήμες για τη σχέση της Χονγκ-Χουά με τον παλιό άρχοντα Τσενγκ-Γουέι. Η Γουέν-Σιού αρχίζει να αμφιβάλλει και να σκέφτεται πως ο γιος της ίσως ενήργησε βιαστικά. Η Λανφέν παρουσιάζει τα λόγια της ως καλοπροαίρετη προειδοποίηση από γυναίκα προς γυναίκα. Φεύγει γνωρίζοντας πως κατάφερε να φυτέψει φόβο και αβεβαιότητα στην καρδιά της μητέρας του Γκάο Πινγκ.

 

 

οι οδηγίες της μάνας

   Η Γουέν-Σιού, επηρεασμένη από τα λόγια της Λανφέν, σπεύδει να βρει τον άντρα και τον γιο της.
Τους ανακοινώνει αποφασιστικά πως ο γάμος του Γκάο Πινγκ με τη Χονγκ-Χουά δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί. Υπονοεί ότι η Χονγκ-Χουά έχει παρελθόν που την καθιστά ακατάλληλη για σύζυγο του οίκου τους. Πιστεύει πως οι τιμές που έλαβε από τον παλιό άρχοντα δεν δόθηκαν χωρίς σοβαρό λόγο. Δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν θέλει στο σπίτι της γυναίκα που «ανήκε αλλού». Ο Γκάο Πινγκ θυμίζει πως έχει ήδη δώσει υπόσχεση στον Γκούο Ρεν και δυσκολεύεται να αντιδράσει. Η μητέρα του προτείνει να καθυστερήσουν τον γάμο προφασιζόμενοι σοβαρή ασθένεια του πατέρα του. Ο Γκάο Τζιούν συμφωνεί σιωπηλά να προσποιηθεί τον άρρωστο ώστε να στηριχθεί το σχέδιο. Ο Γκάο Πινγκ αναγκάζεται να φύγει αμέσως για τα κτήματα των Ντου, μεταφέροντας την πρόφαση της οικογενειακής κρίσης.

 

 

όταν κάτι αναβάλλεται… δεν έχει νόημα να ξαναγίνει

   Ο Γκάο Πινγκ φτάνει βιαστικά στα κτήματα των Ντου για να συναντήσει τον Γκούο Ρεν και να του μιλήσει επειγόντως. Μαθαίνει πως ο άρχοντας λείπει και η Σου-Σι αντιλαμβάνεται αμέσως ότι κάτι σοβαρό έχει αλλάξει. Παρατηρώντας την ταραχή του, υποψιάζεται ότι οι φήμες για τη Χονγκ-Χουά έχουν ήδη εξαπλωθεί. Η ίδια φοβάται πως αν η Χονγκ-Χουά παραμείνει στα κτήματα, θα εξελιχθεί σε διαρκή πηγή προβλημάτων. Ο Γκάο Πινγκ περιμένει ανήσυχος ώσπου επιστρέφει ο Γκούο Ρεν μαζί με τον Λι Σαν. Με ενοχική διάθεση ανακοινώνει πως ο πατέρας του αρρώστησε σοβαρά και ζητά αναβολή του γάμου. Υπόσχεται ότι όταν η κατάσταση ηρεμήσει, θα επανέλθει για να ανανεώσει την πρόταση προς τη Χονγκ-Χουά.
Ο Γκούο Ρεν καταλαβαίνει ότι η ασθένεια είναι πρόφαση και απαντά πως όταν κάτι αναβάλλεται, δεν έχει νόημα να ξαναγίνει. Διαλύει ήρεμα την πρόταση γάμου, θεωρώντας πως η τύχη δεν ήθελε αυτή την ένωση. Ο Γκάο Πινγκ φεύγει ανακουφισμένος, σαν να απαλλάχθηκε από ένα βάρος που δεν ήταν έτοιμος να σηκώσει. Καθώς επιστρέφει στα κτήματά του, συνειδητοποιεί πως η Χονγκ-Χουά ήταν μια γυναίκα πολύ μεγαλύτερη και πιο σύνθετη από τη ζωή που μπορούσε ο ίδιος να της προσφέρει.

 

 

ένας νέος ρόλος για την Χονγκ-Χουά

   Μετά την αποχώρηση του Γκάο Πινγκ, ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι συζητούν για το μέλλον της Χονγκ-Χουά. Η Ρουό-Σι καταλαβαίνει πως ο γάμος δεν ακυρώθηκε μόνο λόγω της υπαναχώρησης του νεαρού. Ο Γκούο Ρεν θεωρεί πλέον τη Χονγκ-Χουά πρόβλημα που δεν μπορεί να παραμένει στα κτήματα των Ντου. Η ομορφιά και η επιρροή της θυμίζουν στον ίδιο και στη Ρουό-Σι τη σχέση που είχε με τον πατέρα τους, Τσενγκ-Γουέι. Ο Γκούο Ρεν παραδέχεται έμμεσα πως και ο ίδιος είχε παρασυρθεί από τη γοητεία της. Η Ρουό-Σι φοβάται ότι αν η Χονγκ-Χουά μείνει κοντά τους, θα αποκτήσει ξανά δύναμη και επιρροή μέσα στον οίκο. Απορρίπτει τις απλές λύσεις γάμου ή εγκατάστασης κοντά στα κτήματα, επειδή η παρουσία της θα συνεχίσει να επηρεάζει τους άνδρες. Προτείνει να της δοθεί ένας τιμητικός αλλά απομακρυσμένος ρόλος στα νότια κτήματα που καλλιεργούνται μεταξοσκώληκες. Η θέση της επόπτριας θα κρατήσει τη Χονγκ-Χουά μακριά από το κέντρο εξουσίας, ενώ παράλληλα θα φανεί ως αξιοπρεπής ανταμοιβή. Ο Γκούο Ρεν αναγνωρίζει πως η πρόταση είναι έξυπνη και συμφέρουσα για τα κτήματα των Ντου. Παρότι η Ρουό-Σι παρουσιάζει την απόφασή της ως προστασία του οίκου, μέσα της γνωρίζει πως ενεργεί κυρίως από ζήλια και φόβο απέναντι στη Χονγκ-Χουά.

 

 

ο ξεριζωμός

   Στα κτήματα του Νανγκού, άνθρωποι της ομάδας των «Επιστρεφόντων» ετοιμάζονται να φύγουν παίρνοντας μαζί τους τα λιγοστά υπάρχοντα και τις αναμνήσεις τους. Τα κάρα γεμίζουν όχι μόνο με χρήσιμα αντικείμενα αλλά και με πράγματα μικρής αξίας που κουβαλούν προσωπικές μνήμες. Η Γου Μέι, ο Πενγκ Λου, η Γου Ζιάν και άλλοι μένουν πίσω και αποχαιρετούν σιωπηλά όσους αναχωρούν. Ο Λι Σαν και η Σου-Σι καταγράφουν τα ονόματα και μοιράζουν αποζημιώσεις και άδειες μετακίνησης εκ μέρους του Γκούο Ρεν. Η Σου-Σι θυμάται τη μυστική συνάντηση των «Επιστρεφόντων» και αντιμετωπίζει ψυχρά τη Ντουάν Χου και τη Μεϊγιού. Η Ντουάν Χου αποχωρεί περήφανα, αρνούμενη τη λύπηση, ενώ η Σου-Σι διατηρεί αυστηρή στάση απέναντί τους. Η οικογένεια του Σουν Σεν φεύγει βαριά φορτωμένη και η Σου-Σι δίνει διπλή αποζημίωση για χάρη των παιδιών του. Οι αδελφοί Φανγκ αποχαιρετιούνται συγκινημένοι, ενώ ο Ταν Ζονγκλί παραδέχεται πως τελικά ο άνθρωπος κουβαλά λιγότερα απ’ όσα νομίζει. Η μικρή Λιάν ξεσπά σε κλάματα πριν φύγει η οικογένειά της και η Σου-Σι την αγκαλιάζει, υποσχόμενη πως δεν θα μείνει μόνη.
Ο Γκούο Ρεν παρακολουθεί σιωπηλά την αναχώρηση, ανταλλάσσοντας ένα τελευταίο βλέμμα κατανόησης με τον Μινγκ Ζενγκ. Καθώς τα κάρα απομακρύνονται, ο Μινγκ Ζενγκ ευλογεί τους ταξιδιώτες, που φεύγουν παίρνοντας μαζί τους τις μυστικές ζωές και τις επιθυμίες που είχαν ριζώσει στα κτήματα των Ντου.

 

 

η σύσκεψη των τεσσάρωρν στο πέτρινο διοικητήριο

   Μετά την αποχώρηση των «Ανθρώπων της Επιστροφής», ο Γκούο Ρεν συγκαλεί σύσκεψη με τον Λι Σαν, τον Μινγκ Ζενγκ και τη Σου-Σι στο πέτρινο διοικητήριο. Ζητά άμεσα καταγραφή των κενών σπιτιών και σχέδιο για την κάλυψη των κενών θέσεων στα κτήματα. Η Σου-Σι επιμένει πως η Λιάν δεν μπορεί να μείνει μόνη και αποφασίζει να μεταφερθεί στο πέτρινο σπίτι. Ο Γκούο Ρεν διατάζει να καταγραφούν και να φυλαχθούν όλα τα αντικείμενα που έμειναν στα εγκαταλελειμμένα σπίτια ώστε να αποφευχθούν λεηλασίες.

   Ανακοινώνεται πως η Χονγκ-Χουά θα αναλάβει την εποπτεία των μεταξοσκωλήκων στα νότια κτήματα, όπου και θα κατοικεί. Ο Μινγκ Ζενγκ αποκτά ρόλο κριτή και επόπτη του προσωπικού, ενώ ο Λι Σαν γίνεται γενικός επιστάτης με ευρύτερη εξουσία. Ο Γκούο Ρεν ξεκαθαρίζει ότι οι εργάτες οφείλουν πειθαρχία και πως η δίκαιη αμοιβή σημαίνει αυστηρότερη τιμωρία για ανυπακοή. Η Σου-Σι ελέγχει διακριτικά τον χώρο, καθώς ο Γκούο Ρεν αποκαλύπτει ότι τα κτήματα βρίσκονται υπό παρακολούθηση και όλα πρέπει να λειτουργούν άψογα. Όταν τίθεται το ενδεχόμενο επιστροφής του Γκάο Πινγκ για τη Χονγκ-Χουά, ο Γκούο Ρεν δηλώνει πως η συμφωνία έχει τελειώσει οριστικά. Ο Μινγκ Ζενγκ πιστεύει ότι η Χονγκ-Χουά δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για τον νεαρό και πως εκείνος θα αναζητήσει άλλη σύζυγο.

   Πριν λήξει η σύσκεψη, ο Γκούο Ρεν δίνει προσωπικά στον Λι Σαν το επίσημο σύμβολο του οίκου Ντου, αναγνωρίζοντάς τον ως άνθρωπο της εξουσίας του.

 

 

δύο αδέλφια συζητούν

   Ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι συζητούν μόνοι στο πέτρινο διοικητήριο για τα προβλήματα των κτημάτων του Νανγκού. Ο Γκούο Ρεν ανησυχεί για την οικονομική κατάσταση και εξηγεί ότι δεν μπορούν να γίνουν νέες προσλήψεις. Αναφέρει όμως πως περιμένουν τον Γουέι Τζιαν, μια πρόσληψη που θεωρείται παλιά υποχρέωση του οίκου. Προσπαθεί να δικαιολογήσει την απόφαση λέγοντας ότι ίσως ο νέος άντρας έχει χρήσιμες γνωριμίες στη Νάμπου. Η Ρουό-Σι αντιμετωπίζει με ειρωνεία τις εξηγήσεις του και υπαινίσσεται πως ο αδελφός της κάνει πολιτικές κινήσεις για συμφέροντα. Η συζήτηση στρέφεται στις παλλακίδες που απομακρύνθηκαν, με τη Ρουό-Σι να τον πειράζει πως ίσως ήθελε να τις κρατήσει κοντά του. Έπειτα μιλούν για τη Λιάν, που συνεχίζει να υποφέρει μετά την αποχώρηση της οικογένειάς της. Ο Γκούο Ρεν προτείνει η Ρουό-Σι να βρει λύση για το μέλλον του κοριτσιού, αφήνοντας το ζήτημα στις γυναικείες αποφάσεις πριν φύγει για να επιθεωρήσει τα κτήματα.

 

 

η Σου-Σι παρηγορεί τη μικρή Λιάν

   Η Λιάν αποκαλύπτει στη Σου-Σι τις δυσκολίες και την καταπίεση που βίωνε στο πατρικό της, περιγράφοντας πώς έπρεπε να παίζει ρόλους και να κρύβει τα συναισθήματά της για να επιβιώσει μέσα στο σπίτι. Η Σου-Σι την παρηγορεί και της προσφέρει ασφάλεια, λέγοντάς της ότι πλέον θα έχει ένα πραγματικό σπίτι μαζί της και θα μάθει να στέκεται με δύναμη και γνώση.

 

 

η δεύτερη συνάντηση του Γκούο Ρεν με την Σιανγκλίν

   Ο Γκούο Ρεν συναντά στους αγρούς τη νεαρή χήρα Σιανγκλίν και της ανακοινώνει τη μετακίνησή της σε απομονωμένο σπίτι στα νότια κτήματα με αυστηρούς όρους μυστικότητας. Της ξεκαθαρίζει ότι δεν πρέπει να υπάρχει καμία δημόσια ένδειξη σχέσης και ότι η παρουσία της θα είναι διακριτική και ελεγχόμενη. Η Σιανγκλίν δέχεται χωρίς αντίρρηση, δείχνοντας πειθαρχία και προσαρμογή στους νέους όρους. Ο Γκούο Ρεν οργανώνει πρακτικά τη θέση της και αποχωρεί, διατηρώντας απόσταση και έλεγχο της κατάστασης. Εκείνη αποδέχεται τον νέο ρόλο ως ευκαιρία σταθερότητας και αναγνώρισης, παρά τη σιωπή που της επιβάλλεται. Στη συνέχεια θυμάται τον προηγούμενο γάμο της και τη ζωή περιορισμών που είχε χωρίς επιλογή. Η νέα της θέση της δημιουργεί αίσθηση δικαίωσης και προσδοκίας για αλλαγή. Ο Γκούο Ρεν φεύγει χωρίς να κοιτάξει πίσω, αφήνοντάς την να μείνει μόνη στον αγρό. Η Σιανγκλίν μένει στο φως του ήλιου, θεωρώντας πλέον ότι η αναμονή της αποκτά νόημα και προοπτική.

 

 

η έλευση του περίεργου γελωτοποιού

   Ένας περίεργος γελωτοποιός φτάνει στα κτήματα των Ντου μετά την αναχώρηση της φράξιας των «Επιστρεφόντων». Με παράταιρα ρούχα και περίεργο λόγο, ζητά να βρει τον άλχοντα Γκούο Λεν, αλλά τον πληροφορούν ότι λείπει. Ο ξένος παρατηρεί την αγάπη των ανθρώπων για τον τόπο και κερδίζει αμέσως την προσοχή τους με το εύθυμο παίξιμό του στο σάνξιαν. Οι υπηρέτες και τα παιδιά μαζεύονται γύρω του, και η αυλή γεμίζει γέλια και χαρά. Ο γελωτοποιός μαθαίνει τα ονόματα όλων και αυτοσχεδιάζει μικρά τραγούδια πάνω τους, ενισχύοντας το κέφι και τη ζωντάνια. Ακόμη και η Λιάν, που ήταν λυπημένη, χαμογελά ακούγοντας τη μουσική. Η Σου-Σι παρακολουθεί εκνευρισμένη αλλά σιωπηλή. Στο τέλος, εμφανίζεται ο Γκούο Ρεν, και ο γελωτοποιός ολοκληρώνει το παιχνίδι του με μια μεγαλόπρεπη υπόκλιση. Η αυλή μένει γεμάτη ζωντάνια, ενώ η Σου-Σι και η Λιάν αποσύρονται μέσα στο σπίτι.

 

 

περπατώντας στα χωράφια του Νανγκού

    Ο Γκούο Ρεν συναντά τον παράξενο γελωτοποιό, που αποκαλύπτεται ως ο Γουέι Τζιαν, ο πράκτορας που είχε αποστείλει ο ανακριτής, και  παρουσιάζεται ως γιος παλιού φίλου του πατέρα του. Παρά την αλλόκοτη συμπεριφορά του, ο Γκούο Ρεν τον δέχεται και τον οδηγεί μακριά από την αυλή για να μιλήσουν ιδιαιτέρως. Του αναθέτει τον ρόλο του βοηθού επιστάτη στα κτήματα του Νανγκού, με αποστολή να κινείται διακριτικά, να συνεργάζεται με τον επιστάτη Λι Σαν και να αναφέρει οτιδήποτε ύποπτο.

   Ο Γουέι Τζιαν αποκαλύπτει πως το ψεύδισμά του είναι προσποιητό, γιατί έτσι οι άνθρωποι τον θεωρούν ακίνδυνο και ανοίγονται ευκολότερα απέναντί του. Οι δύο άντρες συζητούν επίσης για μια πειστική ιστορία που θα δικαιολογεί τη σχέση των οικογενειών τους.

 

  η κλοπή της Πιάο Γιουάν

   Ο Γουέι Τζιαν αφηγείται μια παλιά ιστορία για να δικαιολογήσει τη γνωριμία των οικογενειών τους. Θυμίζει την εποχή που ο πατέρας του φιλοξενήθηκε στο Νανγκού και μια παλλακίδα του άρχοντα Τσενγκ-Γουέι, η Πιάο Γιουάν, έφυγε μαζί με έναν αξιωματικό από το χωριό της.

 

 

μια ανακεφαλαίωση

  Ο Γκούο Ρεν ξεκαθαρίζει πως οι σπηλιές των «Επιστρεφόντων» έχουν κλείσει και πως η αίρεση έχει διαλυθεί. Ο Γουέι Τζιαν δείχνει δυσπιστία, ιδιαίτερα για τον πρώην δικαστή Μινγκ Ζενγκ που παρέμεινε στα κτήματα. Τελικά, ορίζονται οι ρόλοι όλων στο Νανγκού και αποφασίζεται πως ο Γουέι Τζιαν θα εγκατασταθεί μόνιμα εκεί, σε ένα από τα άδεια σπίτια του οικισμού.

 

 

ο γελωτοποιός, ο αναχωρητής και ο Γκούο Ρεν

   Ο Γκούο Ρεν και ο Γουέι Τζιαν συναντούν τον Μινγκ Ζενγκ, πρώην δικαστή και διαχειριστή των καταστίχων του Νανγκού. Ο Μινγκ Ζενγκ ενημερώνει πως η αποχώρηση των «Επιστρεφόντων» άφησε σοβαρά κενά στις εργασίες των κτημάτων, ιδιαίτερα στις αποθήκες σιτηρών και στις μεταφορές. Ο Γκούο Ρεν παρουσιάζει επίσημα τον Γουέι Τζιαν ως νέο βοηθό του Λι Σαν.

 

 

η υπόθεση της παλλακίδας Πιάο Γιουάν

Ο Γουέι Τζιαν αφηγήθηκε την παλιά υπόθεση της Πιάο Γιουάν, μιας ευνοούμενης του άρχοντα Τσενγκ-Γουέι, που εξαφανίστηκε μαζί με τον αξιωματικό Ρεν Λιάνγκ. Η φυγή θεωρήθηκε προσβολή για τον άρχοντα, ο οποίος σκέφτηκε να στείλει άνδρες να τους καταδιώξουν. Τότε μεσολάβησε η Γου Σία και είπε στον άρχοντα να καλέσουν τον Μινγκ Ζενγκ για να βρεθεί λύση. Ο πρώην δικαστής Μινγκ Ζενγκ, εξετάζοντας τα γεγονότα, διαπίστωσε ότι οι δύο νέοι είχαν παλαιότερη υπόσχεση γάμου από το ίδιο χωριό.  Συμβούλευσε τον άρχοντα να παρουσιάσει την αναχώρηση της γυναίκας ως πράξη μεγαλοψυχίας και όχι ως απόδραση. Με την υποστήριξη του αυτοκρατορικού επιθεωρητή Γουέι Νταο-Λιν, που ήταν τότε φιλοξενούμενος του Τσενγκ-Γουέι,  ο Τσενγκ-Γουέι αποδέχθηκε τη λύση, δεν στάλθηκαν διώκτες και η υπόθεση έκλεισε χωρίς να καταγραφεί στα αρχεία. Η συζήτηση κατέληξε στη διαπίστωση ότι πολλές ιστορίες παραμένουν μισοειπωμένες και αποκαλύπτονται μόνο όταν υπάρχει λόγος να ειπωθούν.

   Ο Μινγκ Ζενγκ επιβεβαιώνει την ιστορία και εξηγεί πως απέτρεψε τότε τον άρχοντα από το να τους καταδιώξει, προστατεύοντας την αξιοπρέπεια του οίκου. Ο Μινγκ Ζενγκ καταλήγει πως οι άνθρωποι ξεχνούν εύκολα όταν τους δοθεί μια αξιοπρεπής εκδοχή της αλήθειας. Ο Γουέι Τζιαν επιμένει πως κάθε ιστορία αποκαλύπτει μόνο ό,τι χρειάζεται κάθε φορά.  

 

η κάλυψη των κενών θέσεων

   Η συζήτηση επιστρέφει στα πρακτικά προβλήματα του παρόντος. Ο Μινγκ Ζενγκ εξηγεί ότι οι μεγαλύτερες απώλειες είναι ο Ταν Ζανγκλί, υπεύθυνος αποθηκών, και ο Φανγκ Γιτιάν, που εκτελούσε πολλές τεχνικές εργασίες. Ο Γουέι Τζιαν προσφέρεται να μάθει τη διαχείριση των σιτηρών, δείχνοντας προθυμία να αναλάβει ευθύνες. Ο Μινγκ Ζενγκ αντιμετωπίζει την προσφορά του με επιφυλακτικότητα, θεωρώντας πως ίσως κρύβει είτε υπερβολική φιλοδοξία είτε επικίνδυνη αυτοπεποίθηση.

 

τα ευρήματα στα εγκαταλειμμένα σπίτια

   Ο Μινγκ Ζενγκ ενημερώνει πως το σπίτι του Σου Σεν εγκαταλείφθηκε γεμάτο φυλαχτά, σύμβολα και αντικείμενα που τρομάζουν τους εργάτες. Περιγράφονται φυλαχτά γονιμότητας, προστασίας και κατάρας που συνδέονται με φόβους για κατεστραμμένες σοδειές και πείνα. Ο Γκούο Ρεν απορρίπτει τις προλήψεις αλλά διατάζει να κατεδαφιστεί το σπίτι και να καταστραφούν όλα τα αντικείμενα ώστε να εξαφανιστεί κάθε μνήμη της οικογένειας.

 

τα ξυλόγλυπτα με τις «αδελφές ψυχές»

   Η συζήτηση μεταφέρεται στο σπίτι της Ντουάν Χου και της Γκου Μεϊγιού, δύο γυναικών που ζούσαν απομονωμένες. Ο Μινγκ Ζενγκ αποκαλύπτει πως μέσα βρέθηκαν ξυλόγλυπτα που απεικόνιζαν ερωτικές σκηνές ανάμεσα σε γυναίκες, καθώς και σύμβολα της αλεπούς-πνεύματος Χου-Σιέν. Ο Γκούο Ρεν θεωρεί τα αντικείμενα χυδαία και ζητά να εξαφανιστούν, ενώ ο Γουέι Τζιαν τα αντιμετωπίζει ως έργα τέχνης και μνήμης απαγορευμένων σχέσεων.

   Ο Γουέι Τζιαν μιλά ανοιχτά για γυναίκες σε πόλεις όπως η Σουζού, η Χανγκτσόου και η Σαγκάη που ζουν μαζί ως «αδελφές ψυχές». Θεωρεί πως τα ξυλόγλυπτα εκφράζουν ιστορίες αγάπης που η κοινωνία αναγκάζει να μένουν κρυφές. Ο Γκούο Ρεν δέχεται μόνο να απομακρυνθούν τα αντικείμενα από το Νανγκού, ενώ επιτρέπει στον Γουέι Τζιαν να εγκατασταθεί τελικά στο απομονωμένο σπίτι.

 

το κενό σπίτι του πατέρα και της πρωτότοκης

   Η τελευταία συζήτηση αφορά το σπίτι του Γκενγκ Ντο και της κόρης του, της Σιαογιού. Ο Γκούο Ρεν αποκαλύπτει ότι κυκλοφορούν φήμες για ανάρμοστη σχέση ανάμεσα στον πατέρα και την κόρη. Ο Μινγκ Ζενγκ συνειδητοποιεί ότι οι συγκεντρώσεις των «Επιστρεφόντων» ίσως λειτουργούσαν ως κάλυψη για προσωπικά πάθη και μυστικά που ο ίδιος αγνοούσε. Παράλληλα, αναφέρεται η μικρή Λιαν, που δεν ακολούθησε τους υπόλοιπους φυγάδες και τώρα φιλοξενείται στο διοικητήριο. Παρότι δεν υπάρχουν αποδείξεις, η ατμόσφαιρα γεμίζει υποψίες, φόβο και την αίσθηση ότι τα σπίτια και οι άνθρωποι αφήνουν πίσω τους σκοτεινά ίχνη. 



 ΜΕΡΟΣ Θ

 

 

το μωβ ρύζι

Ο Γκούο Ρεν φθάνει στη γη της «πέτρινης γυναίκας» για την οργάνωση των αποθηκών και μιας νέας ενδιάμεσης εγκατάστασης για τους ταξιδιώτες. Η Ρουό-Σι και οι εργάτες συμμετέχουν στην εγκατάσταση, ενώ ο Τσεν Μπινγκ αναλαμβάνει την κατασκευή. Παράλληλα, ο Γκούο Ρεν επιβάλλει νέα οργάνωση στην εργασία και απαιτεί από τη Χε Τζι να αφιερωθεί αποκλειστικά στη γη και σε εκείνον, απομακρύνοντάς την από τον Τζου Μιν.

   Η Χε Τζι τον συνοδεύει στα χωράφια και του εξηγεί τις συνθήκες που απαιτεί το σπάνιο μωβ ρύζι, το οποίο χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα, ψυχρό νερό, σκιά και υπομονή για να καλλιεργηθεί σωστά. Η συζήτησή τους για τη γη και την καλλιέργεια μετατρέπεται σταδιακά σε υπαινιγμό για ανθρώπινες σχέσεις, όπου η υπομονή, η επιστροφή και η φροντίδα συγκρίνονται με τη συναισθηματική σύνδεση. Η Χε Τζι εξηγεί ότι η γη, όπως και οι άνθρωποι, χρειάζεται χρόνο για να ανοιχτεί ξανά μετά από εγκατάλειψη ή πληγή. Ο Γκούο Ρεν αναγνωρίζει τη δυσκολία αυτής της «καλλιέργειας» και συνειδητοποιεί τη σταδιακή συναισθηματική ένταση ανάμεσά τους. Η σχέση τους βαθαίνει μέσα από τον διάλογο για το πάθος, τη διάρκεια και την απουσία, με τη Χε Τζι να υποστηρίζει ότι η ένταση μπορεί να επιβιώσει μόνο όταν η απόσταση διατηρεί την επιθυμία. Ο Γκούο Ρεν εκφράζει την αβεβαιότητά του για τη μόνιμη παρουσία του στον τόπο, ενώ εκείνη τονίζει ότι η επιθυμία έχει μεγαλύτερη σημασία από τον χρόνο παραμονής. Η συζήτηση κορυφώνεται σε μια αμοιβαία αναγνώριση μιας σχέσης που δεν έχει ακόμη οριστεί πλήρως αλλά έχει ήδη αρχίσει να αναπτύσσεται. Ο Γκούο Ρεν την τοποθετεί πλέον ξεκάθαρα υπό την επιρροή του, δηλώνοντας ότι ανήκει στη γη και σε εκείνον. Η Χε Τζι δεν αντιδρά λεκτικά, αλλά η σιωπή της υποδηλώνει αποδοχή ή κατανόηση της νέας ισορροπίας. Η ένταση μεταξύ τους ολοκληρώνεται μέσα στο τοπίο των χωραφιών, όπου η γη και το μωβ ρύζι λειτουργούν ως καθρέφτης της σχέσης τους.

 

 

 

 

 

μέσα στο «δάκρυ του ονείρου»

   Στην έπαυλη των Ντου στο Λο Τζιάνγκ, ο Γκούο Ρεν και η Ρουό-Σι επιστρέφουν εξαντλημένοι από το ταξίδι τους στο Νανγκού. Η Ρουό-Σι χρησιμοποιεί το «δάκρυ του ονείρου», αλλά ρίχνει μεγαλύτερη δόση από την επιτρεπτή, προκαλώντας βαθιά σύγχυση και απορρύθμιση της συνείδησης του Γκούο Ρεν. Εκείνος αρχίζει να χάνει την αίσθηση της πραγματικότητας, δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τη Ρουό-Σι και συγχέει πρόσωπα, μνήμες και επιθυμίες. Η Ρουό-Σι εκμεταλλεύεται την αλλοιωμένη κατάστασή του για να δημιουργήσει μια νέα φαντασιακή ταυτότητα ανάμεσά τους, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως τη Σου-Σι, εργάτρια από το Νανγκού και δήθεν ετεροθαλή αδελφή του. Μέσα στην καταιγίδα και υπό την επίδραση του ελιξηρίου, οι συγγένειες, οι κοινωνικοί ρόλοι και οι ηθικοί φραγμοί αρχίζουν να διαλύονται. Ο Γκούο Ρεν παραδίδεται σε μια κατάσταση έντονης επιθυμίας και αποπροσωποποίησης, ενώ η Ρουό-Σι βιώνει ταυτόχρονα ερωτική πληρότητα και βαθιά ενοχή. Περιπλανιούνται στους σκοτεινούς διαδρόμους της έπαυλης, παρασυρμένοι από το πάθος, ενώ οι χώροι των προγόνων και τα οικογενειακά σύμβολα λειτουργούν σαν σιωπηλοί μάρτυρες της παραβίασης των ορίων. Η Ρουό-Σι προσπαθεί διαρκώς να συντηρήσει τη φαντασίωση, φοβούμενη ότι η επιστροφή της πραγματικότητας θα καταστρέψει τη στιγμή. Ο Γκούο Ρεν ταλαντεύεται ανάμεσα στην αναγνώριση και στην αποξένωση, σαν να μην γνωρίζει αν η γυναίκα που κρατά είναι αληθινή ή προϊόν ονείρου. Η νύχτα μετατρέπεται σε μια εμπειρία ψυχικής διάλυσης, όπου το ψέμα, η επιθυμία και η απαγορευμένη έλξη συγχωνεύονται πλήρως.

 

 

οι εφιάλτες της αβεβαιότητας

   Ο Γκούο Ρεν ξυπνά στην έπαυλη των Ντου βαθιά αποπροσανατολισμένος, με θολές αναμνήσεις της νύχτας με τη Ρουό-Σι και αδυναμία να ξεχωρίσει αν όσα έζησε ήταν πραγματικότητα ή όνειρο. Η αβεβαιότητα τον γεμίζει ενοχή και φόβο πως επιθύμησε κάτι απαγορευμένο. Η Ρουό-Σι, αντίθετα, διατηρεί απόλυτα φυσική και ψύχραιμη συμπεριφορά, γεγονός που τον αποσταθεροποιεί περισσότερο. Ο Γκούο Ρεν αρχίζει να την αποφεύγει, ενώ αποσπασματικές φράσεις από τη νύχτα επιστρέφουν βασανιστικά στη μνήμη του. Οι νυχτερινοί εφιάλτες εντείνουν τη σύγχυση και τη δυσφορία του, με εικόνες όπου η Ρουό-Σι άλλοτε τον πλησιάζει και άλλοτε χάνεται σαν φάντασμα. Η ενοχή του δεν αφορά μόνο πιθανή πράξη αλλά κυρίως την ίδια την επιθυμία του. Πείθει τον εαυτό του πως όλα πρέπει να μείνουν μέσα στο «όνειρο», χωρίς συνέπειες και χωρίς μνήμη. Προσπαθεί να απομακρυνθεί ταξιδεύοντας προς το Μπαϊλίν, όμως η εσωτερική του αναστάτωση τον ακολουθεί παντού. Μέσα στο ασταθές κλίμα της Σετσουάν και στις φήμες πολέμου, νιώθει όλο και πιο αποξενωμένος. Στον δρόμο συναντά καραβάνι και μια νεαρή γυναίκα με γαλάζια μάτια που του θυμίζουν τη Ρουό-Σι. Τα λόγια ενός γέρου για ξένο αίμα και κρυφές καταγωγές γεννούν μέσα του υποψίες ότι ίσως η σχέση τους να μην ήταν τελικά απαγορευμένη. Ο φόβος του αλλάζει μορφή: δεν φοβάται πια μόνο ότι αμάρτησε, αλλά και ότι ίσως η αλήθεια να είναι διαφορετική απ’ ό,τι πίστευε.

 

 

η Ρουό-Σι στο δειλινό της επόμενης μέρας

   Η Ρουό-Σι περιπλανιέται ανήσυχη στα χωράφια του Λο Τζιάνγκ, βασανισμένη από τον φόβο ότι η νύχτα με το «δάκρυ του ονείρου» μπορεί να άφησε μέσα της παιδί και κοινωνική καταστροφή.
Ο Γκούο Ρεν, υπό την επήρεια του ελιξηρίου, παρέμενε χαμένος ανάμεσα σε μνήμες, ενοχές και θραύσματα επιθυμιών, χωρίς να αναγνώριζε καθαρά ούτε εκείνη ούτε τον εαυτό του. Άλλοτε τη φώναζε Σου-Σι, άλλοτε μιλά για χρέη, γυναίκες και ανθρώπους του διοικητηρίου, σαν να ζούσε πολλές διαφορετικές ζωές ταυτόχρονα. Οι παραληρηματικοί του μονόλογοι έκαναν τη Ρουό-Σι να αισθάνεται πως καταλαμβάνει τη θέση κάποιας άλλης γυναίκας μέσα στις φαντασιώσεις και τις ενοχές του. Παρά τη σύγχυση, το σώμα του επέστρεφε διαρκώς στο δικό της, με μια σχεδόν απελπισμένη ανάγκη κατοχής και προσκόλλησης. Εκείνη αρχικά τρόμαξε και ήθελε να τον απομακρύνει, όμως η ατμόσφαιρα του ελιξηρίου, η σωματική ένταση και οι εξομολογήσεις του την παρέσυραν σταδιακά. Για λίγες στιγμές έπαψε να σκέφτεται την κοινωνική της θέση και παραδόθηκε στην αίσθηση ότι επιτέλους ήταν ποθητή ολοκληρωτικά. Η εμπειρία της προηγούμενης νύχτας μετατράπηκε σε μια σκοτεινή, απαγορευμένη ένωση όπου τα όρια ταυτότητας, επιθυμίας και ενοχής διαλύονταν.Η Ρουό-Σι αφέθηκε πλήρως στη συνεύρεση, ακόμη κι όταν συνειδητοποίησε ότι εκείνος εκτονωνόταν μέσα της επανειλημμένα χωρίς καμία προφύλαξη.
Όταν το ελιξήριο άρχισε να υποχωρεί και η νύχτα ξεθώριαζε, η έκσταση έδωσε τη θέση της σε έναν βαθύ τρόμο, καθώς η Ρουό-Σι αντιλαμβάνεται τώρα τις πιθανές συνέπειες που έχουν ήδη εγγραφεί στο σώμα και στη ζωή της.

 

 

η διακοπή της κύησης

   Η Ρουό-Σι συναντά τη γριά βοτανολόγο Λάο Νινγκ και της αποκαλύπτει με φόβο πως χρησιμοποίησε ξανά το «δάκρυ του ονείρου» και πιστεύει ότι μπορεί να έχει μείνει έγκυος.
Η Λάο Νινγκ καταλαβαίνει αμέσως πως πρόκειται για απαγορευμένη ένωση, όμως αντιμετωπίζει την εξομολόγηση με ψυχραιμία και εμπειρία. Η Ρουό-Σι ομολογεί πως παρασύρθηκε από την επιθυμία και τώρα φοβάται την κοινωνική καταστροφή που θα έφερνε μια εγκυμοσύνη σε ανύπαντρη γυναίκα.
Η γριά την καθησυχάζει λέγοντάς της ότι είναι ακόμη νωρίς και πως υπάρχει χρόνος να διακοπεί η κύηση.
   Αρχίζει τότε να ετοιμάζει ένα σύνολο βοτάνων και ριζών που προορίζονται να «κινήσουν το αίμα» και να αποβάλουν το παιδί. Της εξηγεί τη χρήση του χονγκ-χουά, της κανέλας, της αψιθιάς, του ντανγκ-γκούι, του τζίντζερ και άλλων θερμαντικών βοτάνων. Προειδοποιεί επίσης για τους σπόρους άγριας παπάγιας, που χρησιμοποιούνται μόνο σε δύσκολες περιπτώσεις και προκαλούν έντονο πόνο.
Η Ρουό-Σι ακούει τις οδηγίες σαν τελετουργία, γεμάτη φόβο αλλά και ανάγκη να σωθεί από το μέλλον που τη τρομάζει. Η Λάο Νινγκ της δίνει αυστηρές οδηγίες για αφεψήματα, ατμούς, θερμότητα στο σώμα και αποχή από κάθε νέα επαφή μέχρι να φανεί αν η κύηση θα διακοπεί.
Της εξηγεί ότι θα έρθουν πόνοι, ίσως αίμα και πυρετός, και πως πρέπει να παραμείνει ξαπλωμένη αν η κατάσταση χειροτερέψει. Πριν φύγει, η γριά της θυμίζει πως τίποτε δεν φεύγει από έναν άνθρωπο χωρίς να αφήσει σημάδι, ακόμη κι όταν περάσει ο κίνδυνος. Η Ρουό-Σι μένει μόνη στα χωράφια κρατώντας τα πικρά βότανα σαν βάρος μοίρας, γνωρίζοντας πως για να σβήσει τις συνέπειες της νύχτας με τον Γκούο Ρεν πρέπει τώρα να μετατρέψει την ανάμνηση της επιθυμίας σε πόνο.

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Ι

 

 

τόση βιασύνη για μισοτελειωμένες αποθήκες και ακαλλιέργητα  κτήματα…

  οι οδηγίες του Γκούο Ρεν

   Ο Γκούο Ρεν επισκέπτεται τα κτήματα της Πέτρινης Γυναίκας και διαπιστώνει ότι οι εργασίες στις αποθήκες προχωρούν ταχύτερα από όσο περίμενε. Ικανοποιημένος, δίνει νέες οδηγίες στον Τσεν Μπινγκ: οι δύο αποθήκες δεν αρκούν πλέον και πρέπει να κατασκευαστούν μαγειρεία, στάβλοι, δωμάτια φιλοξενίας και μεγάλα υπόστεγα για ανθρώπους και ζώα. Ορίζει τον χώρο όπου θα ανεγερθούν τα νέα κτίρια, ζητά περισσότερους εργάτες, απαιτεί να αρχίσει άμεσα η προετοιμασία των θεμελίων και τονίζει ότι όλα πρέπει να είναι έτοιμα πριν από τις φθινοπωρινές βροχές.

  η συνάντηση του Γκούο Ρεν με την Χε Τζι

   Κατά την επίσκεψή του συναντά τη Χε Τζι, η οποία φέρνει φαγητό για το συνεργείο. Η έκπληξή της είναι εμφανής, όμως και οι δύο διατηρούν τυπική συμπεριφορά μπροστά στους εργάτες. Αργότερα περπατούν μαζί στα χωράφια και συζητούν για τη σπορά του μωβ ρυζιού, με τη Χε Τζι να εξηγεί ότι απαιτείται υπομονή και ότι η καλλιέργεια πρέπει να περιμένει ως την επόμενη άνοιξη. Η συζήτηση στρέφεται στα εγκαταλελειμμένα κτήματα, και εκείνη εξηγεί πως η γη που μένει ακαλλιέργητη για ένα διάστημα μπορεί να ανακτήσει τη δύναμή της. Μέσα από αυτή την εικόνα μιλά έμμεσα και για τους ανθρώπους, οι οποίοι χρειάζονται χρόνο για να επουλώσουν όσα έζησαν πριν δεχτούν κάτι καινούργιο στη ζωή τους. Ο Γκούο Ρεν αντιλαμβάνεται το βαθύτερο νόημα των λόγων της και τη ρωτά αν ο δικός της χρόνος αναμονής έχει τελειώσει, όμως η Χε Τζι αποφεύγει να απαντήσει, αφήνοντας τα συναισθήματά τους να παραμείνουν σιωπηλά αλλά ολοένα πιο εμφανή.

 

 

στο βράχο της «πέτρινης γυναίκας»

  Η ανάβαση στον βράχο της Πέτρινης Γυναίκας

   Ο Γκούο Ρεν και η Χε Τζι ανεβαίνουν μαζί στον βράχο της Πέτρινης Γυναίκας για να δουν τα κτήματα από ψηλά. Στη διαδρομή συζητούν για την αλλαγή που πλησιάζει, αρχικά με αφορμή τα χωράφια και το μωβ ρύζι, αλλά σταδιακά με υπαινιγμούς που αφορούν και τους ίδιους. Η Χε Τζι υποστηρίζει ότι οι μεγάλες αλλαγές αρχίζουν πριν γίνουν αντιληπτές, ενώ η μεταξύ τους οικειότητα γίνεται πιο εμφανής.

Η συζήτηση για την αναμονή, τον Λιν Τάο και τις ενοχές

   Πίσω από τον βράχο ανακαλύπτουν ίχνη παλιών τελετουργιών και συζητούν για την αναμονή και την ελπίδα. Ο Γκούο Ρεν, επηρεασμένος από τις δικές του εσωτερικές συγκρούσεις, ζητά από τη Χε Τζι να του εξηγήσει πώς ξεπέρασε το γεγονός ότι συνδέθηκε ερωτικά με τον ετεροθαλή αδελφό της, τον Λιν Τάο. Εκείνη εξηγεί ότι η σχέση τους δεν γεννήθηκε ξαφνικά, αλλά μέσα από τη σταδιακή γνωριμία, την κατανόηση και την αποδοχή των πληγών και των ενοχών που κουβαλούσαν και οι δύο. Τονίζει ότι ο Λιν Τάο γνώριζε ολόκληρο το παρελθόν της και δεν χρειαζόταν να κρύβεται μπροστά του. Παράλληλα, περιγράφει τη συμβολική τελετή της σπηλιάς, όπου άφησαν πίσω τους τις ενοχές και τις αποτυχίες τους, αποφασίζοντας να μην επιτρέπουν πλέον στο παρελθόν να καθορίζει τη ζωή τους.

Η αποκάλυψη προς τον Γκούο Ρεν

   Η Χε Τζι αντιλαμβάνεται ότι ο Γκούο Ρεν δεν αναζητά απλώς την ιστορία της, αλλά προσπαθεί να κατανοήσει τη δική του κατάσταση. Του επισημαίνει ότι οι άνθρωποι συχνά δεν φοβούνται τα συναισθήματά τους, αλλά τις συνέπειες που αυτά έχουν για τη ζωή που πίστευαν ότι είχαν χτίσει. Ο Γκούο Ρεν συνειδητοποιεί ότι δεν είναι ο μόνος άνθρωπος που έχει τρομάξει από αλήθειες που ανακάλυψε μέσα του (για την ερωτική επιθυμία του για την φερόμενη ως αδελφή του Ρουό-Σι) και βρίσκει παρηγοριά στα λόγια της.

Η τελετή της ανθοφορίας της γης

   Η συζήτηση στρέφεται στην τελετή της ανθοφορίας της γης. Η Χε Τζι εξηγεί ότι το αληθινό νόημά της δεν αφορά τη γη αλλά τον καλλιεργητή, ο οποίος δεσμεύεται να επιστρέφει και να φροντίζει το χωράφι του. Η τελετή δεν συνδέεται με τη συγκομιδή αλλά με τη σπορά, δηλαδή με την απόφαση να επενδύσει κάποιος σε κάτι ακόμη κι αν κινδυνεύει να αποτύχει. Παρομοιάζει τη γη με τους ανθρώπους, υποστηρίζοντας ότι και οι δύο ανοίγουν όταν νιώθουν ότι κάποιος ενδιαφέρεται πραγματικά γι’ αυτούς. Ο Γκούο Ρεν κατανοεί ότι τα λόγια της δεν αφορούν μόνο τα χωράφια αλλά και τις ανθρώπινες σχέσεις.

Η πρόσκληση στη μυστική τελετή

   Όταν ο Γκούο Ρεν δηλώνει αποφασισμένος να διεκδικήσει όσα θεωρεί δικά του και όσα επιθυμεί να γίνουν δικά του, η Χε Τζι τον ρωτά αν είναι έτοιμος για την τελετή της ανθοφορίας. Εκείνος απαντά θετικά και η Χε Τζι τον προσκαλεί να βρεθεί μόνος του τη νύχτα στην άκρη των κτημάτων. Του αποκαλύπτει ότι, όπως στα κτήματα του Τσενγκ-Γουέι η γη χρειαζόταν συμβολικές ενώσεις για να καρποφορήσει, έτσι και τα νέα του κτήματα θα δεχθούν τον πρώτο τους σπορέα. Τον προειδοποιεί ότι πρόκειται για μυστική τελετή, η οποία δεν πρέπει ποτέ να αποκαλυφθεί σε κανέναν.

 

 

ο χορός με τις μάσκες

Η προετοιμασία της τελετής της ανθοφορίας

   Ο Γκούο Ρεν φτάνει τη νύχτα στα νέα κτήματά του στην περιοχή της Πέτρινης Γυναίκας για να συμμετάσχει στην τελετή της ανθοφορίας. Η Χε Τζι έχει οργανώσει τη μυστική τελετουργία, δημιουργώντας έναν κύκλο με φαναράκια, λουλούδια και μάσκες. Σκοπός της τελετής είναι η συμβολική ευλογία και καρποφορία των νέων κτημάτων. Η ατμόσφαιρα είναι μυστηριακή και ο Γκούο Ρεν καλείται να αφεθεί στα έθιμα χωρίς να γνωρίζει όλες τις λεπτομέρειες.

Οι γυναίκες με τις μάσκες

   Στην τελετή συμμετέχουν η Χε Τζι, οι δύο κόρες του χαρτοπαίκτη, η Λινγκ και η Μινγκ-Τζου, καθώς και η αδελφή του χαρτοπαίκτη, η Ξιού. Της φορούν μάσκες ώστε να παραμένει κρυφή η ταυτότητά της. Η Χε Τζι έχει προσεγγίσει της νεαρές γυναίκες κατά τη διαμονή της στο σπίτι του Τζου Μιν και της έχει εντάξει στην τελετουργία, δίνοντάς της την ελπίδα ότι η ανάπτυξη των κτημάτων θα φέρει νέες ευκαιρίες στη ζωή της.

Οι ευχές και ο συμβολισμός της γονιμότητας

   Η Χε Τζι διευθύνει το τελετουργικό και απαγγέλλει ευχές για την ανθοφορία των χωραφιών. Επικαλείται τη μυθική ένωση του δράκου Πενγκ Λονγκ με τη Νου Γουά ως σύμβολο της γονιμότητας, της δημιουργίας και της ευημερίας. Η τελετή παρουσιάζεται ως μια συμβολική πράξη που συνδέει τους ανθρώπους με τη γη και τον κύκλο της ζωής.

Η δοκιμασία της επιλογής

   Πριν ολοκληρωθεί η τελετή, η Χε Τζι διατάζει τις γυναίκες να ανταλλάξουν τις μάσκες τους ώστε ο Γκούο Ρεν να μην μπορεί να γνωρίζει ποια βρίσκεται μπροστά του. Η επιλογή μετατρέπεται σε δοκιμασία διαίσθησης και επιθυμίας. Παρά τη σύγχυση που δημιουργείται, ο Γκούο Ρεν πλησιάζει τη γυναίκα που του φαίνεται πιο οικεία και επιλέγει τη Χε Τζι.

Η επιλογή της Χε Τζι

   Παρότι η Χε Τζι τον προειδοποιεί ότι την αναγνωρίζει, ο Γκούο Ρεν δεν αλλάζει γνώμη. Η απόφασή του συνδέεται με διάφορα κίνητρα: τη συνέχεια της παράδοσης που είχε ξεκινήσει ο πατέρας του, την εμπιστοσύνη που της έχει, τον θαυμασμό για τη δύναμη και τον χαρακτήρα της, αλλά και την επιθυμία να αποφύγει νέες δεσμεύσεις με άγνωστες γυναίκες. Τελικά την οδηγεί έξω από τον κύκλο, ενώ οι υπόλοιπες γυναίκες αποχωρούν διακριτικά.

Η ένωση ως συμβολική ευλογία της γης

   Η συνέχεια της τελετής παρουσιάζεται ως συμβολική ένωση ανάμεσα στον άρχοντα και τη φύλακα της γης, με στόχο την ευλογία και την καρποφορία των κτημάτων. Η γη της Πέτρινης Γυναίκας αντιμετωπίζεται ως ζωντανή οντότητα που δέχεται την προσφορά και τη δέσμευσή τους. Για τον Γκούο Ρεν η πράξη αυτή αποκτά χαρακτήρα συνέχειας, ευθύνης και σύνδεσης με τη γη που σκοπεύει να αναπτύξει.

Οι σκέψεις και οι προσδοκίες της Χε Τζι

   Η Χε Τζι βιώνει τη νύχτα ως προσωπική δικαίωση. Θεωρεί ότι, μετά από χρόνια δυσκολιών, μοναξιάς και ανεκπλήρωτων προσδοκιών, βρίσκει ξανά νόημα και σκοπό στη ζωή της. Πιστεύει ότι η σχέση της με τον Γκούο Ρεν θα την συνδέσει μόνιμα με το μέλλον των κτημάτων και ελπίζει πως θα αποκτήσει τελικά τον απόγονο που ποτέ δεν κατάφερε να αποκτήσει στο παρελθόν.

Η ολοκλήρωση της τελετής

   Με το ξημέρωμα η τελετή ολοκληρώνεται και η σιωπή επιστρέφει στα χωράφια. Ο Γκούο Ρεν και η Χε Τζι αισθάνονται ότι έχουν συμμετάσχει σε κάτι που ξεπερνά τους ίδιους και αφορά το μέλλον της γης της Πέτρινης Γυναίκας. Η νύχτα αφήνει πίσω της μια νέα σχέση ανάμεσά τους και την πεποίθηση ότι μια νέα εποχή αρχίζει τόσο για τα κτήματα όσο και για τις ζωές τους.

 

 

οι εννέα νύχτες

Η επιστροφή στην καθημερινότητα μετά την τελετή

  Το πρωί μετά την τελετή ανθοφορίας, η ζωή στα κτήματα της Πέτρινης Γυναίκας συνεχίζεται κανονικά. Οι εργάτες και οι ξυλουργοί επιστρέφουν στις εργασίες τους, οι οικοδομές προχωρούν και τίποτα στην καθημερινή εικόνα του τόπου δεν προδίδει όσα συνέβησαν τη νύχτα. Ο Γκούο Ρεν επιβλέπει τα έργα με ασυνήθιστη ηρεμία, ενώ η Χε Τζι εμφανίζεται όπως πάντα, μεταφέροντας το φαγητό των εργατών. Παρά την τυπικότητα της συμπεριφοράς τους, είναι φανερό ότι η σχέση τους έχει ήδη μεταβληθεί.

Η συνάντηση στη σκοτεινή πλευρά του βράχου

   Ο Γκούο Ρεν οδηγεί τη Χε Τζι στη σκοτεινή πλευρά του βράχου της Πέτρινης Γυναίκας, στον χώρο όπου διατηρούνται τα ίχνη παλιών τελετουργιών. Εκεί συζητούν για όσα συνέβησαν τη νύχτα της ανθοφορίας. Ο Γκούο Ρεν θεωρεί ότι τότε δεν έδρασαν ως πραγματικοί άνθρωποι αλλά ως φορείς ρόλων μέσα σε μια αρχαία παράδοση. Η Χε Τζι αναγνωρίζει ότι οι τελετουργίες προστατεύουν τους ανθρώπους, επειδή τους επιτρέπουν να κρύβονται πίσω από σύμβολα και προσδοκίες. Και οι δύο συμφωνούν ότι η αληθινή συνάντηση χωρίς μάσκες και χωρίς τη στήριξη των εθίμων είναι πολύ πιο δύσκολη και απαιτητική.

Η αρχή μιας προσωπικής σχέσης

   Πριν χωρίσουν, ο Γκούο Ρεν ζητά από τη Χε Τζι να τον συναντήσει ξανά το ίδιο βράδυ στον ίδιο βράχο. Η μεταξύ τους απόσταση μειώνεται και για πρώτη φορά ανταλλάσσουν μια τρυφερή αγκαλιά και ένα φιλί που δεν ανήκουν σε καμία τελετή ούτε υπακούουν σε κάποιο έθιμο. Η σχέση τους παύει να στηρίζεται αποκλειστικά στον συμβολισμό της ανθοφορίας και αποκτά προσωπικό χαρακτήρα. Η Χε Τζι αποδέχεται την πρόσκλησή του, σηματοδοτώντας την αρχή μιας νέας φάσης ανάμεσά τους.

Το έθιμο των εννέα νυχτών

   Το ίδιο βράδυ η Χε Τζι έχει προετοιμάσει έναν ιδιωτικό χώρο πίσω από τον βράχο, όπου εξηγεί στον Γκούο Ρεν μια παλιά αντίληψη για τις ανθρώπινες σχέσεις. Σύμφωνα με αυτήν, οι πρώτες συναντήσεις είναι αναγνωριστικές, καθώς οι άνθρωποι εξακολουθούν να φορούν τις κοινωνικές και ψυχικές τους «μάσκες». Μόνο μετά από εννέα συναντήσεις αποκαλύπτεται ο πραγματικός χαρακτήρας τους. Το εννέα παρουσιάζεται ως αριθμός ολοκλήρωσης, συνδεδεμένος με την αυτοκρατορική παράδοση και με την ιδέα ότι κάθε κλεισμένος κύκλος προετοιμάζει την αρχή ενός νέου.

Η εσωτερική μεταμόρφωση της Χε Τζι

   Κατά τη διάρκεια των εννέα νυχτών, η Χε Τζι περνά μια βαθιά εσωτερική διαδικασία απελευθέρωσης. Σταδιακά απομακρύνεται από τους κανόνες και τις υποχρεώσεις που καθόριζαν τη ζωή της, ενώ οι μνήμες με τους προηγηθέντες ερωτικούς συντρόφους της ζωής της, με τον άρχοντα Τσενγκ-Γουέι όταν εκείνη ήταν 18 ετών, και οι συγχύσεις που συνδέονταν με τον Λιν Τάο, τον ετεροθαλή αδελφό της, χάνουν τη δύναμή τους πάνω της. Η ενοχή παύει να καθορίζει τις επιλογές της και ο παλιός πόνος μετατρέπεται σε απλή ανάμνηση. Παράλληλα, αδιαφορεί όλο και περισσότερο για την κρίση των άλλων και εγκαταλείπει τις τελευταίες άμυνες που τη χώριζαν από τον ίδιο της τον εαυτό. Στην ένατη νύχτα βρίσκεται πλέον απέναντι στον Γκούο Ρεν χωρίς να χρειάζεται να ορίζεται από το παρελθόν της ή από τους ρόλους που της είχαν επιβληθεί.

Η εσωτερική μεταμόρφωση του Γκούο Ρεν

  Οι εννέα νύχτες λειτουργούν εξίσου μεταμορφωτικά για τον Γκούο Ρεν. Αναμνήσεις από την φερόμενη ως αδελφή του τη Ρουό-Σι, τη Χονγκ-Χουά, τη Λινγκ-Λου επιστρέφουν διαδοχικά, όχι για να τον παγιδεύσουν αλλά για να επανεκτιμηθούν. Σταδιακά συνειδητοποιεί τις σχέσεις ανάμεσα στην επιθυμία, την εξουσία, την κατοχή και την ενοχή. Απομακρύνεται από την ανάγκη να εξιδανικεύει το παρελθόν ή να μετατρέπει τους ανθρώπους σε κτήματά του. Στο τέλος κατανοεί ότι η επιλογή της Χε Τζι δεν βασίστηκε σε σύγκριση με άλλες γυναίκες αλλά στο γεγονός ότι μαζί της μπορεί να υπάρξει χωρίς να κρύβεται πίσω από τις αναμνήσεις και τις ψευδαισθήσεις του.

Οι εννέα νύχτες ως τόπος εκτός χρόνου

    Καθώς οι μέρες κυλούν και τα έργα στα κτήματα προχωρούν, οι νυχτερινές συναντήσεις αποκτούν μια σχεδόν ιερή διάσταση. Ο βράχος της Πέτρινης Γυναίκας μετατρέπεται σε έναν χώρο έξω από τον συνηθισμένο χρόνο, όπου παρελθόν και μέλλον μοιάζουν να αναστέλλονται. Το φεγγάρι, ο άνεμος, οι σκιές και η γη συνοδεύουν τη σταδιακή προσέγγιση των δύο ανθρώπων. Άλλοτε μιλούν, άλλοτε σιωπούν, όμως σε κάθε συνάντηση απομακρύνονται λίγο περισσότερο από τα βάρη που κουβαλούσαν και πλησιάζουν μια πιο αυθεντική μορφή παρουσίας.

Η ολοκλήρωση του κύκλου

  Όταν φτάνει η ένατη νύχτα, ο Γκούο Ρεν ανακοινώνει ότι πρέπει να φύγει,  να επιθεωρήσει τα κτήματά του στο Νανγκού. Η Χε Τζι αντιμετωπίζει την είδηση με ηρεμία, σαν να γνώριζε εξαρχής ότι οι εννέα νύχτες είχαν προκαθορισμένο τέλος. Οι δυο τους αναγνωρίζουν ότι ο κύκλος ολοκληρώθηκε, ενώ η Χε Τζι επισημαίνει πόσο σπάνιο είναι να επιστρέφει κανείς τόσες φορές στον ίδιο τόπο και στον ίδιο άνθρωπο. Ο Γκούο Ρεν χαράζει τον αριθμό εννέα πάνω στον βράχο, αφήνοντας ένα σημάδι που θα θυμίζει τη διαδρομή τους και την ολοκλήρωση αυτού του ιδιαίτερου κύκλου.

Η υπόσχεση του μέλλοντος

   Πριν φύγει, ο Γκούο Ρεν αποφασίζει να χτιστεί ένα μικρό σπίτι στα νεοαποκτηθέντα ακαλλιέργητα μέχρι στιγμής κτήματά του στην Πέτρινη Γυναίκα. Ο χώρος αυτός θα προορίζεται αποκλειστικά για τη Χε Τζι και για τις δικές του επιστροφές. Της υπόσχεται ότι θα ξανάρθει και δηλώνει ότι πλέον γνωρίζει τι θεωρεί δικό του και τι επιθυμεί να διατηρήσει στη ζωή του. Η Χε Τζι αποδέχεται την αναμονή χωρίς διαμαρτυρία, καθώς η προσμονή υπήρξε πάντοτε μέρος της ύπαρξής της. Το επόμενο πρωί ο Γκούο Ρεν αναχωρεί, αφήνοντας πίσω του τον βράχο, τα κτήματα και τη γυναίκα που τον περίμενε. Ο κύκλος των εννέα νυχτών έχει ολοκληρωθεί, αλλά ακριβώς γι’ αυτό έχει γεννηθεί κάτι νέο που δεν μπορεί πλέον να επιστρέψει στην προηγούμενη μορφή του.

Κεντρικός πυρήνας του κεφαλαίου

   Το κεφάλαιο αφηγείται μια διαδικασία αμοιβαίας εσωτερικής μεταμόρφωσης. Οι εννέα νύχτες δεν αποτελούν απλώς μια ερωτική περίοδο, αλλά έναν συμβολικό κύκλο κατά τον οποίο η Χε Τζι και ο Γκούο Ρεν απογυμνώνονται από τους ρόλους, τις ενοχές, τις αναμνήσεις και τις ψευδαισθήσεις που τους συνόδευαν. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η σχέση τους μετατρέπεται από προϊόν μιας τελετουργίας σε συνειδητή ανθρώπινη επιλογή, θεμελιωμένη όχι στους μύθους και στις υποχρεώσεις, αλλά στην αμοιβαία αναγνώριση και στην υπόσχεση μιας μελλοντικής συνέχειας. 



πηγαίνοντας μόνος για το Νανγκού

   Η τελευταία ερωτική νύχτα με τη Χε Τζι άφησε τον Γκούο Ρεν γεμάτο δύναμη και, καθώς κατευθυνόταν προς το Νανγκού, σκεφτόταν τη νεαρή χήρα Σιανγκλίν, τη νέα του πρόσληψη και ευνοούμενη, την οποία ήθελε να αιφνιδιάσει με την πρόωρη επιστροφή του. Καθ’ οδόν προς το Νανγκού, ο Γκούο Ρεν σταμάτησε στις αποθήκες της Α-Μέι και διαπίστωσε πόσο είχε αναπτυχθεί ο χώρος. Τα καραβάνια έφερναν πλέον σταθερή κίνηση και τα πρώτα κέρδη είχαν ήδη αρχίσει να συγκεντρώνονται. Συζητώντας με την Α-Μέι και τον Μάο Τζουν, αποφάσισε να επεκτείνει τις εγκαταστάσεις με χώρο πώλησης χρήσιμων ειδών για ταξιδιώτες και ξεχωριστό, προστατευμένο κατάλυμα για γυναίκες. Παράλληλα, αναγνώρισε ότι η ανάπτυξη θα μπορούσε να προσελκύσει ληστές και έδωσε εντολές για ισχυρή περίφραξη, ελεγχόμενη πύλη, νυχτερινές βάρδιες και σύστημα συναγερμού. Φεύγοντας, ένιωσε ικανοποίηση βλέποντας ότι οι αποθήκες είχαν μετατραπεί από έναν απλό σταθμό σε μια ζωντανή κοινότητα με προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης.

 

 

το λουτρό της κάθαρσης

  Η επιστροφή στο κτήμα

Φεύγοντας από τις αποθήκες της Α-Μέι, ο Γκούο Ρεν κατευθύνθηκε προς το απομονωμένο κτήμα της Γου Σία. Στον δρόμο τον βασάνιζαν ξανά οι αναμνήσεις από τη Ρουό-Σι και τα γαλανά μάτια που νόμιζε πως είχε αφήσει πίσω στον βράχο της «Πέτρινης Γυναίκας». Φτάνοντας, η Γου Σία αντιλήφθηκε αμέσως την ανησυχία του, παρότι εκείνος προσπάθησε να την κρύψει.

   Η Γου Σία τον υποδέχθηκε με ένα εκλεπτυσμένο ρόφημα από δαμάσκηνα, κράταιγο και χρυσάνθεμο. Καθώς έπινε, του μίλησε για τα ίχνη που αφήνουν οι άνθρωποι στις σκέψεις και στις αναμνήσεις μας, παρομοιάζοντάς τα με αρώματα που παραμένουν πάνω μας ακόμη και όταν πιστεύουμε πως έχουν χαθεί.

Τα γαλανά μάτια

   Ο Γκούο Ρεν της εξομολογήθηκε ότι συνέχιζε να βλέπει μια κοπέλα με γαλανά μάτια και να βασανίζεται από παράξενες εικόνες. Η Γου Σία του εξήγησε πως το μυαλό συχνά συγχέει πρόσωπα, αναμνήσεις και επιθυμίες, δημιουργώντας ψεύτικες συνδέσεις. Υποστήριξε ότι έπρεπε πρώτα να απαλλαγεί από το «άρωμα» που είχε μείνει επάνω του ώστε να ξεκαθαρίσει η σκέψη του.

Η επισκέπτρια

   Για να τον βοηθήσει να καταλάβει, η Γου Σία του αφηγήθηκε ένα περιστατικό από τη ζωή του πατέρα του, Τσενγκ-Γουέι. Πριν από δεκαέξι χρόνια, η νεαρή Ουγιάνγκ Φενγκίν γοητεύτηκε από εκείνον και, με τη βοήθεια ενός μυστηριώδους σκευάσματος που ονομαζόταν «δάκρυ του ονείρου», κατάφερε να τον καθηλώσει συναισθηματικά. Η Φενγκίν και η μητέρα της επέστρεφαν συχνά στο Νανγκού, συντηρώντας τη σχέση τους με τον Τσενγκ-Γουέι και απολαμβάνοντας τη γενναιοδωρία του. Η κατάσταση τερματίστηκε μόνο όταν η Φενγκίν παντρεύτηκε αλλού, γεγονός που απάλλαξε το Νανγκού από τη συνεχή παρουσία της.

   Η Γου Σία σχολίασε πως πολλές νεαρές γυναίκες έλκονται από ισχυρούς και επιτυχημένους άνδρες, επιδιώκοντας να αποκτήσουν άμεσα όσα άλλοι μόνο υπόσχονται για το μέλλον. Εξήγησε επίσης ότι μια γυναίκα που επιθυμεί πραγματικά έναν άνδρα σπάνια υπολογίζει τα εμπόδια ή τις συνέπειες των πράξεών της.

  το λουτρό της κάθαρσης

Αποφασισμένος να απαλλαγεί από τις ενοχλητικές εικόνες, ο Γκούο Ρεν δέχθηκε τη βοήθεια της Γου Σία. Εκείνη ετοίμασε ένα λουτρό με φύλλα λωτού, γιασεμιού, κρίνα και ρόδα και τον προέτρεψε να αφήσει το νερό να παρασύρει ό,τι δεν του ανήκε. Καθώς ακολουθούσε τη διαδικασία, τα γαλανά μάτια εμφανίστηκαν για τελευταία φορά και έπειτα διαλύθηκαν σαν καπνός. Όταν ολοκληρώθηκε η κάθαρση, ο Γκούο Ρεν ένιωσε το μυαλό του καθαρότερο, την ένταση να έχει φύγει και τις ενοχλητικές αναμνήσεις να ξεθωριάζουν.

 

 

 

στο ξύλινο σπίτι της χήρας Σιανγκλίν

(η πρώτη ερωτική συνεύρεση του Γκούο Ρεν με την Σιανγκλίν)

   Ο Γκούο Ρεν φτάνει αθόρυβα στο σπίτι στα νότια κτήματα του Νανγκού, όπου με εντολή του έχει εγκατασταθεί η Σιανγκλίν, χωρίς να ενημερώσει κανέναν. Την βρίσκει να τον περιμένει μπροστά στον αργαλειό της, όπου τα χέρια της κινούνται μηχανικά πάνω στα νήματα. Η Σιανγκλίν παγώνει βλέποντάς τον, αλλά η χαρά και η αίσθηση της αναμονής που κράτησε εβδομάδες φέρνουν ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο στο πρόσωπό της. Ανταλλάσσουν λίγα λόγια, αλλά κυρίως σιωπούν, αφήνοντας τη στιγμή να γεμίσει με αλήθεια και παρουσία.

Με σταθερές και ήρεμες κινήσεις του πλένει και σκουπίζει τα πόδια του, ενώ η φροντίδα της εκφράζει σεβασμό και αφοσίωση χωρίς λόγια. Ακολουθεί μια στιγμή μασάζ στους ώμους και τον αυχένα του, κατά την οποία η Σιανγκλίν μοιράζεται σκέψεις για τη ζωή, την υπομονή και την ανάγκη για φροντίδα – όχι μόνο του σώματος αλλά και της ψυχής.

 

  Η Σιανγκλίν προετοιμάζει ένα στρωσίδι και απλώνει τα υφαντά της, καρπό των χρόνων της χηρείας της. Ο Γκούο Ρεν χαλαρώνει πάνω σε αυτά, και εκείνη ξαπλώνει δίπλα του.

  Ο Γκούο Ρεν αποκοιμιέται πρώτος, και η Σιανγκλίν παραμένει ξύπνια, σκέφτεται τη ζωή της και τα χρόνια της χηρείας. Αργότερα ξυπνά νωρίς ο Γκούο Ρεν, και εισδύει στη Σιανγκλίν, η Σιανγκλίν, χωρίς λόγια, τον δέχεται. Η νύχτα κρατά την ώρα ιδιωτική και αληθινή, χωρίς τον εξωτερικό κόσμο να επεμβαίνει. Η σιωπή τους επιτρέπει να νιώσουν τη νέα φάση στη ζωή τους.

   Η πρώτη αχνή αυγή φέρνει την αίσθηση ότι ένα νέο κεφάλαιο έχει αρχίσει. Η Σιανγκλίν δεν είναι πια αιχμάλωτη της χηρείας της, και ο Γκούο Ρεν δεν είναι απλώς επισκέπτης. Η στιγμή τελειώνει με μια ήρεμη βεβαιότητα, σαν το φως που αναδύεται μετά από μακριά νύχτα, σηματοδοτώντας την αρχή μιας νέας φάσης στη σχέση και τη ζωή τους.

 

 

η γέννηση μιας νέας Σιανγκλίν

   Μετά την πρώτη της νύχτα με τον Γκούο Ρεν, η Σιανγκλίν βιώνει μια βαθιά εσωτερική και ερωτική αφύπνιση. Συνειδητοποιεί ότι τα χρόνια της χηρείας και της ερωτικής στέρησης έχουν αφήσει μέσα της ένα κενό που τώρα επιθυμεί να αναπληρώσει. Καθώς γνωρίζει ότι η παραμονή του Γκούο Ρεν στο Νανγκού είναι προσωρινή, αντιμετωπίζει κάθε στιγμή μαζί του ως πολύτιμη και ανεπανάληπτη.

   Η επιθυμία της εντείνεται καθημερινά. Δεν περιορίζεται πλέον στην τρυφερότητα ή στη συντροφικότητα, αλλά εκδηλώνεται ως ενεργητική ανάγκη για εγγύτητα και ολοκλήρωση. Κάθε βράδυ επιδιώκει να μοιραστεί μαζί του όσο περισσότερο χρόνο μπορεί, βιώνοντας τη σχέση τους ως μια αποκατάσταση όσων στερήθηκε στο παρελθόν. Παράλληλα, η παρουσία της Χονγκ-Χουά και η εμφανής ζήλια της ενισχύουν την αποφασιστικότητα της Σιανγκλίν να διαφυλάξει τη μοναδικότητα του δεσμού της με τον Γκούο Ρεν.

   Συγκρίνοντας τη νέα της εμπειρία με τον προηγηθέντα γάμο της, η Σιανγκλίν αντιλαμβάνεται τη διαφορά ανάμεσα στη συνήθεια και στην ανακάλυψη. Η συζυγική της ζωή χαρακτηριζόταν από προβλεψιμότητα και επανάληψη, ενώ η σχέση με τον Γκούο Ρεν της αποκαλύπτει νέες δυνατότητες έκφρασης και αμοιβαιότητας. Νιώθει ότι απελευθερώνεται από παλιούς περιορισμούς και ότι ανακαλύπτει πτυχές του εαυτού της που παρέμεναν ανενεργές.

   Η οικειότητα μεταξύ τους αποκτά συνεχώς νέες μορφές. Η Σιανγκλίν δεν βιώνει πλέον τη σωματική ένωση ως μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία, αλλά ως μια ζωντανή εμπειρία που ανανεώνεται διαρκώς. Μέσα από αυτή τη σχέση αισθάνεται ότι εκφράζει επιτέλους επιθυμίες και δυνατότητες που δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να γνωρίσει ή να πραγματοποιήσει.

   Την ένατη ημέρα, η έναρξη της έμμηνου ρύσεως λειτουργεί για τη Σιανγκλίν ως σύμβολο ανανέωσης. Αντιμετωπίζει τη στιγμή όχι ως διακοπή, αλλά ως μια μετάβαση που συνδέει το παρελθόν με τη νέα φάση της ζωής της. Καλεί τον Γκούο Ρεν να συμμετάσχει σε αυτή τη συμβολική εμπειρία και του εκφράζει την αίσθηση ότι η σχέση τους σηματοδοτεί μια προσωπική αναγέννηση και μια νέα μορφή αγνότητας.

    Η κοινή τους εμπειρία αποκτά για εκείνη χαρακτήρα τελετουργικής επαναβεβαίωσης του δεσμού τους. Η Σιανγκλίν νιώθει ότι δεν εγκαταλείπει τον εαυτό της, αλλά αντίθετα επιστρέφει σε μια βαθύτερη και πληρέστερη εκδοχή του. Η ερωτική και συναισθηματική της αφύπνιση συνδέεται με την αίσθηση της αυτοπραγμάτωσης και της εσωτερικής πληρότητας.

Μετά το τέλος της νύχτας, η ένταση υποχωρεί και δίνει τη θέση της στη γαλήνη. Τα ίχνη της εμπειρίας λειτουργούν ως υπενθύμιση της μετάβασης που έχει συντελεστεί μέσα της. Καθώς φροντίζει τον Γκούο Ρεν με τρυφερότητα και ηρεμία, η Σιανγκλίν αισθάνεται ότι η μεταμόρφωσή της έχει ολοκληρωθεί: δεν είναι πλέον η γυναίκα που ζούσε εγκλωβισμένη στη στέρηση και την αναμονή, αλλά μια νέα Σιανγκλίν που έχει επανασυνδεθεί με την επιθυμία, τη ζωή και τον ίδιο της τον εαυτό.

 

 

τα δεδομένα της νέας κατάστασης

   Ο Γκούο Ρεν συγκάλεσε τη διοίκηση του Νανγκού δύο  μέρες μετά την αιφνίδια επιστροφή του στο κτήμα. Ο Γουέι Τζιαν παρουσίασε τα αποτελέσματα της απογραφής της οικίας της Ντουάν Χου και της Γκού Μεϊγιού, όπου το σπίτι φαινόταν τακτοποιημένο, σαν οι δύο γυναίκες να είχαν φύγει βιαστικά αλλά οργανωμένα. Κατά την έρευνα εντοπίστηκαν αρχικά μικρά ξυλόγλυπτα αντικείμενα κάτω από μία κλίνη, ενώ σε κρυφή θήκη μέσα σε μεγάλο σεντούκι βρέθηκαν τεχνητά ερωτικά βοηθήματα κατασκευασμένα από ξύλο, δέρμα και υφασμάτινες προσδέσεις. Ο Γκούο Ρεν επιβεβαίωσε τα ευρήματα και ενημερώθηκε ότι είχαν ήδη κατασχεθεί και αποσταλεί μαζί με τα υπόλοιπα αντικείμενα. Η ανακάλυψη αυτή αποκάλυψε τα μυστικά που το σπίτι με τις πικροδάφνες είχε προσπαθήσει μάταια να κρατήσει κρυφά.

 

 

η εκδίωξη της Ταν Τσουνχουά

   Η διοίκηση του Νανγκού πληροφορήθηκε ότι η Ταν Τσουνχουά παρουσίαζε συμπτώματα που παρέπεμπαν στη νόσο του ανθού της δαμασκηνιάς (σύφιλη) και υπήρχαν φόβοι ότι είχε μολυνθεί από εποχικούς θεριστές με τους οποίους είχε συνευρεθεί. Παράλληλα κυκλοφορούσαν υποψίες ότι συναντούσε κρυφά τον νεαρό Γκάο Λιανγκ κοντά στο αρδευτικό κανάλι. Η Λανφέν, που κλήθηκε να καταθέσει όσα γνώριζε, επιβεβαίωσε τις σχέσεις της Ταν Τσουνχουά με τους θεριστές και ανέφερε ότι όταν έφυγαν αυτοί συναντιόταν συχνά με τον νεαρό Λιανγκ. Οι αποκαλύψεις προκάλεσαν ανησυχία για πιθανή μετάδοση της ασθένειας και έφεραν ξανά στο προσκήνιο παλιές οικογενειακές αντιπαραθέσεις.

   Μετά την αποχώρηση της Λανφέν, ο Γκούο Ρεν αποφάσισε ότι η Ταν Τσουνχουά έπρεπε να εγκαταλείψει το κτήμα για λόγους υγείας και ασφάλειας. Οργάνωσε τη μυστική απομάκρυνσή της, με συνοδεία και εφόδια, και ανέθεσε στη Λανφέν να την πείσει να φύγει λέγοντάς της πως οι θεριστές την αναζητούσαν. Δόθηκαν αυστηρές εντολές να αποφευχθεί κάθε σκάνδαλο και να μη μάθει τίποτα ο Γκάο Λιανγκ. Έτσι αποφασίστηκε η αθόρυβη εκδίωξη της Ταν Τσουνχουά από το Νανγκού.

 

 

η επιθεωρήτρια των μεταξοσκωλήκων

   Η Χονγκ-Χουά προσήλθε στο πέτρινο διοικητήριο και ενημέρωσε τον Γκούο Ρεν για τις βελτιώσεις στα εργαστήρια μεταξιού και απέδειξε ότι διαχειρίζεται πλέον με επιτυχία την παραγωγή των μεταξοσκωλήκων. Στη συνέχεια, με διακριτικούς υπαινιγμούς, του αποκάλυψε την ύπαρξη μιας εγκαταλελειμμένης καλύβας πίσω από τον λόφο, την οποία είχε καθαρίσει και επισκεπτόταν συχνά, αφήνοντας να εννοηθεί πως θα μπορούσε να αποτελέσει ασφαλές σημείο συνάντησής τους. Έπειτα μίλησε για το παρελθόν της στο Σανγκσί, εξηγώντας πως γεννήθηκε ως Μινγκγιέ, εργάστηκε ως απλή αγρότισσα και μεταφέρθηκε στο Νανγκού λόγω των χρεών της οικογένειάς της, ώσπου ο Τσενγκ-Γουέι την επέλεξε ως παλλακίδα και της έδωσε το όνομα Χονγκ-Χουά.

   Όταν ο Γκούο Ρεν αναφέρθηκε στον αποτυχημένο αρραβώνα της με τον Γκάο Πινγκ, εκείνη δήλωσε ότι ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για τον νεαρό, αλλά επιδίωκε την αναγνώριση του ίδιου του Γκούο Ρεν. Του εξομολογήθηκε ότι είχε οργανώσει το περίφημο γεύμα για να αποδείξει την αξία της στα δικά του μάτια και όχι για να κερδίσει κάποιον άλλον. Τέλος, αποκάλυψε τον πόνο που ένιωσε όταν εκείνος τής ανακοίνωσε ότι θα γίνει υποψήφια σύζυγος αντί για ευνοούμενή του, παραδεχόμενη πως η αφοσίωση και τα αισθήματά της ήταν αληθινά και ότι υπέφερε επειδή δεν της δόθηκε η ευκαιρία να του δείξει όλα όσα πίστευε πως μπορούσε να του προσφέρει.

 

 

στο εργαστήριο των μεταξοσκωλήκων

   Την τρίτη ημέρα που είχε έρθει στο Νανγκού ο Γκούο Ρεν επισκέφθηκε μόνος του το εργαστήριο των μεταξοσκωλήκων και συνάντησε τη Χονγκ-Χουά μακριά από τα βλέμματα των άλλων. Η συζήτησή τους ήταν σύντομη και η μεταξύ τους έλξη εκδηλώθηκε ανοιχτά, οδηγώντας τους σε ερωτική ένωση μέσα στο εργαστήριο. Η Χονγκ-Χουά βίωσε τη στιγμή ως βαθιά προσωπική και συμβολική, συνδέοντάς την με τη μεταμόρφωση των μεταξοσκωλήκων που φρόντιζε καθημερινά. Μετά το τέλος της συνάντησής τους, ο Γκούο Ρεν διατήρησε τη συνηθισμένη του αυτοκυριαρχία, αλλά πριν φύγει της έδωσε σαφή οδηγία να τον συναντήσει την επόμενη ημέρα το μεσημέρι στην απομονωμένη καλύβα πίσω από τους λόφους, την οποία εκείνη του είχε περιγράψει νωρίτερα. Αφού έμεινε μόνη, η Χονγκ-Χουά συνειδητοποίησε ότι η σχέση τους είχε περάσει σε νέο στάδιο και ότι η αφοσίωσή της προς τον Γκούο Ρεν είχε πλέον γίνει ακόμη βαθύτερη. Παρά τη χαρά της, ένιωσε και αβεβαιότητα, καθώς εκείνος δεν της υποσχέθηκε τίποτα για το μέλλον, αφήνοντάς την να αναρωτιέται ποια θέση θα έχει τελικά στη ζωή του και αν τα αισθήματά της θα βρουν ποτέ πλήρη ανταπόκριση.

 

 

η ανάγκη για έλεγχο όλων των κτημάτων

   Ο Γκούο Ρεν θυμάται τη συμβουλή του πατέρα του να επιβλέπει όλα τα κτήματα και τους ανθρώπους του, ενώ παράλληλα κατά την παραμονή του στο Νανγκού μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στη Χονγκ-Χουά και τη χήρα Σιανγκλίν. Η σχέση του με τις δύο παλλακίδες του προσφέρει ανανέωση και αίσθηση δύναμης.

   Μετά την πρώτη συνεύρεση με τη Χονγκ-Χουά, συνεχίζει να τη συναντά συστηματικά, στην  καλύβα πίσω από τους λόφους, ιδιαίτερα όταν η Σιανγκλίν είναι αδιάθετη.

  Στις τελευταίες ημέρες της παραμονής του στο Νανγκού δίνει μεγαλύτερη προτεραιότητα στη Χονγκ-Χουά. Αναλογίζεται αν η ακύρωση του γάμου της με τον Γκάο Πινγκ οφειλόταν όχι μόνο στον θυμό του αλλά και στη δική του επιθυμία να τη διατηρήσει κοντά του. Θυμάται τη Ρουό-Σι, η οποία τον είχε κατηγορήσει ότι δεν ακύρωσε τον γάμο μόνο λόγω της στάσης του Γκάο Πινγκ. Οι προειδοποιήσεις της Ρουό-Σι για τη γοητεία και την επιρροή της Χονγκ-Χουά φαίνονται πλέον να επιβεβαιώνονται. Παρά την προσπάθεια να κρατηθεί μακριά από το κέντρο των κτημάτων, η Χονγκ-Χουά καταφέρνει να τον συνδέσει συναισθηματικά μαζί της. Ο Γκούο Ρεν περνά το τελευταίο του βράδυ στο Νανγκού μαζί της, νιώθοντας ότι δικαιώνεται η παρουσία της στη ζωή του. Φεύγει αθόρυβα από το Νανγκού χωρίς υποσχέσεις, γνωρίζοντας ότι η επιστροφή του θα εξαρτηθεί κυρίως από τις δικές του επιθυμίες.

 

 

τα τρία πράσινα μενταγιόν

   Ο Γκούο Ρεν επιστρέφει στο Λο Τζιανγκ κάνοντας στάσεις σε κτήματα και στη Χε Τζι, για να «ξεπλυθεί» από τις πρόσφατες ερωτικές εμπειρίες του. Τα εννιαήμερα συμβόλαιά του με τις τρεις γυναίκες έχουν ολοκληρωθεί, και κάθε μία τον έχει δεχθεί για εννέα μέρες ή νύχτες. Δεν χρειάζεται να αξιολογήσει ή να ιεραρχήσει τις σχέσεις του· η σύνδεση με τις τρεις γυναίκες είναι ήδη καθορισμένη. Δίνει εντολή στη Γου Σια μαζί με τον Ζανγκ Κιν να πάει στην Τσινγκσέν για να αγοράσουν τρία πράσινα μενταγιόν. Κάθε μενταγιόν προορίζεται για μία από τις τρεις γυναίκες: Σιαγκλίν, Χονγκ-Χουά και Χε Τζι. Το χρώμα των μενταγιόν αλλάζει από κόκκινο σε βαθύ πράσινο, συμβολίζοντας την αλλαγή ιδιοκτησίας και επιβράβευσης. Τα μενταγιόν είναι από σκούρο νεφρίτη και θα φορεθούν στους λαιμούς των γυναικών ως σύμβολο σύνδεσης και οριοθέτησης. Ο Γκούο Ρεν θεωρεί πως ό,τι κατέχεις πρέπει να το προστατεύεις, ό,τι αξίζει να το επιβραβεύεις, και ό,τι κατέχεις να το οριοθετείς. Η δωρεά των μενταγιόν λειτουργεί ταυτόχρονα ως έπαινος, κατοχύρωση και συμβολική ιδιοκτησία των γυναικών.

Η υπόσχεση και η σύνδεση με τις τρεις γυναίκες ολοκληρώνεται με την τοποθέτηση των μενταγιόν, επιβεβαιώνοντας τη δύναμη και την εξουσία του Γκούο Ρεν πάνω στις σχέσεις του.

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΙΑ

 

 

 η ομηρεία

   Ένα χρόνο μετά τον θάνατο της Γιάο Γκουάγκ, το σπίτι των Ντου είναι κλειστό και αυστηρά οργανωμένο. Η Ρουό-Σι επιβλέπει τα πάντα με αυστηρότητα και χωρίς φωνές. Ο Γκούο Ρεν εργάζεται στα κτήματα, ζει λιτά και αποφεύγει διασκεδάσεις, σε αντίθεση με τη ζωή του πατέρα του. Ταξιδεύει διαρκώς επιβλέποντας τα εκτεταμένα κτήματα της οικογένειας.

   Στο Σιαοχέ εμφανίζονται στρατιώτες του Ζανγκ Σιαζόνγκ με επικεφαλής τον Γουάνγκ Χουλίν.  Οι εργάτες αιχμαλωτίζονται και δεμένοι, ο Γκούο Ρεν ανάμεσά τους.

   Ο Γουάνγκ Χουλίν είναι υπολογιστικός, επιβιώνει με ευφυΐα και στρατηγική, όχι με γενναιότητα. Αναγνωρίζει τον Γκούο Ρεν ως διαφορετικό και διατάσσει να τον κρατήσουν χωριστά, χωρίς βία, προσφέροντάς του νερό.

   Ο Γουάνγκ Χουλίν μέσα από τη συζήτηση θυμάται ότι γνώριζε τον πατέρα του Γκούο Ρεν, τον Ντου Τσενγκ-Γουέι, και ότι πριν 25 χρόνια (το 1619) είχε σώσει τον ίδιο τον Τσενγκ-Γουέι στη Τσενγκντού, όταν ήταν ακόμη άγαμος.  

  Ο Γουάνγκ Χουλίν εξετάζει την ιδιοκτησία των κτημάτων και τη θέση της οικογένειας. Ο Γκούο Ρεν εξηγεί ότι τα κτήματα ανήκουν στην οικογένεια Ντου και ότι η αδελφή του διαχειρίζεται το σπίτι. Ο Γουάνγκ Χουλίν αναγνωρίζει την ιστορία της οικογένειας και συμβουλεύει τον Γκούο Ρεν να στηριχθεί στη γυναίκα της οικογένειας για να διασφαλίσει την επιβίωση.

   Η συμβουλή του συνοδεύεται από πρακτικές οδηγίες για τη συμπεριφορά και την έξοδο του νεαρού από την επικίνδυνη κατάσταση.

   Ο Γουάνγκ εξηγεί ότι θα γίνει «συμφωνία» για ασήμι και σιτηρά, ώστε να μην κινδυνέψει το σπίτι και τα κτήματα των Ντου. Η συμφωνία περιλαμβάνει επιστροφή του Γκούο Ρεν αν η αδελφή του συμφωνήσει και αποφυγή ζημίας σε αυτόν και στην οικογένεια.

 

 

η νύχτα της απελευθέρωσης

   Η Ρουό-Σι φροντίζει τον επιστρέψαντα από την ομηρεία Γκούο Ρεν και του εκφράζει τον φόβο της για την απώλειά του, ενώ ανάμεσά τους αναδύεται έντονα το ανομολόγητο συναισθηματικό τους δέσιμο. Ο Γκούο Ρεν συνειδητοποιεί ότι η Ρουό-Σι είναι η γυναίκα που αποφεύγει αλλά και επιθυμεί. Τίθεται το ζήτημα του γάμου της και η πιθανότητα να τον χάσει οριστικά. Η ένταση μεταξύ τους μετατρέπεται σε παραδοχή αμοιβαίου έρωτα, καθώς παύουν να κρύβονται πίσω από καθήκοντα και ρόλους.

   Η Ρουό-Σι αποκαλύπτει ότι από την επιστροφή τους από το Νανγκού βλέπει επαναλαμβανόμενα όνειρα όπου ο Γκούο Ρεν την αναγνωρίζει και την παίρνει κοντά του. Τα όνειρα περιλαμβάνουν εικόνες από το παρελθόν, την έπαυλη και το Λο Τζιανγκ, που μπερδεύονται με πιθανές αναμνήσεις. Στα όνειρα η ταυτότητά της μεταβάλλεται από Σου-Σι σε άγνωστη γυναίκα του Νανγκού που καταλήγει στο σπίτι του Γκούο Ρεν. Εκείνος αναγνωρίζει στοιχεία των αφηγήσεών της ως υπερβολικά οικεία, χωρίς να μπορεί να τα εξηγήσει. Η Ρουό-Σι εξομολογείται πως κάποτε είχε ρωτήσει αν θα την επέλεγε αν ήταν μια άγνωστη χωρίς ταυτότητα, αποκαλύπτοντας τον βαθύτερο φόβο της απόρριψης. Σταδιακά συνειδητοποιεί ότι δεν τον ρωτούσε για τη Σου-Σι αλλά για τον εαυτό της και την αξία της επιλογής της. Οι αφηγήσεις κορυφώνονται με ένα «όνειρο» όπου ο Γκούο Ρεν την αναγνωρίζει ως κόρη του Ντου Τσενγκ-Γουέι και την παίρνει στο σπίτι του, αφήνοντας ασαφή τα όρια μνήμης και φαντασίας. Ο Γκούο Ρεν ταράζεται από την υπερβολική ακρίβεια των ονείρων και τις πιθανές συμπτώσεις με το παρελθόν του. Παρ’ όλα αυτά, το ζευγάρι απορρίπτει τη διάκριση ανάμεσα σε όνειρο και πραγματικότητα ως τελικά ασήμαντη. Ο Γκούο Ρεν της δίνει το κόκκινο περιδέραιο και τοποθετείται οριστικά η επιλογή τους ο ένας προς τον άλλον. Η σχέση τους παγιώνεται ως έρωτας που υπερβαίνει κοινωνικούς δεσμούς και πιθανή συγγένεια, παρά το μυστικό που μένει ανοικτό και θα αναιρούσε το ενδεχόμενο της αιμομειξίας.

   Ο Γκούο Ρεν αποδέχεται τη ζωή μαζί της, ενώ η εξωτερική του ζωή συνεχίζει με ταξίδια, κτήματα και παράλληλες σχέσεις από τις οποίες αποκτά παιδιά. Η Ρουό-Σι μένει στο Λο Τζιανγκ ως σταθερό σημείο αναμονής του, σε μια σχέση που θυμίζει το παρελθόν των γονιών τους.

  Το μυστικό της μη βιολογικής συγγένειας μεταξύ τους μένει θαμμένο και ανεπίσημο, ενώ η ιστορία κλείνει με τη συνειδητοποίηση ότι η ταυτότητά τους έχει ήδη ανατραπεί ανεπιστρεπτί.

 

 

 

 

 

Πρόσωπα:

 

Ντου Τσενγκ-Γουέι: κτηματίας

 (κτήματα σε Λο Τζιάνγκ, Σιαοχέ, Μπαϊλίν, Νανγκού)

/ 1582: γέννηση

/ 1619: ανύπαντρος (συνάντηση με Γουάνγκ Χουλίν)

/ 1620: γάμος  (38 ετών)

/ 1621: γέννηση Γκούο Ρεν / 1624: γέννηση Ρούο Σι

/ 1641: πεθαίνει 59 ετών

 

Γιάο Γκουάνγκ: σύζυγος (Μπαϊλίν)

/ 1603: γέννηση

/ 1620: γάμος (17 ετών)

/ 1621: γέννηση Γκούο Ρεν (18 ετών)

/ 1624: γέννηση Ρουό-Σι (21 ετών)

/ 1641: χήρα (38 ετών)

/ 1643: πεθαίνει 40 ετών

   Γιν Τσεν-Λου: πατέρας της

  Λιν Σου-Ζεν: μητέρα της

  Ρου-Λιν: μικρότερη αδελφή της Γιάο Γκουάνγκ

  Σιάο-Μέι: μικρότερη αδελφή της Γιάο Γκουάνγκ

 

Γκούο Ρεν: γιος (γέννηση:  1621/ 1641: 20 ετών / 1643: 22 ετών / 1644: 23 ετών)

Ρουό-Σι: κορη

/ 1624: γέννηση 3 χρόνια μικρότερη)

/ 1641: 16 ετών

/1643: 19 ετών) [Σου-Σι]

/1644: 20 ετών)  

 

Τσεν Μπινγκ: ο πιστός επιστάτης

Λάο Σου: η πιστή υπηρέτρια

 

Σου Γουέν-Χάο: ο ερωτευμένος τυμβωρύχος

/1640: εκείνος 32 ετών, η Γιάο Γκουάνγκ 37 ετών (γιορτή των Φαναριών)

/ 1641: εκείνος 33 ετών (χηρεία Γιάο Γκουάνγκ: 38 ετών)

/1643: εκείνος 35 ετών  (κηδεία Γιάο Γκουάνγκ)

Σου Γιουέ-Λιν: ο πατέρας του, μεγαλέμπορος

 

Τανγκ Ζι-Λαν: η όμορφη ψηλή από το Μπαϊλίν (η διεκδικήτρια) 

 

 

Λάο Νινγκ: γριά: θεραπεύτρια, μαμή, βοτανολόγος, (Λο Τζιανγκ)

  Χούι Τσενγκ: η γυρολόγα, προμηθεύτρια βρεφών

 

Σαϊρίν: η βιολογική μητέρα της Ρουό-Σι (Σονγκπάν)

Σεν Γουτάι: πλούσιοςς έμπορος αλόγων (βιολογικός πατέρας της Ρουό-Σι) από τη Σονγκπάν

 

 

 

Λι Τζενγκ: μεσίτης πρόταση εξαγοράς (Νανγκού)

Χουάνγκ Σι-Ντε: ενδιαφερόμενος αγοραστής

Χουυάνγκ Γιέν: ο πρώτος ιδιοκτήτης Νανγκού, άκληρος

 

 

Λι Σαν: 35 ετών (το 1643) επιστάτης στο Νανγκού

έχει αναλάβει 7 χρόνια ως επιστάτης

Γουάνγκ Λιου: ο πρώτος επιστάτης Νανγκού  (θείος του)

 

 

Χε Τζι: τέως ευνοούμενη Τσενγκ-Γουέι (Μπαϊσούι)

  (σχέση με ετεροθαλή αδελφό της Λιν Τάο)

  (1643: τελετουργία ανθοφορίας γης με Γκούο Ρεν) 

Λιν Τάο: ο συμβιώσας μαζί της, ετεροθαλής αδελφός

χρονολόγιο είναι:

/ 1609: γέννηση Χε Τζι 

/ 1627: 18 ετών  φτάνει στο Νανγκού.

/ 1627–1629: 18 έως 20 ετών:  σχέση με Τσενγκ-Γουέι.

/ 1629–1635: έξι χρόνια χωρίς ερωτική σχέση .

/ 1635 περίπου: 26 ετών γίνεται ζευγάρι με Λιν-Τάο.

/ 1635–1641:  περίπου έξι χρόνια ερωτικής και συντροφικής σχέσης με Λιν Τάο.

/ 1641: 32 ετών πεθαίνει ο Λιν Τάο.

/ 1643: 34 ετών. Σχέση με Γκούο Ρεν

 

 

Ντουάν Χου: αγρότισσα, ομοφυλόφιλη, Νανγκού, «Επιστρέφοντες», φεύγει

Γκου Μεϊγιού: η ερωμένη της ομοφυλόφιλη (25 ετών στα 1643)

1635: η ερωτική συνεύρεσή τους [8 χρόνια πριν το 1643]

          η Ντουάν Χου (40 ετών)

          η Γκου Μεϊγιού (17 ετών)

 

 

Μάο Τζουν: αποθήκη, (50 χλμ από Νανγκού) ο πατέρας

Α-Μέι: η μάνα στην πρώτη αποθήκη (50 χιλιόμετρα από Νανγκού)

Μάο Γινγκ: γιος

 

Χου Σι: εργάτης (Νανγκού από το Χε Τζιενγκ) (σπήλαιο)

Λου Λαν: η κόρη του Χου Σι (σπήλαιο)

Μπάο-Τζεν: η σύζυγος Χου Σι, αντιπαλότητα με κόρη

 

 

 

«Επιστρέφοντες» 1: (ζεύγη)

Γκενγκ Ντο: πατέρας με δύο κόρες (17 ετών σχέση)

Γκενγκ Σιαογιού: πρωτότοκη κόρη του, αποφασιστική

Γκενγκ Λιάν: δευτερότοκη κόρη του ονειροπόλα

  Ναν Φενγκ: άπιστη σύζυγος Γκενγκ Ντο (τους αφήνει)

 

Γου Σία: εύπορη από την πόλη Χανγκζού

Ζανγκ Κιν: γιος της αδελφής της

 

Πενγκ Λου: από χωριό Ντονγκτζιάνγκ

Γου Ζιάν: κόρη της γυναίκας του (από πρώτο γάμο)

 

Χου Λαν: χήρα 27 ετών (Τσανγκτσένγκ)

   Χου Γιάνγκ: σύζυγός της, έμπορος (7 έτη γάμου)

Χου Φενγκ-Ρεν: μικρότερος αδελφός του άντρα της, 22 ετών

 

Τζάο Γιν: ληστής

Σι-Λιν: γερασμένη παλλακίδα,

  (Μέι-Χουά: η παλλακίδα, μητέρα του Τζάο Γιν)

  ( Γουάνγκ Τσου-Λι: σωματέμπορας οίκου χαράς)

 

 

 

Τζου Μιν: κτηματίας στο Νανγκού (ανταλλαγή γης)

Τζου Γιέν: εικοσάχρονος γιος του

 

 

οι  παλλακίδες «ευνοούμενες» στο Νανγκού

 

Χονγκ-Χουά (κόκκινη φλόγα): παλλακίδα Νανγκού

γεννημένη: 1621 από το Σανγκσί (όνομα: Μινγκγιέ)

την ονομάζει «Χονγκ-Χουά»: ο Τσενγκ-Γουέι

1639: η βασική παλλακίδα τα τελευταία δύο χρόνια πριν πεθάνει ο Τσενγκ-Γουέι (57 ετών ο Τσενγκ-Γουέι)

1643: σχέση με Γκούο Ρεν (2 φάσεις)

 

Λινγκ-Λου: η πρασινομάτα μελαχροινή παλλακίδα από το Τσινγκσούι

(1639:φθάνει 18 ετών, ο Τσενγκ-Γουέι, τότε 57 ετών)

 η συμπληρωματική παλλακίδα τα τελευταία δύο χρόνια πριν πεθάνει ο Τσενγκ-Γουέι

1643: μία  ερωτική συνάντηση με Γκούο Ρεν

1643: παλλακίδα του ανθρώπου του διοκητηρίου

 

Τσινγκ-Για: η μικρόσωμη παλλακίδα (από Σιάο-Λιν)

 (1637: ήρθε 16 ετών, σχέση με Τσενγκ-Γουέι 55 ετών, 2 χρόνια αποκλειστική παλλακίδα του, μετά παραμερίζεται από τις Χονγκ-Χουά και Λινγκ-Λου. Ο Τσενγκ-Γουέι πεθαίνει 59 ετών)

1643: παλλακίδα του ανθρώπου του διοικητηρίου

 

Τσιν-Ρου: παλλακίδα που τη χαρίζει σε ανώτερο επιθεωρητή των αυτοκρατορικών αποθηκών σιτηρών,

 τον παντρεύεται στη Σουτσόου

 

Πιάο Γιουάν: παλλακίδα του Τσενγκ-Γουέι, από το χωριό Τζου-Σαν (επί επιστάτη Γουάνγκ Λιού) (12 χρόνια πριν το 1643, δηλαδή το: 1631)

   Ρεν Λιάνγκ: ο αξιωματικός που κλέφθηκε μαζί του (άδοξο τέλος, τρέλλα)

 

 

 

Λιν Σουέ: η κοπέλα που αυτοκτονεί (βιασμένη)

Λιν Γιέ: ο πατέρας (βιαστής)

 

Γκάο Πινγκ: ενδιαφερόμενος για την Λιν Σουέ

Γουέν-Σιού: η μητέρα του Γκάο Πινγκ

Γκάο Τζιούν: ο πατέρας του Γκάο Πινγκ

Γκάο Λιανγκ: μικρότερος αδερφός

 / 1643: 17 ετών σχέση με Ταν Τσουνχουά (σύφιλη)

 

 

Σου Τσιν: γυναίκα στο Νανγκού

Μα Τονγκ: ο άντρας της (εργάτης Νανγκού)

 

Μινγκ Ζενγκ (φωτεινή αλήθεια): ο αναχωρητής

  24 χρόνια στο Νανγκού (τέως λογιστής κτημάτων) στα 1643 είναι 56 ετών (πήγε το: 1621, τότε 32 ετών)

  Σεν Ζιγιουάν: το πραγματικό όνομα, δικαστής στην Τσενγκντού (την εγκαταλείπει 31 ετών)

 

Τσεν Τζιάν: ο προετοιμαστής (φεύγει: 1643 ίσως 1642)

 

Λου Γκεν: ο αγρότης με το τελευταίο σπίτι (Νανγκού)

 

ο άνθρωπος του διοικητηρίου (από τη Νάμπου)

  Γουέι Τζιαν (ο πράκτοράς του)

  Γουέι Νταο-Λιν:: (ο υποτιθέμενος πατέρας του πράκτορα), αυτοκρατορικός επιθεωρητής μεταφορών αλατιού

  Σεν Γιουάν: ο ταοϊστής γέρος

  Φαν Σι: ο ηλικιωμένος γραφέας στο διοικητήριο

 

 

Σεν Λούο: χήρος, εργάτης στο Νανγκού

Τζιν Χουάν: νέος, εργάτης στο Νανγκού

Γιουέ-Σιν: εργάτρια στο Νανγκού

 

 

Σιανγκλίν: νεαρή χήρα (από το Λανσί / τρία χρόνια στο Νανγκού, παλλακίδα του Γκούο Ρεν)

/ 1643: σχέση με Γκούο Ρεν, ίσως ένα χρόνο μεγαλύτερη

 

γριά Λανφέν: η κουτσομπόλα του Νανγκού

 

 

 Επιστρέφοντες 2: αποχωρήσεις και παραμονή

 

Ταν Ζονγκλί: 50 ετών, χήρος, άτεκνος, μέλος αίρεσης, αναχωρεί (αποθήκη σιτηρών)

 

Φανγκ Γιτιάν: μέλος αίρεσης, θαρραλέος, νέος, ξυλοκόπος, μεταφορέας, ξυλουργός  αναχωρεί

 

Φανγκ Σεν: μέλος αίρεσης, αδελφός του, ξυλοκόπος, μεταφορέας, ξυλουργός, παραμένει

 

Γου Μέι: μέλος αίρεσης, παραμένει 

 

Λιου Κάι: νέος, 23 ετών, αγωγιάτης, μέλος αίρεσης, θαυμαστής Μινγκ Ζεν, πατρικό υποκατάστατο, παραμένει

 

Λιν Σου: μέλος αίρεσης, χήρα, ερωτευμένη με Μινγκ Ζενγκ, παραμένει

 

Ταν Τσουνχουά: 28 ετών, μέλος αίρεσης, η «γυναίκα των χωραφιών», νυμφομανής,  παραμένει

/ 1643: 28 ετών, κολλάει σύφιλι, τη μεταδίδει στο Γκάο Λιανγκ

 

Σουν Σεν: μέλος αίρεσης, εργάτης του ρυζιού, αναχωρεί  (2 γιοι, μία μικρή κόρη)

Ζόου-Σιαν: η γυναίκα του, φανατική, αναχωρεί  

 

 

χαρτοπαίκτης (χωρίς όνομα)

Λινγκ: μεγαλύτερη κόρη του χαρτοπαίκτη

Μινγκ-Τζου: μικρότερη κόρη του χαρτοπαίκτη

Ξιού: αδελφή του χαρτοπαίκτη

 

 

Ουγιάνγκ Φενγκίν: η «επισκέπτρια» κόρη, η «επισκέπτρια» ερωτευμένη με Τσενγκ-Γουέι 

1627: σχέση Φενγκίν με Τσενγκ-Γουέι σε Νανγκού και Τσινγκσέν (χρήση «δάκρυ του ονείρου»)

ο ΝτουΤσενγκ-Γουέι ήταν τότε 45 ετών.

 Εκείνη τότε περίπου στα 20.

 (Το 1643 αφήγηση της Γου Σία: πριν 16 χρόνια)

Ουγιάνγκ Σου: πατέρας της, επόπτης

Ουγιάνγκ Γιουέν: μητέρα της

 

 

 

 

οι τόποι

 

Σιαοχέ

 

Μπαϊλίν

 

Λο Τζιανγκ (η έδρα)

 

η γη της πέτρινης γυναίκας (40 χλμ από το Λο Τζιανγκ)

 

οι αποθήκες της Α-Μέι (50 χλμ από Νανγκού)

  απόσταση των δύο αποθηκών: 30 χλμ

 

το κτήμα με το μικρό πέτρινο σπίτι (30 χλμ από Νανγκού)

  απόσταση μικρού κτήματος με Α-Μέι: 20 χλμ

 

Νανγκού (Λο Τζιανγκ-Νανγκού: 120 χλμ)

 

Νάμπου (πόλη)

 

 

 

πόλεις προς τα ανατολικά:

το Νανγκού βρίσκεται 120 χλμ. ανατολικά του Λο Τζιανγκ, τότε μια επόμενη πόλη προς τα ανατολικά θα μπορούσε να απέχει άλλα 80–150 χλμ., ώστε να αντιστοιχεί σε 2–4 ημέρες διαδρομής με άμαξα.

Μερικές ονομασίες πόλεων της νοτιοδυτικής Κίνας του 17ου αιώνα:

 

Σινγκσέν (Xingshen) – «Ανατέλλουσα Ευημερία»

Ντονγκτσουάν (Dongchuan) – «Ανατολικό Ποτάμι»

Τσινγκχέ (Qinghe) – «Καθαρός Ποταμός»

Γιουντάο (Yundao) – «Πέρασμα των Νεφών»

Χουαλίν (Hualin) – «Ανθισμένο Δάσος»

Τζενγκάν (Zhengan) – «Ήρεμη Ακτή»

Γιονγκάν (Yong'an) – «Αιώνια Ειρήνη»

 

η σειρά κτημάτων και πόλεων:

Σιαοχέ → Μπαϊλίν → Λο Τζιανγκ → Νανγκού → Σινγκσέν

το Σινγκσέν απέχει περίπου 100 χλμ. ανατολικά του Νανγκού. Αυτό σημαίνει:

2–3 ημέρες με γρήγορη άμαξα,

3–5 ημέρες με εμπορικό καραβάνι,

.

 

 

 

τόποι μετά τον ξεριζωμό για «Επιστρέφοντες»

 

/ - τα ορεινά περάσματα του Τονγκτσουάν:

 βορειοανατολικά του Νανγκού, διακόσια χιλιόμετρα μακρυά, Μικρή κοινότητα, λίγοι άνθρωποι, αλλά σταθεροί.

 

/ - Σουϊνίνγκ:

  Νοτιοδυτικά του Νανγκού, κοντά στα παλιά χωριά των αλατωρύχων.  

 

/ - Φουλίνγκ:

 ανατολικά του Νανγκού, πέρα από τα χαμηλά περάσματα του ποταμού, Οι οπαδοί εκεί είναι περισσότεροι.

 

 

 

 

 

 

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ

eleftherografos.blogspot.com

[ ανάρτηση 4 Ιουνίου 2026 :  

το δάκρυ του ονείρου

Περίληψη και Πρόσωπα

σκηνογραφημένη νουβέλα 2026

τεχνητή Πεζογραφία ]

 

 

 

 

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

το δάκρυ του ονείρου Περίληψη και Πρόσωπα σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 τεχνητή Πεζογραφία

  το δάκρυ του ονείρου Περίληψη και Πρόσωπα σκηνογραφημένη νουβέλα 2026 τεχνητή Πεζογραφία         Τα κεφάλαια της νουβέλας ...