Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης "Το μοιρολόγι της φώκιας" διήγημα 1908 Λίγα Σχόλια Αφηγηματολογία

 


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

 «Το μοιρολόγι της φώκιας»

διήγημα 1908 

Λίγα Σχόλια

Αφηγηματολογία

 

 

    Θεωρείται από τα καλύτερα διηγήματά του.  <Ο  Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος: το θεωρούσε ως το αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.> Ανήκει στα Σκιαθίτικα διηγήματα   Σύμφωνα με την κατάταξη του Γιώργου Βαλέτα ανήκει στα «όψιμα έργα» του Αλέξανδρου  Παπαδιαμάντη (1908-1910)

δομή διηγήματος : (3 ενότητες)

Το διήγημα αποτελείται από 3 ενότητες

   Ο αφηγητής/συγγραφεύς εμφανίζεται στο τέλος του διηγήματος ως «γέρων-ψαράς». 

   Οι στίχοι που κλείνουν το διήγημα είναι πρωτότυπη σύνθεση του Παπαδιαμάντη. Μάλιστα οι δύο τελευταίοι ανεγράφησαν στο μνήμα του. Χαρακτηριστικό της ηθογραφίας και δή του Παπαδιαμάντη είναι ότι σε αρκετά διηγήματα ενέθεταν στίχους, τραγούδια, μικρά ποιήματα κυρίως για να αποδωθεί το ρεαλιστικό πνεύμα. Αυτό είναι περισσότερο χαρακτηριστικό στα Αθηναϊκά διηγήματα του Παπαδιαμάντη.   

δημοσίευση:

   Το διήγημα δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην εφ. «Πατρίς»  (13 Μαρτίου 1908)

  Μετέπειτα συμπεριελήφθη στο βιβλίο του Αλ. Παπαδιαμάντη «Πασχαλινά διηγήματα», που εκδόθηκε μεταθανάτια στα 1912, Αθήναι, εκδ. Φέξη.  Υπενθυμίζουμε ότι ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης όσο ζούσε δεν είχε την ευτυχία να δει κάποιο από τα έργα του (μυθιστορήματα ή διηγήματα) εκδομένο σε αυτοτελή τόμο. Αμέσως μετά το θάνατό του (1911), από τα 1912 και εξής εκδόθηκαν πολλοί τόμοι με διηγήματά του και άρχισε και η έκδοση των μυθιστορημάτων του.

ανάλυση τίτλου  (τιτλοσημία / τιτλοσήμανση):

  Η υποκατάσταση από την φώκια, (στοιχείον της φύσης, έμβιον ον) του ρόλου της γυναίκας (γραίας Λούκαινας) που κανονικά θα έπρεπε να μοιρολογεί το πνιγμένο παιδί.  Από το μοιρολόγι της γρια-Λούκαινας στο μοιρολόγι της φώκιας.

 

 Τα πρόσωπα στο διήγημα:

  Στο συγκεκριμένο ηθογραφικό διήγημα (Σκιαθίτικο) με έντονα λυρικά στοιχεία βλέπουμε  την ανεξάρτητη πορεία τριών προσώπων: 1.γραία-Λούκαινα, 2.Σουραυλής, 3.μικρή-Ακριβούλα  που συμβολίζουν τις τρεις φάσεις της ηλικίας.  [Τα ίδια τα πρόσωπα στο διήγημα δεν συναντώνται ποτέ (Βασίλης Πέτροβας).]   Επομένως δεν υπάρχει απευθείας διάλογος μεταξύ προσώπων. Υπάρχει μόνον ο μονόλογος (εσωτερικός μάλιστα της κεντρικής ηρωίδος γραίας-Λούκαινας).

     Σε ένα μοτίβο καθόδου και ανόδου, παρουσιάζεται το τραγικό περιστατικό του πνιγμού της μονάκριβης Ακριβούλας. 

   Καθοριστικό είναι και το μοτίβο-στοιχείο «εγκλεισμού» καθώς όλοι και όλα στο συγκεκριμένο διήγημα είναι «εγκλωβισμένοι» ή «παγιδευμένοι». Ακόμα και η γολέτα, και η φώκια δεν μπορούν να ξεφύγουν από τον εγκλωβισμό στον μικρό κόλπο.

        Άκρως ενδιαφέρον και καθοριστικό στο διήγημα είναι το στοιχεία της «υποκατάστασης», αφού μόνον η φώκια, ως θηλαστικό που γεννά μόνο έναν απόγονο, έχει κατανοήσει τον χαμό της Ακριβούλας.

        Ως επιτύμβια στήλη είναι οι στίχοι του αφηγητή, «ένας γέρος ψαράς», δηλ. του ίδιου του Παπαδιαμάντη, τα οποία πέρα ότι αποτελούν μία συμπερίληψη του όλου διηγήματος αποδίδουν το βαθύτερο φιλοσοφικό ερώτημα «λες και έχουν τελειωμό τα βάσανα του κόσμου».

        Ιδιαίτερα συγκλονιστική είναι η αντίθεση ανάμεσα στη ζωή και στις περιγραφές της σήψης, με όλη την τραγικότητα από τον εγκαταλειμμένο χώρο του «Κοιμητηρίου». Κάτι που ενσωματώνεται στους στίχους του γερο-ψαρά. 

    Το θέμα του πνιγμού παιδιού: το έχει παρουσιάσει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο διήγημα «Η τελευταία βαπτιστική» (1888), όπου εκεί είχαμε την τραγικότητα του πνιγμού στο πηγάδι της τελευταίας βαπτιστικής, της τεσσαρακοστής στη σειρά, επίσης και στο διήγημα «Το πνίξιμο του παιδιού» (1900), όπου εκεί το θύμα ήταν μικρό αγόρι.

   Και στα τρία αυτά διηγήματα (Τελευταία βαπτιστική, το πνίξιμο του παιδιού, το μοιρολόγι της φώκιας) είναι κοινό το στοιχεία της παραβίασης μιας εντολής, πιο εμφανής στο «Πνίξιμο του παιδιού», και η απώλεια αθώων παιδιών είτε από έλλειψη ελέγχου είτε από ασάφεια των ορίων και του χώρου που ένα παιδί  δεν είναι γνωστικά ικανό να κατανοήσει.

[   Αντίθετα, στην «Φόνισσα» (1903) το ίδιο θέμα επανέρχεται αλλά πλέον με θύτη τη γραία-Χαδούλα, και όχι με την μορφή της απώλειας.]  

 

 

     Το είδος του αφηγητή (στο διήγημα):

    Ο αφηγητής στο διήγημα «Το μοιρολόγι της φώκιας» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη είναι τριτοπρόσωπος, ετεροδιηγητικός και παντογνώστης.

    Είναι ετεροδιηγηματικός, επειδή δεν συμμετέχει στην ιστορία ως πρόσωπο και δεν αποτελεί μέρος των γεγονότων που αφηγείται. Αναφέρεται στους ήρωες σε γ΄ πρόσωπο, όπως στη φράση «η γρια-Λούκαινα κατέβαινε».

   Παράλληλα, είναι παντογνώστης, καθώς γνωρίζει τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις αναμνήσεις των ηρώων. Για παράδειγμα, γνωρίζει τις αναμνήσεις της γρια-Λούκαινας: «Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της». Επιπλέον, γνωρίζει γεγονότα που οι ίδιοι οι ήρωες αγνοούν, όπως τον πνιγμό της Ακριβούλας.

   Επομένως, ο αφηγητής είναι ετεροδιηγηματικός και παντογνώστης, γεγονός που του επιτρέπει να παρουσιάζει τα γεγονότα από μια ευρύτερη οπτική και να γνωρίζει περισσότερα από τους ίδιους τους ήρωες.

   αφηγηματική αβεβαιότητα

   Παρόλο που ο αφηγητής είναι παντογνώστης, υπάρχει αφηγηματική αβεβαιότητα. Η αβεβαιότητα εμφανίζεται όταν ο αφηγητής δεν παρουσιάζει ένα γεγονός ως βέβαιο, αλλά χρησιμοποιεί υποθέσεις ή πιθανότητες.

   Χαρακτηριστικά σημεία είναι: «ήκουσεν ίσως το σιγανόν μοιρολόγι της γραίας»: εδώ ο αφηγητής δεν είναι βέβαιος ότι η φώκια άκουσε το μοιρολόγι. Επίσης «ίσως την είχε στείλει η μάνα της, ή μάλλον είχε ξεκλεφθή από την άγρυπνον επιτήρησίν της»: εδώ δεν γνωρίζει με βεβαιότητα γιατί η Ακριβούλα έφυγε από το σπίτι. Επίσης «δεν ήξευρε τι είχεν απογίνει»: εδώ αναφέρεται στην άγνοια της γρια-Λούκαινας σχετικά με τον γιο της στην Αυστραλία.  Άρα: υπάρχει αφηγηματική αβεβαιότητα, κυρίως στο σημείο όπου ο αφηγητής αναφέρεται στην Ακριβούλα: «ίσως την είχε στείλει η μάνα της, ή μάλλον είχε ξεκλεφθή...». Η χρήση των λέξεων «ίσως» και «μάλλον» δείχνει ότι ο αφηγητής αφήνει ανοιχτές περισσότερες από μία πιθανές εκδοχές.

 

Τα σχόλια του αφηγητή

   Στο διήγημα υπάρχουν σχόλια του αφηγητή, τα οποία αφορούν κυρίως τα πρόσωπα, τις πράξεις τους και την κατάσταση που βιώνουν, αλλά και γενικότερα τη ζωή και τα βάσανα των ανθρώπων.

    Τα περισσότερα σχόλια αφορούν τη γρια-Λούκαινα και την Ακριβούλα.

   Για τη γρια-Λούκαινα, ο αφηγητής τη χαρακτηρίζει «μία χαροκαμένη πτωχή γραία», σχολιάζοντας έτσι τη δύσκολη και τραγική ζωή της. Για τη μοίρα της γρια-Λούκαινας αναφέρει ότι ο Χάρος έχει θερίσει τα παιδιά της και ότι έχει χάσει και τον άντρα της. Με αυτόν τον τρόπο τονίζει το μέγεθος του πόνου και της δυστυχίας της.

   Για την Ακριβούλα, ο αφηγητής χρησιμοποιεί χαρακτηρισμούς όπως «η μικρά κόρη» και «η πτωχή Ακριβούλα», προκαλώντας τη συμπάθεια του αναγνώστη.

    Τα σχόλια του αφηγητή σχετίζονται κυρίως με τον θάνατο, τον πόνο, τη δυστυχία και την ανθρώπινη μοίρα. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στο τέλος, όπου το μοιρολόγι της φώκιας (μέσω του γέρου-ψαρά) καταλήγει στους στίχους: «Σαν να ’χαν ποτέ τελειωμό / τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου.»

   Εδώ το σχόλιο αποκτά γενικότερο χαρακτήρα: ο αφηγητής δεν αναφέρεται μόνο στη γρια-Λούκαινα και την Ακριβούλα, αλλά στα βάσανα και στους καημούς όλων των ανθρώπων.

  Τα σχόλια του αφηγητή αφορούν κυρίως τη γρια-Λούκαινα και την Ακριβούλα, αλλά μέσα από αυτές τις μορφές ο αφηγητής σχολιάζει τη μοίρα του ανθρώπου, τον θάνατο, τον πόνο και τα ατελείωτα βάσανα της ζωής.

 

Η περιγραφή

   Στο διήγημα «Μοιρολόγι της φώκιας» η περιγραφή είναι πολύ έντονη και αφορά κυρίως τον χώρο, τα πρόσωπα και την ατμόσφαιρα.

   Η περιγραφή του χώρου

    Ο Παπαδιαμάντης περιγράφει αναλυτικά το φυσικό τοπίο, ιδιαίτερα την περιοχή γύρω από το Κοιμητήριο και τη θάλασσα. Για παράδειγμα: «τον μικρόν περίβολον και τα μνήματα των νεκρών, πάλλευκα, ασβεστωμένα, λάμποντα εις τας τελευταίας του ακτίνας» και: «ο κρημνός του γηλόφου, εφ’ ου ήτο το Κοιμητήριον»

   Περιγράφεται επίσης η θάλασσα, ο βράχος, το μονοπάτι, το Γλυφονέρι και το Κοχύλι. Η περιγραφή του τοπίου δημιουργεί μια πένθιμη και υποβλητική ατμόσφαιρα.

   Η περιγραφή της γρια-Λούκαινας

   Ο αφηγητής παρουσιάζει τη γρια-Λούκαινα ως: «μία χαροκαμένη πτωχή γραία» και αναφέρεται στη δύσκολη ζωή της, στις απώλειες των παιδιών και του άντρα της. Έτσι, η περιγραφή της δεν είναι μόνο εξωτερική, αλλά και ψυχογραφική, καθώς παρουσιάζει τον πόνο και τη δυστυχία της.

   Η περιγραφή της Ακριβούλας

   Η Ακριβούλα παρουσιάζεται ως: «μία μικρά κόρη... η Ακριβούλα, εννέα ετών». Ο αφηγητής περιγράφει τις κινήσεις της, την περιπλάνησή της και τελικά την πτώση της στη θάλασσα. Η περιγραφή αυτή αυξάνει την αγωνία και την τραγικότητα της ιστορίας.

   Η περιγραφή της φύσης και της ατμόσφαιρας

   Ιδιαίτερα σημαντική είναι η περιγραφή της μετάβασης από το φως στο σκοτάδι: «Είχε νυκτώσει ήδη» «Ο ουρανός εσκοτείνιαζε, σύννεφα έκρυπταν τα άστρα» Η φύση λειτουργεί σαν αντανάκλαση της τραγικής εξέλιξης: όσο σκοτεινιάζει το τοπίο, τόσο πλησιάζει η Ακριβούλα στον θάνατο.

   Η περιγραφή στο διήγημα είναι κυρίως τοπιογραφική και ψυχογραφική. Ο συγγραφέας περιγράφει λεπτομερώς το φυσικό περιβάλλον, τη γρια-Λούκαινα, την Ακριβούλα και την ατμόσφαιρα, ώστε να δημιουργήσει ένα πένθιμο, σκοτεινό και τραγικό κλίμα και να αναδείξει το θέμα του θανάτου και του ανθρώπινου πόνου.

 

Ψυχογραφία των προσώπων

   Γρια-Λούκαινα

   Η γρια-Λούκαινα παρουσιάζεται ως δυστυχισμένη, πονεμένη και χαροκαμένη γυναίκα. Έχει χάσει τα πέντε παιδιά της και τον άντρα της, ενώ οι δύο γιοι της βρίσκονται μακριά. Είναι μοναχική και φτωχή, αλλά παρά τις συμφορές της συνεχίζει να εργάζεται και να φροντίζει την κόρη της και τα εγγόνια της. Το μοιρολόγι της δείχνει τη βαθιά θλίψη και τον αβάσταχτο πόνο της. Παράλληλα, είναι απλή, λαϊκή και προληπτική, όπως φαίνεται από τον τρόπο με τον οποίο χαρακτηρίζει τον Σουραυλή «σημαδιακό» και «αταίριαστο».

   Ακριβούλα

  Η Ακριβούλα παρουσιάζεται ως μικρή, αθώα, ανέμελη και παιχνιδιάρα. Είναι μόλις εννέα ετών και πηγαίνει να βρει τη γιαγιά της για να παίξει στη θάλασσα. Είναι επίσης περίεργη και αυθόρμητη, αφού ακολουθεί το μονοπάτι που νομίζει ότι οδηγεί στη γιαγιά της, χωρίς να αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο. Η αθωότητά της έρχεται σε έντονη αντίθεση με το τραγικό τέλος της, γεγονός που κάνει τον θάνατό της ακόμη πιο συγκινητικό και τραγικό.

    Σουραυλής – ο νεαρός βοσκός

   Ο Σουραυλής παρουσιάζεται ως ανέμελος, χαρούμενος και αμέριμνος. Επιστρέφει από τους αγρούς με το κοπάδι του και παίζει χαρούμενα τη φλογέρα του, χωρίς να αντιλαμβάνεται το πένθιμο κλίμα γύρω του. Φαίνεται επίσης απρόσεκτος, καθώς δεν αντιλαμβάνεται την παρουσία της Ακριβούλας ούτε καταλαβαίνει ότι ο ήχος της φλογέρας του καλύπτει την κραυγή της όταν πέφτει στη θάλασσα. Ωστόσο, δεν παρουσιάζεται ως κακόβουλος· η στάση του οφείλεται κυρίως στην άγνοια και την αφέλειά του.

   Τα τρία πρόσωπα δημιουργούν μια έντονη αντίθεση: Λούκαινα: πόνος, πένθος, δυστυχία. Ακριβούλα: αθωότητα, παιδική ανεμελιά. Σουραυλής: χαρά, ανεμελιά, άγνοια. Η αντίθεση αυτή κάνει ακόμη πιο έντονο το τραγικό στοιχείο του διηγήματος.

 

Η περίληψη (ως αφηγηματική τεχνική)

   Στο «Μοιρολόγι της φώκιας» χρησιμοποιείται η περίληψη, δηλαδή ο αφηγητής συμπυκνώνει γεγονότα που έχουν συμβεί σε μεγάλο χρονικό διάστημα και τα παρουσιάζει σε λίγες φράσεις. Έτσι, επιταχύνεται ο ρυθμός της αφήγησης.

   Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αναφορά στο παρελθόν της γρια-Λούκαινας:

«Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της, τα οποία είχε θάψει... το εν μετά το άλλο, προ χρόνων πολλών» και στη συνέχεια: «Τελευταίον επήρε και τον άνδρα της». Μέσα σε λίγες προτάσεις ο αφηγητής παρουσιάζει πολλά χρόνια από τη ζωή της: τον θάνατο των πέντε παιδιών της, τον θάνατο του συζύγου της και την απομάκρυνση των δύο γιων της.

   Η περίληψη: α) επιταχύνει τον αφηγηματικό χρόνο, επειδή γεγονότα πολλών χρόνων παρουσιάζονται σύντομα, β) δίνει στον αναγνώστη βασικές πληροφορίες για το παρελθόν της Λούκαινας, γ) εξηγεί τη βαθιά θλίψη και το πένθος της, δ) προετοιμάζει τον αναγνώστη για το τραγικό γεγονός που θα ακολουθήσει.

  Η περίληψη χρησιμοποιείται κυρίως για να παρουσιαστεί σύντομα το παρελθόν της γρια-Λούκαινας, χωρίς να διακοπεί η κύρια δράση του διηγήματος.

 

το πρωθύστερο,  το ταυτόχρονο, το μεθύστερο

    Στο «Μοιρολόγι της φώκιας», αν εξετάζουμε τη σχέση ανάμεσα στον χρόνο της ιστορίας και στον χρόνο της αφήγησης, μπορούμε να εντοπίσουμε πρωθύστερο, ταυτόχρονο (ισόχρονο) και μεθύστερο.

    / - 1. Πρωθύστερο:  Το πρωθύστερο εμφανίζεται όταν ο αφηγητής αφηγείται πρώτα ένα γεγονός και μετά αναφέρεται σε ένα γεγονός που χρονικά είχε συμβεί νωρίτερα. Πρόκειται ουσιαστικά για αναδρομή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι όταν, αφού παρουσιάζεται η γρια-Λούκαινα στο παρόν, ο αφηγητής γυρίζει στο παρελθόν της: «Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της, τα οποία είχε θάψει...» και: «Τελευταίον επήρε και τον άνδρα της...» Ο αφηγητής διακόπτει την κύρια αφήγηση και παρουσιάζει παλαιότερα γεγονότα της ζωής της Λούκαινας.

    / - 2. Ταυτόχρονο ή ισόχρονο: Το ταυτόχρονο (ισόχρονο) έχουμε όταν ο χρόνος της αφήγησης ακολουθεί περίπου τον χρόνο των γεγονότων, δηλαδή τα γεγονότα παρουσιάζονται με λεπτομέρεια, σχεδόν όπως συμβαίνουν. Χαρακτηριστικό είναι το σημείο με την Ακριβούλα: «Η μικρά κατέβη ολίγα βήματα κάτω, είτα είδεν ότι ο δρομίσκος εγίνετο ακόμη πλέον απόκρημνος...» και στη συνέχεια: «Εγλίστρησε κι έπεσε, μπλουμ! εις το κύμα.» Εδώ ο αφηγητής παρουσιάζει διαδοχικά και αναλυτικά τις κινήσεις της Ακριβούλας, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να παρακολουθεί τη σκηνή σχεδόν τη στιγμή που συμβαίνει.

    / - 3. Μεθύστερο: Το μεθύστερο έχουμε όταν ο αφηγητής αναφέρεται σε ένα γεγονός αφού αυτό έχει ήδη συμβεί, δηλαδή η αφήγηση ακολουθεί τη χρονική σειρά των γεγονότων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι: «Κι η φώκη... ηύρε το μικρόν πνιγμένον σώμα της πτωχής Ακριβούλας, και ήρχισε να το περιτριγυρίζη και να το μοιρολογά...» Πρώτα έχει συμβεί η πτώση και ο πνιγμός της Ακριβούλας και στη συνέχεια ο αφηγητής παρουσιάζει την αντίδραση της φώκιας.

    Το μεθύστερο επίσης εμφανίζεται στο τέλος του διηγήματος, όταν ο αφηγητής αναφέρει τον γέρο ψαρά: «Το μοιρολόγι της φώκης, το οποίον μετέφρασεν εις ανθρώπινα λόγια εις γέρων ψαράς, εντριβής εις την άφωνον γλώσσαν των φωκών, έλεγε περίπου τα εξής:»

 

 

Οι ιδιοτυπίες του διηγήματος

/ - Ανάμειξη πραγματικού και ποιητικού στοιχείου: Η ιστορία ξεκινά ως ένα απλό, ρεαλιστικό περιστατικό της καθημερινής ζωής στη Σκιάθο: η γριά Λούκαινα κατεβαίνει στη θάλασσα για να πλύνει τα ρούχα. Σταδιακά, όμως, το πραγματικό γεγονός αποκτά ποιητική και συμβολική διάσταση, ιδιαίτερα με την παρουσία της φώκιας.

/ - Έντονη αντίθεση ζωής και θανάτου: Ο θάνατος υπάρχει σε ολόκληρο το διήγημα. Η γριά Λούκαινα έχει χάσει τα πέντε παιδιά και τον άντρα της, βρίσκεται ανάμεσα σε τάφους και λείψανα, ενώ στο τέλος πεθαίνει και η Ακριβούλα. Παράλληλα, όμως, υπάρχει η ζωή: ο βοσκός, η φλογέρα, η θάλασσα, η κίνηση της γολέτας. Έτσι δημιουργείται μια συνεχής συνύπαρξη ζωής και θανάτου.

/ - Τραγική ειρωνεία: Η Ακριβούλα ακολουθεί λανθασμένα το μονοπάτι επειδή θέλει να συναντήσει τη γιαγιά της. Ο αναγνώστης γνωρίζει τον κίνδυνο, ενώ οι ήρωες δεν τον αντιλαμβάνονται. Ιδιαίτερα τραγικό είναι ότι η γριά Λούκαινα ακούει τον θόρυβο της πτώσης αλλά θεωρεί ότι ο βοσκός «ρίχνει [...] βράχια στο γιαλό». Έτσι, χωρίς να το γνωρίζει, περνά δίπλα από το σημείο όπου χάθηκε η εγγονή της.

/ - Παράλληλη παρουσία δύο “μοιρολογιών”: Στην αρχή η γριά Λούκαινα μοιρολογεί τα νεκρά παιδιά της. Στο τέλος η φώκια «μοιρολογά» την Ακριβούλα. Δημιουργείται έτσι ένας κυκλικός και συμμετρικός σχεδιασμός: το ανθρώπινο μοιρολόγι στην αρχή απαντάται από το «μοιρολόγι» της φώκιας στο τέλος.

/ - Η φύση προσωποποιείται: Η φώκια παρουσιάζεται σχεδόν σαν ανθρώπινο πλάσμα που συγκινείται από τους ήχους και θρηνεί το νεκρό παιδί. Το γεγονός ότι το μοιρολόγι της «μεταφράζεται» σε ανθρώπινα λόγια από έναν γέρο ψαρά ενισχύει την αίσθηση ότι ο κόσμος της φύσης συμμετέχει στον ανθρώπινο πόνο.

/ - Αντίθεση ήχων και σιωπής: Το μοιρολόγι της γριάς διακόπτεται από τη φλογέρα του βοσκού. Η φλογέρα, σύμβολο χαράς και ζωής, ακούγεται μέσα σε έναν χώρο που κυριαρχείται από τον θάνατο. Αργότερα, ο ήχος της φλογέρας καλύπτει την κραυγή της Ακριβούλας. Έτσι, ένας φαινομενικά χαρούμενος ήχος γίνεται έμμεσα αιτία να μη γίνει αντιληπτό το δυστύχημα.

/ - Έντονη αντίθεση εικόνων: Ο Παπαδιαμάντης τοποθετεί δίπλα-δίπλα εικόνες ομορφιάς και εικόνες θανάτου: το ηλιοβασίλεμα, τη θάλασσα και τη γαλήνη της φύσης από τη μία, και τα μνήματα, τα ανθρώπινα λείψανα και τελικά το πνιγμένο παιδί από την άλλη. Η ομορφιά της φύσης επομένως δεν εξαλείφει την τραγικότητα, αλλά την κάνει ακόμη πιο έντονη.

/ - Κινηματογραφική/πανοραμική αφήγηση: Ο αφηγητής μετακινεί συνεχώς την προσοχή του από τη γριά Λούκαινα στον βοσκό, στη γολέτα, στη φώκια και στην Ακριβούλα. Έτσι ο αναγνώστης παρακολουθεί ταυτόχρονα διαφορετικά σημεία του ίδιου χώρου, γεγονός που δημιουργεί αγωνία και προετοιμάζει την τραγική κατάληξη.

/ - Η φύση ως ενεργό μέρος της αφήγησης: Η θάλασσα, τα βράχια, το σούρουπο, το φεγγάρι, τα σύννεφα και η νύχτα δεν αποτελούν απλώς σκηνικό. Συμβάλλουν στην εξέλιξη της δράσης και δημιουργούν την κατάλληλη σκοτεινή και υποβλητική ατμόσφαιρα.

/ - Παράδοξο τέλος: Η φώκια, ένα ζώο, εμφανίζεται ως ον που θρηνεί την Ακριβούλα, ενώ οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται αμέσως τον θάνατό της. Το παράδοξο αυτό εντείνει την τραγικότητα και δίνει στη φύση μια σχεδόν ανθρώπινη ευαισθησία.

/ - Κυκλική σύνδεση των παθών:   Η γριά Λούκαινα έχει χάσει τα παιδιά της και συνεχίζει να τα θρηνεί. Στο τέλος χάνει, χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, και την εγγονή της. Γι’ αυτό οι τελευταίοι στίχοι, «Σαν να ’χαν ποτέ τελειωμό / τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου», αποκτούν καθολική σημασία: ο προσωπικός πόνος της Λούκαινας γίνεται εικόνα του ατελείωτου ανθρώπινου πόνου.

   Βασική ιδιοτυπία του διηγήματος είναι ότι ο Παπαδιαμάντης συνδυάζει τον ρεαλισμό με την ποίηση και την τραγικότητα. Ένα απλό περιστατικό της σκιαθίτικης ζωής μετατρέπεται σε μια βαθιά συμβολική ιστορία για τον θάνατο, τη μοίρα, τον ανθρώπινο πόνο και τη συμμετοχή της φύσης στο ανθρώπινο δράμα. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικές είναι οι αντιθέσεις ζωής–θανάτου, χαράς–θλίψης, ανθρώπου–φύσης, ήχου–σιωπής, καθώς και η κυκλική σύνδεση ανάμεσα στο μοιρολόγι της γριάς Λούκαινας και στο μοιρολόγι της φώκιας.

 

το διονυσιακό  στοιχείο

   Στο διήγημα «Το μοιρολόγι της φώκιας», ο Παπαδιαμάντης δημιουργεί έναν κόσμο όπου τα όρια ανάμεσα στη φύση και τον άνθρωπο, στη ζωή και τον θάνατο, στο ιερό και το βέβηλο διαρκώς παραβιάζονται και τελικά διασαλεύονται. Κεντρικό πρόσωπο σε αυτή τη λειτουργία είναι ο νεαρός βοσκός, ο Σουραυλής, του οποίου η παρουσία και το σουραύλι εισάγουν το βουκολικό και διονυσιακό στοιχείο μέσα σε έναν κατεξοχήν πένθιμο και νεκρικό χώρο.

Το βουκολικό και διονυσιακό στοιχείο

   Ο Σουραυλής είναι ένας νέος βοσκός που επιστρέφει από τους αγρούς μαζί με το κοπάδι του. Η εικόνα του ανήκει στον παραδοσιακό βουκολικό κόσμο: «είχε καθίσει νεαρός βοσκός, επιστρέφων με το μικρόν κοπάδι του από τους αγρούς». Ωστόσο, ο Παπαδιαμάντης τοποθετεί τον βοσκό σε έναν χώρο εντελώς ακατάλληλο για το χαρούμενο τραγούδι του: βρίσκεται «εντός μικράς κρυπτής λάκκας, παραπλεύρως του Κοιμητηρίου». Εκεί, ενώ η γριά Λούκαινα θρηνεί τα νεκρά παιδιά και τον άντρα της, ο Σουραυλής «είχε βγάλει το σουραύλι [...] και ήρχισε να μέλπη φαιδρόν ποιμενικόν άσμα».

    Η αντίθεση είναι έντονη. Από τη μία υπάρχει το μοιρολόγι, ο θάνατος, το κοιμητήριο και ο πόνος της γριάς· από την άλλη, η νεότητα, η μουσική, το κοπάδι και το «φαιδρόν ποιμενικόν άσμα». Η παρουσία του Σουραυλή θυμίζει μια διονυσιακή αντίληψη της ζωής, καθώς η ζωτικότητα, η μουσική και η ελεύθερη κίνηση της φύσης εισβάλλουν στον χώρο του θανάτου. Ο νέος δεν φαίνεται να αισθάνεται το βάρος της περίστασης. Αντίθετα, λειτουργεί αυθόρμητα και σχεδόν παιχνιδιάρικα. Η μουσική του είναι τόσο δυνατή ώστε «το μοιρολόγι της γραίας εκόπασεν εις τον θόρυβον του αυλού». Έτσι, η φωνή του πένθους υποχωρεί προσωρινά μπροστά στη φωνή της ζωής.

Η παραβίαση των ορίων

   Ο Σουραυλής παραβιάζει πρώτα απ’ όλα τα όρια ανάμεσα στον χώρο των ζωντανών και στον χώρο των νεκρών. Το Κοιμητήριο παρουσιάζεται ως ένας ιερός και πένθιμος τόπος, όμως ο βοσκός εγκαθίσταται δίπλα του και παίζει αμέριμνα το σουραύλι του. Η γριά Λούκαινα θεωρεί τη συμπεριφορά του αταίριαστη και χαρακτηριστικά λέει: «Δεν του φτάνει να ξυπνά τους πεθαμένους με τη φλογέρα του». Η φράση αυτή έχει συμβολική σημασία: η μουσική του νέου μοιάζει να διαταράσσει ακόμη και την ησυχία των νεκρών.

   Παράλληλα, ο Σουραυλής παραβιάζει και τα φυσικά όρια του τόπου. Βρίσκεται κρυμμένος «μέσα εις το βαθύ κοίλωμα του κρημνού», σε έναν χώρο που δεν ανήκει ούτε καθαρά στη στεριά ούτε στη θάλασσα. Η μουσική του, μάλιστα, διαχέεται σε ολόκληρο το τοπίο και γίνεται η αιτία να κινηθεί προς αυτόν η Ακριβούλα. Επομένως, η παρουσία του δεν είναι απλώς διακοσμητική. Η μουσική του λειτουργεί ως δύναμη που μετακινεί τους ανθρώπους από τον φυσικό τους χώρο και οδηγεί τελικά την Ακριβούλα στον θάνατο.

Η περιπαιχτική διάθεση του νέου απέναντι στη ζωή και τον θάνατο

   Ο Σουραυλής αντιμετωπίζει τον κόσμο με μια σχεδόν παιγνιώδη αδιαφορία. Δεν αντιλαμβάνεται ή δεν υπολογίζει τον πένθιμο χαρακτήρα του χώρου. Ο αφηγητής το επισημαίνει ξεκάθαρα: «χωρίς ν’ αναλογισθή το πένθιμον του τόπου». Η φράση φανερώνει την απόσταση ανάμεσα στη σοβαρότητα του θανάτου και στην αμεριμνησία της νεότητας.

   Η περιπαιχτική διάθεση γίνεται ακόμη πιο εμφανής στη φράση της γριάς: «Σημαδιακός κι αταίριαστος είναι». Ο χαρακτηρισμός «αταίριαστος» συνοψίζει τη λειτουργία του Σουραυλή μέσα στο διήγημα. Ο νέος δεν υπακούει στους κανόνες που επιβάλλει ο χώρος και η περίσταση. Εκεί όπου οι άνθρωποι πενθούν, εκείνος παίζει· εκεί όπου υπάρχει σιωπή, εκείνος δημιουργεί θόρυβο· εκεί όπου κυριαρχεί ο θάνατος, εκείνος εκφράζει τη ζωτικότητα της νιότης.

   Ωστόσο, η στάση αυτή αποκτά τραγική διάσταση, επειδή η αμέλεια του νέου συνδέεται έμμεσα με τον θάνατο της Ακριβούλας. «Ο θόρυβος του αυλού έκαμε να μη ακουσθή η κραυγή». Έτσι, το όργανο που συμβολίζει τη χαρά και τη ζωή γίνεται ταυτόχρονα το μέσο που καλύπτει την κραυγή του παιδιού. Το διονυσιακό στοιχείο, επομένως, δεν παρουσιάζεται μόνο ως χαρά· συνδέεται και με μια ανεξέλεγκτη δύναμη της ζωής, η οποία μπορεί να οδηγήσει απροσδόκητα στην καταστροφή.

Η διασάλευση των ορίων της φύσης

   Στο διήγημα τα όρια ανάμεσα στη στεριά και τη θάλασσα είναι διαρκώς ασταθή. Το κοιμητήριο βρίσκεται πάνω από τη θάλασσα, ενώ τα «τεμάχια σαπρών ξύλων», τα ανθρώπινα λείψανα και τα αντικείμενα των νεκρών «εκυλίοντο αενάως προς την θάλασσαν την πανδέγμονα». Η θάλασσα λειτουργεί έτσι ως ένας χώρος που δέχεται και ενσωματώνει τα πάντα. Ακόμη και τα κατάλοιπα του ανθρώπινου θανάτου επιστρέφουν στη φύση.

   Η ίδια η Ακριβούλα περνά από τον κόσμο των ανθρώπων στον κόσμο της θάλασσας. Καθώς κατεβαίνει το λανθασμένο μονοπάτι, «εγλίστρησε κι έπεσε, μπλουμ! εις το κύμα». Η πτώση της αποτελεί κυριολεκτικά και συμβολικά μια υπέρβαση ορίου: από τη στεριά περνά στο νερό, από τη ζωή στον θάνατο. Η θάλασσα, η οποία αρχικά αποτελεί χώρο παιχνιδιού και χαράς για το παιδί, μετατρέπεται ξαφνικά σε χώρο θανάτου.

   Ταυτόχρονα, η φύση δεν παρουσιάζεται ως κάτι απολύτως διαχωρισμένο από τον άνθρωπο. Τα ανθρώπινα λείψανα καταλήγουν στη θάλασσα, η φώκια αντιλαμβάνεται το νεκρό σώμα και το μοιρολογεί, ενώ στο τέλος η φύση φαίνεται να αναλαμβάνει να εκφράσει το πένθος που οι άνθρωποι αδυνατούν να ολοκληρώσουν.

Η παραβίαση του ιερού χώρου και το βέβηλο

   Το Κοιμητήριο αποτελεί έναν κατεξοχήν ιερό χώρο, καθώς συνδέεται με τους νεκρούς και τη μνήμη τους. Η περιγραφή του, με τα «μνήματα των νεκρών, πάλλευκα, ασβεστωμένα, λάμποντα εις τας τελευταίας» ακτίνες του ήλιου, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα σχεδόν τελετουργική. Η γριά Λούκαινα βρίσκεται κοντά στους τάφους και πλένει τα ρούχα της, ενώ παράλληλα ανακαλεί τον θάνατο των παιδιών της.

   Μέσα σε αυτόν τον χώρο εισβάλλει το βέβηλο, κυρίως με τη μορφή του Σουραυλή και της μουσικής του. Το «φαιδρόν ποιμενικόν άσμα» αντιπαρατίθεται στο «πένθιμον βαθύ μοιρολόγι». Η χαρά και το γέλιο της ζωής εισέρχονται στον χώρο του θανάτου και διαταράσσουν τη φυσιολογική του σιωπή. Το βέβηλο, επομένως, δεν είναι απλώς κάτι «κακό», αλλά αυτό που παραβιάζει την τάξη και τα όρια του ιερού.

   Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος ο Σουραυλής δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται την παραβίαση  (όσο και αν υπάρχουν και κάποιες επιφυλάξεις ως προς  αυτό). Για εκείνον το Κοιμητήριο δεν αποτελεί απαγορευμένο ή αυστηρά οριοθετημένο χώρο· είναι απλώς ένα μέρος από το οποίο μπορεί να περάσει και όπου μπορεί να παίξει το σουραύλι του. Έτσι, η αθωότητα της νεότητας συναντά την ιερότητα του θανάτου και δημιουργεί μια έντονη σύγκρουση.

Ο Σουραυλής και  η σκόπιμη παραβίαση των ορίων

   Ο Σουραυλής δεν είναι βέβαιο ότι παραβιάζει τα όρια του ιερού και του βέβηλου από απλή αφέλεια ή επειδή δεν αντιλαμβάνεται τον πένθιμο χαρακτήρα του χώρου. Αντίθετα, η στάση του μπορεί να ερμηνευτεί ως σκόπιμη και περιπαιχτική. Ο αφηγητής τον τοποθετεί «εντός μικράς κρυπτής λάκκας, παραπλεύρως του Κοιμητηρίου», ενώ στη συνέχεια τον παρουσιάζει «κρυμμένον μεταξύ των θάμνων, μέσα εις το βαθύ κοίλωμα του κρημνού». Η επιλογή των λέξεων «λάκκα», «κρυπτή» και «κοίλωμα» δημιουργεί μια έντονη εικόνα που θυμίζει τάφο. Έτσι, ο νέος φαίνεται σαν να βρίσκεται συμβολικά μέσα σε έναν τάφο, δίπλα στο Κοιμητήριο, και από αυτόν τον χώρο να παίζει το σουραύλι του.

   Η θέση αυτή του Σουραυλή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, επειδή η μουσική του έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το μοιρολόγι της γριάς Λούκαινας. Ενώ εκείνη «έμελπεν εν πένθιμον βαθύ μοιρολόγι», εκείνος «ήρχισε να μέλπη φαιδρόν ποιμενικόν άσμα». Η αντίθεση ανάμεσα στο πένθιμο και το φαιδρό δεν είναι απλώς αισθητική· μπορεί να εκφράζει μια συνειδητή διάθεση του νέου να προκαλέσει, να παίξει με την αντίθεση ζωής και θανάτου και να ανατρέψει την επιβεβλημένη σιωπή του Κοιμητηρίου. Άλλωστε, η μουσική του είναι τόσο έντονη ώστε «το μοιρολόγι της γραίας εκόπασεν εις τον θόρυβον του αυλού».

   Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνδεθεί με την περιπαιχτική διάθεση του Σουραυλή απέναντι στον θάνατο. Δεν βρίσκεται απλώς κοντά στους τάφους· επιλέγει έναν χώρο που μοιάζει με τάφο για να παίξει το όργανό του. Η γριά Λούκαινα, μάλιστα, αντιλαμβάνεται τη συμπεριφορά του ως παράδοξη και ενοχλητική: «Δεν του φτάνει να ξυπνά τους πεθαμένους με τη φλογέρα του, μόνο ρίχνει και βράχια στο γιαλό για να χαζεύη... Σημαδιακός κι αταίριαστος είναι». Το ρήμα «ξυπνά» είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί παρουσιάζει τη μουσική σαν μια δύναμη που παραβιάζει ακόμη και την ησυχία των νεκρών. Ο Σουραυλής, επομένως, εμφανίζεται σαν μια μορφή που αμφισβητεί τα όρια ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς.

   Η παραβίαση αυτή επεκτείνεται και στο όριο ανάμεσα στο ιερό και το βέβηλο. Το Κοιμητήριο είναι ένας χώρος μνήμης, πένθους και ιερότητας, όμως ο Σουραυλής εγκαθίσταται ακριβώς δίπλα του και μετατρέπει τον χώρο σε σκηνή παιχνιδιού και μουσικής. Το βουκολικό στοιχείο, που κανονικά συνδέεται με τη φυσική ζωή, τα ζώα, τους αγρούς και τη χαρά της υπαίθρου, εισβάλλει στον χώρο του θανάτου. Το σουραύλι γίνεται έτσι σύμβολο μιας ζωτικής και σχεδόν διονυσιακής δύναμης που δεν αναγνωρίζει απόλυτα τα όρια τα οποία επιβάλλει ο ανθρώπινος πολιτισμός.

   Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι ο Σουραυλής παραμένει κρυμμένος. Δεν εμφανίζεται ανοιχτά στους περαστικούς αλλά παίζει μέσα από την κρυψώνα του, προκαλώντας τους να αναζητούν την πηγή του ήχου: «εκείνον [...] δεν εφαίνετο, κρυμμένος μεταξύ των θάμνων». Η κρυφή αυτή παρουσία προσδίδει στη συμπεριφορά του κάτι σχεδόν παιχνιδιάρικα συνωμοτικό. Σαν να γνωρίζει ότι η θέση του και η μουσική του είναι αταίριαστες και ακριβώς γι’ αυτό επιλέγει να παραμείνει κρυμμένος. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα την πρόθεσή του, όμως η αφηγηματική επιλογή να τον παρουσιάσει κρυμμένο σε μια «λάκκα» δίπλα στο Κοιμητήριο ενισχύει σαφώς μια τέτοια ερμηνεία.

   Η παρουσία της Ακριβούλας δείχνει, τέλος, πόσο επικίνδυνη γίνεται αυτή η ανατροπή των ορίων. Η μικρή ακολουθεί τον ήχο του σουραυλιού, επειδή γοητεύεται από τον μουσικό και τη μουσική του, και έτσι απομακρύνεται από τον ασφαλή δρόμο. Ο Σουραυλής δεν γνωρίζει απαραίτητα την παρουσία της, αλλά ο ήχος του λειτουργεί ως δύναμη έλξης. Το τραγικό αποτέλεσμα είναι ότι «ο θόρυβος του αυλού έκαμε να μη ακουσθή η κραυγή». Το ίδιο όργανο που εκφράζει τη χαρά και τη ζωή καλύπτει τη φωνή ενός παιδιού που πεθαίνει.

   Έτσι, ο Σουραυλής μπορεί να ιδωθεί ως μια αμφίσημη, σχεδόν διονυσιακή μορφή: νέος, βοσκός, κρυμμένος σε έναν χώρο που θυμίζει τάφο, παίζει χαρούμενα το σουραύλι του δίπλα στους νεκρούς. Δεν είναι αναγκαίο να θεωρηθεί ότι αγνοεί τον θάνατο· αντίθετα, η επιλογή του χώρου και η κρυφή παρουσία του επιτρέπουν την υπόθεση ότι παίζει συνειδητά με τα όρια ανάμεσα στο πένθος και τη χαρά, στη ζωή και τον θάνατο, στο ιερό και το βέβηλο. Η ακριβής πρόθεσή του, ωστόσο, παραμένει ανοιχτή, και αυτή ακριβώς η αμφισημία κάνει τον χαρακτήρα του ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, αμφίσημο και προβληματικό.

Η τελική ανατροπή των ορίων

   Στο τέλος, όλα τα όρια που αρχικά φαίνονταν σαφή έχουν διαλυθεί. Η γριά Λούκαινα, ζωντανή, συνεχίζει να μοιρολογά τους νεκρούς της· η Ακριβούλα, που ανήκει στον κόσμο της ζωής και του παιχνιδιού, βρίσκεται νεκρή στη θάλασσα· ο Σουραυλής συνεχίζει αμέριμνος να παίζει «εις την σιγήν της νυκτός»· και η φώκια, ένα ζώο της φύσης, αναλαμβάνει να θρηνήσει το ανθρώπινο παιδί: «ηύρε το μικρόν πνιγμένον σώμα της πτωχής Ακριβούλας, και ήρχισε να το περιτριγυρίζη και να το μοιρολογά».

   Η αντιστροφή αυτή κορυφώνεται στο ίδιο το μοιρολόγι της φώκιας. Η φύση αποκτά ανθρώπινη φωνή, ενώ ο άνθρωπος φαίνεται να χάνει τον έλεγχο απέναντι στις δυνάμεις της φύσης και της μοίρας. Τα «φύκια» γίνονται «στεφάνια» και τα «κοχύλια» «προικιά» της Ακριβούλας. Ο θάνατος μετασχηματίζεται ποιητικά σε έναν γάμο με τη θάλασσα και τη φύση. Έτσι, το φυσικό και το ανθρώπινο, το ιερό και το βέβηλο, η ζωή και ο θάνατος, παύουν να αποτελούν απόλυτα χωρισμένες περιοχές.

   Τελικά, ο Σουραυλής λειτουργεί ως βασικός φορέας της διασάλευσης των ορίων στο διήγημα. Με το σουραύλι του εισάγει τη χαρά και τη ζωτικότητα μέσα στον χώρο του θανάτου, παραβιάζει άθελά του την ιερότητα του Κοιμητηρίου και, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, συνδέεται με την τραγική πορεία της Ακριβούλας. Ο Παπαδιαμάντης παρουσιάζει έτσι έναν κόσμο όπου η ζωή και ο θάνατος δεν είναι αντίθετες και απολύτως διαχωρισμένες πραγματικότητες. Η φύση, ο άνθρωπος, το ιερό και το βέβηλο αλληλοδιαπερνώνται, ενώ η τελική φωνή του πένθους δεν ανήκει καν σε άνθρωπο, αλλά στη φώκια. Η τελευταία φράση, «Σαν να ’χαν ποτέ τελειωμό / τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου», προσδίδει στο διήγημα μια γενικότερη διάσταση. Η παραβίαση των ορίων δεν αφορά μόνο την ιστορία της Ακριβούλας, αλλά εκφράζει τον αέναο κύκλο της ζωής, του θανάτου, της φύσης και του ανθρώπινου πόνου.

 

 

το  Λεξιλόγιον  του διηγήματος «Μοιρολόγι της φώκιας»: 

ανά  παραγράφους (ενδεικτικά)  

 

1η παράγραφος - λεξιλόγιον:

το μοιρολόγι < μοίρα + λόγος < λέγω

τα Μνημούρια = τα μνήματα (εδώ: το νεκροταφείον της Σκιάθου)

το μνημούρι κ’ το μνημόρι  (ΑΜ: το μνημόριον < μνήμη ) 

σημασίες: 1 τάφος, μνήμα, τύμβος /  2. ταφικό μνημείο /  3. φέρετρο

τα μαγκόπαιδα = τα παιδιά του δρόμου, τα χαμίνια, τα αλητόπαιδα, μικροί μάγκες

   ο μάγκας  = (επί Τουρκοκρατίας, Επανάστασης 1821): άτακτος στρατιώτης που ανήκε σε μία μάγκα

   η μάγκα = ομάδα άτακτων πολεμιστών κατά την Τουρκοκρατία και την Επανάσταση του 1821

η  Λούκαινα = η σύζυγος του Λουκά  (ανδρωνυμικό όνομα)

   (  ο Λουκάς: < Lucas < Lucania = κάτοικος περιοχής Ιταλίας )

   η γριά / η γραία

«δακρύζει από το βράχο» = βγάζει λίγο νερό

«με ψίθυρον φωνήν» = ψιθυριστά

    ο,η ψίθυρος, το ψίθυρον (επίθ) (ΑΜΝ)

«έμελπεν»: (παραττικός του μέλπω)

  μέλπω = 1.. εξυμνώ κάποιον με άσματα

                 2. τραγουδώ, άδω, ψάλλω

                3. εδώ: με την έννοια του    «μοιρολογώ»

   ( ο μελπήτωρ, του μελπήτορος (Α) = ο αοιδός, ο τραγουδιστής  )

   ανθρωπωνύμια παραγόμενα εκ του μέλπω:

       η Μελπομένη, ο Εύμολπος, ο Μολπαγόρας

τα όμματα:  τους οφθαλμούς, τα μάτια

  το όμμα, του όμματος (Α)  < θ. οπ –, του Πρκμ όπωπα + καταλ. – μα

  με αφομοίωση του π σε μ (δηλ. 1. οπ-μα, 2. ομ-μα) >

     το ομμάτιον: υποκοριστικό του όμμα

     εκ της υποκοριστικής λέξεως «ομμάτιον» προήλθε η νεοελληνική λέξη: το μάτι

     όμμα > ομμάτιον > ομμάτιν > ομμάτι > μάτι

«όπου εβασίλευεν ο ήλιος» = έπεφτε ο ήλιος

εθώπευον = άγγιζαν, χάϊδευαν

ο  περίβολος < περί + βάλλω = 1. 1ο τείχισμα το οικοδομημένο για να περιορίζει μια έκταση γης, το περιτείχισμα

2. ο περιφραγμένος χώρος

   βλ. τη λ. το  περιβόλιον > το περιβόλι = περιφραγμένη έκταση γης όπου καλλιεργούνται άνθη, φυτά, λαχανικά, δένδρα

«κρατούσα υπό την μασχάλην μία αβασταγήν»

   η αβασταγή = το βασταζόμενο δέμα,  ο μπόγος, το βαστάζι, το ζαλίκι

«είτα να ξεγλυκάνη εις την μικράν βρύσην,  το Γλυφονέρι» =

δηλ. να τα ξεβγάλη (τα ρούχα) στο γλυκό νερό, τα ρούχα που ήταν πλυμένα στη Θάλασσα

το Γλυφονέρι = μικρή βρύση και θέση έξω από την Σκιάθο (τοπωνύμιο)

«όπου δακρύζει από το βράχο»:

   δακρύζει η βρύση = σιγοστάζει λίγο νερό

 

2η παράγραφος - λεξιλόγιον

  «εις το αλώνι του χάρου» (εδώ μεταφορικά): = το νεκροταφείο

   το αλώνιον (ΑΜΝ) = επίπεδος κυκλικός χώρος για τον αποχωρισμό μέσω της τριβής των κόκκων των δημητριακών από το περίβλημά τους

   «εις τον κήπον της φθοράς» (εδώ μεταφορικά): = το νεκροταφείο

θερίζω (ΑΜ) = 1. (κυρ): κόβω καρπούς, σιτηρά, χόρτα με δρεπάνι

                           2. (μτφρ): φονεύω ομαδικά

     βλ. Αισχύλος: «Αρη τον αρότοις θερίζοντα βροτούς»

  «ο χάρος ο θεριστής»

   ο θεριστής, -ού (ΑΝ) = 1. αυτός που θερίζει, αυτός που εκτελεί το θερισμό

                                            2. (μτφρ): αυτός που φονεύει ομαδικά, ο εξολοθρευτής

 

3η παράγραφος – λεξιλόγιον:

   «είχεν υπάγει εις την Αυστραλίαν» = είχε πάει, είχε ξενιτευτεί στην Αυστραλία

    υπάγω < υπό + άγω (ΑΜΝ) = 1. μεταβαίνω, πηγαίνω

                                                         2. κατατάσσω, ταξινομώ

                                                         3. θέτω κάποιον υπό την δικαιοδοσία άλλου

υπανδρευμένη < υπανδρεύω < ύπανδρος

   η ύπανδρος < υπό + ανδρός (ο ανήρ, του ανδρός)

   υπανδρευμένη = παντρεμένη= νυμφευμένη, συζευγμένη

 

4η παράγραφος – λεξιλόγιον:

  « εθήτευε εις το γήρας της » = περνούσε τα γεράματά της

 

5η παράγραφος – λεξιλόγιον:

χθαμαλός = χαμηλός

ο γήλοφος < γη + λόγος = λόφος από χώμα

εφ’ ου < επί ου = επί του οποίου, πάνω στον οποίο

   < δες:  ος, η, ο (Α): αναφορική αντωνυμία > 

τα κλίτη: είναι πληθυντικός του ονόματος το κλίτος, -ους

                  (εδώ: οι κατηφορικές πλαγιές)

   το  κλίτος, του κλίτους (ΑΜ) > κλίνω  = η πλαγιά, η κατηφόρα

αενάως (επίρρ) (Α) = αιώνια, συνέχεια

η πανδέγμων θάλασσα

  η πανδέγμων, -ονος = αυτή που δέχεται τα πάντα

   (βλ. η πανδέκτειρα / η πανδεχής )

ο σαπρός, η σαπρά, το σαπρόν (επίθ) (ΑΜΝ) < θ. σαπ-  εκ του σήπομαι + επίθ. –ρός

σαπρά = σάπια, σαπισμένα

η ανακομιδή (των οστών) (ΜΝ) = η μεταφορά των οστών του τεθνεώτος από τον τάφο στο οστεοφυλάκιο ή στο χωνευτήρι

λείψανα = απομεινάρια, υπολείμματα, κατάλοιπα

  το λείψανον (ΑΜΝ) < λείπω

  η λειψανοθήκη = η θήκη στην οποία γίνεται η εναπόθεση των οστών μετά την ανακομιδή

«συνταφέντα ποτέ μαζί των» = που κάποτε είχαν ενταφιαστεί μαζί τους

ο βόστρυχος, -ου = 1. η μπούκλα, τούφα μαλλιών

                                   2. πλεξούδα μαλλιών

                                   3. (Α) (κυρ): η έλικα του κλήματος

    βοστρυχηδόν (επίρρ) (Α) : σε βοστρύχους, κατά βοστρύχους

 

φρ: «θανάτου λάφυρα» = οι πεθαμένοι και τα πράγματα που φορούν ή τους βάζουν στον τάφο (βλ. κτερίσματα)

εδώ ο θάνατος παρουσιάζεται σαν ο πολεμιστής που προσμετρά μετά την νίκη του στον πόλεμο τα λάφυρά του από τους ηττημένους αντιπάλους του

   το  λάφυρον, -ου (ΑΝ) = συνήθως σε πληθυντικό «τα λάφυρα» :

η πολεμική λεία, τα πράγματα του ηττημένου/νεκρού που διαρπάζονται από τον νικητή στον πόλεμο

   λαφυρολογώ (ΑΝ) = συλλέγω λάφυρα

   λαφυραγωγώ (ΑΝ) = αρπάζω λάφυρα

η λάκκα < λάκκος (Ν) = κοίλο μέρος που το περιζώνουν δένδρα, ξάνοιγμα

το σουραύλι = η φλογέρα

     σουραύλι < σύριγξ + αυλός        

     ( :  η σύριγξ, της σύριγγος: αρχαίο μουσικό όργανον)

     σουραυλίζω = παίζω φλογέρα

δες : 8η παράγραφος στον εσωτερικό μονόλογο της γρια-Λούκαινας τον χαρακτηρισμό της για τον νεαρό βοσκό: «αυτός ο Σουραυλής»

το μαρσίπιον (υποκοριστικόν του μάρσιπος) = σακκίδιον οδοιπόρου

ο φαιδρός, η φαιδρά, το φαιδρόν = χαρούμενος

εκόπασε = σταμάτησε, ανεκόπη, ηρέμησε

να ιδώσι = γ’ πληθυντικόν, Υποτακτική Αορίστου β’ (είδον) του ρ. οράω-ορώ

                     (κανονικά: ίνα ίδωσι)  

 

6η παράγραφος – λεξιλόγιον:

η γολέτα = είδος καραβιού με πανιά

είναι δίστηλο ιστιοφόρο πλοίο που φέρει συνήθως και στους δύο ιστούς ημιολκό ιστίο

       η λ. γολέτα: βενετική «Goleta»

«σηκωμένη στα πανιά»:

σηκώνομαι στα πανιά (ναυτ) = ετοιμάζομαι για απόπλου, ετοιμάζεται το πλοίο για αναχώρηση

    «κάνω πανιά» (ναυτ): = απλώνω τα ιστία του ιστιοφόρου και ετοιμάζομαι να αποπλεύσω, να σαλπάρω

«δεν έπαιρναν τα πανιά της» = δεν φούσκωναν τα πανιά, δεν φούσκωναν τα πανιά της στον αγέρα, δεν άνοιγαν

«δεν έκαμπτεν τον κάβον» = δεν περνούσε έξω από τον κάβο (: το ακρωτήριο)

    ο κάβος (Μ) = 1. ακρωτήριον (ψηλό και απόκρημνο)

                              2. χοντρό σχοινί των πλοίων  

εθέλχθη (Παθητικός  Αόριστος του ρ. θέλγομαι) = γοητεύθηκε, σαγηνεύθηκε

ετέρπετο  (Παρατατικός του ρ. τέρπομαι) = ευαρεστείτο

ελικνίζετο = κουνιόταν, λικνιζόταν

   το  λίκνον = η κούνια του νεογέννητου

  είχε ξεκλεφθή = είχε ξεφύγει

   η Ακριβούλα, η Ακριβή, η Ακρίβω < ο,η ακριβής, -ές =

     1. ο τέλειος εις το είδος του, άρα η τέλεια

     2. αφού είναι τέλεια είναι και ακριβή με την οικονομική σημασία της λέξης (αξίζει)

η μάμμη = η γιαγιά

   η «μάμμη»:  αρχαία ελληνική λέξη (ηχοποιημένη)

   αρχική σημασία της λέξης: ο μαστός της μητέρας

   < η «μάμμη» / η μαμμα   (ΑΜ) = η μητέρα >

   (η λέξη μαμμή = μαία προέρχεται από τον ίδιο τύπο με καταβίβαση του τόνου)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ

eleftherografos.blogspot.com

[ ανάρτηση 24 Σεπτεμβρίου 2026 :  

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

«Το μοιρολόγι της φώκιας»

διήγημα 1908

Λίγα Σχόλια

Αφηγηματολογία ]

 

 

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης "Το μοιρολόγι της φώκιας" διήγημα 1908 Λίγα Σχόλια Αφηγηματολογία

  Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης   « Το μοιρολόγι της φώκιας » διήγημα 1908   Λίγα Σχόλια Αφηγηματολογία         Θεωρείται από τα κα...