Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θείος και ανηψιά στην αρχαία ελληνική μυθολογία και Ιστορία Αρχαιογνωσία ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θείος και ανηψιά στην αρχαία ελληνική μυθολογία και Ιστορία Αρχαιογνωσία ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

θείος και ανηψιά στην αρχαία ελληνική μυθολογία και Ιστορία Αρχαιογνωσία ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ

 


πατρικός θείος και ανηψιά

μητρικός θείος και ανηψιά

στην αρχαία ελληνική μυθολογία

και Ιστορία

Αρχαιογνωσία

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ

 

 

αρχαία ελληνική μυθολογία

    Ερωτικές σχέσεις μεταξύ πατρικού θείου και ανιψιάς στην αρχαία ελληνική μυθολογία

    Η συγγενική σχέση μεταξύ πατρικού θείου, δηλαδή του αδελφού του πατέρα, και ανιψιάς, δηλαδή της θυγατέρας του αδελφού του, αποτελεί μια ιδιαίτερη κατηγορία συγγένειας στο πλαίσιο των αρχαίων ελληνικών μυθολογικών γενεαλογιών. Αν και δεν αποτελεί από τα συχνότερα ερωτικά μοτίβα της ελληνικής μυθολογίας, σε ορισμένες παραδόσεις η συγκεκριμένη συγγένεια συνδέεται με ερωτική επιθυμία, ένωση, γάμο ή άλλες μορφές υπέρβασης των καθιερωμένων συγγενικών ορίων.

    Η εξέταση του φαινομένου απαιτεί αυστηρή γενεαλογική και φιλολογική προσέγγιση. Δεν αρκεί η διαπίστωση ότι δύο μυθολογικά πρόσωπα είναι συγγενείς· πρέπει να προσδιορίζεται με ακρίβεια ο βαθμός συγγένειας και να εξετάζεται αν η αρχαία πηγή πράγματι παρουσιάζει μεταξύ τους ερωτική σχέση. Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, επειδή οι μεταγενέστεροι μυθογράφοι συχνά διαφοροποιούν ή συγχωνεύουν παλαιότερες παραδόσεις.

    Στο μυθολογικό επίπεδο, η ερωτική σχέση μεταξύ θείου και ανιψιάς μπορεί να λειτουργήσει ως στοιχείο που διαταράσσει την κανονική οικογενειακή τάξη. Η παραβίαση των συγγενικών ορίων συνδέεται συχνά με ευρύτερα ζητήματα που χαρακτηρίζουν την ελληνική μυθολογία: τη διεκδίκηση της εξουσίας, τη διαδοχή, τη διατήρηση της γενεαλογικής γραμμής, τον γάμο ως πολιτική συμμαχία και τη σύγκρουση μεταξύ προσωπικής επιθυμίας και κοινωνικού κανόνα.

    Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν η σχέση αφορά θεότητες. Οι θεϊκές γενεαλογίες δεν ταυτίζονται πάντοτε με τα πρότυπα συγγένειας και γάμου που ίσχυαν στην ανθρώπινη κοινωνία. Οι ενώσεις μεταξύ συγγενών, επομένως, μπορούν να αποκτούν κοσμογονική ή δυναστική λειτουργία και δεν πρέπει αυτομάτως να ερμηνεύονται με τα ίδια κριτήρια που εφαρμόζονται στις ιστορίες των θνητών ηρώων.

     Στις περιπτώσεις θνητών ηρώων, αντιθέτως, η ερωτική προσέγγιση συγγενικού προσώπου μπορεί να αποκτήσει δραματικό χαρακτήρα. Η μυθολογική αφήγηση μπορεί να παρουσιάζει τη σχέση ως αμοιβαία επιθυμία, ως επιδίωξη γάμου, ως μονομερή ερωτική διεκδίκηση ή ως πράξη εξουσιαστικής επιβολής. Η διάκριση μεταξύ αυτών των κατηγοριών είναι απαραίτητη, διότι η σύγχρονη έννοια του «ερωτικού δεσμού» δεν μπορεί να εφαρμοστεί αδιαφοροποίητα σε όλες τις αρχαίες αφηγήσεις.

    Από φιλολογική άποψη, ιδιαίτερη σημασία έχει η σύγκριση των διαφορετικών παραδόσεων. Ένα επεισόδιο μπορεί να απουσιάζει από τις αρχαιότερες ποιητικές πηγές και να εμφανίζεται μόνο σε μεταγενέστερο μυθογραφικό έργο. Σε άλλες περιπτώσεις, διαφορετικοί συγγραφείς μπορεί να διατηρούν διαφορετικές γενεαλογίες για τα ίδια πρόσωπα. Συνεπώς, η χρονολόγηση της πηγής και η διάκριση μεταξύ παλαιότερης και μεταγενέστερης παράδοσης είναι θεμελιώδεις για την αξιολόγηση κάθε σχετικού παραδείγματος.

    Το ζήτημα παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον από την άποψη της ανθρωπολογίας της συγγένειας. Η ελληνική μυθολογία χρησιμοποιεί συχνά τις συγγενικές σχέσεις για να οργανώσει την αφήγηση γύρω από την κληρονομικότητα, τη νομιμότητα, την εξουσία και τη μεταβίβαση της κοινωνικής θέσης. Όταν μια ερωτική σχέση υπερβαίνει τα αναμενόμενα όρια της συγγένειας, η αφήγηση μπορεί να μετατρέψει αυτή την υπέρβαση σε αφετηρία σύγκρουσης ή σε μηχανισμό που εξηγεί την εξέλιξη μιας δυναστείας.

    Επομένως, οι ερωτικές σχέσεις μεταξύ πατρικού θείου και ανιψιάς στην αρχαία ελληνική μυθολογία δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται απλώς ως παραδείγματα σεξουαλικής παραβίασης της συγγένειας. Αποτελούν ένα σύνθετο μυθολογικό φαινόμενο, στο οποίο αλληλεπιδρούν η γενεαλογία, η επιθυμία, ο γάμος, η εξουσία και η κοινωνική τάξη. Η επιστημονική μελέτη τους προϋποθέτει ακριβή ανασύνθεση των συγγενικών σχέσεων και παράλληλη εξέταση των πρωτογενών πηγών, ώστε να διακρίνεται η αρχαία μαρτυρία από τις μεταγενέστερες ερμηνείες και ανακατασκευές.

 

 

περιπτώσεις θνητών ηρώων στην αρχαία ελληνική μυθολογία

 

 

πατρικός θείος και ανηψιά

    Η έρευνα των θνητών ηρώων και βασιλικών γενεών δίνει πράγματι αρκετά σαφέστερα αποτελέσματα. Μάλιστα, στις αρχαίες μυθογραφικές πηγές υπάρχουν ρητές περιπτώσεις γάμου ή μνηστείας ανάμεσα σε άνδρα και την κόρη του αδελφού του.

 

1. Αλκίνοος και Αρήτη

   Η περίπτωση του Αλκινόου και της Αρήτης είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή δεν πρόκειται απλώς για μια μεταγενέστερη γενεαλογική υπόθεση αλλά για σχέση που παρουσιάζεται μέσα στην Οδύσσεια.

    Ο Όμηρος παραδίδει τη γενεαλογία με σαφήνεια. Ο Ναυσίθοος είχε δύο γιους, τον Ρηξήνορα και τον Αλκίνοο. Ο Ρηξήνωρ απέκτησε μία κόρη, την Αρήτη. Ο Αλκίνοος, αδελφός του Ρηξήνορα, πήρε την Αρήτη ως σύζυγό του. Επομένως, η Αρήτη είναι κόρη του αδελφού του Αλκινόου και συνεπώς ανιψιά του, ενώ ο Αλκίνοος είναι ο πατρικός της θείος.

    Η συγκεκριμένη πληροφορία βρίσκεται στην Οδύσσεια, ραψωδία η΄ (7), στίχους 54–68 περίπου, και μάλιστα το κείμενο του Ομήρου είναι αρκετά σαφές ώστε η συγγένεια να προκύπτει άμεσα από τη διαδοχή των στίχων.

    Το σχετικό απόσπασμα αρχίζει με τη γενεαλογία του Ναυσίθοου και των δύο γιων του. Το αρχαίο κείμενο έχει ως εξής:

Ναυσίθοον μὲν πρῶτα Ποσειδάων ἐνοσίχθων
γείνατο καὶ Περίβοια, γυναικῶν εἶδος ἀρίστη,
ὁπλοτάτη θυγάτηρ μεγαλήτορος Εὐρυμέδοντος,
ὅς ποθ᾽ ὑπερθύμοισι Γιγάντεσσιν βασίλευεν.
ἀλλ᾽ ὁ μὲν ὤλεσε λαὸν ἀτάσθαλον, ὤλετο δ᾽ αὐτός·
τῇ δὲ Ποσειδάων ἐμίγη καὶ ἐγείνατο παῖδα
Ναυσίθοον μεγάθυμον, ὃς ἐν Φαίηξιν ἄνασσε·
Ναυσίθοος δ᾽ ἔτεκεν Ῥηξήνορά τ᾽ Ἀλκίνοόν τε.
τὸν μὲν ἄκουρον ἐόντα βάλ᾽ ἀργυρότοξος Ἀπόλλων
νυμφίον ἐν μεγάρῳ, μίαν οἴην παῖδα λιπόντα
Ἀρήτην· τὴν δ᾽ Ἀλκίνοος ποιήσατ᾽ ἄκοιτιν,
καί μιν ἔτισ᾽, ὡς οὔ τις ἐπὶ χθονὶ τίεται ἄλλη,
ὅσσαι νῦν γε γυναῖκες ὑπ᾽ ἀνδράσιν οἶκον ἔχουσιν.
ὣς κείνη περὶ κῆρι τετίμηταί τε καὶ ἔστιν
ἔκ τε φίλων παίδων ἔκ τ᾽ αὐτοῦ Ἀλκινόοιο
καὶ λαῶν, οἵ μίν ῥα θεὸν ὣς εἰσορόωντες
δειδέχαται μύθοισιν, ὅτε στείχῃσ᾽ ἀνὰ ἄστυ.

Το κρίσιμο σημείο είναι οι στίχοι:

«Ναυσίθοος δ᾽ ἔτεκεν Ῥηξήνορά τ᾽ Ἀλκίνοόν τε. τὸν μὲν ἄκουρον ἐόντα βάλ᾽ ἀργυρότοξος Ἀπόλλων νυμφίον ἐν μεγάρῳ, μίαν οἴην παῖδα λιπόντα Ἀρήτην· τὴν δ᾽ Ἀλκίνοος ποιήσατ᾽ ἄκοιτιν...»

    Η μετάφραση στα νέα ελληνικά είναι: «Ο Ναυσίθοος απέκτησε τον Ρηξήνορα και τον Αλκίνοο. Τον Ρηξήνορα, ενώ ήταν ακόμη νυμφίος, τον χτύπησε ο Απόλλων με το αργυρό του τόξο μέσα στο σπίτι του, και άφησε πίσω του μοναδική κόρη, την Αρήτη. Αυτήν ο Αλκίνοος έκανε σύζυγό του και την τίμησε περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα που ζει σήμερα κάτω από την εξουσία ανδρός.»

   Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική απόδειξη. Ο Όμηρος λέει πρώτα ότι ο Ναυσίθοος γέννησε δύο γιους, τον Ρηξήνορα και τον Αλκίνοο: «Ναυσίθοος δ᾽ ἔτεκεν Ῥηξήνορά τ᾽ Ἀλκίνοόν τε». Αμέσως μετά πληροφορεί τον ακροατή ότι ο Ρηξήνωρ πέθανε αφήνοντας μία μοναδική κόρη, την Αρήτη: «μίαν οἴην παῖδα λιπόντα Ἀρήτην». Και αμέσως κατόπιν αναφέρει ότι «τὴν δ᾽ Ἀλκίνοος ποιήσατ᾽ ἄκοιτιν», δηλαδή «αυτήν ο Αλκίνοος έκανε σύζυγό του».

    Επομένως η συγγένεια δεν δηλώνεται από τον Όμηρο με τη μεταγενέστερη ορολογία «θείος» και «ανιψιά», αλλά προκύπτει απολύτως καθαρά από τη γενεαλογική ακολουθία του κειμένου. Ο Ρηξήνωρ και ο Αλκίνοος είναι αδελφοί, επειδή και οι δύο είναι τέκνα του Ναυσίθοου. Η Αρήτη είναι η μοναδική κόρη του Ρηξήνορα. Συνεπώς η Αρήτη είναι η κόρη του αδελφού του Αλκινόου, δηλαδή η πατρική του ανιψιά. Ο Αλκίνοος, από την άλλη πλευρά, είναι ο πατρικός θείος της Αρήτης.

    Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ομηρική έκφραση «ποιήσατ᾽ ἄκοιτιν». Το ουσιαστικό ἄκοιτις σημαίνει «σύζυγος», «γυναίκα», και επομένως η διατύπωση «Ἀλκίνοος ποιήσατ᾽ ἄκοιτιν» σημαίνει ότι ο Αλκίνοος την έκανε σύζυγό του. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για απλή ερωτική προσέγγιση ή για μια αμφίβολη παράδοση σχετικά με την Αρήτη. Η Οδύσσεια παρουσιάζει την Αρήτη ως σύζυγο του Αλκινόου.

    Η ίδια παράδοση επιβεβαιώνεται και από τη συνέχεια της Οδύσσειας, όπου η Αρήτη εμφανίζεται ως βασίλισσα των Φαιάκων και ως σύζυγος του Αλκινόου. Η λεξικογραφική τεκμηρίωση της ίδιας ομηρικής παράδοσης στη σύγχρονη έκδοση της Perseus χαρακτηρίζει επίσης την Αρήτη ως κόρη του Ρηξήνορα και ανιψιά και σύζυγο του Αλκινόου, παραπέμποντας ειδικά στην Οδύσσεια 7.54 και εξής.

    Η παραπομπή είναι: Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, ραψωδία η΄ (7), στ. 54–68, ιδίως στ. 56–65.

    Η ομηρική διατύπωση έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι δεν παρουσιάζει τη σχέση ως παράνομη ή ως κρυφή ερωτική παρέκκλιση. Αντίθετα, η Αρήτη παρουσιάζεται ως σύζυγος του Αλκινόου και βασίλισσα των Φαιάκων. Ο Όμηρος μάλιστα υπογραμμίζει την εξαιρετική τιμή που της αποδίδει ο Αλκίνοος και την κοινωνική της θέση μέσα στο βασιλικό οίκο.

   Στην αρχαία ελληνική μυθολογία όπου θνητός βασιλιάς παντρεύεται την κόρη του αδελφού του, η περίτωση Αρήτης και Αλκίνοου είναι από τα πλέον σαφή παραδείγματα.

    Υπάρχει όμως μια σημαντική φιλολογική επιφύλαξη: οι Φαίακες έχουν ιδιαίτερο, σχεδόν «ηρωικό» και οριακά υπερφυσικό χαρακτήρα στην Οδύσσεια. Παρ' όλα αυτά, ο Αλκίνοος και η Αρήτη παρουσιάζονται ως θνητοί βασιλείς, όχι ως θεότητες.

 

 

2. Ηλεκτρύων και Αναξώ

    Ακόμη καθαρότερο είναι το παράδειγμα του Ηλεκτρύονα και της Αναξούς στην παράδοση που καταγράφει ο Ψευδο-Απολλόδωρος.

    Ο Αλκαίος και ο Ηλεκτρύων είναι αδέλφια. Η Αναξώ είναι κόρη του Αλκαίου. Επομένως ο Ηλεκτρύων είναι πατρικός θείος της Ανάξως.

    Το αρχαίο κείμενο του Ψευδο-Απολλοδώρου λέει πράγματι ότι ο Ηλεκτρύων παντρεύτηκε την Αναξώ, αλλά δεν λέει ότι ο Ηλεκτρύων είναι αδελφός του Αλκαίου με την ακριβή φράση του συγκεκριμένου χωρίου. Αυτό προκύπτει από την αμέσως προηγούμενη γενεαλογία, όπου και οι δύο παρουσιάζονται ως γιοι του Περσέα. Επομένως η συγγένεια θείου–ανιψιάς είναι γενεαλογικά τεκμηριωμένη.

   Η πηγή είναι η Ψευδο-Απολλοδώρου, Βιβλιοθήκη (Bibliotheca), Βιβλίο 2, κεφάλαιο 4, §5, δηλαδή 2.4.5. Το έργο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σωζόμενα αρχαία μυθογραφικά συγγράμματα. Το σχετικό χωρίο βρίσκεται στην αφήγηση της γενεαλογίας του Περσέα και των απογόνων του.

    Το αρχαίο ελληνικό κείμενο: «Ἠλεκτρύων δὲ γήμας τὴν Ἀλκαίου θυγατέρα Ἀναξώ, ἐγέννησε θυγατέρα μὲν Ἀλκμήνην, παῖδας δὲ Στρατοβάτην, Γοργοφόνον, Φυλόνομον, Κελαινέα, Ἀμφίμαχον, Λυσίνομον, Χειρίμαχον, Ἀνάκτορα, Ἀρχέλαον, μετὰ δὲ τούτους καὶ νόθον ἐκ Φρυγίας γυναικὸς Μιδείας Λικύμνιον.»

   Η λέξη γήμας είναι το αόριστο ενεργητικό μετοχικό του γαμέω, δηλαδή «αφού παντρεύτηκε / έχοντας λάβει ως σύζυγο». Δεν πρόκειται λοιπόν για αμφίσημη διατύπωση περί απλής ερωτικής επιθυμίας.

   Μετάφραση στα νέα ελληνικά:  «Ο Ηλεκτρύων, αφού παντρεύτηκε την Ανάξω, την κόρη του Αλκαίου, απέκτησε ως κόρη την Αλκμήνη και ως γιους τον Στρατοβάτη, τον Γοργοφόνο, τον Φυλόνομο, τον Κελαινέα, τον Αμφίμαχο, τον Λυσίνομο, τον Χειρίμαχο, τον Ανάκτορα και τον Αρχέλαο· και ύστερα απέκτησε επίσης τον νόθο γιο Λικύμνιο από τη Μιδεία, μια γυναίκα από τη Φρυγία.»

   Η μετάφραση «παντρεύτηκε» αποδίδει εδώ το γήμας.

Πώς αποδεικνύεται ότι είναι θείος και ανιψιά;

    Για να κατανοηθεί η συγγένεια, πρέπει να διαβαστεί και το αμέσως προηγούμενο τμήμα του ίδιου §2.4.5. Ο Ψευδο-Απολλόδωρος αναφέρει ότι ο Περσέας απέκτησε στη Μυκήνα τους γιους: «Ἀλκαῖον καὶ Σθένελον καὶ Ἕλειον Μήστορά τε καὶ Ἠλεκτρύωνα» δηλαδή: «τον Αλκαίο, τον Σθένελο, τον Ήλειο, τον Μήστορα και τον Ηλεκτρύονα».

    Στη συνέχεια λέει: «Ἀλκαῖος δὲ ... ἐγέννησε ... Ἀνάξω» και συγκεκριμένα: «Ἀλκαῖος ἔσχε παῖδα Ἀμφιτρύωνα καὶ θυγατέρα Ἀναξώ...» δηλαδή: «Ο Αλκαίος απέκτησε έναν γιο, τον Αμφιτρύωνα, και μια κόρη, την Ανάξω...»

Ο Ψευδο-Απολλόδωρος αναφέρει ρητά ότι ο Ηλεκτρύων παντρεύτηκε την Ανάξω.

Η σημασία της Αλκμήνης

   Το αποτέλεσμα της ένωσης είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ελληνική μυθολογία, διότι ο Ψευδο-Απολλόδωρος αναφέρει αμέσως μετά ότι από τον Ηλεκτρύονα και την Ανάξω γεννήθηκε η Αλκμήνη:  «ἐγέννησε θυγατέρα μὲν Ἀλκμήνην» δηλαδή «απέκτησε ως κόρη την Αλκμήνη». Η Αλκμήνη είναι βεβαίως η μητέρα του Ηρακλή. Συνεπώς η συγκεκριμένη ένωση βρίσκεται μέσα στην ίδια τη γενεαλογική αλυσίδα που οδηγεί στον Ηρακλή. Η συγκεκριμένη σχέση συνδέεται επομένως άμεσα με τον μεγάλο οίκο του Περσέα και του Ηρακλή.

   Στη Βιβλιοθήκη του Ψευδο-Απολλοδώρου απαντούν τρεις περιπτώσεις στις οποίες η μυθολογική παράδοση συνδέει έναν άνδρα με την κόρη του αδελφού του, δηλαδή με την πατρική του ανιψιά.

   Η σημαντικότερη για το παρόν ζήτημα είναι η περίπτωση του Ηλεκτρύονος και της Ανάξως, η οποία βρίσκεται στο Β΄ βιβλίο, κεφάλαιο 4, παράγραφος 5 της Βιβλιοθήκης (2.4.5). Στο σχετικό χωρίο ο Ψευδο-Απολλόδωρος γράφει: «Ἀλκαῖος δὲ ἔσχε παῖδα Ἀμφιτρύωνα καὶ θυγατέρα Ἀναξώ, Ἠλεκτρύων δὲ γήμας τὴν Ἀλκαίου θυγατέρα Ἀναξώ, ἐγέννησε θυγατέρα μὲν Ἀλκμήνην, παῖδας δὲ Στρατοβάτην, Γοργοφόνον, Φυλόνομον, Κελαινέα, Ἀμφίμαχον, Λυσίνομον, Χειρίμαχον, Ἀνάκτορα, Ἀρχέλαον, μετὰ δὲ τούτους καὶ νόθον ἐκ Φρυγίας γυναικὸς Μιδείας Λικύμνιον.» Το χωρίο μπορεί να αποδοθεί στα νέα ελληνικά ως εξής: «Ο Αλκαίος απέκτησε έναν γιο, τον Αμφιτρύωνα, και μία κόρη, την Ανάξω. Ο Ηλεκτρύων, αφού παντρεύτηκε την Ανάξω, την κόρη του Αλκαίου, απέκτησε ως κόρη την Αλκμήνη και ως γιους τον Στρατοβάτη, τον Γοργοφόνο, τον Φυλόνομο, τον Κελαινέα, τον Αμφίμαχο, τον Λυσίνομο, τον Χειρίμαχο, τον Ανάκτορα και τον Αρχέλαο· και μετά από αυτούς απέκτησε επίσης τον νόθο γιο Λικύμνιο από τη Μιδεία, μια γυναίκα από τη Φρυγία.»

   Η συγγενική σχέση δεν δηλώνεται μέσα στην ίδια πρόταση με τον όρο «θείος» ή «ανιψιά», αλλά προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια από τη γενεαλογία που δίνει ο ίδιος ο μυθογράφος. Ο Αλκαίος και ο Ηλεκτρύων παρουσιάζονται ως γιοι του Περσέα, επομένως είναι αδελφοί. Ο Αλκαίος έχει ως κόρη την Ανάξω. Συνεπώς ο Ηλεκτρύων, ως αδελφός του Αλκαίου, είναι ο πατρικός θείος της Ανάξως. Η κρίσιμη λέξη του χωρίου είναι «γήμας», μετοχή αορίστου του ρήματος γαμέω, η οποία δηλώνει γάμο ή σύναψη συζυγικής σχέσης. Επομένως η πηγή δεν περιορίζεται σε αναφορά ερωτικής επιθυμίας ή ερωτικής προσέγγισης· παρουσιάζει ρητά την Ανάξω ως σύζυγο του Ηλεκτρύονος.

   Η σημασία του επεισοδίου ενισχύεται από το γεγονός ότι ο Ψευδο-Απολλόδωρος συνδέει άμεσα αυτή την ένωση με τη γέννηση της Αλκμήνης, η οποία αποτελεί καίριο πρόσωπο της ηρακλείδας γενεαλογίας. Η φράση «ἐγέννησε θυγατέρα μὲν Ἀλκμήνην» δηλώνει ότι η Αλκμήνη γεννήθηκε από την ένωση του Ηλεκτρύονος και της Ανάξως. Η Αλκμήνη θα γίνει αργότερα μητέρα του Ηρακλή, γεγονός που εντάσσει τη συγκεκριμένη ένωση στην ευρύτερη γενεαλογική παράδοση του οίκου του Περσέα και του Ηρακλή.

 

 

3. Βούτης και Χθονία

    Μια τρίτη περίπτωση είναι ο Βούτης και η Χθονία, στην αθηναϊκή γενεαλογική παράδοση.

    Ο Ερεχθέας και ο Βούτης ήταν αδελφοί. Ο Ερεχθέας είχε κόρη τη Χθονία. Ο Απολλόδωρος αναφέρει ρητά ο Ερεχθέας είχε την κόρη Χθονία, η Χθονία παντρεύτηκε τον Βούτη, ο Βούτης ήταν αδελφός του Ερεχθέα.

   Η συγκεκριμένη περίπτωση βρίσκεται στο Γ΄ βιβλίο, κεφάλαιο 15, παράγραφος 1, όπου αναφέρεται η Χθονία, κόρη του Ερεχθέα, και ο Βούτης, αδελφός του Ερεχθέα. Το αρχαίο κείμενο περιλαμβάνει τη σαφή φράση «Χθονία δὲ ἐγάμετο Βούτην», η οποία σημαίνει «Η Χθονία παντρεύτηκε τον Βούτη». Εφόσον ο Βούτης είναι αδελφός του Ερεχθέα και η Χθονία θυγατέρα του Ερεχθέα, η συγγενική σχέση είναι και εδώ εκείνη του πατρικού θείου με την ανιψιά του.

 

    Η περίπτωση έχει επιπλέον ενδιαφέρον επειδή ο Βούτης δεν είναι ένας τυχαίος δευτερεύων χαρακτήρας. Συνδέεται με τη θρησκευτική και ηρωική παράδοση της Αθήνας· ο Απολλόδωρος σημειώνει ότι η γενιά των Βουτάδων ανάγει την καταγωγή της σε αυτόν και ότι υπήρχε βωμός αφιερωμένος στον Βούτη στο Ερέχθειο.

 

4. Φινεύς και Ανδρομέδα — μνηστεία

Εδώ έχουμε μια διαφορετική κατηγορία.

    Ο Φινεύς ήταν αδελφός του Κηφέα. Η Ανδρομέδα ήταν κόρη του Κηφέα. Συνεπώς ο Φινεύς ήταν πατρικός θείος της Ανδρομέδας.

    Ο Απολλόδωρος αναφέρει ότι η Ανδρομέδα είχε αρχικά μνηστευθεί τον Φινέα. Όταν όμως ο Περσέας την απελευθέρωσε από το θαλάσσιο τέρας, ο Κηφέας έδωσε την Ανδρομέδα στον Περσέα ως σύζυγο. Ο Φινεύς αντέδρασε και συνωμότησε εναντίον του Περσέα.

    Η συγκεκριμένη περίπτωση συναντάται στο Β΄ βιβλίο, κεφάλαιο 4, παράγραφος 3, όπου ο Ψευδο-Απολλόδωρος αναφέρεται στην Ανδρομέδα και στον Φινέα. Ο Φινεύς είναι αδελφός του Κηφέα, ενώ η Ανδρομέδα είναι κόρη του Κηφέα. Επομένως ο Φινεύς είναι επίσης πατρικός θείος της γυναίκας με την οποία συνδέεται. Η διαφορά είναι ότι εδώ η πηγή δεν περιγράφει τελεσμένο γάμο αλλά μνηστεία. Το σχετικό επεισόδιο επομένως δεν πρέπει να εξομοιώνεται με την περίπτωση Ηλεκτρύονος–Ανάξως ως προς τη μορφή της σχέσης.

     Η σχέση, ωστόσο, πρέπει να χαρακτηριστεί μνηστεία και όχι τελεσμένος γάμος, τουλάχιστον στην εκδοχή του Απολλοδώρου. Αυτό είναι σημαντικό, διότι δεν πρέπει να παρουσιάσουμε όλες τις περιπτώσεις ως ισοδύναμες.

 

     Οι τέσσερις περιπτώσεις δεν έχουν όλες το ίδιο βάρος. Οι Αλκίνοος–Αρήτη, Ηλεκτρύων–Ανάξω και Βούτης–Χθονία αποτελούν σαφείς περιπτώσεις γάμου θείου με ανιψιά, ενώ Φινεύς–Ανδρομέδα αποτελεί περίπτωση μνηστείας που τελικά δεν ολοκληρώνεται.

    Επομένως, αν περιοριστεί αυστηρά η έρευνα σε θνητούς ήρωες, βασιλείς και ηρωικές γενεαλογίες —και αποκλειστούν οι θεοί—, υπάρχει πράγματι ένα αναγνωρίσιμο μυθολογικό σύνολο όπου η σχέση πατρικού θείου–ανιψιάς αποκτά συζυγικό χαρακτήρα.

    Το πιο ενδιαφέρον δεν είναι ότι οι μύθοι «περιγράφουν απαγορευμένο έρωτα» με τη σύγχρονη έννοια. Οι πηγές, ιδίως ο Όμηρος και ο Απολλόδωρος, παρουσιάζουν αρκετές από αυτές τις ενώσεις ως γάμους ή μνηστείες, χωρίς να τις αφηγούνται αναγκαστικά ως κρυφές ή παραβατικές ερωτικές σχέσεις. Αυτό αποτελεί ουσιώδη διαφορά μεταξύ της σύγχρονης έννοιας της αιμομιξίας και του τρόπου με τον οποίο οι συγκεκριμένες μυθολογικές γενεαλογίες οργανώνουν τη συγγένεια.

 

 

5α. Τυρώ και Κρηθεύς

5β. Τυρώ και Σίσυφος

    Η πιο σημαντική πρόσθετη περίπτωση είναι η Τυρώ και ο Κρηθεύς. Η Τυρώ είναι κόρη του Σαλμωνέα, ενώ ο Κρηθεύς είναι αδελφός του Σαλμωνέα. Ο Ψευδο-Απολλόδωρος τοποθετεί τη σχετική παράδοση στη Βιβλιοθήκη Α΄ 9.8–11. Στο Α΄ 9.8 αναφέρει ότι η Τυρώ, κόρη του Σαλμωνέα, ανατράφηκε από τον Κρηθέα, ο οποίος ήταν αδελφός του Σαλμωνέα, και στο Α΄ 9.11 δηλώνει ρητά ότι ο Κρηθεύς παντρεύτηκε την Τυρώ. Α

    Αυτό σημαίνει ότι, με βάση τη συγκεκριμένη γενεαλογία, ο Κρηθεύς είναι πατρικός θείος της Τυρώς. Πρόκειται λοιπόν για ακόμη μία σαφή περίπτωση γάμου μεταξύ πατρικού θείου και ανιψιάς. Η περίπτωση είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα επειδή η Τυρώ είναι συγχρόνως η ηρωίδα πολλών διαφορετικών γενεαλογικών παραδόσεων: από τον Ποσειδώνα απέκτησε τον Πηλέα και τον Νηλέα, ενώ από τον Κρηθέα απέκτησε τον Αίσονα, τον Φέρη και τον Αμυθάονα.

    Υπάρχει μάλιστα δεύτερη, διαφορετική παράδοση για την ίδια Τυρώ, η οποία συνδέει την Τυρώ με τον άλλο αδελφό του πατέρα της, τον Σίσυφο. Ο Σίσυφος και ο Σαλμωνεύς παρουσιάζονται ως αδελφοί, και η Τυρώ είναι κόρη του Σαλμωνέα. Επομένως ο Σίσυφος είναι επίσης πατρικός θείος της Τυρώς.

   Στον Ψευδο-Υγίνο, Fabulae 60, ο Απόλλων δίνει στον Σίσυφο χρησμό ότι, εάν αποκτήσει παιδιά από την Τυρώ, την κόρη του αδελφού του Σαλμωνέα, τα παιδιά αυτά θα εκδικηθούν τον Σαλμωνέα. Ο Σίσυφος ακολουθεί τον χρησμό και γεννιούνται δύο γιοι από την Τυρώ, τους οποίους εκείνη σκοτώνει όταν πληροφορείται την προφητεία.

    Εδώ, όμως, χρειάζεται μια σημαντική διάκριση από την περίπτωση Κρηθέα–Τυρώς. Η παράδοση του Σισύφου δεν παρουσιάζεται στον Ψευδο-Υγίνο ως γάμος. Η λατινική διατύπωση είναι «si ex compressu Tyronis Salmonei fratris filiae procreasset liberos», δηλαδή, κατά λέξη, ότι αν αποκτούσε παιδιά από τη σεξουαλική ένωση με την Τυρώ, την κόρη του αδελφού του Σαλμωνέα. Πρόκειται επομένως για σαφή ερωτική/σεξουαλική ένωση θείου και ανιψιάς, αλλά όχι για ρητά δηλωμένο γάμο.

    Η περίπτωση της Τυρώς είναι συνεπώς εξαιρετικά σημαντική για τη συνολική έρευνα, διότι η ίδια η ηρωίδα συνδέεται σε διαφορετικές παραδόσεις με δύο πατρικούς θείους της: με τον Κρηθέα ως σύζυγός του και με τον Σίσυφο ως ερωτική σύντροφος και μητέρα των παιδιών του. Η παράδοση του Κρηθέα–Τυρώς εμφανίζεται στον Ψευδο-Απολλόδωρο και στον Διόδωρο, ενώ η παράδοση Σισύφου–Τυρώς διασώζεται χαρακτηριστικά στον Ψευδο-Υγίνο.

    Ο Διόδωρος, πάντως, στην αφήγησή του για την Τυρώ παρουσιάζει τον γάμο της με τον Κρηθέα χωρίς να τονίζει μέσα στο ίδιο χωρίο τη συγγένεια θείου–ανιψιάς· αυτή προκύπτει από τη γενεαλογία του, αφού ο Σαλμωνεύς και ο Κρηθεύς είναι αδελφοί.

   Άρα, εάν καταρτίσουμε αυστηρό κατάλογο των θνητών μυθολογικών προσώπων, το υλικό που έχουμε μέχρι στιγμής είναι μεγαλύτερο από όσο φαινόταν αρχικά. Έχουμε τον Αλκίνοο και την Αρήτη, τον Ηλεκτρύονα και την Ανάξω, τον Βούτη και τη Χθονία, τον Διμοίτη και την Ευώπη, καθώς και τον Κρηθέα και την Τυρώ ως σαφείς περιπτώσεις γάμου πατρικού θείου με ανιψιά. Ο Φινεύς και η Ανδρομέδα αποτελούν περίπτωση μνηστείας, ενώ ο Σίσυφος και η Τυρώ περίπτωση ερωτικής/σεξουαλικής ένωσης χωρίς την ίδια σαφή δήλωση γάμου.

 

 

6. Διμοίτης και Ευώπη

    Μία από τις πλέον σαφείς πρόσθετες περιπτώσεις είναι εκείνη του Διμοίτη και της Ευώπης, την οποία παραδίδει ο Παρθένιος ο Νικαεύς στο έργο του Περὶ ἐρωτικῶν παθημάτων, στην ιστορία 31, «Περὶ Διμοίτου».

    Ο Παρθένιος αναφέρει ότι ο Διμοίτης παντρεύτηκε την Ευώπη, την κόρη του αδελφού του Τροιζήνος. Η διατύπωση της πηγής είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή δεν απαιτεί μεταγενέστερη γενεαλογική ανασύνθεση για να προσδιοριστεί η συγγένεια: ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ρητά τη φράση «Τροιζῆνος τοῦ ἀδελφοῦ θυγατέρα Εὐώπιν» και αμέσως στη συνέχεια το ρήμα «γῆμαι». Η πρώτη φράση προσδιορίζει την Ευώπη ως «κόρη του αδελφού του Τροιζήνου», ενώ η δεύτερη δηλώνει ότι ο Διμοίτης την πήρε ως σύζυγό του. Πρόκειται, επομένως, για σαφώς καταγεγραμμένο γάμο μεταξύ άνδρα και της πατρικής του ανιψιάς.

Παρθένιος, Περὶ ἐρωτικῶν παθημάτων 31 — Διμοίτης και Ευώπις

    Ο Παρθένιος δηλώνει στην αρχή της ιστορίας: «Διμοίτης λέγεται Τροιζῆνος τοῦ ἀδελφοῦ θυγατέρα Εὐώπιν γῆμαι, ἔπειτα δὲ ἰδὼν αὐτὴν ἐπὶ τῷ ἀδελφῷ ἑαυτῆς ἔρωτι διακειμένην καὶ συγγινομένην αὐτῷ, Τροιζῆνι ἀπήγγειλεν· ἡ δὲ ὑπὸ αἰδοῦς καὶ φόβου ἑαυτὴν ἀπήγξατο, πρῶτον μὲν πᾶσαν ἐπάρατον ποιουμένη τὸν αἴτιον τῆς συμφορᾶς.»

    Μετάφραση: «Λέγεται ότι ο Διμοίτης παντρεύτηκε την Ευώπη, την κόρη του αδελφού του Τροίζηνος. Αργότερα, όταν είδε ότι εκείνη ήταν ερωτευμένη με τον ίδιο της τον αδελφό και είχε σχέση μαζί του, το ανακοίνωσε στον Τροίζηνα. Εκείνη, από ντροπή και φόβο, κρεμάστηκε, αφού πρώτα καταράστηκε με κάθε τρόπο εκείνον που θεωρούσε υπεύθυνο για τη συμφορά της.»

    Η διατύπωση εδώ είναι εξαιρετικά σημαντική: «Τροιζῆνος τοῦ ἀδελφοῦ θυγατέρα Εὐώπιν γῆμαι». Ο Παρθένιος δεν αφήνει τον συγγενικό δεσμό να συναχθεί απλώς από μια γενεαλογία· τον προσδιορίζει μέσα στην ίδια την πρόταση: η Ευώπη είναι «τοῦ ἀδελφοῦ θυγατέρα», δηλαδή «κόρη του αδελφού». Παράλληλα, το «γῆμαι» δηλώνει τον γάμο του Διμοίτη μαζί της. Η ιστορία αντλείται, σύμφωνα με τον Παρθένιο, από τον Φύλαρχο.

    Σημαντική φιλολογική παρατήρηση: το κείμενο του Παρθενίου είναι σωζόμενο αρχαίο κείμενο, αλλά ο ίδιος ο Παρθένιος δηλώνει ότι η ιστορία προέρχεται από τον Φύλαρχο, έργο του οποίου δεν σώζεται αυτοτελώς. Επομένως, όταν παραπέμπουμε στην αρχαία μαρτυρία, η ασφαλής διατύπωση είναι «Παρθένιος, Περὶ ἐρωτικῶν παθημάτων 31, από τον Φύλαρχο».

    Η συγκεκριμένη αφήγηση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή εντάσσεται σε ένα έργο αφιερωμένο σε ιστορίες ερωτικών παθών. Παρά ταύτα, πρέπει να αποφεύγεται η προβολή ενός σύγχρονου νοήματος πάνω στην αρχαία αφήγηση. Ο Παρθένιος δεν παρουσιάζει τον γάμο του Διμοίτη και της Ευώπης ως αποτέλεσμα ενός αμοιβαίου ερωτικού δεσμού ούτε αποδίδει στον Διμοίτη ιδιαίτερο ερωτικό πάθος για την ανιψιά του. Το ερωτικό στοιχείο της συγκεκριμένης ιστορίας αφορά κυρίως την Ευώπη και τον αδελφό της. Η σχέση Διμοίτη–Ευώπης δηλώνεται πρωτίστως ως γάμος.

 

 

 

 

μητρικός θείος και ανηψιά

 

1.   Μεγαρεύς και Ιφινόη:

γάμος μητρικού θείου με την ανιψιά του

    Η περίπτωση αφορά τη Μεγαρική γενεαλογία.

Η αλυσίδα συγγένειας είναι Μεγαρεύς — Αβρώτη — Ιφινόη. Ο Μεγαρεύς και η Αβρώτη είναι αδέλφια. Η Αβρώτη είναι σύζυγος του Νίσου και μητέρα της Ιφινόης. Επομένως ο Μεγαρεύς είναι ο αδελφός της μητέρας της Ιφινόης, δηλαδή ο μητρικός θείος της. Ο Μεγαρεύς παντρεύεται την Ιφινόη. Αυτή η πληροφορία δεν προέρχεται από νεότερο μυθογράφο αλλά από Πλούταρχο και Παυσανία, ενώ η συγγενική σχέση προκύπτει από τον συνδυασμό των δύο αρχαίων μαρτυριών.

. Πλούταρχος: η μητέρα της Ιφινόης ήταν αδελφή του Μεγαρέως

    Η πιο κρίσιμη μαρτυρία βρίσκεται στον Πλούταρχο, Αἰτίαι Ἑλληνικαί 16 (= Moralia 295a, Ηθικά).

    Ο Πλούταρχος αναφέρει την Αβρώτη: «Νῖσος, ἀφ᾽ οὗ προσηγορεύθη Νίσαια, βασιλεύων ἐκ Βοιωτίας ἔγημεν Ἀβρώτην, Ὀγχήστου θυγατέρα, Μεγαρέως δ᾽ ἀδελφήν, γυναῖκα καὶ τῷ φρονεῖν ὡς ἔοικε περιττὴν καὶ σώφρονα διαφερόντως.»

     Νεοελληνική μετάφραση: «Ο Νίσος, από τον οποίο πήρε το όνομά της η Νίσαια, όταν ήταν βασιλιάς, πήρε ως σύζυγο από τη Βοιωτία την Αβρώτη, κόρη του Ογχήστου και αδελφή του Μεγαρέως, γυναίκα, όπως φαίνεται, εξαιρετικά προικισμένη με σύνεση και ιδιαίτερα σώφρονα.»



. Παυσανίας: η Ιφινόη είναι κόρη του Νίσου και      παντρεύεται τον Μεγαρέα

    Ο Παυσανίας, Ἑλλάδος Περιήγησις 1.39.6, παραδίδει τη δεύτερη αναγκαία πληροφορία: «Μεγαρεὺς δὲ ὁ Ποσειδῶνος Ἰφινόην τὴν Νίσου θυγατέρα γήμας διαδέχεται τὴν ἀρχήν.»

    Η ακριβής μορφή παρουσιάζει μικρές εκδοτικές διαφοροποιήσεις, αλλά η συντακτική δομή είναι σαφής: ο Μεγαρεύς, γιος του Ποσειδώνα, παντρεύτηκε την Ιφινόη, κόρη του Νίσου, και κατόπιν τον διαδέχθηκε στην εξουσία.


    Ο Παυσανίας μάλιστα εξηγεί ότι πρόκειται για τη Μεγαρική παράδοση, η οποία διαφέρει από τη Βοιωτική παράδοση σχετικά με τον θάνατο του Μεγαρέως στη μάχη κατά του Μίνωα.



. Η γενεαλογική απόδειξη

    Από τη συνδυαστική ανάγνωση των δύο αρχαίων μαρτυριών (Πλουτάρχου και  Παυσανία) προκύπτει με σαφήνεια η γενεαλογική σχέση μεταξύ του Μεγαρέως και της Ιφινόης. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι η Αβρώτη, σύζυγος του Νίσου, ήταν κόρη του Ογχήστου και αδελφή του Μεγαρέως, δηλαδή «Ἀβρώτην, Ὀγχήστου θυγατέρα, Μεγαρέως δ᾽ ἀδελφήν». Επομένως ο Μεγαρεύς και η Αβρώτη ήταν αδέλφια. Η Αβρώτη, ως σύζυγος του Νίσου, συνδέεται με την Ιφινόη, η οποία, σύμφωνα με τον Παυσανία, είναι «Ἰφινόην τὴν Νίσου θυγατέρα», δηλαδή η κόρη του Νίσου. Από τη σύνθεση των δύο μαρτυριών προκύπτει ότι η Ιφινόη είναι κόρη της Αβρώτης και του Νίσου και, συνεπώς, ο Μεγαρεύς, ως αδελφός της Αβρώτης, είναι ο μητρικός θείος της Ιφινόης.

    Η συγγενική αυτή σχέση αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή ο Παυσανίας αναφέρει ρητά ότι ο Μεγαρεύς «Ἰφινόην τὴν Νίσου θυγατέρα γήμας» διαδέχθηκε τον Νίσο στην εξουσία. Ο Μεγαρεύς, επομένως, δεν παρουσιάζεται απλώς ως συγγενής της Ιφινόης, αλλά ως άνδρας που την παντρεύεται. Η ένωση αυτή έχει και δυναστική λειτουργία, καθώς ο γάμος του με την κόρη του Νίσου συνδέεται άμεσα με τη διαδοχή του στην εξουσία. Η παράδοση, συνεπώς, δεν περιορίζεται σε μια απλή ερωτική επιθυμία ή σε μια απόπειρα προσέγγισης, αλλά παρουσιάζει έναν ολοκληρωμένο γαμικό δεσμό μεταξύ ενός άνδρα και της κόρης της αδελφής του.

    Η γενεαλογική ακολουθία μπορεί επομένως να αποδοθεί λεκτικά ως εξής: ο Ογχήστης είναι πατέρας του Μεγαρέως και της Αβρώτης· η Αβρώτη παντρεύεται τον Νίσο και από την ένωση αυτή γεννιέται η Ιφινόη· συνεπώς ο Μεγαρεύς, ως αδελφός της Αβρώτης, είναι ο μητρικός θείος της Ιφινόης. Ο Παυσανίας προσθέτει ότι ο Μεγαρεύς παντρεύεται την Ιφινόη και, μέσω αυτού του γάμου, διαδέχεται τον Νίσο στην εξουσία. Έτσι, η αρχαία παράδοση μας παρέχει μια περίπτωση κατά την οποία ένας θνητός ήρωας, ο Μεγαρεύς, συνδέεται με ερωτικό και γαμικό δεσμό με τη θνητή ανιψιά του από τη μητρική πλευρά, την Ιφινόη.

    Η περίπτωση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ακριβώς επειδή δεν πρόκειται για θεϊκό ζεύγος, όπως ο Άδης και η Περσεφόνη, ούτε για σχέση πατρικού θείου και ανιψιάς, όπως ο Αλκίνοος και η Αρήτη. Εδώ η συγγένεια είναι συγκεκριμένα μητρογραμμική ως προς τη σχέση θείου και ανιψιάς: ο Μεγαρεύς είναι αδελφός της μητέρας της Ιφινόης. Παράλληλα, η ερωτική σχέση δεν υπονοείται απλώς, αλλά εκφράζεται με το ρήμα «γαμεῖν», δηλαδή με τον γάμο, και εντάσσεται στη δυναστική διαδοχή της Μεγαρίδας. Πρόκειται, επομένως, για σαφώς τεκμηριωμένη περίπτωση «μητρικού θείου και ανιψιάς» στην οποία η συγγενική σχέση μετατρέπεται σε γαμικό δεσμό.

. Δεν είναι απλή «συγγένεια»: υπάρχει γάμος και τεκνογονία

   Η περίπτωση γίνεται ακόμη ισχυρότερη επειδή η παράδοση δεν σταματά στον γάμο.

   Ο Παυσανίας 1.41.3 αναφέρει τα παιδιά του Μεγαρέως και της Ιφινόης: «Ἰφινόη δὲ Μεγαρέως γυνὴ Τίμαλκον καὶ Εὔιππον ἐγέννησεν.»

    Η ακριβής μορφή του χωρίου εμφανίζεται στις σχετικές παραδόσεις του Παυσανία ως αναφορά στους γιους του Μεγαρέως και της Ιφινόης. Ο Παυσανίας συνεχίζει την ιστορία των παιδιών τους, του Τίμαλκου και του Ευίππου.


Νεοελληνική απόδοση: «Η Ιφινόη, σύζυγος του Μεγαρέως, του γέννησε τον Τίμαλκο και τον Εύιππο.»

    Άρα η μυθολογική παράδοση περιγράφει όχι απλώς μια μνηστεία ή απόπειρα, αλλά πραγματοποιημένο γάμο με συζυγική ζωή και απογόνους.

. ο γάμος νομιμοποιεί και τη διαδοχή

   Ο Παυσανίας δεν παρουσιάζει τον γάμο ως ένα ερωτικό επεισόδιο αποκομμένο από την πολιτική δομή του μύθου. Η Ιφινόη είναι κόρη του Νίσου, και ο Μεγαρεύς, αφού την παντρεύεται, διαδέχεται τον Νίσο στην εξουσία.

   Ο Παυσανίας λέει: «Μεγαρεὺς ... Ἰφινόην τὴν Νίσου θυγατέρα γήμας διαδέχεται τὴν ἀρχήν.»

      Ο Παυσανίας δεν χρησιμοποιεί λεξιλόγιο βίας, αρπαγής, διαφθοράς, ντροπής, κατάρας, τιμωρίας, παράνομης ένωσης. Αντίθετα, χρησιμοποιεί το απλό γήμας «Ἰφινόην ... γήμας», δηλαδή «αφού παντρεύτηκε την Ιφινόη».

    Η αφήγηση αντιμετωπίζει δηλαδή τη σχέση ως δυναστικό γάμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο συγγραφέας θεωρούσε γενικά επιτρεπτό τον γάμο μητρικού θείου–ανιψιάς. Σημαίνει ότι η συγκεκριμένη μυθολογική παράδοση αφηγείται την ένωση χωρίς να την ηθικοποιεί ή να την καταδικάζει.

   Συνοψίζοντας η σαφέστερα τεκμηριωμένη σωζόμενη περίπτωση ερωτικής σχέσης μεταξύ θνητού μητρικού θείου και θνητής ανιψιάς στην αρχαία ελληνική μυθολογική παράδοση είναι ο γάμος του Μεγαρέως με την Ιφινόη. Η συγγένεια αποκαθίσταται από τον Πλούταρχο (Αἰτίαι Ἑλληνικαί 16), ο οποίος χαρακτηρίζει την Αβρώτη, μητέρα της Ιφινόης, ως αδελφή του Μεγαρέως, ενώ ο Παυσανίας (Ἑλλάδος Περιήγησις 1.39.6) παραδίδει ρητά τον γάμο του Μεγαρέως με την Ιφινόη, κόρη του Νίσου.»

 

 

 

ιστορικά παραδείγματα

 

σχέση πατρικού θείου και ανηψιάς

   Η πρακτική δεν ήταν απλώς μυθολογικό μοτίβο. Υπάρχουν ιστορικές μαρτυρίες, ιδίως από τη Σπάρτη και την Ήπειρο.

 

 

Λεωνίδας Α΄ και Γοργώ

    Εδώ επιστρέφουμε στη Σπάρτη και έχουμε ξανά πατρικό θείο–ανιψιά.

    Η Γοργώ ήταν κόρη του Κλεομένη Α΄. Ο Λεωνίδας Α΄ ήταν ετεροθαλής αδελφός του Κλεομένη. Επομένως ο Λεωνίδας ήταν πατρικός θείος της Γοργούς.

    Η σχέση είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή η Γοργώ ήταν ιστορικό πρόσωπο και η παράδοση για τον γάμο της με τον Λεωνίδα συνδέεται με τη διαδοχή του αγιαδικού οίκου.

   Εδώ όμως χρειάζεται φιλολογική προσοχή: ο Ηρόδοτος δεν λέει ρητά στο χωρίο όπου παρουσιάζει τη Γοργώ ότι ο Λεωνίδας την παντρεύτηκε. Μας λέει ότι η Γοργώ ήταν η μοναδική κόρη του Κλεομένη: «ἀπέθανε ἄπαις, θυγατέρα μούνην λιπών, τῇ οὔνομα ἦν Γοργώ.». Σε μετάφραση: «Πέθανε χωρίς γιο, αφήνοντας μόνο μία κόρη, που ονομαζόταν Γοργώ.»

    Η ταύτιση του Λεωνίδα ως συζύγου της Γοργούς προκύπτει από τη μεταγενέστερη ιστορική παράδοση και τη σπαρτιατική γενεαλογία.

 

 

 

Αρύββας και Τρώας:

    Ο Αρύββας, βασιλιάς των Μολοσσών της Ηπείρου, ήταν αδελφός του Νεοπτολέμου Α΄. Η Τρώας ήταν κόρη του Νεοπτολέμου. Επομένως η Τρώας ήταν κόρη του αδελφού του Αρύββα, δηλαδή ανιψιά του από πατρική γραμμή.

Ο Αρύββας την πήρε ως σύζυγο.

    Η σημαντικότερη αρχαία μαρτυρία είναι ο Ιουστίνος, Epitoma Historiarum Philippicarum 7.6.10–12, ο οποίος, μιλώντας για τον Φίλιππο Β΄ και τον γάμο του με την Ολυμπιάδα, αναφέρει παρεμπιπτόντως την Τρώα:

Olympiadam, Neoptolemi, regis Molossorum, filiam, uxorem ducit, conciliante nuptias fratre patrueli, auctore virginis, Arryba, rege Molossorum, qui sororem Olympiadis Troada in matrimonio habebat.

Μετάφραση:

  «Ο Φίλιππος πήρε ως σύζυγο την Ολυμπιάδα, κόρη του Νεοπτολέμου, βασιλιά των Μολοσσών· τον γάμο τον διευθέτησε ο Αρύββας, βασιλιάς των Μολοσσών, ο συγγενής της και κηδεμόνας της, ο οποίος είχε ως σύζυγο την Τρώα, αδελφή της Ολυμπιάδας.»  

    Η νεότερη ιστορική έρευνα για τους Αιακίδες θεωρεί επίσης την ένωση Αρύββα–Τρώας γάμο πατρικού θείου με ανιψιά και τη συνδέει με τη δυναστική πολιτική των Μολοσσών. Αυτό είναι πολύ ισχυρό ιστορικό παράλληλο, διότι δεν πρόκειται για μυθολογικό πρόσωπο αλλά για δυναστικό γάμο του 4ου αι. π.Χ.

 

 

σχέση μητρικού θείου και ανηψιάς

 

 

Αναξανδρίδας και η ανιψιά του

    Ο Ηρόδοτος δίνει την αρχαιότερη και πιο σαφή ιστορική μαρτυρία, αλλά υπάρχει μια κρίσιμη λεπτομέρεια: η ανιψιά του Αναξανδρίδα ήταν κόρη της αδελφής του, όχι του αδελφού του. Επομένως «ανήκει στην περίπτωση «μητρικός θείος-ανηψιά».

   Στην Ἱστορίη Ε΄ 39 ο Ηρόδοτος γράφει:  «Ἀναξανδρίδης δὲ ὁ Λέοντος βασιλεὺς Λακεδαιμονίων ἔγημε μὲν τὴν ἀδελφεὴν θυγατέρα, φιλέων δὲ ταύτην οὐκ ἔτικτε.»

   Η μετάφραση είναι: «Ο Αναξανδρίδας, γιος του Λέοντα και βασιλιάς των Λακεδαιμονίων, είχε παντρευτεί την κόρη της αδελφής του· επειδή όμως την αγαπούσε, δεν απέκτησε παιδιά από αυτήν.»

    Ο Ηρόδοτος συνεχίζει ότι οι Έφοροι τον πίεσαν να πάρει δεύτερη γυναίκα, επειδή φοβούνταν ότι θα εξαφανιζόταν ο βασιλικός οίκος των Ευρυσθενιδών. Ο Αναξανδρίδας αρνήθηκε αρχικά να χωρίσει την πρώτη σύζυγο, και τελικά δέχθηκε να αποκτήσει και δεύτερη γυναίκα. Άρα έχουμε ιστορικά τεκμηριωμένο γάμο θείου με ανιψιά στη Σπάρτη, αλλά η συγγένεια είναι θείος από την πλευρά της μητέρας της, όχι πατρικός θείος.

 

 

Αλέξανδρος Α΄ της Ηπείρου και Κλεοπάτρα της Μακεδονίας

    Ακόμη καθαρότερη είναι η περίπτωση της Κλεοπάτρας, κόρης του Φιλίππου Β΄ και της Ολυμπιάδας, η οποία παντρεύτηκε τον Αλέξανδρο Α΄ της Ηπείρου.

  Ο Αλέξανδρος Α΄ ήταν αδελφός της Ολυμπιάδας, επομένως θείος της Κλεοπάτρας (μητρικός θείος). Ο γάμος πραγματοποιήθηκε το 336 π.Χ. στην Αιγές, λίγο πριν από τη δολοφονία του Φιλίππου Β΄.

    Ο Διόδωρος Σικελιώτης, Bibliotheca historica 16.91.4–5, γράφει: «Φίλιππος δὲ ... τῆς θυγατρὸς Κλεοπάτρας, ἣν Ὀλυμπιὰς ἔτεκεν, ἐποιεῖτο γάμον πρὸς Ἀλέξανδρον τὸν Ἠπειρώτην, ἀδελφὸν ὄντα τῆς Ὀλυμπιάδος.»

   Σε μετάφραση: «Ο Φίλιππος ... προετοίμαζε τον γάμο της κόρης του Κλεοπάτρας, την οποία είχε γεννήσει η Ολυμπιάδα, με τον Αλέξανδρο τον Ηπειρώτη, ο οποίος ήταν αδελφός της Ολυμπιάδας.»

   Ο Αλέξανδρος Α΄ ήταν μητρικός θείος της Κλεοπάτρας..

    Ο Διόδωρος αναφέρει επίσης ότι ο γάμος έγινε με μεγάλη επισημότητα στις Αιγές και ότι η δολοφονία του Φιλίππου συνέβη κατά τη διάρκεια των εορτασμών. Επομένως και αυτή η περίπτωση είναι ιστορικά πολύ σημαντική, αλλά ανήκει στο σχήμα μητρικός θείος–ανιψιά.

 

Ένα μεταγενέστερο αθηναϊκό παράδειγμα  

Τιβέριος Κλαύδιος Άττικος Ηρώδης και Βιβουλλία Αλκία Αγριππίνα

    Στην ελληνορωμαϊκή Αθήνα του 1ου–2ου αιώνα μ.Χ., στην οικογένεια του Ηρώδη Αττικού.

    Ο πατέρας του Ηρώδη Αττικού, Τιβέριος Κλαύδιος Άττικος Ηρώδης, παντρεύτηκε τη Βιβουλλία Αλκία Αγριππίνα. Η Βιβουλλία ήταν κόρη της Κλαυδίας Αλκίας, η οποία ήταν αδελφή του Άττικου. Επομένως ο Άττικος ήταν μητρικός θείος της Βιβουλλίας και την παντρεύτηκε. Από τον γάμο αυτό γεννήθηκε, μεταξύ άλλων, ο περίφημος Ηρώδης Αττικός.

Τιβέριος Κλαύδιος Άττικος Ηρώδης = αδελφός της μητέρας της Βιβουλλίας = μητρικός θείος της Βιβουλλίας.

    Η περίπτωση είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα επειδή δεν αφορά βασιλική δυναστεία αλλά πλούσια αθηναϊκή οικογένεια της ρωμαϊκής περιόδου. Μια πολύ ενδιαφέρουσα επιγραφική μαρτυρία

 

 

επιγραφικά τεκμήρια

   Η σύγχρονη επιγραφική έρευνα έχει εντοπίσει πραγματικές περιπτώσεις γάμου μητρικού θείου με ανιψιά στη Μικρά Ασία της ρωμαϊκής περιόδου.

     Σε συγκεντρωτικό κατάλογο επιγραφικών μαρτυριών εμφανίζεται συγκεκριμένα περίπτωση από την Ἄδαδα της Πισιδίας, καταχωρισμένη ως:

IGR III 364/5 + 377 — Maternal uncle/niece δηλαδή μητρικός θείος–ανιψιά. Αυτό είναι εξαιρετικά χρήσιμο επειδή εδώ δεν έχουμε βασιλική γενεαλογία ή μυθολογική παράδοση αλλά επιγραφικό οικογενειακό τεκμήριο.

    Επιπλέον, η ίδια συλλογή καταγράφει ξεχωριστά και περιπτώσεις πατρικού θείου–ανιψιάς, γεγονός που μας επιτρέπει να συγκρίνουμε τους δύο τύπους.

    Στα επιγραφικά τεκμήρια της ελληνικής Ανατολής κατά τη ρωμαϊκή περίοδο απαντούν περιπτώσεις γάμου μεταξύ θείου και ανιψιάς, τόσο από τη μητρική όσο και από την πατρική πλευρά. Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι μαρτυρίες από την Πισιδία και την Καρία, επειδή η συγγενική σχέση μπορεί να αποκατασταθεί μέσα από τις ίδιες τις επιγραφικές γενεαλογίες και όχι απλώς από μεταγενέστερες αφηγήσεις.

    Η σχετική συστηματική μελέτη του Peter Thonemann κατατάσσει χωριστά τους γάμους «maternal uncle/niece» και «paternal uncle/niece» και επισημαίνει ότι σε αρκετές περιπτώσεις η στενή συγγένεια δεν δηλώνεται σε μία μόνο επιγραφή, αλλά προκύπτει από τον συνδυασμό περισσότερων οικογενειακών επιγραφών.

   Peter Thonemann, The Lives of Ancient Villages: Rural Society in Roman Anatolia, Cambridge: Cambridge University Press, 2022. 

 

    Για την κατηγορία του μητρικού θείου με την ανιψιά, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση από την Άδαδα της Πισιδίας. Η επιγραφική οικογένεια είναι γνωστή από τις IGR III 364/365 και 377. Ο Thonemann ανασυνθέτει εδώ έναν γάμο μεταξύ του Τλαμόα, γιου του Όπλωνα, και της Ιαίας, κόρης του Αντιόχου, και κατατάσσει ρητά την περίπτωση ως «maternal uncle/niece». Η συγγενική σχέση δεν διαβάζεται επομένως από μία απλή φράση του τύπου «ὁ θεῖος τὴν ἀνεψιὰν ἔγημεν», αλλά αποκαθίσταται από το σύνολο των γενεαλογικών πληροφοριών που παρέχουν οι επιγραφές της ίδιας οικογένειας. Αυτό είναι μεθοδολογικά σημαντικό, διότι αποφεύγεται η αυθαίρετη ερμηνεία μιας απλής συγγενικής ονομασίας.

     Στην ίδια κατηγορία πρέπει να τοποθετηθεί με προσοχή η επιγραφική μαρτυρία της Αδάδας, επειδή η τεκμηρίωση είναι ανασυνθετική. Οι επιγραφές καταγράφουν διαδοχικά μέλη της οικογένειας και επιτρέπουν να αποκατασταθούν οι σχέσεις μεταξύ των προσώπων. Η αξία της περίπτωσης έγκειται ακριβώς στο ότι δεν βασίζεται σε μυθολογική ή λογοτεχνική αφήγηση αλλά σε οικογενειακές επιγραφές πραγματικών ανθρώπων της ρωμαϊκής εποχής. Ο Thonemann τη χρησιμοποιεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα «concealed» γάμου στενών συγγενών, δηλαδή γάμου του οποίου ο βαθμός συγγένειας γίνεται αντιληπτός μόνο μετά τη συνδυαστική εξέταση των επιγραφών.

 

    Ακόμη σαφέστερη είναι η περίπτωση από την Αφροδισιάδα της Καρίας, η οποία ανήκει στην κατηγορία του πατρικού θείου με την ανιψιά. Πρόκειται για την επιγραφή I.Aph2007 9.1. Στην επιγραφή εμφανίζονται ο Εὐσεβής και η Ἀπφία, η οποία χαρακτηρίζεται ως γυναίκα του Εὐσεβούς. Η γενεαλογική διατύπωση της επιγραφής επιτρέπει να αποκατασταθεί ότι οι δύο ανήκαν στην ίδια στενή οικογένεια και ότι η Απφία ήταν κόρη του αδελφού του Ευσεβούς. Επομένως ο Εὐσεβής ήταν πατρικός θείος της Απφίας και η Απφία ανιψιά του. Η επίσημη έκδοση των επιγραφών της Αφροδισιάδας παρουσιάζει την επιγραφή ως οικογενειακό τεκμήριο και καταγράφει την Απφία ως γυνή του Ευσεβούς.

    Η Απφία δεν εμφανίζεται απλώς ως συγγενής του Ευσεβούς· εμφανίζεται ως η γυναίκα του. Η πατρική συγγένεια αποκαθίσταται από τη γενεαλογική ακολουθία των προσώπων που αναφέρονται στην επιγραφή. Συνεπώς έχουμε πραγματικό επιγραφικό τεκμήριο γάμου μεταξύ πατρικού θείου και ανιψιάς, και όχι απλώς μια υπόθεση που βασίζεται στη σημασία της λέξης «ἀνεψιά».

    Οι δύο αυτές περιπτώσεις είναι ιδιαίτερα χρήσιμες όταν συγκρίνονται με τις αφηγηματικές ιστορικές μαρτυρίες που παρουσιάστηκαν  προηγουμένως. Στον Ηρόδοτο, για παράδειγμα, ο γάμος του Αναξανδρίδα με την κόρη της αδελφής του δηλώνεται άμεσα με τη φράση «ἀδελφεῆς ἑωυτοῦ θυγατέρα». Στις επιγραφές της Μικράς Ασίας, αντίθετα, η σχέση συχνά δεν διατυπώνεται τόσο απλά· ο ερευνητής πρέπει να συνδυάσει τα ονόματα, τα πατρωνυμικά, τις δηλώσεις συγγένειας και τις συζυγικές σχέσεις που εμφανίζονται σε διαφορετικά μνημεία. Η επιγραφική μέθοδος είναι επομένως διαφορετική από εκείνη της ιστοριογραφίας, αλλά μπορεί να οδηγήσει σε εξίσου συγκεκριμένο γενεαλογικό συμπέρασμα.

   Με το αυστηρό κριτήριο, η επιγραφική μαρτυρία είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα: έχουμε τεκμηριωμένη περίπτωση μητρικού θείου με ανιψιά στην Άδαδα της Πισιδίας, στις IGR III 364/365 και 377, και τεκμηριωμένη περίπτωση πατρικού θείου με ανιψιά στην Αφροδισιάδα, στην I.Aph2007 9.1. Και στις δύο περιπτώσεις δεν πρόκειται για μυθολογικά πρόσωπα αλλά για ανθρώπους της ελληνόφωνης κοινωνίας της ρωμαϊκής Ανατολής. Αυτό ενισχύει σημαντικά την εικόνα που σχηματίζεται από τις αφηγηματικές πηγές: οι γάμοι θείου και ανιψιάς δεν αποτελούν αποκλειστικά μυθολογικό μοτίβο, αλλά απαντούν και σε πραγματικές οικογένειες της αρχαιότητας, έστω ως σχετικά σπάνιο και γεωγραφικά περιορισμένο φαινόμενο.

 

 

 

Πλούταρχος, Ηθικά (Ρωμαϊκά ερωτήματα)

   Στα Ῥωμαϊκὰ Ἐρωτήματα, που ανήκουν στα Ἠθικά, και συγκεκριμένα στο Ἐρώτημα 6, 263D–E, δεν είναι μυθολογική αφήγηση για έναν συγκεκριμένο θείο και ανιψιά, αλλά είναι εξαιρετικά σημαντικό επειδή ο Πλούταρχος συζητά ρητά τους γάμους μεταξύ συγγενών εξ αίματος και τις απαγορεύσεις τους.

Πλούταρχος, Ῥωμαϊκὰ Ἐρωτήματα 6, 263D–E

    Το αρχαίο κείμενο: «ἢ διότι, μὴ νομιζομένων ἀνδρῶν τοῖς συγγενέσι γαμεῖν, ἀλλὰ μόνον μέχρι τούτου προελθούσης τῆς φιλοστοργίας, ὥστε φιλεῖν, τοῦτο μόνον ὑπόμνημα τῆς συγγενείας ἐγένετο; πρότερον γὰρ οὐκ ἔγαμον οἱ ἄνδρες γυναῖκας συγγενεῖς, ὥσπερ οὐδὲ νῦν ἀδελφὰς ἢ θείας· ὕστερον δὲ χρόνῳ πολλῷ συνεχώρησαν γαμεῖν ἀνεψιὰς διὰ τοιαύτην αἰτίαν· ἀνήρ τις πένης μέν, ἀλλὰ τἆλλα καλὸς κἀγαθὸς καὶ πρὸς τῶν πολιτῶν ἐντιμότερος τῶν ἄλλων ἀρχόντων, ἔγημεν ἀνεψιὰν ἐπίκληρον· ὡς δὲ ἐδόκει διὰ τὴν οὐσίαν αὐτῆς πλουτεῖν, ἐνεκλήθη, οἱ δὲ πολῖται οὐκ ἠξίωσαν εἰσακούειν, ἀλλὰ ψηφίσματι προσετάξαντο τοῖς βουλομένοις ἐφεξῆς γαμεῖν ἀνεψιὰς καὶ τοὺς ἄλλους συγγενεῖς· τοὺς δὲ ἐγγυτέρους ἀπεῖπον.»

    Μετάφραση στα νέα ελληνικά: «Ή μήπως επειδή, καθώς οι άνδρες δεν θεωρούνταν ότι επιτρέπεται να παντρεύονται συγγενείς εξ αίματος, η φιλοστοργία μεταξύ τους έφτανε μόνο μέχρι το σημείο της αγάπης, και αυτό το φιλί παρέμενε ως μοναδικό σημάδι της συγγένειας; Παλαιότερα, πράγματι, οι άνδρες δεν παντρεύονταν γυναίκες συγγενείς τους, όπως ούτε και σήμερα παντρεύονται αδελφές ή θείες. Αργότερα όμως, ύστερα από πολύ χρόνο, επέτρεψαν τον γάμο με εξαδέλφες εξαιτίας της ακόλουθης περίπτωσης: κάποιος άνδρας, φτωχός μεν, αλλά κατά τα άλλα αξιόλογος και ενάρετος και περισσότερο ευνοούμενος από τους πολίτες από τους άλλους άρχοντες, παντρεύτηκε μια εξαδέλφη του, η οποία ήταν κληρονόμος. Επειδή θεωρήθηκε ότι πλούτιζε χάρη στην περιουσία της, κατηγορήθηκε γι’ αυτό· οι πολίτες όμως δεν θέλησαν καν να εξετάσουν την υπόθεση και, με ψήφισμα, επέτρεψαν στο εξής σε όσους το επιθυμούσαν να παντρεύονται εξαδέλφες και άλλους συγγενείς, απαγορεύοντας όμως τους γάμους με στενότερους συγγενείς.»

    Το χωρίο είναι σημαντικό για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο: ο Πλούταρχος χρησιμοποιεί εδώ τη λέξη «ἀνεψιά» για τη γυναίκα που μπορεί να παντρευτεί ένας άνδρας, αλλά το πλαίσιο δείχνει ότι εννοεί εξαδέλφη, όχι την κόρη του αδελφού. Η διάκριση είναι απολύτως κρίσιμη. Ο ίδιος ο Πλούταρχος αντιπαραθέτει τους γάμους με «ἀδελφὰς ἢ θείας» προς τους γάμους με «ἀνεψιάς», τους οποίους παρουσιάζει ως μεταγενέστερα επιτρεπτούς. Άρα το χωρίο δεν αποτελεί μαρτυρία για γάμο θείου με ανιψιά.

    Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι εδώ ο Πλούταρχος μιλά για ρωμαϊκό έθιμο και ρωμαϊκή νομοθεσία, όχι για ελληνική μυθολογική παράδοση. Επομένως δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως ακόμη ένα μυθολογικό παράδειγμα. Είναι όμως εξαιρετικά χρήσιμο ως παράλληλη μαρτυρία για τις αντιλήψεις περί βαθμών συγγένειας και γάμου κατά την εποχή του Πλουτάρχου.

 

 

 

 

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ

eleftherografos.blogspot.com

[ ανάρτηση 2 Οκτωβρίου 2026 :  

πατρικός θείος και ανηψιά

μητρικός θείος και ανηψιά

στην αρχαία ελληνική μυθολογία

και Ιστορία

Αρχαιογνωσία

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ]



 

 


θείος και ανηψιά στην αρχαία ελληνική μυθολογία και Ιστορία Αρχαιογνωσία ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ

  πατρικός θείος και ανηψιά μητρικός θείος και ανηψιά στην αρχαία ελληνική μυθολογία και Ιστορία Αρχαιογνωσία ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ     αρχαία ελλ...