Σάββατο 28 Μαΐου 2022

Δραματικός Αγών του 1910 Κωνσταντινούπολη Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος 14 δραματικά έργα Θεατρογραφικά

 


Δραματικός Αγών του 1910

του εν Κωνσταντινουπόλει 

Ελλληνικού Φιλολογικού Συλλόγου

 

Έκθεσις της Κρίσεως:

 

 ( επιλεγέντα αποσπάσματα από την έκθεση της κριτικής επιτροπής του δραματικού διαγωνισμού

    Εισηγητής Δημήτριος Σάρρος):

 

 

 Ανερχόμενοι το σεμνόν τούτο βήμα όπως εξαγγείλωμεν την επί του δευτέρου δραματικού διαγωνισμού κρίσιν, ήν ο γεραρός Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος ανέθετο τοις κυρίοις Χ. Χατζηχρήστω, Ο. Ανδρεάδη και ημίν [: Δημήτριος Σάρρος: εισηγητής], δεν κρίνομεν αναγκαίον να .. εξάρωμεν την εντιμότητα του αγώνος τούδε, καθόσον έπραξε τούτο… ο του πρώτου αγώνος εισηγητής, αξιότιμος κ. Αποστολίδης.

   Η εφετινή συγκομιδή, αποτελουμένη εκ 14ων δραματικών έργων, απέναντι των 3ών δραματικών έργων του πρώτου αγώνος, υπήρξε σχετικώς πλουσία.

  Και νυν ερχόμεθα εις την ανάλυσιν των έργων του παρόντος δραματικού αγώνος.

 

 Τα εις την ημετέραν κρίσιν υποβληθέντα δράματα φέρουσιν τους εξής τίτλους:

/ - 1ον:   Οι δύο τάφοι.

/ - 2ον:   Ο τοκογλύφος.

/ - 3ον:   Η δεκαπενταετής Μαρίκα.

/ - 4ον:   Έρως ή θάνατος.

/ - 5ον:   Η πεθερά.

/ - 6ον:   Άνευ τίτλου (Θεόφιλος ή Κασιανή).

/ - 7ον:   Ο καλλιτέχνης.

/ - 8ον:   Η  θεία πρόνοια.

/ - 9ον:   Η δολοφόνος.

/ - 10ον: Δαίμονες.  

/ - 11ον: Εικόνες (ή Σπεύδε βραδέως).

/ - 12ον: Η σάπιες βάρκες. [:(Οι σάπιες βάρκες)]

/ - 13ον: Umana Comedia.

/ - 14ον: Ελπινίκη.

 

 

 

  Τα έργα ταύτα διηρέσαμεν, λόγω της ποιότητος αυτών, εις τρεις βαθμίδας.

 

Α.   Εις την κατωτάτην θέσιν ανήκουσι τα εξής πέντε:

 

/ - 1ον «Οι δύο τάφοι»

   (Δράμα εις πράξεις πέντε).

 

/ - 2ον «Ο τοκογλύφος»

   (Δράμα εις πράξεις πέντε).

[ Αμφότερα γεγραμμένα εις στίχους πολιτικούς ανομοιοκαταλήκτους, φαίνονται κατασκευάσματα του αυτού συγγραφέως. ] 

 

/ - 3ον «Η δεκαπενταετής Μαρίκα ή Αποστροφή του γάμου και η εις δολοπλοκίας εμπεσούσα αθωότης»

[ Ο συγγραφεύς εκακοτέχνησεν εις δεκαπεντασυλλάβους ομοιοτελεύτους στίχους μυθιστόρημα, διαιρέσας αυτό εική και ως έτυχεν εις μέρη, άτινα καλεί πράξεις και σκηνάς. Εν τω έργω τούτω παντελώς ελλείπει η ενότης της πράξεως, η δραματική ηθογραφία και η γνώσις του θεάτρου.]

 

/ - 4ον «Έρως ή Θάνατος»

   (Δράμα εν πεζώ λόγω, εις πράξεις έξ. Η σκηνή εν Κωνσταντινουπόλει).

[ Νεανικόν γύμνασμα στερούμενον όλως δραματικής τέχνης. Πλήθος προσώπων, δρώντων εν τη καθ’ ημάς κοινωνία, χαρακτηριζομένων δια του κυρίου ονόματος ενίοτε δε και του επαγγέλματος αυτών, εμφανίζεται επί της σκηνής δίκην «ειδώλων καμόντων», ουδαμώς δικαιολογημένης της παρουσίας των, ασυναρτησία δε, ακατάσχετος φλυαρία και περισσή κενολογία εν τω διαλόγω, εξ ού και υπερέχει το εν λόγω έργον των άλλων δραμάτων του αγώνος κατά τον όγκον, έχον σύντροφον την εν πολλοίς εφάμιλλον αυτώ «Δεκαπενταετή Μαρίκαν». ]

 

/ - 5ον «Η πεθερά»

 ( Δραμάτιον τρίπρακτον, εις στίχους ποικίλους, επί τη βάσει λαϊκής παραδόσεως των Προκονησίων, μετά πολλής σπουδής γεγραμμένον).

[ Ο πλοίαρχος Αριστέας εράται της Αρτακηνής Χρυσούλας, ήν και νυμφεύεται παρά την συγκατάθεσιν της μητρός του Κρουστάλλως. Άμα δε τη αναχωρήσει αυτού εις την ξενιτείαν η πενθερά Κρουστάλλω μισούσα την νύμφην καθιστά ποιμένα των προβάτων του οίκου, αφού την ηνάγκασε να ενδυθή ανδρικήν περιβολήν και κείρη την κόμην της.

  Ο Αριστέας επιστρέφων εκ της ξενιτείας αναγνωρίζεται μετά της συζύγου του, η δε πενθερα αποθνήσκει εξ αποπληξίας.

  Επαινετός είναι ο συγγραφεύς δια την πρόθεσιν αυτού όπως δραματοποιήση δημώδη της πατρίδος του παράδοσιν και αλλαχού απαντώσαν. ατυχώς όμως η εκτέλεσις του έργου όλως ατυχής και απειρότεχνος. η γλώσσα του είναι μεν ζωηρά δημοτική, αλλά κατέρχεται και εις χονδροειδείς βαναυσολογίας.]

 

 

 

 

 

 

 

Β. Υπερέχουσι των ανωτέρω δραμάτων τα εξής τρία δράματα:

 

 

/ - 6ον «Το άνευ τίτλου»

 ( σταλέν εις τον δραματικόν αγώνα τετράπρακτον έργον, όπερ πάντως θα ωνομάζετο Θεόφιλος ή Κασιανή.)

[ Το έργον τούτο προφανώς συνετάχθη επί τη βάσει του αρτίως δημοσιευθέντος μυθιστορήματος «Κασιανή», εξ ού παραλαβών τα κυριώτατα μέρη εστιχούργησεν ο συγγραφεύς εις τριμέτρους ιαμβικούς.

  Το δράμα στερείται του απαιτουμένου μεγέθους και της προσηκούσης επιβολής. η δε πλοκή και λύσις αυτού άτεχνος και άνοστος, και υπό σκηνικήν δ’ έποψιν πολύ πενιχρόν.]

 

/ - 7ον « Ο καλλιτέχνης».

 ( Δράμα τρίπρακτον, μετ’ επιλόγου εις στίχους πολιτικούς ανομοιοκαταλήκτους. η σκηνή εν Κερκύρα.)

[ Κυρία ιδέα του δράματος είναι η εν τη ανισότητι των κοινωνικών τάξεων ανύψωσις της πνευματικής του ατόμου υπεροχής υπεράνω του πλούτου και της ευγενείας.

   Ο πλούσιος Στέφανος μνηστεύει, τη συγκαταθέσει και της συζύγου του, την θυγατέρα Ιουστίνην μετά του ευπατρίδου φίλου του Αλεξάνδρου.

   Η Ιουστίνη όμως αποκρούει την απόφασιν των γονέων, όπερ αναγκάζεται να ανακοινώση μετά λύπης του ο πατήρ εις τον Αλέξανδρον, παρ’ ού μανθάνει μετά φρίκης ότι η Ιουστίνη εράται ενός πτωχού ζωγράφου Φραγκίσκου, προς την τέχνην του οποίου ως και προς πάντας τους καλλιτέχνας μεγίστην απέχθειαν αισθάνεται ο Στέφανος.

  Ο αποτυχών του πλουτοφόρου συνοικεσίου Αλέξανδρος προσβληθείς καταφεύγει παρά τω δεινώ ξιφομάχω φίλω του Αντωνίω, όν πείθει, δια χρηματικών υποσχέσεων, όπως μονομαχών μετά του ζωγράφου τον φονεύση. την δε προς μονομαχίαν ευκαιρίαν παρεσκεύασε δι’ επίτηδες δοθέντος χορού προσωπιδοφόρων εις όν προσήλθε και η Ιουστίνη, σταλείσα υπό των προσκληθέντων γονέων της τη συνοδεία του φίλου του Αντωνίου, ως και αυτός ο ζωγράφος εραστής [:Φραγκίσκος], κληθείς δια πλαστής επιστολής εκ μέρους δήθεν της ερωμένης.

  Αλλ’ εν τη μονομαχία ο ζωγράφος φονεύει τον τε Αντώνιον και τον Αλέξανδρον, εξ ού ο καταδιωχθείς υπό του Στεφάνου συλλαμβάνεται και ρίπτεται εις την ειρκτήν.

  Η Ιουστίνη ασθενεί θανασίμως αναπολούσα τον εραστήν ζωγράφον [:Φραγκίσκον], μεθ’ ού, αποφυλακισθέντος, αποφασίζουσιν οι γονείς – της μητρός πολύ πρότερον συγκατατεθείσης – όπως νυμφεύσωσι την πάσχουσαν κόρην των.

  Ο ζωγράφος επανέρχεται παρά τη κλινήρει Ιουστίνη, μεθ’ ής ανταλλάξας συμπαθείς λόγους αναχωρεί άπελπις βλέπων αυτήν διανύουσαν το τελευταίον στάδιον της φθίσεως.

   Τούτοις ακολουθεί ο επίλογος του δράματος καθ’ όν ο ζωγράφος θρηνολογών εν τω εργαστηρίω του προς της εικόνος της ερωμένης του Ιουστίνης δέχεται την επίσκεψιν του πλουσίου πατρός της Στεφάνου ζητούντος ν’ αγοράση αντί οσουδήποτε ποσού την μόνην υπάρχουσαν εικόνα της θυγατρός του Ιουστίνης, ής τον θάνατον μανθάνει ο ατυχής εραστής ζωγράφος, όστις συγκατατίθεται να δώση την εικόνα, ήν αυτός εκαλλιτέχνησεν, εις τον Στέφανον, ζητών ως αντάλλαγμα το ήμισυ της περιουσίας εκείνου προς ίδρυσιν ασύλου καλλιτεχνών.

  Ο Στέφανος συγκατατίθεται εις τούτο υπογράφων και σχετικόν έγγραφον, ο δε ζωγράφος [:Φραγκίσκος] απέρχεται είτα όπως αυτοκτονήση εις τον τάφον της ερωμένης του.

   Ο μύθος του δράματος τούτου ενδιαφέρων και η έφεσις του συγγραφέως προς ανάπτυξιν αυτού επαινετή. Ατυχώς όμως η εκτέλεσις και συνάρθρωσις ενέχει ποικίλα μειονεκτήματα. Το δραματικόν στοιχείον φαίνεται άτονον και ασθενές. Οι διάλογοι πολλάκις μονότονοι και σχοινοτενείς. ]

 

/ - 8ον «Η θεία πρόνοια»

 ( Δράμα εις πράξεις τρεις, εν πεζώ λόγω.)

[ Ο υιός του χαρτοπαίκτου Καραμανώλη, ο Ιωάννης, περιελθών εις διάστασιν προς τον πατέρα του αναχωρεί της πατρικής εστίας, εις Αμερικήν, των οικείων απολεσάντων όλως τα ίχνη αυτού.

   Μετά πάροδον εικοσαετίας πληροφορηθείς παρά μεταναστών ότι η αδελφή του [:Λευκή], ήν είχεν αφήσει τετραετή, διατελεί εισέτι άγαμος, ενθυμείται και τον παλαιόν φίλον του Λύσανδρον Χαλίκην, δικηγόρον έγγαμον, προς όν αγγέλων τα καθ’ εαυτόν τον παρακαλεί να φροντίση περί αποκαταστάσεως της αδελφής του Λευκής, ής θα στείλη την προίκα, πλούσιος γενόμενος εν τη Αμερική, να γνωρίση δε και εις τους γονείς του ότι ζη.

  Την επιστολήν ταύτην ακούσας αναγινωσκομένην ο εμπορομεσίτης Πέτρος Μαριδάκης, δηλοί ότι αυτός αναλαμβάνει να νυμφευθή την Λευκήν, ήν θα ζητήση παρά του πατρός της Καραμανώλη.

  Ο Λύσανδρος [:ο δικηγόρος] όμως τον αποτρέπει λέγων ότι εκείνη είναι ήδη μνηστευμένη μετά του φίλου του Λαμπρινού.

   Ο Μαριδάκης ακούσας ταύτα φεύγει σφόδρα κεχολωμένος.

   Εκ του διαλόγου των υπηρετών του Καραμανώλη γίνεται γνωστόν εν τη Β’ πράξει του δράματος, ότι ο Λύσανδρος Χαλίκης εδολοφονήθη υπό αγνώστων και ότι συνελήφθη ως ύποπτος ο φίλος του Λαμπρινός, εραστής της Λευκής, ήν εζήτησε παρά του πατρός της εις γάμον ο πραγματικός μεν αλλ’ άγνωστος δολοφόνος του Χαλίκη, ο Μαριδάκης.

  Ο πατήρ συγκατατίθεται να δώση την Λευκήν σύζυγον εις τον Μαριδάκην, εκείνη όμως αντιτάσσει επίμονον άρνησιν, συμφωνούσης και της μητρός της.

  Ο Μαριδάκης εν τω μεταξύ αλληλογραφεί μετά του εν Αμερική Ιωάννου δια πλαστών επιστολών προερχομένων δήθεν εκ μέρους του Λυσάνδρου και της Λευκής, δι’ ών τω συνίστα εαυτόν ως γαμβρόν του.

  Ο Ιωάννης πιστεύσας ήρχισε να στέλλη την προίκα εις τον Μαριδάκην, όστις επιμένει να τελέση πλέον τους γάμους του μετά της αποκρουούσης αυτόν Λευκής, ήν πειράται να πείση παρέχων πλαστάς αποδείξεις, ότι ο εν τη φυλακή παλαιός εραστής της [: ο Λαμπρινός] είναι όντως ο δολοφόνος του Λυσάνδρου.

  Εις την τέλεσιν του γάμου εκβιάζει και ο πατήρ της την Λευκήν, ήτις μη συγκατατιθεμένη αποφασίζει ν’ αυτοκτονήση. Κατά την κρίσιμον όμως ταύτην στιγμήν εμφανίζεται ως από μηχανής θεός ο εξ Αμερικής αδελφός, όστις εμποδίζει αυτήν. γίνεται δε η μετ’ εκείνου αναγνώρισις και ούτως επέρχεται η λύσις του δράματος δια του γάμου της Λευκής μετά του αδίκως φυλακισθέντος εραστού της Λαμπρινού και της συλλήψεως και τιμωρίας του δολοφόνου και απατεώνος Μαριδάκη. ΄

  Το δράμα τούτο είναι σύντομον. Έχει διάλογον κατά το πλείστον λογικόν μεν και σαφή αλλ’ άνευ εξάρσεως, εννοίας δε κοινάς και πολλαχού τετριμμένας. Βεβιασμένη και άτεχνος πολύ φαίνεται ημίν η Γ΄ πράξις, εν ή και η απότομος εμφάνισις και αναγνώρισις του εξ Αμερικής επιστρέφοντος αδελφού μετά της αδελφής, καθ’ ήν στιγμήν ητοιμάζετα εκείνη ν’ αυτοκτονήση.  ]     

 

 

 

 

Γ. Ανώτερα των ήδη εξετασθέντων δραμάτων είναι τα επόμενα έξ δράματα:  

 

/ - 9ον «Η δολοφόνος»

 (Δράμα κοινωνικόν σύγχρονον εις πράξεις τρεις, εν πεζώ λόγω. Η σκηνή αυτού εν Αθήναις.)

[ Η Λέλα χειράφετος και μονογενής κόρη του πλουσίου χρηματιστού Πορφύρη, εράται εμμανώς του χρηστού υπαλλήλου του πατρός της Φαίδωνος, όστις αποκρούει τον έρωτά της, αναγκαζόμενος να τή ομολογήση ότι έχει δεσμευθή δι’ υποσχέσεων προς άλλην – την Βιόλαν, κόρην ουχί εύπορον, ήτις ανταγαπώσα αυτόν απέρριψε τας περί γάμου προτάσεις του παρήλικος πλουσίου Μερμύρα, παρά την επιθυμίαν των απόρων γονέων της.

  Η Λέλα πνέουσα μένεα κατά του περιφρονήσαντος τον έρωτά της Φαίδωνος, διαβάλλει αυτόν παρά τω πατρί της, όστις πάραυτα απέλυσε τον νέον της υπηρεσίας του αναπολόγητον. Οιστρήλατος δε η έκφυλος κόρη [:Λέλα] έρχεται εις την οικίαν της Βιόλας, ενθυμηθείσα ότι ήτο αρχαία συμμαθήτριά της, μεθ’ ής όμως ουδεμίαν σχέσιν είχε μέχρι τούδε, και ικανά προς χειραφεσίας ειπούσα εις την σεμνήν κόρην, μανθάνει ότι επίκειται ο γάμος της Βιόλας μετά του Φαίδωνος.

  Εκεί ευρούσα ευκαιρίαν η Λέλα ρίπτει φάρμακον τι εις το τέϊον της Βιόλας και την δηλητηριάζει, μεθ’ ό επισκέπτεται τον Φαίδωνα εν τη οικία του ζητούσα συγγνώμη διότι τον εσυκοφάντησεν εις τον πατέρα της. ματαίως δε προσπαθήσασα να τον μεταπείση εις τον έρωτά της απέρχεται.

  Τον θάνατον της Βιόλας αγγέλει τω Φαίδωνι ο πιστός φίλος του Πέτρος, όστις τον παραλαμβάνει άπελπιν εις τηνκηδείαν της μνηστής του, μεθ’΄ήν επανέρχεται οίκαδε εν μανιώδει καταστάσει ο Φαίδων, εις μάτην δε η μήτηρ του Μάρθα προσπαθεί να τον πραϋνη και μάθη το καταβιβρώσκον την ψυχήν του αίτιον.

   Μετ’ ολίγον επισκέπτεται τον Φαίδωνα ο τέως προϊστάμενός του Πορφύρης, ζητών συγγνώμην διότι επίστευσεν εις την συκοφαντίαν της κόρης του Λέλας, ήτις νυν, λέγει ευρίσκεται εν τη ειρκτή, κατηγορηθείσα ως δολοφόνος της Βιόλας, παρακαλεί δ’ αυτόν να εύρωσι τρόπον προς σωτηρίαν της.

   Ο Φαίδων τον ατενίζει αγρίως και ηλιθίως. Εξελθόντος δε του Πορφύρη μετά της Μάρθας [: της μητρός του Φαίδωνος] προς εύρεσιν ιατρού, ο Φαίδων νομίζων ότι βλέπει την Βιόλαν ιπταμένην εις τα ουράνια και καλούσαν αυτόν αυτοκτονεί. Φθάσασα η δυστυχής του μήτηρ πίπτει αναίσθητος, ο δε Πορφύρης απελπιστικώς υψοί τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν.       

   Το δράμα δεν στερείται αρετών ως προς την ηθογραφίαν και την καθαρότητα της γλώσσης. Είναι όμως συντομωτέρα του δέοντος η εξέλιξίς του και παρουσιάζει ικανάς τεχνικάς ατελείας, μονοτονίαν από σκηνικής απόψεως, πολλούς δε κοινούς τόπους εν τοις διαλόγοις.

   Λίαν βεβιασμένα φαίνονται τα της επισκέψεως της Λέλας εις την οικίαν της Βιόλας και η δηλητηρίασις, ως και τα  κατά την μανίαν και τελευτήν του Φαίδωνος.

  Ατυχής δε καθ’ όλα η λύσις του δράματος εν ώ βλέπομεν αδίκως και σκληρώς τιμωρουμένους τρεις αθώους. Τοιαύτην τιμωρίαν ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει ουχί φοβεράν ουδέ ελεεινήν, αλλά μιαράν. ] 

 

/ - 10ον «Εικόνες»

 ( Δράμα κοινωνικόν εις πράξεις τρεις, υπό το ρητόν «Σπεύδε βραδέως» εν  πεζώ λόγω.)

[  Ο πλούσιος, ωραίος και ανεπτυγμένο αλλ’ έκφυλος νέος Κικής, καίτοι έχει σύζυγον νεαράν καλλίμορφον, μεμορφωμένην και ευγενούς καταγωγής, την Ουρανίαν, και τέκνα, εν τούτοις καταλείπει την οικογενειακήν εστίαν πολλάκις, μεταβαίνων εις τον οίκον της παλλακίδος Λευκής, ής εράται.   

   Η σύζυγός του τη προτάσει της εξ Αμερικής ελθούσης χειραφέτου φίλης της Λίλιαν, ακολουθουμένης υπό του γραμματέως της Μενελάου και τη εγκρίσει του φίλου της οικογενείας Ορέστου, γέροντος κοινωνιολόγου, μεταβαίνει μετ’ αυτών προς αναζήτησιν του Κική εις την οικίαν της παλλακίδος του Λευκής. Πείσαντες δε δια φιλοδωρημάτων τους υπηρέτας της οικίας εισέρχονται και κρύπτονται εν αυτή. Ο Κικής μετά της ερωμένης Λίλιαν και άλλων προσκεκλημένων συνευθυμεί εις τον κήπον της οικίας. Οι εισελθόντες μένουσιν εν τη αιθούση εξ ής παρακολουθούσιν αθέατοι τους διασκεδάζοντας, αναπτύσσοντες εν ταυτώ κοινωνικά ζητήματα και δή το του έρωτος, εισηγουμένης πάντοτε της αμερικανιζούσης Λίλιαν.

  Μετ’ ου πολύ ανέρχεται υπηρέτης, όστις αναγγέλων ότι αναβαίνει τις εις την αίθουσαν, τους παρακαλεί να εξέλθωσι και κρυβώσιν, όπερ και ποιούσιν, εκτός του Μενελάου κρυπτομένου προχείρως υπό τινα τράπεζαν.

  Εισέρχεται η παλλακίς Λευκή μετά τινος εκ των προσκεκλημένων εν τη ευωχία του κήπου, ερωτοτροπούντας. τούτον αποφεύγουσα προσκρούει κατόπιν επί της τραπέζης, υφ’ ήν μετ’ εκπλήξεως ανακαλύπτει τον άγνωστον Μενέλαον, όν ο φίλος της Λευκής συλλαμβάνει κραυγάζων, ενώ εκείνος εζήτει βοήθειαν. Πάραυτα εμφανίζονται ο Ορέστης, η Λίλιαν και η Ουρανία, επανέρχονται δε εκ του κήπου και οι λοιποί προσκεκλημένοι μετά  του Κική, όστις απροσδοκήτως ευρεθείς προ της συζύγου του και των άλλων, καλύπτει εξ αισχύνης το πρόσωπον. Η σύζυγός του Ουρανία προσπαθεί να τον απομακρύνη εκ του αίσχους εν ώ κυλίεται, αλλ’ η παλλακίς Λευκή σύρουσα αυτόν της χειρός αρνείται να τον αφήση, προς έκπληξιν πάντων.

  Έπεται είτα η τρίτη και τελευταία πράξις εν τη οικία του Κική, όστις ομολογεί εν τω γέροντι φίλω Ορέστη ότι είναι έκφυλος και αχρείος. Ζητεί δε παρ’ αυτού συμβουλήν τί να πράξη. Επίσης ο Κικής ομολογεί και εις την ερωτότροπον και εκπεφυλισμένην μητέρα του Σμαρώ ότι καίτοι αγαπά την σύζυγόν του θα επεθύμει όμως να ευρίσκηται και πάλιν εις τας αγκάλας της παλλακίδος του Λευκής.

   Εν τω μεταξύ εισέρχεται η σύζυγός του Ουρανία βεβαιούσα ότι λατρεύει τον πατέρα των τέκνων της, εν τη ευτυχία του οποίου έγκειται και η ατομική της ευτυχία. Μετ’ ολίγον εξελθούσης της συζύγου του ίνα  κομίση αυτώ τας περί έρωτος σκέψεις της, άς είχε γράψει, εμφανίζεται η παλλακίς Λευκή προσπαθούσα να επαναφέρη εις την οικίαν της τον Κικήν, όστις τή είχεν υποσχεθή να την νυμφευθή.

  Ο Κικής ομολογήσας και αύθις τον προς αυτήν έρωτά του και βεβαιώσας ότι μετ’ ολίγον θα μεταβή εις τον οίκον της, την παρακαλεί να φύγη τάχιστα, όπερ και έπραξεν η παλλακίς Λευκή. Εισέρχεται η Ουρανία κατηφής. Ο Κικής, οιονεί αφυπνιζόμενος, γονυπετεί προ της Ουρανίας ήτις εν τέλει συγχωρήσασα αυτόν συμβουλεύει να είναι αξιοπρεπής και υπερήφανος. Εναγκαλίζονται αλλήλους μετεχόντων της χαράς και των δύο τέκνων των και φωνούντος του Κική «ενίκησας Ουρανία μου θα μείνω μαζί σας».

   Το ελαφρόν θεατρικόν τούτο έργον φαίνεται πεποιημένον υπό λογίου ευφυούς και εντριβούς εις τα της νεωτέρας θεατρικής κινήσεως, δι’ ό και υπό σκηνικήν μάλιστα έποψιν είναι κατά το πλείστον επιτυχές.

   Δεν εννοούμεν όμως κατά πόσον δύναται να διδάξη να ωφελήση τα ημέτερα ήθη η από της ελληνικής σκηνής εξέλιξις τοιούτων χαλαρών και ξένων προς ημάς κοινωνικών αρχών και ιδεών, και κατά πόσον είναι ανεκτή και εποικοδομητική η ατιμωρησία του εκφύλου και διεφθαρμένου συζύγου και πατρός Κική.

  Χαλαρά φαίνεται η σύνδεσις της Α΄ πράξεως προς τας επομένας, βεβιασμένη δε η είσοδος της παλλακίδος Λευκής εις την οικίαν του εγγάμου εραστού της, και απότομος η απομάκρυνσις της Λίλιαν, του Ορέστου και της εκφύλου πεθεράς Σμαρώς, της ερωτοτροπούσης μετά του Μενελάου, ού αμυδρώς διαγράφεται ο χαρακτήρ. Ασαφής δε και ο τίτλος του δράματος. ]

 

/ - 11ον «Δαίμονες»

 ( Δράμα εις πράξεις τέσσαρας, εις στίχους τριμέτρους ιαμβικούς.)            

[ Οι δαίμονες Τρομών και Σταφάλ και η νηρηϊς Φλοξήλη φθονήσαντες τον έρωτα του Ηρακλείου και της Ικασίας τους εχώρισαν ετοιμαζομένους να τελέσωσιν την στέψιν των. Και η μεν Ικασία άκουσα εγένετο εταίρα πλουσίου χαρτοπαίκτου, τηρούσα εν τη ψυχή της φλογερόν έρωτα του μνηστήρος της, ο δε Ηράκλειος, αναζητών αυτήν έφθασεν ελαυνόμενος υπό πειρασμού εις την κορυφήν βράχου, ένθα ευρών χρυσούν σταυρόν απεφάσισε ν’ ασκητεύση.

  Πολύ βραδύτερον, τη επιδράσει πάλιν των δαιμόνων, μετά περιπετείας εξελισσομένας εν τω δράματι, ανευρίσκουσι και αναγνωρίζουσιν αλλήλους ο Ηράκλειος και η Ικασία, δοξάζοντες επί τούτω τον Χριστόν.

   Περί τον μύθον τούτον πλέκεται δράμα ενέχον πολλήν μυστικοπάθειαν και καταδεικνύον ευφάνταστον και ειδήμονα του θεάτρου συγγραφέα, εφ’ ού επέδρασε πολύ ο Φάουστ του Γκαίτε, ού πολλαχού μιμείται ως προς τας εικόνας και την διαμόρφωσιν του ήθους τοιυ Ηρακλείου, της Ικασίας και των Δαιμόνων.

   Το έργον παρουσιάζει μεγάλην ευκινησίαν. Η στιχομυθία του ρέει. Δεν υπάρχουσιν οι καταπονούντες μονόλογοι και οι μονότονοι διάλογοι.

  Επιτυχώς εν τη Α΄ πράξει εμιμήθη τον Σάϊλωκ του Σαιξπήρου εν τω προσώπω του Εβραίου Σαμουήλ.     

  Αλλ’ ο σκοπός του δράματος ασαφής και τα πράγματα απίθανα και φαντασιώδη ως επί το πολύ.

  Η από σκηνικής απόψεως όμως ελκυστική ποικιλία του έργου τούτου συγκρατεί κυρίως την προσοχήν.

   Μυστηριώδης μένει ο αποχωρισμός των περιπαθώς αγαπωμένων Ηρακλείου και Ικασίας και η προσφυγή της δευτέρας εις τον εταιρικόν βίον. Δια τούτο ίσως ο ποιητής ανέμιξε τους δαίμονας απομιμούμενος τα μεσαιωνικά μυστήρια.

   Χαλαρά φαίνεται προς τας άλλας του δράματος πράξεις η πρώτη, ής πρόσωπα τινά, και δή ο εραστής της Ικασίας χαρτοπαίκτης Ιάκωβος, ει, του οποίου την έπαυλιν υπόκειται η Α΄ και Δ΄ πράξις, αποτόμως εκλείπουσιν.

   Η γλώσσα του έργου κατά το πλείστον καθαρεύουσα μετ’ αποκλίσεων προς την καθωμιλημένην.]

 

/ - 12ον «Η σάπιες βάρκες»  [: οι σάπιες βάρκες]

 ( Σχέδιον δια δράμα εις πράξεις τρεις εν πεζώ λόγω.)

[ Η νευροπαθής Άννα, σύζυγος του φιλοσοφούντος εμπόρου Τριφύλλη, μένει διαρκώς εν τω οίκω της, κατειλημμένη υπό αορίστου μελαγχολίας, προσαυξανομένης και υπό του νιφοστιβούς χειμώνος. Την Άννα προσπαθεί να θεραπεύση η φίλη της Κάκια, χειράφετος καλλιτέχνις, άρτι αφικομένη εκ Γερμανίας.  Προς τούτο παρεισάγει ο εντέχνως συγγραφεύς και τον άεργον νέον Μίνων, επιδιώκοντα ερωτικάς κατακτήσεις και προικοθηρούντα.

   Η Κάκια – ήτις εκπροσωπεί τας ανατρεπτικάς της κρατούσης παρ’ ημίν ηθικής δοξασίας του συγγραφέως, εμπνεομένου εκ της φιλοσοφίας του Νείτσε – η Κάκια βεβαιοί την Άνναν ότι πάσχει νόσον πνευματικήν κληρονομικήν, ής την θεραπείαν, ένεκα των θρησκευτικών και κοινωνικών προλήψεων ούτε καν να σκεφθή τολμά η πάσχουσα.

   Ούτω δε τη αποκαλύπτει η χειράφετος Κάκια ότι η νόσος της Άννης προέρχεται εξ έρωτος προς τον ανεψιόν του συζύγου της, τον ποιητήν Τάκην. Εκείνη (η Άννα) ακούσασα κατάπληκτος κατ’ αρχάς μεν αρνείται, λέγουσα ότι μόνον συγγενικήν αγάπην τρέφει προς τον νέον, είτα όμως, εξετάζουσα βαθύτερον την καρδίαν της, ομολογεί μετά λυγμών και αισχύνης ότι η ανακάλυψις της Κάκιας είναι αληθής.

  Η Κάκια την βεβαιοί ότι θα αισθανθή και εκείνος (ο Τάκης) ασυνειδήτως το αυτό πάθος εν τη καρδία του. Πείθει λοιπόν την Άνναν να περιφρονήση τας προλήψεις, αίτινες την καθιστώσι δυστυχή, και ν’ αναχωρήση μακράν του οίκου της μετά του εκλεκτού της καρδίας της ανεψιού Τάκη.

   Ούτω λοιπόν, καίτοι κατ’ αρχάς διστάζει ν’ αφήση το τέκνον της η Άννα, πείθεται επί τέλους εις τους λόγους της φίλης της όπως αναχωρήση μετά του ανεψιού της εις την χώραν των φοινίκων και της αιωνίου ανοίξεως.

   Καθ’ ήν όμως στιγμήν ητοιμάζοντο προς αναχώρησιν επιστρέφει έξωθεν η υπηρέτρια μετά του τέκνου της Άννης κλαίοντος, διότι παρασύρασα άμαξά τις εν τω περιπάτω το είχε πληγώσει ελαφρώς. Ούτω ματαιούται πλέον οριστικώς η αναχώρησις, εκνικήσαντος του μητρικού φίλτρου εν τη ψυχή της Άννης, ήτις μετ’ αγωνίας περιθάλπει το τέκνον της προσκαλέσασα ιατρόν.

   Επανερχομένη η φίλη Κάκια επιτιμά δριμέως την Άνναν, διότι τοσούτον ευκόλως μετέβαλε γνώμην, επιλέγουσα αυτή: «σεις θ’ αποθάνητε χωρίς να ζήσητε. Σάπιες βάρκες, δεν είσθε για τα μεγάλα, τα χαρούμενα ταξείδια εσείς, σας βουλιάζει το κύμα το εκδικητικό, που δεν θα ευχαριστηθή να σας σηκώσει στις πλάτες του».

  Μετά ταύτα ο Τάκης ρίπτεται αλλόφρων έξω της θύρας, εν ώ η Άννα κλαίει ημιλιπόθυμος, η δε Κάκια λέγει συγκινημένη:

« Πώς σας λυπούμαι και τους δύο ! … το ήξερα πως ήτανε δύσκολο να γιατρευθήτε… η ζωή δεν θα σας άφηνε… δεν θέλει αυτή αρρώστους να την χαίρωνται.»

   Εν τη τελευταία τέλος σκηνή έρχεται ο Τριφύλλης, ο Μίνως και ο ιατρός. Και ο μεν Τριφύλλης δραμών εις το τέκνον παρακαλεί την σύζυγόν του να μη στενοχωρήται, ο δε Μίνως αγγέλει ότι αρραβωνίζεται απόψε μετά μιάς εξαδέλφης του εκαττομυριούχου εκ Ρωσίας και επιθυμεί να τους καλέσεις εις τους αρραβώνας, εν ώ ο ιατρός βλέπων το παιδίον και την Άνναν συσπωμένην λέγει: «αυτό (:το παιδίον) δεν έχει τίποτε… αυτή αυτή… είναι άρρωστη βαρειά!...».

   Ο γράψας το έργον τούτο φαίνεται γνώστης των νεωτέρων θεατρικών και κοινωνιστικών εν Ευρώπη κινήσεων μετά δυνάμεως δε και ενεργείας διατυπών τας ιδέας αυτού.

  Ατυχώς εξέλεξε σαπράν βάσιν, ως είναι σαπρός και ο συμβολικός του τίτλος «σάπιες βάρκες». Πάντα τα πρόσωπα του δράματός του είναι έκφυλα, αι δε σκέψεις και πράξεις αυτών κατατείνουσιν εις ικανοποίησιν πόθων υλικωτέρων, αντικειμένων προς την κρατούσαν ηθικήν.

  Ούτω το έργον τούτο, ως και το προηγούμενον «Εικόνες», παρεκκλίνουσι και ρητής διατάξεως του ημετέρου αγώνος, ορίζοντος «όπως το θέμα ή κατά προτίμησιν ειλημμένον εκ των συνθηκών του νεωτέρου παρ’ ημίν βίου».     

  Παρά τα σοβαρά ταύτα καθ’ ημάς μειονεκτήματα το έργον από θεατρικής απόψεως κρινόμενον έχει πολλάς αρετάς. Εξελίσσεται γοργώς και ενδιαφερόντως, ζωοποιούμενον υπό των κινήσεων των δρώντων προσώπων, αίτινες βαίνουσι σκοπίμως. Ελλείπουσιν όλως οι οχληροί μονόλογοι. Καλώς διετήρησεν ο συγγραφεύς την τριπλήν ενότητα του τόπου, του χρόνου και της πράξεως, ει και η τελευταία ηδύνατο να έχη μείζονα έκτασι.

    Πολλήν απλότητα και πάθος εν ταυτώ ενέχουσιν αι σκηναί, καθ’ άς η Άννα ομιλεί μετά των τέκνων της, παρουσιάζουσαι εν τισιν αντιστοιχίαν προς ανάλογον σκηνήν εν τη Νόρα του Ίψεν, ου αι ιδέαι επέδρασαν επί του συγγραφέως.]

 

/ - 13ον «Umana Comedia».

 ( Δράμα εις πράξεις πέντε, έμμετρον εις δεκαπεντασυλλάβους ομοιοκαταλήκτους. Η σκηνή εν Αθήναις.)

 [ Ο πλούσιος, άγαμος και εξαχρειωμένος Αλέξανδρος παρέχει εν τω μεγάρω του εκβεβακχευμένας χορευτικάς εσπερίδας μετημφιεσμένων αριστοκρατικής τάξεως, συνοργιάζων μετά της παλλακίδος του Ερμιόνης – χωρικής κόρης αποπλανηθείσης υπ’ αυτού –, εποφθαλμιά δε και του νέου και σφριγώντος κηπουρού του Γιάννη την νεαράν και ωραίαν σύζυγον, ονόματι και πράγματι Αγνήν, βοηθούμενος εν τοις καταχθονίοις αυτού σχεδίοις υπό του εμπίστου φίλου του Μιμήκου και του διευθυντού της αστυνομίας Καραβία.

  Της Αγνής αποκρουσάσης τας αθεμίτους ερωτικάς εκδηλώσεις του ακολάστου Αλεξάνδρου, χολωθείς εκείνος αποπέμπει εκ της υπηρεσίας του τον σύζυγόν της Γιάννην.

  Ο Γιάννης περιελθών ούτω δι’ έλλειψιν αργασίας, εις μεγίστην ένδειαν, και αναγκασθείς χάριν της πεινώσης και πασχούσης οικογενείας του να καταφύγη εις την κλοπήν, δι’ ήν και συλληφθείς ρίπτεται εις την ειρκτήν.       

  Η Αγνή εν απογνώσει διατελούσα έρχεται εις το μέγαρον του Αλεξάνδρου, προσπίπτουσα εις τους πόδας αυτού και παρακαλούσα ίνα ενεργήση την αποφυλάκισιν του συζύγου της, όπερ πράττει εκείνος δια του φίλου του αστυνόμου Καραβία, αφού κτηνωδώς ηκολάστησεν επί της σεμνής νέας Αγνής.

  Ο πτωχός και τίμιος πατήρ της Αγνής κυρ-Θωμάς, υποπτεύων τα πράγματα, φθάνει εις τον οίκον του διεφθαρμένου Αλεξάνδρου ζητών επιμόνως την Αγνήν, αλλ’ αποπέμπεται εκ των υπηρετών. Και ενώ επιμένει να εισορμήση βλέπει την θυγατέρα του εξερχομένην ωχράν και λυσίκομον. Ο γέρων κυρ Θωμάς πίπτει νεκρός.

   Εν τη πέμπτη πράξει ο Γιάννης αποφυλακισθείς επανέρχεται οίκαδε περίλυπος καθ’ ήν ώραν εγένετο η κηδεία του πενθερού του κυρ Θωμά. Ερωτά μετ’ αγωνιώδους υπονοίας την σύζυγόν του Αγνήν διατί απηλλάγη της φυλακής, εξορκίζων να τω δηλώση αν έχη ακηλίδωτον την τιμήν της. Επειδή δε εκείνη πιεζομένη ωμολόγησεν ότι χάριν αυτού και της ζωής του εξηναγκάσθη να υποκύψη εις την ακόλαστον βίαν του Αλεξάνδρου, ο σύζυγος ασπλάγχνως την πλήττει δια του πελέκεως και η Αγνή εκπνέει ζητούσα να ίδη τα τέκνα της. Αλλόφρων δ’ ο φονεύς Γιάννης κατόπιν εκβάλλει αιάντειον γέλωτα, απαγόμενος δια το κακούργημά του υπό της αστυνομίας εις την ειρκτήν.

  Το κοινωνικόν τούτο δράμα, εν ώ συμβολίζεται η πίεσις, ήν η πάσχουσα λαϊκή τάξις υφίσταται υπό των πλουσίων και ισχυρών, φαίνεται προϊόν λογίου ευφαντάστου, ειδήμονος δε της δραματικής και σκηνικής τέχνης.

   Ο ποιητής εξικνείται όμως και εις υπερβολάς και απιθανότητας. Τοιαύτας δ’ ευρίσκομεν εν τη υπό την επιγραφήν Αριστοκράται Α΄ πράξει, ένθα ασυμμέτρως και επί το υπερβολικώτερον παρίστανται τα πράγματα όσον αφορά εις την εμφάνισιν και διαμαρτυρίαν του προσωπιδοφόρου χωρικού, πατρός της παλλακίδος Ανθούλας-Ερμιόνης, του πευθήνος (ρεπόρτερ) της εφημερίδος, και της ανοχής των προσκεκλημένων αριστοκρατικών κυριών, δεχομένων ασυστόλως και δημοσία το φίλημα του διεφθαρμένου οικοδεσπότου.

   Καλώς και φυσικώτερον αναπαρίσταται ο οικογενειακός βίος περί την πτωχικήν εστίαν εν τη υπό την επιγραφήν Χυδαίοι Β΄ πράξει.        

   Ανώμαλον, ελλιπή και ουχί πολύ φυσικήν ευρίσκομεν την διάπλασιν του ήθους της Αγνής και του Γιάννη, ιδία εν τη Ε΄πράξει.

  Χαλαρά, απίθανος και μηδαμώς προάγουσα το δράμα φαίνεται η εν τη Β΄ και Γ’ πράξει θέσις της Κρουστάλλως, αδελφής της Αγνής, και του απαθούς μνηστήρος αυτής, ήτις μη ευρίσκουσα εργασία ως υπηρέτρια εν Αθήναις μεταβαίνει προς τούτο εις την ξενιτείαν, καταλείπουσα τον γέροντα πατέρα της, τον μνηστήρα και τους γονείς εκείνου.

   Τέλος η λύσις του δράματος φαίνεται ημίν όλως άδικος, σκληρά και ήκιστα ικανοποιητική, διότι τιμωρούνται μόνον οι αθώοι, ενώ ο αίτιος της καταστροφής, ο έκφυλος και ακόλαστος πλούσιος Αλέξανδρος, ζη οργιάζων επί των θυμάτων του, μετά του φαύλου κύκλου του, εν πλήρει ατιμωρησία!

  Η γλώσσα του δράματος εν πολλοίς είναι νευρώδης και εκφραστική, η δε στιχουργία ρέουσα και αβίαστος. ]    

 

/ - 14ον «Ελπινίκη».

  ( Δράμα εις πράξεις πέντε, εν πεζώ λόγω. Η σκηνή εν Κερκύρα.)

  [ Ο εξ Ιωαννίνων έντιμος και άλλοτε πλούσιος έμπορος Πλατωνίδης, δυστυχήσας εις το εμπόριον, αποδημεί άπελπις μετά της συζύγου και της μονογενούς ανηλίκου θυγατρός του Ελπινίκης εις Κέρκυραν.

  Εις την Κέρκυραν ευρίσκει εργασίαν παρά τω ευπατρίδη και μεγαλεμπόρω Μανότζη. Ο Μανότζης εκτιμών τας υπηρεσίας του Πλατωνίδου, προσλαμβάνει βραδύτερον εις την οικίαν αυτού και την απορφθανισθείσα της μητρός της κόρην Ελπινίκην, ίνα μορφωθή μετά των τέκνων του.

  Αποθνήσκει ο χρηστός γέρων Μανότζης και η διεύθυνσις των εμπορικών επιχειρήσεων περιέρχεται εις χείρας του αξίου και εναρέτου υιού του Στεφάνου. Μετ’ ολίγον επέρχεται και ο θάνατος πτωχού πατρός της Ελπινίκης.

  Ταύτα είναι τα έξω του δράματος, όπερ άρχεται δι’ ηπειρωτικού άσματος της ξενιτείας, το οποίον, ανυψουμένης της αυλαίας, άδει η σεμνή κόρη Ελπινίκη.

  Ενωτισθείς ο Στέφανος το άσμα τούτο προσέρχεται παρά τη Ελπινίκη και μετά πολλής συμπαθείας ερωτά τα αίτια της μελαγχολίας της. Εκείνη αφηγείται περίλυπος την αποιχομένην ευδαιμονίαν του οίκου της φρονούσα δ’ ότι η περαιτέρω διαμονή της εν τη φιλοξένω και προστατευσάση αυτήν οικογενεία του Στεφάνου δυνατόν να παρέχη ενόχλησιν μετά τον θάνατον του πατρός της και να παρεξηγηθή υπό της κοινωνίας εις βάρος της. Η Ελπινίκη ανακοινοί [:ανακοινώνει] μετά λύπης ότι απεφάσισε να απέλθη του ευεργετήσαντος αυτήν οίκου και κατοικήση παρά τινι πτωχή χήρα, παρακαλούσα τον Στέφανον να την συστήση που ως διδάσκαλον της μουσικής, ήν εδιδάχθη παρά τη οικογενεία του.

   Ο Στέφανος, θεωρών προσβλητικήν την από του οίκου του απομάκρυνσίν της, δηλοί ότι αισθάνεται ειλικρινή προς αυτήν έρωτα και θα την καταστήση σύζυγόν του. Καθ’ ήν δε στιγμήν ο Στέφανος παρέχει ενόρκους διαβεβαιώσεις της αποφάσεώς του όπως νυμφευθή την σεμνήν και ωραίαν κόρην, εμφανίζεται η μήτηρ του Αγλαϊα μετά της αδελφής του Ελεονώρας. Επιτίθενται κατά του Στεφάνου, όν προσπαθούσι ν’ αποτρέψωσι του μετά της Ελπινίκης γάμου παντοιοτρόπως. Η Ελπινίκη φεύγει έντρομος. Εκείνου όμως δηλούντος ότι εμμένει εις την απόφασίν του, η μήτηρ εκφέρει δεινήν αράν «όπως καίωσιν επί της κεφαλής αυτού και της Ελπινίκης νεκρικαί λαμπάδες και όχι του υμεναίου, το δε γάλα το οποίον τον εθήλασε να γίνη φαρμάκι.» ¨

   Εν τη ακολουθούση Β΄ πράξει η Ελπινίκη, περιδιαβάζουσα άπελπις εν κήπω θαυμασίω, ομιλεί περιπαθώς μετά των ανθέων, δρέπουσα δε μαργαρίταν ερωτά, αποφυλλίζουσα αυτήν: «μ’ αγαπά ; δεν μ’ αγαπά». Την διαβεβαίωσιν ότι την αγαπά, δίδει αυτός ο Στέφανος, εμφανισθείς προ της κόρης, εις ήν διηγείται και τα μετά της μητρός και αδελφής τα εν οίκω συμβάντα.

  Η Ελπινίκη εν απογνώσει και ταραχή τον παρακαλεί να την λησμονήση. Τον διάλογον του Στεφάνου και της Ελπινίκης διακόπτουσι τα ακουόμενα βήματα της μητρός και της αδελφής του Στεφάνου. Ο Στέφανος συμβουλεύει την Ελπινίκην να μεταβή εις την εξοχικήν του έπαυλιν προς ανάκτησιν της υγείας και της ψυχικής της γαλήνης.

  Η μήτηρ, μετά της ζηλοτυπούσης την Ελπινίκην θυγατρός της, μη δυνηθείσα να μεταπείση τον υιόν της, τηλεγραφεί προς τον εν Πειραιεί ανταποκριτήν των όπως επειγόντως αποσπάση τον Στέφανον εκεί, λέγουσα ότι διατρέχει κίνδυνον η ζωή του.

  Ο Στέφανος αναχωρών ανυπόπτως και μη προφθάνων να ίδη την  Ελπινίκην, πέμπει αυτή επισκεπτήριον αποχαιρετιστικόν δια του υπηρέτου, όπερ όμως απέσπασεν η μήτηρ του στείλασα εις την κόρην άλλο πλαστόν, εκ μέρους δήθεν του Στεφάνου. Κατά το πλαστόν σημείωμα ο Στέφανος συμβουλεύει την Ελπινίκην να τον λημοσμονήση πλέον δια παντός κατ’ ανάγκην αδήριτον και να συζευχθή τον Ελευθέριον Σκιάν, όν θα τη συνίστα και η μήτηρ του, ήτις θα την επροίκιζεν. Ούτως εξυφαίνεται η δολοπλοκία.

  Προσκαλείται ευθύς μετά την αναχώρησιν του Στεφάνου ο υποψήφιος γαμρός Σκιάς, όστις ερωτικώς άλλοτε προσέβλεπε την Ελπινίκην, και συμφωνούσιν, απούσης και ακούσης της σεμνής κόρης, να γίνη ο γάμος εν τη επαύλει των ως τάχιστα, καταβαλλούσης της Αγλαϊας ως προίκα πεντήκοντα χιλιάδας δραχμών, υτπισχνουμένης δε και την υποστήριξιν του υιού της.

  Την Ελπινίκην αποστέργουσαν τον μετά του Σκιά γάμον της αποστέλλουσιν εις την έπαυλίν των κατόπιν φοβεράς σκηνής, καθ’ ήν η Αγλαϊα τή είπεν ότι μόνον εταίρα του υιού της δύναται να γίνη, ουχί δε και νόμιμος σύζυγος.

   Εν τη Γ΄ πράξει μόλις επιστρέφει ο Στέφανος εκ Πειραιώς εις την οικίαν του και δέχεται την επίσκεψιν του πλουσίου εμπόρου Αναγνωστίδου μετά των δύο τέκνων του Λεάνδρου και Σοφίας, νέας ελευθεριαζούσης και ξενομανούς, ήν προώριζεν η μήτηρ του Στεφάνου ως σύζυγόν του. Παρούσης δε και της Ελεονώρας εξελίσσονται εν εκτενεί διαλόγω ποικίλα ζητήματα, κοινωνικά και φιλολογικά, πρωταγωνιστούσης της χειραφέτου και πολυφέρνου Σοφίας, ής τον χαρακτήρα ο συγγραφεύς λίαν επιτυχώς ηθογραφεί όλως αντίθετον του της σεμνής Ελπινίκης.

  Ο Στέφανος μετά την αναχώρησιν των επισκεπτών, ανήσυχος ερωτά την αδελφήν του Ελεονώραν περί του οίκου και της Ελπινίκης. Η Ελεονώρα έχουσα νυν λόγους δυσαρεσκείας κατά της μητρός, ως διαλυσάσης τα περί γάμου όνειρά της, μετά του Λεάνδρου, υιού του Αναγνωστίδου, ανακοινοί εις τον Στέφανον την γενομένην δολοπλοκίαν, ήν μετά φρίκης ακούει εκείνος.

  Κατά την Δ΄ πράξιν η Ελπινίκη εν τη επαύλει διατρίβουσα άδει μελαγχολικόν της πατρίδος της άσμα εν ώρα νυκτός, κατεχομένη υπό αϋπνίας. Μαθούσα δε παρά της φθισιώσης θυγατρός του κηπουρού της επαύλεως ότι ο δι’ αυτήν προωρισμένος σύζυγος Σκιάς είναι κακούργος και διαφθορεύς της εκ τούτου πνεούσης τα λοίσθια πτωχής εκείνης νέας, μονολογεί δια μακρών εν μεγάλη ψυχική τρικυμία.

  Όρθρου δε βαθέος η υπηρέτρια εισάγει εν τη αιθούση της επαύλεως τον Σκιάν μετά του συντρόφου του Δημητρίου, οίτινες ομιλούσιν αναμένοντες επί πολύ την εμφάνισιν της Αγλαϊας και Ελπινίκης. Αλλ’ η Ελπινίκη μετά μεγάλης εκπλήξεως παρακολουθεί εκ του παρακειμένου δωματίου της τον φοβερόν διάλογόν των, εξ ου πείθεται ότι αυτοί την νύκτα διέπραξαν κλοπήν και φόνον, εσχεδίαζον δε, κατόπιν του γάμου, φρικτά κακουργήματα και κατά της οικογενείας Μανότζη και είτα ν’ αποχωρήσωσιν εις Ιταλίαν.

  Επί τέλους εμφανίζεται η Αγλαϊα μετά της Ελεονώρας φέρουσαι και την Ελπινίκην κάτωχρον και προσποιουμένην μετά πάσης της δυνατής αταραξίας ότι συγκατατίθεται εις τον μετά του Σκιά γάμον. Συμφωνούσι δε όπως ο γάμος τελεσθή το εσπέρας εκείνο, συμπαρισταμένου και του φίλου του μνηστήρος.

  Μετά την αναχώρησιν των επισκεπτών, ενώ η Αγλαϊα ζητεί συγγνώμην παρά της Ελπινίκης, διότι την επίκρανε, και την ευχαριστεί στέρξασαν να νυμφευθή τον Σκιάν, μανθάνει εμβρόντητος τον διαμειφθέντα μεταξύ των δύο κακούργων διάλογον παρ’ αυτής (: της Ελπινίκης), ήτις σκοπίμως δεν απεποιήθη ενώπιον εκείνων τον γάμον, ίνα μη γίνη αιτία καταστροφής της οικογενείας.

  Τέλος εν τη Ε΄ πράξει φθάνει ο Στέφανος εις την έπαυλιν και μετ’ αγωνίας ερωτά τον υπηρέτην περί της Ελπινίκης, ήν επισκέπεται καθεύδουσαν εν τω δωματίω της. Την αποκαλεί άπιστον και προδότιν του έρωτος, αφ’ ού, ως έμαθε, συγκατετέθη εις γάμον μετ’ άλλου. Εκείνη διαμαρτύρεται επιδεικνύουσα το επισκεπτήριόν του. Επέρχονται εξηγήσεις.

   Η μήτηρ Αγλαϊα ανακαλεί την κατάραν και παρέχει πλήρη την συγκατάθεσίν της και ευχήν εις τον γάμον του Στεφάνου μετά της Ελπινίκης, επίσης και η αδελφή Ελεονώρα.

  Ο Στέφανος σπεύδει εις την αστυνομίαν εις ήν ανακοινοί τα σχέδια των κακούργων, οίτινες, ελθόντες ανύποπτοι ίνα τελέσωσι τον γάμον εις την έπαυλιν, φονεύονται υπό των αστυνόμων, ως μη παραδοθέντες εις την δικαιοσύνην.

  Το δράμα τούτο έχει πολλάς αρετάς. Πλέκεται μετά ικανής δεξιότητος. Οι διάλογοί του ως επί το πολύ είναι φυσικοί και εψυχολογημένοι. Κάλλιστα διαγράφεται το χρηστόν ήθος των δύο κυριωτάτων προσώπων. Αι ιδέαι, εν γλαφυρά και σχεδόν αψόγω καθαρευούση γλώσση, βαίνουσι μετά χάριτος, φιλοκαλίας και ορθοεπείας. Η δε λύσις αυτού είναι ικανοποιητική, παρέχουσα θρίαμβον εις τον αγνόν και θεμιτόν έρωτα δύο προσώπων, ανίσου μεν κοινωνικής τάξεως λόγω πλούτου, εφαμίλλων όμως ως προς την αρετήν.

  Εις την διαμόρφωσιν χαρακτήρων τινών του δράματος ωφελήθη ο συγγραφεύς και εκ της Τιμής του Σούδερμαν και της Διονυσίας (Denise) του Δουμά υιού.

   Δεν είναι όμως και απηλλαγμένον προφανών μειονεκτημάτων το αξιόλογον τούτον έργον, ως κυριώτατα κρίνομεν τα εξής:

  Η διαγραφή του χαρακτήρος της μητρός ενέχει ικανάς ελλείψεις. Μετά πολλής σπουδής εξακοντίζει στυγεράν αράν κατά του χρηστού τέκνου της. Πολύ ευκόλως εν τω τέλει της Δ΄ πράξεως πιστεύει η τοσαύτην δυστροπίαν δείξασα μέχρι τούδε μήτηρ Αγλαϊα εις τα περί των δολοφόνων λεχθέντα υπό της Ελπινίκης, και πολύ προθύμως συγκατατίθεται εις τον γάμον του υιού της Στεφάνου μετά της Ελπινίκης, ενώ τούτο ευλογώτερον ήτο να γίνη μετά την σύλληψιν των κακούργων και την ανάκρισιν αυτών.

   Μακροτέρα του δέοντος και πως διακόπτουσα την ενότητα και χαλαρούσα την δραματικήν εξέλιξιν φαίνεται η Δ’ σκηνή της Γ’ πράξεως, εν ή αναπτύσσονται ποικίλα ζητήματα ως και ο εν Δ’ πράξει μονολόγος της Ελπινίκης.

   Η πρωϊνή είσοδος των δύο αναποδείκτων κακούργων εις την έπαυλιν και η συνομιλία αυτών φαίνονται πολύ βεβιασμένα και απίθανα, έτι δε μάλλον ο απεχθής και αγριωπός ενώπιον όλης της οικογενείας Μανότζη φόνος αυτών. ]

 

 

  Τοιαύτα, κατά την κρίσιν ημών, τα εις τον δεύτερον δραματικόν διαγωνισμόν του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου υποβληθέντα έργα.

  Η αγωνόδικος επιτροπεία, σταθμίσασα τας αρετάς και τα μειονεκτήματα των καλλίστων εκ των εν λόγω έργων και λαβούσα υπ’ όψιν ότι, συνωδά τη προκηρύξει του αγώνος, το βραβευθησόμενον δράμα δέον και από της σκηνής να διδαχθή ενταύθα, λυπείται διότι ουδέν εξ αυτών κρίνει άξιον του ορισθέντος χρηματικού βραβείου.

   Ασμένως όμως απονέμει έπαινον

εν πρώτοις μεν εις την Ελπινίκην,

είτα δε εις την Humanan Commedian, τας Σάπιες βάρκες και τους Δαίμονας.                 

 

 

/ - πηγή: Δημήτριος Μ. Σάρρος (εισηγητής), «Δραματικός Αγών του εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου – Έκθεσις της Κρίσεως (αναγνωσθείσα εν τη μεγάλη αιθούση του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου τη 7η Φεβρουαρίου 1910 υπό του εισηγητού Δημητρίου Μ. Σάρρου)», ανατύπωσις εκ του ΛΒ΄ τόμου του περιοδικού του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου, εκ του τυπογραφείου αδελφών Γεράρδων, Εν Κωνσταντινοπούλει, 1911 (σ. 20)

 

[ η αρίθμηση των σελίδων διπλή. Αφενός με βάση το αυτοτελές έντυπο είναι 20. Αφετέρου με βάση τη δημοσίευση στο περιοδικό « Ο Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος» αριθμούνται από 90-107    

   Το ορθογραφικό σύστημα βέβαια πολυτονικό.] 

    

 

Για ολόκληρο το κείμενο στην ηλεκτρονική δνση:

 

Κάτοχος πρωτότυπου (έντυπου) τεκμήριου: Κεντρική Βιβλιοθήκη Α.Π.Θ. - Συλλογή Φυλλαδίων

 

  https://digital.lib.auth.gr/record/102404/?ln=en

  

      PDF File

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com

 

 

 


Τετάρτη 25 Μαΐου 2022

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ "Καντάτα" σκηνικό ποίημα 1960 [ ποιητικά αποσπάσματα - επιλογή - απαγγελία: Δημήτρης Φιλελές ] ΠΟΙΗΣΗ

 


ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

«Καντάτα»

Σκηνικό Ποίημα 1960

( ποιητικά αποσπάσματα)

επιλογή - απαγγελία: Δημήτρης Φιλελές

ΠΟΙΗΣΗ 

 

 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

Σκηνικό: Συνοικιακός δρόμος σύγχρονης πόλης. Αρχίζει να βραδιάζει. Πρόσωπα: Ποιητής. Ο άνθρωπος με το κασκέτο. Διάφοροι περαστικοί. Χορός από γυναίκες και άνδρες (οι γυναίκες μαζεμένες σε μια εξώπορτα· οι άντρες αριστερά, πλάι στη σκαλωσιά μιας οικοδομής).

 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΑΣΚΕΤΟ: Και το όνομά του ήταν μεγάλο, σαν οποιοδήποτε ανθρώπινο όνομα.

 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΑΣΚΕΤΟ (που κανείς δεν ξέρει από πού έρχεται και πού πάει, κάθεται σ’ ένα σκαλοπάτι κι αρχίζει κάθε φορά κι απ’ ένα παραμύθι… Σήμερα θα διηγηθεί στα παιδιά μια ιστορία παλιά όσο κι ο κόσμος):  

 

1. Και τις ημέρες εκείνες οι άντρες με τις καπαρντίνες και τις χαμηλωμένες ρεπούμπλικες πήραν το έγγραφο της διαταγής

2. Και πήγαν να τον συλλάβουν.

3. Ήταν δε αυτός ο άνθρωπος φτωχός, επιγραφοποιός το επάγγελμα.

4. Κι είχεν απαρνηθεί τη μητέρα του και τα εργαλεία του,

5. κι ό,τι πιο άγιο και βαθύ έχει ο άνθρωπος σε τούτον τον κόσμο.

6. Και μάζευε, έλεγε η διαταγή, κρυφά τους μεροκαματιάρηδες και τους χερομάχους,

7. και τους μιλούσε για την ελπίδα και το μέλλον – κι άλλες τέτοιες βλασφημίες.

8. κι οι ταπεινοί χαμογέλαγαν κι οι τυφλοί σκιρτούσαν κι οι φτωχοί πλούτιζαν από φιλία.

9. Οι διψασμένοι βρίσκαν ένα αυλάκι νερό. Κι οι κυνηγημένοι μια πόρτα.

10. Κι οι απελπισμένοι γύριζαν τώρα τραγουδώντας σιγά μέσα στη νύχτα

11. έναν παράξενο σκοπό.

12. Που ενώ μιλούσε για βάσανα, ξαλάφρωνε όλο της ψυχής σου το βάρος.

13. Και την άλλη μέρα, ώρα λύχνου, οι άνδρες με τις χαμηλωμένες ρεπούμπλικες (για να μη φαίνονται τα τυφλά τους τα μάτια), χτύπησαν τη μικρή ξύλινη πόρτα, δυτικά της πόλης, κοντά στα παλιά βυρσοδεψεία.

14. Κι αυτός άνοιξε. Και τον ερώτησαν: Πώς λέγεσαι;

Κι εκείνος απάντησε

(Μικρή παύση)

15. Και τ’ όνομά του ήταν μεγάλο σαν οποιοδήποτε ανθρώπινο όνομα

16. Και την πρώτη νύχτα μπήκε μες στο κελί ένας άνθρωπος που 'χε χάσει το πρόσωπο του, κι ακούμπησε το φανάρι που κρατούσε κάτω στο πάτωμα.

17. Κι ο ίσκιος του μεγάλωσε πάνω στον τοίχο.

18. Και τον ερώτησε: πού έχεις κρυμμένα τα όπλα;

19. Κι εκείνος, κανείς δεν ξέρει αν από σύμπτωση, ή ίσως για ν' απαντήσει,

20. έβαλε το χέρι πάνω στην καρδιά του.

21. Και τότε τον χτύπησε. Ύστερα μπήκε άλλος άνθρωπος που 'χε χάσει το πρόσωπό του και τον χτύπησε κι αυτός.

22. Κι οι άνθρωποι που 'χαν χάσει το πρόσωπό τους, ήσαν πολλοί.

23. Και ξημέρωσε. Και βράδιασε.

24. Ημέρες σαράντα.

25. Κι ήρθαν στιγμές που φοβήθηκε πως θα χάσει το λογικό του.

26. Και τον έσωσε μια μικρή αράχνη στη γωνιά, που την έβλεπε ακούραστη κι υπομονετική να υφαίνει τον ιστό της.

27. Και κάθε μέρα τής τον χάλαγαν με τις μπότες τους μπαίνοντας.

28. Κι εκείνη τον ξανάρχιζε κάθε μέρα. Και της τον χάλαγαν πάλι. Και τ' άρχιζε ξανά.

29. Εις τους αιώνας των αιώνων.

 

 

30. Και κάθε μέρα διάφορα πρόσωπα άνοιγαν το μικρό παράθυρο του κελιού και κοίταζαν μέσα.

31. Και τα μάτια τους ήταν πέτρινα.

32. Μα ήρθαν στιγμές που και αυτά τα πέτρινα μάτια τους παρηγόρησαν τη μεγάλη ανθρώπινη μοναξιά του.

33. Και κάθε νύχτα έμπαιναν κι ακουμπούσαν το φανάρι κάτω στο πάτωμα.

34. Και τον χτυπούσαν.

35. Κι ο ίσκιος τους πάλευε πάνω στο ταβάνι, σαν ένας νικημένος που χτυπιέται και κλαίει.

36. Και τον άφηναν ύστερα μονάχο, με τη σιωπή και το αίμα του που έτρεχε.

37. Και μακριά ακουγόντουσαν να σφυρίζουν τα τρένα, μ’ αυτόν τον απέραντο ήχο που προσκαλεί στη ζωή.

38. Ίσως και να ’χασε το θάρρος του τότε. Ίσως και να ’κλαψε. Ίσως και να ’πεσε σε ακόμα πιο μεγάλο αμάρτημα

39. Και να υπερηφανεύτηκε

40.  Και τη δέκατη τρίτη νύχτα άκουσε κάποιον να βογκάει στο γειτονικό κελί.

41. Κι ένιωσε θλίψη ανείπωτη, ότι δεν μπορούσε να τον βοηθήσει.

42. Άρχισε λοιπόν, να σέρνεται σιγά- σιγά προς το μέρος του τοίχου.

43. Και πολλές φορές, στο μεγάλο αυτό δρόμο της γης, λιποθύμησε.

44. Κι όταν έφτασε, τέλος, σήκωσε το ανήμπορο χέρι κι άρχισε να χτυπάει τον τοίχο.

45. Όπως, αιώνες, τώρα, συνηθούν μέσα στην ερημιά τους οι τρελοί κι οι φυλακισμένοι.

46. Και μονομιάς το βογκητό έπαψε. Κι ένα σπασμένο χτύπημα ακούστηκε στον τοίχο του άλλου κελιού.

47. Προς δόξαν του ανθρώπου.

 

48.  Και με συνοδεία μεγάλης φρουράς τον οδήγησαν στο δικαστήριο.

49.  Ήταν δε η φρουρά αμούστακα, φτωχά παιδιά που αισχρολογούσαν και βρίζανε

50. Για να ξεχάσουν πως κάποτε τα φώναζαν: της πλύστρας ο γιος.

51.  Κι εκείνα κρυβόντουσαν πίσω απ’ τα ξεζεμένα κάρα, ή μες στις γκρεμισμένες αποθήκες και κλαίγαν ώρα πολλή.

52.  Κι ήταν στιγμές που μισούσαν τη μάνα τους.

53.  Κι ήταν πάλι στιγμές που πέφταν με δάκρυα στα χέρια της μάνας τους που μύριζαν σαπούνι και ξερό ψωμί

54.  Τα μεγάλα φθαρμένα τους χέρια σα μικρές εκκλησίες που ερειπώθηκαν.

55.  Κι ούτε παπάς πια τώρα τις λειτουργεί, κι ούτε πιστός με βάγια πηγαίνει.

56.  Και κατεβαίνει ο ίδιος ο Θεός και κλαίει

57.  Μέσα στα χέρια τους.

                                           (Παύση)

 

58.  Κι οι δικαστές, μόλις εκείνος μπήκε, σκύψαν και κάτι μίλησαν μεταξύ τους

59.  Και τον ερώτησαν: είσαστε πολλοί;

60.  Κι αυτός, κανείς δεν ξέρει αν από σύμπτωση, ή ίσως για ν’ απαντήσει, έδειξε έξω από το παράθυρο,

61.  το πλήθος.

62.  Κι οι δικαστές φώναξαν: τι χρείανέχομεν άλλων μαρτύρων;

63.  Και θυμήθηκαν, τότε, πως τούτος ο λόγος είχε, κάποτε, πριν πολλά χρόνια, ξανά ειπωθεί.

64.  Και τους πήρε φόβος μεγάλος.

 

65.  Κι οι μέρες πέρασαν γρήγορα Κι ήρθε το τελευταίο απόγεμα που ο φτωχός επιγραφοποιός θα ζούσε πάνω στη γη.

66.  Κι ακούμπησε στο μικρό, καγκελόφραχτο παράθυρο του κελιού και κοίταξε κάτω την πολιτεία.

67.  Κι ύστερα κοίταξε ψηλά, που άρχιζαν ν’ ανάβουν τ’ άστρα ένα-ένα.

68.  Και τότε μια απέραντη γαλήνη τον έλουσε, σα να ’σβησαν όλες μεμιάς οι αγωνίες, που χρόνια τώρα τον βασάνιζαν.

69.  Κι ένιωσε μέσα του τον ίδιο γλυκό λυγμό, όπως όταν ήταν παιδί, και κάποιος του άπλωνε εγκάρδια το χέρι του ή του ’λεγε μια παρήγορη λέξη.

70.  Και ψιθύρισε σιγανά: σύντροφοι…

 

***

 

άντρες

α΄ ημιχόριο

Καθώς, λοιπόν, ξεφύγαμε από τη Σκύλα και τη Χάρυβδη, και βγήκαμε στ’ ανοιχτά

γνωρίσαμε άλλους πιο τρομερούς κινδύνους: των συντρόφων τη ξαφνική λιγοψυχιά,

του κουπολάτη την τυφλή υπακοή, ή την κρυφή φιλοδοξία του άλλου,

την εύκολη αναγνώριση, τον έπαινο του ταπεινού και την αδιαφορία του μεγάλου,

τη ζήλεια, την αμφιβολία, τη χίμαιρα, την πανουργία που χαμογελά και την υστεροβουλία που δίνει,

κι απ’ όλα πιο χειρότερο, όταν όχι η ελπίδα πια, μα κι αυτός ο ίδιος ο πόνος σου σ’ αφήνει.

 

β΄ ημιχόριο

Α, οι ηλίθιοι, που πήγαμε και χαθήκαμε στην ξενιτιά, κάτω απ’ τα τείχη της Ιερουσαλήμ, ή στην παλιά πολυτραγουδημένη Τροία

χωρίς κανένας Όμηρος να πει κάτι για μας. Μα να, που όπως ύστερ’ από καιρό μπαίνει κανείς στο σπίτι που του λήστεψαν, ανοίγουμε δακρύζοντας και μπαίνουμε

στην Ιστορία.

 

[...]

ποιητής

Τίποτα. Κανείς. Η πόλη κουλουριασμένη σαν ένα μυστηριακό ζώο

με το σκοτεινό του τρίχωμα διάστιχτο απ’ τα φανάρια των δρόμων.

Ένα ζευγάρι βγαίνει αγκαλιασμένο από κάποιο κέντρο,

τα φώτα των αυτοκινήτων τούς δίνουν μια στιγμή

το σπασμένο, ωχρό προσωπείο της Ηλέκτρας και του Ορέστη, λίγο πριν απ’ την αναπότρεπτη πράξη,

ενώ, πελώριες κι αόρατες, σαν Ερινύες, τους παραμονεύουν στο βάθος του δρόμου

η κούραση, η μοιχεία — κι η συνήθεια.

 

Ποιος είναι, λοιπόν, αυτός που μένει στο ίδιο σπίτι με σένα,

που τρώει στο ίδιο τραπέζι με σένα, που κοιμάται στο ίδιο κρεβάτι με σένα; Δεν τον γνώρισες ποτέ.

Κι αυτός εκεί, το πρόσωπο τυλιγμένο με σκοτάδι, που ορθώνεται αντιμέτωπος

σ’ ό,τι πας να λησμονήσεις — ποιος είναι; Κανείς.

Μόνο τα χέρια του τυφλού Οιδίποδα ανοιγμένα να του δείχνουνε το δρόμο, σ’ αγγίζουν καμιά φορά

μες στο συνωστισμό. Στο γειτονικό κακόφημο ξενοδοχείο «Βυζάντιον» μπαινοβγαίνουν οι μαστρωποί κι οι αρσενοκοίτες,

στην πόρτα ο μονόφθαλμος θυρωρός, κατευθείαν απόγονος των Παλαιολόγων, γεμάτος σπυριά, αλκοολικά όνειρα και βαριές κληρονομιές —

με συγχωρείτε, αυτός ο δρόμος πού βγάζει; Όχι, όχι αυτόν, ούτ’ εκείνον,

μη, μη... έτσι να στρίψεις τη γωνιά

γκρεμίζεσαι στο χάος...

 

 

***

 

…Φτωχές γυναίκες, μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες, 

τίμιες ή σπιτωμένες, 

ακόμα κι άλλες εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού, 

γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού, 

νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά πίσω από την αγνότητα, 

την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία πίσω απ’ την υπακοή. 

 

Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία 

που κρύβεται πίσω απ’ την κακία. 

Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε 

πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι, 

οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε, 

μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον, 

γιατί τα χρόνια περνάνε… 

 Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, 

όταν μένουμε μονάχες 

και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, 

και κρεμάμε στην κρεμάστρα το πανωφόρι 

κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα 

που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες για να τους αρέσουμε –

αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο. 

 

 Αχ, γυναίκες έρημες, κανείς δεν έμαθε ποτέ 

πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’ τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας. 

Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο…. 

Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες, 

τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε; 

Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες, 

πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους… 

λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; 

Τι ψάχνουμε παλεύοντας αιώνια 

με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία; 

 

Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, 

απ’ το αίμα και την επανάληψη. 

Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή- 

κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία. 

 

Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε, 

κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά, 

ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες, 

κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας. 

Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει γρήγορα η ζωή, 

ούτε το καταλαβαίνεις. 

 

Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, 

δε μας ξέρουν παρά μονάχα σα μητέρες, 

δεν μπόρεσαν να μας δουν ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους- 

με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους. 

 

Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες 

μέσα στο εσωτερικό μας πάθος, 

αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα της μητρότητάς μας…

 

***

 

Ένα περίεργο επεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στις εφημερίδες,

ένας άντρας πήγε σ’ ένα απ’ αυτά τα «σπίτια»,

πήρε μια γυναίκα,

μα μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο,

αντί να γδυθεί και να επαναλάβει την αιώνια κίνηση,

γονάτισε μπροστά της, λέει, και της ζητούσε να τον αφήσει

να κλάψει στα πόδια της. Εκείνη βάζει τις φωνές,

«εδώ έρχονται για άλλα πράγματα»,

οι άλλοι απ’ έξω δώσ’ του χτυπήματα στην πόρτα.

Με τα πολλά άνοιξαν και τον διώξανε με τις κλωτσιές

— ακούς εκεί διαστροφή να θέλει, να κλάψει μπρος σε μια γυναίκα.

Εκείνος έστριψε τη γωνία και χάθηκε καταντροπιασμένος.

Κανείς δεν τον ξανάδε πια.

Και μόνο εκείνη η γυναίκα,

θα ‘ρθει η αναπότρεπτη ώρα μια νύχτα, που θα νοιώσει τον τρόμο ξαφνικά,

πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθιά,

την πιο μεγάλη ερωτική πράξη

μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

 

***

 

..Σχέδια που εγκαταλείπουμε. Αποφάσεις που φοβηθήκαμε να πάρουμε.

Προσδοκίες των άλλων από εμάς που τις τροφοδοτήσαμε κι ας ξέραμε τι επικίνδυνο ήταν.

Δικές μας απαιτήσεις απ’ τους άλλους, ενώ μαντεύαμε κι εκείνων τη μικρότητα και τη δική μας υστεροβουλία.

Άνθρωποι που συναντήσαμε μια νύχτα, μα που το βλέμμα τους όρισε πια για πάντα τη ζωή μας.

Λόγια που τα προμελετήσαμε, μα που όταν ήρθε η ώρα δώσαν τη θέση τους σε μια δειλή σιωπή.

Έρχονται όλα κάποτε μαζεμένα.

Μέσα σε μια στιγμή…εκεί που ανεβαίνεις ανύποπτος μια σκάλα ή απλώνεις το χέρι στο σκοτάδι ψάχνοντας για το φως.

Μονάχος σε ένα μισοσκότεινο δωμάτιο ή μέσα στο πλήθος και τα φώτα.

Πού να πας τότε; Πού να κρυφτείς; Τι την έκανες την ανεπανάληπτη ζωή σου;…

 

***

 

Ω αρετή της συγνώμης, αρετή της υπομονής, αρετή

της αυταπάρνησης,

μα πάνω απ’ όλα, υπέρτατη αρετή, σαν τους απλούς ανθρώπους,

να δέχεσαι υπάκουα, κατανυχτικά το πέρασμα του χρόνου,

κατανοώντας αόριστα το βαθύ μυστήριο της αιώνιας κίνησης

κι αλλαγής

και σχεδόν συγκατανεύοντας – σα να ‘σαι λίγο κι εσύ

ο δημιουργός του.

Κι α, ποια άλλη, αλήθεια, πιο απροσμέτρητη λεηλασία

υπάρχει της απρόσιτης αιωνιότητας,

απ’ το τραγούδι.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[ την παρουσίαση των αποσπασμάτων

από το Σκηνικό Ποίημα (Ποιητική Σύνθεση)

«Καντάτα»

του Τάσου Λειβαδίτη

επιμελήθηκε ο Δημήτρης Φιλελές ]

 

 

η ακουστική-ηχητική απόδοση

του κειμένου στο:

 

http://dimitrisfileles.blogspot.com/2022/05/tasos-leivaditis-kantata-apospasmata.html

 

 


 

https://youtu.be/4ap1ZBquewE

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΓΡΑΦΟΣ

eleftherografos.blogspot.com

 

 

 

 




Παρασκευή 20 Μαΐου 2022

VANGELIS From OLYMPUS to EARTH and FAR OUT ASTRAL COMPOSER ΜΟΥΣΙΚΗ

 


Vangelis             

from Olympus to Earth and far out

ΜΟΥΣΙΚΗ


 

 




 

Μέχρι οι νευροφυσιοεπιστήμες

και οι ψυχοκοινωνικοεπιστήμες

αποφανθούν τελεσίδικα

για το ζήτημα της «ιδιοφυϊας»,

ας αρκεστούμε στο αρχαιότροπο

«μούσαν πολύτροπον».

 

 




 

 Περί της αποδείξεως:

Ακροάσου, 

μεταξύ άλλων πολλών και πολλών συνθέσεών του, 

από τον δίσκο του Βαγγέλη Παπαθανασίου 

“ Heaven and Hell ” (1975) 

τη σύνθεση “12 o’ clock (Part II)”. 

Στα φωνητικά η Vana Verouti (Βάνα Βερούτη).

 




 

 

Vangelis

– Βαγγέλης Παπαθανασίου. 

 

 

 

 

 

 

 οι φωτογραφίες από το διαδίκτυο 




 

     Λόγος Έμφρων

logosemfron.blogspot.com




οι νύμφες στη ρωμαϊκή μυθολογία Λίγα Σχόλια Αρχαιογνωσία ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ

  Οι νύμφες στη ρωμαϊκή μυθολογία Λίγα Σχόλια Αρχαιογνωσία ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ         Οι νύμφες στη ρωμαϊκή μυθολογία   1. ...